52003BP0152

Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 8ης Απριλίου 2003, σχετικά με την απαλλαγή όσον αφορά την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 2001 — Τμήμα IV — Δικαστήριο

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 148 της 16/06/2003 σ. 0046 - 0048
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 064 E της 12/03/2004 σ. 0219 - 0221


Ψήφισμα

του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το οποίο συνοδεύει την απόφαση σχετικά με την απαλλαγή όσον αφορά την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 2001 - Τμήμα IV - Δικαστήριο

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ,

έχοντας υπόψη τον λογαριασμό διαχείρισης και τον δημοσιονομικό ισολογισμό για το οικονομικό έτος 2001 [SEC(2002) 405 - C5-0244/2002],

έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με το οικονομικό έτος 2001 συνοδευόμενη από τις απαντήσεις των θεσμικών οργάνων (C5-0538/2002)(1),

έχοντας υπόψη τη δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών και τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων την οποία παρέσχε το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο σύμφωνα με το άρθρο 248 της συνθήκης ΕΚ (C5-0538/2002),

έχοντας υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2003 (C5-0087/2003),

έχοντας υπόψη το άρθρο 272 παράγραφος 10 και το άρθρο 275 της συνθήκης ΕΚ,

έχοντας υπόψη το άρθρο 22 παράγραφοι 2 και 3 του δημοσιονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977(2), καθώς και το άρθρο 50 του δημοσιονομικού κανονισμού της 25ης Ιουνίου 2002(3),

έχοντας υπόψη τα άρθρα 93α και το παράρτημα V του κανονισμού του,

έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (A5-0101/ 2003/αναθ. 1),

1. εκφράζει την ικανοποίησή του για τις προόδους του Δικαστηρίου όσον αφορά τη βελτίωση της λογιστικής διαχείρισης των υλικών πάγιων ενεργητικών του, και ιδιαίτερα όσον αφορά τα μη χρηματοπιστωτικά πάγια ενεργητικά του· οι βελτιώσεις αυτές επέτρεψαν, μεταξύ των άλλων, τη διόρθωση των λαθών που επεσήμανε το Ελεγκτικό Συνέδριο στην Ετήσια Έκθεσή του για το 2000, όσον αφορά την καθαρή λογιστική αξία των μη χρηματοπιστωτικών πάγιων ενεργητικών του·

2. σημειώνει ότι δεν έχει ακόμη αποσταλεί στο Κοινοβούλιο, μέχρι σήμερα, η έκθεση του εμπειρογνώμονα όσον αφορά τις ανωμαλίες τιμολόγησης(4), όπως είχε ζητήσει με την απόφασή του της 25ης Απριλίου 2002 σχετικά με την απαλλαγή για το οικονομικό έτος 2000(5) και με το ερωτηματολόγιο που απεστάλη για την ανάλυση της έγκρισης της διαχείρισης για το 2001· σημειώνει επίσης ότι το ίδιο ισχύει και με την άλλη έκθεση εμπειρογνώμονος, όπου προσδιορίζονται οι δαπάνες που δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελική κατάσταση των λογαριασμών·

3. ζητεί από το Δικαστήριο να διαβιβάσει τις δύο προαναφερθείσες εκθέσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έως την 1η Ιουνίου 2003·

4. ευχαριστεί το Δικαστήριο για την εκ μέρους του υποβολή της έκθεσης(6) όσον αφορά την απογραφή που εζητείτο στην παράγραφο 15 της απόφασης του Κοινοβουλίου της 25ης Απριλίου 2002 για τη χορήγηση απαλλαγής· σημειώνει το συμπέρασμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι, με την εφαρμογή του συστήματος ELS, υπάρχει τώρα μια βάση δεδομένων όπου βρίσκονται καταγεγραμμένα όλα τα κινητά περιουσιακά στοιχεία του, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Δημοσιονομικού Κανονισμού·

