<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><CONCLUSION NNC="YES" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-05.00-20081231.xd"><BIB.CONCLUSION><REF.CASE FILE="ECRCJ2006ELA.0300246101.case.xml"><NO.CASE>C-177/04</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>62004C0177</NO.CELEX><NO.SEQ>0011.0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST.ECR>2464</PAGE.FIRST.ECR><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST.ECR>2478</PAGE.LAST.ECR><PAGE.TOTAL>15</PAGE.TOTAL></BIB.CONCLUSION><CURR.TITLE><LEFT>ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ GEELHOED — ΥΠΟΘΕΣΗ C-177/04</LEFT><RIGHT>ΕΠΙΤΡΟΠΗ κατά ΓΑΛΛΙΑΣ</RIGHT></CURR.TITLE><CONTENTS.CONCLUSION><TITLE><TI><P><HT TYPE="UC">Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα</HT></P><P><HT TYPE="UC">L. A. Geelhoed</HT></P><P>της <DATE ISO="20051124">24ης Νοεμβρίου 2005</DATE><NOTE NOTE.ID="E0001" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.</P></NOTE></P></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>Ι —</NO.P><TXT>Το ιστορικό της υποθέσεως</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>1.</NO.P><TXT>Το Δικαστήριο, με την απόφαση του της <DATE ISO="20020425">25ης Απριλίου 2002</DATE> Επιτροπή κατά Γαλλίας<NOTE NOTE.ID="E0002" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Απόφαση της <DATE ISO="20020425">25ης Απριλίου 2002</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-52/00" YEAR="2002" PAGE.ECR="I-3827">C-52/00 (Συλλογή 2002, σ. Ι-3827)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>, έκρινε ότι η Γαλλική Δημοκρατία,</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>περιλαμβάνοντας στο άρθρο 1386-2 του γαλλικού αστικού κώδικα ζημίες κάτω των 500 ευρώ — θεωρώντας, στο άρθρο 1386-7, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κώδικα, ότι ο διανομέας ελαττωματικού προϊόντος ευθύνεται σε όλες τις περιπτώσεις εξίσου με τον παραγωγό</P></ITEM><ITEM><P>προβλέποντας, στο άρθρο 1386-12, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κώδικα, ότι ο παραγωγός οφείλει να αποδείξει ότι έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να προλάβει τις συνέπειες ελαττωματικού προϊόντος, προκειμένου να μπορεί να επικαλεστεί τους λόγους απαλλαγής του άρθρου 7, στοιχεία δ' και ε', της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19850725">25ης Ιουλίου 1985</DATE>, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων<NOTE NOTE.ID="E0003" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="210" DATE.PUB="1985" PAGE.FIRST="29">ΕΕ 1985 L 210, σ. 29</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE> (στο εξής: οδηγία),</P></ITEM><ITEM><P>παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει, αντιστοίχως, από τα άρθρα 9, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β', 3, παράγραφος 3 και 7 της εν λόγω οδηγίας.</P></ITEM></LIST></P></NP><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση της προς την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, απέστειλε στο εν λόγω κράτος μέλος έγγραφο οχλήσεως, κατ' εφαρμογήν της διαδικασίας του άρθρου 228 ΕΚ.</TXT></NP><NP><NO.P>3.</NO.P><TXT>Οι γαλλικές αρχές αντέδρασαν στο έγγραφο οχλήσεως με συστημένη επιστολή της <DATE ISO="20030627">27ης Ιουνίου 2003</DATE>. Οι γαλλικές αρχές, με την εν λόγω επιστολή, γνωστοποίησαν στην Επιτροπή τις σχεδιαζόμενες τροποποιήσεις του αστικού κώδικα, οι οποίες προορίζονταν να θέσουν τέρμα στην προσαφθείσα παράβαση, πλην όμως επισήμαναν ότι οι τροποποιήσεις αυτές δεν είχαν ακόμη εγκριθεί, κατά την προβλεπόμενη διαδικασία, από το Γαλλικό Κοινοβούλιο.</TXT></NP><?PAGE NO="I-2465"?><NP><NO.P>4.</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20030711">11 Ιουλίου 2003</DATE>, η Επιτροπή απηύθυνε στη Γαλλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας την να διασφαλίσει εντός προθεσμίας δύο μηνών την εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας.</TXT></NP><NP><NO.P>5.</NO.P><TXT>Οι γαλλικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη με επιστολή της <DATE ISO="20030909">9ης Σεπτεμβρίου 2003</DATE>, με την οποία ενημέρωσαν την Επιτροπή για την προπαρασκευή του οικείου νομοσχεδίου, εκφράζοντας ταυτοχρόνως τη λύπη τους διότι δεν ήταν σε θέση, κατά το χρονικό εκείνο σημείο, να προσδιορίσουν την ακριβή ημερομηνία εγκρίσεως του από το Γαλλικό Κοινοβούλιο.</TXT></NP><NP><NO.P>6.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι η Γαλλική Δημοκρατία εξακολουθούσε να μην έχει εκτελέσει την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή στις <DATE ISO="20040414">14 Απριλίου 2004</DATE>.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>II —</NO.P><TXT>Η εξέλιξη της διαδικασίας</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>7.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή, με το αρχικό δικόγραφο της προσφυγής της, ζήτησε από το Δικαστήριο, αφενός, να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας, η οποία αφορούσε την εσφαλμένη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική της έννομη τάξη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΚ και, αφετέρου, να υποχρεώσει τη Γαλλική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή, στον λογαριασμό <QUOT.START ID="QS0001" REF.END="QE0001" CODE="00AB"/>Ίδιοι Πόροι της Ευρωπαϊκής Κοινότητας<QUOT.END ID="QE0001" REF.START="QS0001" CODE="00BB"/>, χρηματική ποινή ύψους 137150 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως κατά την εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας, από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση και έως ότου εκτελεσθεί η απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας. Επιπλέον, η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί η Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.</TXT></NP><NP><NO.P>8.</NO.P><TXT>Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση δέχθηκε ότι δεν έχει ακόμη εκτελέσει την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας. Περιορίστηκε, απλώς, να αμφισβητήσει, ως υπερβολικό, το ύψος της προταθείσας από την Επιτροπή χρηματικής ποινής.</TXT></NP><NP><NO.P>9.</NO.P><TXT>Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι είχε κινήσει τη διαδικασία εκτελέσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας από το έτος δημοσιεύσεως της και ότι ενημέρωνε τακτικώς την Επιτροπή για τις δυσχέρειες κατά την εκτέλεση της, οι οποίες οφείλονταν, κυρίως, στην αρχική της βούληση να μεταφέρει με ένα ενιαίο κείμενο στο εσωτερικό της δίκαιο τόσο την οδηγία 85/374 όσο και την οδηγία 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19990525">25ης Μαΐου 1999</DATE>, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών<NOTE NOTE.ID="E0004" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="171" DATE.PUB="1999" PAGE.FIRST="12">ΕΕ L 171, σ. 12</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE>. Αντιθέτως, η εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας επισπεύσθηκε, αφ' ης στιγμής ελήφθη η απόφαση περί χωριστής μεταφοράς των δύο οδηγιών στο εσωτερικό της δίκαιο.