<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><CONCLUSION NNC="YES" xmlns:fmx="http://opoce" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-05.58-20161101.xd"><BIB.CONCLUSION><REF.CASE FILE="n.a."><NO.CASE>C-393/18 PPU</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>62018CC0393</NO.CELEX><NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:749">EU:C:2018:749</NO.ECLI><NO.SEQ>0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST.ECR>1</PAGE.FIRST.ECR><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST.ECR>24</PAGE.LAST.ECR><PAGE.TOTAL>24</PAGE.TOTAL></BIB.CONCLUSION><CURR.TITLE><PAGE.HEADER><P><HT TYPE="SC">Προτάσεις Saugmandsgaard Øe — Υπόθεση C‑393/18 PPU</HT></P><P>UD</P></PAGE.HEADER></CURR.TITLE><TITLE><TI><P><HT TYPE="UC">Προτασεισ του Γενικου Εισαγγελεα</HT></P><P><HT TYPE="UC">Henrik Saugmandsgaard Øe</HT></P><P>της <DATE ISO="20180920">20ής Σεπτεμβρίου 2018</DATE><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0001"><P>Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.</P></NOTE></P></TI><STI><P><HT TYPE="BOLD">Υπόθεση C‑393/18 PPU</HT></P><P>UD</P><P>κατά</P><P>XB</P><P><HT TYPE="NORMAL">{αίτηση του High Court of Justice (England &amp; Wales), Family Division [ανωτέρου δικαστηρίου (Αγγλία και Ουαλία),<BR/>τμήμα οικογενειακού δικαίου, Ηνωμένο Βασίλειο]<BR/>για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως}</HT></P></STI></TITLE><INTERMEDIATE><INDEX IDX.CLOSE="»" SEPARATOR=" – " IDX.OPEN="«"><KEYWORD>Προδικαστική παραπομπή</KEYWORD><KEYWORD>Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις</KEYWORD><KEYWORD>Διεθνής δικαιοδοσία σε θέματα γονικής μέριμνας</KEYWORD><KEYWORD>Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003</KEYWORD><KEYWORD>Άρθρο 8, παράγραφος 1</KEYWORD><KEYWORD>Έννοια της <QUOT.START CODE="201C" ID="QS0001" REF.END="QE0001"/>συνήθους διαμονής του παιδιού<QUOT.END REF.START="QS0001" CODE="201D" ID="QE0001"/></KEYWORD><KEYWORD>Γέννηση και αδιάλειπτη διαμονή του βρέφους σε τρίτο κράτος παρά τη θέληση της μητέρας</KEYWORD><KEYWORD>Έλλειψη φυσικής παρουσίας του βρέφους σε κράτος μέλος</KEYWORD><KEYWORD>Κατάσταση οφειλόμενη στον καταναγκασμό που άσκησε ο πατέρας και σε ενδεχόμενη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της μητέρας και του βρέφους</KEYWORD><KEYWORD>Δεν υφίσταται κανόνας κατά τον οποίο ένα παιδί δεν δύναται να έχει τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος στο οποίο ουδέποτε είχε φυσική παρουσία</KEYWORD></INDEX></INTERMEDIATE><CONTENTS.CONCLUSION><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">I.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Εισαγωγή</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0001"><NO.P>1.</NO.P><TXT>Με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το High Court of Justice (England &amp; Wales), Family Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα οικογενειακού δικαίου, Ηνωμένο Βασίλειο], ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0002"><P>Κανονισμός του Συμβουλίου, της <DATE ISO="20031127">27ης Νοεμβρίου 2003</DATE>, ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="338" PAGE.FIRST="1" DATE.PUB="2003">ΕΕ 2003, L 338, σ. 1</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE> (στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0002"><NO.P>2.</NO.P><TXT>Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της μητέρας, υπηκόου Μπαγκλαντές, και του πατέρα, Βρετανού υπηκόου, ενός παιδιού ηλικίας περίπου ενός έτους κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου. Η σύλληψη του παιδιού αυτού επήλθε στο Μπαγκλαντές, όπου γεννήθηκε και διέμεινε αδιαλείπτως. Κατά τους ισχυρισμούς της μητέρας, ο πατέρας την κατακρατά παρά τη θέλησή της στο εν λόγω τρίτο κράτος, στο οποίο αυτή μετέβη, αφού διέμεινε περίπου έξι μήνες στο Ηνωμένο Βασίλειο μαζί με τον πατέρα, με πρόθεση να πραγματοποιήσει εκεί μόνο προσωρινή επίσκεψη. Η ίδια εξαναγκάστηκε από τον πατέρα να γεννήσει στο Μπαγκλαντές και να παραμείνει εκεί μαζί με το παιδί. Η μητέρα ζητεί από το αιτούν δικαστήριο να διατάξει, αφενός, τη θέση του παιδιού υπό την προστασία του και, αφετέρου, την επιστροφή της ίδιας και του παιδιού στην Αγγλία και την Ουαλία προκειμένου να παραστούν στην εν λόγω δίκη.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="2"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0003"><NO.P>3.</NO.P><TXT>Με βάση το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, το αιτούν δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επί του ανωτέρω αιτήματος μόνον εάν κατά τον χρόνο της ασκήσεως της ενώπιόν του αγωγής το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το εν λόγω δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν το γεγονός ότι το παιδί ουδέποτε είχε φυσική παρουσία σε αυτό το κράτος μέλος αποκλείει κατ’ ανάγκην το ενδεχόμενο να έχει εκεί τη συνήθη διαμονή του. Επίσης, ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις σχετικά με την επιρροή που ασκεί, στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι η εν λόγω απουσία από το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου οφείλεται στον καταναγκασμό της μητέρας από τον πατέρα, ενδεχομένως κατά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της μητέρας και του παιδιού.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0004"><NO.P>4.</NO.P><TXT>Στο πέρας της αναλύσεώς μου, θα καταλήξω στο συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι ένα παιδί ουδέποτε βρέθηκε σε ορισμένο κράτος μέλος δεν το εμποδίζει κατ’ ανάγκην από το να έχει εκεί τη συνήθη διαμονή του. Επίσης, θα διευκρινίσω τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του παιδιού σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στα οποία περιλαμβάνεται και ο λόγος της απουσίας της μητέρας και του παιδιού της από το έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">II.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Το νομικό πλαίσιο</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0005"><NO.P>5.</NO.P><TXT>Η αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα έχει ως εξής:</TXT><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0002" REF.END="QE0002"/>Οι κανόνες αρμοδιότητας που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού περί γονικής μέριμνας επιλέγονται υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού, ειδικότερα δε του κριτηρίου της εγγύτητας. Αυτό σημαίνει ότι κατά πρώτο λόγο θα πρέπει να είναι αρμόδια τα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού […]<QUOT.END REF.START="QS0002" CODE="00BB" ID="QE0002"/>.</P></QUOT.S></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0006"><NO.P>6.</NO.P><TXT>Το άρθρο 8 του κανονισμού αυτού, το οποίο τιτλοφορείται <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0003" REF.END="QE0003"/>Γενική δικαιοδοσία<QUOT.END REF.START="QS0003" CODE="00BB" ID="QE0003"/>, ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0004" REF.END="QE0004"/>[τ]α δικαστήρια κράτους μέλους έχουν δικαιοδοσία επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα παιδιού το οποίο έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής<QUOT.END REF.START="QS0004" CODE="00BB" ID="QE0004"/>.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">III.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0007"><NO.P>7.</NO.P><TXT>Η ενάγουσα της κύριας δίκης (UD), υπήκοος Μπαγκλαντές, συνήψε το 2013 στο Μπαγκλαντές προσυμφωνημένο γάμο με τον εναγόμενο της κύριας δίκης (ΧΒ), Βρετανό υπήκοο. Η ενάγουσα και ο εναγόμενος της κύριας δίκης είναι, αντίστοιχα, μητέρα και πατέρας ενός μικρού κοριτσιού η σύλληψη του οποίου επήλθε στο Μπαγκλαντές τον Μάιο του 2016.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0008"><NO.P>8.</NO.P><TXT>Τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο του 2016, η UD μετέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να διαμείνει εκεί μαζί με τον ΧΒ. Της χορηγήθηκε θεώρηση συζύγου από το United Kingdom Home Office (Υπουργείο Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου), με ισχύ από την <DATE ISO="20160701">1η Ιουλίου 2016</DATE> έως την <DATE ISO="20190401">1η Απριλίου 2019</DATE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0009"><NO.P>9.</NO.P><TXT>Η UD ισχυρίζεται ότι ο XB και η οικογένειά του ασκούσαν εις βάρος της ενδοοικογενειακή βία, σωματική και ψυχολογική. Υποστηρίζει επίσης ότι υπήρξε δύο φορές θύμα βιασμού από τον ΧΒ. Ο τελευταίος αρνείται τις κατηγορίες αυτές.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0010"><NO.P>10.</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20161224">24 Δεκεμβρίου 2016</DATE>, η UD, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση προχωρημένης εγκυμοσύνης, μετέβη με τον ΧΒ στο Μπαγκλαντές, όπου γεννήθηκε το παιδί στις <DATE ISO="20170202">2 Φεβρουαρίου 2017</DATE>. Η UD και το παιδί παραμένουν έκτοτε εκεί. Στις αρχές Ιανουαρίου του 2018, ο ΧΒ επέστρεψε στην Αγγλία και την Ουαλία.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="3"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0011"><NO.P>11.</NO.P><TXT>Οι διάδικοι της κύριας δίκης υποστηρίζουν δύο διαφορετικές εκδοχές σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες μετέβησαν στο Μπαγκλαντές και τα γεγονότα που επακολούθησαν.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0012"><NO.P>12.</NO.P><TXT>Η UD υποστηρίζει ότι κρατείται από τον ΧΒ παρά τη θέλησή της και παρανόμως στο Μπαγκλαντές μαζί με το παιδί. Εξαναγκάστηκε να γεννήσει και να παραμείνει εκεί κατά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ίδιας και του παιδιού βάσει των άρθρων 3 και 5 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις <DATE ISO="19501104">4 Νοεμβρίου 1950</DATE> (στο εξής: ΕΣΔΑ). Κατά τους ισχυρισμούς της UD, ο ΧΒ την εγκατέλειψε στο χωριό του πατέρα της δηλώνοντας ότι θα επέστρεφε σε αυτήν μία εβδομάδα αργότερα. Όμως, ουδέποτε επέστρεψε, αλλά παρακράτησε το διαβατήριο και άλλα έγγραφά της προκειμένου η ίδια να μην μπορεί να φύγει νομίμως από το Μπαγκλαντές. Η UD δηλώνει ότι, αν γνώριζε τις πραγματικές προθέσεις του XB, δεν θα είχε εξαρχής ταξιδέψει εκεί. Η UD υποστηρίζει ότι, στο εν λόγω χωριό, δεν έχει πρόσβαση σε αέριο, ηλεκτρικό ρεύμα ή πόσιμο νερό και δεν διαθέτει κανένα εισόδημα. Είναι στιγματισμένη από την κοινότητα του χωριού λόγω του γεγονότος ότι ζει χωριστά από τον ΧΒ.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0013"><NO.P>13.</NO.P><TXT>Ο ΧΒ αμφισβητεί τους ανωτέρω ισχυρισμούς στο σύνολό τους. Κατ’ αυτόν, η UD του ζήτησε να μεταβούν στο Μπαγκλαντές διότι ήταν δυστυχής στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επίσης, ο ΧΒ επέστρεψε μόνος του στο εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με επιθυμία της UD.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0014"><NO.P>14.</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20180320">20 Μαρτίου 2018</DATE>, η UD άσκησε αγωγή ενώπιον του High Court of Justice (England &amp; Wales), Family Division [ανωτέρου δικαστηρίου (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα οικογενειακού δικαίου]. Ζητεί από το δικαστήριο αυτό να διατάξει, πρώτον, τη θέση του παιδιού υπό τη δικαστική επιμέλειά του και, δεύτερον, την επιστροφή της μητέρας και του παιδιού στην Αγγλία και την Ουαλία προκειμένου να παραστούν στην εν λόγω δίκη.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0015"><NO.P>15.</NO.P><TXT>Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση που έλαβε χώρα την ίδια μέρα, η UD υποστήριξε ότι το αιτούν δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της αγωγής αυτής. Υποστηρίζει, κυρίως, ότι κατά την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στην Αγγλία και την Ουαλία. Επικουρικώς, η UD υποστηρίζει ότι, με βάση το εθνικό δίκαιο, το δικαστήριο αυτό έχει parens patriae δικαιοδοσία (ήτοι διεθνή δικαιοδοσία με βάση τη βρετανική ιθαγένεια ή υπηκοότητα) να κρίνει επί των ζητημάτων που αφορούν το παιδί και οφείλει εν προκειμένω να ασκήσει τη δικαιοδοσία αυτή.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0016"><NO.P>16.</NO.P><TXT>Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της <DATE ISO="20180416">16ης Απριλίου 2018</DATE>, ο ΧΒ αμφισβήτησε τη διεθνή δικαιοδοσία του High Court of Justice (England &amp; Wales), Family Division [ανωτέρου δικαστηρίου (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα οικογενειακού δικαίου]. Κατά τον ΧΒ, κατά την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής της κύριας δίκης το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στο Μπαγκλαντές. Επιπλέον, το δικαστήριο αυτό δεν έχει parens patriae δικαιοδοσία να κρίνει επί των ζητημάτων που αφορούν το παιδί, καθόσον αυτό δεν είναι βρετανικής ιθαγένειας. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν το εν λόγω δικαστήριο έχει τέτοια δικαιοδοσία, πρέπει εν προκειμένω να απόσχει από την άσκησή της.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0017"><NO.P>17.</NO.P><TXT>Στην απόφαση περί παραπομπής, το ίδιο δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν έχει προβεί σε εκτιμήσεις επί των πραγματικών περιστατικών, καθώς κρίνει ότι είναι αναγκαίο, προκαταρκτικώς, να αποφανθεί επί της διεθνούς δικαιοδοσίας του. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, πριν εξετάσει αν συντρέχει εναλλακτική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας, πρέπει να κρίνει αν το παιδί, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, είχε τη συνήθη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0018"><NO.P>18.</NO.P><TXT>Συναφώς, έκρινε απαραίτητη την προδικαστική παραπομπή προκειμένου να διευκρινισθεί αν μπορεί να στοιχειοθετηθεί συνήθης διαμονή παιδιού σε κράτος μέλος στο οποίο αυτό ουδέποτε είχε φυσική παρουσία. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν τούτο συντρέχει όταν, κατά τους ισχυρισμούς της μητέρας, το παιδί γεννήθηκε και διαμένει σε τρίτο κράτος στο οποίο οι γονείς του, οι<?PAGE NO="4"?> οποίοι ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, δεν έχουν κοινή βούληση διαμονής και στο οποίο ο πατέρας κατακρατά παρανόμως και μέσω καταναγκασμού τη μητέρα και το παιδί. Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι η συμπεριφορά του ΧΒ, αν αποδειχθεί, ενδέχεται να συνιστά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της μητέρας και του παιδιού με βάση τα άρθρα 3 και 5 της ΕΣΔΑ.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0019"><NO.P>19.</NO.P><TXT>Υπό τις συνθήκες αυτές, το High Court of Justice (England &amp; Wales), Family Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα οικογενειακού δικαίου], αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><LIST TYPE="OTHER"><ITEM><NP><NO.P><QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0005" REF.END="QE0005"/>1)</NO.P><TXT>Συνιστά η φυσική παρουσία του παιδιού σε συγκεκριμένο κράτος ουσιώδες στοιχείο της συνήθους διαμονής κατά την έννοια του άρθρου 8 του [κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα];</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>2)</NO.P><TXT>Στην περίπτωση που οι γονείς ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα, μπορεί το γεγονός ότι η μητέρα εξαπατήθηκε προκειμένου να μεταβεί σε άλλο κράτος και ακολούθως κατακρατήθηκε παρανόμως στο κράτος αυτό από τον πατέρα, είτε διά της βίας είτε μέσω άλλης παράνομης πράξεως, με αποτέλεσμα να εξαναγκαστεί να γεννήσει στο κράτος αυτό, να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην απάντηση στο πρώτο ερώτημα, όταν ενδέχεται να έχει υπάρξει προσβολή των [δικαιωμάτων] της μητέρας ή του παιδιού, βάσει των άρθρων 3 και 5 της [ΕΣΔΑ,] ή κατ’ άλλο τρόπο;<QUOT.END REF.START="QS0005" CODE="00BB" ID="QE0005"/></TXT></NP></ITEM></LIST></QUOT.S></P></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0020"><NO.P>20.</NO.P><TXT>Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε να εξεταστεί η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατά την επείγουσα διαδικασία του άρθρου 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Το πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου, στις <DATE ISO="20180705">5 Ιουλίου 2018</DATE>, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να δεχτεί το αίτημα αυτό.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0021"><NO.P>21.</NO.P><TXT>Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η UD, ο ΧΒ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι ίδιοι μετέχοντες στη διαδικασία, καθώς και η Τσεχική Κυβέρνηση, διατύπωσαν και προφορικές παρατηρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της <DATE ISO="20180907">7ης Σεπτεμβρίου 2018</DATE>.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">IV.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Ανάλυση</HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">Α.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Επί του παραδεκτού</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0022"><NO.P>22.</NO.P><TXT>Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλει ένσταση απαραδέκτου των προδικαστικών ερωτημάτων για τον λόγο ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα διέπει αποκλειστικά και μόνο τις συγκρούσεις δικαιοδοσίας μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών. Με βάση το άρθρο 61, στοιχείο γʹ, ΕΚ, νυν άρθρο 67 ΣΛΕΕ, που αποτελεί μία από τις νομικές βάσεις του κανονισμού αυτού, το κατά τόπον πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού περιορίζεται μόνο στις καταστάσεις που εμφανίζουν συνδετικά στοιχεία με δύο ή περισσότερα κράτη μέλη. Συνεπώς, το άρθρο 8 παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού δεν έχει εφαρμογή στο πλαίσιο διαφοράς που εμφανίζει συνδετικά στοιχεία με ένα κράτος μέλος και με τρίτο κράτος.