Οδηγία 2001/59/ΕΚ της Επιτροπής της 6ης Αυγούστου 2001 σχετικά με την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο, για εικοστή όγδοη φορά, της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν στην ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων ουσιών (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 225 της 21/08/2001 σ. 0001 - 0333
Οδηγία 2001/59/ΕΚ της Επιτροπής της 6ης Αυγούστου 2001 σχετικά με την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο, για εικοστή όγδοη φορά, της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν στην ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων ουσιών (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την οδηγία 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν στην ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικινδύνων ουσιών(1), όπως τροποποίηθηκε τελευταία από την οδηγία 2000/33/ΕΚ της Επιτροπής(2), και ιδίως το άρθρο 28, Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Το παράρτημα I της οδηγίας 67/548/EΟΚ περιλαμβάνει κατάλογο επικινδύνων ουσιών, καθώς και λεπτομέρειες για την ταξινόμηση και την επισήμανση εκάστης των ουσιών αυτών. Λόγω των σύγχρονων επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων επιβάλλεται να προσαρμοστεί στην τεχνική πρόοδο ο κατάλογος των επικινδύνων ουσιών που περιλαμβάνεται στο ως άνω παράρτημα. Ειδικότερα οι πίνακες Α και Β στον πρόλογο του παραρτήματος Ι επιβάλλεται να περιλάβουν και την ονοματολογία στα φινλανδικά και τα σουηδικά. Ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας χρήζουν τεχνικών διορθώσεων σε συγκεκριμένα τμήματα του προλόγου του παραρτήματος Ι. Κρίνεται σκόπιμο ο πρόλογος του παραρτήματος Ι να δημοσιευθεί υπό ενημερωμένη και αναδιατυπωμένη μορφή. Επιπλέον είναι απαραίτητο να ενημερωθεί ο κατάλογος ώστε να περιλάβει τις άρτι κοινοποιηθείσες και τις επιπλέον υπάρχουσες ουσίες, ενώ παράλληλα πρέπει να τροποποιηθούν η ταυτότητα, η ονοματολογία, η ταξινόμηση, η επισήμανση ή/και τα όρια συγκέντρωσης για ορισμένες από τις ουσίες σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες τεχνικές γνώσεις και να διαγραφούν από τον κατάλογο τρεις εξ αυτών που καλύπτονται από άλλες καταχωρήσεις. (2) Το παράρτημα IΙ της οδηγίας 67/548/EΟΚ περιλαμβάνει κατάλογο συμβόλων και ενδείξεων κινδύνου για επικίνδυνες ουσίες και παρασκευάσματα. Το παράρτημα III της οδηγίας 67/548/EΟΚ περιλαμβάνει κατάλογο των φράσεων που αναφέρουν τη φύση των ειδικών κινδύνων που σχετίζονται με επικίνδυνες ουσίες και παρασκευάσματα. Το παράρτημα IV της οδηγίας 67/548/EΟΚ περιλαμβάνει κατάλογο των φράσεων που αναφέρονται στις οδηγίες ασφαλείας σχετικά με επικίνδυνες ουσίες και παρασκευάσματα. Τα παραρτήματα II, III και IV θα πρέπει να περιλάβουν τις αντίστοιχες φινλανδικές και σουηδικές αποδόσεις. Ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας χρήζουν τεχνικών διορθώσεων σε συγκεκριμένα τμήματα των παραρτημάτων II, III και IV. Κρίνεται σκόπιμο να δημοσιευθούν τα παραρτήματα II, III και IV υπό ενημερωμένη και αναδιατυπωμένη μορφή. (3) Το άρθρο 1 της οδηγίας 1999/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(3), επέτρεψε στη Σουηδία να απαιτεί τη χρήση της φράσης R340 αντί της φράσης R40 από την 1η Ιανουαρίου 1999 και ως τις 31 Δεκεμβρίου 2000, μολονότι αυτή δεν αναφέρεται στο παράρτημα III, για τις ουσίες που έχουν ταξινομηθεί ως καρκινογόνα, στην κατηγορία 3. Οι εμπειρογνώμονες των κρατών μελών συμφώνησαν να αναθεωρήσουν το κείμενο της φράσης R40 που αναφέρεται στις καρκινογόνες ουσίες της κατηγορίας 3. Μία νέα φράση R με στοιχεία R68 θα προστεθεί στο παράρτημα III, περιέχοντας το αρχικό κείμενο της φράσης R40 για την ταξινόμηση και την επισήμανση των μεταλλαξιγόνων ουσιών της κατηγορίας 3 και των επικινδύνων ουσιών που αναφέρονται στο παράρτημα I. Οι αναφορές σχετικά με την ταξινόμηση, την επισήμανση και τα όρια συγκέντρωσης του παραρτήματος I που περιλαμβάνουν τη φράση R40 επιβάλλεται κατά συνέπεια να αναθεωρηθούν για ανάλογες μεταλλαξιγόνες κατηγορίας 3 και επιβλαβείς ουσίες. (4) Το παράρτημα V της οδηγίας 67/548/EΟΚ καθορίζει τις μεθόδους προσδιορισμού των φυσικοχημικών ιδιοτήτων, της τοξικότητας και της οικοτοξικότητας των ουσιών και των παρασκευασμάτων. Είναι απαραίτητο να προσαρμοστεί το παράρτημα αυτό στην τεχνική πρόοδο. Κρίνεται σκόπιμο να ελαχιστοποιηθεί ο αριθμός των πειραματόζωων σύμφωνα με την οδηγία 86/609/ΕΟΚ του Συμβουλίου(4), και, ως εκ τούτου, επιβάλλεται να διαγραφεί το κεφάλαιο Β.1, δεδομένου ότι υφίστανται εναλλακτικές μέθοδοι που επιτρέπουν τη χρήση μικρότερου αριθμού πειραματόζωων. Επιβάλλεται να αποδοθεί η δέουσα σημασία στις μεθόδους που αναγνωρίζουν και συνιστούν οι αρμόδιοι διεθνείς οργανισμοί. Παράλληλα επιβάλλεται να αναθεωρηθούν δεόντως οι αναφερόμενες στα κεφάλαια Β.26 και Β.27 μέθοδοι ελέγχου της υποχρόνιας τοξικότητας από το στόμα καθώς και να προστεθούν στο παράρτημα V τα σχετικά με την περιβαλλοντική τοξικότητα κεφάλαια Γ.14 έως Γ.20. Ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις χρήζουν τεχνικών διορθώσεων σε συγκεκριμένα τμήματα του παραρτήματος V. (5) Το παράρτημα VI της οδηγίας 67/548/EΟΚ περιλαμβάνει οδηγό για την ταξινόμηση και την επισήμανση των επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων. Είναι απαραίτητο να προσαρμοστεί το παράρτημα αυτό στην τεχνική πρόοδο. Ορισμένες γλωσσικές μορφές χρήζουν τεχνικών διορθώσεων σε συγκεκριμένα τμήματα του παραρτήματος VI. Πρέπει να δημοσιευθούν ορισμένα τμήματα στα φινλανδικά και τα σουηδικά. Κρίνεται σκόπιμο να εκδοθεί το παράρτημα VI υπό ενημερωμένη και αναθεωρημένη μορφή που να περιλαμβάνει αναφορά στην οδηγία 1999/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31 Μαΐου 1999, σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών για την ταξινόμηση, τη συσκευασία και τη επισήμανση των επικινδύνων παρασκευασμάτων(5). (6) Σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 67/548/EΟΚ, οιαδήποτε νέα ουσία διακινείται στην αγορά θα πρέπει να γνωστοποιείται στις αρμόδιες αρχές των αρχών μελών με γνωστοποίηση η οποία να περιλαμβάνει πληροφορίες και τεχνικό φάκελο. Για τις νέες ουσίες που διατίθενται υπό αυστηρό έλεγχο και στη συνέχεια αναλώνονται στο πλαίσιο χημικών αντιδράσεων (ήτοι ενδιάμεσα προϊόντα με περιορισμένη έκθεση), θεωρείται τεχνικώς δικαιολογημένο και σκόπιμο να καθοριστεί περιορισμένη δέσμη δοκιμών (RTP). Οι τρέχουσες τεχνικές πρόοδοι επιτρέπουν να ελαχιστοποιηθεί η έκθεση ανθρώπων και περιβάλλοντος μέσω της αυστηρής απομόνωσης της όλης διαδικασίας. (7) Ο τεχνικός φάκελος επιβάλλεται να περιλαμβάνει δέσμη δοκιμών για τα ενδιάμεσα προϊόντα περιορισμένης έκθεσης παρέχοντας τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να καθίσταται δυνατή η αξιολόγηση των προβλεπόμενων κινδύνων για τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Το παράρτημα VII πρέπει να ορίζει το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τεχνικού φακέλου ενώ το παράρτημα VIII επιβάλλεται να περιλαμβάνει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις πρόσθετες δοκιμές και μελέτες που ενδεχομένως απαιτούνται για όσα ενδιάμεσα προϊόντα περιορισμένης έκθεσης διακινούνται στην αγορά σε μεγαλύτερες ποσότητες. (8) Τα κριτήρια για τη γνωστοποίηση των ενδιαμέσων προϊόντων με περιορισμένη έκθεση ενδέχεται να αναθεωρηθούν με γνώμονα την τεχνική πρόοδο και την πείρα από τις γνωστοποιήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με τις νέες ειδικές απαιτήσεις που καθορίζει η παρούσα οδηγία. (9) Τα μέτρα που προβλέπει η παρούσα οδηγία είναι σύμφωνα με την γνώμη της επιτροπής για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο των οδηγιών που σχετίζονται με την εξάλειψη των τεχνικών φραγμών στο εμπόριο επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Η οδηγία 67/548/EΟΚ τροποποιείται ως εξής: 1. Το παράρτημα I τροποποιείται ως εξής: α) Οι πίνακες Α και Β του προλόγου του παραρτήματος Ι περιλαμβάνουν τη φινλανδική και σουηδική ονοματολογία. Ορισμένες από τις γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας περιλαμβάνουν εφεξής τεχνικές διορθώσεις σε συγκεκριμένα τμήματα του προλόγου και των πινάκων Α και Β. Το παράρτημα 1A της παρούσας οδηγίας αντικαθιστά τον πρόλογο συμπεριλαμβανομένων των πινάκων A και B. β) Οι καταχωρήσεις στο παράρτημα 1B της παρούσας οδηγίας αντικαθιστούν τις αντίστοιχες καταχωρήσεις. γ) Οι καταχωρήσεις του παραρτήματος 1Γ της παρούσας οδηγίας ενσωματώνονται στο κείμενο. δ) Οι καταχωρήσεις του παραρτήματος 1Δ της παρούσας οδηγίας διαγράφονται. ε) Οι καταχωρήσεις που αναφέρονται στο παράρτημα 1E της παρούσας οδηγίας τροποποιούνται αντικαθιστώντας τις αναφορές ταξινόμησης "Muta. Cat. 3, R40" με τις αναφορές "Muta Cat. 3, R68" και αντικαθιστώντας τις αναφορές επισήμανσης R40 με την αναφορά επισήμανσης R68. στ) Οι καταχωρήσεις που αναφέρονται στο παράρτημα 1ΣΤ της παρούσας οδηγίας τροποποιούνται αντικαθιστώντας τις αναφορές ταξινόμησης "Xn· R40" με την αναφορά ταξινόμησης "Xn· R68" και αντικαθιστώντας τις αναφορές επισήμανσης R40 με την αναφορά επισήμανσης R68. ζ) Η καταχώρηση που αναφέρεται στο παράρτημα 1Ζ της παρούσας οδηγίας τροποποιείται αντικαθιστώντας τις αναφορές ορίων συγκέντρωσης "Xn· R40/20/21/22" με τις αναφορές "Xn· R68/20/21/22". η) Η καταχώρηση που αναφέρεται στο παράρτημα 1H της παρούσας οδηγίας τροποποιείται αντικαθιστώντας τις αναφορές ορίων συγκέντρωσης "Xn· R20/21/22-40/20/21/22" με τις αναφορές "Xn· R20/21/22-68/20/21/22". θ) Οι καταχωρήσεις που αναφέρονται στο παράρτημα 1Θ της παρούσας οδηγίας τροποποιούνται αντικαθιστώντας τις αναφορές ταξινόμησης "Μεταλλαξ. Κατ. 3· R 40" με την αναφορά ταξινόμησης "Μεταλλαξ. Κατ. 3· R68." ι) Οι καταχωρήσεις που αναφέρονται στο παράρτημα 1Ι της παρούσας οδηγίας τροποποιούνται αντικαθιστώντας τις αναφορές ταξινόμησης "Μεταλλαξ. Κατ. 3· R 40" με την αναφορά ταξινόμησης "Μεταλλαξ. Κατ. 3· R68" και προσθέτοντας στην ετικέτα την αναφορά R68. 2. Το παράρτημα II περιλαμβάνει εφεξής τις σουηδικές και φινλανδικές αποδόσης καθώς και τεχνικού χαρακτήρα διορθώσεις για ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις. Ως εκ τούτου το παράρτημα II αντικαθίσταται από το παράρτημα 2 της παρούσας οδηγίας. 3. Το παράρτημα III περιλαμβάνει εφεξής τις σουηδικές και φινλανδικές αποδόσεις καθώς και ορισμένες τεχνικού χαρακτήρα διορθώσεις για ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις. Κατά συνέπεια το παράρτημα 3 της παρούσας οδηγίας αντικαθιστά το παράρτημα III. 4. Το παράρτημα IV περιλαμβάνει εφεξής τις σουηδικές και φινλανδικές αποδόσεις καθώς και ορισμένες τεχνικού χαρακτήρα διορθώσεις για ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις. Κατά συνέπεια το παράρτημα 4 της παρούσας οδηγίας αντικαθιστά το παράρτημα IV. 5. Το παράρτημα V τροποποιείται ως εξής: α) Το κεφάλαιο B.1 διαγράφεται. β) Ο τίτλος του κεφαλαίου B13/14 αντικαθίσταται στην αγγλική απόδοση από το κείμενο του παραρτήματος 5A. γ) Η τελευταία φράση της παραγράφου 1.4.2.2 του κεφαλαίου B.39 αντικαθίσταται στη γαλλική απόδοση από το κείμενο του παραρτήματος 5B. δ) Η εξίσωση στην τελευταία πρόταση του τμήματος 1.7.1.6 του κεφαλαίου B.41 αντικαθίσταται στην αγγλική απόδοση από το κείμενο του παραρτήματος 5Γ. ε) Η μέθοδος για τις δοκιμές υποχρόνιας από το στόμα τοξικότητας στα τρωκτικά τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα 5Δ της παρούσας οδηγίας που αντικαθιστά το κεφάλαιο B.26. στ) Η μέθοδος για τις δοκιμές υποχρόνιας από το στόμα τοξικότητας στα μη τρωκτικά τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα 5Ε της παρούσας οδηγίας που αντικαθιστά το κεφάλαιο B.27. ζ) Οι επτά νέες μέθοδοι για τον πειραματικό έλεγχο της οικοτοξικότητας στο παράρτημα 5ΣΤ της παρούσας οδηγίας περιλαμβάνονται στο μέρος Γ. 6. Το παράρτημα VI περιλαμβάνει εφεξής τις σουηδικές και φινλανδικές αποδόσεις, τεχνικού χαρακτήρα διορθώσεις για ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις καθώς και περαιτέρω λεπτομερείς τεχνικές ενημερώσεις. Κατά συνέπεια το παράρτημα 6 της παρούσας οδηγίας αντικαθιστά το παράρτημα VI. 7. Το παράρτημα VII.A περιλαμβάνει εφεξής τεχνικό φάκελο που περιέχει δέσμη πειραματικών δοκιμών για τα ενδιάμεσα προϊόντα περιορισμένης έκθεσης και παρέχει τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την αξιολόγηση κάθε προβλέψιμου κινδύνου για τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Κατά συνέπεια το παράρτημα VII.A τροποποιείται ως εξής: α) Το κείμενο του παραρτήματος 7A της παρούσας oδηγίας εντάσσεται στο κείμενο πριν το τμήμα 0 του παραρτήματος VII.A β) Το κείμενο του παραρτήματος 7B της παρούσας οδηγίας προστίθεται στο τέλος του παραρτήματος VII.A. 8. Το παράρτημα VIII περιλαμβάνει εφεξής τις πρόσθετες πειραματικές δοκιμές και μελέτες που ενδεχομένως απαιτούνται για τα ενδιάμεσα προϊόντα περιορισμένης έκθεσης που διακινούνται στην αγορά σε μεγαλύτερες ποσότητες. Κατά συνέπεια το παράρτημα VIII τροποποιείται ως εξής: α) Το κείμενο στο παράρτημα 8A της παρούσας οδηγίας παρεμβάλλεται ανάμεσα στο "Επίπεδο 1" και τις "Φυσικοχημικές μελέτες" του παραρτήματος VIII. β) Το κείμενο στο παράρτημα 8Β της παρούσας οδηγίας παρεμβάλλεται ανάμεσα στο "Επίπεδο 2" και τις "Τοξικολογικές μελέτες" του παραρτήματος VIII. Άρθρο 2 1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες προκειμένου να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο έως τις 30 Ιουλίου 2002. Ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά. 2. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1: α) από τις 30 Ιουλίου 2002 για τις επικίνδυνες ουσίες· β) από τις 30 Ιουλίου 2002 για τα παρασκευάσματα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/414/EOK(6) ή της οδηγίας 98/8/ΕΚ(7) του Συμβουλίου· γ) από τις 30 Ιουλίου 2004 για τα παρασκευάσματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/414/EOK ή της οδηγίας 98/8/ΕΚ. Ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αντιστοίχως θεσπιζόμενες διατάξεις να περιέχουν ή να συνοδεύονται κατά την επίσημη δημοσίευσή τους από παραπομπή στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τη μορφή της ως άνω αναφοράς. 3. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις κύριες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που εγκρίνουν στον τομέα που καλύπτει η παρούσα οδηγία και συσχετιστικό πίνακα μεταξύ της παρούσας οδηγίας και των εγκρινόμενων εθνικών διατάξεων. Άρθρο 3 Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Άρθρο 4 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, 6 Αυγούστου 2001. Για την Επιτροπή Margot Wallström Μέλος της Επιτροπής (1) ΕΕ 196 της 16.8.1967, σ. 1. (2) ΕΕ L 136 της 8.6.2000, σ. 90. (3) ΕΕ L 199 της 30.7.1999, σ. 57. (4) ΕΕ L 358 της 18.12.1986, σ. 1. (5) ΕΕ L 200 της 30.7.1999, σ. 1. (6) ΕΕ L της 230 της 19.8.1991, σ. 1. (7) ΕΕ L 123 της 24.4.1998, σ. 1. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1A ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Ι Εισαγωγή Το παράρτημα Ι είναι κατάλογος των επικινδύνων ουσιών για τις οποίες υπάρχει εναρμονισμένη ταξινόμηση και επισήμανση συμφωνημένη σε κοινοτικό επίπεδο, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας. Αρίθμηση των καταχωρήσεων Οι καταχωρήσεις στο παράρτημα Ι καταχωρούνται ανάλογα με τον ατομικό αριθμό του πιο χαρακτηριστικού για τις ιδιότητες της ουσίας στοιχείου. Στον πίνακα Α παρουσιάζεται κατάλογος χημικών στοιχείων, ταξινομημένων ανάλογα με το ατομικό τους βάρος. Οι οργανικές ουσίες λόγω της ποικιλίας τους έχουν τοποθετηθεί στις συνήθεις τάξεις, όπως φαίνεται στον πίνακα Β. Ο αριθμός καταλόγου κάθε ουσίας έχει τη μορφή ψηφιακής ακολουθίας του τύπου ABC-RST-VW-Y, όπου: - ABC είναι είτε ο ατομικός αριθμός του πιο χαρακτηριστικού χημικού στοιχείου (προηγούνται ένα ή δύο μηδενικά για τη συμπλήρωση της ακολουθίας) είτε ο αριθμός της συνήθους τάξεως των οργανικών ουσιών, - RST είναι ο αύξων αριθμός της ουσίας στη σειρά ABC, - VW υποδηλώνει τη μορφή με την οποία η ουσία παράγεται ή διατίθεται στην αγορά, - Y το ψηφίο ελέγχου που υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο ISBN (International Standard Book Number). Για παράδειγμα, ο αριθμός καταλόγου για το χλωρικό νάτριο είναι 017-005-00-9. Για τις επικίνδυνες ουσίες του ευρωπαϊκού καταλόγου χημικών ουσιών του εμπορίου (European Inventory of Existing Commercial Chemical Substance-Einecs) (ΕΕ C 146 A της 15.6.1990) περιλαμβάνεται ο αριθμός του Einecs. Ο αριθμός αυτός είναι ένας επταψήφιος αριθμός του τύπου XXX-XXX-X με πρώτο αριθμό το 200-001-8. Για επικίνδυνες ουσίες που γνωστοποιούνται βάσει των διατάξεων της οδηγίας αυτής, περιλαμβάνεται ο αριθμός της ουσίας στον ευρωπαϊκό πίνακα κοινοποιημένων χημικών ουσιών (European List of Notified Substance - Elincs). Ο αριθμός αυτός είναι ένας επταψήφιος αριθμός του τύπου XXX-XXX-X με πρώτο αριθμό το 400-010-9. Για τις επικίνδυνες ουσίες του πίνακα "No-longer-polymers" (Έγγραφο, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 1997. ISBN 92-827-8995-0) περιλαμβάνεται ο αριθμός για τα "No-longer-polymer". Ο αριθμός αυτός είναι ένας επταψήφιος αριθμός του τύπου XXX-XXX-X με πρώτο αριθμό το 500-001-0. Ο αριθμός Chemical Abstracts Service (CAS) αναγράφεται επίσης για να υποβοηθείται η ανεύρεση της καταχώρησης. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο αριθμός Einecs περιλαμβάνει τόσο τις άνυδρες όσο και τις ένυδρες μορφές μιας ουσίας, συχνά δε υπάρχουν διαφορετικοί αριθμοί CAS για αυτές τις άνυδρες και ένυδρες μορφές. Ο αναγραφόμενος αριθμός CAS αναφέρεται μόνο στην άνυδρη μορφή και επομένως ο αναγραφόμενος αριθμός CAS δεν περιγράφει πάντα την ουσία της καταχώρησης με όση ακρίβεια γίνεται αυτό με τον αριθμό Einecs. Αριθμοί Einecs, Elincs, "No-longer-polymer" ή CAS συνήθως δεν υπάρχουν για καταχωρήσεις που περιλαμβάνουν περισσότερες από τέσσερις μεμονωμένες ουσίες. Ονοματολογία Όπου αυτό είναι δυνατό, οι επικίνδυνες ουσίες χαρακτηρίζονται με τα ονόματά τους του Einecs, Elincs ή "No-longer-polymer". Αλλες ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στο Einecs, Elincs ή στον πίνακα "No-longer-polymers" χαρακτηρίζονται με μια χημική ονομασία διεθνώς αναγνωρισμένη (π.χ. του ISO, της IUPAC). Σε ορισμένες περιστάσεις προστίθεται και μια κοινή ονομασία. Προσμείξεις, πρόσθετα και επουσιώδη συστατικά συνήθως δεν αναφέρονται εκτός αν συμβάλλουν σημαντικά στην ταξινόμηση της ουσίας. Ορισμένες ουσίες περιγράφονται ως μείγματα ουσιών Α και Β. Οι καταχωρήσεις αυτές αναφέρονται σε ένα συγκεκριμένο μείγμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου χρειάζεται να χαρακτηριστεί η ουσία που διατίθεται στην αγορά, αναγράφονται οι αναλογίες των κυρίων ουσιών του μείγματος. Ορισμένες ουσίες περιγράφονται με κάποιο συγκεκριμένο ποσοστό καθαρότητας %. Οι ουσίες που περιέχουν μεγαλύτερο ποσοστό ενεργού υλικού (π.χ. ένα οργανικό υπεροξείδιο) δεν περιλαμβάνονται στην καταχώρηση του παραρτήματος Ι και μπορεί να εμφανίζουν άλλες επικίνδυνες ιδιότητες (π.χ. εκρηκτικά). Οπου εμφανίζονται ειδικά όρια συγκέντρωσης, αυτά ισχύουν για την ουσία ή τις ουσίες που αναγράφονται στην καταχώρηση. Ιδιαίτερα, όταν πρόκειται για μείγματα ουσιών ή ουσιών που εμφανίζονται με κάποιο ειδικό ποσοστό καθαρότητας %, τα όρια αφορούν την ουσία όπως περιγράφεται στο παράρτημα Ι και όχι την καθαρή ουσία. Στο άρθρο 23 παράγραφος 2 στοιχείο α) ζητείται, για τις ουσίες που εμφανίζονται στο παράρτημα Ι, η ονομασία της εκάστοτε ουσίας που αναγράφεται στην ετικέτα να είναι κάποια από τις ονομασίες που δίδονται στο παράρτημα. Για ορισμένες ουσίες, παρέχονται πρόσθετα στοιχεία μέσα σε αγκύλες ώστε να υποβοηθείται η ταυτοποίηση της ουσίας. Τα πρόσθετα αυτά στοιχεία δεν χρειάζεται να αναγράφονται στην ετικέτα. Σε ορισμένες καταχωρήσεις περιέχεται αναφορά σε προσμίξεις. Παράδειγμα ο αριθμός καταλόγου 607-190-00-X: ακρυλαμιδομεθοξυοξεικό μεθύλιο (περιέχει >= 0,1 % ακρυλαμίδιο). Στις περιπτώσεις αυτές η εντός παρενθέσεως αναφορά αποτελεί μέρος της ονομασίας και πρέπει να αναγράφεται στην ετικέτα. Ορισμένες καταχωρήσεις αναφέρονται σε ομάδες ουσιών. Παράδειγμα ο αριθμός καταλόγου 006-007-00-5: "υδροκυάνιο (άλατα του ...) με εξαίρεση τα σύμπλοκα κυανιούχα όπως σιδηροκυανιούχα, σιδηρικυανιούχα και οξυκυανιούχος υδράργυρος". Για ορισμένες ουσίες που καλύπτονται από τις εν λόγω καταχωρήσεις πρέπει να χρησιμοποιείται η ονομασία Εinecs ή άλλη διεθνώς αναγνωρισμένη ονομασία. Μορφή των καταχωρήσεων Για κάθε ουσία του παραρτήματος I δίδονται οι ακόλουθες πληροφορίες: α) η ταξινόμηση: i) η διαδικασία ταξινόμησης συνίσταται στην κατάταξη μιας ουσίας σε μια ή περισσότερες κατηγορίες κινδύνου [όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 της οδηγίας 92/32/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 154 της 5.6.1992, σ. 1)] και με τη χαρακτηριστική φράση κινδύνου ή φράσεις κινδύνου. Η ταξινόμηση έχει επιπτώσεις όχι μόνο στην επισήμανση αλλά και επίσης και σε άλλα νομοθετικά και κανονιστικά μέτρα που αφορούν τις επικίνδυνες ουσίες· ii) η ταξινόμηση για κάθε κατηγορία κινδύνων κανονικά παρουσιάζεται υπό μορφή συντμήσεων που αντιπροσωπεύουν την κατηγορία κινδύνου μαζί με την κατάλληλη φράση ή φράσεις κινδύνου. Ωστόσο, σε μερικές περιπτώσεις (όπως ουσίες ταξινομημένες ως εύφλεκτες, ευαισθητοποιητικές και ορισμένες ουσίες ταξινομημένες ως επικίνδυνες για το περιβάλλον) η φράση κινδύνου χρησιμοποιείται μόνη της· iii) η σύντμηση για κάθε μία από τις κατηγορίες κινδύνου δίδεται παρακάτω: - εκρηκτικό: E - οξειδωτικό: O - εξαιρετικά εύφλεκτο: F+ - πολύ εύφλεκτο: F - εύφλεκτο: R10 - πολύ τοξικό: T+ - τοξικό: T - επιβλαβές: Xn - διαβρωτικό: C - ερεθιστικό: Xi - ευαισθητοποιητικό: R42 ή/και R43 - καρκινογόνο: Carc. Cat.(1) - μεταλλαξιγόνο: Muta. Cat.(2) - τοξικό στην αναπαραγωγή: Repr. Cat.(3) - επικίνδυνο για το περιβάλλον: N ή/και R52, R53, R59· iv) αναγράφονται επίσης πρόσθετες φράσεις κινδύνου για να περιγράψουν άλλες ιδιότητες (βλέπε μέρη 2.2.6 και 3.2.8 του οδηγού επισήμανσης), αν και δεν αποτελούν τυπικά μέρος της ταξινόμησης. β) η ετικέτα περιλαμβάνει: i) το γράμμα που αποδίδεται στην ουσία σύμφωνα με το παράρτημα II [βλέπε άρθρο 23 παράγραφος 2 στοιχείο γ)]. Το γράμμα αυτό λαμβάνεται ως σύντμηση του συμβόλου και ως ένδειξη κινδύνου (όπου χρειάζεται)· ii) τις φράσεις κινδύνου, υπό μορφή σειράς αριθμών των οποίων προηγείται το γράμμα R το οποίο αφορά τη φύση του ειδικού κινδύνου, σε συμφωνία με το παράρτημα III [βλέπε άρθρο 23 παράγραφος 2 στοιχεία δ)]. Οι αριθμοί χωρίζονται ο ένας από τον άλλον είτε: - με μια παύλα (-) για να υποδηλώνονται χωριστοί χαρακτηρισμοί σχετικά με τους ειδικούς κινδύνους (R), ή - με μια λοξή κάθετο (/) για να αποδοθεί κάποιος συνδυασμένος χαρακτηρισμός, σε ενιαία φράση, των ειδικών κινδύνων όπως προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙΙ· iii) τις φράσεις ασφαλείας υπό μορφή σειράς αριθμών των οποίων προηγείται το γράμμα S με το οποίο επισημαίνονται οι συνιστώμενες οδηγίες προφύλαξης, σε συμφωνία με το παράρτημα IV [βλέπε άρθρο 23 παράγραφος 2 στοιχείο ε)]. Και πάλι οι αριθμοί χωρίζονται ο ένας από τον άλλον ή με παύλα ή με λοξή κάθετο. Η σημασία των συνιστωμένων οδηγιών προφύλαξης δίδεται στο παράρτημα IV. Οι εμφανιζόμενες φράσεις ασφαλείας αφορούν μόνο τις ουσίες. Για παρασκευάσματα, οι φράσεις επιλέγονται ανάλογα με τους συνήθεις κανόνες. Σημειώνεται εδώ ότι για ορισμένες επικίνδυνες ουσίες και παρασκευάσματα που διατίθενται στο ευρύ κοινό ορισμένες φράσεις S είναι υποχρεωτικές. Οι S1, S2 και S45 είναι υποχρεωτικές για όλες τις πολύ τοξικές, τις τοξικές και τις διαβρωτικές ουσίες και τα παρασκευάσματα που διατίθενται στο ευρύ κοινό. Οι S2 και S46 είναι υποχρεωτικές για όλες τις άλλες επικίνδυνες ουσίες και τα παρασκευάσματα που διατίθενται στο ευρύ κοινό πλην εκείνων που έχουν ταξινομηθεί μόνο ως επικίνδυνες για το περιβάλλον. Οι φράσεις ασφαλείας S1 και S2 εμφανίζονται σε παρενθέσεις στο παράρτημα Ι και μπορούν να παραλειφθούν από την ετικέτα μόνο όταν η ουσία ή το παρασκεύασμα διατίθεται αποκλειστικά για βιομηχανική χρήση· γ) τα όρια συγκέντρωσης και συναφείς ταξινομήσεις απαραίτητες για την ταξινόμηση επικινδύνων παρασκευασμάτων που περιέχουν την ουσία, σε συμφωνία με την οδηγία 1999/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 200 της 30.7.1999, σ. 1). Τα όρια της συγκέντρωσης, εκτός αν αναφέρεται άλλο τι, είναι επί τοις εκατό ποσοστό κατά βάρος ουσίας ως προς το συνολικό βάρος του παρασκευάσματος. Όπου δεν δίδονται όρια συγκέντρωσης, τα όρια συγκέντρωσης που χρησιμοποιούνται κατά την εφαρμογή της συμβατικής μεθόδου αξιολόγησης των κινδύνων επί της υγείας, είναι εκείνα που εμφανίζονται στο παράρτημα ΙΙ, για την δε εφαρμογή της συμβατικής μεθόδου αξιολόγησης περιβαλλοντικών κινδύνων είναι εκείνα του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. Γενικές επεξηγηματικές σημειώσεις Ομάδες ουσιών Στο παράρτημα Ι περιλαμβάνονται ορισμένες καταχωρήσεις για ομάδες ουσιών. Στις περιπτώσεις αυτές, οι απαιτήσεις ταξινόμησης και επισήμανσης αφορούν όλες τις ουσίες τις καλυπτόμενες από την περιγραφή, εφόσον διατίθενται στην αγορά, κατά το μέτρο που αναφέρονται στους πίνακες Einecs ή Elincs. Στην περίπτωση που μια ουσία η οποία καλύπτεται από καταχώρηση ομάδας ουσιών εμφανίζεται ως πρόσμειξη μιας άλλης ουσίας, οι απαιτήσεις ταξινόμησης και επισήμανσης που περιγράφονται στην καταχώρηση της ομάδας ουσιών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επισήμανση της ουσίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχουν απαιτήσεις ταξινόμησης και επισήμανσης για ορισμένες ουσίες που μπορούν να καλύπτονται από την καταχώρηση ομάδας ουσιών. Στις περιπτώσεις αυτές μια ειδική καταχώρηση του παραρτήματος Ι θα δίδεται για την ουσία ενώ στην καταχώρηση ομάδας θα προστίθεται η φράση "except those specified elsewhere in this Annex - πλην όσων αναφέρονται σε άλλο σημείο του παραρτήματος". Σε άλλες περιπτώσεις, ορισμένες ουσίες μπορεί να καλύπτονται από περισσότερες της μιας καταχωρήσεις ομάδας. Ο οξαλικός μόλυβδος (Einecs No 212-413-5) για παράδειγμα καλύπτεται από την καταχώρηση για τις ενώσεις του μολύβδου (αριθ. καταλόγου 082-001-00-6) καθώς επίσης και από τα άλατα του οξαλικού οξέος (607-007-00-3). Στις περιπτώσεις αυτές, η επισήμανση της ουσίας αντικατοπτρίζει την επισήμανση της καθεμιάς από τις καταχωρήσεις ομάδας ουσιών. Στις περιπτώσεις που δίδονται διαφορετικές ταξινομήσεις για τον ίδιο κίνδυνο, χρησιμοποιείται στην ετικέτα της συγκεκριμένης ουσίας η πιο "αυστηρή" ταξινόμησή της (βλέπε τη σημείωση Α παρακάτω). Οι καταχωρήσεις του παραρτήματος Ι για τα άλατα (με οποιαδήποτε ονομασία) καλύπτουν τόσο τα άνυδρα όσο και τα ένυδρα άλατα εκτός αν αναφέρεται κάτι διαφορετικό. Ουσίες με αριθμό Elincs Στο παράρτημα Ι, οι ουσίες με αριθμό Elincs έχουν γνωστοποιηθεί βάσει των διατάξεων της παρούσας οδηγίας. Ο παραγωγός ή εισαγωγέας που δεν έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει τις ουσίες αυτές, πρέπει να ανατρέξει στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας αν προτίθεται να τις θέσει στο εμπόριο. Επεξήγηση των σημειώσεων που αναφέρονται στην ταυτοποίηση, ταξινόμηση και επισήμανση των ουσιών Σημείωση A: Η ονομασία της ουσίας πρέπει να εμφανίζεται στην ετικέτα με μια από τις ονομασίες που δίδονται στο παράρτημα I [βλέπε άρθρο 23 παράγραφος 2 στοιχείο α)]. Στο παράρτημα Ι, χρησιμοποιείται ορισμένες φορές μια γενική ονομασία όπως "... ενώσεις" ή "... άλατα". Στην περίπτωση αυτή, ο κατασκευαστής ή κάθε άλλο πρόσωπο που θέτει στο εμπόριο μια τέτοια ουσία ζητείται να αναγράφει στην ετικέτα την ορθή ονομασία, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το κεφάλαιο με τίτλο "Ονοματολογία" του προλόγου: Παράδειγμα: για το BeCl2 (αριθ. Einecs 232-116-4): χλωριούχο βηρύλιο. Στην οδηγία ζητείται επίσης τα σύμβολα, οι ενδείξεις κινδύνου, οι φράσεις R και S που χρησιμοποιούνται για κάθε ουσία να είναι αυτές που δίδονται στο παράρτημα I [(άρθρο 23 παράγραφος 2 στοιχεία γ), δ) και ε)]. Για τις ουσίες που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη ομάδα ουσιών περιλαμβανομένων στο παράρτημα Ι, τα σύμβολα, οι ενδείξεις κινδύνου, οι φράσεις R και S που χρησιμοποιούνται για κάθε ουσία πρέπει να είναι αυτές που δίδονται στην ενδεδειγμένη καταχώρηση του παραρτήματος Ι. Για ουσίες που ανήκουν σε περισσότερες από μία ομάδα ουσιών περιλαμβανομένων στο παράρτημα Ι, τα σύμβολα, οι ενδείξεις κινδύνου, οι φράσεις R και S που χρησιμοποιούνται για κάθε ουσία πρέπει να είναι αυτές που δίδονται και στις δυο σχετικές καταχωρήσεις του παραρτήματος Ι. Στις περιπτώσεις που δίδονται δύο διαφορετικές ταξινομήσεις σε δύο καταχωρήσεις για τον ίδιο κίνδυνο, χρησιμοποιείται η ταξινόμηση που αντιστοιχεί προς το μεγαλύτερο βαθμό κινδύνου. Παράδειγμα: για την ουσία AB - χωρίς ατομική καταχώρηση στο παράρτημα I: Καταχώρηση ομάδας ουσιών για ενώσεις του A, του παραρτήματος Ι: Repr. Cat. 1, R61 Repr. Cat. 3, R62 Xn, R20/22 R33 N, R50-53 Καταχώρηση ομάδας ουσιών για ενώσεις του Β, του παραρτήματος Ι: Carc. Cat.1, R45 T, R23/25 N, R51-53 Η κατάταξη της ουσίας ΑΒ έτσι διαμορφώνεται ως εξής: Carc. Cat. 1, R45 Repr. Cat. 1, R61 Repr. Cat. 3, R62 T, R23/25 R33 N, R50-53. Σημείωση B: Ορισμένες ουσίες (οξέα, βάσεις κ.λπ.) διατίθενται στην αγορά σε υδατικά διαλύματα διαφόρων συγκεντρώσεων και επομένως τα εν λόγω διαλύματα χρειάζονται διαφορετική επισήμανση αφού οι κίνδυνοι ποικίλουν ανάλογα με τις συγκεντρώσεις. Οι καταχωρήσεις του παραρτήματος Ι με σημείωση Β έχουν μια γενική ονομασία της ακόλουθης μορφής: "νιτρικό οξύ ...%". Στην περίπτωση αυτή ο κατασκευαστής ή κάθε άλλο πρόσωπο που διαθέτει στην αγορά μια τέτοια ουσία σε υδατικό διάλυμα πρέπει να αναφέρει την επί τοις εκατό συγκέντρωση του διαλύματος πάνω στην ετικέτα. Παράδειγμα: νιτρικό οξύ 45 %. Αν δεν αναφέρεται κάτι διαφορετικό, υποτίθεται ότι η επί τοις εκατό συγκέντρωση υπολογίζεται σε βάρος/βάρος. Η χρησιμοποίηση προσθέτων στοιχείων (π.χ. πυκνότητα, βαθμοί Baume) ή περιγραφικές φράσεις (π.χ. ατμίζον ή παγόμορφο) επιτρέπεται. Σημείωση Γ: Ορισμένες οργανικές ουσίες μπορούν να τεθούν στο εμπόριο είτε με κάποια ειδική ισομερή μορφή είτε ως μείγμα διαφόρων ισομερών. Στο παράρτημα Ι, χρησιμοποιείται ορισμένες φορές μια γενική ονομασία του τύπου: "ξυλενόλη". Στην περίπτωση αυτή ο παραγωγός ή κάθε άλλο πρόσωπο που διαθέτει στην αγορά μια τέτοια ουσία πρέπει να αναγράφει στην ετικέτα αν η ουσία είναι κάποιο συγκεκριμένο ισομερές (α) ή είναι μείγμα ισομερών (β). Παράδειγμα: α) 2,4-διμεθυλοφαινόλη β) ξυλενόλη (μείγμα ισομερών). Σημείωση Δ: Ορισμένες ουσίες που υπόκεινται σε αυθόρμητο πολυμερισμό ή αποσύνθεση διατίθενται γενικά στην αγορά υπό σταθεροποιημένη μορφή. Στο παράρτημα Ι της οδηγίας καταχωρούνται υπό την εν λόγω μορφή. Ωστόσο, τέτοιες ουσίες μερικές φορές διατίθενται στην αγορά σε μη σταθεροποιημένη μορφή. Στην περίπτωση αυτή, ο παραγωγός ή κάθε άλλο πρόσωπο που διαθέτει στην αγορά την ουσία αυτή πρέπει να αναγράφει στην ετικέτα την ονομασία της ουσίας ακολουθούμενη από τις λέξεις "μη σταθεροποιημένη, non-stabilised". Παράδειγμα: μεθακρυλικό οξύ (μη σταθεροποιημένο). Σημείωση E: Ουσίες με ειδικές επιδράσεις επί της ανθρώπινης υγείας (βλέπε κεφάλαιο 4 του παραρτήματος VI) που έχουν ταξινομηθεί ως καρκινογόνες, μεταλλαξιγόνες ή/και τοξικές στην αναπαραγωγή στις κατηγορίες 1 ή 2, υπάγονται στη σημείωση Ε αν είναι επίσης ταξινομημένες ως πολύ τοξικές (T+), τοξικές (T) ή επιβλαβείς (Xn). Για τις ουσίες αυτές, οι φράσεις κινδύνου R20, R21, R22, R23, R24, R25, R26, R27, R28, R39, R68 (επιβλαβείς), R48 και R65 και όλοι οι συνδυασμοί αυτών των φράσεων κινδύνου έπονται της λέξης "Επίσης". Παραδείγματα: R45-23 "Μπορεί να προκαλέσει καρκίνο. Επίσης τοξική στην εισπνοή" R46-27/28 "Μπορεί να προκαλέσει κληρονομικές γενετικές βλάβες. Επίσης πολύ τοξική σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση κατάποσης". Σημείωση ΣΤ: Η ουσία αυτή μπορεί να περιέχει σταθεροποιητή. Αν ο σταθεροποιητής τροποποιεί τις επικίνδυνες ιδιότητες της ουσίας, όπως υποδεικνύονται από την ετικέτα του παραρτήματος Ι, πρέπει να τοποθετείται ετικέτα σύμφωνα με τους κανόνες επισήμανσης επικινδύνων παρασκευασμάτων. Σημείωση Ζ: Η ουσία αυτή μπορεί να τεθεί στην αγορά υπό μορφή εκρηκτικού, στην περίπτωση δε αυτή πρέπει να αξιολογείται χρησιμοποιώντας τις ενδεδειγμένες μεθόδους δοκιμής και να τοποθετείται ετικέτα που απεικονίζει τις εκρηκτικές ιδιότητές της. Σημείωση Η: Η ταξινόμηση και η ετικέτα της ουσίας αυτής αφορούν τις επικίνδυνες ιδιότητες που αναφέρονται στις φράσεις κινδύνου σε συνδυασμό με τις ενδεδειγμένες κατηγορίες κινδύνου. Οι απαιτήσεις του άρθρου 6 της οδηγίας για τους κατασκευαστές, πωλητές και εισαγωγείς της ουσίας αυτής ισχύουν και για κάθε άλλο ζήτημα ταξινόμησης και επισήμανσης. Η τελική ετικέτα πρέπει να ακολουθεί τις απαιτήσεις του μέρους 7 του παραρτήματος VI της οδηγίας. Η παρούσα σημείωση καλύπτει ορισμένες ουσίες παράγωγα του άνθρακα και του πετρελαίου και ορισμένες καταχωρήσεις ομάδων ουσιών στο παράρτημα Ι. Σημείωση Θ: Η ταξινόμηση ως καρκινογόνου μιας ουσίας δεν ισχύει αν μπορεί να αποδειχθεί ότι η ουσία περιέχει λιγότερο από 0,1 % w/w βενζόλιο (Einecs No 200-753-7). Η σημείωση αυτή καλύπτει μόνο ορισμένες ουσίες πολύπλοκα παράγωγα άνθρακα και πετρελαίου στο παράρτημα Ι. Σημείωση Ι: Η ταξινόμηση ως καρκινογόνου μιας ουσίας δεν ισχύει αν μπορεί να αποδειχθεί ότι η ουσία περιέχει λιγότερο από 0,1 % w/w 1,3-βουταδιενίου (Einecs No 203-450-8). Αν η ουσία δεν ταξινομείται ως καρκινογόνος, ισχύουν τουλάχιστον οι φράσεις S (2-)9-16. Η σημείωση αυτή ισχύει μόνο για ορισμένα πολύπλοκα παράγωγα πετρελαίου στο παράρτημα I. Σημείωση Κ: Η ταξινόμηση μιας ουσίας ως καρκινογόνου δεν ισχύει αν μπορεί να αποδειχθεί ότι η ουσία περιέχει λιγότερο από 3 % εκχύλισμα DMSO όπως μετράται με την IP 346. Η σημείωση αυτή καλύπτει μόνο ορισμένα πολύπλοκα παράγωγα πετρελαίου στο παράρτημα I. Σημείωση Λ: Η ταξινόμηση μιας ουσίας ως καρκινογόνου δεν ισχύει αν μπορεί να αποδειχθεί ότι η ουσία περιέχει λιγότερο από 0,005 % w/w βενζο[α]-πυρένιο (Einecs No 200-028-5). Η σημείωση αυτή καλύπτει μόνο ορισμένα πολύπλοκα παράγωγα του άνθρακα στο παράρτημα I. Σημείωση Μ: Η ταξινόμηση μιας ουσίας ως καρκινογόνου δεν ισχύει αν είναι γνωστή η πλήρης διαδρομή διύλισης και μπορεί να δειχθεί ότι η ουσία από την οποία προέρχεται δεν είναι καρκινογόνος. Η σημείωση αυτή καλύπτει μόνο ορισμένα πολύπλοκα παράγωγα πετρελαίου στο παράρτημα Ι. Σημείωση Ν: Η ταξινόμηση μιας ουσίας ως καρκινογόνου δεν ισχύει αν μπορεί να αποδειχθεί ότι η ουσία περιέχει λιγότερο από 0,1 % w/w βενζόλιο (Einecs No 200-753-7). Αν η ουσία ταξινομείται ως καρκινογόνος ισχύει επίσης η σημείωση Ε. Αν η ουσία δεν ταξινομείται ως καρκινογόνος ισχύουν τουλάχιστον οι φράσεις S (2-)23-24-62. Η σημείωση αυτή καλύπτει μόνο ορισμένα πολύπλοκα παράγωγα πετρελαίου στο παράρτημα Ι. Σημείωση Ξ: Η ταξινόμηση μιας ουσίας ως καρκινογόνου δεν ισχύει αν μπορεί να αποδειχθεί ότι η ουσία πληροί έναν από τους ακόλουθους όρους: - μια δοκιμασία βραχυπρόθεσμης βιοπαραμονής με εισπνοή έχει δείξει ότι ίνες μήκους άνω των 20 µm έχουν σταθμισμένο χρόνο ημιζωής μικρότερο από 10 ημέρες ή - μια δοκιμασία βραχυπρόθεσμης βιοπαραμονής με ενδοτραχειακή έγχυση έχει δείξει ότι ίνες μήκους άνω των 20 µm εμφανίζουν σταθμισμένο χρόνο ημιζωής μικρότερο των 40 ημερών ή - μια κατάλληλη ενδοπεριτονεακή δοκιμασία δεν εμφάνισε ενδείξεις υπερβολικής καρκινογένεσης ή - απουσία σχετικής παθογένεσης ή νεοπλασματικών μεταβολών σε μια κατάλληλη μακροπρόθεσμη δοκιμασία εισπνοής. Σημείωση Ο Η ταξινόμηση μιας ουσίας ως καρκινογόνου δεν ισχύει σε ίνες σταθμισμένου μήκους γεωμετρικής μέσης διαμέτρου μείον δύο τυπικών γεωμετρικών σφαλμάτων ανωτέρου των 6 µm. Σημείωση Π: Η ουσία αυτή μπορεί να μη χρειάζεται ετικέτα σύμφωνα με το άρθρο 23 (βλέπε μέρος 8 του παραρτήματος VI). Επεξηγήσεις των σημειώσεων σχετικά με την επισήμανση των παρασκευασμάτων Η σημασία των σημειώσεων που εμφανίζεται δεξιά των ορίων συγκέντρωσης έχει ως εξής: Σημείωση 1: Η αναφερόμενη συγκέντρωση ή, εν απουσία τέτοιων συγκεντρώσεων, οι γενικές συγκεντρώσεις της οδηγίας 1999/45/ΕΚ είναι το επί τοις εκατό ποσοστό κατά βάρος του μεταλλικού στοιχείου υπολογιζομένου σε σχέση προς το συνολικό βάρος του παρασκευάσματος. Σημείωση 2: Η αναφερόμενη συγκέντρωση του ισοκυανιούχου είναι το επί τοις εκατό ποσοστό κατά βάρος του ελευθέρου μονομερούς υπολογιζομένου σε σχέση προς το συνολικό βάρος του παρασκευάσματος. Σημείωση 3: Η αναφερόμενη συγκέντρωση είναι το επί τοις εκατό ποσοστό κατά βάρος χρωμικών ιόντων εν διαλύσει στο νερό, υπολογιζομένων σε σχέση προς το συνολικό βάρος του παρασκευάσματος. Σημείωση 4: Παρασκευάσματα περιέχοντα τις ουσίες αυτές ταξινομούνται ως επιβλαβή με το R65, αν πληρούν τα κριτήρια του μέρους 3.2.3 του παραρτήματος VI. Σημείωση 5: Τα όρια συγκέντρωσης για τα αέρια παρασκευάσματα εκφράζονται σε επί τοις εκατό ποσοστό όγκου προς όγκο. Σημείωση 6: Παρασκευάσματα περιέχοντα τις ουσίες αυτές λαμβάνουν το χαρακτηρισμό R67 αν πληρούν τα κριτήρια του μέρους 3.2.8 του παραρτήματος VI. Η σημείωση αυτή δεν εφαρμόζεται από την ημερομηνία από την οποία ισχύουν τα κριτήρια για τη χρήση της R67 όπως καθορίζονται στην οδηγία 1999/45/ΕΚ. TABLA A/TABEL A/TABELLE A/ΠΙΝΑΚΑΣ A/TABLE A/TABLEAU A/TABELLA A/TABEL A/TABELA A/TABELL A/TAULUKKO A Lista de los elementos químicos clasificados por su número atómico (Z)/Liste over grundstoffer, ordnet efter deres atomvægt (Z)/Liste der chemischen Elemente, geordnet nach der Ordnungszahl (Z)/Κατάλογος χημικών στοιχείων ταξινομημένων σύμφωνα με τον ατομικό τους αριθμό (Ζ)/List of chemical elements listed according to their atomic number (Z)/Liste des éléments chimiques classés selon leur numéro atomique (Z)/Elenco degli elementi chimici ordinati secondo il loro numero atomico (Z)/Lijst van chemische elementen, gerangschikt naar atoomgewicht (Z)/Lista dos elementos químicos ordenados segundo o seu número atómico (Z)/Lista över grundämnen, ordnade efter deras atomnummer (Z)/Alkuaineiden luettelo järjestysluvun mukaan (Z) >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> TABLA B/TABEL B/TABELLE B/ΠΙΝΑΚΑΣ B/TABLE B/TABLEAU B/TABELLA B/TABEL B/TABELA B/TABELL B/TAULUKKO B Clasificación especial para las sustancias orgánicas/Særlig inddeling af organiske stoffer/Spezielle Anordnung für die organischen Stoffe/Ειδική ταξινόμηση των οργανικών ουσιών/Special classification for organic substances/Classification particulière aux substances organiques/Classificazione speciale per le sostanze organiche/Speciale indeling voor de organische stoffen/Classificação especial para as substâncias orgânicas/Särskild indelning av organiska ämnen/Erityisryhmät orgaanisille aineille >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> (1) Η κατηγορία καρκινογόνος, μεταλλαξιγόνος ή τοξική αναπραραγώγης (δηλαδή 1, 2 ή 3) αναγράφεται αντιστοίχως. (2) Η κατηγορία καρκινογόνος, μεταλλαξιγόνος ή τοξική αναπραραγώγης (δηλαδή 1, 2 ή 3) αναγράφεται αντιστοίχως. (3) Η κατηγορία καρκινογόνος, μεταλλαξιγόνος ή τοξική αναπραραγώγης (δηλαδή 1, 2 ή 3) αναγράφεται αντιστοίχως. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1Β >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1Γ >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1Δ Αριθ. καταλόγου 601-050-00-1 609-017-00-3 613-006-00-9 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1Ε Αριθ. καταλόγου 006-005-00-4 006-012-00-2 015-022-00-6 015-048-00-8 015-072-00-9 023-001-00-8 024-012-00-0 602-002-00-2 602-079-00-2 603-056-00-X 604-009-00-6 604-042-00-6 604-055-00-7 605-016-00-7 609-020-00-X 612-033-00-3 612-111-00-7 612-128-00-X 612-147-00-3 612-148-00-9 613-048-00-8 613-049-00-3 613-140-00-8 615-023-00-7 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1ΣΤ Αριθ. καταλόγου 048-003-00-6 048-004-00-1 048-005-00-7 048-007-00-8 602-025-00-8 603-029-00-2 603-066-00-4 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1Ζ Αριθ. καταλόγου 015-015-00-8 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1H Αριθ. καταλόγου 603-001-00-X ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1Θ Αριθ. καταλόγου 016-023-00-4 601-048-00-0 603-063-00-8 605-020-00-9 609-007-00-9 609-049-00-8 611-001-00-6 612-035-00-4 612-051-00-1 ΠΡΑΡΑΤΗΜΑ 1Ι Αριθ. καταλόγου 604-005-00-4 612-145-00-2 612-146-00-8 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 ANEXO II/BILAG II/ANHANG II/ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ/ANNEX II/ANNEXE II/ALLEGATO II/BIJLAGE II/ANEXO II/LIITE II/BILAGA II ANEXO II Símbolos e indicaciones de peligro de las sustancias y preparados peligrosos BILAG II Faresymboler og farebetegnelser for farlige stoffer og præparater ANHANG II Gefahrensymbole und -bezeichnungen für gefährliche Stoffe und Zubereitungen ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ Σύμβολα και ενδείξεις κινδύνου για επικίνδυνες ουσίες και παρασκευάσματα ANNEX II Symbols and indications of danger for dangerous substances and preparations ANNEXE II Symboles et indications de danger des substances et préparations dangereuses ALLEGATO II Simboli e indicazioni di pericolo delle sostanze e preparati pericolosi BIJLAGE II Gevaarsymbolen en -aanduidingen van gevaarlijke stoffen en preparaten ANEXO II Símbolos e indicações de perigo das substâncias e preparações perigosas LIITE II Varoitusmerkit ja niiden nimet vaarallisille aineille ja valmisteille BILAGA II Farosymboler och farobeteckningar för farliga ämnen och beredningar Nota: Las letras E, O, F, F+, T, T+, C, Xn, Xi y N no forman parte del símbolo. Bemærkning: Bogstaverne E, O, F, F+, T, T+, C, Xn, Xi og N udgør ikke en del af symbolet. Anmerkung: Die Buchstaben E, O, F, F+, T, T+, C, Xn, Xi und N sind nicht Bestandteil des Gefahrensymbols. Σημείωση: Τα γράμματα E, O, F, F+, T, T+, C, Xn, Xi και N δεν αποτελούν μέρος του συμβόλου. Note: The letters E, O, F, F+, T, T+, C, Xn, Xi and N do not form part of the symbol. Remarque: Les lettres E, O, F, F+, T, T+, C, Xn, Xi et N ne font pas partie du symbole. Nota: Le lettere E, O, F, F+, T, T+, C, Xn, Xi e N non fanno parte del simbolo. Opmerking: De letters E, O, F, F+, T, T+, C, Xn, Xi en N maken geen deel uit van het gevaarsymbool. Nota: As letras E, O, F, F+, T, T+, C, Xn, Xi e N não fazem parte do símbolo. Huomautus: Varoitusmerkkien kirjaintunnukset E, O, F, F+, T, T+, C, Xn, Xi ja N eivät ole osa varoitusmerkkiä. Anmärkning: Bokstäverna E, O, F, F+, T, T+, C, Xn, Xi och N utgör inte en del av symbolen. E >PIC FILE= "L_2001225EL.008101.TIF"> ES: Explosivo DA: Eksplosiv DE: Explosionsgefährlich EL: Εκρηκτικό EN: Explosive FR: Explosif IT: Esplosivo NL: Ontplofbaar PT: Explosivo FI: Räjähtävä SV: Explosivt O >PIC FILE= "L_2001225EL.008102.TIF"> ES: Comburente DA: Brandnærende DE: Brandfördernd EL: Οξειδωτικό EN: Oxidising FR: Comburant IT: Comburente NL: Oxiderend PT: Comburente FI: Hapettava SV: Oxiderande F >PIC FILE= "L_2001225EL.008201.TIF"> ES: Fácilmente inflamable DA: Meget brandfarlig DE: Leichtentzündlich EL: Πολύ εύφλεκτο EN: Highly flammable FR: Facilement inflammable IT: Facilmente infiammabile NL: Licht ontvlambaar PT: Facilmente inflamável FI: Helposti syttyvä SV: Mycket brandfarligt F+ >PIC FILE= "L_2001225EL.008202.TIF"> ES: Extremadamente inflamable DA: Yderst brandfarlig DE: Hochentzündlich EL: Εξαιρετικά εύφλεκτο EN: Extremely flammable FR: Extrêmement inflammable IT: Estremamente infiammabile NL: Zeer licht ontvlambaar PT: Extremamente inflamável FI: Erittäin helposti syttyvä SV: Extremt brandfarligt T >PIC FILE= "L_2001225EL.008203.TIF"> ES: Tóxico DA: Giftig DE: Giftig EL: Τοξικό EN: Toxic FR: Toxique IT: Tossico NL: Vergiftig PT: Tóxico FI: Myrkyllinen SV: Giftig T+ >PIC FILE= "L_2001225EL.008301.TIF"> ES: Muy tóxico DA: Meget giftig DE: Sehr giftig EL: Πολύ τοξικό EN: Very toxic FR: Très toxique IT: Molto tossico NL: Zeer vergiftig PT: Muito tóxico FI: Erittäin myrkyllinen SV: Mycket giftig C >PIC FILE= "L_2001225EL.008302.TIF"> ES: Corrosivo DA: Ætsende DE: Ätzend EL: Διαβρωτικό EN: Corrosive FR: Corrosif IT: Corrosivo NL: Bijtend PT: Corrosivo FI: Syövyttävä SV: Frätande Xn >PIC FILE= "L_2001225EL.008303.TIF"> ES: Nocivo DA: Sundhedsskadelig DE: Gesundheitsschädlich EL: Επιβλαβές EN: Harmful FR: Nocif IT: Nocivo NL: Schadelijk PT: Nocivo FI: Haitallinen SV: Hälsoskadlig Xi >PIC FILE= "L_2001225EL.008401.TIF"> ES: Irritante DA: Lokalirriterende DE: Reizend EL: Ερεθιστικό EN: Irritant FR: Irritant IT: Irritante NL: Irriterend PT: Irritante FI: Ärsyttävä SV: Irriterande N >PIC FILE= "L_2001225EL.008402.TIF"> ES: Peligroso para el medio ambiente DA: Miljøfarlig DE: Umweltgefährlich EL: Επικίνδυνο για το περιβάλλον EN: Dangerous for the environment FR: Dangereux pour l'environnement IT: Pericoloso per l'ambiente NL: Milieugevaarlijk PT: Perigoso para o ambiente FI: Ympäristölle vaarallinen SV: Miljöfarlig ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 ANEXO III/BILAG III/ANHANG III/ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ/ANNEX III/ANNEXE III/ALLEGATO III/BIJLAGE III/ANEXO III/LIITE III/BILAGA III ANEXO III Naturaleza de los riesgos específicos atribuidos a las sustancias y preparados peligrosos BILAG III Arten af de særlige risici, der er forbundet med de farlige stoffer og præparater ANHANG III Bezeichnungen der besonderen Gefahren bei gefährlichen Stoffen und Zubereitungen ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ Φύση των ειδικών κινδύνων που αφορούν επικίνδυνες ουσίες και παρασκευάσματα ANNEX III Nature of special risks attributed to dangerous substances and preparations ANNEXE III Nature des risques particuliers attribués aux substances et préparations dangereuses ALLEGATO III Natura dei rischi specifici attribuiti alle sostanze e preparati pericolosi BIJLAGE III Aard der bijzondere gevaren toegeschreven aan gevaarlijke stoffen en preparaten ANEXO III Natureza dos riscos específicos atribuídos às substâncias e preparações perigosas LIITE III Erityisten vaarojen luonne liittyen vaarallisiin aineisiin ja valmisteisiin BILAGA III Riskfraser som tilldelas farliga ämnen och beredningar R1 ES: Explosivo en estado seco. DA: Eksplosiv i tør tilstand. DE: In trockenem Zustand explosionsgefährlich. EL: Εκρηκτικό σε ξηρή κατάσταση. EN: Explosive when dry. FR: Explosif à l'état sec. IT: Esplosivo allo stato secco. NL: In droge toestand ontplofbaar. PT: Explosivo no estado seco. FI: Räjähtävää kuivana. SV: Explosivt i torrt tillstånd. R2 ES: Riesgo de explosión por choque, fricción, fuego u otras fuentes de ignición. DA: Eksplosionsfarlig ved stød, gnidning, ild eller andre antændelseskilder. DE: Durch Schlag, Reibung, Feuer oder andere Zündquellen explosionsgefährlich. EL: Κίνδυνος εκρήξεως από κρούση, τριβή, φωτιά ή άλλες πηγές αναφλέξεως. EN: Risk of explosion by shock, friction, fire or other sources of ignition. FR: Risque d'explosion par le choc, la friction, le feu ou d'autres sources d'ignition. IT: Rischio di esplosione per urto, sfregamento, fuoco o altre sorgenti d'ignizione. NL: Ontploffingsgevaar door schok, wrijving, vuur of andere ontstekingsoorzaken. PT: Risco de explosão por choque, fricção, fogo ou outras fontes de ignição. FI: Räjähtävää iskun, hankauksen, avotulen tai muun sytytyslähteen vaikutuksesta. SV: Explosivt vid stöt, friktion, eld eller annan antändningsorsak. R3 ES: Alto riesgo de explosión por choque, fricción, fuego u otras fuentes de ignición. DA: Meget eksplosionsfarlig ved stød, gnidning, ild eller andre antændelseskilder. DE: Durch Schlag, Reibung, Feuer oder andere Zündquellen besonders explosionsgefährlich. EL: Πολύ μεγάλος κίνδυνος εκρήξεως από κρούση, τριβή, φωτιά ή άλλες πηγές αναφλέξεως. EN: Extreme risk of explosion by shock, friction, fire or other sources of ignition. FR: Grand risque d'explosion par le choc, la friction, le feu ou d'autres sources d'ignition. IT: Elevato rischio di esplosione per urto, sfregamento, fuoco o altre sorgenti d'ignizione. NL: Ernstig ontploffingsgevaar door schok, wrijving, vuur of andere ontstekingsoorzaken. PT: Grande risco de explosão por choque, fricção, fogo ou outras fontes de ignição. FI: Erittäin helposti räjähtävää iskun, hankauksen, avotulen tai muun sytytyslähteen vaikutuksesta. SV: Mycket explosivt vid stöt, friktion, eld eller annan antändningsorsak. R4 ES: Forma compuestos metálicos explosivos muy sensibles. DA: Danner meget følsomme eksplosive metalforbindelser. DE: Bildet hochempfindliche explosionsgefährliche Metallverbindungen. EL: Σχηματίζει πολύ ευαίσθητες εκρηκτικές μεταλλικές ενώσεις. EN: Forms very sensitive explosive metallic compounds. FR: Forme des composés métalliques explosifs très sensibles. IT: Forma composti metallici esplosivi molto sensibili. NL: Vormt met metalen zeer gemakkelijk ontplofbare verbindingen. PT: Forma compostos metálicos explosivos muito sensíveis. FI: Muodostaa erittäin herkästi räjähtäviä metalliyhdisteitä. SV: Bildar mycket känsliga explosiva metallföreningar. R5 ES: Peligro de explosión en caso de calentamiento. DA: Eksplosionsfarlig ved opvarmning. DE: Beim Erwärmen explosionsfähig. EL: Η θέρμανση μπορεί να προκαλέσει έκρηξη. EN: Heating may cause an explosion. FR: Danger d'explosion sous l'action de la chaleur. IT: Pericolo di esplosione per riscaldamento. NL: Ontploffingsgevaar door verwarming. PT: Perigo de explosão sob a acção do calor. FI: Räjähdysvaarallinen kuumennettaessa. SV: Explosivt vid uppvärmning. R6 ES: Peligro de explosión, en contacto o sin contacto con el aire. DA: Eksplosiv ved og uden kontakt med luft. DE: Mit und ohne Luft explosionsfähig. EL: Εκρηκτικό σε επαφή ή χωρίς επαφή με τον αέρα. EN: Explosive with or without contact with air. FR: Danger d'explosion en contact ou sans contact avec l'air. IT: Esplosivo a contatto o senza contatto con l'aria. NL: Ontplofbaar met en zonder lucht. PT: Perigo de explosão com ou sem contacto com o ar. FI: Räjähtävää sellaisenaan tai ilman kanssa. SV: Explosivt vid kontakt och utan kontakt med luft. R7 ES: Puede provocar incendios. DA: Kan forårsage brand. DE: Kann Brand verursachen. EL: Μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά. EN: May cause fire. FR: Peut provoquer un incendie. IT: Può provocare un incendio. NL: Kan brand veroorzaken. PT: Pode provocar incêndio. FI: Aiheuttaa tulipalon vaaran. SV: Kan orsaka brand. R8 ES: Peligro de fuego en contacto con materias combustibles. DA: Brandfarlig ved kontakt med brandbare stoffer. DE: Feuergefahr bei Berührung mit brennbaren Stoffen. EL: Η επαφή με καύσιμο υλικό μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά. EN: Contact with combustible material may cause fire. FR: Favorise l'inflammation des matières combustibles. IT: Può provocare l'accensione di materie combustibili. NL: Bevordert de ontbranding van brandbare stoffen. PT: Favorece a inflamação de matérias combustíveis. FI: Aiheuttaa tulipalon vaaran palavien aineiden kanssa. SV: Kontakt med brännbart material kan orsaka brand. R9 ES: Peligro de explosión al mezclar con materias combustibles. DA: Eksplosionsfarlig ved blanding med brandbare stoffer. DE: Explosionsgefahr bei Mischung mit brennbaren Stoffen. EL: Εκρηκτικό όταν αναμειχθεί με καύσιμα υλικά. EN: Explosive when mixed with combustible material. FR: Peut exploser en mélange avec des matières combustibles. IT: Esplosivo in miscela con materie combustibili. NL: Ontploffingsgevaar bij menging met brandbare stoffen. PT: Pode explodir quando misturado com matérias combustíveis. FI: Räjähtävää sekoitettaessa palavien aineiden kanssa. SV: Explosivt vid blandning med brännbart material. R10 ES: Inflamable. DA: Brandfarlig. DE: Entzündlich. EL: Εύφλεκτο. EN: Flammable. FR: Inflammable. IT: Infiammabile. NL: Ontvlambaar. PT: Inflamável. FI: Syttyvää. SV: Brandfarligt. R11 ES: Fácilmente inflamable. DA: Meget brandfarlig. DE: Leichtentzündlich. EL: Πολύ εύφλεκτο. EN: Highly flammable. FR: Facilement inflammable. IT: Facilmente infiammabile. NL: Licht ontvlambaar. PT: Facilmente inflamável. FI: Helposti syttyvää. SV: Mycket brandfarligt. R12 ES: Extremadamente inflamable. DA: Yderst brandfarlig. DE: Hochentzündlich. EL: Εξαιρετικά εύφλεκτο. EN: Extremely flammable. FR: Extrêmement inflammable. IT: Estremamente infiammabile. NL: Zeer licht ontvlambaar. PT: Extremamente inflamável. FI: Erittäin helposti syttyvää. SV: Extremt brandfarligt. R14 ES: Reacciona violentamente con el agua. DA: Reagerer voldsomt med vand. DE: Reagiert heftig mit Wasser. EL: Αντιδρά βίαια με νερό. EN: Reacts violently with water. FR: Réagit violemment au contact de l'eau. IT: Reagisce violentemente con l'acqua. NL: Reageert heftig met water. PT: Reage violentamente em contacto com a água. FI: Reagoi voimakkaasti veden kanssa. SV: Reagerar häftigt med vatten. R15 ES: Reacciona con el agua liberando gases extremadamente inflamables. DA: Reagerer med vand under dannelse af yderst brandfarlige gasser. DE: Reagiert mit Wasser unter Bildung hochentzündlicher Gase. EL: Σε επαφή με το νερό εκλύει εξαιρετικά εύφλεκτα αέρια. EN: Contact with water liberates extremely flammable gases. FR: Au contact de l'eau, dégage des gaz extrêmement inflammables. IT: A contatto con l'acqua libera gas estremamente infiammabili. NL: Vormt zeer licht ontvlambaar gas in contact met water. PT: Em contacto com a água liberta gases extremamente inflamáveis. FI: Vapauttaa erittäin helposti syttyviä kaasuja veden kanssa. SV: Vid kontakt med vatten bildas extremt brandfarliga gaser. R16 ES: Puede explosionar en mezcla con substancias comburentes. DA: Eksplosionsfarlig ved blanding med oxiderende stoffer. DE: Explosionsgefährlich in Mischung mit brandfördernden Stoffen. EL: Εκρηκτικό όταν αναμειχθεί με οξειδωτικές ουσίες. EN: Explosive when mixed with oxidising substances. FR: Peut exploser en mélange avec des substances comburantes. IT: Pericolo di esplosione se mescolato con sostanze comburenti. NL: Ontploffingsgevaar bij menging met oxiderende stoffen. PT: Explosivo quando misturado com substâncias comburentes. FI: Räjähtävää hapettavien aineiden kanssa. SV: Explosivt vid blandning med oxiderande ämnen. R17 ES: Se inflama espontáneamente en contacto con el aire. DA: Selvantændelig i luft. DE: Selbstentzündlich an der Luft. EL: Αυτοαναφλέγεται στον αέρα. EN: Spontaneously flammable in air. FR: Spontanément inflammable à l'air. IT: Spontaneamente infiammabile all'aria. NL: Spontaan ontvlambaar in lucht. PT: Espontaneamente inflamável ao ar. FI: Itsestään syttyvää ilmassa. SV: Självantänder i luft. R18 ES: Al usarlo pueden formarse mezclas aire-vapor explosivas/inflamables. DA: Ved brug kan brandbare dampe/eksplosive damp-luftblandinger dannes. DE: Bei Gebrauch Bildung explosionsfähiger/leichtentzündlicher Dampf/Luft-Gemische möglich. EL: Κατά τη χρήση μπορεί να σχηματίσει εύφλεκτα/εκρηκτικά μείγματα ατμού-αέρος. EN: In use, may form flammable/explosive vapour-air mixture. FR: Lors de l'utilisation, formation possible de mélange vapeur-air inflammable/explosif. IT: Durante l'uso può formare con aria miscele esplosive/infiammabili. NL: Kan bij gebruik een ontvlambaar/ontplofbaar damp-luchtmengsel vormen. PT: Pode formar mistura vapor-ar explosiva/inflamável durante a utilização. FI: Käytössä voi muodostua syttyvä/räjähtävä höyry-ilmaseos. SV: Vid användning kan brännbara/explosiva ång-luftblandningar bildas. R19 ES: Puede formar peróxidos explosivos. DA: Kan danne eksplosive peroxider. DE: Kann explosionsfähige Peroxide bilden. EL: Μπορεί να σχηματίσει εκρηκτικά υπεροξείδια. EN: May form explosive peroxides. FR: Peut former des peroxydes explosifs. IT: Può formare perossidi esplosivi. NL: Kan ontplofbare peroxiden vormen. PT: Pode formar peróxidos explosivos. FI: Saattaa muodostaa räjähtäviä peroksideja. SV: Kan bilda explosiva peroxider. R20 ES: Nocivo por inhalación. DA: Farlig ved indånding. DE: Gesundheitsschädlich beim Einatmen. EL: Επιβλαβές όταν εισπνέεται. EN: Harmful by inhalation. FR: Nocif par inhalation. IT: Nocivo per inalazione. NL: Schadelijk bij inademing. PT: Nocivo por inalação. FI: Terveydelle haitallista hengitettynä. SV: Farligt vid inandning. R21 ES: Nocivo en contacto con la piel. DA: Farlig ved hudkontakt. DE: Gesundheitsschädlich bei Berührung mit der Haut. EL: Επιβλαβές σε επαφή με το δέρμα. EN: Harmful in contact with skin. FR: Nocif par contact avec la peau. IT: Nocivo a contatto con la pelle. NL: Schadelijk bij aanraking met de huid. PT: Nocivo em contacto com a pele. FI: Terveydelle haitallista joutuessaan iholle. SV: Farligt vid hudkontakt. R22 ES: Nocivo por ingestión. DA: Farlig ved indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich beim Verschlucken. EL: Επιβλαβές σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Harmful if swallowed. FR: Nocif en cas d'ingestion. IT: Nocivo per ingestione. NL: Schadelijk bij opname door de mond. PT: Nocivo por ingestão. FI: Terveydelle haitallista nieltynä. SV: Farligt vid förtäring. R23 ES: Tóxico por inhalación. DA: Giftig ved indånding. DE: Giftig beim Einatmen. EL: Τοξικό όταν εισπνέεται. EN: Toxic by inhalation. FR: Toxique par inhalation. IT: Tossico per inalazione. NL: Vergiftig bij inademing. PT: Tóxico por inalação. FI: Myrkyllistä hengitettynä. SV: Giftigt vid inandning. R24 ES: Tóxico en contacto con la piel. DA: Giftig ved hudkontakt. DE: Giftig bei Berührung mit der Haut. EL: Τοξικό σε επαφή με το δέρμα. EN: Toxic in contact with skin. FR: Toxique par contact avec la peau. IT: Tossico a contatto con la pelle. NL: Vergiftig bij aanraking met de huid. PT: Tóxico em contacto com a pele. FI: Myrkyllistä joutuessaan iholle. SV: Giftigt vid hudkontakt. R25 ES: Tóxico por ingestión. DA: Giftig ved indtagelse. DE: Giftig beim Verschlucken. EL: Τοξικό σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Toxic if swallowed. FR: Toxique en cas d'ingestion. IT: Tossico per ingestione. NL: Vergiftig bij opname door de mond. PT: Tóxico por ingestão. FI: Myrkyllistä nieltynä. SV: Giftigt vid förtäring. R26 ES: Muy tóxico por inhalación. DA: Meget giftig ved indånding. DE: Sehr giftig beim Einatmen. EL: Πολύ τοξικό όταν εισπνέεται. EN: Very toxic by inhalation. FR: Très toxique par inhalation. IT: Molto tossico per inalazione. NL: Zeer vergiftig bij inademing. PT: Muito tóxico por inalação. FI: Erittäin myrkyllistä hengitettynä. SV: Mycket giftigt vid inandning. R27 ES: Muy tóxico en contacto con la piel. DA: Meget giftig ved hudkontakt. DE: Sehr giftig bei Berührung mit der Haut. EL: Πολύ τοξικό σε επαφή με το δέρμα. EN: Very toxic in contact with skin. FR: Très toxique par contact avec la peau. IT: Molto tossico a contatto con la pelle. NL: Zeer vergiftig bij aanraking met de huid. PT: Muito tóxico em contacto com a pele. FI: Erittäin myrkyllistä joutuessaan iholle. SV: Mycket giftigt vid hudkontakt. R28 ES: Muy tóxico por ingestión. DA: Meget giftig ved indtagelse. DE: Sehr giftig beim Verschlucken. EL: Πολύ τοξικό σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Very toxic if swallowed. FR: Très toxique en cas d'ingestion. IT: Molto tossico per ingestione. NL: Zeer vergiftig bij opname door de mond. PT: Muito tóxico por ingestão. FI: Erittäin myrkyllistä nieltynä. SV: Mycket giftigt vid förtäring. R29 ES: En contacto con agua libera gases tóxicos. DA: Udvikler giftig gas ved kontakt med vand. DE: Entwickelt bei Berührung mit Wasser giftige Gase. EL: Σε επαφή με το νερό ελευθερώνονται τοξικά αέρια. EN: Contact with water liberates toxic gas. FR: Au contact de l'eau, dégage des gaz toxiques. IT: A contatto con l'acqua libera gas tossici. NL: Vormt vergiftig gas in contact met water. PT: Em contacto com a água liberta gases tóxicos. FI: Kehittää myrkyllistä kaasua veden kanssa. SV: Utvecklar giftig gas vid kontakt med vatten. R30 ES: Puede inflamarse fácilmente al usarlo. DA: Kan blive meget brandfarlig under brug. DE: Kann bei Gebrauch leicht entzündlich werden. EL: Κατά τη χρήση γίνεται πολύ εύφλεκτο. EN: Can become highly flammable in use. FR: Peut devenir facilement inflammable pendant l'utilisation. IT: Può divenire facilmente infiammabile durante l'uso. NL: Kan bij gebruik licht ontvlambaar worden. PT: Pode tornar-se facilmente inflamável durante o uso. FI: Käytettäessä voi muuttua helposti syttyväksi. SV: Kan bli mycket brandfarligt vid användning. R31 ES: En contacto con ácidos libera gases tóxicos. DA: Udvikler giftig gas ved kontakt med syre. DE: Entwickelt bei Berührung mit Säure giftige Gase. EL: Σε επαφή με οξέα ελευθερώνονται τοξικά αέρια. EN: Contact with acids liberates toxic gas. FR: Au contact d'un acide, dégage un gaz toxique. IT: A contatto con acidi libera gas tossico. NL: Vormt vergiftige gassen in contact met zuren. PT: Em contacto com ácidos liberta gases tóxicos. FI: Kehittää myrkyllistä kaasua hapon kanssa. SV: Utvecklar giftig gas vid kontakt med syra. R32 ES: En contacto con ácidos libera gases muy tóxicos. DA: Udvikler meget giftig gas ved kontakt med syre. DE: Entwickelt bei Berührung mit Säure sehr giftige Gase. EL: Σε επαφή με οξέα ελευθερώνονται πολύ τοξικά αέρια. EN: Contact with acids liberates very toxic gas. FR: Au contact d'un acide, dégage un gaz très toxique. IT: A contatto con acidi libera gas molto tossico. NL: Vormt zeer vergiftige gassen in contact met zuren. PT: Em contacto com ácidos liberta gases muito tóxicos. FI: Kehittää erittäin myrkyllistä kaasua hapon kanssa. SV: Utvecklar mycket giftig gas vid kontakt med syra. R33 ES: Peligro de efectos acumulativos. DA: Kan ophobes i kroppen efter gentagen brug. DE: Gefahr kumulativer Wirkungen. EL: Κίνδυνος αθροιστικών επιδράσεων. EN: Danger of cumulative effects. FR: Danger d'effets cumulatifs. IT: Pericolo di effetti cumulativi. NL: Gevaar voor cumulatieve effecten. PT: Perigo de efeitos cumulativos. FI: Terveydellisten haittojen vaara pitkäaikaisessa altistuksessa. SV: Kan ansamlas i kroppen och ge skador. R34 ES: Provoca quemaduras. DA: Ætsningsfare. DE: Verursacht Verätzungen. EL: Προκαλεί εγκαύματα. EN: Causes burns. FR: Provoque des brûlures. IT: Provoca ustioni. NL: Veroorzaakt brandwonden. PT: Provoca queimaduras. FI: Syövyttävää. SV: Frätande. R35 ES: Provoca quemaduras graves. DA: Alvorlig ætsningsfare. DE: Verursacht schwere Verätzungen. EL: Προκαλεί σοβαρά εγκαύματα. EN: Causes severe burns. FR: Provoque de graves brûlures. IT: Provoca gravi ustioni. NL: Veroorzaakt ernstige brandwonden. PT: Provoca queimaduras graves. FI: Voimakkaasti syövyttävää. SV: Starkt frätande. R36 ES: Irrita los ojos. DA: Irriterer øjnene. DE: Reizt die Augen. EL: Ερεθίζει τα μάτια. EN: Irritating to eyes. FR: Irritant pour les yeux. IT: Irritante per gli occhi. NL: Irriterend voor de ogen. PT: Irritante para os olhos. FI: Ärsyttää silmiä. SV: Irriterar ögonen. R37 ES: Irrita las vías respiratorias. DA: Irriterer åndedrætsorganerne. DE: Reizt die Atmungsorgane. EL: Ερεθίζει το αναπνευστικό σύστημα. EN: Irritating to respiratory system. FR: Irritant pour les voies respiratoires. IT: Irritante per le vie respiratorie. NL: Irriterend voor de ademhalingswegen. PT: Irritante para as vias respiratórias. FI: Ärsyttää hengityselimiä. SV: Irriterar andningsorganen. R38 ES: Irrita la piel. DA: Irriterer huden. DE: Reizt die Haut. EL: Ερεθίζει το δέρμα. EN: Irritating to skin. FR: Irritant pour la peau. IT: Irritante per la pelle. NL: Irriterend voor de huid. PT: Irritante para a pele. FI: Ärsyttää ihoa. SV: Irriterar huden. R39 ES: Peligro de efectos irreversibles muy graves. DA: Fare for varig alvorlig skade på helbred. DE: Ernste Gefahr irreversiblen Schadens. EL: Κίνδυνος πολύ σοβαρών μονίμων επιδράσεων. EN: Danger of very serious irreversible effects. FR: Danger d'effets irréversibles très graves. IT: Pericolo di effetti irreversibili molto gravi. NL: Gevaar voor ernstige onherstelbare effecten. PT: Perigo de efeitos irreversíveis muito graves. FI: Erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara. SV: Risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador. R40 ES: Posibles efectos cancerígenos. DA: Mulighed for kræftfremkaldende effekt. DE: Verdacht auf krebserzeugende Wirkung. EL: Ύποπτο καρκινογένεσης. EN: Limited evidence of a carcinogenic effect. FR: Effet cancérogène suspecté - preuves insuffisantes. IT: Possibilità di effetti cancerogeni - prove insufficienti. NL: Carcinogene effecten zijn niet uitgesloten. PT: Possibilidade de efeitos cancerígenos. FI: Epäillään aiheuttavan syöpäsairauden vaaraa. SV: Misstänks kunna ge cancer. R41 ES: Riesgo de lesiones oculares graves. DA: Risiko for alvorlig øjenskade. DE: Gefahr ernster Augenschäden. EL: Κίνδυνος σοβαρών οφθαλμικών βλαβών. EN: Risk of serious damage to eyes. FR: Risque de lésions oculaires graves. IT: Rischio di gravi lesioni oculari. NL: Gevaar voor ernstig oogletsel. PT: Risco de lesões oculares graves. FI: Vakavan silmävaurion vaara. SV: Risk för allvarliga ögonskador. R42 ES: Posibilidad de sensibilización por inhalación. DA: Kan give overfølsomhed ved indånding. DE: Sensibilisierung durch Einatmen möglich. EL: Μπορεί να προκαλέσει ευαισθητοποίηση όταν εισπνέεται. EN: May cause sensitisation by inhalation. FR: Peut entraîner une sensibilisation par inhalation. IT: Può provocare sensibilizzazione per inalazione. NL: Kan overgevoeligheid veroorzaken bij inademing. PT: Pode causar sensibilização por inalação. FI: Altistuminen hengitysteitse voi aiheuttaa herkistymistä. SV: Kan ge allergi vid inandning R43 ES: Posibilidad de sensibilización en contacto con la piel. DA: Kan give overfølsomhed ved kontakt med huden. DE: Sensibilisierung durch Hautkontakt möglich. EL: Μπορεί να προκαλέσει ευαισθητοποίηση σε επαφή με το δέρμα. EN: May cause sensitisation by skin contact. FR: Peut entraîner une sensibilisation par contact avec la peau. IT: Può provocare sensibilizzazione per contatto con la pelle. NL: Kan overgevoeligheid veroorzaken bij contact met de huid. PT: Pode causar sensibilização em contacto com a pele. FI: Ihokosketus voi aiheuttaa herkistymistä. SV: Kan ge allergi vid hudkontakt. R44 ES: Riesgo de explosión al calentarlo en ambiente confinado. DA: Eksplosionsfarlig ved opvarmning under indeslutning. DE: Explosionsgefahr bei Erhitzen unter Einschluss. EL: Κίνδυνος εκρήξεως εάν θερμανθεί υπό περιορισμό. EN: Risk of explosion if heated under confinement. FR: Risque d'explosion si chauffé en ambiance confinée. IT: Rischio di esplosione per riscaldamento in ambiente confinato. NL: Ontploffingsgevaar bij verwarming in afgesloten toestand. PT: Risco de explosão se aquecido em ambiente fechado. FI: Räjähdysvaara kuumennettaessa suljetussa astiassa. SV: Explosionsrisk vid uppvärmning i sluten behållare. R45 ES: Puede causar cáncer. DA: Kan fremkalde kræft. DE: Kann Krebs erzeugen. EL: Μπορεί να προκαλέσει καρκίνο. EN: May cause cancer. FR: Peut provoquer le cancer. IT: Può provocare il cancro. NL: Kan kanker veroorzaken. PT: Pode causar cancro. FI: Aiheuttaa syöpäsairauden vaaraa. SV: Kan ge cancer. R46 ES: Puede causar alteraciones genéticas hereditarias. DA: Kan forårsage arvelige genetiske skader. DE: Kann vererbbare Schäden verursachen. EL: Μπορεί να προκαλέσει κληρονομικές γενετικές βλάβες. EN: May cause heritable genetic damage. FR: Peut provoquer des altérations génétiques héréditaires. IT: Può provocare alterazioni genetiche ereditarie. NL: Kan erfelijke genetische schade veroorzaken. PT: Pode causar alterações genéticas hereditárias. FI: Saattaa aiheuttaa periytyviä perimävaurioita. SV: Kan ge ärftliga genetiska skador. R48 ES: Riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada. DA: Alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning. DE: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition. EL: Κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα απο παρατεταμένη έκθεση. EN: Danger of serious damage to health by prolonged exposure. FR: Risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée. IT: Pericolo di gravi danni per la salute in caso di esposizione prolungata. NL: Gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling. PT: Risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada. FI: Pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle. SV: Risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering. R49 ES: Puede causar cáncer por inhalación. DA: Kan fremkalde kræft ved indånding. DE: Kann Krebs erzeugen beim Einatmen. EL: Μπορεί να προκαλέσει καρκίνο όταν εισπνέεται. EN: May cause cancer by inhalation. FR: Peut provoquer le cancer par inhalation. IT: Può provocare il cancro per inalazione. NL: Kan kanker veroorzaken bij inademing. PT: Pode causar cancro por inalação. FI: Aiheuttaa syöpäsairauden vaaraa hengitettynä. SV: Kan ge cancer vid inandning. R50 ES: Muy tóxico para los organismos acuáticos. DA: Meget giftig for organismer, der lever i vand. DE: Sehr giftig für Wasserorganismen. EL: Πολύ τοξικό για τους υδρόβιους οργανισμούς. EN: Very toxic to aquatic organisms. FR: Très toxique pour