</TXT></NP><?PAGE NO="I-2466"?><NP><NO.P>10.</NO.P><TXT>Η Γαλλική Κυβέρνηση περιέλαβε σε παράρτημα του υπομνήματός της ανταπαντήσεως το άρθρο 29 του νόμου 2004-1343, της <DATE ISO="20041209">9ης Δεκεμβρίου 2004</DATE>, περί απλοποιήσεως του δικαίου<NOTE NOTE.ID="E0005" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><HT TYPE="ITALIC">JORF</HT> [Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας] της <DATE ISO="20041210">10ης Δεκεμβρίου 2004</DATE>, σ. 20857.</P></NOTE> (στο εξής: νόμος του 2004), σύμφωνα με το οποίο:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><QUOT.START ID="QS0002" REF.END="QE0002" CODE="00AB"/>I —</NO.P><TXT>Ο αστικός κώδικας τροποποιείται ως εξής:</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>1<HT TYPE="SUP">o</HT>.</NO.P><TXT>Το άρθρο 1386-2 έχει ως εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="2"><P><QUOT.START ID="QS0003" REF.END="QE0003" CODE="201C"/>Άρθρο 1386-2 — Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου έχουν εφαρμογή στην αποκατάσταση ζημίας η οποία προκύπτει από προσβολή προσώπου. Επίσης, έχουν εφαρμογή στην αποκατάσταση ζημίας η οποία προκύπτει από προσβολή αγαθού διαφορετικού από το ελαττωματικό προϊόν καθαυτό, εφόσον η ζημία υπερβαίνει ορισμένο ποσό που καθορίζεται με διάταγμα.<QUOT.END ID="QE0003" REF.START="QS0003" CODE="201D"/></P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>2<HT TYPE="SUP">o</HT>.</NO.P><TXT>Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 1386-7 έχει ως εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="2"><P><QUOT.START ID="QS0004" REF.END="QE0004" CODE="201C"/>Ο πωλητής, ο μισθωτής, εκτός από την περίπτωση της χρηματοδοτικής μισθώσεως ή της μισθώσεως που μπορεί να εξομοιωθεί με αυτήν, ή κάθε άλλος επαγγελματίας προμηθευτής, ευθύνεται για το ελάττωμα του προϊόντος υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τον παραγωγό μόνον αν ο εν λόγω παραγωγός παραμένει άγνωστος.<QUOT.END ID="QE0004" REF.START="QS0004" CODE="201D"/></P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>3<HT TYPE="SUP">o</HT>.</NO.P><TXT>Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1386-12 καταργείται.</TXT></NP><GR.SEQ LEVEL="3"><NO.GR.SEQ>II —</NO.GR.SEQ><P>Οι διατάξεις του τίτλου Ι έχουν εφαρμογή στα προϊόντα τα οποία τέθηκαν σε κυκλοφορία κατόπιν της ημερομηνίας ενάρξεως της εφαρμογής του νόμου 98-389, της <DATE ISO="19980519">19ης Μαΐου 1998</DATE>, για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων, ακόμη και αν είχαν αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως συναφθείσας πριν από την ημερομηνία αυτή. Εντούτοις, οι εν λόγω διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή σε διαφορές επί των οποίων εκδόθηκε τελεσίδικη δικαστική απόφαση πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.</P><P>[...]<QUOT.END ID="QE0002" REF.START="QS0002" CODE="00BB"/></P></GR.SEQ></GR.SEQ></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>11.</NO.P><TXT>Η Γαλλική Κυβέρνηση, κατόπιν της καταθέσεως του υπομνήματος της ανταπαντήσεως, απέστειλε στην Επιτροπή και έγγραφο στο οποίο επισύναψε, σε παράρτημα, αντίγραφο του διατάγματος 2015-113, της <DATE ISO="20050211">11ης Φεβρουαρίου 2005</DATE>, για την εφαρμογή του άρθρου 1386-2 του αστικού κώδικα<NOTE NOTE.ID="E0006" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>JORF της <DATE ISO="20050212">12ης Φεβρουαρίου 2005</DATE>.</P></NOTE> (στο εξής: διάταγμα του 2005) το άρθρο 1 του εν λόγω διατάγματος ορίζει ότι <QUOT.START ID="QS0005" REF.END="QE0005" CODE="00AB"/>το προβλεπόμενο στο άρθρο 1386-2 του αστικού κώδικα ποσό της ζημίας ορίζεται σε 500 ευρώ<QUOT.END ID="QE0005" REF.START="QS0005" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><?PAGE NO="I-2467"?><NP><NO.P>12.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή, κληθείσα από τη Γαλλική Κυβέρνηση να εξετάσει το ενδεχόμενο παραιτήσεώς της από την ασκηθείσα προσφυγή κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφεραν ο νόμος του 2004 και το διάταγμα του 2005, κοινοποίησε τόσο στη Γαλλική Κυβέρνηση όσο και στο Δικαστήριο, με επιστολή της <DATE ISO="20050415">15ης Απριλίου 2005</DATE>, την πρόθεση της να παραιτηθεί μερικώς από την προσφυγή της κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η οποία επρόκειτο να διεξαχθεί για την υπό κρίση υπόθεση.</TXT></NP><NP><NO.P>13.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι ούτε η συνδυασμένη εφαρμογή του νόμου του 2004 και του διατάγματος του 2005 διασφαλίζει την πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας, ενέμεινε στην προσφυγή της, περιορίζοντας, εντούτοις, το αίτημά της περί διαπιστώσεως παραβάσεως και μειώνοντας την προταθείσα χρηματική ποινή. Πράγματι, η Επιτροπή θεώρησε ότι από τις τρεις αιτιάσεις της, τις οποίες δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφασή του Επιτροπή κατά Γαλλίας, οι μεν δύο εξέλιπαν, η δε τρίτη εξακολουθεί εν μέρει μόνο να υφίσταται, καθόσον οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο προμηθευτής ελαττωματικού προϊόντος ευθύνεται, αντί του παραγωγού, έχουν πλέον μειωθεί αισθητώς.</TXT></NP><NP><NO.P>14.</NO.P><TXT>Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή περιόρισε το διαλαμβανόμενο στο σημείο 1 των αιτημάτων του αρχικού δικογράφου της προσφυγής της αίτημα περί διαπιστώσεως παραβάσεως, διατυπώνοντάς το εκ νέου ως εξής: <QUOT.START ID="QS0006" REF.END="QE0006" CODE="00AB"/>Η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει ορισμένα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της <DATE ISO="20020425">25ης Απριλίου 2002</DATE> στην υπόθεση C-52/00, η οποία αφορούσε την εσφαλμένη μεταφορά της οδηγίας 85/374 στην εσωτερική της έννομη τάξη και, ειδικότερα, εξακολουθώντας να προβλέπει ότι ο διανομέας ελαττωματικού προϊόντος ευθύνεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τον παραγωγό, στην περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί η ταυτότητα του παραγωγού, έστω και αν ο διανομέας αυτός ενημερώσει εντός εύλογης προθεσμίας τον ζημιωθέντα για την ταυτότητα εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΚ.<QUOT.END ID="QE0006" REF.START="QS0006" CODE="00BB"/></TXT></NP><NP><NO.P>15.