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0023"><NO.P>23.</NO.P><TXT>Συναφώς, το γράμμα της διατάξεως αυτής ορίζει ότι τα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν διεθνή δικαιοδοσία καθόσον <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0006" REF.END="QE0006"/>[το παιδί] έχει συνήθη διαμονή σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη στιγμή της άσκησης της προσφυγής<QUOT.END REF.START="QS0006" CODE="00BB" ID="QE0006"/>, χωρίς να περιορίζει τη δικαιοδοσία αυτή μόνο στις διαφορές που εμφανίζουν συνδετικά στοιχεία με άλλο κράτος μέλος.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0024"><NO.P>24.</NO.P><TXT>Η ανωτέρω ερμηνεία επιρρωννύεται από το άρθρο 61, στοιχείο αʹ, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα. Κατά τη διάταξη αυτή, στις σχέσεις με τη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση, εκτέλεση και συνεργασία όσον αφορά τη γονική μέριμνα και μέτρα για την προστασία των παιδιών, η οποία υπεγράφη στη Χάγη στις <DATE ISO="19961019">19 Οκτωβρίου 1996</DATE> (στο εξής: Σύμβαση<?PAGE NO="5"?> της Χάγης του 1996)<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0003"><P>Η Σύμβαση της Χάγης του 1996 αντικατέστησε τη Σύμβαση σχετικά με την αρμοδιότητα των αρχών και το εφαρμοστέο δίκαιο όσον αφορά την προστασία των ανηλίκων, η οποία συνήφθη στη Χάγη στις <DATE ISO="19611005">5 Οκτωβρίου 1961</DATE> (στο εξής: Σύμβαση της Χάγης του 1961). Μολονότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση της Χάγης του 1996, όλα τα κράτη μέλη έχουν υπογράψει τη Σύμβαση αυτή.</P></NOTE>, ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται εφόσον το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος κράτους μέλους. Επομένως, όταν πληρούται το κριτήριο αυτό, ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα υπερισχύει της εν λόγω Συμβάσεως, ανεξαρτήτως του αν η διαφορά αφορά ενδεχόμενη σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ κρατών μελών ή μεταξύ κράτους μέλους και τρίτου συμβαλλόμενου κράτους της εν λόγω Συμβάσεως.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0025"><NO.P>25.</NO.P><TXT>Εξάλλου, το άρθρο 12, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, το οποίο προβλέπει υπό ορισμένες περιστάσεις παρέκταση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων κράτους μέλους τα οποία έχουν αποφανθεί επί της αιτήσεως διαζυγίου των γονέων ακόμη και αν το παιδί δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στο κράτος αυτό, αφορά την περίπτωση παιδιού που έχει τη συνήθη διαμονή του σε τρίτο κράτος το οποίο δεν είναι συμβαλλόμενο στη Σύμβαση της Χάγης του 1996. Επομένως, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ειδικά σε διαφορές που εμφανίζουν συνδετικά στοιχεία με κράτος μέλος και με τέτοιο τρίτο κράτος<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0004"><P>Αντιθέτως, ορισμένες διατάξεις του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία προϋποθέτουν κατ’ ανάγκην, όπως προκύπτει από το γράμμα τους, ενδεχόμενη σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ των δικαστηρίων δύο ή περισσότερων κρατών μελών (βλ. άρθρα 9, 10, 15, 19 και 20). Επιπλέον, οι διατάξεις του κανονισμού αυτού σχετικά με την αναγνώριση και εκτέλεση έχουν εφαρμογή μόνο στις αποφάσεις που εκδίδονται από τα δικαστήρια των κρατών μελών [βλ. διάταξη της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20160512">12ης Μαΐου 2016</DATE>, <NAME.CASE>Sahyouni</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑281/15</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:343">EU:C:2016:343</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0019">19</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0022">22</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20171220">20ής Δεκεμβρίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>Sahyouni</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑372/16</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:988">EU:C:2017:988</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0027">27</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)]. Επίσης, δεν αμφισβητείται ότι η εφαρμογή του άρθρου 11 του εν λόγω κανονισμού, σχετικά με την επιστροφή του παιδιού, προϋποθέτει ότι η μετακίνηση ή η κατακράτηση του παιδιού πραγματοποιήθηκε από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Εν ολίγοις, κρίσιμο είναι να διερευνηθεί όχι το κατά τόπον πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα στο σύνολό του, αλλά η δυνατότητα εφαρμογής καθεμίας από τις διατάξεις του.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0026"><NO.P>26.</NO.P><TXT>Η τελολογική ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού οδηγεί, επίσης, στο συμπέρασμα ότι η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων ενός κράτους μέλους θεμελιώνεται εφόσον το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος, ακόμη και αν δεν υπάρχουν συνδετικά στοιχεία με άλλο κράτος μέλος.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0027"><NO.P>27.</NO.P><TXT>Συναφώς, στην απόφαση Owusu<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0005"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20050301">1ης Μαρτίου 2005</DATE> (<NO.CASE>C‑281/02</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2005:120">EU:C:2005:120</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0033">33</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η Σύμβαση της <DATE ISO="19680927">27ης Σεπτεμβρίου 1968</DATE> για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0006"><P><REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="388" PAGE.FIRST="7" DATE.PUB="1982">ΕΕ 1982, L 388, σ. 7</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE> (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών), κείμενο που προηγήθηκε του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0007"><P>Κανονισμός του Συμβουλίου, της <DATE ISO="20001222">22ας Δεκεμβρίου 2000</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="012" PAGE.FIRST="1" DATE.PUB="2001">ΕΕ 2001, L 12, σ. 1</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE> (στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες Ι), αποσκοπεί στο να διευκολύνει τη λειτουργία της κοινής αγοράς με τη θέσπιση κανόνων που θα ρυθμίζουν τη διεθνή δικαιοδοσία για την επίλυση των σχετικών διαφορών και με την άρση των σχετικών με την αναγνώριση και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων δυσχερειών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ενοποίηση των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας για τις διαφορές που εμφανίζουν συνδετικό στοιχείο με τρίτο κράτος συμβάλλει στην επίτευξη του σκοπού αυτού, καθώς καθιστά δυνατή την εξάλειψη των εμποδίων τα οποία μπορούν να απορρέουν από τις διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα αυτό. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι η εφαρμογή του κανόνα του άρθρου 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το οποίο απονέμει γενική δικαιοδοσία στα δικαστήρια του κράτους μέλους της κατοικίας του εναγομένου, δεν προϋποθέτει έννομη σχέση στην οποία εμπλέκονται πλείονα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη στην εν λόγω Σύμβαση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0008"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20050301">1ης Μαρτίου 2005</DATE>, <NAME.CASE>Owusu</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑281/02</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2005:120">EU:C:2005:120</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0034">34</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0035">35</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Βλ., επίσης, γνωμοδότηση 1/03 (Νέα Σύμβαση του Λουγκάνο), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20060207">7ης Φεβρουαρίου 2006</DATE> (<NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2006:81">EU:C:2006:81</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0146">146</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0148">148</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0028"><NO.P>28.</NO.P><TXT>Κατά τη γνώμη μου, η συλλογιστική της αποφάσεως αυτής ισχύει και στο πλαίσιο του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 67, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, η Ένωση προωθεί την αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων που εκδίδονται από τα δικαστήρια των κρατών μελών σε όλες τις αστικές υποθέσεις<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0009"><P>Ειδικότερα, το άρθρο 81, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προβλέπει τη λήψη μέτρων εναρμονίσεως στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας στις αστικές υποθέσεις <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0007" REF.END="QE0007"/><HT TYPE="ITALIC">ιδίως</HT> όταν αυτό είναι απαραίτητο για την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς<QUOT.END REF.START="QS0007" CODE="00BB" ID="QE0007"/> (η υπογράμμιση δική μου).</P></NOTE>. Η εναρμόνιση των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας<?PAGE NO="6"?> σκοπεί, ενισχύοντας την ασφάλεια δικαίου, να διευκολύνει την ανάπτυξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η οποία επιτρέπει την εγκαθίδρυση συστήματος αυτόματης αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0010"><P>Βλ. σημείο 13 της εισηγητικής εκθέσεως της A. Borrás (<REF.DOC.OJ COLL="C" NO.OJ="221" PAGE.FIRST="27" DATE.PUB="1998">ΕΕ 1998, C 221, σ. 27</REF.DOC.OJ>), η οποία καταρτίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας συνάψεως της Συμβάσεως βάσει του άρθρου Κ.3 της [ΣΕΕ], σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές, η οποία συνήφθη στις Βρυξέλλες στις <DATE ISO="19980528">28 Μαΐου 1998</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="C" NO.OJ="221" PAGE.FIRST="1" DATE.PUB="1998">ΕΕ 1998, C 221, σ. 1</REF.DOC.OJ>, καλούμενη <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0008" REF.END="QE0008"/>Σύμβαση των Βρυξελλών ΙΙ<QUOT.END REF.START="QS0008" CODE="00BB" ID="QE0008"/>).</P></NOTE>. Υπό το πρίσμα αυτό, η προσέγγιση των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας για την επίλυση των διαφορών που εμφανίζουν συνδετικό στοιχείο με τρίτο κράτος καθιστά δυνατή την εξάλειψη των εμποδίων στην αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται στα κράτη μέλη σε όλες τις αστικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των υποθέσεων οικογενειακού δικαίου.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0029"><NO.P>29.</NO.P><TXT>Άλλωστε, το ανωτέρω συμπέρασμα αντανακλά την αντίληψη που υιοθετούν τόσο τα εθνικά δικαστήρια<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0011"><P>Βλ. μεταξύ άλλων, Cour de Cassation (France), 1<HT TYPE="SUP">ère</HT> chambre civile (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, 1ο τμήμα αστικών υποθέσεων, Γαλλία), <DATE ISO="20150513">13 Μαΐου 2015</DATE>, αριθ. 15‑10.872· Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου), Re B (A Child) (Habitual Residence: Inherent Jurisdiction) [2016] UKSC 4, σκέψη 29, καθώς και High Court of Ireland (ανώτερο δικαστήριο, Ιρλανδία), O’K v A, <DATE ISO="20080701">1η Ιουλίου 2008</DATE>, [2008] IEHC 243, σκέψη 5.8.</P></NOTE> όσο και η θεωρία<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0012"><P>Βλ., μεταξύ άλλων, Gallant, E., <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0009" REF.END="QE0009"/>Règlement Bruxelles II bis: compétence, reconnaissance et exécution en matières matrimoniale et de responsabilité parentale<QUOT.END REF.START="QS0009" CODE="00BB" ID="QE0009"/>, <HT TYPE="ITALIC">Répertoire de droit international</HT>, Dalloz, 2013, σημεία 24 επ., καθώς και Magnus, U., και Mankowski, P., <HT TYPE="ITALIC">European Commentaries on Private International Law</HT>: <HT TYPE="ITALIC">Brussels II bis</HT> <HT TYPE="ITALIC">Regulation</HT>, Sellier European Law Publisher, 2012, σ. 21.</P></NOTE> για το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0030"><NO.P>30.</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου των προδικαστικών ερωτημάτων που προβάλλεται από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει να απορριφθεί.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0031"><NO.P>31.</NO.P><TXT>Χάριν πληρότητας, προσθέτω ότι το παραδεκτό των εν λόγω ερωτημάτων δεν τίθεται εν αμφιβόλω ούτε για τον λόγο ότι αυτά αφορούν μια υπόθεση που αντιστοιχεί σε πραγματικά περιστατικά που δεν έχουν διαπιστωθεί από το αιτούν δικαστήριο, αλλά απλώς προβάλλονται από τη μητέρα<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0013"><P>Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι εθνικό δικαστήριο δύναται να του υποβάλει αίτηση ερμηνείας <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0010" REF.END="QE0010"/>έστω και στηριζόμενο επί ισχυρισμών ενός από τους διαδίκους της κύριας δίκης το βάσιμο των οποίων δεν έχει ακόμα εξετάσει το εν λόγω δικαστήριο, αν κρίνει, ενόψει των ιδιομορφιών της υποθέσεως, ότι απαιτείται προδικαστική απόφαση προκειμένου να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση και ότι είναι λυσιτελή τα […] προδικαστικά ερωτήματα<QUOT.END REF.START="QS0010" CODE="00BB" ID="QE0010"/> [απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20031209">9ης Δεκεμβρίου 2003</DATE>, <NAME.CASE>Gasser</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑116/02</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2003:657">EU:C:2003:657</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0027">27</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)]. Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η απάντηση του Δικαστηρίου στα ερωτήματά του είναι απαραίτητη προκειμένου το ίδιο να αποφανθεί επί της διεθνούς δικαιοδοσίας του, εξυπακουομένου ότι ο απαιτούμενος προς τούτο βαθμός αποδείξεως των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών διαφέρει από εκείνον που ισχύει για την επί της ουσίας απόδειξη των πραγματικών περιστατικών. Συναφώς, στην απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20150128">28ης Ιανουαρίου 2015</DATE>, <NAME.CASE>Kolassa</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑375/13</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2015:37">EU:C:2015:37</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0059">59</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0063">63</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), το Δικαστήριο επισήμανε ότι η έκταση των υποχρεώσεων ελέγχου που υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια κατά την εξέταση της διεθνούς δικαιοδοσίας τους με βάση τον κανονισμό Βρυξέλλες Ι εμπίπτει στο εθνικό δικονομικό δίκαιο, υπό την επιφύλαξη της διατηρήσεως της πρακτικής αποτελεσματικότητας του κανονισμού αυτού. Κατά το Δικαστήριο, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να μπορεί εύκολα να αποφαίνεται επί της διεθνούς δικαιοδοσίας του, χωρίς να είναι αναγκασμένο να προχωρήσει στην κατ’ ουσίαν εξέταση της υποθέσεως διεξάγοντας αποδεικτική διαδικασία ευρείας κλίμακας επί των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, τόσο για τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου όσο και για την ουσία της υποθέσεως. Κατά τη γνώμη μου, η λογική αυτή ισχύει και για τους κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που καθιερώνει ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">Β.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Επί της ουσίας</HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">1.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Προκαταρκτικές παρατηρήσεις</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0032"><NO.P>32.</NO.P><TXT>Η έννοια της <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0011" REF.END="QE0011"/>συνήθους διαμονής του παιδιού<QUOT.END REF.START="QS0011" CODE="00BB" ID="QE0011"/>, η οποία κατέχει κεντρική θέση στον κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙα και στις διεθνείς συμβάσεις από τις οποίες αυτός εμπνέεται, επιτελεί διπλή λειτουργία στο πλαίσιο των νομοθετημάτων αυτών.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="7"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0033"><NO.P>33.</NO.P><TXT>Πρώτον, το κριτήριο της συνήθους διαμονής του παιδιού κατά τη στιγμή της ασκήσεως της προσφυγής θεμελιώνει, με βάση το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, τη γενική δικαιοδοσία των δικαστηρίων κράτους μέλους επί θεμάτων που αφορούν τη γονική μέριμνα<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0014"><P>Δεν αμφισβητείται ότι η αγωγή της κύριας δίκης αφορά θέματα γονικής μέριμνας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 7, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα.</P></NOTE>. Η διάταξη αυτή έχει το ίδιο περιεχόμενο με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Χάγης του 1996.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0034"><NO.P>34.