Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΡΑΝΤΟΥ
της 2ας Οκτωβρίου 2025 (1)
Υπόθεση C‑163/24
BX
κατά
Statul Român – Ministerul Finanţelor Publice,
Curtea de Apel București
[αίτηση του Curtea de Apel București
(εφετείου Βουκουρεστίου, Ρουμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Καθεστώτα άμεσης στήριξης – Κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 – Άρθρο 20, παράγραφος 1 – Σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων – Αποτελεσματικότητα των διαδικασιών διαχείρισης και ελέγχου – Διάταξη που (δεν) αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες – Κανονισμός (ΕΚ) 796/2004 – Άρθρο 68 – Υποχρέωση του κατόχου της εκμεταλλεύσεως γεωργού να δηλώνει με ακρίβεια τις εκτάσεις προσδιορίζοντας επακριβώς το υπό εκμετάλλευση αγροτεμάχιο και τα όριά του – Μειώσεις και αποκλεισμοί που έχουν εφαρμογή σε περιπτώσεις δήλωσης έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική – Εξαιρέσεις – Έννοια του όρου “ακριβή πραγματικά στοιχεία” – Ευθύνη του Δημοσίου για ζημία που προκλήθηκε στους ιδιώτες από την παραβίαση του δικαίου της Ένωσης – Παραβίαση καταλογιστέα σε δικαστήριο το οποίο αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό – Εξομοίωση σειράς απλών παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης με πρόδηλη παραβίαση »
I. Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου, Ρουμανία) (2) αφορά, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 (3) για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής (στο εξής: ΚΓΠ) και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, καθώς και του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 (4) σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στον κανονισμό 1782/2003.
2. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Ρουμάνου γεωργού BX, αφενός, και του Statul Român – Ministerul Finanţelor Publice (Ρουμανικού Δημοσίου – Υπουργείου Οικονομικών) και του εφετείου Βουκουρεστίου, αφετέρου, σχετικά με τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του συγκεκριμένου κράτους μέλους λόγω, μεταξύ άλλων, μη τήρησης από το δικαστήριο αυτό, ως δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, της υποχρέωσης προδικαστικής παραπομπής που προβλέπεται στο άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
3. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται, αφενός, να οριοθετήσει την έννοια του «κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες», εξετάζοντας αν και υπό ποιες προϋποθέσεις ένας κανόνας δικαίου με τον οποίο επιδιώκεται αδιαμφισβήτητα σκοπός γενικού συμφέροντος μπορεί επίσης να προστατεύει τα συμφέροντα των φυσικών και νομικών προσώπων. Αφετέρου, του παρέχει την ευκαιρία να παράσχει διευκρινίσεις όσον αφορά το καθεστώς της ευθύνης κράτους μέλους λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης καταλογιστέας σε δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, όπως διαμορφώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Köbler (5).
II. Το νομικό πλαίσιο
1. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Ο κανονισμός 1782/2003
4. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 11 έως 14, 16 και 21 του κανονισμού 1782/2003:
«(1) Απαιτείται η θέσπιση κοινών όρων για τις άμεσες ενισχύσεις που καταβάλλονται με βάση τα διάφορα καθεστώτα στήριξης του εισοδήματος στα πλαίσια της [ΚΓΠ].
(2) Η καταβολή της άμεσης ενίσχυσης στο ακέραιο απαιτείται να συνδεθεί με την εφαρμογή κανόνων που αφορούν τη γεωργική γη, την παραγωγή και τη δραστηριότητα. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να ενσωματωθούν στις κοινές οργανώσεις των αγορών βασικά πρότυπα σχετικά με το περιβάλλον, την ασφάλεια των τροφίμων και την υγεία και τις καλές συνθήκες διαβίωσης των ζώων και τις ορθές γεωργικές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Σε περίπτωση μη εφαρμογής των βασικών αυτών προτύπων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ανακαλούν τις άμεσες ενισχύσεις με βάση αναλογικά, αντικειμενικά και προοδευτικά κριτήρια. Η ανάκληση αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη κυρώσεων που ισχύουν τώρα ή θα ισχύσουν στο μέλλον με βάση άλλες διατάξεις του κοινοτικού ή του εθνικού δικαίου.
[…]
(11) Προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα και η χρησιμότητα των μηχανισμών διαχείρισης και ελέγχου, απαιτείται η προσαρμογή του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου, που θεσπίσθηκε με τον [κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 (6)], με στόχο να συμπεριληφθεί το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης [...]. Θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα ένταξης, σε μεταγενέστερο στάδιο, και άλλων καθεστώτων ενισχύσεων.
(12) Προκειμένου να εξασφαλισθεί αποτελεσματικός έλεγχος και να προληφθεί η υποβολή πολλαπλών αιτήσεων παροχής ενίσχυσης σε διαφορετικούς οργανισμούς πληρωμών σε ένα κράτος μέλος, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να συγκροτήσει ένα ενιαίο σύστημα καταγραφής της ταυτότητας των γεωργών που υποβάλουν αιτήσεις παροχής ενίσχυσης στο πλαίσιο του ολοκληρωμένου συστήματος.
(13) Τα διάφορα τμήματα του ολοκληρωμένου συστήματος [διαχείρισης και ελέγχου] έχουν ως στόχο αποτελεσματικότερη διαχείριση και έλεγχο. [...]
(14) Δεδομένης της πολυπλοκότητας του συστήματος και του μεγάλου αριθμού αιτήσεων παροχής ενίσχυσης που θα πρέπει να διεκπεραιωθούν, είναι ζωτικής σημασίας να χρησιμοποιηθούν οι κατάλληλοι τεχνικοί πόροι και οι κατάλληλες μέθοδοι διαχείρισης και ελέγχου. Κατά συνέπεια, το ολοκληρωμένο σύστημα θα πρέπει να περιλαμβάνει σε κάθε κράτος μέλος, μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων, ένα σύστημα αναγνώρισης των αγροτεμαχίων, και των αιτήσεων παροχής ενίσχυσης που υποβάλλουν οι γεωργοί, ένα εναρμονισμένο σύστημα ελέγχου και, για το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης, ένα σύστημα για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των δικαιωμάτων.
[...]
(16) Η αναγνώριση των αγροτεμαχίων αποτελεί στοιχείο ζωτικής σημασίας για τη σωστή εφαρμογή των καθεστώτων που συνδέονται με την επιφάνεια των εκτάσεων. Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι υφιστάμενες μέθοδοι παρουσιάζουν ορισμένες ελλείψεις. Συνεπώς, θα πρέπει να προβλεφθεί η δημιουργία ενός συστήματος αναγνώρισης με τη βοήθεια τηλεπισκόπησης, όπου αυτό είναι αναγκαίο.
[…]
(21) Τα καθεστώτα στήριξης στο πλαίσιο της [ΚΓΠ] προβλέπουν άμεση στήριξη του εισοδήματος, ιδιαίτερα προκειμένου να εξασφαλισθεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο ζωής για τη γεωργική κοινότητα. Ο στόχος αυτός συνδέεται στενά με τη συντήρηση των γεωργικών περιοχών. Προκειμένου να αποφευχθεί η ανορθολογική κατανομή των κοινοτικών κονδυλίων, δεν θα πρέπει να παρέχονται ενισχύσεις στους γεωργούς εκείνους που δημιούργησαν τεχνητά τις συνθήκες που απαιτούνται για να λάβουν τέτοιες ενισχύσεις».
5. Το άρθρο 17 του κανονισμού 1782/2003, το οποίο έφερε τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», όριζε στο πρώτο εδάφιο τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος οφείλει να θεσπίσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, το οποίο στο εξής αναφέρεται ως “ολοκληρωμένο σύστημα”.»
6. Το άρθρο 18 του κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Στοιχεία του ολοκληρωμένου συστήματος», προέβλεπε στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Το ολοκληρωμένο σύστημα περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
α) ηλεκτρονική βάση δεδομένων·
β) σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων·
γ) σύστημα προσδιορισμού και καταγραφής των δικαιωμάτων ενίσχυσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 21·
δ) αιτήσεις παροχής ενίσχυσης·
ε) ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου·
στ) μοναδικό σύστημα καταγραφής της ταυτότητας κάθε γεωργού που υποβάλει αίτηση για παροχή ενίσχυσης.»
7. Το άρθρο 19 του κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Ηλεκτρονική βάση δεδομένων», όριζε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων καταγράφονται για κάθε γεωργική εκμετάλλευση, τα στοιχεία που περιέχονται στις αιτήσεις παροχής ενίσχυσης.
Η βάση δεδομένων αυτή επιτρέπει, ιδίως, άμεση και απευθείας πρόσβαση, μέσω της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους, στα στοιχεία που σχετίζονται με τα ημερολογιακά έτη ή/και περιόδους εμπορίας που αρχίζουν από το έτος 2000 και, για την ενίσχυση που χορηγείται δυνάμει του τίτλου IV κεφάλαιο 10β, από 1ης Μαΐου 1998.»
8. Το άρθρο 20 του ίδιου κανονισμού έφερε τον τίτλο «Σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων» και όριζε στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων δημιουργείται με βάση χάρτες ή κτηματολογικά έγγραφα ή άλλες χαρτογραφικές αναφορές. Χρησιμοποιούνται τεχνικές ηλεκτρονικού συστήματος γεωγραφικών πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης κατά προτίμηση της εναέριας ή διαστημικής ορθοφωτογραφίας με ομοιογενή πρότυπα που εξασφαλίζουν ακρίβεια τουλάχιστον ισοδύναμη με χαρτογραφία κλίμακας 1:10 000.»
9. Το άρθρο 21 του κανονισμού 1782/2003 έφερε τον τίτλο «Σύστημα για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των δικαιωμάτων ενίσχυσης» και προέβλεπε τα εξής:
«1. Το σύστημα για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των δικαιωμάτων ενίσχυσης δημιουργείται με τρόπο που να επιτρέπει επαλήθευση των δικαιωμάτων και διασταύρωση με τις αιτήσεις παροχής ενίσχυσης και με το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων.
2. Το σύστημα αυτό επιτρέπει την άμεση και απευθείας πρόσβαση, μέσω της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους, στα στοιχεία που συνδέονται τουλάχιστον με τα τρία συνεχή προηγούμενα ημερολογιακά έτη ή/και περιόδους εμπορίας.»
10. Το άρθρο 22 του κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Αιτήσεις παροχής ενίσχυσης», όριζε τα ακόλουθα:
«1. Ο γεωργός υποβάλλει για τις άμεσες ενισχύσεις που καλύπτονται από το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης, μία αίτηση ετησίως, η οποία περιλαμβάνει ανάλογα με την περίπτωση τα ακόλουθα:
– όλα τα αγροτεμάχια της εκμετάλλευσης,
[…]
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι η αίτηση ενίσχυσης περιλαμβάνει μόνο τις μεταβολές σε σχέση με την αίτηση ενίσχυσης που υπεβλήθη το προηγούμενο έτος. Τα κράτη μέλη διανέμουν έντυπα δελτία με βάση τις εκτάσεις που καθορίστηκαν το προηγούμενο έτος και διαθέτουν σχεδιαγράμματα στα οποία εντοπίζονται οι εκτάσεις αυτές και, κατά περίπτωση, η θέση των ελαιοδέντρων.
[...]»
2. Ο κανονισμός 796/2004
11. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 11, 13, 17, 36, 55 έως 58 και 67 του κανονισμού 796/2004:
«(11) Για να προαχθεί η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, πρέπει να προβλεφθεί ότι οι πληρωμές βάσει του [κανονισμού 1782/2003] μπορούν να πραγματοποιηθούν, μόνο όταν ολοκληρωθούν οι έλεγχοι σχετικά με τα κριτήρια επιλεξιμότητας.
[...]
(13) Με σκοπό τους αποτελεσματικούς ελέγχους, πρέπει να δηλώνεται ταυτόχρονα κάθε είδος χρήσης της έκτασης και των σχετικών καθεστώτων ενίσχυσης. Επομένως, πρέπει να προβλεφθεί η υποβολή ενιαίας αίτησης ενίσχυσης που θα περιλαμβάνει όλες τις αιτήσεις ενίσχυσης, οι οποίες σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με την έκταση.
[…]
(17) Με σκοπό την απλούστευση των διαδικασιών υποβολής της αίτησης και σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 2 του [κανονισμού 1782/2003], πρέπει να προβλεφθεί σχετικά ότι τα κράτη μέλη στο μέτρο του δυνατού θα παρέχουν στο γεωργό προεκτυπωμένα στοιχεία.
[…]
(36) Κατά γενικό κανόνα, οι επιτόπιοι έλεγχοι των εκτάσεων αποτελούνται από δύο μέρη, το πρώτο από τα οποία αφορά τις εξακριβώσεις και τις μετρήσεις των δηλωθέντων αγροτεμαχίων βάσει γραφικού υλικού, αεροφωτογραφιών κλπ. Το δεύτερο μέρος αποτελείται από επιθεώρηση των αγροτεμαχίων, ώστε να εξακριβωθούν οι πραγματικές διαστάσεις των δηλωθέντων αγροτεμαχίων και, ανάλογα με το υπόψη καθεστώς ενίσχυσης, η δηλωθείσα καλλιέργεια και η ποιότητά της. Όταν είναι αναγκαίο, πρέπει να πραγματοποιούνται μετρήσεις. Η επιθεώρηση στο αγρόκτημα μπορεί να πραγματοποιείται βάσει δείγματος.
[…]
(55) Για την αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την καταπολέμηση των παρατυπιών και των περιπτώσεων απάτης. Πρέπει να θεσπιστούν χωριστές διατάξεις σε περιπτώσεις παρατυπιών που διαπιστώνονται σε σχέση με τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα διάφορα καθεστώτα ενισχύσεων.
(56) Το σύστημα των μειώσεων και αποκλεισμών που προβλέπεται στον [κανονισμό 1782/2003] σε σχέση με τις υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης, όμως, έχει διαφορετικό στόχο, δηλαδή να δημιουργήσει κίνητρο για τους γεωργούς, ώστε να τηρούν την ήδη υπάρχουσα νομοθεσία στους διάφορους τομείς της πολλαπλής συμμόρφωσης.
(57) Οι μειώσεις και αποκλεισμοί πρέπει να καθοριστούν, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και, στην περίπτωση των κριτηρίων επιλεξιμότητας, τα ειδικά προβλήματα που συνδέονται με περιπτώσεις ανωτέρας βίας καθώς και με έκτακτα και φυσικά περιστατικά. Στην περίπτωση των υποχρεώσεων πολλαπλής συμμόρφωσης, μειώσεις και αποκλεισμοί μπορούν να εφαρμοστούν μόνο όπου ο γεωργός έχει ενεργήσει από αμέλεια ή από πρόθεση. Οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί πρέπει να κλιμακώνονται ανάλογα με τη βαρύτητα της διαπραχθείσας παρατυπίας και πρέπει να φθάνουν μέχρι τον πλήρη αποκλεισμό από ένα ή περισσότερα καθεστώτα ενισχύσεων για καθορισμένο χρόνο. Πρέπει, όσον αφορά τα κριτήρια επιλεξιμότητας, να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των διαφόρων καθεστώτων ενίσχυσης.
(58) Όσον αφορά τις αιτήσεις στρεμματικών ενισχύσεων, οι παρατυπίες αφορούν συνήθως τμήματα εκτάσεων. Η δήλωση εκτάσεων μεγαλύτερων των πραγματικών σε σχέση με ένα αγροτεμάχιο μπορεί, επομένως, να συμψηφιστεί με τη δήλωση εκτάσεων μικρότερων των πραγματικών για άλλα αγροτεμάχια της ίδιας ομάδας καλλιεργειών. Πρέπει να προβλεφθεί ότι εντός ορισμένου περιθωρίου ανοχής οι αιτήσεις ενίσχυσης απλώς προσαρμόζονται στην έκταση που προσδιορίζεται πραγματικά και οι μειώσεις αρχίζουν να εφαρμόζονται, μόνο εφόσον υπάρξει υπέρβαση του εν λόγω περιθωρίου.