les organismes aquatiques. IT: Altamente tossico per gli organismi acquatici. NL: Zeer vergiftig voor in het water levende organismen. PT: Muito tóxico para os organismos aquáticos. FI: Erittäin myrkyllistä vesieliöille. SV: Mycket giftigt för vattenlevande organismer. R51 ES: Tóxico para los organismos acuáticos. DA: Giftig for organismer, der lever i vand. DE: Giftig für Wasserorganismen. EL: Τοξικό για τους υδρόβιους οργανισμούς. EN: Toxic to aquatic organisms. FR: Toxique pour les organismes aquatiques. IT: Tossico per gli organismi acquatici. NL: Vergiftig voor in het water levende organismen. PT: Tóxico para os organismos aquáticos. FI: Myrkyllistä vesieliöille. SV: Giftigt för vattenlevande organismer. R52 ES: Nocivo para los organismos acuáticos. DA: Skadelig for organismer, der lever i vand. DE: Schädlich für Wasserorganismen. EL: Επιβλαβές για τους υδρόβιους οργανισμούς. EN: Harmful to aquatic organisms. FR: Nocif pour les organismes aquatiques. IT: Nocivo per gli organismi acquatici. NL: Schadelijk voor in het water levende organismen. PT: Nocivo para os organismos aquáticos. FI: Haitallista vesieliöille. SV: Skadligt för vattenlevande organismer. R53 ES: Puede provocar a largo plazo efectos negativos en el medio ambiente acuático. DA: Kan forårsage uønskede langtidsvirkninger i vandmiljøet. DE: Kann in Gewässern längerfristig schädliche Wirkungen haben. EL: Μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες δυσμενείς επιπτώσεις στο υδάτινο περιβάλλον. EN: May cause long-term adverse effects in the aquatic environment. FR: Peut entraîner des effets néfastes à long terme pour l'environnement aquatique. IT: Può provocare a lungo termine effetti negativi per l'ambiente acquatico. NL: Kan in het aquatisch milieu op lange termijn schadelijke effecten veroorzaken. PT: Pode causar efeitos nefastos a longo prazo no ambiente aquático. FI: Voi aiheuttaa pitkäaikaisia haittavaikutuksia vesiympäristössä. SV: Kan orsaka skadliga långtidseffekter i vattenmiljön. R54 ES: Tóxico para la flora. DA: Giftig for planter. DE: Giftig für Pflanzen. EL: Τοξικό για τη χλωρίδα. EN: Toxic to flora. FR: Toxique pour la flore. IT: Tossico per la flora. NL: Vergiftig voor planten. PT: Tóxico para a flora. FI: Myrkyllistä kasveille. SV: Giftigt för växter. R55 ES: Tóxico para la fauna. DA: Giftig for dyr. DE: Giftig für Tiere. EL: Τοξικό για την πανίδα. EN: Toxic to fauna. FR: Toxique pour la faune. IT: Tossico per la fauna. NL: Vergiftig voor dieren. PT: Tóxico para a fauna. FI: Myrkyllistä eläimille. SV: Giftigt för djur. R56 ES: Tóxico para los organismos del suelo. DA: Giftig for organismer i jordbunden. DE: Giftig für Bodenorganismen. EL: Τοξικό για τους οργανισμούς του εδάφους. EN: Toxic to soil organisms. FR: Toxique pour les organismes du sol. IT: Tossico per gli organismi del terreno. NL: Vergiftig voor bodemorganismen. PT: Tóxico para os organismos do solo. FI: Myrkyllistä maaperäeliöille. SV: Giftigt för marklevande organismer. R57 ES: Tóxico para las abejas. DA: Giftig for bier. DE: Giftig für Bienen. EL: Τοξικό για τις μέλισσες. EN: Toxic to bees. FR: Toxique pour les abeilles. IT: Tossico per le api. NL: Vergiftig voor bijen. PT: Tóxico para as abelhas. FI: Myrkyllistä mehiläisille. SV: Giftigt för bin. R58 ES: Puede provocar a largo plazo efectos negativos en el medio ambiente. DA: Kan forårsage uønskede langtidsvirkninger i miljøet. DE: Kann längerfristig schädliche Wirkungen auf die Umwelt haben. EL: Μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον. EN: May cause long-term adverse effects in the environment. FR: Peut entraîner des effets néfastes à long terme pour l'environnement. IT: Può provocare a lungo termine effetti negativi per l'ambiente. NL: Kan in het milieu op lange termijn schadelijke effecten veroorzaken. PT: Pode causar efeitos nefastos a longo prazo no ambiente. FI: Voi aiheuttaa pitkäaikaisia haittavaikutuksia ympäristössä. SV: Kan orsaka skadliga långtidseffekter i miljön. R59 ES: Peligroso para la capa de ozono. DA: Farlig for ozonlaget. DE: Gefährlich für die Ozonschicht. EL: Επικίνδυνο για τη στιβάδα του όζοντος. EN: Dangerous for the ozone layer. FR: Dangereux pour la couche d'ozone. IT: Pericoloso per lo strato di ozono. NL: Gevaarlijk voor de ozonlaag. PT: Perigoso para a camada de ozono. FI: Vaarallista otsonikerrokselle. SV: Farligt för ozonskiktet. R60 ES: Puede perjudicar la fertilidad. DA: Kan skade forplantningsevnen. DE: Kann die Fortpflanzungsfähigkeit beeinträchtigen. EL: Μπορεί να εξασθενίσει τη γονιμότητα. EN: May impair fertility. FR: Peut altérer la fertilité. IT: Può ridurre la fertilità. NL: Kan de vruchtbaarheid schaden. PT: Pode comprometer a fertilidade. FI: Voi heikentää hedelmällisyyttä. SV: Kan ge nedsatt fortplantningsförmåga. R61 ES: Riesgo durante el embarazo de efectos adversos para el feto. DA: Kan skade barnet under graviditeten. DE: Kann das Kind im Mutterleib schädigen. EL: Μπορεί να βλάψει το έμβρυο κατά τη διάρκεια της κύησης. EN: May cause harm to the unborn child. FR: Risque pendant la grossesse d'effets néfastes pour l'enfant. IT: Può danneggiare i bambini non ancora nati. NL: Kan het ongeboren kind schaden. PT: Risco durante a gravidez com efeitos adversos na descendência. FI: Vaarallista sikiölle. SV: Kan ge fosterskador. R62 ES: Posible riesgo de perjudicar la fertilidad. DA: Mulighed for skade på forplantningsevnen. DE: Kann möglicherweise die Fortpflanzungsfähigkeit beeinträchtigen. EL: Πιθανός κίνδυνος για εξασθένηση της γονιμότητας. EN: Possible risk of impaired fertility. FR: Risque possible d'altération de la fertilité. IT: Possibile rischio di ridotta fertilità. NL: Mogelijk gevaar voor verminderde vruchtbaarheid. PT: Possíveis riscos de comprometer a fertilidade. FI: Voi mahdollisesti heikentää hedelmällisyyttä. SV: Möjlig risk för nedsatt fortplantningsförmåga. R63 ES: Posible riesgo durante el embarazo de efectos adversos para el feto. DA: Mulighed for skade på barnet under graviditeten. DE: Kann das Kind im Mutterleib möglicherweise schädigen. EL: Πιθανός κίνδυνος δυσμενών επιδράσεων στο έμβρυο κατά τη διάρκεια της κύησης. EN: Possible risk of harm to the unborn child. FR: Risque possible pendant la grossesse d'effets néfastes pour l'enfant. IT: Possibile rischio di danni ai bambini non ancora nati. NL: Mogelijk gevaar voor beschadiging van het ongeboren kind. PT: Possíveis riscos durante a gravidez com efeitos adversos na descendência. FI: Voi olla vaarallista sikiölle. SV: Möjlig risk för fosterskador. R64 ES: Puede perjudicar a los niños alimentados con leche materna. DA: Kan skade børn i ammeperioden. DE: Kann Säuglinge über die Muttermilch schädigen. EL: Μπορεί να βλάψει τα βρέφη που τρέφονται με μητρικό γάλα. EN: May cause harm to breastfed babies. FR: Risque possible pour les bébés nourris au lait maternel. IT: Possibile rischio per i bambini allattati al seno. NL: Kan schadelijk zijn via de borstvoeding. PT: Pode causar danos às crianças alimentadas com leite materno. FI: Saattaa aiheuttaa haittaa rintaruokinnassa oleville lapsille. SV: Kan skada spädbarn under amningsperioden. R65 ES: Nocivo: si se ingiere puede causar daño pulmonar. DA: Farlig: kan give lungeskade ved indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich: kann beim Verschlucken Lungenschäden verursachen. EL: Επιβλαβές: μπορεί να προκαλέσει βλάβη στους πνεύμονες σε περίπτωση κατάποσης. EN: Harmful: may cause lung damage if swallowed. FR: Nocif: peut provoquer une atteinte des poumons en cas d'ingestion. IT: Nocivo: può causare danni ai polmoni in caso di ingestione. NL: Schadelijk: kan longschade veroorzaken na verslikken. PT: Nocivo: pode causar danos nos pulmões se ingerido. FI: Haitallista: voi aiheuttaa keuhkovaurion nieltäessä. SV: Farligt: kan ge lungskador vid förtäring. R66 ES: La exposición repetida puede provocar sequedad o formación de grietas en la piel. DA: Gentagen udsættelse kan give tør eller revnet hud. DE: Wiederholter Kontakt kann zu spröder oder rissiger Haut führen. EL: Η παρατεταμένη έκθεση μπορεί να προκαλέσει ξηρότητα δέρματος ή σκάσιμο. EN: Repeated exposure may cause skin dryness or cracking. FR: L'exposition répétée peut provoquer dessèchement ou gerçures de la peau. IT: L'esposizione ripetuta può provocare secchezza e screpolature della pelle. NL: Herhaalde blootstelling kan een droge of een gebarsten huid veroorzaken. PT: Pode provocar secura da pele ou fissuras, por exposição repetida. FI: Toistuva altistus voi aiheuttaa ihon kuivumista tai halkeilua. SV: Upprepad kontakt kan ge torr hud eller hudsprickor. R67 ES: La inhalación de vapores puede provocar somnolencia y vértigo. DA: Dampe kan give sløvhed og svimmelhed. DE: Dämpfe können Schläfrigkeit und Benommenheit verursachen. EL: H εισπνοή ατμών μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και ζάλη. EN: Vapours may cause drowsiness and dizziness. FR: L'inhalation de vapeurs peut provoquer somnolence et vertiges. IT: L'inalazione dei vapori può provocare sonnolenza e vertigini. NL: Dampen kunnen slaperigheid en duizeligheid veroorzaken. PT: Pode provocar sonolência e vertigens, por inalação dos vapores. FI: Höyryt voivat aiheuttaa uneliaisuutta ja huimausta. SV: Ångor kan göra att man blir dåsig och omtöcknad. R68 ES: Posibilidad de efectos irreversibles. DA: Mulighed for varig skade på helbred. DE: Irreversibler Schaden möglich. EL: Πιθανοί κίνδυνοι μονίμων επιδράσεων. EN: Possible risk of irreversible effects. FR: Possibilité d'effets irréversibles. IT: Possibilità di effetti irreversibili. NL: Onherstelbare effecten zijn niet uitgesloten. PT: Possibilidade de efeitos irreversíveis. FI: Pysyvien vaurioiden vaara. SV: Möjlig risk för bestående hälsoskador. Combinación de frases-R Kombination af R-sætninger Kombination der R-Sätze Συνδυασμός των Ρ-φράσεων Combination of R-phrases Combinaison des phrases R Combinazioni delle frasi R Combinatie van R-zinnen Combinação das frases R Yhdistetyt R-lausekkeet Sammansatta R-fraser R14/15 ES: Reacciona violentamente con el agua, liberando gases extremadamente inflamables. DA: Reagerer voldsomt med vand under dannelse af yderst brandfarlige gasser. DE: Reagiert heftig mit Wasser unter Bildung hochentzündlicher Gase. EL: Αντιδρά βίαια σε επαφή με νερό εκλύοντας αέρια εξόχως εύφλεκτα. EN: Reacts violently with water, liberating extremely flammable gases. FR: Réagit violemment au contact de l'eau en dégageant des gaz extrêmement inflammables. IT: Reagisce violentemente con l'acqua liberando gas estremamente infiammabili. NL: Reageert heftig met water en vormt daarbij zeer ontvlambaar gas. PT: Reage violentamente com a água libertando gases extremamente inflamáveis. FI: Reagoi voimakkaasti veden kanssa vapauttaen helposti syttyviä kaasuja. SV: Reagerar häftigt med vatten varvid extremt brandfarliga gaser bildas. R15/29 ES: En contacto con el agua, libera gases tóxicos y extremadamente inflamables. DA: Reagerer med vand under dannelse af giftige og yderst brandfarlige gasser. DE: Reagiert mit Wasser unter Bildung giftiger und hochentzündlicher Gase. EL: Σε επαφή με νερό ελευθερώνονται τοξικά, εξόχως εύφλεκτα αέρια. EN: Contact with water liberates toxic, extremely flammable gas. FR: Au contact de l'eau, dégage des gaz toxiques et extrêmement inflammables. IT: A contatto con acqua libera gas tossici ed estremamente infiammabili. NL: Vormt vergiftig en zeer ontvlambaar gas in contact met water. PT: Em contacto com a água liberta gases tóxicos e extremamente inflamáveis. FI: Vapauttaa myrkyllisiä, helposti syttyviä kaasuja veden kanssa. SV: Utvecklar giftig och extremt brandfarlig gas vid kontakt med vatten. R20/21 ES: Nocivo por inhalación y en contacto con la piel. DA: Farlig ved indånding og ved hudkontakt. DE: Gesundheitsschädlich beim Einatmen und bei Berührung mit der Haut. EL: Επιβλαβές όταν εισπνέεται και σε επαφή με το δέρμα. EN: Harmful by inhalation and in contact with skin. FR: Nocif par inhalation et par contact avec la peau. IT: Nocivo per inalazione e contatto con la pelle. NL: Schadelijk bij inademing en bij aanraking met de huid. PT: Nocivo por inalação e em contacto com a pele. FI: Terveydelle haitallista hengitettynä ja joutuessaan iholle. SV: Farligt vid inandning och hudkontakt. R20/22 ES: Nocivo por inhalación y por ingestión. DA: Farlig ved indånding og ved indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich beim Einatmen und Verschlucken. EL: Επιβλαβές όταν εισπνέεται και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Harmful by inhalation and if swallowed. FR: Nocif par inhalation et par ingestion. IT: Nocivo per inalazione e ingestione. NL: Schadelijk bij inademing en opname door de mond. PT: Nocivo por inalação e ingestão. FI: Terveydelle haitallista hengitettynä ja nieltynä. SV: Farligt vid inandning och förtäring. R20/21/22 ES: Nocivo por inhalación, por ingestión y en contacto con la piel. DA: Farlig ved indånding, ved hudkontakt og ved indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich beim Einatmen, Verschlucken und Berührung mit der Haut. EL: Επιβλαβές όταν εισπνέεται, σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Harmful by inhalation, in contact with skin and if swallowed. FR: Nocif par inhalation, par contact avec la peau et par ingestion. IT: Nocivo per inalazione, contatto con la pelle e per ingestione. NL: Schadelijk bij inademing, opname door de mond en aanraking met de huid. PT: Nocivo por inalação, em contacto com a pele e por ingestão. FI: Terveydelle haitallista hengitettynä, joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Farligt vid inandning, hudkontakt och förtäring. R21/22 ES: Nocivo en contacto con la piel y por ingestión. DA: Farlig ved hudkontakt og ved indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich bei Berührung mit der Haut und beim Verschlucken. EL: Επιβλαβές σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Harmful in contact with skin and if swallowed. FR: Nocif par contact avec la peau et par ingestion. IT: Nocivo a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Schadelijk bij aanraking met de huid en bij opname door de mond. PT: Nocivo em contacto com a pele e por ingestão. FI: Terveydelle haitallista joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Farligt vid hudkontakt och förtäring. R23/24 ES: Tóxico por inhalación y en contacto con la piel. DA: Giftig ved indånding og ved hudkontakt. DE: Giftig beim Einatmen und bei Berührung mit der Haut. EL: Τοξικό όταν εισπνέεται και σε επαφή με το δέρμα. EN: Toxic by inhalation and in contact with skin. FR: Toxique par inhalation et par contact avec la peau. IT: Tossico per inalazione e contatto con la pelle. NL: Vergiftig bij inademing en bij aanraking met de huid. PT: Tóxico por inalação e em contacto com a pele. FI: Myrkyllistä hengitettynä ja joutuessaan iholle. SV: Giftigt vid inandning och hudkontakt. R23/25 ES: Tóxico por inhalación y por ingestión. DA: Giftig ved indånding og ved indtagelse. DE: Giftig beim Einatmen und Verschlucken. EL: Τοξικό όταν εισπνέεται και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Toxic by inhalation and if swallowed. FR: Toxique par inhalation et par ingestion. IT: Tossico per inalazione e ingestione. NL: Vergiftig bij inademing en opname door de mond. PT: Tóxico por inalação e ingestão. FI: Myrkyllistä hengitettynä ja nieltynä. SV: Giftigt vid inandning och förtäring. R23/24/25 ES: Tóxico por inhalación, por ingestión y en contacto con la piel. DA: Giftig ved indånding, ved hudkontakt og ved indtagelse. DE: Giftig beim Einatmen, Verschlucken und Berührung mit der Haut. EL: Τοξικό όταν εισπνέεται, σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Toxic by inhalation, in contact with skin and if swallowed. FR: Toxique par inhalation, par contact avec la peau et par ingestion. IT: Tossico per inalazione, contatto con la pelle e per ingestione. NL: Vergiftig bij inademing, opname door de mond en aanraking met de huid. PT: Tóxico por inalação, em contacto com a pele e por ingestão. FI: Myrkyllistä hengitettynä, joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Giftigt vid inandning, hudkontakt och förtäring. R24/25 ES: Tóxico en contacto con la piel y por ingestión. DA: Giftig ved hudkontakt og ved indtagelse. DE: Giftig bei Berührung mit der Haut und beim Verschlucken. EL: Τοξικό σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Toxic in contact with skin and if swallowed. FR: Toxique par contact avec la peau et par ingestion. IT: Tossico a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Vergiftig bij aanraking met de huid en bij opname door de mond. PT: Tóxico em contacto com a pele e por ingestão. FI: Myrkyllistä joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Giftigt vid hudkontakt och förtäring. R26/27 ES: Muy tóxico por inhalación y en contacto con la piel. DA: Meget giftig ved indånding og ved hudkontakt. DE: Sehr giftig beim Einatmen und bei Berührung mit der Haut. EL: Πολύ τοξικό όταν εισπνέεται και σε επαφή με το δέρμα. EN: Very toxic by inhalation and in contact with skin. FR: Très toxique par inhalation et par contact avec la peau. IT: Molto tossico per inalazione e contatto con la pelle. NL: Zeer vergiftig bij inademing en bij aanraking met de huid. PT: Muito tóxico por inalação e em contacto com a pele. FI: Erittäin myrkyllistä hengitettynä ja joutuessaan iholle. SV: Mycket giftigt vid inandning och hudkontakt. R26/28 ES: Muy tóxico por inhalación y por ingestión. DA: Meget giftig ved indånding og ved indtagelse. DE: Sehr giftig beim Einatmen und Verschlucken. EL: Πολύ τοξικό όταν εισπνέεται και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Very toxic by inhalation and if swallowed. FR: Très toxique par inhalation et par ingestion. IT: Molto tossico per inalazione e per ingestione. NL: Zeer vergiftig bij inademing en opname door de mond. PT: Muito tóxico por inalação e ingestão. FI: Erittäin myrkyllistä hengitettynä ja nieltynä. SV: Mycket giftigt vid inandning och förtäring. R26/27/28 ES: Muy tóxico por inhalación, por ingestión y en contacto con la piel. DA: Meget giftig ved indånding, ved hudkontakt og ved indtagelse. DE: Sehr giftig beim Einatmen, Verschlucken und Berührung mit der Haut. EL: Πολύ τοξικό όταν εισπνέεται, σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Very toxic by inhalation, in contact with skin and if swallowed. FR: Très toxique par inhalation, par contact avec la peau et par ingestion. IT: Molto tossico per inalazione, contatto con la pelle e per ingestione. NL: Zeer vergiftig bij inademing, opname door de mond en aanraking met de huid. PT: Muito tóxico por inalação, em contacto com a pele e por ingestão. FI: Erittäin myrkyllistä hengitettynä, joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Mycket giftigt vid inandning, hudkontakt och förtäring. R27/28 ES: Muy tóxico en contacto con la piel y por ingestión. DA: Meget giftig ved hudkontakt og ved indtagelse. DE: Sehr giftig bei Berührung mit der Haut und beim Verschlucken. EL: Πολύ τοξικό σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Very toxic in contact with skin and if swallowed. FR: Très toxique par contact avec la peau et par ingestion. IT: Molto tossico a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Zeer vergiftig bij aanraking met de huid en bij opname door de mond. PT: Muito tóxico em contacto com a pele e por ingestão. FI: Erittäin myrkyllistä joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Mycket giftigt vid hudkontakt och förtäring. R36/37 ES: Irrita los ojos y las vías respiratorias. DA: Irriterer øjnene og åndedrætsorganerne. DE: Reizt die Augen und die Atmungsorgane. EL: Ερεθίζει τα μάτια και το αναπνευστικό σύστημα. EN: Irritating to eyes and respiratory system. FR: Irritant pour les yeux et les voies respiratoires. IT: Irritante per gli occhi e le vie respiratorie. NL: Irriterend voor de ogen en de ademhalingswegen. PT: Irritante para os olhos e vias respiratórias. FI: Ärsyttää silmiä ja hengityselimiä. SV: Irriterar ögonen och andningsorganen. R36/38 ES: Irrita los ojos y la piel. DA: Irriterer øjnene og huden. DE: Reizt die Augen und die Haut. EL: Ερεθίζει τα μάτια και το δέρμα. EN: Irritating to eyes and skin. FR: Irritant pour les yeux et la peau. IT: Irritante per gli occhi e la pelle. NL: Irriterend voor de ogen en de huid. PT: Irritante para os olhos e pele. FI: Ärsyttää silmiä ja ihoa. SV: Irriterar ögonen och huden. R36/37/38 ES: Irrita los ojos, la piel y las vías respiratorias. DA: Irriterer øjnene, åndedrætsorganerne og huden. DE: Reizt die Augen, die Atmungsorgane und die Haut. EL: Ερεθίζει τα μάτια, το αναπνευστικό σύστημα και το δέρμα. EN: Irritating to eyes, respiratory system and skin. FR: Irritant pour les yeux, les voies respiratoires et la peau. IT: Irritante per gli occhi, le vie respiratorie e la pelle. NL: Irriterend voor de ogen, de ademhalingswegen en de huid. PT: Irritante para os olhos, vias respiratórias e pele. FI: Ärsyttää silmiä, hengityselimiä ja ihoa. SV: Irriterar ögonen, andningsorganen och huden. R37/38 ES: Irrita las vías respiratorias y la piel. DA: Irriterer åndedrætsorganerne og huden. DE: Reizt die Atmungsorgane und die Haut. EL: Ερεθίζει το αναπνευστικό σύστημα και το δέρμα. EN: Irritating to respiratory system and skin. FR: Irritant pour les voies respiratoires et la peau. IT: Irritante per le vie respiratorie e la pelle. NL: Irriterend voor de ademhalingswegen en de huid. PT: Irritante para as vias respiratórias e pele. FI: Ärsyttää hengityselimiä ja ihoa. SV: Irriterar andningsorganen och huden. R39/23 ES: Tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por inhalación. DA: Giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved indånding. DE: Giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens durch Einatmen. EL: Τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων όταν εισπνέεται. EN: Toxic: danger of very serious irreversible effects through inhalation. FR: Toxique: danger d'effets irréversibles très graves par inhalation. IT: Tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi per inalazione. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij inademing. PT: Tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves por inalação. FI: Myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara hengitettynä. SV: Giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid inandning. R39/24 ES: Tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por contacto con la piel. DA: Giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved hudkontakt. DE: Giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens bei Berührung mit der Haut. EL: Τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων σε επαφή με το δέρμα. EN: Toxic: danger of very serious irreversible effects in contact with skin. FR: Toxique: danger d'effets irréversibles très graves par contact avec la peau. IT: Tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi a contatto con la pelle. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij aanraking met de huid. PT: Tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves em contacto com a pele. FI: Myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara joutuessaan iholle. SV: Giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid hudkontakt. R39/25 ES: Tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por ingestión. DA: Giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved indtagelse. DE: Giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens durch Verschlucken. EL: Τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Toxic: danger of very serious irreversible effects if swallowed. FR: Toxique: danger d'effets irréversibles très graves par ingestion. IT: Tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi per ingestione. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij opname door de mond. PT: Tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves por ingestão. FI: Myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara nieltynä. SV: Giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid förtäring. R39/23/24 ES: Tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por inhalación y contacto con la piel. DA: Giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved indånding og hudkontakt. DE: Giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens durch Einatmen und bei Berührung mit der Haut. EL: Τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων όταν εισπνέεται και σε επαφή με το δέρμα. EN: Toxic: danger of very serious irreversible effects through inhalation and in contact with skin. FR: Toxique: danger d'effets irréversibles très graves par inhalation et par contact avec la peau. IT: Tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi per inalazione e a contatto con la pelle. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij inademing en aanraking met de huid. PT: Tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves por inalação e em contacto com a pele. FI: Myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara hengitettynä ja joutuessaan iholle. SV: Giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid inandning och hudkontakt. R39/23/25 ES: Tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por inhalación e ingestión. DA: Giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved indånding og indtagelse. DE: Giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens durch Einatmen und durch Verschlucken. EL: Τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων όταν εισπνέεται και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Toxic: danger of very serious irreversible effects through inhalation and if swallowed. FR: Toxique: danger d'effets irréversibles très graves par inhalation et par ingestion. IT: Tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi per inalazione e ingestione. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij inademing en opname door de mond. PT: Tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves por inalação e ingestão. FI: Myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara hengitettynä ja nieltynä. SV: Giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid inandning och förtäring. R39/24/25 ES: Tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por contacto con la piel e ingestión. DA: Giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved hudkontakt og indtagelse. DE: Giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens bei Berührung mit der Haut und durch Verschlucken. EL: Τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Toxic: danger of very serious irreversible effects in contact with skin and if swallowed. FR: Toxique: danger d'effets irréversibles très graves par contact avec la peau et par ingestion. IT: Tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij aanraking met de huid en opname door de mond. PT: Tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves em contacto com a pele e por ingestão. FI: Myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid hudkontakt och förtäring. R39/23/24/25 ES: Tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por inhalación, contacto con la piel e ingestión. DA: Giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved indånding, hudkontakt og indtagelse. DE: Giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens durch Einatmen, Berührung mit der Haut und durch Verschlucken. EL: Τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων όταν εισπνέεται, σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Toxic: danger of very serious irreversible effects through inhalation, in contact with skin and if swallowed. FR: Toxique: danger d'effets irréversibles très graves par inhalation, par contact avec la peau et par ingestion. IT: Tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi per inalazione, a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij inademing, aanraking met de huid en opname door de mond. PT: Tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves por inalação, em contacto com a pele e por ingestão. FI: Myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara hengitettynä, joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid inandning, hudkontakt och förtäring. R39/26 ES: Muy tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por inhalación. DA: Meget giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved indånding. DE: Sehr giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens durch Einatmen. EL: Πολύ τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων όταν εισπνέεται. EN: Very toxic: danger of very serious irreversible effects through inhalation. FR: Très toxique: danger d'effets irréversibles très graves par inhalation. IT: Molto tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi per inalazione. NL: Zeer vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij inademing. PT: Muito tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves por inalação. FI: Erittäin myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara hengitettynä. SV: Mycket giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid inandning. R39/27 ES: Muy tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por contacto con la piel. DA: Meget giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved hudkontakt. DE: Sehr giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens bei Berührung mit der Haut. EL: Πολύ τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων σε επαφή με το δέρμα. EN: Very toxic: danger of very serious irreversible effects in contact with skin. FR: Très toxique: danger d'effets irréversibles très graves par contact avec la peau. IT: Molto tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi a contatto con la pelle. NL: Zeer vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij aanraking met de huid. PT: Muito tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves em contacto com a pele. FI: Erittäin myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara joutuessaan iholle. SV: Mycket giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid hudkontakt. R39/28 ES: Muy tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por ingestión. DA: Meget giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved indtagelse. DE: Sehr giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens durch Verschlucken. EL: Πολύ τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Very toxic: danger of very serious irreversible effects if swallowed. FR: Très toxique: danger d'effets irréversibles très graves par ingestion. IT: Molto tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi per ingestione. NL: Zeer vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij opname door de mond. PT: Muito tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves por ingestão. FI: Erittäin myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara nieltynä. SV: Mycket giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid förtäring. R39/26/27 ES: Muy tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por inhalación y contacto con la piel. DA: Meget giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved indånding og hudkontakt. DE: Sehr giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens durch Einatmen und bei Berührung mit der Haut. EL: Πολύ τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων όταν εισπνέεται και σε επαφή με το δέρμα. EN: Very toxic: danger of very serious irreversible effects through inhalation and in contact with skin. FR: Très toxique: danger d'effets irréversibles très graves par inhalation et par contact avec la peau. IT: Molto tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi per inalazione e a contatto con la pelle. NL: Zeer vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij inademing en aanraking met de huid. PT: Muito tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves por inalação e em contacto com a pele. FI: Erittäin myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara hengitettynä ja joutuessaan iholle. SV: Mycket giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid inandning och hudkontakt. R39/26/28 ES: Muy tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por inhalación e ingestión. DA: Meget giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved indånding og indtagelse. DE: Sehr giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens durch Einatmen und durch Verschlucken. EL: Πολύ τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων όταν εισπνέεται και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Very toxic: danger of very serious irreversible effects through inhalation and if swallowed. FR: Très toxique: danger d'effets irréversibles très graves par inhalation et par ingestion. IT: Molto tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi per inalazione e ingestione. NL: Zeer vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij inademing en opname door de mond. PT: Muito tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves por inalação e ingestão. FI: Erittäin myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara hengitettynä ja nieltynä. SV: Mycket giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid inandning och förtäring. R39/27/28 ES: Muy tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por contacto con la piel e ingestión. DA: Meget giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved hudkontakt og indtagelse. DE: Sehr giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens bei Berührung mit der Haut und durch Verschlucken. EL: Πολύ τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Very toxic: danger of very serious irreversible effects in contact with skin and if swallowed. FR: Très toxique: danger d'effets irréversibles très graves par contact avec la peau et par ingestion. IT: Molto tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Zeer vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij aanraking met de huid en opname door de mond. PT: Muito tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves em contacto com a pele e por ingestão. FI: Erittäin myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Mycket giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid hudkontakt och förtäring. R39/26/27/28 ES: Muy tóxico: peligro de efectos irreversibles muy graves por inhalación, contacto con la piel e ingestión. DA: Meget giftig: fare for varig alvorlig skade på helbred ved indånding, hudkontakt og indtagelse. DE: Sehr giftig: ernste Gefahr irreversiblen Schadens durch Einatmen, Berührung mit der Haut und durch Verschlucken. EL: Πολύ τοξικό: κίνδυνος πολύ σοβαρών μόνιμων επιδράσεων όταν εισπνέεται, σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Very toxic: danger of very serious irreversible effects through inhalation, in contact with skin and if swallowed. FR: Très toxique: danger d'effets irréversibles très graves par inhalation, par contact avec la peau et par ingestion. IT: Molto tossico: pericolo di effetti irreversibili molto gravi per inalazione, a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Zeer vergiftig: gevaar voor ernstige onherstelbare effecten bij inademing, aanraking met de huid en opname door de mond. PT: Muito tóxico: perigo de efeitos irreversíveis muito graves por inalação, em contacto com a pele e por ingestão. FI: Erittäin myrkyllistä: erittäin vakavien pysyvien vaurioiden vaara hengitettynä, joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Mycket giftigt: risk för mycket allvarliga bestående hälsoskador vid inandning, hudkontakt och förtäring. R42/43 ES: Posibilidad de sensibilización por inhalación y por contacto con la piel. DA: Kan give overfølsomhed ved indånding og ved kontakt med huden. DE: Sensibilisierung durch Einatmen und Hautkontakt möglich. EL: Μπορεί να προκαλέσει ευαισθητοποίηση όταν εισπνέεται και σε επαφή με το δέρμα. EN: May cause sensitisation by inhalation and skin contact. FR: Peut entraîner une sensibilisation par inhalation et par contact avec la peau. IT: Può provocare sensibilizzazione per inalazione e contatto con la pelle. NL: Kan overgevoeligheid veroorzaken bij inademing of contact met de huid. PT: Pode causar sensibilização por inalação e em contacto com a pele. FI: Altistuminen hengitysteitse ja ihokosketus voi aiheuttaa herkistymistä. SV: Kan ge allergi vid inandning och hudkontakt. R48/20 ES: Nocivo: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por inhalación. DA: Farlig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved indånding. DE: Gesundheitsschädlich: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Einatmen. EL: Επιβλαβές: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση όταν εισπνέεται. EN: Harmful: danger of serious damage to health by prolonged exposure through inhalation. FR: Nocif: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par inhalation. IT: Nocivo: pericolo di gravi danni per la salute in caso di esposizione prolungata per inalazione. NL: Schadelijk: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij inademing. PT: Nocivo: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada por inalação. FI: Terveydelle haitallista: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle hengitettynä. SV: Farligt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom inandning. R48/21 ES: Nocivo: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por contacto con la piel. DA: Farlig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved hudkontakt. DE: Gesundheitsschädlich: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Berührung mit der Haut. EL: Επιβλαβές: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση σε επαφή με το δέρμα. EN: Harmful: danger of serious damage to health by prolonged exposure in contact with skin. FR: Nocif: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par contact avec la peau. IT: Nocivo: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata a contatto con la pelle. NL: Schadelijk: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij aanraking met de huid. PT: Nocivo: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada em contacto com a pele. FI: Terveydelle haitallista: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle joutuessaan iholle. SV: Farligt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom hudkontakt. R48/22 ES: Nocivo: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por ingestión. DA: Farlig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Verschlucken. EL: Επιβλαβές: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Harmful: danger of serious damage to health by prolonged exposure if swallowed. FR: Nocif: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par ingestion. IT: Nocivo: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata per ingestione. NL: Schadelijk: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij opname door de mond. PT: Nocivo: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada por ingestão. FI: Terveydelle haitallista: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle nieltynä. SV: Farligt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom förtäring. R48/20/21 ES: Nocivo: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por inhalación y contacto con la piel. DA: Farlig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved indånding og hudkontakt. DE: Gesundheitsschädlich: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Einatmen und durch Berührung mit der Haut. EL: Επιβλαβές: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση όταν εισπνέεται και σε επαφή με το δέρμα. EN: Harmful: danger of serious damage to health by prolonged exposure through inhalation and in contact with skin. FR: Nocif: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par inhalation et par contact avec la peau. IT: Nocivo: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata per inalazione e a contatto con la pelle. NL: Schadelijk: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij inademing en aanraking met de huid. PT: Nocivo: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada por inalação e em contacto com a pele. FI: Terveydelle haitallista: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle hengitettynä ja joutuessaan iholle. SV: Farligt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom inandning och hudkontakt. R48/20/22 ES: Nocivo: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por inhalación e ingestión. DA: Farlig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved indånding og indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Einatmen und durch Verschlucken. EL: Επιβλαβές: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση όταν εισπνέεται και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Harmful: danger of serious damage to health by prolonged exposure through inhalation and if swallowed. FR: Nocif: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par inhalation et par ingestion. IT: Nocivo: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata per inalazione e ingestione. NL: Schadelijk: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij inademing en opname door de mond. PT: Nocivo: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada por inalação e ingestão. FI: Terveydelle haitallista: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle hengitettynä ja nieltynä. SV: Farligt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom inandning och förtäring. R48/21/22 ES: Nocivo: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por contacto con la piel e ingestión. DA: Farlig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved hudkontakt og indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Berührung mit der Haut und durch Verschlucken. EL: Επιβλαβές: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Harmful: danger of serious damage to health by prolonged exposure in contact with skin and if swallowed. FR: Nocif: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par contact avec la peau et par ingestion. IT: Nocivo: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Schadelijk: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij aanraking met de huid en opname door de mond. PT: Nocivo: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada em contacto com a pele e por ingestão. FI: Terveydelle haitallista: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Farligt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom hudkontakt och förtäring. R48/20/21/22 ES: Nocivo: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por inhalación, contacto con la piel e ingestión. DA: Farlig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved indånding, hudkontakt og indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Einatmen, Berührung mit der Haut und durch Verschlucken. EL: Επιβλαβές: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση όταν εισπνέεται, σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Harmful: danger of serious damage to health by prolonged exposure through inhalation, in contact with skin and if swallowed. FR: Nocif: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par inhalation, par contact avec la peau et par ingestion. IT: Nocivo: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata per inalazione, a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Schadelijk: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij inademing, aanraking met de huid en opname door de mond. PT: Nocivo: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada por inalação, em contacto com a pele e por ingestão. FI: Terveydelle haitallista: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle hengitettynä, joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Farligt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom inandning, hudkontakt och förtäring. R48/23 ES: Tóxico: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por inhalación. DA: Giftig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved indånding. DE: Giftig: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Einatmen. EL: Τοξικό: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση όταν εισπνέεται. EN: Toxic: danger of serious damage to health by prolonged exposure through inhalation. FR: Toxique: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par inhalation. IT: Tossico: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata per inalazione. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij inademing. PT: Tóxico: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada por inalação. FI: Myrkyllistä: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle hengitettynä. SV: Giftigt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom inandning. R48/24 ES: Tóxico: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por contacto con la piel. DA: Giftig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved hudkontakt. DE: Giftig: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Berührung mit der Haut. EL: Τοξικό: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση σε επαφή με το δέρμα. EN: Toxic: danger of serious damage to health by prolonged exposure in contact with skin. FR: Toxique: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par contact avec la peau. IT: Tossico: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata a contatto con la pelle. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij aanraking met de huid. PT: Tóxico: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada em contacto com a pele. FI: Myrkyllistä: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle joutuessaan iholle. SV: Giftigt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom hudkontakt. R48/25 ES: Tóxico: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por ingestión. DA: Giftig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved indtagelse. DE: Giftig: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Verschlucken. EL: Τοξικό: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Toxic: danger of serious damage to health by prolonged exposure if swallowed. FR: Toxique: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par ingestion. IT: Tossico: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata per ingestione. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij opname door de mond. PT: Tóxico: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada por ingestão. FI: Myrkyllistä: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle nieltynä. SV: Giftigt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom förtäring. R48/23/24 ES: Tóxico: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por inhalación y contacto con la piel. DA: Giftig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved indånding og hudkontakt. DE: Giftig: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Einatmen und durch Berührung mit der Haut. EL: Τοξικό: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση όταν εισπνέεται και σε επαφή με το δέρμα. EN: Toxic: danger of serious damage to health by prolonged exposure through inhalation and in contact with skin. FR: Toxique: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par inhalation et par contact avec la peau. IT: Tossico: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata per inalazione e a contatto con la pelle. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij inademing en aanraking met de huid. PT: Tóxico: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada por inalação e em contacto com a pele. FI: Myrkyllistä: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle hengitettynä ja joutuessaan iholle. SV: Giftigt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom inandning och hudkontakt. R48/23/25 ES: Tóxico: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por inhalación e ingestión. DA: Giftig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved indånding og indtagelse. DE: Giftig: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Einatmen und durch Verschlucken. EL: Τοξικό: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση όταν εισπνέεται και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Toxic: danger of serious damage to health by prolonged exposure through inhalation and if swallowed. FR: Toxique: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par inhalation et par ingestion. IT: Tossico: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata per inalazione ed ingestione. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij inademing en opname door de mond. PT: Tóxico: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada por inalação e ingestão. FI: Myrkyllistä: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle hengitettynä ja nieltynä. SV: Giftigt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom inandning och förtäring. R48/24/25 ES: Tóxico: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por contacto con la piel e ingestión. DA: Giftig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved hudkontakt og indtagelse. DE: Giftig: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Berührung mit der Haut und durch Verschlucken. EL: Τοξικό: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Toxic: danger of serious damage to health by prolonged exposure in contact with skin and if swallowed. FR: Toxique: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par contact avec la peau et par ingestion. IT: Tossico: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij aanraking met de huid en opname door de mond. PT: Tóxico: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada em contacto com a pele e por ingestão. FI: Myrkyllistä: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Giftigt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom hudkontakt och förtäring. R48/23/24/25 ES: Tóxico: riesgo de efectos graves para la salud en caso de exposición prolongada por inhalación, contacto con la piel e ingestión. DA: Giftig: alvorlig sundhedsfare ved længere tids påvirkning ved indånding, hudkontakt og indtagelse. DE: Giftig: Gefahr ernster Gesundheitsschäden bei längerer Exposition durch Einatmen, Berührung mit der Haut und durch Verschlucken. EL: Τοξικό: κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση όταν εισπνέεται, σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Toxic: danger of serious damage to health by prolonged exposure through inhalation, in contact with skin and if swallowed. FR: Toxique: risque d'effets graves pour la santé en cas d'exposition prolongée par inhalation, par contact avec la peau et par ingestion. IT: Tossico: pericolo di gravi danni alla salute in caso di esposizione prolungata per inalazione, a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Vergiftig: gevaar voor ernstige schade aan de gezondheid bij langdurige blootstelling bij inademing, aanraking met de huid en opname door de mond. PT: Tóxico: risco de efeitos graves para a saúde em caso de exposição prolongada por inalação, em contacto com a pele e por ingestão. FI: Myrkyllistä: pitkäaikainen altistus voi aiheuttaa vakavaa haittaa terveydelle hengitettynä, joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Giftigt: risk för allvarliga hälsoskador vid långvarig exponering genom inandning, hudkontakt och förtäring. R50/53 ES: Muy tóxico para los organismos acuáticos, puede provocar a largo plazo efectos negativos en el medio ambiente acuático. DA: Meget giftig for organismer, der lever i vand; kan forårsage uønskede langtidsvirkninger i vandmiljøet. DE: Sehr giftig für Wasserorganismen, kann in Gewässern längerfristig schädliche Wirkungen haben. EL: Πολύ τοξικό για τους υδρόβιους οργανισμούς, μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες δυσμενείς επιπτώσεις στο υδάτινο περιβάλλον. EN: Very toxic to aquatic organisms, may cause long-term adverse effects in the aquatic environment. FR: Très toxique pour les organismes aquatiques, peut entraîner des effets néfastes à long terme pour l'environnement aquatique. IT: Altamente tossico per gli organismi acquatici, può provocare a lungo termine effetti negativi per l'ambiente acquatico. NL: Zeer vergiftig voor in het water levende organismen; kan in het aquatisch milieu op lange termijn schadelijke effecten veroorzaken. PT: Muito tóxico para os organismos aquáticos, podendo causar efeitos nefastos a longo prazo no ambiente aquático. FI: Erittäin myrkyllistä vesieliöille, voi aiheuttaa pitkäaikaisia haittavaikutuksia vesiympäristössä. SV: Mycket giftigt för vattenlevande organismer, kan orsaka skadliga långtidseffekter i vattenmiljön. R51/53 ES: Tóxico para los organismos acuáticos, puede provocar a largo plazo efectos negativos en el medio ambiente acuático. DA: Giftig for organismer, der lever i vand; kan forårsage uønskede langtidsvirkninger i vandmiljøet. DE: Giftig für Wasserorganismen, kann in Gewässern längerfristig schädliche Wirkungen haben. EL: Τοξικό για τους υδρόβιους οργανισμούς, μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες δυσμενείς επιπτώσεις στο υδάτινο περιβάλλον. EN: Toxic to aquatic organisms, may cause long-term adverse effects in the aquatic environment. FR: Toxique pour les organismes aquatiques, peut entraîner des effets néfastes à long terme pour l'environnement aquatique. IT: Tossico per gli organismi acquatici, può provocare a lungo termine effetti negativi per l'ambiente acquatico. NL: Vergiftig voor in het water levende organismen; kan in het aquatisch milieu op lange termijn schadelijke effecten veroorzaken. PT: Tóxico para os organismos aquáticos, podendo causar efeitos nefastos a longo prazo no ambiente aquático. FI: Myrkyllistä vesieliöille, voi aiheuttaa pitkäaikaisia haittavaikutuksia vesiympäristössä. SV: Giftigt för vattenlevande organismer, kan orsaka skadliga långtidseffekter i vattenmiljön. R52/53 ES: Nocivo para los organismos acuáticos, puede provocar a largo plazo efectos negativos en el medio ambiente acuático. DA: Skadelig for organismer, der lever i vand; kan forårsage uønskede langtidsvirkninger i vandmiljøet. DE: Schädlich für Wasserorganismen, kann in Gewässern längerfristig schädliche Wirkungen haben. EL: Επιβλαβές για τους υδρόβιους οργανισμούς, μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες δυσμενείς επιπτώσεις στο υδάτινο περιβάλλον. EN: Harmful to aquatic organisms, may cause long-term adverse effects in the aquatic environment. FR: Nocif pour les organismes aquatiques, peut entraîner des effets néfastes à long terme pour l'environnement aquatique. IT: Nocivo per gli organismi acquatici, può provocare a lungo termine effetti negativi per l'ambiente acquatico. NL: Schadelijk voor in het water levende organismen; kan in het aquatisch milieu op lange termijn schadelijke effecten veroorzaken. PT: Nocivo para os organismos aquáticos, podendo causar efeitos nefastos a longo prazo no ambiente aquático. FI: Haitallista vesieliöille, voi aiheuttaa pitkäaikaisia haittavaikutuksia vesiympäristössä. SV: Skadligt för vattenlevande organismer, kan orsaka skadliga långtidseffekter i vattenmiljön. R68/20 ES: Nocivo: posibilidad de efectos irreversibles por inhalación. DA: Farlig: mulighed for varig skade på helbred ved indånding. DE: Gesundheitsschädlich: Möglichkeit irreversiblen Schadens durch Einatmen. EL: Επιβλαβές: πιθανοί κίνδυνοι μονίμων επιδράσεων όταν εισπνέεται. EN: Harmful: possible risk of irreversible effects through inhalation. FR: Nocif: possibilité d'effets irréversibles par inhalation. IT: Nocivo: possibilità di effetti irreversibili per inalazione. NL: Schadelijk: bij inademing zijn onherstelbare effecten niet uitgesloten. PT: Nocivo: possibilidade de efeitos irreversíveis por inalação. FI: Terveydelle haitallista: pysyvien vaurioiden vaara hengitettynä. SV: Farligt: möjlig risk för bestående hälsoskador vid inandning. R68/21 ES: Nocivo: posibilidad de efectos irreversibles por contacto con la piel DA: Farlig: mulighed for varig skade på helbred ved hudkontakt. DE: Gesundheitsschädlich: Möglichkeit irreversiblen Schadens bei Berührung mit der Haut. EL: Επιβλαβές: πιθανοί κίνδυνοι μονίμων επιδράσεων σε επαφή με το δέρμα. EN: Harmful: possible risk of irreversible effects in contact with skin. FR: Nocif: possibilité d'effets irréversibles par contact avec la peau. IT: Nocivo: possibilità di effetti irreversibili a contatto con la pelle. NL: Schadelijk: bij aanraking met de huid zijn onherstelbare effecten niet uitgesloten. PT: Nocivo: possibilidade de efeitos irreversíveis em contacto com a pele. FI: Terveydelle haitallista: pysyvien vaurioiden vaara joutuessaan iholle. SV: Farligt: möjlig risk för bestående hälsoskador vid hudkontakt. R68/22 ES: Nocivo: posibilidad de efectos irreversibles por ingestión. DA: Farlig: mulighed for varig skade på helbred ved indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich: Möglichkeit irreversiblen Schadens durch Verschlucken. EL: Επιβλαβές: πιθανοί κίνδυνοι μονίμων επιδράσεων σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Harmful: possible risk of irreversible effects if swallowed. FR: Nocif: possibilité d'effets irréversibles par ingestion. IT: Nocivo: possibilità di effetti irreversibili per ingestione. NL: Schadelijk: bij opname door de mond zijn onherstelbare effecten niet uitgesloten. PT: Nocivo: possibilidade de efeitos irreversíveis por ingestão. FI: Terveydelle haitallista: pysyvien vaurioiden vaara nieltynä. SV: Farligt: möjlig risk för bestående hälsoskador vid förtäring. R68/20/21 ES: Nocivo: posibilidad de efectos irreversibles por inhalación y contacto con la piel. DA: Farlig: mulighed for varig skade på helbred ved indånding og hudkontakt. DE: Gesundheitsschädlich: Möglichkeit irreversiblen Schadens durch Einatmen und bei Berührung mit der Haut. EL: Επιβλαβές: πιθανοί κίνδυνοι μονίμων επιδράσεων όταν εισπνέεται και σε επαφή με το δέρμα. EN: Harmful: possible risk of irreversible effects through inhalation and in contact with skin. FR: Nocif: possibilité d'effets irréversibles par inhalation et par contact avec la peau. IT: Nocivo: possibilità di effetti irreversibili per inalazione e a contatto con la pelle. NL: Schadelijk: bij inademing en aanraking met de huid zijn onherstelbare effecten niet uitgesloten. PT: Nocivo: possibilidade de efeitos irreversíveis por inalação e em contacto com a pele. FI: Terveydelle haitallista: pysyvien vaurioiden vaara hengitettynä ja joutuessaan iholle. SV: Farligt: möjlig risk för bestående hälsoskador vid inandning och hudkontakt. R68/20/22 ES: Nocivo: posibilidad de efectos irreversibles por inhalación e ingestión. DA: Farlig: mulighed for varig skade på helbred ved indånding og indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich: Möglichkeit irreversiblen Schadens durch Einatmen und durch Verschlucken. EL: Επιβλαβές: πιθανοί κίνδυνοι μονίμων επιδράσεων όταν εισπνέεται και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Harmful: possible risk of irreversible effects through inhalation and if swallowed. FR: Nocif: possibilité d'effets irréversibles par inhalation et par ingestion. IT: Nocivo: possibilità di effetti irreversibili per inalazione e ingestione. NL: Schadelijk: bij inademing en opname door de mond zijn onherstelbare effecten niet uitgesloten. PT: Nocivo: possibilidade de efeitos irreversíveis por inalação e ingestão. FI: Terveydelle haitallista: pysyvien vaurioiden vaara hengitettynä ja nieltynä. SV: Farligt: möjlig risk för bestående hälsoskador vid inandning och förtäring. R68/21/22 ES: Nocivo: posibilidad de efectos irreversibles por contacto con la piel e ingestión. DA: Farlig: mulighed for varig skade på helbred ved hudkontakt og indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich: Möglichkeit irreversiblen Schadens bei Berührung mit der Haut und durch Verschlucken. EL: Επιβλαβές: πιθανοί κίνδυνοι μονίμων επιδράσεων σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Harmful: possible risk of irreversible effects in contact with skin and if swallowed. FR: Nocif: possibilité d'effets irréversibles par contact avec la peau et par ingestion. IT: Nocivo: possibilità di effetti irreversibili a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Schadelijk: bij aanraking met de huid en opname door de mond zijn onherstelbare effecten niet uitgesloten. PT: Nocivo: possibilidade de efeitos irreversíveis em contacto com a pele e por ingestão. FI: Terveydelle haitallista: pysyvien vaurioiden vaara joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Farligt: möjlig risk för bestående hälsoskador vid hudkontakt och förtäring. R68/20/21/22 ES: Nocivo: posibilidad de efectos irreversibles por inhalación, contacto con la piel e ingestión. DA: Farlig: mulighed for varig skade på helbred ved indånding, hudkontakt og indtagelse. DE: Gesundheitsschädlich: Möglichkeit irreversiblen Schadens durch Einatmen, Berührung mit der Haut und durch Verschlucken. EL: Επιβλαβές: πιθανοί κίνδυνοι μονίμων επιδράσεων όταν εισπνέεται, σε επαφή με το δέρμα και σε περίπτωση καταπόσεως. EN: Harmful: possible risk of irreversible effects through inhalation, in contact with skin and if swallowed. FR: Nocif: possibilité d'effets irréversibles par inhalation, par contact avec la peau et par ingestion. IT: Nocivo: possibilità di effetti irreversibili per inalazione, a contatto con la pelle e per ingestione. NL: Schadelijk: bij inademing, aanraking met de huid en opname door de mond zijn onherstelbare effecten niet uitgesloten. PT: Nocivo: possibilidade de efeitos irreversíveis por inalação, em contacto com a pele e por ingestão. FI: Terveydelle haitallista: pysyvien vaurioiden vaara hengitettynä, joutuessaan iholle ja nieltynä. SV: Farligt: möjlig risk för bestående hälsoskador vid inandning, hudkontakt och förtäring. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4 ANEXO IV/BILAG IV/ANHANG IV/ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV/ANNEX IV/ANNEXE IV/ALLEGATO IV/BIJLAGE IV/ANEXO IV/LIITE IV/BILAGA IV ANEXO IV Consejos de prudencia relativos a las sustancias y preparados peligrosos /BILAG IV Forsigtighedsregler for farlige stoffer og præparater /ANHANG IV Sicherheitsratschläge für gefährliche Stoffe und Zubereitungen /ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV Οδηγίες ασφαλούς χρήσης που αφορούν επικίνδυνες χημικές ουσίες και παρασκευάσματα /ANNEX IV Safety advice concerning dangerous substances and preparations /ANNEXE IV Conseils de prudence concernant les substances et préparations dangereuses /ALLEGATO IV Consigli di prudenza riguardanti le sostanze e preparati pericolosi /BIJLAGE IV Veiligheidsaanbevelingen met betrekking tot gevaarlijke stoffen en preparaten /ANEXO IV Conselhos de prudência relativos a substâncias e preparações perigosas /LIITE IV Vaarallisten aineiden ja valmisteiden turvallisuusohjeet /BILAGA IV Skyddsfraser för farliga ämnen och beredningar S1 ES: Consérvese bajo llave. DA: Opbevares under lås. DE: Unter Verschluss aufbewahren. EL: Να φυλάσσεται κλειδωμένο. EN: Keep locked up. FR: Conserver sous clé. IT: Conservare sotto chiave. NL: Achter slot bewaren. PT: Guardar fechado à chave. FI: Säilytettävä lukitussa tilassa. SV: Förvaras i låst utrymme. S2 ES: Manténgase fuera del alcance de los niños. DA: Opbevares utilgængeligt for børn. DE: Darf nicht in die Hände von Kindern gelangen. EL: Μακρυά από παιδιά. EN: Keep out of the reach of children. FR: Conserver hors de portée des enfants. IT: Conservare fuori della portata dei bambini. NL: Buiten bereik van kinderen bewaren. PT: Manter fora do alcance das crianças. FI: Säilytettävä lasten ulottumattomissa. SV: Förvaras oåtkomligt för barn. S3 ES: Consérvese en lugar fresco. DA: Opbevares køligt. DE: Kühl aufbewahren. EL: Να φυλάσσεται σε δροσερό μέρος. EN: Keep in a cool place. FR: Conserver dans un endroit frais. IT: Conservare in luogo fresco. NL: Op een koele plaats bewaren. PT: Guardar em lugar fresco. FI: Säilytettävä viileässä. SV: Förvaras svalt. S4 ES: Manténgase lejos de locales habitados. DA: Må ikke opbevares i nærheden af beboelse. DE: Von Wohnplätzen fernhalten. EL: Μακρυά από κατοικημένους χώρους. EN: Keep away from living quarters. FR: Conserver à l'écart de tout local d'habitation. IT: Conservare lontano da locali di abitazione. NL: Verwijderd van woonruimten opbergen. PT: Manter fora de qualquer zona de habitação. FI: Ei saa säilyttää asuintiloissa. SV: Förvaras avskilt från bostadsutrymmen. S5 ES: Consérvese en ... (líquido apropiado a especificar por el fabricante). DA: Opbevares under ... (en egnet væske, som angives af fabrikanten). DE: Unter ... aufbewahren (geeignete Flüssigkeit vom Hersteller anzugeben). EL: Να διατηρείται το περιεχόμενο μέσα σε ... (το είδος του κατάλληλου υγρού καθορίζεται από τον παραγωγό). EN: Keep contents under ... (appropriate liquid to be specified by the manufacturer). FR: Conserver sous ... (liquide approprié à spécifier par le fabricant). IT: Conservare sotto ... (liquido appropriato da indicarsi da parte del fabbricante). NL: Onder ... houden (geschikte vloeistof aan te geven door fabrikant). PT: Manter sob ... (líquido apropriado a especificar pelo produtor). FI: Sisältö säilytettävä ... (tarkoitukseen soveltuvan nesteen ilmoittaa valmistaja/maahantuoja). SV: Förvara innehållet i ... (lämplig vätska anges av tillverkaren). S6 ES: Consérvese en ... (gas inerte a especificar por el fabricante). DA: Opbevares under ... (en inaktiv gas, som angives af fabrikanten). DE: Unter ... aufbewahren (inertes Gas vom Hersteller anzugeben). EL: Να διατηρείται σε ατμόσφαιρα ... (το είδος του αδρανούς αερίου καθορίζεται από τον παραγωγό). EN: Keep under ... (inert gas to be specified by the manufacturer). FR: Conserver sous ... (gaz inerte à spécifier par le fabricant). IT: Conservare sotto ... (gas inerte da indicarsi da parte del fabbricante). NL: Onder ... houden (inert gas aan te geven door fabrikant). PT: Manter sob ... (gás inerte a especificar pelo produtor). FI: Säilytettävä ... (inertin kaasun ilmoittaa valmistaja/maahantuoja). SV: Förvaras i ... (inert gas anges av tillverkaren). S7 ES: Manténgase el recipiente bien cerrado. DA: Emballagen skal holdes tæt lukket. DE: Behälter dicht geschlossen halten. EL: Το δοχείο να διατηρείται ερμητικά κλεισμένο. EN: Keep container tightly closed. FR: Conserver le récipient bien fermé. IT: Conservare il recipiente ben chiuso. NL: In goed gesloten verpakking bewaren. PT: Manter o recipiente bem fechado. FI: Säilytettävä tiiviisti suljettuna. SV: Förpackningen förvaras väl tillsluten. S8 ES: Manténgase el recipiente en lugar seco. DA: Emballagen skal opbevares tørt. DE: Behälter trocken halten. EL: Το δοχείο να προστατεύεται από την υγρασία. EN: Keep container dry. FR: Conserver le récipient à l'abri de l'humidité. IT: Conservare al riparo dall'umidità. NL: Verpakking droog houden. PT: Manter o recipiente ao abrigo da humidade. FI: Säilytettävä kuivana. SV: Förpackningen förvaras torrt. S9 ES: Consérvese el recipiente en lugar bien ventilado. DA: Emballagen skal opbevares på et godt ventileret sted. DE: Behälter an einem gut gelüfteten Ort aufbewahren. EL: Το δοχείο να διατηρείται σε καλά αεριζόμενο μέρος. EN: Keep container in a well-ventilated place. FR: Conserver le récipient dans un endroit bien ventilé. IT: Conservare il recipiente in luogo ben ventilato. NL: Op een goed geventileerde plaats bewaren. PT: Manter o recipiente num local bem ventilado. FI: Säilytettävä paikassa, jossa on hyvä ilmanvaihto. SV: Förpackningen förvaras på väl ventilerad plats. S12 ES: No cerrar el recipiente herméticamente. DA: Emballagen må ikke lukkes tæt. DE: Behälter nicht gasdicht verschließen. EL: Μη διατηρείτε το δοχείο ερμητικά κλεισμένο. EN: Do not keep the container sealed. FR: Ne pas fermer hermétiquement le récipient. IT: Non chiudere ermeticamente il recipiente. NL: De verpakking niet hermetisch sluiten. PT: Não fechar o recipiente hermeticamente. FI: Pakkausta ei saa sulkea ilmatiiviisti. SV: Förpackningen får inte tillslutas lufttätt. S13 ES: Manténgase lejos de alimentos, bebidas y piensos. DA: Må ikke opbevares sammen med fødevarer, drikkevarer og foderstoffer. DE: Von Nahrungsmitteln, Getränken und Futtermitteln fernhalten. EL: Μακρυά από τρόφιμα, ποτά και ζωοτροφές. EN: Keep away from food, drink and animal feedingstuffs. FR: Conserver à l'écart des aliments et boissons, y compris ceux pour animaux. IT: Conservare lontano da alimenti o mangimi e da bevande. NL: Verwijderd houden van eet- en drinkwaren en van diervoeder. PT: Manter afastado de alimentos e bebidas, incluindo os dos animais. FI: Ei saa säilyttää yhdessä elintarvikkeiden eikä eläinravinnon kanssa. SV: Förvaras åtskilt från livsmedel och djurfoder. S14 ES: Consérvese lejos de ... (materiales incompatibles a especificar por el fabricante). DA: Opbevares adskilt fra ... (uforligelige stoffer, som angives af fabrikanten). DE: Von ... fernhalten (inkompatible Substanzen sind vom Hersteller anzugeben). EL: Μακρυά από ... (ασύμβατες ουσίες καθορίζονται από τον παραγωγό). EN: Keep away from ... (incompatible materials to be indicated by the manufacturer). FR: Conserver à l'écart des ... (matières incompatibles à indiquer par le fabricant). IT: Conservare lontano da ... (sostanze incompatibili da precisare da parte del produttore). NL: Verwijderd houden van ... (stoffen waarmee contact vermeden dient te worden aan te geven door de fabrikant). PT: Manter afastado de ... (matérias incompatíveis a indicar pelo produtor). FI: Säilytettävä erillään ... (yhteensopimattomat aineet ilmoittaa valmistaja/maahantuoja). SV: Förvaras åtskilt från ... (oförenliga ämnen anges av tillverkaren). S15 ES: Conservar alejado del calor. DA: Må ikke udsættes for varme. DE: Vor Hitze schützen. EL: Μακρυά από θερμότητα. EN: Keep away from heat. FR: Conserver à l'écart de la chaleur. IT: Conservare lontano dal calore. NL: Verwijderd houden van warmte. PT: Manter afastado do calor. FI: Suojattava lämmöltä. SV: Får inte utsättas för värme. S16 ES: Conservar alejado de toda llama o fuente de chispas - No fumar. DA: Holdes væk fra antændelseskilder - Rygning forbudt. DE: Von Zündquellen fernhalten - Nicht rauchen. EL: Μακρυά από πηγές ανάφλεξης - Απαγορεύεται το κάπνισμα. EN: Keep away from sources of ignition - No smoking. FR: Conserver à l'écart de toute flamme ou source d'étincelles - Ne pas fumer. IT: Conservare lontano da fiamme e scintille - Non fumare. NL: Verwijderd houden van ontstekingsbronnen - Niet roken. PT: Manter afastado de qualquer chama ou fonte de ignição - Não fumar. FI: Eristettävä sytytyslähteistä - Tupakointi kielletty. SV: Förvaras åtskilt från antändningskällor - Rökning förbjuden. S17 ES: Manténgase lejos de materias combustibles. DA: Holdes væk fra brandbare stoffer. DE: Von brennbaren Stoffen fernhalten. EL: Μακρυά από καύσιμα υλικά. EN: Keep away from combustible material. FR: Tenir à l'écart des matières combustibles. IT: Tenere lontano da sostanze combustibili. NL: Verwijderd houden van brandbare stoffen. PT: Manter afastado de matérias combustíveis. FI: Säilytettävä erillään syttyvistä kemikaaleista. SV: Förvaras åtskilt från brandfarliga ämnen. S18 ES: Manipúlese y ábrase el recipiente con prudencia. DA: Emballagen skal behandles og åbnes med forsigtighed. DE: Behälter mit Vorsicht öffnen und handhaben. EL: Χειριστείτε και ανοίξτε το δοχείο προσεκτικά. EN: Handle and open container with care. FR: Manipuler et ouvrir le récipient avec prudence. IT: Manipolare ed aprire il recipiente con cautela. NL: Verpakking voorzichtig behandelen en openen. PT: Manipular e abrir o recipiente com prudência. FI: Pakkauksen käsittelyssä ja avaamisessa on noudatettava varovaisuutta. SV: Förpackningen hanteras och öppnas försiktigt. S20 ES: No comer ni beber durante su utilización. DA: Der må ikke spises eller drikkes under brugen. DE: Bei der Arbeit nicht essen und trinken. EL: Μην τρώτε ή πίνετε όταν το χρησιμοποιείτε. EN: When using do not eat or drink. FR: Ne pas manger et ne pas boire pendant l'utilisation. IT: Non mangiare né bere durante l'impiego. NL: Niet eten of drinken tijdens gebruik. PT: Não comer nem beber durante a utilização. FI: Syöminen ja juominen kielletty kemikaalia käsiteltäessä. SV: Ät inte eller drick inte under hanteringen S21 ES: No fumar durante su utilización. DA: Der må ikke ryges under brugen. DE: Bei der Arbeit nicht rauchen. EL: Μην καπνίζετε όταν το χρησιμοποιείτε. EN: When using do not smoke. FR: Ne pas fumer pendant l'utilisation. IT: Non fumare durante l'impiego. NL: Niet roken tijdens gebruik. PT: Não fumar durante a utilização. FI: Tupakointi kielletty kemikaalia käytettäessä. SV: Rök inte under hanteringen. S22 ES: No respirar el polvo. DA: Undgå indånding af støv. DE: Staub nicht einatmen. EL: Μην αναπνέετε την σκόνη. EN: Do not breathe dust. FR: Ne pas respirer les poussières. IT: Non respirare le polveri. NL: Stof niet inademen. PT: Não respirar as poeiras. FI: Vältettävä pölyn hengittämistä. SV: Undvik inandning av damm. S23 ES: No respirar los gases/humos/vapores/aerosoles [denominación(es) adecuada(s) a especificar por el fabricante]. DA: Undgå indånding af gas/røg/dampe/aerosol-tåger (den eller de pågældende betegnelser angives af fabrikanten). DE: Gas/Rauch/Dampf/Aerosol nicht einatmen (geeignete Bezeichnung(en) vom Hersteller anzugeben). EL: Μην αναπνέετε αέρια/αναθυμιάσεις/ατμούς/εκνεφώματα (η κατάλληλη διατύπωση καθορίζεται από τον παραγωγό). EN: Do not breathe gas/fumes/vapour/spray (appropriate wording to be specified by the manufacturer). FR: Ne pas respirer les gaz/fumées/vapeurs/aérosols [terme(s) approprié(s) à indiquer par le fabricant]. IT: Non respirare i gas/fumi/vapori/aerosoli [termine(i) appropriato(i) da precisare da parte del produttore]. NL: Gas/rook/damp/spuitnevel niet inademen (toepasselijke term(en) aan te geven door de fabrikant). PT: Não respirar os gases/vapores/fumos/aerossóis [termo(s) apropriado(s) a indicar pelo produtor]. FI: Vältettävä kaasun/huurun/höyryn/sumun hengittämistä (oikean sanamuodon valitsee valmistaja/maahantuoja). SV: Undvik inandning av gas/rök/ånga/dimma (lämplig formulering anges av tillverkaren). S24 ES: Evítese el contacto con la piel. DA: Undgå kontakt med huden. DE: Berührung mit der Haut vermeiden. EL: Αποφεύγετε την επαφή με το δέρμα. EN: Avoid contact with skin. FR: Éviter le contact avec la peau. IT: Evitare il contatto con la pelle. NL: Aanraking met de huid vermijden. PT: Evitar o contacto com a pele. FI: Varottava kemikaalin joutumista iholle. SV: Undvik kontakt med huden. S25 ES: Evítese el contacto con los ojos. DA: Undgå kontakt med øjnene. DE: Berührung mit den Augen vermeiden. EL: Αποφεύγετε την επαφή με τα μάτια. EN: Avoid contact with eyes. FR: Éviter le contact avec les yeux. IT: Evitare il contatto con gli occhi. NL: Aanraking met de ogen vermijden. PT: Evitar o contacto com os olhos. FI: Varottava kemikaalin joutumista silmiin. SV: Undvik kontakt med ögonen. S26 ES: En caso de contacto con los ojos, lávense inmediata y abundantemente con agua y acúdase a un médico. DA: Kommer stoffet i øjnene, skylles straks grundigt med vand og læge kontaktes. DE: Bei Berührung mit den Augen sofort gründlich mit Wasser abspülen und Arzt konsultieren. EL: Σε περίπτωση επαφής με τα μάτια πλύνετέ τα αμέσως με άφθονο νερό και ζητήστε ιατρική συμβουλή. EN: In case of contact with eyes, rinse immediately with plenty of water and seek medical advice. FR: En cas de contact avec les yeux, laver immédiatement et abondamment avec de l'eau et consulter un spécialiste. IT: In caso di contatto con gli occhi, lavare immediatamente e abbondantemente con acqua e consultare un medico. NL: Bij aanraking met de ogen onmiddellijk met overvloedig water afspoelen en deskundig medisch advies inwinnen. PT: Em caso de contacto com os olhos, lavar imediata e abundantemente com água e consultar um especialista. FI: Roiskeet silmistä huuhdeltava välittömästi runsaalla vedellä ja mentävä lääkäriin. SV: Vid kontakt med ögonen, spola genast med mycket vatten och kontakta läkare. S27 ES: Quítese inmediatamente la ropa manchada o salpicada. DA: Tilsmudset tøj tages straks af. DE: Beschmutzte, getränkte Kleidung sofort ausziehen. EL: Αφαιρέστε αμέσως όλα τα ενδύματα που έχουν μολυνθεί. EN: Take off immediately all contaminated clothing. FR: Enlever immédiatement tout vêtement souillé ou éclaboussé. IT: Togliersi di dosso immediatamente gli indumenti contaminati. NL: Verontreinigde kleding onmiddellijk uittrekken. PT: Retirar imediatamente todo o vestuário contaminado. FI: Riisuttava välittömästi saastunut vaatetus. SV: Tag genast av alla nedstänkta kläder. S28 ES: En caso de contacto con la piel, lávese inmediata y abundantemente con ... (productos a especificar por el fabricante). DA: Kommer stof på huden vaskes straks med store mængder ... (angives af fabrikanten). DE: Bei Berührung mit der Haut sofort abwaschen mit viel ... (vom Hersteller anzugeben). EL: Σε περίπτωση επαφής με το δέρμα, πλυθείτε αμέσως με άφθονο ... (το είδος του υγρού καθορίζεται από τον παραγωγό). EN: After contact with skin, wash immediately with plenty of ... (to be specified by the manufacturer). FR: Après contact avec la peau, se laver immédiatement et abondamment avec ... (produits appropriés à indiquer par le fabricant). IT: In caso di contatto con la pelle lavarsi immediatamente ed abbondantemente con ... (prodotti idonei da indicarsi da parte del fabbricante). NL: Na aanraking met de huid onmiddellijk wassen met veel ... (aan te geven door de fabrikant). PT: Após contacto com a pele, lavar imediata e abundantemente com ... (produtos adequados a indicar pelo produtor). FI: Roiskeet iholta huuhdeltava välittömästi runsaalla määrällä ... (aineen ilmoittaa valmistaja/maahantuoja). SV: Vid kontakt med huden tvätta genast med mycket ... (anges av tillverkaren). S29 ES: No tirar los residuos por el desagüe. DA: Må ikke tømmes i kloakafløb. DE: Nicht in die Kanalisation gelangen lassen. EL: Μην αδειάζετε το υπόλοιπο του περιεχομένου στην αποχέτευση. EN: Do not empty into drains. FR: Ne pas jeter les résidus à l'égout. IT: Non gettare i residui nelle fognature. NL: Afval niet in de gootsteen werpen. PT: Não deitar os resíduos no esgoto. FI: Ei saa tyhjentää viemäriin. SV: Töm ej i avloppet. S30 ES: No echar jamás agua a este producto. DA: Hæld aldrig vand på eller i produktet. DE: Niemals Wasser hinzugießen. EL: Ποτέ μην προσθέτετε νερό στο προϊόν αυτό. EN: Never add water to this product. FR: Ne jamais verser de l'eau dans ce produit. IT: Non versare acqua sul prodotto. NL: Nooit water op deze stof gieten. PT: Nunca adicionar água a este produto. FI: Tuotteeseen ei saa lisätä vettä. SV: Häll aldrig vatten på eller i produkten. S33 ES: Evítese la acumulación de cargas electroestáticas. DA: Træf foranstaltninger mod statisk elektricitet. DE: Maßnahmen gegen elektrostatische Aufladungen treffen. EL: Λάβετε προστατευτικά μέτρα έναντι ηλεκτροστατικών εκκενώσεων. EN: Take precautionary measures against static discharges. FR: Éviter l'accumulation de charges électrostatiques. IT: Evitare l'accumulo di cariche elettrostatiche. NL: Maatregelen treffen tegen ontladingen van statische elektriciteit. PT: Evitar acumulação de cargas electrostáticas. FI: Estettävä staattisen sähkön aiheuttama kipinöinti. SV: Vidtag åtgärder mot statisk elektricitet. S35 ES: Elimínense los residuos del producto y sus recipientes con todas las precauciones posibles. DA: Materialet og dets beholder skal bortskaffes på en sikker måde. DE: Abfälle und Behälter müssen in gesicherter Weise beseitigt werden. EL: Το υλικό και ο περιέκτης του πρέπει να διατεθεί με ασφαλή τρόπο. EN: This material and its container must be disposed of in a safe way. FR: Ne se débarrasser de ce produit et de son récipient qu'en prenant toutes les précautions d'usage. IT: Non disfarsi del prodotto e del recipiente se non con le dovute precauzioni. NL: Deze stof en de verpakking op veilige wijze afvoeren. PT: Não se desfazer deste produto e do seu recipiente sem tomar as precauções de segurança devidas. FI: Tämä aine ja sen pakkaus on hävitettävä turvallisesti. SV: Produkt och förpackning skall oskadliggöras på säkert sätt. S36 ES: Úsese indumentaria protectora adecuada. DA: Brug særligt arbejdstøj. DE: Bei der Arbeit geeignete Schutzkleidung tragen. EL: Να φοράτε κατάλληλη προστατευτική ενδυμασία. EN: Wear suitable protective clothing. FR: Porter un vêtement de protection approprié. IT: Usare indumenti protettivi adatti. NL: Draag geschikte beschermende kleding. PT: Usar vestuário de protecção adequado. FI: Käytettävä sopivaa suojavaatetusta. SV: Använd lämpliga skyddskläder. S37 ES: Úsense guantes adecuados. DA: Brug egnede beskyttelseshandsker under arbejdet. DE: Geeignete Schutzhandschuhe tragen. EL: Να φοράτε κατάλληλα γάντια. EN: Wear suitable gloves. FR: Porter des gants appropriés. IT: Usare guanti adatti. NL: Draag geschikte handschoenen. PT: Usar luvas adequadas. FI: Käytettävä sopivia suojakäsineitä. SV: Använd lämpliga skyddshandskar. S38 ES: En caso de ventilación insuficiente, úsese equipo respiratorio adecuado. DA: Brug egnet åndedrætsværn, hvis effektiv ventilation ikke er mulig. DE: Bei unzureichender Belüftung Atemschutzgerät anlegen. EL: Σε περίπτωση ανεπαρκούς αερισμού, χρησιμοποιείτε κατάλληλη αναπνευστική συσκευή. EN: In case of insufficient ventilation, wear suitable respiratory equipment. FR: En cas de ventilation insuffisante, porter un appareil respiratoire approprié. IT: In caso di ventilazione insufficiente, usare un apparecchio respiratorio adatto. NL: Bij ontoereikende ventilatie een geschikte adembescherming dragen. PT: Em caso de ventilação insuficiente, usar equipamento respiratório adequado. FI: Kemikaalin käyttö edellyttää tehokasta ilmanvaihtoa tai sopivaa hengityksensuojainta. SV: Använd lämpligt andningsskydd vid otillräcklig ventilation. S39 ES: Úsese protección para los ojos/la cara. DA: Brug beskyttelsesbriller/ansigtsskærm under arbejdet. DE: Schutzbrille/Gesichtsschutz tragen. EL: Χρησιμοποιείτε συσκευή προστασίας ματιών/προσώπου. EN: Wear eye/face protection. FR: Porter un appareil de protection des yeux/du visage. IT: Proteggersi gli occhi/la faccia. NL: Een bescherming voor de ogen/voor het gezicht dragen. PT: Usar um equipamento protector para os olhos/face. FI: Käytettävä silmien- tai kasvonsuojainta. SV: Använd skyddsglasögon eller ansiktsskydd. S40 ES: Para limpiar el suelo y los objetos contaminados por este producto, úsese ... (a especificar por el fabricante). DA: Gulvet og tilsmudsede genstande renses med ... (midlerne angives af fabrikanten). DE: Fußboden und verunreinigte Gegenstände mit ... reinigen (Material vom Hersteller anzugeben). EL: Για τον καθαρισμό του δαπέδου και όλων των αντικειμένων που έχουν μολυνθεί από το υλικό αυτό χρησιμοποιείτε ... (το είδος καθορίζεται από τον παραγωγό). EN: To clean the floor and all objects contaminated by this material, use ... (to be specified by the manufacturer). FR: Pour nettoyer le sol ou les objets souillés par ce produit, utiliser ... (à préciser par le fabricant). IT: Per pulire il pavimento e gli oggetti contaminati da questo prodotto, usare ... (da precisare da parte del produttore). NL: Voor de reiniging van de vloer en alle voorwerpen verontreinigd met dit materiaal, ... gebruiken (aan te geven door de fabrikant). PT: Para limpeza do chão e objectos contaminados por este produto, utilizar ... (a especificar pelo produtor). FI: Kemikaali puhdistettava pinnoilta käyttäen ... (kemikaalin ilmoittaa valmistaja/maahantuoja). SV: Golv och förorenade föremål tvättas med ... (anges av tillverkaren). S41 ES: En caso de incendio y/o de explosión no respire los humos. DA: Undgå at indånde røgen ved brand eller eksplosion. DE: Explosions- und Brandgase nicht einatmen. EL: Σε περίπτωση πυρκαγιάς ή/και εκρήξεως μην αναπνέετε τους καπνούς. EN: In case of fire and/or explosion do not breathe fumes. FR: En cas d'incendie et/ou d'explosion, ne pas respirer les fumées. IT: In caso di incendio e/o esplosione non respirare i fumi. NL: In geval van brand en/of explosie inademen van rook vermijden. PT: Em caso de incêndio e/ou explosão não respirar os fumos. FI: Vältettävä palamisessa tai räjähdyksessä muodostuvan savun hengittämistä. SV: Undvik inandning av rök vid brand eller explosion. S42 ES: Durante las fumigaciones/pulverizaciones, úsese equipo respiratorio adecuado [denominación(es) adecuada(s) a especificar por el fabricante]. DA: Brug egnet åndedrætsværn ved rygning/sprøjtning (den eller de pågældende betegnelser angives af fabrikanten). DE: Beim Räuchern/Versprühen geeignetes Atemschutzgerät anlegen (geeignete Bezeichnung(en) vom Hersteller anzugeben). EL: Κατά τη διάρκεια υποκαπνισμού/ψεκάσματος χρησιμοποιείτε κατάλληλη αναπνευστική συσκευή (η κατάλληλη διατύπωση καθορίζεται από τον παραγωγό). EN: During fumigation/spraying wear suitable respiratory equipment (appropriate wording to be specified by the manufacturer). FR: Pendant les fumigations/pulvérisations, porter un appareil respiratoire approprié [terme(s) approprié(s) à indiquer par le fabricant]. IT: Durante le fumigazioni/polimerizzazioni usare un apparecchio respiratorio adatto [termine(i) appropriato(i) da precisare da parte del produttore]. NL: Tijdens de ontsmetting/bespuiting een geschikte adembescherming dragen (geschikte term(en) door de fabrikant aan te geven). PT: Durante as fumigações/pulverizações usar equipamento respiratório adequado [termo(s) adequado(s) a indicar pelo produtor]. FI: Kaasutuksen/ruiskutuksen aikana käytettävä sopivaa hengityksensuojainta (oikean sanamuodon valitsee valmistaja/maahantuoja). SV: Använd lämpligt andningsskydd vid gasning/sprutning (specificeras av tillverkaren). S43 ES: En caso de incendio, utilizar ... (los medios de extinción los debe especificar el fabricante). (Si el agua aumenta el riesgo, se deberá añadir: "No usar nunca agua"). DA: Brug ... ved brandslukning (den nøjagtige type brandslukningsudstyr angives af fabrikanten. Såfremt vand ikke må bruges tilføjes: "Brug ikke vand"). DE: Zum Löschen ... (vom Hersteller anzugeben) verwenden. (Wenn Wasser die Gefahr erhöht, anfügen: "Kein Wasser verwenden".). EL: Σε περίπτωση πυρκαγιάς χρησιμοποιείτε ... (Αναφέρεται το ακριβές είδος μέσων πυρόσβεσης. Εάν το νερό αυξάνει τον κίνδυνο, προστίθεται: "Μη χρησιμοποιείτε ποτέ νερό"). EN: In case of fire, use ... (indicate in the space the precise type of fire-fighting equipment. If water increases risk, add "Never use water"). FR: En cas d'incendie, utiliser ... (moyens d'extinction à préciser par le fabricant. Si l'eau augmente les risques, ajouter: "Ne jamais utiliser d'eau"). IT: In caso di incendio usare ... (mezzi estinguenti idonei da indicarsi da parte del fabbricante. Se l'acqua aumenta il rischio precisare "Non usare acqua"). NL: In geval van brand ... gebruiken (blusmiddelen aan te duiden door de fabrikant. Indien water het risico vergroot toevoegen: "Nooit water gebruiken."). PT: Em caso de incêndio, utilizar ... (meios de extinção a especificar pelo produtor. Se a água aumentar os riscos, acrescentar "Nunca utilizar água"). FI: Sammutukseen käytettävä ... (ilmoitettava sopiva sammutusmenetelmä. Jos vesi lisää vaaraa, lisättävä sanat: Sammutukseen ei saa käyttää vettä). SV: Vid brandsläckning använd ... (ange lämplig metod. Om vatten ökar riskerna, lägg till: "Använd aldrig vatten"). S45 ES: En caso de accidente o malestar, acúdase inmediatamente al médico (si es posible, muéstresele la etiqueta). DA: Ved ulykkestilfælde eller ved ildebefindende er omgående lægebehandling nødvendig; vis etiketten, hvis det er muligt. DE: Bei Unfall oder Unwohlsein sofort Arzt zuziehen (wenn möglich, dieses Etikett vorzeigen). EL: Σε περίπτωση ατυχήματος ή αν αισθανθείτε αδιαθεσία ζητήστε αμέσως ιατρική συμβουλή (δείξτε την ετικέττα αν είναι δυνατό). EN: In case of accident or if you feel unwell, seek medical advice immediately (show the label where possible). FR: En cas d'accident ou de malaise, consulter immédiatement un médecin (si possible, lui montrer l'étiquette). IT: In caso di incidente o di malessere consultare immediatamente il medico (se possibile, mostrargli l'etichetta). NL: Bij een ongeval of indien men zich onwel voelt, onmiddellijk een arts raadplegen (indien mogelijk hem dit etiket tonen). PT: Em caso de acidente ou de indisposição, consultar imediatamente o médico (se possível mostrar-lhe o rótulo). FI: Onnettomuuden sattuessa tai tunnettaessa pahoinvointia hakeuduttava heti lääkärin hoitoon (näytettävä tätä etikettiä, mikäli mahdollista). SV: Vid olycksfall, illamående eller annan påverkan, kontakta omedelbart läkare. Visa om möjligt etiketten. S46 ES: En caso de ingestión, acúdase inmediatamente al médico y muéstresele la etiqueta o el envase. DA: Ved indtagelse, kontakt omgående læge og vis denne beholder eller etiket. DE: Bei Verschlucken sofort ärztlichen Rat einholen und Verpackung oder Etikett vorzeigen. EL: Σε περίπτωση κατάποσης ζητήστε αμέσως ιατρική συμβουλή και δείξτε αυτό το δοχείο ή την ετικέττα. EN: If swallowed, seek medical advice immediately and show this container or label. FR: En cas d'ingestion, consulter immédiatement un médecin et lui montrer l'emballage ou l'étiquette. IT: In caso d'ingestione consultare immediatamente il medico e mostrargli il contenitore o l'etichetta. NL: In geval van inslikken onmiddellijk een arts raadplegen en verpakking of etiket tonen. PT: Em caso de ingestão, consultar imediatamente o médico e mostrar-lhe a embalagem ou o rótulo. FI: Jos ainetta on nielty, hakeuduttava heti lääkärin hoitoon ja näytettävä tämä pakkaus tai etiketti. SV: Vid förtäring kontakta genast läkare och visa denna förpackning eller etiketten. S47 ES: Consérvese a una temperatura no superior a ... °C (a especificar por el fabricante). DA: Må ikke opbevares ved temperaturer på over ... °C (angives af fabrikanten). DE: Nicht bei Temperaturen über ... °C aufbewahren (vom Hersteller anzugeben). EL: Να διατηρείται σε θερμοκρασία που δεν υπερβαίνει τους ... °C (καθορίζεται από τον παραγωγό). EN: Keep at temperature not exceeding ... °C (to be specified by the manufacturer). FR: Conserver à une température ne dépassant pas ... °C (à préciser par le fabricant). IT: Conservare a temperatura non superiore a ... °C (da precisare da parte del fabbricante). NL: Bewaren bij een temperatuur beneden ... °C (aan te geven door de fabrikant). PT: Conservar a uma temperatura que não exceda ... °C (a especificar pelo produtor). FI: Säilytettävä alle ... °C:n lämpötilassa (valmistaja/maahantuoja ilmoittaa lämpötilan). SV: Förvaras vid en temperatur som inte överstiger ... °C (anges av tillverkaren). S48 ES: Consérvese húmedo con ... (medio apropiado a especificar por el fabricante). DA: Holdes befugtet med ... (passende middel angives af fabrikanten). DE: Feucht halten mit ... (geeignetes Mittel vom Hersteller anzugeben). EL: Να διατηρείται υγρό με ... (το κατάλληλο υλικό καθορίζεται από τον παραγωγό). EN: Keep wet with ... (appropriate material to be specified by the manufacturer). FR: Maintenir humide avec ... (moyen approprié à préciser par le fabricant). IT: Mantenere umido con ... (mezzo appropriato da precisare da parte del fabbricante). NL: Inhoud vochtig houden met ... (middel aan te geven door de fabrikant). PT: Manter húmido com ... (material adequado a especificar pelo produtor). FI: Säilytettävä kosteana ... (valmistaja/maahantuoja ilmoittaa sopivan aineen). SV: Innehållet skall hållas fuktigt med ... (lämpligt material anges av tillverkaren). S49 ES: Consérvese únicamente en el recipiente de origen. DA: Må kun opbevares i den originale emballage. DE: Nur im Originalbehälter aufbewahren. EL: Διατηρείται μόνο μέσα στο αρχικό δοχείο. EN: Keep only in the original container. FR: Conserver uniquement dans le récipient d'origine. IT: Conservare soltanto nel recipiente originale. NL: Uitsluitend in de oorspronkelijke verpakking bewaren. PT: Conservar unicamente no recipiente de origem. FI: Säilytettävä vain alkuperäispakkauksessa. SV: Förvaras endast i originalförpackningen. S50 ES: No mezclar con ... (a especificar por el fabricante). DA: Må ikke blandes med ... (angives af fabrikanten). DE: Nicht mischen mit ... (vom Hersteller anzugeben). EL: Να μην αναμειχθεί με ... (καθορίζεται από τον παραγωγό). EN: Do not mix with ... (to be specified by the manufacturer). FR: Ne pas mélanger avec ... (à spécifier par le fabricant). IT: Non mescolare con ... (da specificare da parte del fabbricante). NL: Niet vermengen met ... (aan te geven door de fabrikant). PT: Não misturar com ... (a especificar pelo produtor). FI: Ei saa sekoittaa ... (valmistaja/maahantuoja ilmoittaa aineen) kanssa. SV: Blanda inte med ... (anges av tillverkaren). S51 ES: Úsese únicamente en lugares bien ventilados. DA: Må kun bruges på steder med god ventilation. DE: Nur in gut gelüfteten Bereichen verwenden. EL: Να χρησιμοποιείται μόνο σε καλά αεριζόμενο χώρο. EN: Use only in well-ventilated areas. FR: Utiliser seulement dans des zones bien ventilées. IT: Usare soltanto in luogo ben ventilato. NL: Uitsluitend op goed geventileerde plaatsen gebruiken. PT: Utilizar somente em locais bem ventilados. FI: Huolehdittava hyvästä ilmanvaihdosta. SV: Sörj för god ventilation. S52 ES: No usar sobre grandes superficies en locales habitados. DA: Bør ikke anvendes til større flader i beboelses- eller opholdsrum. DE: Nicht großflächig für Wohn- und Aufenthaltsräume zu verwenden. EL: Δεν συνιστάται η χρήση σε ευρείες επιφάνειες σε εσωτερικούς χώρους. EN: Not recommended for interior use on large surface areas. FR: Ne pas utiliser sur de grandes surfaces dans les locaux habités. IT: Non utilizzare su grandi superfici in locali abitati. NL: Niet voor gebruik op grote oppervlakken in woon- en verblijfruimten. PT: Não utilizar em grandes superfícies nos locais habitados. FI: Ei suositella sisäkäyttöön laajoilla pinnoilla. SV: Olämpligt för användning inomhus vid behandling av stora ytor. S53 ES: Evítese la exposición - recábense instrucciones especiales antes del uso. DA: Undgå enhver kontakt - indhent særlige anvisninger før brug. DE: Exposition vermeiden - vor Gebrauch besondere Anweisungen einholen. EL: Αποφεύγετε την έκθεση - εφοδιαστείτε με τις ειδικές οδηγίες πριν από τη χρήση. EN: Avoid exposure - obtain special instructions before use. FR: Éviter l'exposition - se procurer des instructions spéciales avant l'utilisation. IT: Evitare l'esposizione - procurarsi speciali istruzioni prima dell'uso. NL: Blootstelling vermijden - vóór gebruik speciale aanwijzingen raadplegen. PT: Evitar a exposição - obter instruções específicas antes da utilização. FI: Vältettävä altistumista - ohjeet luettava ennen käyttöä. SV: Undvik exponering - Begär specialinstruktioner före användning. S56 ES: Elimínense esta sustancia y su recipiente en un punto de recogida pública de residuos especiales o peligrosos. DA: Aflever dette materiale og dets beholder til et indsamlingssted for farligt affald og problemaffald. DE: Dieses Produkt und seinen Behälter der Problemabfallentsorgung zuführen. EL: Το υλικό αυτό και ο περιέκτης του να εναποτεθούν σε χώρο συλλογής επικινδύνων ή ειδικών αποβλήτων. EN: Dispose of this material and its container to hazardous or special waste collection point. FR: Éliminer ce produit et son récipient dans un centre de collecte des déchets dangereux ou spéciaux. IT: Smaltire questo materiale e i relativi contenitori in un punto di raccolta rifiuti pericolosi o speciali. NL: Deze stof en de verpakking naar inzamelpunt voor gevaarlijk of bijzonder afval brengen. PT: Eliminar este produto e o seu recipiente, enviando-os para local autorizado para a recolha de resíduos perigosos ou especiais. FI: Tämä aine ja sen pakkaus on toimitettava ongelmajätteen vastaanottopaikkaan. SV: Lämna detta material och dess behållare till insamlingsställe för farligt avfall. S57 ES: Utilícese un envase de seguridad adecuado para evitar la contaminación del medio ambiente. DA: Skal indesluttes forsvarligt for at undgå miljøforurening. DE: Zur Vermeidung einer Kontamination der Umwelt geeigneten Behälter verwenden. EL: Να χρησιμοποιηθεί ο κατάλληλος περιέκτης για να αποφευχθεί μόλυνση του περιβάλλοντος. EN: Use appropriate container to avoid environmental contamination. FR: Utiliser un récipient approprié pour éviter toute contamination du milieu ambiant. IT: Usare contenitori adeguati per evitare l'inquinamento ambientale. NL: Neem passende maatregelen om verspreiding in het milieu te voorkomen. PT: Utilizar um recipiente adequado para evitar a contaminação do ambiente. FI: Käytettävä sopivaa säilytystapaa ympäristön likaantumisen ehkäisemiseksi. SV: Förvaras på lämpligt sätt för att undvika miljöförorening. S59 ES: Remitirse al fabricante o proveedor para obtener información sobre su recuperación/reciclado. DA: Indhent oplysninger om genvinding/genanvendelse hos producenten/leverandøren. DE: Informationen zur Wiederverwendung/Wiederverwertung beim Hersteller/Lieferanten erfragen. EL: Ζητήστε πληροφορίες από τον παραγωγό/προμηθευτή για ανάκτηση/ανακύκλωση. EN: Refer to manufacturer/supplier for information on recovery/recycling. FR: Consulter le fabricant/fournisseur pour des informations relatives à la récupération/au recyclage. IT: Richiedere informazioni al produttore/fornitore per il recupero/riciclaggio. NL: Raadpleeg fabrikant/leverancier voor informatie over terugwinning/recycling. PT: Solicitar ao produtor/fornecedor informações relativas à sua recuperação/reciclagem. FI: Hanki valmistajalta/luovuttajalta tietoja uudelleenkäytöstä/kierrätyksestä. SV: Rådfråga tillverkare/leverantör om återvinning/återanvändning. S60 ES: Elimínense el producto y su recipiente como residuos peligrosos. DA: Dette materiale og dets beholder skal bortskaffes som farligt affald. DE: Dieses Produkt und sein Behälter sind als gefährlicher Abfall zu entsorgen. EL: Το υλικό και ο περιέκτης του να θεωρηθούν κατά τη διάθεση τους επικίνδυνα απόβλητα. EN: This material and its container must be disposed of as hazardous waste. FR: Éliminer le produit et son récipient comme un déchet dangereux. IT: Questo materiale e il suo contenitore devono essere smaltiti come rifiuti pericolosi. NL: Deze stof en de verpakking als gevaarlijk afval afvoeren. PT: Este produto e o seu recipiente devem ser eliminados como resíduos perigosos. FI: Tämä aine ja sen pakkaus on käsiteltävä ongelmajätteenä. SV: Detta material och dess behållare skall tas om hand som farligt avfall. S61 ES: Evítese su liberación al medio ambiente. Recábense instrucciones específicas de la ficha de datos de seguridad. DA: Undgå udledning til miljøet. Se særlig vejledning/leverandørbrugsanvisning. DE: Freisetzung in die Umwelt vermeiden. Besondere Anweisungen einholen/Sicherheitsdatenblatt zu Rate ziehen. EL: Αποφύγετε την ελευθέρωσή του στο περιβάλλον. Αναφερθείτε σε ειδικές οδηγίες/δελτίο δεδομένων ασφαλείας. EN: Avoid release to the environment. Refer to special instructions/safety data sheets. FR: Éviter le rejet dans l'environnement. Consulter les instructions spéciales/la fiche de données de sécurité. IT: Non disperdere nell'ambiente. Riferirsi alle istruzioni speciali/ schede informative in materia di sicurezza. NL: Voorkom lozing in het milieu. Vraag om speciale instructies/veiligheidskaart. PT: Evitar a libertação para o ambiente. Obter instruções específicas/fichas de segurança. FI: Vältettävä päästämistä ympäristöön. Lue erityisohjeet/käyttöturvallisuustiedote. SV: Undvik utsläpp till miljön. Läs särskilda instruktioner/varuinformationsblad. S62 ES: En caso de ingestión no provocar el vómito: acúdase inmediatamente al médico y muéstresele la etiqueta o el envase. DA: Ved indtagelse, undgå at fremprovokere opkastning: kontakt omgående læge og vis denne beholder eller etiket. DE: Bei Verschlucken kein Erbrechen herbeiführen. Sofort ärztlichen Rat einholen und Verpackung oder dieses Etikett vorzeigen. EL: Σε περίπτωση κατάποσης να μην προκληθεί εμετός: ζητήστε αμέσως ιατρική συμβουλή και δείξτε αυτό το δοχείο ή την ετικέττα του. EN: If swallowed, do not induce vomiting: seek medical advice immediately and show this container or label. FR: En cas d'ingestion, ne pas faire vomir. Consulter immédiatement un médecin et lui montrer l'emballage ou l'étiquette. IT: In caso di ingestione non provocare il vomito: consultare immediatamente il medico e mostrargli il contenitore o l'etichetta. NL: Bij inslikken niet het braken opwekken; direct een arts raadplegen en de verpakking of het etiket tonen. PT: Em caso de ingestão, não provocar o vómito. Consultar imediatamente um médico e mostrar-lhe a embalagem ou o rótulo. FI: Jos kemikaalia on nielty, ei saa oksennuttaa: hakeuduttava välittömästi lääkärin hoitoon ja näytettävä tämä pakkaus tai etiketti. SV: Vid förtäring, framkalla ej kräkning. Kontakta genast läkare och visa denna förpackning eller etiketten. S63 ES: En caso de accidente por inhalación, alejar a la víctima de la zona contaminada y mantenerla en reposo. DA: Ved ulykkestilfælde ved indånding bringes tilskadekomne ud i frisk luft og holdes i ro. DE: Bei Unfall durch Einatmen: Verunfallten an die frische Luft bringen und ruhigstellen. EL: Σε περίπτωση ατυχήματος λόγω εισπονής: απομακρύνετε το θύμα από το μολυσμένο χώρο και αφήστε το να ηρεμήσει. EN: In case of accident by inhalation: remove casualty to fresh air and keep at rest. FR: En cas d'accident par inhalation, transporter la victime hors de la zone contaminée et la garder au repos. IT: In caso di incidente per inalazione, allontanare l'infortunato dalla zona contaminata e mantenerlo a riposo. NL: Bij een ongeval door inademing: slachtoffer in de frisse lucht brengen en laten rusten. PT: Em caso de inalação acidental, remover a vítima da zona contaminada e mantê-la em repouso. FI: Jos ainetta on onnettomuuden sattuessa hengitetty: siirrä henkilö raittiiseen ilmaan ja pidä hänet levossa. SV: Vid olycksfall via inandning, flytta den drabbade till frisk luft och låt vila. S64 ES: En caso de ingestión, enjuáguese la boca con agua (solamente si la persona está consciente). DA: Ved indtagelse, skyl munden med vand (kun hvis personen er ved bevidsthed). DE: Bei Verschlucken Mund mit Wasser ausspülen (nur wenn Verunfallter bei Bewusstsein ist). EL: Σε περίπτωση κατάποσης, ξεπλύνετε το στόμα με νερό (μόνο εφόσον το θύμα διατηρεί τις αισθήσεις του). EN: If swallowed, rinse mouth with water (only if the person is conscious). FR: En cas d'ingestion, rincer la bouche avec de l'eau (seulement si la personne est consciente). IT: In caso di ingestione, sciacquare la bocca con acqua (solamente se l'infortunato è cosciente). NL: Bij inslikken, mond met water spoelen (alleen als de persoon bij bewustzijn is). PT: Em caso de ingestão, lavar repetidamente a boca com água (apenas se a vítima estiver consciente). FI: Jos ainetta on nielty, huuhtele suu vedellä (vain jos henkilö on tajuissaan). SV: Vid förtäring, skölj munnen med vatten (endast om personen är vid medvetande) Combinación de frases-S Kombination af S-sætninger Kombination der S-Sätze Συνδυασμός των S-φράσεων Combination of S-phrases Combinaison des phrases S Combinazioni delle frasi S Combinatie van S-zinnen Combinação das frases S Yhdistetyt S-lausekkeet Sammansatta S-fraser S1/2 ES: Consérvese bajo llave y manténgase fuera del alcance de los niños. DA: Opbevares under lås og utilgængeligt for børn. DE: Unter Verschluss und für Kinder unzugänglich aufbewahren. EL: Φυλάξτε το κλειδωμένο και μακρυά από παιδιά. EN: Keep locked up and out of the reach of children. FR: Conserver sous clef et hors de portée des enfants. IT: Conservare sotto chiave e fuori della portata dei bambini. NL: Achter slot en buiten bereik van kinderen bewaren. PT: Guardar fechado à chave e fora do alcance das crianças. FI: Säilytettävä lukitussa tilassa ja lasten ulottumattomissa. SV: Förvaras i låst utrymme och oåtkomligt för barn. S3/7 ES: Consérvese el recipiente bien cerrado y en lugar fresco. DA: Emballagen opbevares tæt lukket på et køligt sted. DE: Behälter dicht geschlossen halten und an einem kühlen Ort aufbewahren. EL: Διατηρείστε το δοχείο ερμητικά κλεισμένο σε δροσερό μέρος. EN: Keep container tightly closed in a cool place. FR: Conserver le récipient bien fermé dans un endroit frais. IT: Tenere il recipiente ben chiuso in luogo fresco. NL: Gesloten verpakking op een koele plaats bewaren. PT: Conservar em recipiente bem fechado em lugar fresco. FI: Säilytettävä tiiviisti suljettuna viileässä paikassa. SV: Förpackningen förvaras väl tillsluten och svalt. S3/9/14 ES: Consérvese en lugar fresco y bien ventilado y lejos de ... (materiales incompatibles, a especificar por el fabricante). DA: Opbevares køligt, godt ventileret og adskilt fra ... (uforligelige stoffer angives af fabrikanten). DE: An einem kühlen, gut gelüfteten Ort, entfernt von ... aufbewahren (die Stoffe, mit denen Kontakt vermieden werden muss, sind vom Hersteller anzugeben). EL: Διατηρείται σε δροσερό και καλά αεριζόμενο μέρος μακρυά από ... (ασύμβατα υλικά που υποδεικνύονται από τον παραγωγό). EN: Keep in a cool, well-ventilated place away from ... (incompatible materials to be indicated by the manufacturer). FR: Conserver dans un endroit frais et bien ventilé à l'écart des ... (matières incompatibles à indiquer par le fabricant). IT: Conservare in luogo fresco e ben ventilato lontano da ... (materiali incompatibili da precisare da parte del fabbricante). NL: Bewaren op een koele, goed geventileerde plaats verwijderd van ... (stoffen waarmee contact vermeden dient te worden, aan te geven door de fabrikant). PT: Conservar em lugar fresco e bem ventilado ao abrigo de ... (matérias incompatíveis a indicar pelo produtor). FI: Säilytettävä erillään ... (yhteensopimattomat aineet ilmoittaa valmistaja/maahantuoja) viileässä paikassa, jossa on hyvä ilmanvaihto. SV: Förvaras svalt, på väl ventilerad plats åtskilt från ... (oförenliga ämnen anges av tillverkaren). S3/9/14/49 ES: Consérvese únicamente en el recipiente de origen, en lugar fresco y bien ventilado y lejos de ... (materiales incompatibles, a especificar por el fabricante). DA: Må kun opbevares i originalemballagen på et køligt, godt ventileret sted og adskilt fra ... (uforligelige stoffer angives af fabrikanten). DE: Nur im Originalbehälter an einem kühlen, gut gelüfteten Ort, entfernt von ... aufbewahren (die Stoffe, mit denen Kontakt vermieden werden muss, sind vom Hersteller anzugeben). EL: Διατηρείται μόνο μέσα στο αρχικό δοχείο σε δροσερό και καλά αεριζόμενο μέρος μακρυά από ... (ασύμβατα υλικά που υποδεικνύονται από τον παραγωγό). EN: Keep only in the original container in a cool, well-ventilated place away from ... (incompatible materials to be indicated by the manufacturer). FR: Conserver uniquement dans le récipient d'origine dans un endroit frais et bien ventilé à l'écart de ... (matières incompatibles à indiquer par le fabricant). IT: Conservare soltanto nel contenitore originale in luogo fresco e ben ventilato lontano da ... (materiali incompatibili da precisare da parte del fabbricante). NL: Uitsluitend in de oorspronkelijke verpakking bewaren op een koele, goed geventileerde plaats verwijderd van ... (stoffen waarmee contact vermeden dient te worden, aan te geven door de fabrikant). PT: Conservar unicamente no recipiente de origem, em lugar fresco e bem ventilado ao abrigo de ... (matérias incompatíveis a indicar pelo produtor). FI: Säilytettävä alkuperäispakkauksessa viileässä paikassa, jossa on hyvä ilmanvaihto erillään ... (yhteensopimattomat aineet ilmoittaa valmistaja/maahantuoja). SV: Förvaras endast i originalförpackningen på sval, väl ventilerad plats åtskilt från ... (oförenliga ämnen anges av tillverkaren). S3/9/49 ES: Consérvese únicamente en el recipiente de origen, en lugar fresco y bien ventilado. DA: Må kun opbevares i originalemballagen på et køligt, godt ventileret sted. DE: Nur im Originalbehälter an einem kühlen, gut gelüfteten Ort aufbewahren. EL: Διατηρείται μόνο μέσα στο αρχικό δοχείο σε δροσερό και καλά αεριζόμενο μέρος. EN: Keep only in the original container in a cool, well-ventilated place. FR: Conserver uniquement dans le récipient d'origine dans un endroit frais et bien ventilé. IT: Conservare soltanto nel contenitore originale in luogo fresco e ben ventilato. NL: Uitsluitend in de oorspronkelijke verpakking bewaren op een koele, goed geventileerde plaats. PT: Conservar unicamente no recipiente de origem, em lugar fresco e bem ventilado. FI: Säilytettävä alkuperäispakkauksessa viileässä paikassa, jossa on hyvä ilmanvaihto. SV: Förvaras endast i originalförpackningen på sval, väl ventilerad plats. S3/14 ES: Consérvese en lugar fresco y lejos de ... (materiales incompatibles, a especificar por el fabricante). DA: Opbevares køligt og adskilt fra ... (uforligelige stoffer angives af fabrikanten). DE: An einem kühlen, von ... entfernten Ort aufbewahren (die Stoffe, mit denen Kontakt vermieden werden muss, sind vom Hersteller anzugeben). EL: Διατηρείται σε δροσερό μέρος μακρυά από ... (ασύμβατα υλικά που υποδεικνύονται από τον παραγωγό). EN: Keep in a cool place away from ... (incompatible materials to be indicated by the manufacturer). FR: Conserver dans un endroit frais à l'écart des ... (matières incompatibles à indiquer par le fabricant). IT: Conservare in luogo fresco lontano da ... (materiali incompatibili da precisare da parte del fabbricante). NL: Bewaren op een koele plaats verwijderd van ... (stoffen waarmee contact vermeden dient te worden, aan te geven door de fabrikant). PT: Conservar em lugar fresco ao abrigo de ... (matérias incompatíveis a indicar pelo produtor). FI: Säilytettävä viileässä erillään ... (yhteensopimattomat aineet ilmoittaa valmistaja/maahantuoja). SV: Förvaras svalt och åtskilt från ... (oförenliga ämnen anges av tillverkaren). S7/8 ES: Manténgase el recipiente bien cerrado y en lugar seco. DA: Emballagen skal holdes tæt lukket og opbevares tørt. DE: Behälter trocken und dicht geschlossen halten. EL: Το δοχείο να διατηρείται ερμητικά κλεισμένο και να προστατεύεται από την υγρασία. EN: Keep container tightly closed and dry. FR: Conserver le récipient bien fermé et à l'abri de l'humidité. IT: Conservare il recipiente ben chiuso e al riparo dall'umidità. NL: Droog houden en in een goed gesloten verpakking bewaren. PT: Conservar o recipiente bem fechado e ao abrigo da humidade. FI: Säilytettävä kuivana ja tiiviisti suljettuna. SV: Förpackningen förvaras väl tillsluten och torrt. S7/9 ES: Manténgase el recipiente bien cerrado y en lugar bien ventilado. DA: Emballagen skal holdes tæt lukket og opbevares på et godt ventileret sted. DE: Behälter dicht geschlossen an einem gut gelüfteten Ort aufbewahren. EL: Το δοχείο να διατηρείται ερμητικά κλεισμένο και σε καλά αεριζόμενο μέρος. EN: Keep container tightly closed and in a well-ventilated place. FR: Conserver le récipient bien fermé et dans un endroit bien ventilé. IT: Tenere il recipiente ben chiuso e in luogo ben ventilato. NL: Gesloten verpakking op een goed geventileerde plaats bewaren. PT: Manter o recipiente bem fechado em local bem ventilado. FI: Säilytettävä tiiviisti suljettuna paikassa, jossa on hyvä ilmanvaihto. SV: Förpackningen förvaras väl tillsluten på väl ventilerad plats. S7/47 ES: Manténgase el recipiente bien cerrado y consérvese a una temperatura no superior a ... °C (a especificar por el fabricante). DA: Emballagen skal holdes tæt lukket og opbevares ved temperaturer på ikke over ... °C (angives af fabrikanten). DE: Behälter dicht geschlossen und nicht bei Temperaturen über ... °C aufbewahren (vom Hersteller anzugeben). EL: Διατηρείστε το δοχείο καλά κλεισμένο σε θερμοκρασία που δεν υπερβαίνει τους ... °C (να καθοριστεί από τον παραγωγό). EN: Keep container tightly closed and at a temperature not exceeding ... °C (to be specified by the manufacturer). FR: Conserver le récipient bien fermé et à une température ne dépassant pas ... °C (à préciser par le fabricant). IT: Tenere il recipiente ben chiuso e a temperatura non superiore a ... °C (da precisare da parte del fabbricante). NL: Gesloten verpakking bewaren bij een temperatuur beneden ... °C (aan te geven door de fabrikant). PT: Manter o recipiente bem fechado e conservar a uma temperatura que não exceda ... °C (a especificar pelo produtor). FI: Säilytettävä tiiviisti suljettuna ja alle ... °C:n lämpötilassa (valmistaja/maahantuoja ilmoittaa lämpötilan). SV: Förpackningen förvaras väl tillsluten vid en temperatur som inte överstiger ... °C (anges av tillverkaren). S20/21 ES: No comer, ni beber, ni fumar durante su utilización. DA: Der må ikke spises, drikkes eller ryges under brugen. DE: Bei der Arbeit nicht essen, trinken oder rauchen. EL: Όταν το χρησιμοποιείτε μην τρώτε, μην πίνετε, μην καπνίζετε. EN: When using do not eat, drink or smoke. FR: Ne pas manger, ne pas boire et ne pas fumer pendant l'utilisation. IT: Non mangiare, né bere, né fumare durante l'impiego. NL: Niet eten, drinken of roken tijdens gebruik. PT: Não comer, beber ou fumar durante a utilização. FI: Syöminen, juominen ja tupakointi kielletty kemikaalia käytettäessä. SV: Ät inte, drick inte eller rök inte under hanteringen. S24/25 ES: Evítese el contacto con los ojos y la piel. DA: Undgå kontakt med huden og øjnene. DE: Berührung mit den Augen und der Haut vermeiden. EL: Αποφεύγετε επαφή με το δέρμα και τα μάτια. EN: Avoid contact with skin and eyes. FR: Éviter le contact avec la peau et les yeux. IT: Evitare il contatto con gli occhi e con la pelle. NL: Aanraking met de ogen en de huid vermijden. PT: Evitar o contacto com a pele e os olhos. FI: Varottava kemikaalin joutumista iholle ja silmiin. SV: Undvik kontakt med huden och ögonen. S27/28 ES: Después del contacto con la piel, quítese inmediatamente toda la ropa manchada o salpicada y lávese inmediata y abundantemente con ... (productos a especificar por el fabricante). DA: Kommer stof på huden, tages tilsmudset tøj straks af og der vaskes med store mængder ... (angives af fabrikanten). DE: Bei Berührung mit der Haut beschmutzte, getränkte Kleidung sofort ausziehen und Haut sofort abwaschen mit viel ... (vom Hersteller anzugeben). EL: Σε περίπτωση επαφής με το δέρμα, αφαιρέστε αμέσως όλα τα μολυσμένα ρούχα και πλύνετε αμέσως με άφθονο ... (το είδος του υγρού καθορίζεται από τον παραγωγό). EN: After contact with skin, take off immediately all contaminated clothing, and wash immediately with plenty of ... (to be specified by the manufacturer). FR: Après contact avec la peau, enlever immédiatement tout vêtement souillé ou éclaboussé et se laver immédiatement et abondamment avec ... (produits appropriés à indiquer par le fabricant). IT: In caso di contatto con la pelle, togliersi di dosso immediatamente gli indumenti contaminati e lavarsi immediatamente e abbondantemente con ... (prodotti idonei da indicarsi da parte del fabbricante). NL: Na contact met de huid, alle besmette kleding onmiddellijk uittrekken en de huid onmiddellijk wassen met veel ... (aan te geven door de fabrikant). PT: Em caso de contacto com a pele, retirar imediatamente toda a roupa contaminada e lavar imediata e abundantemente com ... (produto adequado a indicar pelo produtor). FI: Ihokosketuksen jälkeen, saastunut vaatetus on riisuttava välittömästi ja roiskeet huuhdeltava välittömästi runsaalla määrällä ... (aineen ilmoittaa valmistaja/maahantuoja). SV: Vid kontakt med huden, tag genast av alla nedstänkta kläder och tvätta genast med mycket ... (anges av tillverkaren). S29/35 ES: No tirar los residuos por el desagüe; elimínense los residuos del producto y sus recipientes con todas las precauciones posibles. DA: Må ikke tømmes i kloakafløb; materialet og dets beholder skal bortskaffes på en sikker måde. DE: Nicht in die Kanalisation gelangen lassen; Abfälle und Behälter müssen in gesicherter Weise beseitigt werden. EL: Μην αδειάζετε το υπόλοιπο του περιεχομένου στην αποχέτευση, διαθέστε αυτό το υλικό και τον περιέκτη του κατά ασφαλή τρόπο. EN: Do not empty into drains; dispose of this material and its container in a safe way. FR: Ne pas jeter les résidus à l'égout; ne se débarrasser de ce produit et de son récipient qu'en prenant toutes les précautions d'usage. IT: Non gettare i residui nelle fognature; non disfarsi del prodotto e del recipiente se non con le dovute precauzioni. NL: Afval niet in de gootsteen werpen; stof en verpakking op veilige wijze afvoeren. PT: Não deitar os resíduos no esgoto; não eliminar o produto e o seu recipiente sem tomar as precauções de segurança devidas. FI: Ei saa tyhjentää viemäriin; tämä aine ja sen pakkaus on hävitettävä turvallisesti. SV: Töm ej i avloppet, oskadliggör produkt och förpackning på säkert sätt. S29/56 ES: No tirar los residuos por el desagüe; elimínese esta sustancia y su recipiente en un punto de recogida pública de residuos especiales o peligrosos. DA: Må ikke tømmes i kloakafløb, aflever dette materiale og dets beholder til et indsamlingssted for farligt affald og problemaffald. DE: Nicht in die Kanalisation gelangen lassen; dieses Produkt und seinen Behälter der Problemabfallentsorgung zuführen. EL: Μην αδειάζετε το υπόλοιπο του περιεχομένου στην αποχέτευση. Το υλικό αυτό και ο περιέκτης του να εναποτεθούν σε δημόσιο χώρο συλλογής επικινδύνων ή ειδικών αποβλήτων. EN: Do not empty into drains, dispose of this material and its container at hazardous or special waste collection point. FR: Ne pas jeter les résidus à l'égout, éliminer ce produit et son récipient dans un centre de collecte des déchets dangereux ou spéciaux. IT: Non gettare i residui nelle fognature; smaltire questo materiale e i relativi contenitori in un punto di raccolta rifiuti pericolosi o speciali. NL: Afval niet in de gootsteen werpen; deze stof en de verpakking naar een inzamelpunt voor gevaarlijk of bijzonder afval brengen. PT: Não deitar os resíduos no esgoto; eliminar este produto e o seu recipiente enviando-os para local autorizado para a recolha de resíduos perigosos ou especiais. FI: Ei saa tyhjentää viemäriin; tämä aine ja sen pakkaus on toimitettava ongelmajätteen vastaanottopaikkaan. SV: Töm ej i avloppet, lämna detta material och dess behållare till insamlingsställe för farligt avfall. S36/37 ES: Úsense indumentaria y guantes de protección adecuados. DA: Brug særligt arbejdstøj og egnede beskyttelseshandsker. DE: Bei der Arbeit geeignete Schutzhandschuhe und Schutzkleidung tragen. EL: Φοράτε κατάλληλη προστατευτική ενδυμασία και γάντια. EN: Wear suitable protective clothing and gloves. FR: Porter un vêtement de protection et des gants appropriés. IT: Usare indumenti protettivi e guanti adatti. NL: Draag geschikte handschoenen en beschermende kleding. PT: Usar vestuário de protecção e luvas adequadas. FI: Käytettävä sopivaa suojavaatetusta ja suojakäsineitä. SV: Använd lämpliga skyddskläder och skyddshandskar. S36/37/39 ES: Úsense indumentaria y guantes adecuados y protección para los ojos/la cara. DA: Brug særligt arbejdstøj, egnede beskyttelseshandsker og -briller/ansigtsskærm. DE: Bei der Arbeit geeignete Schutzkleidung, Schutzhandschuhe und Schutzbrille/Gesichtsschutz tragen. EL: Φοράτε κατάλληλη προστατευτική ενδυμασία, γάντια και συσκευή προστασίας ματιών/προσώπου. EN: Wear suitable protective clothing, gloves and eye/face protection. FR: Porter un vêtement de protection approprié, des gants et un appareil de protection des yeux/du visage. IT: Usare indumenti protettivi e guanti adatti e proteggersi gli occhi/la faccia. NL: Draag geschikte beschermende kleding, handschoenen en een beschermingsmiddel voor de ogen/het gezicht. PT: Usar vestuário de protecção, luvas e equipamento protector para os olhos/face adequados. FI: Käytettävä sopivaa suojavaatetusta, suojakäsineitä ja silmien- tai kasvonsuojainta. SV: Använd lämpliga skyddskläder, skyddshandskar samt skyddsglasögon eller ansiktsskydd. S36/39 ES: Úsense indumentaria adecuada y protección para los ojos/la cara. DA: Brug særligt arbejdstøj og egnede beskyttelsesbriller/ansigtsskærm. DE: Bei der Arbeit geeignete Schutzkleidung und Schutzbrille/Gesichtsschutz tragen. EL: Φοράτε κατάλληλη προστατευτική ενδυμασία και συσκευή προστασίας ματιών/προσώπου. EN: Wear suitable protective clothing and eye/face protection. FR: Porter un vêtement de protection approprié et un appareil de protection des yeux/du visage. IT: Usare indumenti protettivi adatti e proteggersi gli occhi/la faccia. NL: Draag geschikte beschermende kleding en een beschermingsmiddel voor de ogen/het gezicht. PT: Usar vestuário de protecção e equipamento protector para os olhos/face adequados. FI: Käytettävä sopivaa suojavaatetusta ja silmien- tai kasvonsuojainta. SV: Använd lämpliga skyddskläder samt skyddsglasögon eller ansiktsskydd. S37/39 ES: Úsense guantes adecuados y protección para los ojos/la cara. DA: Brug egnede beskyttelseshandsker og -briller/ansigtsskærm under arbejdet. DE: Bei der Arbeit geeignete Schutzhandschuhe und Schutzbrille/Gesichtsschutz tragen. EL: Φοράτε κατάλληλα γάντια και συσκευή προστασίας ματιών/προσώπου. EN: Wear suitable gloves and eye/face protection. FR: Porter des gants appropriés et un appareil de protection des yeux/du visage. IT: Usare guanti adatti e proteggersi gli occhi/la faccia. NL: Draag geschikte handschoenen en een beschermingsmiddel voor de ogen/het gezicht. PT: Usar luvas e equipamento protector para os olhos/face adequados. FI: Käytettävä sopivia suojakäsineitä ja silmien- tai kasvonsuojainta. SV: Använd lämpliga skyddshandskar samt skyddsglasögon eller ansiktsskydd. S47/49 ES: Consérvese únicamente en el recipiente de origen y a temperatura no superior a ... °C (a especificar por el fabricante). DA: Må kun opbevares i originalemballagen ved en temperatur på ikke over ... °C (angives af fabrikanten). DE: Nur im Originalbehälter bei einer Temperatur von nicht über ... °C (vom Hersteller anzugeben) aufbewahren. EL: Διατηρείται μόνο μέσα στο αρχικό δοχείο σε θερμοκρασία που δέν υπερβαίνει τους ... °C (καθορίζεται από τον παραγωγό). EN: Keep only in the original container at a temperature not exceeding ... °C (to be specified by the manufacturer). FR: Conserver uniquement dans le récipient d'origine à une température ne dépassant pas ... °C (à préciser par le fabricant). IT: Conservare soltanto nel contenitore originale a temperatura non superiore a ... °C (da precisare da parte del fabbricante). NL: Uitsluitend in de oorspronkelijke verpakking bewaren bij een temperatuur beneden ... °C (aan te geven door de fabrikant). PT: Conservar unicamente no recipiente de origem a temperatura que não exceda ... °C (a especificar pelo produtor). FI: Säilytettävä alkuperäispakkauksessa alle ... °C:n lämpötilassa (valmistaja/maahantuoja ilmoittaa lämpötilan). SV: Förvaras endast i originalförpackningen vid en temperatur som inte överstiger ... °C (anges av tillverkaren). ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5Α EN: B.13/14. Mutagenicity - reverse mutation test using bacteria. (Δεν αφορά την ES γλώσσα) (Δεν αφορά την DA γλώσσα) (Δεν αφορά την DE γλώσσα) (Δεν αφορά την EL γλώσσα) (Δεν αφορά την FR γλώσσα) (Δεν αφορά την IT γλώσσα) (Δεν αφορά την NL γλώσσα) (Δεν αφορά την PT γλώσσα) (Δεν αφορά την FI γλώσσα) (Δεν αφορά την SV γλώσσα) ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5Β FR: L'administration du témoin positif par une voie différente de celle utilisée pour la substance d'essai est acceptable. (Δεν αφορά την ES γλώσσα) (Δεν αφορά την DA γλώσσα) (Δεν αφορά την DE γλώσσα) (Δεν αφορά την EL γλώσσα) (Δεν αφορά την EN γλώσσα) (Δεν αφορά την IT γλώσσα) (Δεν αφορά την NL γλώσσα) (Δεν αφορά την PT γλώσσα) (Δεν αφορά την FI γλώσσα) (Δεν αφορά την SV γλώσσα) ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5Γ EN: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> (Δεν αφορά την ES γλώσσα) (Δεν αφορά την DA γλώσσα) (Δεν αφορά την DE γλώσσα) (Δεν αφορά την EL γλώσσα) (Δεν αφορά την FR γλώσσα) (Δεν αφορά την IT γλώσσα) (Δεν αφορά την NL γλώσσα) (Δεν αφορά την PT γλώσσα) (Δεν αφορά την FI γλώσσα) (Δεν αφορά την SV γλώσσα) ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5Δ B.26. ΔΟΚΙΜΗ ΥΠΟΧΡΟΝΙΑΣ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑΣ ΟΥΣΙΩΝ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑΣ 90 ΗΜΕΡΩΝ ΜΕ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΗ ΔΟΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ 1. ΜΕΘΟΔΟΣ Η παρούσα μέθοδος μελέτης της υποχρόνιας τοξικότητας ουσιών λαμβανόμενων από το στόμα αποτελεί επανάληψη της μεθόδου TG 408 (1998) του ΟΟΣΑ. 1.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Για την αξιολόγηση των τοξικών χαρακτηριστικών μιας χημικής ουσίας, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η υποχρόνια τοξικότητα της ουσίας λαμβανόμενης από το στόμα με επαναλαμβανόμενες δόσεις αφού πρώτα έχουν ληφθεί αρχικές πληροφορίες όσον αφορά την τοξικότητα της ουσίας με δοκιμασίες οξείας τοξικότητας ή τοξικότητας επαναλαμβανόμενης δόσης 28 ημερών. Με τη μελέτη 90 ημερών λαμβάνονται πληροφορίες για πιθανούς κινδύνους για την υγεία οι οποίοι ενδεχομένως προκύψουν λόγω επαναλαμβανόμενης έκθεσης επί παρατεταμένο χρονικό διάστημα το οποίο καλύπτει την περίοδο από την ωρίμαση μετά την αποκοπή μέχρι την ανάπτυξη έως την πλήρη ενηλικίωση. Από τη μελέτη θα προκύψουν στοιχεία για τις κύριες τοξικές επιπτώσεις καθώς και ενδείξεις για τα όργανα-στόχους και για την πιθανότητα συσσώρευσης· μπορεί επίσης να προκύψει εκτίμηση για ένα επίπεδο έκθεσης στο οποίο δεν παρατηρείται τοξική επίπτωση (no observed adverse effect level) και το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιλογή των δόσεων για χρόνιες μελέτες και για τη θέσπιση κριτηρίων ασφαλείας για την έκθεση του ανθρώπου. Στη μέθοδο δίνεται επιπλέον έμφαση στα σημεία των νευρικών απολήξεων και από αυτήν συνάγονται ενδείξεις για τις επιπτώσεις στο ανοσοποιητικό και στο αναπαραγωγικό σύστημα. Υπογραμμίζεται επίσης η ανάγκη για προσεκτική κλινική παρατήρηση των ζώων, προκειμένου να ληφθεί ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός πληροφοριών. Η μελέτη πρέπει να επιτρέπει τον προσδιορισμό των χημικών ουσιών που διαθέτουν το δυναμικό πρόκλησης νευροτοξικών ή ανοσολογικών επιπτώσεων ή επιπτώσεων στα αναπαραγωγικά όργανα οι οποίες ενδεχομένως απαιτούν περαιτέρω σε βάθος διερεύνηση. Βλέπε επίσης γενική εισαγωγή μέρος Β 1.2. ΟΡΙΣΜΟΙ Δόση: είναι η χορηγούμενη ποσότητα της υπό δοκιμή ουσίας. Η δόση εκφράζεται σε βάρος (g, mg) ή σε βάρος δοκιμαζόμενης ουσίας ανά μονάδα βάρους πειραματόζωου (π.χ.mg/kg), ή σε σταθερές συγκεντρώσεις στην τροφή (ppm). Δοσολογία: είναι ένας γενικός όρος που περιλαμβάνει τη δόση, τη συχνότητα και τη διάρκεια χορήγησής της. NOAEL: πρόκειται για συντομογραφία του "no observed adverse effect level" και είναι η υψηλότερη δόση με την οποία δεν παρατηρούνται δυσμενείς επιπτώσεις σχετιζόμενες με την αγωγή. 1.3. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ Η υπό δοκιμή ουσία χορηγείται από το στόμα ημερησίως σε σταδιακά αυξανόμενες δόσεις σε αρκετές ομάδες πειραματόζωων, μία δόση ανά ομάδα για χρονικό διάστημα 90 ημερών. Κατά την περίοδο χορήγησης της αγωγής, τα ζώα παρατηρούνται καθημερινά για την ανίχνευση σημείων τοξικότητας. Τα ζώα που πεθαίνουν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας υποβάλλονται σε νεκροψία και, στο τέλος της δοκιμασίας, τα επιζήσαντα ζώα θανατώνονται και επίσης υποβάλλονται σε νεκροψία. 1.4. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ 1.4.1. Προετοιμασία των ζώων Χρησιμοποιούνται υγιή ζώα, τα οποία έχουν εγκλιματισθεί στις εργαστηριακές συνθήκες για πέντε τουλάχιστον ημέρες και δεν έχουν υποβληθεί σε προηγούμενoυς πειραματικούς χειρισμούς. Τα πειραματόζωα χαρακτηρίζονται με βάση το είδος, την ποικιλία, την προέλευση, το φύλο, το βάρος ή/και την ηλικία. Τα πειραματόζωα κατανέμονται με τυχαία επιλογή σε ομάδες αγωγής και ομάδες μαρτύρων. Οι κλωβοί τοποθετούνται με τρόπο ώστε να ελαχιστοποιούνται τυχόν επιδράσεις οφειλόμενες στον τρόπο τοποθέτησης. Σε κάθε ζώο αποδίδεται ένας μοναδικός αναγνωριστικός αριθμός. 1.4.2. Παρασκευή των δόσεων Η υπό δοκιμή ουσία μπορεί να χορηγείται με καθετήρα στομάχου ή στην τροφή ή στο πόσιμο νερό. Η μέθοδος χορήγησης από το στόμα εξαρτάται από το σκοπό της μελέτης και τις φυσικοχημικές ιδιότητες της υπό δοκιμή ουσίας. Όταν χρειάζεται, δημιουργείται διάλυμα ή εναιώρημα της δοκιμαζόμενης ουσίας σε κατάλληλο έκδοχο. Συνιστάται, όταν είναι εφικτό, να εξετάζεται πρώτα η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί υδατικό διάλυμα/εναιώρημα, κατόπιν διάλυμα/γαλάκτωμα σε έλαιο (π.χ. αραβοσιτέλαιο) και τέλος η διάλυση σε άλλα έκδοχα. Πρέπει να είναι γνωστά τα τοξικά χαρακτηριστικά των άλλων (πλήν του ύδατος) εκδόχων. Πρέπει να καθορίζεται η σταθερότητα της δοκιμαζόμενης ουσίας υπό τις συνθήκες χορήγησης. 1.4.3. Συνθήκες δοκιμασίας 1.4.3.1. Πειραματόζωα Το προτιμώμενο είδος είναι ο επίμυς (αρουραίος), παρόλο που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και άλλα είδη τρωκτικών, π.χ. μύες. Χρησιμοποιούνται ποικιλίες νεαρών υγιών ενήλικων ζώων από αυτές που συνήθως χρησιμοποιούνται σε εργαστήρια. Τα θηλυκά ζώα πρέπει να μην εγκυμονούν και να μην έχουν εγκυμονήσει στο παρελθόν. Η χορήγηση των δόσεων ξεκινά αμέσως μετά τον απογαλακτισμό και, οπωσδήποτε, πριν τα ζώα φθάσουν σε ηλικία εννέα εβδομάδων. Στην αρχή της μελέτης, η διαφορά βάρους ανάμεσα στα χρησιμοποιούμενα ζώα δεν πρέπει να υπερβαίνει το ± 20 % του μέσου βάρους κάθε φύλου. Όταν η μελέτη διενεργείται ως προκαταρκτική μελέτη για μακρόχρονη μελέτη χρόνιας τοξικότητας, πρέπει και στις δύο μελέτες να χρησιμοποιηθούν ζώα ίδιας ποικιλίας και προέλευσης. 1.4.3.2. Αριθμός και φύλο Για κάθε δόση (επίπεδο) χρησιμοποιούνται τουλάχιστον 20 ζώα (δέκα θηλυκά και δέκα αρσενικά). Εάν σχεδιάζονται θανατώσεις κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, ο αριθμός αυξάνεται ανάλογα με τον αριθμό των ζώων που πρόκειται να θανατωθούν πριν την ολοκλήρωση της μελέτης. Με βάση όσα είναι ήδη γνωστά για τη χημική ουσία ή άλλη ουσία που εμφανίζει σημαντικές με αυτήν αναλογίες, εξετάζεται η περίπτωση να περιληφθεί πρόσθετη δορυφορική ομάδα δέκα ζώων (πέντε ανά φύλο), στην ομάδα των μαρτύρων και στην ομάδα της υψηλότερης δόσης για να διαπιστωθεί κατά πόσον οι τοξικές επιπτώσεις εμμένουν ή αναστρέφονται μετά την περίοδο της αγωγής. Η διάρκεια της μετά την αγωγή περιόδου καθορίζεται με κατάλληλο τρόπο, ανάλογα με τις επιπτώσεις που θα παρατηρηθούν. 1.4.3.3. Δόσεις Χρησιμοποιούνται τρεις τουλάχιστον διαφορετικές δόσεις και ένας μάρτυρας, πλην των περιπτώσεων όπου εκτελείται οριακή δοκιμή (βλέπε 1.4.3.4). Η επιλογή των δόσεων μπορεί να βασιστεί στα αποτελέσματα μελετών επαναλαμβανόμενης δόσης ή εντοπισμού εύρους τιμών και πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα διαθέσιμα τοξικολογικά και τοξικοκινητικά δεδομένα που αφορούν τη δοκιμαζόμενη ουσία ή συναφείς ουσίες. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου οι φυσικοχημικές ιδιότητες ή οι βιολογικές επιπτώσεις της δοκιμαζόμενης ουσίας δεν το επιτρέπουν, η υψηλότερη δόση επιλέγεται με σκοπό να επιφέρει τοξικότητα αλλά όχι τον θάνατο ή έντονη οδύνη. Επιλέγεται σειρά ελαττούμενων δόσεων έτσι ώστε αφενός να καταδειχθεί η σχέση της απόκρισης με τη δόση και αφετέρου η χαμηλότερη δόση να αποτελεί επίπεδο έκθεσης χωρίς τοξική επίδραση (NOAEL). Συχνά, η καλύτερη επιλογή για τον καθορισμό των ελαττούμενων δόσεων είναι τα υποδιπλάσια ή υποτετραπλάσια διαστήματα μεταξύ δόσεων και πολλές φορές είναι προτιμότερο να προστεθεί μια τέταρτη ομάδα δοκιμασίας παρά να είναι τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων εξαιρετικά μεγάλα (π.χ. με συντελεστή μεγαλύτερο από 6 έως 10). Οι μάρτυρες είναι ομάδα μη υποβαλλόμενη σε αγωγή ή ομάδα προοριζόμενη για τον έλεγχο του εκδόχου, εφόσον χρησιμοποιείται έκδοχο για τη χορήγηση της δοκιμαζόμενης ουσίας. Εκτός από το ότι δεν τους χορηγείται η υπό δοκιμή ουσία, κατά τα άλλα οι μάρτυρες υπόκεινται στους ίδιους ακριβώς χειρισμούς με τα ζώα των ομάδων αγωγής. Στην περίπτωση που χρησιμοποιείται έκδοχο, ο όγκος εκδόχου που χορηγείται στους μάρτυρες είναι ο μεγαλύτερος που χρησιμοποιείται στις ομάδες αγωγής. Όταν η δοκιμαζόμενη ουσία χορηγείται μέσα στην τροφή, και προκαλεί μείωση της πρόσληψης τροφής, τότε ίσως είναι χρήσιμη μια επιπλέον ομάδα μαρτύρων υποβαλλόμενη στην ίδια δίαιτα προκειμένου να γίνει διαχωρισμός μεταξύ της μείωσης για γευστικούς λόγους και της μείωσης λόγω τοξικολογικής επίδρασης στο δοκιμαστικό μοντέλο. Εξετάζονται τα ακόλουθα χαρακτηριστικά του εκδόχου και άλλων προσθέτων, όπου χρησιμοποιούνται: επιπτώσεις στην απορρόφηση, στην κατανομή, στο μεταβολισμό ή στην κατακράτηση της υπό δοκιμή ουσίας, επιπτώσεις στις χημικές ιδιότητες της υπό δοκιμή ουσίας οι οποίες μπορούν να μεταβάλουν τα τοξικά χαρακτηριστικά της και επιπτώσεις στην κατανάλωση τροφής ή ύδατος ή στη διατροφική κατάσταση των ζώων. 1.4.3.4. Οριακή δοκιμή Εάν δοκιμή με δόση ισοδύναμη τουλάχιστον με 1000 mg/kg βάρους σώματος/ημέρα, με τη διαδικασία που περιγράφεται στη συνέχεια, δεν προκαλέσει εμφανείς τοξικές επιπτώσεις, και εφόσον δεν αναμένεται η εμφάνιση τοξικότητας με βάση στοιχεία για ουσίες παρόμοιας δομής, τότε μπορεί να κριθεί ως μη αναγκαία η εκτέλεση πλήρους μελέτης με τρεις διαφορετικές δόσεις. Η οριακή δοκιμή δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεδομένα που αφορούν την έκθεση του ανθρώπου δείχνουν ότι είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί υψηλότερη δόση. 1.5. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 1.5.1. Χορήγηση των δόσεων Στα ζώα χορηγείται η υπό δοκιμή ουσία καθημερινά, εφτά ημέρες την εβδομάδα επί 90 ημέρες. Κάθε άλλο καθεστώς χορήγησης, π.χ. πέντε ημέρες την εβδομάδα, πρέπει να αιτιολογείται. Όταν η υπό δοκιμή ουσία χορηγείται στα ζώα με καθετήρα, χορηγείται σε εφάπαξ δόση με στομαχικό σωλήνα ή με άλλη κατάλληλη διασωλήνωση. Ο μέγιστος όγκος υγρού που μπορεί να χορηγηθεί εφάπαξ εξαρτάται από το μέγεθος του πειραματόζωου. Ο όγκος δεν υπερβαίνει το 1 ml/100 g βάρους σώματος, εκτός από τις περιπτώσεις υδατικών διαλυμάτων όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν 2 ml/100 g βάρους σώματος. Με εξαίρεση τις ερεθιστικές ή διαβρωτικές ουσίες οι οποίες κανονικά εμφανίζουν εντονότερες επιπτώσεις σε υψηλότερες συγκεντρώσεις, οι διαφοροποιήσεις στον όγκο πρέπει να ελαχιστοποιούνται με προσαρμογή της συγκέντρωσης ώστε να διασφαλίζεται σταθερός όγκος σε όλες τις δόσεις. Για τις ουσίες που χορηγούνται μέσω της τροφής ή του πόσιμου ύδατος, μεριμνάται ώστε οι απαιτούμενες ποσότητες της υπό δοκιμή ουσίας να μην επηρεάζουν την κανονική διατροφική ή υδατική ισορροπία. Όταν η υπό δοκιμή ουσία χορηγείται με την τροφή, χρησιμοποιείται είτε η σταθερή συγκέντρωση στην τροφή (ppm) είτε η σταθερή δόση εκφρασμένη επί του βάρους του σώματος του ζώου. 'Aλλος εναλλακτικός τρόπος, εάν χρησιμοποιηθεί, ορίζεται με λεπτομέρειες. Για ουσίες που χορηγούνται με καθετηρίαση, η χορήγηση γίνεται τις ίδιες περίπου ώρες κάθε ημέρα και οι δόσεις προσαρμόζονται ώστε η δόση σε αναλογία με το βάρος σώματος του ζώου να διατηρείται σταθερή. Όταν η μελέτη 90 ημερών διενεργείται ως προκαταρκτική μελέτη για μακρόχρονη μελέτη χρόνιας τοξικότητας, χρησιμοποιείται και στις δύο μελέτες παρόμοια δίαιτα. 1.5.2. Παρατηρήσεις Η ελάχιστη περίοδος παρατήρησης είναι 90 ημέρες. Τα ζώα των δορυφορικών ομάδων που έχουν προβλεφθεί για μετέπειτα παρατήρηση κρατούνται για ορισμένο χρόνο χωρίς αγωγή για να διαπιστωθεί κατά πόσον οι τοξικές επιπτώσεις παραμένουν ή έχουν εκλείψει. Τα ζώα υποβάλλονται σε γενική κλινική παρατήρηση τουλάχιστον μία φορά την ημέρα, κατά προτίμηση την ίδια ώρα, με συνεκτίμηση του σημείου αιχμής των επιπτώσεων που αναμένονται μετά τη χορήγηση της δόσης. Καταγράφεται η κλινική κατάσταση των ζώων. Τουλάχιστον δύο φορές την ημέρα, συνήθως στην αρχή και στο τέλος κάθε ημέρας, όλα τα ζώα εξετάζονται για σημεία νοσηρότητας και θνησιμότητας. Τουλάχιστον μία φορά πριν την πρώτη έκθεση (ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση κάθε πειραματόζωου με την προ της δοκιμής κατάστασή του), και μία φορά την εβδομάδα στη συνέχεια, εκτελείται λεπτομερής κλινική παρατήρηση όλων των ζώων. Οι παρατηρήσεις γίνονται εκτός των κλωβών, κατά προτίμηση στο ίδιο πάντα μέρος και την ίδια περίπου ώρα κάθε φορά. Καταγράφονται προσεκτικά, κατά προτίμηση με βάση κάποιο σύστημα βαθμολόγησης, που έχει οριστεί από το εργαστήριο. Καταβάλλεται προσπάθεια ώστε να είναι ελάχιστες οι διαφορές στις συνθήκες παρατήρησης. Τα συμπτώματα που καταγράφονται περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μεταβολές στο δέρμα και στο τρίχωμα, στους οφθαλμούς και στους βλεννογόνους υμένες, εμφάνιση εκκρίσεων και απεκκρίσεων και αυτόνομης δραστηριότητας (π.