</NO.P><TXT>Όσον αφορά το ύψος της καταβλητέας από τη Γαλλική Δημοκρατία χρηματικής ποινής, η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατόπιν των νέων περιστάσεων, ενδείκνυται η μείωση του συντελεστή σοβαρότητας της παραβάσεως από τα δέκα εικοστά, όπως είχε αρχικώς προτείνει, στο ένα εικοστό. Από τη μείωση αυτή προκύπτει το ποσό των <FT TYPE="NUMBER">13715</FT> ευρώ.</TXT></NP><NP><NO.P>16.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή ενέμεινε στο αίτημα της περί καταδίκης της Γαλλικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>III —</NO.P><TXT>Το νομικό πλαίσιο</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>17.</NO.P><TXT>Η υπό κρίση διαφορά, ως έχει κατόπιν της μερικής παραιτήσεως της Επιτροπής από το αρχικό δικόγραφο της προσφυγής της, αφορά αποκλειστικώς και μόνον το ζήτημα κατά πόσον η διάταξη του άρθρου 1386-7, πρώτο εδάφιο, του αστικού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 του νόμου του 2004, είναι συμβατή με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας.</TXT></NP><?PAGE NO="I-2468"?><NP><NO.P>18.</NO.P><TXT>Το άρθρο 1386-7, πρώτο εδάφιο, του γαλλικού αστικού κώδικα έχει, σήμερα, ως εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0007" REF.END="QE0007" CODE="00AB"/>Ο πωλητής, ο εκμισθωτής, εκτός από την περίπτωση της χρηματοδοτικής μισθώσεως ή της μισθώσεως που μπορεί να εξομοιωθεί με αυτήν, ή κάθε άλλος επαγγελματίας προμηθευτής ευθύνεται για το ελάττωμα του προϊόντος υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τον παραγωγό μόνο στην περίπτωση που η ταυτότητα του παραγωγού παραμένει άγνωστη.<QUOT.END ID="QE0007" REF.START="QS0007" CODE="00BB"/></P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>19.</NO.P><TXT>Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0008" REF.END="QE0008" CODE="00AB"/>Εάν είναι αδύνατο να προσδιοριστεί η ταυτότητα του παραγωγού, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θα θεωρείται ως παραγωγός του, εκτός αν ενημερώσει τον ζημιωθέντα, εντός εύλογης προθεσμίας, σχετικά με την ταυτότητα του παραγωγού ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν. Το ίδιο ισχύει, όταν πρόκειται για εισαγόμενο προϊόν, εάν η ταυτότητα του εισαγωγέα, όπως την αναφέρει η παράγραφος 2, δεν αναγράφεται στο προϊόν, ακόμα και εάν αναφέρεται η επωνυμία του παραγωγού.<QUOT.END ID="QE0008" REF.START="QS0008" CODE="00BB"/></P></QUOT.S></P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>ΙV —</NO.P><TXT>Τα επιχειρήματα των διαδίκων</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>20.</NO.P><TXT>Η διαφωνία μεταξύ των διαδίκων, καθ' όλη τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας, περιλαμβανομένου του υπομνήματος ανταπαντήσεως, επικεντρώθηκε στη μέθοδο υπολογισμού της προτεινόμενης από την Επιτροπή χρηματικής ποινής. Η Γαλλική Κυβέρνηση αναγνώρισε, κατ' αρχήν, ότι δεν είχε ακόμη συμμορφωθεί προς την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας.</TXT></NP><NP><NO.P>21.</NO.P><TXT>Η μερική παραίτηση της Επιτροπής από το αρχικό δικόγραφο της προσφυγής της, η οποία ανακοινώθηκε για πρώτη φορά με τη συστημένη επιστολή της <DATE ISO="20050415">15ης Απριλίου 2005</DATE> και επιβεβαιώθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της <DATE ISO="20051011">11ης Οκτωβρίου 2005</DATE>, μετέβαλε θεμελιωδώς την ουσία της υπό κρίση διαφοράς. Η ουσία έγκειται πλέον αποκλειστικώς στο ζήτημα κατά πόσον το άρθρο 1386-7, πρώτο εδάφιο, του γαλλικού αστικού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τόν νόμο του 2004<NOTE NOTE.ID="E0007" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ. ανωτέρω σημείο 10.</P></NOTE>, είναι συμβατό με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, κατά πόσον η χρηματική ποινή, την οποία προτείνει σήμερα η Επιτροπή, είναι η προσήκουσα.</TXT></NP><NP><NO.P>22.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ήτοι στις <DATE ISO="20030911">11 Σεπτεμβρίου 2003</DATE>, η Γαλλική Δημοκρατία δεν είχε λάβει κανένα μέτρο εκτελέσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή θα μπορούσε, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, να ζητήσει από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις της λόγω παραλείψεως εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως. Εντούτοις, η Επιτροπή αποφάσισε, για λόγους ορθολογικότητας και αποτελεσματικότητας, να περιορίσει το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής της προσφυγής της, αντιδρώντας κατ' αυτόν τον τρόπο στα νομοθετικά μέτρα που θέσπισε η Γαλλική Δημοκρατία. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου περί της εφαρμογής του άρθρου 226 ΕΚ, αυτός ο περιορισμός του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής της προσφυγής περί διαπιστώσεως παραβάσεως είναι θεμιτός, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς ούτε διευρύνεται ούτε τροποποιείται.</TXT></NP><?PAGE NO="I-2469"?><NP><NO.P>23.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή, κατόπιν ενδελεχούς αναλύσεως των τροποποιήσεων που επέφερε στις επίμαχες εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις ο Γάλλος νομοθέτης, κατέληξε ότι το πρώτο και το τρίτο αίτημα της προσφυγής της έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου. Μόνον η μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας στη γαλλική έννομη τάξη παραμένει πλημμελής. Συνεπώς, η Επιτροπή αποφάσισε να εμμείνει στην προσφυγή της, στο μέτρο που η Γαλλική Δημοκρατία δεν έχει ακόμη συμμορφωθεί πλήρως προς τη δεύτερη αιτίαση, την οποία δέχθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση του Επιτροπή κατά Γαλλίας. Συναφώς, η Επιτροπή υπογράμμισε εκ νέου ότι δεν πρόκειται, εν προκειμένω, για νέα αιτίαση αλλά για το υπολειπόμενο τμήμα μιας εκ των αρχικών αιτιάσεων που προέβαλε με την υπό κρίση προσφυγή.</TXT></NP><NP><NO.P>24.</NO.P><TXT>Κατ' ουσίαν, η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία ότι δεν έχει συμμορφωθεί πλήρως προς το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, καθόσον το άρθρο 1386-7 του γαλλικού αστικού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο του 2004, εξακολουθεί να προβλέπει ότι ο προμηθευτής ελαττωματικού προϊόντος υπέχει ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση που ενημερώσει, εντός εύλογης προθεσμίας, τον ζημιωθέντα για την ταυτότητα εκείνου που του προμήθευσε το ελαττωματικό προϊόν. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η εφαρμογή της επίμαχης διατάξεως της οδηγίας συνεπάγεται απαλλαγή του προμηθευτή από την ευθύνη λόγω ελαττωματικού προϊόντος, στην περίπτωση που ενημερώνει, εντός εύλογης προθεσμίας, τον ζημιωθέντα για την ταυτότητα του παραγωγού ή εκείνου που προμήθευσε το οικείο προϊόν.