[…]
(67) Κατά γενικό κανόνα, δεν πρέπει να επιβάλλονται μειώσεις ή αποκλεισμοί σε σχέση με τα κριτήρια επιλεξιμότητας στις περιπτώσεις που ο γεωργός έχει υποβάλει ορθές πληροφορίες από την άποψη των πραγματικών στοιχείων ή μπορεί να αποδείξει διαφορετικά ότι δεν συντρέχει υπαιτιότητά του.»
12. Με το άρθρο 2 του κανονισμού 796/2004, το οποίο έφερε τον τίτλο «Ορισμοί», διευκρινίζονταν τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[…]
(22) “Προσδιορισθείσα έκταση”: είναι η έκταση, για την οποία έχουν εκπληρωθεί όλοι οι όροι που περιλαμβάνονται στους κανόνες για τη χορήγηση της ενίσχυσης· στην περίπτωση του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης, η δηλωθείσα έκταση μπορεί να θεωρηθεί προσδιορισθείσα, μόνον εάν πράγματι συνοδεύεται από τον αντίστοιχο αριθμό δικαιωμάτων ενίσχυσης
[…]
(25) “Σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών” (στο εξής καλούμενο “ΣΓΠ”): είναι οι τεχνικές ηλεκτρονικού συστήματος γεωγραφικών πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 20 του κανονισμού [1782/2003]
[…]
(27) “Γραφικό υλικό”: είναι οι χάρτες ή τα λοιπά έγγραφα που χρησιμοποιούνται για την ανακοίνωση του περιεχομένου του ΣΓΠ μεταξύ των αιτούντων ενίσχυση και των κρατών μελών
[...]».
13. Το άρθρο 6 του κανονισμού 796/2004 έφερε τον τίτλο «Αναγνώριση αγροτεμαχίων» και όριζε στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Το σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων που αναφέρεται στο άρθρο 20 του κανονισμού [1782/2003] λειτουργεί σε επίπεδο αγροτεμαχίου αναφοράς, όπως είναι το ενταγμένο στο κτηματολόγιο αγροτεμάχιο ή το γεωτεμάχιο καλλιέργειας, το οποίο εξασφαλίζει ενιαίο προσδιορισμό της ταυτότητας κάθε αγροτεμαχίου αναφοράς.
Επιπλέον, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την αξιόπιστη αναγνώριση των αγροτεμαχίων και απαιτούν ιδίως η ενιαία αίτηση να συνοδεύεται από τα στοιχεία ή τα έγγραφα που έχει καθορίσει η αρμόδια αρχή και που επιτρέπουν τον εντοπισμό και τη μέτρηση κάθε αγροτεμαχίου. Το ΣΓΠ λειτουργεί βάσει εθνικού γεωδαιτικού συστήματος.»
14. Κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 796/2004, το οποίο έφερε τον τίτλο «Περιεχόμενο της ενιαίας αίτησης»:
«1. Η ενιαία αίτηση περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας για την ενίσχυση, και ειδικότερα:
[…]
δ) τα στοιχεία που επιτρέπουν την αναγνώριση όλων των αγροτεμαχίων της εκμετάλλευσης, την έκτασή τους εκπεφρασμένη σε εκτάρια με ακρίβεια δύο δεκαδικών ψηφίων, την θέση τους και, ανάλογα με την περίπτωση, τη χρήση τους και το κατά πόσον πρόκειται για αρδευόμενο αγροτεμάχιο
[…]
3. Για την αναγνώριση όλων των αγροτεμαχίων της εκμετάλλευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ), τα προεκτυπωμένα έντυπα που διανέμονται στους γεωργούς σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 2 του κανονισμού [1782/2003] αναγράφουν τη μέγιστη επιλέξιμη έκταση ανά αγροτεμάχιο αναφοράς για τους σκοπούς του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης. Επιπλέον, στο γραφικό υλικό που παρέχεται στον γεωργό σύμφωνα με την ίδια διάταξη εμφαίνονται τα όρια των αγροτεμαχίων αναφοράς και τα ενιαία στοιχεία αναγνώρισής τους, ο δε γεωργός αναφέρει τη θέση κάθε αγροτεμαχίου.
[…]
4. Κατά την υποβολή του εντύπου της αίτησης, ο γεωργός διορθώνει το προεκτυπωμένο έντυπο που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3, εάν έχουν επέλθει μεταβολές, και ιδίως μεταβιβάσεις δικαιωμάτων ενίσχυσης σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού [1782/2003], ή εάν οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο προεκτυπωμένο έντυπο είναι λανθασμένες.
Εάν η διόρθωση αφορά το μέγεθος της έκτασης, ο γεωργός αναφέρει το πραγματικό μέγεθος της σχετικής έκτασης. [...]»
15. Το άρθρο 15 του κανονισμού 796/2004 έφερε τον τίτλο «Τροποποιήσεις των ενιαίων αιτήσεων» και όριζε στην παράγραφο 3 τα εξής:
«Εάν η αρμόδια αρχή έχει ήδη ενημερώσει τον γεωργό για παρατυπίες στην ενιαία αίτηση ή εάν έχει ειδοποιήσει τον γεωργό για την πρόθεσή της να πραγματοποιήσει επιτόπιο έλεγχο και ο εν λόγω επιτόπιος έλεγχος αποκαλύψει παρατυπίες, τροποποιήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν επιτρέπονται για τα αγροτεμάχια που αφορούν οι παρατυπίες.»
16. Το άρθρο 18 του κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Απλούστευση των διαδικασιών», όριζε στην παράγραφο 1, στοιχείο γʹ, τα ακόλουθα:
«Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού [1782/2003], τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν ή να απαιτήσουν να διαβιβάζονται ηλεκτρονικώς οι πάσης φύσεως ανακοινώσεις που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού από τον γεωργό προς τις αρχές και αντιστρόφως. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλισθεί ιδίως ότι:
[…]
γ) τα δεδομένα που διαβιβάζονται είναι αξιόπιστα ενόψει της ορθής διαχείρισης του σχετικού καθεστώτος ενίσχυσης· όταν χρησιμοποιούνται τα δεδομένα που περιέχονται στη μηχανογραφημένη βάση δεδομένων για τα βοοειδή, η εν λόγω βάση δεδομένων πρέπει να προσφέρει το επίπεδο βεβαιότητας και υλοποίησης που είναι αναγκαίο για την ορθή διαχείριση των σχετικών καθεστώτων ενίσχυσης.»
17. Το άρθρο 19 του κανονισμού 796/2004 έφερε τον τίτλο «Διορθώσεις προφανών σφαλμάτων» και όριζε τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των άρθρων 11 έως 18, η αίτηση ενίσχυσης μπορεί να διορθωθεί οποιαδήποτε στιγμή μετά την υποβολή της, σε περιπτώσεις προφανών σφαλμάτων που αναγνωρίζονται από την αρμόδια αρχή.»
18. Το άρθρο 22 του κανονισμού, το οποίο έφερε τον τίτλο «Ανάκληση των αιτήσεων ενίσχυσης», προέβλεπε τα ακόλουθα:
«1. Μια αίτηση ενίσχυσης μπορεί να ανακληθεί εν όλω ή εν μέρει εγγράφως ανά πάσα στιγμή.
[…]
2. Οι ανακλήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1 επαναφέρουν τον αιτούντα στη θέση που βρισκόταν πριν υποβάλει την εν λόγω αίτηση ενίσχυσης ή μέρος της αίτησης ενίσχυσης.»
19. Το άρθρο 24 του κανονισμού έφερε τίτλο «Διασταυρούμενοι έλεγχοι» και όριζε στην παράγραφο 1, στοιχείο γʹ, τα εξής:
«Οι διοικητικοί έλεγχοι που αναφέρονται στο άρθρο 23 του κανονισμού [1782/2003] πρέπει να επιτρέπουν τον εντοπισμό παρατυπιών, ιδίως τον αυτόματο εντοπισμό με τη χρήση μηχανογραφικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των διασταυρούμενων ελέγχων:
[…]
γ) μεταξύ των αγροτεμαχίων που δηλώθηκαν στην ενιαία αίτηση και των αγροτεμαχίων αναφοράς που περιέχονται στο σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων, ώστε να επαληθεύεται η επιλεξιμότητα για ενίσχυση των εκτάσεων καθαυτές.»
20. Κατά το άρθρο 30 του κανονισμού 796/2004, το οποίο έφερε τον τίτλο «Προσδιορισμός των εκτάσεων»:
«1. Η έκταση των αγροτεμαχίων προσδιορίζεται με κάθε πρόσφορο μέσο, το οποίο καθορίζεται από την αρμόδια αρχή και εξασφαλίζει ακρίβεια μέτρησης τουλάχιστον ισοδύναμη με εκείνη που απαιτείται για τις επίσημες μετρήσεις σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις. […]
[…]
4. Η επιλεξιμότητα των αγροτεμαχίων εξακριβώνεται με κάθε πρόσφορο μέσο. Για τον σκοπό αυτό, ζητούνται, εάν χρειάζεται, συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία.»
21. Το άρθρο 51 του κανονισμού έφερε τον τίτλο «Μειώσεις και αποκλεισμοί σε περιπτώσεις δήλωσης έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική» και όριζε στην παράγραφο 1 τα ακόλουθα:
«Εάν, όσον αφορά μια ομάδα καλλιεργειών, η έκταση που έχει δηλωθεί για τους σκοπούς οιουδήποτε καθεστώτος στρεμματικής ενίσχυσης, με εξαίρεση τις ενισχύσεις για τα γεώμηλα αμυλοποιίας, τους σπόρους προς σπορά και τον καπνό, που προβλέπονται στα κεφάλαια 6, 9 και 10γ αντιστοίχως του τίτλου IV του κανονισμού [1782/2003], υπερβαίνει την ορισθείσα έκταση σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφοι 3, 4 και 5 του παρόντος κανονισμού, η ενίσχυση υπολογίζεται με βάση την ορισθείσα έκταση, μειωμένη κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας διαφοράς, εάν η εν λόγω διαφορά υπερβαίνει το 3 % ή τα δύο εκτάρια, αλλά δεν υπερβαίνει το 20 % της ορισθείσας έκτασης.
Εάν η διαφορά υπερβαίνει το 20 % της προσδιορισθείσας έκτασης, δεν χορηγείται καμία ενίσχυση βάσει της έκτασης για τη σχετική καλλιεργητική ομάδα.»
22. Το άρθρο 68 του κανονισμού 796/2003, το οποίο έφερε τον τίτλο «Εξαιρέσεις από την επιβολή μειώσεων και αποκλεισμών», όριζε στις παραγράφους 1 και 2, δεύτερο εδάφιο, τα εξής:
«1. Οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί που προβλέπονται στο κεφάλαιο Ι δεν επιβάλλονται στις περιπτώσεις όπου ο κάτοχος της εκμετάλλευσης έχει υποβάλει ακριβή πραγματικά στοιχεία ή μπορεί να αποδείξει με άλλον τρόπο ότι δεν συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπό του.
2. [...]
Η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο ενημέρωση από τον κάτοχο της εκμετάλλευσης έχει ως αποτέλεσμα την προσαρμογή της αίτησης ενίσχυσης στην πραγματική κατάσταση.»
3. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1973/2004
23. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1973/2004 (7) περιλάμβανε άρθρο 138, το οποίο έφερε τον τίτλο «Μειώσεις και αποκλεισμοί που αφορούν τους όρους επιλεξιμότητας» και όριζε στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Εκτός από τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας ή τις εξαιρετικές περιστάσεις, όπως ορίζεται στο άρθρο 72 του [κανονισμού 796/2004], εφόσον από διοικητικό ή επιτόπιο έλεγχο προκύψει ότι η διαφορά που διαπιστώθηκε μεταξύ της δηλωθείσας και της προσδιορισθείσας έκτασης, κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 22 του κανονισμού [796/2004] είναι μεγαλύτερη από 3 %, αλλά μικρότερη ή ίση με 30 % της προσδιορισθείσας έκτασης, το ποσό που χορηγείται στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης μειώνεται για το σχετικό έτος, κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας διαφοράς.
Εάν η διαφορά υπερβαίνει το 30 % της προσδιορισθείσας έκτασης δεν χορηγείται καμία ενίσχυση για το σχετικό έτος.
[...]»
2. Το ρουμανικό δίκαιο
24. Το Ordonanța de urgență a Guvernului nr. 125/2006 pentru aprobarea schemelor de plăți directe și plăți naționale directe complementare, care se acordă în agricultură începând cu anul 2007, și pentru modificarea articolului 2 din Legea nr. 36/1991 privind societățile agricole și alte forme de asociere în agricultură (έκτακτο κυβερνητικό διάταγμα αριθ. 125/2006 για την έγκριση των καθεστώτων άμεσων ενισχύσεων και συμπληρωματικών εθνικών άμεσων ενισχύσεων, που χορηγούνται στον τομέα της γεωργίας από το 2007, και για την τροποποίηση του άρθρου 2 του νόμου 36/1991 περί γεωργικών επιχειρήσεων και άλλων μορφών ενώσεων στον τομέα της γεωργίας), της 21ης Δεκεμβρίου 2006 (στο εξής: OUG 125/2006) (8), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, όριζε στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο g, τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος έκτακτου διατάγματος, οι ακόλουθοι όροι ορίζονται ως εξής:
[…]
g) Σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων – συνιστώσα του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που περιλαμβάνει εφαρμογές πληροφορικής βασισμένες σε ορθοφωτογραφίες, χάρτες, κτηματολογικά έγγραφα ή άλλες χαρτογραφικές αναφορές. Οι χρησιμοποιούμενες τεχνικές πρέπει να βασίζονται σε ηλεκτρονικό σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών που να εξασφαλίζει τη μοναδική αναγνώριση κάθε φυσικού πεδίου, συμπεριλαμβανομένης κατά προτίμηση της εναέριας ή δορυφορικής ορθοφωτογραφίας, με ομοιογενείς κανόνες που εξασφαλίζουν ακρίβεια τουλάχιστον ίση με εκείνη της χαρτογράφησης κλίμακας 1:10 000 και επιτρέπουν την αναγνώριση εντός των φυσικών πεδίων των αγροτεμαχίων στις αιτήσεις ενίσχυσης. Οι εκτάσεις που καταγράφονται στο σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων αποτελούν το σημείο αναφοράς για τη διαδικασία ελέγχου και την εκτέλεση των πληρωμών.»
25. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία b και c, του OUG 125/2006 προέβλεπε τα ακόλουθα:
«Για να λάβουν ενισχύσεις στο πλαίσιο των καθεστώτων ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης, οι αιτούντες πρέπει να είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο γεωργών το οποίο διαχειρίζεται ο Agenția de Plăți și Intervenție pentru Agricultură (Οργανισμός πληρωμών και παρέμβασης για τη γεωργία) [(στο εξής: APIA)], να υποβάλουν αίτηση ενίσχυσης εμπροθέσμως και να πληρούν τις ακόλουθες γενικές προϋποθέσεις:
[…]
b) να δηλώνουν όλα τα αγροτεμάχια·
c) να παρέχουν, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, αληθείς, πλήρεις και απολύτως έγκυρες πληροφορίες στο έντυπο της αίτησης άμεσης στρεμματικής ενίσχυσης και στα συνημμένα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένου του καταλόγου των εκτάσεων».
III. Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
26. Στις 14 Μαΐου 2007 ο BX, Ρουμάνος γεωργός, υπέβαλε στο APIA – Centrul Județean Argeș (APIA – Νομαρχιακό Κέντρο Argeș, Ρουμανία, στο εξής: APIA Argeș) αίτηση για το 2007, στο πλαίσιο των καθεστώτων ενιαίας στρεμματικής ενίσχυσης και μειονεκτικών γεωργικών περιοχών. Στην αίτηση αυτή μνημονευόταν συνολική γεωργική έκταση 264,71 εκταρίων, η οποία αποτελούνταν από πλείονα αγροτεμάχια, τις αντίστοιχες εκτάσεις των οποίων ο BX είχε προσδιορίσει και ταυτοποιήσει χρησιμοποιώντας τοπογραφικούς χάρτες που παρείχε το APIA Argeș. Μεταξύ των αγροτεμαχίων περιλαμβανόταν έκταση 129,09 εκταρίων στην περιοχή Rucăr (Ρουμανία).
27. Στις 20 Οκτωβρίου 2007, αφού διαπίστωσε, κατόπιν διοικητικού ελέγχου, ότι και άλλα πρόσωπα είχαν υποβάλει αίτηση για ορισμένες από τις εκτάσεις που είχε δηλώσει ο BX, το APIA Argeș ζήτησε διευκρινίσεις ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.
28. Στις 28 Νοεμβρίου 2007 ο BX και οι εκπρόσωποι των άλλων εμπλεκόμενων προσώπων προσδιόρισαν τις εκτάσεις που εκμεταλλευόταν καθένας από τους γεωργούς και διευκρίνισαν, μεταξύ άλλων, ότι, όσον αφορά την περιοχή Rucăr, ο BX χρησιμοποιούσε μόνον 45 εκτάρια εκ των 129,09 εκταρίων που είχε δηλώσει στην αρχική αίτησή του.
29. Την ίδια ημέρα ο BX υπέβαλε στο APIA Argeș το έντυπο M.1.1, με τίτλο «Τροποποίηση της δήλωσης έκτασης» (στο εξής: έντυπο M.1.1), προκειμένου να διορθώσει την έκταση που είχε δηλώσει στην αρχική του αίτηση, δηλώνοντας, για την περιοχή Rucăr, έκταση 45 εκταρίων αντί 129,09 εκταρίων. Υπέβαλε επίσης χειρόγραφη δήλωση στην οποία εξηγούσε ότι η απόκλιση μεταξύ της αρχικής και της τροποποιημένης δήλωσής του οφειλόταν, αφενός, στον εσφαλμένο προσδιορισμό των ορίων του όρους Găinațu Mic στον ορεινό όγκο Iezer-Păpușa (Ρουμανία), λόγω της απουσίας σημείων αναφοράς στους τοπογραφικούς χάρτες που τέθηκαν στη διάθεσή του από το APIA Argeș, και, αφετέρου, στη διαφορά μεταξύ της έκτασης η οποία αναγραφόταν στη σύμβαση μίσθωσης (ήτοι, 210 εκτάρια) και η οποία ήταν μικρότερη από την επιφάνεια της έκτασης του ορεινού λιβαδιού που πράγματι εκμεταλλευόταν, αφενός, και του αθροίσματος των εκτάσεων των δύο φυσικών υψωμάτων που αποτελούσαν το εν λόγω όρος (9), αφετέρου.
30. Με έγγραφο που υποβλήθηκε στο APIA Argeș και πρωτοκολλήθηκε στις 15 Μαΐου 2008, ο BX επισήμανε ότι αυτό όφειλε να είχε ανακαλέσει το έντυπο M.1.1, δεδομένου ότι η αφαίρεση της έκτασης των 84,09 εκταρίων μέσω του εντύπου αυτού έγινε εσφαλμένα καθώς, κατά τον χρόνο κατάθεσης του εντύπου, ο BX δεν γνώριζε ότι το όριο της περιοχής Rucăr είχε καταχωριστεί εσφαλμένα στους τοπογραφικούς χάρτες του APIA Argeș, κάτι που ανακάλυψε αργότερα, ήτοι στις αρχές Μαΐου του 2008.
31. Με απόφαση της 28ης Μαΐου 2008, το APIA Argeș θεώρησε ότι ο BX είχε υποβάλει αρχική δήλωση έκτασης μεγαλύτερης κατά 46,56 % από την πραγματική και, κατά συνέπεια, απέρριψε την αίτηση πληρωμής βάσει του άρθρου 138, παράγραφος 1, του κανονισμού 1973/2004.
32. Ο BX άσκησε ενώπιον του Tribunalul București (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου, Ρουμανία, στο εξής: πρωτοδικείο Βουκουρεστίου) προσφυγή‑αγωγή με αίτημα, μεταξύ άλλων, να ακυρωθεί η ως άνω απόφαση και να υποχρεωθεί το APIA Argeș να του καταβάλει το ποσό των 697 391 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας που θεωρεί ότι υπέστη λόγω της παράνομης απόρριψης της αίτησής του για χορήγηση ενίσχυσης όσον αφορά το 2007. Κατ’ αυτόν, η δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική που του προσάπτεται πρέπει, στην πράξη, να καταλογισθεί στο APIA Argeș, το οποίο του παρέσχε τοπογραφικούς χάρτες που δεν ήταν αρκούντως ακριβείς και δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις του άρθρου 20 του κανονισμού 1782/2003, ισχυρισμό τον οποίο δήλωνε ότι μπορούσε να αποδείξει με έγγραφα, μάρτυρες και τοπογραφική πραγματογνωμοσύνη. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχε «υπαιτιότητα στο πρόσωπό του», δεν έπρεπε να του επιβληθεί καμία μείωση ή αποκλεισμός από την ενίσχυση, σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004. Με απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2011, το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου απέρριψε την προσφυγή-αγωγή (10).
33. Ο BX άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του εφετείου Βουκουρεστίου, δικαστήριο αποφαινόμενο εν προκειμένω σε τελευταίο βαθμό. Στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, ο BX υπέβαλε αίτημα περί υποβολής στο Δικαστήριο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 68, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 796/2004. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο BX διευκρίνισε ότι η αίτηση αναιρέσεως περιείχε επίσης αίτημα περί υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003.
34. Με διάταξη της 2ας Απριλίου 2012, το εφετείο Βουκουρεστίου απέρριψε, κατ’ αρχάς, το ανωτέρω αίτημα, με την αιτιολογία ότι τα στοιχεία που προέβαλε ο ΒΧ «δεν καθιστούσαν αναγκαία» την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
35. Εν συνεχεία, με απόφαση της 9ης Απριλίου 2012, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως του BX ως αβάσιμη. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι η απόφαση της 28ης Μαΐου 2008 του APIA Argeș ήταν δικαιολογημένη λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 138, παράγραφος 1, του κανονισμού 1973/2004, στο μέτρο που ο BX είχε δηλώσει μεγαλύτερη έκταση από εκείνην που χρησιμοποιούσε, η δε δήλωση αυτή ενείχε υπέρβαση μεγαλύτερη του 30 % της εκτάσεως. Υποβάλλοντας το έντυπο M.1.1, προκειμένου να διορθώσει την αρχική του δήλωση, ο ΒΧ παραδέχθηκε ότι το σφάλμα αφορούσε τη δική του αρχική δήλωση και όχι εκείνην του αντιπροσώπου από τον οποίο ο αναιρεσείων είχε μισθώσει το αγρόκτημα. Επιπλέον, τόσο η αρχική δήλωση όσο και εκείνη περί τροποποιήσεως της εκτάσεως βασίσθηκαν στους ίδιους χάρτες του APIA Argeș, οπότε ήταν αβάσιμη η αιτιολόγηση της δήλωσης έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική λόγω της υπάρξεως σφαλμάτων στους συγκεκριμένους χάρτες.
36. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε επίσης ότι αποτελούσε ευθύνη του εκμεταλλευόμενου αγροτεμάχιο να μνημονεύσει την πραγματική έκταση στην αίτηση άμεσης στρεμματικής ενίσχυσης, χωρίς να στηρίζεται στην έκταση που αναγράφεται στους τίτλους ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου αγροτεμαχίου. Επομένως, η ανακρίβεια των τοπογραφικών χαρτών του APIA Argeș δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκ μέρους του BX υπερεκτίμηση της έκτασης που χρησιμοποιούσε, λαμβανομένης υπόψη, ιδίως, της προβλεπόμενης στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο c, του OUG 125/2006 υποχρέωσης αναγραφής, επ’ απειλή ποινικών κυρώσεων, αληθών, πλήρων και απολύτως έγκυρων στοιχείων στο έντυπο της εν λόγω αίτησης.
37. Επιπλέον, δεδομένου ότι τόσο η αρχική δήλωση όσο και το έντυπο M.1.1 υποβλήθηκαν βάσει των ίδιων χαρτών του APIA Argeș, η δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τα σφάλματα που ενδεχομένως εμπεριείχαν οι χάρτες αυτοί. Δεδομένου ότι οι εν λόγω χάρτες δεν περιείχαν επαρκή στοιχεία ώστε να καθίσταται δυνατός ο ορθός προσδιορισμός των εκτάσεων, ο BX όφειλε να λάβει πρόσθετα μέτρα για τον ακριβή προσδιορισμό της επιφάνειας που χρησιμοποιούσε προκειμένου να αποφύγει κάθε δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική. Κατά το ίδιο δικαστήριο, οι ανακρίβειες στους χάρτες του APIA Argeș μπορούσαν να οδηγήσουν σε εσφαλμένο προσδιορισμό των εκτάσεων όσον αφορά τη θέση τους στον χάρτη, επ’ ουδενί, όμως, σε δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική κατά 46,56 %.
38. Επίσης, το εφετείο Βουκουρεστίου θεώρησε το έντυπο M.1.1 ως μερική ανάκληση έκτασης επί της οποίας εφαρμόζεται το άρθρο 22 του κανονισμού 796/2004. Δεδομένου, όμως, ότι ο BX υπέβαλε την αίτηση ανάκλησης μετά την παραλαβή της αίτησης παροχής διευκρινίσεων από το APIA Argeș, το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού αντιτίθεται σε ενδεχόμενη απαλλαγή του από την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπει το άρθρο 51 του κανονισμού. Επιπλέον, η ερμηνεία του BX κατά την οποία το από 15 Μαΐου 2008 έγγραφό του είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση της δήλωσης ανάκλησης της 28ης Νοεμβρίου 2007 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, ο ίδιος κανονισμός δεν επιτρέπει να αποσυρθεί αίτηση ανάκλησης αγροτεμαχίου, αλλά επιτρέπει μόνον την ανάκληση επιφανειών.
39. Το ως άνω δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η περίπτωση του BX δεν ενέπιπτε ούτε στο πεδίο εφαρμογής των εξαιρέσεων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004. Συγκεκριμένα, ο BX δήλωσε αρχικώς συνολική έκταση 264,71 εκταρίων, πριν αφαιρέσει από αυτήν έκταση 84,09 εκταρίων, μολονότι δεν υπήρξε μεταβολή της κατάστασης επί του αγροκτήματος. Επομένως, δεν υπέβαλε ακριβή πραγματικά στοιχεία.
40. Τέλος, κρίνοντας ότι η απόρριψη του αιτήματος αποζημίωσης του ΒΧ δεν οφειλόταν σε αδυναμία απόδειξης της προκληθείσας υλικής ζημίας, αλλά στην απόρριψη του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η εξέταση μαρτύρων ήταν αλυσιτελής. Ομοίως, δεδομένου ότι το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου διαπίστωσε δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική βάσει της ανάκλησης εκτάσεων από τον BX, δεν εκτιμήθηκε ως σκόπιμη ούτε η διενέργεια τοπογραφικής πραγματογνωμοσύνης.
41. Στις 8 Απριλίου 2013 ο BX άσκησε ενώπιον του πρωτοδικείου Βουκουρεστίου αγωγή ζητώντας αυτήν τη φορά να αναγνωριστεί η ευθύνη του Ρουμανικού Δημοσίου για την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που προκλήθηκαν λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης στην οποία υπέπεσε το εφετείο Βουκουρεστίου με την από 9 Απριλίου 2012 απόφασή του, υποστηρίζοντας ότι το εν λόγω δικαστήριο, αφενός, δεν εφάρμοσε, μεταξύ άλλων, το άρθρο 20 του κανονισμού 1782/2003 καθώς και το άρθρο 68 του κανονισμού 796/2004 και, αφετέρου, δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ παραβαίνοντας την υποχρέωσή του να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και παραλείποντας να αιτιολογήσει την άρνησή του να υποβάλει τέτοια αίτηση.
42. Με απόφαση της 1ης Ιουλίου 2016, το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου απέρριψε την αγωγή του BX ως αβάσιμη.
43. Το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 δεν απένεμε στους ιδιώτες δικαιώματα η προσβολή των οποίων θα ήταν δυνατόν να στοιχειοθετήσει ευθύνη του Δημοσίου, δεδομένου ότι ρύθμιζε τον τρόπο αναγνώρισης των αγροτεμαχίων, καθώς και τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχουν οι χάρτες και τα κτηματολογικά έγγραφα τα οποία χρησιμοποιούνται προς τούτο, προκειμένου να διασφαλίζονται κοινοί όροι για τις άμεσες ενισχύσεις στο πλαίσιο των διαφόρων καθεστώτων ενίσχυσης που εμπίπτουν στην ΚΓΠ. Συναφώς, το δικαίωμα ενημέρωσης που επικαλείται ο BX, υπό την έννοια της πρόσβασης στις πληροφορίες που είναι χρήσιμες για τη λήψη της ζητούμενης ενίσχυσης και για την ορθή αναγνώριση του οικείου αγροτεμαχίου, αποτελεί γενικό δικαίωμα το οποίο θα μπορούσε να αναγνωριστεί σε σχέση με τις περισσότερες από τις διατάξεις που καθορίζουν τις προϋποθέσεις λειτουργίας ενός συγκεκριμένου μηχανισμού.
44. Αντιθέτως, κατά το ίδιο δικαστήριο, το άρθρο 68 του κανονισμού 796/2004 δημιουργεί σαφώς δικαιώματα έναντι των ιδιωτών. Το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου συνήγαγε εξ αυτού ότι το εφετείο Βουκουρεστίου είχε παραβεί τη συγκεκριμένη διάταξη, πρώτον, επειδή δεν προσδιόρισε την έννοια της φράσης «ακριβή πραγματικά στοιχεία», ενώ αυτή δεν ορίζεται στον κανονισμό, δεύτερον, επειδή αποφάνθηκε ότι η διάταξη δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωση του BX αποκλειστικώς βάσει των εγγράφων επί των οποίων στηρίχθηκε η απόφαση του APIA Argeș και, επομένως, μη λαμβάνοντας υπόψη τα λοιπά έγγραφα που προσκόμισε ο BX και, τρίτον, επειδή δεν του παρέσχε τη δυνατότητα να αποδείξει με κάθε αποδεικτικό μέσο ότι δεν ευθυνόταν για τη δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική.
45. Βάσει, όμως, των στοιχείων που μνημονεύονται στις σκέψεις 55 και 56 της απόφασης Köbler, το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου έκρινε ότι η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης εκ μέρους του εφετείου Βουκουρεστίου δεν ήταν πρόδηλη ώστε να είναι ικανή να θεμελιώσει ευθύνη του Δημοσίου.
