Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA

της 20ής Νοεμβρίου 2025 (1)

Υπόθεση C‑882/24 P

AL

κατά

Ευρωπαϊκής Επιτροπής

« Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Αποδοχές – Οικογενειακά επιδόματα – Επίδομα συντηρούμενου τέκνου – Άρθρο 2 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ – Ανάκληση του επιδόματος – Επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών κατ’ εφαρμογή του άρθρου 85 του ΚΥΚ – Έλεγχος νομιμότητας – Συνέπειες αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου η οποία αποτελεί δεδικασμένο και έχει αναδρομική ισχύ – Αποτελεσματική δικαστική προστασία»






1.        Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ένας (πρώην) (2) υπάλληλος της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 2024, AL κατά Επιτροπής (3).

2.        Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επικυρώνει απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (4) που διατάσσει την ανάκτηση ορισμένων ποσών που καταβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα ως οικογενειακά επιδόματα.

3.        Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η νομιμότητα μιας βλαπτικής πράξεως κατά της οποίας έχει ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως πρέπει, κατ’ αρχήν, να εκτιμάται υπό το πρίσμα των υφιστάμενων κατά τον χρόνο έκδοσής της πραγματικών και νομικών στοιχείων.

4.        Ανακύπτει, εν προκειμένω, το ζήτημα εάν το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά διότι δεν έλαβε υπόψη την αναδρομική ισχύ απόφασης εθνικού δικαστηρίου η οποία αποτελεί δεδικασμένο, δεόντως περιληφθείσας στη δικογραφία και εκδοθείσας μετά την έκδοση της βλαπτικής πράξης, αλλά πριν από την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας της προσφυγής ακυρώσεως.

I.      Το νομικό πλαίσιο. Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (5) 

5.        Κατά το άρθρο 85:

«Κάθε ποσό που ελήφθη αχρεωστήτως αναζητείται αν ο λαβών εγνώριζε την αντικανονικότητα της καταβολής ή αν η αντικανονικότητα αυτή ήταν τόσο εμφανής ώστε δεν ηδύνατο να την αγνοεί.

Η αίτηση επιστροφής πρέπει να υποβάλλεται το αργότερο εντός πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία κατεβλήθη το ποσό. Εάν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι σε θέση να αποδείξει ότι ο ενδιαφερόμενος παραπλάνησε εσκεμμένα τη διοίκηση με σκοπό να επιτύχει την καταβολή του σχετικού ποσού, η προθεσμία αυτή δεν αντιτάσσεται κατά της εν λόγω αρχής.»

II.    Το ιστορικό της διαφοράς

6.        Το ιστορικό της διαφοράς συνοψίζεται στις σκέψεις 2 έως 13 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Θα αναφέρω μόνον όσα ασκούν επιρροή για τις παρούσες προτάσεις.

7.        Ο AL διορίστηκε ως μόνιμος υπάλληλος την 1η Δεκεμβρίου 2007 και τοποθετήθηκε στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου στο Βέλγιο.

8.        Στις 28 Ιουλίου 2010 η αρμόδια ρουμανική αρχή όρισε τον AL ως ανάδοχο γονέα δύο ανήλικων παιδιών (6). Ακολούθως εγκρίθηκε η μετακίνησή τους στο Βέλγιο ώστε να συγκατοικήσουν με τον AL και τη σύζυγό του.

9.         Ο AL υπέβαλε, βάσει του άρθρου 2 του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, αίτηση για επίδομα συντηρούμενου τέκνου, το οποίο του χορηγήθηκε και του καταβλήθηκε από την 1η Αυγούστου 2010 έως τις 31 Ιουλίου 2013 (7). Προς υποστήριξη της αίτησής του, υπέβαλε προξενικά έγγραφα που θεωρούνταν ισοδύναμα με δήλωση συναινέσεως γονέων.

10.      Στις 30 Ιανουαρίου 2013, μετά από κοινό αίτημα του AL και των γονέων των ανήλικων τέκνων, το οποίο υποβλήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2012, η Comisia pentru protecţia copilului (επιτροπή προστασίας του παιδιού) εξέδωσε δύο αποφάσεις με τις οποίες έπαυσε το καθεστώς της αναδοχής (8).

11.      Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι ως άνω δύο εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013, οι οποίες εκδόθηκαν ερήμην των αιτούντων, δεν κοινοποιήθηκαν ποτέ στον AL (9).

12.      Στις 22 Μαρτίου 2021, βάσει των πορισμάτων έρευνας της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF), που κινήθηκε το 2016, η Επιτροπή, δυνάμει της απόφασης (ΕΕ) 2019/792 (10), διέταξε, σύμφωνα με το άρθρο 85 του ΚΥΚ (11), την ανάκτηση (μεταξύ άλλων επιδομάτων) των αχρεωστήτως καταβληθέντων στον AL για τους δύο ανηλίκους, κατά την περίοδο από 1η Αυγούστου 2010 έως 31 Ιουλίου 2013.

13.      Ο AL εναντιώθηκε διττώς κατά της αποφάσεως:

–        Στις 16 Μαρτίου 2021, ο ίδιος και οι γονείς των ανήλικων τέκνων άσκησαν ενώπιον του Tribunalul Bucureşti (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου, Ρουμανία) προσφυγή ακυρώσεως των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013 (12). Υποστήριξαν ότι οι αποφάσεις ήταν αντίθετες προς το μείζον συμφέρον των ανήλικων τέκνων, ότι δεν κοινοποιήθηκαν και ότι υφίσταντο και άλλες διαδικαστικές πλημμέλειες.

–        Υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της απόφασης της 22ας Μαρτίου 2021, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.

14.      Το αποτέλεσμα των ως άνω δύο ενεργειών ήταν το εξής:

–        Όσον αφορά την προσφυγή ενώπιον των ρουμανικών αρχών κατά των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013, το Tribunalul Bucureşti (πρωτοδικείο Βουκουρεστίου) στην απόφασή του της 16ης Μαΐου 2022 (13), κήρυξε τις επίμαχες αποφάσεις απολύτως άκυρες, και δη με αναδρομική ισχύ. Η εν λόγω απόφαση τελεσιδίκησε στις 16 Αυγούστου 2022 (14).

–        όσον αφορά τη διοικητική ένσταση ενώπιον της Επιτροπής, η ΑΔΑ την έκανε εν μέρει δεκτή στις 22 Οκτωβρίου 2021: α) επανέφερε το επίδομα για την περίοδο από 1η Αυγούστου 2010 έως 29 Ιανουαρίου 2013 και β) διέταξε την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων επιδομάτων, κατόπιν της έκδοσης των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013, για περίοδο έξι μηνών σε σχέση με το ένα από τα ανήλικα τέκνα και δύο μηνών σε σχέση με το έτερο (15). Μολονότι ενημερώθηκε δεόντως για τη διαδικασία που εκκρεμούσε ενώπιον του Tribunalul Bucureşti (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου), η ΑΔΑ της Επιτροπής απέρριψε ως μη κρίσιμη την απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως (16).

III. Η ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

15.      Στις 21 Ιανουαρίου 2022 ο AL άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της 22ας Οκτωβρίου 2021.

16.      Προς στήριξη της προσφυγής του προέβαλε πέντε λόγους ακυρώσεως. Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αφορούσε παράβαση του άρθρου 85 του ΚΥΚ και πλάνη εκτιμήσεως σχετικά με το επίδομα που καταβλήθηκε για τα δύο ανήλικα τέκνα για την περίοδο μετά την έκδοση των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013 και μέχρι τη λήξη της περιόδου για την οποία είχε χορηγηθεί (από 1η Φεβρουαρίου έως 31 Ιουλίου 2013).

17.      Με τον ως άνω λόγο ακυρώσεως, ο AL:

–        επανέλαβε την έλλειψη γνώσης του σχετικά με την έκδοση των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013 και, ως εκ τούτου, την απουσία οποιασδήποτε πρόθεσης εσκεμμένης παραπλάνησης της Διοίκησης όσον αφορά την ημερομηνία παύσεως της περιόδου αναδοχής (17),

–        επεσήμανε την ύπαρξη εκκρεμούς διαδικασίας προσφυγής ενώπιον του Tribunalul Bucureşti (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου) (18),

–        υποστήριξε ότι οι εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013 δεν επηρεάζουν το κύρος των προξενικών εγγράφων που, κατά τη γνώμη του δικαιολογούσαν τη χορήγηση του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου.

18.      Σε μεταγενέστερο υπόμνημα (απαντήσεως) που κατατέθηκε στις 30 Αυγούστου 2022, ο AL ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο για την έκβαση της διαδικασίας ενώπιον του Tribunalul Bucureşti (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου), αποστέλλοντας αντίγραφο της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022.

19.      Στο υπόμνημα ανταπαντήσεώς της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η απόφαση της 16ης Μαΐου 2022 δεν μπορούσε να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι αυτή έπρεπε να εκτιμηθεί αποκλειστικά υπό το φως των στοιχείων που υφίσταντο κατά τον χρόνο εκδόσεώς της (19).