</TXT></NP><NP><NO.P>25.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, λαμβανομένων υπόψη των πρόσφατων και ουσιωδών προσπαθειών των γαλλικών αρχών που οδήγησαν στην εξάλειψη της πλειονότητας των αρχικών αιτιάσεων, επιβάλλεται η μείωση του συντελεστή σοβαρότητας της παραβάσεως από τα δέκα εικοστά στο ένα εικοστό, η οποία, δεδομένου ότι οι λοιπές παράμετροι του υπολογισμού της χρηματικής ποινής παραμένουν αμετάβλητες, συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής ποσού <FT TYPE="NUMBER">13715</FT> ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση.</TXT></NP><NP><NO.P>26.</NO.P><TXT>Η Γαλλική Κυβέρνηση επανέλαβε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, την άποψη που εξέφρασε με την από <DATE ISO="20050517">17 Μαΐου 2005</DATE> συστημένη επιστολή της προς το Δικαστήριο ήτοι ότι η Επιτροπή δεν εμμένει σε αρχική της αιτίαση, αλλά προβάλλει, στην πραγματικότητα, νέα αιτίαση, επί της οποίας δεν της έχει παρασχεθεί η δυνατότητα να προβάλει τα επιχειρήματά της.</TXT></NP><NP><NO.P>27.</NO.P><TXT>Πράγματι, στο πλαίσιο της διαδικασίας η οποία οδήγησε στην έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας, η Επιτροπή προσήψε στη Γαλλική Δημοκρατία εσφαλμένη μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας στην εσωτερική της έννομη τάξη αποκλειστικώς και μόνο για τον λόγο ότι το άρθρο 1386-7 του γαλλικού αστικού κώδικα εξομοίωνε τον προμηθευτή με τον παραγωγό, αντί να αναγνωρίζει επικουρικώς μόνον ευθύνη του προμηθευτή, σε περίπτωση που η ταυτότητα του παραγωγού παραμένει άγνωστη. Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση παραπέμπει, αφενός, στη σκέψη 36 της προαναφερθείσας αποφάσεως και στα σημεία 37 έως 39 του δικογράφου της προσφυγής στην υπόθεση C-52/00 και, αφετέρου, στα σημεία 34 έως 36 του υπομνήματος απαντήσεως της Επιτροπής στην υπό κρίση υπόθεση.</TXT></NP><NP><NO.P>28.</NO.P><TXT>Συνεπώς, η Επιτροπή ουδέποτε προσήψε, πριν από την επιστολή της <DATE ISO="20050415">15ης Απριλίου 2005</DATE>, στη Γαλλική Κυβέρνηση την παράβαση που της προσάπτει σήμερα,<?PAGE NO="I-2470"?> ήτοι ότι το άρθρο 1386-7 του γαλλικού αστικού κώδικα θα έπρεπε να προβλέπει ότι ο διανομέας ελαττωματικού προϊόντος μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του όχι μόνο στην περίπτωση που ενημερώσει, εντός εύλογης προθεσμίας, τον ζημιωθέντα για την ταυτότητα του παραγωγού, αλλά και στην περίπτωση που τον ενημερώσει για την ταυτότητα εκείνου που προμήθευσε στον ίδιο το ελαττωματικό προϊόν.</TXT></NP><NP><NO.P>29.</NO.P><TXT>Επιπλέον, η Επιτροπή, εφόσον εκτιμά ότι η μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας στη γαλλική έννομη τάξη παραμένει εσφαλμένη, για τον λόγο ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση εξακολουθεί να προβλέπει ευθύνη του προμηθευτή ακόμη και στην περίπτωση που ενημερώνει τον ζημιωθέντα για την ταυτότητα εκείνου που προμήθευσε το ελαττωματικό προϊόν στον ίδιο, οφείλει να κινήσει διαδικασία κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας βάσει του άρθρου 226 ΕΚ. Η νέα αυτή αιτίαση, όπως προβάλλεται εντός του πλαισίου της υπό κρίση διαδικασίας, είναι απαράδεκτη.</TXT></NP><NP><NO.P>30.</NO.P><TXT>Επί της ουσίας, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε, επικουρικώς, ότι η μεταφορά της οδηγίας με τον νόμο του 2004 ήταν ορθή. Η νομική φύση της οδηγίας δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεταφέρουν κατά γράμμα το κείμενό της στο εσωτερικό τους δίκαιο. Επιπλέον, η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας δυνατότητα του προμηθευτή να ενημερώσει τον ζημιωθέντα για την ταυτότητα του δικού του προμηθευτή παρέχεται επικουρικώς, ήτοι μόνο για την αρκετά σπάνια περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η ταυτότητα του παραγωγού. Τέλος, η ευθεία αγωγή του ζημιωθέντος κατά του προμηθευτή του δεν εμποδίζει, κατ' ανάγκην, την εκ μέρους του άσκηση περισσοτέρων αγωγών, παραδείγματος χάρη προς αποτροπή του κινδύνου παρελκυστικών ελιγμών. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, όσον αφορά το επίμαχο ζήτημα, το γαλλικό δίκαιο είναι σύμφωνο προς το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία.</TXT></NP><NP><NO.P>31.</NO.P><TXT>Εν συνεχεία, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίσθηκε ότι διαβίβασε στην Επιτροπή, με την από <DATE ISO="20030627">27 Ιουνίου 2003</DATE> συστημένη επιστολή απαντώντας στο έγγραφο οχλήσεως, το κείμενο της σχεδιαζόμενης τροποποιήσεως του άρθρου 1387-7 του αστικού κώδικα, το οποίο προοριζόταν να αποτελέσει μέτρο εκτελέσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας. Σύμφωνα με την αρχή της <HT TYPE="ITALIC">αγαστής</HT> συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας και των κρατών μελών, την οποία καθιερώνει το άρθρο 10 ΕΚ, η Επιτροπή όφειλε μάλλον να ενημερώσει τη Γαλλική Κυβέρνηση για τυχόν αντιρρήσεις της ως προς το κείμενο που της διαβίβασε και όχι να αναμένει την έγκριση του από το Γαλλικό Κοινοβούλιο.</TXT></NP><NP><NO.P>32.</NO.P><TXT>Συναφώς, η Γαλλική Κυβέρνηση παραπέμπει στη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία μεταξύ των σκοπών της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας καταλέγεται η παροχή στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος της δυνατότητας να συμμορφωθεί όσο το δυνατόν ταχύτερα και πληρέστερα προς το κοινοτικό δίκαιο. Ο σκοπός αυτός συνεπάγεται την υποχρέωση της Επιτροπής να ενημερώνει το νωρίτερο δυνατόν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για τυχόν αντιρρήσεις της ως προς το σχέδιο κειμένου που έχει ως αντικείμενο τη μεταφορά μιας οδηγίας στην εσωτερική του έννομη τάξη.</TXT></NP><NP><NO.P>33.</NO.P><TXT>Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν διατύπωσε αντιρρήσεις ως προς το σχέδιο κειμένου που της διαβιβάσθηκε, η Γαλλική Κυβέρνηση ευλόγως συνήγαγε ότι η Επιτροπή το έκρινε αποδεκτό. Συνεπώς, το υπέβαλε προς έγκριση στο Γαλλικό Κοινοβούλιο.</TXT></NP><?PAGE NO="I-2471"?><NP><NO.P>34.</NO.P><TXT>Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρθηκε στην έγγραψη απάντηση της Επιτροπής, της <DATE ISO="20050705">5ης Ιουλίου 2005</DATE>, στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ειδικότερα ως προς το ζήτημα της μεθόδου προσδιορισμού του συντελεστή διαρκείας της παραβάσεως. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίσθηκε ότι η ορθή μέθοδος προσδιορισμού, στην οποία κατέληξε το σώμα των επιτρόπων στις <DATE ISO="20010402">2 Απριλίου 2001</DATE>, θα έπρεπε είτε να δημοσιευθεί είτε, εν πάση περιπτώσει, να γνωστοποιηθεί στα κράτη μέλη.