Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 30ής Οκτωβρίου 2025 (1)
Υπόθεση C‑770/23 P
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
HB
« Αίτηση αναιρέσεως – Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών – Είσπραξη από την Επιτροπή συμβατικής απαίτησης μέσω συμψηφισμού με απαίτηση του αντισυμβαλλομένου της – Σύμβαση υπαγόμενη στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου – Εξουσία της Επιτροπής να εκδώσει την απόφαση συμψηφισμού – Αρμοδιότητα των δικαστηρίων της Ένωσης να αποφαίνονται επί προσφυγής κατά της απόφασης συμψηφισμού »
Περιεχόμενα
I. Εισαγωγή
II. Το νομικό πλαίσιο
III. Ιστορικό της αναιρετικής διαδικασίας
Α. Τα πραγματικά περιστατικά πριν από τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
Β. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
Γ. Τα γεγονότα μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως
IV. Η αναιρετική διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
V. Εκτίμηση
Α. Επί της αίτησης αναιρέσεως
1. Επί της διατήρησης του αντικειμένου της αίτησης αναιρέσεως
2. Επί της ουσίας
α) Επί της δυνατότητας είσπραξης αμφισβητούμενης απαίτησης με συμψηφισμό (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
β) Επί της δυνατότητας είσπραξης με συμψηφισμό συμβατικής απαίτησης υπαγόμενης στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
1) Οι αποφάσεις συμψηφισμού συμβατικών απαιτήσεων αποτελούν πράξεις δεκτικές προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ
2) Η έκδοση απόφασης συμψηφισμού για την είσπραξη συμβατικής απαίτησης υπαγόμενης στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου είναι ωστόσο δυνατή
3. Πρόταση επί της αίτησης αναιρέσεως
Β. Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
Γ. Ενδιάμεση πρόταση
VI. Επί των δικαστικών εξόδων
Α. Επί των δικαστικών εξόδων της αναιρετικής διαδικασίας
Β. Επί των δικαστικών εξόδων της πρωτοβάθμιας διαδικασίας
VII. Πρόταση
I. Εισαγωγή
1. Κατά το άρθρο 272 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να λαμβάνει αποφάσεις δυνάμει ρήτρας απονομής δικαιοδοσίας που περιέχεται σε σύμβαση δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, η οποία συνάπτεται από την Ένωση ή για λογαριασμό της. Βάσει του άρθρου 274 ΣΛΕΕ, εφόσον οι Συνθήκες δεν προβλέπουν αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι διαφορές στις οποίες η Ένωση είναι διάδικος δεν εξαιρούνται εκ του λόγου αυτού από την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων.
2. Επομένως, ελλείψει ρήτρας απονομής δικαιοδοσίας υπέρ των δικαστηρίων της Ένωσης, οι διαφορές σχετικά με συμβάσεις που έχουν συναφθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπάγονται στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων (2).
3. Παρά τη φαινομενική απλότητα της εν λόγω κατανομής αρμοδιοτήτων, το Δικαστήριο έχει εξετάσει επανειλημμένως το ζήτημα αν μια διαφορά σχετική με σύμβαση που έχει συναφθεί από την Επιτροπή πρέπει να άγεται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ή του εθνικού δικαστή (3).
4. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε στην απόφαση ADR Center κατά Επιτροπής (στο εξής: απόφαση ADR (4)) ότι η Επιτροπή μπορεί να ασκεί την εξουσία της να καθιστά εκτελεστές, κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ, τις αποφάσεις της περί είσπραξης συμβατικών απαιτήσεων μόνον εάν η οικεία σύμβαση περιλαμβάνει ρήτρα απονομής δικαιοδοσίας υπέρ του δικαστή της Ένωσης.
5. Μια τέτοια απόφαση, η οποία αποτελεί εκτελεστό τίτλο, συνιστά πράγματι πράξη δυνάμενη να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, στο πλαίσιο της οποίας ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να εξετάσει το βάσιμο της κατά τον τρόπο αυτόν εισπραττόμενης απαίτησης. Συνεπώς, η έκδοση τέτοιου τίτλου για την είσπραξη απαίτησης απορρέουσας από σύμβαση, η οποία υπάγεται στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου, θα απέκλειε την εκδίκαση της διαφοράς από το αρμόδιο δικαστήριο και θα καταστρατηγούσε την κατανομή αρμοδιοτήτων που καθορίζεται στη Συνθήκη (5).
6. Ωστόσο, ισχύει ο περιορισμός αυτός και στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή δεν εισπράττει συμβατική απαίτηση, η οποία υπάγεται στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου, με την έκδοση εκτελεστού τίτλου αλλά μέσω συμψηφισμού; Με άλλα λόγια, εμποδίζεται η Επιτροπή να εισπράξει μέσω συμψηφισμού απαίτηση απορρέουσα από σύμβαση η οποία δεν περιλαμβάνει ρήτρα απονομής δικαιοδοσίας υπέρ του δικαστή της Ένωσης;
7. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (6) το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τούτο πράγματι ισχύει. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, μια απόφαση συμψηφισμού συνιστά, όπως και μια απόφαση που αποτελεί εκτελεστό τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ, πράξη δεκτική προσφυγής βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, απαίτηση απορρέουσα από σύμβαση η οποία δεν περιλαμβάνει ρήτρα απονομής δικαιοδοσίας υπάγεται, όσον αφορά την εξέταση του βασίμου της, στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου. Επομένως, η έκδοση απόφασης συμψηφισμού για την είσπραξη μιας τέτοιας απαίτησης θα συνιστούσε επίσης καταστρατήγηση της κατανομής αρμοδιοτήτων που καθορίζεται στη Συνθήκη (7).
8. Στο πλαίσιο της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας, το Δικαστήριο καλείται να εκτιμήσει κατά πόσον η λύση αυτή είναι ορθή.
9. Προτού εξετάσει το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει αν η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως διατηρεί το αντικείμενό της. Το ερώτημα αυτό ανακύπτει διότι η απαίτηση της HB έναντι της Επιτροπής, βάσει της οποίας η τελευταία προέβη στον επίμαχο συμψηφισμό, δεν υφίσταται πλέον, γεγονός που καθιστά άνευ αντικειμένου την πρωτοδίκως προσβληθείσα απόφαση συμψηφισμού.
II. Το νομικό πλαίσιο
10. Η υπό κρίση διαφορά διέπεται από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός του 2018) (8).
11. Το άρθρο 98 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, το οποίο φέρει τον τίτλο «Βεβαίωση απαιτήσεων», ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. Για τη βεβαίωση μιας απαίτησης, ο αρμόδιος διατάκτης:
α) επαληθεύει την ύπαρξη οφειλής·
β) προσδιορίζει ή επαληθεύει την πραγματική υπόσταση και το ποσό της οφειλής· και
γ) επαληθεύει τους όρους υπό τους οποίους η οφειλή καθίσταται απαιτητή.
Η βεβαίωση απαίτησης συνιστά αναγνώριση του δικαιώματος της Ένωσης έναντι ενός οφειλέτη και σύσταση δικαιώματος απαίτησης από τον οφειλέτη να προβεί στην εξόφληση της οφειλής του.
2. Κάθε απαίτηση που προσδιορίζεται ως βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή, βεβαιώνεται με ένταλμα είσπραξης με το οποίο ο υπεύθυνος διατάκτης δίνει εντολή στον υπόλογο να εισπράξει το ποσό. Ακολουθείται από χρεωστικό σημείωμα προς τον οφειλέτη, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες κινείται διαδικασία παραίτησης άμεσα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4. Το ένταλμα είσπραξης και το χρεωστικό σημείωμα εκδίδονται αμφότερα από τον αρμόδιο διατάκτη.
Ο διατάκτης αποστέλλει το χρεωστικό σημείωμα αμέσως μετά τη βεβαίωση της απαίτησης και το αργότερο εντός διαστήματος πέντε ετών από τη χρονική στιγμή κατά την οποία το θεσμικό όργανο της Ένωσης ήταν, υπό κανονικές συνθήκες, σε θέση να απαιτήσει την εξόφληση της οφειλής. [...]
3. Προκειμένου να βεβαιώσει απαίτηση, ο αρμόδιος διατάκτης διασφαλίζει ότι:
α) η απαίτηση είναι συγκεκριμένη, δηλαδή ότι δεν συνοδεύεται από όρους·
β) η απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη, προσδιορισμένη σε χρήμα και με ακρίβεια·
γ) η απαίτηση είναι ληξιπρόθεσμη και δεν υπόκειται σε προθεσμία·
[...]
4. Με το χρεωστικό σημείωμα πληροφορείται ο οφειλέτης ότι:
α) η Ένωση βεβαίωσε την απαίτηση αυτή·
[...]».
12. Το άρθρο 101, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 προβλέπει ότι ο «υπόλογος εισπράττει τα οφειλόμενα στον προϋπολογισμό ποσά συμψηφίζοντάς τα σύμφωνα με το άρθρο 102».
13. Το άρθρο 102 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, το οποίο φέρει τον τίτλο «Είσπραξη με συμψηφισμό», έχει ως εξής:
«1. Όταν ο οφειλέτης έχει έναντι της Ένωσης ή του εκτελεστικού οργανισμού, κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού, απαίτηση βεβαία σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 98 παράγραφος 3 στοιχείο α), η οποία ανέρχεται σε συγκεκριμένο ποσό, είναι απαιτητή, και αναφέρεται σε ποσό προκύπτον από ένταλμα πληρωμής, ο υπόλογος εισπράττει, μετά την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), τα βεβαιωμένα προς είσπραξη ποσά με συμψηφισμό.