20.      Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο:

–        έκρινε, στην απάντησή του στον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, ότι η Διοίκηση μπορούσε ορθώς να θεωρήσει ότι ο AL την είχε εσκεμμένως παραπλανήσει διότι δεν της γνωστοποίησε την παύση της αναδοχής από την 1η Φεβρουαρίου 2013 (20),

–        έκρινε ότι «το γεγονός ότι [εκκρεμούσε] προσφυγή ενώπιον των ρουμανικών δικαστηρίων κατά της απόφασης παύσεως της αναδοχής δεν ασκεί επιρροή για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 85 του ΚΥΚ, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση παρήγαγε πράγματι έννομο αποτέλεσμα από τον Ιανουάριο του 2013» (21),

–        έκρινε ότι η ΑΔΑ δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως απαιτώντας την επιστροφή των καταβληθέντων επιδομάτων, λόγω της εκδόσεως των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013. Μολονότι τα ποσά χορηγήθηκαν και διατηρήθηκαν βάσει προξενικών εγγράφων που αποδείκνυαν ότι τα ανήλικα τέκνα θα διέμεναν με τον αναιρεσείοντα, εντούτοις, οι δαπάνες διατροφής των ανήλικων τέκνων ήταν αυτές που δικαιολογούσαν τη χορήγηση των επίμαχων επιδομάτων (22).

21.      Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως ως αβάσιμο.

IV.    Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

22.      Με την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε στις 19 Δεκεμβρίου 2024, ο AL ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,

–        να ακυρώσει την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2021, κατά το μέρος που απορρίπτει τη διοικητική ένσταση που ασκήθηκε κατά της απόφασης της 22ας Μαρτίου 2021,

–        να επιτρέψει στον αναιρεσείοντα να προβάλει νέους συναφείς ισχυρισμούς, εάν προκύψουν νέα πραγματικά ή νομικά στοιχεία,

–        να εξετάσει αυτεπαγγέλτως οποιονδήποτε άλλο λόγο δημόσιου συμφέροντος κρίνει σκόπιμο,

–        να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδά της καθώς και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

23.      Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αναίρεση,

–        να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.

V.      Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

24.      Με την αίτηση αναιρέσεως, ο AL προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως, εκ των οποίων, όπως προελέχθη, θα εξετάσω μόνον τον δεύτερο. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε τρία σκέλη.

Α.      Επιχειρηματολογία του AL και της Επιτροπής

25.      Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο AL προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά καθόσον έκρινε (σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) ότι κατά των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013 «[εκκρεμούσε] προσφυγή» ενώπιον των ρουμανικών δικαστηρίων, ενώ, στην πραγματικότητα, η διαδικασία επί της εν λόγω προσφυγής είχε περατωθεί με απόφαση της 16ης Μαΐου 2022, η οποία διά του υπομνήματος απαντήσεως ενσωματώθηκε στη διαδικασία.

26.      Στο δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο AL διατείνεται ότι, κατόπιν της έκδοσης της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε (σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) ότι οι εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013 παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα από τον Ιανουάριο του 2013.

27.      Στο τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο AL υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν τήρησε τον κανόνα της ομοιότητας των τύπων καθόσον έκρινε (σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) ότι η ΑΔΑ δεν είχε υποπέσει σε πλάνη εκτιμήσεως όταν διέταξε την επιστροφή των καταβληθέντων επιδομάτων, βάσει των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013.

28.      Η Επιτροπή αντικρούει τον λόγο αναιρέσεως επαναλαμβάνοντας ότι προκειμένου το Γενικό Δικαστήριο να εκτιμήσει τη νομιμότητα βλαπτικής πράξεως, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα δεδομένα κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης αποφάσεως από την ΑΔΑ, δηλαδή την 22α Οκτωβρίου 2021. Κατά την ως άνω ημερομηνία εκκρεμούσε ακόμη η διαδικασία ενώπιον του Tribunalul Bucureşti (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου).

29.      Στο ίδιο πνεύμα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι στις 22 Οκτωβρίου 2021 δεν είχε ακόμη εκδοθεί η απόφαση περί αναδρομικής (ex tunc) ακύρωσης των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013.

30.      Τέλος, η Επιτροπή αμφισβητεί το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως ελλείψει σαφήνειας και κατάλληλης νομικής βάσης.

Β.      Εκτίμηση

1.      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

31.      Το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι αλληλένδετα. Μολονότι παρουσιάζουν διαφορετικές οπτικές, περιέχουν αμφότερα μομφή προς το Γενικό Δικαστήριο για το γεγονός ότι δεν έλαβε υπόψη: α) την περάτωση της διαδικασίας ακύρωσης που κινήθηκε ενώπιον του Tribunalul Bucureşti (πρωτοδικείου του Βουκουρεστίου) και β) τις συνέπειες της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022 επί των εννόμων αποτελεσμάτων των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013.

32.      Προκαταρκτικώς υπενθυμίζεται ότι η απόφαση της 16ης Μαΐου 2022, που αποτελεί δεδικασμένο, κήρυξε εξ υπαρχής (ab origine) άκυρες τις εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω αποφάσεις ουδέποτε παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα. Ειδικότερα, δεν οδήγησαν στην παύση, από νομική άποψη, του μέτρου της αναδοχής που ίσχυε το 2013.

33.      Ο AL λάμβανε το επίδομα συντηρούμενο τέκνου μέχρι τις 31 Ιουλίου 2013. Επομένως, κατά την περίοδο κατά την οποία λάμβανε το ως άνω επίδομα, το μέτρο της αναδοχής που θεσπίστηκε με την απόφαση της 28ης Ιουλίου 2010 θα πρέπει να θεωρείται έγκυρο και παράγον έννομα αποτελέσματα: τα ανήλικα τέκνα μπορούσαν να εξομοιωθούν με συντηρούμενα τέκνα, σύμφωνα με το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ.

34.      Δεν υφίσταντο, επομένως, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 85 του ΚΥΚ, ούτε αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά ως επίδομα συντηρούμενου τέκνου (23), ούτε πρόδηλη πρόθεση «[εσκεμμένης παραπλάνησης] της Διοίκησης» σχετικά με την ημερομηνία παύσεως του μέτρου της αναδοχής.

35.      Σε αυτό το πλαίσιο, η μομφή του AL κατά της σκέψης 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εμφανίζει δύο πτυχές:

–        Όσον αφορά τη διαπίστωση ότι η προσφυγή ακυρώσεως κατά των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013 εκκρεμούσε ακόμη, ο AL ισχυρίζεται ρητώς ότι υπήρξε «σημαντική παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών» (24).

–        Όσον αφορά τα αποτελέσματα των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013 από την ημερομηνία που κατέστησαν απρόσβλητες, ο AL επικρίνει την ερμηνεία της δικαστικής απόφασης η οποία τις ακύρωσε από το Γενικό Δικαστήριο.

2.      Το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

36.      Όπως προεκτέθηκε, ο AL προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά, καθόσον έκρινε ότι η προσφυγή ακυρώσεως των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του ρουμανικού δικαστηρίου, εκκρεμούσε ακόμη, ενώ στην πραγματικότητα είχε ήδη ολοκληρωθεί η εκδίκασή της. Ο AL προσάπτει επίσης στο Γενικό Δικαστήριο το γεγονός ότι δεν έλαβε υπόψη την απόφαση της 16ης Μαΐου 2022, που αποτελεί δεδικασμένο, και περάτωσε την ως άνω διαδικασία επί της προσφυγής ακυρώσεως.

37.       Ως «εξαιρετικού χαρακτήρα» (25) λόγος αναιρέσεως, η παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς. Για να γίνει δεκτός, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

–        Ο αναιρεσείων πρέπει να «αναφέρει επακριβώς τα στοιχεία των οποίων το περιεχόμενο παραμόρφωσε, κατά την άποψή του, το Γενικό Δικαστήριο και να αποδείξει τα σφάλματα αναλύσεως τα οποία, κατά την εκτίμησή του, οδήγησαν σ’ αυτή την παραμόρφωση» (26).

–        Η πλάνη στην οποία υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο να συνεπάγεται ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του, η οποία να προκύπτει κατά τρόπο πρόδηλο από τα στοιχεία της δικογραφίας χωρίς να χρειάζεται νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (27).

–        Η παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών, εφόσον αποδειχθεί, να επηρεάζει τη βασιμότητα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (28).

38.      Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, o AL, κατά τη γνώμη μου, εκπλήρωσε το καθήκον του να τεκμηριώσει και να αποδείξει τον ισχυρισμό του: προσδιόρισε επακριβώς το φερόμενο ως παραμορφωθέν πραγματικό περιστατικό και το σφάλμα αναλύσεως που προκλήθηκε από την παραμόρφωσή του (29).