</NO.P><TXT>Δεύτερον, η έννοια της <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0012" REF.END="QE0012"/>συνήθους διαμονής<QUOT.END REF.START="QS0012" CODE="00BB" ID="QE0012"/> του παιδιού βρίσκεται στο επίκεντρο του μηχανισμού επιστροφής που προβλέπεται από τη Σύμβαση για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, η οποία συνήφθη στη Χάγη στις <DATE ISO="19801025">25 Οκτωβρίου 1980</DATE> (στο εξής: Σύμβαση της Χάγης του 1980 και, από κοινού με τη Σύμβαση της Χάγης του 1996, Συμβάσεις της Χάγης)<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0015"><P>Η Σύμβαση της Χάγης του 1980 υπεγράφη από όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, η Ένωση δεν προσχώρησε σε αυτήν. Επιπλέον, η Δημοκρατία του Μπαγκλαντές δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος ούτε στην εν λόγω Σύμβαση ούτε στη Σύμβαση της Χάγης του 1996.</P></NOTE>. Ο μηχανισμός αυτός, όπως συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα και ειδικότερα με το άρθρο 11 του τελευταίου, εξακολουθεί να εφαρμόζεται μεταξύ των κρατών μελών στα θέματα που διέπονται από τον εν λόγω κανονισμό<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0016"><P>Βλ. άρθρο 62, παράγραφος 2, και αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα. Κατά το άρθρο 60, στοιχείο εʹ, του κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού υπερισχύουν των διατάξεων της Συμβάσεως της Χάγης του 1980. Βλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20101005">5ης Οκτωβρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>McB.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑400/10 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:582">EU:C:2010:582</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0036">36</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Κατ’ ουσίαν, η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού είναι παράνομη εφόσον γίνεται κατά προσβολή δικαιώματος επιμέλειας που έχει απονεμηθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους της συνήθους διαμονής του παιδιού αμέσως πριν από το γεγονός αυτό<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0017"><P>Βλ. άρθρο 3 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και άρθρο 2, σημείο 11, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙIα.</P></NOTE>. Όταν η μετακίνηση ή η κατακράτηση είναι παράνομη, η επιστροφή του παιδιού στο εν λόγω κράτος μέλος πρέπει, κατ’ αρχήν, να διατάσσεται αμελλητί<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0018"><P>Βλ. άρθρο 12 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και άρθρο 11 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙIα.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0035"><NO.P>35.</NO.P><TXT>Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0013" REF.END="QE0013"/>συνήθους διαμονής του παιδιού<QUOT.END REF.START="QS0013" CODE="00BB" ID="QE0013"/> έχει το ίδιο περιεχόμενο σε αμφότερα τα ανωτέρω πλαίσια<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0019"><P>Αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20141009">9ης Οκτωβρίου 2014</DATE>, <NAME.CASE>C</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑376/14 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2014:2268">EU:C:2014:2268</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0054">54</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0041">41</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Η προσέγγιση αυτή εξηγείται, ειδικότερα, από το ότι τόσο το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα όσο και ο μηχανισμός επιστροφής σκοπούν να διασφαλίσουν ότι οι διαφορές που αφορούν τη γονική μέριμνα επιλύονται από τα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού, οι οποίες θεωρούνται ως οι πλέον κατάλληλες για την προστασία των συμφερόντων του τελευταίου<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0020"><P>Βλ. εισηγητική έκθεση της E. Pérez‑Vera, Actes et documents de la XIV<HT TYPE="SUP">ème</HT> session (1980), τόμος III (στο εξής: έκθεση Pérez-Vera), σημεία 16, 19 και 66. Ειδικότερα, από το σημείο 16 του εγγράφου αυτού προκύπτει ότι, λόγω της αδυναμίας να καθοριστούν στη Σύμβαση κριτήρια διεθνούς δικαιοδοσίας σε θέματα επιμέλειας, επελέγη η λύση του μηχανισμού επιστροφής, η οποία, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0014" REF.END="QE0014"/>καίτοι έμμεση, καθιστά δυνατή, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, τη λήψη της τελικής αποφάσεως για την επιμέλεια από τις αρχές της συνήθους διαμονής του παιδιού, πριν τη μετακίνησή του<QUOT.END REF.START="QS0014" CODE="00BB" ID="QE0014"/>.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0036"><NO.P>36.</NO.P><TXT>Ειδικότερα, από την αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι ο κανόνας γενικής δικαιοδοσίας του άρθρου 8, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού αντανακλά το κριτήριο της εγγύτητας, με το οποίο ο νομοθέτης επιδίωξε να υλοποιήσει τον σκοπό της προστασίας του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού. Ο νομοθέτης έκρινε ότι τα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού, λόγω της εγγύτητάς τους προς το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον του, είναι τα πλέον κατάλληλα να εκτιμήσουν την κατάσταση του παιδιού στο πλαίσιο της διαδικασίας επί της ουσίας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0021"><P>Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20101109">9ης Νοεμβρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Purrucker</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑296/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:665">EU:C:2010:665</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0084">84</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, ενδεχομένως αφού πραγματοποιηθεί η επιστροφή του παιδιού στο εν λόγω κράτος μέλος κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, όπως<?PAGE NO="8"?> συμπληρώθηκαν με τον κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙα. Ο κανόνας αυτός διεθνούς δικαιοδοσίας όπως και ο μηχανισμός επιστροφής στηρίζονται σε μια γενικότερη αντίληψη σχετικά με το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0022"><P>Βλ. σημεία 24 και 25 της εκθέσεως Pérez‑Vera καθώς και απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0059">59</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</P></NOTE>. Η περαιτέρω εξειδίκευση του συμφέροντος αυτού επέρχεται αργότερα, στο στάδιο της δίκης επί της ουσίας για τα θέματα γονικής μέριμνας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0023"><P>Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0066">66</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0037"><NO.P>37.</NO.P><TXT>Η έννοια της <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0015" REF.END="QE0015"/>συνήθους διαμονής του παιδιού<QUOT.END REF.START="QS0015" CODE="00BB" ID="QE0015"/> δεν ορίζεται ούτε στις Συμβάσεις της Χάγης ούτε στον κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙα. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο, όπως και τα δικαστήρια των συμβαλλομένων κρατών στις εν λόγω Συμβάσεις, διαμόρφωσε έναν έλεγχο για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του παιδιού σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Αυτός προϋποθέτει την επιδίωξη ισορροπίας μεταξύ διαφόρων επιταγών.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0038"><NO.P>38.</NO.P><TXT>Αφενός, ο εν λόγω έλεγχος πρέπει να είναι αρκούντως ευέλικτος προκειμένου τα δικαστήρια να μπορούν να προσαρμόζουν τις αποφάσεις τους ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, ώστε να υλοποιείται κατά τον βέλτιστο δυνατό τρόπο το κριτήριο της εγγύτητας. Συναφώς, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη σύναψη των Συμβάσεων της Χάγης προκύπτει ότι οι συντάκτες τους παρέλειψαν εσκεμμένως να ορίσουν την έννοια της <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0016" REF.END="QE0016"/>συνήθους διαμονής του παιδιού<QUOT.END REF.START="QS0016" CODE="00BB" ID="QE0016"/>. Θεώρησαν ότι η έννοια αυτή ανάγεται σε εκτιμήσεις πραγματικών περιστατικών και δεν πρέπει να υπόκειται σε μη ευέλικτες νομικές ρυθμίσεις όπως αυτές που διέπουν τον προσδιορισμό της κατοικίας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0024"><P>Από τη σύναψη της Συμβάσεως της Χάγης του 1961 και έπειτα, το κριτήριο της συνήθους διαμονής του παιδιού προτιμήθηκε τόσο έναντι του κριτηρίου της ιθαγένειας, το οποίο θεμελίωνε παραδοσιακά τη διεθνή δικαιοδοσία σε θέματα καθεστώτος των προσώπων, αλλά θεωρούνταν παρωχημένο, όσο και έναντι του κριτηρίου της κατοικίας, νομικής έννοιας που ορίζεται διαφορετικά ανάλογα με το εκάστοτε εθνικό δίκαιο. Η συνήθης διαμονή θεωρήθηκε ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0017" REF.END="QE0017"/>πραγματική έννοια<QUOT.END REF.START="QS0017" CODE="00BB" ID="QE0017"/>, η οποία αντιστοιχεί στο <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0018" REF.END="QE0018"/>πραγματικό κέντρο της ζωής του ανηλίκου<QUOT.END REF.START="QS0018" CODE="00BB" ID="QE0018"/> [εισηγητική έκθεση του M. W. de Steiger, Actes et documents de la IX<HT TYPE="SUP">ème</HT> session (1960), τόμος IV, σ. 9, 13 και 14]. Οι προπαρασκευαστικές εργασίες για τη σύναψη της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 επιβεβαιώνουν ότι η συνήθης διαμονή, αντιθέτως προς την έννοια της <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0019" REF.END="QE0019"/>κατοικίας<QUOT.END REF.START="QS0019" CODE="00BB" ID="QE0019"/>, αποτελεί <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0020" REF.END="QE0020"/>αμιγώς πραγματική έννοια<QUOT.END REF.START="QS0020" CODE="00BB" ID="QE0020"/> (έκθεση Pérez‑Vera, σκέψη 66). Κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη σύναψη της Συμβάσεως της Χάγης του 1996, απορρίφθηκε πρόταση για την εισαγωγή ορισμού της έννοιας αυτής για τον λόγο ότι ο ορισμός κινδύνευε να διαταράξει την ερμηνεία των πολυάριθμων άλλων συμβάσεων που χρησιμοποιούν την ίδια έννοια [εισηγητική έκθεση του P. Lagarde, Actes et documents de la XVIII<HT TYPE="SUP">ème</HT> session (1996), τόμος II, σημείο 40]. Οι εκθέσεις αυτές είναι διαθέσιμες και στον διαδικτυακό τόπο https://www.hcch.net/fr/instruments.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0039"><NO.P>39.</NO.P><TXT>Αφετέρου, ο καθιερωθείς έλεγχος πρέπει να διασφαλίζει ορισμένο βαθμό προβλεψιμότητας και ασφάλειας δικαίου, οριοθετώντας επαρκώς την εξουσία εκτιμήσεως των δικαστηρίων. Αυτή η επιταγή αντιστοιχεί επίσης και στον σκοπό περί ομοιόμορφης εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα και των Συμβάσεων της Χάγης: όσο πιο ακριβή και σαφή είναι τα σημεία αναφοράς, τόσο πιο προβλέψιμα και, ως εκ τούτου, ομοιόμορφα θα είναι τα αποτελέσματα μεταξύ των διαφόρων εμπλεκομένων δικαστηρίων.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0040"><NO.P>40.</NO.P><TXT>Στο σημείο αυτό, θεωρώ χρήσιμο να τονίσω τη σημασία της συνεπούς και ομοιόμορφης εφαρμογής του κριτηρίου της συνήθους διαμονής του παιδιού τόσο στο εσωτερικό της Ένωσης όσο και σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη των Συμβάσεων της Χάγης. Το διακύβευμα είναι να αποφεύγονται οι συγκρούσεις διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών και των δικαστηρίων άλλων συμβαλλομένων κρατών της Συμβάσεως της Χάγης του 1996 καθώς και να καταστεί δυνατή η ομαλή εφαρμογή του μηχανισμού επιστροφής που καθιερώνει η Σύμβαση της Χάγης του 1980<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0025"><P>Βλ., συναφώς, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>A</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑523/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:39">EU:C:2009:39</NO.ECLI>, σημεία <REF.NP.ECR REF="NP0026">26</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0030">30</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Υπό το πρίσμα αυτό, θεωρώ σκόπιμο να λάβω υπόψη, στην ανάλυσή μου, ορισμένες αποφάσεις που εκδόθηκαν από δικαστήρια τρίτων συμβαλλομένων κρατών των εν λόγω Συμβάσεων<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0026"><P>Ακολουθώ ιδίως τα βρετανικά και τα καναδικά δικαστήρια, η νομολογία των οποίων περιέχει πολυάριθμες αναφορές στις αποφάσεις των δικαστηρίων άλλων συμβαλλομένων κρατών της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 καθώς και στις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, Cour suprême du Canada (Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά), Balev, 2018 SCC 16, σκέψεις 40 έως 57, καθώς και Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου), A v A (Children: Habitual Residence), [2013] UKSC 60, σκέψεις 46 επ.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><?PAGE NO="9"?><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">2.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί της αναγκαιότητας της φυσικής παρουσίας του παιδιού σε κράτος μέλος για τη στοιχειοθέτηση της συνήθους διαμονής του (πρώτο ερώτημα)</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">α)</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Εισαγωγικές παρατηρήσεις</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0041"><NO.P>41.</NO.P><TXT>Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί εάν το παιδί, προκειμένου να έχει τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, είναι απαραίτητο να έχει εκεί φυσική παρουσία, έστω κατά το παρελθόν μόνο και για περιορισμένο χρονικό διάστημα.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0042"><NO.P>42.</NO.P><TXT>Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, υπόβαθρο του ερωτήματος αυτού είναι οι απόψεις που υποστηρίχθηκαν από δικαστές του Supreme Court of the United Kingdom (Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου) στο πλαίσιο διαφοράς, το πραγματικό πλαίσιο της οποίας εμφανίζει κοινά σημεία με την υπό κρίση υπόθεση. Στην απόφαση A v A (Children: Habitual Residence)<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0027"><P>[2013] UKSC 60.</P></NOTE>, το ανωτέρω δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί της συνήθους διαμονής παιδιού που γεννήθηκε στο Πακιστάν και δεν είχε βρεθεί ποτέ στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου. Η μητέρα του, μετά από πολυετή διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου είχε γεννήσει ήδη τρία παιδιά, μετέβη στο Πακιστάν από τη σύλληψη τέταρτου παιδιού, με πρόθεση να πραγματοποιήσει προσωρινή επίσκεψη. Στη συνέχεια, κατακρατήθηκε εκεί μαζί με τα τρία πρώτα παιδιά της από τον πατέρα, ο οποίος μεταξύ άλλων είχε κατασχέσει τα διαβατήριά τους, και εξαναγκάστηκε να γεννήσει εκεί το τέταρτο παιδί της.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0043"><NO.P>43.</NO.P><TXT>Η πλειοψηφία των δικαστών, με επικεφαλής τη λαίδη Hale, επικαλούμενη τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η συνήθης διαμονή του παιδιού αποτελεί πραγματική έννοια<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0028"><P>Βλ. σημεία 47 επ. των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>, έκλινε προς την άποψη ότι η φυσική παρουσία του παιδιού στο Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου να στοιχειοθετηθεί εκεί η συνήθης διαμονή του. Ωστόσο, αναγνωρίζοντας ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορούσε να επιλυθεί χωρίς την παροχή διευκρινίσεων από το Δικαστήριο στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, οι δικαστές της πλειοψηφίας το άφησαν εν τέλει αναπάντητο, θεμελιώνοντας τη διεθνή δικαιοδοσία των βρετανικών δικαστηρίων σε άλλη βάση, ήτοι στην parens patriae δικαιοδοσία<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0029"><P>[2013] UKSC 60, σημεία 55 έως 58.</P></NOTE>. Ως εκφραστής της μειοψηφίας, ο λόρδος Hughes εκτίμησε, επίσης με βάση την πραγματιστική προσέγγιση του Δικαστηρίου, ότι το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο εφόσον τα μέλη του οικογενειακού πυρήνα στον οποίο ανήκε ήταν επαρκώς εγκατεστημένα εκεί ώστε να έχουν εκεί τη συνήθη διαμονή τους και εφόσον η απουσία του παιδιού οφειλόταν αποκλειστικά στον καταναγκασμό που ασκούσε ο πατέρας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0030"><P>Βλ., ειδικότερα, [2013] UKSC 60, σημεία 82 έως 93. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο, σε ειδικές περιστάσεις, παρόμοιες με εκείνες της υποθέσεως A v A (Children: Habitual Residence), έκρινε ότι το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο μολονότι ουδέποτε είχε <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0021" REF.END="QE0021"/>πατήσει το πόδι του<QUOT.END REF.START="QS0021" CODE="00BB" ID="QE0021"/> εκεί. Βλ. High Court of Justice (England &amp; Wales), Family Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα οικογενειακού δικαίου], B v H (Habitual Residence: Wardship) [2002] 1 FLR 388.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0044"><NO.P>44.</NO.P><TXT>Το ζήτημα που εγείρεται στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος έχει απασχολήσει και τα γαλλικά δικαστήρια. Το Cour de Cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία) κλήθηκε να αποφανθεί επί περιπτώσεως στην οποία η μητέρα, η οποία διέμενε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής μαζί με τον πατέρα και το πρώτο παιδί τους, μετέβη, ούσα έγκυος, στη Γαλλία μαζί με το παιδί αυτό με σκοπό προσωρινή οικογενειακή επίσκεψη. Στη συνέχεια, η μητέρα παρέμεινε στο γαλλικό έδαφος, όπου και γέννησε το δεύτερο παιδί, και αποφάσισε μονομερώς τη μη επιστροφή των παιδιών στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de Cassation (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, Γαλλία) έκρινε ότι τα δύο παιδιά είχαν τη συνήθη διαμονή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, μολονότι το νεογνό ουδέποτε είχε μεταβεί εκεί<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0031"><P>Cour de Cassation (France), 1<HT TYPE="SUP">ère</HT> chambre civile (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, 1ο τμήμα αστικών υποθέσεων, Γαλλία), <DATE ISO="20111026">26 Οκτωβρίου 2011</DATE>, αριθ. 10‑19.905 (Bulletin 2011, I, αριθ. 178).