Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1253/2002 της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 2002, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999 που αφορά τους κοινούς κανόνες εφαρμογής του συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή των γεωργικών προϊόντων
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 183 της 12/07/2002 σ. 0012 - 0021
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1253/2002 της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 2002 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999 που αφορά τους κοινούς κανόνες εφαρμογής του συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή των γεωργικών προϊόντων Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1766/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, σχετικά με την κοινή οργάνωση της αγοράς των σιτηρών(1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1666/2000(2), και ιδίως τα άρθρα 13 και 21, καθώς και τις σχετικές διατάξεις των άλλων κανονισμών σχετικά με την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των γεωργικών προϊόντων, Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Προς το παρόν, οι όροι έγκρισης και ελέγχου των διεθνών εταιρειών εποπτείας και ελέγχου (στο εξής εταιρείες εποπτείας) εκ μέρους των κρατών μελών περιλαμβάνονται στο έγγραφο εργασίας της Επιτροπής, το οποίο δεν είναι δεσμευτικό από νομική άποψη. Στην ειδική του έκθεση αριθ. 7/2001 σχετικά με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή(3), το Ελεγκτικό Συνέδριο είχε επισημάνει ορισμένες ελλείψεις όσον αφορά το σύστημα αποδείξεων άφιξης για τις διαφοροποιημένες επιστροφές κατά την εξαγωγή σε σχέση με τα γεωργικά προϊόντα, όπου οι εταιρείες εποπτείας παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο. Με βάση τις συστάσεις αυτής της έκθεσης κρίνεται σκόπιμο να καταστήσουμε νομικά δεσμευτικούς τους όρους έγκρισης και ελέγχου των εταιρειών εποπτείας ενσωματώνοντάς τους στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 800/1999 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1999, που αφορά τους κοινούς λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του συστήματος επιστροφών κατά την εξαγωγή σχετικά με τα γεωργικά προϊόντα(4), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2299/2001(5). Οι όροι αυτοί αφορούν τις διαδικασίες χορήγησης, αναστολής και ανάκλησης της έγκρισης, τους τύπους και τα υποδείγματα των βεβαιώσεων που εκδίδουν οι εταιρείες εποπτείας, καθώς και τους όρους πιστοποίησης. (2) Επιπλέον, κρίνεται αναγκαίο να δημιουργηθεί ένα αποτελεσματικό σύστημα κυρώσεων που θα εφαρμόζουν τα κράτη μέλη στις περιπτώσεις αντικανονικών αποδείξεων άφιξης που εκδίδουν οι εταιρείες εποπτείας. (3) Προς το παρόν δεν υπάρχουν κοινοί κανόνες για την έκδοση βεβαιώσεων εκφόρτωσης εκ μέρους των επισήμων εταιρειών των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες. Για το λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να καθιερωθούν οι ελάχιστες διατάξεις τις οποίες θα πρέπει να τηρούν αυτές οι εταιρείες όταν εκδίδουν δευτερεύουσες αποδείξεις άφιξης. (4) Προκειμένου να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος εργασίας σε σχέση με την υποβολή