39.      Σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση, εκτιμώ ότι είναι αναντίρρητη η επιρροή της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022, με την οποία κηρύχθηκαν εξ υπαρχής άκυρες οι εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013. Οι ως άνω αποφάσεις, όπως ήδη εξέθεσα, ουδέποτε παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα, κατά την κρίση του ρουμανικού δικαστηρίου, γεγονός που επηρεάζει ευθέως «τη βασιμότητα» της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

40.      Ωστόσο, η εκτίμηση της δεύτερης προϋπόθεσης παρουσιάζει μεγαλύτερες δυσκολίες, λόγω του χρόνου έκδοσης της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά πριν από την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας της προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

41.      Στο πλαίσιο αυτό, θα επισημάνω δύο κρίσιμα σημεία.

42.      Αρχικά, δεν χωρεί αμφιβολία ότι o AL προσκόμισε την απόφαση της 16ης Μαΐου 2022 στο Γενικό Δικαστήριο, ως συνημμένο στο υπόμνημα απαντήσεώς του, συμπεριλαμβανομένης της αντίστοιχης μετάφρασης στη γλώσσα της διαδικασίας.

43.      Ομοίως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει την ύπαρξη και τις έννομες συνέπειες της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022 επί των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013.

44.      Συμφωνώ με την άποψη που εξέφρασε ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi: η παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών μπορεί να προκύπτει «είτε [από] προδήλως ανακριβείς διαπιστώσεις ως προς το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία ελήφθησαν υπόψη ή, ακόμη, [από] μη αναφορά ή επιλεκτική μνεία αποδεικτικών στοιχείων τα οποία δημιουργούν προδήλως παραπλανητική και εσφαλμένη εικόνα της πραγματικότητας» (30).

45.      Συνεπώς, θα υπάρχει παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών σε περίπτωση αδικαιολόγητης ή αυθαίρετης μη αναφοράς ή επιλεκτικής μνείας αποδεικτικών στοιχείων.

46.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στην υπό κρίση υπόθεση η μη αναφορά όχι μόνο δικαιολογούνταν, αλλά απαιτούνταν και από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να κρίνεται η νομιμότητα της προσβαλλομένης πράξεως σε συνάρτηση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως (31).

47.      Για τους λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω, φρονώ ότι αυτό το επιχείρημα δεν ευσταθεί στην υπό κρίση υπόθεση.

α)      Στοιχεία «που υφίστανται» κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως

48.      Όφειλε το Γενικό Δικαστήριο να στηρίξει την εκτίμησή του αποκλειστικά στα στοιχεία που υφίσταντο κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι στις 22 Οκτωβρίου 2021, από τη Διοίκηση (32);

49.      Κατά τη γνώμη μου, τόσο η Επιτροπή (στο υπόμνημα απαντήσεως) όσο και το Γενικό Δικαστήριο (στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) υιοθετούν μια εσφαλμένη προσέγγιση κατά τον προσδιορισμό των πραγματικών και νομικών στοιχείων που «υφίσταντο» κατά τον ανωτέρω επίμαχο χρόνο εκδόσεως. Τόσο το υπόμνημα απαντήσεως όσο και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερείδονται σε μια καθαρά πραγματολογική θεώρηση των κρίσιμων παραγόντων, κατά την οποία:

–        Στις 22 Οκτωβρίου 2021, οι εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013 «υφίσταντο» στην πράξη (με την έννοια ότι είχαν εκδοθεί) και τα (εμφανή) έννομα αποτελέσματά τους ήταν η παύση της αναδοχής

–        Αντιθέτως, η απόφαση της 16ης Μαΐου 2022 δεν «υφίστατο» στις 22 Οκτωβρίου 2021. Συνεπώς, είναι ορθός ο ισχυρισμός ότι η προσφυγή ακυρώσεως εκκρεμούσε ενώπιον του Tribunalul Bucureşti (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου).

50.      Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση παραβλέπει το θεμελιώδες ζήτημα που εγείρεται στην υπό κρίση υπόθεση, δηλαδή την εξέταση του αναδρομικού και αναγνωριστικού απλώς αποτελέσματος της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022, καθώς και του χαρακτήρα του δεδικασμένου που αυτή έχει.

51.      Η απόφαση της 16ης Μαΐου 2022 εμπόδιζε την αναγνώριση εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου των εννόμων αποτελεσμάτων των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013, ως άκυρων de jure, προς καθορισμό του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου.

52.      Στον βαθμό που δεν έλαβε υπόψη αυτό το στοιχείο (δηλαδή, καθόσον δεν αναγνώρισε ότι, στις 22 Οκτωβρίου 2021, οι εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013 δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτές ως έχουσες ισχύ), το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε το αναδρομικό αποτέλεσμα της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022 (33). Ως εκ τούτου, παραμόρφωσε το κρίσιμο ζήτημα της διαφοράς, δηλαδή την κατάσταση των ανήλικων τέκνων σε σχέση με τον AL και την ερμηνεία του εφαρμοστέου ratione temporis ρουμανικού δικαίου επί των πραγματικών περιστατικών.

53.      Δεν ασκεί επιρροή, προς τυχόν διαπίστωση της παραμόρφωσης των πραγματικών περιστατικών, το γεγονός ότι η ακυρότητα των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013 απορρέει από απόφαση που αποτελεί δεδικασμένο η οποία εκδόθηκε μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον –όπως συμβαίνει εν προκειμένω– από τη γραμματική διατύπωση της εν λόγω απόφασης προκύπτει ότι τα έννομα αποτελέσματά της ανατρέχουν σε προγενέστερο χρονικό σημείο.

54.      Επαναλαμβάνω ότι η απόφαση της 16ης Μαΐου 2022 μετέβαλε την κατάσταση που «υφίστατο» τον Ιανουάριο του 2013, κηρύσσοντας αναμφιβόλως, αναδρομικώς, την απόλυτη ακυρότητα των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013. Οι εν λόγω αποφάσεις εξαφανίστηκαν ολοσχερώς (ex tunc) από τη ρουμανική έννομη τάξη.

55.      Επιπλέον, η απόφαση της 16ης Μαΐου 2022 δεν είχε αυτοτελές συστατικό αποτέλεσμα: απλώς «διαπίστωσε» το ελάττωμα που εξαρχής επηρέαζε τις εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013 (34). Με την ακύρωση των εν λόγω αποφάσεων, το ρουμανικό δικαστήριο αποκατέστησε την προηγούμενη νομική κατάσταση, όπως αυτή υφίστατο πριν από την έκδοσή τους (κατάσταση που ορίζεται από την απόφαση της 28ης Ιουλίου 2010) (35).

56.      Εν ολίγοις, η απόφαση της 16ης Μαΐου 2022 συνιστά την οριστική (και τελεσίδικη) απάντηση ρουμανικού δικαστηρίου στην προσφυγή με την οποία αμφισβητήθηκε το κύρος εθνικής πράξεως, επί της οποίας το Γενικό Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα. Το Γενικό Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να αποδεχθεί τις εκτιμήσεις του ρουμανικού δικαστηρίου και να αναγνωρίσει το δεδικασμένο της εν λόγω απόφασης (36).

57.      Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022, η κατάσταση που υφίστατο στις 22 Οκτωβρίου 2021 έπρεπε να εκτιμηθεί επαναλαμβάνω, υπό το πρίσμα ότι το μέτρο της αναδοχής που εξακολουθούσε να ισχύει στις 22 Οκτωβρίου 2021 δεν είχε τροποποιηθεί, de jure, από τις εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013.

58.      Παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών υφίσταται μόνον εφόσον το Γενικό Δικαστήριο «υπερέβη προδήλως τα όρια της εύλογης εκτιμήσεως» των αποδεικτικών στοιχείων του φακέλου (37). Η ερμηνεία την οποία προτείνει ο διάδικος που την επικαλείται πρέπει να είναι η μόνη που μπορεί να προσδοθεί στα έγγραφα της δικογραφίας. Από τη διαφορετική εκτίμηση των εν λόγω εγγράφων στην οποία κατέληξε το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να προκύπτει παραμόρφωση του περιεχομένου τους, «που [να] είναι προδήλως αντίθετη προς το περιεχόμενό τους» (38).

59.      Εκτιμώ ότι τούτο συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση.

60.      Η διατύπωση της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022 δεν επιδέχεται διαφορετική ερμηνεία πέραν εκείνης που βασίζεται στην ακυρότητα εξ υπαρχής και αναδρομικώς των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013 (39). Η εν λόγω απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τεκμηριώνει την ανασύνθεση των πραγματικών περιστατικών που περιέχεται στη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.

61.      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την κατάσταση της διαδικασίας της προσφυγής ενώπιον του Tribunalul Bucureşti (πρωτοδικείου Βουκουρεστίου) και τη σημασία της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022, ως βασικό παράγοντα για την εφαρμογή του άρθρου 85 του ΚΥΚ.

62.      Προφανώς, η Διοίκηση, όταν εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (στις 22 Οκτωβρίου 2021), αγνοούσε την απόφαση της 16ης Μαΐου 2022 και την απόλυτη ακυρότητα των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013. Αυτή η άγνοια, ωστόσο, δεν επηρεάζει όσα μόλις εξέθεσα, όπως θα εξηγήσω παρακάτω.