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="10"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0045"><NO.P>45.</NO.P><TXT>Το Δικαστήριο, μολονότι έχει τονίσει επανειλημμένως ότι η φυσική παρουσία του παιδιού σε ορισμένο κράτος <HT TYPE="ITALIC">δεν αρκεί</HT> ώστε να θεμελιωθεί η συνήθης διαμονή του σε αυτό το κράτος, δεν έχει επιλύσει ακόμη, κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα αν η εν λόγω φυσική παρουσία αποτελεί <HT TYPE="ITALIC">απαραίτητη</HT> προϋπόθεση προς τούτο<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0032"><P>Βλ. σημεία 47 καθώς και 54 έως 63 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>. Καταρχάς, θα εξετάσω τη νομολογία αυτή και τον νομικό έλεγχο τον οποίο καθιερώνει (ενότητα β). Στη συνέχεια, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους εκτιμώ ότι, με βάση τις αρχές που απορρέουν από τη μέχρι σήμερα νομολογία καθώς και τους σκοπούς και το πλαίσιο του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, η φυσική παρουσία του παιδιού σε ορισμένο κράτος δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της συνήθους διαμονής του στο εν λόγω κράτος (ενότητα γ).</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">β)</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί του ελέγχου που έχει καθιερώσει η νομολογία του Δικαστηρίου</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0046"><NO.P>46.</NO.P><TXT>Το Δικαστήριο διαμόρφωσε προοδευτικά στις αποφάσεις του έναν έλεγχο για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του παιδιού, ακολουθώντας μια κατ’ ουσίαν πραγματιστική και κατά περίπτωση προσέγγιση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιδίωξε να υλοποιήσει το κριτήριο της εγγύτητας που υιοθέτησε ο νομοθέτης εν ονόματι του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0047"><NO.P>47.</NO.P><TXT>Κατά πάγια νομολογία, η συνήθης διαμονή του παιδιού αντιστοιχεί στον τόπο στον οποίο αυτό <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0022" REF.END="QE0022"/>έχει ενταχθεί σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον<QUOT.END REF.START="QS0022" CODE="00BB" ID="QE0022"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0033"><P>Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20090402">2ας Απριλίου 2009</DATE>, <NAME.CASE>A</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑523/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:225">EU:C:2009:225</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20101222">22ας Δεκεμβρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Mercredi</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑497/10 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:829">EU:C:2010:829</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0047">47</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), καθώς και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0042">42</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE> ή, κατά τη διατύπωση που χρησιμοποιείται στην πρόσφατη απόφαση HR, στον <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0023" REF.END="QE0023"/>τόπο στον οποίο βρίσκεται, στην πράξη, το κέντρο της ζωής του<QUOT.END REF.START="QS0023" CODE="00BB" ID="QE0023"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0034"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0042">42</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>A</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑523/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:39">EU:C:2009:39</NO.ECLI>, σημείο <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Αυτός ο έλεγχος αντιστοιχεί σε αυτόν του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0024" REF.END="QE0024"/>πραγματικού κέντρου της ζωής του ανηλίκου<QUOT.END REF.START="QS0024" CODE="00BB" ID="QE0024"/>, που καθιερώθηκε ήδη κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Συμβάσεως της Χάγης του 1961 (βλ. υποσημείωση 24 των παρουσών προτάσεων).</P></NOTE>. Η εφαρμογή αυτού του νομικού ελέγχου από τα εθνικά δικαστήρια συνεπάγεται εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, προκειμένου ο εν λόγω τόπος να προσδιοριστεί με βάση το σύνολο των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως. Συναφώς, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0025" REF.END="QE0025"/>[ε]κτός της φυσικής παρουσίας του παιδιού εντός κράτους μέλους, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλοι παράγοντες από τους οποίους να μπορεί να συναχθεί ότι η παρουσία αυτή ουδόλως έχει προσωρινό ή ευκαιριακό χαρακτήρα και ότι εκφράζει την σε κάποιο βαθμό ένταξη του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον<QUOT.END REF.START="QS0025" CODE="00BB" ID="QE0025"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0035"><P>Αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20090402">2ας Απριλίου 2009</DATE>, <NAME.CASE>A</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑523/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:225">EU:C:2009:225</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20141009">9ης Οκτωβρίου 2014</DATE>, <NAME.CASE>C</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑376/14 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2014:2268">EU:C:2014:2268</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0051">51</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Βλ., επίσης, αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20101222">22ας Δεκεμβρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Mercredi</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑497/10 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:829">EU:C:2010:829</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0049">49</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0043">43</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0041">41</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE> ή, κατά τους όρους της αποφάσεως Mercredi, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0026" REF.END="QE0026"/>ορισμένη σταθερότητα ή κανονικότητα<QUOT.END REF.START="QS0026" CODE="00BB" ID="QE0026"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0036"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20101222">22ας Δεκεμβρίου 2010</DATE> (<NO.CASE>C‑497/10 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:829">EU:C:2010:829</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0044">44</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="11"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0048"><NO.P>48.</NO.P><TXT>Στους παράγοντες αυτούς συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, η διάρκεια, η κανονικότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής στο οικείο ή στα οικεία κράτη μέλη, η ιθαγένεια του παιδιού<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0037"><P>Η αναφορά στο κριτήριο αυτό προσκρούει στο αντεπιχείρημα ότι η ιθαγένεια του παιδιού συνιστά αυτοτελές συνδετικό στοιχείο, νομικής φύσεως, το οποίο οι συντάκτες των Συμβάσεων της Χάγης (από τις οποίες εμπνέεται ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα) επιδίωξαν, ειδικά, να παραμερίσουν προς όφελος του πραγματικής φύσεως κριτηρίου της συνήθους διαμονής του παιδιού (βλ. υποσημείωση 24 των παρουσών προτάσεων). Βλ. Lamont, R., σχόλιο στην απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20090402">2ας Απριλίου 2009</DATE>, <NAME.CASE>A</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑523/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:225">EU:C:2009:225</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>), Common Market Law Review 47, 2010, σ. 241. Υπό αυτό το πρίσμα, η ιθαγένεια του παιδιού λαμβάνεται υπόψη μόνο στο μέτρο που αποτελεί ένδειξη η οποία αντικατοπτρίζει την κοινωνική πραγματικότητα του περιβάλλοντος του παιδιού. Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0057">57</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0060">60</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, ο τόπος και οι συνθήκες φοιτήσεώς του στο σχολείο, οι γλωσσικές γνώσεις καθώς και οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις του παιδιού στο εν λόγω ή στα εν λόγω κράτη μέλη<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0038"><P>Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20090402">2ας Απριλίου 2009</DATE>, <NAME.CASE>A</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑523/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:225">EU:C:2009:225</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0039">39</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0043">43</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Η πρόθεση των γονέων όσον αφορά τον τόπο διαμονής του παιδιού, εφόσον εκδηλώνεται μέσω απτών μέτρων (όπως η αγορά ή η ενοικίαση κατοικίας), αποτελεί πρόσθετη ένδειξη<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0039"><P>Βλ. αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20090402">2ας Απριλίου 2009</DATE>, <NAME.CASE>A</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑523/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:225">EU:C:2009:225</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0040">40</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20101222">22ας Δεκεμβρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Mercredi</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑497/10 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:829">EU:C:2010:829</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0050">50</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0046">46</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0046">46</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Η βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται στα στοιχεία αυτά εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0040"><P>Βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0048">48</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0049">49</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0049"><NO.P>49.</NO.P><TXT>Καλούμενο να εφαρμόσει τον εν λόγω έλεγχο προκειμένου να προσδιορίσει τη συνήθη διαμονή ενός βρέφους<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0041"><P>Κατά το λεξικό Larousse, ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0027" REF.END="QE0027"/>βρέφος<QUOT.END REF.START="QS0027" CODE="00BB" ID="QE0027"/> νοείται το παιδί από το τέλος της νεογνικής περιόδου έως την ηλικία των δύο ετών, ενώ ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0028" REF.END="QE0028"/>νεογνά<QUOT.END REF.START="QS0028" CODE="00BB" ID="QE0028"/> νοούνται τα παιδιά ηλικίας έως 28 ημερών. Χάριν ευκολίας, θα χρησιμοποιώ τον όρο <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0029" REF.END="QE0029"/>βρέφος<QUOT.END REF.START="QS0029" CODE="00BB" ID="QE0029"/> για να καλύψω και τις δύο αυτές κατηγορίες παιδιών πολύ μικρής ηλικίας. Κατά την ημερομηνία της ασκήσεως της αγωγής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το κοριτσάκι της υποθέσεως της κύριας δίκης ήταν βρέφος.</P></NOTE>, το Δικαστήριο, στην απόφαση Mercredi<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0042"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20101222">22ας Δεκεμβρίου 2010</DATE> (<NO.CASE>C‑497/10 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:829">EU:C:2010:829</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, αναγνώρισε για πρώτη φορά ότι η εκτίμηση της εντάξεως του παιδιού σε ορισμένο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον δεν μπορεί να γίνει ανεξάρτητα από τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τη διαμονή των προσώπων από τα οποία αυτό εξαρτάται. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται ένα παιδί μικρής ηλικίας είναι κυρίως το οικογενειακό και καθορίζεται από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα αναφοράς με τα οποία διαβιοί το παιδί και τα οποία ασκούν στην πράξη την επιμέλειά του και το φροντίζουν<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0043"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20101222">22ας Δεκεμβρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Mercredi</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑497/10 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:829">EU:C:2010:829</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0052">52</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0054">54</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Βλ., επίσης, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0045">45</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, κατά κανόνα τους γονείς του<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0044"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0044">44</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Επομένως, όταν το παιδί διαβιοί σε καθημερινή βάση με τους γονείς του, ο προσδιορισμός της συνήθους διαμονής του προϋποθέτει να προσδιοριστεί ο τόπος στον οποίο οι γονείς του βρίσκονται κατά τρόπο σταθερό και είναι ενταγμένοι σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0045"><P>Βλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0045">45</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0050"><NO.P>50.</NO.P><TXT>Ο τόπος αυτός προσδιορίζεται με βάση έναν κατάλογο, μη εξαντλητικό, ενδείξεων ίδιας φύσεως με τις ενδείξεις που καταδεικνύουν την ένταξη του παιδιού στο εν λόγω περιβάλλον. Στις ενδείξεις αυτές περιλαμβάνεται η διάρκεια, η σταθερότητα, οι συνθήκες και οι λόγοι της διαμονής των γονέων στο οικείο ή στα οικεία κράτη μέλη, οι γλωσσικές τους γνώσεις, οι γεωγραφικές και οικογενειακές καταβολές τους καθώς και οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις που διατηρούν εκεί<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0046"><P>Αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0045">45</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0045">45</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Βλ., επίσης, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20101222">22ας Δεκεμβρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Mercredi</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑497/10 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:829">EU:C:2010:829</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0055">55</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0056">56</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Η πρόθεση των γονέων να εγκατασταθούν μαζί με το παιδί σε ορισμένο τόπο λαμβάνεται υπόψη στο μέτρο που αντανακλά την πραγματική ένταξη των γονέων (και συνεπώς του παιδιού) σε ένα κοινωνικό και<?PAGE NO="12"?> οικογενειακό περιβάλλον<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0047"><P>Βλ., υπό την έννοια αυτή, Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου), Re L (A Child) (Custody: Habitual Residence) [2013] UKSC 75, σκέψη 23: <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0030" REF.END="QE0030"/>it is clear that parental intent does play a part in establishing or changing the habitual residence of a child: not parental intent in relation to habitual residence as a legal concept, but parental intent in relation to the reasons for a child’s leaving one country and going to stay in another<QUOT.END REF.START="QS0030" CODE="00BB" ID="QE0030"/>.</P></NOTE>. Υπό αυτό το πρίσμα, η εν λόγω πρόθεση των γονέων αποτελεί βεβαίως παράγοντα σημαντικό, όχι όμως κατ’ ανάγκην αποφασιστικό<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0048"><P>Βλ. αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0047">47</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0050">50</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), καθώς και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0064">64</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Η βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται στις διάφορες πτυχές της εντάξεως των γονέων συναρτάται με τον βαθμό εξαρτήσεως του παιδιού από τους γονείς του, ο οποίος ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0051"><NO.P>51.</NO.P><TXT>Η λογική της ανωτέρω προσέγγισης καθίσταται ιδιαιτέρως σαφής όταν πρόκειται για τη συνήθη διαμονή νεογνού. Αν είχαν σημασία μόνο τα αντικειμενικά στοιχεία που σχετίζονται με την ένταξη που προκύπτει κατά τη διάρκεια της διαμονής του παιδιού σε ορισμένο τόπο, τότε κανένα νεογνό δεν θα είχε συνήθη διαμονή, καθώς, εξ ορισμού, δεν διέθετε τον χρόνο να ενταχθεί σε κάποιον τόπο. Ως αποτέλεσμα, κανένα νεογνό δεν θα προστατευόταν μέσω του μηχανισμού επιστροφής που προβλέπεται από τη Σύμβαση της Χάγης του 1980 και συμπληρώθηκε με τον κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙα.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0052"><NO.P>52.