χ. δακρύρροια, όρθωση τριχών, μέγεθος οφθαλμικής κόρης, ασύνηθης αναπνοή). Τυχόν μεταβολές στο βάδισμα, στη στάση του σώματος ή στην ανταπόκριση στο χειρισμό καθώς και εμφάνιση κλονικών ή τονικών κινήσεων, στερεοτυπίας (π.χ. υπερβολική αυτοπεριποίηση, επαναλαμβανόμενη κυκλική βάδιση) ή παράξενης συμπεριφοράς (π.χ. αυτοακρωτηριασμός, οπισθοβάδιση) καταγράφονται επίσης (1). Η οφθαλμολογική εξέταση, με χρήση οφθαλμοσκοπίου ή ισοδύναμου κατάλληλου εξοπλισμού, διενεργείται πριν από τη χορήγηση της υπό δοκιμή ουσίας και στο τέλος της μελέτης, κατά προτίμηση σε όλα τα ζώα, τουλάχιστον όμως στις ομάδες υψηλής δόσης και στις ομάδες των μαρτύρων. Εάν διαπιστωθούν μεταβολές στους οφθαλμούς, εξετάζονται όλα τα ζώα. Κατά το τέλος της περιόδου έκθεσης και οπωσδήποτε όχι πριν την 11η εβδομάδα, εκτελείται αξιολόγηση της αισθητηριακής ανταπόκρισης σε διαφορετικών ειδών ερεθίσματα (1) (π.χ. ακουστικά, οπτικά και ιδιοδεκτικά ερεθίσματα) (2), (3), (4), αξιολόγηση της δύναμης λαβής (5) και αξιολόγηση της μυϊκής δραστηριότητας (6). Λεπτομερέστερη περιγραφή των διαδικασιών που μπορούν να ακολουθηθούν δίνονται στις αντίστοιχες βιβλιογραφικές παραπομπές. Εναλλακτικές διαδικασίες, διαφορετικές από τις περιγραφόμενες στις βιβλιογραφικές παραπομπές, μπορούν να χρησιμοποιηθούν επίσης. Είναι δυνατόν να παραλειφθούν οι παρατηρήσεις για λειτουργικές διαταραχές, οι οποίες εκτελούνται κατά το τέλος της μελέτης όταν υπάρχουν διαθέσιμα σχετικά δεδομένα από άλλες μελέτες και δεν έχουν διαπιστωθεί λειτουργικές ανωμαλίες κατά τις καθημερινές κλινικές παρατηρήσεις. Κατ' εξαίρεση, τέτοιες παρατηρήσεις μπορούν επίσης να παραλειφθούν για τις ομάδες οι οποίες εμφανίζουν σημεία τοξικότητας τέτοιας έντασης ώστε να επηρεάζεται σημαντικά η εκτέλεση της λειτουργικής δοκιμασίας. 1.5.2.1. Βάρος σώματος και κατανάλωση τροφής/ύδατος Τα ζώα ζυγίζονται τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Η κατανάλωση τροφής μετρείται σε εβδομαδιαία τουλάχιστον βάση. Εάν η υπό δοκιμή ουσία χορηγείται στο πόσιμο νερό, η κατανάλωση ύδατος επίσης μετρείται σε εβδομαδιαία τουλάχιστον βάση. Η κατανάλωση ύδατος πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη στις μελέτες με χορήγηση της ουσίας στην τροφή ή με καθετηρίαση κατά τις οποίες η δραστηριότητα πόσης μπορεί να μεταβληθεί. 1.5.2.2. Αιματολογικές εξετάσεις και κλινική βιοχημεία Τα δείγματα αίματος λαμβάνονται από ένα συγκεκριμένο σημείο και αποθηκεύονται, κατά περίπτωση, υπό κατάλληλες συνθήκες. Στο τέλος της περιόδου δοκιμής, τα δείγματα συλλέγονται αμέσως πριν τη διαδικασία θανάτωσης των ζώων ή στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. Στο τέλος της περιόδου δοκιμής και αφού έχουν συλλεχθεί τυχόν ενδιάμεσα δείγματα αίματος εκτελούνται οι εξής αιματολογικές εξετάσεις: μέτρηση αιματοκρίτη, συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης, αριθμού ερυθρών αιμοσφαιρίων, λευκών αιμοσφαιρίων και διαφορικού λευκοκυτταρικού τύπου, αριθμού αιμοπεταλίων και μέτρηση του χρόνου/δυναμικού πήξης του αίματος. Κλινικός βιοχημικός προσδιορισμός για τη διερεύνηση κύριων τοξικών επιπτώσεων στους ιστούς και ειδικότερα για επιπτώσεις στο νεφρό και στο ήπαρ εκτελείται στα δείγματα αίματος που λαμβάνονται από κάθε ζώο ακριβώς πριν τη διαδικασία θανάτωσης ή στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής (εξαιρούνται τα ετοιμοθάνατα ζώα ή/και όσα έχουν στο μεταξύ πεθάνει). Όπως και για τις αιματολογικές εξετάσεις, για τις κλινικές βιοχημικές δοκιμές εκτελούνται ενδιάμεσες αιματοληψίες. Συνιστάται να παραμένουν νηστικά τα ζώα τη νύχτα που προηγείται της αιματοληψίας(1). Στο πλάσμα ή στον ορό προσδιορίζονται οπωσδήποτε τα εξής: νάτριο, κάλιο, γλυκόζη, συνολική χοληστερίνη, ουρία, άζωτο ουρίας του αίματος, κρεατινίνη, συνολική πρωτεΐνη και αλβουμίνη και περισσότερα από δύο ένζυμα ενδεικτικά των ηπατοκυτταρικών επιπτώσεων (όπως η αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, η αμινοτρανσφεράση του ασπαρτικού οξέος, η αλκαλική φωσφατάση, η γ-γλουταμυλοτρανσπεπτιδάση και η δεσυδρογονάση της σερβιτόλης). Μετρήσεις πρόσθετων ενζύμων (ηπατικής ή άλλης προέλευσης) και οξέων της χολής, οι οποίες μπορούν να παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες υπό ορισμένες συνθήκες, είναι δυνατό να συμπεριληφθούν. Προαιρετικά, κατά την τελευταία εβδομάδα της μελέτης, μπορούν να εκτελεστούν οι ακόλουθες αναλύσεις ούρων σε δείγματα τα οποία συλλέγονται σε προκαθορισμένο χρόνο: εμφάνιση, όγκος, οσμωτική ικανότητα ή ειδικό βάρος, pH, πρωτεΐνη, γλυκόζη και αίμα/αιματοκύτταρα. Επιπλέον, εξετάζεται κατά πόσο είναι σκόπιμο να μελετηθούν οι ορολογικοί δείκτες για τις γενικής φύσεως βλάβες που έχουν υποστεί οι ιστοί. 'Aλλοι προσδιορισμοί που εκτελούνται εάν οι γνωστές ιδιότητες της υπό δοκιμή ουσίας μπορούν να επηρεάσουν ή υπάρχει η υποψία ότι επηρεάζουν σχετικά μεταβολικά προφίλ περιλαμβάνουν τον προσδιορισμό ασβεστίου, φωσφόρου, τριγλυκεριδίων μετά από νηστεία, ειδικών ορμονών, μεθαιμοσφαιρίνης και χολινεστεράσης. Αυτοί οι προσδιορισμοί εκτελούνται για χημικές ουσίες ορισμένων κατηγοριών ή κατά περίπτωση. Γενικά, απαιτείται ευέλικτη προσέγγιση, εξαρτώμενη από τα είδη και την παρατηρούμενη ή/και αναμενόμενη επίπτωση μιας δεδομένης ουσίας. Εάν τα ιστορικά στοιχεία αναφοράς δεν είναι κατάλληλα, εξετάζεται κατά πόσο χρειάζεται να προσδιοριστούν οι αιματολογικές και κλινικές βιοχημικές μεταβλητές πριν αρχίσει η χορήγηση της ουσίας. Κατά κανόνα, δεν συνιστάται προσδιορισμός αυτών των δεδομένων πριν τη χορήγηση της αγωγής (7). 1.5.2.3. Μακροσκοπική νεκροψία Όλα τα ζώα της μελέτης υποβάλλονται σε πλήρη μακροσκοπική νεκροψία που περιλαμβάνει προσεκτική εξέταση της εξωτερικής επιφάνειας του σώματος, όλων των φυσικών στομίων του σώματος καθώς επίσης και της κρανιακής, θωρακικής και κοιλιακής κοιλότητας και του περιεχομένου αυτών. Το ήπαρ, οι νεφροί, τα επινεφρίδια, οι όρχεις, οι επιδιδυμίδες, η μήτρα, οι ωοθήκες, ο θύμος, η σπλήνα, ο εγκέφαλος και η καρδιά όλων των ζώων (εξαιρούνται τα ετοιμοθάνατα ή/και όσα έχουν στο μεταξύ πεθάνει) καθαρίζονται από τυχόν άλλους προσκολλημένους ιστούς, όπως ενδείκνυται, και ζυγίζονται υγρά αμέσως μετά την ανατομή ώστε να αποφεύγεται η ξήρανση. Οι ακόλουθοι ιστοί διατηρούνται σε στερεωτικό μέσο κατάλληλο και για τον τύπο ιστού και για το είδος ιστοπαθολογικής εξέτασης στο οποίο ενδεχομένως υποβληθεί ο εν λόγω ιστός στο μέλλον: όλες οι μακροσκοπικές βλάβες, ο εγκέφαλος (αντιπροσωπευτικές περιοχές στις οποίες περιλαμβάνονται το άνω τμήμα του εγκεφάλου, η παρεγκεφαλίδα και ο μυελός/γέφυρα), ο νωτιαίος μυελός (σε τρία επίπεδα: αυχενικός, μεσοθωρακικός και οσφυϊκός), η υπόφυση, ο θυρεοειδής, ο παραθυρεοειδής, ο θύμος, ο οισοφάγος, οι σιελογόνοι αδένες, ο στόμαχος, το λεπτό και το παχύ έντερο (συμπεριλαμβανομένων των κηλίδων του Peyer), το ήπαρ, το πάγκρεας, οι νεφροί, τα επινεφρίδια, η σπλήνα, η καρδιά, η τραχεία και οι πνεύμονες (για να διατηρηθούν καταρχάς διογκώνονται με το στερεωτικό και κατόπιν βυθίζονται σε αυτό), η αορτή, οι γονάδες, η μήτρα, τα βοηθητικά γεννητικά όργανα, ο μαστικός αδένας θήλεος, ο προστάτης, η ουροδόχος κύστη, η χοληδόχος κύστη, οι λεμφαδένες (κατά προτίμηση ένας λεμφαδένας που καλύπτει την οδό χορήγησης και ένας άλλος, απομακρυσμένος ως προς την οδό χορήγησης, ο οποίος καλύπτει τις επιπτώσεις στη συστηματική κυκλοφορία), το περιφερειακό νεύρο (ισχιακό ή κνημιαίο) κατά προτίμηση κοντά στο μυ, τμήμα του μυελού οστού (ή/και νωπός μυελός οστού λαμβανόμενος με αναρρόφηση), δέρμα και οφθαλμοί (εάν έχουν παρατηρηθεί αλλαγές κατά τις οφθαλμολογικές εξετάσεις). Κλινικά και άλλα ευρήματα ενδεχομένως υποδεικνύουν ότι θα πρέπει να εξεταστούν και άλλοι πρόσθετοι ιστοί. Διατηρούνται επίσης και όλα τα όργανα τα οποία, με βάση τις ήδη γνωστές ιδιότητες της δοκιμαζόμενης ουσίας, ενδέχεται να αποτελούν όργανα στόχους. 1.5.2.4. Ιστοπαθολογία Διεξάγεται πλήρης ιστοπαθολογική εξέταση στα διατηρημένα όργανα και στους ιστούς όλων των ζώων που ανήκουν στις ομάδες των μαρτύρων και στις ομάδες υψηλής δόσης. Οι εν λόγω εξετάσεις επεκτείνονται στα ζώα των ομάδων όλων των άλλων δόσεων εάν στην ομάδα υψηλής δόσης έχουν παρατηρηθεί αλλαγές σχετιζόμενες με την αγωγή. Εξετάζονται όλες οι μακροσκοπικές βλάβες. Όταν χρησιμοποιείται δορυφορική ομάδα, εκτελείται ιστοπαθολογική εξέταση στους ιστούς και στα όργανα τα οποία έχει διαπιστωθεί ότι εμφανίζουν επιπτώσεις στις ομάδες που υποβάλλονται σε αγωγή. 2. ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ 2.1. ΔΕΔΟΜΕΝΑ Για κάθε ζώο παρέχονται αναλυτικά στοιχεία. Επιπλέον, όλα τα δεδομένα καταγράφονται συνοπτικά σε πίνακες, όπου εμφαίνονται, για κάθε ομάδα δοκιμής ο αριθμός των ζώων στην αρχή της δοκιμασίας, ο αριθμός των ζώων που βρέθηκαν νεκρά κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας ή θανατώθηκαν για ανθρωπιστικούς λόγους και ο χρόνος θανάτου ή θανάτωσης, ο αριθμός αυτών που εμφάνισαν τοξικότητα, περιγραφή των συμπτωμάτων τοξικότητας (χρόνος εμφάνισης, διάρκεια και σοβαρότητα των τοξικών επιπτώσεων), αριθμός ζώων που εμφανίζουν βλάβες, τι είδους βλάβες και ποσοστό ζώων που εμφανίζουν κάθε είδους βλάβη. Τα αριθμητικά αποτελέσματα αξιολογούνται με κατάλληλη και γενικώς αποδεκτή στατιστική μέθοδο. Οι στατιστικές μέθοδοι και τα προς ανάλυση δεδομένα επιλέγονται κατά το σχεδιασμό της μελέτης. 2.2. ΕΚΘΕΣΗ Η έκθεση με τα αποτελέσματα της δοκιμασίας πρέπει να περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες: 2.2.1. Υπό δοκιμή ουσία: - φυσική μορφή, καθαρότητα και φυσικοχημικά χαρακτηριστικά, - αναγνωριστικά στοιχεία, - έκδοχο (όπου απαιτείται): αιτιολόγηση της επιλογής του εκδόχου, όταν δεν είναι το νερό. 2.2.2. Είδος πειραματόζωου: - χρησιμοποιηθέν είδος/φυλή, - αριθμό, ηλικία και φύλο των ζώων, - προέλευση, συνθήκες στέγασης, δίαιτα κ.λπ., - βάρος κάθε ζώου στην αρχή της δοκιμασίας. 2.2.3. Συνθήκες δοκιμής: - σκεπτικό επιλογής των δόσεων, - λεπτομέρειες σχηματισμού της υπό δοκιμή ουσίας/της προετοιμασίας της τροφής, επιτευχθείσα συγκέντρωση, σταθερότητα και ομογένεια του παρασκευάσματος, - λεπτομέρειες για τη χορήγηση της υπό δοκιμή ουσίας, - πραγματικές δόσεις (mg/kg βάρους σώματος/ημέρα) και συντελεστής μετατροπής της συγκέντρωσης (ppm) της υπό δοκιμή ουσίας στην τροφή ή στο πόσιμο νερό στην πραγματική δόση, εφόσον συντρέχει περίπτωση, - λεπτομέρειες για την ποιότητα της τροφής και του νερού. 2.2.4. Αποτελέσματα: - βάρος σώματος και αλλαγές βάρους σώματος, - κατανάλωση τροφής και κατανάλωση ύδατος, εφόσον εφαρμόζεται, - δεδομένα τοξικών αποκρίσεων ανά δόση και φύλο, συμπεριλαμβανόμενων ενδείξεων τοξικότητας, - φύση, σοβαρότητα και διάρκεια των κλινικών παρατηρήσεων (είτε είναι αναστρέψιμες είτε όχι), - αποτελέσματα οφθαλμολογικής εξέτασης, - αξιολόγηση αισθητηριακής δραστηριότητας, δύναμης λαβής και κινητικής δραστηριότητας (όταν υπάρχουν), - αιματολογικές δοκιμασίες με σχετικές τιμές αναφοράς, - κλινικές βιοχημικές εξετάσεις με σχετικές τιμές αναφοράς, - τελικό βάρος σώματος, βάρος οργάνων και λόγος βάρους οργάνων/βάρος σώματος, - ευρήματα νεκροψίας, - λεπτομερής περιγραφή όλων των ιστοπαθολογικών ευρημάτων, - στοιχεία απορρόφησης εάν είναι διαθέσιμα, - στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων, όταν αυτό είναι δυνατό, Σχολιασμός των αποτελεσμάτων. Συμπεράσματα. 3. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (1) IPCS (1986). Principles and Methods for the Assessment of Neurotoxicity Associated with Exposure to Chemicals. Environmental Health Criteria Document No 60. (2) Tupper, D. E., Wallace, R.B. (1980). Utility of the Neurologic Examination in Rats. Acta Neurobiol. Exp., 40, pp. 999-1003. (3) Gad, S. C. (1982). A Neuromuscular Screen for Use in Industrial Toxicology. J. Toxicol. Environ. Health, 9, pp. 691-704. (4) Moser, V. C., Mc Daniel, K. M., Phillips, P. M. (1991). Rat Strain and Stock Comparisons Using a Functional Observational Battery: Baseline Values and Effects of Amitraz. Toxicol. Appl. Pharmacol., 108, pp. 267-283. (5) Meyer O. A., Tilson H. A., Byrd W. C., Riley M. T. (1979). A Method for the Routine Assessment of Fore- and Hind- limb grip Strength of Rats and Mice. Neurobehav. Toxivol., 1, pp. 233-236. (6) Crofton K. M., Howard J. L., Moser V. C., Gill M. W., Reiter L. W., Tilson H. A., MacPhail R. C. (1991). Interlaboratory Comparison of Motor Activity Experiments: Implication for Neurotoxicological Assessments. Neurotoxicol. Teratol., 13, pp. 599-609. (7) Weingand K., Brown G., Hall R. et al. (1996). "Harmonisation of Animal Clinic Pathology Testing in Toxicity and Safety Studies", Fundam. & Appl. Toxicol., 29, pp. 198-201. (1) Για πολλές μετρήσεις στον ορό και στο πλάσμα, ιδίως για τη γλυκόζη, προτιμάται η ολονύκτια νηστεία. Κυριότερες λόγος γι' αυτό είναι ότι η αυξημένη διακύμανση των τιμών, αναπόφευκτη αν τα ζώα δεν υποβληθούν σε νηστεία, θα τείνει να καλύψει λεπτότερες επιπτώσεις και να δυσχεράνει την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Η ολονύκτια όμως νηστεία μπορεί να επηρεάσει τον γενικό μεταβολισμό των ζώων και, ιδίως στις μελέτες όπου η ουσία χορηγείται στη δίαιατα, μπορεί να διαταράξει την ημερήσια έκθεση στη δοκιμαζόμενη ουσία. Όταν επιλέγεται ολονύκτια νηστεία, ο κλινικός βιοχημικός προσδιορισμός πρέπει να εκτελείται μετά τη διεξαγωγή των λειτουργικών παρατηρήσεων. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5Ε Β.27. ΔΟΚΙΜΗ ΥΠΟΧΡΟΝΙΑΣ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑΣ ΟΥΣΙΩΝ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑΣ 90 ΗΜΕΡΩΝ ΜΕ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΗ ΔΟΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΕ ΜΗ ΤΡΩΚΤΙΚΑ 1. ΜΕΘΟΔΟΣ Η περιγραφόμενη μέθοδος δοκιμής της υποχρόνιας τοξικότητας ουσιών λαμβανόμενων από το στόμα αποτελεί αντιγραφή της μεθόδου TG 409 (1998) του ΟΟΣΑ. 1.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Για την αξιολόγηση των τοξικών χαρακτηριστικών μιας ουσίας, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η υποχρόνια τοξικότητα της ουσίας λαμβανόμενης από το στόμα με επαναλαμβανόμενες δόσεις αφού πρώτα έχουν ληφθεί αρχικές πληροφορίες όσον αφορά την τοξικότητα της ουσίας με δοκιμασίες οξείας τοξικότητας ή τοξικότητας επαναλαμβανόμενης δόσης 28 ημερών. Με τη μελέτη 90 ημερών λαμβάνονται πληροφορίες για πιθανούς κινδύνους για την υγεία οι οποίοι ενδεχομένως προκύψουν λόγω επαναλαμβανόμενης έκθεσης κατά το χρονικό διάστημα ταχείας ανάπτυξης και έως την αρχή της ενηλικίωσης. Από τη μελέτη θα προκύψουν στοιχεία για τις κύριες τοξικές επιπτώσεις καθώς και ενδείξεις για τα όργανα-στόχους και για την πιθανότητα συσσώρευσης· μπορεί επίσης να προκύψει εκτίμηση για ένα επίπεδο έκθεσης στο οποίο δεν παρατηρείται τοξική επίπτωση (no observed adverse effect level) και το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιλογή των δόσεων για χρόνιες μελέτες και για τη θέσπιση κριτηρίων ασφαλείας για την έκθεση του ανθρώπου. Η μέθοδος δοκιμής επιτρέπει τον προσδιορισμό σε μη τρωκτικά των παρενεργειών από την έκθεση σε χημικές ουσίες και πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο: - όταν οι παρατηρούμενες σε άλλες μελέτες επιπτώσεις υποδεικνύουν την ανάγκη για διασάφηση/χαρακτηρισμό σε ένα δεύτερο είδος, μη τρωκτικό, ή - όταν μελέτες τοξικοκινητικότητας δείχνουν ότι η χρήση ενός ειδικού είδους το οποίο δεν ανήκει στα τρωκτικά είναι η καταλληλότερη επιλογή εργαστηριακού ζώου ή - όταν άλλοι ειδικοί λόγοι αιτιολογούν τη χρήση μη τρωκτικού είδους. Βλέπε επίσης γενική εισαγωγή μέρος B. 1.2. ΟΡΙΣΜΟΙ Δόση: είναι η χορηγούμενη ποσότητα δοκιμαζόμενης ουσίας. Η δόση εκφράζεται σε βάρος (g, mg) ή σε βάρος δοκιμαζόμενης ουσίας ανά μονάδα βάρους πειραματόζωου (π.χ.mg/kg), ή σε σταθερές συγκεντρώσεις στη δίαιτα (ppm). Δοσολογία: είναι ένας γενικός όρος που περιλαμβάνει τη δόση, τη συχνότητα και τη διάρκεια χορήγησής της. NOAEL: πρόκειται για συντομογραφία του "no observed adverse effect level" και είναι η υψηλότερη δόση στην οποία δεν παρατηρούνται δυσμενείς επιπτώσεις σχετιζόμενες με την αγωγή 1.3. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ Η δοκιμαζόμενη ουσία χορηγείται από το στόμα ημερησίως σε σταδιακά αυξανόμενες δόσεις σε αρκετές ομάδες πειραματόζωων, μία δόση (ένα επίπεδο συγκέντρωσης) ανά ομάδα για χρονικό διάστημα 90 ημερών. Κατά την περίοδο χορήγησης της αγωγής, τα ζώα παρατηρούνται εντατικά για την ανίχνευση σημείων τοξικότητας. Τα ζώα που πεθαίνουν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας υποβάλλονται σε νεκροψία και, στο τέλος της δοκιμασίας, τα επιζήσαντα ζώα θανατώνονται και επίσης υποβάλλονται σε νεκροψία. 1.4. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ 1.4.1. Επιλογή είδους πειραματόζωου Το συνήθως χρησιμοποιούμενο είδος μη τρωκτικού πειραματόζωου είναι ο σκύλος, και πρέπει να είναι καθορισμένης ποικιλίας συχνά χρησιμοποιείται το εγγλέζικο λαγωνικό (beagle). Άλλα είδη όπως ο χοίρος και τα χοιρίδια μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν. Η χρήση πρωτευόντων θηλαστικών δεν συνιστάται και θα πρέπει να αιτιολογείται. Χρησιμοποιούνται νεαρά υγιή ζώα και στην περίπτωση του σκύλου η αγωγή ξεκινά κατά προτίμηση στην ηλικία των 4-6 μηνών και όχι αργότερα από την ηλικία των 9 μηνών. Όταν η μελέτη διενεργείται ως προκαταρκτική μελέτη για μακρόχρονη μελέτη χρόνιας τοξικότητας πρέπει και στις δύο μελέτες να χρησιμοποιηθούν το ίδιο είδος και ποικιλία. 1.4.2. Προετοιμασία των ζώων Χρησιμοποιούνται νεαρά υγιή ζώα, τα οποία έχουν εγκλιματισθεί στις εργαστηριακές συνθήκες και δεν έχουν υποβληθεί σε προηγούμενoυς πειραματικούς χειρισμούς. Η διάρκεια εγκλιματισμού εξαρτάται από το είδος και την προέλευσή του. Συνιστάται χρόνος τουλάχιστον πέντε ημερών για σκύλους ή χοίρους που έχουν ανατραφεί για το σκοπό αυτό σε μόνιμη αποικία και τουλάχιστον δύο εβδομάδων για τα ζώα εξωτερικής προέλευσης. Τα πειραματόζωα χαρακτηρίζονται με βάση το είδος, την ποικιλία, την προέλευση, το φύλο, το βάρος ή/και την ηλικία. Τα πειραματόζωα κατανέμονται με τυχαία επιλογή σε ομάδες αγωγής και ομάδες μαρτύρων. Οι κλωβοί διατάσσονται με τρόπο ώστε να ελαχιστοποιούνται τυχόν πιθανές επιδράσεις οφειλόμενες στη θέση των κλωβών. Σε κάθε ζώο αποδίδεται ένας μοναδικός αναγνωριστικός αριθμός. 1.4.3. Παρασκευή των δόσεων Οι υπό δοκιμή ουσίες μπορεί να χορηγούνται μέσα στην τροφή ή στο πόσιμο νερό, με στομαχική καθετηρίαση ή σε κάψουλες. Η μέθοδος χορήγησης από το στόμα εξαρτάται από τον σκοπό της μελέτης και τις φυσικοχημικές ιδιότητες του υλικού της δοκιμής. Όταν χρειάζεται, δημιουργείται διάλυμα ή εναιώρημα της δοκιμαζόμενης ουσίας σε κατάλληλο έκδοχο. Συνιστάται, όταν είναι εφικτό, να εξετάζεται πρώτα η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί υδατικό διάλυμα/εναιώρημα, κατόπιν διάλυμα/γαλάκτωμα σε έλαιο (π.χ. αραβοσιτέλαιο) και τέλος η διάλυση σε άλλα έκδοχα. Πρέπει να είναι γνωστά τα τοξικά χαρακτηριστικά των άλλων (πλην του ύδατος) εκδόχων. Πρέπει να προσδιορίζεται η σταθερότητα της δοκιμαζόμενης ουσίας στις συνθήκες χορήγησης. 1.5. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 1.5.1. Αριθμός και ηλικία των ζώων Για κάθε δόση χρησιμοποιούνται τουλάχιστον οκτώ ζώα (τέσσερα θηλυκά και τέσσερα αρσενικά). Εάν προβλέπονται θανατώσεις κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, ο αριθμός αυξάνεται ανάλογα κατά τον αριθμό των ζώων που πρόκειται να θανατωθούν πριν την ολοκλήρωση της μελέτης. Ο αριθμός ζώων με την ολοκλήρωση της μελέτης πρέπει να είναι επαρκής για ουσιαστική αξιολόγηση των τοξικών επιπτώσεων. Με βάση όσα είναι ήδη γνωστά για τη χημική ουσία ή άλλη ουσία ανάλογη αυτής, πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση να περιληφθεί πρόσθετη δορυφορική ομάδα οκτώ ζώων (τεσσάρων ανά φύλο), στην ομάδα των μαρτύρων και στην ομάδα της υψηλότερης δόσης για να διαπιστωθεί κατά πόσον οι τοξικές επιπτώσεις εμμένουν ή αναστρέφονται μετά την περίοδο της αγωγής. Η διάρκεια της μετά την αγωγή περιόδου καθορίζεται με κατάλληλο τρόπο, ανάλογα με τις επιπτώσεις που θα παρατηρηθούν. 1.5.2. Δoσολογία Χρησιμοποιούνται τρεις τουλάχιστον διαφορετικές δόσεις και ταυτόχρονα ένας μάρτυρας, εκτός από τις περιπτώσεις οριακής δοκιμής (βλέπε 1.5.3). Η επιλογή των δόσεων μπορεί να βασιστεί στα αποτελέσματα μελετών επαναλαμβανόμενης δόσης ή εντοπισμού εύρους τιμών και πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα διαθέσιμα τοξικολογικά και τοξικοκινητικά δεδομένα που αφορούν τη δοκιμαζόμενη ουσία ή συναφείς ουσίες. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου οι φυσικοχημικές ιδιότητες ή οι βιολογικές επιπτώσεις της δοκιμαζόμενης ουσίας δεν το επιτρέπουν, η υψηλότερη δόση επιλέγεται με σκοπό να επιφέρει τοξικότητα αλλά όχι τον θάνατο ή έντονη οδύνη. Επιλέγεται σειρά ελαττούμενων δόσεων με τρόπο ώστε αφενός να καταδειχθεί η σχέση της απόκρισης με τη δόση και αφετέρου η χαμηλότερη δόση να αποτελεί επίπεδο έκθεσης χωρίς τοξική επίδραση (NOAEL). Συχνά, η καλύτερη επιλογή για τον καθορισμό των ελαττούμενων δόσεων είναι τα υποδιπλάσια ή υποτετραπλάσια διαστήματα μεταξύ δόσεων και πολλές φορές είναι προτιμότερο να προστεθεί μία τέταρτη ομάδα δοκιμασίας παρά να είναι τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων εξαιρετικά μεγάλα (π.χ. με συντελεστή μεγαλύτερο από 6 έως 10). Η ομάδα των μαρτύρων είναι ομάδα μη υποβαλλόμενη σε αγωγή ή ομάδα ελέγχου του εκδόχου όταν χρησιμοποιείται έκδοχο για τη χορήγηση της δοκιμαζόμενης ουσίας. Εκτός από το ότι δεν τους χορηγείται η υπό δοκιμή ουσία, κατά τα άλλα οι μάρτυρες υπόκεινται στους ίδιους ακριβώς χειρισμούς με τα ζώα των ομάδων αγωγής. Στην περίπτωση που χρησιμοποιείται έκδοχο, οι μάρτυρες λαμβάνουν το έκδοχο στον μέγιστο όγκο από αυτούς που χρησιμοποιούνται στις ομάδες που υποβάλλονται σε αγωγή. Όταν η δοκιμαζόμενη ουσία χορηγείται στην τροφή, και προκαλεί μείωση της πρόσληψης τροφής, τότε ίσως είναι χρήσιμη μια ομάδα μαρτύρων που υποβάλλεται στην ίδια δίαιτα προκειμένου να γίνει διαχωρισμός μεταξύ της μείωσης για γευστικούς λόγους και της μείωσης λόγω τοξικής επίπτωσης στο δοκιμαστικό μοντέλο. Πρέπει να εξετάζονται τα ακόλουθα χαρακτηριστικά του εκδόχου και άλλων προσθέτων, όπου χρησιμοποιούνται: επιπτώσεις στην απορρόφηση, στην κατανομή, στο μεταβολισμό ή στην κατακράτηση της υπό δοκιμή ουσίας, επιπτώσεις στις χημικές ιδιότητες της υπό δοκιμή ουσίας οι οποίες μπορούν να μεταβάλουν τα τοξικά χαρακτηριστικά αυτής και επιπτώσεις στην κατανάλωση τροφής ή ύδατος ή στη διατροφική κατάσταση των ζώων. 1.5.3. Οριακή δοκιμή Εάν δοκιμή με δόση ισοδύναμη τουλάχιστον με 1000 mg/kg βάρους σώματος/ημέρα, με τη διαδικασία που περιγράφεται στη συνέχεια, δεν προκαλέσει εμφανείς τοξικές επιπτώσεις, και εφόσον δεν αναμένεται η εμφάνιση τοξικότητας με βάση στοιχεία για ουσίες παρόμοιας δομής, τότε μπορεί να κριθεί ως μη αναγκαία η εκτέλεση πλήρους μελέτης με τρεις διαφορετικές δόσεις. Η οριακή δοκιμή δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεδομένα που αφορούν την έκθεση του ανθρώπου δείχνουν ότι είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί υψηλότερη δόση. 1.5.4. Χορήγηση των δόσεων Στα ζώα χορηγείται η δοκιμαζόμενη ουσία καθημερινά, εφτά ημέρες την εβδομάδα επί 90 ημέρες. Κάθε άλλο καθεστώς χορήγησης, π.χ. πέντε ημέρες την εβδομάδα, πρέπει να αιτιολογείται. Όταν η υπό δοκιμή ουσία χορηγείται στα ζώα με καθετήρα, χορηγείται σε εφάπαξ δόση με στομαχικό σωλήνα ή με άλλη κατάλληλη διασωλήνωση. Ο μέγιστος όγκος υγρού που μπορεί να χορηγηθεί εφάπαξ εξαρτάται από το μέγεθος του πειραματόζωου. Συνήθως ο όγκος πρέπει να παραμένει ο μικρότερος δυνατός. Με εξαίρεση τις ερεθιστικές ή διαβρωτικές ουσίες οι οποίες κανονικά εμφανίζουν εντονότερα αποτελέσματα σε υψηλότερες συγκεντρώσεις, οι διαφοροποιήσεις στον όγκο ελαχιστοποιούνται με προσαρμογή της συγκέντρωσης ώστε να διασφαλίζεται σταθερός όγκος σε όλες τις δόσεις. Για τις ουσίες που χορηγούνται μέσω της τροφής ή του πόσιμου ύδατος, μεριμνάτε ώστε οι απαιτούμενες ποσότητες της υπό δοκιμή ουσίας να μην επηρεάζουν την κανονική διατροφική ή υδατική ισορροπία. Όταν η υπό δοκιμή ουσία χορηγείται με την τροφή, χρησιμοποιείται είτε η σταθερή συγκέντρωση στην δίαιτα (ppm) είτε η σταθερή δόση εκφρασμένη επί του βάρους του σώματος του ζώου. Εάν χρησιμοποιηθεί άλλος εναλλακτικός τρόπος, ορίζεται με λεπτομέρειες. Για ουσίες που χορηγούνται με καθετηρίαση ή με κάψουλα, η χορήγηση γίνεται τις ίδιες περίπου ώρες κάθε μέρα και οι δόσεις προσαρμόζονται ώστε η δόση σε αναλογία με το βάρος σώματος του ζώου να διατηρείται σταθερή. Όταν η μελέτη 90 ημερών διενεργείται ως προκαταρκτική μελέτη για μακρόχρονη μελέτη χρόνιας τοξικότητας, χρησιμοποιείται και στις δύο μελέτες παρόμοια δίαιτα. 1.5.5. Παρατηρήσεις Η ελάχιστη περίοδος παρατήρησης είναι 90 ημέρες. Τα ζώα των δορυφορικών ομάδων που έχουν προβλεφθεί για παρατηρήσεις των επακόλουθων επιπτώσεων διατηρούνται για κατάλληλο χρονικό διάστημα χωρίς αγωγή, ώστε να εξακριβωθεί η ανάρρωση από τις τοξικές επιπτώσεις ή η εμμονή τους. Τα ζώα υποβάλλονται σε γενική κλινική παρατήρηση τουλάχιστον μία φορά την ημέρα, κατά προτίμηση την ίδια ώρα, με συνεκτίμηση του σημείου αιχμής των συμπτωμάτων που αναμένονται μετά τη χορήγηση της δόσης. Καταγράφεται η κλινική κατάσταση των ζώων. Τουλάχιστον δύο φορές την ημέρα, συνήθως στην αρχή και στο τέλος κάθε μέρας, όλα τα ζώα εξετάζονται για σημεία νοσηρότητας και θνησιμότητας. Τουλάχιστον μία φορά πριν την πρώτη έκθεση (ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση κάθε πειραματόζωου με την προ της δοκιμής κατάστασή του), και μία φορά την εβδομάδα στη συνέχεια, εκτελείται λεπτομερής κλινική παρατήρηση όλων των ζώων. Οι παρατηρήσεις γίνονται εκτός των κλωβών, κατά προτίμηση στο ίδιο πάντα μέρος και την ίδια περίπου ώρα κάθε φορά. Καταβάλλεται προσπάθεια ώστε να είναι ελάχιστες οι διαφορές στις συνθήκες παρατήρησης. Καταγράφονται προσεκτικά τα συμπτώματα τοξικότητας, ο χρόνος έναρξης, ο βαθμός και η διάρκειά τους. Τα συμπτώματα που καταγράφονται πρέπει να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μεταβολές στο δέρμα και στο τρίχωμα, στους οφθαλμούς και στους βλεννογόνους υμένες, εμφάνιση εκκρίσεων και απεκκρίσεων και αυτόνομης δραστηριότητας (π.χ. δακρύρροια, όρθωση τριχών, μέγεθος οφθαλμικής κόρης, ασυνήθης αναπνοή). Τυχόν μεταβολές στο βάδισμα, στη στάση του σώματος ή στην ανταπόκριση στο χειρισμό καθώς και εμφάνιση κλονικών (κινήσεις με τη μορφή νευρικού τικ) ή τονικών κινήσεων, στερεοτυπίας (π.χ. υπερβολική αυτοπεριποίηση, επαναλαμβανόμενη κυκλική βάδιση) ή παράξενης συμπεριφοράς καταγράφονται επίσης. Η οφθαλμολογική εξέταση, με χρήση οφθαλμοσκοπίου ή ισοδύναμου κατάλληλου εξοπλισμού, διενεργείται πριν από τη χορήγηση της υπό δοκιμή ουσίας και στο τέλος της μελέτης, κατά προτίμηση σε όλα τα ζώα, τουλάχιστον όμως στις ομάδες υψηλής δόσης και στις ομάδες των μαρτύρων. Εάν διαπιστωθούν μεταβολές στους οφθαλμούς, εξετάζονται όλα τα ζώα. 1.5.5.1. Βάρος σώματος και κατανάλωση τροφής/ύδατος Τα ζώα ζυγίζονται τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Η κατανάλωση τροφής μετρείται τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Εάν η υπό δοκιμή ουσία χορηγείται στο πόσιμο νερό, η κατανάλωση ύδατος επίσης μετρείται τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Η κατανάλωση ύδατος πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη στις μελέτες με χορήγηση της ουσίας στην τροφή ή με στομαχικό καθετηριασμό κατά τις οποίες μπορεί να σημειωθούν μεταβολές στην πόση. 1.5.5.2. Αιματολογικές εξετάσεις και κλινική βιοχημεία Τα δείγματα αίματος λαμβάνονται από ένα συγκεκριμένο σημείο και αποθηκεύονται, κατά περίπτωση, υπό κατάλληλες συνθήκες. Στο τέλος της περιόδου δοκιμής, τα δείγματα συλλέγονται αμέσως πριν τη διαδικασία θανάτωσης των ζώων ή στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. Αιματολογικές εξετάσεις που περιλαμβάνουν τουλάχιστον μετρήσεις αιματοκρίτη, συγκέντρωσης αιμοσφαιρίνης, ερυθρών αιμοσφαιρίων, λευκών αιμοσφαιρίων και διαφορικού λευκοκυτταρικού τύπου, αιμοπεταλίων καθώς και μετρήσεις της πηκτικότητας του αίματος όπως είναι ο χρόνος πήξης, ο χρόνος προθρομβίνης ή θρομβοπλαστίνης πρέπει να εκτελούνται στην αρχή της μελέτης, κατόπιν ανά μήνα ή στο μέσο της μελέτης και τέλος όταν η μελέτη ολοκληρωθεί. Εκτελούνται κλινικοί βιοχημικοί προσδιορισμοί για τη διερεύνηση κύριων τοξικών επιπτώσεων στους ιστούς και, ειδικότερα, στο νεφρό και στο ήπαρ στα δείγματα αίματος που λαμβάνονται από κάθε ζώο στην αρχή της μελέτης, κατόπιν ανά μήνα ή στο μέσο της μελέτης και τέλος όταν λήξει το χρονικό διάστημα της μελέτης. Εξετάζονται τα εξής: ηλεκτρολυτική ισορροπία, μεταβολισμός υδρογονανθράκων και νεφρική και ηπατική λειτουργία. Η επιλογή των συγκεκριμένων δοκιμασιών εξαρτάται από τις παρατηρήσεις για τον τρόπο δράσης της υπό δοκιμή ουσίας. Πριν την αιματοληψία, τα ζώα υποβάλλονται σε νηστεία για διάστημα ανάλογο με το είδος. Προτείνεται να προσδιορίζονται: ασβέστιο, φώσφορος, χλώριο, νάτριο, κάλιο, γλυκόζη μετά από νηστεία, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης, αμινοτρανσφεράση του ασπαρτικού οξέος δεκαρβοξυλάση της ορνιθίνης, γ-γλουταμυλοτρανσπεπτιδάση, άζωτο ουρίας, αλβουμίνη, κρεατινίνη αίματος, ολική χολερυθρίνη και ολικές πρωτεΐνες ορού. Αναλύσεις ούρων εκτελούνται τουλάχιστον στην αρχή, στο μέσο και στο τέλος της μελέτης με δείγματα ούρων τα οποία συλλέγονται σε προκαθορισμένο χρόνο: Με τις αναλύσεις ούρων προσδιορίζονται τα εξής: εμφάνιση, όγκος, οσμωτική ικανότητα ή ειδικό βάρος, pH, πρωτεΐνη, γλυκόζη και αίμα/αιματοκύτταρα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθούν και πρόσθετες παράμετροι όπου απαιτείται για την επέκταση της έρευνας των επιπτώσεων που παρατηρήθηκαν. Επιπλέον, εξετάζεται η σκοπιμότητα να μελετηθούν οι ορολογικοί δείκτες για τις γενικής φύσεως βλάβες που έχουν υποστεί οι ιστοί. Άλλοι προσδιορισμοί, οι οποίοι μπορεί να είναι αναγκαίοι για την τοξικολογική αξιολόγηση, περιλαμβάνουν: ανάλυση λιπιδίων, ορμονών, ισορροπία οξέων/βάσεων, μεθαιμοσφαιρίνης και αναστολής χολινεστεράσης. Μπορεί, επίσης, να χρησιμοποιηθούν και άλλοι κλινικοί βιοχημικοί προσδιορισμοί για την επέκταση της έρευνας των παρατηρηθεισών επιπτώσεων. Αυτοί οι προσδιορισμοί εκτελούνται για χημικές ουσίες ορισμένων κατηγοριών ή κατά περίπτωση. Γενικά, απαιτείται ευέλικτη προσέγγιση, εξαρτώμενη από τα είδη και την παρατηρούμενη ή/και αναμενόμενη επίπτωση μιας δεδομένης ουσίας. 1.5.5.3. Μακροσκοπική νεκροψία Όλα τα ζώα της μελέτης υποβάλλονται σε πλήρη μακροσκοπική νεκροψία που περιλαμβάνει προσεκτική εξέταση της εξωτερικής επιφάνειας του σώματος, όλων των φυσικών στομίων του σώματος καθώς επίσης και της κρανιακής, θωρακικής και κοιλιακής κοιλότητας και του περιεχομένου τους. Το ήπαρ με τη χοληδόχο κύστη, οι νεφροί, τα επινεφρίδια, οι όρχεις, οι επιδιδυμίδες, οι ωοθήκες, η μήτρα, ο θυροειδής (με τους παραθυροειδείς), ο θύμος, η σπλήνα, ο εγκέφαλος και η καρδιά όλων των ζώων (εξαιρούνται τα ετοιμοθάνατα ή/και όσα έχουν στο μεταξύ πεθάνει) καθαρίζονται από τυχόν άλλους προσκολλημένους ιστούς, όπως ενδείκνυται, και ζυγίζονται υγρά αμέσως μετά την ανατομή ώστε να αποφεύγεται η ξήρανση. Οι ακόλουθοι ιστοί διατηρούνται σε στερεωτικό μέσο κατάλληλο και για τον τύπο ιστού και για το είδος ιστοπαθολογικής εξέτασης στο οποίο ενδεχομένως υποβληθεί ο εν λόγω ιστός στο μέλλον: όλες οι μακροσκοπικές βλάβες, ο εγκέφαλος (αντιπροσωπευτικές περιοχές στις οποίες περιλαμβάνονται το άνω τμήμα του εγκεφάλου, η παρεγκεφαλίδα και ο μυελός/γέφυρα), ο νωτιαίος μυελός (σε τρία επίπεδα: αυχενικός, μεσοθωρακικός και οσφυϊκός), η υπόφυση, τα μάτια. ο θυρεοειδής, ο παραθυρεοειδής, ο θύμος, ο οισοφάγος, οι σιελογόνοι αδένες, ο στόμαχος, το λεπτό και το παχύ έντερο (συμπεριλαμβανομένων των κηλίδων του Peyer), το ήπαρ, η χοληδόχος κύστη, το πάγκρεας, οι νεφροί, τα επινεφρίδια, η σπλήνα, η καρδιά, η τραχεία και οι πνεύμονες, η αορτή, οι γονάδες, η μήτρα, τα βοηθητικά γεννητικά όργανα, ο θηλαστικός αδένας θήλεος, ο προστάτης, η ουροδόχος κύστη, η χοληδόχος κύστη, οι λεμφαδένες (κατά προτίμηση ένας λεμφαδένας που καλύπτει την οδό χορήγησης και ένας άλλος, απομακρυσμένος ως προς την οδό χορήγησης, ο οποίος καλύπτει τις επιπτώσεις στο σωματικό σύστημα), το περιφερειακό νεύρο (ισχιακό ή κνημιαίο) κατά προτίμηση κοντά στον μυ, τμήμα του μυελού οστού (ή/και νωπός μυελός οστού λαμβανόμενος με αναρρόφηση) και το δέρμα. Κλινικά και άλλα ευρήματα ενδεχομένως υποδεικνύουν ότι θα πρέπει να εξεταστούν και άλλοι πρόσθετοι ιστοί. Διατηρούνται επίσης και όλα τα όργανα τα οποία, με βάση τις ήδη γνωστές ιδιότητες της δοκιμαζόμενης ουσίας, ενδέχεται να αποτελούν όργανα στόχους. 1.5.5.4. Ιστοπαθολογία Διεξάγεται πλήρης ιστοπαθολογική εξέταση στα όργανα και στους ιστούς (που έχουν διατηρηθεί) όλων των ζώων που ανήκουν στις ομάδες των μαρτύρων και στις ομάδες υψηλής δόσης. Οι εξετάσεις επεκτείνονται στα ζώα των ομάδων άλλων δόσεων εάν στην ομάδα υψηλής δόσης έχουν παρατηρηθεί αλλαγές σχετιζόμενες με την αγωγή. Εξετάζονται όλες οι μακροσκοπικές βλάβες. Όταν χρησιμοποιείται δορυφορική ομάδα, εκτελείται ιστοπαθολογική εξέταση στους ιστούς και στα όργανα τα οποία έχει διαπιστωθεί ότι εμφανίζουν επιπτώσεις στις ομάδες που υποβάλλονται σε αγωγή. 2. ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ 2.1. ΔΕΔΟΜΕΝΑ Για κάθε ζώο παρέχονται αναλυτικά στοιχεία. Επιπλέον, όλα τα δεδομένα καταγράφονται συνοπτικά σε πίνακες, όπου εμφαίνονται, για κάθε ομάδα δοκιμής ο αριθμός των ζώων στην αρχή της δοκιμασίας, ο αριθμός των ζώων που βρέθηκαν νεκρά κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας ή θανατώθηκαν για ανθρωπιστικούς λόγους και ο χρόνος θανάτου ή θανάτωσης, ο αριθμός αυτών που εμφάνισαν τοξικότητα, περιγραφή των συμπτωμάτων τοξικότητας (χρόνος εμφάνισης, διάρκεια και σοβαρότητα των τοξικών επιπτώσεων, αριθμός των ζώων που εμφανίζουν βλάβες, τι είδους βλάβες και ποσοστό ζώων που εμφανίζουν κάθε είδους βλάβη). Τα αριθμητικά αποτελέσματα αξιολογούνται με κατάλληλη και γενικώς αποδεκτή στατιστική μέθοδο. Οι στατιστικές μέθοδοι και τα προς ανάλυση δεδομένα επιλέγονται κατά το σχεδιασμό της μελέτης. 2.2. ΕΚΘΕΣΗ Η έκθεση με τα αποτελέσματα της δοκιμασίας πρέπει να περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες: 2.2.1. Υπό δοκιμή ουσία: - φυσική μορφή, καθαρότητα και φυσικοχημικά χαρακτηριστικά, - αναγνωριστικά στοιχεία, - έκδοχο (όπου απαιτείται): αιτιολόγηση της επιλογής του εκδόχου, όταν δεν είναι το νερό. 2.2.2. Είδος πειραματόζωου: - χρησιμοποιηθέν είδος/φυλή, - αριθμό, ηλικία και φύλο των ζώων, - πηγή προέλευσης, συνθήκες στέγασης, δίαιτα, κ.λπ. - βάρος κάθε ζώου στην αρχή της δοκιμασίας. 2.2.3. Συνθήκες δοκιμής: - σκεπτικό επιλογής των δόσεων, - λεπτομέρειες σχηματισμού της υπό δοκιμή ουσίας/της προετοιμασίας της τροφής, επιτευχθείσα συγκέντρωση, σταθερότητα και ομογένεια του παρασκευάσματος, - λεπτομέρειες για τη χορήγηση της υπό δοκιμή ουσίας, - ακριβείς δόσεις (mg/kg βάρους σώματος/ημέρα) και συντελεστής μετατροπής της συγκέντρωσης (ppm) της υπό δοκιμή ουσίας στην τροφή ή στο πόσιμο νερό στην πραγματικά λαμβανόμενη δόση, εφόσον συντρέχει περίπτωση, - λεπτομέρειες για την ποιότητα της τροφής και του νερού. 2.2.4. Αποτελέσματα: - βάρος σώματος και αλλαγές βάρους σώματος, - κατανάλωση τροφής και κατανάλωση ύδατος, κατά περίπτωση, - δεδομένα τοξικών αποκρίσεων ανά δόση και φύλο, συμπεριλαμβανόμενων ενδείξεων τοξικότητας, - φύση, σοβαρότητα και διάρκεια των κλινικών παρατηρήσεων (είτε είναι αναστρέψιμες είτε όχι), - οφθαλμολογική εξέταση, - αιματολογικές δοκιμασίες με σχετικές τιμές αναφοράς, - κλινικές βιοχημικές εξετάσεις με σχετικές τιμές αναφοράς, - τελικό βάρος σώματος, βάρος οργάνων και λόγος βάρους οργάνων/βάρος σώματος, - ευρήματα νεκροψίας, - λεπτομερής περιγραφή όλων των ιστοπαθολογικών ευρημάτων, - στοιχεία απορρόφησης εάν είναι διαθέσιμα, - στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων, όταν αυτό είναι δυνατό. Σχολιασμός των αποτελεσμάτων. Συμπεράσματα. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5 ΣΤ Γ.14. ΔΟΚΙΜΗ ΝΕΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΨΑΡΙΩΝ 1. ΜΕΘΟΔΟΣ Η δοκιμή αυτή τοξικότητας κατά την ανάπτυξη αποτελεί αντιγραφή της OECD TG 215 (2000). 1.1. ΜΕΘΟΔΟΣ Η παρούσα δοκιμή αποσκοπεί στην εκτίμηση των επιπτώσεων της παρατεταμένης έκθεσης σε χημικές ουσίες επί της ανάπτυξης νεαρών ψαριών. Βασίζεται σε μέθοδο, η οποία αναπτύχθηκε και δοκιμάστηκε διεργαστηριακά (1) (3) στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για την εκτίμηση της επίδρασης χημικών ουσιών στην ανάπτυξη νεαρών ατόμων ιριδίζουζας πέστροφας (Oncorynchus mykiss) υπό συνθήκες συνεχούς ροής. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν και άλλα καλώς τεκμηριωμένα είδη. Για παράδειγμα, υπάρχουν εμπειρίες από παρόμοιες δοκιμές με ζεβρόψαρα (Danio rerio) (2) (4) (5) και ρυζόψαρα (medaka, Oryzias latipes) (6) (7) (8). Βλέπε επίσης γενική εισαγωγή μέρος Γ. 1.2. ΟΡΙΣΜΟΙ Κατώτατη συγκέντρωση στην οποία παρατηρείται επίδραση (LOEC): είναι η χαμηλότερη συγκέντρωση υπό δοκιμή ουσίας στην οποία παρατηρείται σημαντική επίδραση της ουσίας (με p < 0,05) üôáí óõãêñßíåôáé ìå ôïí ìÜñôõñá. ¼ëåò üìùò ïé ÷ñçóéìïðïéïýìåíåò óôç äïêéìÞ ðÜíù áðü ôçí LOEC óõãêåíôñþóåéò ðñÝðåé íá Ý÷ïõí åðéâëáâÞ åðßäñáóç ßóç Þ ìåãáëýôåñç áðü åêåßíç ðïõ ðáñáôçñåßôáé óôç LOEC. ÓõãêÝíôñùóç óôçí ïðïßá äåí ðáñáôçñåßôáé åðßäñáóç (NOEC): åßíáé ç áìÝóùò êÜôù áðü ôçí LOEC óõãêÝíôñùóç äïêéìÞò. ECx: óôçí ðáñïýóá ìÝèïäï äïêéìÞò, åßíáé ç óõãêÝíôñùóç ôçò õðü äïêéìÞ ïõóßáò ç ïðïßá ðñïêáëåß x % áðüêëéóç óôï âáèìü áíÜðôõîçò ôïõ øáñéïý óå óýãêñéóç ìå ôïõò ìÜñôõñåò. Ðëçèõóìéáêüò öüñôïò: åßíáé ôï õãñü âÜñïò ôùí øáñéþí êáô' üãêï íåñïý. Ðõêíüôçôá ðëçèõóìïý: åßíáé ï áñéèìüò ôùí øáñéþí êáô' üãêï íåñïý. Éäéáßôåñïò âáèìüò áíÜðôõîçò ìåìïíùìÝíïõ øáñéïý: åêöñÜæåé ôï âáèìü áíÜðôõîçò åíüò ìåìïíùìÝíïõ áôüìïõ ìå âÜóç ôï áñ÷éêü ôïõ âÜñïò. ÌÝóïò éäéáßôåñïò âáèìüò áíÜðôõîçò äåîáìåíÞò: åêöñÜæåé ôï ìÝóï âáèìü áíÜðôõîçò ôïõ ðëçèõóìïý ìéáò äåîáìåíÞò óå ìéá ïñéóìÝíç óõãêÝíôñùóç. "Øåõäï" éäéáßôåñïò âáèìüò áíÜðôõîçò: åêöñÜæåé ôï âáèìü áíÜðôõîçò ìåìïíùìÝíïõ áôüìïõ óå óýãêñéóç ìå ôï ìÝóï áñ÷éêü âÜñïò ôïõ ðëçèõóìïý ìéáò äåîáìåíÞò. 1.3. ÁÑ×Ç ÔÇÓ ÌÅÈÏÄÏÕ ÄÏÊÉÌÇÓ ÍåáñÜ øÜñéá óôç öÜóç ôçò åêèåôéêÞò áíÜðôõîçò öÝñïíôáé, áöïý æõãéóôïýí, óå èáëÜìïõò äïêéìÞò êáé åêôßèåíôáé óå ìéá óåéñÜ õðïèáíáôçöüñùí óõãêåíôñþóåùí ôçò õðü äïêéìÞ ïõóßáò äéáëåëõìÝíçò óå íåñü, êáôÜ ðñïôßìçóç õðü óõíèÞêåò óõíå÷ïýò ñïÞò Þ, áí äåí åßíáé äõíáôü, õðü êáôÜëëçëåò çìéóôáôéêÝò (óôáôéêÞ áíáíÝùóç) óõíèÞêåò. Ç äéÜñêåéá ôçò äïêéìÞò åßíáé 28 çìÝñåò. Ôá øÜñéá ôñÝöïíôáé êáèçìåñéíÜ. Ôï óéôçñÝóéï âáóßæåôáé óôá áñ÷éêÜ âÜñç ôùí øáñéþí êáé ìðïñåß íá áíáðñïóáñìïóôåß ìåôÜ áðü 14 çìÝñåò. Óôï ôÝëïò ôçò äïêéìÞò, ôá øÜñéá îáíáæõãßæïíôáé. Ïé åðéðôþóåéò óôï âáèìü áíÜðôõîçò áíáëýïíôáé ÷ñçóéìïðïéþíôáò ìïíôÝëï áíáãùãÞò ãéá íá åêôéìçèåß ç óõãêÝíôñùóç ðïõ ìðïñåß íá ðñïêáëÝóåé x % áðüêëéóç óôï âáèìü áíÜðôõîçò, äçëáäÞ ECx (ð.÷.. EC10, EC20, Þ EC30). ÅíáëëáêôéêÜ, ôá äåäïìÝíá ìðïñïýí íá óõãêñéèïýí ìå ôéìÝò ìáñôýñùí ãéá íá ðñïóäéïñéóôåß ç êáôþôáôç óõãêÝíôñùóç óôçí ïðïßá ðáñáôçñåßôáé åðßäñáóç (LOEC) êáé, êáôÜ óõíÝðåéá, ç óõãêÝíôñùóç óôçí ïðïßá äåí ðáñáôçñåßôáé åðßäñáóç (NOEC). 1.4. ÐËÇÑÏÖÏÑÉÅÓ ÃÉÁ ÔÇÍ ÕÐÏ ÄÏÊÉÌÇ ÏÕÓÉÁ Èá ðñÝðåé íá õðÜñ÷ïõí äéáèÝóéìá ôá áðïôåëÝóìáôá äïêéìÞò ïîåßáò ôïîéêüôçôáò (âëÝðå ìÝèïäï äïêéìÞò Ã.1) ðñáãìáôïðïéçèåßóáò, êáôÜ ðñïôßìçóç, ìå ôï åßäïò ðïõ åðéëÝ÷èçêå ãéá ôç äïêéìÞ áõôÞ. Áõôü óçìáßíåé üôé ç õäáôïäéáëõôüôçôá êáé ç ôÜóç áôìþí ôçò õðü äïêéìÞ ïõóßáò åßíáé ãíùóôÝò êáé õðÜñ÷åé äéáèÝóéìç áîéüðéóôç áíáëõôéêÞ ìÝèïäïò ãéá ôïí ðïóïôéêü ðñïóäéïñéóìü ôçò ïõóßáò óôá äéáëýìáôá äïêéìÞò ìå ãíùóôÞ êáé äçìïóéåõìÝíç ïñèüôçôá (accuracy) êáé üñéï áíß÷íåõóçò. Óôéò ÷ñÞóéìåò ðëçñïöïñßåò ðåñéëáìâÜíïíôáé ï óõíôáêôéêüò ôýðïò, ç êáèáñüôçôá ôçò ïõóßáò, ç óôáèåñüôçôá óôï íåñü êáé ôï öùò, ç pKa ç Pow êáé áðïôåëÝóìáôá äïêéìÞò ùò ðñïò ôçí Üìåóç âéïáðïéêïäïìçóéìüôçôá (âëÝðå ìÝèïäï äïêéìÞò Ã.4). 1.5. ÅÃÊÕÑÏÔÇÔÁ ÔÇÓ ÄÏÊÉÌÇÓ Ãéá íá åßíáé Ýãêõñç ç äïêéìÞ, åðéâÜëëïíôáé ïé áêüëïõèåò óõíèÞêåò: - ç èíçóéìüôçôá óôïí Þ óôïõò ìÜñôõñåò íá ìçí õðåñâáßíåé ôï 10 % óôï ôÝëïò ôçò äïêéìÞò, - ôï ìÝóï âÜñïò ôùí øáñéþí óôïí Þ óôïõò ìÜñôõñåò íá Ý÷åé áõîçèåß áñêåôÜ þóôå íá åßíáé äõíáôüò ï åíôïðéóìüò ôçò åëÜ÷éóôçò áðüêëéóçò ôïõ âáèìïý áíÜðôõîçò ðïõ èåùñåßôáé ùò óôáôéóôéêþò óçìáíôéêÞ. ÄéåñãáóôçñéáêÝò äïêéìÝò (3) Ý÷ïõí äåßîåé üôé ãéá ôçí éñéäßæïõóá ðÝóôñïöá, ôï ìÝóï âÜñïò ôùí øáñéþí óôïõò ìÜñôõñåò ðñÝðåé íá Ý÷åé áõîçèåß ôïõëÜ÷éóôïí êáôÜ ôï Þìéóõ (äçëáäÞ êáôÜ 50 %) ôïõ ìÝóïõ áñ÷éêïý ôïõò âÜñïõò ìÝóá óå 28 çìÝñåò, ð.÷., áñ÷éêü âÜñïò 1 g/øÜñé (= 100 %), ôåëéêü âÜñïò ìåôÜ 28 çìÝñåò: > 1,5 g/ψάρι ( > 150 %), - η συγκέντρωση του διαλελυμένου οξυγόνου να είναι τουλάχιστον το 60 % της τιμής κορεσμού σε αέρα (ΤΚΑ) σε όλη τη διάρκεια της δοκιμής, - η θερμοκρασία του νερού μεταξύ των θαλάμων δοκιμής να μη διαφέρει περισσότερο του ± 1 °C σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της δοκιμής και να διατηρείται με δυνατότητα απόκλισης 2 °C στην περιοχή των θερμοκρασιών που ορίζεται για το υπό δοκιμή είδος (προσάρτημα 1). 1.6. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΔΟΚΙΜΗΣ 1.6.1. Εξοπλισμός Συνήθης εργαστηριακός εξοπλισμός και, ειδικότερα, τα ακόλουθα: α) οξυγονόμετρο και pH-μετρο· β) εξοπλισμός για τον προσδιορισμό της σκληρότητας και αλκαλικότητας του νερού· γ) κατάλληλη συσκευή για τον έλεγχο της θερμοκρασίας με δυνατότητα συνεχούς, κατά προτίμηση, παρακολούθησης· δ) δεξαμενές κατασκευασμένες από χημικώς αδρανές υλικό και κατάλληλης χωρητικότητας ανάλογα με τη συνιστώμενη φόρτιση και την πυκνότητα πληθυσμού (βλέπε σημείο 1.8.5 και παράρτημα 1)· ε) ζυγός κατάλληλης ορθότητας (δηλαδή ορθότητα έως ± 0,5 %). 1.6.2. Νερό Ως νερό δοκιμής μπορεί να χρησιμοποιηθεί κάθε νερό στο οποίο το υπό δοκιμή είδος εμφανίζει την ενδεδειγμένη μακροπρόθεσμη επιβίωση και ανάπτυξη. Θα πρέπει να είναι σταθερής ποιότητας κατά τη διάρκεια της δοκιμής. Το pH του νερού θα πρέπει να είναι της τάξεως του 6,5 έως 8,5, κατά τη διάρκεια όμως μιας δεδομένης δοκιμής δεν θα πρέπει να κυμαίνεται πέραν των ± 0,5 μονάδων pH. Η σκληρότητα συνιστάται να είναι πάνω από 140 mg/l (ως CaCO3). Για να εξασφαλίζεται ότι το νερό αραίωσης δεν θα επηρεάσει το αποτέλεσμα της δοκιμής (π.χ. με τη δημιουργία συμπλόκων με την υπό δοκιμή ουσία), θα πρέπει κατά διαστήματα να λαμβάνονται δείγματα για ανάλυση. Όταν το νερό αραίωσης είναι γνωστό ως σχετικώς σταθερό από ποιοτικής πλευράς, θα πρέπει, π.χ. κάθε τρεις μήνες, να γίνονται μετρήσεις βαρέων μετάλλων (π.χ. Cu, Pb, Zn, Hg, Cd και Ni), βασικών ανιόντων και κατιόντων (π.χ. Ca, Mg, Na, K, Cl και SO4), γεωργικών φαρμάκων (π.χ. συνολικών οργανοφωσφορικών και συνολικών οργανοχλωριούχων φαρμάκων), ολικού οργανικού άνθρακα και αιωρούμενων στερεών σωματιδίων. Εάν η ποιότητα του νερού έχει αποδειχθεί ότι μένει σταθερή για ένα, τουλάχιστον, χρόνο, τότε οι μετρήσεις μπορούν να γίνονται σε αραιότερα χρονικά διαστήματα (π.χ. κάθε έξι μήνες). Μερικά χημικά χαρακτηριστικά ενός αποδεκτού νερού αραίωσης καταγράφονται στο παράρτημα 2. 1.6.3. Διαλύματα δοκιμής Τα διαλύματα δοκιμής των επιλεγομένων συγκεντρώσεων παρασκευάζονται με αραίωση αρχικού διαλύματος. Tο αρχικό διάλυμα θα πρέπει, κατά προτίμηση, να παρασκευάζεται με απλή ανάμειξη ή ανακίνηση της υπό δοκιμή ουσίας στο νερό του διαλύματος, χρησιμοποιώντας μηχανικά μέσα (π.χ. ανάδευση ή υπερήχους). Για την επίτευξη κατάλληλου πυκνού αρχικού διαλύματος, μπορούν να χρησιμοποιηθούν στήλες κορεσμού (στήλες διαλυτότητας). Σε ορισμένες περιπτώσεις, για την παρασκευή κατάλληλου πυκνού αρχικού διαλύματος, μπορεί να απαιτείται η χρήση διαλυτών ή διασπαρτικών μέσων (μέσων διαλυτοποίησης). Παραδείγματα κατάλληλων διαλυτών αποτελούν η ακετόνη, η αιθανόλη, η μεθανόλη, το διμεθυλοσουλφοξείδιο, το διμεθυλοφορμαμίδιο και η τριαιθυλενογλυκόλη. Παραδείγματα κατάλληλων διασπαρτικών μέσων είναι τα Cremophor RH40, Tween 80, Methylcellulose 0,01 % και HCO-40. Όταν χρησιμοποιούνται ευκόλως βιοαποικοδομήσιμα μέσα (π.χ. ακετόνη) ή/και λίαν πτητικές ενώσεις, θα πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή καθώς είναι ενδεχόμενο, σε δοκιμές συνεχούς ροής, να προκληθούν προβλήματα με ανάπτυξη βακτηρίων. Όταν χρησιμοποιείται μέσο διαλυτοποίησης, αυτό δεν πρέπει να εμφανίζει σημαντική επίδραση στην ανάπτυξη των ψαριών ούτε ορατά δυσμενή αποτελέσματα στα νεαρά ψάρια που να μπορούν να γίνουν αντιληπτά με απλό και μόνο έλεγχο του διαλύτη. Στην περίπτωση δοκιμών συνεχούς ροής, για την επίτευξη των διαφόρων συγκεντρώσεων στους θαλάμους δοκιμών, απαιτείται σύστημα το οποίο να προσάγει συνεχώς και να αραιώνει αρχικό διάλυμα της υπό δοκιμή ουσίας (π.χ. μετρητική αντλία, αναλογικό αραιωτή, σύστημα κορεσμού). Οι ταχύτητες ροής των αρχικών διαλυμάτων και του νερού αραίωσης θα πρέπει να ελέγχονται κατά διαστήματα, κατά προτίμηση κάθε μέρα, κατά τη διάρκεια της δοκιμής και δεν θα πρέπει να κυμαίνονται περισσότερο από 10 % σε όλη τη διάρκεια της δοκιμής. Διεργαστηριακή δοκιμή (3) έδειξε ότι, όσον αφορά την ιριδίζουσα πέστροφα, συχνότητα απομάκρυνσης νερού κατά τη διάρκεια της δοκιμής της τάξης των 6 λίτρων/g ψαριού/ημέρα είναι αποδεκτή (βλέπε σημείο 1.8.2.2). Σε ημιστατικές (ανανέωσης) δοκιμές, η συχνότητα μέσης ανανέωσης εξαρτάται από τη σταθερότητα της υπό δοκιμή ουσίας, συνιστάται όμως η καθημερινή ανανέωση του νερού. Εάν, από προκαταρκτικές δοκιμές σταθερότητας (βλέπε σημείο 1.4), η συγκέντρωση της υπό δοκιμής ουσίας δεν είναι σταθερή (δηλαδή είναι εκτός της περιοχής του 80-120 % της ονομαστικής ή πέφτει κάτω από το 80 % της μετρηθείσας αρχικής συγκέντρωσης) κατά την περίοδο ανανέωσης, θα πρέπει να εξετάζεται η περίπτωση χρήσης της δοκιμής συνεχούς ροής. 1.6.4. Επιλογή του είδους Για την παρούσα δοκιμή, το συνιστώμενο είδος είναι η ιριδίζουσα πέστροφα (Oncorhynchus mykiss), επειδή υπάρχουν μεγαλύτερες εμπειρίες για το είδος αυτό από διεργαστηριακές δοκιμές (1) (3). Ωστόσο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν και άλλα καλώς τεκμηριωμένα είδη, η διαδικασία όμως δοκιμής μπορεί να πρέπει να προσαρμοστεί για να ληφθούν οι κατάλληλες συνθήκες δοκιμής. Για παράδειγμα, εμπειρίες υπάρχουν και από τα ζεβρόψαρα (Danio rerio) (4) (5) και από τα ρυζόψαρα (medaka, Oryzias latipes) (6) (7) (8). Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να αναφέρεται η αιτιολογία της επιλογής του είδους και η πειραματική μέθοδος. 1.6.5. Διατήρηση των ψαριών Τα προς δοκιμή ψάρια επιλέγονται από μεμονωμένο αρχικό πληθυσμό, κατά προτίμηση της αυτής ωοτοκίας, που έχει διατηρηθεί για δύο εβδομάδες τουλάχιστον πριν από τη δοκιμή, υπό συνθήκες ποιότητας νερού και φωτισμού παρόμοιες με εκείνες που χρησιμοποιούνται στη δοκιμή. Θα πρέπει να διατρέφονται με σιτηρέσιο αντιστοιχούν κατ' ελάχιστο στο 2 % βάρους σώματος ανά ημέρα και, κατά προτίμηση, στο 4 % βάρους σώματος ανά ημέρα, καθ' όλη την περίοδο διατήρησης και κατά τη διάρκεια της δοκιμής. Αφού περάσει ένα προκαταρκτικό 48ωρο διάστημα, καταγράφονται τα ποσοστά θνησιμότητας και εφαρμόζονται τα ακόλουθα κριτήρια: - ποσοστά θνησιμότητας άνω του 10 % του πληθυσμού σε επτά ημέρες: απορρίπτεται ολόκληρη η παρτίδα, - ποσοστά θνησιμότητας μεταξύ 5 % και 10 % του πληθυσμού: εγκλιματισμός για επτά ακόμη ημέρες. Εάν, κατά τη διάρκεια των επτά επόμενων ημερών, καταγραφεί ποσοστό θνησιμότητας άνω του 5 %, ολόκληρη η παρτίδα απορρίπτεται, - ποσοστά θνησιμότητας λιγότερο από το 5 % του πληθυσμού σε επτά ημέρες: η παρτίδα γίνεται αποδεκτή. Τις δύο εβδομάδες που προηγούνται ή κατά τη διάρκεια της δοκιμής, τα ψάρια δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε αγωγή για ασθένεια. 1.7. ΣΧΕΔΙΟ ΔΟΚΙΜΗΣ Ο όρος "σχέδιο δοκιμής" αναφέρεται στην επιλογή του αριθμού και της κλιμάκωσης των συγκεντρώσεων δοκιμής, στον αριθμό των δεξαμενών για κάθε συγκέντρωση και στον αριθμό των ψαριών ανά δεξαμενή. Θεωρητικά, το σχέδιο δοκιμής θα πρέπει να επιλέγεται ανάλογα με: α) το στόχο της μελέτης· β) τη μέθοδο στατιστικής ανάλυσης που θα χρησιμοποιηθεί· γ) τη διαθεσιμότητα και το κόστος των πόρων του πειράματος. Στη δήλωση του στόχου θα πρέπει, αν είναι δυνατόν, να προσδιορίζεται η στατιστική ισχύς με την οποία απαιτείται να ανιχνευθεί ένα δεδομένο εύρος διαφοράς (π.χ. στο βαθμό ανάπτυξης) ή, εναλλακτικά, η ακρίβεια με την οποία απαιτείται να εκτιμηθεί η ECx (π.χ. με x = 10, 20 ή 30 και, κατά προτίμηση, όχι λιγότερο από 10). Χωρίς αυτό, δεν μπορεί να δοθεί σταθερή προδιαγραφή του μεγέθους της μελέτης. Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι ένα σχέδιο που είναι άριστο (επιτυγχάνει τη βέλτιστη χρήση πόρων) για χρήση με μια μέθοδο στατιστικής ανάλυσης δεν είναι, κατ' ανάγκη, άριστο και για μιαν άλλη. Το συνιστώμενο σχέδιο για την εκτίμηση μιας τιμής LOEC/NOEC μπορεί, συνεπώς, να μην είναι ίδιο με εκείνο που συνιστάται για τη μέθοδο της ανάλυσης με αναγωγή (analysis by regression). Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ανάλυση με αναγωγή είναι προτιμότερη από την ανάλυση μεταβλητότητας (analysis of variance), για λόγους που αναφέρονται από τους Stephan και Rogers (9). Εντούτοις, όταν δεν βρίσκεται κατάλληλο μοντέλο αναγωγής (r2 < 0,9), èá ðñÝðåé íá ÷ñçóéìïðïéåßôáé ç ôéìÞ NOEC/LOEC. 1.7.1. Ó÷Ýäéï ãéá áíÜëõóç ìå áíáãùãÞ Ôá óçìåßá ðïõ ðñÝðåé íá ëáìâÜíïíôáé éäéáßôåñá õðüøç óôï ó÷Ýäéï äïêéìÞò óôçí ïðïßá èá åöáñìïóôåß áíÜëõóç ìå áíáãùãÞ åßíáé: á) ç óõãêÝíôñùóç åðßäñáóçò (ð.÷. EC10,20,30) êáé ç ðåñéï÷Þ ôùí óõãêåíôñþóåùí ç ïðïßá åíäéáöÝñåé óå ó÷Ýóç ìå ôçí åðßäñáóç ôçò õðü äïêéìÞ ïõóßáò, èá ðñÝðåé, êáô' áíÜãêç, íá êáëýðôåôáé áðü ôéò óõãêåíôñþóåéò ïé ïðïßåò ÷ñçóéìïðïéïýíôáé óôç äïêéìÞ. ¶ñéóôç áêñßâåéá óôéò åêôéìÞóåéò ôùí óõãêåíôñþóåùí åðßäñáóçò åðéôõã÷Üíåôáé áí ç óõãêÝíôñùóç åðßäñáóçò âñßóêåôáé óôï ìÝóïí ôçò ðåñéï÷Þò óõãêåíôñþóåùí ôçò äïêéìÞò. Ãéá ôçí åðéëïãÞ ôùí êáôÜëëçëùí óõãêåíôñþóåùí äïêéìÞò, éäéáßôåñá ÷ñÞóéìç ìðïñåß íá áðïäåé÷èåß ç ðñáãìáôïðïßçóç ìéáò ðñïêáôáñêôéêÞò äïêéìÞò ðñïóáíáôïëéóìïý· â) ãéá ôçí åðßôåõîç éêáíïðïéçôéêÞò óôáôéóôéêÞò åéêüíáò, ç äïêéìÞ èá ðñÝðåé íá ðåñéëáìâÜíåé ìßá ôïõëÜ÷éóôïí äåîáìåíÞ-ìÜñôõñá êáé ðÝíôå åðéðëÝïí äåîáìåíÝò ìå äéáöïñåôéêÝò óõãêåíôñþóåéò. ¼ðïõ ÷ñåéÜæåôáé, üôáí ÷ñçóéìïðïéåßôáé ìÝóï äéáëõôïðïßçóçò, åêôüò áðü ôç óåéñÜ äïêéìþí, èá ðñÝðåé íá ÷ñçóéìïðïéåßôáé êáé ìÜñôõñáò ðïõ íá ðåñéÝ÷åé ôï ìÝóï äéáëõôïðïßçóçò óôçí õøçëüôåñç õðü äïêéìÞ óõãêÝíôñùóç (âëÝðå óçìåßá 1.8.3 êáé 1.8.4)· ã) ìðïñåß íá ÷ñçóéìïðïéçèåß êáôÜëëçëç ãåùìåôñéêÞ Þ ëïãáñéèìéêÞ óåéñÜ (10) (âëÝðå ðñïóÜñôçìá 3). ÐñïôéìÜôáé ç ÷ñçóéìïðïßçóç ëïãáñéèìéêÞò êëéìÜêùóçò ôùí óõãêåíôñþóåùí äïêéìÞò· ä) åÜí õðÜñ÷ïõí äéáèÝóéìåò ðåñéóóüôåñåò áðü Ýîé äåîáìåíÝò, ïé åðéðëÝïí äåîáìåíÝò èá ðñÝðåé Þ íá ÷ñçóéìïðïéïýíôáé ãéá åðáíÜëçøç, Þ íá êáôáíÝìïíôáé óôçí ðåñéï÷Þ óõãêåíôñþóåùí ãéá íá åðéôõã÷Üíåôáé ðõêíüôåñç êëéìÜêùóç ôùí åðéðÝäùí óõãêÝíôñùóçò. ÏðïéïäÞðïôå áðü ôá äýï, åßíáé åîßóïõ åðéèõìçôü. 1.7.2. Ó÷Ýäéï õðïëïãéóìïý ôéìÞò NOEC/LOEC ìå ôç ìÝèïäï ôçò áíáëýóåùò ìåôáâëçôüôçôáò (ANOVA) Ãéá êÜèå óõãêÝíôñùóç èá ðñÝðåé, êáôÜ ðñïôßìçóç, íá õðÜñ÷ïõí äåîáìåíÝò åðáíÜëçøçò, ç äå óôáôéóôéêÞ áíÜëõóç èá ðñÝðåé íá ãßíåôáé óå åðßðåäï äåîáìåíÞò (11). ×ùñßò äåîáìåíÝò åðáíÜëçøçò, äåí ìðïñåß íá ãßíåé äåêôÞ êáìßá ìåôáâëçôüôçôá ìåôáîý äåîáìåíþí ðÝñáí åêåßíçò ðïõ ïöåßëåôáé óå ìåìïíùìÝíá øÜñéá. Åíôïýôïéò, ç åìðåéñßá Ý÷åé äåßîåé (12) üôé ç ìåôáîý äåîáìåíþí ìåôáâëçôüôçôá åßíáé ðïëý ìéêñÞ óå óýãêñéóç ìå ôçí åíôüò äåîáìåíÞò (äçëáäÞ ìåôáîý øáñéþí) ìåôáâëçôüôçôá óôçí åîåôáæüìåíç ðåñßðôùóç. Óõíåðþò, ìéá ó÷åôéêþò áðïäåêôÞ åíáëëáêôéêÞ ëýóç åßíáé ç åêôÝëåóç óôáôéóôéêÞò áíáëýóåùò óå åðßðåäï ìåìïíùìÝíùí øáñéþí. ÓõìâáôéêÜ, ÷ñçóéìïðïéïýíôáé ôïõëÜ÷éóôïí ðÝíôå óõãêåíôñþóåéò äïêéìÞò óå ãåùìåôñéêÞ óåéñÜ ìå ëüãï, êáôÜ ðñïôßìçóç, ìç õðåñâáßíïíôá ôï 3,2. ÃåíéêÜ, üôáí åêôåëïýíôáé äïêéìÝò ìå äåîáìåíÝò åðáíÜëçøçò, ï áñéèìüò ôùí äåîáìåíþí-ìáñôýñùí åðáíÜëçøçò êáé, êáôÜ óõíÝðåéá, ï áñéèìüò ôùí øáñéþí èá ðñÝðåé íá åßíáé äéðëÜóéïò áðü ôïí áñéèìü ðïõ õðÜñ÷åé óå êÜèå ìßá áðü ôéò óõãêåíôñþóåéò äïêéìÞò, ðïõ èá ðñÝðåé íá åßíáé ôïõ áõôïý ìåãÝèïõò (13) (14) (15). Áíôßèåôá, åöüóïí äåí õðÜñ÷ïõí äåîáìåíÝò åðáíÜëçøçò, ï áñéèìüò ôùí øáñéþí óôçí ïìÜäá ôùí ìáñôýñùí èá ðñÝðåé íá åßíáé ßäéïò ìå ôïí áñéèìü óå êÜèå óõãêÝíôñùóç äïêéìÞò. ÅÜí ç ANOVA ðñüêåéôáé íá âáóéóôåß óå äåîáìåíÝò êáé ü÷é óå ìåìïíùìÝíá øÜñéá [ðñÜãìá ðïõ óçìáßíåé åßôå ôçí êáô' Üôïìï óÞìáíóç ôùí øáñéþí åßôå ôç ÷ñÞóç "øåõäï" éäéáßôåñùí âáèìþí áíÜðôõîçò (âëÝðå óçìåßï 2.1.2)], åßíáé áíÜãêç íá õðÜñ÷ïõí áñêåôÝò äåîáìåíÝò åðáíÜëçøçò ãéá íá ìðïñåß íá ðñïóäéïñéóôåß ç ôõðéêÞ áðüêëéóç ôùí "åíôüò äåîáìåíÞò óõãêåíôñþóåùí". Áõôü óçìáßíåé üôé ïé âáèìïß åëåõèåñßáò óöÜëìáôïò óôçí áíÜëõóç áðïêëßóåùí èá ðñÝðåé íá åßíáé ôïõëÜ÷éóôïí 5 (11). ÅÜí ìüíï ãéá ôïõò ìÜñôõñåò õðÜñ÷ïõí äåîáìåíÝò åðáíÜëçøçò, õðÜñ÷åé êßíäõíïò áðïêëßóåùí óôç ìåôáâëçôüôçôá óöÜëìáôïò, åðåéäÞ áõôÞ ìðïñåß íá áõîÜíåôáé ìå ôç ìÝóç ôéìÞ ôïõ õðü åîÝôáóç âáèìïý áíÜðôõîçò. Åöüóïí ï âáèìüò áíÜðôõîçò åßíáé ðéèáíüí íá ìåéùèåß ìå ôçí áýîçóç ôçò óõãêåíôñþóåùò, áõôü èá ôåßíåé íá ïäçãÞóåé óå õðåñåêôßìçóç ôçò ìåôáâëçôüôçôáò. 1.8. ÄÉÁÄÉÊÁÓÉÁ 1.8.1. ÅðéëïãÞ êáé æýãéóç ôùí õðü äïêéìÞ øáñéþí Åßíáé óçìáíôéêü íá åëá÷éóôïðïéåßôáé ç äéáêýìáíóç ôïõ âÜñïõò ôùí øáñéþí óôçí áñ÷Þ ôçò äïêéìÞò. ÊáôÜëëçëåò ðåñéï÷Ýò ìåãåèþí ãéá ôá äéÜöïñá åßäç ðïõ óõíéóôþíôáé ãéá ÷ñÞóç óôç äïêéìÞ áõôÞ, äßíïíôáé óôï ðñïóÜñôçìá 1. Ãéá ôï óýíïëï ôçò ðáñôßäáò øáñéþí ðïõ ÷ñçóéìïðïéåßôáé óôç äïêéìÞ, ôï åýñïò ôùí áôïìéêþí âáñþí óôçí Ýíáñîç ôçò äïêéìÞò èá ðñÝðåé, èåùñçôéêÜ, íá êñáôéÝôáé óôá üñéá ôïõ ± 10 % ôïõ áñéèìçôéêïý ìÝóïõ âÜñïõò, óå êÜèå äå ðåñßðôùóç, äåí èá ðñÝðåé íá õðåñâáßíåé ôï 25 %. Ðñéí áðü ôç äïêéìÞ óõíéóôÜôáé íá æõãßæåôáé Ýíá ìåñéêü äåßãìá øáñéþí, ãéá íá åêôéìÜôáé ôï ìÝóï âÜñïò. Ãéá 24 þñåò ðñéí áðü ôçí Ýíáñîç ôçò äïêéìÞò, èá ðñÝðåé íá ìçí äßíåôáé ôñïöÞ óôïí áñ÷éêü ðëçèõóìü. Ôá øÜñéá èá ðñÝðåé êáôüðéí íá åðéëÝãïíôáé óôçí ôý÷ç. ×ñçóéìïðïéþíôáò Ýíá ãåíéêü áíáéóèçôéêü [ð.÷. õäáôéêü äéÜëõìá 100 mg/l ìåèáíïóïõëöïíéêÞò ôñéêáÀíçò (MS 222) åîïõäåôåñùìÝíï ìå ðñïóèÞêç äýï ìåñþí äéôáíèñáêéêïý íáôñßïõ áíÜ ìÝñïò MS 222], ôá øÜñéá èá ðñÝðåé íá æõãßæïíôáé êáô' Üôïìï ãéá ôçí åýñåóç ôïõ õãñïý âÜñïõò (óôÝãíùìá ìå óôõðü÷áñôï) ìå ôçí áêñßâåéá ðïõ ðñïâëÝðåôáé óôï ðñïóÜñôçìá 1. ¼óá øÜñéá Ý÷ïõí âÜñïò åíôüò ôçò ðñïâëåðüìåíçò ðåñéï÷Þò èá ðñÝðåé íá êñáôéïýíôáé êáé êáôüðéí íá êáôáíÝìïíôáé ôõ÷áßá ìåôáîý ôùí äï÷åßùí äïêéìÞò. Ôï óõíïëéêü õãñü âÜñïò ôùí øáñéþí óå êÜèå äï÷åßï äïêéìÞò èá ðñÝðåé íá êáôáãñÜöåôáé. Ç ÷ñÞóç ôïõ áíáéóèçôéêïý, üðùò êáé ç ìåôá÷åßñéóç ôùí øáñéþí (óõìðåñéëáìâáíïìÝíçò ôçò óôýðùóçò êáé ôçò æýãéóçò), ìðïñåß íá ðñïêáëÝóåé Üã÷ïò êáé ôñáõìáôéóìïýò óôá íåáñÜ øÜñéá, éäéáßôåñá óôá åßäç åêåßíá ðïõ åßíáé ìéêñïý ìåãÝèïõò. Óõíåðþò, ï ÷åéñéóìüò ôùí íåáñþí øáñéþí ðñÝðåé íá ãßíåôáé ìå ýøéóôç ðñïóï÷Þ, þóôå íá áðïöåýãïíôáé Üã÷ç êáé ôñáõìáôéóìïß ãéá ôá õðü äïêéìÞ æþá. Ôá øÜñéá æõãßæïíôáé ðÜëé ôçí 28ç çìÝñá ôçò äïêéìÞò (âëÝðå óçìåßï 1.8.6). Åíôïýôïéò, åÜí êñéèåß áíáãêáßï íá åðáíõðïëïãéóôåß ôï óéôçñÝóéï, ôá øÜñéá ìðïñïýí íá æõãéóôïýí ðÜëé ôç 14ç çìÝñá ôçò äïêéìÞò (âëÝðå óçìåßï 1.8.2.3). Ãéá ôïí ðñïóäéïñéóìü ôùí ìåôáâïëþí óôï ìÝãåèïò ôùí øáñéþí ìðïñåß íá ÷ñçóéìïðïéçèåß êáé Üëëç ìÝèïäïò, üðùò ç öùôïãñáöéêÞ ìÝèïäïò, ìÝóù ôçò ïðïßáò ìðïñåß íá ðñïóáñìïóôåß ôï óéôçñÝóéï. 1.8.2. ÓõíèÞêåò Ýêèåóçò 1.8.2.1. ÄéÜñêåéá Ç äéÜñêåéá ôçò äïêéìÞò åßíáé >= 28 ημέρες. 1.8.2.2. Πληθυσμιακός φόρτος και πυκνότητα πληθυσμού Είναι σημαντικό, ο πληθυσμιακός φόρτος και η πυκνότητα πληθυσμού να είναι κατάλληλα για το χρησιμοποιούμενο είδος ψαριών (βλέπε προσάρτημα 1). Εάν η πυκνότητα πληθυσμού είναι πολύ υψηλή, τότε δημιουργείται συμφορητικό άγχος που οδηγεί σε μείωση του βαθμού ανάπτυξης και, ενδεχομένως, στην εμφάνιση ασθενειών. Εάν είναι πολύ χαμηλή, μπορεί να προκληθεί χωροκατακτητική συμπεριφορά που μπορεί, επίσης, να επιδράσει στην ανάπτυξη. Σε κάθε περίπτωση, ο πληθυσμιακός φόρτος θα πρέπει να είναι αρκετά χαμηλός για να μπορεί να διατηρείται, χωρίς αερισμό, συγκέντρωση διαλελυμένου οξυγόνου τουλάχιστον 60 % ΤΚΑ. Διεργαστηριακή δοκιμή (3) έχει δείξει ότι, για την ιριδίζουσα πέστροφα, πληθυσμιακός φόρτος της τάξης των 16 ατόμων των 3-5 g σε όγκο 40 λίτρων, είναι αποδεκτός. Η συνιστώμενη συχνότητα απομάκρυνσης νερού κατά τη διάρκεια της δοκιμής είναι 6 λίτρα/g ψαριών/ημέρα. 1.8.2.3. Διατροφή Τα ψάρια θα πρέπει να διατρέφονται με κατάλληλη τροφή (προσάρτημα 1) και σε επίπεδα επαρκή για την επίτευξη αποδεκτού βαθμού ανάπτυξης. Θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να αποφεύγεται η ανάπτυξη μικροβίων και η εμφάνιση θολότητας στο νερό. Στην περίπτωση της ιριδίζουσας πέστροφας, επίπεδα της τάξης του 4 % του σωματικού τους βάρους ανά ημέρα ικανοποιεί πιθανόν αυτές τις συνθήκες (3) (16) (17) (18). Το ημερήσιο σιτηρέσιο μπορεί να διαιρείται σε δύο ίσα μέρη και να δίνεται στα ψάρια σε δύο δόσεις την ημέρα, διαχωριζόμενες από χρονικό διάστημα 5 τουλάχιστον ωρών. Το σιτηρέσιο βασίζεται στο αρχικό συνολικό βάρος των ψαριών για κάθε δοχείο δοκιμής. Εάν τα ψάρια ζυγιστούν πάλι τη 14η ημέρα, το σιτηρέσιο επανυπολογίζεται. Για 24 ώρες πριν από τη ζύγιση, δεν θα πρέπει να δίνεται τροφή στα ψάρια. Τα υπολείμματα των τροφών και τα περιττώματα θα πρέπει να απομακρύνονται από τα δοχεία δοκιμής κάθε μέρα με προσεκτικό καθαρισμό του πυθμένα κάθε δεξαμενής με ρόφηση. 1.8.2.4. Φως και θερμοκρασία Η φωτοπερίοδος και η θερμοκρασία του νερού θα πρέπει να είναι κατάλληλες για το υπό δοκιμή είδος (προσάρτημα 1). 1.8.3. Συγκεντρώσεις δοκιμής Κανονικά, ανεξάρτητα από το σχέδιο δοκιμής, απαιτούνται πέντε συγκεντρώσεις της υπό δοκιμή ουσίας (βλέπε σημείο 1.7.2). Εάν η τοξικότητα της υπό δοκιμή ουσίας είναι γνωστή εκ των προτέρων (π.χ. από μελέτες οξείας τοξικότητας και/ή προσανατολισμού ως προς την περιοχή), αυτό μπορεί να βοηθήσει στην επιλογή των κατάλληλων συγκεντρώσεων δοκιμής. Εφόσον χρησιμοποιούνται λιγότερες από πέντε συγκεντρώσεις, αυτό θα πρέπει να αιτιολογείται. Η ανώτατη συγκέντρωση δοκιμής δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το όριο διαλυτότητας της ουσίας στο νερό. Όταν, για την παρασκευή του αρχικού διαλύματος, χρησιμοποιείται μέσο διαλυτοποίησης, η τελική του συγκέντρωση δεν θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 0,1 ml/l ενώ, κατά προτίμηση, θα πρέπει να είναι η ίδια σε όλα τα δοχεία δοκιμής (βλέπε σημείο 1.6.3). Εντούτοις, θα πρέπει να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια αποφυγής χρήσης παρόμοιων υλικών. 1.8.4. Μάρτυρες Ο αριθμός των χρησιμοποιουμένων ως μαρτύρων υδατικών αραιώσεων εξαρτάται από το σχέδιο δοκιμής (βλέπε σημεία 1.7-1.7.2). Εάν χρησιμοποιείται μέσο διαλυτοποίησης, τότε θα πρέπει να χρησιμοποιείται και ίδιος αριθμός μαρτύρων με μέσο διαλυτοποίησης με εκείνο των υδατικών αραιώσεων-μαρτύρων. 1.8.5. Συχνότητα αναλυτικών προσδιορισμών και μετρήσεων Κατά τη διάρκεια της δοκιμής, προσδιορίζονται σε τακτικά διαστήματα οι συγκεντρώσεις της υπό δοκιμή ουσίας (βλέπε κατωτέρω). Στις δοκιμές συνεχούς ροής, θα πρέπει, κατά διαστήματα, να ελέγχονται οι ταχύτητες ροής του αραιωτικού και του τοξικού αρχικού διαλύματος, κατά προτίμηση ημερησίως, και δεν θα πρέπει να παρουσιάζουν διακύμανση άνω του 10 % καθ' όλη τη διάρκεια της δοκιμής. Όταν οι συγκεντρώσεις της υπό δοκιμή ουσίας προβλέπεται να παραμείνουν στα όρια του ± 20 % των ονομαστικών τιμών (δηλαδή στην περιοχή του 80-120 %, βλέπε σημεία 1.6.2 και 1.6.3), συνιστάται, στην έναρξη της δοκιμής και, στη συνέχεια, κάθε εβδομάδα, να ελέγχονται τουλάχιστον η υψηλότερη και η χαμηλότερη συγκέντρωση δοκιμής. Σε δοκιμές όπου η συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας προβλέπεται να μην παραμείνει στα όρια του ± 20 % της ονομαστικής (με βάση τα δεδομένα σταθερότητας της υπό δοκιμή ουσίας), είναι αναγκαίο να ελέγχονται όλες οι συγκεντρώσεις δοκιμής, με το ίδιο πάντα καθεστώς. Στις ημιστατικές (ανανέωσης) δοκιμές όπου η συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας προβλέπεται να παραμείνει στα όρια του ± 20 % των ονομαστικών τιμών, συνιστάται, κατ' ελάχιστο, να ελέγχονται η υψηλότερη και η χαμηλότερη συγκέντρωση δοκιμής αμέσως μετά την παρασκευή και αμέσως πριν από την ανανέωση στην έναρξη της μελέτης και, στη συνέχεια, κάθε βδομάδα. Σε δοκιμές όπου η συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας προβλέπεται να μην παραμείνει στα όρια του ± 20 % της ονομαστικής, είναι αναγκαίο να ελέγχονται όλες οι συγκεντρώσεις δοκιμής, με το ίδιο καθεστώς όπως και για τις σταθερότερες σταθερές ουσίες. Συνιστάται τα αποτελέσματα να βασίζονται σε μετρηθείσες συγκεντρώσεις. Εντούτοις, εάν υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι η συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στο διάλυμα διατηρείται ικανοποιητικά στα όρια του ± 20 % της ονομαστικής ή μετρηθείσας αρχικής συγκέντρωσης καθ' όλη τη διάρκεια της δοκιμής, τότε τα αποτελέσματα μπορούν να βασίζονται στις ονομαστικές ή στις μετρηθείσες τιμές. Ορισμένα δείγματα μπορεί να χρειάζεται να διηθηθούν (π.χ. χρησιμοποιώντας διηθητικό μέσο με πόρους διαμέτρου 0,45 μm) ή να φυγοκεντρηθούν. Η μέθοδος που συνιστάται είναι η φυγοκέντρηση. Πάντως, εφόσον η υπό δοκιμή ουσία δεν απορροφάται στο φίλτρο, μπορεί να γίνει δεκτή και η διήθηση. Κατά τη διάρκεια της δοκιμής, σε όλα τα δοχεία δοκιμής θα πρέπει να μετρώνται το διαλελυμένο οξυγόνο, το pH και η θερμοκρασία. Στους μάρτυρες και σε ένα δοχείο με τη υψηλότερη συγκέντρωση, θα πρέπει να μετράται η ολική σκληρότητα, η αλκαλικότητα και η αλατότητα (εφόσον συντρέχει περίπτωση). Το διαλελυμένο οξυγόνο και η αλατότητα (εάν συντρέχει περίπτωση) θα πρέπει να μετρώνται κατ' ελάχιστο τρεις φορές (στην αρχή, στο μέσον και στο τέλος της δοκιμής). Στις ημιστατικές δοκιμές, συνιστάται το διαλελυμένο οξυγόνο να μετριέται συχνότερα, κατά προτίμηση πριν και μετά από κάθε ανανέωση του νερού ή, τουλάχιστον, μία φορά την εβδομάδα. Το pH θα πρέπει να μετριέται στην αρχή και στο τέλος κάθε ανανέωσης νερού σε στατικές δοκιμές ανανέωσης και μια φορά τουλάχιστον τη βδομάδα σε δοκιμές συνεχούς ροής. Η σκληρότητα και η αλκαλικότητα θα πρέπει να μετριώνται μια φορά σε κάθε δοκιμή. Η θερμοκρασία θα πρέπει, κατά προτίμηση, να παρακολουθείται συνεχώς σε ένα, τουλάχιστον, δοχείο δοκιμής. 1.8.6. Παρατηρήσεις Βάρος: Στο τέλος της δοκιμής όλα τα επιζώντα ψάρια πρέπει να ζυγίζονται σε υγρή κατάσταση (στέγνωμα με στυπόχαρτο) είτε σε ομάδες κατά δοχείο δοκιμής, είτε μεμονωμένα. Η ζύγιση των ζώων κατά δοχείο δοκιμής προτιμάται από την κατ' άτομο ζύγιση που απαιτεί τη σήμανση κάθε ψαριού. Στην περίπτωση της κατ' άτομο μέτρησης του βάρους για τον προσδιορισμό του ιδιαίτερου βαθμού ανάπτυξης μεμονωμένων ψαριών, η τεχνική σήμανσης θα πρέπει να επιλέγεται έτσι ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία άγχους στα ζώα (αντί της ψυχρής σήμανσης, μπορεί να είναι κατάλληλος κάποιος εναλλακτικός τρόπος, π.χ. η χρήση χρωματισμένης λεπτής τριχιάς). Τα ψάρια θα πρέπει να εξετάζονται καθημερινά κατά τη διάρκεια της περιόδου της δοκιμής και να σημειώνεται οποιαδήποτε εξωτερική ανωμαλία (όπως, π.χ. αιμορραγία, αποχρωματισμός) και μη φυσιολογική συμπεριφορά. Θα πρέπει να σημειώνεται κάθε τυχόν περίπτωση θανάτου και τα νεκρά ψάρια να απομακρύνονται το ταχύτερο δυνατό. Τα νεκρά ψάρια δεν αντικαθίστανται, αφού ο πληθυσμιακός φόρτος και η πυκνότητα πληθυσμού επαρκούν για την αποφυγή επιδράσεων στην ανάπτυξη λόγω μεταβολής του αριθμού των ψαριών ανά δεξαμενή. Τα επίπεδα, όμως, του σιτηρεσίου θα πρέπει να προσαρμόζονται. 2. ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 2.1. ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ Συνιστάται τόσο στο σχέδιο, όσο και στην ανάλυση της δοκιμής να συμμετέχει και ένας στατιστικολόγος, δεδομένου ότι η μέθοδος αυτή δοκιμής προσφέρει τη δυνατότητα σημαντικών μεταβολών στο σχεδιασμό του πειράματος όπως, π.χ., στον αριθμό των θαλάμων δοκιμής, στον αριθμό των συγκεντρώσεων δοκιμής, στον αριθμό των ψαριών, κ.λπ. Δεδομένου ότι στο σχέδιο δοκιμής υπάρχει δυνατότητα διαφόρων επιλογών, εδώ δεν δίνονται ειδικές οδηγίες για τη στατιστική διαδικασία. Σε δοχεία δοκιμής στα οποία η θνησιμότητα υπερβαίνει το 10 %, δεν θα πρέπει να υπολογίζονται βαθμοί ανάπτυξης. Εντούτοις, σε όλες τις συγκεντρώσεις δοκιμής, θα πρέπει να αναφέρεται το ποσοστό θνησιμότητας. Όποια μέθοδος κι να χρησιμοποιηθεί για την ανάλυση των δεδομένων, η κεντρική ιδέα είναι ο ιδιαίτερος βαθμός ανάπτυξης r μεταξύ χρόνου t1 και χρόνου t2. Αυτός μπορεί να οριστεί με διάφορους τρόπους, ανάλογα με το εάν τα ψάρια είναι επισημασμένα ή όχι κατ' άτομο ή με το εάν απαιτείται μέσος όρος δεξαμενής. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου, r1= ιδιαίτερος βαθμός ανάπτυξης μεμονωμένων ψαριών r2= μέσος ιδιαίτερος βαθμός ανάπτυξης δεξαμενής r3= "ψευδο-" ιδιαίτερος βαθμός ανάπτυξης w1, w2= βάρη ενός συγκεκριμένου ψαριού κατά τις χρονικές στιγμές t1 και t2, αντίστοιχα loge w1= λογάριθμος του βάρους ενός μεμονωμένου ψαριού στην αρχή της μελέτης loge w2= λογάριθμος του βάρους ενός μεμονωμένου ψαριού στο τέλος της μελέτης >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μέση τιμή των λογαρίθμων των τιμών w1 για τα ψάρια στη δεξαμενή στην αρχή της μελέτης >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μέση τιμή των λογαρίθμων των τιμών w2 για τα ψάρια στη δεξαμενή στο τέλος της μελέτης t1, t2= χρονική στιγμή (ημέρες) έναρξης και τέλους της μελέτης Τα r1, r2, r3 μπορούν να υπολογιστούν για την περίοδο 0-28η ημέρα και, όπου χρειάζεται (δηλαδή, όταν έχει πραγματοποιηθεί μέτρηση κατά την 14η ημέρα) για τις περιόδους 0-14η και 14-28η ημέρα. 2.1.1. Ανάλυση αποτελεσμάτων με αναγωγή (μοντέλο συγκέντρωσης-απόκρισης) Η μέθοδος αυτή ανάλυσης διαμορφώνει μια κατάλληλη μαθηματική σχέση μεταξύ του ιδιαίτερου βαθμού ανάπτυξης και της συγκέντρωσης, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα εκτίμησης της "ECx"δηλαδη οποιασδήποτε απαιτούμενης τιμής EC. Με τη χρήση αυτής της μεθόδου, δεν είναι αναγκαίος ο υπολογισμός του r για τα μεμονωμένα ψάρια (r1) και η ανάλυση, αντ' αυτού, μπορεί να βασιστεί στη μέση ανά δεξαμενή τιμή του r (r2). Η τελευταία αυτή μέθοδος προτιμάται. Είναι επίσης καταλληλότερη στην περίπτωση χρήσης πολύ μικρών ειδών. Ο μέσος ιδιαίτερος βαθμός ανάπτυξης δεξαμενήs (r2) θα πρέπει να παρίσταται γραφικά συναρτήσει της συγκεντρώσεως, για να ελέγχεται η σχέση συγκέντρωσης-απόκρισης. Για την έκφραση της σχέσης μεταξύ r2 και συγκεντρώσεως, θα πρέπει να επιλέγεται ένα κατάλληλο μοντέλο, η επιλογή του οποίου πρέπει να στηρίζεται σε κατάλληλη αιτιολόγηση. Εάν οι αριθμοί των ψαριών που επέζησαν σε κάθε δεξαμενή είναι άνισοι, τότε η διεργασία της διαμόρφωσης του μοντέλου, απλό ή μη γραμμικό, θα πρέπει να σταθμίζεται έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη τα άνισα μεγέθη των ομάδων. Η μέθοδος της διαμόρφωσης του μοντέλου πρέπει να καθιστά δυνατή την επίτευξη εκτίμησης της, π.χ., EC20 και της διασποράς της (τυπικό σφάλμα ή εύρος εμπιστοσύνης). Το γράφημα του διαμορφωμένου μοντέλου θα πρέπει να παρουσιάζεται σε σχέση με τα δεδομένα έτσι ώστε να μπορεί να αποδειχθεί η καταλληλότητα της διαμόρφωσης του μοντέλου (9) (19) (20) (21). 2.1.2. Ανάλυση των αποτελεσμάτων για τον υπολογισμό της LOEC Εάν η δοκιμή περιέλαβε δοκιμές επανάληψης σε όλα τα επίπεδα συγκέντρωσης, ο υπολογισμός της LOEC μπορεί να βασιστεί σε ανάλυση μεταβλητότητας (ANOVA) του μέσου ιδιαίτερου βαθμού ανάπτυξης δεξαμενής (βλέπε σημείο 2.1), ακολουθούμενη από κατάλληλη μέθοδο [π.χ. δοκιμή Dunnett ή Williams (13) (14) (15) (22)] σύγκρισης του μέσου r για κάθε συγκέντρωση με το μέσο r για τους μάρτυρες για τον προσδιορισμό της κατώτατης συγκέντρωσης για την οποία η διαφορά αυτή είναι στατιστικώς σημαντική με στάθμη πιθανότητας 0,05. Εάν δεν πληρούνται οι υποθέσεις που απαιτούνται για παραμετρικές μεθόδους - μη κανονική κατανομή (π.χ. δοκιμή Shapiro-Wilk) ή ετερογενής μεταβλητότητα (variance) (δοκιμή Bartlett), θα πρέπει να εξεταστεί η μετατροπή των δεδομένων για την ομοιογενοποίηση των βαθμών μεταβλητότητας (variance) πριν από την εκτέλεση της ANOVA ή η εκτέλεση σταθμισμένης ANOVA. Εάν η δοκιμή δεν περιελάμβανε δεξαμενές επανάληψης σε κάθε συγκέντρωση, η προσφυγή σε ANOVA με βάση τις δεξαμενές είναι χωρίς νόημα ή αδύνατη. Στην περίπτωση αυτή, ένας αποδεκτός συμβιβασμός είναι να στηρίξουμε την ANOVA στον "ψευδο" ιδιαίτερο βαθμό ανάπτυξης r3 για μεμονωμένα ψάρια. Ο μέσος r3 για κάθε συγκέντρωση δοκιμής μπορεί στη συνέχεια να συγκριθεί με τον μέσο r3 για τους μάρτυρες. Κατόπιν η LOEC μπορεί να προσδιοριστεί όπως προηγουμένως. Πρέπει να αναγνωριστεί ότι η μέθοδος αυτή δεν προσφέρει καμία ανοχή ούτε προστασία για περίπτωση μεταβλητότητας μεταξύ δεξαμενών, πέραν εκείνης που προβλέπεται για περιπτώσεις μεταβλητότητας μεταξύ επιμέρους ψαριών. Εντούτοις, η εμπειρία έχει δείξει (9) ότι η μεταξύ δεξαμενών μεταβλητότητα είναι πολύ μικρή σε σύγκριση με τη μεταβλητότητα εντός δεξαμενής (δηλαδή μεταξύ ψαριών). Εάν δεν περιλαμβάνονται μεμονωμένα ψάρια στην ανάλυση, πρέπει να παρέχεται μέθοδος μεμονωμένου προσδιορισμού και αιτιολόγηση για τη χρήση του. 2.2. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ Τα αποτελέσματα θα πρέπει να ερμηνεύονται με ιδιαίτερη προσοχή όταν οι μετρούμενες τοξικές συγκεντρώσεις στα διαλύματα δοκιμής βρίσκονται σε επίπεδα κοντά στο όριο ανίχνευσης της αναλυτικής μεθόδου ή, στις ημιστατικές δοκιμές, όταν η συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας μειώνεται στο διάστημα που μεσολαβεί από την παρασκευή του διαλύματος μέχρι πριν από την ανανέωση. 