β)      Απαίτηση προηγούμενης γνώσης, εκ μέρους της Διοίκησης, των στοιχείων που «υφίστανται» κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως

63.      Θεωρητικά, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τα στοιχεία στα οποία βασίζεται η εκτίμηση της νομιμότητας μιας προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει όχι μόνο να «υφίστανται» κατά τον χρόνο εκδόσεώς της, αλλά και να είναι «γνωστά» στην Διοίκηση η οποία εξέδωσε την πράξη (40).

64.      Ωστόσο, φρονώ ότι η προηγούμενη γνώση της Διοίκησης δεν αποτελεί απαράβατη προϋπόθεση. Η νομολογία περί ελέγχου νομιμότητας (η οποία αναγνωρίζει την αυτονομία λήψης αποφάσεων της Διοίκησης έναντι του Γενικού Δικαστηρίου) (41) επιτρέπει την άρση της απαίτησης προηγούμενης γνώσης σε ορισμένες περιπτώσεις.

65.      Η απαίτηση να έχει η Διοίκηση τη δυνατότητα να γνωρίζει και να αξιολογεί, εκ των προτέρων και αυτοτελώς, τα πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία βασίζεται ο έλεγχος νομιμότητας της προσβαλλομένης πράξεως παρουσιάζεται, ανάλογα με την περίπτωση, είτε ως μη αναγκαία (42) είτε, αντίθετα, ως ουσιώδης (43), στο πλαίσιο του εν λόγω ελέγχου.

66.      Οι διαφοροποιήσεις στη μεταχείριση που προβλέπεται για την απαίτηση προηγούμενης γνώσης (από τη Διοίκηση) εξαρτώνται α) από τη δομή και τους σκοπούς που επιδιώκει η διοικητική διαδικασία στους διάφορους τομείς του δικαίου της Ένωσης, και β) από το διαφορετικό σημείο ισορροπίας μεταξύ αυτών των σκοπών και του (αντίθετου) συμφέροντος του αποδέκτη μιας βλαπτικής πράξεως, στον οποίο αναγνωρίζεται το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας (44).

67.      Το σημείο ισορροπίας που είναι συνυφασμένο με τον τομέα της δημόσιας διοίκησης συνεπάγεται την αιτιολογημένη στάθμιση δύο διαφορετικών στοιχείων:

–        αφενός, των σκοπών της διοικητικής ενστάσεως που προβλέπεται στο πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης, ιδίως σε περιπτώσεις που αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 85 του ΚΥΚ,

–        αφετέρου, των συνεπειών μιας συσταλτικής ερμηνείας που θα μπορούσαν να θίξουν το δικαίωμα του αναιρεσείοντος σε αποτελεσματική δικαστική προστασία (ιδίως το δικαίωμα άμυνας).

68.      Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει «[τη] σταθερά επισημαινόμενη από τη νομολογία του Δικαστηρίου αρχή, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης έχει ως αντικείμενο να επιτρέπεται και να ευνοείται φιλική ρύθμιση της αναφυείσας μεταξύ υπαλλήλων και διοικήσεως διαφοράς. Για την τήρηση της επιταγής αυτής, έχει σημασία να είναι σε θέση η τελευταία να γνωρίζει επακριβώς τις αιτιάσεις ή τις διεκδικήσεις του ενδιαφερομένου» ήδη από το στάδιο της διοικητικής ενστάσεως (45).

69.      Όσον αφορά ειδικότερα το άρθρο 85 του ΚΥΚ, σκοπός του είναι η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (46): οσάκις διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, η Διοίκηση υποχρεούται να προβεί στην πλήρη ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.

70.      Ωστόσο, στο πλαίσιο του άρθρου 85 του ΚΥΚ, η διοικητική ένσταση δεν αποσκοπεί τόσο στην επίτευξη πραγματικής φιλικής ρύθμισης, η οποία θα βασίζεται σε αμοιβαίες παραχωρήσεις μεταξύ των διαδίκων, όσο στην αποτροπή της άσκοπης προσφυγής σε ένδικη διαδικασία.

71.      Από αυτή την άποψη, η παρέμβαση του ενισταμένου υπαλλήλου θα επιτρέψει στη Διοίκηση να λάβει διευκρινίσεις σχετικά με τις αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 85 του ΚΥΚ και, όπου είναι σκόπιμο, να διορθώσει προηγούμενη απόφαση υπό το πρίσμα των νέων στοιχείων που συλλέχθηκαν.

72.      Η απαίτηση περί εκτίμησης της νομιμότητας των ενεργειών της Διοίκησης, η οποία περιορίζεται στα στοιχεία που ήταν πράγματι γνωστά κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης αποφάσεως, θα μπορούσε, υπό ορισμένες συνθήκες, να περιορίσει το δικαίωμα άμυνας του προσφεύγοντος.

73.      Ειδικότερα, θα υπήρχε αδικαιολόγητος περιορισμός εάν ο προσφεύγων δεν μπορούσε να υποβάλει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης όλα τα στοιχεία τα οποία, ακόμη και αν αποκαλύφθηκαν μεταγενέστερα, είναι κρίσιμα για την υπεράσπισή του στον βαθμό που επηρεάζουν τη νομιμότητα της βλαπτικής πράξεως.

74.      Γενικά, όταν το Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο με απρόσβλητη διοικητική απόφαση, λόγω άπρακτης παρελεύσεως των προθεσμιών άσκησης διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής (47), επιτυγχάνει την εξισορρόπηση μεταξύ αυτού του στόχου και του δικαιώματος άμυνας του προσφεύγοντος, επιτρέποντάς του να ζητήσει από τη Διοίκηση, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος (48), επανεξέταση της κατάστασής του, δεδομένης της εμφάνισης ενός νέου και «ουσιώδους» πραγματικού περιστατικού (49). Ο προσφεύγων μπορεί να αμφισβητήσει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τη νομιμότητα της αποφάσεως που εκδόθηκε μετά την περαιτέρω αυτή εξέταση.

75.      Με τη λύση αυτή διαφυλάσσεται τόσο η αυτονομία λήψης αποφάσεων της Διοίκησης όσο και το δικαίωμα άμυνας του προσφεύγοντος, ο οποίος τοιουτοτρόπως αποφεύγει να καταστεί απρόσβλητη μια προηγούμενη απόφαση.

76.      Εάν δεν απατώμαι, το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί μέχρι τούδε επί υποθέσεως όπως η υπό κρίση, στην οποία το νέο (50) και ουσιώδες πραγματικό περιστατικό ανακύπτει ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει ακόμη καταστεί απρόσβλητη, δεδομένου ότι εκκρεμεί κατά αυτής προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (άρθρο 270 ΣΛΕΕ).

77.      Σε μια τέτοια περίπτωση, τυχόν συσταλτική ερμηνεία της νομολογίας, κατά την οποία η νομιμότητα μιας βλαπτικής πράξεως συνδέεται με στοιχεία όχι μόνον υφιστάμενα, αλλά και γνωστά στη Διοίκηση:

–        θα εμπόδιζε το Γενικό Δικαστήριο να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ακόμη κι αν αυτά έχουν ενσωματωθεί εγκαίρως στη δικογραφία και έχουν, ενδεχομένως, αναδρομική ισχύ,

–        θα επέβαλλε στον προσφεύγοντα, ως προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματός του να επικαλεστεί όλα τα υφιστάμενα απαλλακτικά στοιχεία, να προσφύγει εκ νέου στη Διοίκηση προκειμένου να εκθέσει νέα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά σχετικά με αποφάσεις που έχουν καταστεί απρόσβλητες.

78.      Βάσει των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης, τυχόν επιβολή υποχρέωσης στον AL για υποβολή νέας διοικητικής ενστάσεως προς τη Διοίκηση δεν θα ήταν ούτε εύλογη ούτε αναλογική.

79.      Η απαίτηση από τον AL να υποβάλει προς τη Διοίκηση αίτημα επανεξέτασης (με μοναδικό σκοπό αυτή να αποφύγει, κατά περίπτωση, την ένδικη διαδικασία της προσφυγής σχετικά με αυτό το νέο και ουσιώδες πραγματικό περιστατικό) δεν δικαιολογείται όταν υφίσταται ήδη ένδικη διαδικασία σχετικά με την επιρροή του εν λόγω πραγματικού περιστατικού στη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως. (51) 

80.      Μια τέτοια απαίτηση θα έβαινε πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και για τη διαφύλαξη της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Θα αποτελούσε επίσης εμπόδιο για την επί της ουσίας και ταχεία επίλυση της διαφοράς από τον δικαστή της Ένωσης.

81.      Κατά τη γνώμη μου, εφόσον το πραγματικό περιστατικό χαρακτηρίσθηκε «νέο και ουσιώδες», το Γενικό Δικαστήριο ήταν σε θέση να το εκτιμήσει απευθείας και αυτοτελώς, άπαξ αυτό περιελήφθη δεόντως στον φάκελο της υπόθεσης και υποβλήθηκε στο πλαίσιο της κατ’ αντιμωλία συζητήσεως μεταξύ των διαδίκων. Μπορούσε, επομένως, να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα σχετικά με την επιρροή αυτού του περιστατικού στη νομιμότητα της διοικητικής πράξης κατά την κρίσιμη ημερομηνία.