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν είναι αναγκαία η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και όταν ο υπόλογος έχει τεκμηριωμένους λόγους να πιστεύει ότι το οφειλόμενο στην Ένωση ποσό θα μπορούσε να απολεσθεί, ο υπόλογος δύναται να εισπράττει το ποσό αυτό με συμψηφισμό πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β).
Ο υπόλογος δύναται επίσης να προβαίνει σε είσπραξη με συμψηφισμό πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) εφόσον συμφωνήσει ο οφειλέτης.
2. Προτού προβεί σε οποιαδήποτε είσπραξη κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ο υπόλογος συμβουλεύεται τον αρμόδιο διατάκτη και ενημερώνει τους εμπλεκόμενους οφειλέτες, εκτός των άλλων για τα μέσα προσφυγής δυνάμει του άρθρου 133.
[...]
3. Ο συμψηφισμός κατά την παράγραφο 1 έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την πληρωμή και απαλλάσσει την Ένωση από το ποσό της οφειλής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, από τους οφειλόμενους τόκους.»
14. Το άρθρο 103 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 φέρει τον τίτλο «Διαδικασία είσπραξης ελλείψει εκούσιας πληρωμής» και προβλέπει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 102, και εφόσον δεν εισπραχθεί ολόκληρο το ποσό εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), ο υπόλογος ενημερώνει σχετικά τον αρμόδιο διατάκτη και κινεί αμελλητί τη διαδικασία είσπραξης με κάθε νόμιμο μέσο, συμπεριλαμβανόμενης, εφόσον συντρέχει περίπτωση, της ανάκτησης με εκτέλεση τυχόν εγγύησης που έχει συσταθεί εκ των προτέρων.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 102, όταν δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ο τρόπος είσπραξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και ο οφειλέτης δεν κατέβαλε την πληρωμή ανταποκρινόμενος στην επιστολή οχλήσεως που του απηύθυνε ο υπόλογος, ο τελευταίος προβαίνει στην είσπραξη με αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης περί ανάκτησης είτε βάσει του άρθρου 100 παράγραφος 2 είτε με ένδικο βοήθημα.»
III. Ιστορικό της αναιρετικής διαδικασίας
Α. Τα πραγματικά περιστατικά πριν από τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
15. Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 14 έως 37 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και μπορεί να συνοψισθεί ως εξής.
16. Στις 24 Οκτωβρίου 2007 η Ένωση, εκπροσωπούμενη από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ανασυγκρότησης (ΕΥΑ), προκήρυξε διαγωνισμό για τη σύναψη της σύμβασης CARDS, ήτοι σύμβασης υπηρεσιών για την παροχή υπηρεσιών τεχνικής βοήθειας στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο της Σερβίας.
17. Στις 10 Ιουνίου 2008 η σύμβαση CARDS ανατέθηκε σε κοινοπραξία με επικεφαλής την HB. Στη συνέχεια, η σχετική σύμβαση υπογράφηκε στις 30 Ιουλίου 2008 για μέγιστη αξία 1 999 125 ευρώ. Η εν λόγω σύμβαση προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι κάθε διαφορά απορρέουσα από αυτήν ή σχετική με αυτήν υπάγεται στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Βρυξελλών (Βέλγιο) (9).
18. Μετά τη διαπίστωση παρατυπιών από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), η Επιτροπή εξέδωσε στις 15 Οκτωβρίου 2019 την απόφαση C(2019) 7319 τελικό. Με την απόφαση αυτή έκρινε ότι οι πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της σύμβασης CARDS, ύψους 1 197 055,86 ευρώ, είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως και έπρεπε να ανακτηθούν από την HB (στο εξής: απόφαση ανάκτησης CARDS).
19. Στις 19 Νοεμβρίου 2019 η HB άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δύο προσφυγές, με τις οποίες αμφισβήτησε, μεταξύ άλλων, τη νομιμότητα της απόφασης ανάκτησης CARDS και οι οποίες καταχωρίστηκαν, αντιστοίχως, με αριθμούς T‑795/19 και T‑796/19.
20. Στις 7 Φεβρουαρίου 2020 η HB άσκησε, ενώπιον του tribunal de première instance francophone de Bruxelles (γαλλόφωνου πρωτοδικείου Βρυξελλών, Βέλγιο), αγωγή κατά της Ένωσης, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή. Ζήτησε, κατ’ ουσίαν, να αναγνωριστεί, μεταξύ άλλων, ότι η Ένωση δεν είχε το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση CARDS. Επικουρικώς, ζήτησε να καταδικαστεί η Ένωση να καταβάλει συμβατική αποζημίωση ίση με το ποσό της σύμβασης αυτής.
21. Στις 19 Φεβρουαρίου 2021 το tribunal de première instance francophone de Bruxelles (γαλλόφωνο πρωτοδικείο Βρυξελλών) εξέδωσε απόφαση με την οποία έκρινε εαυτό αρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή της HB. Ωστόσο, αποφάσισε να αναστείλει την εκδίκαση της υπόθεσης επί της ουσίας εν αναμονή των αποφάσεων περάτωσης της δίκης στις υποθέσεις T‑795/19 και T‑796/19.
22. Με τις αποφάσεις του της 21ης Δεκεμβρίου 2021 στις υποθέσεις αυτές, HB κατά Επιτροπής (10) και HB κατά Επιτροπής (11) (στο εξής από κοινού: αποφάσεις στις υποθέσεις T‑795/19 και T‑796/19, HB κατά Επιτροπής), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε, μεταξύ άλλων, τις προσφυγές ως απαράδεκτες, στο μέτρο που είχαν ως αίτημα την ακύρωση της απόφασης ανάκτησης CARDS. Επιπλέον, καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων που είχε κινήσει η HB.
23. Με επιστολή της 31ης Μαρτίου 2022, η Επιτροπή συμφώνησε με το ποσό των δικαστικών εξόδων που της ζητήθηκαν βάσει των αποφάσεων στις υποθέσεις T‑795/19 και T‑796/19, ήτοι με το συνολικό ποσό των 19 904,76 ευρώ. Ωστόσο, εξέφρασε την πρόθεσή της να καταβάλει το ποσό αυτό μέσω συμψηφισμού, δεδομένου ότι, κατ’ ουσίαν, μεταξύ άλλων, η απαίτηση που απέρρεε από την απόφαση ανάκτησης CARDS παρέμενε ανεξόφλητη.
24. Στις 13 Μαΐου 2022 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση με την οποία προέβη σε συμψηφισμό μεταξύ, αφενός, της απαίτησης της HB έναντι της ίδιας για τα δικαστικά έξοδα στις υποθέσεις T‑795/19 και T‑796/19 και, αφετέρου, της απαίτησης ύψους 1 197 055,86 ευρώ την οποία υποστήριζε ότι έχει έναντι της HB βάσει της απόφασης ανάκτησης CARDS (στο εξής: επίδικη απόφαση).
Β. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
25. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Ιουλίου 2022, η HB άσκησε προσφυγή-αγωγή με αίτημα να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να αποκαταστήσει την περιουσιακή της ζημία.
26. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση (σημείο 1 του διατακτικού), απέρριψε την προσφυγή-αγωγή κατά τα λοιπά (σημείο 2 του διατακτικού) και καταδίκασε την HB και την Επιτροπή να φέρουν, έκαστη, τα δικαστικά της έξοδα (σημείο 3 του διατακτικού).
Γ. Τα γεγονότα μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως
27. Με απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2024 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑160/22 P και C‑161/22 P, Επιτροπή κατά HB, το Δικαστήριο αναίρεσε τις αποφάσεις στις υποθέσεις T‑795/19 και T‑796/19, ανέπεμψε τις υποθέσεις αυτές ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα (στο εξής: απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑160/22 P και C‑161/22 P, Επιτροπή κατά HB) (12).
IV. Η αναιρετική διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
28. Με δικόγραφο της 13ης Δεκεμβρίου 2023, το οποίο τακτοποιήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2023, η Επιτροπή άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
29. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει τα σημεία 1 και 3 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης·
– να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε πρωτοδίκως η HB κατά της επίδικης απόφασης·
– να καταδικάσει την HB στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
30. Η HB ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
31. Με αίτημα βάσει του άρθρου 149 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο απεστάλη στους διαδίκους στις 21 Οκτωβρίου 2024, το Δικαστήριο τους κάλεσε να λάβουν θέση επί του ζητήματος αν η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατέστη άνευ αντικειμένου μετά την έκδοση της απόφασης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑160/22 P και C‑161/22 P, Επιτροπή κατά HB. Οι διάδικοι απάντησαν επί του αιτήματος αυτού εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
32. Το Δικαστήριο αποφάσισε να μη διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του.
V. Εκτίμηση
33. Η υπό κρίση διαφορά απαιτεί να εξεταστεί, κατά πρώτον, η αίτηση αναιρέσεως (Α) και, κατά δεύτερον, η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (Β).
Α. Επί της αίτησης αναιρέσεως
34. Προτού εξεταστεί το βάσιμο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως (2), θα εξεταστεί κατά πόσον αυτή διατηρεί το αντικείμενό της παρά το γεγονός ότι η πρωτοδίκως προσβληθείσα επίδικη απόφαση κατέστη άνευ αντικειμένου (1).