αποδείξεων άφιξης, θα πρέπει να αυξηθούν τα ποσά των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα οποία δεν απαιτείται απόδειξη εισαγωγής. (5) Ο φόρτος εργασίας των αρμόδιων αρχών διαχείρισης μικρών ποσών επιστροφών είναι μεγάλος. Για το λόγο αυτό, και προκειμένου να απλοποιηθούν οι διαδικασίες, κρίνεται απαραίτητο να οριστεί στα 100 ευρώ το κατώτατο όριο και να παρέχεται το δικαίωμα στις αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών να αρνούνται την πληρωμή επιστροφών που δεν υπερβαίνουν αυτό το όριο. (6) Παράλληλα θα πρέπει να προσαρμοστεί το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/1999 με βάση το τροποποιημένο άρθρο 912γ παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, σχετικά με τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, για την καθιέρωση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα(6), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 444/2002(7). (7) Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 800/1999. (8) Τα μέτρα που προβλέπει ο παρών κανονισμός συμφωνούν με τις απόψεις όλων των σχετικών επιτροπών διαχείρισης, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Άρθρο 1 Ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 800/1999 τροποποιείται ως εξής: 1. Το άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "γ) Αντί για τους όρους που περιλαμβάνονται στο στοιχείο β), το κράτος μέλος προορισμού του αντιτύπου ελέγχου T5 ή το κράτος μέλος όπου χρησιμοποιείται ένα εθνικό έγγραφο ως απόδειξη μπορεί να προβλέπει ότι το αντίτυπο ελέγχου T5 ή το εθνικό έγγραφο που αποδεικνύει ότι τα προϊόντα έχουν εγκαταλείψει το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας θα επικυρωθεί μόνο εάν υποβληθεί ένα έγγραφο μεταφοράς που θα προσδιορίζει έναν τελικό προορισμό εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, μία από τις ακόλουθες ενδείξεις θα πρέπει να καταχωρηθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προορισμού του αντιτύπου ελέγχου T5 ή του κράτους μέλους όπου χρησιμοποιείται ένα εθνικό έγγραφο ως απόδειξη στο σημείο υπό τον τίτλο 'Παρατηρήσεις' στο τμήμα που φέρει τον τίτλο 'Έλεγχος της χρήσης ή/και του προορισμού' του αντιτύπου ελέγχου T5 ή στο αντίστοιχο σημείο του εθνικού εγγράφου: - Documento de transporte con destino fuera de la CE presentado, - Transportdokument med destination uden for EF forelagt, - Beförderungspapier mit Bestimmung außerhalb der EG wurde vorgelegt, - Υποβαλλόμενο έγγραφο μεταφοράς με προορισμό εκτός ΕΚ, - Transport document indicating a destination outside the customs territory of the Community has been presented, - Document de transport avec destination hors CE présenté, - Documento di trasporto con destinazione fuori CE presentato, - Vervoerdocument voor bestemming buiten EG voorgelegd, - Documento de transporte com destino fora da CE apresentado, - Kuljetusasiakirja, jossa ilmoitetaan yhteisön tullialueen ulkopuolinen määräpaikka, on esitetty, - Transportdokument med slutlig destination, utanför gemenskapens tullområde har lagts fram. Ο οργανισμός πληρωμών θα διαπιστώσει με τους κατάλληλους επιτόπιους ελέγχους κατά πόσο υπάρχει συμμόρφωση προς αυτόν τον όρο." 2. Το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής: α) Στην παράγραφο 1 το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "β) μία βεβαίωση εκφόρτωσης και εισαγωγής που εκδίδεται από μία εγκεκριμένη διεθνή εταιρεία ελέγχου και εποπτείας (στο εξής η εταιρεία εποπτείας) σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στο παράρτημα VI, κεφάλαιο III, και βάσει του υποδείγματος που προβλέπεται από το παράρτημα VII. Η ημερομηνία και ο αριθμός του τελωνειακού εγγράφου εισαγωγής θα πρέπει να αναγράφονται στην εν λόγω βεβαίωση." β) Στην παράγραφο 2 η πρώτη πρόταση και τα στοιχεία β) και γ), αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: "Όταν ο εξαγωγέας δεν μπορεί να λάβει το έγγραφο που επέλεξε βάσει της παραγράφου 1 στοιχεία α) ή β), παρόλο ότι προέβη στις δέουσες ενέργειες ή όταν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την αυθεντικότητα και την ακρίβεια του προσκομισθέντος εγγράφου από κάθε άποψη, η απόδειξη ότι διεκπεραιώθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις εισαγωγής θεωρείται ότι παρέχεται με την υποβολή ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα έγγραφα:" "β) μία βεβαίωση εκφόρτωσης που εκδίδεται από μία επίσημη υπηρεσία ενός κράτους μέλους η οποία είναι εγκατεστημένη στη χώρα προορισμού ή είναι αρμόδια γι' αυτή τη χώρα σύμφωνα με τους όρους και βάσει του υποδείγματος που προβλέπεται από το παράρτημα VIII, η οποία πιστοποιεί επίσης ότι το προϊόν εγκατέλειψε τον τόπο εκφόρτωσης ή ότι, απ' όσα γνωρίζει, δεν φορτώθηκε στη συνέχεια με στόχο την επανεξαγωγή· γ) μία βεβαίωση εκφόρτωσης που εκδίδει μία εγκεκριμένη εταιρεία εποπτείας σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται στο παράρτημα VI κεφάλαιο III, και βάσει του υποδείγματος που προβλέπεται από το παράρτημα IX, η οποία πιστοποιεί επίσης ότι το προϊόν εγκατέλειψε τον τόπο φόρτωσης ή ότι, απ' όσα γνωρίζει, δεν φορτώθηκε στη συνέχεια με στόχο την επανεξαγωγή." γ) Διαγράφεται η παράγραφος 5. 3. Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 16α έως 16στ: "Άρθρο 16α 1. Η εταιρεία εποπτείας η οποία επιθυμεί να εκδώσει τις βεβαιώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 στοιχείο γ) θα πρέπει να είναι εγκεκριμένη από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου έχει την έδρα της. 2. Η εταιρεία εποπτείας θα πρέπει να έχει εγκριθεί μετά από αίτημά της για μια περίοδο τριών ετών με δικαίωμα ανανέωσης, εάν πληροί τους όρους που προβλέπει το παράρτημα VI κεφάλαιο I. Η έγκριση θα πρέπει να ισχύει για όλα τα κράτη μέλη. 3. Στην έγκριση θα πρέπει να προσδιορίζεται εάν το δικαίωμα έκδοσης των βεβαιώσεων που προβλέπονται από το άρθρο 16 παράγραφος 1β και 2γ θα πρέπει να ισχύει για όλο τον κόσμο ή να περιορίζεται σε ορισμένες τρίτες χώρες. Άρθρο 16β 1. Η εταιρεία εποπτείας θα πρέπει να ενεργεί πάντοτε σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται από το παράρτημα VI κεφάλαιο II σημείο 1. Εάν δεν πληρούνται ένας ή περισσότεροι από τους όρους που προβλέπονται από αυτούς τους κανόνες, το κράτος μέλος που έχει εγκρίνει την εταιρεία εποπτείας αναστέλλει την έγκριση επί όσο διάστημα χρειάζεται για τη διόρθωση της κατάστασης. 