82.      Φρονώ ότι η λύση που προτείνω συνάδει επίσης με τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τη σύμπτωση μεταξύ διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής.

83.      Κατ’ αρχήν, ο κανόνας περί συμπτώσεως, όπως και η νομολογία περί ελέγχου νομιμότητας, περιορίζει τη δυνατότητα απευθείας υποβολής στο δικαστήριο, κατά το στάδιο της ένδικης διαδικασίας, στοιχείων και λόγων που δεν έχουν προβληθεί και συζητηθεί στο πλαίσιο προηγηθείσας διοικητικής προσφυγής.

84.      Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η εν λόγω διοικητική ένσταση, αν και υποχρεωτική, «δεν αποσκοπεί στο να επιβάλλονται, κατά τρόπο άκαμπτο και οριστικό, περιορισμοί στην ενδεχόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου φάση, εφόσον η προσφυγή στο Δικαστήριο δεν μεταβάλλει ούτε την αιτία ούτε το αντικείμενο της ενστάσεως» (52). «Η γενική οικονομία τόσο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας όσο και της ένδικης διαδικασίας αντιτίθεται στην ερμηνεία του άρθρου 91, παράγραφος 2, η οποία, αν ληφθεί υπόψη κατά γράμμα, θα έχει απλώς ως αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη παράταση της διαδικασίας» (53).

85.      Οι ως άνω εκτιμήσεις ισχύουν κατ’ αναλογίαν και στον περιορισμό που θεσπίζει η νομολογία περί ελέγχου νομιμότητας. Ο περιορισμός της εξουσίας εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να επεκτείνεται στον περιορισμό της δυνατότητας εξέτασης στοιχείων που προσκομίζει ο προσφεύγων, τα οποία, χωρίς να μεταβάλλουν το αντικείμενο ή την έκταση της διαφοράς, συνδέονται με ήδη προβληθέντες λόγους και χρησιμεύουν για την απόδειξη των στοιχείων που πράγματι υφίσταντο κατά την κρίσιμη ημερομηνία.

86.      Στο πλαίσιο του άρθρου 85 του ΚΥΚ, η Διοίκηση δεν διαθέτει, στην πραγματικότητα, περιθώριο εκτιμήσεως. Ο ρόλος της περιορίζεται στην επαλήθευση της συνδρομής των αντικειμενικών προϋποθέσεων (ύπαρξη αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού) και των υποκειμενικών προϋποθέσεων (γνώση ή απόδειξη της αντικανονικότητας της καταβολής) που δικαιολογούν την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης.

87.      Συνεπώς, δεν υπάρχει κίνδυνος υποκατάστασης της αιτιολογίας (όπερ επιδιώκει να αποτρέψει η νομολογία περί ελέγχου νομιμότητας) (54) στην περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προαναφερθείσες αντικειμενικές ή υποκειμενικές προϋποθέσεις.

88.      Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων τείνω να επιβεβαιώσω ότι η έλλειψη προηγούμενης γνώσης της Διοίκησης σχετικά με την ακυρότητα των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013 δεν εμπόδιζε το Γενικό Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

89.      Το Γενικό Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη το αναδρομικό αποτέλεσμα της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022, προκειμένου να προσδιορίσει τα νομικά στοιχεία που «υφίσταντο» κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με το να μην ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο, παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά.

90.      Η λύση που προτείνω συνάδει προς τις ειδικές περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης. Δεν πιστεύω ότι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αποτελεί την κατάλληλη ευκαιρία για την επίλυση της προφανούς ασυμφωνίας μεταξύ των αποφάσεων του Δικαστηρίου σχετικά με τα όρια του ελέγχου νομιμότητας (55). Αν έπρεπε να επιλεγεί μία νομολογιακή προσέγγιση έναντι άλλων, φρονώ ότι θα ήταν σκόπιμο να γενικευθεί εκείνη που διατυπώνεται στην απόφαση Galp Energía España.

91.      Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό. Εάν, πράγματι, γίνει δεκτό από το Δικαστήριο, τότε παρέλκει η ανάλυση του λοιπού περιεχομένου του δευτέρου λόγου. Εντούτοις, θα προβώ, επικουρικώς, στην ανάλυσή του.

3.      Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

92.      Ο AL προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη καθόσον έκρινε ότι οι εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013 παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα από τον Ιανουάριο του 2013 και μετά. Κατά την άποψή του, όταν εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είχε ήδη διαπιστωθεί ότι οι επίμαχες εθνικές αποφάσεις ήταν απολύτως άκυρες και, ως εκ τούτου, ουδέποτε παρήγαγαν έννομο αποτέλεσμα.

93.      Ο AL βάλλει κατά της ερμηνείας της εφαρμοστέας ρουμανικής νομοθεσίας από το Γενικό Δικαστήριο, όχι μόνον όσον αφορά το κύρος των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013, αλλά και, εμμέσως, όσον αφορά τα διαχρονικά αποτελέσματα του μέτρου της αναδοχής (56).

94.      Μολονότι ο AL δεν προβάλλει το επιχείρημα περί της παραμόρφωσης του ρουμανικού δικαίου σε αυτό το σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, φρονώ ότι η εν λόγω επίκριση υπονοείται και προκύπτει λογικά από το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως.

95.      Υπάρχει στενή σύνδεση μεταξύ του «πραγματικού περιστατικού» του οποίου την παραμόρφωση προβάλλει ο AL (της ύπαρξης της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022) και του εφαρμοστέου «δικαίου» (των εννόμων συνεπειών της εν λόγω απόφασης στις εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013) (57).

96.      Θα συνιστούσε υπερβολική τυπολατρία η απόρριψη ως απαράδεκτου του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου απλώς και μόνον επειδή ο AL δεν χρησιμοποίησε τον όρο «παραμόρφωση» κατά τη διατύπωσή του. Για να διαπιστωθεί κατά πόσον έχει συντελεστεί τέτοια παραμόρφωση όσον αφορά το ρουμανικό δίκαιο, αρκεί να εξακριβωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχουν ήδη περιγραφεί στα προηγούμενα σημεία των παρουσών προτάσεων (58).

97.      Κατά το Δικαστήριο, παραμόρφωση του δικαίου μπορεί να προκύψει όταν «το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εκτιμήσεις που αντιβαίνουν προδήλως στο περιεχόμενο των διατάξεων της εν λόγω νομοθεσίας ή […] προσέδωσε στις διατάξεις αυτές ένα περιεχόμενο που προδήλως δεν έχουν (59) ».

98.      Ειδικότερα, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, «το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει, κατ’ αρχάς, αν το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε, βάσει των εγγράφων και των άλλων κειμένων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, το γράμμα των επίμαχων εθνικών διατάξεων ή τη σχετική εθνική νομολογία ή, ακόμη, σχετικές απόψεις της θεωρίας, ακολούθως αν το Γενικό Δικαστήριο προέβη, υπό το πρίσμα των εν λόγω στοιχείων, σε διαπιστώσεις προδήλως αντίθετες προς το περιεχόμενό τους και, τέλος, αν το Γενικό Δικαστήριο, κατά την εξέταση του συνόλου των στοιχείων και προκειμένου να διαπιστώσει το περιεχόμενο της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, προσέδωσε σε ένα εξ αυτών περιεχόμενο που δεν έχει σε σχέση με τα λοιπά στοιχεία, εφόσον τούτο συνάγεται καταφανώς από τη δικογραφία» (60).

99.      Συνεπώς, εναπόκειται στο Γενικό Δικαστήριο η «εξέταση του συνόλου των στοιχείων» που περιλαμβάνονται δεόντως στη δικογραφία, προκειμένου να προσδώσει στο καθένα εξ αυτών το κατάλληλο περιεχόμενο «σε σχέση με τα λοιπά στοιχεία».

100. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να προσδιορίσει, «βάσει των εγγράφων και των άλλων κειμένων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του», τα ακριβή χρονικά όρια εφαρμογής του μέτρου της αναδοχής. Για τον ως άνω ορθό προσδιορισμό, ήταν αναγκαίο να εκτιμήσει το σύνολο των σχετικών ρουμανικών αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022, καθώς και τη μεταξύ τους σχέση.

101. Για τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω, δεχόμενο ότι οι εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013 παρήγαγαν έννομα αποτελέσματα από τον Ιανουάριο του 2013 και μετά, το Γενικό Δικαστήριο προσέδωσε στις επίμαχες ρουμανικές αποφάσεις περιεχόμενο το οποίο δεν είχαν στο πλαίσιο της έννομης τάξης εντός της οποίας εκδόθηκαν.

102. Κατά συνέπεια, η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου ήταν προδήλως εσφαλμένη, σύμφωνα με το ρουμανικό δίκαιο, ως προς τα χρονικά όρια του μέτρου της αναδοχής. Η εν λόγω εσφαλμένη εκτίμηση επηρέασε άμεσα την εφαρμογή του άρθρου 85 του ΚΥΚ (61).