5. αναμένει από τα μέλη των θεσμικών οργάνων να επιστρέφουν τις δαπάνες που προκύπτουν όταν χρησιμοποιούν τα υπηρεσιακά αυτοκίνητα που έχουν τεθεί στη διάθεσή τους για μη υπηρεσιακούς σκοπούς· ζητεί από το Δικαστήριο να του διαβιβάσει, έως την 30ή Ιουνίου 2003, έκθεση σχετικά με τις διατάξεις που έχει εκδώσει για το ζήτημα αυτό και σχετικά με τα ποσά που κατέβαλαν τα κράτη μέλη τα έτη 2001 και 2002·

6. σημειώνει τις παρατηρήσεις(7) του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι οι κανόνες που εφαρμόζονται στις αποδοχές των μελών των οργάνων δεν προβλέπουν ειδική νομική βάση για την εφαρμογή διορθωτικών συντελεστών κατά τις μεταφορές μέρους των χρηματικών απολαβών τους προς χώρα διαφορετική από τη χώρα εργασίας· θεωρεί ότι παρά την απάντηση του Δικαστηρίου(8) όσον αφορά τα συμπεράσματα της συνεδρίασης της Διοικητικής Επιτροπής του στις 25 Σεπτεμβρίου 2002 (που παραπέμπει μεταξύ των άλλων στο παράρτημα VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων), η ύπαρξη ειδικής νομικής βάσης είναι απαραίτητη, ιδίως εν όψει της διεύρυνσης και ζητεί από το Δικαστήριο να αρχίσει τις απαιτούμενες μελέτες για να διατίθεται νομική βάση το αργότερο για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 2004 ώστε να καταστεί δυνατή η εναρμόνιση των κανόνων που διέπουν τη μεταφορά των αποδοχών των μελών των διαφορετικών θεσμικών οργάνων στο κράτος προελεύσεώς τους· ζητεί από το Δικαστήριο έως ότου υπάρξει συγκεκριμένη νομική βάση να επανεξετάσει την ανάγκη να αναστείλει την εφαρμογή αυτών των συντελεστών·

7. σημειώνει τα τρέχοντα σχέδια κτιριακών εγκαταστάσεων του Δικαστηρίου, που περιλαμβάνουν την ανακαίνιση του "Palais", ένα δακτυλιόσχημο κτίριο γύρω από το "Palais" και δύο πύργους γραφείων· ζητεί από το Δικαστήριο να του διαβιβάσει έκθεση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τα υπάρχοντα κτίριά του, τα σχέδια νέων κτιρίων, τις δραστηριότητες συντήρησης και, γενικά, σχετικά με τις υποδομές·

8. σημειώνει ότι το 2001 το Δικαστήριο κατέβαλε προκαταβολικά 2884849 EUR στις Αρχές του Λουξεμβούργου για τη μίσθωση/αγορά των επεκτάσεων του "Palais", ώστε να μειωθεί το πληρωτέο ποσόν από τον προϋπολογισμό του 2003·

9. σημειώνει την εκτίμηση του Δικαστηρίου ότι, με την άφιξη προενταξιακού προσωπικού ήδη από τα τέλη του 2003 και την ημερομηνία των προσχωρήσεων ήδη καθορισμένη για την 1η Μαΐου 2004, θα απαιτηθούν νέοι χώροι γραφείων για τα νέα μέλη του θεσμικού οργάνου (μέχρι 10 νέοι Δικαστές, τόσο για το Δικαστήριο, όσο και για το Πρωτοδικείο), το προσωπικό των ιδιαίτερων γραφείων τους ("cabinets"), το προσωπικό των μεταφραστικών υπηρεσιών, καθώς και για πολλούς νέους υπαλλήλους για δραστηριότητες που σχετίζονται με την προσχώρηση· σημειώνει επίσης ότι η διοίκηση του Δικαστηρίου, με τη βοήθεια του Υπουργείου Δημοσίων Έργων του Λουξεμβούργου, βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε αναζήτηση κατάλληλων χώρων γραφείων·