2. Το κράτος μέλος που έχει εγκρίνει την εταιρεία εποπτείας θα πρέπει να ελέγχει την απόδοση και τη συμπεριφορά σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει το παράρτημα VI κεφάλαιο II σημείο 2. Άρθρο 16γ Τα κράτη μέλη τα οποία έχουν εγκεκριμένες εταιρείες εποπτείας θα πρέπει να φροντίσουν για τη θέσπιση ενός αποτελεσματικού συστήματος κυρώσεων, στις περιπτώσεις που μία εγκεκριμένη εταιρεία εποπτείας εκδίδει ψευδείς βεβαιώσεις. Άρθρο 16δ 1. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους το οποίο έχει εγκρίνει την εταιρεία εποπτείας θα πρέπει να ανακαλεί αμέσως την έγκριση: - εάν η εταιρεία εποπτείας δεν πληροί πλέον τους όρους έγκρισης που προβλέπονται στο παράρτημα VI κεφάλαιο I ή - εάν η εταιρεία εποπτείας έχει εκδώσει επανειλημμένα και συστηματικά ψευδείς βεβαιώσεις. Στην περίπτωση αυτή δεν επιβάλλεται το πρόστιμο που προβλέπεται από το άρθρο 16γ. 2. Η ανάκληση θα πρέπει να είναι καθολική ή να αφορά μόνο ορισμένες από τις δραστηριότητες της εταιρείας εποπτείας, ανάλογα με τη φύση των διαπιστούμενων προβλημάτων. 3. Κάθε φορά που ένα κράτος μέλος ανακαλεί την έγκριση μιας εταιρείας εποπτείας που ανήκει σε κάποιον όμιλο, τα κράτη μέλη τα οποία έχουν στην επικράτειά τους εγκεκριμένες εταιρείες εποπτείας του ιδίου ομίλου θα πρέπει να αναστέλλουν τις εγκρίσεις τους σχετικά με αυτές τις εταιρείες εποπτείας για ένα διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τους τρεις μήνες, προκειμένου να γίνουν οι απαραίτητες έρευνες ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο οι εταιρείες αυτές παρουσιάζουν τα ίδια προβλήματα που διαπιστώθηκαν στην εταιρεία εποπτείας της οποίας ανεκλήθη η έγκριση. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ο όμιλος εταιρειών περιλαμβάνει όλες τις εταιρείες που το κεφάλαιό τους ανήκει, άμεσα ή έμμεσα, κατά πάνω από 50 % σε μία και μόνο μητρική εταιρεία, καθώς και την ίδια τη μητρική εταιρεία. Άρθρο 16ε 1. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή την έγκριση των εταιρειών εποπτείας. 2. Το κράτος μέλος που ανακαλεί ή αναστέλλει την έγκριση ενημερώνει αμέσως τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή, επισημαίνοντας τα προβλήματα που το ανάγκασαν να προβεί στην ανάκληση ή στην αναστολή. Η σχετική ειδοποίηση θα πρέπει να σταλεί στις κεντρικές υπηρεσίες των κρατών μελών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα X. 3. Η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύει περιοδικά για λόγους ενημέρωσης έναν ενημερωμένο κατάλογο με τις εγκεκριμένες εταιρείες εποπτείας των κρατών μελών. Άρθρο 16στ 1. Οι βεβαιώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 στοιχείο γ) και εκδίδονται μετά την ημερομηνία ανάκλησης ή της αναστολής της έγκρισης δεν είναι έγκυρες. 2. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να δέχονται τις βεβαιώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 16 παράγραφος 1στοιχείο β και παράγραφος 2 στοιχείο γ), εάν διαπιστώνουν παρατυπίες ή ελλείψεις στις βεβαιώσεις αυτές. Στις περιπτώσεις που οι βεβαιώσεις αυτές έχουν εκδοθεί από μία εταιρεία εποπτείας η οποία είναι εγκεκριμένη από ένα άλλο κράτος μέλος, το κράτος μέλος που εντοπίζει τις παρατυπίες θα πρέπει να ενημερώνει σχετικά το κράτος μέλος που έχει χορηγήσει την έγκριση." 