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>V —</NO.P><TXT>Εκτίμηση</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>35.</NO.P><TXT>Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, στο παρόν στάδιο της διαφοράς, υπάρχουν τρία ζητήματα ως προς τα οποία διαφωνούν οι διάδικοι:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>το παραδεκτό της εναπομείνασας αιτιάσεως της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η Γαλλική Δημοκρατία εξακολουθεί να μην έχει μεταφέρει ορθώς το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας στο εσωτερικό της δίκαιο</P></ITEM><ITEM><P>το βάσιμο της εν λόγω αιτιάσεως</P></ITEM><ITEM><P>τέλος, το ερώτημα κατά πόσον η Επιτροπή εφάρμοσε την ορθή μέθοδο κατά τον υπολογισμό του συντελεστή διαρκείας της παραβάσεως.</P></ITEM></LIST></P></NP><NP><NO.P>36.</NO.P><TXT>Η Γαλλική Δημοκρατία αμφισβήτησε το παραδεκτό της εναπομείνασας αιτιάσεως, προβάλλοντας τα εξής δύο επιχειρήματα:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>η μερική αυτή αιτίαση συνιστά, στην πραγματικότητα, νέα αιτίαση, διότι η Επιτροπή δεν είχε ζητήσει ρητώς από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της υποθέσεως C-52/00, να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία όφειλε να αποκλείσει ρητώς την ευθύνη του προμηθευτή ακόμη και στην περίπτωση που είναι σε θέση να ενημερώσει τον ζημιωθέντα μόνο για την ταυτότητα του δικού του προμηθευτή-</P></ITEM><ITEM><P>επικουρικώς, η Επιτροπή όφειλε να ενημερώσει αμέσως τις γαλλικές αρχές ότι η νέα διατύπωση του άρθρου 1386-7, όπως προέκυπτε από το κείμενο του τροποποιητικού νομοσχεδίου κατά το χρονικό σημείο που διαβιβάσθηκε στην Επιτροπή —με την επιστολή της <DATE ISO="20030627">27ης Ιουνίου 2003</DATE>—, εξακολουθούσε να μην εξασφαλίζει την ορθή μεταφορά της οδηγίας στη γαλλική έννομη τάξη.</P></ITEM></LIST></P></NP><NP><NO.P>37.</NO.P><TXT>Φρονώ ότι τα δύο αυτά επιχειρήματα δεν είναι πειστικά.</TXT></NP><NP><NO.P>38.</NO.P><TXT>Η υπό κρίση προσφυγή αφορά τη μη έγκαιρη εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας. Αυτή ακριβώς η απόφαση καθόρισε και οριοθέτησε<?PAGE NO="I-2472"?> τις ουσιαστικές υποχρεώσεις της Γαλλικής Δημοκρατίας, όπως προκύπτει τόσο από τον φάκελο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας όσο και από τα ανταλλαγέντα έγγραφα μεταξύ των διαδίκων στην υπό κρίση υπόθεση.</TXT></NP><NP><NO.P>39.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή όφειλε να αναλύσει και να εκτιμήσει τις πληροφορίες που της κοινοποίησε η Γαλλική Κυβέρνηση με το έγγραφο της <DATE ISO="20050223">23ης Φεβρουαρίου 2005</DATE>, με το οποίο ισχυριζόταν ότι η συνδυασμένη εφαρμογή, αφενός, του άρθρου 29 του νόμου του 2004 και, αφετέρου, του διατάγματος του 2005 εξασφάλιζε την πλήρη εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας. Κατόπιν αναλύσεως και εκτιμήσεως των πληροφοριών αυτών, η Επιτροπή κατέληξε ότι η Γαλλική Κυβέρνηση έχει εκτελέσει την εν λόγω απόφαση κατά το μεγαλύτερό της τμήμα, πλην όμως όχι πλήρως. Συνεπώς, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή ως προς το υπολειπόμενο τμήμα της προαναφερθείσας αποφάσεως, το οποίο παραμένει ανεκτέλεστο.</TXT></NP><NP><NO.P>40.</NO.P><TXT>Δεν αμφισβητείται ότι το τμήμα του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, του οποίου η πλήρης εκτέλεση εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας, εμπίπτει εξ ολοκλήρου στο πλαίσιο της υπό κρίση διαδικασίας, όπως αυτό οριοθετήθηκε με το έγγραφο οχλήσεως και με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής. Το αντικείμενο της υπό κρίση διαφοράς έχει, απλώς, περιορισθεί. Η υπό κρίση διαφορά δεν αφορά πλέον και τα τρία στοιχειά του διατακτικού της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας, αλλά μόνον ένα τμήμα του δεύτερου στοιχείου του εν λόγω διατακτικού.</TXT></NP><NP><NO.P>41.</NO.P><TXT>Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου περί της εφαρμογής του άρθρου 226 ΕΚ, η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία επιδιώκει τους ακόλουθους τρεις σκοπούς:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>να παρασχεθεί στο κράτος μέλος η δυνατότητα να θέσει τέρμα στην ενδεχόμενη παράβαση</P></ITEM><ITEM><P>να παρασχεθεί στο κράτος μέλος η δυνατότητα να ασκήσει τα αμυντικά του δικαιώματα</P></ITEM><ITEM><P>να οριοθετηθεί ορθώς το αντικείμενο της διαφοράς, ενόψει της ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου<NOTE NOTE.ID="E0008" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Απόφαση της <DATE ISO="20021210">10ης Δεκεμβρίου 2002</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-362/01" YEAR="2002" PAGE.ECR="I-11433">C-362/01, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 2002, σ. Ι-11433, σκέψεις 16 έως 18)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>.</P></ITEM></LIST></P><P>Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, μετά το πέρας της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η Επιτροπή δεν έχει πλέον τη δυνατότητα ούτε να διευρύνει ούτε να μεταβάλει το αντικείμενο της διαφοράς. Αντιθέτως, η Επιτροπή έχει κάθε δικαίωμα να περιορίσει το αντικείμενο της διαφοράς, καθόσον ο εν λόγω περιορισμός δεν μπορεί να θίξει τις ουσιώδεις για τα κράτη μέλη διαδικαστικές εγγυήσεις.</P></NP><NP><NO.P>42.</NO.P><TXT>Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 228, παράγραφος 2, ΕΚ εξυπηρετεί σκοπούς παρεμφερείς με εκείνους που επιδιώκει η διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ. Επομένως, η Επιτροπή μπορεί, κατά τη διάρκεια της εκδικάσεως της προσφυγής, να περιορίσει το αντικείμενο της διαφοράς εφόσον αυτό παραμένει αμετάβλητο από ουσιαστικής απόψεως.</TXT></NP><?PAGE NO="I-2473"?><NP><NO.P>43.</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, η Επιτροπή περιόρισε το αντικείμενο της διαφοράς, μολονότι το ουσιαστικό της περιεχόμενο παρέμεινε το ίδιο, ήτοι η ορθή και πλήρης εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Γαλλίας. Το γεγονός ότι η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή διαφωνούν, σήμερα, ως προς την ακριβή έκταση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας ουδόλως επηρεάζει τη διαπίστωση αυτή. Πράγματι, κάθε υποχρέωση εκτελέσεως μιας αποφάσεως του Δικαστηρίου μπορεί να ενέχει ζητήματα περί του ακριβούς περιεχομένου της. Ενδεχομένως, τα ζητήματα αυτά πρέπει να επιλύονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του άρθρου 228 ΕΚ. Συναφώς, παραπέμπω, επίσης, στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου επί μιας άλλης διαφοράς μεταξύ Επιτροπής και Γαλλικής Δημοκρατίας<NOTE NOTE.ID="E0009" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Απόφαση της <DATE ISO="20050712">12ης Ιουλίου 2005</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-304/02" YEAR="2005" PAGE.ECR="I-6263">C-301/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2005, σ. Ι-6263)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι όφειλε να προσδιορίσει, κατ' αρχάς, τις ακριβείς υποχρεώσεις που υπείχε η Γαλλική Δημοκρατία από τις οικείες κοινοτικές κανονιστικές ρυθμίσεις προτού εξετάσει το ζήτημα κατά πόσον το εν λόγω κράτος μέλος παρέλειψε να εκτελέσει ορθώς και πλήρως την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου της <DATE ISO="19910611">11ης Ιουνίου 1991</DATE><NOTE NOTE.ID="E0010" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Απόφαση της <DATE ISO="19910611">11ης Ιουνίου 1991</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-64/88" YEAR="1991" PAGE.ECR="I-2727">C-64/88, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-2727)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>44.