2.3. ΕΚΘΕΣΗ ΔΟΚΙΜΗΣ Στην έκθεση δοκιμής πρέπει να περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία: 2.3.1. Ουσία δοκιμής: - φυσική μορφή και σχετικές φυσικοχημικές ιδιότητες, - στοιχεία χημικής αναγνώρισης, συμπεριλαμβανομένης της καθαρότητας και της αναλυτικής μεθόδου για τον ποσοτικό προσδιορισμό της υπό δοκιμή ουσίας, όταν χρειάζεται. 2.3.2. Είδος υπό δοκιμή: - επιστημονική ονομασία, πιθανόν, - ποικιλία, μέγεθος, προμηθευτής, κάθε προηγούμενη αγωγή, κ.λπ. 2.3.3. Συνθήκες δοκιμής: - χρησιμοποιηθείσα διαδικασία δοκιμής (π.χ. ημιστατική/ανανέωση, συνεχής ροή, φόρτος, πυκνότητα πληθυσμού, κ.λπ), - σχέδιο δοκιμής (π.χ. αριθμός δοχείων δοκιμής, συγκεντρώσεις δοκιμής και επαναλήψεις, αριθμός ψαριών ανά δοχείο), - μέθοδος παρασκευής αρχικών διαλυμάτων και συχνότητα ανανέωσης (πρέπει να δίδεται το μέσο διαλυτοποίησης και η συγκέντρωσή του, όταν χρησιμοποιείται), - οι ονομαστικές συγκεντρώσεις δοκιμής, ο μέσος όρος των μετρηθεισών τιμών και οι τυπικές τους αποκλίσεις στα δοχεία δοκιμής και η μέθοδος με την οποία επιτεύχθηκαν, καθώς και αποδεικτικά στοιχεία ότι οι μετρήσεις αναφέρονται στις συγκεντρώσεις της υπό δοκιμή ουσίας σε αληθές διάλυμα, - τα χαρακτηριστικά του νερού αραιώσεως: pH, σκληρότητα, αλκαλικότητα, θερμοκρασία, συγκέντρωση διαλελυμένου οξυγόνου, επίπεδα υπολειμματικού χλωρίου (αν ανιχνεύεται), συνολικός οργανικός άνθρακας, αιωρούμενα στερεά, αλατότητα του μέσου δοκιμής (αν μετριέται) και κάθε άλλη πραγματοποιηθείσα μέτρηση, - η ποιότητα μέσα στα δοχεία δοκιμής: pH, σκληρότητα, θερμοκρασία και συγκέντρωση διαλελυμένου οξυγόνου, - λεπτομερής ενημέρωση για τη διατροφή, [π.χ. τύπος τροφής(-ών), πηγή, ποσότητα και συχνότητα]. 2.3.4. Αποτελέσματα: - στοιχεία ότι οι μάρτυρες πληρούσαν το κριτήριο εγκυρότητας ως προς την επιβίωση, καθώς και στοιχεία για τις θνησιμότητες που εμφανίστηκαν σε κάθε συγκέντρωση δοκιμής, - χρησιμοποιηθείσες στατιστικές αναλυτικές τεχνικές, στατιστικά βασιζόμενα σε επαναλήψεις ή σε ψάρια, επεξεργασία των δεδομένων και αιτιολόγηση των χρησιμοποιηθεισών τεχνικών, - στοιχεία με μορφή πινάκων για τα ατομικά και τα μέσα βάρη των ψαριών κατά τις ημέρες 0, 14 (εφόσον έγινε μέτρηση) και 28 και τις τιμές του μέσου ανά δεξαμενή ή ψευδο ιδιαίτερου βαθμού ανάπτυξης (αναλόγως) για την περίοδο 0-28 ή, ενδεχομένως, 0-14 και 14-28, - αποτελέσματα της στατιστικής ανάλυσης (δηλαδή ανάλυση με αναγωγή ή ANOVA) κατά προτίμηση σε μορφή πίνακα και γραφική μορφή και η LOEC (p = 0,05) καθώς και η NOEC ή η ECx μαζί, όταν είναι δυνατόν, με τα τυπικά σφάλματα, αναλόγως, - στοιχεία για οποιαδήποτε ασυνήθη αντίδραση των ψαριών και κάθε ορατή επίδραση που προκλήθηκε από την υπό δοκιμή ουσία. 3. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (1) Solbe J. F. de LG (1987). Environmental Effects of Chemicals (CFM 9350 SLD). Report on a UK Ring Test of a Method for Studying the Effects of Chemicals on the Growth Rate of Fish. WRc Report No PRD 1388-M/2. (2) Meyer, A., Bierman, C. H. and Orti, G. (1993). The phylogenetic position of the zebrafish (Danio rerio), a model system in developmental biology: an invitation to the comparative method. Proc. R. Soc. Lond. B. 252, pp. 231-236. (3) Ashley S., Mallett M. J. and Grandy N. J. (1990). EEC Ring Test of a Method for Determining the Effects of Chemicals on the Growth Rate of Fish. Final Report to the Commission of the European Communities. WRc Report No EEC 2600-M. (4) Crossland N. O. (1985). A method to evaluate effects of toxic chemicals on fish growth. Chemosphere, 14, pp. 1855-1870. (5) Nagel R., Bresh H., Caspers N., Hansen P. D., Market M., Munk R., Scholz N. and Höfte B. B. (1991). Effect of 3,4-dichloroaniline on the early life stages of the Zebrafish (Brachydanio rerio): results of a comparative laboratory study. Ecotox. Environ. Safety, 21, pp. 157-164. (6) Yamamoto, Tokio. (1975). Series of stock cultures in biological field. Medaka (killifish) biology and strains. Keigaku Publish. Tokio, Japan. (7) Holcombe, G. W., Benoit D. A., Hammermeister, D. E., Leonard, E. N. and Johnson, R. D. (1995). Acute and long-term effects of nine chemicals on the Japanese medaka (Oryzias latipes). Arch. Environ. Conta. Toxicol. 28, pp. 287-297. (8) Benoit, D. A., Holcombe, G. W. and Spehar, R. L. (1991). Guidelines for conducting early life toxicity tests with Japanese medaka (Oryzias latipes). Ecological Research Series EPA-600/3-91-063. US Environmental Protection Agency, Duluth, Minnesota. (9) Stephan C. E. and Rogers J. W. (1985). Advantages of using regression analysis to calculate results of chronic toxicity tests. Aquatic Toxicology and Hazard Assessment: Eighth Symposium, ASTM STP 891, R. C. Bahner and D. J. Hansen, eds., American Society for Testing and Materials, Philadelphia, pp. 328-338. (10) Environment Canada (1992). Biological test method: toxicity tests using early life stages of salmonid fish (rainbow trout, coho salmon, or atlantic salmon). Conservation and Protection, Ontario, Report EPS 1/RM/28, 81 pp. (11) Cox D. R. (1958). Planning of experiments. Wiley Edt. (12) Pack S. (1991). Statistical issues concerning the design of tests for determining the effects of chemicals on the growth rate of fish. Room Document 4, OECD Ad Hoc Meeting of Experts on Aquatic Toxicology, WRc Medmenham, UK, 10-12 December 1991. (13) Dunnett C. W. (1955). A Multiple Comparisons Procedure for Comparing Several Treatments with a Control, J. Amer. Statist. Assoc., 50, pp. 1096-1121. (14) Dunnett C. W. (1964). New tables for multiple comparisons with a control. Biometrics, 20, pp. 482-491. (15) Williams D. A. (1971). A test for differences between treatment means when several dose levels are compared with a zero dose control. Biometrics 27, pp. 103-117. (16) Johnston, W. L., Atkinson, J. L., Glanville N. T. (1994). A technique using sequential feedings of different coloured food to determine food intake by individual rainbow trout, Oncorhynchus mykiss: effect of feeding level. Aquaculture 120, pp. 123-133. (17) Quinton, J. C. and Blake, R. W. (1990). The effect of feed cycling and ration level on the compensatory growth response in rainbow trout, Oncorhynchus mykiss. Journal of Fish Biology, 37, pp. 33-41. (18) Post, G. (1987). Nutrition and Nutritional Diseases of Fish. Chapter IX in Testbook of Fish Health. T.F.H. Publications, Inc. Neptune City, New Jersey, USA. 288 pp. (19) Bruce, R. D. and Versteeg D. J. (1992). A statistical procedure for modelling continuous toxicity data. Environ. Toxicol. Chem. 11, pp. 1485-1494. (20) DeGraeve, G. M., Cooney, J. M., Pollock, T. L., Reichenbach, J. H., Dean, Marcus, M. D. and McIntyre, D. O. (1989). Precision of EPA seven-day fathead minnow larval survival and growth test; intra and interlaboratory study. Report EA-6189 (American Petroleum Institute Publication, No 4468). Electric Power Research Institute, Palo Alto, CA. (21) Norbert-King T. J. (1988). An interpolation estimate for chronic toxicity: the ICp approach. US Environmental Protection Agency. Environmental Research Lab., Duluth, Minnesota. Tech. Rep. No 05-88 of National Effluent Toxicity Assesment Center. Sept. 1988. 12 pp. (22) Williams D. A. (1972). The comparison of several dose levels with a zero dose control. Biometrics 28, pp. 510-531. ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 1 ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΟΚΙΜΕΣ ΕΙΔΗ ΨΑΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΟΚΙΜΗΣ >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 2 ΜΕΡΙΚΑ ΧΗΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΠΟΔΕΚΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ΑΡΑΙΩΣΕΩΣ >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 3 ΛΟΓΑΡΙΘΜΙΚΗ ΣΕΙΡΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΚΑΤΑΛΛΗΛΩΝ ΓΙΑ ΔΟΚΙΜΗ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑΣ (9) >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Γ.15. ΨΑΡΙΑ, ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΒΡΑΧΥΠΡΟΘΕΣΜΗΣ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΑ ΕΜΒΡΥΑ ΚΑΙ ΤΑ ΛΕΚΙΘΟΦΟΡΑ ΙΧΘΥΔΙΑ (SAC-FRY STAGES) 1. ΜΕΘΟΔΟΣ Η εν λόγω μέθοδος μελέτης βραχυπρόθεσμης τοξικότητας αποτελεί επανάληψη της μεθόδου TG 212 (1998) του ΟΟΣΑ. 1.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα μέθοδος μελέτης της βραχυπρόθεσμης τοξικότητας στα έμβρυα ψαριών και στα λεκιθοφόρα ιχθύδια (sac-fry stages) αποτελεί βραχυπρόθεσμη δοκιμασία στην οποία εκτίθενται τα ψάρια από το στάδιο του αβγού που μόλις έχει γονιμοποιηθεί έως το τέλος του σταδίου των λεκιθοφόρων ιχθυδίων (sac-fry stage). Κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας δεν παρέχεται τροφή στα έμβρυα και στα λεκιθοφόρα ιχθύδια (sac-fry), επομένως η δοκιμασία πρέπει να ολοκληρώνεται όσο τα λεκιθοφόρα ιχθύδια (sac-fry) τρέφονται ακόμη από το λεκιθικό σάκο. Σκοπός της δοκιμασίας είναι να οριστούν οι θανατηφόρες και, σε περιορισμένο βαθμό, οι σχεδόν θανατηφόρες επιπτώσεις των χημικών ουσιών στα συγκεκριμένα στάδια εξέλιξης και στα συγκεκριμένα είδη. Από τη δοκιμασία μπορούν να ληφθούν χρήσιμες πληροφορίες καθώς α) μπορεί να αποτελέσει σύνδεσμο μεταξύ θανατηφόρων και σχεδόν θανατηφόρων δοκιμασιών· β) μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δοκιμασία επιλογής ενόψει είτε μιας (πλήρους) δοκιμασίας αρχικών σταδίων ζωής είτε μιας δοκιμασίας χρόνιας τοξικότητας και γ) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διεξαγωγή δοκιμασίας σε είδη όπου οι τεχνικές εκτροφής δεν είναι τόσο προηγμένες ώστε να καλύπτουν την περίοδο μετάβασης από την ενδογενή στην εξωγενή διατροφή. Δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι μόνο οι δοκιμασίες που περιλαμβάνουν όλα τα στάδια του κύκλου ζωής του ψαριού είναι σε θέση να παρέχουν ακριβή εκτίμηση της χρόνιας τοξικότητας των χημικών ουσιών στα ψάρια και ότι κάθε μειωμένης διάρκειας έκθεση όσον αφορά τα στάδια ζωής μπορεί να μειώσει την ευαισθησία και επομένως να οδηγήσει σε υποτίμηση της χρόνιας τοξικότητας. Επομένως αναμένεται ότι η δοκιμασία εμβρύου και λεκιθοφόρου ιχθυδίου (sac-fry) θα είναι λιγότερο ευαίσθητη από την πλήρη δοκιμασία αρχικών σταδίων ζωής, ιδίως όσον αφορά τις εξαιρετικά λιπόφιλες ουσίες (log Pow > 4) και τις χημικές ουσίες ειδικής τοξικής δράσης. Για τις χημικές ουσίες μη ειδικής ναρκωτικής δράσης, ωστόσο, μπορεί να αναμένονται μικρότερες διαφορές ευαισθησίας μεταξύ των δύο δοκιμών (1). Πριν τη δημοσίευση της παρούσας δοκιμασίας, σχεδόν όλα τα πειράματα στα έμβρυα και στα λεκιθοφόρα ιχθύδια (sac fry) πραγματοποιούνταν με τους ιχθύς γλυκών υδάτων Danio rerio Hamilton-Buchanan (Teleostei, Cyprinidae - κοινή ονομασία ζεβρόψαρο). Για το λόγο αυτό, στο προσάρτημα Ι δίνονται λεπτομερείς οδηγίες για τη διεξαγωγή των δοκιμών στο εν λόγω είδος. Το γεγονός αυτό δεν αποκλείει τη χρήση άλλων ειδών με τα οποία έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πειράματα (πίνακες 1Α και 1Β). 1.2. ΟΡΙΣΜΟΙ Ελάχιστη συγκέντρωση παρατηρούμενης επίδρασης: (Lowest Observed Effect Concentration, LOEC): είναι η χαμηλότερη συγκέντρωση στην οποία παρατηρείται ότι μια ουσία έχει επίδραση στατιστικώς σημαντική (p < 0,05), óõãêñéôéêÜ ìå ôïõò ìÜñôõñåò. Åíôïýôïéò, üëåò ïé óõãêåíôñþóåéò ïé ìåãáëýôåñåò áðü ôç LOEC ðñÝðåé íá áóêïýí âëáâåñÞ åðßäñáóç éóïäýíáìç Þ ìåãáëýôåñç áðü ôçí ðáñáôçñïýìåíç ìå ôç LOEC. ÓõãêÝíôñùóç ìç ðáñáôçñïýìåíçò åðßäñáóçò (NOEC): åßíáé ç óõãêÝíôñùóç ç áìÝóùò ÷áìçëüôåñç ôçò LOEC. 1.3. ÁÑ×Ç ÔÇÓ ÄÏÊÉÌÁÓÉÁÓ Ôá Ýìâñõá êáé ëåêéèïöüñá é÷èýäéá (sac-fry) åêôßèåíôáé óå ìéá óåéñÜ õäáôéêþí äéáëõìÜôùí ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò óå äéáöïñåôéêÝò óõãêåíôñþóåéò. Ôï ðñùôüêïëëï åðéôñÝðåé åðéëïãÞ ìåôáîý ìéáò çìéóôáôéêÞò äéáäéêáóßáò êáé ìéáò äéáäéêáóßáò óõíå÷ïýò ñïÞò, áíÜëïãá ìå ôç öýóç ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò. Ç äïêéìáóßá îåêéíÜåé ìå ôçí ôïðïèÝôçóç ãïíéìïðïéçìÝíùí áâãþí óôïõò äïêéìáóôéêïýò èáëÜìïõò êáé ôåëåéþíåé áìÝóùò ðñéí áðïññïöçèåß ðëÞñùò ï ëåêéèéêüò óÜêïò ïðïéáóäÞðïôå ðñïíýìöçò (larvae) óå ïðïéïíäÞðïôå áðü ôïõò äïêéìáóôéêïýò èáëÜìïõò Þ ðñéí óçìåéùèïýí èÜíáôïé áðü áóéôßá óôïõò ìÜñôõñåò. Ïé èáíáôçöüñåò êáé ó÷åäüí èáíáôçöüñåò åðéðôþóåéò áîéïëïãïýíôáé êáé óõãêñßíïíôáé ìå ôéò ôéìÝò ôùí ìáñôýñùí ãéá íá êáèïñéóôåß ç åëÜ÷éóôç óõãêÝíôñùóç ðáñáôçñïýìåíçò åðßäñáóçò êáé åðïìÝíùò ç óõãêÝíôñùóç ìç ðáñáôçñïýìåíçò åðßäñáóçò. ÅíáëëáêôéêÜ, ìðïñïýí íá áíáëõèïýí ìå âÜóç Ýíá áíáãùãéêü ìïíôÝëï ãéá íá õðïëïãéóôåß êáô' åêôßìçóç ç óõãêÝíôñùóç ðïõ ðñïêáëåß Ýíá äåäïìÝíï ðïóïóôü åðßäñáóçò (ð.÷. LC/ECx, üðïõ x åßíáé êáèïñéóìÝíç % åðßðôùóç). 1.4. ÐËÇÑÏÖÏÑÉÅÓ ÃÉÁ ÔÇ ÄÏÊÉÌÁÆÏÌÅÍÇ ÏÕÓÉÁ ÐñÝðåé íá åßíáé ãíùóôÜ ôá áðïôåëÝóìáôá ìéáò ìåëÝôçò ïîåßáò ôïîéêüôçôáò (âëÝðå ìÝèïäï Ã.1) ðïõ ðñáãìáôïðïéÞèçêå êáôÜ ðñïôßìçóç óôá ßäéá åßäç ìå áõôÜ ðïõ Ý÷ïõí åðéëåãåß ãéá ôçí ðáñïýóá äïêéìáóßá. Ôá áðïôåëÝóìáôá áõôÜ ìðïñåß íá áðïäåé÷ôïýí ÷ñÞóéìá ãéá ôç óùóôÞ åðéëïãÞ ìéáò óåéñÜò óõãêåíôñþóåùí ãéá ôéò äïêéìáóßåò áñ÷éêþí óôáäßùí æùÞò. Ç õäáôïäéáëõôüôçôá (ðåñéëáìâáíüìåíçò ôçò äéáëõôüôçôáò óôï íåñü ôçò äïêéìáóßáò) êáé ç ôÜóç áôìþí ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò ðñÝðåé íá åßíáé ãíùóôÜ. ÐñÝðåé åðßóçò íá õðÜñ÷åé áîéüðéóôç áíáëõôéêÞ ìÝèïäïò ðïóïôéêïý ðñïóäéïñéóìïý ôçò ïõóßáò óôá äéáëýìáôá, ôçò ïðïßáò ç áêñßâåéá êáé ôï üñéá áíß÷íåõóçò íá åßíáé ãíùóôÜ êáé äçìïóéåõìÝíá. Ðëçñïöïñßåò ó÷åôéêÝò ìå ôçí ïõóßá ïé ïðïßåò íá åßíáé ÷ñÞóéìåò ãéá ôïí êáèïñéóìü ôùí óõíèçêþí ôçò äïêéìáóßáò åßíáé ï óõíôáêôéêüò ôýðïò, ç êáèáñüôçôá, ç óôáèåñüôçôá óôï öùò, ç óôáèåñüôçôá óôéò óõíèÞêåò ôçò äïêéìáóßáò, ïé óõíôåëåóôÝò pKa, Pow êáé ôá áðïôåëÝóìáôá ìéáò äïêéìáóßáò ìåëÝôçò ôçò åõ÷Ýñåéáò âéïáðïéêïäüìçóçò (âëÝðå ìÝèïäï Ã.4). 1.5. ÅÃÊÕÑÏÔÇÔÁ ÔÇÓ ÄÏÊÉÌÇÓ ÐñïûðïèÝóåéò åãêõñüôçôáò ôçò äïêéìáóßáò åßíáé ïé áêüëïõèåò: - ç óõíïëéêÞ åðéâßùóç ôùí ãïíéìïðïéçìÝíùí áâãþí óôïõò ìÜñôõñåò êáé, êáôÜ ðåñßðôùóç, óôá äï÷åßá ðïõ ðåñéÝ÷ïõí ìüíï äéáëýôç, ðñÝðåé íá åßíáé áíþôåñç Þ ßóç ìå ôéò ôéìÝò ðïõ êáèïñßæïíôáé óôá ðñïóáñôÞìáôá 2 êáé 3, - ç óõãêÝíôñùóç ôïõ äéáëåëõìÝíïõ ïîõãüíïõ ðñÝðåé íá êõìáßíåôáé áðü 60 Ýùò 100 % ôçò ôéìÞò êïñåóìïý ìå áÝñá (air saturation value -ASV) óå üëç ôç äïêéìáóßá, - ç èåñìïêñáóßá ôïõ ýäáôïò äåí ðñÝðåé íá äéáöÝñåé ðåñéóóüôåñï áðü ± 1,5 °C ìåôáîý äïêéìáóôéêþí èáëÜìùí êáé ìåôáîý äéáäï÷éêþí çìåñþí óå ïðïéáäÞðïôå óôéãìÞ ôçò äïêéìáóßáò êáé ðñÝðåé íá âñßóêåôáé åíôüò ôùí ïñßùí èåñìïêñáóßáò ðïõ Ý÷ïõí ðñïóäéïñéóôåß ãéá êÜèå åßäïò øáñéïý (ðñïóáñôÞìáôá 2 êáé 3). 1.6. ÐÅÑÉÃÑÁÖÇ ÔÇÓ ÌÅÈÏÄÏÕ 1.6.1. Äïêéìáóôéêïß èÜëáìïé Ìðïñïýí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí ïðïéáäÞðïôå äï÷åßá áðü ãõáëß Þ Üëëï ÷çìéêÜ áäñáíÝò õëéêü. Ïé äéáóôÜóåéò ôùí äï÷åßùí ðñÝðåé íá åßíáé áñêåôÜ ìåãÜëåò þóôå íá áíôáðïêñßíïíôáé óôï ñõèìü ðëÞñùóçò (âëÝðå 1.7.1.2). ÓõíéóôÜôáé íá ôïðïèåôïýíôáé ïé äïêéìáóôéêïß èÜëáìïé ìå ôõ÷áßï ôñüðï óôï ÷þñï åêôÝëåóçò ôùí äïêéìþí. ÅÜí õðÜñ÷ïõí óôï åñãáóôÞñéï óõóôçìáôéêÝò åðéäñÜóåéò ðïõ ìðïñïýí íá åëåã÷èïýí ìå ïìáäïðïßçóç ôùí äïêéìáóôéêþí èáëÜìùí, ôüôå åßíáé ðñïôéìüôåñç ìéá ó÷åôéêÜ ôõ÷áßá ïìáäïðïßçóç ôùí èáëÜìùí üðïõ êÜèå ïìÜäá ðåñéëáìâÜíåé êáèåìéÜ áðü ôéò áãùãÝò, ðáñÜ ìéá ôåëåßùò ôõ÷áßá êáôáíïìÞ. ¼ôáí ï ó÷åäéáóìüò ôïõ ðåéñÜìáôïò ðñïâëÝðåé ïìáäïðïßçóç, ôï äåäïìÝíï áõôü ðñÝðåé íá ëáìâÜíåôáé õðüøç êáôÜ ôçí åðáêüëïõèç áíÜëõóç ôùí äåäïìÝíùí. Ïé äïêéìáóôéêïß èÜëáìïé ðñïóôáôåýïíôáé áðü áíåðéèýìçôåò ï÷ëÞóåéò. 1.6.2. ÅðéëïãÞ åßäïõò øáñéïý Ôá äéÜöïñá åßäç øáñéþí ðïõ óõíéóôþíôáé ãéá ôç äïêéìáóßá ðåñéëáìâÜíïíôáé óôïí ðßíáêá 1Á. Ôï ãåãïíüò áõôü äåí áðïêëåßåé ôç ÷ñÞóç Üëëùí åéäþí (ðáñáäåßãìáôá äßíïíôáé óôïí ðßíáêá 1Â), áñêåß ç äéáäéêáóßá íá ðñïóáñìïóôåß ìå ôñüðï þóôå íá åðéôåõ÷èïýí ïé êáôÜëëçëåò óõíèÞêåò äïêéìáóßáò. Óôçí ðåñßðôùóç áõôÞ èá ðñÝðåé íá áíáöÝñåôáé ç áéôéïëïãßá ôçò åðéëïãÞò ôïõ åßäïõò êáé ôçò ðåéñáìáôéêÞò ìåèüäïõ. 1.6.3. ÓõíôÞñçóç ôùí ãåííçôüñùí ËåðôïìÝñåéåò ó÷åôéêÜ ìå ôç óõíôÞñçóç ôùí ãåííçôüñùí õðü éêáíïðïéçôéêÝò óõíèÞêåò ìðïñïýí íá áíáæçôçèïýí óôï TG 210 ôïõ ÏÏÓÁ(1) êáé óôéò áíáöïñÝò (2), (3), (4), (5) êáé (6) ôçò âéâëéïãñáößáò. 1.6.4. Ðñïåôïéìáóßá ôùí åìâñýùí êáé ôùí ðñïíõìöþí (larvae) Óôï åóùôåñéêü ôïõ âáóéêïý äï÷åßïõ, ôá Ýìâñõá êáé ïé ðñïíýìöåò (larvae) ìðïñïýí íá ôïðïèåôçèïýí óå ìéêñüôåñá äï÷åßá ìå ðëåõñÝò Þ áðïëÞîåéò áðü ðëÝãìá þóôå íá åðéôñÝðåôáé ç ñïÞ ôïõ äïêéìáóôéêïý äéáëýìáôïò ìÝóù ôïõ äï÷åßïõ. Ãéá íá ìç åßíáé ôõñâþäçò ç ñïÞ, ôá ìéêñÜ äï÷åßá áíáñôþíôáé áðü âñá÷ßïíá ï ïðïßïò ôá áíåâïêáôåâÜæåé, ìå ôïõò ïñãáíéóìïýò üìùò óôáèåñÜ ìÝóá óôï íåñü· ìðïñåß åðßóçò íá ÷ñçóéìïðïéçèåß óýóôçìá åêñïÞò ìå óéöþíéï. Ôá ãïíéìïðïéçìÝíá áâãÜ óïëùìïíïåéäþí ìðïñïýí íá ôïðïèåôçèïýí óå ó÷Üñåò Þ óå ðëÝãìáôá ìå áíïßãìáôá áñêåôÜ ìåãÜëá þóôå, ìåôÜ ôçí åêêüëáøç, ïé ðñïíýìöåò íá ìðïñïýí íá âãïõí. Ãéá ôçí áðïìÜêñõíóç ôùí åìâñýùí êáé ôùí ðñïíõìöþí (larvae) óôéò çìéóôáôéêÝò äïêéìáóßåò ìå ðëÞñç çìåñÞóéá áíáíÝùóç ôïõ íåñïý óõíéóôÜôáé íá ÷ñçóéìïðïéïýíôáé óéöþíéá ðáóôÝñ. Ôá äï÷åßá, ïé ó÷Üñåò êáé ôá ðëÝãìáôá ðïõ ÷ñçóéìïðïéïýíôáé ãéá ôç óõãêñÜôçóç ôùí áâãþí åíôüò ôïõ âáóéêïý äï÷åßïõ ðñÝðåé íá áöáéñïýíôáé ìåôÜ ôçí åêêüëáøç ôùí ðñïíõìöþí(2), (larvae), åêôüò áðü ôá ðëÝãìáôá ðïõ ÷ñåéÜæïíôáé ãéá íá ìç öýãïõí ôá øÜñéá. ÅÜí ïé ðñïíýìöåò (larvae) ÷ñåéáóôåß íá ìåôáöåñèïýí, äåí èá ðñÝðåé íá åêôåèïýí óôïí áÝñá êáé äåí èá ðñÝðåé íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí äß÷ôõá ãéá ôçí åëåõèÝñùóç ôùí øáñéþí áðü ôá äï÷åßá ðïõ ðåñéÝ÷ïõí ôá áâãÜ (áõôÝò ïé ðñïöõëÜîåéò äåí åßíáé áðáñáßôçôåò ãéá ëéãüôåñá åõáßóèçôá åßäç, üðùò ï êõðñßíïò). Ç ìåôáöïñÜ, ç ÷ñïíéêÞ óôéãìÞ ôçò ïðïßáò åîáñôÜôáé áðü ôï åßäïò, äåí åßíáé ðÜíôïôå áðáñáßôçôç. Ãéá ôçí çìéóôáôéêÞ ôå÷íéêÞ, ìðïñïýí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí êýðåëëá Þ áâáèÞ äï÷åßá êáé, åÜí ÷ñåéÜæåôáé, íá åîïðëéóôïýí ìå äéêôõùôü ðñïðÝôáóìá åëáöñþò õðåñõøùìÝíï ùò ðñïò ôïí ðõèìÝíá. ÅÜí ï üãêïò ôùí äï÷åßùí áíôáðïêñßíåôáé óôéò áðáéôÞóåéò öüñôùóçò (âëÝðå 1.7.1.2), ôüôå ìðïñåß íá ìçí ÷ñåéáóôåß ç ìåôáöïñÜ ôùí åìâñýùí Þ ôùí ðñïíõìöþí (larvae). 1.6.5. Íåñü ÊÜèå íåñü ðïõ äéáèÝôåé ôá ÷çìéêÜ ÷áñáêôçñéóôéêÜ åíüò áðïäåêôïý íåñïý áñáßùóçò ôá ïðïßá áðáñéèìïýíôáé óôï ðñïóÜñôçìá 4 êáé óôï ïðïßï ôá äïêéìáæüìåíá åßäç óçìåéþíïõí åðéâßùóç ìáñôýñùí ôïõëÜ÷éóôïí ßóç ìå ôçí ðåñéãñáöüìåíç óôá ðñïóáñôÞìáôá 2 êáé 3, åßíáé êáôÜëëçëï ãéá ôç äïêéìáóßá. ÊáôÜ ôç äéÜñêåéá ôçò äïêéìáóßáò ôï íåñü èá ðñÝðåé íá åßíáé óôáèåñÞò ðïéüôçôáò. Ôï pH ðñÝðåé íá êõìáßíåôáé êáôÜ ± 0,5 pH. Ãéá íá åßíáé âÝâáéï üôé ôï íåñü ôçò áñáßùóçò äåí èá åðçñåÜóåé êáôÜ ôñüðï áíåðéèýìçôï ôï áðïôÝëåóìá ôçò äïêéìáóßáò (ð.÷., äçìéïõñãþíôáò óýìðëïêá ìå ôçí õðü äïêéìÞ ïõóßá) êáé ôç óõìðåñéöïñÜ ôùí ãåííçôüñùí, èá ðñÝðåé êáôÜ äéáóôÞìáôá íá ëáìâÜíïíôáé äåßãìáôá ãéá áíÜëõóç. ¼ôáí Ýíá íåñü åßíáé ãíùóôü üôé åßíáé ó÷åôéêÜ óôáèåñü áðü ðëåõñÜò ðïéüôçôáò èá ðñÝðåé, ð.÷., êÜèå ôñåéò ìÞíåò, íá ãßíåôáé ìÝôñçóç âáñÝùí ìåôÜëëùí (ð.÷. Cu, Pb, Zn, Hg, Cd êáé Ni), âáóéêþí áíéüíôùí êáé êáôéüíôùí (ð.÷. Ca, Mg, Na, K, Cl êáé SO4), öõôïöáñìÜêùí (ð.÷. óõíïëéêÜ ïñãáíïöùóöïñéêÜ êáé óõíïëéêÜ ïñãáíï÷ëùñéïý÷á öõôïöÜñìáêá), óõíïëéêïý ïñãáíéêïý Üíèñáêá êáé áéùñïýìåíùí óôåñåþí. ÅÜí ç ðïéüôçôá ôïõ íåñïý Ý÷åé áðïäåé÷èåß üôé åßíáé óôáèåñÞ ãéá Ýíá ôïõëÜ÷éóôïí ÷ñüíï, ç óõ÷íüôçôá ôùí ðñïóäéïñéóìþí ìðïñåß íá ðåñéïñéóôåß êáé ôá äéáóôÞìáôá íá áõîçèïýí (ð.÷. êÜèå Ýîé ìÞíåò). 1.6.6. Äéáëýìáôá äïêéìÞò Ôá äéáëýìáôá ìå ôéò åðéèõìçôÝò óõãêåíôñþóåéò ðáñáóêåõÜæïíôáé óõíÞèùò ìå áñáßùóç áñ÷éêïý ðõêíïý äéáëýìáôïò. Ôï áñ÷éêü äéÜëõìá èá ðñÝðåé êáôÜ ðñïôßìçóç íá ðáñáóêåõÜæåôáé ìå áðëÞ áíÜìåéîç Þ áíÜäåõóç ôçò õðü äïêéìÞ ïõóßáò óôï íåñü áñáßùóçò ìå ìç÷áíéêÜ ìÝóá (ð.÷. ìå ìç÷áíéêÞ áíÜäåõóç Þ ìå õðåñÞ÷ïõò). Ãéá íá åðéôåõ÷èåß ç êáôÜëëçëç óõãêÝíôñùóç ôïõ áñ÷éêïý ðõêíïý äéáëýìáôïò åßíáé äõíáôüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí óôÞëåò êïñåóìïý (óôÞëåò äéáëõôüôçôáò). ÐñÝðåé íá áðïöåýãåôáé, êáôÜ ôï äõíáôüí, ç ÷ñçóéìïðïßçóç äéáëõôþí Þ ðñïóèÝôùí äéáóðïñÜò (ðáñáãüíôùí äéáëõôïðïßçóçò) åíôïýôïéò, áõôÝò ïé ïõóßåò åßíáé ìåñéêÝò öïñÝò áðáñáßôçôåò ãéá ôçí ðáñáóêåõÞ áñ÷éêïý ðõêíïý äéáëýìáôïò êáôÜëëçëçò óõãêÝíôñùóçò. Ðáñáäåßãìáôá êáôÜëëçëùí äéáëõôþí åßíáé ç áêåôüíç, ç áéèáíüëç, ç ìåèáíüëç, ôï äéìåèõëïöïñìáìßäéï êáé ç ôñéáéèõëåíïãëõêüëç, åíþ êáôÜëëçëá ðñüóèåôá äéáóðïñÜò åßíáé ôï Cremophor RH40, ôï Tween 80, ç ìåèõëïêõôôáñßíç 0,01 % êáé ôï HCO-40. ¼ôáí ÷ñçóéìïðïéïýíôáé ðáñÜãïíôåò ðïõ âéïáðïéêïäïìïýíôáé åýêïëá (ð.÷. áêåôüíç) Þ/êáé ðáñÜãïíôåò õøçëÞò ðôçôéêüôçôáò, ç ÷ñÞóç ôïõò èá ðñÝðåé íá ãßíåôáé ìå ðñïóï÷Þ ãéáôß ìðïñåß íá ðñïêáëÝóïõí ôçí áíÜðôõîç âáêôçñßùí óôéò äïêéìáóßåò óõíå÷ïýò ñïÞò. ¼ôáí ÷ñçóéìïðïéåßôáé ðáñÜãïíôáò äéáëõôïðïßçóçò, áõôüò äåí ðñÝðåé íá Ý÷åé óçìáíôéêÝò åðéðôþóåéò óôçí åðéâßùóç ïýôå ïñáôÝò äõóìåíåßò åðéðôþóåéò óôá áñ÷éêÜ óôÜäéá ôçò æùÞò ïðüôå ðñÝðåé íá åêôåëåßôáé äïêéìáóßá åëÝã÷ïõ ìå äéáëýôç ìüíï. Èá ðñÝðåé ðÜíôùò íá êáôáâÜëëåôáé êÜèå äõíáôÞ ðñïóðÜèåéá þóôå íá áðïöåýãåôáé ç ÷ñÞóç ôÝôïéùí õëéêþí. Ãéá ôçí çìéóôáôéêÞ ôå÷íéêÞ, åßíáé äõíáôüí íá áêïëïõèçèïýí äýï äéáöïñåôéêÝò äéáäéêáóßåò áíáíÝùóçò: åßôå á) åôïéìÜæïíôáé íÝá äïêéìáóôéêÜ äéáëýìáôá óå êáèáñÜ äï÷åßá êáé ôá áâãÜ êáé ïé ðñïíýìöåò (larvae) ðïõ Ý÷ïõí åðéâéþóåé ìåôáöÝñïíôáé ìå Þðéï ôñüðï óôá íÝá äï÷åßá åíôüò ìéêñïý üãêïõ ôïõ ðáëáéïý äéáëýìáôïò, ÷ùñßò íá åêôßèåíôáé óôïí áÝñá Þ â) ïé äïêéìáæüìåíïé ïñãáíéóìïß äéáôçñïýíôáé óôá äï÷åßá åíþ áíôéêáèßóôáôáé ìÝñïò ìüíï (ôïõëÜ÷éóôïí ôñßá ôÝôáñôá) ôïõ íåñïý. Ç óõ÷íüôçôá áíáíÝùóçò ôïõ ìÝóïõ åîáñôÜôáé áðü ôç óôáèåñüôçôá ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò, óõíéóôÜôáé ðÜíôùò êáèçìåñéíÞ áíáíÝùóç ôïõ íåñïý. ÅÜí áðü ðñïêáôáñêôéêÝò äïêéìáóßåò ìåëÝôçò ôçò óôáèåñüôçôáò (âëÝðå 1.4) åßíáé ãíùóôü üôé ç óõãêÝíôñùóç ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò äåí åßíáé óôáèåñÞ (âñßóêåôáé äçëáäÞ åêôüò ôùí ïñßùí 80-120 % ôçò ïíïìáóôéêÞò óõãêÝíôñùóçò Þ êÜôù áðü ôï 80 % ôçò ìåôñçèåßóáò áñ÷éêÞò óõãêÝíôñùóçò), óå üëç ôç äéÜñêåéá ôçò áíáíÝùóçò, ðñÝðåé íá åîåôáóôåß ôï åíäå÷üìåíï íá ÷ñçóéìïðïéçèåß äïêéìáóßá óõíå÷ïýò ñïÞò. Óå êÜèå ðåñßðôùóç, ðñÝðåé íá êáôáâëçèåß ðñïóðÜèåéá íá áðïöåõ÷èåß ôï óôñåò óôéò ðñïíýìöåò êáôÜ ôçí äéáäéêáóßá áíáíÝùóçò ôïõ íåñïý. Óôéò äïêéìáóßåò óõíå÷ïýò ñïÞò, ãéá ôçí ðñïóáãùãÞ ôùí äéáëõìÜôùí óôïõò äïêéìáóôéêïýò èáëÜìïõò áðáéôåßôáé óýóôçìá ôï ïðïßï íá ðáñÝ÷åé óõíå÷þò êáé íá áñáéþíåé Ýíá áñ÷éêü äéÜëõìá ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò (ð.÷. áíôëßá ìåôñÞóåùò, áíáëïãéêüò áñáéùôÞò, óýóôçìá êïñåóìïý). Ï ñõèìüò ñïÞò ôùí áñ÷éêþí äéáëõìÜôùí êáé ôïõ íåñïý áñáßùóçò åëÝã÷åôáé êáôÜ äéáóôÞìáôá, êáôÜ ðñïôßìçóç êáèçìåñéíÜ, êáé äåí äéáöÝñåé ðåñéóóüôåñï áðü 10 % êáè' üëç ôç äéÜñêåéá ôçò äïêéìáóßáò. Èåùñåßôáé êáôÜëëçëç ìéá ôá÷ýôçôá ñïÞò éóïäýíáìç ìå ôïí üãêï ôïõëÜ÷éóôïí ðÝíôå äïêéìáóôéêþí èáëÜìùí áíÜ 24 þñåò (2). 1.7. ÄÉÁÄÉÊÁÓÉÁ Óôçí õðÜñ÷ïõóá âéâëéïãñáößá ðåñéÝ÷ïíôáé ÷ñÞóéìåò ðëçñïöïñßåò ãéá ôçí åêôÝëåóç ôùí äïêéìáóéþí ôïîéêüôçôáò óôá Ýìâñõá é÷èýùí êáé óôá ëåêéèïöüñá é÷èýäéá (sac-fry). Ó÷åôéêÝò ðáñáðïìðÝò õðÜñ÷ïõí óôéò áíáöïñÝò (7) (8) (9) óôç âéâëéïãñáößá ôïõ ðáñüíôïò. 1.7.1. ÓõíèÞêåò Ýêèåóçò 1.7.1.1. ÄéÜñêåéá Ç äïêéìáóßá áñ÷ßæåé êáôÜ ðñïôßìçóç åíôüò 30 ëåðôþí áöüôïõ ãïíéìïðïéçèïýí ôá áâãÜ. Ôá Ýìâñõá é÷èýùí åìâõèßæïíôáé óôï äïêéìáóôéêü äéÜëõìá ðñéí áñ÷ßóåé ôï óôÜäéï ôçò êõôôáñéêÞò äéáßñåóçò ôùí âëáóôïäßóêùí Þ áìÝóùò ìåôÜ, êáé ðÜíôùò ðñïôïý áñ÷ßóåé ôï óôÜäéï ôïõ ãáóôñéäßïõ. ÅÜí ôá áâãÜ ðñïÝñ÷ïíôáé áðü åîùôåñéêü ðñïìçèåõôÞ, åßíáé ðéèáíü íá ìçí åßíáé äõíáôü íá îåêéíÞóåé ç äïêéìáóßá áìÝóùò ìåôÜ ôç ãïíéìïðïßçóç. ÄåäïìÝíïõ üôé ç åõáéóèçóßá ôçò äïêéìáóßáò ìðïñåß íá åðçñåáóôåß áéóèçôÜ áðü ôçí êáèõóôÝñçóç Ýíáñîçò, ç äïêéìáóßá ðñÝðåé íá îåêéíÞóåé åíôüò 8þñïõ áöüôïõ ãßíåé ç ãïíéìïðïßçóç. Êáèþò ïé ðñïíýìöåò (larvae) äåí ëáìâÜíïõí ôñïöÞ êáôÜ ôçí ðåñßïäï Ýêèåóçò, ç äïêéìáóßá ðñÝðåé íá ôåëåéþíåé áìÝóùò ðñéí áðïññïöçèåß ðëÞñùò ï ëåêéèéêüò óÜêïò ïðïéáóäÞðïôå ðñïíýìöçò (larvae) óå ïðïéïäÞðïôå áðü ôïõò äïêéìáóôéêïýò èáëÜìïõò Þ ðñéí óçìåéùèïýí èÜíáôïé áðü áóéôßá óôïõò ìÜñôõñåò. Ç äéÜñêåéá åîáñôÜôáé áðü ôï ÷ñçóéìïðïéïýìåíï åßäïò. Óôá ðñïóáñôÞìáôá 2 êáé 3 ðñïôåßíïíôáé ÷ñüíïé ãéá ôç äéÜñêåéá. 1.7.1.2. Öïñôßï Ï áñéèìüò ãïíéìïðïéçìÝíùí áâãþí óôçí áñ÷Þ ôçò äïêéìáóßáò ðñÝðåé íá åßíáé óôáôéóôéêþò åðáñêÞò. Ôá áâãÜ êáôáíÝìïíôáé óôéò äéÜöïñåò ïìÜäåò áãùãÞò ìå ôõ÷áßï ôñüðï, êáé ÷ñçóéìïðïéïýíôáé áíÜ óõãêÝíôñùóç ôïõëÜ÷éóôïí 30 ãïíéìïðïéçìÝíá áâãÜ éóïêáôáíåìçìÝíá (üóï åßíáé äõíáôüí äåäïìÝíïõ üôé ãéá ïñéóìÝíá åßäç åßíáé äýóêïëï íá ëçöèïýí ßóåò ðáñôßäåò) óå ôñéò ôïõëÜ÷éóôïí üìïéïõò äïêéìáóôéêïýò èáëÜìïõò. Ï ñõèìüò ðëÞñùóçò (âéïìÜæá áíÜ üãêï äïêéìáóôéêïý äéáëýìáôïò) ðñÝðåé íá åßíáé åðáñêþò ÷áìçëüò þóôå íá äéáôçñåßôáé ç óõãêÝíôñùóç äéáëåëõìÝíïõ ïîõãüíïõ óå ðïóïóôü ìåãáëýôåñï ôïõ 60 % ôçò ôéìÞò êïñåóìïý ìå áÝñá (ASV) ÷ùñßò áåñéóìü. Ãéá ôéò äïêéìáóßåò óõíå÷ïýò ñïÞò óõíéóôÜôáé ï ñõèìüò ðëÞñùóçò íá ìçí õðåñâáßíåé ôï 0,5 g/l áíÜ 24ùñï êáé íá ìçí õðåñâáßíåé ôá 5 g/l äéáëýìáôïò ïðïéáäÞðïôå óôéãìÞ (2). 1.7.1.3. Öùò êáé èåñìïêñáóßá Ç öùôïðåñßïäïò êáé ç èåñìïêñáóßá ôïõ íåñïý ôçò äïêéìÞò èá ðñÝðåé íá áíôáðïêñßíïíôáé óôéò áíÜãêåò ôïõ ÷ñçóéìïðïéïýìåíïõ åßäïõò øáñéþí (ðñïóáñôÞìáôá 2 êáé 3). Ãéá ôçí ðáñáêïëïýèçóç ôçò èåñìïêñáóßáò, åíäåßêíõôáé ßóùò ç ÷ñÞóç åíüò åðéðëÝïí äïêéìáóôéêïý äï÷åßïõ. 1.7.2. Óõãêåíôñþóåéò ÊáíïíéêÜ áðáéôïýíôáé 5 óõãêåíôñþóåéò ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò ïé ïðïßåò íá áðÝ÷ïõí ìåôáîý ôïõò êáôÜ Ýíá óôáèåñü ðáñÜãïíôá ðïõ äåí õðåñâáßíåé ôï 3,2. Ç êáìðýëç ðïõ óõíäÝåé ôçí LC50 ìå ôçí ðåñßïäï Ýêèåóçò óôç ìåëÝôç ïîåßáò ôïîéêüôçôáò ðñÝðåé íá ëçöèåß õðüøç êáôÜ ôçí åðéëïãÞ ôçò óåéñÜò óõãêåíôñþóåùí ðïõ èá ÷ñçóéìïðïéçèïýí óôç äïêéìáóßá. Õðü ïñéóìÝíåò óõíèÞêåò, ð.÷. óôéò ïñéáêÝò äïêéìáóßåò, ìðïñåß íá åíäåßêíõôáé ç ÷ñÞóç ëéãüôåñùí áðü ðÝíôå óõãêåíôñþóåùí ðïõ èá áðÝ÷ïõí ìÜëéóôá êáé ëéãüôåñï ìåôáîý ôïõò. ÅÜí ç äïêéìáóßá ãßíåé óå ëéãüôåñåò áðü ðÝíôå óõãêåíôñþóåéò, èá ðñÝðåé íá äïèïýí åîçãÞóåéò. Äåí ÷ñåéÜæåôáé íá äïêéìÜæïíôáé óõãêåíôñþóåéò ôçò ïõóßáò áíþôåñåò áðü ôçí LC50 96 ùñþí Þ áðü 100 mg/l, üðïéá åßíáé ÷áìçëüôåñç. Ïé ïõóßåò äåí ðñÝðåé íá õðïâÜëëïíôáé óôç äïêéìáóßá óå óõãêåíôñþóåéò ìåãáëýôåñåò áðü ôï üñéï äéáëõôüôçôÜ ôïõò óôï íåñü ôçò äïêéìáóßáò. ¼ôáí ÷ñçóéìïðïéåßôáé ðáñÜãïíôáò äéáëõôïðïßçóçò ãéá ôçí ðáñáóêåõÞ ôùí äéáëõìÜôùí (âëÝðå 1.6.6), ç ôåëéêÞ ôïõ óõãêÝíôñùóç óôá äï÷åßá äåí ðñÝðåé íá åßíáé ìåãáëýôåñç áðü 0,1 ml/l, ç ßäéá óå üëá ôá äï÷åßá. 1.7.3. ÌÜñôõñåò ÅðéðëÝïí ôçò êáíïíéêÞò óåéñÜò äïêéìáóéþí, ðñÝðåé íá ãßíïõí äïêéìáóßåò ìå óåéñÜ ìáñôýñùí ôïõ íåñïý ôçò äïêéìáóßáò (óå éêáíïðïéçôéêü áñéèìü åðáíáëÞøåùí) êáé, åöüóïí Ý÷åé íüçìá, ìå óåéñÜ ìáñôýñùí ðïõ ðåñéÝ÷ïõí ôïí ðáñÜãïíôá äéáëõôïðïßçóçò (óå éêáíïðïéçôéêü áñéèìü åðáíáëÞøåùí). 1.7.4. Óõ÷íüôçôá áíáëõôéêþí ðñïóäéïñéóìþí êáé ìåôñÞóåùí ÊáôÜ ôç äéÜñêåéá ôçò äïêéìáóßáò, ïé óõãêåíôñþóåéò ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò ðñïóäéïñßæïíôáé óå ôáêôÜ äéáóôÞìáôá. Óôéò çìéóôáôéêÝò äïêéìáóßåò üðïõ ç óõãêÝíôñùóç ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò áíáìÝíåôáé íá ðáñáìÝíåé åíôüò ôïõ ± 20 % ôçò ïíïìáóôéêÞò (äçëáäÞ åíôüò ôùí ïñßùí 80-120 %· âëÝðå 1.4 êáé 1.6.6), óõíéóôÜôáé íá áíáëýïíôáé ïé åëÜ÷éóôåò êáé ïé ìÝãéóôåò óõãêåíôñþóåéò äïêéìÞò ôïõëÜ÷éóôïí áìÝóùò ìåôÜ ôçí ðáñáóêåõÞ ôïõò êáé áìÝóùò ðñéí ôçí áíáíÝùóç ôïõ íåñïý êáé ôïõëÜ÷éóôïí ôñåéò öïñÝò óå ôáêôÜ äéáóôÞìáôá êáôÜ ôç äéÜñêåéá ôçò äïêéìáóßáò (ðñÝðåé äçëáäÞ íá áíáëýåôáé äåßãìá ôïõ ßäéïõ äéáëýìáôïò áìÝóùò ìåôÜ ôçí ðáñáóêåõÞ êáé áìÝóùò ðñéí ôçí áíáíÝùóÞ ôïõ). ¼ôáí ðñïâëÝðåôáé üôé ç óõãêÝíôñùóç ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò äåí èá ðáñáìåßíåé åíôüò ôïõ ± 20 % ôçò ïíïìáóôéêÞò ôéìÞò (ìå âÜóç ôá óôïé÷åßá ãéá ôç óôáèåñüôçôá ôçò ïõóßáò), åßíáé áðáñáßôçôï íá áíáëõèïýí üëåò ïé óõãêåíôñþóåéò, áìÝóùò ìåôÜ ôçí ðáñáóêåõÞ êáé êáôÜ ôçí áíáíÝùóç, ìå åöáñìïãÞ üìùò ôïõ ßäéïõ ðñïãñÜììáôïò (äçëáäÞ ôïõëÜ÷éóôïí ôñåéò öïñÝò óå ôáêôÜ äéáóôÞìáôá êáôÜ ôç äéÜñêåéá ôçò äïêéìáóßáò ). Óå üëåò ôéò ðåñéðôþóåéò, ï ðñïóäéïñéóìüò ôùí óõãêåíôñþóåùí ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò ðñéí ôçí áíáíÝùóç ÷ñåéÜæåôáé íá ãßíåôáé óå Ýíá ìüíï áðü ôá üìïéá äï÷åßá ãéá êÜèå óõãêÝíôñùóç. Ôï ÷ñïíéêü äéÜóôçìá ìåôáîý ðñïóäéïñéóìþí äåí ðñÝðåé íá õðåñâáßíåé ôéò åðôÜ çìÝñåò. ÓõíéóôÜôáé íá âáóßæïíôáé ôá áðïôåëÝóìáôá óå ìåôñçèåßóåò óõãêåíôñþóåéò. ÅÜí ìðïñåß íá áðïäåé÷ôåß üôé ç óõãêÝíôñùóç ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò êáè' üëç ôç äéÜñêåéá ôçò äïêéìáóßáò äéáôçñÞèçêå óõíå÷þò åíôüò ôïõ ± 20 % ôçò ïíïìáóôéêÞò Þ ôçò áñ÷éêþò ìåôñçèåßóáò óõãêÝíôñùóçò, ôüôå ôá áðïôåëÝóìáôá ìðïñïýí íá âáóéóôïýí óôéò ïíïìáóôéêÝò Þ ôéò áñ÷éêþò ìåôñçèåßóåò ôéìÝò. Óå äïêéìáóßá óõíå÷ïýò ñïÞò, åíäåßêíõôáé êáèåóôþò äåéãìáôïëçøßáò áíÜëïãï ìå ôï ðåñéãñáöüìåíï ãéá çìéóôáôéêÝò äïêéìáóßåò (óôçí ðåñßðôùóç üìùò áõôÞ äåí éó÷ýïõí ïé ìåôñÞóåéò "ðáëáéþí" äéáëõìÜôùí). Åíôïýôïéò, åÜí ç äéÜñêåéá ôçò äïêéìáóßáò õðåñâáßíåé ôéò 7 çìÝñåò, êáëü èá Þôáí íá áõîçèåß ï áñéèìüò ôùí äåéãìáôïëçøéþí óôç äéÜñêåéá ôçò ðñþôçò åâäïìÜäáò (ð.÷. ôñåéò óåéñÝò ìåôñÞóåùí) þóôå íá åßíáé âÝâáéï üôé ïé óõãêåíôñþóåéò ðáñáìÝíïõí óôáèåñÝò. ºóùò ÷ñåéÜæåôáé íá öõãïêåíôñçèïýí Þ íá äéçèçèïýí ôá äåßãìáôá (ð.÷. ìå ìÝãåèïò ðüñïõ 0,45 ìm). Ùóôüóï, åðåéäÞ ïýôå ç äéÞèçóç ïýôå ç öõãïêÝíôñçóç öáßíåôáé íá äéá÷ùñßæïõí ðÜíôïôå ôï ìç âéïäéáèÝóéìï êëÜóìá ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò áðü åêåßíï ðïõ åßíáé âéïäéáèÝóéìï, ôá äåßãìáôá ìðïñïýí íá ìçí õðïâÜëëïíôáé óå áõôÝò ôéò êáôåñãáóßåò. ÊáôÜ ôç äéÜñêåéá ôçò äïêéìáóßáò, óå üëá ôá äï÷åßá èá ðñÝðåé íá äéåíåñãïýíôáé ìåôñÞóåéò ôçò óõãêÝíôñùóçò ôïõ äéáëåëõìÝíïõ ïîõãüíïõ, ôïõ pH êáé ôçò èåñìïêñáóßáò. Óôïõò ìÜñôõñåò êáé óå Ýíá äï÷åßï ìå ôçí áíþôåñç óõãêÝíôñùóç èá ðñÝðåé íá äéåíåñãïýíôáé ìåôñÞóåéò ôçò ïëéêÞò óêëçñüôçôáò êáé áëáôüôçôáò (åÜí ÷ñåéÜæåôáé). Ôï äéáëåëõìÝíï ïîõãüíï êáé ç áëáôüôçôá (åöüóïí ÷ñåéÜæåôáé) èá ðñÝðåé íá ìåôñïýíôáé ôïõëÜ÷éóôïí ôñåéò öïñÝò (óôçí áñ÷Þ, óôç ìÝóç êáé óôï ôÝëïò ôçò äïêéìáóßáò). Óôéò çìéóôáôéêÝò äïêéìáóßåò, óõíéóôÜôáé íá åêôåëïýíôáé óõ÷íüôåñåò ìåôñÞóåéò ôïõ äéáëåëõìÝíïõ ïîõãüíïõ, êáôÜ ðñïôßìçóç ðñéí êáé ìåôÜ áðü êÜèå áíáíÝùóç ôïõ íåñïý Þ ôïõëÜ÷éóôïí ìßá öïñÜ ôçí åâäïìÜäá. Ôï pH ðñÝðåé íá ìåôñåßôáé óôçí áñ÷Þ êáé óôï ôÝëïò êÜèå áíáíÝùóçò ôïõ íåñïý óôçí çìéóôáôéêÞ äïêéìáóßá êáé ôïõëÜ÷éóôïí ìßá öïñÜ ôçí åâäïìÜäá óôéò äïêéìáóßåò óõíå÷ïýò ñïÞò. Ç óêëçñüôçôá ðñÝðåé íá ìåôñåßôáé ìßá öïñÜ óå êÜèå äïêéìáóßá. Ç èåñìïêñáóßá èá ðñÝðåé íá ìåôñåßôáé çìåñçóßùò êáé êáôÜ ðñïôßìçóç íá ðáñáêïëïõèåßôáé óõíå÷þò óå Ýíá ôïõëÜ÷éóôïí äï÷åßï. 1.7.5. ÐáñáôçñÞóåéò 1.7.5.1. ÓôÜäéï åìâñõúêÞò áíÜðôõîçò Ôï åìâñõúêü óôÜäéï (ð.÷. óôÜäéï ãáóôñéäßïõ) óôï ïðïßï âñßóêåôáé ôï õëéêü óôçí áñ÷éêÞ öÜóç Ýêèåóçò óôç äïêéìáóôéêÞ ïõóßá ðñÝðåé íá åðáëçèåýåôáé üóï ôï äõíáôüí áêñéâÝóôåñá. Ç åðáëÞèåõóç ìðïñåß íá ãßíåé óå áíôéðñïóùðåõôéêü äåßãìá áâãþí ôá ïðïßá Ý÷ïõí äéáôçñçèåß êáé êáèáñéóôåß êáôáëëÞëùò. Åßíáé åðßóçò äõíáôü íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí ðåñéãñáöÝò êáé áðåéêïíßóåéò ôùí åìâñõúêþí óôáäßùí áðü ôç âéâëéïãñáößá (2) (5) (10) (11). 1.7.5.2. Åêêüëáøç êáé åðéâßùóç Ç åêêüëáøç êáé ç åðéâßùóç ðñÝðåé íá ðáñáôçñïýíôáé ôïõëÜ÷éóôïí ìßá öïñÜ ôçí çìÝñá êáé íá êáôáãñÜöïíôáé ôá áñéèìçôéêÜ äåäïìÝíá. Åßíáé åíäå÷ïìÝíùò óêüðéìï íá ãßíïíôáé óõ÷íüôåñåò ðáñáôçñÞóåéò óôçí áñ÷Þ ôçò äïêéìáóßáò (ð.÷. êÜèå 30 ëåðôÜ êáôÜ ôéò ðñþôåò ôñéò þñåò), êáèþò óå ïñéóìÝíåò ðåñéðôþóåéò, ïé ÷ñüíïé åðéâßùóçò ìðïñåß íá åßíáé ðéï ÷ñÞóéìïé áðü ôïí áñéèìü ôùí èáíÜôùí (ð.÷. üôáí õðÜñ÷ïõí ïîåßåò ôïîéêÝò åðéðôþóåéò). Ôá íåêñÜ Ýìâñõá êáé ïé ðñïíýìöåò (larvae) ðñÝðåé íá áðïìáêñýíïíôáé áìÝóùò ìüëéò õðïâëçèïýí óå ðáñáôÞñçóç äåäïìÝíïõ üôé áðïóõíôßèåíôáé ãñÞãïñá. ÐñÝðåé íá äßíåôáé éäéáßôåñç ðñïóï÷Þ üôáí áðïìáêñýíïíôáé ôá íåêñÜ óôïé÷åßá þóôå íá ìçí ÷ôõðçèïýí Þ õðïóôïýí öõóéêÞ æçìéÜ ôá ãåéôïíéêÜ áâãÜ/ðñïíýìöåò (larvae) êáèþò åßíáé åîáéñåôéêÜ åýèñáõóôá êáé åõáßóèçôá. Ôá êñéôÞñéá èáíÜôïõ åßíáé äéáöïñåôéêÜ áíáëüãùò ôïõ óôáäßïõ æùÞò: - ãéá ôá áâãÜ: éäéáßôåñá óôá áñ÷éêÜ óôÜäéá, áéóèçôÞ ìåßùóç äéáöÜíåéáò êáé áëëáãÞ ÷ñþìáôïò, ëüãù ðÞîçò Þ/êáé êáôáâýèéóçò ôùí ðñùôåúíþí, ìå áðïôÝëåóìá ëåõêÞ èáìðÞ üøç, - ãéá ôá Ýìâñõá: áðïõóßá êßíçóçò ôïõ óþìáôïò Þ/êáé áðïõóßá êáñäéáêïý ñõèìïý Þ/êáé áðï÷ñùìáôéóìüò êáé áðþëåéá äéáöÜíåéáò óôá åßäç ôùí ïðïßùí ôá Ýìâñõá åßíáé êáíïíéêÜ äéáðåñáôÜ óôï öùò, - ãéá ôéò ðñïíýìöåò (larvae): áêéíçóßá Þ/êáé áðþëåéá áíáðíåõóôéêÞò êßíçóçò Þ/êáé áðïõóßá êáñäéáêïý ñõèìïý Þ/êáé ëåõêü èáìðü ÷ñþìá ôïõ êåíôñéêïý íåõñéêïý óõóôÞìáôïò Þ/êáé Ýëëåéøç áíôßäñáóçò óôá ìç÷áíéêÜ åñåèßóìáôá. 1.7.5.3. Áöýóéêç üøç Ï áñéèìüò ðñïíõìöþí (larvae) ðïõ åìöáíßæïõí áöýóéêï ó÷Þìá óþìáôïò Þ/êáé ÷ñùìáôéóìü êáôÜ ôï óôÜäéï áðïññüöçóçò ôïõ ëåêéèéêïý óÜêïõ èá ðñÝðåé íá êáôáãñÜöïíôáé óå êáôÜëëçëá ÷ñïíéêÜ äéáóôÞìáôá áíÜëïãá ìå ôç äéÜñêåéá ôçò äïêéìáóßáò êáé ôï åßäïò ôçò ðáñáôçñïýìåíçò áíùìáëßáò. ÐñÝðåé íá óçìåéùèåß üôé áíþìáëá Ýìâñõá êáé ðñïíýìöåò (larvae) åßíáé öõóéêü íá åìöáíßæïíôáé êáé ìðïñåß íá áíôéðñïóùðåýïõí óçìáíôéêü ðïóïóôü ôùí ìáñôýñùí óå ïñéóìÝíá åßäç. Ôá áíþìáëá æþá ðñÝðåé íá áðïìáêñýíïíôáé áðü ôá äïêéìáóôéêÜ äï÷åßá ìüíï üôáí ðåèÜíïõí. 1.7.5.4. Áöýóéêç óõìðåñéöïñÜ Ïé áíùìáëßåò, ð.÷. õðåñáåñéóìüò, áóõíôüíéóôç êïëýìâçóç êáé áôõðéêÞ áôáñáîßá ðñÝðåé íá êáôáãñÜöïíôáé óå êáôÜëëçëá äéáóôÞìáôá áíáëüãùò ôçò äéÜñêåéáò ôçò äïêéìáóßáò. ÁõôÝò ïé åðéðôþóåéò, ðáñüëï ðïõ åßíáé äýóêïëï íá åêöñáóôïýí ðïóïôéêÜ, ìðïñïýí, üôáí Ý÷ïõí ðáñáôçñçèåß, íá âïçèÞóïõí óôçí åñìçíåßá ôùí äåäïìÝíùí èíçóéìüôçôáò ð.÷. íá ðáñÜó÷ïõí ðëçñïöïñßåò ãéá ôïí ôñüðï ôïîéêÞò äñÜóçò ôçò ïõóßáò. 1.7.5.5. ÌÞêïò Óôï ôÝëïò ôçò äïêéìáóßáò óõíéóôÜôáé ç ìÝôñçóç ôïõ ìÞêïõò êÜèå øáñéïý ÷ùñéóôÜ· ìðïñåß íá ÷ñçóéìïðïéçèåß ôï êáíïíéêü ìÞêïò, ôï ìÞêïò Ýùò ôá ðôåñýãéá Þ ôï óõíïëéêü ìÞêïò. ÅÜí ùóôüóï óçìåéùèåß áðïóýíèåóç ôïõ ðôåñõãßïõ ôçò ïõñÜò Þ äéÜâñùóç ôùí ðôåñõãßùí ðñÝðåé íá ÷ñçóéìïðïéåßôáé ôï êáíïíéêü ìÞêïò. ÃåíéêÜ, üôáí ç äïêéìáóßá åêôåëåßôáé óùóôÜ, ï óõíôåëåóôÞò áðüêëéóçò ôïõ ìÞêïõò ìåôáîý ôùí åðáíáëÞøåùí ôùí ìáñôýñùí ðñÝðåé íá åßíáé <= 20 %. 1.7.5.6. ÂÜñïò Óôï ôÝëïò ôçò äïêéìáóßáò ìðïñåß íá ìåôñçèåß ôï âÜñïò êÜèå øáñéïý ÷ùñéóôÜ· ôï îçñü âÜñïò (24 þñåò óå 60 °C) ðñïôéìÜôáé áðü ôï õãñü âÜñïò (ìåôÜ áðü óôÝãíùìá) ÃåíéêÜ, üôáí ç äïêéìáóßá åêôåëåßôáé óùóôÜ, ï óõíôåëåóôÞò áðüêëéóçò ôïõ âÜñïõò ìåôáîý ôùí åðáíáëÞøåùí ôùí ìáñôýñùí ðñÝðåé íá åßíáé <= 20 %. ÁõôÝò ïé ðáñáôçñÞóåéò èá Ý÷ïõí ùò áðïôÝëåóìá íá õðÜñ÷ïõí äéáèÝóéìá ãéá óôáôéóôéêÞ áíÜëõóç ôá áêüëïõèá äåäïìÝíá: - óõíïëéêÞ èíçóéìüôçôá, - ñõèìüò õãéþí ðñïíõìöþí (larvae) óôï ôÝëïò ôçò äïêéìáóßáò, - ÷ñüíïò ìåôáîý Ýíáñîçò ôçò åêêüëáøçò êáé ëÞîçò ôçò åêêüëáøçò (äçëáäÞ åêêüëáøç êáôÜ 90 % óå êÜèå åðáíáëçðôéêÞ ïìÜäá), - áñéèìüò ðñïíõìöþí (larvae) ðïõ åêêïëÜðôïíôáé êÜèå ìÝñá, - ìÞêïò (êáé âÜñïò) ôùí åðéæþíôùí æþùí óôï ôÝëïò ôçò äïêéìáóßáò, - áñéèìüò ðáñáìïñöùìÝíùí ðñïíõìöþí (larvae) Þ ðïõ åìöáíßæïõí áöýóéêç üøç, - áñéèìüò ðñïíõìöþí (larvae) ðïõ åìöáíßæïõí áöýóéêç óõìðåñéöïñÜ. 2. ÄÅÄÏÌÅÍÁ ÊÁÉ ÅÊÈÅÓÅÉÓ 2.1. ÅÐÅÎÅÑÃÁÓÉÁ ÔÙÍ ÁÐÏÔÅËÅÓÌÁÔÙÍ ÓõíéóôÜôáé ç óõììåôï÷Þ óôáôéóôéêïëüãïõ óôçí åêôÝëåóç ôüóï ôïõ ó÷åäéáóìïý üóï êáé ôçò áíÜëõóçò ôçò äïêéìáóßáò, åðåéäÞ ç ìÝèïäïò åðéôñÝðåé óçìáíôéêÝò äéáöïñÝò óôïí ðåéñáìáôéêü ó÷åäéáóìü, ð.÷. óôïí áñéèìü ôùí äïêéìáóôéêþí èáëÜìùí, óôïí áñéèìü ôùí óõãêåíôñþóåùí, óôïí áñ÷éêü áñéèìü ãïíéìïðïéçìÝíùí áâãþí êáé óôéò ìåôñïýìåíåò ðáñáìÝôñïõò. ÅðåéäÞ õðÜñ÷ïõí ðïëëÝò åðéëïãÝò ãéá ôïí ó÷åäéáóìü ôçò äïêéìáóßáò, äåí äßíïíôáé åäþ åéäéêÝò ïäçãßåò ãéá ôç óôáôéóôéêÞ åðåîåñãáóßá. ÅÜí ðñÝðåé íá õðïëïãéóôïýí ïé ôéìÝò LOEC/NOEC, èá åßíáé áðáñáßôçôï íá áíáëõèïýí ïé äéáöïñÝò óå êÜèå åðáíáëçðôéêÞ ïìÜäá ìå áíÜëõóç äéáóðïñÜò (ANOVA) Þ ðßíáêá óõó÷åôéóìïý. Ãéá ôçí åêôÝëåóç ðïëëáðëþí óõãêñßóåùí ìåôáîý ôùí áðïôåëåóìÜôùí ôùí äéáöïñåôéêþí óõãêåíôñþóåùí êáé ôùí áðïôåëåóìÜôùí ôùí ìáñôýñùí, åíäåßêíõôáé åíäå÷ïìÝíùò ç ìÝèïäïò Dunnett (12) (13). ¶ëëá ÷ñÞóéìá ðáñáäåßãìáôá åßíáé åðßóçò äéáèÝóéìá, áíáöïñÝò (14) (15). ÐñÝðåé íá õðïëïãßæåôáé êáé íá êáôáãñÜöåôáé ï âáèìüò åðßäñáóçò ðïõ ìðïñåß íá åíôïðéóôåß ìÝóù ANOVA Þ ìå Üëëç äéáäéêáóßá (Þôïé ç éó÷ýò ôçò äïêéìáóßáò). ÐñÝðåé íá óçìåéùèåß üôé äåí åßíáé üëåò ïé ðáñáôçñÞóåéò ðïõ áíáöÝñïíôáé óôï óçìåßï 1.7.5.6 êáôÜëëçëåò ãéá óôáôéóôéêÞ áíÜëõóç ìå ANOVA. Ãéá ðáñÜäåéãìá, ç óõíïëéêÞ èíçóéìüôçôá êáé ï áñéèìüò õãéþí ðñïíõìöþí (larvae) óôï ôÝëïò ôçò äéáäéêáóßáò èá ìðïñïýóáí íá áíáëõèïýí ìå ìåèüäïõò probit. ÅÜí ðñÝðåé íá õðïëïãéóôïýí ïé ôéìÝò LC/ECx, ðñÝðåé íá ðñïóáñìüæïíôáé ôá äåäïìÝíá ðïõ Ý÷ïõí åðéëå÷èåß óå ìßá Þ ðïëëÝò êáôÜëëçëåò êáìðýëåò, üðùò ç ëïãéóôéêÞ êáìðýëç, ìå óôáôéóôéêÞ ìÝèïäï üðùò ôùí åëá÷ßóôùí ôåôñáãþíùí Þ ôùí ìç ãñáììéêþí åëá÷ßóôùí ôåôñáãþíùí. Ç êáìðýëç Þ ïé êáìðýëåò ìðïñïýí íá ãßíïõí ðáñáìåôñéêÝò þóôå íá åßíáé äõíáôüí íá ðñïóäéïñéóôïýí áðåõèåßáò ç LC/ECx êáé ôï ôõðéêü óöÜëìá áõôÞò. Äéåõêïëýíåôáé Ýôóé óå ìåãÜëï âáèìü ï õðïëïãéóìüò ôïõ ïñßïõ åìðéóôïóýíçò ôçò LC/ECx. Êáèïñßæåôáé áìößðëåõñï åðßðåäï åìðéóôïóýíçò 95 %, åêôüò åÜí õðÜñ÷ïõí âÜóéìïé ëüãïé íá êáèïñéóôåß Üëëï. Ç äéáäéêáóßá ðñïóáñìïãÞò êáëü åßíáé íá ðáñÝ÷åé Ýíá ìÝóï åëÝã÷ïõ ôçò óçìáíôéêüôçôáò ôçò Ýëëåéøçò ðñïóáñìïãÞò. Ìðïñåß íá ÷ñçóéìïðïéçèåß ãñáöéêÞ ìÝèïäïò ãéá ôçí ðñïóáñìïãÞ ôùí êáìðõëþí. Ç áíáãùãéêÞ áíÜëõóç åßíáé êáôÜëëçëç ãéá üëåò ôéò ðáñáôçñÞóåéò ðïõ áíáöÝñïíôáé óôï óçìåßï 1.7.5.6. 2.2. ÅÑÌÇÍÅÉÁ ÔÙÍ ÁÐÏÔÅËÅÓÌÁÔÙÍ Ôá áðïôåëÝóìáôá èá ðñÝðåé íá åñìçíåýïíôáé ìå ðñïóï÷Þ áí ïé ìåôñïýìåíåò ôïîéêÝò óõãêåíôñþóåéò ôùí äïêéìáóôéêþí äéáëõìÜôùí âñßóêïíôáé óå åðßðåäá êïíôÜ óôï üñéï áíß÷íåõóçò ôçò áíáëõôéêÞò ìåèüäïõ. Ç åñìçíåßá ôùí áðïôåëåóìÜôùí ãéá óõãêåíôñþóåéò ðÜíù áðü ôçí õäáôïäéáëõôüôçôá ôçò ïõóßáò ðñÝðåé åðßóçò íá ãßíåôáé ìå ðñïóï÷Þ. 2.3. ÅÊÈÅÓÇ Ç Ýêèåóç ìå ôá áðïôåëÝóìáôá ôçò äïêéìáóßáò ðñÝðåé íá ðåñéÝ÷åé ôéò áêüëïõèåò ðëçñïöïñßåò: 2.3.1. ÄïêéìáóôéêÞ ïõóßá: - öõóéêÝò éäéüôçôåò êáé öõóéêï÷çìéêÝò éäéüôçôåò ðïõ áöïñïýí ôç äïêéìáóßá - ÷çìéêÜ ÷áñáêôçñéóôéêÜ, ìåôáîý ôùí ïðïßùí ç êáèáñüôçôá êáé áíáëõôéêÞ ìÝèïäïò ðïóïôéêïý ðñïóäéïñéóìïý ôçò åîåôáæüìåíçò ïõóßáò, üðïõ áðáéôåßôáé. 2.3.2. Eßäïò øáñéïý ðïõ ÷ñçóéìïðïéåßôáé óôç äïêéìÞ: - åðéóôçìïíéêÞ ïíïìáóßá, óôÝëå÷ïò, áñéèìüò ãåííçôüñùí (Þôïé ðüóá èçëõêÜ ÷ñçóéìïðïéÞèçêáí ãéá íá ëçöèåß ï áðáéôïýìåíïò áñéèìüò áâãþí óôç äïêéìáóßá), ðçãÞ êáé ìÝèïäïò óõëëïãÞò ôùí ãïíéìïðïéçìÝíùí áâãþí êáé åðáêüëïõèïò ÷åéñéóìüò. 2.3.3. ÓõíèÞêåò åêôÝëåóçò ôçò äïêéìáóßáò: - ÷ñçóéìïðïéçèåßóá äéáäéêáóßá äïêéìáóßáò (ð.÷. çìéóôáôéêÞ Þ óõíå÷ïýò ñïÞò, ÷ñïíéêü äéÜóôçìá áðü ôç ãïíéìïðïßçóç ùò ôçí Ýíáñîç ôçò äïêéìáóßáò, ñõèìüò ðëÞñùóçò, ê.ëð.), - öùôïðåñßïäïò, - ó÷åäéáóìüò ôçò äïêéìáóßáò (ð.÷. áñéèìüò äïêéìáóôéêþí èáëÜìùí êáé áñéèìüò åðáíáëÞøåùí ìå ôçí ßäéá óõãêÝíôñùóç, áñéèìüò åìâñýùí áíÜ åðáíáëáìâáíüìåíï äï÷åßï), - ìÝèïäïò ðáñáóêåõÞò ôùí áñ÷éêþí äéáëõìÜôùí êáé óõ÷íüôçôá áíáíÝùóçò (áíáöÝñïíôáé, åöüóïí ÷ñçóéìïðïéïýíôáé, ï ðáñÜãïíôáò äéáëõôïðïßçóçò êáé ç óõãêÝíôñùóÞ ôïõ), - ïé ïíïìáóôéêÝò óõãêåíôñþóåéò ôùí äïêéìþí, ïé ìåôñçèåßóåò ôéìÝò, ïé ìÝóåò ôéìÝò ôùí ìåôñïýìåíùí ôéìþí êáé ïé ôõðéêÝò áðïêëßóåéò ôïõò óôá äïêéìáóôéêÜ äï÷åßá êáèþò êáé ç ìÝèïäïò ìå ôçí ïðïßá åðéôåý÷èçêáí êáé åÜí ç õðü äïêéìÞ ïõóßá åßíáé äéáëõôÞ óôï íåñü óå óõãêåíôñþóåéò ÷áìçëüôåñåò áðü ôéò ÷ñçóéìïðïéïýìåíåò óôç äïêéìáóßá, ðñÝðåé íá ðáñÝ÷ïíôáé áðïäåéêôéêÜ óôïé÷åßá óýìöùíá ìå ôá ïðïßá ïé ìåôñÞóåéò áíáöÝñïíôáé óôéò óõãêåíôñþóåéò ôçò õðü äïêéìÞ ïõóßáò ðïõ åßíáé äéáëåëõìÝíç, - ÷áñáêôçñéóôéêÜ ôïõ íåñïý äéÜëõóçò: Þôïé: pH, óêëçñüôçôá, èåñìïêñáóßá, óõãêÝíôñùóç äéáëåëõìÝíïõ ïîõãüíïõ, åðßðåäá õðïëåéììáôéêïý ÷ëùñßïõ (åöüóïí ìåôñåßôáé), ïëéêüò ïñãáíéêüò Üíèñáêáò, áéùñïýìåíá óôåñåÜ, áëáôüôçôá ôïõ äïêéìáóôéêïý ìÝóïõ (åöüóïí ìåôñåßôáé) êáé ôõ÷üí Üëëåò ìåôñÞóåéò, - ðïéüôçôá ôïõ íåñïý óôá äïêéìáóôéêÜ äï÷åßá: pH, óêëçñüôçôá, èåñìïêñáóßá êáé óõãêÝíôñùóç äéáëåëõìÝíïõ ïîõãüíïõ. 2.3.4. ÁðïôåëÝóìáôá: - áðïôåëÝóìáôá ôõ÷üí ðñïêáôáñêôéêþí ìåëåôþí ó÷åôéêÜ ìå ôç óôáèåñüôçôá ôçò äïêéìáóôéêÞò ïõóßáò, - óôïé÷åßá üôé ïé ìÜñôõñåò ðëçñïýí ôï ðñüôõðï áðïäåêôÞò óõíïëéêÞò åðéâßùóçò ãéá ôï åßäïò øáñéïý ðïõ ÷ñçóéìïðïéåßôáé óôç äïêéìÞ (ðñïóáñôÞìáôá 2 êáé 3), - óôïé÷åßá ãéá ôç èíçóéìüôçôá/åðéâßùóç óôá óôÜäéá ôïõ åìâñýïõ êáé ôçò ðñïíýìöçò (larvae) êáé óõíïëéêÞ èíçóéìüôçôá/åðéâßùóç, - çìÝñåò åêêüëáøçò êáé áñéèìüò åêêïëáöèÝíôùí áâãþí, - óôïé÷åßá ó÷åôéêÜ ìå ôï ìÞêïò (êáé ôï âÜñïò), - óõ÷íüôçôá åìöÜíéóçò êáé ðåñéãñáöÞ ìïñöïëïãéêþí áíùìáëéþí, åÜí õðÜñ÷ïõí, - óõ÷íüôçôá åìöÜíéóçò êáé ðåñéãñáöÞ åðéðôþóåùí óôç óõìðåñéöïñÜ, åÜí õðÜñ÷ïõí, - óôáôéóôéêÞ áíÜëõóç êáé åðåîåñãáóßá ôùí äåäïìÝíù, - ãéá ôéò äïêéìáóßåò ðïõ áíáëýïíôáé ìå ANOVA, ç åëÜ÷éóôç óõãêÝíôñùóç óôçí ïðïßá ðáñáôçñåßôáé åðßðôùóç (LOEC) óå p=0,05 êáé ç óõãêÝíôñùóç óôçí ïðïßá äåí ðáñáôçñåßôáé åðßðôùóç (NOEC) ãéá êÜèå áðÜíôçóç ðïõ áîéïëïãåßôáé êáèþò êáé ðåñéãñáöÞ ôùí óôáôéóôéêþí äéáäéêáóéþí ðïõ ÷ñçóéìïðïéÞèçêáí êáé åíäåéêôéêÞ áíáöïñÜ ôïõ ìåãÝèïõò ôùí åðéðôþóåùí ðïõ ìðïñïýí íá áíé÷íåõèïýí, - ãéá ôéò äïêéìáóßåò ðïõ áíáëýèçêáí ìå ôå÷íéêÝò áíáãùãÞò, ï ëüãïò LC/ECx êáé ôá äéáóôÞìáôá åìðéóôïóýíçò êáèþò êáé ãñáöéêÞ ðáñÜóôáóç ôïõ ìïíôÝëïõ ðñïóÝããéóçò ðïõ ÷ñçóéìïðïéÞèçêå ãéá ôïõò ó÷åôéêïýò õðïëïãéóìïýò, - áéôéïëüãçóç êÜèå ðáñÝêêëéóçò áðü ôç ìÝèïäï ôçò äïêéìáóßáò. 3. ÂÉÂËÉÏÃÑÁÖÉÁ (1) Kristensen P. (1990). Evaluation of the Sensitivity of Short Term Fish Early Life Stage Tests in Relation to other FELS Test Methods. Final report to the Commission of the European Communities, 60 pp. June 1990. (2) ASTM (1988). Standard Guide for Conducting Early Life-Stage Toxicity Tests with Fishes. American Society for Testing and Materials. E 1241-88. 26 pp. (3) Brauhn J. L. and Schoettger R. A. (1975). Acquisition and Culture of Research Fish: Rainbow trout, Fathead minnows, Channel Catfish and Bluegills. p. 54, Ecological Research Series, EPA-660/3-75-011, Duluth, Minnesota. (4) Brungs W. A. and Jones B. R. (1977). Temperature Criteria for Freshwater Fish: Protocol and Procedures. p. 128, Ecological Research Series EPA-600/3-77-061, Duluth, Minnesota. (5) Laale H. W. (1977). The Biology and Use of the Zebrafish (Brachydanio rerio) in Fisheries Research. A Literature Review. J. Biol. 10, pp. 121-173. (6) Legault R. (1958). A Technique for Controlling the Time of Daily Spawning and Collecting Eggs of the Zebrafish, Brachydanio rerio (Hamilton-Buchanan) Copeia, 4, pp. 328-330. (7) Dave G., Damgaard B., Grande M., Martelin J. E., Rosander B. and Viktor T. (1987). Ring Test of an Embryo-larval Toxicity Test with Zebrafish (Brachydanio rerio) Using Chromium and Zinc as Toxicants. Environmental Toxicology and Chemistry, 6, pp. 61-71. (8) Birge J. W., Black J. A. and Westerman A. G. (1985). Short-term Fish and Amphibian Embryo-larval Tests for Determining the Effects of Toxicant Stress on Early Life Stages and Estimating Chronic Values for Single Compounds and Complex Effluents. Environmental Toxicology and Chemistry 4, pp. 807-821. (9) Van Leeuwen C. J., Espeldoorn A. and Mol F. (1986). Aquatic Toxicological Aspects of Dithiocarbamates and Related Compounds. III. Embryolarval Studies with Rainbow Trout (Salmo gairdneri). J. Aquatic Toxicology, 9, pp. 129-145. (10) Kirchen R. V. and W. R. West (1969). Teleostean Development. Carolina Tips 32(4): 1-4. Carolina Biological Supply Company. (11) Kirchen R. V. and W. R. West (1976). The Japanese Medaka. Its care and Development. Carolina Biological Supply Company, North Carolina. 36 pp. (12) Dunnett C. W. (1955). A Multiple Comparisons Procedure for Comparing Several Treatments with Control. J. Amer. Statist. Assoc., 50, pp. 1096-1121. (13) Dunnett C. W. (1964). New Tables for Multiple Comparisons with a Control. Biometrics, 20, pp. 482-491. (14) Mc Clave J. T., Sullivan J. H. and Pearson J.G. (1980). Statistical Analysis of Fish Chronic Toxicity Test Data. Proceedings of 4th Aquatic Toxicology Symposium, ASTM, Philadelphia. (15) Van Leeuwen C. J., Adema D. M. M. and Hermes J. (1990). Quantitative Structure-Activity Relationships for Fish Early Life Stage Toxicity. Aquatic Toxicology, 16, pp. 321-334. (16) Environment Canada. (1992). Toxicity Tests Using Early Life Stages of Salmonid Fish (Rainbow Trout, Coho Salmon or Atlantic Salmon). Biological Test Method Series. Report EPS 1/RM/28, December 1992, 81 pp. (17) Dave G. and Xiu R. (1991). Toxicity of Mercury, Nickel, Lead and Cobalt to Embryos and Larvae of Zebrafish, Brachydanio rerio. Arch. of Environmental Contamination and Toxicology, 21, pp. 126-134. (18) Meyer A., Bierman C. H. and Orti G. (1993). The phylogenetic position of the Zebrafish (Danio rerio), a model system in developmental biology - an invitation to the comperative methods. Proc. Royal Society of London, Series B, 252: pp. 231-236. (19) Ghillebaert F., Chaillou C., Deschamps F. and Roubaud P. (1995). Toxic Effects, at Three pH Levels, of Two Reference Molecules on Common Carp Embryo. Ecotoxicology and Environmental Safety 32, pp. 19-28. (20) US EPA, (1991). Guidelines for Culturing the Japanese Medaka, Oryzias latipes. EPA report EPA/600/3-91/064, Dec. 1991, EPA, Duluth. (21) US EPA, (1991). Guidelines for Conducting Early Life Stage Toxicity Tests with Japanese Medaka, (Oryzias latipes). EPA report EPA/600/3-91/063, Dec. 1991, EPA, Duluth. (22) De Graeve G. M., Cooney J. D., McIntyre D. O., Poccocic T. L., Reichenbach N. G., Dean J. H. and Marcus M. D. (1991). Validity in the performance of the seven-day Fathead minnow (Pimephales promelas) larval survival and growth test: an intra- and interlaboratory study. Environ. Tox. Chem. 10, pp. 1189-1203. (23) Calow P. (1993). Handbook of Ecotoxicology, Blackwells, Oxford. Vol. 1, Chapter 10: Methods for spawning, culturing and conducting toxicity tests with Early Life stages of Estuarine and Marine fish. (24) Balon E. K. (1985). Early life history of fishes: New developmental, ecological and evolutionary perspectives, Junk Publ., Dordrecht, 280 pp. (25) Blaxter J. H. S. (1988). Pattern and variety in development, in: W. S. Hoar and D. J. Randall eds., Fish Physiology, Vol. XIA, Academic press, pp. 1-58. ÐÉÍÁÊÁÓ 1Á: Åßäç øáñéþí óõíéóôþíôáé ãéá ôç äïêéìáóßá >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> ΠΙΝΑΚΑΣ 1B: Παραδείγματα άλλων ειδών για τα οποία υπάρχει επαρκής βιβλιογραφία και τα οποία έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 1 ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΑ ΕΜΒΡΥΑ ΚΑΙ ΤΑ ΛΕΚΙΘΟΦΟΡΑ ΙΧΘΥΔΙΑ (SAC-FRY) ΤΟΥ ΖΕΡΒΟΨΑΡΟΥ (Brachydanio rerio) ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το ζεβρόψαρο προέρχεται από την ακτή Coromandel της Ινδίας όπου κατοικεί στα υδατορεύματα ταχείας ροής. Πρόκειται για κοινό ψάρι ενυδρείου της οικογένειας των κυπρίνων. Πληροφορίες για τη φροντίδα και την καλλιέργειά του υπάρχουν στη βασική βιβλιογραφία για τα τροπικά ψάρια. Επισκόπηση των σχετικών με τη βιολογία και την χρήση του στην ιχθυοτροφία ερευνών έχει δημοσιευθεί από τον Laale (1). Το μήκος του σπανίως υπερβαίνει τα 45 mm. Το σώμα του είναι κυλινδρικό με 7-9 οριζόντιες σκούρες μπλε στιλπνές ραβδώσεις. Οι ραβδώσεις καταλήγουν στα πτερύγια της ουράς και της έδρας. Η ράχη είναι φαιοπράσινη. Τα αρσενικά είναι πιο αδύνατα από τα θηλυκά. Τα θηλυκά είναι πιο στιλπνά και η γαστρική χώρα είναι διεσταλμένη, ιδίως πριν την ωοτοκία. Τα ενήλικα ψάρια είναι ικανά να ανεχθούν μεγάλες διακυμάνσεις θερμοκρασίας, pH και σκληρότητας. Ωστόσο, για να είναι τα ψάρια υγιή και να παράγουν αβγά καλής ποιότητας, πρέπει να εξασφαλίζονται βέλτιστες συνθήκες. Κατά την ωοτοκία το αρσενικό ακολουθεί το θηλυκό και εφορμά, με αποτέλεσμα να γονιμοποιούνται τα αβγά αμέσως μόλις αποβληθούν. Τα αβγά, τα οποία είναι διαφανή και δεν είναι κολλώδη, πέφτουν στο βυθό και ενδεχομένως τρώγονται από τους γεννήτορες. Η ωοτοκία επηρεάζεται από το φως. Εάν το πρωινό φως είναι κατάλληλο, το ψάρι αποβάλλει το γόνο τις πρώτες πρωινές ώρες. Το θηλυκό μπορεί να γεννήσει παρτίδες εκατοντάδων αβγών ανά εβδομάδα. ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ, ΤΗΝ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΧΙΚΑ ΣΤΑΔΙΑ ΖΩΗΣ Επιλέγεται κατάλληλος αριθμός υγιών ψαριών και αυτά κρατούνται σε κατάλληλα ύδατα (βλέπε προςάρτημα 4) για 2 τουλάχιστον εβδομάδες πριν την προβλεπόμενη ωοτοκία. Τα ψάρια θα πρέπει να έχουν ζευγαρώσει προς αναπαραγωγή μία τουλάχιστον φορά πριν παραχθεί η παρτίδα αβγών που θα χρησιμοποιηθεί στη δοκιμασία. Η πυκνότητα των ψαριών κατά την περίοδο αυτή δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1 γραμμάριο ψαριών ανά λίτρο. Τακτικές αλλαγές του νερού ή χρήση συστημάτων καθαρισμού είναι προϋποθέσεις υψηλότερης πυκνότητας. Η θερμοκρασία στις δεξαμενές δοχεία συντήρησης πρέπει να διατηρείται στους (25 ± 2 °C. Η τροφή των ψαριών πρέπει να ποικίλλει και να αποτελείται π.χ. από αποξηραμένη τροφή του εμπορίου, ζωντανά νεοεκκολαφθέντα αρτέμια (Arthemia), χιρονομίδες, Daphnia, λευκοσκώληκες (Enchytraeids). Στη συνέχεια περιγράφονται συνοπτικά δύο διαδικασίες, οι οποίες στην πράξη έχουν οδηγήσει σε επαρκή παρτίδα γονιμοποιημένων αβγών για την εκτέλεση μιας δοκιμασίας. i) Οκτώ θηλυκά και 16 αρσενικά τοποθετούνται σε δεξαμενή που περιέχει 50 λίτρα νερό αραίωσης και, χωρίς να εκτίθενται σε άμεσο φως, αφήνονται κατά το δυνατόν ανενόχλητα για 48 τουλάχιστον ώρες. Το απόγευμα της προηγούμενης μέρας, τοποθετείται στο βυθό του ενυδρείου δίσκος εναπόθεσης γόνου. Ο δίσκος αποτελείται από πλαίσιο (από πλεξιγκλάς ή άλλο κατάλληλο υλικό), ύψους 5-7 cm καλυμμένο στο επάνω μέρος με χονδρό δίχτυ 2-5 mm και στο κάτω μέρος με λεπτό δίχτυ 10-30 μm. Στο χονδρό δίχτυ του πλαισίου προσδένονται πολυάριθμα κομμάτια νάιλον σκοινιού ξετυλιγμένου τα οποία αποτελούν σημεία εναπόθεσης αβγών. Αφού αφεθούν στο σκοτάδι για 12 ώρες, τα ψάρια φωτίζονται με απαλό φως που αποτελεί έναυσμα για την εναπόθεση των αβγών. Δύο έως τέσσερις ώρες μετά την εναπόθεση των αβγών, αφαιρείται ο δίσκος και συλλέγονται τα αβγά. Ο δίσκος εμποδίζει τα ψάρια να φάνε τα αβγά και ταυτοχρόνως διευκολύνει τη συλλογή τους. Τα ψάρια πρέπει να έχουν γεννήσει τουλάχιστον μία φορά πριν γεννήσουν τα αβγά που θα χρησιμοποιηθούν στη δοκιμασία. ii) Πέντε έως 10 αρσενικά και θηλυκά ψάρια κρατούνται χωριστά τουλάχιστον 2 εβδομάδες πριν την προβλεπόμενη ωοτοκία. Μετά από 5-10 ημέρες, η γαστρική χώρα των θηλυκών διαστέλλεται και οι γεννητικές θηλές γίνονται ορατές. Τα αρσενικά δεν διαθέτουν θηλές. Η ωοτοκία γίνεται σε ειδικές δεξαμενές εξοπλισμένες με δικτυωτό ψευδοπάτο (όπως ανωτέρω). Η δεξαμενή γεμίζεται με νερό αραίωσης ώστε το βάθος του νερού πάνω από το δικτυωτό να είναι 5-10 cm. Ένα θηλυκό και δύο αρσενικά τοποθετούνται στη δεξαμενή την ημέρα πριν την προβλεπόμενη ωοτοκία. Η θερμοκρασία του νερού αυξάνεται βαθμιαία ένα βαθμό πάνω από τη τη θερμοκρασία εγκλιματισμού. Η δεξαμενή αφήνεται στο σκοτάδι, κατά το δυνατόν χωρίς οχλήσεις. Το πρωί φωτίζεται με απαλό φως που αποτελεί έναυσμα για την εναπόθεση των αβγών. Μετά από 2-4 ώρες, αφαιρούνται τα ψάρια και συλλέγονται τα αβγά. Εάν χρειάζονται μεγαλύτερες παρτίδες αβγών από αυτές που μπορούν να παραχθούν από ένα θηλυκό, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα όσες δεξαμενές αναπαραγωγής χρειάζονται. Καταγράφοντας το αναπαραγωγικό αποτέλεσμα καθενός από τα θηλυκά πριν τη δοκιμασία (μέγεθος παρτίδας και ποιότητα), μπορούν να επιλεχθούν για αναπαραγωγή τα θηλυκά με τις υψηλότερες αναπαραγωγικές επιδόσεις. Τα αβγά μεταφέρονται στα δοκιμαστικά δοχεία με γυάλινες πιπέττες (εσωτερικής διαμέτρου όχι μικρότερης από 4 mm) εφοδιασμένες με ελαστική φούσκα αναρρόφησης. Η ποσότητα νερού που συνοδεύει τα αβγά κατά τη μεταφορά πρέπει να είναι όσο γίνεται μικρότερη αφού τα αβγά βυθίζονται στο νερό, βαρύτερα καθώς είναι, και μένουν έξω από την πιπέττα. Χρειάζεται προσοχή ώστε τα αβγά (και οι προνύμφες) να μην έρθουν σε επαφή με τον αέρα. Δείγμα της παρτίδας (ή δείγματα των παρτίδων) υποβάλλονται σε μικροσκοπική εξέταση για να εξασφαλιστεί ότι δεν εμφανίζονται ανωμαλίες στα πρώτα στάδια ανάπτυξης. Δεν επιτρέπεται η απολύμανση των αβγών. Το ποσοστό θνησιμότητας των αβγών είναι υψηλότερο τις πρώτες 24 ώρες μετά τη γονιμοποίηση. Συχνά σημειώνεται θνησιμότητα 5-40 % σ' αυτό το διάστημα. Τα αβγά εκφυλίζονται λόγω ανεπιτυχούς γονιμοποίησης ή ατυχούς ανάπτυξης. Η ποιότητα της παρτίδας των αβγών φαίνεται να εξαρτάται από τα θηλυκά ψάρια καθώς μερικά θηλυκά παράγουν πάντοτε αβγά καλής ποιότητας, ενώ άλλα δεν τα καταφέρνουν ποτέ. Αλλά και ο ρυθμός ανάπτυξης και ο ρυθμός εκκόλαψης ποικίλλουν από τη μία παρτίδα στην άλλη. Τα επιτυχώς γονιμοποιημένα αβγά και οι προνύμφες (yolk sac larvae) σημειώνουν καλό ποσοστό επιβίωσης, συνήθως άνω του 90 %. Στους 25 °C τα αβγά εκκολάπτονται 3-5 ημέρες μετά τη γονιμοποίηση και ο λεκιθικός σάκος απορροφάται περίπου 13 ημέρες μετά τη γονιμοποίηση. Η εμβρυϊκή ανάπτυξη έχει οριστεί ικανοποιητικά από τους Hisaoka και Battle (2). Λόγω της διαφάνειας των αβγών και των προνυμφών (post-hatch larvae) μετά την εκκόλαψη, είναι δυνατόν να παρακολουθείται η ανάπτυξη των ψαριών και να παρατηρείται η παρουσία δυσπλασιών. Περίπου τέσσερις ώρες μετά την ωοτοκία, τα μη γονιμοποιημένα αβγά διακρίνονται από τα γονιμοποιημένα (3). Για την εν λόγω εξέταση, τα αβγά και οι προνύμφες (larvae) τοποθετούνται σε δοκιμαστικά δοχεία μικρού όγκου και μελετώνται κάτω από το μικροσκόπιο. Οι συνθήκες της δοκιμασίας που εφαρμόζονται στα αρχικά στάδια ζωής απαριθμούνται στο προσάρτημα 2. Οι βέλτιστες τιμές pH και σκληρότητας του ύδατος αραίωσης είναι 7,8 και 250 mg CaCO3/l αντιστοίχως. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΕΣ Προτείνεται προσέγγιση δύο σταδίων. Aρχικά αναλύονται στατιστικά τα στοιχεία για τη θνησιμότητα, τις ανωμαλίες ανάπτυξης και το χρόνο εκκόλαψης. Κατόπιν, για τις συγκεντρώσεις στις οποίες δεν έχουν ανιχνευθεί δυσμενείς επιπτώσεις σε καμία από αυτές τις παραμέτρους, αξιολογείται στατιστικά το μήκος του σώματος. Αυτή η προσέγγιση συνιστάται καθώς η τοξική ουσία μπορεί να επιφέρει επιλεκτικό θάνατο των μικρότερων ψαριών, παράταση του χρόνου εκκόλαψης και σοβαρές δυσπλασίες, και να οδηγήσει επομένως σε μη πραγματικά αποτελέσματα όσον αφορά τις μετρήσεις μήκους. Επιπλέον, ο αριθμός ψαριών προς μέτρηση του μήκους θα είναι περίπου ο ίδιος για κάθε αγωγή, οπότε εξασφαλίζεται η εγκυρότητα των στατιστικών δεδομένων. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ LC50 ΚΑΙ EC50 Το ποσοστό επιβίωσης των αβγών και των προνυμφών (larvae) υπολογίζεται και διορθώνεται βάσει της θνησιμότητας των μαρτύρων σύμφωνα με τον τύπο του Abbott (4): >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: P= διορθωμένο % επιβίωσης P'= % παρατηρηθείσα επιβίωση στη συγκέντρωση δοκιμής C= % επιβίωση στους μάρτυρες Εάν είναι δυνατόν, η LC50 καθορίζεται με κατάλληλη μέθοδο στο τέλος της δοκιμασίας. Για να συμπεριληφθούν στον στατιστικό υπολογισμό της EC50 και οι μορφολογικές ανωμαλίες, μπορεί να ανατρέξει κανείς στον Stephan (5). ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ LOEC ΚΑΙ NOEC Ένας από τους στόχους της δοκιμασίας στα αβγά και τα λεκιθοφόρα ιχθύδια (sac-fry) είναι να συγκριθούν οι μη μηδενικές συγκεντρώσεις με τις τιμές των μαρτύρων, δηλαδή να προσδιοριστεί η LOEC. Επομένως πρέπει να χρησιμοποιηθούν διαδικασίες πολλαπλής σύγκρισης (6) (7) (8) (9) (10). ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (1) Laale H. W. (1977). The Biology and Use of the Zebrafish (Brachydanio rerio) in Fisheries Research. A Literature Review. J. Fish Biol. 10, pp. 121-173. (2) Hisaoka K. K. and Battle H. I. (1958). The Normal Development Stages of the Zebrafish Brachydanio rerio (Hamilton-Buchanan) J. Morph., 102, 311 pp. (3) Nagel R. (1986). Untersuchungen zur Eiproduktion beim Zebrabärbling (Brachydanio rerio Hamilton-Buchanan). Journal of Applied Ichthyology, 2, pp. 173-181. (4) Finney D. J. (1971). Probit Analysis, 3rd ed., Cambridge University Press, Great Britain, pp. 1-333. (5) Stephan C. E. (1982). Increasing the Usefulness of Acute Toxicity Tests. Aquatic Toxicology and Hazard Assessment: Fifth Conference, ASTM STP 766, J. G. Pearson, R. B. Foster and W. E. Bishop, Eds., American Society for Testing and Materials, pp. 69-81. (6) Dunnett C. W. (1955). A Multiple Comparisons Procedure for Comparing Several Treatments with a Control. J. Amer. Statist. Assoc., 50, pp. 1096-1121. (7) Dunnett C. W. (1964). New Tables for Multiple Comparisons with a Control. Biometrics, 20, pp. 482-491. (8) Williams D. A. (1971). A Test for Differences Between Treatment Means when Several Dose Levels are Compared with a Zero Dose Control. Biometrics, 27, pp. 103-117. (9) Williams D. A. (1972). The Comparison of Several Dose Levels with a Zero Dose Control. Biometrics 28, pp. 519-531. (10) Sokal R. R. and Rohlf F. J. (1981). Biometry, the Principles and Practice of Statistics in Biological Research, W. H. Freeman and Co., San Francisco. ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 2 ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ, ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΙΣΤΩΜΕΝΑ ΕΙΔΗ >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 3 ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΔΟΚΙΜΗΣ, ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΙΔΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΠΑΡΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 4 ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΧΗΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΕΝΟΣ ΑΠΟΔΕΚΤΟΥ ΥΔΑΤΟΣ ΑΡΑΙΩΣΗΣ >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Γ.16. ΜΕΛΙΣΣΕΣ - ΜΕΛΕΤΗ ΟΞΕΙΑΣ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑΣ ΟΥΣΙΩΝ - ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ 1. ΜΕΘΟΔΟΣ Η εν λόγω μέθοδος μελέτης οξείας τοξικότητας αποτελεί επανάληψη της μεθόδου TG 213 (1998) του ΟΟΣΑ. 1.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Πρόκειται για μια εργαστηριακή μέθοδο προβλεπόμενη για τη μελέτη της οξείας τοξικότητας που παρατηρείται σε ενήλικα άτομα εργατριών μελισσών ως αποτέλεσμα της λήψεως φυτοπροστατευτικών προϊόντων και άλλων χημικών ουσιών από το στόμα. Κατά την αξιολόγηση των τοξικών χαρακτηριστικών μιας ουσίας, ενδέχεται να χρειαστεί να προσδιοριστεί η οξεία τοξικότητα ως αποτέλεσμα της λήψεως από το στόμα σε περιπτώσεις π.χ. κατά τις οποίες θεωρείται πιθανή η έκθεση μελισσών σε συγκεκριμένη χημική ουσία. Η υπόψη μελέτη πραγματοποιείται για να προσδιοριστεί η εγγενής τοξικότητα φυτοφαρμάκων και άλλων χημικών ουσιών στις μέλισσες. Με βάση τα αποτελέσματα θα κριθεί κατά πόσον χρειάζεται να γίνει περαιτέρω αξιολόγηση. Πιο συγκεκριμένα, η μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κλιμακωτά προγράμματα αξιολόγησης των κινδύνων που διατρέχουν οι μέλισσες από τα φυτοφάρμακα, με βάση τη συνεχή εξέλιξη των εργαστηριακών δοκιμών τοξικότητας σε πειράματα ημιπεδίου και πεδίου (1). Τα φυτοφάρμακα μπορούν να δοκιμάζονται ως δραστικές ουσίες ή ως παρασκευάσματα. Για τη διαπίστωση της ευαισθησίας των μελισσών και της ακρίβειας της διαδικασίας χρησιμοποιείται πρότυπη τοξική ουσία. 1.2. ΟΡΙΣΜΟΙ Οξεία τοξικότητα ως αποτέλεσμα λήψεως από το στόμα: είναι οι βλαβερές συνέπειες που εμφανίζονται το αργότερο μέσα σε 96 ώρες αφότου χορηγηθεί από το στόμα μία δόση της δοκιμαζόμενης ουσίας. Δόση: είναι η αναλισκόμενη ποσότητα της δοκιμαζόμενης ουσίας. Εκφράζεται σε μάζα (μg) δοκιμαζόμενης ουσίας ανά πειραματόζωο (μg/μέλισσα). Καθώς οι μέλισσες εκτρέφονται ομαδικά, δεν μπορεί να υπολογιστεί η πραγματική δόση ανά μέλισσα, αλλά υπολογίζεται κατ' εκτίμηση μια μέση δόση (συνολική αναλωθείσα ποσότητα/αριθμός μελισσών ανά κλωβό). LD50 (μέση θανατηφόρα δόση) από το στόμα: είναι η στατιστικώς προκύπτουσα δόση ουσίας, η οποία, χορηγούμενη από το στόμα, μπορεί να προκαλέσει το θάνατο σε ποσοστό 50 % των ζώων. Η τιμή LD50 εκφράζεται σε μg δοκιμαζόμενης ουσίας ανά μέλισσα. Προκειμένου για φυτοφάρμακα, η δοκιμαζόμενη ουσία μπορεί να είναι είτε δραστική ουσία είτε παρασκεύασμα περιέχον μία ή περισσότερες δραστικές ουσίες. Θνησιμότητα: το ζώο καταγράφεται ως νεκρό όταν είναι εντελώς ακίνητο. 1.3. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ Τα ενήλικα άτομα εργατριών μελισσών (Apis mellifera) εκτίθενται σε μια σειρά δόσεων της δοκιμαζόμενης ουσίας μέσα σε διάλυμα σακχαρόζης. Στη συνέχεια, τους παρέχεται η ίδια τροφή, ελεύθερη όμως της δοκιμαζόμενης ουσίας. Καταγράφεται η θνησιμότητα σε καθημερινή βάση επί 48 τουλάχιστον ώρες, και γίνεται σύγκριση με τις τιμές που καταγράφονται στους μάρτυρες. Εάν το ποσοστό θνησιμότητας αυξάνεται ανάμεσα στις 24 και τις 48 ώρες ενώ η θνησιμότητα των μαρτύρων παραμένει σε αποδεκτά επίπεδα, δηλαδή <= 10 %, ενδείκνυται παράταση της δοκιμασίας μέχρι το πολύ 96 ώρες. Τα αποτελέσματα αναλύονται για να υπολογιστεί η LD50 μετά παρέλευση 24 ωρών και 48 ωρών και, σε περίπτωση παράτασης της δοκιμασίας, μετά παρέλευση 72 ωρών και 96 ωρών. 1.4. ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ Προϋποθέσεις εγκυρότητας της δοκιμασίας είναι οι ακόλουθες: - ο μέσος όρος θνησιμότητας επί του συνολικού αριθμού των μαρτύρων να μην υπερβαίνει ποσοστό 10 % στο τέλος της δοκιμασίας, - η LD50 της πρότυπης τοξικής ουσίας να βρίσκεται μέσα στην καθορισμένη περιοχή τιμών. 1.5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ 1.5.1. Πώς επιλέγονται οι μέλισσες Χρησιμοποιούνται νεαρά ενήλικα άτομα εργατριών μελισσών, δηλαδή μέλισσες της ίδιας ηλικίας, διαιτητικής αγωγής, φυλής κ.λπ., προερχόμενες από υγιείς αποικίες με βασίλισσα, επαρκώς τρεφόμενες, κατά το δυνατόν χωρίς ασθένειες, τέλος δε με φυσιολογία και ιστορικό γνωστά. Οι μέλισσες επιλέγονται το πρωί της ίδιας ημέρας κατά την οποία θα γίνει η δοκιμασία ή το βράδυ της προηγούμενης και φυλάσσονται στις συνθήκες της δοκιμασίας μέχρι την επομένη. Μέλισσες συλλεγόμενες από πλαίσια χωρίς μελισσόπουλα είναι κατάλληλες. Η συλλογή μελισσών νωρίς την άνοιξη ή αργά το φθινόπωρο πρέπει να αποφεύγεται γιατί, τότε η φυσιολογία τους παρουσιάζει μεταβολές. Εάν πρέπει να γίνουν δοκιμασίες νωρίς την άνοιξη ή αργά το φθινόπωρο, οι μέλισσες τοποθετούνται σε εκκολαπτήριο και ως τροφή τούς παρέχεται επί μία εβδομάδα "bee bread" (γύρη από την κηρήθρα) και διάλυμα σακχαρόζης. Μέλισσες που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με χημικές ουσίες, όπως π.χ. αντιβιοτικά, προϊόντα anti-varroa κ.λπ., δεν χρησιμοποιούνται σε δοκιμασίες μελέτης τοξικότητας επί τέσσερεις εβδομάδες μετά τη λήξη της τελευταίας αγωγής. 1.5.2. Στέγη και τροφή Οι χρησιμοποιούμενοι κλωβοί θα πρέπει να είναι ευάεροι και να καθαρίζονται εύκολα. Οι κλωβοί μπορεί να είναι π.χ. από ανοξείδωτο χάλυβα, συρματόπλεγμα ή πλαστικό ή ακόμη να είναι ξύλινοι κλωβοί μιας χρήσεως κ.λπ. Προτιμώνται ομάδες δέκα μελισσών ανά κλωβό. Το μέγεθος των κλωβών για τις δοκιμασίες θα πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να υπάρχει αρκετός χώρος για όλες τις μέλισσες. Οι μέλισσες φυλάσσονται στον χώρο του πειράματος, που θα πρέπει να είναι σκοτεινός και να έχει θερμοκρασία (25 ± 2 °C. Καθ' όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας καταγράφεται η σχετική υγρασία, που κανονικά πρέπει να κυμαίνεται από 50 έως 70 %. Οι διάφοροι χειρισμοί (συμπεριλαμβάνονται παροχή τροφής και παρατηρήσεις) μπορούν να γίνονται στο φως της ημέρας. Ως τροφή χρησιμοποιείται υδατικό διάλυμα σακχαρόζης με τελική συγκέντρωση 500 g/l (50 % κ.ό.). Μετά τη χορήγηση των δόσεων δοκιμασίας, παρέχεται τροφή κατά βούληση (ad libitum). Η ταΐστρα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να είναι δυνατή η καταγραφή της προσλαμβανόμενης τροφής για κάθε κλωβό (βλέπε 1.6.3.1). Ως τέτοια μπορεί να χρησιμοποιηθεί γυάλινος σωλήνας μήκους 50 mm και πλάτους 10 mm, που θα στενεύει στο ανοιχτό άκρο και θα έχει διάμετρο 2 mm. 1.5.3. Προετοιμασία των μελισσών Οι μέλισσες τοποθετούνται τυχαίως στους κλωβούς, οι οποίοι με τη σειρά τους τοποθετούνται επίσης τυχαίως στο δωμάτιο του πειράματος. Δύο ώρες προτού αρχίσει η δοκιμασία, οι μέλισσες μπορούν να μείνουν χωρίς τροφή. Συνιστάται η μη χορήγηση τροφής πριν τη δοκιμασία, ώστε κατά την έναρξη όλες οι μέλισσες να βρίσκονται στην ίδια κατάσταση ως προς το περιεχόμενο του πεπτικού σωλήνα. Προτού αρχίσει η δοκιμασία, εκβάλλονται οι ετοιμοθάνατες μέλισσες και αντικαθίστανται από υγιείς. 1.5.4. Παρασκευή των δοκιμαστικών διαλυμάτων Όταν η δοκιμαζόμενη ουσία είναι υδατοδιαλυτή, προστίθεται απευθείας σε διάλυμα σακχαρόζης 50 %. Για προϊόντα χαμηλής υδατοδιαλυτότητας, μπορούν να χρησιμοποιηθούν έκδοχα (π.χ. οργανικοί διαλύτες, γαλακτωματοποιητές ή πρόσθετα διασποράς) χαμηλής τοξικότητας για τις μέλισσες (π.χ. ακετόνη, διμεθυλοφορμαμίδιο, διμεθυλοσουλφοξείδιο). Η συγκέντρωση του εκδόχου εξαρτάται από τη διαλυτότητα της δοκιμαζόμενης ουσίας και πρέπει να είναι η ίδια για κάθε συγκέντρωση της δοκιμαζόμενης ουσίας. Εντούτοις, συγκέντρωση του εκδόχου ίση με 1 % είναι κατά κανόνα κατάλληλη και δεν χρειάζεται μεγαλύτερη. Απαιτούνται κατάλληλα διαλύματα για τους μάρτυρες· όταν δηλαδή χρησιμοποιείται διαλύτης ή πρόσθετο διασποράς για τη διαλυτοποίηση της δοκιμαζόμενης ουσίας, πρέπει να χρησιμοποιηθούν δύο χωριστές ομάδες μαρτύρων: η μία θα εκτεθεί σε υδατικό διάλυμα και η άλλη σε διάλυμα σακχαρόζης με το διαλύτη στη συγκέντρωση που χρησιμοποιείται στα διαλύματα με την εκάστοτε δόση της δοκιμαζόμενης ουσίας (δοκιμαστικά διαλύματα). 1.6. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 1.6.1. Ομάδες υπό δοκιμασία και ομάδες μάρτυρες Ο αριθμός των δόσεων και των επαναλήψεων της δοκιμασίας για κάθε δόση θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις στατιστικές απαιτήσεις για προσδιορισμό της τιμής LD50 με όριο εμπιστοσύνης 95 %. Απαιτούνται κανονικά για τη δοκιμασία πέντε συγκεντρώσεις που θα διαφέρουν η μία από την άλλη κατά συντελεστή όχι μεγαλύτερο από 2,2 και που θα καλύπτουν την περιοχή τιμών LD50. Εντούτοις, ο συντελεστής αραίωσης και ο αριθμός δόσεων πρέπει να προσδιορίζονται σε σχέση με την κλίση της καμπύλης τοξικότητας (δόση/θνησιμότητα) και με συνεκτίμηση της στατιστικής μεθόδου βάσει της οποίας θα γίνει ανάλυση των αποτελεσμάτων. Μια δοκιμασία εντοπισμού εύρους τιμών εξυπηρετεί την επιλογή των κατάλληλων δόσεων. Η δοκιμασία γίνεται με τρεις τουλάχιστον όμοιες ομάδες, δέκα μελισσών η καθεμιά, για την κάθε συγκέντρωση (δόση). Επιπλέον δοκιμάζονται τρεις τουλάχιστον ομάδες μαρτύρων, δέκα μελισσών η καθεμιά. Ομάδες μαρτύρων πρέπει επίσης να προβλεφθούν για τους χρησιμοποιούμενους διαλύτες/φορείς (βλέπε 1.5.4). 1.6.2. Πρότυπη τοξική ουσία Στις δοκιμασίες πρέπει να συμπεριληφθεί μια πρότυπη τοξική ουσία και να επιλεγούν τρεις τουλάχιστον δόσεις ώστε να καλυφθούν οι αναμενόμενες τιμές LD50. Για κάθε δόση χρησιμοποιούνται τρεις τουλάχιστον κλωβοί με δέκα μέλισσες ο καθένας. Ως πρότυπη τοξική ουσία προτιμάται ο διμεθοϊκός εστέρας, για τον οποίο καταγράφονται τιμές LD50-24 h στην περιοχή τιμών 0,10-0,35 μg δραστικής ουσίας ανά μέλισσα (2). Μπορούν ωστόσο να χρησιμοποιηθούν κι άλλες πρότυπες τοξικές ουσίες (π.χ. παραθείο) όταν υπάρχουν επαρκή δεδομένα προς επαλήθευση της αναμενόμενης απόκρισης στην εκάστοτε δόση. 1.6.3. Έκθεση 1.6.3.1. Χορήγηση των δόσεων Κάθε δοκιμαζόμενη ομάδα μελισσών εκτίθεται σε 100-200 μl υδατικού διαλύματος σακχαρόζης 50 %, το οποίο περιέχει τη δοκιμαζόμενη ουσία στην κατάλληλη συγκέντρωση. Για προϊόντα χαμηλής διαλυτότητας, χαμηλής τοξικότητας ή χαμηλής συγκέντρωσης μέσα στο παρασκεύασμα απαιτείται μεγαλύτερος όγκος, αφού θα χρησιμοποιηθούν μεγαλύτερες αναλογίες στο διάλυμα σακχαρόζης. Παρακολουθείται η ποσότητα τροφής (διαλύματος με τη δοκιμαζόμενη ουσία) που καταναλώνει η κάθε ομάδα. Μετά παρέλευση 3-4 ωρών (οπότε έχει κατά κανόνα καταναλωθεί η τροφή), αφαιρείται η ταΐστρα από τον κλωβό και αντικαθίσταται με άλλη που περιέχει σκέτο διάλυμα σακχαρόζης, το οποίο και προσφέρεται κατά βούληση (ad libitum). Η απόρριψη της τροφής σε περιπτώσεις μεγαλύτερων συγκεντρώσεων ορισμένων ουσιών ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα μηδενική ή ελάχιστη απορρόφηση τροφής. Μετά παρέλευση 6 το πολύ ωρών, η μη καταναλωθείσα τροφή πρέπει να αντικατασταθεί με σκέτο διάλυμα σακχαρόζης. Υπολογίζεται η καταναλωθείσα ποσότητα τροφής (π.χ. μετρείται ο όγκος ή το βάρος του εναπομένοντος διαλύματος με τη δοκιμαζόμενη ουσία). 1.6.3.2. Διάρκεια Η δοκιμασία διαρκεί κατά προτίμηση 48 ώρες. Εάν μετά τις πρώτες 24 ώρες η θνησιμότητα εξακολουθεί να αυξάνει κατά περισσότερο από 10 %, η διάρκεια της δοκιμασίας παρατείνεται μέχρι το πολύ 96 ώρες υπό τον όρο ότι η θνησιμότητα των μαρτύρων δεν υπερβαίνει ποσοστό 10 %. 1.6.4. Παρατηρήσεις Η θνησιμότητα καταγράφεται αφού περάσουν 4 ώρες μετά την έναρξη της δοκιμασίας και στη συνέχεια μετά παρέλευση 24 ώρες και 48 ώρες (εννοείται μετά τη χορήγηση της εκάστοτε δόσης). Εάν χρειαστεί να παραταθεί η διάρκεια των παρατηρήσεων, πρέπει να συνεχιστούν οι αξιολογήσεις ανά 24 ώρες, μέχρι το πολύ 96 ώρες υπό τον όρο ότι η θνησιμότητα των μαρτύρων δεν υπερβαίνει ποσοστό 10 %. Υπολογίζεται η ποσότητα τροφής που κατανάλωσε κάθε ομάδα. Από τη σύγκριση των ρυθμών πρόσληψης τροφής με ή χωρίς τη δοκιμαζόμενη ουσία μέσα σε χρόνο 6 ώρες, μπορούν να προκύψουν συμπεράσματα για το κατά πόσον προσλαμβάνεται ευχάριστα η τροφή που περιέχει τη δοκιμαζόμενη ουσία. Καταγράφεται κάθε είδους αφύσικη συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας. 1.6.5. Οριακή δοκιμασία Σε ορισμένες περιπτώσεις (όταν για παράδειγμα μια δοκιμαζόμενη ουσία αναμένεται να είναι χαμηλής τοξικότητας), ενδέχεται να πραγματοποιηθεί μια οριακή δοκιμασία, με τη χρησιμοποίηση 100 μg δραστικής ουσίας ανά μέλισσα για να αποδειχτεί ότι η τιμή της LD50 είναι μεγαλύτερη από την τιμή αυτή. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται σε τρεις όμοιες ομάδες για την εκάστοτε δόση, τους αντίστοιχους μάρτυρες, τον υπολογισμό της καταναλωθείσας ποσότητας διαλύματος με τη δοκιμαζόμενη ουσία, τέλος δε για την πρότυπη τοξική ουσία. Εάν σημειωθούν θάνατοι, θα πρέπει να γίνει πλήρης μελέτη. Εάν παρατηρηθούν επιπτώσεις σχεδόν θανατηφόρες (βλέπε 1.6.4), πρέπει να καταγραφούν. 2. ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ 2.1. ΔΕΔΟΜΕΝΑ Τα δεδομένα καταγράφονται συνοπτικά σε πίνακες, όπου εμφαίνονται, για κάθε ομάδα που εκτίθεται στη δοκιμαζόμενη ουσία, καθώς και για τις ομάδες των μαρτύρων και τις ομάδες που εκτίθενται στην πρότυπη τοξική ουσία, ο αριθμός των χρησιμοποιηθεισών μελισσών, η θνησιμότητα ανά χρονικό διάστημα παρατήρησης και ο αριθμός μελισσών με αφύσικη συμπεριφορά. Τα δεδομένα τα σχετικά με τη θνησιμότητα αναλύονται με κατάλληλες στατιστικές μεθόδους (π.χ. ανάλυση probit, κινητός μέσος, διωνυμική πιθανότητα) (3) (4). Χαράσσονται καμπύλες δόσης-απόκρισης για κάθε συνιστώμενη χρονική διάρκεια παρατήρησης και υπολογίζονται οι κλίσεις των καμπυλών και οι μέσες θανατηφόρες δόσεις (LD50) με όριο εμπιστοσύνης 95 %. Με τη βοήθεια της διόρθωσης Abbott (4) (5), μπορούν να γίνουν διορθώσεις της θνησιμότητας των μαρτύρων. Όταν δεν καταναλωθεί πλήρως το διάλυμα με τη δοκιμαζόμενη ουσία, πρέπει να προσδιοριστεί η δόση της ανά ομάδα καταναλωθείσας δοκιμαζόμενης ουσίας. Η LD50 πρέπει να εκφράζεται σε μg δοκιμαζόμενης ουσίας ανά μέλισσα. 2.2. ΕΚΘΕΣΗ Η έκθεση με τα αποτελέσματα της δοκιμασίας πρέπει να περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες: 2.2.1. Δοκιμαζόμενη ουσία: - φυσικές ιδιότητες και φυσικοχημικές ιδιότητες που αφορούν τη δοκιμασία (π.χ. σταθερότητα στο νερό, τάση ατμών), - χημικά χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων συντακτικός τύπος, καθαρότητα (προκειμένου για φυτοφάρμακα, ταυτότητα και συγκέντρωση των δραστικών ουσιών). 2.2.2. Χρησιμοποιηθέν είδος: - επιστημονικό όνομα, φυλή, ηλικία κατά προσέγγιση (σε εβδομάδες), τρόπος και ημερομηνία συλλογής, - πληροφορίες για τις αποικίες μελισσών από τις οποίες προέρχονται οι μέλισσες που χρησιμοποιήθηκαν για την υπόψη μελέτη (υγεία, τυχόν ασθένειες στα ενήλικα άτομα, τυχόν προηγούμενη αγωγή κ.λπ.). 2.2.3. Συνθήκες της δοκιμασίας: - θερμοκρασία και σχετική υγρασία του πειραματικού χώρου, - τύπος, μέγεθος και υλικό των κλωβών, - μέθοδοι παρασκευής του πυκνού διαλύματος και των δοκιμαστικών διαλυμάτων (εάν χρησιμοποιηθεί διαλύτης αναφέρεται υποχρεωτικά, καθώς και η συγκέντρωση αυτού), - περιγραφή της δοκιμασίας σε γενικές γραμμές (πόσες και ποιες συγκεντρώσεις χρησιμοποιήθηκαν, αριθμός μαρτύρων, αριθμός κλωβών και μελισσών ανά κλωβό για κάθε συγκέντρωση και ομάδα μαρτύρων), - ημερομηνία της δοκιμασίας. 2.2.4. Αποτελέσματα: - αποτελέσματα τυχόν προκαταρκτικής μελέτης εντοπισμού εύρους τιμών, - ακατέργαστα δεδομένα: θνησιμότητα για κάθε δόση και χρονική διάρκεια παρατήρησης, - γραφικές παραστάσεις δόσης-απόκρισης στο τέλος της δοκιμασίας, - τιμές LD50 με όριο εμπιστοσύνης 95 % για κάθε χρονική διάρκεια παρατήρησης, ουσία και πρότυπη τοξική ουσία, - στατιστικές μέθοδοι προσδιορισμού της LD50, - θνησιμότητα κατά τους ελέγχους, - άλλες παρατηρήσεις ή μετρήσεις βιολογικών επιπτώσεων όπως π.χ. αφύσικη συμπεριφορά των μελισσών (συμπεριλαμβάνεται η απόρριψη της δόσης), ρυθμός πρόσληψης τροφής αναλόγως εάν περιέχει ή όχι τη δοκιμαζόμενη ουσία, - τυχόν παρέκκλιση από τις περιγραφόμενες εδώ διαδικασίες της δοκιμασίας και κάθε άλλη σχετική πληροφορία. 3. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (1) EPPO/Council of Europe (1993). Decision-Making Scheme for the Environmental Risk Assessment of Plant Protection Products - Honeybees. EPPO Bulletin, Vol. 23, N.1, pp. 151-165. March 1993. (2) Gough, H. J., McIndoe, E.C., Lewis, G.B. (1994). The use of dimethoate as a reference compound in laboratory acute toxicity tests on honeybees (Apis mellifera L.) 1981-1992. Journal of Apicultural Research, 22, pp. 119-125. (3) Litchfield, J.T. and Wilcoxon, F. (1949). A simplified method of evaluating dose-effect experiments. Jour. Pharmacol. and Exper. Ther., 96, pp. 99-113. (4) Finney, D. J. (1971). Probit Analysis. 3rd ed., Cambridge, London and New York. (5) Abbott, W. S. (1925). A method for computing the effectiveness of an insecticide. Jour. Econ. Entomol., 18, pp. 265-267. Γ.17. ΜΕΛΙΣΣΕΣ - ΜΕΛΕΤΗ ΟΞΕΙΑΣ ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑΣ ΟΥΣΙΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΦΗ 1. ΜΕΘΟΔΟΣ Η εν λόγω μέθοδος μελέτης οξείας τοξικότητας αποτελεί επανάληψη της μεθόδου TG 214 (1998) του ΟΟΣΑ. 1.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Πρόκειται για μια εργαστηριακή μέθοδο προβλεπόμενη για τη μελέτη της οξείας τοξικότητας που παρατηρείται σε ενήλικα άτομα εργατριών μελισσών ως αποτέλεσμα της επαφής με φυτοπροστατευτικά προϊόντα και άλλα χημικές ουσίες. Κατά την αξιολόγηση των τοξικών χαρακτηριστικών μιας ουσίας, ενδέχεται να χρειαστεί να προσδιοριστεί η οξεία τοξικότητα που προκαλείται με την επαφή σε περιπτώσεις π.χ. κατά τις οποίες θεωρείται πιθανή η έκθεση μελισσών σε συγκεκριμένη χημική ουσία. Η υπόψη μελέτη πραγματοποιείται για να προσδιοριστεί η εγγενής τοξικότητα φυτοφαρμάκων και άλλων χημικών ουσιών στις μέλισσες. Με βάση τα αποτελέσματα θα κριθεί κατά πόσον χρειάζεται να γίνει περαιτέρω αξιολόγηση. Πιο συγκεκριμένα, η μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κλιμακωτά προγράμματα αξιολόγησης των κινδύνων που διατρέχουν οι μέλισσες από τα φυτοφάρμακα, με βάση τη συνεχή εξέλιξη των εργαστηριακών δοκιμών τοξικότητας σε πειράματα ημιπεδίου και πεδίου (1). Τα φυτοφάρμακα μπορούν να δοκιμάζονται ως δραστικές ουσίες ή ως παρασκευάσματα. Για τη διαπίστωση της ευαισθησίας των μελισσών και της ακρίβειας της διαδικασίας χρησιμοποιείται πρότυπη τοξική ουσία. 1.2. ΟΡΙΣΜΟΙ Οξεία τοξικότητα που προκαλείται με την επαφή: είναι οι βλαβερές συνέπειες που εμφανίζονται το αργότερο μέσα σε 96 ώρες αφότου εφαρμοστεί τοπικά μία δόση της δοκιμαζόμενης ουσίας. Δόση: είναι η εφαρμοζόμενη ποσότητα της δοκιμαζόμενης ουσίας. Εκφράζεται σε μάζα (μg) δοκιμαζόμενης ουσίας ανά πειραματόζωο (μg/μέλισσα) LD50 (μέση θανατηφόρα δόση) με την επαφή: είναι η στατιστικώς προκύπτουσα δόση ουσίας, η οποία μπορεί με την επαφή να προκαλέσει τον θάνατο σε ποσοστό 50 % των ζώων. Η τιμή LD50 εκφράζεται σε μg δοκιμαζόμενης ουσίας ανά μέλισσα. Προκειμένου για φυτοφάρμακα, η δοκιμαζόμενη ουσία μπορεί να είναι είτε δραστική ουσία είτε παρασκεύασμα περιέχον μία ή περισσότερες δραστικές ουσίες. Θνησιμότητα: ζώο καταγράφεται ως νεκρό όταν είναι εντελώς ακίνητο. 1.3. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ Τα ενήλικα άτομα εργατριών μελισσών (Apis mellifera) εκτίθενται σε μια σειρά δόσεων της δοκιμαζόμενης ουσίας διαλελυμένης σε κατάλληλο φορέα, με άμεση εφαρμογή σταγονιδίων στον θώρακα. Η διάρκεια της δοκιμασίας είναι 48 ώρες. Εάν το ποσοστό θνησιμότητας αυξάνεται ανάμεσα στις 24 και τις 48 ώρες ενώ η θνησιμότητα των μαρτύρων παραμένει σε αποδεκτά επίπεδα, δηλαδή <= 10 %, ενδείκνυται παράταση της δοκιμασίας μέχρι το πολύ 96 ώρες. Τα αποτελέσματα αναλύονται για να υπολογιστεί η LD50 μετά παρέλευση 24 ώρών και 48 ώρών και, σε περίπτωση παράτασης της δοκιμασίας, μετά παρέλευση 72 ώρών και 96 ώρών. 1.4. ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ Προϋποθέσεις εγκυρότητας της δοκιμασίας είναι οι ακόλουθες: - ο μέσος όρος θνησιμότητας επί του συνόλου των μαρτύρων να μην υπερβαίνει ποσοστό 10 % στο τέλος της δοκιμασίας, - η LD50 της πρότυπης τοξικής ουσίας να βρίσκεται μέσα στην καθορισμένη περιοχή τιμών. 1.5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ 1.5.1. Πώς επιλέγονται οι μέλισσες Χρησιμοποιούνται νεαρά ενήλικα άτομα εργατριών μελισσών, δηλαδή μέλισσες της ίδιας ηλικίας, διαιτητικής αγωγής, φυλής κ.λπ., προερχόμενες από υγιείς αποικίες με βασίλισσα, επαρκώς τρεφόμενες, κατά το δυνατόν χωρίς ασθένειες, τέλος δε με φυσιολογία και ιστορικό γνωστά. Οι μέλισσες επιλέγονται το πρωί της ίδιας ημέρας κατά την οποία θα γίνει η δοκιμασία ή το βράδυ της προηγούμενης και φυλάσσονται στις συνθήκες της δοκιμασίας μέχρι την επομένη. Μέλισσες συλλεγόμενες από πλαίσια χωρίς μελισσόπουλα είναι κατάλληλες. Η συλλογή μελισσών νωρίς την άνοιξη ή αργά το φθινόπωρο πρέπει να αποφεύγεται γιατί, τότε η φυσιολογία τους παρουσιάζει μεταβολές. Εάν πρέπει να γίνουν δοκιμασίες νωρίς την άνοιξη ή αργά το φθινόπωρο, οι μέλισσες τοποθετούνται σε εκκολαπτήριο και ως τροφή τούς παρέχεται επί μία εβδομάδα "bee bread" (γύρη από την κηρήθρα) και διάλυμα σακχαρόζης. Μέλισσες που έχουν υποβληθεί σε αγωγή με χημικές ουσίες, όπως π.χ. αντιβιοτικά, προϊόντα anti-varroa κ.λπ., δεν χρησιμοποιούνται σε δοκιμασίες μελέτης τοξικότητας επί τέσσερεις εβδομάδες μετά τη λήξη της τελευταίας αγωγής. 1.5.2. Στέγη και τροφή Οι χρησιμοποιούμενοι κλωβοί θα πρέπει να είναι ευάεροι και να καθαρίζονται εύκολα. Οι κλωβοί μπορεί να είναι π.χ. από ανοξείδωτο χάλυβα, συρματόπλεγμα ή πλαστικό ή ακόμη να είναι ξύλινοι κλωβοί μιας χρήσεως κ.λπ. Προτιμώνται ομάδες δέκα μελισσών ανά κλωβό. Το μέγεθος των κλωβών για τις δοκιμασίες θα πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να υπάρχει αρκετός χώρος για όλες τις μέλισσες. Οι μέλισσες φυλάσσονται στον χώρο του πειράματος, που θα πρέπει να είναι σκοτεινός και να έχει θερμοκρασία 25 ± 2 °C. Καθ' όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας καταγράφεται η σχετική υγρασία, που κανονικά πρέπει να κυμαίνεται από 50 έως 70 %. Οι διάφοροι χειρισμοί (συμπεριλαμβάνονται παροχή τροφής και παρατηρήσεις) μπορούν να γίνονται στο φως της ημέρας. Ως τροφή χρησιμοποιείται υδατικό διάλυμα σακχαρόζης με τελική συγκέντρωση 500 g/l (50 % κ.ό) και παρέχεται κατά βούληση (ad libitum) κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας με τη βοήθεια ειδικής ταΐστρας μελισσών. Ως τέτοια μπορεί να χρησιμοποιηθεί γυάλινος σωλήνας μήκους 50 mm και πλάτους 10 mm, που θα στενεύει στο ανοιχτό άκρο και θα έχει διάμετρο 2 mm. 1.5.3. Προετοιμασία των μελισσών Οι μέλισσες αναισθητοποιούνται με διοξείδιο του άνθρακα ή με άζωτο, ώστε να είναι δυνατή η τοπική εφαρμογή της δοκιμαζόμενης ουσίας. Η χρησιμοποιούμενη ποσότητα αναισθητικού και ο χρόνος έκθεσης πρέπει να είναι τα ελάχιστα δυνατά. Προτού αρχίσει η δοκιμασία, εκβάλλονται οι ετοιμοθάνατες μέλισσες και αντικαθίστανται από υγιείς. 1.5.4. Παρασκευή των δοκιμαστικών διαλυμάτων Η δοκιμαζόμενη ουσία εφαρμόζεται υπό μορφή διαλύματος μέσα σε κατάλληλο φορέα, δηλαδή σε οργανικό διαλύτη ή σε υδατικό διάλυμα με αντιδραστήριο διαβροχής. Ως οργανικός διαλύτης προτιμάται η ακετόνη, μπορούν όμως να χρησιμοποιηθούν κι άλλοι διαλύτες (π.χ. διμεθυλοφορμαμίδιο, διμεθυλοσουλφοξείδιο). Προκειμένου για υδατοδιαλυτά παρασκευάσματα και οργανικές ενώσεις αδιάλυτες σε οργανικούς διαλύτες, τα διαλύματα της δοκιμαζόμενης ουσίας καλό είναι, για ευκολότερη εφαρμογή τους, να ετοιμάζονται μέσα σε ασθενές διάλυμα ενός αντιδραστηρίου διαβροχής του εμπορίου (π.χ. Agral, Cittowett, Lubrol, Triton, Tween). Απαιτούνται κατάλληλα διαλύματα για τους μάρτυρες όταν δηλαδή χρησιμοποιείται διαλύτης ή πρόσθετο διασποράς για τη διαλυτοποίηση της δοκιμαζόμενης ουσίας, πρέπει να χρησιμοποιηθούν δύο χωριστές ομάδες μαρτύρων η μία θα εκτεθεί σε υδατικό διάλυμα και η άλλη σε διάλυμα που θα περιέχει διαλύτη/πρόσθετο διασποράς. 1.6. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 1.6.1. Ομάδες υπό δοκιμασία και ομάδες μάρτυρες Ο αριθμός των δόσεων και των επαναλήψεων της δοκιμασίας για κάθε δόση θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις στατιστικές απαιτήσεις για προσδιορισμό της τιμής LD50 με όριο εμπιστοσύνης 95 %. Απαιτούνται κανονικά για τη δοκιμασία πέντε συγκεντρώσεις που θα διαφέρουν η μία από την άλλη κατά συντελεστή όχι μεγαλύτερο από 2,2 και που θα καλύπτουν την περιοχή τιμών LD50. Εντούτοις, ο αριθμός των δόσεων πρέπει να προσδιορίζεται σε σχέση με την κλίση της καμπύλης τοξικότητας (δόση/θνησιμότητα) και με συνεκτίμηση της στατιστικής μεθόδου βάσει της οποίας θα γίνει ανάλυση των αποτελεσμάτων. Μια δοκιμασία εντοπισμού εύρους τιμών εξυπηρετεί την επιλογή των κατάλληλων δόσεων. Η δοκιμασία γίνεται με τρεις τουλάχιστον όμοιες ομάδες, δέκα μελισσών η καθεμιά, για την κάθε συγκέντρωση (δόση). Επιπλέον δοκιμάζονται τρεις τουλάχιστον ομάδες μαρτύρων, δέκα μελισσών η καθεμιά. Εάν χρησιμοποιηθεί οργανικός διαλύτης ή αντιδραστήριο διαβροχής, πρέπει να προβλεφθούν τρεις επιπλέον ομάδες μαρτύρων δέκα μελισσών η καθεμιά για τον διαλύτη ή το αντιδραστήριο διαβροχής. 1.6.2. Πρότυπη τοξική ουσία Στις δοκιμασίες πρέπει να συμπεριληφθεί μια πρότυπη τοξική ουσία και να επιλεγούν τρεις τουλάχιστον δόσεις ώστε να καλυφθούν οι αναμενόμενες τιμές LD50. Για κάθε δόση χρησιμοποιούνται τρεις τουλάχιστον κλωβοί με δέκα μέλισσες ο καθένας. Ως πρότυπη τοξική ουσία προτιμάται ο διμεθοϊκός εστέρας, για τον οποίο καταγράφονται τιμές LD50-24 ώρες στην περιοχή τιμών 0,10-0,35 μg δραστικής ουσίας ανά μέλισσα (2). Μπορούν ωστόσο να χρησιμοποιηθούν κι άλλες πρότυπες τοξικές ουσίες (π.χ. παραθείο) όταν υπάρχουν επαρκή δεδομένα προς επαλήθευση της αναμενόμενης απόκρισης στην εκάστοτε δόση. 1.6.3. Έκθεση 1.6.3.1. Χορήγηση δόσεων Η τοπική εφαρμογή του διαλύματος γίνεται χωριστά σε καθεμιά από τις αναισθητοποιημένες μέλισσες. Η επιλογή των μελισσών για τις διάφορες δόσεις και ελέγχους γίνεται τυχαία. Στη ραχιαία πλευρά της θωρακικής χώρας εφαρμόζεται με τη βοήθεια ειδικής μικροδιάταξης 1 μl διαλύματος με τη δοκιμαζόμενη ουσία στην κατάλληλη συγκέντρωση. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν κι άλλοι όγκοι, αυτό όμως πρέπει να αιτιολογηθεί. Μετά την εφαρμογή, οι μέλισσες τοποθετούνται μέσα σε κλωβούς όπου υπάρχουν διαλύματα γλυκόζης. 1.6.3.2. Διάρκεια Η δοκιμασία διαρκεί κατά προτίμηση 48 ώρες. Εάν στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τις 24 μέχρι τις 48 ώρες η θνησιμότητα αυξηθεί κατά περισσότερο από 10 %, η διάρκεια της δοκιμασίας παρατείνεται μέχρι το πολύ 96 ώρες, υπό τον όρο ότι η θνησιμότητα ελέγχου δεν υπερβαίνει ποσοστό 10 %. 1.6.4. Παρατηρήσεις Η θνησιμότητα καταγράφεται μετά παρέλευση 4, 24 και 48 ωρών από τη χορήγηση της εκάστοτε δόσης. Εάν χρειαστεί να παραταθεί η διάρκεια των παρατηρήσεων, πρέπει να συνεχιστούν οι αξιολογήσεις ανά 24 ώρες, μέχρι το πολύ 96 ώρες, υπό τον όρο ότι η θνησιμότητα των μαρτύρων δεν υπερβαίνει ποσοστό 10 %. Καταγράφεται κάθε είδους αφύσικη συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας. 1.6.5. Οριακή δοκιμασία Σε ορισμένες περιπτώσεις (όταν για παράδειγμα μια δοκιμαζόμενη ουσία αναμένεται να είναι χαμηλής τοξικότητας), ενδέχεται να πραγματοποιηθεί μια οριακή δοκιμασία, με τη χρησιμοποίηση 100 μg δραστικής ουσίας ανά μέλισσα για να αποδειχτεί ότι η τιμή της LD50 είναι μεγαλύτερη από την τιμή αυτή. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται σε τρεις όμοιες ομάδες για την εκάστοτε δόση, τους αντίστοιχους μάρτυρες και την πρότυπη τοξική ουσία. Εάν σημειωθούν θάνατοι, θα πρέπει να γίνει πλήρης μελέτη. Εάν παρατηρηθούν επιπτώσεις σχεδόν θανατηφόρες (βλέπε 1.6.4), πρέπει να καταγραφούν. 2. ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ 2.1. ΔΕΔΟΜΕΝΑ Τα δεδομένα καταγράφονται συνοπτικά σε πίνακες, όπου εμφαίνονται, για κάθε ομάδα που εκτίθεται στη δοκιμαζόμενη ουσία, καθώς και για τις ομάδες των μαρτύρων και τις ομάδες που εκτίθενται στην πρότυπη τοξική ουσία, ο αριθμός των χρησιμοποιηθεισών μελισσών, η θνησιμότητα ανά χρονικό διάστημα παρατήρησης και ο αριθμός μελισσών με αφύσικη συμπεριφορά. Τα δεδομένα τα σχετικά με τη θνησιμότητα αναλύονται με κατάλληλες στατιστικές μεθόδους (π.χ. ανάλυση probit, κινητός μέσος, διωνυμική πιθανότητα) (3) (4). Χαράσσονται καμπύλες δόσης-απόκρισης για κάθε συνιστώμενη χρονική διάρκεια παρατήρησης (24 και 48 ωρών, ενδεχομένως δε 72 και 96 ωρών) και υπολογίζονται οι κλίσεις των καμπυλών και οι μέσες θανατηφόρες δόσεις (LD50) με όριο εμπιστοσύνης 95 %. Με τη βοήθεια της διόρθωσης Abbott (4) (5), μπορούν να γίνουν διορθώσεις της θνησιμότητας των μαρτύρων. Η LD50 πρέπει να εκφράζεται σε μg δοκιμαζόμενης ουσίας ανά μέλισσα. 2.2. ΕΚΘΕΣΗ Η έκθεση με τα αποτελέσματα της δοκιμασίας πρέπει να περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες: 2.2.1. Δοκιμαζόμενη ουσία: - φυσικές ιδιότητες και φυσικοχημικές ιδιότητες (π.χ. σταθερότητα στο νερό, τάση ατμών), - χημικά χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων συντακτικός τύπος, καθαρότητα (προκειμένου για φυτοφάρμακα, ταυτότητα και συγκέντρωση των δραστικών ουσιών). 2.2.2. Χρησιμοποιηθέν είδος: - επιστημονικό όνομα, φυλή, ηλικία κατά προσέγγιση (σε εβδομάδες), τρόπος και ημερομηνία συλλογής, - πληροφορίες για τις αποικίες από τις οποίες προέρχονται οι μέλισσες που χρησιμοποιήθηκαν στην υπόψη μελέτη (υγεία, τυχόν ασθένειες στα ενήλικα άτομα, τυχόν προηγούμενη αγωγή, κ.λπ.). 2.2.3. Συνθήκες της δοκιμασίας: - θερμοκρασία και σχετική υγρασία του πειραματικού χώρου, - τύπος, μέγεθος και υλικό των κλωβών, - πληροφορίες σχετικές με τη χορήγηση της δοκιμαζόμενης ουσίας (π.χ. διαλύτης/φορέας, όγκος διαλύματος που χρησιμοποιήθηκε για τοπική εφαρμογή, αναισθητικό), - περιγραφή της δοκιμασίας σε γενικές γραμμές (πόσες και ποιες δόσεις χρησιμοποιήθηκαν, αριθμός μαρτύρων, αριθμός κλωβών και μελισσών ανά κλωβό για κάθε δόση και ομάδα μαρτύρων), - ημερομηνία της δοκιμασίας. 2.2.4. Αποτελέσματα: - αποτελέσματα τυχόν προκαταρκτικής μελέτης εντοπισμού εύρους τιμών, - ακατέργαστα δεδομένα: θνησιμότητα για κάθε δόση και χρονική διάρκεια παρατήρησης, - γραφικές παραστάσεις δόσης-απόκρισης στο τέλος της δοκιμασίας, - τιμές LD50 με όριο εμπιστοσύνης 95 % για κάθε χρονική διάρκεια παρατήρησης, ουσία και πρότυπη τοξική ουσία, - στατιστικές μέθοδοι προσδιορισμού της LD50, - θνησιμότητα κατά τους ελέγχους, - άλλες παρατηρήσεις ή μετρήσεις βιολογικών επιπτώσεων και κάθε αφύσικη συμπεριφορά των μελισσών, - τυχόν παρέκκλιση από τις περιγραφόμενες εδώ διαδικασίες της δοκιμασίας και κάθε άλλη σχετική πληροφορία. 3. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (1) EPPO/Council of Europe (1993). Decision-Making Scheme for the Environmental Risk Assessment of Plant Protection Products - Honeybees. EPPO bulletin, Vol. 23, N.1, pp. 151-165. March 1993. (2) Gough, H. J., McIndoe, E. C., Lewis, G. B. (1994). The use of dimethoate as a reference compound in laboratory acute toxicity tests on honeybees (Apis mellifera L.), 1981-1992. Journal of Apicultural Research 22, pp. 119-125. (3) Litchfield, J. T. and Wilcoxon, F. (1949). A simplified method of evaluating dose-effect experiments. Jour. Pharmacol. and Exper. Ther., 96, pp. 99-113. (4) Finney, D. J. (1971). Probit Analysis. 3rd ed., Cambridge, London and New York. (5) Abbott, W. S. (1925). A method for computing the effectiveness of an insecticide. Jour. Econ. Entomol. 18, pp. 265-267. Γ.18. ΠΡΟΣΡΟΦΗΣΗ/ΕΚΡΟΦΗΣΗ ΜΕ ΜΕΘΟΔΟ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ ΚΑΤΑ ΠΑΡΤΙΔΑ 1. ΜΕΘΟΔΟΣ Η παρούσα μέθοδος αποτελεί αντιγραφή της OECD TG 106, για τον προσδιορισμό της προσρόφησης/εκρόφησης εδαφών με μέθοδο ισορροπίας κατά παρτίδα (2000). 1.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στη μέθοδο ελήφθη υπόψη κυκλική δοκιμή και συνάντηση ανταλλαγής απόψεων σχετικά με την επιλογή εδαφών για την ανάπτυξη δοκιμής προσρόφησης (1) (2) (3) (4) καθώς επίσης και υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές σε εθνικό επίπεδο (5) (6) (7) (8) (9) (10) (11). Οι μελέτες προσρόφησης/εκρόφησης είναι χρήσιμες για τη λήψη βασικών πληροφοριών για την κινητικότητα των χημικών ουσιών και την κατανομή τους στο έδαφος, το νερό και τα αέρια στρώματα της βιόσφαιρας (12) (13) (14) (15) (16) (17) (18) (19) (20) (21). Οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην πρόβλεψη ή εκτίμηση, π.χ., της διαθεσιμότητας μιας χημικής ουσίας προς αποικοδόμηση (22) (23), μετασχηματισμό και πρόσληψή της από οργανισμούς (24), της απόπλυσής της διαμέσου των εδαφικών στρωμάτων (16) (18) (19) (21) (25) (26) (27) (28), της πτητικότητάς της από το έδαφος (21) (29) (30) και της απορροής της από χερσαίες επιφάνειες σε φυσικά ύδατα (18) (31) (32). Τα δεδομένα προσρόφησης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για συγκριτικούς και προτυποποιητικούς σκοπούς (19) (33) (34) (35). Η κατανομή μιας χημικής ουσίας μεταξύ εδάφους και υδατικών φάσεων αποτελεί μία πολύπλοκη διεργασία που εξαρτάται από διάφορους παράγοντες: τη χημική φύση της ουσίας (12) (36) (37) (38) (39) (40), τα χαρακτηριστικά του εδάφους (4) (12) (13) (14) (41) (42) (43) (44) (45) (46) (47) (48) (49) και κλιματικούς παράγοντες όπως οι βροχοπτώσεις, η θερμοκρασία, το φως του ήλιου και ο άνεμος. Έτσι, τα πολυάριθμα φαινόμενα και μηχανισμοί που εμπλέκονται στη διεργασία της προσρόφησης μιας χημικής ουσίας στο έδαφος δεν μπορούν να οριστούν πλήρως από ένα απλοποιημένο εργαστηριακό μοντέλο όπως η παρούσα μέθοδος. Εντούτοις, έστω κι αν η παρούσα προσπάθεια δεν μπορεί να καλύψει όλες τις περιβαλλοντικώς πιθανές περιπτώσεις, προσφέρει επαρκείς πληροφορίες για τη σημασία σε σχέση με το περιβάλλον της προσρόφησης μιας χημικής ουσίας. Βλέπε επίσης γενική εισαγωγή. 1.2. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Η μέθοδος αποσκοπεί στην εκτίμηση της συμπεριφοράς μιας χημικής ουσίας από πλευράς προσρόφησης/εκρόφησης στο έδαφος. Στόχος είναι να ληφθεί μία τιμή ρόφησης που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην πρόβλεψη της κατανομής σε διάφορες περιβαλλοντικές συνθήκες. Για το σκοπό αυτό, προσδιορίζονται συντελεστές προσρόφησης σε ισορροπία για μια χημική ουσία σε διάφορα εδάφη σε συνάρτηση με τα εδαφικά χαρακτηριστικά (π.χ. περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα, περιεκτικότητα σε άργιλο και υφή και το pH του εδάφους). Για να καλυφθούν όσο το δυνατό καλύτερα οι αλληλεπιδράσεις μιας δεδομένης ουσίας με φυσικώς απαντώμενα εδάφη, πρέπει να χρησιμοποιούνται διάφοροι τύποι εδαφών. Στην παρούσα μέθοδο, η προσρόφηση αντιπροσωπεύει τη διεργασία της σύνδεσης μιας χημικής ουσίας με επιφάνειες εδαφών. Δεν γίνεται διάκριση μεταξύ διαφορετικών διεργασιών προσρόφησης (φυσική και χημική προσρόφηση) και διεργασιών όπως η επιφανειακώς καταλυόμενη αποικοδόμηση, η κατά μάζα προσρόφηση ή η χημική αντίδραση. Προσρόφηση η οποία απαντάται σε κολλοειδή σωματίδια (διάμετρος < 0,2 μm) δημιουργούμενα από το έδαφος δεν λαμβάνεται υπόψη. Οι εδαφικές παράμετροι που πιστεύεται ότι παίζουν το σημαντικότερο ρόλο στην προσρόφηση είναι: η περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα (3) (4) (12) (13) (14) (41) (43) (44) (45) (46) (47) (48), η περιεκτικότητα σε άργιλο και η υφή του εδάφους (3) (4) (41) (42) (43) (44) (45) (46) (47) (48) και το pH για τις ιονιζόμενες ενώσεις (3) (4) (42). Αλλες εδαφικές παράμετροι οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν την προσρόφηση/εκρόφηση μιας συγκεκριμένης ουσίας είναι η ενεργός κατιοανταλλακτική ικανότητα (ECEC), η περιεκτικότητα σε άμορφα οξείδια σιδήρου και αργιλλίου, ιδιαίτερα για ηφαιστειακά και τροπικά εδάφη (4), καθώς επίσης και η ειδική επιφάνεια (49). Η δοκιμή έχει σχεδιαστεί για την εκτίμηση της προσρόφησης μιας χημικής ουσίας σε διάφορους τύπους εδαφών με ποικίλη περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα, άργιλο και εδαφική υφή και pH. Περιλαμβάνει τρία μέρη: Μέρος 1: Προκαταρκτική μελέτη για να προσδιοριστούν: - ο λόγος εδάφους/διαλύματος, - ο χρόνος ισορροπίας για την προσρόφηση και η προσροφημένη ουσία κατά την ισορροπία, - η προσρόφηση της υπό δοκιμή ουσίας στην επιφάνεια των δοκιμαστικών δοχείων και η σταθερότητά της κατά τη διάρκεια της δοκιμής. Μέρος 2: Δοκιμή προσανατολισμού: μελετάται η προσρόφηση σε πέντε διαφορετικούς τύπους εδαφών μέσω της κινητικής της προσροφήσεως σε μία μόνη συγκέντρωση και προσδιορισμού των συντελεστών κατανομής Kd και Koc. Μέρος 3: Προσδιορισμός των ισοθέρμων προσρόφησης Freundlich για τον προσδιορισμό της επίδρασης της συγκέντρωσης στην έκταση της προσρόφησης στα εδάφη. Μελέτη της εκρόφησης μέσω της κινητικής εκρόφησης/ισοθέρμων εκρόφησης Freundlich (προσάρτημα 1). 1.3. ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΕΣ >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> 1.4. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΔΟΚΙΜΗΣ Γνωστοί όγκοι διαλυμάτων της υπό δοκιμή ουσίας, ραδιοϊχνηθετημένης ή μη, σε γνωστές συγκεντρώσεις σε 0,01 M CaCl2 προστίθενται σε δείγματα εδαφών γνωστού ξηρού βάρους που έχουν προηγουμένως σταθεροποιηθεί σε 0,01 M CaCl2. Το μείγμα αναδεύεται για κατάλληλο χρονικό διάστημα. Τα εδαφικά εναιωρήματα διαχωρίζονται κατόπιν με φυγοκέντρηση και, εφόσον επιθυμείται, διήθηση και η υδατική φάση αναλύεται. Η ποσότητα της υπό δοκιμή ουσίας που προσροφάται στο εδαφικό δείγμα υπολογίζεται ως η διαφορά μεταξύ της ποσότητας της υπό δοκιμή ουσίας που υπήρχε αρχικά στο διάλυμα και της ποσότητας που παραμένει στο τέλος του πειράματος (έμμεση μέθοδος). Εναλλακτικώς, η ποσότητα της προσροφουμένης υπό δοκιμή ουσίας μπορεί επίσης να προσδιοριστεί απευθείας με ανάλυση του εδάφους (άμεση μέθοδος). Η διαδικασία αυτή, η οποία συνίσταται σε σταδιακή εκχύλιση του εδάφους με κατάλληλο διαλύτη, συνιστάται σε περιπτώσεις όπου η διαφορά στη συγκέντρωση της ουσίας στο διάλυμα δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς. Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων είναι: προσρόφηση της υπό δοκιμή ουσίας στην επιφάνεια των δοκιμαστικών σωλήνων, αστάθεια της υπό δοκιμή ουσίας στη χρονική κλίμακα του πειράματος, ασθενής προσρόφηση που επιφέρει μικρές μόνο μεταβολές συγκεντρώσεως στο διάλυμα και ισχυρή προσρόφηση που απολήγει σε χαμηλή συγκέντρωση που δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς. Εφόσον χρησιμοποιείται ραδιοϊχνηθετημένη ουσία, η εκχύλιση του εδάφους μπορεί να αποφευχθεί με ανάλυση της εδαφικής φάσης μέσω καύσης και καταμέτρησης υγρού σπινθηρισμού. Εντούτοις, η καταμέτρηση υγρού σπινθηρισμού είναι μία μη εξειδικευμένη τεχνική που δεν μπορεί να διακρίνει μεταξύ αρχικών και προϊόντων μετασχηματισμού. Συνεπώς, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον εφόσον η υπό δοκιμή ουσία είναι σταθερή κατά τη διάρκεια της μελέτης. 1.5. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟ ΔΟΚΙΜΗ ΟΥΣΙΑ Τα χημικά αντιδραστήρια θα πρέπει να είναι αναλυτικής καθαρότητας. Συνιστάται η χρήση μη ιχνηθετημένων υπό δοκιμή ουσιών με γνωστή σύσταση και, κατά προτίμηση, 95 % τουλάχιστον βαθμό καθαρότητας ή ραδιοϊχνηθετημένων υπό δοκιμή ουσιών με γνωστή σύσταση και ραδιοκαθαρότητα. Στην περίπτωση ιχνηθετών βραχείας ημιζωής, θα πρέπει να γίνονται διορθώσεις σχετικά με τη διάσπαση. Πριν από την εκτέλεση μιας δοκιμής προσρόφησης-εκρόφησης, θα πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμα τα ακόλουθα στοιχεία για την υπό δοκιμή ουσία: α) υδατοδιαλυτότητα (A.6)· β) τάση ατμών (A.4) ή/και σταθερά του νόμου του Henry· γ) αβιοτική αποικοδόμηση: υδρόλυση σε συνάρτηση με το pH (Γ.7)· δ) συντελεστής κατανομής (A.8)· ε) άμεση βιοαποικοδομησιμότητα (C.4) ή αερόβιος και αναερόβιος μετασχηματισμός στο έδαφος· στ) pKa ιοντίσιμων ουσιών· ζ) άμεση φωτόλυση στο νερό (δηλαδή φάσμα απορρόφησης UV-ορατού στο νερό, κβαντοαπόδοση) και φωτοαποικοδόμηση στο έδαφος. 1.6. ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΟΚΙΜΗΣ Η δοκιμή μπορεί να εφαρμοστεί σε χημικές ουσίες για τις οποίες υπάρχει αναλυτική μέθοδος με επαρκή ορθότητα (accuracy). Μία σημαντική παράμετρος που μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων, ειδικά όταν ακολουθείται η έμμεση μέθοδος, είναι η σταθερότητα της υπό δοκιμή ουσίας στη χρονοκλίμακα της δοκιμής. Έτσι, είναι απαραίτητος ο έλεγχος της σταθερότητας με μια προκαταρκτική δοκιμή. Εφόσον παρατηρηθεί μετασχηματισμός στη χρονοκλίματα της δοκιμής, συνιστάται η κύρια μελέτη να πραγματοποιείται με ανάλυση τόσο της εδαφικής όσο και των υδατικών φάσεων. Κατά τη διεξαγωγή αυτής της δοκιμής, είναι δυνατόν να προκύψουν δυσκολίες για ουσίες με χαμηλή υδατοδιαλυτότητα (Sw < 10-4 g l-1), êáèþò åðßóçò êáé ãéá ïõóßåò ìå õøçëü öïñôßï, ëüãù ôïõ üôé ç óõãêÝíôñùóç óôçí õäáôéêÞ öÜóç äåí ìðïñåß íá ìåôñçèåß áíáëõôéêÜ ìå åðáñêÞ ïñèüôçôá. Óôéò ðåñéðôþóåéò áõôÝò, ðñÝðåé íá ëáìâÜíïíôáé ðñüóèåôá ìÝôñá. Ïäçãßåò ãéá ôçí áíôéìåôþðéóç ôùí ðñïâëçìÜôùí áõôþí ðáñÝ÷ïíôáé óôá ó÷åôéêÜ êåöÜëáéá ôçò ðáñïýóáò ìåèüäïõ. ÊáôÜ ôç äïêéìÞ ðôçôéêþí ïõóéþí, èá ðñÝðåé íá ëáìâÜíåôáé ðñüíïéá ãéá ôçí áðïöõãÞ áðùëåéþí êáôÜ ôç äéÜñêåéá ôçò äéáäéêáóßáò äïêéìÞò. 1.7. ÐÅÑÉÃÑÁÖÇ ÔÇÓ ÌÅÈÏÄÏÕ 1.7.1. ¼ñãáíá êáé ÷çìéêÜ áíôéäñáóôÞñéá ÓõíÞèçò åñãáóôçñéáêüò åîïðëéóìüò êáé åéäéêüôåñá ôá áêüëïõèá: á) ÓùëÞíåò Þ äï÷åßá ãéá ôç äéåîáãùãÞ ôùí ðåéñáìÜôùí. Åßíáé óçìáíôéêü ïé óùëÞíåò áõôïß Þ äï÷åßá: - íá ôáéñéÜæïõí áðüëõôá óôç öõãïêåíôñéêÞ óõóêåõÞ ãéá ôçí åëá÷éóôïðïßçóç óöáëìÜôùí ÷åéñéóìïý Þ ìåôáöïñÜò, - íá åßíáé áðü áäñáíÝò õëéêü, þóôå íá åëá÷éóôïðïéåßôáé ç ðñïóñüöçóç ôçò õðü äïêéìÞ ïõóßáò óôçí åðéöÜíåéÜ ôïõò. â) ÓõóêåõÞ áíáäåýóåùò: overhead áíáìåßêôçò Þ éóïäýíáìïò åîïðëéóìüò. Ç óõóêåõÞ áíáäåýóåùò èá ðñÝðåé íá äéáôçñåß ôï Ýäáöïò åí áéùñÞóåé êáôÜ ôç äéÜñêåéá ôçò áíáêßíçóçò. ã) Öõãüêåíôñïò: êáôÜ ðñïôßìçóç õøçëÞò ôá÷ýôçôáò, ð.÷. ôá÷ýôçôá öõãïêÝíôñçóçò > 3000 g, ελεγχόμενης θερμοκρασίας και δυνάμενη να απομακρύνει σωματίδια με διάμετρο μεγαλύτερη από 0,2 μm από υδατικό διάλυμα. Τα δοχεία θα πρέπει να είναι καλυμμένα κατά τη διάρκεια της ανάδευσης και φυγοκέντρησης για να αποφεύγονται απώλειες πτητικών συστατικών και νερού. Για την ελαχιστοποίηση της προσρόφησης σε αυτά, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται απενεργοποιημένα καλύμματα όπως βιδωτά πώματα επενδεδυμένα με τεφλόν. δ) Προαιρετικό: διάταξη διηθήσεως: φίλτρα με πορώδες 0,2 μm, αποστειρωμένα, μιας χρήσεως. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίδεται στην επιλογή του υλικού του φίλτρου για να αποφεύγονται τυχόν απώλειες της υπό δοκιμή ουσίας σε αυτό. Στην περίπτωση ουσιών χαμηλής διαλυτότητας, συνιστάται η χρήση φίλτρων από οργανικό υλικό. ε) Αναλυτικά όργανα, κατάλληλα για τη μέτρηση της συγκέντρωσης της υπό δοκιμή ουσίας. στ) Εργαστηριακός κλίβανος με δυνατότητα διατήρησης της θερμοκρασίας στην περιοχή των 103 °C έως 110 °C. 1.7.2. Χαρακτηρισμός και επιλογή εδαφών Τα εδάφη θα πρέπει να χαρακτηρίζονται με βάση τρεις παραμέτρους που θεωρούνται ως οι βασικοί παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η προσροφητική ικανότητα: την περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα, την περιεκτικότητα σε άργιλο και υφή του εδάφους και το pH. Όπως αναφέρθηκε ήδη (βλέπε πεδίο εφαρμογής), ρόλο στην προσρόφηση/εκρόφηση μιας συγκεκριμένης ουσίας μπορεί να παίζουν και άλλες φυσικοχημικές ιδιότητες του εδάφους οι οποίες και θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στις περιπτώσεις αυτές. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για το χαρακτηρισμό των εδαφών παίζουν σπουδαίο ρόλο και μπορεί να έχουν σημαντική επίδραση στα αποτελέσματα. Συνιστάται λοιπόν το pH του εδάφους να μετριέται σε διάλυμα 0,01 M CaCl2 (δηλαδή το διάλυμα που χρησιμοποιείται στη δοκιμή προσρόφησης/εκρόφησης) σύμφωνα με την αντίστοιχη μέθοδο ISO (ISO-10390-1). Συνιστάται επίσης και οι υπόλοιπες σχετικές εδαφικές ιδιότητες να προσδιορίζονται σύμφωνα με τυποποιημένες μεθόδους (εγχειρίδιο ανάλυσης εδαφών ISO). Με τον τρόπο αυτό η ανάλυση των δεδομένων ρόφησης βασίζεται σε διεθνώς τυποποιημένες εδαφικές παραμέτρους. Ορισμένες οδηγίες για τις υφιστάμενες τυποποιημένες μεθόδους ανάλυσης και χαρακτηρισμού εδαφών περιλαμβάνονται στις παραπομπές (50-52). Για τη διακρίβωση των μεθόδων δοκιμής εδαφών, συνιστάται η χρήση εδαφών αναφοράς. Οδηγίες για την επιλογή εδαφών για δοκιμές προσρόφησης/εκρόφησης δίνονται στον πίνακα 1. Τα επτά επιλεγόμενα εδάφη καλύπτουν τύπους εδαφών που απαντώνται σε εύκρατες γεωγραφικές ζώνες. Στην περίπτωση ιονισίμων προς δοκιμή ουσιών, τα επιλεγόμενα εδάφη θα πρέπει να καλύπτουν μία μεγάλη περιοχή pH, για να μπορεί να εκτιμηθεί η προσρόφηση της ουσίας στην ιονισμένη και μη ιονισμένη μορφή της. Οδηγίες σχετικά με το πόσα διαφορετικά εδάφη πρέπει να χρησιμοποιούνται στα διάφορα στάδια της δοκιμής δίνονται στο 1.9 "Εκτέλεση της δοκιμής". Εφόσον προτιμηθούν άλλοι τύποι εδαφών, αυτά θα πρέπει να χαρακτηρίζονται με τις ίδιες παραμέτρους και οι ιδιότητές τους να εμπίπτουν στις ίδιες περιοχές με εκείνες που περιγράφονται στον πίνακα 1, έστω κι αν δεν πληρούν απολύτως τα κριτήρια. Πίνακας 1: Οδηγίες επιλογής εδαφικών δειγμάτων για δοκιμές προσρόφησης- εκρόφησης >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> 1.7.3. Συλλογή και αποθήκευση εδαφικών δειγμάτων 1.7.3.1. Συλλογή Δεν χρειάζονται εξειδικευμένες τεχνικές ή σύνεργα δειγματοληψίας. Η τεχνική δειγματοληψίας εξαρτάται από το σκοπό της μελέτης (53) (54) (55) (56) (57) (58). Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα: α) απαιτούνται λεπτομερείς πληροφορίες για το ιστορικό του εδαφικού πεδίου συμπεριλαμβανομένης της τοποθεσίας, της βλάστησης, των χρήσεων γεωργικών φαρμάκων ή/και λιπασμάτων, βιολογικών προσθηκών ή τυχαίας μόλυνσης. Για την περιγραφή του τόπου δειγματοληψίας θα πρέπει να ακολουθούνται οι συστάσεις του προτύπου του ISO για τη δειγματοληψία εδαφών (ISO 10381-6)· β) ο τόπος δειγματοληψίας πρέπει να ορίζεται με UTM (Universal Transversal Mercator-Projection/European Horizontal Datum) ή γεωγραφικές συντεταγμένες. Αυτό δίνει τη δυνατότητα επανασυλλογής ενός συγκεκριμένου εδάφους στο μέλλον ή μπορεί να βοηθήσει στο ορισμό του εδάφους με βάση διάφορα συστήματα ταξινόμησης που χρησιμοποιούνται σε διάφορες χώρες. Επίσης, θα πρέπει να συλλέγεται μόνον ορίζοντας Α μέχρι μέγιστο βάθος 20 cm. Ειδικά στην περίπτωση του εδάφους αριθ.7, εφόσον ως τμήμα του εδάφους υπάρχει ορίζοντας Oh, αυτός θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δειγματοληψία. Τα δείγματα των εδαφών θα πρέπει να μεταφέρονται με περιέκτες και υπό συνθήκες θερμοκρασίας που να εγγυώνται ότι οι αρχικές ιδιότητες του εδάφους δεν πρόκειται να αλλοιωθούν σημαντικά. 1.7.3.2. Αποθήκευση Προτιμάται η χρήση προσφάτως ληφθέντων εδαφών. Μόνον εφόσον αυτό δεν είναι δυνατό, τότε τα εδάφη θα πρέπει να αποθηκεύονται σε θερμοκρασία περιβάλλοντος και να διατηρούνται ξηραινόμενα στον αέρα. Δεν προβλέπεται κάποιο χρονικό όριο στην αποθήκευση, τα εδάφη όμως που αποθηκεύονται για διάστημα μεγαλύτερο των τριών χρόνων θα πρέπει να επανυποβάλλονται, πριν χρησιμοποιηθούν, σε ανάλυση ως προς την περιεκτικότητά τους σε οργανικό άνθρακα, και για το pH και τη CEC. 1.7.3.3. Χειρισμός και προετοιμασία εδαφικών δειγμάτων για τη δοκιμή Τα εδάφη ξηραίνονται στον αέρα σε θερμοκρασία περιβάλλοντος (κατά προτίμηση μεταξύ 20-25 °C). Τυχόν αποσυσσωμάτωση θα πρέπει να πραγματοποιείται με την ελάχιστη δυνατή δύναμη, έτσι ώστε η αρχική υφή του εδάφους να παραμένει κατά το δυνατόν αναλλοίωτη. Τα εδάφη κοσκινίζονται μέχρι μεγέθους σωματιδίων <= 2 mm. Για το κοσκίνισμα, θα πρέπει να ακολουθούνται οι συστάσεις του προτύπου ISO για τη δειγματοληψία εδαφών (ISO 10381-6). Συνιστάται προσεκτική ομοιογενοποίηση, καθώς έτσι ενισχύεται η αναπαραγωγιμότητα των αποτελεσμάτων. Η υγρασία κάθε εδάφους προσδιορίζεται σε τρία δείγματα με θέρμανση στους 105 °C μέχρις ότου να μην υπάρχει καμία σημαντική μεταβολή στο βάρος (περίπου 12 ώρες). Για όλους τους υπολογισμούς η μάζα του εδάφους αναφέρεται σε ξηρά εκ κλιβάνου μάζα δηλαδή το βάρος του εδάφους διορθωμένο ως προς την υγρασία. 1.7.4. Προετοιμασία της υπό δοκιμή ουσίας για προσθήκη στο έδαφος Η υπό δοκιμή ουσία διαλύεται σε διάλυμα 0,01 M CaCl2 σε απεσταγμένο ή απιονισμένο νερό. Το διάλυμα CaCl2 χρησιμοποιείται ως η φάση υδατικού διαλύτη για τη βελτίωση της φυγοκέντρησης και την ελαχιστοποίηση της κατιονανταλλαγής. Η συγκέντρωση του αρχικού διαλύματος θα πρέπει, κατά προτίμηση, να είναι τρεις τάξεις μεγέθους υψηλότερη από το όριο ανίχνευσης της χρησιμοποιούμενης αναλυτικής μεθόδου. Το ελάχιστο αυτό όριο διασφαλίζει την πραγματοποίηση επακριβών μετρήσεων σε σχέση με τη μεθοδολογία που ακολουθείται σε αυτή τη μέθοδο. Επιπλέον, η συγκέντρωση του αρχικού διαλύματος θα πρέπει να είναι μικρότερη από την υδατοδιαλυτότητα της υπό δοκιμή ουσίας. Το αρχικό διάλυμα θα πρέπει, κατά προτίμηση, να παρασκευάζεται λίγο πριν από την προσθήκη του σε εδαφικά δείγματα και να διατηρείται κλειστό στο σκότος στους 4 °C. Ο χρόνος αποθήκευσης εξαρτάται από τη σταθερότητα της υπό δοκιμή ουσίας και τη συγκέντρωσή της στο διάλυμα. Αποκλειστικά στην περίπτωση ασθενώς διαλυτών ουσιών (Sw < 10-4 g l-1), μπορεί να χρειάζεται ένας κατάλληλος διαλυτοποιητικός παράγοντας όταν η υπό δοκιμή ουσία είναι δύσκολο να διαλυθεί. Ο διαλυτοποιητικός αυτός παράγοντας: α) θα πρέπει να αναμειγνύεται με νερό όπως η μεθανόλη ή το ακετονιτρίλιο· β) η συγκέντρωσή του δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 1 % του συνολικού όγκου του αρχικού διαλύματος, ενώ θα πρέπει να είναι μικρότερη από αυτή στο διάλυμα της υπό δοκιμή ουσίας που θα έλθει σε επαφή με το έδαφος (κατά προτίμηση, μικρότερη του 0,1 %) και γ) δεν θα πρέπει να είναι τασιενεργός ή να υφίσταται διαλυτολυτικές αντιδράσεις με την υπό δοκιμή χημική ουσία. Εφόσον χρησιμοποιείται διαλυτοποιητικός παράγοντας, αυτό θα πρέπει να προσδιορίζεται και να αιτιολογείται στην αναφορά των στοιχείων. Μια άλλη εναλλακτική λύση για τις ασθενώς διαλυτές ουσίες είναι η προσθήκη της υπό δοκιμή ουσίας στο υπό δοκιμή σύστημα μέσω οργανικού διαλύτη: η υπό δοκιμή ουσία διαλύεται σε οργανικό διαλύτη και ποσότητα αυτού προστίθεται στο σύστημα εδάφους και διαλύματος 0,01 Μ CaCl2 σε απεσταγμένο ή απιονισμένο νερό. Η περιεκτικότητα του οργανικού διαλύτη στην υδατική φάση θα πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατό χαμηλότερη, χωρίς να υπερβαίνει κανονικά το 0,1 %. Η προσθήκη μέσω οργανικού διαλύματος μπορεί να παρουσιάζει αδυναμία στο θέμα της ογκομετρικής επαναληψιμότητας. Έτσι, μπορεί να εισαχθεί ένα πρόσθετο σφάλμα καθώς η συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας και του συνδιαλύτη μπορεί να μην είναι η ίδια σε όλες τις δοκιμές. 1.8. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΔΟΚΙΜΗΣ ΠΡΟΣΡΟΦΗΣΗΣ/ΕΚΡΟΦΗΣΗΣ 1.8.1. Αναλυτική μέθοδος Στις βασικές παραμέτρους που μπορεί να επηρρεάσουν την ορθότητα των μετρήσεων ρόφησης περιλαμβάνονται η ορθότητα της αναλυτικής μεθόδου στην ανάλυση τόσο του διαλύματος όσο και των προσροφημένων φάσεων, η σταθερότητα και καθαρότητα της υπό δοκιμή ουσίας, η επίτευξη ισορροπίας ρόφησης, το μέγεθος της μεταβολής της συγκέντρωσης του διαλύματος, ο λόγος εδάφους/διάλυμα και οι μεταβολές στη δομή του εδάφους κατά τη διάρκεια της διεργασίας αποκατάστασης ισορροπίας (35) (59-62). Μερικά παραδείγματα σχετικά με θέματα ορθότητας δίδονται στο προσάρτημα 2. Η αξιοπιστία της χρησιμοποιούμενης αναλυτικής μεθόδου πρέπει να ελέγχεται στην περιοχή συγκεντρώσεων που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης κατά τη διάρκεια της δοκιμής. Ο πειραματιζόμενος θα πρέπει να έχει την ελευθερία ανάπτυξης κατάλληλης μεθόδου με την κατάλληλη ορθότητα, ακρίβεια, αναπαραγωγιμότητα, όρια ανίχνευσης και ανάκτηση. Οδηγίες για την εκτέλεση της δοκιμής δίδονται στο πείραμα που περιγράφεται παρακάτω. Κατάλληλος όγκος διαλύματος 0,01 M CaCl2, π.χ. 100 cm3, αναδεύεται για 4 ώρες με ποσότητα εδάφους, π.χ. 20 g, υψηλής προσροφησιμότητας, δηλαδή με υψηλή περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα και άργιλο. Οι τιμές αυτές βαρών και όγκων μπορούν να διαφοροποιούνται ανάλογα με τις αναλυτικές ανάγκες, ένα όμως πρόσφορο σημείο εκκίνησης είναι ένας λόγος εδάφους/διάλυμα 1:5. Το μείγμα φυγοκεντρείται και η υδατική φάση μπορεί να διηθηθεί. Στην τελευταία προστίθεται ορισμένος όγκος του αρχικού διαλύματος της υπό δοκιμή ουσίας ώστε να επιτευχθεί ονομαστική συγκέντρωση στα πλαίσια της περιοχής συγκεντρώσεων που έχουν τη μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης κατά τη διάρκεια της δοκιμής. Ο όγκος αυτός δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 10 % του τελικού όγκου της υδατικής φάσης έτσι ώστε η μεταβολή στη φύση του προ της αποκατάστασης ισορροπίας διαλύματος να είναι όσο το δυνατό μικρότερη. Το διάλυμα υποβάλλεται σε ανάλυση. Στην όλη διαδικασία πρέπει να περιλαμβάνεται και η ανάλυση τυφλού δείγματος αποτελούμενου από σύστημα εδάφους + διαλύματος CaCl2 (χωρίς υπό δοκιμή ουσία) για να ελέγχεται η τυχόν ύπαρξη τεχνικών σφαλμάτων στην αναλυτική μέθοδο ή παρενεργειών από το έδαφος. Στις αναλυτικές μεθόδους που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μετρήσεις ροφήσεως περιλαμβάνονται η χρωματογραφία αερίου-υγρού (GLC), η υγρή χρωματογραφία υψηλής απόδοσης (HPLC), η φασματομετρία (π.χ. φασματομετρία GC/μάζας, φασματομετρία HPLC/μάζας) και η καταμέτρηση σπινθηρισμού σε υγρό (για ραδιοεπισημασμένες ουσίες μόνο). Ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιούμενη αναλυτική μέθοδο, ως κατάλληλα ποσοστά ανακτήσεως θεωρούνται ποσοστά μεταξύ 90 % και 110 % της ονομαστικής τιμής. Για να μπορεί να γίνει ανίχνευση και αξιολόγηση μετά την κατανομή, τα όρια ανίχνευσης της αναλυτικής μεθόδου θα πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο τάξεις μεγέθους κάτω της ονομαστικής συγκεντρώσεως. Τα χαρακτηριστικά και τα όρια ανίχνευσης της αναλυτικής μεθόδου που διατίθεται για την εκτέλεση των μελετών προσρόφησης παίζουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των συνθηκών δοκιμής και την όλη πειραματική εκτέλεση της δοκιμής. Η μέθοδος αυτή ακολουθεί μια γενική πειραματική οδό και αποτελεί πηγή καθοδήγησης και κατευθύνσεων για εφαρμογή εναλλακτικών λύσεων αν τυχόν η αναλυτική μέθοδος και οι εργαστηριακές εγκαταστάσεις επιβάλλουν κάποιους περιορισμούς. 1.8.2. Επιλογή των άριστων λόγων εδάφους/διάλυμα Η επιλογή των κατάλληλων λόγων εδάφους προς διάλυμα στις μελέτες προσρόφησης εξαρτάται από το συντελεστή κατανομής Kd και το σχετικό επιθυμητό βαθμό προσρόφησης. Η μεταβολή της συγκέντρωσης της ουσίας στο διάλυμα καθορίζει τη στατιστική ορθότητα της μέτρησης με βάση τη μορφή της εξίσωσης προσρόφησης και το όριο της αναλυτικής μεθοδολογίας, στην ανίχνευση της συγκέντρωσης της διαλελυμένης χημικής ουσίας. Συνεπώς, στην πράξη, είναι χρήσιμο να καθορίζονται μερικοί πάγιοι λόγοι στους οποίους το προσροφούμενο ποσοστό να είναι πάνω από 20 % και, κατά προτίμηση, > 50 % (62), ενώ ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται ώστε η συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στην υδατική φάση να διατηρείται αρκετά υψηλή για να λαμβάνονται ορθές μετρήσεις. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην περίπτωση υψηλών ποσοστών προσρόφησης. Μια πρόσφορη προσέγγιση στην επιλογή των κατάλληλων λόγων εδάφους/νερό βασίζεται στον υπολογισμό της τιμής Kd είτε με προκαταρκτικές μελέτες είτε με καθιερωμένες τεχνικές εκτίμησης (προσάρτημα 3). Κατόπιν, μπορεί να γίνει επιλογή του κατάλληλου λόγου με βάση την καμπύλη των λόγων εδάφους/διάλυμα συναρτήσει των Kd για συγκεκριμένα ποσοστά προσρόφησης (εικόνα 1). Στην γραφική αυτή παράσταση υποτίθεται ότι η εξίσωση προσρόφησης είναι γραμμική(3). Η προς εφαρμογή σχέση λαμβάνεται με αναδιασκευή της εξίσωσης (4) του Kd στη μορφή της εξίσωσης (1): >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> ή στη λογαριθμική της μορφή όπου >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> >PIC FILE= "L_2001225EL.020701.TIF"> Εικόνα 1. Σχέση μεταξύ λόγων εδάφους προς διάλυμα και τιμών Kd για διάφορα ποσοστά προσροφημένης υπό δοκιμή ουσίας Στην εικόνα 1 εμφαίνονται οι λόγοι εδάφους/διάλυμα σε συνάρτηση με τις τιμές Kd για διάφορα επίπεδα προσρόφησης. Για παράδειγμα, με λόγο εδάφους/διάλυμα 1:5 και τιμή Kd=20, η προσρόφηση ανέρχεται περίπου στο 80 %. Για την επίτευξη προσρόφησης 50 % με τον ίδιο Kd, πρέπει να χρησιμοποιηθεί λόγος 1:25. Η προσέγγιση αυτή για την επιλογή των κατάλληλων λόγων εδάφους/διάλυμα παρέχει στον ερευνητή άνεση στην αντιμετώπιση των διαφόρων πειραματικών αναγκών. Οι περιπτώσεις που είναι δυσκολότερο να αντιμετωπιστούν είναι εκείνες όπου η ουσία προσροφάται σε υψηλό ή πολύ χαμηλό βαθμό. Όταν η προσρόφηση είναι χαμηλή, συνιστάται λόγος εδάφους/διάλυμα 1:1, αν και στην περίπτωση ορισμένων πολύ οργανικών εδαφικών τύπων μπορεί να χρειάζονται μικρότεροι λόγοι για τη λήψη υδαρούς αιωρήματος. Πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια ώστε με την αναλυτική μεθοδολογία να μετρώνται μικρές μεταβολές στη συγκέντρωση του διαλύματος, Διαφορετικά, η μέτρηση προσροφήσεως δεν θα είναι ακριβής. Από την άλλη μεριά, στην περίπτωση πολύ υψηλών συντελεστών κατανομής Kd, μπορεί να φθάσουμε σε τιμές λόγου 1:100 εδάφους/διάλυμα για να παραμείνει σημαντική ποσότητα ουσίας στο διάλυμα. Εντούτοις, πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια ώστε να διασφαλίζεται καλή ανάμειξη, να αφήνεται δε ικανός χρόνος για την αποκατάσταση ισορροπίας στο σύστημα. Μία εναλλακτική προσέγγιση είναι να προβλεφθεί η τιμή Kd εφαρμόζοντας τεχνικές εκτίμησης που βασίζονται, π.χ., στις τιμές Pow (προσάρτημα 3). Η προσέγγιση αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για πολικές ουσίες χαμηλής προσρόφησης με Pow < 20 êáé õøçëÞò ñïöçóéìüôçôáò ëéðüöéëåò ïõóßåò ìå Pow > 104. 1.9. ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΔΟΚΙΜΗΣ 1.9.1. Συνθήκες δοκιμής Όλα τα πειράματα γίνονται σε θερμοκρασία περιβάλλοντος και, εφόσον είναι δυνατό, σε σταθερή θερμοκρασία μεταξύ 20 °C και 25 °C. Με τις εφαρμοζόμενες συνθήκες φυγοκέντρησης θα πρέπει να μπορούν να απομακρύνονται από το διάλυμα σωματίδια με μέγεθος μεγαλύτερο από 0,2 μm. Η τιμή αυτή εκφράζει το μικρότερο σωματίδιο που θεωρείται ως στερεό σωματίδιο και αποτελεί το όριο μεταξύ στερεάς και κολλοειδούς καταστάσεως. Οδηγίες για τον καθορισμό των συνθηκών φυγοκέντρησης δίδονται στο προσάρτημα 4. Εάν με τον υφιστάμενο φυγοκεντρικό εξοπλισμό δεν μπορεί να διασφαλιστεί η απομάκρυνση σωματιδίων μεγαλύτερων από 0,2 μm, μπορεί να χρησιμοποιηθεί συνδυασμός φυγοκέντρησης και διήθησης με φίλτρα 0,2 μm. Τα φίλτρα αυτά θα πρέπει να είναι από κατάλληλο αδρανές υλικό για την αποφυγή τυχόν απωλειών της υπό δοκιμή ουσίας σε αυτά. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει περίπτωση απωλειών της υπό δοκιμή ουσίας κατά τη διάρκεια της διήθησης. 1.9.2. Μέρος 1 - Προκαταρκτική μελέτη Ο σκοπός της διεξαγωγής προκαταρκτικής μελέτης έχει ήδη αναφερθεί στο κεφάλαιο του πεδίου εφαρμογής. Κατευθύνσεις για τη διεξαγωγή της δοκιμής αυτής δίδονται με το περιγραφόμενο κατωτέρω πείραμα. 1.9.2.1. Επιλογή των άριστων λόγων εδάφους/διάλυμα Χρησιμοποιούνται δύο τύποι εδαφών και τρεις λόγοι εδάφους/διάλυμα (έξι πειράματα). Ο ένας τύπος εδάφους έχει υψηλή περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα και χαμηλή σε άργιλο ενώ ο άλλος έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα και υψηλή σε άργιλο. Προτείνονται οι ακόλουθοι λόγοι: - 50 g εδάφους και 50 cm3 υδατικού διαλύματος της υπό δοκιμή ουσίας (λόγος 1/1), - 10 g εδάφους και 50 cm3 υδατικού διαλύματος της υπό δοκιμή ουσίας (λόγος 1/5), - 2 g εδάφους και 50 cm3 υδατικού διαλύματος της υπό δοκιμή ουσίας (λόγος 1/25). Η ελάχιστη ποσότητα εδάφους στην οποία μπορεί να εκτελεστεί το πείραμα εξαρτάται από τον εργαστηριακό εξοπλισμό και την απόδοση των χρησιμοποιούμενων αναλυτικών μεθόδων. Πάντως, συνιστάται να χρησιμοποιείται ποσότητα τουλάχιστον 1 g, και κατά προτίμηση 2 g, για τη λήψη αξιόπιστων αποτελεσμάτων από τη δοκιμή. Σε δείγμα-μάρτυρα που αποτελείται μόνον από την υπό δοκιμή ουσία σε διάλυμα 0,01 M CaCl2 (χωρίς έδαφος) εφαρμόζονται τα ίδια ακριβώς βήματα όπως και στα υπό δοκιμή συστήματα, για να ελεγχθεί η σταθερότητα της υπό δοκιμή ουσίας στο διάλυμα του CaCl2 και η πιθανή της προσρόφηση στην επιφάνεια των δοκιμαστικών δοχείων. Για κάθε τύπο εδάφους διενεργείται τυφλό πείραμα με την ίδια ποσότητα εδάφους και συνολικό όγκο 50 cm3 διαλύματος 0.01 M CaCl2 (χωρίς υπό δοκιμή ουσία) ακολουθώντας την ίδια διαδικασία δοκιμής. Το πείραμα αυτό χρησιμεύει ως βασικός μάρτυρας κατά τη διάρκεια της ανάλυσης για την ανίχνευση τυχόν παρεμβαινουσών ουσιών ή μολυσμένων εδαφών. Όλα τα πειράματα, συμπεριλαμβανομένων των μαρτύρων και των τυφλών, θα πρέπει να εκτελούνται τουλάχιστον εις διπλούν. Ο συνολικός αριθμός των δειγμάτων που θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τη μελέτη μπορεί να υπολογιστεί με βάση τη μεθοδολογία που θα ακολουθηθεί. Οι μέθοδοι για την προκαταρκτική μελέτη και την κύρια μελέτη είναι γενικά οι ίδιες, τυχόν δε εξαιρέσεις πρέπει να αναφέρονται. Τα ξηραμένα στον αέρα δείγματα φέρονται σε κατάσταση ισορροπίας αναδεύοντάς τα με 45 cm3 0,01 M CaCl2 όλη τη νύκτα (12 ώρες) πριν από την ημέρα του πειράματος. Στη συνέχεια, προστίθεται ορισμένος όγκος αρχικού διαλύματος της υπό δοκιμή ουσίας μέχρι τελικού όγκου 50 cm3. Ο προστιθέμενος αυτός όγκος αρχικού διαλύματος: (α) δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 10 % του τελικού όγκου των 50 cm3 της υδατικής φάσης ώστε η μεταβολή στη φύση του προ της ισορροπίας διαλύματος να είναι όσο το δυνατό μικρότερη και (β) θα πρέπει κατά προτίμηση να οδηγεί σε μία αρχική συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας που έρχεται σε επαφή με το έδαφος (C0) δύο τάξεις μεγέθους τουλάχιστον υψηλότερη από το όριο ανιχνεύσεως της αναλυτικής μεθόδου. Το ελάχιστο αυτό όριο εξασφαλίζει την πραγματοποίηση ορθών μετρήσεων ακόμη κι όταν υπάρχει υψηλή προσρόφηση ( > 90 %) και τον προσδιορισμό αργότερα των ισοθέρμων προσρόφησης. Συνιστάται επίσης, εφόσον είναι δυνατό, η αρχική συγκέντρωση της ουσίας (C0) να μην υπερβαίνει το ήμισυ του ορίου διαλυτότητάς της. Ένα παράδειγμα του τρόπου υπολογισμού της συγκέντρωσης του αρχικού διαλύματος (Cst) δίδεται παρακάτω. Υποτίθεται ότι το όριο ανίχνευσης είναι 0,01 μg cm-3 και η προσρόφηση 90 %. Έτσι, η αρχική συγκέντρωση της σε επαφή με το έδαφος υπό δοκιμή ουσίας θα πρέπει κατά προτίμηση να είναι 1 μg cm-3 (δύο τάξεις μεγέθους υψηλότερη από το όριο ανίχνευσης). Υποθέτοντας ότι προστίθεται ο μέγιστος συνιστώμενος όγκος του αρχικού διαλύματος δηλαδή 5 έως 45 cm3 διαλύματος εξισορρόπησης 0,01 M CaCl2 (= 10 % του αρχικού διαλύματος έως τα 50 cm3 συνολικού όγκου της υδατικής φάσης), η συγκέντρωση του αρχικού διαλύματος θα πρέπει να είναι 10 μg cm-3. Η τιμή αυτή είναι τρεις τάξεις μεγέθους υψηλότερη από το όριο ανίχνευσης της αναλυτικής μεθόδου. Πριν και μετά την επαφή με το έδαφος θα πρέπει να μετριέται το pH της υδατικής φάσης επειδή παίζει σπουδαίο ρόλο στην όλη διεργασία προσρόφησης, ειδικά στην περίπτωση ιονίσιμων ουσιών. Το μείγμα ανακινείται μέχρις ότου επιτευχθεί ισορροπία προσρόφησης. Ο χρόνος ισορροπίας στα διάφορα εδάφη παρουσιάζει υψηλή διαφοροποίηση, ανάλογα με την ουσία και το έδαφος. Γενικά, 24 ώρες είναι αρκετές (77). Στην προκαταρκτική μελέτη, τα δείγματα μπορούν να συλλέγονται αλληλοδιαδόχως μέσα σε 48ωρο διάστημα ανάμειξης (π.χ. 4, 8, 24, 48 ώρες). Εντούτοις, οι χρόνοι αναλύσεως θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ελαστικότητα σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα στο εργαστήριο. Υπάρχουν δύο επιλογές για την ανάλυση της υπό δοκιμή ουσίας στο υδατικό διάλυμα: (α) η παράλληλη μέθοδος και (β) η εν σειρά μέθοδος. Θα πρέπει να τονιστεί ότι, αν και η παράλληλη μέθοδος είναι πειραματικά πιο κουραστική, η μαθηματική επεξεργασία των αποτελεσμάτων είναι απλούστερη (προσάρτημα 5). Πάντως, η επιλογή της μεθοδολογίας που πρέπει να ακολουθηθεί, επαφίεται στον πειραματιζόμενο ο οποίος θα πρέπει να εξετάζει τις διαθέσιμες εργαστηριακές διευκολύνσεις και πόρους. α) παράλληλη μέθοδος: παρασκευάζονται δείγματα με τον ίδιο λόγο εδάφους/διάλυμα, τόσα όσα και τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα στα οποία επιθυμείται να μελετηθεί η κινητική προσρόφησης. Μετά τη φυγοκέντρηση και, εφόσον επιθυμείται, τη διήθηση, η υδατική φάση του πρώτου σωλήνα ανακτάται όσο το δυνατό πληρέστερα και μετριέται μετά από π.χ. 4 ώρες, εκείνη του δεύτερου σωλήνα μετά από 8 ώρες, εκείνη του τρίτου σωλήνα μετά από 24 ώρες κ.λπ. β) εν σειρά μέθοδος: για κάθε λόγο εδάφους/διάλυμα παρασκευάζεται μόνον ένα διπλό δείγμα. Σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα το μείγμα φυγοκεντρείται για να διαχωριστούν οι φάσεις. Μικρή ποσότητα της υδατικής φάσης υποβάλλεται αμέσως σε ανάλυση για την υπό δοκιμή ουσία, κατόπιν δε το πείραμα συνεχίζεται με το αρχικό μείγμα. Εφόσον μετά τη φυγοκέντρηση ακολουθεί διήθηση, το εργαστήριο θα πρέπει να διαθέτει το σχετικό εξοπλισμό για το χειρισμό της διήθησης μικρών υδατικών ποσοτήτων. Συνιστάται ο συνολικός όγκος των λαμβανομένων ποσοτήτων να μην υπερβαίνει το 1 % του συνολικού όγκου του διαλύματος, για να μην αλλάζει σημαντικά ο λόγος εδάφους/διάλυμα και μειώνεται η μάζα της διαθέσιμης για προσρόφηση κατά τη διάρκεια της δοκιμής διαλελυμένης ουσίας. Η ποσοστιαία προσρόφηση ti υπολογίζεται σε κάθε χρονική στιγμή (ti) με βάση την ονομαστική αρχική συγκέντρωση και τη μετρούμενη συγκέντρωση κατά το χρόνο δειγματοληψίας (ti), διορθωμένη ως προς την τιμή του τυφλού. Για την εκτίμηση της επίτευξης κατάστασης(4) ισορροπίας χαράσσονται καμπύλες της Ati συναρτήσει του χρόνου (εικόνα 1 προσάρτημα 5) ενώ υπολογίζεται επίσης και η τιμή Kd στην ισορροπία. Με βάση την τιμή αυτή Kd, επιλέγονται από την εικόνα 1 κατάλληλοι λόγοι εδάφους/διάλυμα, έτσι ώστε η εκατοστιαία προσρόφηση να φθάνει πάνω από το 20 % και κατά προτίμηση >50 % (61). Όλες οι εφαρμοζόμενες εξισώσεις και αρχές σχεδιασμού της γραφικής παράστασης δίδονται στο τμήμα "Δεδομένα και έκθεση αναφοράς" και στο προσάρτημα 5. 1.9.2.2. Προσδιορισμός του χρόνου αποκατάστασης ισορροπίας προσρόφησης και της ποσότητας της προσροφημένης υπό δοκιμή ουσίας κατά την ισορροπία. Όπως αναφέρθηκε ήδη, με τις γραφικές παραστάσεις των ti ή Caqads συναρτήσει του χρόνου επιτυγχάνεται η εκτίμηση της επίτευξης ισορροπίας προσρόφησης και της ποσότητας της προσροφημένης στην ισορροπία υπό δοκιμή ουσίας. Στις εικόνες 1 και 2 του προσαρτήματος 5 εμφαίνονται παραδείγματα τέτοιων γραφικών παραστάσεων. Χρόνος αποκατάστασης ισορροπίας είναι ο χρόνος που χρειάζεται το σύστημα για να φθάσει σε οριζοντίωση της καμπύλης. Εάν, σε ένα συγκεκριμένο έδαφος, δεν εμφανίζεται οριζοντίωση αλλά μόνο σταθερή αύξηση, αυτό μπορεί να οφείλεται σε διάφορους πολύπλοκους παράγοντες όπως βιοαποικοδόμηση ή βραδεία διάχυση. Το φαινόμενο της βιοαποικοδόμησης μπορεί να καταδειχθεί επαναλαμβάνοντας το πείραμα με ένα στείρο δείγμα εδάφους. Εάν, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, δεν εμφανιστεί οριζοντίωση, ο πειραματιζόμενος θα πρέπει να ερευνήσει και για άλλα φαινόμενα που μπορεί να εμπλέκονται στις συγκεκριμένες μελέτες του. Αυτό μπορεί να γίνει με κατάλληλες τροποποιήσεις των συνθηκών πειραματισμού (θερμοκρασία, χρόνοι ανάδευσης, λόγοι εδάφους/διάλυμα). Εναπόκειται στον πειραματιζόμενο να αποφασίσει αν θα συνεχίσει τη διαδικασία δοκιμής παρά το ενδεχόμενο αποτυχίας στην αποκατάσταση ισορροπίας. 1.9.2.3. Προσρόφηση στην επιφάνεια του δοκιμαστικού δοχείου και σταθερότητα της υπό δοκιμή ουσίας Από την ανάλυση των δειγμάτων-μαρτύρων μπορεί να ληφθούν ορισμένες πληροφορίες για την προσρόφηση της υπό δοκιμή ουσίας στην επιφάνεια των δοκιμαστικών δοχείων. Εάν παρατηρηθεί έλλειμμα μεγαλύτερο από το τυποποιημένο σφάλμα της αναλυτικής μεθόδου, αυτό μπορεί να σημαίνει την ύπαρξη αβιοτικής αποικοδόμησης ή/και προσρόφησης στην επιφάνεια του δοκιμαστικού δοχείου. Διάκριση μεταξύ των δύο αυτών φαινομένων μπορεί να γίνει πλένοντας προσεκτικά τα τοιχώματα του δοχείου με γνωστό όγκο κατάλληλου διαλύτη και υποβάλλοντας το διάλυμα πλύσεως σε ανάλυση για την υπό δοκιμή ουσία. Εφόσον στην επιφάνεια των δοκιμαστικών δοχείων δεν παρατηρηθεί προσρόφηση, το έλλειμμα αποδεικνύει αβιοτική αστάθεια της υπό δοκιμή ουσίας. Εφόσον διαπιστωθεί προσρόφηση, είναι αναγκαία η αλλαγή του υλικού των δοκιμαστικών δοχείων. Πάντως, τα δεδομένα για την προσρόφηση στην επιφάνεια των δοκιμαστικών δοχείων που λαμβάνονται από αυτό το πείραμα δεν μπορούν να παρεκταθούν άμεσα στο πείραμα εδάφους/διάλυμα. Η παρουσία του εδάφους επηρεάζει την προσρόφηση αυτή. Πρόσθετες πληροφορίες για τη σταθερότητα της υπό δοκιμή ουσίας μπορούν να αντληθούν προσδιορίζοντας το υπόλοιπο της αρχικής μάζας κατά τη διάρκεια του χρόνου. Αυτό σημαίνει ότι πραγματοποιείται ανάλυση για την υπό δοκιμή ουσία στην υδατική φάση, στα εδαφικά εκχυλίσματα και τα τοιχώματα του δοκιμαστικού δοχείου. Η διαφορά μεταξύ της μάζας της προστιθέμενης υπό δοκιμή ουσίας και του αθροίσματος των μαζών της χημικής ουσίας στην υδατική φάση, τα εδαφικά εκχυλίσματα και τα τοιχώματα του δοκιμαστικού δοχείου, είναι ίση με την αποικοδομημένη μάζα ή/και απωλεσθείσα λόγω πτητικότητας ή/και μη εκχυλισθείσα. Για τον προσδιορισμό του υπολοίπου, θα πρέπει να έχει αποκατασταθεί ισορροπία προσρόφησης μέσα στο χρονικό διάστημα του πειράματος. Η ανάλυση για το υπόλοιπο μάζας εκτελείται σε εδάφη και για ένα λόγο εδάφους/διάλυμα ανά έδαφος που εμφανίζει έλλειμμα πάνω από 20 % και κατά προτίμηση > 50 % στην κατάσταση ισορροπίας. Όταν το πείραμα ανεύρεσης του λόγου ολοκληρωθεί με την ανάλυση του τελευταίου δείγματος της υδατικής φάσης μετά από 48 ώρες, οι φάσεις διαχωρίζονται με φυγοκέντρηση και, εφόσον επιθυμείται, διήθηση. Η υδατική φάση ανακτάται όσο το δυνατό πληρέστερα και στο έδαφος προστίθεται κατάλληλος διαλύτης εκχυλίσεως (συντελεστής εκχυλίσεως τουλάχιστον 95 %) για την εκχύλιση της υπό δοκιμή ουσίας. Συνιστάται η πραγματοποίηση δύο τουλάχιστον διαδοχικών εκχυλίσεων. Προσδιορίζεται η ποσότητα της υπό δοκιμή ουσίας στο έδαφος και τα εκχυλίσματα του δοκιμαστικού δοχείου και υπολογίζεται το υπόλοιπο μάζας (εξίσωση 10, "Δεδομένα και έκθεση αναφοράς"). Εάν είναι λιγότερο από 90 %, η υπό δοκιμή ουσία θεωρείται ως ασταθής στη χρονοκλίμακα της δοκιμής. Πάντως, οι μελέτες μπορούν ακόμη να συνεχιστούν, λαμβάνοντας υπόψη την αστάθεια της υπό δοκιμή ουσίας. Στην περίπτωση αυτή, συνιστάται να υποβάλλονται σε ανάλυση και οι δύο φάσεις στην κύρια μελέτη. 1.9.3. Μέρος 2 - Κινητική προσρόφησης σε μία συγκέντωση της υπό δοκιμή ουσίας Χρησιμοποιούνται πέντε εδάφη που επιλέγονται από τον πίνακα 1. Το να συμπεριληφθούν μεταξύ των πέντε αυτών εδαφών ορισμένα ή και όλα τα εδάφη που χρησιμοποιούνται στην προκαταρκτική μελέτη, αποτελεί πλεονέκτημα. Στην περίπτωση αυτή, το μέρος 2 δεν χρειάζεται να επαναληφθεί για τα εδάφη που χρησιμοποιούνται στην προκαταρκτική μελέτη. Ο χρόνος αποκατάστασης ισορροπίας, ο λόγος εδάφους/διάλυμα, το βάρος του εδαφικού δείγματος, ο όγκος της υδατικής φάσης που είναι σε επαφή με το έδαφος και η συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στο διάλυμα επιλέγονται με βάση τα αποτελέσματα της προκαταρκτικής μελέτης. Η ανάλυση θα πρέπει να γίνεται κατά προτίμηση περίπου μετά από 2, 4, 6, 8 (ενδεχομένως και 10) και 24 ώρες επαφής. Ο χρόνος ανάδευσης μπορεί να φθάσει το πολύ τις 48 ώρες στην περίπτωση που μια χημική ουσία απαιτεί μεγαλύτερο χρόνο αποκατάστασης ισορροπίας σε σχέση με τα αποτελέσματα εύρεσης του λόγου. Πάντως, οι χρόνοι ανάλυσης μπορούν να αντιμετωπίζονται με ελαστικότητα. Κάθε πείραμα (ένα έδαφος και ένα διάλυμα) γίνεται τουλάχιστον εις διπλούν για να μπορέσει να γίνει εκτίμηση της διακύμανσης των αποτελεσματων. Σε κάθε πείραμα περιλαμβάνεται και ένα τυφλό. Αποτελείται από το έδαφος και διάλυμα 0,01 M CaCl2, χωρίς υπό δοκιμή ουσία, ενώ το βάρος και ο όγκος, αντίστοιχα, είναι ίδιος με εκείνους του πειράματος. Δείγμα-μάρτυρας που περιέχει μόνο την υπό δοκιμή ουσία σε διάλυμα 0,01 M CaCl2 (χωρίς έδαφος) υποβάλλεται την ίδια διαδικασία δοκιμής, ενέργεια που αποβλέπει στη διασφάλιση του πειράματος από τυχόν απρόσμενα. Η ποσοστιαία προσρόφηση υπολογίζεται σε κάθε χρονική στιγμή Ati ή/και χρονικό διάστημα AΔti (ανάλογα με τις ανάγκες) και παρίσταται ως γραφική συνάρτηση του χρόνου. Υπολογίζονται επίσης ο συντελεστής κατανομής Kd στην ισορροπία καθώς επίσης και ο τυποποιημένος συντελεστής κατανομής οργανικού άνθρακα Koc (για μη πολικές οργανικές χημικές ουσίες). Αποτελέσματα της δοκιμής κινητικής προσροφήσεως Η γραμμική Kd τιμή περιγράφει γενικά με ορθότητα τη ροφητική συμπεριφορά στο έδαφος (35) (78) και αποτελεί έκφραση της εγγενούς κινητικότητας των χημικών στο έδαφος. Σε γενικές γραμμές, π.χ., ουσίες με Kd <= 1 cm3 g-1 èåùñïýíôáé ùò ðïéïôéêþò êéíçôéêÝò. Ïìïßùò, áðü ôïõò MacCall et al. (16), Ý÷åé áíáðôõ÷èåß Ýíá ó÷Þìá ôáîéíüìçóçò êéíçôéêïôÞôùí ìå âÜóç ôéò ôéìÝò Koc. ÅðéðëÝïí, õðÜñ÷ïõí ó÷Þìáôá ôáîéíüìçóçò áðïðëýóåùí ðïõ âáóßæïíôáé óå ìßá ó÷Ýóç ìåôáîý Koc êáé DT-50(5) (32) (79). Åðßóçò, óýìöùíá ìå ìåëÝôåò áíÜëõóçò óöáëìÜôùí (61), ôéìÝò Kd êÜôù ôùí 0,3 cm3 g-1 äåí ìðïñïýí íá åêôéìçèïýí ïñèÜ áðü ôç ìåßùóç ôçò óõãêåíôñþóåùò óôçí õäáôéêÞ öÜóç, áêüìç êé üôáí åöáñìüæåôáé ç åõíïúêüôåñç (áðü ðëåõñÜò ïñèüôçôáò) ó÷Ýóç åäÜöïõò/äéÜëõìá, äçëáäÞ 1:1. Óôçí ðåñßðôùóç áõôÞ, óõíéóôÜôáé íá ãßíåôáé áíÜëõóç êáé ôùí äýï öÜóåùí, åäÜöïõò êáé äéáëýìáôïò. Ìå âÜóç ôéò ðáñáðÜíù ðáñáôçñÞóåéò, óõíéóôÜôáé ç ìåëÝôç ôçò ðñïóñïöçôéêÞò óõìðåñéöïñÜò ìéáò ïõóßáò óôï Ýäáöïò êáé ôçò åí äõíÜìåé êéíçôéêüôçôÜò ôçò íá óõíå÷ßæåôáé ðñïóäéïñßæïíôáò ôéò éóïèÝñìïõò ðñïóñïöÞóåùò Freundlich ãéá ôá óõóôÞìáôá áõôÜ, ãéá ôá ïðïßá åßíáé äõíáôüò ï ïñèüò ðñïóäéïñéóìüò ôçò Kd ìå ôï ðåéñáìáôéêü ðñùôüêïëëï ðïõ áêïëïõèåßôáé óôç ìÝèïäï áõôÞ äïêéìÞò. Ï ïñèüò ðñïóäéïñéóìüò åßíáé äõíáôüò åÜí ç ôéìÞ ç ïðïßá ðñïêýðôåé ðïëëáðëáóéÜæïíôáò ôçí Kd ìå ôï ëüãï åäÜöïõò/äéÜëõìá åßíáé > 0,3, όταν οι μετρήσεις βασίζονται στη μείωση της συγκέντρωσης στην υδατική φάση (έμμεση μέθοδος), ή > 0,1, όταν αναλύονται και οι δύο φάσεις (άμεση μέθοδος) (61). 1.9.4. Μέρος 3 - Ισόθερμοι προσρόφησης και κινητική εκρόφησης/ισόθερμοι εκρόφησης 1.9.4.1. Ισόθερμοι προσρόφησης Χρησιμοποιούνται πέντε συγκεντρώσεις υπό δοκιμή ουσίας, που καλύπτουν κατά προτίμηση δύο τάξεις μεγέθους. Για την επιλογή αυτών των συγκεντρώσεων, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η υδατοδιαλυτότητα και οι προκύπτουσες συγκεντρώσεις υδατικής ισορροπίας. Καθ' όλη τη μελέτη, θα πρέπει να τηρείται ο ίδιος λόγος εδάφους/διάλυμα κατά έδαφος. Η δοκιμή προσρόφησης εκτελείται όπως περιγράφεται ανωτέρω, με μόνη τη διαφορά ότι η υδατική φάση αναλύεται μόνο μία φορά κατά το χρόνο που απαιτείται για την επίτευξη ισορροπίας όπως προσδιορίστηκε προηγουμένως στο μέρος 2. Οι συγκεντρώσεις ισορροπίας στο διάλυμα προσδιορίζονται και η προσροφημένη ποσότητα υπολογίζεται από τη μείωση της υπό δοκιμή ουσίας στο διάλυμα ή με την άμεση μέθοδο. Η προσροφημένη μάζα ανά μονάδα μάζας εδάφους παρίσταται ως συνάρτηση της συγκέντρωσης ισορροπίας της υπό δοκιμή ουσίας (βλέπε "Δεδομένα και έκθεση αναφοράς"). Αποτελέσματα από το πείραμα ισοθέρμων προσρόφησης Μεταξύ των μέχρι τούδε προταθέντων μαθηματικών μοντέλων προσρόφησης, η ισόθερμος Freundlich είναι η συχνότερα χρησιμοποιούμενη για την περιγραφή διεργασιών προσρόφησης. Λεπτομερέστερες πληροφορίες για την ερμηνεία και σπουδαιότητα των μοντέλων προσρόφησης παρέχονται στις παραπομπές (41) (45) (80) (81) (82). Σημείωση: Θα πρέπει να αναφερθεί ότι σύγκριση τιμών KF (συντελεστής προσρόφησης Freundlich) για διάφορες ουσίες είναι δυνατή μόνον εφόσον αυτές οι τιμές KF εκφράζονται στις ίδιες μονάδες (83). 1.9.4.2. Κινητική εκρόφησης Σκοπός του πειράματος αυτού είναι να διευρευνηθεί αν μια χημική ουσία προσροφάται σε ένα έδαφος με τρόπο αναστρέψιμο ή μη. Οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές, γιατί η διεργασία εκρόφησης παίζει και αυτή σημαντικό ρόλο στη συμπεριφορά μιας χημικής ουσίας σε ένα εδαφικό πεδίο. Περαιτέρω, τα δεδομένα εκρόφησης αποτελούν χρήσιμα προς εισαγωγή στοιχεία στη μέσω υπολογιστών σχεδίαση μοντέλων απόπλυσης και προσομοίωση απορροής διαλελυμένων ουσιών. Εφόσον επιθυμείται η διενέργεια μελέτης εκρόφησης, συνιστάται η μελέτη που περιγράφεται κατωτέρω να πραγματοποιείται σε κάθε σύστημα για το οποίο κατέστη δυνατός ο επακριβής προσδιορισμός του Kd στο προηγηθέν πείραμα κινητικής προσρόφησης. Όπως και στη μελέτη της κινητικής προσρόφησης, υπάρχουν δύο επιλογές για την πραγματοποίηση του πειράματος της κινητικής εκρόφησης: α) η παράλληλη μέθοδος και β) η εν σειρά μέθοδος. Η επιλογή της προς εφαρμογή μεθοδολογίας εναπόκειται στον ερευνητή ο οποίος πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τις διαθέσιμες εργαστηριακές εγκαταστάσεις και πόρους. α) παράλληλη μέθοδος: για κάθε έδαφος που επιλέγεται να υποβληθεί σε μελέτη εκρόφησης, παρασκευάζονται δείγματα με τον ίδιο λόγο εδάφους/διάλυμα, όσα είναι και τα χρονικά διαστήματα στα οποία επιθυμείται να μελετηθεί η κινητική εκρόφησης. Κατά προτίμηση, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα ίδια χρονικά διαστήματα με εκείνα του πειράματος της κινητικής προσρόφησης. Εντούτοις, ο συνολικός χρόνος μπορεί να παραταθεί όσο χρειάζεται ώστε το σύστημα να φθάσει σε ισορροπία εκρόφησης. Σε κάθε πείραμα (ένα έδαφος, ένα διάλυμα) αντιστοιχεί και ένα τυφλό. Το τυφλό συνίσταται από το έδαφος και διάλυμα 0,01 M CaCl2, χωρίς υπό δοκιμή ουσία, αλλά με το ίδιο βάρος και όγκο, αντίστοιχα, με εκείνα του πειράματος. Στην ίδια διαδικασία δοκιμής υποβάλλεται ως δείγμα-μάρτυρας η υπό δοκιμή ουσία σε διάλυμα 0,01 M CaCl2 (χωρίς έδαφος). Όλα τα μείγματα του εδάφους με το διάλυμα αναδεύονται μέχρι να επιτευχθεί ισορροπία προσρόφησης (όπως καθορίστηκε προηγουμένως στο τμήμα 2). Κατόπιν, οι φάσεις διαχωρίζονται με φυγοκέντρηση και οι υδατικές φάσεις απομακρύνονται όσο το δυνατό πληρέστερα. Ο όγκος του απομακρυνόμενου διαλύματος αντικαθίσταται από ίσο όγκο διαλύματος 0,01 M CaCl2 χωρίς υπό δοκιμή ουσία και τα νέα μείγματα αναδεύονται ξανά. Η υδατική φάση του πρώτου σωλήνα ανακτάται όσο το δυνατό πληρέστερα και μετριέται έπειτα από, π.χ., 2 ώρες, εκείνη του δεύτερου σωλήνα έπειτα από 4 ώρες, εκείνη του τρίτου έπειται από 6 ώρες, μέχρις ότου να επιτευχθεί ισορροπία εκρόφησης. β) εν σειρά μέθοδος: μετά το πείραμα της κινητικής προσρόφησης, το μείγμα φυγοκεντρείται και η υδατική φάση απομακρύνεται κατά το δυνατό πληρέστερα. Ο όγκος του απομακρυνόμενου διαλύματος αντικαθίσταται από ίσο όγκο 0,01 M CaCl2 χωρίς υπό δοκιμή ουσία. Το νέο μείγμα αναδεύεται μέχρις ότου επιτευχθεί ισορροπία εκρόφησης. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος, σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα, το μείγμα φυγοκεντρείται προς διαχωρισμό των φάσεων. Μικρή ποσότητα της υδατικής φάσης υποβάλλεται αμέσως σε ανάλυση. Κατόπιν, το πείραμα συνεχίζεται με το αρχικό μείγμα. Ο όγκος κάθε επιμέρους ποσότητας θα πρέπει να είναι λιγότερο του 1 % του συνολικού όγκου. Η ίδια ποσότητα πρόσφατου διαλύματος 0,01 M CaCl2 προστίθεται στο μείγμα προς διατήρηση του λόγου εδάφους προς διάλυμα και η ανάδευση συνεχίζεται μέχρι το επόμενο χρονικό διάστημα. Η ποσοστιαία εκρόφηση υπολογίζεται σε κάθε χρονική στιγμή (Dti) ή/και χρονικό διάστημα (DΔti) (ανάλογα με τις ανάγκες της μελέτης) και παρίσταται γραφικώς συναρτήσει του χρόνου. Υπολογίζεται επίσης ο συντελεστής εκρόφησης Kdes στην κατάσταση ισορροπίας. Όλες οι εξισώσεις που εφαρμόζονται δίδονται στο τμήμα "Δεδομένα και έκθεση αναφοράς" και στο προσάρτημα 5. Αποτελέσματα από το πείραμα κινητικής εκρόφησης Με κοινές γραφικές παραστάσεις της ποσοστιαίας εκρόφησης Dti και προσρόφησης Ati συναρτήσει του χρόνου είναι δυνατή η εκτίμηση της αναστρεψιμότητας της διεργασίας προσρόφησης. Εάν η ισορροπία εκρόφησης επιτευχθεί έστω και στο διπλάσιο του χρόνου της ισορροπίας προσρόφησης, και η συνολική εκρόφηση είναι πάνω από το 75 % της προσροφηθείσας ποσότητας, η προσρόφηση θεωρείται ότι είναι αναστρέψιμη. 1.9.4.3. Ισόθερμοι εκρόφησης Οι ισόθερμοι εκρόφησης Freundlich προσδιορίζονται στα εδάφη που χρησιμοποιήθηκαν στο πείραμα των ισοθέρμων προσρόφησης. Η δοκιμή εκρόφησης εκτελείται όπως περιγράφεται στην ενότητα "Κινητική εκρόφησης", με μόνη τη διαφορά ότι η υδατική φάση υποβάλλεται μόνο μια φορά σε ανάλυση, στην κατάσταση ισορροπίας εκρόφησης. Υπολογίζεται η ποσότητα της εκροφηθείσας υπό δοκιμή ουσίας. Η ποσότητα της υπό δοκιμή ουσίας που παραμένει προσροφημένη στο έδαφος σε κατάσταση ισορροπίας εκρόφησης παρίσταται γραφικώς ως συνάρτηση της συγκέντρωσης ισορροπίας της εν διαλύματι υπό δοκιμή ουσίας (Βλέπε "Δεδομένα και έκθεση αναφοράς" και προσάρτημα 5). 2. ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΚΘΕΣΗ ΑΝΑΦΟΡΑΣ Τα αναλυτικά στοιχεία παρουσιάζονται με τη μορφή πίνακα (βλέπε προσάρτημα 6). Δίδονται οι επιμέρους μετρήσεις και οι υπολογισθέντες μέσοι όροι. Παρέχονται γραφικές παραστάσεις των ισοθέρμων προσρόφησης. Οι υπολογισμοί πραγματοποιούνται όπως περιγράφεται κατωτέρω. Για τους σκοπούς της δοκιμής, θεωρείται ότι το βάρος 1 cm3 υδατικού διαλύματος είναι 1 g. Ο λόγος εδάφους/διάλυμα μπορεί να εκφραστεί σε μονάδες w/w ή w/vol με τον ίδιο αριθμό. 2.1. ΠΡΟΣΡΟΦΗΣΗ Ως προσρόφηση (Ati) ορίζεται η % ποσότητα της προσροφημένης στο έδαφος ουσίας σε σχέση με την ποσότητα που υπήρχε στην αρχή της δοκιμής, υπό τις συνθήκες δοκιμής. Εάν η υπό δοκιμή ουσία είναι σταθερή και δεν προσροφάται σημαντικά στα τοιχώματα του δοχείου, η Ati υπολογίζεται σε κάθε χρονική στιγμή ti, σύμφωνα με την εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: Ati= ποσοστιαία προσρόφηση τη χρονική στιγμή ti, (%), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της προσροφημένης στο έδαφος υπό δοκιμή ουσίας τη στιγμή ti, (μg), m0= μάζα της υπό δοκιμή ουσίας στο δοκιμαστικό σωλήνα στην αρχή της δοκιμής (μg). Λεπτομερείς πληροφορίες για τον τρόπο υπολογισμού του ποσοστού προσρόφησης Ati με την παράλληλη και εν σειρά μέθοδο δίδονται στο προσάρτημα 5. Συντελεστής κατανομής Kd είναι ο λόγος μεταξύ της συγκέντρωσης της ουσίας στην εδαφική φάση και της κ.