4. Το άρθρο 17 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "Άρθρο 17 Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάξουν τον εξαγωγέα από την υποχρέωση προσκόμισης της απόδειξης που προβλέπεται από το άρθρο 16, εκτός του εγγράφου μεταφοράς, στην περίπτωση που η διασάφηση εξαγωγής δικαιολογεί την επιστροφή, της οποίας το διαφοροποιημένο τμήμα αντιστοιχεί σε ποσό κατώτερο ή ίσο με: α) 2400 ευρώ στην περίπτωση που η τρίτη χώρα ή ο τόπος προορισμού περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV· β) 12000 ευρώ στην περίπτωση που η τρίτη χώρα ή ο τόπος προορισμού δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV. Στις περιπτώσεις διαπίστωσης τεχνητής διαίρεσης της εξαγωγής εκ μέρους του εξαγωγέα με στόχο την καταστρατήγηση της υποχρέωσης υποβολής της απόδειξης άφιξης στον τόπο προορισμού, χάνεται το δικαίωμα της επιστροφής κατά την εξαγωγή και το ποσό της επιστροφής ανακτάται, εκτός από τις περιπτώσεις όπου ο εξαγωγέας μπορεί να υποβάλει την απόδειξη που προβλέπεται από το άρθρο 16 για τα σχετικά προϊόντα." 5. Στο άρθρο 49 η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: "9. Τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να μην προβούν σε επιστροφές όταν το ποσό είναι μικρότερο ή ίσο με 100 ευρώ ανά διασάφηση εξαγωγής." 6. Προστίθενται τα παραρτήματα VI έως X, όπως εμφαίνονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού. Άρθρο 2 Ο παρών κανονισμός τίθεται σε ισχύ την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Θα εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2003, με τις ακόλουθες εξαιρέσεις: α) το άρθρο 1 σημείο 1 θα εφαρμόζεται από την ημερομηνία που τίθεται σε ισχύ ο παρών κανονισμός· β) το άρθρο 1 σημεία 4 και 5 θα εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας που τίθεται σε ισχύ ο παρών κανονισμός· γ) ως προς τις εταιρείες εποπτείας που έλαβαν έγκριση διάρκειας μικρότερης των τριών ετών πριν την 1η Ιανουαρίου 2003, οι διατάξεις του άρθρου 16α και του παραρτήματος VI κεφάλαιο I θα εφαρμοσθούν για πρώτη φορά όταν πρόκειται να ανανεωθεί αυτή η έγκριση. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Βρυξέλλες, 11 Ιουλίου 2002. Για την Επιτροπή Franz Fischler Μέλος της Επιτροπής (1) ΕΕ L 181 της 1.7.1992, σ. 21. (2) ΕΕ L 193 της 29.7.2000, σ. 1. (3) ΕΕ C 314 της 8.11.2001, σ. 1. (4) ΕΕ L 102 της 17.4.1999, σ. 11. (5) ΕΕ L 308 της 27.11.2001, σ. 19. (6) ΕΕ L 253 της 11.10.1993, σ. 1. (7) ΕΕ L 68 της 12.3.2002, σ. 11. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ "ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI Όροι για την έγκριση και για τον έλεγχο της εταιρείας εποπτείας από τα κράτη μέλη Κεφάλαιο I Όροι έγκρισης α) Η εταιρεία εποπτείας πρέπει να είναι νομικό πρόσωπο καταχωρημένο στο μητρώο εταιρειών του αρμόδιου κράτους μέλους. β) Το καταστατικό της εταιρείας εποπτείας θα πρέπει να αναφέρει ότι ένας από τους δηλωμένους στόχους της είναι ο έλεγχος και η εποπτεία γεωργικών προϊόντων σε διεθνές επίπεδο. γ) Η εταιρεία εποπτείας θα πρέπει να έχει διεθνή κάλυψη προκειμένου να είναι σε θέση να χορηγεί πιστοποιήσεις σε παγκόσμια βάση, είτε με τη δημιουργία θυγατρικών σε ορισμένες τρίτες χώρες ή/και να πραγματοποιεί κατευθείαν τους ελέγχους με τους δικούς της επιθεωρητές από το πλησιέστερο περιφερειακό γραφείο ή από το