</NO.P><TXT>Από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι το Δικαστήριο καθιέρωσε <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0031" REF.END="QE0031"/>υβριδική<QUOT.END REF.START="QS0031" CODE="00BB" ID="QE0031"/> προσέγγιση, κατά την οποία η συνήθης διαμονή του παιδιού προσδιορίζεται με βάση, αφενός, αντικειμενικούς παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη διαμονή του παιδιού σε ορισμένο τόπο και, αφετέρου, περιστάσεις που σχετίζονται με τη διαμονή των γονέων του καθώς και με τις προθέσεις τους όσον αφορά τον τόπο διαμονής του παιδιού. Ενώ η έννοια της <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0032" REF.END="QE0032"/>συνήθους διαμονής<QUOT.END REF.START="QS0032" CODE="00BB" ID="QE0032"/> έχει ως επίκεντρο το παιδί, καθόσον προσδιορίζει τον τόπο στον οποίο αυτό έχει, στην πράξη, το κέντρο της ζωής του, ο τόπος αυτός εξαρτάται με τη σειρά του, σε βαθμό που ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, από τον τόπο στον οποίο βρίσκεται το πραγματικό κέντρο της ζωής των γονέων του και στον οποίο αυτοί έχουν την πρόθεση να το αναθρέψουν.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0053"><NO.P>53.</NO.P><TXT>Όπως τόνισε το Cour suprême du Canada (Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά)<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0049"><P>Βλ. Cour suprême du Canada (Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά), <DATE ISO="20180420">20 Απριλίου 2018</DATE>, Balev, 2018 SCC 16, σκέψεις 50 έως 57.</P></NOTE>, στηριζόμενο σε πλείονες δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε συμβαλλόμενα κράτη της Συμβάσεως της Χάγης του 1980, η υβριδική προσέγγιση, η οποία προτιμάται τόσο έναντι της προσέγγισης που επικεντρώνεται αποκλειστικά στον <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0033" REF.END="QE0033"/>εγκλιματισμό<QUOT.END REF.START="QS0033" CODE="00BB" ID="QE0033"/> του παιδιού<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0050"><P>Βλ. United States Court of Appeals, 6<HT TYPE="SUP">th</HT> Circuit (εφετείο της 6ης περιφέρειας, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής), Friedrich v. Friedrich, 78 F.3d 1060 (1996) και Robert v. Tesson, 507 F.3d 981 (2007), καθώς και Cour d’appel de Montréal (εφετείο του Μόντρεαλ, Καναδάς), <DATE ISO="20000908">8 Σεπτεμβρίου 2000</DATE>, αριθ. 500‑09‑010031‑003.</P></NOTE> όσο και έναντι της προσέγγισης που αποδίδει εξέχουσα βαρύτητα στην πρόθεση των γονέων<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0051"><P>Βλ., μεταξύ άλλων, United States Court of Appeals, 9<HT TYPE="SUP">th</HT> Circuit (εφετείο της 9ης περιφέρειας, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής), Mozes v Mozes, 239 F 3d 1067 (2001), καθώς και United States Court of Appeals, 11<HT TYPE="SUP">th</HT> Circuit (εφετείο της 11ης περιφέρειας, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής), Ruiz v. Tenorio, 392 F.3d 1247 (2004).</P></NOTE>, αντανακλά πλέον μία τάση που συνάγεται σε διεθνές επίπεδο από τη σχετική με την εν λόγω Σύμβαση νομολογία.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><?PAGE NO="13"?><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">γ)</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί των συμπερασμάτων που μπορούν να αντληθούν από τη νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την αναγκαιότητα ή όχι της φυσικής παρουσίας</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="5"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">1)</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Σχετικά με την άποψη ότι το ζήτημα έχει ήδη επιλυθεί από το Δικαστήριο</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0054"><NO.P>54.</NO.P><TXT>Κανένας από τους μετέχοντες στη διαδικασία δεν αμφισβητεί ότι, στην πράξη, η συνολική εκτίμηση των περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως οδηγεί εν γένει στο συμπέρασμα ότι το πραγματικό κέντρο της ζωής του παιδιού –και, ως εκ τούτου, η συνήθης διαμονή του– βρίσκεται σε τόπο στον οποίο αυτό είχε φυσική παρουσία. Ωστόσο, η UD, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Τσεχική Κυβέρνηση υποστηρίζουν, αντιθέτως προς τον ΧΒ και την Επιτροπή, ότι, υπό ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, η εν λόγω συνολική εκτίμηση μπορεί να δικαιολογήσει συνήθη διαμονή του παιδιού σε κράτος στο οποίο αυτό ουδέποτε έχει μεταβεί.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0055"><NO.P>55.</NO.P><TXT>Συναφώς, η προεκτεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου περιλαμβάνει, όπως υποστήριξαν ο XB και η Επιτροπή, ορισμένα σημεία τα οποία, εκ πρώτης όψεως, συνηγορούν υπέρ του συμπεράσματος ότι η στοιχειοθέτηση συνήθους διαμονής σε ένα κράτος μέλος προϋποθέτει φυσική παρουσία του παιδιού σε αυτό το κράτος μέλος. Ωστόσο, πριν συναχθεί τέτοιο συμπέρασμα, τα σημεία αυτά πρέπει να εξετασθούν με σύνεση και εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0056"><NO.P>56.</NO.P><TXT>Καταρχάς, η επαναλαμβανόμενη χρήση της φράσεως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0034" REF.END="QE0034"/>εκτός της φυσικής παρουσίας<QUOT.END REF.START="QS0034" CODE="00BB" ID="QE0034"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0052"><P>Βλ. σημείο 47 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE> πριν από τη μνεία άλλων κρίσιμων παραγόντων ενδέχεται να δημιουργήσει την εντύπωση ότι αυτή η παράμετρος αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για τη θεμελίωση της συνήθους διαμονής του παιδιού. Ωστόσο, το Δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψη του πραγματικού πλαισίου των υποθέσεων που ήχθησαν ενώπιόν του, ποτέ δεν εξέτασε ειδικά το ζήτημα της αναγκαιότητας ή όχι της φυσικής παρουσίας. Όπως υποστήριξαν η UD και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από τη χρήση αυτής της φράσεως είναι ότι η φυσική παρουσία <HT TYPE="ITALIC">δεν αρκεί</HT> για να θεμελιωθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού. Εξ αυτού δεν μπορεί να συναχθεί ότι το εν λόγω στοιχείο είναι <HT TYPE="ITALIC">απαραίτητο</HT> προς τούτο.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0057"><NO.P>57.</NO.P><TXT>Έπειτα, ούτε η σκέψη της αποφάσεως W και V<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0053"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170215">15ης Φεβρουαρίου 2017</DATE> (<NO.CASE>C‑499/15</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:118">EU:C:2017:118</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0061">61</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, κατά την οποία <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0035" REF.END="QE0035"/>ο προσδιορισμός της συνήθους διαμονής ενός παιδιού σε συγκεκριμένο κράτος μέλος προϋποθέτει, τουλάχιστον, την αυτοπρόσωπη παρουσία του παιδιού στο κράτος μέλος αυτό<QUOT.END REF.START="QS0035" CODE="00BB" ID="QE0035"/> επιτρέπει τη συναγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Ειδικότερα, αυτή η φράση πρέπει να γίνει κατανοητή υπό το πρίσμα του πραγματικού πλαισίου της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση. Ένας από τους γονείς ισχυριζόταν ότι το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στη Λιθουανία, ενώ η ιθαγένεια του παιδιού αποτελούσε το μοναδικό συνδετικό στοιχείο με το εν λόγω κράτος μέλος. Συνεπώς, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ιθαγένεια κράτους μέλους δεν μπορεί, από μόνη της, να αντισταθμίσει την έλλειψη οποιουδήποτε απτού συνδετικού στοιχείου με το εν λόγω κράτος μέλος, δεδομένου ότι το παιδί δεν έχει καν <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0036" REF.END="QE0036"/>πατήσει το πόδι του<QUOT.END REF.START="QS0036" CODE="00BB" ID="QE0036"/> εκεί<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0054"><P>Βλ., συναφώς, υποσημείωση 37 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>. Το Δικαστήριο δεν κλήθηκε να αποφανθεί επί του ζητήματος αν τέτοια συνδετικά στοιχεία, όταν υπάρχουν, μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να αντισταθμίσουν την έλλειψη φυσικής παρουσίας στο εν λόγω κράτος μέλος.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0058"><NO.P>58.</NO.P><TXT>Τέλος, ούτε η απόφαση OL<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0055"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE> επιρρωννύει την άποψη που υποστηρίζουν ο ΧΒ και η Επιτροπή. Η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε αυτή η απόφαση αφορούσε το παιδί Ελληνίδας μητέρας και Ιταλού πατέρα, οι οποίοι πριν από τη γέννηση του παιδιού κατοικούσαν αμφότεροι στην Ιταλία. Κατά τον πατέρα, είχαν συμφωνήσει να γεννηθεί το παιδί στην Ελλάδα, εξυπακουομένου ότι στη συνέχεια το παιδί και η μητέρα θα επέστρεφαν στην Ιταλία για να εγκατασταθούν εκεί, πρόθεση την οποία η μητέρα αρνήθηκε να υλοποιήσει. Ο πατέρας υποστήριξε ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου ότι η μητέρα<?PAGE NO="14"?> κρατούσε παρανόμως το παιδί σε κράτος μέλος (Ελλάδα) διαφορετικό από εκείνο στο οποίο αυτό είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν την κατακράτησή του (Ιταλία) κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα. Επομένως, το εν λόγω δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αν κατά τον κρίσιμο χρόνο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στην Ιταλία, μολονότι ουδέποτε είχε μεταβεί εκεί.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0059"><NO.P>59.</NO.P><TXT>Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα αν η φυσική παρουσία του παιδιού σε ορισμένο κράτος μέλος αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, προϋπόθεση προκειμένου να στοιχειοθετηθεί εκεί η συνήθης διαμονή του. Αν το Δικαστήριο εκτιμούσε ότι η προγενέστερη νομολογία είχε ήδη δώσει καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα μπορούσε απλώς να την υποδείξει στο εθνικό δικαστήριο –πράγμα που θα παρείχε στο τελευταίο τη δυνατότητα να επιλύσει ευχερώς την ενώπιόν του εκκρεμή διαφορά. Εξάλλου, ο γενικός εισαγγελέας Ν. Wahl πρότεινε στο Δικαστήριο, με βάση ιδίως την απόφαση W και V<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0056"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170215">15ης Φεβρουαρίου 2017</DATE> (<NO.CASE>C‑499/15</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:118">EU:C:2017:118</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, να επιλέξει άλλη λύση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0057"><P>Προτάσεις στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:375">EU:C:2017:375</NO.ECLI>, σημεία <REF.NP.ECR REF="NP0057">57</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0061">61</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Ωστόσο, στα σημεία 81 έως 83, ο γενικός εισαγγελέας N. Wahl μετριάζει τη θέση του, εκτιμώντας ότι, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο παρεκκλίσεως από το κριτήριο της φυσικής παρουσίας, εφόσον υφίσταται απτός σύνδεσμος με κράτος μέλος στο οποίο το παιδί ουδέποτε μετέβη. Ένας τέτοιος σύνδεσμος θα πρέπει να στοιχειοθετείται, προς το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, βάσει <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0037" REF.END="QE0037"/>ισχυρών και πραγματικών ενδείξεων<QUOT.END REF.START="QS0037" CODE="00BB" ID="QE0037"/> δυνάμενων να κατισχύσουν της φυσικής παρουσίας.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0060"><NO.P>60.</NO.P><TXT>Εντούτοις, το Δικαστήριο αναδιατύπωσε το προδικαστικό ερώτημα ούτως ώστε να αποφύγει να δώσει γενική και αφηρημένη απάντηση, παρέχοντας συγχρόνως στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμη βοήθεια για την επίλυση της ενώπιόν του εκκρεμούς διαφοράς<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0058"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0035">35</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Το Δικαστήριο επικεντρώθηκε συγκεκριμένα στην περίπτωση, όπως ήταν η επίμαχη στην υπό κρίση διαφορά, στην οποία το παιδί γεννήθηκε και διέμεινε αδιαλείπτως μαζί με τη μητέρα του και επί πολλούς μήνες, σύμφωνα με την κοινή βούληση των γονέων του, εκτός του κράτους μέλους όπου αυτοί είχαν τη συνήθη διαμονή τους πριν από τη γέννησή του. Εξέτασε κατά πόσον, σε μια τέτοια περίπτωση, η αρχική πρόθεση των γονέων όσον αφορά την επιστροφή της μητέρας μαζί με το παιδί σε αυτό το κράτος μέλος συνιστά καθοριστικής σημασίας παράγοντα προκειμένου να γίνει δεκτό ότι το παιδί έχει εκεί τη συνήθη διαμονή του, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ουδέποτε υπήρξε φυσική παρουσία του παιδιού στο εν λόγω κράτος μέλος.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0061"><NO.P>61.</NO.P><TXT>Απαντώντας στο ως άνω αναδιατυπωθέν ερώτημα, το Δικαστήριο περιορίστηκε, αφενός, στο να αρνηθεί να καθιερώσει γενικό κανόνα κατά τον οποίο η κοινή πρόθεση των συνασκούντων τη γονική μέριμνα για επιστροφή του παιδιού σε ορισμένο κράτος μέλος είναι υπερέχουσας σημασίας και κατισχύει αυτομάτως της φυσικής παρουσίας του παιδιού σε άλλο κράτος μέλος. Συνεπώς, δεν υφίσταται απόλυτος κανόνας κατά τον οποίο ο τόπος συνήθους διαμονής του παιδιού ακολουθεί κατ’ ανάγκην αυτόν των γονέων του και δεν δύναται να τροποποιηθεί μονομερώς από έναν εκ των γονέων που συνασκούν τη γονική μέριμνα παρά τη θέληση του άλλου γονέα<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0059"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0050">50</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> επ.).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0062"><NO.P>62.</NO.P><TXT>Αφετέρου, το Δικαστήριο εκτίμησε κατά πόσον, με βάση τις περιστάσεις που τέθηκαν υπόψη του από το εθνικό δικαστήριο, μπορούσε να γίνει δεκτό ότι το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στο κράτος μέλος στο οποίο οι γονείς του είχαν αρχικά την πρόθεση να ζήσουν μαζί του (Ιταλία) –εκτίμηση την οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να είχε κρίνει περιττή αν θεωρούσε σαφές ότι η έλλειψη φυσικής παρουσίας του παιδιού στην Ιταλία αρκούσε για να αποκλειστεί η συνήθης διαμονή του εκεί. Κατά το πέρας της εκτιμήσεως αυτής, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το παιδί δεν ήταν δυνατόν να διαμένει σε αυτό το κράτος μέλος εφόσον διέμενε επί πολλούς μήνες στην Ελλάδα και είχε γεννηθεί εκεί σύμφωνα με την κοινή βούληση των γονέων του<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0060"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0049">49</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0050">50</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Ουδόλως απέκλεισε<?PAGE NO="15"?> το ενδεχόμενο, υπό άλλες περιστάσεις, και μεταξύ άλλων όταν ο τόπος γεννήσεως δεν αντικατοπτρίζει την κοινή βούληση των γονέων, ένα εθνικό δικαστήριο να οδηγηθεί στη διαπίστωση ότι, υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων παραγόντων, το πραγματικό κέντρο της ζωής του παιδιού βρίσκεται σε κράτος μέλος στο οποίο αυτό ουδέποτε έχει διαμείνει.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="5"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">2)</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Σχετικά με την επιλογή της πλέον συμβατής με τη νομολογία και με τους σκοπούς του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα προσέγγισης</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0063"><NO.P>63.</NO.P><TXT>Δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν έχει επιλύσει ακόμη το ζήτημα της αναγκαιότητας ή όχι της φυσικής παρουσίας σε ορισμένο κράτος μέλος προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού, πρέπει να εξεταστεί ποια από τις λύσεις που προτείνονται από τους μετέχοντες στη διαδικασία είναι η πλέον συμβατή με την πραγματιστική προσέγγιση, η οποία υιοθετήθηκε στη νομολογία με βάση το κριτήριο της εγγύτητας που καθιέρωσε ο νομοθέτης.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0064"><NO.P>64.</NO.P><TXT>Κατά την UD, την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Τσεχική Κυβέρνηση, o πραγματικός χαρακτήρας της έννοιας της <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0038" REF.END="QE0038"/>συνήθους διαμονής του παιδιού<QUOT.END REF.START="QS0038" CODE="00BB" ID="QE0038"/> δεν συμβιβάζεται με την καθιέρωση κανόνα κατά τον οποίο η φυσική παρουσία σε κράτος μέλος αποτελεί sine qua non προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της συνήθους διαμονής του παιδιού σε αυτό το κράτος μέλος, ανεξάρτητα από την εξέταση των λοιπών κρίσιμων περιστάσεων. Οι ίδιοι τονίζουν, ειδικότερα, τη σημασία των παραγόντων που σχετίζονται με την ένταξη του γονέα που ασκεί πραγματικά την επιμέλεια παιδιού μικρής ηλικίας. Ο ΧΒ και η Επιτροπή εκτιμούν, αντιθέτως, ότι, καθώς το παιδί δεν δύναται, εξ ορισμού, να έχει ενταχθεί σε τόπο στον οποίο ουδέποτε μετέβη, η στοιχειοθέτηση της συνήθους διαμονής του στον τόπο αυτόν στηρίζεται σε πλάσμα δικαίου ασύμβατο με την πραγματική φύση της εν λόγω έννοιας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0065"><NO.P>65.</NO.P><TXT>Η πρώτη από τις ανωτέρω απόψεις είναι, κατ’ εμέ, πιο συμβατή με την πραγματιστική προσέγγιση που ακολουθεί το Δικαστήριο. Η αναγωγή της ελλείψεως φυσικής παρουσίας σε κριτήριο αποκλεισμού θα οδηγούσε στη δημιουργία ενός επιμέρους νομικού ελέγχου, στο μέτρο που, αν δεν πληρούνταν το προαπαιτούμενο σχετικά με τη φυσική παρουσία του παιδιού, δεν θα μπορούσε να εξεταστεί κανένας από τους λοιπούς κρίσιμους παράγοντες. Ένας τέτοιος γενικός και αφηρημένος κανόνας θα οδηγούσε σε απώλεια της ευελιξίας που καθιστά δυνατή την εφαρμογή του κριτηρίου της εγγύτητας προς το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη νομολογία που εκτέθηκε ανωτέρω, το κριτήριο αυτό δεν αφορά μόνο τη γεωγραφική εγγύτητα του παιδιού προς ορισμένο τόπο, αλλά την εγγύτητα του παιδιού προς ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον που βρίσκεται σε ορισμένο τόπο.