46. Επί του ανωτέρω ζητήματος, κατά πρώτον, όσον αφορά τον «βαθμό σαφήνειας και ακρίβειας», το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου επισήμανε ότι το άρθρο 68 του κανονισμού 796/2004 ήταν σαφές διότι ρυθμίζει το δικαίωμα του γεωργού να απαλλαγεί από την κύρωση της μείωσης της ενίσχυσης ή του αποκλεισμού του δικαιώματος στις δύο περιπτώσεις που μνημονεύει και υποχρεώνει εμμέσως το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προβάλλεται η συνδρομή περίπτωσης εφαρμογής της μίας εκ των δύο περιπτώσεων, να εξετάσει αν ο αμυντικός αυτός ισχυρισμός είναι βάσιμος ή όχι.
47. Κατά δεύτερον, όσον αφορά τον «συγγνωστό ή ασύγγνωστο χαρακτήρα» της νομικής πλάνης, στο ρουμανικό δίκαιο δεν χωρεί επίκλησή της όταν υφίστανται νομοθετικές διατάξεις προσβάσιμες και προβλέψιμες, στις οποίες περιλαμβάνονται οι διατάξεις που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και οι αποφάσεις του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω, όμως, δεδομένου ότι το άρθρο 68 του κανονισμού δεν έχει ακόμη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, η αδυναμία του εφετείου Βουκουρεστίου να ερμηνεύσει ορθώς τη διάταξη αυτή δεν μπορεί να συνιστά ασύγγνωστη πλάνη.
48. Κατά τρίτον, όσον αφορά τη «διατύπωση γνώμης θεσμικού οργάνου της Ένωσης», το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου επισήμανε ότι, βεβαίως, η Επιτροπή έχει υποστηρίξει επανειλημμένως ότι η ρουμανική νομοθεσία δεν διασφάλιζε την αποτελεσματικότητα των διασταυρούμενων διοικητικών ελέγχων. Ειδικότερα, έχει επισημάνει, στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. AA/2008/24 (11) έρευνάς της, ότι ένα εσφαλμένο χαρτογραφικό σύστημα οδηγεί συχνά σε εσφαλμένο εντοπισμό των αγροτεμαχίων από τους γεωργούς, με αποτέλεσμα οι γεωργοί να υφίστανται κυρώσεις ή να μη λαμβάνουν τις ενισχύσεις τους. Πάντως, τέτοιες διατυπώσεις γνώμης δεν αρκούν για να γίνει δεκτό ότι θεσμικό όργανο της Ένωσης απέδειξε τον πρόδηλο χαρακτήρα της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, για να αποδειχθεί ο πρόδηλος χαρακτήρας, η διατυπωθείσα γνώμη πρέπει να αφορά την εφαρμογή του παραβιασθέντος κανόνα. Εν προκειμένω, όμως, η διατυπωθείσα γνώμη της Επιτροπής δεν μπορούσε να αφορά την εφαρμογή του άρθρου 68 του κανονισμού 796/2004, αλλά τον τρόπο με τον οποίο το APIA Argeș εφάρμοζε το σύστημα εντοπισμού των αγροτεμαχίων.
49. Κατά τέταρτον, όσον αφορά τον «εσκεμμένο χαρακτήρα της παραβιάσεως», το εφετείο Βουκουρεστίου δεν παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης εκ προθέσεως ή προδήλως. Μολονότι το Δικαστήριο δεν είχε ακόμη την ευκαιρία να ερμηνεύσει το άρθρο 68 του κανονισμού 796/2004, το εν λόγω εφετείο εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους έκρινε, αφενός, ότι δεν ήταν αναγκαίο να γίνουν δεκτά τα συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία που ζήτησε ο BX και, αφετέρου, ότι το εν λόγω άρθρο 68 δεν είχε εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης.
50. Τέλος, κατά πέμπτον, το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου επισήμανε ότι η μη τήρηση του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να θεμελιώσει ευθύνη του Δημοσίου, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες. Εν πάση περιπτώσει, με τη διάταξη της 2ας Απριλίου 2012, το εφετείο Βουκουρεστίου περιορίστηκε, βεβαίως, στο να δικαιολογήσει την άρνησή του να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία του άρθρου 68, διαπιστώνοντας ότι τα στοιχεία που προέβαλε ο BX «δεν καθιστούσαν αναγκαία» ερμηνεία του Δικαστηρίου, χωρίς να διευκρινίσει περαιτέρω τους λόγους που το οδήγησαν στο συμπέρασμα αυτό. Το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου εκτίμησε, πάντως, ότι η χρήση της φράσης «δεν καθιστά αναγκαία» προϋποθέτει ότι το εφετείο Βουκουρεστίου έκρινε ότι η ερμηνεία και η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 68 ήταν αυτονόητες, οπότε δεν απαιτούσαν εξέταση από το Δικαστήριο.
51. Μολονότι μια τέτοια αιτιολόγηση δεν πληροί τις απαιτήσεις που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Cilfit (12), το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου έκρινε, κατόπιν σύγκρισης των περιστάσεων της διαφοράς της κύριας δίκης με εκείνες της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Köbler, ότι η εν λόγω ανεπαρκής αιτιολογία δεν θα μπορούσε να συνιστά πρόδηλη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης. Συγκεκριμένα, μολονότι, στην υπόθεση εκείνη, δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπέκειντο σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου είχε ανακαλέσει την αίτησή του για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και, εν συνεχεία, είχε ερμηνεύσει εσφαλμένως τη νομολογία του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης δεν ήταν ούτε πρόδηλη ούτε αρκούντως σοβαρή ώστε να θεμελιώσει ευθύνη του οικείου κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, στο μέτρο κατά το οποίο, όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, δεν υφίσταται καμία σχετική απόφαση του Δικαστηρίου που να ερμηνεύει τις επίμαχες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, η παράβαση των διατάξεων αυτών δεν μπορεί, κατά μείζονα λόγο, να θεωρηθεί πρόδηλη.
52. Ο BX άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης της 1ης Ιουλίου 2016 που εξέδωσε το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου ενώπιον του εφετείου Βουκουρεστίου.
53. Στο πλαίσιο της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, ο BX υποστήριξε, κατ’ αρχάς, ότι, αντιθέτως προς όσα έκρινε το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου, το άρθρο 20, παράγραφος l, του κανονισμού 1782/2003 απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες, όπως προκύπτει τόσο από τη νομολογία του Δικαστηρίου (13) όσο και από την έρευνα AA/2008/24 της Επιτροπής, η οποία μνημονεύεται στο σημείο 48 των παρουσών προτάσεων. Ως εκ τούτου, παράβαση της εν λόγω διάταξης μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του υπαίτιου θεσμικού οργάνου και να το υποχρεώσει, σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), να αποκαταστήσει την προκληθείσα ζημία. Εν συνεχεία, ο BX υποστήριξε ότι το εφετείο Βουκουρεστίου, μη λαμβάνοντας υπόψη το προφανές νόημα του άρθρου 68 του κανονισμού 796/2004 και τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η διάταξη αυτή, προσέβαλε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη υπό το πρίσμα των άρθρων 47 έως 52 του Χάρτη. Η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας αποδεικνύει τον εσκεμμένο χαρακτήρα της παράβασης. Η άρνηση υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, μολονότι ο ΒΧ είχε ζητήσει την υποβολή αυτή, ενισχύει το ως άνω συμπέρασμα, δεδομένου ότι η αιτιολογία της άρνησης ήταν εσκεμμένα διφορούμενη, προκειμένου να εμποδίσει ένα δικαστήριο να ελέγξει το βάσιμο και τη νομιμότητά της. Τέλος, ο BX θεώρησε ότι η διαπίστωση πρόδηλης παράβασης της υποχρέωσης που επιβάλλει το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν μπορεί να περιορίζεται στην περίπτωση κατά την οποία δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου αγνοεί μια προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου περί ερμηνείας. Ελλείψει τέτοιας απόφασης του Δικαστηρίου, θα παρείλκε η εξέταση των κριτηρίων τα οποία μνημονεύονται στη σκέψη 55 της απόφασης Köbler.
54. Προκειμένου να αποφανθεί επί της αναίρεσης που άσκησε ο BX, το εφετείο Βουκουρεστίου κρίνει αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα ως προς το αν, πρώτον, το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 απονέμει συγκεκριμένα δικαιώματα στους ιδιώτες, δεύτερον, αν η έννοια του όρου «ακριβή πραγματικά στοιχεία», κατά το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, καταλαμβάνει τόσο την ορθή δήλωση των εκτάσεων από τον γεωργό όσο και τον ορθό προσδιορισμό του χρησιμοποιούμενου αγροτεμαχίου και, τρίτον, αν, υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, το γεγονός ότι το εφετείο δεν υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του άρθρου 68 συνιστά πρόδηλη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης ικανή να θεμελιώσει την ευθύνη του Ρουμανικού Δημοσίου.
55. Υπό τις συνθήκες αυτές, το εφετείο Βουκουρεστίου αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνιστά το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού [1782/2003] κανόνα της Ένωσης που απονέμει ειδικά δικαιώματα στους ιδιώτες, του οποίου η παράβαση μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του Δημοσίου λόγω αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό;
2) Έχει ο όρος “ακριβή πραγματικά στοιχεία”, κατά το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού [796/2004], την έννοια ότι καταλαμβάνει τόσο την ορθή δήλωση εκτάσεων από τον γεωργό όσο και τον ορθό προσδιορισμό του χρησιμοποιούμενου αγροτεμαχίου και των ορίων του;
3) Συνιστά, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, η παράλειψη προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο, εκ μέρους εθνικού δικαστηρίου κρίνοντος σε τελευταίο βαθμό, για την ερμηνεία του άρθρου 68 του κανονισμού 796/2004 πρόδηλη και κατάφωρη παράβαση, ικανή να θεμελιώσει ευθύνη του Δημοσίου για τη ζημία που φέρεται να προκλήθηκε από την απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου;»
56. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η Ρουμανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι ίδιοι μετέχοντες στη διαδικασία, καθώς και ο BX, ανέπτυξαν επίσης προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 20ής Μαΐου 2025.
IV. Ανάλυση
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
57. Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζω ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά περίπτωση κατά την οποία ο BX, γεωργός που ζητεί τη χορήγηση στρεμματικής ενίσχυσης, υπερεκτίμησε τη γεωργική έκταση για την οποία είχε ζητήσει την ενίσχυση, ενώ οι τοπογραφικοί χάρτες τους οποίους διέθεσε η αρμόδια εθνική αρχή και βάσει των οποίων είχε προσδιορίσει τη σχετική γεωργική έκταση δεν ήταν αρκούντως ακριβείς ώστε να καταστεί δυνατός ο προσδιορισμός των ορίων του υπό εκμετάλλευση αγροκτήματος. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο εν λόγω γεωργός ο οποίος, κατόπιν της δήλωσης έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική, αποκλείστηκε από την καταβολή της ενίσχυσης με απόφαση της αρχής υποστήριξε ότι δεν επρόκειτο για εκ προθέσεως «δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική», αλλά για εσφαλμένο προσδιορισμό των ορίων του χρησιμοποιούμενου αγροκτήματος λόγω ανακριβειών που περιέχονταν στους ως άνω χάρτες, οι οποίοι δεν ήταν σύμφωνοι με τις προϋποθέσεις του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, και ότι, ως εκ τούτου, η αίτησή του για τη χορήγηση ενίσχυσης περιείχε «ακριβή πραγματικά στοιχεία» ή, τουλάχιστον, ότι δεν συνέτρεχε «υπαιτιότητα στο πρόσωπό του», στοιχείο που συνεπάγεται, δυνάμει του άρθρου 68 του κανονισμού 796/2004, ότι δεν έπρεπε να εφαρμοστούν οι ρήτρες αποκλεισμού από την καταβολή της ενίσχυσης.
58. Ως εκ τούτου, το κύριο νομικό ζήτημα της υπόθεσης της κύριας δίκης έγκειται στην αποκατάσταση της ζημίας την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη ο BX λόγω της απόφασης του εφετείου Βουκουρεστίου, το οποίο, αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, αφενός, απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που είχε ασκήσει ο BX κατά της απόφασης του πρωτοδικείου Βουκουρεστίου, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν αναγνώρισε το δικαίωμά του για τη χορήγηση ενισχύσεως, λόγω του ότι η έκταση την οποία δήλωσε και για την οποία ζητούσε τη χορήγηση ενισχύσεως ήταν εμβαδού μεγαλύτερου από το πραγματικό, και, αφετέρου, αρνήθηκε να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Κατόπιν της απόφασης του εφετείου Βουκουρεστίου, ο BX άσκησε ενώπιον του πρωτοδικείου Βουκουρεστίου αγωγή με αίτημα να διαπιστωθεί η ευθύνη του Ρουμανικού Δημοσίου λόγω παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, ειδικότερα δε του άρθρου 20 του κανονισμού 1782/2003 και του άρθρου 68 του κανονισμού 796/2004, καθώς και της υποχρέωσης δικαστηρίου αποφαινόμενου σε τελευταίο βαθμό να υποβάλλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Δεδομένου ότι η αγωγή κρίθηκε αβάσιμη από το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου, ο BX άσκησε αναίρεση ενώπιον του εφετείου Βουκουρεστίου.
59. Υπό τις συνθήκες αυτές, το εφετείο Βουκουρεστίου, το οποίο πρέπει να κρίνει αν όφειλε να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ως δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα.
2. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
60. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 συνιστά διάταξη που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η προσβολή των οποίων θα μπορούσε να θεμελιώσει την ευθύνη του οικείου κράτους μέλους.
61. Υπενθυμίζεται ότι το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, διαπίστωσε ότι η παράβαση του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν ήταν ικανή να θεμελιώσει ευθύνη του Ρουμανικού Δημοσίου, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν απένεμε δικαιώματα στους ιδιώτες (14). Ο BX αμφισβητεί τη συγκεκριμένη κρίση παραπέμποντας στις αποφάσεις της Επιτροπής που εκδόθηκαν το 2010 και το 2011 (15). Ειδικότερα, κατά τον αναιρεσείοντα της κύριας δίκης, η επίμαχη κρίση είναι αντίθετη προς την έρευνα AA/2008/24 της Επιτροπής, με την οποία επισημάνθηκε ότι ένα εσφαλμένο χαρτογραφικό σύστημα δεν εκπληρώνει την αποστολή του να διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των διασταυρούμενων διοικητικών ελέγχων (γενικό συμφέρον), αλλά έχει επίσης ως αποτέλεσμα τον συχνά εσφαλμένο εντοπισμό των αγροτεμαχίων στο σύστημα προσδιορισμού τους από τους γεωργούς, με συνέπεια οι γεωργοί να υφίστανται κυρώσεις ή να μη λαμβάνουν τις ενισχύσεις τους ή να μην αποζημιώνονται για τις δαπάνες τους, «οπότε διακυβεύεται και το ιδιωτικό συμφέρον κάθε γεωργού». Επομένως, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το άρθρο 20 του κανονισμού έχει θεσμική διάσταση, ήτοι τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών διαχείρισης και ελέγχου στο πλαίσιο της ΚΓΠ. Τούτο, πάντως, δεν αποκλείει αυτομάτως τη δυνατότητα η ίδια διάταξη να απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες και, ιδίως, το δικαίωμα να ενημερώνονται μέσω ακριβών τοπογραφικών χαρτών, δεδομένου ότι η μη τήρηση της προϋπόθεσης αυτής, η οποία συνδέεται με την ακρίβεια των χαρτών, μπορεί να στερήσει από τον γεωργό πληροφορίες χρήσιμες για τη διαδικασία λήψης της ενίσχυσης και να έχει άμεσο αντίκτυπο στη δυνατότητα λήψης οικονομικής στήριξης.