εθνικό της γραφείο στην Κοινότητα ή με τοπικούς πράκτορες υπό την εποπτεία της. Η εταιρεία εποπτείας θα πρέπει να κατέχει πάνω από το μισό του κεφαλαίου των θυγατρικών για τις οποίες γίνεται λόγος παραπάνω. Εντούτοις, εάν η εθνική νομοθεσία σε μια τρίτη χώρα περιορίζει το ποσοστό της αλλοδαπής ιδιοκτησίας στο 50 % ή λιγότερο, αρκεί ο αποτελεσματικός έλεγχος της θυγατρικής σε ό,τι αφορά το προηγούμενο εδάφιο. Ο έλεγχος αυτός θα πρέπει να διασφαλισθεί με πρόσφορα μέσα, όπως δηλαδή η ύπαρξη μιας συμφωνίας διαχείρισης, η σύνθεση του συμβουλίου διευθυντών και διαχείρισης ή παρόμοιες ρυθμίσεις. δ) Η εταιρεία εποπτείας θα πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει εμπειρία όσον αφορά τον έλεγχο και την εποπτεία γεωργικών προϊόντων και τροφίμων. Η εμπειρία αυτή θα πρέπει να αποδειχθεί με την υποβολή αποδείξεων σχετικά με επιθεωρήσεις που πραγματοποίησε κατά τα προηγούμενα τρία χρόνια ή με επιθεωρήσεις που είναι σε εξέλιξη. Οι αποδείξεις αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με το είδος των πραγματοποιούμενων ελέγχων (φύση, ποσότητα των προϊόντων, τόπος ελέγχους κ.λπ.), καθώς και τα ονόματα και τις διευθύνσεις των οργανισμών ή των υπηρεσιών που μπορούν να δώσουν πληροφορίες σχετικά με τον αιτούντα. ε) Προκειμένου να εγκριθεί από το κράτος μέλος κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού μία εταιρεία εποπτείας θα πρέπει να πληροί τους όρους που προβλέπονται από τα πρότυπα EN 45011, σημεία 4.1.1, 4.1.2, 4.1.4, 4.2 a) έως p), 4.4, 4.5, 4.7, 4.8.1 b) έως f), 4.8.2, 4.9.1, 4.10, 5, 7 και 9.4. στ) Η εταιρεία εποπτείας θα πρέπει να είναι υγιής από οικονομική άποψη (κεφάλαιο, κύκλος εργασιών κ.λπ.). Αποδείξεις ότι είναι οικονομικά υγιής, καθώς και τους ετήσιους λογαριασμούς της όσον αφορά τα τελευταία τρία έτη, τον ισολογισμό, το λογαριασμό κερδών και ζημιών, και εάν προβλέπεται από το νόμο την έκθεση των ελεγκτών και την έκθεση των διευθυντών. ζ) Το οργανόγραμμα της εταιρείας εποπτείας θα πρέπει να περιλαμβάνει και μία "μονάδα εσωτερικού ελέγχου", η οποία θα έχει ως καθήκον να βοηθά τις εθνικές αρχές στις ενέργειες ελέγχου και επιθεώρησης που αυτές θα πραγματοποιούν σχετικά με τις εγκεκριμένες υπηρεσίες εποπτείας. Κεφάλαιο II 1. Δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν οι υπηρεσίες εποπτείας Οι εγκεκριμένες εταιρείες εποπτείας θα πρέπει να διαπνέονται από υψηλό αίσθημα επαγγελματικής ευθύνης όταν χορηγούν τις βεβαιώσεις άφιξης. Οι εγκεκριμένες εταιρείες εποπτείας θα πρέπει να τηρούν τις ακόλουθες αρχές κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους: α) θα πρέπει να πραγματοποιούν όλους τους δυνατούς ελέγχους προκειμένου να διαπιστωθεί η ταυτότητα και το βάρος των προϊόντων που καλύπτονται από τις βεβαιώσεις· β) η διεύθυνση της εταιρείας εποπτείας θα πρέπει να επιβλέπει δεόντως τους ελέγχους που πραγματοποιεί το προσωπικό της εταιρείας στις τρίτες χώρες προορισμού· γ) η εταιρεία εποπτείας θα πρέπει να τηρεί ένα φάκελο για κάθε χορηγούμενη βεβαίωση στον οποίο θα πρέπει να καταγράφονται όλοι οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν για την υποστήριξη των συμπερασμάτων που αναφέρονται στη βεβαίωση (ποσοτικοί έλεγχοι και έλεγχοι βάσει εγγράφων κ.