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0066"><NO.P>66.</NO.P><TXT>Ευέλικτη προσέγγιση επιβάλλεται, ιδίως, για να αντιμετωπιστούν οι ειδικές περιπτώσεις των βρεφών που γεννιούνται και διαμένουν σε χώρα διαφορετική από αυτή στην οποία οι γονείς τους έχουν, λόγω των οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών τους, το πραγματικό κέντρο της ζωής τους. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι, καθώς τα βρέφη δεν έχουν μπορέσει, εξ ορισμού, να αναπτύξουν πραγματικούς δεσμούς σε κάποιον τόπο ανεξάρτητα από τους γονείς τους, το πραγματικό κέντρο της ζωής των βρεφών εξαρτάται, στην πράξη, από αυτό των γονέων τους<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0061"><P>Βλ. σημεία 49 και 50 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>. Κατά τη γνώμη μου, ο μη συνυπολογισμός αυτός της κοινωνικής και οικογενειακής πραγματικότητας θα οδηγούσε σε ακόμη πιο τεχνητά αποτελέσματα από ό,τι η αναγνώριση του γεγονότος ότι, στις εν λόγω εξαιρετικές περιπτώσεις, το βρέφος ενδέχεται να έχει τη συνήθη διαμονή του σε τόπο στον οποίο ουδέποτε είχε φυσική παρουσία.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="16"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0067"><NO.P>67.</NO.P><TXT>Επομένως, για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του βρέφους πρέπει να συνεκτιμώνται όχι μόνον οι αντικειμενικές παράμετροι της διαμονής του βρέφους στη χώρα στην οποία βρίσκεται, αλλά και οι ενδείξεις σχετικά με την ένταξη του γονέα ή των γονέων από τους οποίους αυτό εξαρτάται σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον σε άλλη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό, οι περιστάσεις στις οποίες οφείλεται η παρουσία του βρέφους και του γονέα ή των γονέων από τους οποίους αυτό εξαρτάται στην πρώτη χώρα –και, κατ’ επέκταση, η απουσία τους από τη δεύτερη χώρα– κατά τη γέννηση και κατά τη σύντομη περίοδο της ύπαρξής του έχουν ιδιαίτερη σημασία.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0068"><NO.P>68.</NO.P><TXT>Κατά τη γνώμη μου, όταν περιστάσεις ξένες προς τη βούληση του γονέα ή των γονέων από τους οποίους εξαρτάται το βρέφος, όπως ένα τυχαίο γεγονός ή ένα γεγονός ανωτέρας βίας, έχουν ως συνέπεια τη γέννηση και τη διαμονή του βρέφους εκτός του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένη σε σταθερή και τακτική βάση η οικογενειακή μονάδα στην οποία αυτό ανήκει, η οποία συγκροτείται από τον εν λόγω γονέα ή τους εν λόγω γονείς και περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, και άλλα μέλη, τότε το βρέφος έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος. Το κέντρο της ζωής του βρέφους βρίσκεται τότε, εν τοις πράγμασιν, στον τόπο της εν λόγω οικογενειακής μονάδας, στην οποία αυτό προορίζεται να ενταχθεί, και όπου θα βρισκόταν ήδη αν δεν συνέτρεχαν οι εν λόγω εξωτερικές περιστάσεις.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0069"><NO.P>69.</NO.P><TXT>Ένα παράδειγμα αντλούμενο από τα παραδείγματα που παρατίθενται από το Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου) στην υπόθεση A v A (Children: Habitual Residence)<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0062"><P>[2013] UKSC 60, σημείο 42.</P></NOTE>, καθώς και στις παρατηρήσεις της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Τσεχικής Κυβερνήσεως, επιβεβαιώνει τις ανωτέρω σκέψεις. Ας υποθέσουμε ότι ένα ζευγάρι εγκατεστημένο σε σταθερή και τακτική βάση στη Γερμανία μεταβαίνει για διακοπές στη Γαλλία, όπου η μητέρα αναγκάζεται να γεννήσει πρόωρα. Πρέπει άραγε να γίνει δεκτό ότι το παιδί, αμέσως μετά τη γέννησή του, έχει τη συνήθη διαμονή του εκεί όπου κατοικούν οι γονείς του (και, ενδεχομένως, τα μεγαλύτερα αδέλφια του), όπου προορίζεται να διαμείνει και όπου ίσως το περιμένει ήδη ένα λίκνο (ήτοι στη Γερμανία), ή μήπως πρέπει να γίνει δεκτό ότι το παιδί, πριν μεταβεί στη Γερμανία, δεν έχει συνήθη διαμονή<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0063"><P>Μια τρίτη προσέγγιση, κατά την οποία το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του στη Γαλλία λόγω και μόνον του γεγονότος ότι βρίσκεται εκεί από τη γέννησή του, αποκλείεται ευθύς εξαρχής, δεδομένου ότι αυτή η τυχαία παρουσία δεν εμφανίζει τη σταθερότητα και κανονικότητα που απαιτείται προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού.</P></NOTE>;</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0070"><NO.P>70.</NO.P><TXT>Κατά τη γνώμη μου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι το συμπέρασμα ότι το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του στη Γερμανία αμέσως μετά τη γέννησή του αντικατοπτρίζει πιο πιστά την πραγματική ένταξη του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0064"><P>Αντιθέτως προς τα όσα πρότεινε ο γενικός εισαγγελέας Ν. Wahl στις προτάσεις του στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:375">EU:C:2017:375</NO.ECLI>, σημείο <REF.NP.ECR REF="NP0085">85</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), η προσέγγιση που προτείνω δεν οδηγεί επ’ ουδενί στην παραδοχή ότι το παιδί μπορεί να έχει συνήθη διαμονή ήδη πριν από τη γέννησή του ούτε, επομένως, ότι το κυοφορούμενο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα. Η προσέγγιση αυτή απλώς αντανακλά την κοινωνική πραγματικότητα που συνίσταται στο ότι ένα βρέφος δεν μπορεί να ενταχθεί σε κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον αυτόνομο και αποσυνδεδεμένο από το περιβάλλον των προσώπων που το φροντίζουν καθημερινά.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0071"><NO.P>71.</NO.P><TXT>Βεβαίως, τα ανωτέρω ισχύουν υπό την επιφύλαξη του ενδεχομένου η συνήθης διαμονή του παιδιού να μετατοπιστεί με την πάροδο του χρόνου και ανάλογα με τη μεταβολή των αντικειμενικών περιστάσεων. Ειδικότερα, αν το παιδί που γεννήθηκε πρόωρα εκτός του κράτους όπου είναι εγκατεστημένη η οικογενειακή μονάδα στην οποία ανήκει έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος, το συμπέρασμα αυτό ισχύει μόνο καθόσον η διάρκεια της διαμονής του παιδιού στο κράτος γεννήσεώς του και οι πολιτιστικοί και κοινωνικοί δεσμοί που απορρέουν από αυτήν δεν οδηγούν σταδιακά στη διαπίστωση ότι το παιδί έχει, στην πράξη, το κέντρο της ζωής του στο κράτος γεννήσεώς του. Με την πάροδο του χρόνου, οι πραγματικοί δεσμοί του παιδιού με το κράτος όπου προοριζόταν να ενταχθεί σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον εξασθενούν, ώσπου να περάσουν στον χώρο της φαντασίας.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="17"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0072"><NO.P>72.</NO.P><TXT>Εξάλλου, η ερμηνεία που προτείνω δεν θέτει εν αμφιβόλω το γεγονός ότι, <HT TYPE="ITALIC">στην πλειονότητα των περιπτώσεων</HT>, η συνήθης διαμονή του παιδιού αντιστοιχεί σε τόπο στον οποίο αυτό είχε φυσική παρουσία. Συνεπάγεται απλώς ότι ο προσδιορισμός της συνήθους διαμονής του παιδιού πρέπει να αντικατοπτρίζει την πραγματική ενσωμάτωσή του σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον, χωρίς να περιορίζεται συναφώς από μη ευέλικτους νομικούς κανόνες. Σε ειδικές περιπτώσεις που αφορούν βρέφη, η εκτίμηση της δέσμης των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το παιδί έχει, στην πράξη, το κέντρο της ζωής του σε χώρα στην οποία ουδέποτε έχει βρεθεί.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0073"><NO.P>73.</NO.P><TXT>Ορισμένοι δικαστές του Supreme Court of the United Kingdom (Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου) ανέπτυξαν επ’ αυτού πολύ διαφωτιστικές σκέψεις. Επισήμαναν επανειλημμένως ότι η στάθμιση των παραγόντων βάσει των οποίων προσδιορίζεται η συνήθης διαμονή του παιδιού δεν πρέπει μεν να παρακωλύεται από κανόνες δικαίου, πλην όμως μπορεί να οριοθετηθεί λυσιτελώς από ορισμένες <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0039" REF.END="QE0039"/>πραγματικού χαρακτήρα γενικεύσεις<QUOT.END REF.START="QS0039" CODE="00BB" ID="QE0039"/>. Με άλλα λόγια, ορισμένες απόψεις αποδεικνύονται εν γένει, καίτοι όχι πάντοτε, σύμφωνες με την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το παιδί<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0065"><P>Βλ. A v A (Children: Habitual Residence), [2013] UKSC 60, σκέψεις 44 (πλειοψηφούσα κρίση) και 73 έως 75 καθώς και σκέψεις 83 και 84 (μειοψηφούσα γνώμη). Βλ., επίσης, Re L (A Child) (Custody: Habitual Residence) [2013] UKSC 75, σημείο 21.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0074"><NO.P>74.</NO.P><TXT>Αυτό συμβαίνει με την άποψη ότι η συνήθης διαμονή του βρέφους προκύπτει από εκείνη του γονέα ή των γονέων από τους οποίους αυτό εξαρτάται<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0066"><P>Βλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0050">50</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και Re L (A Child) (Custody: Habitual Residence) [2013] UKSC 75, σκέψη 21: <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0040" REF.END="QE0040"/>the proposition […] that a young child in the sole lawful custody of his mother will necessarily have the same habitual residence as she does, is to be regarded as a helpful generalisation of fact, which will usually but not invariably be true, rather than a proposition of law<QUOT.END REF.START="QS0040" CODE="00BB" ID="QE0040"/>. Βλ., επίσης, Supreme Court of the United States (Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής), Delvoye v. Lee, 2003 U.S. LEXIS 7737: <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0041" REF.END="QE0041"/>There is general agreement on a theoretical level that because of the factual basis of the concept there is no place for habitual residence of dependence. However, in practice it is often not possible to make a distinction between the habitual residence of a child and that of its custodian<QUOT.END REF.START="QS0041" CODE="00BB" ID="QE0041"/>.</P></NOTE>, όπως ακριβώς και με την άποψη ότι η συνήθης διαμονή του παιδιού προϋποθέτει ορισμένη φυσική παρουσία στην οικεία χώρα<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0067"><P>Βλ., συναφώς, τη μειοψηφούσα γνώμη του λόρδου Hugues στην υπόθεση A v A (Children: Habitual Residence), [2013] UKSC 60, σκέψη 92.</P></NOTE>. Το γεγονός ότι αυτές οι δύο απόψεις ενδέχεται να έρθουν σε σύγκρουση μεταξύ τους (όπως φανερώνει το προαναφερθέν παράδειγμα) καθιστά σαφή την αδυναμία αναγωγής τους σε απόλυτους νομικούς κανόνες.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0075"><NO.P>75.</NO.P><TXT>Φρονώ ότι αυτό το συμπέρασμα δεν τίθεται εν αμφιβόλω από σκέψεις σχετικά με τις επιταγές προβλεψιμότητας, ασφάλειας δικαίου και ομοιομορφίας των λύσεων εντός της Ένωσης.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0076"><NO.P>76.</NO.P><TXT>Καταρχάς, η μέθοδος των ενδείξεων που ακολουθείται κατά πάγια νομολογία μετά την απόφαση A<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0068"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20090402">2ας Απριλίου 2009</DATE> (<NO.CASE>C‑523/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:225">EU:C:2009:225</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE> δημιουργεί κατ’ ανάγκην, ως συνέπεια της εξουσίας εκτιμήσεως που απονέμει στα εθνικά δικαστήρια, κίνδυνο ανομοιογένειας των λύσεων που υιοθετούνται σε παρόμοιες περιπτώσεις από τα διάφορα δικαστήρια<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0069"><P>Εντούτοις, το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα καθιστά δυνατή την αποφυγή των συγκρούσεων διεθνούς δικαιοδοσίας. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0042" REF.END="QE0042"/>[ε]άν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα γονικής μέριμνας ενός παιδιού, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο, αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο<QUOT.END REF.START="QS0042" CODE="00BB" ID="QE0042"/>.</P></NOTE>. Αυτό το <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0043" REF.END="QE0043"/>τίμημα<QUOT.END REF.START="QS0043" CODE="00BB" ID="QE0043"/> γίνεται εν γένει αποδεκτό εν ονόματι της ευελιξίας που είναι απαραίτητη για την εφαρμογή, προς το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, του κριτηρίου της εγγύτητας προς το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Δεν αντιλαμβάνομαι για ποιον λόγο οι ειδικές περιπτώσεις των βρεφών που γεννιούνται και διαμένουν σε διαφορετική χώρα από εκείνη στην οποία βρίσκεται, στην πράξη, το κέντρο της ζωής των γονέων τους –μόνες περιπτώσεις στις οποίες είναι πιθανόν, στην πράξη, ένα παιδί να έχει τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος στο οποίο ουδέποτε μετέβη– θα πρέπει, αντιθέτως προς όλες τις άλλες περιπτώσεις, να αντιμετωπίζονται με μη ευέλικτο τρόπο.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="18"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0077"><NO.P>77.</NO.P><TXT>Περαιτέρω, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής κατά την οποία η ευέλικτη προσέγγιση σε τέτοιου είδους καταστάσεις δεν είναι απαραίτητη εφόσον το παιδί βρίσκεται σε κάποιο κράτος μέλος δεν με πείθει. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, ελλείψει συνήθους διαμονής, το άρθρο 13 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα προβλέπει επικουρική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας που στηρίζεται στην παρουσία του παιδιού. Ωστόσο, παρατηρώ ότι η εν λόγω βάση διεθνούς δικαιοδοσίας, η οποία εκφράζει μόνο τη γεωγραφική διάσταση του κριτηρίου της εγγύτητας, δεν εμφανίζει κανένα στοιχείο σταθερότητας –εξ ου και ο επικουρικός χαρακτήρας της<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0070"><P>Βλ., υπό την έννοια αυτή, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>A</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑523/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:39">EU:C:2009:39</NO.ECLI>, σημεία <REF.NP.ECR REF="NP0020">20</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0021">21</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Συνεπώς, η εφαρμογή του άρθρου 13 του εν λόγω κανονισμού περιορίζεται στις εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες είναι αδύνατον να προσδιοριστεί η συνήθης διαμονή του παιδιού<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0071"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20090402">2ας Απριλίου 2009</DATE>, <NAME.CASE>A</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑523/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:225">EU:C:2009:225</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0043">43</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Το άρθρο 13 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα αφορά, ειδικότερα, τις εξαιρετικές περιπτώσεις ορισμένων μετοικεσιών στις οποίες, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου, το παιδί έχει απολέσει τη συνήθη διαμονή του στο αρχικό κράτος χωρίς να έχει αποκτήσει ακόμη συνήθη διαμονή στο κράτος υποδοχής. Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>A</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑523/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:39">EU:C:2009:39</NO.ECLI>, σημείο <REF.NP.ECR REF="NP0045">45</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), καθώς και <HT TYPE="ITALIC">Πρακτικός οδηγός για την εφαρμογή του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα</HT> της Επιτροπής (διαθέσιμος στον διαδικτυακό τόπο https://publications.europa.eu/el/publication-detail/-/publication/f7d39509-3f10-4ae2-b993-53ac6b9f93ed, σ. 29).</P></NOTE>. Επιπλέον, όπως υπογράμμισε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αυτή η προβληματική αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πρακτική σημασία στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής. Πράγματι, στο προαναφερθέν παράδειγμα, αν ένας εκ των γονέων αρνούνταν να επιστρέψει στη Γερμανία μαζί με το νεογνό, η εν λόγω διαδικασία θα μπορούσε να κινηθεί μόνο αν γινόταν δεκτό ότι το νεογνό έχει εκεί τη συνήθη διαμονή του.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0078"><NO.P>78.</NO.P><TXT>Τέλος, αμφιβάλλω κατά πόσον ένας κανόνας κατά τον οποίο η διαμονή του παιδιού προϋποθέτει κατ’ ανάγκην στοιχείο φυσικής παρουσίας συνεπάγεται, σε κάθε περίπτωση, πραγματικά οφέλη από την άποψη της ασφάλειας δικαίου. Οι γονείς, κάτοικοι Γερμανίας, του παιδιού που λόγω ανωτέρας βίας γεννήθηκε στη Γαλλία ενδέχεται, ειδικότερα, να αναμένουν νομίμως ότι για οποιαδήποτε διαφορά σχετικά με τη γονική μέριμνα θα αποφαίνονται τα γερμανικά δικαστήρια. Από τη δική τους σκοπιά, ένας κανόνας που θα υποχρέωνε αυτά τα δικαστήρια να κρίνουν ότι δεν έχουν διεθνή δικαιοδοσία λόγω και μόνον του γεγονότος ότι το παιδί δεν βρίσκεται ακόμη στη Γερμανία εξαιτίας ενός απρόβλεπτου και ακούσιου γεγονότος θα δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0072"><P>Επιπλέον, σε τέτοιες περιπτώσεις, ο εν λόγω κανόνας θα στερούσε από το δικαστήριο τη δυνατότητα να συναγάγει ένα απλό συμπέρασμα σχετικά με τη συνήθη διαμονή του παιδιού με βάση όλες τις υπόλοιπες κρίσιμες περιστάσεις.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0079"><NO.P>79.</NO.P><TXT>Με βάση τα προεκτεθέντα, δεν μπορεί να αποδίδεται αυτομάτως αποφασιστική σημασία στο κριτήριο της φυσικής παρουσίας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες της κάθε υποθέσεως. Συνεπώς, η φυσική παρουσία του παιδιού σε κράτος μέλος δεν αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου να θεωρηθεί ότι το παιδί έχει σε αυτό το κράτος τη συνήθη διαμονή του κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">3.