</NO.P><TXT>Επιπλέον, ο προβαλλόμενος από τη Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρισμός οδηγεί στο ελάχιστα ικανοποιητικό, αν όχι παράδοξο, αποτέλεσμα ότι η μερική εκτέλεση μιας αποφάσεως του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, συνεπάγεται υποχρέωση της Επιτροπής να κινήσει εκ νέου διαδικασία βάσει του ιδίου άρθρου. Φρονώ ότι η συνέπεια αυτή είναι άκρως ανεπιθύμητη από απόψεως οικονομίας της διαδικασίας.</TXT></NP><NP><NO.P>45.</NO.P><TXT>Συναφώς, υπενθυμίζω το ιστορικό της υπό κρίση υποθέσεως. Το Δικαστήριο, με την απόφαση του της <DATE ISO="19930113">13ης Ιανουαρίου 1993</DATE><NOTE NOTE.ID="E0011" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Απόφαση της <DATE ISO="19930113">13ης Ιανουαρίου 1993</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-293/91" YEAR="1993" PAGE.ECR="I-1">C-293/91, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1993, σ. Ι-1)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>, αναγνώρισε ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να μεταφέρει την οδηγία στο εσωτερικό της δίκαιο εντός της προθεσμίας του άρθρου 19 της εν λόγω οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις της. Εν συνεχεία, με την απόφαση του της <DATE ISO="20020425">25ης Απριλίου 2002</DATE><NOTE NOTE.ID="E0012" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας.</P></NOTE> , το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν έχει μεταφέρει ορθώς την οδηγία στο εσωτερικό της δίκαιο. Αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της Γαλλικής Κυβερνήσεως, ο οποίος φρονώ ότι στερείται εγγενώς βάσεως, δημιουργείται το ενδεχόμενο κινήσεως μιας τέταρτης ή ακόμη και πέμπτης διαδικασίας για την εσφαλμένη μεταφορά της οδηγίας από τη Γαλλική Δημοκρατία.</TXT></NP><NP><NO.P>46.</NO.P><TXT>Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων, πρέπει να προχωρήσω στην εκτίμηση του ισχυρισμού ότι οι υποχρεώσεις των κρατών μελών κατά την εκτέλεση μιας αποφάσεως του Δικαστηρίου εκδοθείσας εις βάρος τους βάσει του άρθρου 226 ΕΚ οριοθετούνται από το περιεχόμενο των αιτιάσεων που διατύπωσε η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της εν λόγω αποφάσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>47.</NO.P><TXT>Η Γαλλική Κυβέρνηση, προβάλλοντας τον εν λόγω ισχυρισμό, δεν έλαβε υπόψη ότι το αντικείμενο της διαδικασίας του άρθρου 228 ΕΚ καθορίζεται πάντοτε από την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση διαδικασία δεν μπορεί να έχει αντικείμενο άλλο από την παράλειψη εκτελέσεως ή την εσφαλμένη εκτέλεση ή τη μη πλήρη εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου.</TXT></NP><?PAGE NO="I-2474"?><NP><NO.P>48.</NO.P><TXT>Πράγματι, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του άρθρου 228 ΕΚ, να ανακύψουν ζητήματα περί του περιεχομένου της προηγούμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου. Εντούτοις, τα ζητήματα αυτά δεν αφορούν το παραδεκτό, αλλά το βάσιμο της προσφυγής. Για τον λόγο αυτό θα επανέλθω στο επιχείρημα αυτό της Γαλλικής Κυβερνήσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>49.</NO.P><TXT>Φρονώ ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε το επιχείρημα το οποίο η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει επικουρικώς.</TXT></NP><NP><NO.P>50.</NO.P><TXT>Το ζήτημα κατά πόσον η Επιτροπή όφειλε να γνωστοποιήσει στις γαλλικές αρχές ότι το σχεδιαζόμενο κείμενο του άρθρου 1386-7 του αστικού κώδικα δεν συνιστούσε, κατά τη γνώμη της, πλήρη μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, ή κατά πόσον στη Γαλλική Δημοκρατία εναπέκειτο να ζητήσει ρητώς από την Επιτροπή τα σχόλιά της για το επίμαχο κείμενο, δεν ασκεί επιρροή κατά την εκτίμηση του παραδεκτού της υπό κρίση προσφυγής.</TXT></NP><NP><NO.P>51.</NO.P><TXT>Μολονότι δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η πλημμελής συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών στον τομέα της εκτελέσεως των αποφάσεων του Δικαστηρίου να έχει συνέπειες κατά την εκτίμηση είτε του βάσιμου μιας ασκηθείσας, βάσει του άρθρου 228 ΕΚ, προσφυγής είτε της βαρύτητας της ενδεχόμενης ποινής, εντούτοις τα περιστασιακά αυτά στοιχεία δεν μπορούν να επηρεάσουν το παραδεκτό μιας κατά τα λοιπά απολύτως παραδεκτής προσφυγής.</TXT></NP><NP><NO.P>52.</NO.P><TXT>Επί της ουσίας, πρέπει να εξετασθεί, εν προκειμένω, κατά πόσον το άρθρο 1386-7 του γαλλικού αστικού κώδικα, ως έχει σήμερα, πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας.</TXT></NP><NP><NO.P>53.</NO.P><TXT>Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητώς, με την προαναφερθείσα απόφαση της <DATE ISO="20020425">25ης Απριλίου 2002</DATE>, Επιτροπή κατά Γαλλίας, ότι η οδηγία επιδιώκει, για τα <HT TYPE="ITALIC">θέματα</HT> που ρυθμίζει, την πλήρη εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών<NOTE NOTE.ID="E0013" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Σκέψη 24.</P></NOTE>. Συνεπώς, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να διατηρούν σε ισχύ στην εσωτερική τους έννομη τάξη ένα γενικό καθεστώς περί της ευθύνης εξ ελαττωματικών προϊόντων διαφορετικό από εκείνο που προβλέπει η οδηγία. Επομένως, προκειμένου να προσδιορισθούν επακριβώς οι υποχρεώσεις των κρατών μελών, πρέπει να εξετασθούν τόσο το γράμμα όσο και η οικονομία της ίδιας της οδηγίας.</TXT></NP><NP><NO.P>54.</NO.P><TXT>Η διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας. Σύμφωνα με την πρώτη περίοδο της εν λόγω διατάξεως, <QUOT.START ID="QS0009" REF.END="QE0009" CODE="00AB"/>[...] κάθε προμη-θευτής<?PAGE NO="I-2475"?