Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 144/97 της Επιτροπής της 27ης Ιανουαρίου 1997 σχετικά με τα αποθέματα γεωργικών προϊόντων τα οποία υπερβαίνουν το κανονικό απόθεμα μεταφοράς και βρίσκονταν στην Αυστρία, τη Σουηδία ή τη Φινλανδία την 1η Ιανουαρίου 1995
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 025 της 28/01/1997 σ. 0015 - 0016
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 144/97 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 27ης Ιανουαρίου 1997 σχετικά με τα αποθέματα γεωργικών προϊόντων τα οποία υπερβαίνουν το κανονικό απόθεμα μεταφοράς και βρίσκονταν στην Αυστρία, τη Σουηδία ή τη Φινλανδία την 1η Ιανουαρίου 1995 Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την πράξη προσχώρησης της Αυστρίας, της Σουηδίας και της Φινλανδίας, και ιδίως το άρθρο 145 παράγραφος 2, Εκτιμώντας: ότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, κάθε απόθεμα προϊόντων το οποίο βρισκόταν σε ελεύθερη πρακτική στο έδαφος των νέων κρατών μελών την 1η Ιανουαρίου 1995 και υπερέβαινε, σε ποσότητα, το επίπεδο ενός κανονικού αποθέματος μεταφοράς, πρέπει να αποβάλλεται από αυτά τα κράτη μέλη, με δική τους επιβάρυνση, στο πλαίσιο κοινοτικών διαδικασιών οι οποίες πρέπει να οριστούν και εντός προθεσμιών οι οποίες πρέπει να καθοριστούν σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 149 παράγραφος 1 της πράξης προσχώρησης 7 ότι, κατά την έννοια του προαναφερομένου άρθρου 145 παράγραφος 2, η έννοια του κανονισμού αποθέματος μεταφοράς ορίζεται για κάθε προϊόν επί τη βάσει κριτηρίων και στόχων που καθορίζονται από κάθε οργάνωση αγοράς 7 ότι ο καθορισμός αυτός δεν πρέπει να αφορά παρά μόνο τα προϊόντα τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή, κατά την έννοια του άρθρου 2, ή εφαρμογή μέτρων παρέμβασης κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1287/95 (2), δεδομένου ότι τα προϊόντα αυτά είναι τα μόνα για τα οποία τίθεται το πρόβλημα καταμερισμού μεταξύ των δαπανών τις οποίες αναλαμβάνει η Κοινότητα και των δαπανών με τις οποίες επιβαρύνονται τα κράτη μέλη 7 ότι αυτός ο καθορισμός δεν πρέπει, εντούτοις, να αφορά τον τομέα της ζάχαρης για τον οποίο το πρόβλημα των πλεονασματικών αποθεμάτων έχει ήδη επιλυθεί στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3300/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μεταβατικών μέτρων στον τομέα της ζάχαρης λόγω της προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας (3) 7 ότι, τόσο τα κριτήρια και οι στόχοι που καθορίζονται από κάθε κοινή οργάνωση αγοράς, όσο και η σχέση η οποία υφίσταται μεταξύ των τιμών των νέων κρατών μελών πριν από την προσχώρησή τους και των τιμών της Κοινότητας, συνεπάγονται την εκτίμηση του κανονικού αποθέματος μεταφοράς σε συνάρτηση με στοιχεία τα οποία ποικίλλουν από τομέα σε τομέα 7 ότι τα διάφορα αυτά στοιχεία οδηγούν, πράγματι, στην εφαρμογή, σε ορισμένους τομείς (ιδίως στους τομείς των σιτηρών, του ρυζιού, του οίνου και του ελαιόλαδου) της μεθόδου η οποία κατά παράδοση εφαρμόζεται σε περίπτωση νέων προσχωρήσεων και η οποία εφαρμόστηκε κατά την ενοποίηση της Γερμανίας 7 η μέθοδος αυτή συνίσταται, στο πλαίσιο ενός απολογισμού της περιόδου 1994/95 και των προηγουμένων περιόδων, στο να θεωρηθεί ως κανονικό απόθεμα μεταφοράς το απόθεμα το οποίο είναι αναγκαίο για να καλυφθούν οι απαιτήσεις της κατανάλωσης κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου η οποία κυμαίνεται σε συνάρτηση με ειδικούς όρους παραγωγής και εμπορίας για κάθε προϊόν και λαμβάνει υπόψη, όσον αφορά το ρύζι, τις ειδικές δυσκολίες προμήθειας της Φινλανδίας 7 ότι, σε άλλους τομείς, αντιθέτως, τα στοιχεία αυτά συνεπάγονται την εκτίμηση του κανονικού αποθέματος μεταφοράς αποκλειστικά και μόνο βάσει της σύγκρισης των αποθεμάτων της περιόδου 1994/95 με τα αποθέματα των προηγούμενων περιόδων 7 ότι, από τις προαναφερόμενες μεθόδους εκτίμησης, συνεπάγεται ότι τα αποθέματα τα οποία υπερβαίνουν σε ποσότητα το επίπεδο ενός κανονικού αποθέματος μεταφοράς υπήρχαν την 1η Ιανουαρίου 1995 μόνο στον τομέα του ρυζιού, στην Αυστρία, τη Σουηδία και τη Φινλανδία και στον τομέα του ελαιόλαδου στην Αυστρία 7 ότι, για τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και τομείς, οι εξαγωγές με χορήγηση επιστροφών είναι σπάνιες 7 ότι, σε μία ενιαία αγορά στην οποία τα προϊόντα κυκλοφορούν ελεύθερα, οι ποσότητες ρυζιού και ελαιόλαδου