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί της επιρροής του καταναγκασμού για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του παιδιού (δεύτερο ερώτημα)</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">α)</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Εισαγωγικές παρατηρήσεις</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0080"><NO.P>80.</NO.P><TXT>Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις σχετικά με την επιρροή που ασκεί, προκειμένου να προσδιοριστεί αν ένα παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του σε ορισμένο κράτος μέλος μολονότι ουδέποτε είχε εκεί φυσική παρουσία, το γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς της μητέρας, αυτή εξαπατήθηκε προκειμένου να μεταβεί σε τρίτη χώρα και ακολούθως κατακρατήθηκε παρανόμως σε αυτή τη χώρα από τον πατέρα, με αποτέλεσμα να εξαναγκαστεί να γεννήσει εκεί. Tο εν λόγω δικαστήριο προσθέτει ότι η κατάσταση αυτή ενδέχεται να συνιστά προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της μητέρας και του παιδιού με βάση τα άρθρα 3 και 5 της ΕΣΔΑ, το περιεχόμενο των οποίων επαναλαμβάνεται στα άρθρα 4 και 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="19"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0081"><NO.P>81.</NO.P><TXT>Με αυτό το ερώτημα, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει τη σημασία που έχει το γεγονός ότι η παρουσία της μητέρας και του παιδιού στο Μπαγκλαντές κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής –και, αντιστοίχως, η απουσία τους από το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου– ήταν αποκλειστική συνέπεια του καταναγκασμού που άσκησε ο πατέρας. Κατά την απόφαση περί παραπομπής, η UD ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι αρχική πρόθεσή της, την οποία νόμιζε ότι συμμεριζόταν ο ΧΒ (δικαιούχος της γονικής μέριμνας από κοινού με την UD) κατά τον χρόνο της αναχωρήσεώς τους προς το Μπαγκλαντές, ήταν να γεννήσει και να διαμείνει μαζί με το παιδί στο Ηνωμένο Βασίλειο<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0073"><P>Βεβαίως, μπορεί κανείς να διατυπώσει αμφιβολία για το κατά πόσον η μητέρα δεν ανέμενε να γεννήσει στο Μπαγκλαντές εφόσον ταξίδεψε στη χώρα αυτή ενώ ήταν πάνω από 7 μηνών έγκυος. Ωστόσο, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο βεβαιώνει ότι πρέπει να προσδιορίσει τη διεθνή δικαιοδοσία του με βάση τον ισχυρισμό της μητέρας ότι εξαναγκάστηκε από τον πατέρα να γεννήσει στο Μπαγκλαντές, θα στηρίξω την ανάλυσή μου σε αυτή την παραδοχή.</P></NOTE>. Εντούτοις, η καταναγκαστική συμπεριφορά του ΧΒ εμπόδισε την πραγμάτωση της προθέσεως αυτής.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0082"><NO.P>82.</NO.P><TXT>Δυστυχώς, αυτό το πλαίσιο πραγματικών περιστατικών δεν φαίνεται να συνιστά εξαιρετική και μεμονωμένη περίπτωση. Όπως τόνισε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, πρόκειται για φαινόμενο που έχει ήδη παρατηρηθεί και, επιπλέον, συζητηθεί ενώπιον των δικαστηρίων του Ηνωμένου Βασιλείου σε άλλες υποθέσεις<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0074"><P>Βλ. Supreme Court of the United Kingdom (Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου), A v A (Children), [2013] UKSC 60, καθώς και High Court of Justice (England &amp;Wales), Family Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα οικογενειακού δικαίου], B v H (Habitual Residence: Wardship) [2002] 1 FLR 388.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0083"><NO.P>83.</NO.P><TXT>Καταρχάς, θα επιχειρήσω να εκτιμήσω σε ποιον βαθμό πρέπει να ληφθεί υπόψη το προαναφερθέν στοιχείο του καταναγκασμού με βάση τις αρχές που συνάγονται από τη μέχρι σήμερα νομολογία (ενότητα β). Έπειτα, θα εξετάσω το ζήτημα αν το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού και τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη επιβάλλουν, σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, την εφαρμογή άλλων αρχών (ενότητα γ).</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">β)</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί της εφαρμογής των αρχών που συνάγονται από τη μέχρι σήμερα νομολογία</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0084"><NO.P>84.</NO.P><TXT>Με βάση την πραγματιστική προσέγγιση που έχει καθιερώσει το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η μητέρα γέννησε το παιδί της σε τρίτη χώρα και παρέμεινε εκεί μαζί του αποκλειστικά και μόνο λόγω του καταναγκασμού που άσκησε ο πατέρας αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, κρίσιμο στοιχείο για την εκτίμηση των δεσμών του παιδιού τόσο με την τρίτη χώρα όπου διαμένει πράγματι όσο και με το κράτος μέλος στο οποίο θα γεννιόταν και θα ζούσε αν δεν είχε ασκηθεί αυτός ο καταναγκασμός<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0075"><P>Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της διεθνούς δικαιοδοσίας του με βάση ορισμένα πραγματικά περιστατικά που προβάλλονται από τη μητέρα και δεν έχουν αποδειχθεί ακόμη (βλ. σημεία 17 και 31 των παρουσών προτάσεων). Υπό τις συνθήκες αυτές, σκοπός των αναπτύξεων που ακολουθούν είναι να βοηθήσουν το δικαστήριο αυτό στον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του παιδιού στο πραγματικό πλαίσιο που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη εκδοχή των πραγματικών περιστατικών, υπό την επιφύλαξη της επί της ουσίας εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών από το εν λόγω δικαστήριο.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0085"><NO.P>85.</NO.P><TXT>Αφενός, το γεγονός αυτό συγκαταλέγεται στις <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0044" REF.END="QE0044"/>συνθήκες και τους λόγους της διαμονής<QUOT.END REF.START="QS0044" CODE="00BB" ID="QE0044"/> της μητέρας και του παιδιού στην εν λόγω τρίτη χώρα, κατά την έννοια της νομολογίας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0076"><P>Βλ. σημείο 48 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>. Εν προκειμένω, ενδέχεται να αποτελεί ένδειξη για το ότι το παιδί δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στο Μπαγκλαντές, μολονότι, εκ των πραγμάτων, όλα τα σημεία αναφοράς του βρίσκονται στη χώρα αυτή, στην οποία το παιδί διαβιοί αφότου γεννήθηκε και στην οποία έχει τις γεωγραφικές και πολιτιστικές καταβολές του.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0086"><NO.P>86.</NO.P><TXT>Το περιβάλλον αυτού του παιδιού, λαμβανομένου υπόψη του νεαρού της ηλικίας του, καθορίζεται ουσιωδώς από το περιβάλλον του προσώπου ή των προσώπων από τα οποία αυτό εξαρτάται –δηλαδή, κατά πάσα πιθανότητα και με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση περί παραπομπής, της μητέρας του (καθώς ο πατέρας του έχει επιστρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο). Κατά τους ισχυρισμούς της UD, η καταναγκαστική συμπεριφορά του ΧΒ την εμποδίζει να αποφασίσει πού θα ζει μαζί με το βρέφος της και την υποχρεώνει να παραμείνει σε ένα χωριό όπου έχει στιγματιστεί από την τοπική κοινότητα και στερείται των βασικών ανέσεων καθώς και εισοδημάτων. Αμφιβάλλω κατά πόσον η ακούσια και επισφαλής διαμονή της μητέρας και του παιδιού σε τρίτο κράτος εμφανίζει<?PAGE NO="20"?> επαρκή σταθερότητα και κανονικότητα ώστε το παιδί να έχει εκεί τη συνήθη διαμονή του. Ειδικότερα, μπορεί πραγματικά να γίνει λόγος για ένταξη σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον αν οι δεσμοί του βρέφους με το εν λόγω τρίτο κράτος αναπτύχθηκαν αποκλειστικά και μόνον εξαιτίας μιας καταστάσεως που οφείλεται στον καταναγκασμό που ασκήθηκε από τον πατέρα<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0077"><P>Στο ίδιο πνεύμα, ορισμένα δικαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής έλαβαν υπόψη τον καταναγκασμό που ασκήθηκε στη μητέρα του παιδιού προκειμένου να προσδιορίσουν τον τόπο διαμονής του. Ειδικότερα, το District Court of Utah (περιφερειακό δικαστήριο της πολιτείας της Γιούτα, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής) έκρινε ότι το παιδί, μολονότι διέμενε στη Γερμανία, δεν είχε εκεί τη συνήθη διαμονή του καθώς η μητέρα και το παιδί είχαν εμποδιστεί να εγκαταλείψουν τη χώρα αυτή εξαιτίας της ασκήσεως λεκτικής, συναισθηματικής και σωματικής βίας από τον πατέρα [Re Ponath, 829 F. Supp. 363 (1993)]. Το District Court of Washington (περιφερειακό δικαστήριο της πολιτείας της Ουάσινγκτον, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής) έκρινε ότι η μητέρα των ενδιαφερόμενων παιδιών δεν είχε τη συνήθη διαμονή της στην Ελλάδα, όπου ζούσε μαζί τους κοινωνικώς απομονωμένη και στερούμενη την ιδιωτική αυτονομία της, χωρίς να γνωρίζει τα πολιτιστικά ήθη και τη γλώσσα, με περιορισμένη πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους και υφιστάμενη βιαιοπραγίες εκ μέρους του πατέρα [Tsarbopoulos v. Tsarbopoulos, 176 F. Supp. 2d 1045, (2001)]. Το District Court of Minnesota (περιφερειακό δικαστήριο της πολιτείας της Μινεσότα, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής), λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο πατέρας είχε εμποδίσει τη μητέρα να εγκαταλείψει το έδαφος του Ισραήλ, του οποίου αμφότεροι ήταν υπήκοοι και στο οποίο η μητέρα είχε διαμείνει επί 11 μήνες μαζί με τον πατέρα και τα παιδιά τους, δεν δέχτηκε συνήθη διαμονή των παιδιών αυτών στο εν λόγω κράτος [Silverman v. Silverman, 2002 U.S. Dist. LEXIS 8313].</P></NOTE>;</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0087"><NO.P>87.</NO.P><TXT>Τα ανωτέρω εξακολουθούν να ισχύουν παρά το γεγονός ότι η UD κατάγεται από το Μπανγκλαντές και διαμένει στο χωριό της οικογένειάς της. Ειδικότερα, οι γεωγραφικές και οικογενειακές καταβολές του γονέα που ασκεί την επιμέλεια του παιδιού –όπως και οι συνακόλουθοι πολιτιστικοί και οικογενειακοί δεσμοί του παιδιού– αποτελούν μόνον έναν από τους παράγοντες που μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της συνολικής αναλύσεως των περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0078"><P>Βλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0052">52</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0058">58</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Αυτός ο παράγοντας δεν δύναται να επισκιάσει άλλες αντικειμενικές περιστάσεις, όπως το γεγονός ότι η μητέρα φέρεται να κρατείται καταναγκαστικά στο Μπαγκλαντές μαζί με την κόρη της.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0088"><NO.P>88.</NO.P><TXT>Παρά ταύτα, αφετέρου, η σκέψη ότι, αν δεν υφίστατο η καταναγκαστική συμπεριφορά του πατέρα, το παιδί θα είχε γεννηθεί στο επίμαχο κράτος μέλος και θα διέμενε εκεί μετά τη γέννησή του δεν αρκεί για να θεμελιωθεί η συνήθης διαμονή του παιδιού στο εν λόγω κράτος μέλος. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ακόμη και μια τέτοια φυσική παρουσία δεν θα αρκούσε προς τούτο. Θα έπρεπε, επιπλέον, οι πραγματικοί δεσμοί του παιδιού με το έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους να είναι ικανοί να θεμελιώσουν ότι, στην πράξη, το παιδί έχει εκεί το κέντρο της ζωής του.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0089"><NO.P>89.</NO.P><TXT>Όπως αναλύθηκε ανωτέρω<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0079"><P>Βλ. σημεία 65 έως 71 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>, ένα βρέφος που ανήκει σε οικογενειακή μονάδα τα μέλη της οποίας έχουν το πραγματικό κέντρο της ζωής τους σε ένα κράτος μέλος έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος, ακόμη και αν δεν γεννήθηκε εκεί και δεν έχει ακόμη μεταβεί σε αυτό λόγω περιστάσεων ανεξάρτητων από τη βούληση του γονέα ή των γονέων από τους οποίους εξαρτάται. Απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει, υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων περιστάσεων, αν αυτό συμβαίνει στην επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση. Οι σκέψεις που εκτίθενται κατωτέρω είναι δυνατόν να το καθοδηγήσουν στο πλαίσιο της ανωτέρω εκτιμήσεως.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0090"><NO.P>90.</NO.P><TXT>Πρώτον, τα <HT TYPE="ITALIC">στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη διαμονή της μητέρας στο Ηνωμένο Βασίλειο</HT> και οι κοινωνικοί και οικογενειακοί δεσμοί τους οποίους διατηρούσε εκεί χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής. Ειδικότερα, το κέντρο της ζωής του παιδιού μπορεί να βρίσκεται εκεί μόνο στο μέτρο που η μητέρα του, από την οποία αυτό εξαρτάται, έχει η ίδια ενταχθεί εκεί σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Συναφώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, η διάρκεια της διαμονής της UD στο Ηνωμένο Βασίλειο, η περίοδος που καλυπτόταν από τη θεώρηση συζύγου, οι γλωσσικές γνώσεις της καθώς και οι τυχόν κοινωνικοί και πολιτιστικοί δεσμοί της στο εν λόγω κράτος μέλος.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="21"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0091"><NO.P>91.</NO.P><TXT>Στο πλαίσιο αυτό, ανακύπτει το ζήτημα σε ποιο μέτρο πρέπει να ληφθεί υπόψη η <HT TYPE="ITALIC">πρόθεση</HT> της UD όσον αφορά τη διαμονή του παιδιού στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά τη γέννησή του. Κατά τους ισχυρισμούς της, κατά τον χρόνο της αναχωρήσεώς τους για το Μπαγκλαντές, η UD νόμιζε ότι ο ΧΒ συμμεριζόταν την πρόθεση αυτή. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι η πρόθεση των γονέων όσον αφορά τον τόπο διαμονής του παιδιού δεν κατισχύει κατ’ ανάγκην των πραγματικών δεσμών του παιδιού με άλλο τόπο<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0080"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170608">8ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>OL</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑111/17 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:436">EU:C:2017:436</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0048">48</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Βλ. σημείο 60 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>. Η βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται σε αυτόν τον παράγοντα εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0092"><NO.P>92.</NO.P><TXT>Κατά τη γνώμη μου, όταν, παρά την αρχική πρόθεση των γονέων –ή μόνο του γονέα που προτίθεται να ασκήσει την επιμέλεια του παιδιού<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0081"><P>Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η μονομερής πρόθεση ενός μόνον εκ των γονέων που συνασκούν τη γονική μέριμνα δεν μπορεί επ’ ουδενί να αντισταθμίσει την έλλειψη φυσικής παρουσίας του παιδιού στο οικείο κράτος μέλος. Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί με βάση την απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0063">63</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), από την οποία προκύπτει ότι η πρόθεση του γονέα ο οποίος, μολονότι είναι φορέας δικαιώματος επιμέλειας, δεν ασκεί πραγματικά την επιμέλεια του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο στον βαθμό που ο γονέας αυτός προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμα επιμέλειας. Κατά συνέπεια, μπορεί να ληφθεί υπόψη η μονομερής πρόθεση μόνο του γονέα που προτίθεται να ασκήσει πραγματικά το δικαίωμα επιμέλειας. Άλλωστε, η λύση αυτή είναι σύμφωνη με το πνεύμα της διαδικασίας επιστροφής που προβλέπεται από τη Σύμβαση της Χάγης του 1980 και συμπληρώθηκε από τον κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙα. Πράγματι, το άρθρο 3, στοιχείο βʹ, της Συμβάσεως αυτής, το περιεχόμενο της οποίας αναπαράγεται κατ’ ουσίαν στο άρθρο 2, σημείο 11, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού, προβλέπει ότι η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού είναι παράνομη μόνον εφόσον γίνεται κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους στο οποίο το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του και εφόσον το εν λόγω δικαίωμα επιμέλειας <HT TYPE="ITALIC">ασκείτο πραγματικά</HT> κατά τον χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης ή θα είχε ασκηθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν λάβει χώρα τα γεγονότα αυτά.</P></NOTE> – να εγκατασταθούν μαζί με το παιδί σε ορισμένο τόπο, το παιδί αυτό γεννιέται και διαμένει σε άλλο τόπο παρά τη βούληση του γονέα από τον οποίο εξαρτάται, τότε το στοιχείο της προθέσεως ενδέχεται να έχει ιδιαίτερη σημασία. Αυτό συμβαίνει διότι, σε μια τέτοια περίπτωση, τα αντικειμενικά στοιχεία που σχετίζονται με τη διαμονή του παιδιού και του εν λόγω γονέα στη χώρα στην οποία βρίσκονται δεν αποτελούν αξιόπιστους δείκτες του τόπου στον οποίο αυτοί έχουν ενταχθεί πραγματικά σε ένα οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Στην περίπτωση αυτή, η πρόθεση όσον αφορά τον τόπο διαμονής του παιδιού σε ορισμένο κράτος μέλος, εφόσον εκδηλώνεται μέσω απτών μέτρων, αποτελεί παράγοντα που ενδέχεται να κατισχύσει των ως άνω αντικειμενικών στοιχείων, στοιχειοθετώντας την ένταξη του γονέα από τον οποίο εξαρτάται το παιδί στο εν λόγω κράτος μέλος, μολονότι αυτός απουσιάζει από αυτό το κράτος μέλος από τη γέννηση του παιδιού.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0093"><NO.P>93.</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, τυχόν ενδείξεις για το ότι οι γονείς ή μόνο η μητέρα, πριν την αναχώρησή τους για το Μπαγκλαντές, είχαν προβεί σε ενέργειες προκειμένου το παιδί να γεννηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, να εγκατασταθεί σε σταθερό κατάλυμα σε αυτό το κράτος μέλος και να λαμβάνει από αυτούς καθημερινή φροντίδα πρέπει να ληφθούν υπόψη με ιδιαίτερη προσοχή για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του παιδιού.