> [ελαττωματικού προϊόντος] θα θεωρείται ως παραγωγός του, εκτός αν ενημερώσει τον ζημιωθέντα, εντός εύλογης προθεσμίας, σχετικά με την ταυτότητα του παραγωγού η <HT TYPE="ITALIC">εκείνου</HT><NOTE NOTE.ID="E0014" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Η υπογράμμιση δική μου.</P></NOTE> που του προμήθευσε το προϊόν<QUOT.END ID="QE0009" REF.START="QS0009" CODE="00BB"/>. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 1386-7 του γαλλικού αστικού κώδικα έχει σήμερα ως εξής: <QUOT.START ID="QS0010" REF.END="QE0010" CODE="00AB"/>Ο πωλητής [...] ή κάθε άλλος επαγγελματίας προμηθευτής ευθύνεται για το ελάττωμα του προϊόντος υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τον <HT TYPE="ITALIC">παραγωγό</HT><NOTE NOTE.ID="E0015" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Όπ.π.</P></NOTE> μόνο στην περίπτωση που η ταυτότητα του παραγωγού παραμένει άγνωστη.<QUOT.END ID="QE0010" REF.START="QS0010" CODE="00BB"/></TXT></NP><NP><NO.P>55.</NO.P><TXT>Από μια πρώτη συγκριτική ανάγνωση των δύο αυτών κειμένων προκύπτει με σαφήνεια ότι ο Γάλλος νομοθέτης παρέλειψε να περιλάβει την έννοια <QUOT.START ID="QS0011" REF.END="QE0011" CODE="00AB"/>προμηθευτής του προμηθευτή<QUOT.END ID="QE0011" REF.START="QS0011" CODE="00BB"/> στη νέα διατύπωση του άρθρου 1386-7 του αστικού κώδικα. Συνεπώς, η μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας στο γαλλικό δίκαιο εξακολουθεί να μην είναι πλήρης.</TXT></NP><NP><NO.P>56.</NO.P><TXT>Η διαπίστωση αυτή καθαυτή αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι βάσιμη.</TXT></NP><NP><NO.P>57.</NO.P><TXT>Εντούτοις, ως εκ περισσού, θα σχολιάσω εν συντομία την επιχειρηματολογία της Γαλλικής Κυβερνήσεως όσον αφορά το υπολειπόμενο αντικείμενο της διαφοράς.</TXT></NP><NP><NO.P>58.</NO.P><TXT>Όπως επισήμανα με το ανωτέρω σημείο 53, το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 24 της προαναφερθείσας αποφάσεώς του της <DATE ISO="20020425">25 Απριλίου 2002</DATE>, Επιτροπή κατά Γαλλίας, ότι η οδηγία επιδιώκει την πλήρη εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων των κρατών μελών περί της ευθύνης εξ ελαττωματικών προϊόντων. Συνεπώς, η Γαλλική Δημοκρατία δεν μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι δεν θα ήταν υποχρεωμένη να τροποποιήσει το άρθρο 1386-7 του αστικού κώδικα, αν το Δικαστήριο δεν είχε αποφανθεί ρητώς ότι η εν λόγω διάταξη δεν είναι σύμφωνη προς την οδηγία.</TXT></NP><NP><NO.P>59.</NO.P><TXT>Δεν ασκεί επίσης επιρροή ούτε το προβληθέν από τη Γαλλική Δημοκρατία, σε απάντηση σχετικής ερωτήσεως του Δικαστηρίου, επιχείρημα ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν πάντοτε περιθώριο διακριτικής εκτιμήσεως κατά τη μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό τους δίκαιο, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου νομικού χαρακτήρα της εν λόγω κοινοτικής ρυθμίσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>60.</NO.P><TXT>Σύμφωνα με πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου, οι υποχρεώσεις των κρατών μελών στον τομέα της μεταφοράς των οδηγιών στο εσωτερικό τους δίκαιο καθορίζονται από τη φύση, τον σκοπό και το γράμμα των ίδιων των οδηγιών. Λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της επίμαχης εν προκειμένω οδηγίας, η οποία, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, προβλέπει την πλήρη εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων σε συγκεκριμένο τομέα, ουδόλως προκύπτει από το γράμμα της έρεισμα υπέρ του ισχυρισμού ότι οι γαλλικές αρχές μπορούσαν να παραλείψουν να περιλάβουν στο τροποποιηθέν άρθρο 1386-7 του αστικού κώδικα την έννοια του <QUOT.START ID="QS0012" REF.END="QE0012" CODE="00AB"/>προμηθευτή του προμηθευτή<QUOT.END ID="QE0012" REF.START="QS0012" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><?PAGE NO="I-2476"?><NP><NO.P>61.</NO.P><TXT>Κατόπιν των ανωτέρω, καταλήγω ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι παραδεκτή και βάσιμη.</TXT></NP><NP><NO.P>62.</NO.P><TXT>Απομένει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον είναι εύλογη η μειωθείσα χρηματική ποινή, την οποία η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να επιβάλει στη Γαλλική Δημοκρατία. Ειδικότερα, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον η εφαρμοσθείσα μέθοδος υπολογισμού του συντελεστή διαρκείας της προσαφθείσας παραβάσεως είναι αποδεκτή.</TXT></NP><NP><NO.P>63.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή εξέδωσε, στις <DATE ISO="19970108">8 Ιανουαρίου 1997</DATE>, μια ανακοίνωση περί της μεθόδου υπολογισμού της χρηματικής ποινής που προβλέπει το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 228 ΕΚ)<NOTE NOTE.ID="E0016" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.OJ COLL="C" NO.OJ="063" DATE.PUB="1997" PAGE.FIRST="2">ΕΕ 1997, C 63, σ. 2</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE>. Η Επιτροπή διευκρίνισε, με την εν λόγω ανακοίνωση, ότι <QUOT.START ID="QS0013" REF.END="QE0013" CODE="00AB"/>το σταθερό βασικό ομοιόμορφο ποσό επηρεάζεται από τη διάρκεια της παράβασης και, για τον λόγο αυτό, εφαρμόζεται πολλαπλασιαστικός συντελεστής από 1 μέχρι 3<QUOT.END ID="QE0013" REF.START="QS0013" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>64.</NO.P><TXT>Δεν προκαλεί έκπληξη ούτε το γεγονός ότι η εφαρμογή, στην πράξη, αυτού του λακωνικού κανόνα προκαλεί δυσχέρειες, καθόσον δεν παρέχει σαφή κριτήρια για την εκτίμηση της διάρκειας της παραβάσεως, ούτε το ότι η Επιτροπή ανέλαβε την πρωτοβουλία να θέσει πιο συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια. Αντιθέτως, είναι απορίας άξιον ότι η Επιτροπή δεν έχει κοινοποιήσει μέχρι σήμερα στα κράτη μέλη τη σχετική απόφαση του σώματος των επιτρόπων, της <DATE ISO="20010402">2ας Απριλίου 2001</DATE>.</TXT></NP><NP><NO.P>65.</NO.P><TXT>Μολονότι η συμπεριφορά της Επιτροπής είναι αμφισβητήσιμη από ηθικής απόψεως, εντούτοις δεν είναι καθαυτή ούτε παράνομη ούτε αθέμιτη. Ο χαρακτηρισμός αυτός εξαρτάται από την απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα κατά πόσον η εφαρμογή της νέας μεθόδου συνεπάγεται θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα για το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Στην πρώτη περίπτωση, η εφαρμογή της νέας μεθόδου, δίχως προηγούμενη δημοσίευση της, δεν πρέπει να θεωρηθεί ανεπίτρεπτη. Στην δεύτερη περίπτωση, η εφαρμογή είναι προδήλως αθέμιτη ως αντιβαίνουσα στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης<NOTE NOTE.ID="E0017" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Μπορεί να γίνει παραλληλισμός με τις ανακοινώσεις που έχει εκδώσει η Επιτροπή όσον αφορά τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19620206">6ης Φεβρουαρίου 1962</DATE>, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), όπως π.