λπ.). Οι φάκελοι σχετικά με τις χορηγούμενες βεβαιώσεις θα πρέπει να τηρούνται επί πέντε χρόνια· δ) η εγκεκριμένη εταιρεία εποπτείας θα πρέπει να επαληθεύει τις εργασίες εκφόρτωσης με το δικό της μόνιμο και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό ή με τους τοπικούς της πράκτορες που βρίσκονται ή δραστηριοποιούνται στη χώρα προορισμού ή με προσωπικό που θα στέλνει από τα περιφερειακά της γραφεία ή από το εθνικό της γραφείο στην Κοινότητα. Η χρησιμοποίηση τοπικών πρακτόρων θα πρέπει να εποπτεύεται τακτικά από μόνιμους και κατάλληλα εκπαιδευμένους υπαλλήλους της εταιρείας εποπτείας. 2. Έλεγχος της απόδοσης της εταιρείας εποπτείας 2.1. Τα κράτη μέλη θα έχουν την ευθύνη ελέγχου της ορθότητας και της καταλληλότητας των πιστοποιήσεων που θα πραγματοποιούν οι εταιρείες εποπτείας. Πριν το τέλος της τριετούς περιόδου ανανέωσης, οι εθνικές αρχές θα πρέπει να πραγματοποιήσουν έναν έλεγχο στην έδρα της εταιρείας εποπτείας. Όποτε υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες σχετικά με την ποιότητα και την ακρίβεια των βεβαιώσεων που χορηγεί κάποια εταιρεία εποπτείας, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να πραγματοποιήσει έναν επιτόπιο έλεγχο στην έδρα της εταιρείας προκειμένου να διαπιστώσει εάν εφαρμόζονται σωστά οι κανόνες που περιλαμβάνονται στο παρόν παράρτημα. Τα κράτη μέλη πρέπει να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή κατά τον έλεγχο της εταιρείας εποπτείας στις μεθόδους εργασίας και στις διαδικασίες που χρησιμοποιεί η εταιρεία εποπτείας για την εκτέλεση των καθηκόντων της, και να ελέγχουν δειγματοληπτικά τους φακέλους που αφορούν τις βεβαιώσεις οι οποίες υποβάλλονται στον οργανισμό πληρωμών στο πλαίσιο της διαδικασίας πληρωμής των επιστροφών. Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν εξωτερικούς και ανεξάρτητους ελεγκτές για τον έλεγχο των εταιρειών εποπτείας στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται από το παρόν παράρτημα. Τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν και όποια άλλα μέτρα κρίνουν απαραίτητα για το σωστό έλεγχο των εταιρειών εποπτείας. 2.2. Οι αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή, κατά την εξέταση των αιτήσεων για επιστροφές κατά την εξαγωγή που θα συνοδεύονται από τις βεβαιώσεις των εταιρειών εποπτείας, στα ακόλουθα σημεία της πιστοποίησης: α) να απαιτούν να περιγράφονται στις βεβαιώσεις όλες οι εργασίες και να εξακριβώνουν ότι οι εργασίες αυτές, όπως περιγράφονται, επαρκούν για να υποστηρίξουν τα συμπεράσματα που περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό· β) να εξετάζουν όλες τις διαφορές που παρουσιάζουν οι βεβαιώσεις· γ) να απαιτούν να εκδίδονται οι βεβαιώσεις εντός λογικής προθεσμίας ανάλογα με την περίπτωση. Κεφάλαιο III 1. Οι βεβαιώσεις που εκδίδονται από τις εγκεκριμένες εταιρείες εποπτείας εκτός από τις απαραίτητες πληροφορίες για την αναγνώριση των σχετικών εμπορευμάτων, για τα μέσα μεταφοράς, για τις ημερομηνίες άφιξης και εκφόρτωσης, θα πρέπει να περιλαμβάνουν και μία περιγραφή των ελέγχων και των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διαπίστωση της ταυτότητας και του βάρους των προϊόντων. Οι έλεγχοι και οι επαληθεύσεις που πραγματοποιούν οι εταιρείες εποπτείας θα πρέπει να γίνονται κατά τη στιγμή της εκφόρτωσης και της διενέργειας των τελωνειακών διατυπώσεων για την εισαγωγή ή αργότερα. Εντούτοις, σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις οι έλεγχοι και οι επαληθεύσεις για τη χορήγηση των βεβαιώσεων μπορούν να γίνουν έξι μήνες μετά την ημερομηνία εκφόρτωσης και η βεβαίωση θα πρέπει να περιγράφει όλες τις ενέργειες που έγιναν για τον έλεγχο των πραγματικών γεγονότων. 