103. Εκτιμώ, επομένως, ότι και το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό.

4.      Το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

104. Δεδομένης της λύσης που προτείνω όσον αφορά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, παρέλκει η εξέταση του τρίτου σκέλους. Ωστόσο, θα το εξετάσω για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο υιοθετήσει διαφορετική προσέγγιση.

105. Στο τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο AL αναπαράγει, σχεδόν αυτολεξεί, τους λόγους που προέβαλε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (62), χωρίς να προσθέτει επιχειρήματα με σκοπό να καταδείξει ειδικά την πλάνη περί το δίκαιο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

106. Υπό τις συνθήκες αυτές, το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε των άρθρων 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και 169 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, πρέπει να κριθεί απαράδεκτο.

107. Συνοψίζοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτό το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και να αναιρέσει τις σχετικές σκέψεις της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου.

VI.    Επί της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου

108. Κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει.

109. Δεδομένου του περιορισμένου χαρακτήρα της ανάλυσής μου επί της αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία περιλαμβάνει την εξέταση μόνον του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, δεν είμαι σε θέση να προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς.

110. Θα μπορούσα, ωστόσο, να προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί μόνον επ’ αυτού του δευτέρου λόγου αντί να αναπέμψει το ζήτημα στο Γενικό Δικαστήριο προς επίλυση, δεδομένου ότι οι ανωτέρω εκτιμήσεις οδηγούν άνευ ετέρου στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

VII. Επιδίκαση των εξόδων

111. Για τους ίδιους αυτούς λόγους, δεν είναι σκόπιμο να αποφανθώ επί του καταλογισμού των εξόδων.

VIII. Πρόταση

112. Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτό τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 10ης Απριλίου 2024, AL κατά Επιτροπής (T‑50/22, EU:T:2024:220) και να αναιρέσει το μέρος της εν λόγω αποφάσεως στο οποίο αναφέρεται.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.


2      Στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, κατόπιν πειθαρχικής διαδικασίας, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ ή Διοίκηση) του Συμβουλίου αποφάσισε να παύσει τον αναιρεσείοντα από τα καθήκοντά του. Ο AL προσέβαλε την ως άνω απόφαση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο την επικύρωσε με την απόφαση της 10ης Απριλίου 2024, AL κατά Συμβουλίου (T‑22/22, EU:T:2024:219), κατά της οποίας ο AL άσκησε αίτηση αναιρέσεως που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου (υπόθεση C‑893/24 P, AL κατά Συμβουλίου).


3      Απόφαση T‑50/22(στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2024:220). Καθ’ υπόδειξη του Δικαστηρίου, στις παρούσες προτάσεις θα εξετάσω μόνον τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.


4      Η προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ασκήθηκε κατά της απόφασης της ΑΔΑ της 22ας Οκτωβρίου 2021 [Ares(2021)6909466], επί της διοικητικής ενστάσεως του AL κατά προηγούμενης απόφασης της 22ας Μαρτίου 2021 [Ares(2021)2023374], που διέτασσε την επιστροφή ορισμένων οικογενειακών επιδομάτων που του είχαν καταβληθεί. Στις σκέψεις 17 και 21 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή ακυρώσεως, ακόμη και αν τυπικά βάλλει κατά της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, έχει ως αποτέλεσμα να επιλαμβάνεται το Δικαστήριο της αρχικής βλαπτικής πράξεως. Ως εκ τούτου, στο εξής θα χρησιμοποιώ τον όρο «προσβαλλόμενη απόφαση» όταν αναφέρομαι γενικά και στις δύο αποφάσεις, θεωρούμενες από κοινού. Ωστόσο, όταν είναι απαραίτητο να γίνει διάκριση μεταξύ τους, θα χρησιμοποιώ τις εκφράσεις «απόφαση της 22ας Μαρτίου 2021» ή «προσβαλλόμενη απόφαση» και την πρώτη «απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2021».


5      Κανονισμός αριθ. 31 (ΕΟΚ), αριθ. 11 (ΕΑΕΑ), περί καθορισμού της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενέργειας (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/01, σ. 19), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004 (ΕΕ 2004, L 124, σ. 1) (στο εξής: ΚΥΚ).


6      Αποφάσεις της Comisia pentru protecţia copilului – Sectorului 5 Bucureşti (επιτροπής προστασίας του παιδιού – Τομέας 5 Βουκουρέστι, Ρουμανία), αριθ. 107 και 108 της 28ης Ιουλίου 2010 (στο εξής: απόφαση της 28ης Ιουλίου 2010).


7      Αρχικά, το επίδομα χορηγήθηκε για την περίοδο από 1η Αυγούστου 2010 έως 31 Ιουλίου 2011. Στη συνέχεια χορηγήθηκε εκ νέου δύο φορές, για τις περιόδους από 1η Αυγούστου 2011 έως 31 Ιουλίου 2012 και από 1η Αυγούστου 2012 έως 31 Ιουλίου 2013.


8      Στο εξής: εθνικές αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2013.


9      Βλ. υποσημείωση 14 των παρουσών προτάσεων.


10      Απόφαση του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2019, περί αναθέσεως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή –Γραφείο Διαχείρισης και Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων (PMO)– της άσκησης ορισμένων εξουσιών οι οποίες ανήκουν στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και στην αρχή την αρμόδια να συνάπτει συμβάσεις πρόσληψης (ΕΕ 2019, L 129, σ. 3).


11      Σύμφωνα με την Επιτροπή, καθόσον ο AL δεν ενημέρωσε αμελλητί για τη σημαντική αλλαγή στην οικογενειακή του κατάσταση κατόπιν της έκδοσης των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013, παραπλάνησε εσκεμμένως τη Διοίκηση προκειμένου να του καταβληθεί το επίδομα, κατά την έννοια του άρθρου 85, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του ΚΥΚ.


12      Καθόσον η εν λόγω προσφυγή ακύρωσης, η οποία ασκήθηκε οκτώ έτη μετά την έκδοση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, εκτιμάται υπό το πρίσμα ενός ευρύτερου πλαισίου πραγματικών περιστατικών, δεν θεωρείται εκπρόθεσμη. Η OLAF αναφέρει στην τελική έκθεση της έρευνας στην υπόθεση OF/2016/0928/A1 ότι ο AL ενημερώθηκε σχετικά με την έναρξη της έρευνας, η οποία κινήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 2016, το πρώτον στις 22 Ιουλίου 2020 και έλαβε την κοινοποίηση της τελικής έκθεσης τον Δεκέμβριο του 2020. Επομένως, μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι, δεδομένης της μη κοινοποίησης των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013, η ύπαρξή τους έγινε γνωστή κατά τη διάρκεια της έρευνας της OLAF και ότι ο AL έλαβε πλήρη γνώση αυτών το πρώτον μεταξύ Ιουλίου και Δεκεμβρίου 2020.


13      Απόφαση επί αστικής υποθέσεως αριθ. 844, της 16ης Μαΐου 2022, ECLI:RO:TBBUC:2022:013:000844 (στο εξής: απόφαση της 16ης Μαΐου 2022).


14      Η απόφαση της 16ης Μαΐου 2022 επιβεβαίωσε την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων για τη νομότυπη κοινοποίηση των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013, αλλά πρωτίστως συνέδεσε την απόλυτη ακυρότητά τους με την παράβαση επιτακτικών κανόνων που αποσκοπούν στη διασφάλιση του μείζονος συμφέροντος του ανηλίκου. Συγκεκριμένα, ούτε οι βιολογικοί ούτε οι ανάδοχοι γονείς κλήθηκαν προσηκόντως σε ακρόαση πριν από την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων. Επιπλέον, οι ανήλικοι δεν κλήθηκαν σε ακρόαση πριν από την έκδοση των αποφάσεων, προκειμένου να διατυπώσουν τη γνώμη τους.


15      Η διαφορά αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι, τον Απρίλιο του 2013, ο AL είχε υποβάλει αίτηση για υιοθεσία ενός από τα δύο ανήλικα τέκνα και του χορηγήθηκαν επιδόματα για τον λόγο αυτόν, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VII, του ΚΥΚ. Όσον αφορά το έτερο ανήλικο τέκνο, η εντολή ανάκτησης καλύπτει την περίοδο από την 1η Φεβρουαρίου έως τις 31 Ιουλίου 2013.


16      Σελίδα 27 της αγγλικής έκδοσης της απόφασης της 22ας Οκτωβρίου 2021.


17      Δικόγραφο της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, σημεία 110 έως 119.


18      Δικόγραφο της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, σημείο 121.


19      Υπόμνημα ανταπαντήσεως της Επιτροπής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, σημεία 30 έως 32. Όσον αφορά την έλλειψη κοινοποίησης των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013, η Διοίκηση «δεν θε[ώρησε] εύλογο» ότι ο AL δεν γνώριζε την ύπαρξη απόφασης εκδοθείσας στο πλαίσιο διαδικασίας που είχε κινήσει ο ίδιος.