1. Επί της διατήρησης του αντικειμένου της αίτησης αναιρέσεως
35. Κατ’ αρχάς, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί ότι, με μια πράξη συμψηφισμού, ο οφειλέτης (εν προκειμένω η Επιτροπή) έναντι του οποίου ένας δανειστής (εν προκειμένω η HB) έχει μια «κύρια» ή «παθητική» απαίτηση συμψηφίζει την απαίτηση αυτή με μια «ανταπαίτηση» ή «ενεργητική» απαίτηση που έχει ο ίδιος έναντι του δανειστή της κύριας απαίτησης. Με άλλα λόγια, αντί να καταβάλει στον δανειστή του το ποσό της κύριας απαίτησης, αφαιρεί το ποσό αυτό από το ποσό της ανταπαίτησης, προκειμένου να αποφευχθεί η αλληλοεπικάλυψη δύο καταβολών μεταξύ των ίδιων προσώπων.
36. Επομένως, ο συμψηφισμός αποτελεί ειδικό τρόπο απόσβεσης των ενοχών του οφειλέτη και, συγχρόνως και αντιστρόφως, τρόπο είσπραξης των απαιτήσεων που προβάλλει έναντι του δανειστή του (13).
37. Εν προκειμένω, όπως επισημαίνεται στα σημεία 22 έως 24 των παρουσών προτάσεων, αφενός, η κύρια απαίτηση της HB έναντι της Επιτροπής ανερχόταν σε 19 904,76 ευρώ και αντιστοιχούσε στα δικαστικά έξοδα στα οποία το Γενικό Δικαστήριο είχε καταδικάσει την Επιτροπή στις υποθέσεις T‑795/19 και T‑796/19, HB κατά Επιτροπής. Αφετέρου, η ανταπαίτηση της Επιτροπής έναντι της HB, την οποία εισέπραξε εν μέρει με την επίδικη απόφαση, ανερχόταν σε 1 197 055,86 ευρώ και αντιστοιχούσε στο ποσό που η Επιτροπή αξίωνε από την HB βάσει της σύμβασης CARDS.
38. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στο σημείο 27 των παρουσών προτάσεων, με την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑160/22 P και C‑161/22 P, Επιτροπή κατά HB, το Δικαστήριο αναίρεσε τις αποφάσεις στις υποθέσεις T‑795/19 και T‑796/19, HB κατά Επιτροπής, ανέπεμψε τις υποθέσεις αυτές ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα. Επομένως, η Επιτροπή δεν οφείλει πλέον στην HB το ποσό των εν λόγω δικαστικών εξόδων με αποτέλεσμα να μην υφίσταται πλέον η κύρια απαίτηση.
39. Κατά συνέπεια, όπως αναγνώρισε η Επιτροπή στην απάντησή της στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η πρωτοδίκως προσβληθείσα επίδικη απόφαση κατέστη άνευ αντικειμένου και πρέπει να ανακληθεί.
40. Επιπλέον, στην απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑160/22 P και C‑161/22 P, Επιτροπή κατά HB, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η απόφαση ανάκτησης CARDS πρέπει να θεωρηθεί πράξη δεκτική προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ και ότι εσφαλμένως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι εντασσόταν στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων. Συνεπώς, η ανταπαίτηση που εισέπραξε η Επιτροπή από την HB με την επίδικη απόφαση υπάγεται στην αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, η δοθείσα λύση στην απόφαση ADR, η οποία αφορά την είσπραξη συμβατικής απαίτησης υπαγόμενης στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου και στην οποία στηρίχθηκε η λύση που έγινε δεκτή στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στερείται εν προκειμένω σημασίας.
41. Εντούτοις, η Επιτροπή θεωρεί ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν κατέστη άνευ αντικειμένου, ιδίως καθόσον το Δικαστήριο πρέπει να διευκρινίσει εάν η λύση που υιοθέτησε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ισχύει όσον αφορά την έκδοση μελλοντικών αποφάσεων είσπραξης, μέσω συμψηφισμού, απαιτήσεων που απορρέουν από συμβάσεις οι οποίες δεν περιλαμβάνουν ρήτρες απονομής δικαιοδοσίας υπέρ του δικαστή της Ένωσης.
42. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το αντικείμενο της διαφοράς, όπως και το έννομο συμφέρον, πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης, διότι άλλως καταργείται η δίκη (14).
43. Επιπλέον, από το άρθρο 56, παράγραφοι 2 και 3, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι οι προνομιούχοι αναιρεσείοντες, όπως η Επιτροπή, δεν υποχρεούνται να αποδεικνύουν έννομο συμφέρον για την άσκηση αναιρέσεως (15). Ωστόσο, δεν είναι δυνατή η κρίση εκκρεμούς διαφοράς όταν τα επίμαχα νομικά ζητήματα έχουν καταστεί αμιγώς υποθετικής φύσεως επειδή εξέλιπε το αντικείμενο της διαφοράς (16). Συνεπώς, οι προνομιούχοι αναιρεσείοντες δεν διαθέτουν απεριόριστη δυνατότητα αναιρέσεως των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου ενώπιον του Δικαστηρίου (17) και δεν απαλλάσσονται από κάθε υποχρέωση σχετικά με τη διατήρηση του αντικειμένου της διαφοράς (18).
44. Επομένως, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο αίτησης αναιρέσεως, να αποφανθεί επί γενικών και αφηρημένων ζητημάτων ή να δώσει «μάθημα δικαίου» (19). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί αίτησης αναιρέσεως στην περίπτωση που η απόφαση που θα εξέδιδε θα είχε σημασία μόνο για ανάλογες υποθετικές περιπτώσεις στο μέλλον (20).
45. Ωστόσο, στο πλαίσιο εξέτασης του έννομου συμφέροντος των μη προνομιούχων προσφευγόντων, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, οι προσφεύγοντες αυτοί μπορούν να διατηρούν το έννομο συμφέρον τους να ζητήσουν την ακύρωση πράξης η οποία καταργήθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης, προκειμένου να υποχρεωθεί το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη να επιφέρει στο μέλλον τις δέουσες τροποποιήσεις και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να αποτρέψει τον κίνδυνο επανάληψης της πλημμέλειας που προσάπτεται στην πράξη (21). Η διατήρηση ενός τέτοιου συμφέροντος γίνεται δεκτή ιδίως στην περίπτωση που μπορεί να προβλεφθεί ότι το οικείο θεσμικό όργανο θα εκδώσει, βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, νέες πράξεις στηριζόμενες ακριβώς στη νομική ερμηνεία την οποία αμφισβητεί ο προσφεύγων (22).
46. Η συλλογιστική αυτή πρέπει να εφαρμοστεί κατά μείζονα λόγο κατά την εκτίμηση της διατήρησης του αντικειμένου μιας διαφοράς, όπως εν προκειμένω της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, την οποία άγει ενώπιον του Δικαστηρίου προνομιούχος αναιρεσείων που δεν υποχρεούται να αποδείξει έννομο συμφέρον.
47. Όπως επισημαίνεται στο σημείο 7 των παρουσών προτάσεων, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι, σε περίπτωση όπως η υπό κρίση, στην οποία η ανταπαίτηση που εισπράχθηκε μέσω συμψηφισμού απορρέει από σύμβαση που δεν περιλαμβάνει ρήτρα απονομής δικαιοδοσίας υπέρ του δικαστή της Ένωσης, η Επιτροπή δεν έχει τη δυνατότητα να κάνει χρήση του εν λόγω τρόπου είσπραξης.
48. Συνεπώς, όπως επισήμανε η Επιτροπή στα δικόγραφά της, βάσει της δικαιικής κατάστασης που διαμορφώνει το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το οποίο η Επιτροπή υποχρεούται να σεβαστεί (23), δεν μπορεί πλέον να προβεί σε συμψηφισμό για την είσπραξη των απαιτήσεων που προβάλλει έναντι των αντισυμβαλλομένων με τους οποίους συνδέεται με συμβάσεις που δεν περιλαμβάνουν ρήτρα απονομής δικαιοδοσίας υπέρ του δικαστή της Ένωσης. Ωστόσο, η Επιτροπή απέδειξε, παραθέτοντας σχετικά στοιχεία, ότι οι απαιτήσεις αυτές είναι πολυάριθμες και αντιστοιχούν σε σημαντικό κονδύλι του προϋπολογισμού.
49. Επομένως, η κατάργηση του αντικειμένου της επίδικης απόφασης, η οποία ακυρώθηκε με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν εξαλείφει τις συνέπειες που συνεπάγεται για την Επιτροπή (24) και γενικότερα για την έννομη τάξη της Ένωσης η λύση που έγινε δεκτή στο σκεπτικό της απόφασης αυτής. Πράγματι, η έκλειψη του αντικειμένου της επίδικης απόφασης δεν αναιρεί τη νομική εκτίμηση στην οποία στηρίζεται το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (25), όπερ αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής διαδικασίας. Εάν η διαδικασία αυτή περατωθεί με κατάργηση της δίκης, η εν λόγω λύση που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό, το οποίο αποτελεί αναγκαίο έρεισμα του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, θα αποκτήσει, συνεπώς, ισχύ δεδικασμένου (26).
50. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ήταν αντίθετο όχι μόνον προς τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας και της χρηστής διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών της Ένωσης, αλλά και προς τις αρχές της οικονομίας της δίκης και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να θεωρηθεί ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατέστη άνευ αντικειμένου και να υποχρεωθεί η Επιτροπή να επιδιώξει την αποσαφήνιση της δικαιικής κατάστασης σχετικά με τον συμψηφισμό συμβατικών απαιτήσεων κινώντας μεταγενέστερες αναιρετικές διαδικασίες.
51. Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, δεν προκύπτει ούτε ότι η έκλειψη του αντικειμένου της επίδικης απόφασης έχει ως συνέπεια να τερματισθεί η διαφορά μεταξύ των διαδίκων, ώστε να καταστεί η αίτηση αναιρέσεως άνευ αντικειμένου για τον λόγο αυτόν (27).
52. Συνεπώς, με την επιφύλαξη της έκλειψης του αντικειμένου της πρωτοβάθμιας διαδικασίας (βλ. σημεία 105 και 106 των παρουσών προτάσεων), η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως δεν κατέστη άνευ αντικειμένου και πρέπει, ως εκ τούτου, να εξεταστεί επί της ουσίας.
2. Επί της ουσίας
53. Κατά την Επιτροπή, το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει πλάνη περί το δίκαιο για δύο λόγους.
54. Αφενός, η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι εσφαλμένως έκρινε ότι δεν μπορούσε να εισπράξει, μέσω συμψηφισμού, συμβατική απαίτηση η οποία αμφισβητήθηκε ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου (α).
55. Αφετέρου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον εξομοίωσε τις αποφάσεις συμψηφισμού με τις αποφάσεις που αποτελούν εκτελεστό τίτλο και εφάρμοσε επ’ αυτών τα κριθέντα με την απόφαση ADR (β).
α) Επί της δυνατότητας είσπραξης αμφισβητούμενης απαίτησης με συμψηφισμό (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
56. Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στις σκέψεις 60 και 61 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο συγχέει την εξέταση του βέβαιου, εκκαθαρισμένου και απαιτητού χαρακτήρα της απαίτησης με την εξέταση του βασίμου της και ότι εσφαλμένως έκρινε ότι η αμφισβήτηση της απαίτησης αποτελεί στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση του βέβαιου, εκκαθαρισμένου και απαιτητού χαρακτήρα της.
57. Στις εν λόγω σκέψεις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων της Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων ως προς τον έλεγχο της νομιμότητας συμψηφισμού σχετικά με απαίτηση συμβατικής φύσεως η οποία είχε αμφισβητηθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου που ήταν το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει αν η εν λόγω απαίτηση ήταν βάσιμη και αν, γενικότερα, είχε βέβαιο, εκκαθαρισμένο και απαιτητό χαρακτήρα ώστε να καθίσταται δυνατή η συνεκτίμησή της στο πλαίσιο συμψηφισμού (28).
58. Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, από το σκεπτικό αυτό προκύπτει πράγματι ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η αμφισβήτηση ή μη μιας απαίτησης αποτελούσε στοιχείο που έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση του βέβαιου, εκκαθαρισμένου και απαιτητού χαρακτήρα της κατά την έννοια των διατάξεων του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018.
59. Ωστόσο, η ερμηνεία αυτή καταρρίπτεται από την εξέταση των σχετικών διατάξεων του κανονισμού αυτού υπό το πρίσμα του γράμματος, της οικονομίας και του σκοπού τους.
60. Πρώτον, η βεβαίωση απαίτησης συνιστά αναγνώριση του δικαιώματος της Ένωσης έναντι ενός οφειλέτη και σύσταση δικαιώματος απαίτησης από τον οφειλέτη να προβεί στην εξόφληση της οφειλής του (άρθρο 98, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018). Προκειμένου να βεβαιώσει απαίτηση, ο αρμόδιος διατάκτης διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, ότι η απαίτηση α) είναι συγκεκριμένη, δηλαδή δεν συνοδεύεται από όρους, β) είναι εκκαθαρισμένη, προσδιορισμένη σε χρήμα και με ακρίβεια και γ) είναι ληξιπρόθεσμη και δεν υπόκειται σε προθεσμία (άρθρο 98, παράγραφος 3, στοιχεία αʹ έως γʹ, του κανονισμού αυτού).
61. Δεύτερον, κάθε απαίτηση που προσδιορίζεται ως βεβαία, εκκαθαρισμένη και απαιτητή βεβαιώνεται με ένταλμα είσπραξης με το οποίο ο αρμόδιος διατάκτης δίνει εντολή στον υπόλογο να εισπράξει το ποσό. Το ένταλμα είσπραξης ακολουθείται από χρεωστικό σημείωμα προς τον οφειλέτη, το οποίο τον ενημερώνει για τη βεβαίωση της απαίτησης και την προθεσμία πληρωμής (άρθρο 98, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, καθώς και άρθρο 100, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018).
62. Τρίτον, εξαιρουμένης της περίπτωσης που αποφασίσει να ακυρώσει εν όλω ή εν μέρει βεβαιωθείσα απαίτηση, ο αρμόδιος διατάκτης δύναται να παραιτηθεί από την είσπραξη της απαίτησης αυτής μόνο σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, όταν η είσπραξη είναι αδύνατη ή θίγει την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 101, παράγραφοι 2 έως 6, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018).
63. Τέλος, τέταρτον, όταν ο οφειλέτης έχει με τη σειρά του απαίτηση έναντι της Ένωσης, ο υπόλογος εισπράττει τη βεβαιωθείσα απαίτηση της Ένωσης με συμψηφισμό, αφού παράσχει στον οφειλέτη τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του (άρθρο 101, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, και άρθρο 102, παράγραφοι 1 και 2, πρώτο εδάφιο, καθώς και άρθρο 133 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018).
64. Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο βέβαιος χαρακτήρας της απαίτησης συνδέεται μόνο με το γεγονός ότι η απαίτηση δεν συνοδεύεται από όρους (σημείο 60 των παρουσών προτάσεων) και δεν πρέπει να συγχέεται με τον μη αμφισβητούμενο χαρακτήρα της (29).
65. Συνεπώς, η απαίτηση βεβαιώνεται και το ένταλμα είσπραξης εκδίδεται προτού ο οφειλέτης ενημερωθεί για τη βεβαίωση της απαίτησης με το χρεωστικό σημείωμα, το οποίο μπορεί να οδηγήσει στην αμφισβήτησή της (σημείο 61 των παρουσών προτάσεων). Βεβαίως, ο υπόλογος πρέπει να παράσχει στον οφειλέτη τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του προτού εισπράξει τη βεβαιωθείσα απαίτηση με συμψηφισμό (σημείο 63 των παρουσών προτάσεων). Ωστόσο, δεν μπορεί να παραιτηθεί από την είσπραξη μιας απαίτησης μετά τη βεβαίωσή της, ακόμη και αν αυτή αμφισβητείται, εκτός αν αποφασίσει να την ακυρώσει (σημείο 62 των παρουσών προτάσεων).
66. Συνεπώς, ο μη αμφισβητούμενος χαρακτήρας μιας απαίτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη βεβαίωση και την είσπραξή της με συμψηφισμό. Αντιθέτως, όταν μια απαίτηση βεβαιώνεται, ο αρμόδιος διατάκτης και ο αρμόδιος υπόλογος δεν μπορούν να παραιτηθούν από την είσπραξή της με συμψηφισμό.
67. Τούτο συνάδει με τον σκοπό του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων και στη χρηστή διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης, στοιχεία απαραίτητα για τη λειτουργία της (30).
68. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε σε υποθέσεις προγενέστερες της υπό κρίση υπόθεσης ότι η αμφισβήτηση μιας απαίτησης δεν εμποδίζει την είσπραξή της με συμψηφισμό (31).
69. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως στήριξε τη συλλογιστική του, στις σκέψεις 60 και 61 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εμμέσως πλην σαφώς, στην εκτίμηση ότι η αμφισβήτηση μιας απαίτησης που έχει βεβαιωθεί από την Ένωση εμποδίζει την είσπραξή της με συμψηφισμό. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
β) Επί της δυνατότητας είσπραξης με συμψηφισμό συμβατικής απαίτησης υπαγόμενης στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
70. Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η έκδοση απόφασης συμψηφισμού για την είσπραξη συμβατικής απαίτησης υπαγόμενης στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου θα είχε ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση της κατανομής των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων που καθορίζεται από το πρωτογενές δίκαιο. Ακόμη και αν μια τέτοια απόφαση συμψηφισμού αποτελεί πράξη δεκτική προσφυγής ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, δεν μπορεί, συναφώς, να εξομοιωθεί με απόφαση που αποτελεί εκτελεστό τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ, όπως εκείνη που αποτέλεσε αντικείμενο της απόφασης ADR.
71. Προκειμένου να εκτιμηθούν οι εν λόγω αιτιάσεις, είναι απαραίτητο, κατά πρώτον, να επιβεβαιωθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο ορθώς χαρακτήρισε τις αποφάσεις συμψηφισμού ως πράξεις δεκτικές προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (σκέψεις 52 και 54 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης) (1).
72. Κατά δεύτερον, θα εξεταστεί κατά πόσον η Επιτροπή έχει, εντούτοις, την αρμοδιότητα έκδοσης τέτοιων αποφάσεων για την είσπραξη συμβατικών απαιτήσεων υπαγόμενων, όσον αφορά την εξέταση της βασιμότητάς τους, στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου (2).
1) Οι αποφάσεις συμψηφισμού συμβατικών απαιτήσεων αποτελούν πράξεις δεκτικές προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ
73. Κατά τη νομολογία, όταν έχει συναφθεί σύμβαση μεταξύ του προσφεύγοντος και ενός θεσμικού οργάνου, μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ μόνο στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη πράξη αποσκοπεί στην παραγωγή δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων εκτός των ορίων της συμβατικής σχέσης που συνδέει τους συμβαλλόμενους, αποτελεσμάτων που συναρτώνται προς την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας, τα οποία απονέμονται στο συμβαλλόμενο θεσμικό όργανο ως διοικητική αρχή (32).