2. Στην περίπτωση βεβαιώσεων εκφόρτωσης και εισαγωγής [άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο β)] θα πρέπει να πιστοποιείται επίσης ότι τα προϊόντα εκτελωνίστηκαν για οριστική εισαγωγή. Ο έλεγχος θα πρέπει να αποδεικνύει ότι υπάρχει σαφής σύνδεσμος ανάμεσα στο σχετικό τελωνειακό έγγραφο εισαγωγής ή στη διαδικασία εκτελωνισμού και στην εξεταζόμενη ενέργεια. 3. Η εγκεκριμένη εταιρεία εποπτείας θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από τους εμπλεκόμενους στην υπό εξέταση ενέργεια. Ειδικότερα, ούτε η εταιρεία εποπτείας που ελέγχει μια συγκεκριμένη ενέργεια ούτε οποιαδήποτε θυγατρική της εταιρεία που ανήκει στον ίδιο όμιλο δεν μπορεί να λάβει μέρος στην ενέργεια ως εξαγωγέας, εκτελωνιστής, μεταφορέας, παραλήπτης, αποθηκευτής ή υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα που θα μπορούσε να προκαλέσει σύγκρουση συμφερόντων. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII >PIC FILE= "L_2002183EL.001802.TIF"> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII Όρους που θα πρέπει να πληρούν οι επίσημες υπηρεσίες των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες για την εφαρμογή του άρθρου 16 παράγραφος 2 στοιχείο β) 1. Η επίσημη υπηρεσία εκδίδει τη βεβαίωση εκφόρτωσης με βάση ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα έγγραφα: - τα τελωνειακά έγγραφα εισαγωγής, περιλαμβανομένων και των επικυρωμένων εγγράφων που εκτυπώνονται από ηλεκτρονικό υπολογιστή, - τα εθνικά λιμενικά έγγραφα και άλλα έγγραφα που έχουν εκδοθεί από κάποια επίσημη αρχή, - τη δήλωση του πλοιάρχου ή το δηλωτικό φορτίου του πλοίου, - τις υπόλοιπες αποδείξεις που υποβάλλει ο εισαγωγέας. 2. Οι επίσημες υπηρεσίες των κρατών μελών εκδίδουν βεβαιώσεις εκφόρτωσης σύμφωνα με το ακόλουθο υπόδειγμα: Με την παρούσα πιστοποιείται ότι ... (περιγραφή των προϊόντων, ποσότητα και στοιχεία συσκευασίας) εκφορτώθηκαν ... (τόπος εκφόρτωσης/όνομα πόλης) στις ... (ημερομηνία εκφόρτωσης). Πιστοποιείται εξάλλου ότι το προϊόν έφυγε από τον τόπο εκφόρτωσης ή ότι τουλάχιστον, απ' όσο γνωρίζουμε, δεν ξαναφορτώθηκε στη συνέχεια για να επανεξαχθεί. Το πιστοποιητικό εκδίδεται με βάση τα ακόλουθα έγγραφα: (κατάλογος υποβαλλόμενων εγγράφων βάσει των οποίων η εταιρεία εκδίδει το πιστοποιητικό) Ημερομηνία και τόπος υπογραφής, υπογραφή και σφραγίδα της επίσημης υπηρεσίας. 3. Η επίσημη υπηρεσία που εκδίδει τις βεβαιώσεις εκφόρτωσης θα πρέπει να τηρεί μητρώο και φακέλους σχετικά με όλες τις βεβαιώσεις όπου θα καταγράφονται όλες οι χορηγούμενες βεβαιώσεις. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX >PIC FILE= "L_2002183EL.002002.TIF"> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ X Κατάλογος των κεντρικών οργανισμών στα κράτη μέλη που προβλέπονται από το άρθρο 16 στοιχείο δ) >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>"