χ. τις κατευθυντήριες γραμμές που δημοσιεύθηκαν στην <REF.DOC.OJ COLL="C" NO.OJ="009" DATE.PUB="1998" PAGE.FIRST="3">ΕΕ 1998, C 9, σ. 3</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>66.</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι πρόκειται για κανόνα που παρέχει διευκρινίσεις επί μιας δημοσιευθείσας κατά το παρελθόν μεθόδου υπολογισμού δίχως να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής της και, δεύτερον, ότι η εφαρμογή του εν λόγω κανόνα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνεπάγεται για το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αποτέλεσμα λιγότερο ευνοϊκό από εκείνο στο οποίο θα οδηγούσε η εφαρμογή της αρχικής μεθόδου. Πράγματι, από τη σύγκριση μεταξύ, αφενός, του αποτελέσματος της <QUOT.START ID="QS0014" REF.END="QE0014" CODE="00AB"/>νέας<QUOT.END ID="QE0014" REF.START="QS0014" CODE="00BB"/> μεθόδου, ήτοι του συντελεστή 1,3, και, αφετέρου, του αποτελέσματος στο οποίο, σύμφωνα με τις<?PAGE NO="I-2477"?> πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή, στις <DATE ISO="20050705">5 Ιουλίου 2005</DATE>, με την απάντηση της στα ερωτήματα του Δικαστηρίου, θα οδηγούσε κατά πάσα πιθανότητα η εφαρμογή της αρχικής μεθόδου, ήτοι του συντελεστή 1,5, προκύπτει ότι η νέα μέθοδος είναι ευνοϊκότερη για τη Γαλλική Δημοκρατία.</TXT></NP><NP><NO.P>67.</NO.P><TXT>Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η προταθείσα χρηματική ποινή δεν πρέπει να μειωθεί, δεδομένου ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δεν προέβαλε αντιρρήσεις ως προς την εφαρμογή των δύο άλλων στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη κατά τον υπολογισμό, ήτοι του συντελεστή σοβαρότητας της παραβάσεως και του σταθερού συντελεστή για τη Γαλλική Δημοκρατία.</TXT></NP><NP><NO.P>68.</NO.P><TXT>Εντούτοις, δεν συμμερίζομαι τον ισχυρισμό της Επιτροπής, στο μέτρο που ζητεί την επιβολή της προταθείσας χρηματικής ποινής <QUOT.START ID="QS0015" REF.END="QE0015" CODE="00AB"/>από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση<QUOT.END ID="QE0015" REF.START="QS0015" CODE="00BB"/>. Συναφώς, κρίνω σκόπιμο να επανέλθω, στο σημείο αυτό, στο ζήτημα της ελλείψεως διαφάνειας που έπληξε την επικοινωνία μεταξύ των γαλλικών αρχών και των αρμόδιων υπηρεσιών της Επιτροπής, όσον αφορά τις σχεδιαζόμενες τροποποιήσεις του γαλλικού αστικού κώδικα που διαβιβάσθηκαν στην Επιτροπή με την επιστολή της <DATE ISO="20030627">27ης Ιουνίου 2003</DATE>.</TXT></NP><NP><NO.P>69.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή παρέλειψε να ειδοποιήσει τις γαλλικές αρχές για τα πρόδηλα σφάλματα της σχεδιαζόμενης τροποποιήσεως του κειμένου του άρθρου 1386-7 του αστικού κώδικα. Η παράλειψη αυτή είναι περίεργη, δεδομένου ότι η ειδοποίηση αυτή ουδόλως θα επηρέαζε την ευθύνη της Γαλλικής Κυβερνήσεως για την εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως της <DATE ISO="20020425">25ης Απριλίου 2002</DATE>, Επιτροπή κατά Γαλλίας. Οι γαλλικές αρχές δεν έκριναν σκόπιμο να ζητήσουν ρητώς τη γνώμη της Επιτροπής επί της σχεδιαζόμενης τροποποιήσεως προκειμένου να περιορίσουν τον κίνδυνο αλυσιτελούς παρατάσεως της πολύ μακράς προθεσμίας που είχε ταχθεί για την ορθή μεταφορά της οδηγίας. Αμφότεροι οι τρόποι συμπεριφοράς αντιβαίνουν στους κανόνες που θέτει το άρθρο 10 ΕΚ.</TXT></NP><NP><NO.P>70.</NO.P><TXT>Εν πάση περιπτώσει, επί επιβολής χρηματικής ποινής, στο κράτος μέλος πρέπει να τάσσεται ταυτοχρόνως και μια σύντομη πρόσθετη προθεσμία, προκειμένου να του παράσχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του<NOTE NOTE.ID="E0018" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Απόφαση της <DATE ISO="20031125">25ης Νοεμβρίου 2003</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-278/01" YEAR="2003" PAGE.ECR="I-14141">C-278/01, Επιτροπή κατά Ιοπανίας (Συλλογή 2003, σ. Ι-14141, σκέψη 53)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>. Ειδικότερα, πρέπει να τάσσεται πρόσθετη προθεσμία στις περιπτώσεις, όπως η προκείμενη, κατά τις οποίες το ακριβές περιεχόμενο των υποχρεώσεων του κράτους μέλους δεν καθορίζει απολύτως ούτε η επιβάλλουσα τη χρηματική ποινή απόφαση.</TXT></NP><NP><NO.P>71.</NO.P><TXT>Για τους λόγους αυτούς, καταλήγω ότι το Δικαστήριο πρέπει να επιβάλει στη Γαλλική Δημοκρατία χρηματική ποινή ύψους <FT TYPE="NUMBER">13715</FT> ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως στην εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως της <DATE ISO="20050425">25ης Απριλίου 2005</DATE>, Επιτροπή κατά Γαλλίας, μετά τη λήξη προθεσμίας τριών μηνών από την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση.</TXT></NP><NP><NO.P>72.</NO.P><TXT>Η Γαλλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.</TXT></NP></GR.SEQ><?PAGE NO="I-2478"?><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>VI —</NO.P><TXT>Πρόταση</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>73.</NO.P><TXT>Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:</TXT><P><LIST TYPE="ARAB"><ITEM><NP><NO.P>1)</NO.P><TXT>να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση του δεύτερου στοιχείου του διατακτικού της αποφάσεως του Δικαστηρίου της <DATE ISO="20020425">25ης Απριλίου 2002</DATE> στην υπόθεση C-52/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, η οποία αφορούσε την εσφαλμένη μεταφορά της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19850725">25ης Ιουλίου 1985</DATE>, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε <HT TYPE="ITALIC">θέματα</HT> ευθύνης εξ ελαττωματικών προϊόντων, και, ειδικότερα, εξακολουθώντας να προβλέπει ότι ο διανομέας ελαττωματικού προϊόντος ευθύνεται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τον παραγωγό, στην περίπτωση που η ταυτότητα του παραγωγού δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί, ακόμη και όταν ενημερώσει, εντός εύλογης προθεσμίας, τον ζημιωθέντα για την ταυτότητα του δικού του προμηθευτή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 228, παράγραφος 1, ΕΚ</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>2)</NO.P><TXT>να υποχρεώσει τη Γαλλική Δημοκρατία να καταβάλει χρηματική ποινή ύψους <FT TYPE="NUMBER">13715</FT> ευρώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως στην εκτέλεση της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση C-52/00, μετά τη λήξη προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση και έως ότου εκτελεσθεί η απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση C-52/00</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>3)</NO.P><TXT>να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.</TXT></NP></ITEM></LIST></P></NP></GR.SEQ></CONTENTS.CONCLUSION></CONCLUSION>