20      Στις σκέψεις 94 έως 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο συμφώνησε με τη θέση που υιοθέτησε η Διοίκηση, όπως παρατίθεται στην προηγούμενη υποσημείωση. Παρά την έλλειψη κοινοποίησης των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013, ο AL ήταν υποχρεωμένος να ζητήσει πληροφορίες απευθείας από τις ρουμανικές αρχές εάν είχε αμφιβολίες σχετικά με την έκβαση της αίτησής του (σκέψεις 96 έως 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).


21      Σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η υπογράμμιση δική μου.


22      Σκέψη 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


23      Ομολογουμένως, βάσει της έκθεσης των πραγματικών περιστατικών, το επίδομα συντηρούμενου τέκνου χορηγήθηκε μέχρι τις 31 Ιουλίου 2013, μολονότι η απόφαση της 28ης Ιουλίου 2010 είχε ορίσει την παύση της αναδοχής στις 27 Ιουλίου 2013. Εξάλλου, ακόμη και αν είχε καταβληθεί αχρεωστήτως το αντίστοιχο επίδομα για τις τέσσερις επιπλέον ημέρες, η αξίωση της Διοίκησης θεωρείται πλέον παραγεγραμμένη, σύμφωνα με το άρθρο 85, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, καθότι δεν στοιχειοθετείται ο ειδικός δόλος που απαιτείται για το μη αντιτάξιμο της προθεσμίας προς την ΑΔΑ.


24      Σημείο 15 της αιτήσεως αναιρέσεως.


25      Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2011, PepsiCo/Grupo Promer Mon Graphic (C‑281/10 P, EU:C:2011:679, σκέψη 78).


26      Όπ.π.


27      Απόφαση της 1ης Αυγούστου 2025, Γαλλία και Επιτροπή κατά CWS Powder Coatings κ.λπ. (C‑71/23 P και C‑82/23 P, EU:C:2025:601, σκέψη 67).


28      Εάν δεν πληρούται η προϋπόθεση αυτή, ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής: αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 2007, Sisón κατά Συμβουλίου (C‑266/05 P, EU:C:2007:75, σκέψεις 71 και 72), και της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF (C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 109).


29      Σημεία 15 έως 19 της αιτήσεως αναιρέσεως.


30      Προτάσεις στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις ArcelorMittal Tubular Products Ostrava κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Συμβούλιο κατά Hubei Xinyegang Steel (C‑186/14 P και C‑193/14 P, EU:C:2015:767, σημείο 72).


31      Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Γαλλία κατά Επιτροπής, (15/76 και 16/76, EU:C:1979:29, σκέψη 7). Η αρχή αυτή εφαρμόζεται παγίως σε όλους τους τομείς: βλ. τις αποφάσεις της 17ης Μαΐου 2001, IECC κατά Επιτροπής (C‑449/98 P, EU:C:2001:275, σκέψη 87) (ανταγωνισμός), της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Centeno Mediavilla κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑443/07 P, EU:C:2008:767, σκέψη 110) (δημόσια υπηρεσία), της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑398/13 P, EU:C:2015:535, σκέψη 22 (προσφυγή ακυρώσεως κατά νομοθετικής πράξεως), της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου, (C‑123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψεις 37 και 38) (περιοριστικά μέτρα), και της 4ης Οκτωβρίου 2024, García Fernández κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΣΕ (C‑541/22 P, EU:C:2024:820, σκέψη 327) (οικονομική και νομισματική πολιτική). Στο εξής, θα προσδιορίζω την ως άνω νομολογία ως «περί ελέγχου νομιμότητας».


32      Δηλαδή η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης επί της διοικητικής ενστάσεως. Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει, στις σκέψεις 17 έως 22 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο εξελικτικός χαρακτήρας της διοικητικής ενστάσεως σημαίνει ότι τυχόν συμπληρωματικές διευκρινίσεις σχετικά με τους λόγους επικύρωσης της προηγούμενης πράξης, που περιέχονται σε ρητή απόφαση απόρριψης της διοικητικής ένστασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως.


33      Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε αρκούντως υπόψη ότι, από νομικής άποψης, ο παράγοντας «χρόνος» δεν εξετάζεται ως γραμμικός και μη αναστρέψιμος: ό,τι δεν συνέβη σε μια δεδομένη στιγμή μπορεί νομικά να θεωρηθεί ότι υφίστατο ήδη εκείνη τη στιγμή εάν εφαρμοστεί αναδρομικά μια μεταγενέστερη πράξη. Και αντιστρόφως.


34      Οι λόγοι απόλυτης ακυρότητας περιγράφονται στην υποσημείωση 14.


35      Καίτοι οι «νέες» ημερομηνίες παύσεως της αναδοχής μνημονεύονται στην απόφαση της 16ης Μαΐου 2022, εντούτοις, δεν καθορίστηκαν από την ίδια απόφαση. Αντιθέτως, προκύπτουν από εξωτερικές περιστάσεις, που σχετίζονται κυρίως με την αποκατάσταση των έννομων αποτελεσμάτων που παρήχθησαν από την απόφαση της 28ης Ιουλίου 2010, και με άλλα μεταγενέστερα γεγονότα που είναι γνωστά στη Διοίκηση (όπως η χειραφέτηση ενός εκ των ανήλικων τέκνων και η υιοθεσία από τον AL). Βλ., συναφώς, το κείμενο της απόφασης το οποίο παρατίθεται στην υποσημείωση 39.


36      Η αρχή του δεδικασμένου έχει θεμελιώδη σημασία τόσο στην έννομη τάξη της Ένωσης όσο και στις εθνικές έννομες τάξεις. Αυτό ισχύει σε τέτοιο βαθμό που δεν επιβάλλεται στα εθνικά δικαστήρια να μην εφαρμόζουν τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες που προσδίδουν ισχύ δεδικασμένου σε δικαστική απόφαση, έστω και αν τούτο θα καθιστούσε δυνατή την άρση εσωτερικής καταστάσεως μη συνάδουσας προς το δίκαιο της Ένωσης [πρβλ. απόφαση της 7ης Απριλίου 2022, Avio Lucos (C‑116/20, EU:C:2022:273, σκέψεις 92 και 93 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)]. Καίτοι δεν είναι δυνατόν να απαγορεύεται, βάσει της ως άνω αρχής, η άσκηση αποκλειστικής αρμοδιότητας ενός θεσμικού οργάνου της Ένωσης [απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, Lucchini (C‑119/05, EU:C:2007:434)], εντούτοις, η απαίτηση περί μη εφαρμογής εξακολουθεί να συνιστά εξαίρεση και δεν θα πρέπει να εκτείνεται πέραν αυτής της περίπτωσης. Στην υπό κρίση υπόθεση το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη το δεδικασμένο της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022, ερειδόμενο στις διαπιστώσεις του αρμόδιου ρουμανικού δικαστηρίου, ιδίως δεδομένου ότι με αυτόν τον τρόπο θα διευκολυνόταν και δεν θα υπονομευόταν η ορθή εφαρμογή του άρθρου 85 του ΚΥΚ.


37      Ειδικότερα, «δεν αρκεί για την απόδειξη της υπάρξεως τέτοιας παραμορφώσεως να προβάλλεται ερμηνεία των εν λόγω [στοιχείων] διαφορετική εκείνης που δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο»: απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά ANKO (C‑78/14 P, EU:C:2015:732, σκέψη 55).


38      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, Activision Blizzard Germany κατά Επιτροπής (C‑260/09 P, EU:C:2011:62, σκέψεις 54 και 57).


39      Σύμφωνα με τη σελίδα 11 της αγγλικής μετάφρασης της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022: «Finding the reason for nullity based on the violation of the provisions of Art. 58(4) and […] Art. 29(1) of the [RO Child Protection] Law no. 272/2004, in the form in force on the date of issuing the contested decisions, the Court shall [declare] the absolute nullity of the Decision nr. 14/30.01.2013 and of the Decision nr. 15/30.01.2013 issued by the Child Protection Commission of the Local Council Bucharest 5 […], [decisions] which had terminated the [child] protection measure of placement in [foster care] of the [then-]minors [A] and [B]; […]. Resulting from the above [findings and declaration of absolute nullity], the [child protection] measure of placement [in foster care] of the minors did not end as a result of the [hereby annulled] Decision nr. 14/30.01.2013 and of the Decision nr. 15/30.01.2013 […], [but instead the court finds that] this measure […] continued to produce effects until the child [A] became legally major, on 13.05.2014, date set by the closing judgment […] pronounced by the Alba Court […] in which full legal capacity [emancipation] was recognized upon reaching the age of 16 […]. Pertaining to the child [B], starting [the legal reasoning] from the provisions of art. 58(1) of law 272/2004, according to which the measure of placement [in foster care] is a temporary one, as the placement decision was issued on 28.7.2010, this measure has ceased on 28.7.2013» (η υπογράμμιση δική μου).


40      Χάριν συντομίας, θα χρησιμοποιώ στο εξής την έκφραση «προηγούμενη γνώση» για να αναφερθώ σε αυτήν την απαίτηση.