74. Είναι αλήθεια ότι ο συμψηφισμός αποτελεί μηχανισμό ο οποίος χρησιμοποιείται συνήθως στο αστικό δίκαιο μεταξύ ιδιωτών που δεν διαθέτουν προνόμια άσκησης δημόσιας εξουσίας (33). Ωστόσο, η έκδοση απόφασης συμψηφισμού, βάσει του καθεστώτος που θεσπίζει ο δημοσιονομικός κανονισμός του 2018, με σκοπό την είσπραξη συμβατικής απαίτησης, αποτελεί πράξη εκτός των ορίων της συμβατικής σχέσης που συνδέει τους συμβαλλόμενους, η οποία συναρτάται προς την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας που απονέμονται στο συμβαλλόμενο θεσμικό όργανο ως διοικητική αρχή.
75. Αφενός, όταν η Επιτροπή συμψηφίζει μια ανταπαίτηση που ισχυρίζεται ότι έχει εκ συμβάσεως έναντι του αντισυμβαλλομένου της με μια κύρια απαίτηση που ο τελευταίος έχει έναντι της ίδιας βάσει άλλης συμβατικής ή μονομερούς σχέσης (34), η απόφαση αυτή παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα εκτός των ορίων της συμβατικής σχέσης από την οποία απορρέει η ανταπαίτηση.
76. Αφετέρου, η έκδοση μιας τέτοιας απόφασης συναρτάται προς την άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας που απονέμονται στην Επιτροπή ως διοικητική αρχή. Ως εκ τούτου, τα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα μιας τέτοιας απόφασης βαίνουν εκτός των ορίων κάθε συμβατικής σχέσης που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ανεξαρτήτως του αν η κύρια απαίτηση και η ανταπαίτηση που αποτελούν αντικείμενο της απόφασης συμψηφισμού απορρέουν ή όχι από την ίδια σύμβαση.
77. Πράγματι, όπως εξηγείται στην υπόθεση ADR, τα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα μιας απόφασης εκδοθείσας δυνάμει των προνομίων δημόσιας εξουσίας, τα οποία απονέμονται στο συμβαλλόμενο θεσμικό όργανο ως διοικητική αρχή, ουδέποτε περιορίζονται αποκλειστικά στη συμβατική σχέση που συνδέει τους συμβαλλόμενους. Μια τέτοια απόφαση παράγει πάντοτε και εξωσυμβατικά έννομα αποτελέσματα καθόσον τα αποτελέσματα αυτά στηρίζονται σε ένα γενικής, εξωσυμβατικής και κυριαρχικής φύσεως προνόμιο του συμβαλλόμενου θεσμικού οργάνου (35).
78. Όσον αφορά τις αποφάσεις συμψηφισμού, αυτές εμπίπτουν στην άσκηση τέτοιων προνομίων δημόσιας εξουσίας, κατ’ ουσίαν, για δύο λόγους.
79. Αφενός, η έκδοση απόφασης συμψηφισμού έχει χαρακτήρα δημόσιας εξουσίας καθόσον η Επιτροπή οφείλει, όπως εκτίθεται στα σημεία 64 έως 66 των παρουσών προτάσεων, να εκδώσει τέτοια απόφαση, ακόμη και αν αμφισβητείται η κατά τον τρόπο αυτόν εισπραττόμενη απαίτηση.
80. Αφετέρου και κατά κύριο λόγο, αντίθετα προς τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στο αστικό δίκαιο, ο αντισυμβαλλόμενος της Επιτροπής δεν μπορεί να αντιτάξει συμψηφισμό στο εν λόγω θεσμικό όργανο, εάν το όργανο αυτό αμφισβητεί την προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Ο δημοσιονομικός κανονισμός δεν προβλέπει κανέναν μηχανισμό συμψηφισμού που να παρέχει στον αντισυμβαλλόμενο τη δυνατότητα να προβεί σε συμψηφισμό υπό τέτοιες περιστάσεις.
81. Επιπλέον, από τη συνδυασμένη ερμηνεία του άρθρου 102, παράγραφος 1, και του άρθρου 111, παράγραφοι 3 έως 5, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 προκύπτει ότι ένας αντισυμβαλλόμενος της Επιτροπής μπορεί να έχει έναντι της Ένωσης απαίτηση βέβαιη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή μόνον αν το αντίστοιχο χρηματικό ποσό έχει βεβαιωθεί με ένταλμα πληρωμής. Τέτοιο ένταλμα πληρωμής εκδίδεται μόνον όταν ο αρμόδιος διατάκτης έχει προηγουμένως αποδεχθεί ότι μια δαπάνη βαρύνει τον προϋπολογισμό, έχοντας ελέγξει, μεταξύ άλλων, ότι πληρούνται οι όροι της νομικής δέσμευσης στην οποία προβλέπεται η δαπάνη αυτή. Επομένως, εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι μια δαπάνη που της ζητεί ένας αντισυμβαλλόμενος δεν είναι δικαιολογημένη, δεν θα εκδοθεί τέτοιο ένταλμα πληρωμής και, ως εκ τούτου, ο αντισυμβαλλόμενος δεν θα έχει απαίτηση βέβαιη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή που να μπορεί να προβληθεί στο πλαίσιο πράξης συμψηφισμού.
82. Κατά συνέπεια, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατά την πάγια νομολογία, ότι οι αποφάσεις συμψηφισμού που εκδίδονται από την Επιτροπή αποτελούν πράξεις δυνάμενες να προσβληθούν ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης με προσφυγή ακυρώσεως σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ (36).
2) Η έκδοση απόφασης συμψηφισμού για την είσπραξη συμβατικής απαίτησης υπαγόμενης στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου είναι ωστόσο δυνατή
83. Στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, η Επιτροπή αποδέχεται, βεβαίως, τη θέση που διατύπωση το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σύμφωνα με την οποία μια απόφαση συμψηφισμού συμβατικής απαίτησης υπαγόμενης στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου αποτελεί πράξη δεκτική προσφυγής ενώπιον του δικαστή της Ένωσης βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη καθόσον συνήγαγε από τη διαπίστωση αυτήν ότι η έκδοση μιας τέτοιας απόφασης συνεπάγεται καταστρατήγηση της κατανομής των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων που καθορίζεται στη Συνθήκη. Το σκεπτικό της απόφασης ADR δεν μπορεί, συναφώς, να εφαρμοστεί στις αποφάσεις συμψηφισμού.
84. Στην απόφαση ADR, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η Επιτροπή δεν έχει την αρμοδιότητα να εκδίδει αποφάσεις που αποτελούν εκτελεστό τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ για την είσπραξη συμβατικών απαιτήσεων υπαγόμενων στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορεί να εκδίδει τέτοιες αποφάσεις για την είσπραξη απαιτήσεων που απορρέουν από συμβάσεις οι οποίες δεν περιλαμβάνουν ρήτρα απονομής δικαιοδοσίας υπέρ του δικαστή της Ένωσης (37).
85. Ωστόσο, ο περιορισμός αυτός οφείλεται όχι μόνον στο γεγονός ότι μια απόφαση που αποτελεί εκτελεστό τίτλο, κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ, συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, αλλά και, κυρίως, στο γεγονός ότι, στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσφυγής, ο δικαστής της Ένωσης πρέπει να εξετάσει το βάσιμο της απαίτησης.
86. Όπως εκτίθεται στην υπόθεση ADR, κατά το άρθρο 299, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ, η αναγκαστική εκτέλεση απόφασης που αποτελεί εκτελεστό τίτλο αναστέλλεται μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου, ενώ ο έλεγχος της κανονικότητας των εκτελεστικών μέτρων ανήκει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Επιπλέον, οι Κανονισμοί Διαδικασίας τόσο του Γενικού Δικαστηρίου όσο και του Δικαστηρίου προβλέπουν ότι οι αιτήσεις αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης πράξεων κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ είναι παραδεκτές μόνο σε συνδυασμό με προσφυγή ή αγωγή που έχει ασκηθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή του Δικαστηρίου (38).
87. Υπό τις συνθήκες αυτές, το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής επιβάλλει να εξετάζεται και το βάσιμο της προβαλλόμενης απαίτησης από τον δικαστή της Ένωσης που επιλαμβάνεται τέτοιας προσφυγής ή αγωγής (39). Διαφορετικά, η αναγκαστική είσπραξη μιας απαίτησης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τη διενέργεια δικαστικού ελέγχου.
88. Η έκδοση απόφασης που αποτελεί εκτελεστό τίτλο για την είσπραξη συμβατικής απαίτησης υπαγόμενης στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου θα είχε ως αποτέλεσμα να αποκλείεται η εξέταση του βασίμου της απαίτησης από το εθνικό δικαστήριο και, ως εκ τούτου, να καταστρατηγείται η κατανομή των δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων που καθορίζεται στη Συνθήκη.
89. Ωστόσο, όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, η συλλογιστική αυτή δεν ισχύει για τις αποφάσεις συμψηφισμού κατά την έννοια του άρθρου 102 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, όπως η επίδικη απόφαση που αποτελεί αντικείμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
90. Ειδικότερα, το άρθρο 102, παράγραφος 3, του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 ορίζει, βεβαίως, ότι ο συμψηφισμός κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την πληρωμή και απαλλάσσει την Ένωση από το ποσό της οφειλής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, από τους οφειλόμενους τόκους.