62. Επί του ανωτέρω ζητήματος, υπενθυμίζω εκ προοιμίου ότι, όσον αφορά τη θεμελίωση της ευθύνης κράτους μέλους για ζημία που υπέστησαν ιδιώτες λόγω καταλογιστέων σε αυτό παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι οι ζημιωθέντες ιδιώτες έχουν δικαίωμα αποκατάστασης της ζημίας που έχουν υποστεί εφόσον συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις, συγκεκριμένα, πρώτον, ότι ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου πρέπει να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, δεύτερον, ότι η παράβαση του κανόνα αυτού πρέπει να είναι κατάφωρη και, τρίτον, ότι πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης της υποχρέωσης που υπέχει το κράτος μέλος και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες (16).
63. Ειδικότερα, ως προς την πρώτη προϋπόθεση, την οποία αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τα δικαιώματα που απονέμονται στους ιδιώτες γεννώνται όχι μόνον όταν τούτο προβλέπεται ρητώς σε διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, αλλά και λόγω θετικών ή αρνητικών σαφών υποχρεώσεων που αυτές επιβάλλουν τόσο στους ιδιώτες όσο και στα κράτη μέλη και στα θεσμικά όργανα της Ένωσης (17). Η εκ μέρους κράτους μέλους παράβαση τέτοιων θετικών ή αρνητικών υποχρεώσεων είναι ικανή να εμποδίσει τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες να ασκήσουν τα δικαιώματα τα οποία τους απονέμουν σιωπηρώς οι σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης και τα οποία οι ιδιώτες θα πρέπει να επικαλούνται σε εθνικό επίπεδο και, συνακόλουθα, είναι ικανή να μεταβάλει την έννομη κατάσταση την οποία οι εν λόγω διατάξεις σκοπούν να δημιουργήσουν για αυτούς. Ως εκ τούτου, για την πλήρη αποτελεσματικότητα των εν λόγω κανόνων του δικαίου της Ένωσης και την προστασία των δικαιωμάτων που αυτοί σκοπούν να παράσχουν απαιτείται οι ιδιώτες να έχουν τη δυνατότητα να αποζημιωθούν, τούτο δε ανεξαρτήτως του ζητήματος αν οι επίμαχες διατάξεις έχουν άμεσο αποτέλεσμα, δεδομένου ότι η εν λόγω ιδιότητα δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε αφ’ εαυτής επαρκής προκειμένου να πληρούται η πρώτη από τις τρεις προϋποθέσεις που υπομνήσθηκαν στο σημείο 62 των παρουσών προτάσεων (18).
64. Το ζήτημα αν το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, το οποίο θεσπίζει τους κανόνες για τη δημιουργία του συστήματος αναγνώρισης αγροτεμαχίων που αποτελεί μέρος των κοινών κανόνων για τις άμεσες ενισχύσεις με βάση καθεστώτα στήριξης του εισοδήματος στο πλαίσιο της ΚΓΠ, αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και, ιδίως, στους αιτούντες ενίσχυση, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να ασκήσουν αγωγή με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την έλλειψη ακρίβειας των τοπογραφικών χαρτών του APIA (19), πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών.
65. Για τους ακόλουθους λόγους, φρονώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω διάταξη απονέμει συγκεκριμένα δικαιώματα στους αιτούντες ενίσχυση ή, έστω, ότι αποσκοπεί στη δημιουργία νομικής κατάστασης που εφαρμόζεται στους αιτούντες, είτε ρητώς είτε σιωπηρώς.
66. Συγκεκριμένα, κατά πρώτον, επισημαίνω ότι από το γράμμα του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 δεν προκύπτει ότι η διάταξη αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους αιτούντες ενίσχυση. Ειδικότερα, η διάταξη αυτή, η οποία περιλαμβάνεται στον τίτλο II του κανονισμού, που επιγράφεται «Γενικές διατάξεις», και, ειδικότερα, στο κεφάλαιο 4, που φέρει τον τίτλο «Ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου», είναι αμιγώς τεχνικής φύσης, δεδομένου ότι προβλέπει ότι το εν λόγω σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων «δημιουργείται με βάση χάρτες ή κτηματολογικά έγγραφα ή άλλες χαρτογραφικές αναφορές». Η εν λόγω διάταξη καθορίζει τις τεχνικές που χρησιμοποιούνται για την εγκατάσταση του συστήματος, διευκρινίζοντας ότι «χρησιμοποιούνται τεχνικές ηλεκτρονικού συστήματος γεωγραφικών πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης κατά προτίμηση της εναέριας ή διαστημικής ορθοφωτογραφίας με ομοιογενή πρότυπα που εξασφαλίζουν ακρίβεια τουλάχιστον ισοδύναμη με χαρτογραφία κλίμακας 1: 10 000».
67. Επομένως, αφενός, το γράμμα του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν περιέχει καμία αναφορά στους ιδιώτες ούτε, κατά μείζονα λόγο, στους αιτούντες ενισχύσεις, οπότε δεν προβαίνει σε καμία «ρητή απονομή» δικαιωμάτων, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου που μνημονεύεται στο σημείο 63 των παρουσών προτάσεων. Αφετέρου, η διάταξη αυτή επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση και τον έλεγχο των άμεσων ενισχύσεων στους γεωργούς «θετική υποχρέωση» να χρησιμοποιούν συστήματα αναγνώρισης των προς ενίσχυση αγροτεμαχίων με τη χρήση, μεταξύ άλλων, τοπογραφικών χαρτών με ελάχιστο απαιτούμενο επίπεδο ακρίβειας. Από το γράμμα της εν λόγω διάταξης δεν προκύπτει ότι αυτή η «θετική υποχρέωση» γεννά δικαιώματα υπέρ των ιδιωτών, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η ίδια διάταξη δεν περιέχει καμία ένδειξη ότι η χρήση τοπογραφικών χαρτών πρέπει να αποφέρει όφελος στους ιδιώτες και, ιδίως, στους γεωργούς που ζητούν ενίσχυση.
68. Κατά δεύτερον, η διαπίστωση αυτή απορρέει επίσης από τη συστηματική και τελολογική ερμηνεία του άρθρου 20 του κανονισμού 1782/2003.
69. Υπενθυμίζω επ’ αυτού ότι, κατά το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού, «[κ]άθε κράτος μέλος οφείλει να θεσπίσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου», το οποίο αποκαλείται «ολοκληρωμένο σύστημα» και το οποίο, σύμφωνα με το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο της διάταξης, εφαρμόζεται σε διάφορα καθεστώτα στήριξης στο πλαίσιο της ΚΓΠ (20), καθώς και στον έλεγχο των κανόνων που καθορίζονται στις γενικές διατάξεις του κανονισμού (21). Ο γενικός σκοπός που επιδιώκεται με το ολοκληρωμένο σύστημα, κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 11 και 13 του κανονισμού, είναι «να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα των μηχανισμών διαχείρισης και ελέγχου».
70. Στο ανωτέρω πλαίσιο, βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 13 του εν λόγω κανονισμού, το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης περιλαμβάνει σειρά στοιχείων τα οποία, από κοινού, αποσκοπούν σε «αποτελεσματικότερη διαχείριση και έλεγχο». Μεταξύ των στοιχείων αυτών περιλαμβάνεται, στο στοιχείο βʹ, το «σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων» (στο εξής: ΣΑΑ), στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 20 του κανονισμού. Επομένως, το ΣΑΑ αποτελεί απλώς ένα από τα συστατικά στοιχεία του ολοκληρωμένου συστήματος και δεν μπορεί να αναλυθεί αυτοτελώς, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ευρύτεροι σκοποί που επιδιώκονται με την εγκατάσταση του ολοκληρωμένου συστήματος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού, το ΣΑΑ συμβάλλει, όπως και τα άλλα στοιχεία του ολοκληρωμένου συστήματος –ήτοι, η ηλεκτρονική βάση δεδομένων, οι αιτήσεις παροχής ενίσχυσης των γεωργών, το ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου και, όσον αφορά το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης, το σύστημα προσδιορισμού και καταγραφής των δικαιωμάτων ενίσχυσης–, στην αποτελεσματικότερη διαχείριση και έλεγχο, δεδομένης της πολυπλοκότητας του συστήματος και του μεγάλου αριθμού αιτήσεων παροχής ενίσχυσης που θα πρέπει να διεκπεραιωθούν. Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού, η αναγνώριση των αγροτεμαχίων, κατά περίπτωση, με τη βοήθεια τηλεπισκόπησης, «αποτελεί στοιχείο ζωτικής σημασίας για τη σωστή εφαρμογή των καθεστώτων που συνδέονται με την επιφάνεια των εκτάσεων», δεδομένου ότι «[η] εμπειρία έχει δείξει ότι οι υφιστάμενες μέθοδοι [προσδιορισμού] παρουσιάζουν ορισμένες ελλείψεις».
71. Επομένως, η εν λόγω διάταξη, όπως και τα λοιπά στοιχεία που συνθέτουν το «ολοκληρωμένο σύστημα» που θέσπισε ο κανονισμός 1782/2003 (22), αποσκοπεί αποκλειστικά στον αποτελεσματικότερο έλεγχο, διασφαλιζομένου ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να ελέγχουν αποτελεσματικά ότι οι αιτήσεις ενίσχυσης πληρούν τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης. Ο σκοπός της αποτελεσματικής διαχείρισης και ελέγχου των άμεσων ενισχύσεων έγκειται ακριβώς στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (23). Υπό το πρίσμα αυτό, οι τοπογραφικοί χάρτες, όταν δεν είναι επαρκώς ακριβείς, μπορούν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα του ελέγχου, δημιουργώντας, ως εκ τούτου, τον κίνδυνο τα κράτη μέλη να αδυνατούν να εντοπίσουν τις αχρεωστήτως καταβληθείσες πληρωμές, γεγονός που συνιστά οικονομικό κίνδυνο για τον προϋπολογισμό της Ένωσης.
72. Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές, μολονότι δυνητικά χρήσιμες για τους γεωργούς (24), δεν καταρτίστηκαν από τον νομοθέτη της Ένωσης για να τους κατευθύνουν στο πλαίσιο των αιτήσεών τους για τη χορήγηση ενίσχυσης. Πράγματι, το επίπεδο ακρίβειας των τοπογραφικών χαρτών που πρέπει να χρησιμοποιούν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καθορίζεται προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του ελέγχου των αιτήσεων ενίσχυσης, ενώ το ολοκληρωμένο σύστημα δεν λειτουργεί ως μέσο υποστήριξης των γεωργών όσον αφορά τις αιτήσεις τους. Τέτοιος μηχανισμός προβλέπεται, πάντως, στον κανονισμό 1782/2003, συγκεκριμένα δε το «σύστημα παροχής συμβουλών σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις», το οποίο δημιουργείται από τα κράτη μέλη με σκοπό να παρέχονται συμβουλές «στους γεωργούς» (25).
73. Επιπλέον, επισημαίνω ότι, μολονότι ένας γεωργός μπορεί να επωφελείται από τη χρήση του «ολοκληρωμένου συστήματος», το συγκεκριμένο όφελος είναι ωστόσο, εκ της φύσης του, εγγενές σε κάθε σύστημα οργάνωσης, όπως το «ολοκληρωμένο σύστημα», στο μέτρο που κανένα σύστημα δεν φαίνεται να λειτουργεί με αυτοαναφορικό για το ίδιο τρόπο: εν τέλει καταλήγει πάντοτε προς όφελος του πολίτη. Ένα τέτοιο όφελος, όμως, είναι εντελώς έμμεσο και αντανακλαστικό, δεν αρκεί δε για την «απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες» κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (26). Σε αντίθετη περίπτωση, κάθε διάταξη οργανωτικού χαρακτήρα θα έπρεπε να θεωρείται ότι απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες, κάτι που θα συνιστούσε reductio ad absurdum.
74. Τέλος, κατά τρίτον, ο αμιγώς αντικειμενικός και τεχνικός χαρακτήρας του άρθρου 20 του κανονισμού 1782/2003 καθίσταται έτι προφανέστερος εξεταζόμενος υπό το πρίσμα του ιστορικού θέσπισης της διάταξης αυτής. Εν προκειμένω, επισημαίνω ότι το «ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου» καθιερώθηκε με τον κανονισμό 3508/92, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα των μηχανισμών διαχείρισης και ελέγχου (τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού), με τη χρήση των τεχνικών μέσων και των κατάλληλων μεθόδων διαχείρισης και ελέγχου, λαμβάνοντας υπόψη τον πολύπλοκο χαρακτήρα ενός τέτοιου συστήματος καθώς και τον σημαντικό αριθμό αιτήσεων ενίσχυσης που πρέπει να εξετάζονται (πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού), που περιλαμβάνει, στο επίπεδο κάθε κράτους μέλους, «μηχανογραφημένη βάση δεδομένων, αλφαριθμητικό σύστημα αναγνώρισης των αγροτεμαχίων, αιτήσεις ενίσχυσης κατόχων εκμεταλλεύσεων, ένα εναρμονισμένο σύστημα ελέγχου, καθώς και, στον τομέα ζωικής παραγωγής, ένα σύστημα αναγνώρισης και καταγραφής των ζώων» (27). Επιπροσθέτως, εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνω ότι η ίδια έννοια και ο ίδιος σκοπός του ΣΑΑ μνημονεύονται εκ νέου στον κανονισμό (ΕΚ) 73/2009 (28), ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 1782/2003, καθώς και σε όλους τους μεταγενέστερους κανονισμούς (29).
75. Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη του γράμματός του, του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, του σκοπού του και του ιστορικού θέσπισής του, το άρθρο 20 του κανονισμού 1782/2003 έχει ως σκοπό να ρυθμίσει τον τρόπο αναγνώρισης των αγροτεμαχίων, ως στοιχείο του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου της νομιμότητας της χρήσης των κονδυλίων της Ένωσης, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, ενώ δεν αποσκοπεί στη θέσπιση κανόνα του δικαίου της Ένωσης που απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες. Οι διατάξεις του, οι οποίες αφορούν την εγκατάσταση του συστήματος αναγνώρισης αγροτεμαχίων, στοιχείων ζωτικής σημασίας για το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, αποσκοπούν στη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας του, παρέχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών τη δυνατότητα εκπληρώσεως των υποχρεώσεών τους όσον αφορά την αποτελεσματική διαχείριση και έλεγχο των αιτήσεων ενίσχυσης.
76. Το ως άνω συμπέρασμα δεν κλονίζεται, κατά τη γνώμη μου, από τον οικονομικό έλεγχο AA/2008/24 τον οποίο διενήργησε η Επιτροπή και στον οποίο παραπέμπει ο BX στο πλαίσιο των επιχειρημάτων του προκειμένου να υπογραμμίσει τον εσφαλμένο χαρακτήρα της κρίσης του πρωτοδικείου Βουκουρεστίου. Συγκεκριμένα, όπως υποστήριξε η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της, με τον εν λόγω έλεγχο διαπιστώθηκε η ύπαρξη πλημμέλειας στο σύστημα αναγνώρισης αγροτεμαχίων στη Ρουμανία, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να επιβληθούν δημοσιονομικές διορθώσεις. Πάντως, μια τέτοια έρευνα, λόγω της φύσης της, αφορά μόνο τη σχέση μεταξύ της Ένωσης και της Ρουμανίας και αποσκοπεί αποκλειστικά στον εντοπισμό των οικονομικών κινδύνων για τα κονδύλια της Ένωσης. Κατά συνέπεια, από τον εν λόγω έλεγχο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή έκρινε ότι το άρθρο 20 του κανονισμού 1782/2003 προστάτευε τα ατομικά δικαιώματα των γεωργών.
77. Ως εκ τούτου, προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 δεν έχει την έννοια ότι αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και, ιδίως, στους αιτούντες άμεσες ενισχύσεις.
3. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
78. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 έχει την έννοια ότι ο όρος «ακριβή πραγματικά στοιχεία», που μνημονεύεται στη διάταξη αυτήν, αφορά τόσο την ορθή δήλωση εκτάσεων από τον γεωργό όσο και τον εκ μέρους του ορθό προσδιορισμό του χρησιμοποιούμενου αγροτεμαχίου και των ορίων του.
79. Υπενθυμίζεται ότι, εν προκειμένω, η αίτηση του BX αποκλείστηκε από το δικαίωμα χορηγήσεως άμεσων ενισχύσεων βάσει του άρθρου 138, παράγραφος 1, του κανονισμού 1973/2004, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι είχε υποβάλει αρχική δήλωση έκτασης μεγαλύτερης κατά 46,56 % από την πραγματική (30). Ο BX αμφισβητεί ότι είχε προβεί σε τέτοια δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η προσαπτόμενη σε αυτόν δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική πρέπει να καταλογισθεί στο ΑΡΙΑ Argeș, το οποίο του παρέσχε τοπογραφικούς χάρτες που δεν ήταν αρκούντως ακριβείς και, επομένως, δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις του άρθρου 20 του κανονισμού 1782/2003. Κατά συνέπεια, ο ΒΧ παρέσχε «ακριβή πραγματικά στοιχεία» και, εν πάση περιπτώσει, δεν συνέτρεχε «υπαιτιότητα στο πρόσωπό του», οπότε ουδόλως έπρεπε να του επιβληθεί μείωση ή αποκλεισμός από την ενίσχυση, σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004.
80. Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζω ότι το άρθρο 68 του ως άνω κανονισμού, το οποίο περιέχει τις διατάξεις σχετικά με τις εξαιρέσεις από την επιβολή μειώσεων και αποκλεισμών από τις ενισχύσεις που προβλέπονται, μεταξύ άλλων, στο κεφάλαιο I του τίτλου IV του κανονισμού, το οποίο αφορά τις διαπιστώσεις σχετικές με τα κριτήρια επιλεξιμότητας, προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί του δικαιούχου από τις ενισχύσεις δεν επιβάλλονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κάτοχος της εκμετάλλευσης έχει υποβάλει στην αρμόδια αρχή «ακριβή πραγματικά στοιχεία ή μπορεί να αποδείξει με άλλον τρόπο ότι δεν συντρέχει υπαιτιότητα στο πρόσωπό του» (31). Συγκεκριμένα, κατά την αιτιολογική σκέψη 67 του κανονισμού, «[κ]ατά γενικό κανόνα, δεν πρέπει να επιβάλλονται μειώσεις ή αποκλεισμοί σε σχέση με τα κριτήρια επιλεξιμότητας στις περιπτώσεις που ο γεωργός έχει υποβάλει ορθές πληροφορίες από την άποψη των πραγματικών στοιχείων ή μπορεί να αποδείξει διαφορετικά ότι δεν συντρέχει υπαιτιότητά του».
81. Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 68, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού σε σχέση με πληροφορίες που συνδέονται με τα κριτήρια επιλεξιμότητας, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του κανονισμού, που καθορίζει το περιεχόμενο της «ενιαίας αίτησης» την οποία υποβάλλει ο γεωργός (32) και με την οποία αυτός δηλώνει όχι μόνο την έκταση που χρησιμοποιεί για γεωργικούς σκοπούς, αλλά και τα δικαιώματά του ενίσχυσης (33). Ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, η «ενιαία αίτηση περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διαπίστωση της επιλεξιμότητας για την ενίσχυση, και ειδικότερα, [...] τα στοιχεία που επιτρέπουν την αναγνώριση όλων των αγροτεμαχίων της εκμετάλλευσης, την έκτασή τους εκπεφρασμένη σε εκτάρια με ακρίβεια δύο δεκαδικών ψηφίων, την θέση τους και, ανάλογα με την περίπτωση, τη χρήση τους και το κατά πόσον πρόκειται για αρδευόμενο αγροτεμάχιο» (34).
82. Συνεπώς, από το γράμμα της τελευταίας διάταξης προκύπτει σαφώς ότι τόσο η «ορθή δήλωση των εκτάσεων από τον γεωργό», στο μέτρο που αφορά «[έκταση] εκπεφρασμένη σε εκτάρια με ακρίβεια δύο δεκαδικών ψηφίων», όσο και ο «ορθό[ς] προσδιορισμό[ς] του χρησιμοποιούμενου αγροτεμαχίου και των ορίων του», στο μέτρο που αφορά την «ταυτοποίηση των αγροτεμαχίων» και τη «θέση τους», συνιστούν αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου να αποφασιστεί η επιλεξιμότητα για ενίσχυση. Η διαπίστωση αυτή συνάδει, εξάλλου, με την ίδια την έννοια της «ταυτοποίησης» ενός αγροτεμαχίου, που βασίζεται αποκλειστικά στον προσδιορισμό των ορίων του και όχι στο εμβαδόν του, το οποίο, με τη σειρά του, μπορεί να προσδιοριστεί μόνον κατόπιν ακριβούς προσδιορισμού των ορίων του. Με άλλα λόγια, η ορθή ταυτοποίηση ενός αγροτεμαχίου συνεπάγεται, κατ’ ανάγκην, εκτός εάν υπάρχει σφάλμα υπολογισμού, ορθή δήλωση εμβαδού.
83. Λαμβανομένων, πάντως, υπόψη των περιστάσεων της διαφοράς της κύριας δίκης, φρονώ ότι είναι αναγκαίο να επεκταθεί το εύρος του ερωτήματος αυτού και να εξετασθεί εάν γεωργός ο οποίος διαβίβασε εσφαλμένες πληροφορίες στην αρμόδια εθνική αρχή μπορεί, παρά ταύτα, να αποφύγει μείωση ή αποκλεισμό από την ενίσχυση, δυνάμει του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, αν αποδείξει ότι δεν συντρέχει «υπαιτιότητα στο πρόσωπό του», για τον λόγο ότι το σφάλμα που επισήμανε η εν λόγω αρχή δεν είναι καταλογιστέο στον γεωργό.
84. Το ζήτημα το οποίο συνδέεται με τη δυνατότητα καταλογισμού της παραβίασης εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Παραδείγματος χάριν, το ενδεχόμενο ότι μια αρχή όπως ο APIA παρέσχε στον αιτούντα την ενίσχυση ανακριβή ή μη αρκούντως ακριβή έγγραφα, τα οποία δεν του παρείχαν τη δυνατότητα να προσδιορίσει τη θέση και να οριοθετήσει επακριβώς τα αγροτεμάχια που επιθυμούσε να εκμεταλλευθεί, θα μπορούσε να απαλλάξει τον γεωργό αυτόν από κάθε «υπαιτιότητα», εφόσον αυτός αποδείξει ότι δεν είχε κανένα άλλο διαθέσιμο αποδεικτικό στοιχείο, βάσει άλλων χαρτών ή κτηματολογικών εγγράφων ή ακόμη άλλων χαρτογραφικών αναφορών που να του παρέχουν τη δυνατότητα να αναγνωρίσει ή να προσδιορίσει τα αγροτεμάχια αυτά. Λαμβανομένης, όμως, υπόψη της απάντησης που προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, από τις διατάξεις σχετικά με το «ολοκληρωμένο σύστημα» του κανονισμού 1782/2003 δεν προκύπτει ότι οι διατάξεις αυτές απονέμουν στον γεωργό οποιοδήποτε δικαίωμα που να του παρέχει τη δυνατότητα να αποδείξει τη θέση και την έκταση των αγροτεμαχίων του μέσω εγγράφων που έχει στην κατοχή της η αρμόδια εθνική αρχή.
85. Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, όπως εκτίθενται στην απόφαση περί παραπομπής, διαπιστώνω, εκ προοιμίου, όσον αφορά την εκτίμηση περί της φύσεως των «ακριβών πραγματικών στοιχείων», ότι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η επιλέξιμη έκταση που συνδέεται με δικαίωμα ενίσχυσης πρέπει να βρίσκεται στην κατοχή του γεωργού (35), δεδομένου ότι μια τέτοια έκταση υπάγεται στην εκμετάλλευσή του όταν αυτός έχει την εξουσία να τη διαχειριστεί για την άσκηση γεωργικής δραστηριότητας (36). Ο γεωργός πρέπει να διαθέτει, όσον αφορά τη συγκεκριμένη έκταση, επαρκή αυτονομία, στοιχείο του οποίου η εκτίμηση εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης (37). Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, σημαντικό είναι οι επίμαχες εκτάσεις να μη χρησιμοποιούνται από τρίτον για την άσκηση γεωργικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Συγκεκριμένα, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να διεκδικήσουν τα εν λόγω αγροτεμάχια ως υπαγόμενα στην εκμετάλλευσή τους περισσότεροι γεωργοί, είναι απαραίτητο, κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης περιόδου, οι ως άνω εκτάσεις να μην μπορούν να θεωρηθούν υπαγόμενες στην εκμετάλλευση άλλων γεωργών στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης (38).
86. Εν προκειμένω, αφενός, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η έκταση που μίσθωσε ο BX από τον κύριο του αγροκτήματος ήταν μικρότερη από εκείνη που είχε δηλώσει. Εάν ο BX γνώριζε ότι η έκταση που πράγματι εκμεταλλευόταν ήταν μεγαλύτερη από εκείνη που κατείχε δυνάμει της σύμβασης μίσθωσης που είχε συνάψει με τον κύριο του αγροκτήματος, θα έπρεπε να το αποδείξει ενώπιον του APIA Argeș. Επισημαίνω, όμως, ότι στις δηλώσεις του, ο BX παρέλειψε να αναφέρει ένα πραγματικό στοιχείο το οποίο είναι, ωστόσο, ουσιώδες, ήτοι το ορθό εμβαδόν, ενώ όφειλε και μπορούσε να προβλέψει ότι ορισμένες από τις δηλωθείσες εκτάσεις χρησιμοποιούνταν από τον κύριο ή από άλλα πρόσωπα. Επιπλέον, επισημαίνω ότι, εν προκειμένω, η δήλωση εμβαδού μεγαλύτερου από το πραγματικό δεν αφορούσε μικρή απόκλιση, η οποία θα μπορούσε, ενδεχομένως, να γίνει ανεκτή ή να δικαιολογηθεί, αλλά διαφορά που υπερβαίνει τα 80 εκτάρια, κάτι που δυσχερώς μπορεί να νοηθεί στην περίπτωση αγροτεμαχίων που ανήκουν στην εκμετάλλευση ενός γεωργού, ο οποίος υποχρεούται να τα διαχειρίζεται στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Αφετέρου, μολονότι ο BX προβάλλει σφάλματα στους τοπογραφικούς χάρτες που του είχε παράσχει το APIA Argeș, από τα στοιχεία της υποθέσεως προκύπτει ότι τόσο η αρχική δήλωση όσο και η τροποποιημένη δήλωση της έκτασης είχαν γίνει βάσει των ίδιων χαρτών του ΑΡΙΑ.
87. Ως εκ τούτου, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 68, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του κανονισμού 796/2004, έχει την έννοια ότι ο όρος «ακριβή πραγματικά στοιχεία», ο οποίος μνημονεύεται στην πρώτη εκ των ως άνω διατάξεων, αφορά, ως προς τα κριτήρια επιλεξιμότητας για την ενίσχυση, όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη λήψη απόφασης σχετικά με την εν λόγω επιλεξιμότητα και καταλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τόσο την ορθή δήλωση εμβαδού από τον γεωργό όσο και τον εκ μέρους του ορθό προσδιορισμό του χρησιμοποιούμενου αγροτεμαχίου και των ορίων του.
4. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
88. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν, υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, η εκ μέρους του παράλειψη υποβολής στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 συνιστά πρόδηλη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, ικανή να θεμελιώσει την ευθύνη του οικείου κράτους μέλους για τη ζημία που υποστηρίζεται ότι προκλήθηκε από την απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου.
89. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι δεν επιθυμεί να του προσαφθεί ότι είναι ταυτόχρονα κριτής και κρινόμενος, το αιτούν δικαστήριο καλεί το Δικαστήριο, επί της ουσίας, να αποφανθεί εάν οι αποφάσεις της 2ας και της 9ης Απριλίου 2012 παραβίασαν προδήλως το δίκαιο της Ένωσης (39).
90. Προκαταρκτικώς, θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ευθύνη κράτους μέλους για ζημία προκληθείσα από απόφαση εθνικού δικαστηρίου αποφαινομένου σε τελευταίο βαθμό, η οποία αντιβαίνει σε κανόνα του δικαίου της Ένωσης, υπόκειται στις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες οι οποίες διέπουν την ευθύνη κράτους μέλους και οι οποίες μνημονεύονται στο σημείο 62 των παρουσών προτάσεων (40).
91. Ειδικότερα, όσον αφορά τη δεύτερη από τις ανωτέρω προϋποθέσεις, η οποία μνημονεύεται στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα και η οποία απαιτεί η παράβαση του κανόνα του δικαίου της Ένωσης να είναι κατάφωρη, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι η ευθύνη του κράτους στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής δραστηριότητας θεμελιώνεται μόνο στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό παρέβη προδήλως το εφαρμοστέο δίκαιο. Προκειμένου να κριθεί αν υφίσταται κατάφωρη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί το εθνικό δικαστήριο. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μεταξύ των στοιχείων που δύνανται να ληφθούν σχετικώς υπόψη καταλέγονται, ιδίως, ο βαθμός σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιαζόμενου κανόνα, το εύρος του περιθωρίου εκτίμησης που καταλείπει ο κανόνας στις εθνικές αρχές, ο ηθελημένος ή ακούσιος χαρακτήρας της διαπραχθείσας παράβασης ή της προκληθείσας ζημίας, το συγγνωστό ή ασύγγνωστο ενδεχόμενης πλάνης περί το δίκαιο, το ζήτημα αν η στάση θεσμικού οργάνου της Ένωσης ενδέχεται να συνετέλεσε στη λήψη ή τη διατήρηση σε ισχύ αντιθέτων προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικών μέτρων ή πρακτικών και η εκ μέρους του οικείου δικαστηρίου παράλειψη εκπλήρωσης της υποχρέωσής του περί προδικαστικής παραπομπής δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ (41).
92. Επί του ανωτέρω ζητήματος και σχετικά με την εν λόγω υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής, την οποία αφορά ρητώς το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, επισημαίνω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όταν τίθεται προδικαστικό ερώτημα σε υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο (42).
93. Η υποχρέωση αυτή, πάντως, δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα.
94. Συγκεκριμένα, βάσει των ορίων που αναγνωρίζονται με την απόφαση Cilfit και με μεταγενέστερη πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (43), τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου απαλλάσσονται από την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής μόνον οσάκις διαπιστώνουν αιτιολογημένως ότι το ανακύψαν ζήτημα δεν ασκεί επιρροή ή ότι η επίμαχη διάταξη του δικαίου της Ένωσης έχει ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο ή ότι η ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής ώστε να μην καταλείπει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία (βλ., αντίστοιχα, τη θεωρία της «acte éclairé» και εκείνη της «acte clair») (44).