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0094"><NO.P>94.</NO.P><TXT>Δεύτερον, όσον αφορά τις περιστάσεις που σχετίζονται με την <HT TYPE="ITALIC">ένταξη του πατέρα</HT> στο οικείο κράτος μέλος, από τη νομολογία προκύπτει ότι ο γονέας που δεν ασκεί πραγματικά την επιμέλεια του παιδιού (ακόμη και αν είναι δικαιούχος της γονικής μέριμνας) εντάσσεται στο οικογενειακό περιβάλλον μόνον υπό τον όρο ότι το παιδί εξακολουθεί να έχει τακτικές επαφές μαζί του<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0082"><P>Βλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180628">28ης Ιουνίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>HR</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑512/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:513">EU:C:2018:513</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0048">48</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Όμως, σε περίπτωση που ο πατέρας έχει επιστρέψει στο εν λόγω κράτος μέλος και εμποδίζει τη μητέρα να επιστρέψει σε αυτό μαζί με το παιδί τους, οι εν λόγω επαφές δεν διατηρούνται πλέον. Υπό τις συνθήκες αυτές, η διαμονή και η ένταξη του πατέρα στο εν λόγω κράτος μέλος κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής δεν παρέχουν κατάλληλες ενδείξεις για τον τόπο όπου βρίσκεται, στην πράξη, το κέντρο της ζωής του παιδιού.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="22"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0095"><NO.P>95.</NO.P><TXT>Τρίτον, η <HT TYPE="ITALIC">χρονική περίοδος</HT> που μεσολαβεί μεταξύ της γεννήσεως του παιδιού και της ασκήσεως της αγωγής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη. Η διάρκεια της διαμονής σε ορισμένο κράτος αποτελεί, εν γένει, παράγοντα που ενδέχεται να αντανακλά την ένταξη του παιδιού σε αυτό το κράτος και, συνακόλουθα, την έλλειψη απτών δεσμών του με άλλο κράτος. Ωστόσο, η σημασία της κατά τη συνολική εκτίμηση των κρίσιμων περιστάσεων ποικίλλει, και αυτή, ανάλογα με την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0083"><P>Κατά την απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20101222">22ας Δεκεμβρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Mercredi</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑497/10 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:829">EU:C:2010:829</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0051">51</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), μολονότι η διαμονή του παιδιού στο οικείο κράτος μέλος <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0045" REF.END="QE0045"/>πρέπει κατ’ αρχήν να εμφανίζει ορισμένη διάρκεια ώστε να μαρτυρεί κάποια σταθερότητα<QUOT.END REF.START="QS0045" CODE="00BB" ID="QE0045"/>, ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα δεν προβλέπει ελάχιστη διάρκεια, η δε διάρκεια της διαμονής είναι απλώς μία μεταξύ πλειόνων ενδείξεων.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0096"><NO.P>96.</NO.P><TXT>Ειδικότερα, ο παράγοντας αυτός δεν αντανακλά αυτομάτως την πραγματική ένταξη του παιδιού όταν η αδιάλειπτη διάρκεια της διαμονής του παιδιού αυτού σε ορισμένο κράτος και, αντιστοίχως, της απουσίας του από ένα άλλο κράτος αποτελεί προϊόν καταναγκασμού. Βεβαίως, για να μην καταλήξει η έννοια της <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0046" REF.END="QE0046"/>συνήθους διαμονής<QUOT.END REF.START="QS0046" CODE="00BB" ID="QE0046"/> να είναι τεχνητή, ένα παιδί που μεγαλώνει και αναπτύσσει δεσμούς στο κράτος στο οποίο εξαναγκάζεται να διαμείνει, χωρίς να αναπτύξει κανέναν δεσμό με το κράτος στο οποίο θα βρισκόταν αν δεν υφίστατο καταναγκασμός, χάνει ως έναν βαθμό τη συνήθη διαμονή του στο τελευταίο αυτό κράτος<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0084"><P>Βλ. σημείο 71 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει κατ’ ανάγκην στην περίπτωση παιδιού που ήταν ακόμη βρέφος κατά την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής, όπως εν προκειμένω. Επομένως, φρονώ ότι η διάρκεια της διαμονής του παιδιού στο Μπαγκλαντές, αυτή καθεαυτήν, δεν πρέπει να εμποδίσει τη στοιχειοθέτηση της συνήθους διαμονής του στο Ηνωμένο Βασίλειο.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0097"><NO.P>97.</NO.P><TXT>Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων συνάγεται το εξής συμπέρασμα για την περίπτωση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στην οποία το παιδί γεννήθηκε σε τρίτο κράτος και εμποδίστηκε να μεταβεί μαζί με τη μητέρα του σε ορισμένο κράτος μέλος λόγω του καταναγκασμού που ασκήθηκε από τον πατέρα και στην οποία το παιδί ήταν ακόμη βρέφος κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Σε μια τέτοια περίπτωση, το παιδί έχει τη συνήθη διαμονή του σε αυτό το κράτος μέλος, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, μόνον εφόσον, αν δεν υφίστατο ο καταναγκασμός, θα βρισκόταν εκεί σε σταθερή και τακτική βάση και θα είχε ενταχθεί ως μέλος οικογενειακής μονάδας τα υπόλοιπα μέλη της οποίας έχουν, στην πράξη, το κέντρο της ζωής τους στο εν λόγω κράτος μέλος. Για την πλήρωση της προϋποθέσεως αυτής, η μητέρα πρέπει να έχει ενταχθεί σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον στο εν λόγω κράτος μέλος. Απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν συμβαίνει αυτό με βάση το σύνολο των κρίσιμων περιστάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι αντικειμενικοί παράγοντες που σχετίζονται με την προηγούμενη διαμονή και την ένταξη της μητέρας στο εν λόγω κράτος μέλος καθώς και οι απτές εκδηλώσεις της προθέσεως της μητέρας όσον αφορά τον τόπο διαμονής του παιδιού.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">γ)</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί της συνεκτιμήσεως των θεμελιωδών δικαιωμάτων του παιδιού και της μητέρας</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0098"><NO.P>98.</NO.P><TXT>Χάριν πληρότητας, θεωρώ χρήσιμο να διευκρινίσω ότι, αν η εφαρμογή του ελέγχου του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0047" REF.END="QE0047"/>πραγματικού κέντρου της ζωής του παιδιού<QUOT.END REF.START="QS0047" CODE="00BB" ID="QE0047"/> δεν καθιστά δυνατή τη θεμελίωση της γενικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων ενός κράτους μέλους σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η προστασία του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού που κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 του Χάρτη καθώς και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 4 και 6 του Χάρτη<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0085"><P>Βλ. αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα και αιτιολογική σκέψη 33 του κανονισμού αυτού, κατά την οποία ο εν λόγω κανονισμός αναγνωρίζει και σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει ο Χάρτης.</P></NOTE> δεν δικαιολογούν διαφορετικό συμπέρασμα.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="23"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0099"><NO.P>99.</NO.P><TXT>Υπενθυμίζω ότι αυτός ο έλεγχος αποτυπώνει το κριτήριο της εγγύτητας που καθιερώνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού και με το οποίο ο νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού εν γένει<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0086"><P>Βλ. σημείο 36 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>. Οι σκέψεις που ακολουθούν αντιτίθενται, κατά τη γνώμη μου, στη νομολογιακή δημιουργία ενός κατ’ εξαίρεση εφαρμοστέου ελέγχου που θα απέκλινε από το κριτήριο αυτό όταν το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, όπως γίνεται αντιληπτό σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και τα λοιπά θεμελιώδη δικαιώματά του απειλούνται στο τρίτο κράτος στο οποίο βρίσκεται το παιδί.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0100"><NO.P>100.</NO.P><TXT>Πρώτον, κατά το άρθρο του 51, παράγραφος 2, ο Χάρτης <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0048" REF.END="QE0048"/>δεν διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης πέραν των αρμοδιοτήτων της Ένωσης<QUOT.END REF.START="QS0048" CODE="00BB" ID="QE0048"/>. Επομένως, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να ερμηνεύσει, λαμβάνοντας υπόψη τον Χάρτη, το δίκαιο της Ένωσης εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων οι οποίες της έχουν απονεμηθεί<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0087"><P>Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20101005">5ης Οκτωβρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>McB.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑400/10 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:582">EU:C:2010:582</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0051">51</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Ωστόσο, η Ένωση και τα κράτη μέλη της δεν υποχρεούνται, με βάση το δίκαιο της Ένωσης ή με βάση την ΕΣΔΑ, να ασκούν τη διεθνή δικαιοδοσία τους σε καταστάσεις που εκτυλίσσονται εντός τρίτων κρατών όταν απουσιάζει το συνδετικό στοιχείο που απαιτείται από το δίκαιο της Ένωσης ή από την ΕΣΔΑ όπως αυτή ερμηνεύεται στη νομολογία του Στρασβούργου<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0088"><P>Κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ), η δικαιοδοσία των συμβαλλομένων κρατών, κατά την έννοια του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ, περιορίζεται κατ’ αρχήν στην επικράτειά τους. Η αρχή αυτή γνωρίζει εξαιρέσεις μόνον υπό σαφώς καθορισμένες περιστάσεις, διαφορετικές από το πραγματικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του ΕΔΔΑ της <DATE ISO="20110707">7ης Ιουλίου 2011</DATE>, Al-Skeini κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:2011:0707JUD005572107, §§ 130 έως 142 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0101"><NO.P>101.</NO.P><TXT>Δεύτερον, ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα καθιερώνει ήδη μηχανισμό που επιτρέπει στα κράτη μέλη να προστατεύουν τα συμφέροντα του παιδιού ακόμη και αν απουσιάζει το προβλεπόμενο από το δίκαιο της Ένωσης συνδετικό στοιχείο. Όταν κανένα δικαστήριο κράτους μέλους δεν έχει δικαιοδοσία με βάση τα άρθρα 8 έως 13 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, το άρθρο 14 του κανονισμού αυτού διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, επικουρικώς, να απονείμουν διεθνή δικαιοδοσία στα δικαστήριά τους με βάση το εθνικό τους δίκαιο. Επομένως, όταν οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού οι οποίες βασίζονται στο κριτήριο της εγγύτητας δεν καθιστούν δυνατή τη θεμελίωση της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων κανενός κράτους μέλους, τότε κάθε κράτος μέλος διατηρεί τη δυνατότητα να θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του με βάση κανόνες εσωτερικού δικαίου οι οποίοι αποκλίνουν από το εν λόγω κριτήριο.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0102"><NO.P>102.</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, τέτοια επικουρική δικαιοδοσία υφίσταται στην έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου με τη μορφή της parens patriae δικαιοδοσίας των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, η εφαρμογή αυτού του κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας περιορίζεται στους πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου και απόκειται στη διακριτική ευχέρεια των εθνικών δικαστηρίων.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0103"><NO.P>103.</NO.P><TXT>Εξάλλου, ο XB ισχυρίστηκε ότι η UD μπορούσε, ενδεχομένως, να προσφύγει ενώπιον των δικαστηρίων του Μπανγκλαντές, ιδίως στην περίπτωση που το δίκαιο αυτού του τρίτου κράτους προβλέπει κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας οι οποίοι βασίζονται στην παρουσία του παιδιού. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο, μολονότι διευκρινίζει ότι η κατακράτηση της UD και του παιδιού από τον ΧΒ ενδέχεται να παραβιάζει τα θεμελιώδη δικαιώματά τους, δεν προβάλλει ρητώς ότι η Δημοκρατία του Μπανγκλαντές παρέβη, μεταξύ άλλων διά της δικαστικής οδού, τη θετική υποχρέωση προστασίας των δικαιωμάτων αυτών την οποία υπέχει<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0089"><P>Μολονότι η Δημοκρατία του Μπανγκλαντές δεν δεσμεύεται ούτε από την ΕΣΔΑ ούτε από τον Χάρτη, τα άρθρα 7 και 9 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που εγκρίθηκε στις <DATE ISO="19661216">16 Δεκεμβρίου 1966</DATE> από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών και τέθηκε σε ισχύ στις <DATE ISO="19760323">23 Μαρτίου 1976</DATE> –συμβάσεως στην οποία η Δημοκρατία του Μπανγκλαντές έχει προσχωρήσει–, κατοχυρώνουν δικαιώματα ανάλογα με εκείνα που προβλέπονται, αντιστοίχως, στα άρθρα 3 και 5 της ΕΣΔΑ και στα άρθρα 4 και 6 του Χάρτη.</P></NOTE>. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι είναι άτοπο να βασίσω την παρούσα ανάλυση σε τέτοιες εικασίες.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="24"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0104"><NO.P>104.</NO.P><TXT>Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι το άρθρο 14 του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα εκφράζει την ιδέα ότι απόκειται σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίσει, κατά περίπτωση, μεταξύ άλλων για λόγους <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0049" REF.END="QE0049"/>comity<QUOT.END REF.START="QS0049" CODE="00BB" ID="QE0049"/> (<QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0050" REF.END="QE0050"/>αβροφροσύνης μεταξύ εθνών<QUOT.END REF.START="QS0050" CODE="00BB" ID="QE0050"/>), κατά πόσον ο φόβος ότι τα δικαστήρια τρίτου κράτους δεν εφαρμόζουν στη μητέρα και στο παιδί προστατευτικούς κανόνες σύμφωνους με τα δικαιώματα και τις αξίες που επικρατούν στο εν λόγω κράτος μέλος δικαιολογεί ή όχι την εισαγωγή ειδικής βάσεως δικαιοδοσίας στο εθνικό του δίκαιο<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0090"><P>Βλ., επ’ αυτού, τη μειοψηφούσα γνώμη του λόρδου Sumption στην υπόθεση Re B (A Child) (Habitual Residence: Inherent Jurisdiction) [2016] UKSC 4, σκέψεις 66 και 76. Κατά τη γνώμη αυτή, η αποδοκιμασία των κανόνων που έχουν εφαρμογή με βάση το δίκαιο της χώρας στην οποία βρίσκεται το παιδί δεν αρκεί, από μόνη της, για να θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του Ηνωμένου Βασιλείου.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0105"><NO.P>105.</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, ακόμη και όταν το υπέρτερο συμφέρον και τα θεμελιώδη δικαιώματα του παιδιού ενδέχεται να παραβιάζονται σε τρίτο κράτος, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η συνήθης διαμονή του παιδιού μπορεί να θεμελιώνεται βάσει κριτηρίων που αποκλίνουν από το κριτήριο της εγγύτητας, όπως αυτό υλοποιείται με τον έλεγχο του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0051" REF.END="QE0051"/>πραγματικού κέντρου της ζωής του παιδιού<QUOT.END REF.START="QS0051" CODE="00BB" ID="QE0051"/>.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">V.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Πρόταση</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0106"><NO.P>106.</NO.P><TXT>Με βάση τις προηγηθείσες σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το High Court of Justice (England &amp; Wales), Family Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα οικογενειακού δικαίου, Ηνωμένο Βασίλειο], ως εξής:</TXT><P><LIST TYPE="ARAB"><ITEM><NP><NO.P>1)</NO.P><TXT>Η συνήθης διαμονή του παιδιού, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της <DATE ISO="20031127">27ης Νοεμβρίου 2003</DATE>, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000, αντιστοιχεί στον τόπο στον οποίο το παιδί έχει, στην πράξη, το κέντρο της ζωής του. Αυτός ο τόπος πρέπει να προσδιορίζεται με βάση το σύνολο των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως. Σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, η συνολική εκτίμηση των περιστάσεων μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το παιδί έχει, στην πράξη, το κέντρο της ζωής του σε τόπο στον οποίο ουδέποτε είχε φυσική παρουσία. Συνεπώς, η φυσική παρουσία του παιδιού στο έδαφος κράτους μέλους δεν αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου να στοιχειοθετηθεί εκεί η συνήθης διαμονή του.</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>2)</NO.P><TXT>Το γεγονός ότι η μητέρα βρέφους, η οποία ασκεί πραγματικά την επιμέλειά του, εξαναγκάστηκε από τον πατέρα να γεννήσει σε τρίτο κράτος και να παραμείνει εκεί μαζί με το βρέφος μετά τη γέννησή του, υπό συνθήκες που ενδέχεται να συνιστούν προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 4 και 6 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του παιδιού κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003.</TXT><P>Ωστόσο, σε μια τέτοια περίπτωση, το βρέφος μπορεί να έχει τη συνήθη διαμονή του σε ένα κράτος μέλος παρά το γεγονός ότι ουδέποτε είχε εκεί φυσική παρουσία, μόνον εφόσον η μητέρα του έχει, στην πράξη, το κέντρο της ζωής της σε αυτό το κράτος μέλος, πράγμα που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει. Συναφώς, έχουν ιδιαίτερη σημασία οι τυχόν οικογενειακοί, κοινωνικοί και πολιτιστικοί δεσμοί της μητέρας στο εν λόγω κράτος μέλος καθώς και οι τυχόν απτές εκδηλώσεις της προθέσεως της μητέρας να διαμείνει στο εν λόγω κράτος μέλος μαζί με το παιδί μετά τη γέννησή του.</P></NP></ITEM></LIST></P></NP.ECR></GR.SEQ></CONTENTS.CONCLUSION></CONCLUSION>