91. Ωστόσο, σε περίπτωση είσπραξης συμβατικής απαίτησης, το βάσιμο της οποίας εξετάζεται από εθνικό δικαστήριο για τον λόγο ότι η σχετική σύμβαση δεν περιλαμβάνει ρήτρα απονομής δικαιοδοσίας, επιβάλλεται η τελολογική συστολή της διάταξης αυτής, ήτοι η συσταλτική ερμηνεία της, υπό την έννοια ότι ο συμψηφισμός δεν απαλλάσσει την Ένωση από το ποσό της οφειλής (την κύρια απαίτηση). Την απαλλάσσει μόνον από την υποχρέωση να εξοφλήσει την κύρια απαίτηση εν αναμονή της έκβασης της εξέτασης της ενδεχόμενης αμφισβήτησης του βασίμου της ανταπαίτησης που εισπράχθηκε μέσω συμψηφισμού.
92. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση ADR, υπό τις συνθήκες αυτές, μια απόφαση συμψηφισμού δεν έχει νομική αλλά μόνον πρακτική ισχύ όσον αφορά την εισπραχθείσα ανταπαίτηση (40). Μια τέτοια απόφαση μπορεί βεβαίως να καταστεί αμετάκλητη είτε για τον λόγο ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν την προσέβαλε ενώπιον του δικαστή της Ένωσης είτε για τον λόγο ότι ο δικαστής της Ένωσης την επικύρωσε με δικαστική απόφαση που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου. Ωστόσο, τούτο δεν προδικάζει το ζήτημα του βασίμου της ανταπαίτησης που αποτελεί αντικείμενο της απόφασης αυτής. Πράγματι, η εν λόγω απόφαση δεν μπορεί να προσδώσει οριστική νομική ισχύ στη βεβαίωση της απαίτησης αυτής. Αντιθέτως, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η βεβαίωση της εν λόγω απαίτησης αποκτά νομική ισχύ καθορίζονται από τις εφαρμοστέες νόμιμες και συμβατικές ρυθμίσεις και απόκεινται στην εκτίμηση του αρμόδιου δικαστηρίου.
93. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο έλεγχος που ασκεί ο δικαστής της Ένωσης ο οποίος επιλαμβάνεται προσφυγής ακυρώσεως κατά απόφασης συμψηφισμού εκδοθείσας δυνάμει του άρθρου 102 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018 περιορίζεται στην εξακρίβωση των προϋποθέσεων που θέτει ο κανονισμός αυτός για την έκδοση τέτοιας απόφασης (βλ. σημεία 60 έως 66 των παρουσών προτάσεων). Αντιθέτως, ούτε ο έλεγχος αυτός ούτε η ισχύς δεδικασμένου της κατ’ αυτόν τον τρόπο εκδοθείσας απόφασης μπορούν να εκτείνονται στο βάσιμο της εισπραχθείσας συμβατικής ανταπαίτησης (41). Πράγματι, το ζήτημα αυτό δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης καθόσον η σχετική σύμβαση δεν περιλαμβάνει ρήτρα απονομής δικαιοδοσίας (42).
94. Κατά συνέπεια, ο δικαστικός έλεγχος που ασκεί ο δικαστής της Ένωσης όσον αφορά την απόφαση συμψηφισμού δεν συνεπάγεται καταστρατήγηση της κατανομής δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων που καθορίζεται από το πρωτογενές δίκαιο. Επομένως, αντίθετα προς όσα ισχύουν για τις αποφάσεις που αποτελούν εκτελεστό τίτλο, οι οποίες αποτελούσαν αντικείμενο της απόφασης ADR, όσον αφορά τις αποφάσεις συμψηφισμού είναι πιθανό η νομιμότητα της απόφασης συμψηφισμού και το βάσιμο της απαίτησης της Επιτροπής, η οποία εισπράττεται μέσω συμψηφισμού, να εξετάζονται από διαφορετικό δικαστή.
95. Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι ο δικαστής της Ένωσης ελέγχει μόνο τις προϋποθέσεις που θέτει ο δημοσιονομικός κανονισμός του 2018 για την έκδοση απόφασης συμψηφισμού, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται ο έλεγχος του βασίμου της σχετικής ανταπαίτησης, δεν συνιστά προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής. Τούτο διότι, όπως εκτίθεται στα σημεία 91 και 92 των παρουσών προτάσεων, η απόφαση συμψηφισμού δεν έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται οριστική η βεβαίωση της προβαλλόμενης ανταπαίτησης. Έχει μόνον ως αποτέλεσμα να αναβάλλεται η εξόφληση της κύριας απαίτησης του αντισυμβαλλομένου μέχρι την περάτωση της διαδικασίας ελέγχου του βασίμου της ανταπαίτησης ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου.
96. Όπως ορθώς αναγνωρίζει η Επιτροπή, στην περίπτωση κατά την οποία το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η απαίτηση αυτή δεν υφίσταται, θα οφείλει ασφαλώς να καταβάλει στον αντισυμβαλλόμενό της το παρακρατηθέν ποσό της κύριας απαίτησης, ενδεχομένως πλέον τόκων (43). Όπως έχει αναγνωρίσει το Γενικό Δικαστήριο υπό παρόμοιες περιστάσεις, μπορεί επίσης, βάσει των δυνατοτήτων που του απονέμονται συναφώς από τον Κανονισμό Διαδικασίας του, να αναστείλει την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής κατά της απόφασης συμψηφισμού έως ότου εκδοθεί η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου σχετικά με το βάσιμο της οικείας απαίτησης (44).
97. Βεβαίως, η έκδοση της απόφασης συμψηφισμού, στο μέτρο που με αυτήν εισπράττεται στην πράξη το ποσό της προβαλλόμενης ανταπαίτησης της Επιτροπής (λόγω της μη εξόφλησης της κύριας απαίτησης της αντισυμβαλλομένης), αντιστρέφει το βάρος της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου επί της συμβάσεως δικαστηρίου προκειμένου να ληφθεί απόφαση επί του βασίμου της ανταπαίτησης. Επομένως, δεν εναπόκειται στην Επιτροπή να προσφύγει ενώπιον του δικαστηρίου αυτού προκειμένου να εξεταστεί το βάσιμο της προβαλλόμενης απαίτησής της και να της χορηγηθεί εκτελεστός τίτλος για την είσπραξή της. Αντιθέτως, εναπόκειται στον αντισυμβαλλόμενο να προσφύγει ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου προκειμένου να εξεταστεί το βάσιμο της προβαλλόμενης απαίτησης της Επιτροπής και να εκδοθεί, κατά περίπτωση, απόφαση που να υποχρεώνει την Επιτροπή να εξοφλήσει το ποσό της κύριας απαίτησης που παρακρατήθηκε βάσει της απόφασης συμψηφισμού.
98. Ωστόσο, η εν λόγω δυσμενέστερη μεταχείριση του αντισυμβαλλομένου σε σχέση με την Επιτροπή, στο μέτρο που στην τελευταία παρέχεται η δυνατότητα αυτή κατά την είσπραξη των απαιτήσεών της, δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (45). Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση ADR, δεν θα ήταν συμβατό με την αρχή αυτή να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει κονδύλια της Ένωσης σε έναν οφειλέτη υπερήμερο, αφερέγγυο ή απλώς μη συνεργάσιμο (46).
99. Εξάλλου, για τον λόγο αυτόν, βάσει του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018, ο συμψηφισμός αποτελεί τον κύριο υποχρεωτικό τρόπο είσπραξης των απαιτήσεων της Ένωσης, πριν από κάθε άλλο τρόπο είσπραξης (47). Επομένως, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο σε άλλες υποθέσεις, ο υπόλογος δεν μπορεί να παραιτηθεί από τον συμψηφισμό όταν ο οφειλέτης έχει απαίτηση έναντι της Ένωσης και δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκουσίως (48). Αντιθέτως, αν δεν κατέστη δυνατό να εισπραχθεί η απαίτηση με συμψηφισμό ή με την ανάκτηση τυχόν εγγύησης που έχει συσταθεί εκ των προτέρων, ο υπόλογος μπορεί να εισπράξει την απαίτηση αυτή, εναλλακτικώς, με την έκδοση απόφασης αποτελούσας εκτελεστό τίτλο ή με ένδικο βοήθημα (49).
100. Συνεπώς, τούτο διαφοροποιεί τις αποφάσεις που αποτελούν εκτελεστό τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 299 ΣΛΕΕ, οι οποίες αποτελούσαν αντικείμενο της απόφασης ADR, από τις αποφάσεις συμψηφισμού, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση υπόθεσης. Δεδομένου ότι οι πρώτες αποτελούν επιλογή που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή, όπως και η απόκτηση τίτλου διά της δικαστικής οδού, δικαιολογείται ο περιορισμός της χρήσης τους βάσει των άρθρων 272 και 274 ΣΛΕΕ (βλ. σημεία 1 έως 5 των παρουσών προτάσεων). Αντιθέτως, δεδομένου ότι η χρήση των δεύτερων είναι υποχρεωτική και όχι προαιρετική, τα αποτελέσματά τους δεν μπορούν να προσδώσουν νομική ισχύ στη βεβαίωση μιας απαίτησης η οποία, βάσει των εν λόγω διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου, υπάγεται στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου όσον αφορά την εξέταση του βασίμου της.
101. Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη καθόσον έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να εκδώσει την επίδικη απόφαση βάσει της λύσης που έγινε δεκτή στην απόφαση ADR. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
3. Πρόταση επί της αίτησης αναιρέσεως
102. Από την προεκτεθείσα εξέταση προκύπτει ότι το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου στο οποίο στηρίζεται το σημείο 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ενέχει πλάνη περί το δίκαιο. Συνεπώς, η απόφαση αυτή πρέπει να αναιρεθεί στο μέτρο που ακύρωσε την επίδικη απόφαση στο σημείο 1 του διατακτικού της.
Β. Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
103. Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση αναίρεσης της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση.
104. Τέτοια περίπτωση συντρέχει εν προκειμένω.
105. Όπως επισημαίνεται στα σημεία 37 έως 39 των παρουσών προτάσεων, δεδομένου ότι η κύρια απαίτηση της HB έναντι της Επιτροπής, την οποία η Επιτροπή συμψήφισε με την προβαλλόμενη ανταπαίτησή της έναντι της HB βάσει της σύμβασης CARDS, δεν υφίσταται πλέον, η επίδικη απόφαση κατέστη άνευ αντικειμένου.
106. Επομένως, καταργείται η δίκη επί της προσφυγής ακυρώσεως της απόφασης αυτής, η οποία ασκήθηκε από την HB ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Γ. Ενδιάμεση πρόταση
107. Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο μέτρο που ακύρωσε την επίδικη απόφαση στο σημείο 1 του διατακτικού της και το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι καταργείται η δίκη επί της προσφυγής ακυρώσεως της επίδικης απόφασης, η οποία ασκήθηκε από την HB ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
VI. Επί των δικαστικών εξόδων
Α. Επί των δικαστικών εξόδων της αναιρετικής διαδικασίας
108. Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη ή όταν γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, αυτό αποφαίνεται επί των εξόδων. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
109. Δεδομένου ότι η HB ηττήθηκε στην παρούσα αναιρετική διαδικασία και ότι η Επιτροπή έχει υποβάλει σχετικό αίτημα, η HB πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
Β. Επί των δικαστικών εξόδων της πρωτοβάθμιας διαδικασίας
110. Το άρθρο 149 του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων αν διαπιστώσει ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και ότι η δίκη πρέπει να καταργηθεί. Κατά το άρθρο 142 του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση κατάργησης της δίκης το Δικαστήριο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του.
111. Εν προκειμένω, προκύπτει ότι καταργείται η δίκη επί της προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε από την HB πρωτοδίκως καθόσον η επίδικη απόφαση κατέστη άνευ αντικειμένου.
112. Η παρούσα ανάλυση κατέδειξε ότι κακώς το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την επίδικη απόφαση, μολονότι η Επιτροπή είχε την εξουσία να την εκδώσει, με αποτέλεσμα να πρέπει να γίνουν δεκτά τα σχετικά αιτήματα που υπέβαλε πρωτοδίκως η Επιτροπή. Επιπλέον, το σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίπτεται το αίτημα της HB για αποκατάσταση της υλικής ζημίας της, δεν πρέπει να αναιρεθεί.
113. Ωστόσο, η παρούσα ανάλυση κατέδειξε επίσης την πολυπλοκότητα των μέσων ένδικης προστασίας κατά απόφασης συμψηφισμού που αφορά συμβατική απαίτηση υπαγόμενη στην αρμοδιότητα εθνικού δικαστηρίου. Επιπλέον, η HB επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια καθόσον προσέφυγε, όσον αφορά τον επίμαχο συμψηφισμό, τόσο στο Γενικό Δικαστήριο όσο και στο εθνικό δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την εξέταση του βασίμου της επίμαχης απαίτησης.
114. Υπό τις συνθήκες αυτές, κατά δίκαιη εκτίμηση της υπόθεσης, έκαστος των διαδίκων πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα όσον αφορά την πρωτοβάθμια διαδικασία, όπως διέταξε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Συνεπώς, το αίτημα της Επιτροπής για την αναίρεση του σημείου 3 του διατακτικού της απόφασης αυτής και για την καταδίκη της HB στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να απορριφθεί.
VII. Πρόταση
115. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1) Αναιρεί το σημείο 1 του διατακτικού της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 4ης Οκτωβρίου 2023, HB κατά Επιτροπής (T‑444/22, EU:T:2023:604).
2) Καταργείται η δίκη επί της προσφυγής ακυρώσεως στην υπόθεση T‑444/22.
3) Η HB φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, Maag κατά Επιτροπής (43/84, EU:C:1985:328, σκέψη 26), της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής (C‑506/13 P, EU:C:2015:562, σκέψη 19), και της 28ης Φεβρουαρίου 2019, Alfamicro κατά Επιτροπής (C‑14/18 P, EU:C:2019:159, σκέψη 49).
3 Βλ., όσον αφορά τις πλέον εμβληματικές εκ των πολυάριθμων υποθέσεων επί του ζητήματος αυτού, αποφάσεις της 18ης Απριλίου 2013, Επιτροπή κατά Systran και Systran Luxembourg (C‑103/11 P, EU:C:2013:245), της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής (C‑506/13 P, EU:C:2015:562), της 16ης Ιουλίου 2020, ADR Center κατά Επιτροπής (C‑584/17 P, EU:C:2020:576), και της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, Επιτροπή κατά HB (C‑160/22 P και C‑161/22 P, EU:C:2024:799). Βλ. επίσης, συναφώς, προτάσεις μου στις υποθέσεις ADR Center κατά Επιτροπής (C‑584/17 P, EU:C:2019:941, σημεία 95 επ.), και Επιτροπή κατά HB (C‑160/22 P, C‑161/22 P και C‑597/22 P, EU:C:2024:84, σημεία 60 επ.).
4 Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020 (C‑584/17 P, EU:C:2020:576, σκέψη 73).
5 Βλ. επίσης, επί του ζητήματος αυτού, προτάσεις μου στην υπόθεση ADR Center κατά Επιτροπής (C‑584/17 P, EU:C:2019:941, σημεία 48 έως 58 και 95 έως 105).
6 Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2023, HB κατά Επιτροπής (T‑444/22, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2023:604).
7 Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψεις 56, 57, 60 και 61).
8 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 20218, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός έχει αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2509 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2024, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (ΕΕ L, 2024/2509).
9 Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2021, HB κατά Επιτροπής (T‑795/19, EU:T:2021:917, σκέψη 4).
10 T‑795/19 (EU:T:2021:917).
11 T‑796/19 (EU:T:2021:918).
12 EU:C:2024:799.
13 Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση Επιτροπή κατά ΕΣΟΤΑ (C‑87/01 P, EU:C:2002:501, σημείο 26) και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Spielmann στην υπόθεση E. (Συμψηφισμός απαιτήσεων) (C‑481/24, EU:C:2025:632, σημεία 22 επ.).
14 Βλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, Coppo Gavazzi κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (C‑725/20 P, EU:C:2024:766, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
15 Αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1999, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (C‑49/92 P, EU:C:1999:356, σκέψη 171), της 22ας Φεβρουαρίου 2005, Επιτροπή κατά max.mobil (C‑141/02 P, EU:C:2005:98, σκέψη 48), και της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Συμβούλιο κατά Front Polisario (C‑104/16 P, EU:C:2016:973, σκέψεις 69 και 70). Οι εν λόγω προνομιούχοι διάδικοι δεν απαιτείται, επίσης, να αποδεικνύουν έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως, βλ. απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Deutsche Post και Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑463/10 P και C‑475/10 P, EU:C:2011:656, σκέψη 36).
16 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group (C‑337/09 P, EU:C:2012:22, σημείο 35).
17 Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Επιτροπή κατά Siemens Österreich κ.λπ. και Siemens Transmission & Distribution κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑231/11 P έως C‑233/11 P, EU:C:2013:578, σημείο 33).
18 Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro στην υπόθεση Επιτροπή κατά max.mobil (C‑141/02 P, EU:C:2004:646, σημείο 19).
19 Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro στην υπόθεση Επιτροπή κατά max.mobil (C‑141/02 P, EU:C:2004:646, σημείο 21).
20 Πρβλ. απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group (C‑337/09 P, EU:C:2012:471, σκέψη 50).
21 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 1979, Simmenthal κατά Επιτροπής (92/78, EU:C:1979:53, σκέψη 32), της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής (C‑362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψεις 55 έως 62), της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 63), της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής (C‑57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψη 48), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, Coppo Gavazzi κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (C‑725/20 P, EU:C:2024:766, σκέψη 42).
22 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, Coppo Gavazzi κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (C‑725/20 P, EU:C:2024:766, σκέψεις 43 έως 47), Santini κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου (C‑198/21 P, EU:C:2024:768, σκέψεις 38 έως 42), και Falqui κατά Κοινοβουλίου (C‑391/21 P, EU:C:2024:769, σκέψεις 41 έως 44).
23 Αποφάσεις της 26ης Απριλίου 1988, Αστερίς κ.λπ. κατά Επιτροπής (97/86, 99/86, 193/86 και 215/86, EU:C:1988:199, σκέψη 27), της 3ης Οκτωβρίου 2000, Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου (C‑458/98 P, EU:C:2000:531, σκέψη 81), και της 20ής Ιουνίου 2024, EUIPO κατά Indo European Foods (C‑801/21 P, EU:C:2024:528, σκέψη 92).
24 Πρβλ. αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Γαλλία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran (C‑27/09 P, EU:C:2011:853, σκέψη 49), και της 19ης Ιουλίου 2012, Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group (C‑337/09 P, EU:C:2012:471, σκέψη 47).