95. Ως προς το ανωτέρω ζήτημα, το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση CIM ότι από το σύστημα που καθιερώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, προκύπτει ότι, οσάκις εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου εκτιμά ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, διότι συντρέχει μία από τις τρεις περιπτώσεις που μνημονεύονται στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, από το σκεπτικό της απόφασής του πρέπει να προκύπτει είτε ότι το ανακύψαν ζήτημα σχετικά με το δίκαιο της Ένωσης δεν είναι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς ή ότι η ερμηνεία της επίμαχης διάταξης του δικαίου της Ένωσης βασίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου είτε ότι, ελλείψει τέτοιας νομολογίας, η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής για το εθνικό δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας ώστε να μην καταλείπει περιθώριο εύλογης αμφιβολίας (45). Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι, εν γένει, η αξιολόγηση μιας τέτοιας απόφασης εθνικού δικαστηρίου πρέπει να διενεργείται με γνώμονα τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο έκδοσής της (46). Ωστόσο, μολονότι το εθνικό δικαστήριο είναι υποχρεωμένο βεβαίως να αιτιολογεί τις αποφάσεις του, με δεδομένο ότι η υποχρέωση ρητής αιτιολογήσεως υπό τους όρους της απόφασης CIMδιατυπώθηκε σαφώς μόλις στις 6 Οκτωβρίου 2021, η συγκεκριμένη υποχρέωση μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να αντιταχθεί στα εθνικά δικαστήρια μόνον κατόπιν της τελευταίας αυτής ημερομηνίας (47).
96. Το ζήτημα αν, εν προκειμένω, το εφετείο Βουκουρεστίου, ως δικαστήριο αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, υπέπεσε σε πρόδηλη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, αφενός, αποφασίζοντας να μην υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και, αφετέρου, παραλείποντας να εκπληρώσει την υποχρέωση αιτιολόγησης της απόφασης αυτής πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο.
97. Επισημαίνω επ’ αυτού ότι το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, όπως διατυπώθηκε από το αιτούν δικαστήριο, αφορά, κατ’ ουσίαν, μόνον τις προβαλλόμενες παραβάσεις των υποχρεώσεων παραπομπής και αιτιολόγησης της απόρριψης των αιτήσεων προδικαστικής παραπομπής, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004. Φαίνεται όμως ότι ο BX είχε ζητήσει επίσης την ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 (48). Ως εκ τούτου, προτείνω να διευρυνθεί το πεδίο του ερωτήματος ώστε να καταλαμβάνει και τη διάταξη αυτήν. Εξάλλου, υφίσταται προφανής και στενός σύνδεσμος, εν προκειμένω, μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων, δεδομένου ότι η ανακρίβεια των τοπογραφικών χαρτών που αφορά το άρθρο 20 εμπίπτει στους λόγους που προβάλλει ο BX για να δικαιολογήσει την εφαρμογή του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004.
98. Κατά πρώτον, όσον αφορά την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι το εφετείο Βουκουρεστίου περιορίστηκε, στη διάταξη της 2ας Απριλίου 2012, να απορρίψει το αίτημα προδικαστικής παραπομπής, διαπιστώνοντας ότι τα στοιχεία που είχε προβάλει ο BX «δεν καθιστούσαν αναγκαία» την υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, χωρίς να παραθέσει τους λόγους βάσει των οποίων προέκρινε τη συγκεκριμένη θέση επί του δικονομικού ζητήματος αυτού (49). Επομένως, φαίνεται ότι το εν λόγω δικαστήριο έκρινε εμμέσως ότι η ερμηνεία αυτή δεν ήταν κρίσιμη, προφανώς διότι το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού δεν ήταν ικανό να θεμελιώσει ευθύνη του Ρουμανικού Δημοσίου, στο μέτρο που δεν απένεμε δικαιώματα στους ιδιώτες (50). Διαπιστώνω επ’ αυτού ότι, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη δεν έχει ακόμη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο και ότι, ως εκ τούτου, το εφετείο Βουκουρεστίου δεν είχε απαλλαγεί, κατ’ αρχήν, από την υποχρέωσή του να υποβάλει αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (51), το εθνικό δικαστήριο όφειλε να είχε παραθέσει τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι απαλλασσόταν από την υποχρέωση υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο βάσει των εξαιρέσεων που αναγνωρίζονται στην απόφαση Cilfit. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, η μη «αναγκαιότητα» θα πρέπει να νοείται, εν προκειμένω, ως μη «κρισιμότητα». Η αξιολόγηση του κριτηρίου περί «κρισιμότητας», σε αντίθεση προς τα άλλα δύο κριτήρια που σχετίζονται με τη θεωρία της «acte clair» ή «éclairé», υπόκειται αποκλειστικώς στην αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου (52). Συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει, αφενός, εάν το σκεπτικό της διάταξης της 2ας Απριλίου 2012, σε συνδυασμό με την απόφαση της 9ης Απριλίου 2012 του εν λόγω δικαστηρίου, κατέστησε επαρκώς σαφή τον λόγο για τον οποίο η ερμηνεία του άρθρου 20, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού δεν ήταν «αναγκαία» για τους σκοπούς της αγωγής αποζημίωσης και, αφετέρου, εάν η έλλειψη «αναγκαιότητας» ερμηνείας του άρθρου 20, παράγραφος 1, του κανονισμού ήταν βάσιμη, ιδίως κατά το ότι το επιχείρημα που ο BX επιθυμούσε να αντλήσει από τη διάταξη ήταν, κατ’ ουσίαν, αλυσιτελές και, επομένως, στερούνταν σημασίας στην υπό κρίση υπόθεση.
99. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το εφετείο Βουκουρεστίου παρέβη το άρθρο 267 ΣΛΕΕ παραλείποντας να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ή να αιτιολογήσει επαρκώς την απόφασή του, μια τέτοια παράβαση δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να χαρακτηριστεί «πρόδηλη». Πράγματι, αφενός, όπως προκύπτει από το σημείο 95 των παρουσών προτάσεων, δεδομένου ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως σύμφωνα με τις απαιτήσεις που διατυπώθηκαν με την απόφαση CIM καθιερώθηκε από το Δικαστήριο πολλά έτη μετά την έκδοση των επίμαχων στην υπόθεση της κύριας δίκης αποφάσεων, η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά τρόπο αυστηρό στο εφετείο Βουκουρεστίου ούτε, κατά μείζονα λόγο, να θεμελιώσει πρόδηλη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης λόγω έλλειψης αιτιολογίας. Αφετέρου, από την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, προκύπτει ότι το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 δεν απονέμει κανένα δικαίωμα στους ιδιώτες. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία που προτείνει το εφετείο Βουκουρεστίου συμπίπτει με τη θέση αυτήν και δεν συνετέλεσε στη λήψη ή τη διατήρηση σε ισχύ αντίθετων προς το δίκαιο της Ένωσης εθνικών μέτρων ή πρακτικών.
100. Κατά δεύτερον, όσον αφορά την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, ελλείψει ερμηνείας της διάταξης αυτής από το Δικαστήριο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως επισήμανε το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου, το εφετείο Βουκουρεστίου όφειλε να συμπεριλάβει περισσότερα στοιχεία στο σκεπτικό της απόφασης με την οποία απέρριψε το αίτημα περί υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως (53), προκειμένου να παράσχει στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί αγωγής αποζημίωσης κατά του Ρουμανικού Δημοσίου τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Υπό τις συνθήκες αυτές και στο μέτρο που δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι πληρούται η πρώτη προϋπόθεση για τη θεμελίωση ευθύνης λόγω παραβάσεως κανόνα του δικαίου της Ένωσης.
101. Σύμφωνα, όμως, με την προεκτεθείσα ανάλυση, καθώς και υπό το πρίσμα της απόφασης Köblerκαι της μεταγενέστερης νομολογίας του Δικαστηρίου (54), η εν λόγω ανεπαρκής αιτιολογία δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να συνιστά πρόδηλη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης ή αρκούντως σοβαρή παραβίαση ώστε να θεμελιώσει την ευθύνη του Ρουμανικού Δημοσίου. Συγκεκριμένα, πρώτον, ο BX επικαλείται το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, εκκινώντας από την παραδοχή ότι παραβιάστηκε το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003. Ωστόσο, στο μέτρο που, εν προκειμένω, το εφετείο Βουκουρεστίου δεν διαπίστωσε τέτοια παράβαση, η κρίση ότι η ερμηνεία του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 δεν ήταν «αναγκαία» μου φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, συνεπής και σίγουρα δεν συνιστά «πρόδηλη παραβίαση του εφαρμοστέου δικαίου», ήτοι των κανονισμών 796/2004 και 1782/2003 ή της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου (55), στο μέτρο που, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υπήρχε καμία απόφαση του Δικαστηρίου που να ερμηνεύει τις επίμαχες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Δεύτερον, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι το εφετείο Βουκουρεστίου έκρινε, εν προκειμένω, ότι η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 68 του κανονισμού 796/2004 ήταν τόσο προφανής που δεν κατέλειπε «περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία» κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου η οποία μνημονεύεται στο σημείο 94 των παρουσών προτάσεων. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η περίπτωση του BX δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις τις οποίες αφορά το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού, δεδομένου ότι αρχικά είχε δηλώσει μια ορισμένη έκταση και στη συνέχεια αφαίρεσε 84,09 εκτάρια από την έκταση αυτή, μολονότι δεν υπήρξε μεταβολή της κατάστασης επί του αγροκτήματος, αλλά και δεδομένου ότι μπορούσε και όφειλε να γνωρίζει την ακριβή έκταση που χρησιμοποιούσε και να τη δηλώσει ορθώς. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο, αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό, δεν φαίνεται να παραβίασε προδήλως το δίκαιο της Ένωσης, κρίνοντας, στο πλαίσιο της εξουσίας του εκτιμήσεως, ότι είχε τη δυνατότητα να μην υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 68 του κανονισμού 796/2004, δεδομένου ότι η απάντηση ήταν, κατ’ αυτό, προφανής.
102. Κατά συνέπεια, προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι, υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου παράλειψη υποβολής στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, υπό την επιφύλαξη της τελικής εκτίμησης του αιτούντος δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι συνιστά πρόδηλη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης ικανή να θεμελιώσει την ευθύνη του οικείου κράτους μέλους.
V. Πρόταση
103. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Curtea de Apel București (εφετείο Βουκουρεστίου, Ρουμανία) ως εξής:
1) Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2019/93, (ΕΚ) αριθ. 1452/2001, (ΕΚ) αριθ. 1453/2001, (ΕΚ) αριθ. 1454/2001, (ΕΚ) αριθ. 1868/94, (ΕΚ) αριθ. 1251/1999, (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, (ΕΚ) αριθ. 1673/2000, (ΕΟΚ) αριθ. 2358/71 και (ΕΚ) αριθ. 2529/2001, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1009/2008 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2008,
έχει την έννοια ότι:
η ως άνω διάταξη δεν αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και, ιδίως, στους αιτούντες άμεσες ενισχύσεις.
2) Το άρθρο 68, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της [ΚΓΠ] και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 381/2007 της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2007, σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του ίδιου κανονισμού,
έχει την έννοια ότι:
ο όρος «ακριβή πραγματικά στοιχεία», ο οποίος μνημονεύεται στην πρώτη εκ των ως άνω διατάξεων, αφορά τόσο την ορθή δήλωση εκτάσεων από τον γεωργό όσο και τον εκ μέρους του ορθό προσδιορισμό του χρησιμοποιούμενου αγροτεμαχίου και των ορίων του.
3) Το άρθρο 267 ΣΛΕΕ
έχει την έννοια ότι:
υπό τις περιστάσεις της διαφοράς της κύριας δίκης, η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου παράλειψη υποβολής στο Δικαστήριο προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 68, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 381/2007, υπό την επιφύλαξη της τελικής εκτίμησης του αιτούντος δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι συνιστά πρόδηλη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης ικανή να θεμελιώσει την ευθύνη του οικείου κράτους μέλους.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Στο εξής: εφετείο Βουκουρεστίου.
3 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2019/93, (ΕΚ) αριθ. 1452/2001, (ΕΚ) αριθ. 1453/2001, (ΕΚ) αριθ. 1454/2001, (ΕΚ) αριθ. 1868/94, (ΕΚ) αριθ. 1251/1999, (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, (ΕΚ) αριθ. 1673/2000, (ΕΟΚ) αριθ. 2358/71 και (ΕΚ) αριθ. 2529/2001 (ΕΕ 2003, L 270, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1009/2008 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2008 (ΕΕ 2008, L 276, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός 1782/2003).
4 Κανονισμός της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της [ΚΓΠ] και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (ΕΕ 2004, L 141, σ. 18), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 381/2007 της Επιτροπής, της 4ης Απριλίου 2007 (ΕΕ 2007, L 95, σ. 8) (στο εξής: κανονισμός 796/2004).
5 Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler (C‑224/01, στο εξής: απόφαση Köbler, EU:C:2003:513). Βλ., επίσης, τη μεταγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την καταλογιστέα σε εθνικό δικαστήριο παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, ιδίως τις αποφάσεις της 13ης Ιουνίου 2006, Traghetti del Mediterraneo (C‑173/03, στο εξής: απόφαση Traghetti del Mediterraneo, EU:C:2006:391), της 28ης Ιουλίου 2016, Tomášová (C‑168/15, στο εξής: απόφαση Tomášová, EU:C:2016:602), της 29ης Ιουλίου 2019, Hochtief Solutions Magyarországi Fióktelepe (C‑620/17, στο εξής: απόφαση Hochtief, EU:C:2019:630), καθώς και διατάξεις της 15ης Οκτωβρίου 2019, Hochtief Solutions Magyarországi Fióktelepe (C‑620/17, EU:C:2019:884), και της 18ης Δεκεμβρίου 2019, Hochtief (C‑362/18, EU:C:2019:1100).
6 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ 1992, L 355, σ. 1).
7 Κανονισμός της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2004, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του [κανονισμού 1782/2003] όσον αφορά τα καθεστώτα στήριξης τα προβλεπόμενα βάσει των τίτλων 4 και 4α του εν λόγω κανονισμού και τη χρήση των εκτάσεων γης που προκύπτουν από την παύση καλλιέργειας για την παραγωγή πρώτων υλών (ΕΕ 2004, L 345, σ. 1).
8 Monitorul Oficial al României, μέρος I, αριθ. 1043 της 29ης Δεκεμβρίου 2006.
9 Οι δύο αυτοί λόγοι είχαν ως αποτέλεσμα να δηλωθεί έκταση μεγαλύτερη κατά 52 εκτάρια και κατά 33 εκτάρια, αντιστοίχως, σε σχέση με την έκταση που είχε αρχικώς δηλωθεί για την περιοχή Rucăr.
10 Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε, εν συνόψει, ότι δηλώθηκε έκταση μεγαλύτερη από την πραγματική, δεδομένου ότι ο BX είχε πληροφορηθεί, λαμβανομένης υπόψη της σύμβασης μίσθωσης που είχε συνάψει και της πράξης πώλησης, ότι η έκταση του αγροκτήματος στις συμβάσεις ανερχόταν σε 211,06 εκτάρια και όχι σε 264,71 εκτάρια, όπως είχε αρχικώς δηλώσει.
11 Βλ., επ’ αυτού, έρευνα διενεργηθείσα στο πλαίσιο της υποθέσεως 44537/3/2008.
12 Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Cilfit κ.λπ. (283/81, στο εξής: απόφαση Cilfit, EU:C:1982:335). Κατά το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου, το εφετείο Βουκουρεστίου όφειλε να παραπέμψει, τουλάχιστον στο σκεπτικό της από 9 Απριλίου 2012 απόφασής του, σε στοιχεία όπως: η ορολογία του δικαίου της Ένωσης, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη του δικαίου της Ένωσης, το σύνολο των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης υπό το πρίσμα των οποίων ερμηνεύθηκε η διάταξη, ο σκοπός της και το στάδιο εξέλιξης του δικαίου της Ένωσης κατά τον χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη, προκειμένου να παρασχεθεί σε δικαστήριο επιλαμβανόμενο αγωγής αποζημίωσης κατά του Δημοσίου η δυνατότητα να ελέγξει αν είχαν τηρηθεί οι διατάξεις του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.