41      Ο περιορισμός του ελέγχου νομιμότητας στα στοιχεία που υφίσταντο κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει ως σκοπό να αποτρέψει το ενδεχόμενο το Γενικό Δικαστήριο να υποκαταστήσει, κατά την εξέταση νεότερων ή μη γνωστών στη Διοίκηση στοιχείων, με τη δική του αιτιολογία αυτήν της Διοίκησης: απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑603/13 P, στο εξής: απόφαση Galp Energía España, EU:C:2016:38, σκέψη 73).


42      Στον τομέα του δικαίου ανταγωνισμού, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η έκταση του ελέγχου νομιμότητας τον οποίο προβλέπει το άρθρο 263 ΣΛΕΕ καλύπτει όλα τα στοιχεία των αποφάσεων της Επιτροπής οι οποίες αφορούν τις διαδικασίες εφαρμογής των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ, «είτε τα στοιχεία αυτά είναι προγενέστερα είτε μεταγενέστερα της εκδοθείσας αποφάσεως, είτε αυτά είχαν προσκομισθεί προηγουμένως στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε, για πρώτη φορά, στο πλαίσιο της προσφυγής της οποίας έχει επιληφθεί το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον τα εν λόγω στοιχεία είναι ουσιώδη για τον έλεγχο της νομιμότητας της [προσβαλλομένης] αποφάσεως (απόφαση Galp Energía España, σκέψη 72).


43      Στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, «η νομιμότητα αποφάσεως που ελήφθη κατά το πέρας της προκαταρκτικής έρευνας εκτιμάται μόνο σε συνάρτηση με τα πληροφοριακά στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή σε εκείνο το χρονικό σημείο». Η υπογράμμιση δική μου. Βλ. αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2008, Αθηναϊκή Τεχνική AE κατά Επιτροπής (C‑521/06 P, EU:C:2008:422, σκέψη 56), της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Scott (C‑290/07 P, EU:C:2010:480, σκέψη 91), και της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑81/16 P, EU:C:2017:1003, σκέψη 52).


44      Κατά την απόφαση της 15ης Απριλίου 2008, Nuova Agricast (C‑390/06, EU:C:2008:224), σκέψεις 57 έως 60, ο περιορισμός που επιβάλλεται από τη μνημονευόμενη στην ανωτέρω υποσημείωση νομολογία δικαιολογείται από τον σκοπό της διατήρησης «[της διάκρισης] του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων σε δύο χωριστά στάδια εκ των οποίων το δεύτερο δεν είναι πάντοτε απαραίτητο […]». Αντιθέτως, στον τομέα του δικαίου ανταγωνισμού, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αιτιολογεί τον περιορισμό της παραμέτρου ελέγχου καθόσον λαμβάνει υπόψη το γενικό νομικό πλαίσιο στο εν λόγω θέμα, και, ως εκ τούτου, επισημαίνει ότι «όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καμία διάταξη του δικαίου της Ενώσεως δεν επιβάλλει στον αποδέκτη της ανακοινώσεως αιτιάσεων να αμφισβητήσει τα διάφορα πραγματικά ή νομικά στοιχεία της κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, προκειμένου να μην απολέσει πλέον το δικαίωμα να το πράξει στη συνέχεια, κατά την ένδικη διαδικασία. […] Ελλείψει ρητώς προβλεπόμενης προς τούτο νομικής βάσεως, ο περιορισμός αυτός αντιβαίνει στις θεμελιώδεις αρχές της νομιμότητας και του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας» (απόφαση της 1ης Ιουλίου 2010, C‑407/08 P, Knauf Gips κατά Επιτροπής, C‑407/08 P, EU:C:2010:389, σκέψεις 89 έως 91).


45      Απόφαση της 7ης Μαΐου 1986, Rihoux κ.λπ. κατά Επιτροπής (52/85, EU:C:1986:199, σκέψη 12 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


46      Τούτο επισημαίνεται και στη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.


47      Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1981, Blasig κατά Επιτροπής (173/80, EU:C:1981:145), διάταξη της 18ης Νοεμβρίου 1999, Προγούλης κατά Επιτροπής (C‑431/98 P, EU:C:1999:569, σκέψη 36). και απόφαση της 20ής Μαΐου 2021, Dickmanns κατά EUIPO (C‑63/20 P, EU:C:2021:406, σκέψη 38).


48      Διάταξη της 11ης Ιουνίου 2009, Κετσελίδου κατά Επιτροπής (F‑81/08, EU:F:2009:59, σκέψη 36).


49      Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2017, Global Steel Wire κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑454/16 P έως C‑456/16 P και C‑458/16 P, EU:C:2007:818, σκέψη 31). Το Δικαστήριο δέχεται ότι η δικαστική απόφαση με την οποία ακυρώνεται διοικητική πράξη η οποία εκδόθηκε μετά την προσβαλλόμενη απόφαση (η οποία είναι πλέον απρόσβλητη) μπορεί να συνιστά «νέο ουσιώδες πραγματικό περιστατικό» σε σχέση με τα πρόσωπα που επηρεάζονται άμεσα από την ακυρωθείσα πράξη: απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, Brown κατά Δικαστηρίου (125/87, EU:C:1988:136, σκέψη 13 και η εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


50      Χρησιμοποιώ εδώ τον όρο «νέο» σύμφωνα με την έννοια που του αποδίδεται από τη μνημονευόμενη στην υποσημείωση 47 νομολογία, δηλαδή ως πραγματικό περιστατικό που προηγουμένως αγνοούσαν τόσο ο υπάλληλος όσο και η Διοίκηση. Σε αυτό το πλαίσιο, ο χαρακτηρισμός της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022 ως «νέο πραγματικό περιστατικό» δεν είναι ασυμβίβαστος με τη λύση που προτείνεται στα σημεία 49 έως 57 των παρουσών προτάσεων: η απόλυτη ακυρότητα των εθνικών αποφάσεων της 30ής Ιανουαρίου 2013 έχει αναδρομική ισχύ από τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αυτή η φαινομενική αντίφαση ανακύπτει διότι ένα νέο (άγνωστο) πραγματικό περιστατικό μπορεί να έχει αναδρομικά αποτελέσματα τα οποία επηρεάζουν προηγούμενες νομικές καταστάσεις.


51      Στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή είχε την ευκαιρία να εκφέρει γνώμη επί της επιρροής της απόφασης της 16ης Μαΐου 2022 στη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ωστόσο, η Επιτροπή απλώς απέκλεισε τη λυσιτέλεια της απόφασης, χωρίς να αναπτύξει, επικουρικώς, τις θέσεις της επί της ουσίας: βλ. σημεία 31 και 32 του υπομνήματος ανταπαντήσεως που κατατέθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.


52      Απόφαση της 7ης Μαΐου 1986, Rihoux κ.λπ. κατά Επιτροπής (52/85, EU:C:1986:199, σκέψη 12 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


53      Απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978, Ritter von Wüllerstorff und Urbair κατά Επιτροπής (7/77, EU:C:1978:68, σκέψη 8).


54      Βλ. υποσημείωση 41. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο θα περιοριζόταν στην εξέταση του κατά πόσον, υπό το πρίσμα του νέου και ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, εξακολουθεί να είναι νόμιμο το αίτημα επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, όπερ συνιστά την ίδια την ουσία του ελέγχου νομιμότητας.


55      Βλ. υποσημειώσεις 31, 42, 43 και 44 των παρουσών προτάσεων.


56      Το άρθρο 2, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ συνδέει το δικαίωμα λήψης επιδόματος συντηρούμενου τέκνου με την ύπαρξη «υποχρέωση[ς] διατροφής σύμφωνα με δικαστική απόφαση βασιζόμενη στη νομοθεσία των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των ανηλίκων» (η υπογράμμιση δική μου). Στην υπό κρίση υπόθεση, το μέτρο της αναδοχής διέπεται από το ρουμανικό δίκαιο και η διαφορά αφορά τα διαχρονικά αποτελέσματα του εν λόγω μέτρου, η οποία επηρεάζει το δικαίωμα λήψης επιδόματος συντηρούμενου τέκνου.


57      Βλ., συναφώς, σημείο 19, πρώτη περίοδος, της αιτήσεως αναιρέσεως.


58      Σημείο 37 των παρουσών προτάσεων.


59      Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, TV2/Danmark κατά Επιτροπής (C‑649/15 P, EU:C:2017:835, σκέψη 52).


60      Απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, Anglo Austrian AAB/BCE και Far-East (C‑579/22 P, EU:C:2024:731, σκέψη 86).


61      Βλ. υποσημείωση 55 των παρουσών προτάσεων.


62      Τα σημεία 21 και 22 της αιτήσεως αναιρέσεως είναι πανομοιότυπα με τα σημεία 46 και 47 του υπομνήματος απαντήσεως που κατατέθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Στο σημείο 20 της αιτήσεως αναιρέσεως, ο AL απλώς ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο παρέβη τον κανόνα της ομοιότητας των τύπων, χωρίς να προβάλει περαιτέρω επιχειρήματα προς αμφισβήτηση ειδικά της συλλογιστικής που ανέπτυξε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.