10. επαινεί την προθυμία(9) του Δικαστηρίου να διαβιβάσει στην αρμόδια για την απαλλαγή αρχή περίληψη της ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων που συνέταξε ο κύριος διατάκτης σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 7 του νέου δημοσιονομικού κανονισμού· σημειώνει ότι το Δικαστήριο έχει αναφέρει πως η προθυμία του αυτή εξαρτάται από τη συμφωνία όλων των άλλων θεσμικών οργάνων· αναθέτει στον Πρόεδρό του να αποστείλει στους Προέδρους των άλλων θεσμικών οργάνων επιστολές με τις οποίες θα τους ζητείται επισήμως να διαβιβάσουν περίληψη των ετησίων εκθέσεων δραστηριοτήτων τους στην αρμόδια για την απαλλαγή αρχή·

11. σημειώνει ότι, όσον αφορά τον φόρτο εργασίας του Πρωτοδικείου, ενώ ο αριθμός των υποθέσεων που διεκπεραιώθηκαν έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, παραμένει σταθερά μικρότερος του αριθμού των υποθέσεων που έρχονται προς εξέταση, με αποτέλεσμα οι εκκρεμούσες υποθέσεις να αυξάνονται συνεχώς: (2001 - υποθέσεις προς εξέταση: 345· διεκπεραιωθείσες υποθέσεις: 275· εκκρεμούσες υποθέσεις: 589)(10)·

12. σημειώνει την εκτίμηση του Δικαστηρίου(11) ότι, το 2002, η αύξηση του δυναμικού απόδοσης, σε ποσοτικούς όρους, λόγω της πρόσληψης των νέων νομικών μεταφραστών, θα επιτρέψει στη μεταφραστική υπηρεσία του Δικαστηρίου να συνεχίσει να αυξάνει τον αριθμό μεταφρασμένων σελίδων, αλλά ότι το αποτέλεσμα που θα έχει η αύξηση αυτή της παραγωγής στον όγκο των σελίδων προς μετάφραση ή υπό μετάφραση θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη του φόρτου εργασίας·

13. ζητεί να τηρείται ενήμερη η αρμόδια για την απαλλαγή αρχή όσον αφορά τον φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου και τον όγκο των καθυστερούμενων σελίδων προς μετάφραση·

14. διαπιστώνει με ανησυχία ότι τόσο η εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και τα δικαιώματα των πολιτών της βλάπτονται λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που χρειάζεται το Δικαστήριο για να εξετάσει τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που ευρίσκονται σε εκκρεμότητα· ζητεί από το Δικαστήριο να υποβάλει στο Κοινοβούλιο έκθεση, στην οποία θα εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο οργανώνει τις εργασίες του, και να παρουσιάσει λεπτομερώς τα προβλήματα που εμποδίζουν το Δικαστήριο να παράσχει αποτελεσματικά τις υπηρεσίες του· επισημαίνει ότι η διεύρυνση θα επιδεινώσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο· ζητεί από το Δικαστήριο να υποβάλει προτάσεις για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, να επισημάνει τους τομείς στους οποίους απαιτούνται διαρθρωτικές αλλαγές και να παρουσιάσει πλήρη κατανομή των πρόσθετων πόρων που θα απαιτηθούν για την πραγματοποίηση αυτών των βελτιώσεων.

(1) ΕΕ C 295 της 28.11.2002, σ. 1.

(2) ΕΕ L 356 της 31.12.1977, σ. 1.

(3) ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1.

(4) Απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο, ΡΕ 315.844 (αριθ. 4).

(5) ΕΕ L 158 της 17.6.2002, σ. 66.

(6) Έκθεση του Δικαστηρίου, της 24ης Ιουνίου 2002.

(7) Ετήσια έκθεση 2001, παράγραφος 7.18.

(8) Απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο PE 315.844 (αριθ. 1).

(9) Απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο ΡΕ 315.844 (αριθ. 3).

(10) Πηγή: έκθεση προς την Επιτροπή Προϋπολογισμών.

(11) Πηγή: έκθεση προς την Επιτροπή Προϋπολογισμών.