13 Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει, επ’ αυτού, στην απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Ιουνίου 1976, Kampffmeyer κ.λπ. κατά ΕΟΚ (56/74 έως 60/74, EU:C:1976:78, σκέψη 13), και στις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 2002, Lamberts κατά Διαμεσολαβητή (T‑209/00, EU:T:2002:94, σκέψη 87), και της 23ης Νοεμβρίου 2011, Sison κατά Συμβουλίου (T‑341/07, EU:T:2011:687, σκέψη 47).
14 Βλ. σημείο 43 των παρουσών προτάσεων.
15 Αποφάσεις με τις οποίες η Ρουμανία καταδικάστηκε λόγω πλημμελειών όσον αφορά το σύστημα ΣΑΑ-ΣΓΠ, τους διοικητικούς ελέγχους και την επιβολή κυρώσεων για την παροχή ανακριβών πληροφοριών στους γεωργούς και τη διενέργεια αναποτελεσματικών ελέγχων σχετικά με τις στρεμματικές ενισχύσεις.
16 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame (C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 51), Köbler(σκέψη 51), Tomášová (σκέψη 22), Hochtief (σκέψη 35), της 18ης Ιανουαρίου 2022, Thelen Technopark Berlin (C‑261/20, EU:C:2022:33, σκέψη 44), και της 28ης Ιουνίου 2022, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από τον νομοθέτη) (C‑278/20, στο εξής: απόφαση Παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από τον νομοθέτη, EU:C:2022:503, σκέψη 31). Επιπλέον, πάντοτε κατά το Δικαστήριο, η εφαρμογή των εν λόγω προϋποθέσεων πρέπει, κατ’ αρχήν, να διενεργείται από τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που παρέχει επ’ αυτού το Δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Kantarev, C‑571/16, στο εξής: απόφαση Kantarev, EU:C:2018:807, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
17 Βλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Ministre de la Transition écologique και Premier ministre (Ευθύνη του Δημοσίου για την ατμοσφαιρική ρύπανση) (C‑61/21, στο εξής: απόφαση Ευθύνη του Δημοσίου για την ατμοσφαιρική ρύπανση, EU:C:2022:1015, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πρβλ., επίσης, νομολογία σχετικά με τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης βάσει του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 2024, Kočner κατά Ευρωπόλ, C‑755/21 P, EU:C:2024:202, σκέψεις 118 έως 120 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
18 Βλ. αποφάσεις Ευθύνη του Δημοσίου για την ατμοσφαιρική ρύπανση (σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία) και Kantarev (σκέψη 97 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
19 Βλ., για άλλα παραδείγματα όπου το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε αποσκοπούσε στην απονομή δικαιωμάτων σε ιδιώτες, αποφάσεις της 12ης Οκτωβρίου 2004, Paul κ.λπ. (C‑222/02, EU:C:2004:606, σκέψη 50), της 25ης Μαρτίου 2021, Balgarska Narodna Banka (C‑501/18, EU:C:2021:249, σκέψη 115), της 10ης Μαρτίου 2022, Grossmania (C‑177/20, EU:C:2022:175, σκέψη 70), και Ευθύνη του Δημοσίου για την ατμοσφαιρική ρύπανση (σκέψεις 45 έως 57).
20 Ήτοι, στο καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης (που θεσπίστηκε με τον τίτλο III του κανονισμού 1782/2003) και στα άλλα καθεστώτα ενίσχυσης (που θεσπίστηκαν με τον τίτλο IV του κανονισμού), καθώς και στα απλουστευμένα καθεστώτα στήριξης για τα ημερολογιακά έτη 2002 έως 2005 [σύμφωνα με το άρθρο 2α του κανονισμού (ΕΚ) 1259/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της [ΚΓΠ] (ΕΕ 1999, L 160, σ. 113)].
21 Ήτοι στα κεφάλαια 1 έως 3 του τίτλου II, ο οποίος επιγράφεται «Γενικές διατάξεις», του κανονισμού 1782/2003.
22 Βλ., μεταξύ άλλων, άρθρο 19 (με τίτλο «Ηλεκτρονική βάση δεδομένων»), άρθρο 21 (με τίτλο «Σύστημα για τον προσδιορισμό και την καταγραφή των δικαιωμάτων ενίσχυσης») και άρθρο 22 (με τίτλο «Αιτήσεις παροχής ενίσχυσης») του κανονισμού 1782/2003.
23 Πρβλ. αιτιολογικές σκέψεις 11 και 55 του κανονισμού 796/2004.
24 Βλ., για παράδειγμα, την πρόσβαση σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού 1782/2003. Η ορθή αναγνώριση των αγροτεμαχίων προκειμένου να ληφθεί οικονομική ενίσχυση εξαρτάται εν μέρει από την ποιότητα των διαθέσιμων χαρτών. Ωστόσο, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει ο BX, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, χωρίς τέτοιους χάρτες, ο αιτών ενίσχυση θα αδυνατούσε να προβεί σε ορθή οριοθέτηση των ίδιων των εκτάσεών του.
25 Βλ. άρθρα 13 έως 16 και αιτιολογικές σκέψεις 8 και 9 του κανονισμού 1782/2003.
26 Βλ. νομολογία του Δικαστηρίου η οποία μνημονεύεται στις υποσημειώσεις 16 και 17 των παρουσών προτάσεων.
27 Κατά τον κανονισμό 1782/2003, η αναγνώριση των αγροτεμαχίων αποτελεί στοιχείο ζωτικής σημασίας για τη σωστή εφαρμογή των καθεστώτων που συνδέονται με την επιφάνεια των εκτάσεων· η εμπειρία έχει δείξει ότι οι υφιστάμενες μέθοδοι παρουσιάζουν ορισμένες ελλείψεις· συνεπώς, θα πρέπει να προβλεφθεί η δημιουργία ενός αλφαριθμητικού συστήματος αναγνώρισης με τη βοήθεια τηλεπισκόπησης, όπου αυτό είναι αναγκαίο (βλ. αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού).
28 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της [ΚΓΠ] και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1290/2005, (ΕΚ) αριθ. 247/2006, (ΕΚ) αριθ. 378/2007 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 (ΕΕ 2009, L 30, σ. 16) (βλ. άρθρα 15 και 17, καθώς και αιτιολογική σκέψη 21 του κανονισμού).
29 Βλ. άρθρα 68 και 70 καθώς και αιτιολογικές σκέψεις 44 και 45 του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της [ΚΓΠ] και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549), όπως και άρθρα 66 και 68, καθώς και αιτιολογικές σκέψεις 58 έως 60 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/2116 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2021, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της [ΚΓΠ] και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 (ΕΕ 2021, L 435, σ. 187). Επισημαίνω, πάντως, ότι το άρθρο 17 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 809/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 2014, για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, τα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης και την πολλαπλή συμμόρφωση (ΕΕ 2014, L 227, σ. 69), καθιέρωσε επίσης υποχρέωση της αρμόδιας αρχής να παράσχει στον αιτούντα ενίσχυση ένα έντυπο αίτησης ενίσχυσης με γεωχωρικά στοιχεία, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση όλων των αγροτεμαχίων.
30 Βλ. σημείο 31 των παρουσών προτάσεων.
31 Η υπογράμμιση δική μου.
32 Η εν λόγω «ενιαία αίτηση» ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 11, του κανονισμού 796/2004 ως «αίτηση για τις άμεσες ενισχύσεις στο πλαίσιο του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης και των άλλων καθεστώτων ενίσχυσης βάσει της έκτασης, με εξαίρεση την αίτηση ενίσχυσης για το λυκίσκο εκ μέρους αναγνωρισμένης ομάδας παραγωγών σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 68α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003».
33 Βλ. αιτιολογική σκέψη 16 του κανονισμού 796/2004.
34 Η υπογράμμιση δική μου.
35 Βλ. απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, Landkreis Bad Dürkheim (C‑61/09, στο εξής: απόφαση Landkreis Bad Dürkheim, EU:C:2010:606, σκέψη 53).
36 Βλ. απόφαση Landkreis Bad Dürkheim (σκέψη 58).
37 Βλ. απόφαση Landkreis Bad Dürkheim (σκέψη 62).
38 Βλ. απόφαση Landkreis Bad Dürkheim (σκέψη 66).
39 Επισημαίνω ότι, με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να αναφέρεται αποκλειστικά στον λόγο με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 267, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Συνεπώς, η ανάλυση που ακολουθεί διατυπώνεται με την επιφύλαξη της εξέτασης των λοιπών λόγων τους οποίους προβάλλει ο BX και οι οποίοι αφορούν εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 20 του κανονισμού 1782/2003 και του άρθρου 68 του κανονισμού 796/2004 (βλ. σημείο 41 των παρουσών προτάσεων). Για λόγους πληρότητας, επισημαίνω επ’ αυτού ότι, κατά το πρωτοδικείο Βουκουρεστίου, το εφετείο Βουκουρεστίου παρέβη το άρθρο 68 του κανονισμού 796/2004 πολλαπλώς, ήτοι: i) επειδή παρέλειψε να ορίσει την έννοια του όρου «ακριβή πραγματικά δεδομένα»· ii) επειδή αποφάνθηκε ότι η διάταξη αυτή δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση του BX αποκλειστικώς βάσει των εγγράφων επί των οποίων στηρίχθηκε η απόφαση του APIA Argeș και, επομένως, μη λαμβάνοντας υπόψη τα λοιπά έγγραφα που προσκόμισε ο BX και iii) επειδή δεν του παρέσχε τη δυνατότητα να αποδείξει με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι δεν ήταν υπεύθυνος για δήλωση έκτασης μεγαλύτερης από την πραγματική (βλ. σημείο 44 των παρουσών προτάσεων). Σε τέτοια περίπτωση, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η ύπαρξη αρκετών «απλών» πταισμάτων στα οποία (υποστηρίζεται ότι) υπέπεσε το κράτος στο πλαίσιο της εκδικάσεως ενός ενδίκου βοηθήματος θα μπορούσε, εάν ήταν αναγκαίο, να δικαιολογήσει εκ νέου χαρακτηρισμό του πταίσματος αυτού ως ενιαίου «βαρύτερου» πταίσματος, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημίωσης.
40 Βλ. αποφάσεις Köbler (σκέψη 52), Tomášová (σκέψη 23) και Hochtief (σκέψη 36).
41 Βλ. αποφάσεις Köbler (σκέψεις 54 και 55) και Tomášová (σκέψεις 24 και 25). Τα στοιχεία αυτά, τα οποία σαφώς εμπνέονται από τους κανόνες του γενικού καθεστώτος ευθύνης του κράτους που καθορίζονται στην απόφαση αρχής της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur et Factortame (C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 56), είναι ωστόσο ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά, και το εθνικό δικαστήριο στο οποίο απόκειται να κρίνει εάν η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης είναι πρόδηλη, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να είναι ελεύθερο να λάβει επίσης υπόψη άλλα στοιχεία που μπορεί να είναι πιο σχετικά ή πιο κατάλληλα για την περίπτωση της οποίας έχει επιληφθεί. Παραδείγματος χάριν, όταν η παραβίαση του δικαίου της Ένωσης καταλογίζεται σε εθνικό δικαστήριο, σύμφωνα με την απόφαση Köbler (σκέψη 53), πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιδιομορφία της δικαστικής λειτουργίας, καθώς και οι θεμιτές απαιτήσεις περί ασφάλειας δικαίου. Προς τούτο, θα μπορούσαν να έχουν σημασία ορισμένα κριτήρια που έχουν καθιερωθεί στα διάφορα εθνικά συστήματα των κρατών μελών, τα οποία έχουν προσαρμόσει το καθεστώς ευθύνης της δημόσιας εξουσίας, ενδεχομένως, θεσπίζοντας ένα ειδικό καθεστώς βασισμένο στη νομολογία Köbler, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που είναι εγγενή στη δικαιοδοτική δραστηριότητα. Ως εκ τούτου, η χρήση εννοιών όπως η «έλλειψη επιμέλειας» ή η «αμέλεια» σε σχέση με αυτό που απαιτείται από έναν συνήθως επιμελή και συνετό δικαστή θα μπορούσε επίσης να είναι κρίσιμη. Ομοίως, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες ενός τέτοιου πταίσματος και, ιδίως, εάν ήταν τέτοιας φύσης ώστε να προσβάλει σοβαρά τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου.
42 Η υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας η οποία έχει καθιερωθεί προς διασφάλιση της ορθής εφαρμογής και της ενιαίας ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης στο σύνολο των κρατών μελών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων, υπό την ιδιότητά τους ως δικαστηρίων επιφορτισμένων με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και του Δικαστηρίου, και αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην αποτροπή του ενδεχομένου διαμορφώσεως, σε κάποιο κράτος μέλος, εθνικής νομολογίας αποκλίνουσας από τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης (βλ. αποφάσεις της 4ης Νοεμβρίου 1997, Parfums Christian Dior, C‑337/95, EU:C:1997:517, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, Intermodal Transports, C‑495/03, EU:C:2005:552, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Consorzio Italian Management και Catania Multiservizi (C‑561/19, στο εξής: απόφαση CIM, EU:C:2021:799, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Βλ. απόφαση CIM (σκέψεις 32 και 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
45 Βλ. αποφάσεις CIM (σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), της 29ης Ιουλίου 2024, Breian (C‑318/24 PPU, EU:C:2024:658, σκέψη 68), και της 15ης Οκτωβρίου 2024, KUBERA (C‑144/23, EU:C:2024:881, σκέψεις 62 έως 65).
46 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου (C‑123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψη 39), σχετικά με αγωγές αποζημίωσης που προκύπτουν από παράνομη πράξη ή συμπεριφορά δυνάμενη να στοιχειοθετήσει εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης.
47 Η υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχουν τα αποφαινόμενα σε τελευταίο βαθμό εθνικά δικαστήρια θα μπορούσε να συναχθεί έμμεσα από την προγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου, ήτοι τις αποφάσεις Cilfit και Köbler, καθώς και από το άρθρο 47 του Χάρτη (πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Ferreira da Silva e Brito κ.λπ., C‑160/14, EU:C:2015:390, σημεία 90 και 94, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση CIM, C‑561/19, EU:C:2021:291, σημείο 171), μολονότι μόλις στην απόφαση CIM το Δικαστήριο την κατοχύρωσε, συνδέοντάς τη ρητώς με τα τρία κριτήρια της απόφασης Cilfit (πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα T. Ćapeta στην υπόθεση Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, C‑767/23, EU:C:2025:486, σημείο 37).
48 Βλ. σημείο 33 των παρουσών προτάσεων.
49 Βλ. σημείο 34 των παρουσών προτάσεων.
50 Πρβλ. την ανάλυση του πρωτοδικείου Βουκουρεστίου, η οποία εκτίθεται στο σημείο 44 των παρουσών προτάσεων.
51 Πρβλ. απόφαση της 27ης Μαρτίου 1963, Da Costa κ.λπ. (28/62 έως 30/62, EU:C:1963:6, σ. 75 και 76).
52 Πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα T. Ćapeta στην υπόθεση Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (C‑767/23, EU:C:2025:486, σημείο 30), που διαπιστώνει ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να ερμηνεύει το πρώτο κριτήριο, ήτοι αυτό που σχετίζεται με την «κρισιμότητα».
53 Βλ. υποσημείωση 12.
54 Βλ. νομολογία του Δικαστηρίου η οποία μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 5 των παρουσών προτάσεων.
55 Πρβλ. αποφάσεις Köbler (σκέψη 52) και Tomášová (σκέψη 23).