25 Βλ., όσον αφορά τη σημασία του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά την εκτίμηση του αντικειμένου της αίτησης αναιρέσεως, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro στην υπόθεση Επιτροπή κατά max.mobil (C‑141/02 P, EU:C:2004:646, σημείο 22) και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Επιτροπή κατά Siemens Österreich κ.λπ. και Siemens Transmission & Distribution κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑231/11 P έως C‑233/11 P, EU:C:2013:578, σημεία 34 έως 38).
26 Αποφάσεις της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products κ.λπ. (C‑310/97 P, EU:C:1999:407, σκέψη 54), της 1ης Ιουνίου 2006, P & O European Ferries (Vizcaya) και Diputación Foral de Vizcaya κατά Επιτροπής (C‑442/03 P και C‑471/03 P, EU:C:2006:356, σκέψη 44), και της 19ης Απριλίου 2012, Artegodan κατά Επιτροπής (C‑221/10 P, EU:C:2012:216, σκέψη 87).
27 Βλ., όσον αφορά την εξέταση της πτυχής αυτής κατά την εκτίμηση της διατήρησης του αντικειμένου της αίτησης αναιρέσεως, διάταξη της 1ης Δεκεμβρίου 2004, ΓΕΕΑ κατά Zapf Creation (C‑498/01 P, EU:C:2004:760, σκέψη 12), καθώς και αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Γαλλία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran (C‑27/09 P, EU:C:2011:853, σκέψη 48), και της 19ης Ιουλίου 2012, Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group (C‑337/09 P, EU:C:2012:471, σκέψη 51).
28 Η υπογράμμιση δική μου.
29 Βλ., όσον αφορά τον ορισμό της μη αμφισβητούμενης αξίωσης, άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις (ΕΕ 2004, L 143, σ. 15).
30 Πρβλ. άρθρο 317 και άρθρο 322, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ καθώς και απόφαση ADR (σκέψη 100 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Πρβλ., επίσης, πριν ακόμη από την κωδικοποίηση του συμψηφισμού ως τρόπου είσπραξης των απαιτήσεων της Ένωσης με το άρθρο 73 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, L 248, σ. 1), προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση Επιτροπή κατά ΕΣΟΤΑ (C‑87/01 P, EU:C:2002:501, σημείο 68).
31 Βλ. αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 2007, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T‑231/04, EU:T:2007:9, σκέψη 118), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2017, Eurofast κατά Επιτροπής (T‑87/16, EU:T:2017:641, σκέψη 65). Πρβλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2011, Walton κατά Επιτροπής (T‑37/08, EU:T:2011:640, σκέψη 60).
32 Πρβλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, Λητώ Μαιευτικό Γυναικολογικό και Χειρουργικό Κέντρο κατά Επιτροπής (C‑506/13 P, EU:C:2015:562, σκέψη 20), και ADR (σκέψη 65).
33 Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στις υποθέσεις Danværn Production (C‑341/93, EU:C:1995:139, σημεία 27 έως 31) και Επιτροπή κατά ΕΣΟΤΑ (C‑87/01 P, EU:C:2002:501, σημεία 44 και 45) καθώς και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Spielmann στην υπόθεση E. (Είσπραξη απαιτήσεων) (C‑481/24, EU:C:2025:632, σημεία 22 επ.).
34 Εν προκειμένω, πρόκειται για τα δικαστικά έξοδα στα οποία είχε καταδικαστεί η Επιτροπή σε άλλη υπόθεση· βλ., για παράδειγμα, την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Ιουλίου 2003, Επιτροπή κατά ΕΣΟΤΑ (C‑87/01 P, EU:C:2003:400) (επιδότηση χορηγηθείσα στον αντισυμβαλλόμενο της Επιτροπής), ή, ακόμη, την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 11ης Ιουλίου 2019, IPPT PAN κατά Επιτροπής και REA (T‑805/16, EU:T:2019:496) (οφειλή προς τον αντισυμβαλλόμενο της Επιτροπής βάσει άλλης σύμβασης)
35 Απόφαση ADR (σκέψεις 69 και 70). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση ADR Center κατά Επιτροπής (C‑584/17 P, EU:C:2019:941, σημεία 100 έως 104). Πρβλ., επίσης, αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 2019, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κατά ERCEA (T‑348/16 OP, EU:T:2019:14, σκέψη 165), και της 11ης Ιουλίου 2019, IPPT PAN κατά Επιτροπής και REA (T‑805/16, EU:T:2019:496, σκέψη 175).
36 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Οκτωβρίου 2008, Helkon Media κατά Επιτροπής (T‑122/06, EU:T:2008:418, σκέψεις 46 έως 52)· της 6ης Οκτωβρίου 2015, Technion και Technion Research & Development Foundation κατά Επιτροπής (T‑216/12, EU:T:2015:746, σκέψη 53) και της 14ης Νοεμβρίου 2017, Alfamicro κατά Επιτροπής (T‑831/14, EU:T:2017:804, σκέψεις 191 έως 193). Το Γενικό Δικαστήριο στήριξε την εν λόγω νομολογιακή γραμμή ιδίως στην απόφαση της 10ης Ιουλίου 2003, Επιτροπή κατά ΕΣΟΤΑ (C‑87/01 P, EU:C:2003:400, σκέψεις 42 και 45 καθώς και διατακτικό).
37 Απόφαση ADR (σκέψη 73).
38 Βλ. συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 161, παράγραφος 1, και του άρθρου 156, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου και συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 165, παράγραφος 1, και του άρθρου 160, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου καθώς και προτάσεις μου στην υπόθεση ADR Center κατά Επιτροπής (C‑584/17 P, EU:C:2019:941, σημείο 49).
39 Απόφαση ADR (σκέψη 88). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση ADR Center κατά Επιτροπής (C‑584/17 P, EU:C:2019:941, σημεία 133 έως 136).
40 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση ADR Center κατά Επιτροπής (C‑584/17 P, EU:C:2019:941, υποσημείωση 41).
41 Βλ., για μια παρόμοια λύση, άρθρο 322, παράγραφος 1, του Zivilprozessordnung (γερμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας), σύμφωνα με το οποίο οι αποφάσεις μπορούν να αποκτήσουν ισχύ δεδικασμένου μόνο στο μέτρο που αποφαίνονται επί των αξιώσεων που προβλήθηκαν.
42 Παρόμοια ζητήματα τίθενται γενικά στην περίπτωση κατά την οποία η εξέταση του βασίμου της απαίτησης που εισπράττεται μέσω συμψηφισμού υπάγεται (ενδεχομένως) στην αρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου πλην του Γενικού Δικαστηρίου· βλ., συναφώς, αποφάσεις της 5ης Φεβρουαρίου 2025, Πολωνία κατά Επιτροπής (T‑830/22 και T‑156/23, EU:T:2025:131, σκέψεις 23 έως 31) (εκκρεμούσα αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση C‑296/25 P), και Πολωνία κατά Επιτροπής (T‑1033/23, EU:T:2025:129, σκέψεις 18 έως 26) (εκκρεμούσα αίτηση αναιρέσεως στην υπόθεση C‑297/25 P). Η κατάσταση είναι διαφορετική στην περίπτωση κατά την οποία το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του βασίμου της εισπραχθείσας ανταπαίτησης: βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2019, IPPT PAN κατά Επιτροπής και REA (T‑805/16, EU:T:2019:496, σκέψεις 33 επ.)· βλ. συναφώς, ωστόσο, απόφαση ADR (σκέψεις 80 έως 89) καθώς και προτάσεις μου στην υπόθεση ADR Center κατά Επιτροπής (C‑584/17 P, EU:C:2019:941, σημεία 113 επ.).
43 Πρβλ., απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2019, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κατά ERCEA (T‑348/16 OP, EU:T:2019:14, σκέψεις 175 και 176). Ομοίως, φαίνεται πιθανό ο αντισυμβαλλόμενος να αμφισβητήσει, ενδεχομένως, ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου το ποσό της κύριας απαίτησης την οποία η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι του οφείλει, εάν δεν συμφωνεί με το ποσό αυτό. Η απόφαση συμψηφισμού, η οποία ενδεχομένως επικυρώνεται από το Γενικό Δικαστήριο, δεν μπορεί επίσης να προσδώσει οριστική νομική ισχύ στον καθορισμό του ποσού αυτού, εάν η εξέταση του ποσού εμπίπτει στην αρμοδιότητα άλλου δικαστηρίου πλην του Γενικού Δικαστηρίου.
44 Πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Μαΐου 2017, Meta Group κατά Επιτροπής (T‑744/14, EU:T:2017:304, σκέψεις 47, 49 και 258).
45 Βλ., επί του ζητήματος αυτού, προτάσεις μου στην υπόθεση ADR Center κατά Επιτροπής (C‑584/17 P, EU:C:2019:941, σημείο 111).
46 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση ADR Center κατά Επιτροπής (C‑584/17 P, EU:C:2019:941, υποσημείωση 41). Πρβλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση Επιτροπή κατά ΕΣΟΤΑ (C‑87/01 P, EU:C:2002:501, σημείο 57).
47 Βλ. άρθρο 101, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, άρθρο 102, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, καθώς και άρθρο 103 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018.
48 Βλ. αποφάσεις της 15ης Απριλίου 2011, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (T‑465/08, EU:T:2011:186, σκέψεις 129 και 130), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2017, Eurofast κατά Επιτροπής (T‑87/16, EU:T:2017:641, σκέψεις 67 και 68).
49 Βλ. άρθρο 103 του δημοσιονομικού κανονισμού του 2018.