οι οποίες υπερβαίνουν το κανονικό απόθεμα μεταφοράς μπόρεσαν, επομένως, να εξαχθούν με επιστροφές από τα λοιπά κράτη μέλη 7 ότι η καταλληλότερη μέθοδος για τον υπολογισμό των δημοσιονομικών επιπτώσεων των εν λόγω αποθεμάτων συνίσταται, ανεξάρτητα από την απόδειξη πραγματικής εξαγωγής, σε μια κατ' αποκοπήν εκτίμηση του κόστους της διάθεσής τους επί τη βάσει του μέσου όρου του ποσοστού της επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, που εφαρμόσθηκε την πρώτη ημέρα εκάστου μηνός κατά το έτος 1995, συν την επαύξηση, όσον αφορά το ελαιόλαδο, της ενίσχυσης για την κατανάλωση 7 ότι η εν λόγω ενίσχυση που εφαρμόζεται τις ίδιες ημερομηνίες σε εθνικό νόμισμα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, χορηγείται επίσης και για τα εξαγόμενα έλαια 7 ότι, όσον αφορά τα θραύσματα ρυζιού προεβλέφθησαν για το 1995 επιστροφές κατά την εξαγωγή μόνο για τα θραύσματα που έχουν εξαχθεί υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων 7 ότι αποδεικνύεται αναγκαίο, λαμβανομένου υπόψη του στόχου που ακολουθείται από την παρούσα ενέργεια, να καθορισθούν οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των πλεονασμάτων αποθεμάτων που διαπιστώθηκαν δυνάμει των ποσοστών επιστροφής που καθορίσθηκαν για τα μεταποιημένα προϊόντα 7 ότι οι εν λόγω δημοσιονομικές επιπτώσεις πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον καθορισμό των προκαταβολών για την ανάληψη των δαπανών που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 296/96 της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1996, σχετικά με τα δεδομένα που πρέπει να διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη και με την μηνιαία ανάληψη των δαπανών οι οποίες χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του τμήματος Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2776/88 (4) 7 ότι, προς αποφυγήν διπλών κυρώσεων στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αφαιρούνται από αυτά τα ποσά τα οποία παρακρατούνται, τα ποσά των φορολογικών επιβαρύνσεων που έχουν εισαχθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3108/94 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τα μεταβατικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν, λόγω της προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, όσον αφορά το εμπόριο γεωργικών προϊόντων (5), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 572/95 (6), εφόσον αυτές οι φορολογικές επιβαρύνσεις έχουν μεταφερθεί, ως ίδιοι πόροι, στον κοινοτικό προϋπολογισμό 7 ότι τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη όλων των σχετικών επιτροπών διαχείρισης, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Άρθρο 1 Θεωρείται ότι υπερβαίνουν το κανονικό απόθεμα μεταφοράς κατά την έννοια του άρθρου 145 παράγραφος 2 της πράξης προσχώρησης, οι ακόλουθες ποσότητες προϊόντων οι οποίες ήταν αποθεματοποιημένες στην Αυστρία, τη Σουηδία και τη Φινλανδία την 1η Ιανουαρίου 1995: >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> Άρθρο 2 1. Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις του πρώτου άρθρου λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των μηνιαίων προκαταβολών που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 296/96, το αργότερο κατά τη διάρκεια του δευτέρου μηνός ο οποίος έπεται της θέσης σε ισχύ του παρόντος κανονισμού. 2. Τα ποσά με τα οποία επιβαρύνονται η Αυστρία, η Σουηδία και η Φινλανδία, λαμβάνονται πολλαπλασιάζοντας τους τόνους που προβλέπονται από το άρθρο 1 επί των ακόλουθων ποσών που εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα: >ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> 3. Αφαιρούνται από τα ποσά τα οποία προβλέπονται στην παράγραφο 2, οι φορολογικές επιβαρύνσεις που έχουν εισπραχθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3108/94 οι οποίες έχουν μεταφερθεί, ως ίδιοι πόροι, στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Άρθρο 3 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την έβδομη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Βρυξέλλες, 27 Ιανουαρίου 1997. Για την Επιτροπή Franz FISCHLER Μέλος της Επιτροπής (1) ΕΕ αριθ. L 94 της 28. 4. 1970, σ. 13. (2) ΕΕ αριθ. L 125 της 8. 6. 1995, σ. 1. (3) ΕΕ αριθ. L 341 της 31. 12. 1994, σ. 39. (4) ΕΕ αριθ. L 39 της 17. 2. 1996, σ. 5. (5) ΕΕ αριθ. L 328 της 20. 12. 1994, σ. 42. (6) ΕΕ αριθ. L 58 της 16. 3. 1995, σ. 4.