ο. συγκέντρωσης της ουσίας στο υδατικό διάλυμα, υπό τις συνθήκες δοκιμής, όταν επιτευχθεί ισορροπία προσρόφησης. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = συγκέντρωση της προσροφημένης στο έδαφος ουσίας σε ισορροπία προσρόφησης (μg g-1), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = κ.ό. συγκέντρωση της ουσίας στην υδατική φάση σε ισορροπία προσρόφησης μg cm-3). Η συγκέντρωση αυτή προσδιορίζεται αναλυτικώς λαμβάνοντας υπόψη τις τιμές που λαμβάνονται από τα τυφλά, >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της προσροφημένης στο έδαφος ουσίας σε ισορροπία προσρόφησης (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της ουσίας στο διάλυμα σε ισορροπία προσρόφησης (μg), msoil= ποσότητα της εδαφικής φάσης, εκφρασμένη σε ξηρή μάζα εδάφους (g), V0= αρχικός όγκος της υδατικής φάσης σε επαφή με το έδαφος (cm3). Η σχέση μεταξύ Aeq και Kd δίδεται από τον τύπο: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: Aeq= ποσοστιαία προσρόφηση στην κατάσταση ισορροπίας, %. Ο τυποποιημένος συντελεστής προσρόφησης οργανικού άνθρακα Koc παρέχει τη σχέση του συντελεστή κατανομής Kd με την περιεκτικότητα του εδαφικού δείγματος σε οργανικό άνθρακα: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: % oc= ποσοστό οργανικού άνθρακα στο εδαφικό δείγμα (g g-1). Ο συντελεστής Koc αντιπροσωπεύει μία μοναδική τιμή που χαρακτηρίζει την κατανομή κυρίως μη πολικών οργανικών χημικών ουσιών μεταξύ οργανικού άνθρακα στο έδαφος ή ίζημα και νερό. Η προσρόφηση των χημικών αυτών ουσιών σχετίζεται με το οργανικό περιεχόμενο του ροφούντος στερεού (7). Έτσι, οι τιμές Koc εξαρτώνται από τα ειδικά χαρακτηριστικά του χουμικών κλασμάτων που διαφέρουν σημαντικά στη ροφητική ικανότητα, λόγω διαφορών στην προέλευση, τη γένεση, κ.λπ. 2.1.1. Ισόθερμοι προσροφήσεως Η εξίσωση των ισοθέρμων προσροφήσεως Freundlich σχετίζει την ποσότητα της προσροφημένης υπό δοκιμή ουσίας με τη συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στο διάλυμα κατά την ισορροπία (εξίσωση 8). Η επεξεργασία των στοιχείων γίνεται όπως και στην ενότητα "Προσρόφηση" και, για κάθε δοκιμαστικό σωλήνα, υπολογίζεται η συγκέντρωση της προσροφημένης στο έδαφος υπό δοκιμή ουσίας μετά τη δοκιμή προσρόφησης [>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> αλλού δηλούμενη ως x/m). Υποτίθεται ότι έχει επιτευχθεί ισορροπία και ότι το >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> αντιπροσωπεύει την τιμή ισορροπίας: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> Η εξίσωση προσρόφησης Freundlich αντιπροσωπεύεται από τον τύπο (8): >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> ή με τη γραμμική μορφή: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = συντελεστής προσρόφησης Freundlich. Οι διαστάσεις του είναι cm3 g-1 μόνον εφόσον 1/n = 1. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, στις διαστάσεις του >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> εισέρχεται και το >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> n= σταθερά αναγωγής. Το 1/n κυμαίνεται εν γένει μεταξύ 0,7-1,0, δείχνοντας ότι τα δεδομένα ροφήσεως είναι συχνά ελαφρώς μη γραμμικά. Οι εξισώσεις (8) and (9) παρίστανται γραφικώς και οι τιμές των >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> και 1/n υπολογίζονται με ανάλυση αναγωγής χρησιμοποιώντας την εξίσωση 9. Υπολογίζεται επίσης ο συντελεστής συσχέτισης r2 της λογαριθμικής εξισώσεως. Παράδειγμα τέτοιων καμπυλών δίδεται στην εικόνα 2. >PIC FILE= "L_2001225EL.021301.TIF"> Εικόνα 2. Καμπύλη προσρόφησης Freundlich, κανονική και γραμμική 2.1.2. Υπόλοιπο μάζας Ως υπόλοιπο μάζας (MB) ορίζεται το εκατοστιαίο ποσοστό της ουσίας που μπορεί να ανακτηθεί με αναλυτικά μέσα έπειτα από δοκιμή προσρόφησης συναρτήσει της ονομαστικής ποσότητας της ουσίας στην αρχή της δοκιμής. Η επεξεργασία των στοιχείων διαφέρει εάν ο διαλύτης είναι πλήρως αναμείξιμος με νερό. Στην περίπτωση υδατοαναμείξιμου διαλύτη, για τον προσδιορισμό της ποσότητας της ουσίας που ανακτάται με εκχύλιση με διαλύτη, μπορεί να εφαρμοστεί η επεξεργασία των στοιχείων που περιγράφεται στο κεφάλαιο "Εκρόφηση". Εάν ο διαλύτης είναι λιγότερο αναμείξιμος με νερό, πρέπει να γίνεται προσδιορισμός της ποσότητας. Το υπόλοιπο μάζας MB για την προσρόφηση υπολογίζεται ως εξής: υποτίθεται ότι ο όρος (mE) αντιστοιχεί στο άθροισμα των χημικών μαζών που εκχυλίζονται από το έδαφος και την επιφάνεια του δοκιμαστικού δοχείου με οργανικό διαλύτη: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: MB= υπόλοιπο μάζας (%), mE= ολική μάζα της υπό δοκιμή ουσίας που εκχυλίζεται από το έδαφος και τα τοιχώματα του δοκιμαστικού δοχείου σε δύο στάδια (μg), C0= αρχική κ. ό. συγκέντρωση του υπό δοκιμή διαλύματος σε επαφή με το έδαφος μg cm-3), Vrec= όγκος του υπερκειμένου που ανακτάται μετά την ισορροπία προσρόφησης (cm-3). 2.2. ΕΚΡΟΦΗΣΗ Ως εκρόφηση (D) ορίζεται το ποσοστό της υπό δοκιμή ουσίας που εκροφάται σε σχέση με την προηγουμένως προσροφηθείσα ποσότητα ουσίας, υπό τις συνθήκες δοκιμής: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: Dti= ποσοστό εκρόφησης τη χρονική στιγμή ti, (%), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της εκροφημένης από το έδαφος υπό δοκιμή ουσίας τη χρονική στιγμή ti, μg) >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της προσροφημένης στο έδαφος υπό δοκιμή ουσίας κατά την ισορροπία προσρόφησης (μg). Λεπτομερείς πληροφορίες για τον τρόπο υπολογισμού του ποσοστού εκρόφησης Dti στην παράλληλη και εν σειρά μέθοδο δίδονται στο προσάρτημα 5. Φαινόμενος συντελεστής εκρόφησης (Kdes), υπό τις συνθήκες δοκιμής, είναι η σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης της ουσίας που παραμένει στην εδαφική φάση και της κ.ό. συγκέντρωσης της εκροφημένης ουσίας στο υδατικό διάλυμα, όταν επιτευχθεί ισορροπία εκρόφησης: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: Kdes= συντελεστής εκρόφησης (cm3 g-1), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = συνολική μάζα της εκροφημένης από το έδαφος ουσίας στην ισορροπία εκρόφησης, (μg), VT= συνολικός όγκος της υδατικής φάσης σε επαφή με το έδαφος κατά τη διάρκεια της δοκιμής κινητικής εκρόφησης (cm3). Οδηγίες για τον υπολογισμό της >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> δίδονται στο προσάρτημα 5 υπό τον τίτλο "Εκρόφηση". Παρατήρηση: Εάν η προηγηθείσα δοκιμή προσρόφησης εκτελέστηκε με την παράλληλη μέθοδο, ο όγκος VT στην εξίσωση (12) θεωρείται ότι είναι ίσος με V0. 2.2.1. Ισόθερμοι εκρόφησης Η εξίσωση των ισοθέρμων εκρόφησης Freundlich δίδει την υπάρχουσα σχέση της συγκέντρωσης της υπό δοκιμή ουσίας που παραμένει προσροφημένη στο έδαφος με τη συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στο διάλυμα σε κατάσταση ισορροπίας εκρόφησης (εξίσωση 16). Για κάθε δοκιμαστικό σωλήνα, η συγκέντρωση της ουσίας που παραμένει προσροφημένη στο έδαφος σε κατάσταση ισορροπίας εκρόφησης υπολογίζεται ως εξής: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> ορίζεται ως: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = συγκέντρωση της υπό δοκιμής ουσίας που παραμένει προσροφημένη στο έδαφος σε κατάσταση ισορροπίας εκρόφησης (μg g-1), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα ουσίας που προσδιορίζεται αναλυτικώς στην υδατική φάση σε κατάσταση ισορροπίας εκρόφησης (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της υπό δοκιμή ουσίας που περισσεύει από την ισορροπία προσρόφησης λόγω ατελούς κατ' όγκο αντικατάστασης (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της ουσίας στο διάλυμα σε κατάσταση ισορροπίας προσρόφησης (μg); >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> VrF= όγκος του διαλύματος που παραλαμβάνεται από το σωλήνα για τη μέτρηση της υπό δοκιμή ουσίας σε κατάσταση ισορροπίας εκρόφησης (cm3) VR= όγκος του υπερκείμενου υγρού που απομακρύνεται από το σωλήνα μετά την επίτευξη ισορροπίας προσρόφησης και αντικαθίσταται από το ίδιο όγκο διαλύματος 0,01 M CaCl2(cm3). Η εξίσωση εκρόφησης Freundlich δίνεται από τον τύπο (16): >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> με γραμμική μορφή: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = συντελεστής εκρόφησης Freundlich, n= σταθερά αναγωγής, >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = κ.ό. συγκέντρωση της ουσίας στην υδατική φάση σε κατάσταση ισορροπίας εκρόφησης μg cm-3). Οι εξισώσεις 16 και 17 μπορούν να παρασταθούν γραφικώς και οι τιμές των >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> και 1/n υπολογίζονται με ανάλυση αναγωγής χρησιμοποιώντας την εξίσωση 17. Παρατήρηση: Εάν ο εκθέτης προσρόφησης ή εκρόφησης Freundlich 1/n είναι ίσος με 1, οι σταθερές συνδέσεως προσρόφησης ή εκρόφησης Freundlich (KFads και KFdes) θα είναι ίσες με τις σταθερές ισορροπίας προσρόφησης ή εκρόφησης (Kd και Kdes) αντιστοίχως, και οι καμπύλες των Cs έναντι Caq θα είναι γραμμικές. Εάν οι εκθέτες δεν είναι ίσοι με 1, οι καμπύλες των Cs έναντι Caq δεν θα είναι γραμμικές και οι σταθερές προσρόφησης και εκρόφησης θα διαφέρουν κατά μήκος των ισοθέρμων. 2.2.2. Έκθεση δοκιμής Στην έκθεση δοκιμής θα πρέπει να περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία: - η πλήρης ταυτότητα των χρησιμοποιηθέντων εδαφικών δειγμάτων συμπεριλαμβανομένων: - του γεωγραφικού εντοπισμού της τοποθεσίας (γεωγραφικό πλάτος και μήκος), - της ημερομηνίας δειγματοληψίας, - του προτύπου χρήσεως (π.χ. γεωργικό έδαφος, δάσος, κ.λπ.), - του βάθους δειγματοληψίας, - της περιεκτικότητας σε άμμο/προσχωσιγενή/άργιλο, - των τιμών pH (σε 0,01 M CaCl2), - της περιεκτικότητας σε οργανικό άνθρακα, - της περιεκτικότητας σε οργανική ύλη,, - της περιεκτικότητας σε άζωτο, - της σχέσης C/N, - της κατιοανταλλακτικής ικανότητας (mmol/kg), - κάθε στοιχείου σχετικού με τη συλλογή και αποθήκευση εδαφικών δειγμάτων, - όπου χρειάζεται, κάθε σχετικού στοιχείου για την ερμηνεία της προσρόφησης-εκρόφησης της υπό δοκιμή ουσίας, - αναφοράς των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό κάθε παραμέτρου, - πληροφορίες για την υπό δοκιμή ουσία, όπου απαιτείται, - η θερμοκρασία των πειραμάτων, - οι συνθήκες φυγοκέντρησης, - η αναλυτική διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε για την ανάλυση της υπό δοκιμή ουσίας, - αιτιολόγηση της τυχόν χρήσεως διαλυτοποιητικού μέσου για την παρασκευή του αρχικού διαλύματος της υπό δοκιμή ουσίας, - επεξηγήσεις για τις τυχόν διορθώσεις που έγιναν στους υπολογισμούς, - δεδομένα σύμφωνα με το έντυπο (προσάρτημα 6) και γραφικές παραστάσεις, - κάθε πληροφορία και παρατήρηση που είναι χρήσιμη για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων των δοκιμών. 3. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (1) Kukowski H. and Brümmer G., (1987). Investigations on the Adsorption and Desorption of Selected Chemicals in Soils. UBA Report 106 02 045, Part II. (2) Fränzle O., Kuhnt G. and Vetter L., (1987). Selection of Representative Soils in the EC-Territory. UBA Report 106 02 045, Part I. (3) Kuhnt G. and Muntau H. (Eds.) EURO-Soils: Identification, Collection, Treatment, Characterisation. Special Publication No 1.94.60, Joint Research Centre. European Commission, ISPRA, December 1994. (4) OECD Test Guidelines Programme, Final Report of the OECD Workshop on Selection of Soils/Sediments, Belgirate, Italy, 18-20 January 1995 (June 1995). (5) US Environment Protection Agency: Pesticide Assessment Guidelines, Subdivision N, Chemistry: Environmental Fate, Series 163-1, Leaching and Adsorption/Desorption Studies, Addendum 6 on Data Reporting, 540/09-88-096, Date: 1/1988. (6) US Environment Protection Agency: Prevention, Pesticides and Toxic Substances, OPPTS Harmonized Test Guidelines, Series 835-Fate, Transport and Transformation Test Guidelines, 0PPTS No: 835.1220 Sediment and Soil Adsorption/Desorption Isotherm. EPA No: 712-C-96-048, April 1996. (7) ASTM Standards, E 1195-85, Standard Test Method for Determining a Sorption Constant (Koc) for an Organic Chemical in Soil and Sediments. (8) Agriculture Canada: Environmental Chemistry and Fate. Guidelines for registration of pesticides in Canada, 15 July 1987. (9) Netherlands Commission Registration Pesticides (1995): Application for registration of a pesticide. Section G. Behaviour of the product and its metabolites in soil, water and air. (10) Danish National Agency of Environmental Protection (October 1988): Criteria for registration of pesticides as especially dangerous to health or especially harmful to the environment. (11) BBA (1990), Guidelines for the Official Testing of Plant Protection Products, Biological Research Centre for Agriculture and Forestry, Braunschweig, Germany. (12) Calvet R., (1989), "Evaluation of adsorption coefficients and the prediction of the mobilities of pesticides in soils", in Methodological Aspects of the Study of Pesticide Behaviour in Soil (ed. P. Jamet), INRA, Paris, (Review). (13) Calvet R., (1980), "Adsorption-Desorption Phenomena" in Interactions between herbicides and the soil. (R. J. Hance ed.), Academic Press, London, pp. 83-122. (14) Hasset J. J., and Banwart W.L., (1989), "The sorption of nonpolar organics by soils and sediments" in Reactions and Movement of Organic Chemicals in Soils. Soil Science Society of America (S.S.S.A), Special Publication no. 22, pp. 31-44. (15) van Genuchten M. Th., Davidson J. M., and Wierenga P. J., (1974), "An evaluation of kinetic and equilibrium equations for the prediction of pesticide movement through porous media". Soil Sci. Soc. Am. Proc., Vol. 38(1), pp. 29-35. (16) McCall P. J., Laskowski D. A., Swann R. L., and Dishburger H. J., (1981), "Measurement of sorption coefficients of organic chemicals and their use, in environmental fate analysis", in Test Protocols for Environmental Fate and Movement of Toxicants. Proceedings of AOAC Symposium, AOAC, Washington DC. (17) Lambert S. M., Porter P. E., and Schieferrstein R. H., (1965), "Movement and sorption of chemicals applied to the soil". Weeds, 13, pp. 185-190. (18) Rhodes R. C., Belasco I. J., and Pease H. L., (1970) "Determination of mobility and adsorption of agrochemicals in soils". J.Agric.Food Chem., 18, pp. 524-528. (19) Russell M. H., (1995), "Recommended approaches to assess pesticide mobility in soil" in Environmental Behavior of Agrochemicals (ed. T. R. Roberts and P. C. Kearney). John Wiley & Sons Ltd. (20) Esser H. O., Hemingway R. J., Klein W., Sharp D. B., Vonk J. W. and Holland P. T., (1988), "Recommended approach to the evaluation of the environmental behavior of pesticides", IUPAC Reports on Pesticides (24). Pure Appl. Chem., 60, pp. 901-932. (21) Guth J. A., Burkhard N., and D. O. Eberle, (1976), "Experimental models for studying the persistence of pesticides in soils". Proc. BCPC Symposium: Persistence of Insecticides and Herbicides, pp. 137-157, BCPC, Surrey, UK. (22) Furminge C. G. L., and Osgerby J. M., (1967), "Persistence of herbicides in soil". J. Sci. Fd Agric., 18, pp. 269-273. (23) Burkhard N., and Guth J. A., (1981), "Chemical hydrolysis of 2-Chloro-4,6-bis(alkylamino)-1,3,5-triazine herbicides and their breakdown in soil under the influence of adsorption". Pestic. Sci. 12, pp. 45-52. (24) Guth J. A., Gerber H. R., and Schlaepfer T., (1977), "Effect of adsorption, movement and persistence on the biological availability of soil-applied pesticides". Proc. Br. Crop Prot. Conf., 3, pp. 961-971. (25) Osgerby J. M., (1973), "Process affecting herbicide action in soil". Pestic. Sci., 4, pp. 247-258. (26) Guth J. A., (1972), "Adsorptions- und Einwascheverhalten von Pflanzenschutzmitteln in Böden". Schr. Reihe Ver. Wass. -Boden-Lufthyg. Berlin-Dahlem, Heft 37, pp. 143-154. (27) Hamaker J. W., (1975), "The interpretation of soil leaching experiments", in Environmental Dynamics of Pesticides (eds R. Haque and V.H. freed), pp. 135-172, Plenum Press, NY. (28) Helling C. S., (1971), "Pesticide mobility in soils". Soil Sci. Soc. Amer. Proc., 35, pp. 732-210. (29) Hamaker J. W., (1972), "Diffusion and volatilization" in Organic chemicals in the soil environment (C.A.I. Goring and J. W. Hamaker eds), Vol. I, pp. 49-143. (30) Burkhard N. and Guth J. A., (1981), "Rate of volatilisation of pesticides from soil surfaces; Comparison of calculated results with those determined in a laboratory model system". Pestic. Sci. 12, pp. 37-44. (31) Cohen S. Z., Creeger S. M., Carsel R.F., and Enfield C.G., (1984), "Potential pesticide contamination of groundwater from agricultural uses", in Treatment and Disposal of Pesticide Wastes, pp. 297-325, Acs Symp. Ser. 259, American Chemical Society, Washington, DC. (32) Gustafson D. I., (1989), "Groundwater ubiquity score: a simple method for assessing pesticide leachability". J. Environ. Toxic. Chem., 8(4), pp. 339-357. (33) Leistra M., and Dekkers W. A., (1976). "Computed effects of adsorption kinetics on pesticide movement in soils". J. of Soil Sci., 28, pp. 340-350. (34) Bromilov R. H., and Leistra M., (1980), "Measured and simulated behavior of aldicarb and its oxydation products in fallow soils". Pest. Sci., 11, pp. 389-395. (35) Green R. E., and Karickoff S. W., (1990), "Sorption estimates for modeling", in Pesticides in the Soil Environment: Process, Impacts and Modeling (ed. H.H. Cheng). Soil Sci. Soc. Am., Book Series no. 2, pp. 80-101, (36) Lambert S. M., (1967), "Functional relationship between sorption in soil and chemical structure". J. Agri. Food Chem., 15, pp. 572-576. (37) Hance R. J., (1969), "An empirical relationship between chemical structure and the sorption of some herbicides by soils". J. Agri. Food Chem., 17, pp. 667-668. (38) Briggs G. G. (1969), "Molecular structure of herbicides and their sorption by soils". Nature, 223, 1288. (39) Briggs G. G. (1981). "Theoretical and experimental relationships between soil adsorption, octanol-water partition coefficients, water solubilities, bioconcentration factors, and the parachor". J. Agric. Food Chem., 29, pp. 1050-1059. (40) Sabljic A., (1984), "Predictions of the nature and strength of soil sorption of organic polutance by molecular topology". J. Agric. Food Chem., 32, pp. 243-246. (41) Bailey G. W., and White J. L., (1970), "Factors influencing the adsorption, desorption, and movement of pesticides in soil". Residue Rev., 32, pp. 29-92. (42) Bailey G. W., J. L. White and Y. Rothberg., (1968), "Adsorption of organic herbicides by montomorillonite: Role of pH and chemical character of adsorbate". Soil Sci. Soc. Amer. Proc. 32: pp. 222-234. (43) Karickhoff S. W., (1981), "Semi-empirical estimation of sorption of hydrophobic pollutants on natural sediments and soils". Chemosphere 10, pp. 833-846. (44) Paya-Perez A., Riaz M. and Larsen B., (1989), "Soil Sorption of 6 Chlorobenzenes and 20 PCB Congeners". Environ. Toxicol. Safety 21, pp. 1-17. (45) Hamaker J. W., and Thompson J. M., (1972), "Adsorption in organic chemicals" in Organic Chemicals in the Soil Environment (Goring C.A.I. and Hamaker J.W., eds), Vol I and II, Marcel Dekker, Inc., New York, NY, 1972, pp. 49-143. (46) Deli J., and Warren G. F., 1971, "Adsorption, desorption and leaching of diphenamid in soils". Weed Sci. 19: pp. 67-69. (47) Chu-Huang Wu, Buehring N., Davinson J. M. and Santelmann, (1975), "Napropamide Adsorption, desorption and Movement in soils". Weed Science, Vol. 23, pp. 454-457. (48) Haues M. H. B., Stacey M., and Thompson J. M., (1968), "Adsorption of s-triazine herbicides by soil organic preparations" in Isotopes and Radiation in Soil Organic Studies, p.75, International. Atomic Energy Agency, Vienna. (49) Pionke H. B., and Deangelis R. J., (1980), "Methods for distributing pesticide loss in field run-off between the solution and adsorbed phase", CREAMS, in A Field Scale Model for Chemicals, Run-off and Erosion from Agricultural Management Systems, Chapter 19, Vol. III: Supporting Documentation, USDA Conservation Research report. (50) ISO Standard Compendium Environment: Soil Quality - General aspects; chemical and physical methods of analysis; biological methods of analysis. First Edition (1994). (51) Scheffer F., and Schachtschabel, Lehrbuch der Bodenkunde, F. Enke Verlag, Stuttgart (1982), 11th edition. (52) Black, Evans D. D., White J. L., Ensminger L. E., and Clark F. E., eds. "Methods of Soil Analysis", Vol 1 and 2, American Society of Agronomy, Madison, WI, 1982. (53) ISO/DIS 10381-1 Soil Quality - Sampling - Part 1: Guidance on the design of sampling programmes. (54) ISO/DIS 10381-2 Soil Quality - Sampling - Part 2: Guidance on sampling techniques. (55) ISO/DIS 10381-3 Soil Quality - Sampling - Part 3: Guidance on safety of sampling. (56) ISO/DIS 10381-4 Soil Quality - Sampling - Part 4: Guidance on the investigation of natural and cultivated soils. (57) ISO/DIS 10381-5 Soil Quality - Sampling - Part 5: Guidance on the investigation of soil contamination of urban and industrial sites. (58) ISO 10381-6, 1993: Soil Quality - Sampling - Part 6: Guidance on the collection, handling and storage of soil for the assessment of aerobic microbial processes in the laboratory. (59) Green R. E., and Yamane V. K., (1970), "Precision in pesticide adsorption measurements". Soil Sci. Am. Proc., 34, pp. 353-354. (60) Grover R., and Hance R. J. (1970), "Effect of ratio of soil to water on adsorption of linuron and atrazine". Soil Sci., pp. 109-138. (61) Boesten, J. J. T. I, "Influence of soil/liquid ratio on the experimental error of sorption coefficients in pesticide/soil system". Pest. Sci. 1990, 30, pp. 31-41. (62) Boesten, J. J. T. I. "Influence of soil/liquid ratio on the experimental error of sorption coefficients in relation to OECD guideline 106". Proceedings of 5th international workshop on environmental behaviour of pesticides and regulatory aspects, Brussels, 26-29 April 1994. (63) Bastide J., Cantier J. M., et Coste C., (1980), "Comportement de substances herbicides dans le sol en fonction de leur structure chimique". Weed Res. 21, pp. 227-231. (64) Brown D. S., and Flagg E. W., (1981), "Empirical prediction of organic pollutants sorption in natural sediments". J. Environ.Qual., 10(3), pp. 382-386. (65) Chiou C. T., Porter P. E., and Schmedding D. W., (1983), "Partition equilibria of non-ionic organic compounds between soil organic matter and water". Environ. Sci. Technol., 17(4), pp. 227-231. (66) Gerstl Z., and Mingelgrin U., (1984), "Sorption of organic substances by soils and sediments". J. Environm. Sci. Health, B19 (3), pp. 297-312. (67) Vowles P. D., and Mantoura R. F. C., (1987), "Sediment-water partition coefficient and HPLC retention factors of aromatic hydrocarbons". Chemosphere, 16(1), pp. 109-116. (68) Lyman W. J., Reehl W. F.and Rosenblatt D. H. (1990). Handbook of Chemical Property Estimation Methods. Environmental Behaviour of Organic Compounds. American Chemical Society, Washington DC. (69) Keniga E. E., and Goring, C. A. I. (1980). "Relationship between water solubility, soil sorption, octanol-water partitioning and concentration of chemicals in the biota" in Aquatic Toxicology (eds J.G. Eaton, et al.), pp.78-115, ASTM STP 707, Philadelphia. (70) Chiou C. T., Peters L. J., and Freed V. H., (1979), "A physical concept of soil-water equilibria for non-ionic organic compounds". Science, Vol. 206, pp. 831-832. (71) Hassett J. J., Banwart W. I., Wood S. G., and Means J. C., (1981), "Sorption of /-Naphtol: implications concerning the limits of hydrophobic sorption". Soil Sci. Soc. Am. J. 45, pp. 38-42. (72) Karickhoff S. W., (1981), "Semi-empirical estimation of sorption of hydrophobic pollutants on natural sediments and soils". Chemosphere, Vol. 10(8), pp. 833-846. (73) Moreale A., van Bladel R., (1981), "Adsorption de 13 herbicides et insecticides par le sol. Relation solubilité-reactivité". Revue de l'Agric., 34 (4), pp. 319-322. (74) Müller M., Kördel W. (1996), "Comparison of screening methods for the determination/estimation of adsorption coefficients on soil". Chemosphere, 32(12), pp. 2493-2504. (75) Kördel W., Kotthoff G., Müller M. (1995), "HPLC - screening method for the determination of the adsorption coefficient on soil - results of a ring test". Chemosphere 30 (7), pp. 1373-1384. (76) Kördel W., Stutte J., Kotthoff G. (1993), "HPLC - screening method for the determination of the adsorption coefficient on soil - comparison of different stationary phases". Chemosphere 27 (12), pp. 2341-2352. (77) Hance, R. J., (1967), "The Speed of Attainment of Sorption Equilibria in Some Systems Involving Herbicides". Weed Research, Vol. 7, pp. 29-36. (78) Koskinen W. C., and Harper S. S., (1990), "The retention processes: mechanisms" in Pesticides in the Soil Environment: Processes, Impacts and Modelling (ed. H.H. Cheng). Soil Sci. Soc. Am. Book Series, No. 2, Madison, Wisconsin. (79) Cohen S. Z., Creeger S. M., Carsel R. F., and Enfield C. G. (1984), "Potential pesticide contamination of groundwater from agricultural uses", in Treatment and Disposal of Pesticide Wastes, pp.297-325, ACS Symp. Ser. 259, American Chemical Society, Washington, DC. (80) Giles C. H., (1970), "Interpretation and use of sorption isotherms" in Sorption and Transport Processes in Soils. S.C.I. Monograph No. 37, pp. 14-32. (81) Giles, C. H.; McEwan J. H.; Nakhwa, S.N. and Smith, D, (1960), "Studies in adsorption: XI. A system of classification of solution adsorption isotherms and its use in the diagnosis of adsorption mechanisms and in measurements of pesticides surface areas of soils". J. Chem. Soc., pp. 3973-93. (82) Calvet R., Tercé M., and Arvien J. C., (1980), "Adsorption des pesticides par les sols et leurs constituants: 3. Caractéristiques générales de l'adsorption". Ann. Agron. 31: pp. 239-251. (83) Bedbur E., (1996), "Anomalies in the Freundlich equation", Proc. COST 66 Workshop, Pesticides in soil and the environment, 13-15 May 1996, Stratford-upon-Avon, UK. (84) Guth, J. A., (1985), "Adsorption/desorption", in Joint International Symposium, Physicochemical Properties and their Role in Environmental Hazard Assessment, July 1-3, Canterbury, UK. (85) Soil Texture Classification (US and FAO systems): Weed Science, 33, Suppl. 1 (1985) and Soil Sci. Soc. Amer. Proc. 26:305 (1962). ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 1 Σχήμα δοκιμής >PIC FILE= "L_2001225EL.022102.TIF"> ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 2 ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΠΡΟΣΡΟΦΗΣΗΣ >PIC FILE= "L_2001225EL.022202.TIF"> ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 3 ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΤΟΥ Kd 1. Οι τεχνικές εκτίμησης επιτρέπουν την πρόβλεψη του Kd με βάση συσχετισμούς με, π.χ., τιμές Pow (12) (39) (63-68), δεδομένα υδατοδιαλυτότητας (12) (19) (21) (39) (68-73), ή δεδομένα πολικότητας προερχόμενα από εφαρμογή HPLC ανάστροφης φάσης (74-76). Όπως φαίνεται στους πίνακες 1 και 2, από τις εξισώσεις αυτές υπόλογίζονται οι Koc ή Kom και στη συνέχεια, εμμέσως, ο Kd από τις εξισώσεις: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> 2. Η ιδέα αυτών των συσχετισμών βασίζεται σε δύο παραδοχές: 1. η προσρόφηση μιας ουσίας επηρεάζεται κυρίως από την οργανική ύλη του εδάφους και 2. οι εμφανιζόμενες αλληλεπιδράσεις είναι κυρίως μη πολικές. Ως εκ τούτου, οι συσχετισμοί αυτοί: 1. δεν εφαρμόζονται, ή εφαρμόζονται μόνο σε κάποιο βαθμό, σε πολικές ουσίες και 2. δεν εφαρμόζονται σε περιπτώσεις όπου η περιεκτικότητα του εδάφους σε οργανική ύλη είναι πολύ μικρή (12). Επιπλέον, αν και μεταξύ Pow και προσρόφησης (19) βρέθηκαν ικανοποιητικοί συσχετισμοί, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τη σχέση μεταξύ υδατοδιαλυτότητας και βαθμού προσρόφησης (19) (21). Μέχρι τώρα, οι διάφορες μελέτες έχουν αποδειχθεί πολύ αντιφατικές. 3. Ορισμένα παραδείγματα συσχετισμών μεταξύ του συντελεστή προσρόφησης και του συντελεστή κατανομής οκτανόλης-νερού, καθώς επίσης και της υδατοδιαλυτότητας δίδονται στους πίνακες 1 και 2, αντιστοίχως. >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 4 ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΦΥΓΟΚΕΝΤΡΗΣΗΣ 1. Ο χρόνος φυγοκέντρησης δίνεται από τον ακόλουθο τύπο, υποτιθεμένου ότι τα σωματίδια είναι σφαιρικά: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> Για απλουστευτικούς λόγους, όλες οι παράμετροι εκφράζονται σε μονάδες SI (g, cm). όπου: ω= ταχύτητα περιστροφής (=2 π rpm/60), rad s-1, rpm= στροφές ανά λεπτό, η= ιξώδες διαλύματος, g s-1 cm-1, rp= ακτίνα σωματιδίων, cm, ρs= πυκνότητα εδάφους, g cm-3, ρaq= πυκνότητα διαλύματος, g cm-3, Rt= απόσταση από το κέντρο του στροφείου της φυγοκέντρου μέχρι την άνω επιφάνεια του διαλύματος στο σωλήνα φυγοκέντρησης, cm, Rb= απόσταση από το κέντρο του στροφείου της φυγοκέντρου μέχρι τον πυθμένα του σωλήνα φυγοκέντρησης, cm, Rb-Rt= μήκος του μείγματος εδάφους/διαλύματος στο σωλήνα φυγοκέντρησης, cm. Στην πράξη, για να διασφαλιστεί πλήρης διαχωρισμός, χρησιμοποιούνται διπλάσιοι από τους υπολογιζόμενους χρόνους. 2. Η εξίσωση (1) μπορεί να απλοποιηθεί περαιτέρω αν θεωρήσουμε το ιξώδες (η) και την πυκνότητα (ρaq) του διαλύματος ως ίσα με το ιξώδες και την πυκνότητα του νερού στους 25 °C. Έτσι, η = 8,95 × 10-3 g s-1 cm-1 και ρaq = 1,0 g.cm-3. Τότε, ο χρόνος φυγοκέντρησης δίνεται από την εξίσωση (2): >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> 3. Από την εξίσωση 2 καθίσταται προφανές ότι για τον ορισμό των συνθηκών φυγοκέντρησης, δηλαδή του χρόνου (t) και της ταχύτητας (rpm), προκειμένου να επιτευχθεί διαχωρισμός σωματιδίων με συγκεκριμένο μέγεθος (στην περίπτωσή μας 0,1 μm ακτίνα), δύο παράμετροι παίζουν σημαντικό ρόλο: 1. η πυκνότητα του εδάφους και 2. το μήκος του μείγματος στο σωλήνα φυγοκέντρησης (Rb-Rt), δηλαδή η απόσταση που καλύπτει ένα σωματίδιο εδάφους από την άνω επιφάνεια του διαλύματος μέχρι τον πυθμένα του σωλήνα. Προφανώς, για συγκεκριμένο όγκο, το μήκος του μείγματος στο σωλήνα εξαρτάται από το τετράγωνο της ακτίνας του σωλήνα. 4. Στην εικόνα 1 παρίστανται οι μεταβολές του χρόνου φυγοκέντρησης (t) συναρτήσει της ταχύτητας φυγοκέντρησης (rpm) για διάφορες πυκνότητες εδάφους (ρs) (εικόνα 1α) και διάφορα μήκη του μείγματος στους σωλήνες φυγοκέντρησης (εικόνα 1β). Από την εικόνα 1α είναι εμφανής η επίδραση της εδαφικής πυκνότητας. Για παράδειγμα, για μία κλασική φυγοκέντρηση 3000 rpm ο χρόνος φυγοκέντρησης είναι περίπου 240 min για εδαφική πυκνότητα 1,2 g cm-3, ενώ για 2,0 g cm-3 είναι μόνον 50 min. μοίως, από την εικόνα 1β, για μία κλασική συγοκέντρηση 3000 rpm ο χρόνος συγοκέντρησης είναι περίπου 50 min για μήκος μείγματος 10 cm και μόνον 7 min για μήκος 1 cm. Εντούτοις, παίζει σημαντικό ρόλο το να βρεθεί η άριστη σχέση μεταξύ φυγοκέντρησης που απαιτεί το λιγότερο δυνατό μήκος και εύκολου χειρισμού για τον ερευνητή στο διαχωρισμό των φάσεων μετά τη φυγοκέντρηση. 5. Περαιτέρω, όταν ορίζονται οι πειραματικές συνθήκες για το διαχωρισμό των φάσεων εδάφους/διαλύματος, είναι σημαντικό να εξεταστεί η πιθανή ύπαρξη μιας τρίτης "ψευδοφάσεως", των κολλοειδών. Τα σωματίδια αυτά, με μέγεθος μικρότερο από 0,2 μm, μπορεί να έχουν σημαντική επίπτωση στον όλο μηχανισμό προσρόφησης μιας ουσίας σε ένα εδαφικό εναιώρημα. Όταν εκτελείται φυγοκέντρηση όπως περιγράφεται ανωτέρω, τα κολλοειδή παραμένουν στην υδατική φάση και υποβάλλονται σε ανάλυση μαζί με την υδατική φάση. Έτσι, χάνονται οι πληροφορίες για την επίπτωσή τους. Εάν το εργαστήριο διαθέτει εξοπλισμό υπερφυγοκέντρησης ή υπερδιήθησης, η προσρόφηση/εκρόφηση μιας ουσίας στο έδαφος μπορεί να μελετηθεί περισσότερο σε βάθος, συμπεριλαμβανομένων και στοιχείων για την προσρόφηση της ουσίας στα κολλοειδή. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να εφαρμόζεται υπερφυγοκέντρηση με 60000 rpm/min ή υπερδιήθηση με πορώδες φίλτρου 100000 Daltons για το διαχωρισμό των τριών φάσεων, έδαφος, κολλοειδή και διάλυμα. Το πρωτόκολλο δοκιμής θα πρέπει επίσης να τροποποιείται αναλόγως, ώστε και οι τρεις φάσεις να υποβληθούν σε ανάλυση για την ουσία. >PIC FILE= "L_2001225EL.022501.TIF"> Εικόνα 1α. Μεταβολές χρόνου φυγοκέντρησης (t) συναρτήσει της ταχύτητας φυγοκέντρησης (rpm) για διάφορες πυκνότητες εδάφους (ρs). Rt = 10 cm, Rb-Rt = 10 cm, η = 8,95 × 10-3 g s-1 cm-1 και ρaq = 1,0 g cm-3 στους 25 °C. >PIC FILE= "L_2001225EL.022502.TIF"> Εικόνα 1β. Μεταβολές του χρόνου φυγοκέντρησης (t) συναρτήσει της ταχύτητας φυγοκέντρησης (rpm) για διάφορα μήκη του μείγματος στο σωλήνα φυγοκέντρησης (Rb-Rt) = L. Rt = 10 cm, η = 8,95 × 10-3 g s-1 cm-1, ρaq = 1,0 g cm-3 στους 25 °C και ρs = 2,0 g cm-3. ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 5 ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΡΟΦΗΣΗΣ A (%) ΚΑΙ ΕΚΡΟΦΗΣΗΣ D (%) Το χρονικό σχήμα της διαδικασίας είναι: >PIC FILE= "L_2001225EL.022602.TIF"> Για όλους τους υπολογισμούς, υποτίθεται ότι η υπό δοκιμή ουσία είναι σταθερή και δεν προσροφάται σε μεγάλο βαθμό στα τοιχώματα του δοχείου. ΠΡΟΣΡΟΦΗΣΗ A (A%) α) Παράλληλη μέθοδος Η ποσοστιαία προσρόφηση υπολογίζεται για κάθε δοκιμαστικό σωλήνα (i) σε κάθε χρονική στιγμή (ti), σύμφωνα με την εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> (1) Οι όροι της εξίσωσης αυτής μπορούν να υπολογιστούν ως εξής: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: Ati= ποσοστιαία προσρόφηση (%) τη χρονική στιγμή ti, >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της υπό δοκιμή ουσίας στο έδαφος τη χρονική στιγμή ti που εκτελείται η ανάλυση (μg), m0= μάζα της υπό δοκιμή ουσίας στο δοκιμαστικό σωλήνα, στην αρχή της δοκιμής (μg), C0= αρχική κ.ό. συγκέντρωση του υπό δοκιμή διαλύματος που είναι σε επαφή με το έδαφος (μg cm-3), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = κ.ό. συγκέντρωση της ουσίας στην υδατική φάση τη χρονική στιγμή ti κατά την οποία εκτελείται η ανάλυση (μg cm-3). Η συγκέντρωση αυτή προσδιορίζεται αναλυτικώς λαμβάνοντας υπόψη τις τιμές που βρέθηκαν στα τυφλά, V0= αρχικός όγκος του υπό δοκιμή διαλύματος σε επαφή με το έδαφος (cm3). Οι τιμές του ποσοστού προσρόφησης Ati ή >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> παριστάνονται γραφικώς συναρτήσει του χρόνου και προσδιορίζεται ο χρόνος μετά τον οποίο επιτυγχάνεται ισορροπία ρόφησης. Παραδείγματα τέτοιων καμπυλών εμφαίνονται στις εικόνες 1 και 2 αντιστοίχως. >PIC FILE= "L_2001225EL.022701.TIF"> Εικόνα 1. Καμπύλη ισορροπίας προσρόφησης >PIC FILE= "L_2001225EL.022702.TIF"> Εικόνα 2. Κ.ό. συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στην υδατική φάση (Caq) συναρτήσει του χρόνου β) Εν σειρά μέθοδος Στις εξισώσεις που ακολουθούν λαμβάνεται υπόψη ότι η διαδικασία προσρόφησης εκτελείται με μετρήσεις της υπό δοκιμή ουσίας σε μικρές ποσότητες της υδατικής φάσης σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα - Κατά τη διάρκεια κάθε χρονικού διαστήματος, η ποσότητα της προσροφημένης στο έδαφος ουσίας υπολογίζεται ως εξής: - για το πρώτο χρονικό διάστημα Δti = τi- τ0 >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> - για το δεύτερο χρονικό διάστημα Δt2 = τ2 - τ1 >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> - για το τρίτο χρονικό διάστημα Δt3 = t3 - t2 >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> - για το νιοστό χρονικό διάστημα Δtn = tn - tn-1 >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> - Το ποσοστιαία προσρόφηση σε κάθε χρονικό διάστημα, AΔti, υπολογίζεται χρησιμοποιώντας την ακόλουθη εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> (2) ενώ το ποσοστιαία προσρόφηση (Ati) τη χρονική στιγμή ti δίνεται από την εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> (3) Οι τιμές της προσρόφησης Ati ή AΔti (ανάλογα με τις ανάγκες της μελέτης) παριστάνονται γραφικώς συναρτήσει του χρόνου και προσδιορίζεται ο χρόνος μετά τον οποίο επιτυγχάνεται ισορροπία ρόφησης. - Κατά το χρόνο ισορροπίας teq: - η μάζα της προσροφημένης στο έδαφος υπό δοκιμή ουσίας είναι: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> (4) - η μάζα της υπό δοκιμή ουσίας στο διάλυμα είναι: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> (5) - και το ποσοστιαία προσρόφηση στην ισορροπία είναι: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> (6) Οι παράμετροι που χρησιμοποιούνται παραπάνω ορίζονται ως: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>, >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>, ..., >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της προσροφημένης στο έδαφος ουσίας κατά τη διάρκεια των χρονικών διαστημάτων Δt1, Δt2, ..., Δtn αντιστοίχως (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>, >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>, ..., >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της ουσίας που μετριέται σε όγκο >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> τις χρονικές στιγμές t1, t2, ..., tn αντιστοίχως (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της προσροφημένης στο έδαφος ουσίας κατά την ισορροπία προσρόφησης (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της ουσίας στο διάλυμα κατά την ισορροπία προσρόφησης (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = όγκος της ποσότητας στην οποία μετριέται η υπό δοκιμή ουσία (cm3), AΔti= ποσοστιαία προσρόφηση που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα Δti, (%), Aeq= ποσοστιαία προσρόφηση κατά την ισορροπία προσρόφησης, (%). ΕΚΡΟΦΗΣΗ D (%) Ως χρόνος εκκίνησης του πειράματος κινητικής εκρόφησης t0 λαμβάνεται η χρονική στιγμή κατά την οποία ο μέγιστος ανακτημένος όγκος του διαλύματος της υπό δοκιμή ουσίας (μετά την επίτευξη ισορροπίας προσρόφησης) αντικαθίσταται από ίσο όγκο διαλύματος 0,01 M CaCl2. α) Παράλληλη μέθοδος Τη χρονική στιγμή ti, μετριέται η μάζα της υπό δοκιμή ουσίας στην υδατική φάση που λαμβάνεται από το σωλήνα i >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>, και η προσροφημένη μάζα υπολογίζεται σύμφωνα με την εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> Κατά την ισορροπία εκρόφησης ti= teq και συνεπώς >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>. Η μάζα της προσροφουμένης υπό δοκιμή ουσίας κατά τη χρονική περίοδο (Δti) δίνεται από την εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> Η ποσοστιαία εκρόφηση υπολογίζεται: - τη χρονική στιγμή ti από την εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> - και κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος (Δti) από την εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: Dti= ποσοστιαία εκρόφηση τη χρονική στιγμή ti, (%), DΔti= ποσοστιαία εκρόφηση που αντιστοιχεί σε χρονικό διάστημα Δti, (%), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της προσροφημένης υπό δοκιμή ουσίας τη χρονική στιγμή ti, (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της προσροφουμένης υπό δοκιμή ουσίας κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος Δti, (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της υπό δοκιμή ουσίας που ανευρίσκεται αναλυτικώς τη χρονική στιγμή ti σε όγκο διαλύματος Vrι, που λαμβάνεται για ανάλυση, (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της υπό δοκιμή ουσίας που περισσεύει από την ισορροπία προσρόφησης λόγω ατελούς κατ' όγκο αντικατάστασης, (μg): >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της υπό δοκιμή ουσίας στο διάλυμα σε κατάσταση ισορροπίας προσρόφησης (μg), VR= όγκος του υπερκειμένου υγρού που απομακρύνεται από το σωλήνα μετά την αποκατάσταση ισορροπίας προσρόφησης και αντικαθίσταται από τον ίδιο όγκο διαλύματος 0,01 M CaCl2 solution (cm3), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = όγκος του διαλύματος που λαμβάνεται από το σωλήνα (i) για τη μέτρησης της υπό δοκιμή ουσίας στο πείραμα της κινητικής εκρόφησης, (cm3). Οι τιμές εκρόφησης Dti ή DΔti (ανάλογα με τις ανάγκες της μελέτης) παρίστανται γραφικώς συναρτήσει του χρόνου και προσδιορίζεται ο χρόνος μετά τον οποίο αποκαθίσταται ισορροπία εκρόψησης. β) Εν σειρά μέθοδος Στις εξισώσεις που ακολουθούν λαμβάνεται υπόψη ότι η διαδικασία προσρόφησης, που προηγήθηκε, πραγματοποιήθηκε με μέτρηση της υπό δοκιμή ουσίας σε μικρές ποσότητες >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> της υδατικής φάσης (εν σειρά μέθοδος στην ενότητα "Εκτέλεση της δοκιμής" 1.9.). Υποτίθεται ότι: α) ο όγκος του υπερκείμενου υγρού που απομακρύνθηκε από το σωλήνα μετά το πείραμα κινητικής εκρόφησης αντικαταστάθηκε από τον ίδιο όγκο διαλύματος 0,01 M CaCl2 (VR) και β) ο συνολικός όγκος της υδατικής φάσης σε επαφή με το έδαφος (VT) κατά τη διάρκεια του πειράματος κινητικής εκρόφησης παραμένει σταθερός και δίνεται από την εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> Τη χρονική στιγμή ti: - Σε μικρή ποσότητα >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> μετριέται η μάζα της υπό δοκιμή ουσίας και η προσροφημένη μάζα υπολογίζεται σύμφωνα με την εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> - Κατά την ισορροπία εκρόφησης ti = teq και συνεπώς >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>. - Η ποσοστιαία εκρόφηση Dti υπολογίζεται με την ακόλουθη εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> Σε χρονικό διάστημα (Δti): Κατά τη διάρκεια κάθε χρονικού διαστήματος η ποσότητα της εκροφουμένης ουσίας υπολογίζεται ως εξής: - για το πρώτο χρονικό διάστημα Δt1 = t1-t0 >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> - για το δεύτερο χρονικό διάστημα Δt2 = t2-t1 >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> - για το νιοστό χρονικό διάστημα Δtn = tn-tn-1 >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> Τελικά, η ποσοστιαία εκρόφηση σε κάθε χρονικό διάστημα, DΔti, υπολογίζεται με την ακόλουθη εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> ενώ η ποσοστιαία εκρόφηση Dti τη χρονική στιγμή ti δίνεται από την εξίσωση: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου οι ανωτέρω χρησιμοποιούμενες παράμετροι ορίζονται ως: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>, >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>, ..., >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της ουσίας που παραμένει προσροφημένη στο έδαφος μετά τα χρονικά διαστήματα Δt1, Δt2, ..., Δtn αντιστοίχως (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>, >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>, ..., >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της εκροφουμένης υπό δοκιμή ουσίας κατά τη διάρκεια των χρονικών διαστημάτων Δt1, Δ t2, ..., Δtn αντιστοίχως (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>, >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>, ... >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της ουσίας που ανευρίσκεται σε ποσότητα >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> κατά τις χρονικές στιγμές t1, t2, ..., tn, αντιστοίχως (μg), VT= συνολικός όγκος της σε επαφή με το έδαφος υδατικής φάσης κατά τη διάρκεια του πειράματος κινητικής εκρόφησης που εκτελείται με την εν σειρά μέθοδο (cm3), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = μάζα της υπό δοκιμή ουσίας που περισσεύει από την ισορροπία προσρόφησης λόγω ατελούς κατ' όγκο αντικατάστασης, (μg), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> VR= όγκος του υπερκειμένου υγρού που απομακρύνεται από το σωλήνα μετά την αποκατάσταση ισορροπίας προσρόφησης και αντικαθίσταται από τον ίδιο όγκο 0,01 M CaCl2, (cm3), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> = όγκος της ποσότητας που δειγματίζεται για αναλυτικούς σκοπούς από το σωλήνα (i), κατά τη διάρκεια του πειράματος κινητικής εκρόφησης που εκτελείται με την εν σειρά μέθοδο, (cm3), >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> (1) Εξισώσεις εφαρμοζόμενες τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση μέθοδο. Όλες οι υπόλοιπες εξισώσεις εφαρμόζονται μόνον στην έμμεση μέθοδο. (2) Εξισώσεις εφαρμοζόμενες τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση μέθοδο. Όλες οι υπόλοιπες εξισώσεις εφαρμόζονται μόνον στην έμμεση μέθοδο. (3) Εξισώσεις εφαρμοζόμενες τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση μόθοδο. Όλες οι υπόλοιπες εξισώσεις εφαρμόζονται μόνον στην έμμεση μέθοδο. (4) Εξισώσεις εφαρμοζόμενες τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση μόθοδο. Όλες οι υπόλοιπες εξισώσεις εφαρμόζονται μόνον στην έμμεση μέθοδο. (5) Εξισώσεις εφαρμοζόμενες τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση μόθοδο. Όλες οι υπόλοιπες εξισώσεις εφαρμόζονται μόνον στην έμμεση μέθοδο. (6) Εξισώσεις εφαρμοζόμενες τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση μόθοδο. Όλες οι υπόλοιπες εξισώσεις εφαρμόζονται μόνον στην έμμεση μέθοδο. ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 6 ΠΡΟΣΡΟΦΗΣΗ-ΕΚΡΟΦΗΣΗ ΣΕ ΕΔΑΦΗ: ΦΥΛΛΑ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ >PIC FILE= "L_2001225EL.023202.TIF"> >PIC FILE= "L_2001225EL.023301.TIF"> >PIC FILE= "L_2001225EL.023401.TIF"> >PIC FILE= "L_2001225EL.023501.TIF"> >PIC FILE= "L_2001225EL.023601.TIF"> >PIC FILE= "L_2001225EL.023701.TIF"> Γ.19. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ ΠΡΟΣΡΟΦΗΣΗΣ (KOC) ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΑΣΠΗΣ ΤΩΝ ΥΠΟΝΟΜΩΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΥΓΡΗ ΧΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ ΥΨΗΛΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ (HPLC) 1. ΜΕΘΟΔΟΣ Η παρούσα μέθοδος αποτελεί αναπαραγωγή της OECD TG121 (2000). 1.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ροφητική συμπεριφορά των ουσιών στο έδαφος ή στις λάσπες των υπονόμων μπορεί να περιγραφεί μέσω παραμέτρων που προσδιορίζονται πειραματικά με τη μέθοδο δοκιμής Γ.18. Μια σημαντική παράμετρος είναι ο συντελεστής προσροφήσεως που ορίζεται ως ο λόγος της συγκεντρώσεως της ουσίας στο έδαφος/λάσπη προς τη συγκέντρωση της ουσίας στην υδατική φάση σε κατάσταση ισορροπίας προσροφήσεως. Ο τυποποιημένος σε σχέση με την περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα του εδάφους συντελεστής προσροφήσεως Koc είναι ένας χρήσιμος δείκτης της συνδετικής ικανότητας μιας χημικής ουσίας με την οργανική ύλη του εδάφους και τη λάσπη των υπονόμων που επιτρέπει να γίνονται συγκρίσεις μεταξύ διαφόρων χημικών ουσιών. Η παράμετρος αυτή μπορεί να υπολογιστεί μέσω συσχετισμού με την υδατοδιαλυτότητα και το συντελεστή κατανομής n-οκτανόλης/νερού (1) (2) (3) (4) (5) (6) (7). Στην πειραματική μέθοδο που περιγράφεται στην παρούσα δοκιμή χρησιμοποιείται HPLC για τον υπολογισμό του συντελεστή προσρόφησης Koc στο έδαφος και στη λάσπη των υπονόμων (8). Τα αποτελέσματα είναι μεγαλύτερης αξιοπιστίας από εκείνα που λαμβάνονται με υπολογισμούς QSAR (9). Ως εκτιμητική μέθοδος, δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως τα πειράματα ισορροπίας παρτίδας που χρησιμοποιούνται στη μέθοδο δοκιμής Γ.18. Εντούτοις, η υπολογιζόμενη Koc μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη για την επιλογή κατάλληλων παραμέτρων δοκιμής για μελέτες προσρόφησης/εκρόφησης σύμφωνα με τη μέθοδο δοκιμής Γ.18 με υπολογισμό του Kd (συντελεστής κατανομής) ή Kf (συντελεστής προσρόφησης Freundlich) σύμφωνα με την εξίσωση 3 (βλέπε σημείο 1.2). 1.2. ΟΡΙΣΜΟΙ Kd: Ως συντελεστής κατανομής ορίζεται ο λόγος των συγκεντρώσεων ισορροπίας C διαλελυμένης υπό δοκιμή ουσίας σε διφασικό σύστημα που αποτελείται από ένα ροφητικό μέσο (έδαφος ή λάσπη υπονόμων) και μια υδατική φάση. Είναι αδιάστατο μέγεθος όταν οι συγκεντρώσεις και στις δύο φάσεις εκφράζονται ως βάρος/βάρος. Στην περίπτωση που η συγκέντρωση στην υδατική φάση δίνεται ως βάρος/όγκο, τότε οι μονάδες είναι ml· g-1. Ο Kd μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τις ιδιότητες του ροφητικού μέσου, ενώ μπορεί να εξαρτάται και από τη συγκέντρωση. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: Csoil= συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στο έδαφος σε κατάσταση ισορροπίας (μg· g-1), Csludge= συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στη λάσπη σε κατάσταση ισορροπίας (μg· g-1), Caq= συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στην υδατική φάση σε κατάσταση ισορροπίας (μg· g-1, μg· ml-1). Kf: Ως συντελεστής προσρόφησης Freundlich ορίζεται η συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στο έδαφος ή στη λάσπη υπονόμων (x/m) όταν η συγκέντρωση σε κατάσταση ισορροπίας Caq στην υδατική φάση είναι ίση με ένα. Οι μονάδες είναι μg· g-1 ροφητικού μέσου. Η τιμή μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τις ιδιότητες του ροφητικού μέσου. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: x/m= ποσότητα της υπό δοκιμή ουσίας x (μg) προσφροφημένη σε ποσότητα ροφητικού m (g) σε κατάσταση ισορροπίας, 1/n= κλίση της ισοθέρμου προσρόφησης Freundlich, Caq= συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας στην υδατική φάση σε κατάσταση ισορροπίας (μg· ml-1). Σε >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>; >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> Koc: Συντελεστής κατανομής (Kd) ή συντελεστής κατανομής Freundlich (Kf) τυποποιημένος ως προς την περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα (foc) ενός ροφητικού. Στην περίπτωση, ιδιαίτερα, μη ιοντισμένων χημικών ουσιών, αποτελεί κατά προσέγγιση δείκτη του βαθμού προσρόφησης μεταξύ μιας ουσίας και του ροφητικού και παρέχει τη δυνατότητα πραγματοποίησης συγκρίσεων μεταξύ διαφόρων χημικών ουσιών. Ανάλογα με τις διαστάσεις των Kd και Kf ο Koc μπορεί να είναι αδιάστατος ή να έχει τις μονάδες ml· g-1 ή μg· g-1 οργανικής ύλης. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> Η σχέση μεταξύ Koc και Kd δεν είναι πάντοτε γραμμική και έτσι, οι τιμές του Koc, μπορεί να ποικίλουν από έδαφος σε έδαφος, η μεταβλητότητά τους όμως είναι μειωμένη σε μεγάλο βαθμό σε σύγκριση με τις τιμές των Kd ή Kf. Ο συντελεστής προσροφήσεως (Koc) εξάγεται από τον παράγοντα ικανότητας (k') χρησιμοποιώντας καμπύλη διακρίβωσης του log k' συναρτήσει του log Koc των επιλεγμένων ενώσεων αναφοράς. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: tR: χρόνος κατακράτησης υπό δοκιμή ουσίας και ουσίας αναφοράς HPLC (λεπτά), t0: νεκρός χρόνος HPLC (λεπτά) (βλέπε σημείο 1.8.2). POW: Ως συντελεστής κατανομής οκτανόλης-νερού ορίζεται ο λόγος των συγκεντρώσεων της διαλελυμένης ουσίας σε n-οκτανόλη και νερό. Είναι αδιάστατο μέγεθος. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> 1.3. ΟΥΣΙΕΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ Πριν να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος, θα πρέπει να είναι γνωστά ο συντακτικός τύπος, η καθαρότητα και η σταθερά διαστάσεως (εάν υπάρχει). Χρήσιμο, επίσης, είναι να υπάρχουν στοιχεία για τη διαλυτότητα στο νερό και σε οργανικούς διαλύτες, για το συντελεστή κατανομής οκτανόλης-νερού και για τα χαρακτηριστικά υδρόλυσης. Για να συσχετιστούν τα μετρούμενα δεδομένα κατακράτησης HPLC μιας υπό δοκιμή ουσίας με το συντελεστή προσροφήσεως Koc, πρέπει να χαραχθεί καμπύλη διακρίβωσης του log Koc συναρτήσει του log k'. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται έξι, κατ' ελάχιστο, σημεία αναφοράς, τουλάχιστον ένα πάνω και ένα κάτω από την αναμενόμενη τιμή της υπό δοκιμή ουσίας. Η ορθότητα (accuracy) της μεθόδου βελτιώνεται σημαντικά αν χρησιμοποιηθούν ουσίες αναφοράς με σύνταξη σχετική με εκείνη της υπό δοκιμή ουσίας. Εφόσον δεν υπάρχουν διαθέσιμα τέτοια δεδομένα, επαφίεται στον χρήστη να επιλέξει τις κατάλληλες ουσίες διακρίβωσης. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να επιλέγεται ένα γενικότερο σύνολο συντακτικώς ετερογενών ουσιών. Ουσίες και τιμές Koc που μπορούν να χρησιμοποιηθούν αναγράφονται στο προσάρτημα, στον πίνακα 1 για τη λάσπη υπονόμων και στον πίνακα 3 για το έδαφος. Τυχόν επιλογή άλλων ουσιών διακρίβωσης θα πρέπει να αιτιολογείται. 1.4. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΔΟΚΙΜΗΣ Η HPLC εκτελείται σε αναλυτικές στήλες πληρωμένες με διαθέσιμη στο εμπόριο κυανοπροπυλική στερεά φάση, η οποία περιέχει λιπόφιλα και πολικά τμήματα. Χρησιμοποιείται μετρίως πολική στατική φάση με βάση πυριτία: >PIC FILE= "L_2001225EL.023901.TIF"> Η αρχή της μεθόδου είναι παρόμοια με εκείνη της μεθόδου δοκιμής Α.8 (συντελεστής κατανομής, μέθοδος HPLC). Η ουσία, καθώς διέρχεται διαμέσου της στήλης μαζί με την κινητή φάση, αλληλεπιδρά με τη στατική φάση. Λόγω της κατανομής μεταξύ κινητής και στατικής φάσης, η υπό δοκιμή ουσία καθυστερεί. Η διττή σύσταση της στατικής φάσης με πολικές και μη πολικές περιοχές επιτρέπει την αλληλεπίδραση πολικών και μη πολικών ομάδων ενός μορίου με παρόμοιο τρόπο όπως στην περίπτωση οργανικής ύλης ευρισκόμενης στο έδαφος ή σε λάσπη υπονόμων. Αυτό δίνει τη δυνατότητα προσδιορισμού της σχέσης μεταξύ χρόνου κατακράτησης στη στήλη και συντελεστή προσρόφησης στην οργανική ύλη. Το pH έχει σημαντική επίδραση στη ροφητική συμπεριφορά, ιδιαίτερα στην περίπτωση πολικών ουσιών. Στα γεωργικά εδάφη ή στις δεξαμενές εργοστασίων επεξεργασίας λυμάτων, το pH κυμαίνεται, κανονικά, μεταξύ pH 5,5 και 7,5. Για τις ιοντίσιμες ουσίες, θα πρέπει να πραγματοποιούνται δύο δοκιμές, σε ιοντισμένη και σε μη ιοντισμένη μορφή, σε κατάλληλα ρυθμιστικά διαλύματα, στις περιπτώσεις όμως μόνο όπου το 10 % τουλάχιστον της υπό δοκιμή ενώσεως διίσταται σε περιοχή pH 5,5 έως 7,5. Δεδομένου ότι, για την εκτίμηση, χρησιμοποιείται μόνον η σχέση μεταξύ της κατακράτησης στη στήλη HPLC και του συντελεστή προσρόφησης, δεν απαιτείται κάποια ποσοτική αναλυτική μέθοδος και αυτό που χρειάζεται μόνον είναι ο προσδιορισμός του χρόνου κατακράτησης. Εάν υπάρχει διαθέσιμο κάποιο κατάλληλο σύνολο ουσιών αναφοράς και μπορούν να χρησιμοποιηθούν τυπικές πειραματικές συνθήκες, η μέθοδος παρέχει έναν ταχύ και αποτελεσματικό τρόπο εκτίμησης του συντελεστή προσρόφησης Koc. 1.5. ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΟΚΙΜΗΣ Η μέθοδος HPLC μπορεί να εφαρμοστεί σε χημικές ουσίες (επισημασμένες ή μη) για τις οποίες υπάρχει διαθέσιμο κάποιο κατάλληλο σύστημα ανίχνευσης (π.χ. φασματοφωτόμετρο, ανιχνευτής ραδιενέργειας) και οι οποίες είναι επαρκώς σταθερές κατά τη διάρκεια του πειράματος. Ιδιαίτερα χρήσιμη μπορεί να αποδειχθεί για ουσίες που είναι δύσκολο να μελετηθούν σε άλλα πειραματικά συστήματα (δηλαδή πτητικές ουσίες, ουσίες οι οποίες δεν είναι διαλυτές στο νερό σε επίπεδα συγκέντρωσης που να μπορούν να μετρηθούν αναλυτικά, ουσίες υψηλής συγγένειας με την επιφάνεια συστημάτων επώασης). Η μέθοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μείγματα που παρέχουν μη διακριτές ζώνες εκλούσεως. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να δηλώνονται τα άνω και κάτω όρια των τιμών log Koc των ενώσεων του υπό δοκιμή μείγματος. Η ύπαρξη προσμείξεων μπορεί, μερικές φορές, να προκαλέσει προβλήματα στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων HPLC, δεν έχει όμως ιδιαίτερη σημασία εφόσον η υπό δοκιμή ουσία μπορεί σαφώς να ταυτοποιηθεί αναλυτικά και να διαχωριστεί από τις προσμείξεις. Η μέθοδος είναι έγκυρη για τις ουσίες που περιλαμβάνονται στον πίνακα 1 του προσαρτήματος, ενώ εφαρμόζεται επίσης και σε διάφορες άλλες χημικές ουσίες που ανήκουν στις ακόλουθες χημικές τάξεις: - αρωματικές αμίνες (π.χ. τριφλουραλίνη, 4-χλωροανιλίνη, 3,5-δινιτροανιλίνη, 4-μεθυλανιλίνη, Ν-μεθυλανιλίνη, 1-ναφθυλαμίνη), - εστέρες αρωματικών καρβοξυλικών οξέων (π.χ. μεθυλεστέρας βενζοϊκού οξέος, αιθυλεστέρας 3,5-δινιτροβενζοϊκού οξέος), - αρωματικοί υδρογονάνθρακες (π.χ. τολουόλιο, ξυλόλιο, αιθυλοβενζόλιο, νιτροβενζόλιο), - εστέρες αρυλοξυφαινοξυπροπιονικών οξέων (π.χ. diclofop-methyl, fenoxaprop-ethyl, fenoxaprop-P-ethyl), - μυκητοκτόνα βενζιμιδαζολίου και ιμιδαζολίου (π.χ. carbendazim, fuberidazole, triazoxide), - αμίδια καρβοξυλικών οξέων (π.χ. 2-χλωροβενζαμίδιο, N,N-διμεθυλοβενζαμίδιο, 3,5-δινιτροβενζαμίδιο, N-μεθυλοβενζαμίδιο, 2-νιτροβενζαμίδιο, 3-νιτροβενζαμίδιο), - χλωριωμένοι υδρογονάνθρακες (π.χ. endosulfan, DDT, εξαχλωροβενζόλιο, quintozene, 1,2,3-τριχλωροβενζόλιο), - οργανοφωσφορικά εντομοκτόνα (π.χ. azinphos-methyl, disulfoton, fenamiphos, isofenphos, pyrazophos, sulprofos, triazophos), - φαινόλες (π.χ. φαινόλη, 2-νιτροφαινόλη, 4-νιτροφαινόλη, πενταχλωροφαινόλη, 2,4,6-τριχλωροφαινόλη, 1-ναφθόλη), - παράγωγα φαινυλουρίας (π.χ. isoproturon, monolinuron, pencycuron), - χρωστικές πιγμέντων (π.χ. Acid Yellow 219, Basic Blue 41, Direct Red 81), - πολυαρωματικοί υδρογονάνθρακες (π.χ. ακεναφθένιο, ναφθαλίνιο), - ζιζανιοκτόνα 1,3,5-τριαζίνης (π.χ. prometryn, propazine, simazine, terbutryn), - παράγωγα τριαζολίου (π.χ. tebuconazole, triadimefon, tradimenol, triapenthenol). Η μέθοδος δεν εφαρμόζεται σε ουσίες που αντιδρούν είτε με το εκλουστικό μέσο, είτε με τη στατική φάση. Δεν εφαρμόζεται επίσης σε ουσίες που αλληλεπιδρούν με ειδικό τρόπο με ανόργανα συστατικά (π.χ. σχηματισμός συμπλόκων με ορυκτές αργίλους). Η μέθοδος μπορεί να μην είναι κατάλληλη για επιφανειοδραστικές ουσίες, ανόργανες ενώσεις και μετρίως ή ισχυρά οργανικά οξέα και βάσεις. Μπορούν να προσδιοριστούν τιμές log Koc στην περιοχή από 1,5 έως 5,0. Οι ιοντίσιμες ουσίες πρέπει να μετρώνται με τη χρησιμοποίηση ρυθμισμένης κινητής φάσης, πρέπει όμως να δίνεται προσοχή για την αποφυγή καθίζησης ρυθμιστικών συστατικών ή της υπό δοκιμή ουσίας. 1.6. ΠΟΙΟΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ 1.6.1. Ορθότητα Κανονικά, ο συντελεστής προσρόφησης μιας υπό δοκιμή ουσίας μπορεί να εκτιμηθεί με προσέγγιση ± 0,5 λογαριθμικής μονάδας της τιμής που προσδιορίζεται με τη μέθοδο ισορροπίας παρτίδας (βλέπε πίνακα 1 στο προσάρτημα). Υψηλότερη ορθότητα μπορεί να επιτευχθεί, εφόσον οι χρησιμοποιούμενες ουσίες αναφοράς έχουν συντακτική δομή σχετική με εκείνη της υπό δοκιμή ουσίας. 1.6.2. Επαναληψιμότητα Οι προσδιορισμοί θα πρέπει να γίνονται τουλάχιστον εις διπλούν. Οι τιμές log Koc που προέρχονται από μεμονωμένες μετρήσεις θα πρέπει να κυμαίνονται στα πλαίσια 0,25 λογαριθμικής μονάδας. 1.6.3. Αναπαραγωγιμότητα Η εμπειρία που έχουν αποκομιστεί μέχρι τώρα από την εφαρμογή της μεθόδου αποτελεί στοιχείο υποστηρικτικό της εγκυρότητάς της. Διερεύνηση της μεθόδου HPLC, χρησιμοποιώντας 48 ουσίες (κατά το πλείστον γεωργικά φάρμακα) για τις οποίες υπήρχαν διαθέσιμα αξιόπιστα δεδομένα για το Koc σε εδάφη, έδωσε συντελεστή συσχετισμού R = 0,95 (10) (11). Πραγματοποιήθηκε διεργαστηριακή συγκριτική δοκιμή με 11 συμμετέχοντα εργαστήρια για τη βελτίωση και επικύρωση της μεθόδου (12). Τα αποτελέσματα δίνονται στον πίνακα 2 του προσαρτήματος. 1.7. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΔΟΚΙΜΗΣ 1.7.1. Προκαταρκτική εκτίμηση του συντελεστή προσρόφησης Ο συντελεστής κατανομής οκτανόλης-νερού Pow (= Kow) και, σε έναν ορισμένο βαθμό, η υδατοδιαλυτότητα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δείκτες του βαθμού προσρόφησης, ιδιαίτερα για μη ιοντίσιμες ουσίες και, έτσι, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για προκαταρκτική εύρεση εύρους. Έχουν δημοσιευτεί ποικίλοι χρήσιμοι συσχετισμοί για διάφορες ομάδες χημικών ουσιών (1) (2) (3) (4) (5) (6) (7). 1.7.2. Εξοπλισμός Απαιτείται υγρός χρωματογράφος, εφοδιασμένος με απαλμική αντλία και κατάλληλη διάταξη ανίχνευσης. Συνιστάται η χρήση βαλβίδας εγχύσεως με βρόχο εγχύσεως. Πρέπει να χρησιμοποιούνται διαθέσιμες στο εμπόριο κυανοπροπυλικές ρητίνες ενωμένες χημικώς σε βάση πυριτίας (π.χ. Hypersil και Zorbax CN). Μεταξύ του συστήματος εγχύσεως και της αναλυτικής στήλης μπορεί να τοποθετηθεί στήλη προφύλαξης. Οι στήλες από διάφορους προμηθευτές μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από πλευράς ικανότητας διαχωρισμού. Κατά κανόνα, θα πρέπει να επιτυγχάνονται οι ακόλουθοι παράγοντες ικανότητας k': log k' > 0,0 για log Koc = 3,0 και log k' > - 0,4 για log Koc = 2,0 όταν, ως κινητή φάση, χρησιμοποιείται μεθανόλη/νερό 55/45 %. 1.7.3. Κινητές φάσεις Έχουν δοκιμαστεί διάφορες κινητές φάσεις και από αυτές συνιστώνται οι ακόλουθες δύο: - μεθανόλη/νερό (55/45 % v/v), - μεθανόλη/ρυθμιστικό διάλυμα κιτρικών 0,01M, pH 6,0 (55/45 % v/v). Για την παρασκευή του διαλύτη εκλούσεως χρησιμοποιούνται μεθανόλη καθαρότητας HPLC και απεσταγμένο νερό ή ρυθμιστικό διάλυμα κιτρικών. Το μείγμα απαεριώνεται πριν από τη χρήση. Θα πρέπει να γίνεται χρήση ισοκρατικής εκλούσεως. Εάν τα μείγματα μεθανόλης/νερού δεν είναι κατάλληλα, μπορούν να δοκιμαστούν και μείγματα άλλου οργανικού διαλύτη/νερού, π.χ. μίγματα αιθανόλης/νερού ή ακετονιτριλίου/νερού. Για τις ιοντίσιμες ενώσεις, συνιστάται η χρησιμοποίηση ρυθμιστικού διαλύματος για τη σταθεροποίηση του pH. Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στην αποφυγή καθίζησης αλάτων και φθοράς της στήλης, πράγμα το οποίο μπορεί να συμβεί με ορισμένα μείγματα οργανικής φάσης/ρυθμιστικού. Πρόσθετα, όπως αντιδραστήρια ιοντικού ζεύγους, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν επειδή μπορεί να επηρεάσουν τις ροφητικές ιδιότητες της στατικής φάσης. Οι αλλαγές αυτές της στατικής φάσης μπορεί να είναι μη αναστρέψιμες. Για το λόγο αυτό, πειράματα στα οποία χρησιμοποιούνται πρόσθετα, είναι υποχρεωτικό να γίνονται σε ξεχωριστές στήλες. 1.7.4. Διαλυόμενα σώματα Οι ουσίες δοκιμής και αναφοράς θα πρέπει να διαλύονται στην κινητή φάση. 1.8. ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΔΟΚΙΜΗΣ 1.8.1. Συνθήκες δοκιμής Η θερμοκρασία κατά τη διάρκεια των μετρήσεων θα πρέπει να καταγράφεται. Συνιστάται ζωηρά η χρησιμοποίηση διαμερίσματος στήλης ελεγχόμενης θερμοκρασίας για τη διασφάλιση σταθερών συνθηκών κατά τη διάρκεια των εργασιών διακρίβωσης και εκτίμησης και μέτρησης της υπό δοκιμή ουσίας. 1.8.2. Προσδιορισμός του νεκρού χρόνου to Για τον προσδιορισμό του νεκρού χρόνου to, μπορούν να χρησιμοποιηθούν δύο διαφορετικές μέθοδοι (βλέπε επίσης σημείο 1.2). 1.8.2.1. Προσδιορισμός του νεκρού χρόνου to μέσω ομόλογης σειράς Η διαδικασία αυτή έχει αποδειχθεί ότι παρέχει αξιόπιστες και τυποποιημένες τιμές to. Για λεπτομέρειες, βλέπε μέθοδο δοκιμής A.8: συντελεστής κατανομής (nοκτανόλη/νερό), μέθοδος HPLC. 1.8.2.2. Προσδιορισμός του νεκρού χρόνου to με αδρανείς ουσίες που δεν κατακρατούνται από τη στήλη Η τεχνική αυτή βασίζεται στην έγχυση διαλυμάτων φορμαμιδίου, ουρίας ή νιτρικού νατρίου. Οι μετρήσεις θα πρέπει να γίνονται τουλάχιστον εις διπλούν. 1.8.3. Προσδιορισμός των χρόνων κατακράτησης tR Οι ουσίες αναφοράς θα πρέπει να επιλέγονται όπως περιγράφεται στο σημείο 1.3. Μπορούν να εγχύονται ως μικτό πρότυπο για τον προσδιορισμό των χρόνων κατακράτησής τους, υπό την προϋπόθεση ότι έχει επιβεβαιωθεί ότι ο χρόνος κατακράτησης κάθε κάθε προτύπου αναφοράς δεν επηρεάζεται από την παρουσία των άλλων προτύπων αναφοράς. Η διακρίβωση θα πρέπει να εκτελείται σε τακτικά χρονικά διαστήματα δύο φορές, τουλάχιστον, ημερησίως, ώστε να λαμβάνονται υπόψη τυχόν απροσδόκητες μεταβολές στην απόδοση της στήλης. Το καλύτερο είναι, οι εγχύσεις διακρίβωσης να πραγματοποιούνται πριν και μετά τις εγχύσεις της υπό δοκιμή ουσίας ώστε να επιβεβαιώνεται ότι δεν έχουν υπάρξει μεταβολές στους χρόνους κατακράτησης. Οι υπό δοκιμή ουσίες εγχύονται ξεχωριστά σε όσο το δυνατό μικρότερες ποσότητες (για να αποφεύγεται υπερφόρτωση της στήλης) και προσδιορίζονται οι χρόνοι κατακράτησής τους. Για την αύξηση της αξιοπιστίας της μετρήσεως, θα πρέπει να γίνονται δύο, τουλάχιστον, προσδιορισμοί. Οι τιμές του log Koc που προέρχονται από μεμονωμένες μετρήσεις θα πρέπει να είναι στα όρια του 0,25 λογαριθμικής μονάδας. 1.8.4. Εκτίμηση Οι παράγοντες ικανότητας k' υπολογίζονται από το νεκρό χρόνο to και τους χρόνους κατακράτησης tR των επιλεγμένων ουσιών αναφοράς σύμφωνα με την εξίσωση 4 (βλέπε σημείο 1.2). Στη συνέχεια, τα δεδομένα του log k' των ουσιών αναφοράς σημειώνονται επί χάρτου συναρτήσει των τιμών του log Koc από δοκιμές ισορροπίας παρτίδας που εμφαίνονται στους πίνακες 1 και 3 του προσαρτήματος. Χρησιμοποιώντας τη γραφική αυτή συνάρτηση, η τιμή log k' μιας υπό δοκιμή ουσίας χρησιμοποιείται στη συνέχεια για τον προσδιορισμό της τιμής της log Koc Εάν τα λαμβανόμενα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο Koc της υπό δοκιμή ουσίας είναι εκτός της περιοχής διακρίβωσης, η δοκιμή θα πρέπει να επαναλαμβάνεται χρησιμοποιώντας διαφορετικές, πιο κατάλληλες ουσίες αναφοράς. 2. ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Στην έκθεση πρέπει να αναφέρονται τα ακόλουθα στοιχεία: - ταυτότητα των ουσιών δοκιμής και αναφοράς και καθαρότητά τους, καθώς και οι τιμές pKa, αν χρειάζεται, - περιγραφή εξοπλισμού και συνθηκών εργασίας, π.χ. τύπος και διαστάσεις της αναλυτικής (και προφυλακτικής) στήλης, μέσα ανίχνευσης, κινητή φάση (λόγος συστατικών και pH), περιοχή θερμοκρασιών κατά τις μετρήσεις, - νεκρός χρόνος και μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό της, - ποσότητες ουσιών δοκιμής και αναφοράς που εισάγονται στη στήλη, - χρόνοι κατακράτησης των ουσιών αναφοράς που χρησιμοποιούνται για διακρίβωση, - λεπτομέρειες για τη διαμορφωμένη καμπύλη αναγωγής (log k' συναρτήσει log Koc) και γράφημα της καμπύλης αναγωγής, - στοιχεία μέσου χρόνου κατακράτησης και εκτιμώμενη τιμή log Koc για την υπό δοκιμή ουσία, - χρωματογραφήματα. 3. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (1) W. J. Lyman, W. F. Reehl, D. H. Rosenblatt (ed). (1990). Handbook of chemical property estimation methods, Chap. 4, McGraw-Hill, New York. (2) J. Hodson, N. A. Williams (1988). The estimation of the adsorption coefficient (Koc) for soils by HPLC. Chemosphere, 17, 1 67. (3) G. G. Briggs (1981). Theoretical and experimental relationships between soil adsorption, octanol-water partition coefficients, water solubilities, bioconcentration factors, and the parachor. J. Agric. Food Chem., 29, pp. 1050-1059. (4) C. T. Chiou, P. E. Porter, D.W. Schmedding (1983). Partition equilibria of nonionic organic compounds between soil organic matter and water. Environ. Sci. Technol., 17, pp. 227-231. (5) Z. Gerstl, U. Mingelgrin (1984). Sorption of organic substances by soils and sediment. J. Environm. Sci. Health, B19, pp. 297-312. (6) C. T. Chiou, L. J. Peters, V. H. Freed (1979). A physical concept of soil water equilibria for nonionic organic compounds, Science, 106, pp. 831-832. (7) S. W. Karickhoff (1981). Semi-empirical estimation of sorption of hydrophobic pollutants on natural sediments and soils. Chemosphere, 10, pp. 833-846. (8) W. Kördel, D. Hennecke, M. Herrmann (1997). Application of the HPLC-screening method for the determination of the adsorption coefficient on sewage sludges. Chemosphere, 35(1/2), pp. 121-128. (9) M. Mueller, W. Kördel (1996). Comparison of screening methods for the estimation of adsorption coefficients on soil. Chemosphere, 32(12), pp. 2493-2504. (10) W. Kördel, J. Stutte, G. Kotthoff (1993). HPLC-screening method for the determination of the adsorption coefficient in soil-comparison of different stationary phases, Chemosphere, 27(12), pp. 2341-2352. (11) B. von Oepen, W. Kördel, W. Klein (1991). Sorption of nonpolar and polar compounds to soils: Processes, measurements and experience with the applicability of the modified OECD Guideline 106, Chemosphere, 22, pp. 285-304. (12) W. Kördel, G. Kotthoff, J. Müller (1995). HPLC-screening method for the determination of the adsorption coefficient on soil-results of a ring test. Chemosphere, 30(7), pp. 1373-1384. ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑΣ 1 Σύγκριση τιμών Koc για εδάφη και λάσπες υπονόμων και εκτιμώμενες τιμές με τη μέθοδο προσανατολισμού HPLC((W. Kördel, D. Hennecke, M. Herrmann (1997). Application of the HPLC-screening method for the determination of the adsorption coefficient on sewage sludges. Chemosphere, 35(1/2), pp. 121-128.))((W. Kördel, D. Hennecke, C. Franke (1997). Determination of the adsorption-coefficients of organic substances on sewage sludges. Chemosphere, 35 (1/2), pp. 107-119.)) >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> ΠΙΝΑΚΑΣ 2 Αποτελέσματα διεργαστηριακής συγκριτικής δοκιμής (11 συμμετέχοντα εργαστήρια) που πραγματοποιήθηκε για τη βελτίωση και επικύρωση της μεθόδου HPLC((W. Kördel, G. Kotthoff, J. Müller (1995). HPLC-screening method for the determination of the adsorption coefficient on soil-results of a ring test. Chemosphere, 30(7), pp. 1373-1384.)) >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> ΠΙΝΑΚΑΣ 3 Συνιστώμενες ουσίες αναφοράς για τη μέθοδο προσανατολισμού HPLC που βασίζεται σε δεδομένα προσρόφησης εδάφους >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Γ.20. ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ DAPHNIA MAGNA 1. ΜΕΘΟΔΟΣ Η εν λόγω μέθοδος μελέτης τοξικότητας κατά την αναπαραγωγή αποτελεί επανάληψη της μεθόδου TG 211 (1998) του ΟΟΣΑ. 1.1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Πρωταρχικός στόχος της δοκιμασίας είναι να μελετηθούν οι επιπτώσεις των χημικών ουσιών στην αναπαραγωγή των Daphnia magna. 1.2. ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΕΣ Γεννήτορες: πρόκειται για τα θηλυκά Daphnia που είναι παρόντα κατά την έναρξη της δοκιμασίας και των οποίων οι αναπαραγωγικές επιδόσεις αποτελούν αντικείμενο της παρούσας μελέτης. Απόγονοι: είναι τα νεαρά Daphnia που παράγονται από τους γεννήτορες στη διάρκεια της δοκιμασίας. Ελάχιστη συγκέντρωση παρατηρούμενης επίπτωσης (LOEC): είναι η χαμηλότερη συγκέντρωση στην οποία παρατηρείται ότι μια ουσία έχει επίπτωση στατιστικώς σημαντική (με p < 0,05) óå óõãêåêñéìÝíç ÷ñïíéêÞ äéÜñêåéá Ýêèåóçò, óôç èíçóéìüôçôá ôùí ãåííçôüñùí êáé óôçí áíáðáñáãùãÞ, óõãêñéôéêÜ ìå ôïõò ìÜñôõñåò. Åíôïýôïéò, üëåò ïé óõãêåíôñþóåéò ïé ìåãáëýôåñåò áðü ôç LOEC ðñÝðåé íá áóêïýí âëáâåñÞ åðßäñáóç éóïäýíáìç Þ ìåãáëýôåñç áðü ôçí ðáñáôçñïýìåíç ìå ôç LOEC. 'Oôáí äåí éêáíïðïéïýíôáé ïé äýï áõôÝò ðñïûðïèÝóåéò, ðñÝðåé íá åîçãåßôáé áíáëõôéêÜ ðþò åðåëÝãç ç ôéìÞ ôçò LOEC (êáé êáôÜ óõíÝðåéá ôçò NOEC). ÓõãêÝíôñùóç ìç ðáñáôçñïýìåíçò åðßðôùóçò (NOEC): åßíáé ç óõãêÝíôñùóç ç áìÝóùò ÷áìçëüôåñç ôçò LOEC, ç ïðïßá, óõãêñéôéêÜ ìå ôïõò ìÜñôõñåò, äåí Ý÷åé åðßðôùóç óôáôéóôéêþò óçìáíôéêÞ (ìå p < 0,05) óå óõãêåêñéìÝíç ÷ñïíéêÞ äéÜñêåéá Ýêèåóçò. ECx: åßíáé ç óõãêÝíôñùóç ôçò äïêéìáæüìåíçò ïõóßáò äéáëåëõìÝíçò óå íåñü, ðïõ Ý÷åé ùò áðïôÝëåóìá íá ìåéþíåôáé êáôÜ x % ç áíáðáñáãùãÞ ôùí Daphnia magna ìÝóá óå óõãêåêñéìÝíç ÷ñïíéêÞ äéÜñêåéá Ýêèåóçò. Ðñáãìáôéêüò ñõèìüò áýîçóçò: åßíáé Ýíá ìÝôñï ôçò áýîçóçò ôïõ ðëçèõóìïý óôï ïðïßï óõíõðÜñ÷ïõí ïé áíáðáñáãùãéêÝò åðéäüóåéò êáé ç èíçóéìüôçôá çëéêßáò (20) (21) (22). Óå óôáèåñïýò ðëçèõóìïýò åßíáé ìçäåíéêüò, óå áõîáíüìåíïõò åßíáé èåôéêüò, áñíçôéêüò äå óå ðëçèõóìïýò ðïõ óõññéêíþíïíôáé. Óôçí ôåëåõôáßá ðåñßðôùóç, ïé ðëçèõóìïß ðñïöáíþò äåí åßíáé âéþóéìïé êáé ôåëéêþò èá åîáöáíéóôïýí. ¼ñéï áíß÷íåõóçò: åßíáé ç ÷áìçëüôåñç áíé÷íåýóéìç óõãêÝíôñùóç, ü÷é üìùò êáé ðïóïôéêþò ìåôñÞóéìç. ¼ñéï ðñïóäéïñéóìïý: åßíáé ç ÷áìçëüôåñç ðïóïôéêþò ìåôñÞóéìç óõãêÝíôñùóç. Èíçóéìüôçôá: æþï êáôáãñÜöåôáé ùò íåêñü åöüóïí ðáñáìÝíåé áêßíçôï, ðïõ óçìáßíåé üôáí äåí ìðïñåß íá êïëõìðÞóåé Þ üôáí äåí ðáñáôçñçèåß êßíçóç ôùí áðïöýóåùí Þ ôçò ïðßóèéáò êïéëéáêÞò ÷þñáò ìÝóá óå 15 äåõôåñüëåðôá ìåôÜ áðü åëáöñÜ áíáôÜñáîç ôïõ äï÷åßïõ ôçò äïêéìÞò. (ÅÜí ÷ñçóéìïðïéçèåß Üëëïò ïñéóìüò, áíáöÝñåôáé õðï÷ñåùôéêÜ, ìáæß ìå êÜèå ó÷åôéêÞ ðáñáðïìðÞ). 1.3. ÁÑ×Ç ÔÇÓ ÌÅÈÏÄÏÕ ÍåáñÜ èçëõêÜ Daphnia (ïé ãåííÞôïñåò), çëéêßáò ìéêñüôåñçò ôùí 24 ùñþí êáôÜ ôçí Ýíáñîç ôçò äïêéìáóßáò, åêôßèåíôáé óå ìéá óåéñÜ õäáôéêþí äéáëõìÜôùí ôçò äïêéìáæüìåíçò ïõóßáò óå äéáöïñåôéêÝò óõãêåíôñþóåéò. Ç äéÜñêåéá ôçò äïêéìáóßáò åßíáé 21 çìÝñåò. Ìå ôçí ïëïêëÞñùóç ôçò äïêéìáóßáò, õðïëïãßæåôáé ï óõíïëéêüò áñéèìüò·æþíôùí áðïãüíùí (offspring) áíÜ æþíôá ãåííÞôïñá. Áõôü óçìáßíåé üôé áðïêëåßïíôáé áðü ôïõò õðïëïãéóìïýò áðüãïíïé (juveniles) ãåííçôüñùí ðïõ ðåèáßíïõí êáôÜ ôç äéÜñêåéá ôçò äïêéìáóßáò. Ïé áíáðáñáãùãéêÝò åðéäüóåéò ôùí ãåííçôüñùí õðÜñ÷åé ôñüðïò íá åêöñáóôïýí êáé áëëéþò (ð.÷. áñéèìüò æþíôùí áðïãüíùí (offspring) áíÜ ãåííÞôïñá óå çìåñÞóéá âÜóç, áñ÷Þò ãåíïìÝíçò áðü ôçí ðñþôç çìÝñá êáôÜ ôçí ïðïßá åìöáíßæïíôáé áðüãïíïé), ôá äåäïìÝíá üìùò áõôÜ ðñÝðåé íá áíáöÝñïíôáé åðéðëÝïí ôïõ óõíïëéêïý áñéèìïý æþíôùí áðïãüíùí (juveniles) áíÜ æþíôá ãåííÞôïñá óôï ôÝëïò ôçò äïêéìáóßáò. Ïé áíáðáñáãùãéêÝò åðéäüóåéò ôùí æþùí ðïõ åêôßèåíôáé óôç äïêéìáæüìåíç ïõóßá óõãêñßíïíôáé ðñïò ôï áíôßóôïé÷ï ôùí ìáñôýñùí, ãéá íá ðñïóäéïñéóôåß ç ôéìÞ LOEC êáé óõíåðþò ç NOEC. ÅðéðëÝïí, êáé óôï âáèìü ðïõ åßíáé äõíáôü, ôá äåäïìÝíá áíáëýïíôáé ìå âÜóç Ýíá áíáãùãéêü ìïíôÝëï ãéá íá õðïëïãéóôåß êáô' åêôßìçóç ç óõãêÝíôñùóç ðïõ ðñïêáëåß x % ìåßùóç ôïõ áíáðáñáãùãéêïý áðïôåëÝóìáôïò (ð.÷. EC50, EC20, Þ EC10). ÁíáöÝñïíôáé åðßóçò ç åðéâßùóç ôùí ãåííçôüñùí êáé ï ÷ñüíïò ìÝ÷ñéò üôïõ åìöáíéóôïýí ïé ðñþôïé áðüãïíïé. Ìðïñåß íá åîåôáóôïýí êáé Üëëåò åðéðôþóåéò (ðïõ ó÷åôßæïíôáé ìå ôçí ïõóßá) óå ðáñáìÝôñïõò üðùò ç áíÜðôõîç (ð.÷. ìÞêïò), åíäå÷ïìÝíùò äå êáé ï ðñáãìáôéêüò ñõèìüò áýîçóçò. 1.4. ÐËÇÑÏÖÏÑÉÅÓ ÃÉÁ ÔÇ ÄÏÊÉÌÁÆÏÌÅÍÇ ÏÕÓÉÁ ÐñÝðåé íá åßíáé ãíùóôÜ ôá áðïôåëÝóìáôá ìéáò äïêéìáóßáò ìåëÝôçò ïîåßáò ôïîéêüôçôáò (âëÝðå ìÝèïäï Ã.2 ìÝñïò I) ðïõ ðñáãìáôïðïéÞèçêå óå Daphnia magna. Ôá áðïôåëÝóìáôá áõôÜ ìðïñåß íá áðïäåé÷ôïýí ÷ñÞóéìá ãéá ôç óùóôÞ åðéëïãÞ ìéáò óåéñÜò óõãêåíôñþóåùí ãéá ôéò äïêéìáóßåò áíáðáñáãùãÞò. ÐñÝðåé åðßóçò íá åßíáé ãíùóôÝò ç äéáëõôüôçôá óôï íåñü êáé ç ôÜóç áôìþí ôçò äïêéìáæüìåíçò ïõóßáò, êáèþò êáé ìéá áîéüðéóôç áíáëõôéêÞ ìÝèïäïò ðïóïôéêïý ðñïóäéïñéóìïý ôçò ïõóßáò óôá äéáëýìáôá, ôçò ïðïßáò (ìåèüäïõ) íá áíáöÝñïíôáé óõíôåëåóôÞò áíÜêôçóçò êáé üñéï ðñïóäéïñéóìïý. Ðëçñïöïñßåò ãéá ôçí ïõóßá ïé ïðïßåò åíäÝ÷åôáé íá áðïäåé÷ôïýí ÷ñÞóéìåò ãéá ôïí êáèïñéóìü ôùí óõíèçêþí ôçò äïêéìáóßáò åßíáé ï óõíôáêôéêüò ôýðïò, ç êáèáñüôçôá, ç óôáèåñüôçôá óôï öùò, ç óôáèåñüôçôá óôéò óõíèÞêåò ôçò äïêéìáóßáò, ïé óõíôåëåóôÝò pKa, Pow êáé ôá áðïôåëÝóìáôá ìéáò äïêéìáóßáò ìåëÝôçò ôçò åõ÷Ýñåéáò âéïáðïéêïäïìçóçò (âëÝðå ìÝèïäï Ã.4). 1.5. ÅÃÊÕÑÏÔÇÔÁ ÔÇÓ ÄÏÊÉÌÁÓÉÁÓ Äïêéìáóßá èåùñåßôáé Ýãêõñç åöüóïí äéáðéóôùèåß êáôüðéí åëÝã÷ùí üôé éêáíïðïéïýíôáé ôá áêüëïõèá äýï êñéôÞñéá: - ç èíçóéìüôçôá ôùí ãåííçôüñùí (èçëõêÜ Daphnia) äåí õðåñâáßíåé ðïóïóôü 20 % óôï ôÝëïò ôçò äïêéìáóßáò, - ï ìÝóïò üñïò æþíôùí áðïãüíùí (offspring) áíÜ æþíôá ãåííÞôïñá óôï ôÝëïò ôçò äïêéìáóßáò åßíáé >= 60. 1.6. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ 1.6.1. Συσκευές και όργανα Δοχεία και άλλα όργανα που θα έλθουν σε άμεση επαφή με τα διαλύματα πρέπει να είναι εξ ολοκλήρου από γυαλί ή άλλο υλικό χημικώς αδρανές. Τα δοχεία είναι κατά κανόνα γυάλινα κύπελλα. Θα χρειαστεί επιπλέον ο παρακάτω εξοπλισμός ή μέρος αυτού: - οξυγονόμετρο (με μικροηλεκτρόδιο ή άλλο εξοπλισμό μέτρησης διαλελυμένου οξυγόνου σε δείγματα μικρού όγκου), - κατάλληλη συσκευή παρακολούθησης της θερμοκρασίας, - πεχάμετρο, - εξοπλισμός προσδιορισμού της σκληρότητας του νερού, - εξοπλισμός προσδιορισμού της συγκέντρωσης ολικού οργανικού άνθρακα (TOC) στο νερό ή εξοπλισμός προσδιορισμού του χημικώς απαιτούμενου οξυγόνου (COD), - κατάλληλη συσκευή για τον έλεγχο του φωτισμού και τη μέτρησης της έντασης του φωτός. 1.6.2. Δοκιμαζόμενα είδη Το είδος που θα χρησιμοποιηθεί στη δοκιμασία ονομάζεται Daphnia magna Straus. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν κι άλλα είδη Daphnia, υπό τον ότι ανταποκρίνονται στα κριτήρια εγκυρότητας κατά περίπτωση (το κριτήριο εγκυρότητας το σχετικό με τις αναπαραγωγικές επιδόσεις των μαρτύρων πρέπει να ανταποκρίνεται στα είδη Daphnia). Αν χρησιμοποιηθούν άλλα είδη Daphnia, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς και να αιτιολογείται η επιλογή τους. Η ταυτοποίηση του κλώνου προτιμότερο είναι να γίνεται με βάση τον γονότυπο. Η έρευνα (1) έδειξε ότι οι αναπαραγωγικές επιδόσεις του κλώνου A [ο οποίος προερχόταν από το IRCHA (Institut national de recherche chimique appliquée) της Γαλλίας] (3) ανταποκρίνονται στο κριτήριο εγκυρότητας που απαιτεί να είναι >= 60 ο μέσος όρος απογόνων (offspring) ανά ζώντα γεννήτορα, στις συνθήκες της περιγραφόμενης μεθόδου. Γίνονται όμως δεκτοί κι άλλοι κλώνοι, αρκεί να αποδειχτεί ότι η καλλιέργεια των Daphnia ανταποκρίνεται στα κριτήρια εγκυρότητας της δοκιμασίας. Στο ξεκίνημα της δοκιμασίας, τα ζώα θα πρέπει να είναι ηλικίας μικρότερης των 24 ωρών και να μην είναι απόγονοι πρώτης γενιάς. Πρέπει επίσης να προέρχονται από υγιή παρτίδα (να μην εμφανίζουν δηλαδή σημάδια στρες όπως υψηλή θνησιμότητα, παρουσία αρσενικών και εφιππίων, καθυστέρηση στην παραγωγή της πρώτης γενιάς, αποχρωματισμένα ζώα, κ.λπ.). Τα προς δοκιμασία ζώα πρέπει να διατηρούνται σε συνθήκες καλλιέργειας (φωτισμός, θερμοκρασία, μέσο, διατροφή και αριθμός ζώων ανά μονάδα όγκου) όμοιες με τις συνθήκες υπό τις οποίες θα γίνει η δοκιμασία. Εάν το μέσο που θα χρησιμοποιηθεί για την καλλιέργεια των Daphnia στο πλαίσιο της δοκιμασίας είναι άλλο από το χρησιμοποιούμενο σε τρέχουσες καλλιέργειες Daphnia, η ορθή πρακτική υπαγορεύει να προηγηθεί ένα χρονικό διάστημα εγκλιματισμού τριών κανονικά εβδομάδων (μιας γενεάς δηλαδή), ώστε να αποφευχθεί το στρες στους γεννήτορες. 1.6.3. Mέσο της δοκιμασίας Συνιστάται η χρησιμοποίηση ενός μέσου επακριβώς καθορισμένου. Αποφεύγεται έτσι η χρήση προσθέτων (π.χ. φύκη, εκχυλίσματα χώματος, κ.λπ.), που δύσκολα περιγράφονται, με αποτέλεσμα να βελτιώνονται οι δυνατότητες τυποποίησης μεταξύ εργαστηρίων. Μέσα κατάλληλα προς τούτο θεωρούνται τα Elendt M4 (4) και M7 (βλέπε προσάρτημα 1). Αποδεκτά είναι όμως κι άλλα μέσα [π.χ. (5) (6)], αρκεί οι επιδόσεις της καλλιέργειας Daphnia αποδεδειγμένα να ανταποκρίνονται στα κριτήρια εγκυρότητας της δοκιμασίας. Εάν στο μέσο της καλλιέργειας χρησιμοποιηθούν πρόσθετα, τα τελευταία θα πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια, και στην έκθεση της δοκιμασίας να δίδονται πληροφορίες για τη σύνθεσή τους, αναφορικά κυρίως με την περιεκτικότητα σε άνθρακα, αφού το δεδομένο αυτό μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της διατροφής. Συνιστάται να προσδιορίζεται ο ολικός οργανικός άνθρακας (TOC) ή/και το χημικώς απαιτούμενο οξυγόνο (COD) του κυρίως παρασκευάσματος με το οργανικό πρόσθετο, και να αξιολογείται η προκύπτουσα περιεκτικότητα του μέσου της δοκιμασίας σε TOC/COD. Οι τιμές TOC στο μέσο (προτού προστεθούν τα άλγη), συνιστάται να μην υπερβαίνουν 2 mg/l (7). 'Oταν οι υπό δοκιμή ουσίες περιέχουν μέταλλα, είναι σημαντικό να διαπιστώνεται κατά πόσον οι ιδιότητες του μέσου (π.χ. σκληρότητα, ικανότητα σχηματισμού χηλικών ενώσεων) μπορεί να έχουν επίπτωση στην τοξικότητα της δοκιμαζόμενης ουσίας. Το μέσο όπου θα γίνει η καλλιέργεια πρέπει λοιπόν να καθορίζεται επακριβώς. Τα μόνα όμως επακριβώς καθορισμένα μέσα που διατίθενται σήμερα για μακροπρόθεσμες καλλιέργειες Daphnia magna είναι τα Elendt M4 και M7. Περιέχουν και τα δύο τον χηλικό παράγοντα EDTA. 'Eχει αποδειχτεί (2) ότι η "φαινόμενη τοξικότητα" του καδμίου είναι κατά κανόνα χαμηλότερη όταν για τη δοκιμασία αναπαραγωγής χρησιμοποιούνται τα μέσα M4 and M7, παρά όταν χρησιμοποιούνται μέσα που δεν περιέχουν EDTA. Ετσι τα μέσα M4 και M7 δεν συνιστώνται για δοκιμαζόμενες ουσίες που περιέχουν μέταλλα, καθώς επίσης πρέπει να αποφεύγονται και άλλα μέσα που περιέχουν γνωστούς χηλικούς παράγοντες. Για ουσίες που περιέχουν μέταλλα, είναι ίσως σκόπιμο να χρησιμοποιείται ένα εναλλακτικό μέσο π.χ. σκληρό γλυκό νερό που έχει ανασυσταθεί με βάση τις υποδείξεις ASTM (7), που δεν περιέχει EDTA, και στο οποίο έχει προστεθεί εκχύλισμα φυκών (8). Ο συνδυασμός τέτοιου σκληρού γλυκού νερού (ASTM) με εκχύλισμα φυκών προσφέρεται και για μακροπρόθεσμες καλλιέργειες και δοκιμασίες Daphnia magna (2), παρά το γεγονός ότι έχει κάποια ήπια χηλική δράση οφειλόμενη στα οργανικά συστατικά του προστεθειμένου εκχυλίσματος φυκών. Κατά την έναρξη της δοκιμασίας αλλά και κατά τη διάρκεια αυτής, η συγκέντρωση του διαλελυμένου οξυγόνου πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 3 mg/l. Το pH πρέπει να βρίσκεται στην περιοχή 6-9 και κανονικά να μην μεταβάλλεται κατά περισσότερο από 1,5 μονάδα στη διάρκεια μιας δοκιμασίας. Η σκληρότητα (εκφρασμένη ως CaCO3) συνιστάται να είναι μεγαλύτερη από 140 mg/l. Δοκιμασίες που έγιναν με την τιμή αυτή ή και μεγαλύτερες έδειξαν αναπαραγωγικές επιδόσεις ανταποκρινόμενες στα κριτήρια εγκυρότητας (9) (10). 1.6.4. Διαλύματα δοκιμών Η επιθυμητή συγκέντρωση των δοκιμαστικών διαλυμάτων επιτυγχάνεται συνήθως με αραίωση αρχικού πυκνού διαλύματος. Πυκνά διαλύματα πρέπει κατά προτίμηση να παρασκευάζονται με διάλυση της ουσίας στο μέσο όπου θα γίνει η δοκιμασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να είναι απαραίτητη η χρήση οργανικών διαλυτών ή προσθέτων διασποράς ώστε το πυκνό διάλυμα που θα προκύψει να έχει την κατάλληλη συγκέντρωση, πρέπει όμως να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια να μη χρησιμοποιηθούν τέτοια υλικά. Ανάμεσα στους κατάλληλους διαλύτες περιλαμβάνονται η ακετόνη, η αιθανόλη, η μεθανόλη, το διμεθυλοφορμαμίδιο και η τριαιθυλενογλυκόλη, ενώ κατάλληλα πρόσθετα διασποράς είναι το Cremophor RH40, μεθυλοκυτταρίνη 0,01 % και HCO-40. Πάντως, η δοκιμαζόμενη ουσία η περιεχόμενη στα διαλύματα δεν πρέπει να υπερβαίνει το όριο διαλυτότητας στο μέσο όπου γίνεται η δοκιμασία. Οι διαλύτες χρησιμοποιούνται για την παρασκευή πυκνού διαλύματος που να προστίθεται με ακρίβεια σε νερό. Στη συνιστώμενη συγκέντρωση του διαλύτη (<= 0,1 ml/l) μέσα στο τελικό μέσο της δοκιμασίας, οι διαλύτες που αναφέρονται παραπάνω, δεν πρέπει να είναι ούτε τοξικοί ούτε να αυξάνουν την διαλυτότητα μιας ουσίας στο νερό. Τα πρόσθετα διασποράς διευκολύνουν την επακριβή δοσομέτρηση και τη διασπορά. Στη συνιστώμενη συγκέντρωση (<= 0,1 ml/l) μέσα στο τελικό μέσο της δοκιμασίας, τα πρόσθετα διασποράς που αναφέρονται παραπάνω, δεν πρέπει να είναι ούτε τοξικά ούτε να αυξάνουν την διαλυτότητα μιας ουσίας στο νερό. 1.7. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ ΣΕ ΓΕΝΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ Τα παρασκευάσματα τοποθετούνται στα δοχεία και όλοι οι μετέπειτα χειρισμοί των δοχείων πρέπει να γίνονται κατά τρόπο τυχαίο. Σε αντίθετη περίπτωση, αν σημειωθεί κάποια στρέβλωση, θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως αποτέλεσμα συναρτώμενο με τη συγκέντρωση. Πιο συγκεκριμένα, εάν ο χειρισμός των πειραματικών μονάδων γίνεται κατά σειρά συγκέντρωσης, τότε κάποιο φαινόμενο συνδεόμενο με τον χρόνο (π.χ. κόπωση του χειριστή ή τυχόν σφάλμα) θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει το αποτέλεσμα σε υψηλότερες συγκεντρώσεις. Επιπλέον, εάν υπάρχει πιθανότητα επηρεασμού των αποτελεσμάτων της δοκιμασίας από μια αρχική ή περιβαλλοντική συνθήκη (π.χ. θέση στο εργαστήριο), τότε πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο τμηματικής πραγματοποίησης της δοκιμασίας. 1.8. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 1.8.1. Συνθήκες έκθεσης 1.8.1.1. Διάρκεια Η διάρκεια της δοκιμασίας είναι 21 ημέρες. 1.8.1.2. Φορτίο Σε κάθε δοχείο, που περιέχει 50-100 ml του μέσου της δοκιμασίας, τοποθετείται ανά ένας γεννήτορας. Ενδέχεται να χρειαστούν και μεγαλύτεροι όγκοι ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της ακολουθούμενης αναλυτικής διαδικασίας για τον προσδιορισμό της συγκέντρωσης της δοκιμαζόμενης ουσίας, μολονότι δεν αποκλείεται και το ενδεχόμενο ανάμειξης διαλυμάτων της ίδιας συγκέντρωσης. Εάν χρησιμοποιηθούν όγκοι μεγαλύτεροι από 100 ml, ενδέχεται να χρειαστεί να αυξηθεί η μερίδα που χορηγείται στα Daphnia, ώστε και η διατροφή τους να είναι επαρκής αλλά και για τις ανάγκες εκπλήρωσης των κριτηρίων εγκυρότητας. Σε δοκιμασίες συνεχούς ροής, και για τεχνικούς λόγους, ο σχεδιασμός μπορεί να αλλάξει (να τοποθετηθούν δηλαδή τέσσερις ομάδες των δέκα ζώων σε μεγαλύτερο όγκο), κάθε όμως αλλαγή στον σχεδιασμό της δοκιμασίας πρέπει να αναφέρεται. 1.8.1.3. Αριθμός ζώων Για ημιστατικές δοκιμασίες, απαιτούνται δέκα τουλάχιστον ζώα που τοποθετούνται ανά ένα σε κάθε συγκέντρωση και δέκα τουλάχιστον ζώα για τη σειρά των μαρτύρων. Για δοκιμασίες συνεχούς ροής, αποδείχτηκε ότι κατάλληλος αριθμός είναι 40 ζώα σε τέσσερις ομάδες των δέκα για κάθε συγκέντρωση (1). Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μικρότερος αριθμός ζώων και 20 τουλάχιστον ζώα ανά συγκέντρωση υποδιαιρεμένα σε δύο ή περισσότερες ομάδες με τον ίδιο αριθμό ζώων η καθεμιά (π.χ. τέσσερις ομάδες των πέντα daphnia η καθεμιά). Να σημειωθεί ότι, σε δοκιμασίες όπου τα ζώα τοποθετούνται ομαδικά, δεν είναι δυνατό να εκφραστούν οι αναπαραγωγικές επιδόσεις ως συνολικός αριθμός ζώντων απογόνων ανά ζώντα γεννήτορα στο τέλος της δοκιμασίας εάν σημειωθούν θάνατοι γεννητόρων. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αναπαραγωγικές επιδόσεις πρέπει να εκφραστούν ως "συνολικός αριθμός ζώντων απογόνων ανά γεννήτορα στην αρχή της δοκιμασίας". 1.8.1.4. Τροφή Σε ημιστατικές δοκιμασίες, η παροχή τροφής πρέπει κατά προτίμηση να γίνεται σε ημερήσια βάση, και πάντως τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα (σε συνάρτηση με τις αλλαγές του μέσου). Τυχόν διαφοροποιήσεις (π.χ. σε δοκιμασίες συνεχούς ροής) πρέπει να αναφέρονται. Κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, η τροφή που παρέχεται στους γεννήτορες είναι κατά προτίμηση ζωντανά μονοκύτταρα άλγη ενός ή περισσοτέρων από τα είδη: Chlorella sp, Selenastrum capricornutum [τώρα Pseudokirchneriella subcapitata (11)] και Scenedesmus subspicatus. Η δίαιτα θα πρέπει να βασίζεται στην ποσότητα οργανικού άνθρακα (C) που παρέχεται σε κάθε γεννήτορα. Η έρευνα (12) έχει δείξει ότι για τα Daphnia magna μερίδες μεταξύ 0,1 και 0,2 mg C ανά ζώο ημερησίως αρκούν για να επιτευχθεί ο απαιτούμενος αριθμός απογόνων κατά την έννοια των κριτηρίων εγκυρότητας της δοκιμασίας. Η μερίδα μπορεί να παρέχεται είτε με σταθερό ρυθμό καθ'όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας ή, εάν κριθεί σκόπιμο, με βραδύτερο ρυθμό στην αρχή, που θα αυξάνεται στη συνέχεια όσο θα αναπτύσσονται οι γεννήτορες. Και σ' αυτήν όμως την περίπτωση, η μερίδα πρέπει πάντοτε να παραμένει στην περιοχή τιμών 0,1 έως 0,2 mg C ανά ζώο ημερησίως. Εάν για πρακτικούς λόγους, όπως π.χ. ο αριθμός κυττάρων αλγών ή η απορρόφηση του φωτός, χρησιμοποιηθούν άλλες παράμετροι (π.χ.) για τον υπολογισμό της απαιτούμενης μερίδας (δεδομένου ότι η μέτρηση της περιεκτικότητας σε άνθρακα είναι χρονοβόρος), κάθε εργαστήριο οφείλει να εκπονήσει το δικό του νομογράφημα σχετικά με την εναλλακτική παράμετρο υπολογισμού της περιεκτικότητας της καλλιέργειας αλγών σε άνθρακα (βλέπε παράρτημα 2 σχετικά με τη χάραξη νομογραφήματος). Τα νομογραφήματα πρέπει να ελέγχονται τουλάχιστον σε ετήσια βάση, συχνότερα δε εάν μεταβληθούν στο μεταξύ οι συνθήκες της καλλιέργειας. Η απορρόφηση του φωτός βρέθηκε ότι υπερτερεί του αριθμού των κυττάρων ως εναλλακτική παράμετρος για τον υπολογισμό της περιεκτικότητας σε άνθρακα (13). Στα Daphnia πρέπει να δίδεται ως τροφή συμπυκνωμένο αιώρημα αλγών, ώστε ο όγκος του μέσου με τη καλλιέργεια αλγών που μεταγγίζεται στα δοκιμαστικά δοχεία να είναι ο ελάχιστος δυνατός. Συμπύκνωση των αλγών μπορεί να επιτευχθεί με φυγοκέντρηση και εν συνεχεία επαναιώρηση σε απεσταγμένο νερό, απιονισμένο νερό ή μέσο με καλλιέργεια Daphnia. 1.8.1.5. Φως Φωτισμός επί 16 ώρες με ένταση όχι μεγαλύτερη από 15-20 μE· m-2· s-1. 1.8.1.6. Θερμοκρασία Η θερμοκρασία των μέσων στα οποία θα γίνει η δοκιμασία πρέπει να βρίσκεται στην περιοχή 18-22 °C. και, εφόσον είναι δυνατόν, να μην παρουσιάζει διακύμανση μεγαλύτερη από 2 °C στο πλαίσιο μιας και μόνης δοκιμασίας (δηλαδή 18-20, 19-21 ή 20-22 °C). Για τις ανάγκες παρακολούθησης της θερμοκρασίας, ενδείκνυται ίσως η χρήση ενός επιπλέον δοκιμαστικού δοχείου. 1.8.1.7. Αερισμός Τα δοχεία δεν πρέπει να αερίζονται κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας. 1.8.2. Συγκεντρώσεις Κανονικά, η δοκιμασία πρέπει να γίνει σε πέντε τουλάχιστον συγκεντρώσεις που θα διαφέρουν μεταξύ τους κατά συντελεστή όχι μεγαλύτερο από 3,2 και να γίνει για την κάθε συγκέντρωση ο κατάλληλος αριθμός επαναλήψεων (βλέπε σημείο 1.8.1.3). Εάν η δοκιμασία γίνει σε λιγότερες από πέντε συγκεντρώσεις, θα πρέπει να δοθούν εξηγήσεις. Οι ουσίες δεν πρέπει να υπερβαίνουν το όριο διαλυτότητας στο μέσο της δοκιμασίας. Για τον καθορισμό του εύρους των συγκεντρώσεων, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα: i) προκειμένου για τον υπολογισμό των τιμών LOEC και NOEC, η χαμηλότερη συγκέντρωση πρέπει να είναι αρκετά χαμηλή ώστε η γονιμότητα σ'αυτήν να μην είναι πολύ χαμηλότερη από την αντίστοιχη της ομάδας των μαρτύρων. Σε αντίθετη περίπτωση, η δοκιμασία θα πρέπει να επαναληφθεί με μειωμένη τιμή χαμηλότερης συγκέντρωσης· ii) προκειμένου για τον υπολογισμό των τιμών LOEC και NOEC, η υψηλότερη συγκέντρωση πρέπει να είναι αρκετά χαμηλή ώστε η γονιμότητα σ' αυτήν να είναι πολύ χαμηλότερη από την αντίστοιχη της ομάδας των μαρτύρων. Σε αντίθετη περίπτωση, η δοκιμασία θα πρέπει να επαναληφθεί με αυξημένη τιμή υψηλότερης συγκέντρωσης· iii) για τον υπολογισμό της τιμής ECX σχετικά με την επίπτωση στις αναπαραγωγικές επιδόσεις, συνιστάται η χρησιμοποίηση επαρκών συγκεντρώσεων ώστε η ECX να προσδιοριστεί με επαρκή αξιοπιστία. Για τον υπολογισμό της τιμής EC50, συνιστάται όπως η υψηλότερη συγκέντρωση είναι μεγαλύτερη από την εν λόγω EC50. Διαφορετικά, μολονότι ο υπολογισμός της EC50 θα εξακολουθεί να είναι δυνατός, το διάστημα αξιοπιστίας θα είναι πολύ ευρύ, με ενδεχόμενο αποτέλεσμα να μην μπορεί να αξιολογηθεί ικανοποιητικά η επάρκεια του μοντέλου· iv) καλό θα ήταν να μην περιλαμβάνονται μεταξύ των συγκεντρώσεων της δοκιμασίας τιμές που να έχουν επίπτωση στατιστικώς σημαντική στην επιβίωση των ενηλίκων ατόμων, αφού κάτι τέτοιο θα αλλοίωνε τον χαρακτήρα της δοκιμασίας και θα την μετέτρεπε από απλή δοκιμασία αναπαραγωγής σε συνδυασμένη δοκιμασία αναπαραγωγής και θνησιμότητας, που θα απαιτούσε πολυπλοκότερη στατιστική ανάλυση. Εάν η τοξικότητα της δοκιμαζόμενης ουσίας είναι εκ των προτέρων γνωστή (π.χ. από μελέτες οξείας τοξικότητας ή εντοπισμού εύρους τιμών), διευκολύνεται μάλλον η επιλογή κατάλληλων συγκεντρώσεων. Όταν χρησιμοποιείται διαλύτης ή πρόσθετο διασποράς για την παρασκευή των διαλυμάτων (βλέπε σημείο 1.6.4), η τελική τους συγκέντρωση στα δοχεία δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 0,1 ml/l, θα πρέπει μάλιστα να είναι η ίδια σε όλα τα δοχεία. 1.8.3. Μάρτυρες Επιπλέον της κανονικής σειράς δοκιμασιών, πρέπει να γίνουν δοκιμασίες με μια σειρά μαρτύρων του δοκιμαστικού μέσου και, εφόσον έχει νόημα, με μια σειρά μαρτύρων που να περιέχουν τον διαλύτη ή το πρόσθετο διασποράς. Η συγκέντρωση του διαλύτη ή του προσθέτου διασποράς πρέπει να είναι η ίδια με την αντίστοιχη στα δοχεία που περιέχουν τη δοκιμαζόμενη ουσία. Επιπλέον, απαιτείται κατάλληλος αριθμός επαναλήψεων (βλέπε σημείο 1.8.1.3). Κατά κανόνα, σε μια δοκιμασία που έγινε σωστά, ο συντελεστής διακύμανσης γύρω από τον μέσο αριθμό ζώντων απογόνων (offspring) ανά γεννήτορα στους μάρτυρες πρέπει να είναι <= 25 %, πληροφορία που πρέπει να αναφέρεται όταν πρόκειται για δοκιμασίες κατά τις οποίες τα ζώα τοποθετούνται ανά ένα στα δοχεία. 1.8.4. Ανανέωση του μέσου Η συχνότητα ανανέωσης του μέσου εξαρτάται από τη σταθερότητα της δοκιμαζόμενης ουσίας, πρέπει πάντως να γίνεται τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα. Εάν από προκαταρκτικές δοκιμασίες μελέτης της σταθερότητας (βλέπε σημείο 1.4) είναι γνωστό ότι η συγκέντρωση της δοκιμαζόμενης ουσίας δεν είναι σταθερή (βρίσκεται δηλαδή εκτός των ορίων 80-120 % της ονομαστικής συγκέντρωσης ή κάτω από το 80 % της αρχικά μετρηθείσας συγκέντρωσης) σε όλη τη διάρκεια της μέγιστης προθεσμίας ανανέωσης (δηλαδή τρεις ημέρες), πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο να ανανεώνεται συχνότερα το μέσο ή η δοκιμασία να είναι συνεχούς ροής. Όταν γίνεται ανανέωση του μέσου σε ημιστατικές δοκιμασίες, ετοιμάζεται μια δεύτερη σειρά δοκιμαστικών δοχείων, όπου μεταφέρονται σ' αυτά οι γεννήτορες με γυάλινο σωλήνα κατάλληλης διαμέτρου (για παράδειγμα). Ο όγκος του μέσου που μεταφέρεται μαζί με τα Daphnia πρέπει να είναι ο ελάχιστος δυνατός. 1.8.5. Παρατηρήσεις Tα αποτελέσματα των παρατηρήσεων καταγράφονται σε πίνακες (βλέπε προσαρτήματα 3 και 4). Αν χρειαστεί να γίνουν κι άλλες μετρήσεις (βλέπε 1.3 και 1.8.8), θα υπάρξουν ενδεχομένως κι άλλες παρατηρήσεις. 1.8.6. Απόγονοι Οι απόγονοι (offspring) οι παραγόμενοι από κάθε γεννήτορα είναι προτιμότερο να καταμετρούνται και να απομακρύνονται σε ημερήσια βάση, αμέσως μόλις εμφανιστεί η πρώτη γονή, ώστε να μην καταναλώσουν τροφή προοριζόμενη για τους γεννήτορες. Για τις ανάγκες αυτής της μεθόδου, καταμετρούνται μόνο οι ζώντες απόγονοι (offspring), καταγράφονται όμως τα αβγά των οποίων δεν ολοκληρώθηκε η ανάπτυξη καθώς και οι νεκροί απόγονοι (offspring). 1.8.7. Θνησιμότητα Η θνησιμότητα των γεννητόρων καταγράφεται σε ημερήσια κατά προτίμηση βάση, και τουλάχιστον κάθε φορά που καταμετρούνται οι απόγονοι (offspring). 1.8.8. Άλλες παράμετροι Μολονότι η υπόψη μέθοδος αποβλέπει κατά κύριο λόγο σε μελέτη των επί της αναπαραγωγής επιπτώσεων, ενδέχεται να παρατηρηθούν κι άλλες επιπτώσεις ποσοτικώς μετρήσιμες ώστε να έχει νόημα η στατιστική τους ανάλυση. Οι μετρήσεις που αφορούν την ανάπτυξη παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί δίνουν πληροφορίες για ενδεχόμενες επιπτώσεις σχεδόν θανατηφόρες, και με την έννοια αυτή ενδέχεται να είναι πιο χρήσιμες από τις μετρήσεις μόνο των επιπτώσεων στην αναπαραγωγή. Συνιστάται η μέτρηση του μήκους των γεννητόρων (μήκος του σώματος χωρίς την εδρική άκανθα) στο τέλος της δοκιμασίας. Άλλες παράμετροι που μπορούν να μετρηθούν ή να υπολογιστούν είναι ο χρόνος μέχρις ότου παραχθεί η πρώτη γονή (και οι επόμενες), πόσες φορές γεννάει κάθε γεννήτορας και πόσους απογόνους κάθε φορά, ο αριθμός των αβγών των οποίων δεν ολοκληρώθηκε η ανάπτυξη, η παρουσία αρσενικών ή εφιππίων και ο πραγματικός ρυθμός αύξησης του πληθυσμού. 1.8.9. Συχνότητα αναλυτικών προσδιορισμών και μετρήσεων Η συγκέντρωση του οξυγόνου, η θερμοκρασία, η σκληρότητα και το pH πρέπει να μετρούνται τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, πριν και μετά την ανανέωση του μέσου, στους μάρτυρες και στην υψηλότερη συγκέντρωση της δοκιμαζόμενης ουσίας. Κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, οι συγκεντρώσεις της δοκιμαζόμενης ουσίας προσδιορίζονται σε τακτά διαστήματα. Σε ημιστατικές δοκιμασίες όπου η συγκέντρωση της δοκιμαζόμενης ουσίας αναμένεται να μεταβάλλεται κατά ± 20 % σε σχέση με την ονομαστική (να κυμαίνεται δηλαδή εντός των ορίων 80-120 % - βλέπε 1.4 και 1.8.4), συνιστάται να προσδιορίζονται τουλάχιστον η υψηλότερη και η χαμηλότερη συγκέντρωση αμέσως μόλις παρασκευαστούν τα διαλύματα και με την ευκαιρία μιας ανανέωσης μέσα στην πρώτη εβδομάδα της δοκιμασίας (οι μετρήσεις δηλαδή πρέπει να γίνονται σε δείγματα του ίδιου διαλύματος, μία φορά μόλις παρασκευαστούν και μια δεύτερη μόλις ανανεωθούν). Στη συνέχεια, οι μετρήσεις αυτές πρέπει να επαναλαμβάνονται σε εβδομαδιαία τουλάχιστον βάση. Σε δοκιμασίες όπου η συγκέντρωση της δοκιμαζόμενης ουσίας αναμένεται να κυμαίνεται εντός των ορίων ± 20 % σε σχέση με την ονομαστική τιμή, είναι ανάγκη να προσδιορίζονται όλες οι συγκεντρώσεις, αμέσως μόλις παρασκευαστούν τα διαλύματα και κατά την ανανέωση. Εντούτοις, σε δοκιμασίες όπου η μετρηθείσα αρχική συγκέντρωση της δοκιμαζόμενης ουσίας δεν κυμαίνεται εντός του ± 20 % σε σχέση με την ονομαστική τιμή και εφόσον μπορεί να αποδειχτεί ότι οι αρχικές συγκεντρώσεις είναι επαναληπτικές και σταθερές (κυμαίνονται δηλαδή μέσα στα όρια 80-120 % των αρχικών συγκεντρώσεων), οι μετρήσεις κατά τη διάρκεια της δεύτερης και της τρίτης εβδομάδας της δοκιμασίας μπορούν να περιοριστούν στην υψηλότερη και τη χαμηλότερη συγκέντρωση. Σε όλες τις περιπτώσεις, ο προσδιορισμός των συγκεντρώσεων της δοκιμαζόμενης ουσίας πριν την ανανέωση χρειάζεται να γίνεται μόνο σε ένα δοχείο, από αυτά που χρησιμοποιούν για κάθε επίπεδο συγκέντρωσης. Σε δοκιμασία συνεχούς ροής, ενδείκνυται καθεστώς δειγματοληψίας ανάλογο με το περιγραφόμενο για ημιστατικές δοκιμασίες (στην περίπτωση όμως αυτή δεν ισχύουν οι μετρήσεις "παλαιών" διαλυμάτων). Εντούτοις, καλό θα ήταν να αυξηθεί ο αριθμός των δειγματοληψιών στη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας (π.χ. τρεις σειρές μετρήσεων) ώστε να είναι βέβαιο ότι οι συγκεντρώσεις παραμένουν σταθερές. Σε δοκιμασίες αυτού του τύπου, ο ρυθμός ροής του μέσου αραίωσης και της δοκιμαζόμενης ουσίας πρέπει να ελέγχονται καθημερινά. Εάν μπορεί να αποδειχτεί ότι η συγκέντρωση της δοκιμαζόμενης ουσίας κυμάνθηκε στη διάρκεια της δοκιμασίας κατά ± 20 % σε σχέση με την ονομαστική ή την αρχικώς μετρηθείσα, τότε τα αποτελέσματα μπορούν να βασιστούν στις ονομαστικές ή τις αρχικώς μετρηθείσες τιμές. Εάν η απόκλιση από την ονομαστική ή την αρχικώς μετρηθείσα συγκέντρωση είναι μεγαλύτερη από ± 20 %, τα αποτελέσματα πρέπει να εκφραστούν ως μέσος όρος συναρτήσει του χρόνου (βλέπε προσάρτημα 5). 2. ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ 2.1. ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ Η εν λόγω δοκιμασία αποσκοπεί σε προσδιορισμό των επιπτώσεων της δοκιμαζόμενης ουσίας επί του συνολικού αριθμού ζώντων απογόνων (offspring) ανά ζώντα γεννήτορα στο τέλος της δοκιμασίας. Ο συνολικός αριθμός ζώντων απογόνων (offspring) ανά ζώντα γεννήτορα πρέπει να υπολογίζεται για κάθε δοχείο (με την ίδια συγκέντρωση). Εάν κατά τη διάρκεια δοκιμασίας ο γεννήτορας πεθάνει ή αποδειχτεί αρσενικό άτομο, το συγκεκριμένο δοχείο εξαιρείται από την ανάλυση, η οποία και θα βασιστεί σε μειωμένο αριθμό δοχείων της ίδιας συγκέντρωσης. Για τον προσδιορισμό της LOEC, και συνεπώς της NOEC (για τις επιπτώσεις της χημικής ουσίας στις αναπαραγωγικές επιδόσεις), πρέπει να υπολογιστεί ο μέσος όρος των αναπαραγωγικών επιδόσεων επί όλων των δοχείων της ίδιας συγκέντρωσης και η συνολική παραμένουσα τυπική απόκλιση, πράγμα που μπορεί να γίνει με ανάλυση διασποράς (ANOVA). Ο μέσος όρος που αντιστοιχεί σε κάθε συγκέντρωση συγκρίνεται στη συνέχεια με τον μέσο όρο που αντιστοιχεί στους μάρτυρες, με τη βοήθεια κατάλληλης μεθόδου πολλαπλών συγκρίσεων. Ενδείκνυνται ενδεχομένως οι δοκιμασίες Dunnett ή Williams (14) (15) (16) (17). Είναι ανάγκη να εξακριβώνεται κατά πόσον ευσταθεί η υπόθεση (της ανάλυσης ANOVA) περί ομοιογένειας της διασποράς. Συνιστάται μάλιστα αυτό να γίνεται με γραφική παράσταση μάλλον παρά με έναν τυπικό έλεγχο σημαντικότητας (18)· πρόσφορη εναλλακτική λύση είναι μια δοκιμασία Bartlett. Εάν διαπιστωθεί ότι η υπόθεση αυτή δεν ευσταθεί, τότε πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μετατροπής των δεδομένων ώστε να ομογενοποιηθούν οι διασπορές προτού γίνει ανάλυση διασποράς (ANOVA), ή να γίνει μια σταθμισμένη ανάλυση διασποράς (ANOVA). Υπολογίζεται και καταγράφεται ο βαθμός επίπτωσης που μπορεί να εντοπιστεί μέσω ANOVA (ήτοι η ελάχιστη σημαντική διαφορά). Για να υπολογιστεί η συγκέντρωση που έχει ως αποτέλεσμα μείωση των αναπαραγωγικών επιδόσεων κατά 50 % (δηλαδή η EC50), μια κατάλληλη καμπύλη, όπως η λογιστική καμπύλη, πρέπει να προσαρμοστεί στα δεδομένα με τη βοήθεια στατιστικής μεθόδου, όπως είναι η μέθοδος των ελαχίστων τετραγώνων. Η καμπύλη μπορεί να γίνει παραμετρική ώστε να μπορούν να προσδιοριστούν απευθείας η EC50 και το τυπικό σφάλμα αυτής. Διευκολύνεται έτσι σε μεγάλο βαθμό ο υπολογισμός του ορίου εμπιστοσύνης της EC50. Καθορίζεται αμφίπλευρο όριο εμπιστοσύνης 95 %, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να καθοριστεί άλλο. Η διαδικασία προσαρμογής καλό είναι να επιτρέπει να αξιολογείται ο βαθμός έλλειψης προσαρμογής. Αυτό μπορεί να γίνει με γραφική παράσταση ή με διαχωρισμό του αθροίσματος των τετραγώνων σε "έλλειψη προσαρμογής" και σε "συνιστώσες καθαρού σφάλματος" και με πραγματοποίηση ελέγχου σημαντικότητας της έλλειψης προσαρμογής. Αφού τα διαλύματα που συμβάλλουν σε υψηλή γονιμότητα αναμένεται να παρουσιάζουν μεγαλύτερη διασπορά του αριθμού παραγόμενων απογόνων (juveniles) από εκείνα που συμβάλλουν σε χαμηλή γονιμότητα, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο στάθμισης των παρατηρούμενων τιμών κατά τρόπο ώστε να απηχούν τις διαφορές που εμφανίζουν οι διάφορες ομάδες ως προς τη διασπορά [βλέπε (18)]. Κατά την ανάλυση των δεδομένων της τελικής δοκιμασίας δακτυλίου (2), χαράχτηκε μια λογιστική καμπύλη με τη βοήθεια του παρακάτω μοντέλου, μολονότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν κι άλλα μοντέλα: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> όπου: Y: ο συνολικός αριθμός απογόνων (juveniles) ανά ζώντα γεννήτορα στο τέλος της δοκιμασίας (υπολογιζόμενος για κάθε δοχείο χωριστά), x: η συγκέντρωση της ουσίας, c: ο αναμενόμενος αριθμός απογόνων (juveniles) όταν x = 0, x0: η EC50 στον πληθυσμό, b: η κλίση της καμπύλης. Το μοντέλο αυτό μπορεί να καλύψει μεγάλο αριθμό καταστάσεων, υπάρχουν όμως και δοκιμασίες για τις οποίες δεν ενδείκνυται. Η καταλληλότητα του ως άνω μοντέλου πρέπει να ελέγχεται. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να ενδείκνυται ένα μοντέλο (hormesis model) στο οποίο χαμηλές συγκεντρώσεις έχουν αυξημένη επίπτωση (19). Mπορούν επίσης να προσδιοριστούν κι άλλες συγκεντρώσεις που έχουν επίπτωση στην αναπαραγωγή, όπως οι EC10 και EC20, αν και είναι προτιμότερο να χρησιμοποιηθούν διαφορετικές παράμετροι από εκείνες που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της EC50. 2.2. ΕΚΘΕΣΗ Η έκθεση με τα αποτελέσματα της δοκιμασίας πρέπει να περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες: 2.2.1. Δοκιμαζόμενη ουσία: - φυσικές ιδιότητες και φυσικοχημικές ιδιότητες που άπτονται της δοκιμασίας, - χημικά χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων η καθαρότητα. 2.2.2. Δοκιμαζόμενο είδος: - ο κλώνος (διευκρινίζεται κατά πόσον έχει προσδιοριστεί ο γονότυπός του), προμηθευτής ή πηγή (εάν είναι γνωστά) και συνθήκες καλλιέργειας. Εάν χρησιμοποιηθεί είδος άλλο από τα Daphnia magna, αναφέρεται και αιτιολογείται. 2.2.3. Συνθήκες της δοκιμασίας: - ακολουθούμενη διαδικασία (ημιστατική ή συνεχούς ροής, όγκος, φορτίο = αριθμός Daphnia ανά λίτρο), - φωτοπερίοδος και ένταση του φωτός, - συνοπτική περιγραφή της δοκιμασίας (π.χ. αριθμός δοχείων με την ίδια συγκέντρωση, αριθμός γεννητόρων ανά δοχείο), - λεπτομερείς πληροφορίες για το μέσο·όπου γίνεται η καλλιέργεια, - τυχόν προστιθέμενες οργανικές ύλες (σύνθεση, πηγή προέλευσης, μέθοδος παρασκευής), TOC/COD των πυκνών διαλυμάτων, προσδιορισμός TOC/COD στο μέσο όπου γίνεται η δοκιμασία, - λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την παροχή τροφής [ποσότητα σε mg C/Daphnia ημερησίως, είδος τροφής (εάν πρόκειται για φύκη, ονομασίες των ειδών, και, εάν είναι γνωστά,, το στέλεχος και οι συνθήκες της καλλιέργειας)], - μέθοδος παρασκευής των πυκνών διαλυμάτων και συχνότητα ανανέωσης (αναφέρονται, εφόσον χρησιμοποιούνται, διαλύτης και πρόσθετο διασποράς και σε τι συγκέντρωση). 2.2.4. Αποτελέσματα: - αποτελέσματα τυχόν προκαταρκτικών μελετών σχετικά με τη σταθερότητα της δοκιμαζόμενης ουσίας, - ονομαστικές συγκεντρώσεις και αποτελέσματα όλων των αναλύσεων προσδιορισμού της συγκέντρωσης της δοκιμαζόμενης ουσίας στα δοκιμαστικά δοχεία (βλέπε πίνακες προσαρτήματος 4)· αναφέρονται επίσης συντελεστής ανάκτησης της μεθόδου και όριο προσδιορισμού, - ποιότητα του νερού στα δοκιμαστικά δοχεία (pH, θερμοκρασία, συγκέντρωση διαλελυμένου οξυγόνου, TOC ή/και COD και σκληρότητα κατά περίπτωση) (βλέπε πίνακα προσαρτήματος 3), - πλήρης καταγραφή ζώντων απογόνων (offspring) ανά γεννήτορα (βλέπε πίνακα προσαρτήματος 3), - αριθμός θανάτων μεταξύ των γεννητόρων και ημέρα κατά την οποία σημειώθηκαν (βλέπε πίνακα προσαρτήματος 3), - συντελεστής διακύμανσης για τον έλεγχο γονιμότητας (βάσει του συνολικού αριθμού ζώντων απογόνων (offspring) ανά γεννήτορα στο τέλος της δοκιμασίας), - γραφική παράσταση του συνολικού αριθμού ζώντων απογόνων (offspring) ανά ζώντα γεννήτορα (για κάθε συγκέντρωση διαλύματος) στο τέλος της δοκιμασίας συναρτήσει της συγκέντρωσης της δοκιμαζόμενης ουσίας, - η ελάχιστη συγκέντρωση παρατηρούμενης επίπτωσης (LOEC) στην αναπαραγωγή (συμπεριλαμβάνονται περιγραφή των στατιστικών μεθόδων που εφαρμόζονται και ενδεικτική αναφορά ως προς τον πιθανό βαθμό επίπτωσης) και η συγκέντρωση μη παρατηρούμενης επίπτωσης (NOEC) στην αναπαραγωγή· αναφέρονται κατά περίπτωση οι τιμές LOEC και NOEC για τη θνησιμότητα των γεννητόρων, - κατά περίπτωση, η τιμή της συγκέντρωσης ECx για την αναπαραγωγή και το όριο εμπιστοσύνης και γραφική παράσταση του προσαρμοσμένου μοντέλου που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της, η κλίση της καμπύλης δόσης-απόκρισης και το τυπικό σφάλμα, - άλλες βιολογικές επιπτώσεις και μετρήσεις: αναφέρονται τυχόν άλλες βιολογικές επιπτώσεις που παρατηρήθηκαν ή μετρήθηκαν (π.χ. ανάπτυξη των γεννητόρων), συνοδευόμενες από τυχόν εξήγηση, - αιτιολόγηση κάθε παρέκκλισης από τη μέθοδο της δοκιμασίας. 3. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (1) OECD Test Guideline Programme, Report of the Workshop on the Daphnia magna Pilot Ring Test, Sheffield University, UK, 20-21 March 1993. (2) OECD Environmental Health and Safety Publications. Series on Testing and Assessment No. 6. Report of the Final Ring Test of the Daphnia magna Reproduction Test Paris. 1997. (3) Baird D. J., Barber J., Bradley M. C., Soares A. M. V. M. and Calow P. (1991). A comparative study of genotype sensitivity to acute toxic stress using clones of Daphnia magna Strauss. Ecotoxicology and Environmental Safety, 21, pp. 257-265. (4) Elendt B. P., (1990). Selenium deficiency in Crustacea; An ultrastructural approach to antennal damage in Daphnia magna Straus. Protoplasma, 154, pp. 25-33. (5) EPA (1993). Methods for Measuring the Acute Toxicity of Effluents and Receiving Waters to Freshwater and Marine Organisms. (Fourth ed.). EPA/600/4-90/027F. C. I. Weber (ed), USEPA, Cincinnati, Ohio. (6) Vigano L., (1991) Suitability of commercially available spring waters as standard medium for culturing Daphnia magna. Bull. Environ. Contam. Toxicol., 47, pp. 775-782. (7) ASTM (1988). Standard Guide for Conducting Acute Toxicity Tests with Fishes, Macroinvertebrates and Amphibians. E729-88a. American Society for Testing and Materials, Philadelphia P.A. 20 pp. (8) Baird D. J., Soares A. M. V. M., Girling A., Barber J., Bradley M. C. and Calow P. (1989). The long term maintenance of Daphnia magna Straus for use in ecotoxicological tests; problems and prospects. In: Proceedings of the 1st European Conference on Ecotoxicology. Copenhagen 1988 (H.Løkke, H. Tyle & F. Bro-Rasmussen. Eds.), pp. 144-148. (9) Parkhurst B. R., Forte J. L. and Wright G. P. (1981). Reproducibility of a life-cycle toxicity test with Daphnia magna. Bull. Environ. Contam. and Toxicol., 26, pp. 1-8. (10) Cowgill U. M. and Milazzo D. P. (1990) The sensitivity of two cladocerans to water quality variables: salinity and hardness. Arch. Hydrobiol., 120(2), pp. 185-196. (11) Korshikov (1990). Pseudokirchneriella subcapitata Hindak, F-1990. Biologice Prace, 36, 209. (12) Sims I. R., Watson S. and Holmes D. (1993). Toward a standard Daphnia juvenile production test. Environmental Toxicology and Chemistry, 12, pp. 2053-2058. (13) Sims I. (1993). Measuring the growth of phytoplankton: the relationship between total organic carbon with three commonly used parameters of algal growth. Arch. Hydrobiol., 128, pp. 459-466. (14) Dunnett C. W., (1955). A multiple comparisons procedure for comparing several treatments with a control. J. Amer. Statist. Assoc., 50, pp. 1096-1121. (15) Dunnett C. W., (1964). New tables for multiple comparisons with a control. Biometrics, 20, pp. 482-491. (16) Williams D. A. (1971). A test for differences between treatment means when several dose levels are compared with a zero dose control. Biometrics 27, pp. 103-117. (17) Williams D. A. (1972). The comparison of several dose levels with a zero dose control. Biometrics, 28, pp. 510-531. (18) Draper N. R. and Smith H. (1981). Applied Regression Analysis, second edition, Wiley, N.Y. (19) Brain P. and Cousens R. (1989). An equation to describe dose responses where there is stimulation of growth at low doses. Weed Research, 29, pp. 93-96. (20) Wilson E. O. and Bossert, W. H. (1971). A Primer of Population Biology. Sinauer Associates Inc. Publishers. (21) Poole R. W. (1974). An Introduction to quantitative Ecology. McGraw-Hill Series in Population Biology, New York, pp. 532. (22) Meyer J. S., Ingersoll C. G., McDonald L. L. and Boyce M. S. (1986). Estimating uncertainty in population growth rates: Jackknife vs bootstrap techniques. Ecology, 67, pp. 1156-1166. ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 1 ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ELENDT M7 ΚΑΙ M4 ΕΠΑΚΡΙΒΩΣ ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΩΝ Εγκλιματισμός των Daphnia στα Elendt M7 and M4 Μερικά εργαστήρια αντιμετώπισαν δυσκολίες κατά την άμεση μεταφορά Daphnia στα μέσα M4 (1) και M7, οι οποίες όμως ξεπεράστηκαν σε κάποιο βαθμό με σταδιακό εγκλιματισμό, με μεταφορά δηλαδή από το μέσον στο οποίο βρισκόντουσαν σε συγκέντρωση 30 %,στη συνέχεια σε συγκέντρωση 60 % και κατόπιν σε 100 %. Ο εγκλιματισμός μπορεί να διαρκέσει έως και ένα μήνα. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Ιχνοστοιχεία >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Μέσα M4 και M7 >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Το πυκνό διάλυμα συνδυασμού βιταμινών αποθηκεύεται κατεψυγμένο, σε μικρά μερίδια. Οι βιταμίνες προστίθενται στα μέσα λίγο πριν τη χρήση. Σημειώσεις: Προς αποφυγή καθίζησης αλάτων κατά τη διαδικασία παρασκευής του πλήρους μέσου, προστίθενται οι ποσότητες των πυκνών διαλυμάτων σε 500-800 ml απιονισμένου νερού και εν συνεχεία ο όγκος συμπλρώνεται μέχρις ενός λίτρου. Η πρώτη δημοσίευση σχετικά με το M4 βρίσκεται στο Elendt, B.P. (1990). Selenium deficiency in crustacea; an ultrastructural approach to antennal damage in Daphnia magna Straus. Protoplasma, 154, σ.σ. 25-33. ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 2 ΑΝΑΛΥΣΗ ΟΛΙΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΚΟΥ ΑΝΘΡΑΚΑ (TOC) ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΝΟΜΟΓΡΑΦΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΑΛΓΩΝ ΤΡΟΦΗΣ ΣΕ TOC Η περιεκτικότητα σε άνθρακα των αλγών που χρησιμοποιούνται ως τροφή δεν μπορεί κανονικά να μετρηθεί απευθείας αλλά έμμεσα με τη βοήθεια νομογραφημάτων, όπου χρησιμοποιούνται ως παράμετροι ο αριθμός των κυττάρων ή η απορρόφηση του φωτός. Ο προσδιορισμός του TOC πρέπει να γίνεται με τη μέθοδο της οξείδωσης σε υψηλή θερμοκρασία μάλλον παρά με άλλες μεθόδους όπως με τη μέθοδο της υπεριώδους ακτινοβολίας ή τη μέθοδο του υπερθειικού (βλέπε: The Instrumental Determination of Total Organic Carbon, Total Oxygen Demand and Related Determinants 1979, HMSO 1980; 49 High Holborn, London WC1V 6HB). Για τη χάραξη του νομογραφήματος, τα άλγη διαχωρίζονται από το μέσο της καλλιέργειας με φυγοκέντρηση και εν συνεχεία επαναιώρηση σε απεσταγμένο νερό. Μετράται η εναλλακτική παράμετρος και η συγκέντρωση TOC σε κάθε δείγμα τρεις φορές. Αναλύονται τα τυφλά διαλύματα που περιέχουν απεσταγμένο νερό και η συγκέντρωση TOC συνάγεται από την αντίστοιχη του δείγματος με τα άλγη. Η γραμμή του νομογραφήματος πρέπει να είναι ευθεία στην περιοχή των συγκεντρώσεων άνθρακα που ενδιαφέρουν. Σχετικά παραδείγματα δίνονται στη συνέχεια. Σημείωση: Τα νομογραφήματα που ακολουθούν δεν προσφέρονται για μετατροπές. Τα εργαστήρια χαράσσουν τα δικά τους νομογραφήματα. >PIC FILE= "L_2001225EL.025702.TIF"> >PIC FILE= "L_2001225EL.025801.TIF"> >PIC FILE= "L_2001225EL.025802.TIF"> ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 3 ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΦΥΛΟΥ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΟΠΟΥ ΚΑΤΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ Η ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΟΥ ΜΕΣΟΥ, ΦΥΣΙΚΟΧΗΜΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ, Η ΠΑΡΕΧΟΜΕΝΗ ΤΡΟΦΗ, Η ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΔAPHNIA ΚΑΙ Η ΘΝΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ ΑΤΟΜΩΝ >PIC FILE= "L_2001225EL.025902.TIF"> ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 4 ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΦΥΛΛΟΥ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΧΗΜΙΚΩΝ ΑΝΑΛΥΣΕΩΝ α) Μετρηθείσες συγκεντρώσεις >PIC FILE= "L_2001225EL.026002.TIF"> β) Μετρηθείσες συγκεντρώσεις ως ποσοστό επί της ονομαστικής τιμής >PIC FILE= "L_2001225EL.026003.TIF"> ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 5 ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΕΣΟΥ ΟΡΟΥ ΣΥΝΑΡΤΗΣΕΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ Μέσος όρος συναρτήσει του χρόνου Δεδομένου ότι η συγκέντρωση της υπό δοκιμή ουσίας μπορεί να μειωθεί στο χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο διαδοχικές ανανεώσεις του μέσου, είναι απαραίτητο να εξετάζεται ποια συγκέντρωση πρέπει να επιλεγεί ως αντιπροσωπευτική της σειράς συγκεντρώσεων στις οποίες εκτίθενται οι γεννήτορες Daphnia. Η επιλογή πρέπει να βασιστεί τόσο σε βιολογικά όσο και σε στατιστικά κριτήρια. Εάν για παράδειγμα θεωρείται ότι η αναπαραγωγή επηρεάζεται περισσότερο από τη μέγιστη συγκέντρωση, τότε χρησιμοποιείται η μέγιστη συγκέντρωση. Εάν όμως θεωρείται ότι υπερισχύει η αθροιστική ή η μακροπρόθεσμη επίπτωση της τοξικής ουσίας, τότε καταλληλότερη είναι μια μέση συγκέντρωση. Σε μια τέτοια περίπτωση, ενδείκνυται να χρησιμοποιηθεί ως μέσος όρος μια μέση τιμή συγκέντρωσης που υπολογίζεται συναρτήσει του χρόνου, αφού συνυπολογίζεται έτσι η χρονική διακύμανση της στιγμιαίας συγκέντρωσης. Σχήμα 1: Παράδειγμα μέσου όρου συναρτήσει του χρόνου >PIC FILE= "L_2001225EL.026102.TIF"> Στο σχήμα 1 φαίνεται ένα παράδειγμα (απλοποιημένης) δοκιμής διάρκειας 7 ημερών με ανανέωση του μέσου στις ημέρες 0, 2 και 4. - Η λεπτή γραμμή (τεθλασμένη) απεικονίζει τη συγκέντρωση συναρτήσει του χρόνου. Η πτώση των τιμών της συγκέντρωσης θεωρείται ότι είναι εκθετική. - Τα έξι σημεία που διακρίνονται αντιστοιχούν στις συγκεντρώσεις που μετρήθηκαν πριν και μετά από κάθε ανανέωση. - Η παχιά ευθεία απεικονίζει τη θέση του μέσου όρου συναρτήσει του χρόνου. Ο μέσος όρος συναρτήσει του χρόνου υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε το εμβαδόν κάτω από την παχιά ευθεία (μέσος όρος συναρτήσει χρόνου) να ισούται με το εμβαδόν κάτω από την τεθλασμένη (καμπύλη των συγκεντρώσεων). Ο υπολογισμός για το παραπάνω παράδειγμα εμφαίνεται στον πίνακα 1. Πίνακας 1: Υπολογισμός του μέσου όρου συναρτήσει του χρόνου (μέσος όρος TW) >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Ημέρες: η διάρκεια μιας περιόδου ανανέωσης. Conc0: η συγκέντρωση που μετρείται στην αρχή εκάστης περιόδου ανανέωσης. Conc1: η συγκέντρωση που μετρείται στο τέλος εκάστης περιόδου ανανέωσης. Ln(Conc0): ο φυσικός λογάριθμος της συγκέντρωσης 0. Ln(Conc1): ο φυσικός λογάριθμος της συγκέντρωσης 1. Εμβαδόν: το εμβαδόν κάτω από την εκθετική καμπύλη για κάθε περίοδο ανανέωσης, υπολογιζόμενο βάσει του τύπου: >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> Ο μέσος όρος συναρτήσει του χρόνου (μέσος όρος TW) προκύπτει με διαίρεση του ολικού εμβαδού δια του συνολικού αριθμού ημερών. Εννοείται ότι για τη δοκιμασία αναπαραγωγής Daphnia ο πίνακας επεκτείνεται για να καλύψει 21 ημέρες. Είναι σαφές ότι όταν γίνεται παρατήρηση στην αρχή μόνο και στo τέλος κάθε περιόδου ανανέωσης, δεν υπάρχει δυνατότητα να επιβεβαιωθεί κατά πόσον η πτώση των τιμών της συγκέντρωσης ακολουθεί όντως εκθετική πορεία. Διαφορετική καμπύλη θα οδηγήσει σε διαφορετικό υπολογισμό του εμβαδού. Εντούτοις, μια εκθετική καμπύλη πτώσης των τιμών δεν αποκλείεται, είναι μάλιστα η προσφορότερη καμπύλη αν δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες. Προσοχή χρειάζεται σε περίπτωση κατά την οποία δεν ανιχνευτεί καθόλου ουσία στο τέλος της περιόδου ανανέωσης. Είναι αδύνατον να προκύψει κάτω από την καμπύλη ένα εμβαδόν που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και συνεπώς ένας λογικός μέσος όρος TW, εκτός εάν υπάρχει τρόπος να εκτιμηθεί με τι ρυθμούς εξαφανίστηκε από το διάλυμα η ουσία. (1) OECD, Paris, 1992, Test Guideline 210, "Fish, Early-life Stage Toxicity Test". (2) OECD, Paris, 1992, Test Guideline 210, "Fish, Early-life Stage Toxicity Test". (3) >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ> (4) Οι γραφικές παραστάσεις συγκέντρωσης της υπό δοκιμή ουσίας στην υδατική φάση (Caqads) συναρτήσει του χρόνου θα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της επίτευξης κατάστασης ισορροπίας (βλέπε εικόνα 2 παράρτημα 5). (5) DT-50: χρόνος αποικοδόμησης για το 50 % της υπό δοκιμή ουσίας. ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI ΓΕΝΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗΣ ΤΩΝ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΩΝ Περιεχόμενα >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> 1. ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1.1. Σκοπός της ταξινόμησης είναι ο προσδιορισμός όλων των φυσικοχημικών, τοξικολογικών και οικοτοξικολογικών ιδιοτήτων των ουσιών και των παρασκευασμάτων οι οποίες είναι δυνατόν να προκαλέσουν κινδύνους κατά το συνήθη χειρισμό και τη χρήση τους. Μετά τον προσδιορισμό των τυχόν επικίνδυνων ιδιοτήτων, η ουσία ή το παρασκεύασμα πρέπει να επισημανθεί, σύμφωνα με μια αποδεκτή διαδικασία, ώστε να υποδηλώνονται ο κίνδυνος ή οι κίνδυνοι με σκοπό την προστασία των χρηστών, του ευρέος κοινού, και του περιβάλλοντος. 1.2. Το παρόν παράρτημα καθορίζει τις γενικές αρχές που διέπουν την ταξινόμηση και επισήμανση των ουσιών και των παρασκευασμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 4 της παρούσας οδηγίας, στο άρθρο 4 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, και σε άλλες οδηγίες που αφορούν τα επικίνδυνα παρασκευάσματα. Απευθύνεται σε όλους όσους ασχολούνται με μεθόδους ταξινόμησης και επισήμανσης των επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων. 1.3. Οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας καθώς και της οδηγίας 1999/45/ΕΚ θα χρησιμεύσουν ως κύριο μέσο παροχής βασικών πληροφοριών για τις επικίνδυνες ουσίες και παρασκευάσματα στο ευρύ κοινό και στους εργαζόμενους. Η ετικέτα επισύρει την προσοχή των χειριστών ή των χρηστών των ουσιών και των παρασκευασμάτων στους κινδύνους που ενυπάρχουν σε ορισμένα τέτοια υλικά. Η ετικέτα μπορεί, επίσης, να χρησιμεύει στην προσέλκυση της προσοχής σε πιο ολοκληρωμένες πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια και χρήση, από αυτές που είναι διαθέσιμες σε άλλες μορφές. 1.4. Στη διατύπωση της ετικέτας λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιθανοί κίνδυνοι που είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν κατά το συνήθη χειρισμό ή χρήση των επικίνδυνων ουσιών ή παρασκευασμάτων όταν αυτά είναι στη μορφή με την οποία διατίθενται στην αγορά όχι, όμως, αναγκαστικά και για οποιαδήποτε διαφορετική μορφή με την οποία θα χρησιμοποιηθούν τελικά, π.χ., ύστερα από αραίωση. Οι πιο σοβαροί κίνδυνοι τονίζονται με σύμβολα. Οι κίνδυνοι αυτοί καθώς και άλλοι που προέρχονται από άλλες επικίνδυνες ιδιότητες διασαφηνίζονται με τυποποιημένες φράσεις κινδύνου ενώ ειδικές φράσεις ασφαλούς χρήσης παρέχουν συμβουλές για τις απαραίτητες προφυλάξεις. Στην περίπτωση των ουσιών, οι πληροφορίες ολοκληρώνονται με την αναγραφή του ονόματος της ουσίας σύμφωνα με διεθνώς αναγνωρισμένη χημική ονοματολογία, κατά προτίμηση την ονομασία που χρησιμοποιείται στον ευρωπαϊκό κατάλογο των χημικών ουσιών που κυκλοφορούν στο εμπόριο (Einecs) ή στον ευρωπαϊκό κατάλογο των γνωστοποιημένων χημικών ουσιών (Elincs) και τον αριθμό ΕΚ και το όνομα, τη διεύθυνση, και τον αριθμό τηλεφώνου του εγκατεστημένου στην Κοινότητα προσώπου το οποίο είναι υπεύθυνο για τη διάθεση της ουσίας στην αγορά. Στην περίπτωση των παρασκευασμάτων, οι πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, ολοκληρώνονται με: - την αναγραφή της περιγραφής ή της εμπορικής ονομασίας του παρασκευάσματος, - την αναγραφή της χημικής ονομασίας της ουσίας ή των ουσιών που υπάρχουν στο παρασκεύασμα και - την αναγραφή του ονόματος, της διεύθυνσης και του αριθμού τηλεφώνου του εγκατεστημένου στην Κοινότητα προσώπου, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη διάθεση του παρασκευάσματος στην αγορά. 1.5. Σύμφωνα με το άρθρο 6, οι παρασκευαστές, διανομείς και εισαγωγείς επικίνδυνων ουσιών που περιλαμβάνονται στο Einecs, αλλά δεν έχουν ακόμη περιληφθεί στο παράρτημα Ι, οφείλουν να ερευνήσουν ώστε να λάβουν γνώση των υφιστάμενων σχετικών δεδομένων στα οποία μπορούν να έχουν πρόσβαση και τα οποία αφορούν τις ιδιότητες των ουσιών αυτών. Με βάση τις πληροφορίες αυτές, συσκευάζουν τις εν λόγω ουσίες και προβαίνουν σε προσωρινή επισήμανση αυτών σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στα άρθρα 22 έως 25 και με τα κριτήρια του παρόντος παραρτήματος. 1.6. Δεδομένα που απαιτούνται για την ταξινόμηση και την επισήμανση 1.6.1. Τα δεδομένα που απαιτούνται για την ταξινόμηση και την επισήμανση των ουσιών είναι δυνατόν να ληφθούν: α) όσον αφορά τις ουσίες για τις οποίες απαιτούνται οι πληροφορίες που καθορίζονται στο παράρτημα VII, τα περισσότερα από τα αναγκαία στοιχεία για την ταξινόμηση και την επισήμανση περιέχονται στο "βασικό φάκελο". Η ταξινόμηση και επισήμανση πρέπει να αναθεωρούνται, εάν είναι αναγκαίο, κάθε φορά που γίνονται γνωστές περισσότερες πληροφορίες (παράρτημα VIII)· β) όσον αφορά τις άλλες ουσίες (π.χ., αυτές που αναφέρονται στο σημείο 1.5), τα στοιχεία που απαιτούνται για την ταξινόμηση και επισήμανση μπορούν, εάν είναι αναγκαίο, να ληφθούν από διάφορες πηγές, π.χ.: - αποτελέσματα προηγουμένων δοκιμών, - πληροφορίες που απαιτούνται από τους διεθνείς κανονισμούς μεταφοράς επικίνδυνων ουσιών, - πληροφορίες που προέρχονται από εργασίες αναφοράς και τη βιβλιογραφία ή - πληροφορίες που είναι αποτέλεσμα πρακτικής εμπειρίας. Τα αποτελέσματα αξιολογημένων σχέσεων δομής-δράσης και η κρίση εμπειρογνωμόνων πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη όπου απαιτείται. 1.6.2. Για τα παρασκευάσματα, τα απαιτούμενα στοιχεία για την ταξινόμηση και επισήμανσή τους μπορούν να ληφθούν: α) εάν πρόκειται για φυσικοχημικά δεδομένα, με την εφαρμογή των μεθόδων που καθορίζονται στο παράρτημα V της οδηγίας. Αυτό ισχύει, επίσης, και για τα παρασκευάσματα που καλύπτονται από την οδηγία 91/414/ΕΟΚ εκτός και εάν άλλες διεθνώς αναγνωρισμένες μέθοδοι είναι αποδεκτές σύμφωνα με τις διατάξεις των παρατημάτων ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ (άρθρο 5 παράγραφος 5 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ). Για τον προσδιορισμό των εύφλεκτων και οξειδωτικών ιδιοτήτων των αερίων παρασκευασμάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια μέθοδος υπολογισμού (βλέπε σημεία 9.1.1.1 και 9.1.1.2) Για τα μη αέρια παρασκευάσματα που περιέχουν οργανικά υπεροξείδια, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια μέθοδος υπολογισμού για τις οξειδωτικές ιδιότητες (βλέπε σημείο 2.2.2.1)· β) εάν πρόκειται για δεδομένα σχετικά με τις επιπτώσεις στην υγεία: - με την εφαρμογή των μεθόδων που καθορίζονται στο παράρτημα V της οδηγίας, εκτός και εάν, στην περίπτωση προϊόντων φυτοπροστασίας, είναι αποδεκτές άλλες διεθνώς αναγνωρισμένες μέθοδοι σύμφωνα με τις διατάξεις των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ [άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 1999/45/ΕΚ], - ή/και με την εφαρμογή των συμβατικών μεθόδων που αναφέρονται στο άρθρο 6 και στο παράρτημα ΙΙ μέρος Α σημεία 1 έως 6 και μέρος Β σημεία 1 έως 5, της οδηγίας 1999/45/ΕΚ ή - στην περίπτωση της φράσης R65, με την εφαρμογή των κανόνων του σημείου 3.2.3, - εάν, όμως, πρόκειται για την αξιολόγηση των καρκινογόνων και μεταλλαξιγόνων ιδιοτήτων καθώς και της τοξικότητας στην αναπαραγωγή, με την εφαρμογή των συμβατικών μεθόδων που αναφέρονται στο άρθρο 6 και στο παράρτημα ΙΙ μέρος Α σημεία 7 έως 9, και μέρος Β σημεία 6, της οδηγίας 1999/45/ΕΚ· γ) εάν πρόκειται για δεδομένα σχετικά με οικοτοξικολογικές ιδιότητες: i) όσον αφορά την υδάτινη τοξικότητα μόνο: - με την εφαρμογή των μεθόδων που αναφέρονται στο παράρτημα V σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στο παράρτημα Γ της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, εκτός και εάν, στην περίπτωση προϊόντων φυτοπροστασίας, είναι αποδεκτές άλλες διεθνώς αναγνωρισμένες μέθοδοι σύμφωνα με τις διατάξεις των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ [άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 1999/45/ΕΚ], ή - με την εφαρμογή των συμβατικών μεθόδων που αναφέρονται στο άρθρο 7 και στο παράρτημα ΙΙΙ μέρη Α και Β, της οδηγίας 1999/45/ΕΚ· ii) για την αξιολόγηση του δυναμικού για βιοσυσσώρευση, ή της πραγματικής βιοσυσσώρευσης, διαμέσου του προσδιορισμού του log Pow ή του (BCF) ή για τη αξιολόγηση της βιοαποικοδόμησης, με την εφαρμογή των συμβατικών μεθόδων που αναφέρονται στο άρθρο 7 και στο παράρτημα ΙΙΙ μέρη Α και Β της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. iii) όσον αφορά τους κινδύνους για τη στιβάδα του όζοντος, με την εφαρμογή των συμβατικών μεθόδων που αναφέρονται στο άρθρο 7 και στο παράρτημα ΙΙΙ μέρη Α και Β της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. Σημείωση σχετικά με την εκτέλεση δοκιμών σε ζώα: Η εκτέλεση δοκιμών σε ζώα για τη συγκέντρωση πειραματικών δεδομένων υπόκειται στις διατάξεις της οδηγίας 86/609/ΕΟΚ περί της προστασίας των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς σκοπούς. Σημείωση αναφορικά με τις φυσικοχημικές ιδιότητες Όσον αφορά τα οργανικά υπεροξείδια και τα παρασκευάσματα οργανικών υπεροξειδίων, δεδομένα μπορεί να ληφθούν με την μέθοδο υπολογισμού που αναφέρεται στο τμήμα 9.5. Όσον αφορά τα αέρια παρασκευάσματα, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί υπολογιστική μέθοδος για τις εύφλεκτες και οξειδωτικές ιδιότητες (βλέπε τμήμα 9). 1.7. Εφαρμογή των καθοδηγητικών κριτηρίων Η ταξινόμηση πρέπει να καλύπτει τις φυσικοχημικές, τοξικολογικές και τις οικοτοξικολογικές ιδιότητες των ουσιών και παρασκευασμάτων. Η ταξινόμηση των ουσιών και παρασκευασμάτων γίνεται σύμφωνα με το τμήμα 1.6, βάσει των κριτηρίων των τμημάτων 2 έως 5 (ουσίες) και των τμημάτων 2, 3, 4.2.4, και 5 του παρόντος παραρτήματος. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι τύποι κινδύνων. Για παράδειγμα, ταξινόμηση βάσει του σημείου 3.2.1 δεν σημαίνει ότι σημεία όπως τα 3.2.2 ή 3.2.4 μπορούν να αγνοηθούν. Η επιλογή του συμβόλου ή των συμβόλων και της φράσης ή των "φράσεων κινδύνου" γίνεται βάσει της ταξινόμησης ώστε να διασφαλιστεί ότι ο ειδικός χαρακτήρας των πιθανών κινδύνων που έχουν προσδιοριστεί με την ταξινόμηση εμφανίζεται στην ετικέτα. Με την επιφύλαξη των κριτηρίων των σημείων 2.2.3, 2.2.4 και 2.2.5, οι ουσίες και τα παρασκευάσματα σε μορφή αερολύματος (αεροζόλ) υπόκεινται στις διατάξεις της οδηγίας 75/324/ΕΟΚ έτσι όπως τροποποιήθηκε και προσαρμόστηκε στην τεχνική πρόοδο. 1.7.1. Ορισμοί "Ουσίες" είναι τα χημικά στοιχεία και οι ενώσεις τους σε φυσική κατάσταση ή όπως λαμβάνονται από οποιαδήποτε διαδικασία παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων όλων των προσθέτων που απαιτούνται για τη σταθερότητα του προϊόντος και όλων των ξένων προσμίξεων που προκύπτουν κατά την διαδικασία παραγωγής, εξαιρουμένων, όμως, των διαλυτών που μπορούν να διαχωριστούν χωρίς να επηρεαστεί η σταθερότητα της ουσίας ή να μεταβληθεί η σύνθεσή της. Μια ουσία μπορεί να είναι σαφώς καθορισμένη από χημικής απόψεως (π.χ., ακετόνη) ή να αποτελεί σύνθετο μείγμα συστατικών μεταβλητής σύνθεσης (π.χ., αρωματικά αποστάγματα). Για ορισμένες σύνθετες ουσίες, έχει προσδιοριστεί η ταυτότητα μερικών επιμέρους συστατικών. "Παρασκευάσματα" είναι τα μείγματα ή διαλύματα που αποτελούνται από δύο ή περισσότερες ουσίες. 1.7.2. Εφαρμογή των καθοδηγητικών κριτηρίων για ουσίες Τα καθοδηγητικά κριτήρια που καθορίζονται στο παρόν παράρτημα εφαρμόζονται όπως έχουν όταν τα σχετικά δεδομένα έχουν αποκτηθεί με μεθόδους δοκιμών συγκρίσιμες με εκείνες που περιγράφονται στο παράρτημα V. Στις άλλες περιπτώσεις, τα διαθέσιμα δεδομένα πρέπει να αξιολογηθούν με σύγκριση των μεθόδων δοκιμών που εφαρμόστηκαν με εκείνες που αναφέρονται στο παράρτημα V και με τους κανόνες που καθορίζονται στο παρόν παράρτημα για τον προσδιορισμό της κατάλληλης ταξινόμησης και επισήμανσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την εφαρμογή των σχετικών κριτηρίων ιδιαίτερα όταν απαιτείται γι' αυτά η κρίση ειδικών. Στις περιπτώσεις αυτές, ο παρασκευαστής, ο διανομέας ή ο εισαγωγέας, θα πρέπει να ταξινομεί προσωρινά και να επισημαίνει την ουσία επί τη βάσει αξιολόγησης των ενδείξεων από αρμόδιο άτομο. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 6, όταν έχει εφαρμοστεί η ανωτέρω διαδικασία και εκφράζονται ανησυχίες για πιθανές ασυνέπειες, μπορεί να υποβληθεί πρόταση για την καταχώρηση της προσωρινής ταξινόμησης στο παράρτημα Ι. Η πρόταση θα πρέπει να υποβάλλεται σε ένα από τα κράτη μέλη και να συνοδεύεται από κατάλληλα επιστημονικά δεδομένα (βλέπε, επίσης, σημείο 4.1). Παρόμοια διαδικασία μπορεί να εφαρμοστεί και όταν λαμβάνονται πληροφορίες που δημιουργούν υπόνοιες σχετικά με την ακρίβεια υφιστάμενης καταχώρησης στο παράρτημα Ι. 1.7.2.1. Ταξινόμηση ουσιών που περιέχουν ξένες προσμείξεις, πρόσθετα, ή επιμέρους συστατικά Σε περίπτωση που έχει προσδιοριστεί η παρουσία ξένων προσμείξεων, προσθέτων ή επιμέρους συστατικών, αυτά λαμβάνονται υπόψη εφόσον η συγκέντρωσή τους είναι ίση ή μεγαλύτερη από τα ακόλουθα όρια: - 0,1 % για ουσίες που έχουν ταξινομηθεί ως πολύ τοξικές, τοξικές, καρκινογόνες (κατηγορία 1 ή 2), μεταλλαξιγόνες (κατηγορία 1 ή 2), τοξικές στην αναπαραγωγή (κατηγορία 1 ή 2), ή επικίνδυνες για το περιβάλλον (τους έχει αποδοθεί το σύμβολο "Ν" για το υδάτινο περιβάλλον, επικίνδυνες για τη στιβάδα του όζοντος), - 1 % για ουσίες που έχουν ταξινομηθεί ως επιβλαβείς, διαβρωτικές, ερεθιστικές, ευαισθητοποιητικές ή καρκινογόνες (κατηγορία 3), μεταλλαξιγόνες (κατηγορία 3), τοξικές στην αναπαραγωγή (κατηγορία 3), ή επικίνδυνες για το περιβάλλον (δεν τους έχει αποδοθεί το σύμβολο "Ν", δηλαδή επιβλαβείς για τους υδάτινους οργανισμούς, μπορεί να προκαλέσουν μακροχρόνιες δυσμενείς επιπτώσεις), εκτός εάν στο παράρτημα Ι έχουν προσδιοριστεί χαμηλότερες τιμές. Εξαιρουμένων των ουσιών που παρατίθενται ειδικά στο παράρτημα Ι, η ταξινόμηση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 3 και η επισήμανση σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 5, 6, και 7 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ του Συμβουλίου. Από τον γενικό αυτό κανόνα εξαιρείται η περίπτωση του αμιάντου (650-013-00-6), μέχρις ότου προβλεφθεί όριο συγκέντρωσης στο παράρτημα Ι. Η ταξινόμηση και η επισήμανση ουσιών που περιέχουν αμίαντο πρέπει να ακολουθούν τις διατάξεις του άρθρου 6 της παρούσας οδηγίας. 1.7.3. Εφαρμογή των καθοδηγητικών κριτηρίων για παρασκευάσματα Τα καθοδηγητικά κριτήρια που καθορίζονται στο παρόν παράρτημα εφαρμόζονται όπως έχουν όταν τα σχετικά δεδομένα έχουν αποκτηθεί με μεθόδους δοκιμών συγκρίσιμες με εκείνες που περιγράφονται στο παράρτημα V με εξαίρεση τα κριτήρια του τμήματος 4 για τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι συμβατικές μέθοδοι. Συμβατικές μέθοδοι χρησιμοποιούνται, επίσης, αναφορικά με τα κριτήρια του τμήματος 5, με εξαίρεση την υδάτινη τοξικότητα, σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ μέρος Γ της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. Για τα παρασκευάσματα τα οποία καλύπτονται από την οδηγία 91/414/ΕΟΚ, δεδομένα για την ταξινόμηση και επισήμανση είναι, επίσης, αποδεκτά από άλλες διεθνώς αναγνωρισμένες μεθόδους (βλέπε ειδικές διατάξεις στο σημείο 1.6. του παρόντος παραρτήματος) Στις άλλες περιπτώσεις, τα διαθέσιμα δεδομένα πρέπει να αξιολογηθούν με σύγκριση των μεθόδων δοκιμών που εφαρμόστηκαν με εκείνες που αναφέρονται στο παράρτημα V και με τους κανόνες που καθορίζονται στο παρόν παράρτημα για τον προσδιορισμό της κατάλληλης ταξινόμησης και επισήμανσης. Εάν η εκτίμηση των κινδύνων για την υγεία και το περιβάλλον γίνεται με την εφαρμογή των συμβατικών μεθόδων των άρθρων 6 και 7 και των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, τα επιμέρους όρια συγκεντρώσεων που πρέπει να χρησιμοποιηθούν είναι αυτά που καθορίζονται είτε: - στο παράρτημα Ι της παρούσας οδηγίας ή - στο παράρτημα ΙΙ μέρος Β, ή/και στο παράρτημα ΙΙΙ μέρος Β, της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, όταν η ουσία ή οι ουσίες δεν εμφανίζονται στο παράρτημα Ι της παρούσας Οδηγίας ή εμφανίζονται αλλά χωρίς όρια συγκεντρώσεων. Στην περίπτωση παρασκευασμάτων που περιέχουν μείγματα αερίων, η ταξινόμηση αναφορικά με τις επιπτώσεις στην υγεία και το περιβάλλον θα γίνεται με τη μέθοδο υπολογισμού που βασίζεται στα επιμέρους όρια συγκεντρώσεων του παραρτήματος Ι της παρούσας οδηγίας, ή όταν τα όρια αυτά δεν αναφέρονται στο παράρτημα Ι, με βάση τα κριτήρια των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. 1.7.3.1. Παρασκευάσματα ή ουσίες που περιγράφονται στο σημείο 1.7.2.1 και χρησιμοποιούνται ως συστατικά μέρη άλλων παρασκευασμάτων Η επισήμανση τέτοιων παρασκευασμάτων πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πληροφορίες στην ετικέτα του παρασκευάσματος ή της ουσίας που περιγράφονται στο σημείο 1.7.2.1 είναι ανεπαρκείς για να δώσουν τη δυνατότητα σε άλλους παρασκευαστές, που θα χρησιμοποιήσουν το παρασκεύασμα αυτό ως συστατικό για την παραγωγή των δικών τους παρασκευασμάτων, να προβούν στην ορθή ταξινόμηση και επισήμανσή τους. Στις περιπτώσεις αυτές, το εγκατεστημένο στην Κοινότητα πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη διάθεση στην αγορά του αρχικού παρασκευάσματος ή της αρχικής ουσίας που περιγράφεται στο σημείο 1.7.2.1, ανεξάρτητα από το εάν το πρόσωπο αυτό είναι παρασκευαστής, εισαγωγέας ή διανομέας, είναι υποχρεωμένο να χορηγήσει, ύστερα από αιτιολογημένη αίτηση και στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα, όλα τα απαραίτητα στοιχεία αναφορικά με τις υπάρχουσες επικίνδυνες ουσίες έτσι ώστε να γίνει δυνατή η ταξινόμηση και επισήμανση του νέου παρασκευάσματος. Τα στοιχεία αυτά θα δώσουν, επίσης, τη δυνατότητα στο πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τη διάθεση στην αγορά του νέου παρασκευάσματος να συμμορφωθεί με τις υπόλοιπες απαιτήσεις της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. 2. ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ ΦΥΣΙΚΟΧΗΜΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ 2.1. Εισαγωγή Οι μέθοδοι δοκιμών για τις εκρηκτικές, οξειδωτικές, και εύφλεκτες ιδιότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα V χρησιμεύουν στο να δώσουν ειδικό νόημα στους γενικούς ορισμούς που περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε). Τα κριτήρια απορρέουν απευθείας από τις μεθόδους δοκιμών του παραρτήματος V, εφόσον αναφέρονται. Εάν υπάρχουν επαρκή στοιχεία τα οποία να δείχνουν με πρακτική εφαρμογή ότι οι φυσικοχημικές ιδιότητες ουσιών και παρασκευασμάτων (εκτός από τα οργανικά υπεροξείδια) είναι διαφορετικές από αυτές που αποδεικνύονται με τις μεθόδους δοκιμών του παραρτήματος V, τότε οι ουσίες και τα παρασκευάσματα αυτά θα πρέπει να ταξινομούνται σύμφωνα με τον κίνδυνο που παρουσιάζουν, εάν παρουσιάζουν, για τα πρόσωπα που τα χειρίζονται ή για άλλα πρόσωπα. 2.2. Κριτήρια για την ταξινόμηση, την επιλογή συμβόλων, τις ενδείξεις κινδύνου, και την επιλογή φράσεων κινδύνου Στην περίπτωση των παρασκευασμάτων, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. 2.2.1. Εκρηκτικά Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα ταξινομούνται ως εκρηκτικά και λαμβάνουν το σύμβολο κινδύνου "E" και την ένδειξη κινδύνου "εκρηκτικό" σύμφωνα με τα αποτελέσματα των δοκιμών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα V και εφόσον οι ουσίες και τα παρασκευάσματα αυτά είναι εκρηκτικά στη μορφή με την οποία διατίθενται στην αγορά. Η χρήση μιας φράσεως κινδύνου είναι υποχρεωτική και αυτή προσδιορίζεται με βάση τα ακόλουθα: R2 Κίνδυνος έκρηξης από κρούση, τριβή, φωτιά ή άλλες πηγές ανάφλεξης - Ουσίες και παρασκευάσματα εκτός εκείνων που αναφέρονται παρακάτω. R3 Πολύ μεγάλος κίνδυνος έκρηξης από κρούση, τριβή, φωτιά ή άλλες πηγές ανάφλεξης - Ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητα, όπως τα άλατα πικρικού οξέος, και ο ΡΕΤΝ (τετρανιτρικός πενταερυθρίτης). 2.2.2. Οξειδωτικά Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα ταξινομούνται ως οξειδωτικά και λαμβάνουν το σύμβολο κινδύνου "Ο" και την ένδειξη κινδύνου "οξειδωτικό" σύμφωνα με τα αποτελέσματα των δοκιμών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα V. Είναι υποχρεωτική η χρησιμοποίηση μιας φράσης κινδύνου που πρέπει να προσδιορίζεται με βάση τα αποτελέσματα δοκιμών αλλά σύμφωνα με τα ακόλουθα: R7 Μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά - Οργανικά υπεροξείδια τα οποία έχουν εύφλεκτες ιδιότητες ακόμα και όταν δεν έρχονται σε επαφή με άλλα καύσιμα υλικά. R8 Η επαφή με καύσιμο υλικό μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά - Άλλες οξειδωτικές ουσίες και παρασκευάσματα συμπεριλαμβανομένων των ανόργανων υπεροξειδίων, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν πυρκαγιά ή να αυξήσουν τον κίνδυνο πυρκαγιάς όταν βρεθούν σε επαφή με καύσιμα υλικά. R9 Εκρηκτικό όταν αναμιχθεί με καύσιμα υλικά - Άλλες ουσίες και παρασκευάσματα, συμπεριλαμβανομένων των ανόργανων υπεροξειδίων, τα οποία μπορούν να γίνουν εκρηκτικά όταν αναμιχθούν με καύσιμα υλικά, π.χ., ορισμένες χλωρικές ενώσεις 2.2.2.1. Παρατηρήσεις σχετικά με τα υπεροξείδια Για τις εκρηκτικές ιδιότητες, τα οργανικά υπεροξείδια ή τα παρασκευάσματά τους με τη μορφή που διατίθενται στην αγορά ταξινομούνται σύμφωνα με τα κριτήρια του σημείου 2.2.1 με βάση δοκιμές που διενεργούνται σύμφωνα με τις μεθόδους του παραρτήματος V. Όσον αφορά τις οξειδωτικές ιδιότητες, στα οργανικά υπεροξείδια δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι υπάρχουσες μέθοδοι του παραρτήματος V. Όσον αφορά ουσίες, οργανικά υπεροξείδια που δεν έχουν ήδη ταξινομηθεί ως εκρηκτικά ταξινομούνται ως επικίνδυνα με βάση τη δομή τους (π.χ., R-O-O-H· R1-O-O-R2). Παρασκευάσματα, που δεν έχουν ήδη ταξινομηθεί ως εκρηκτικά, ταξινομούνται με την εφαρμογή της μεθόδου υπολογισμού που βασίζεται στο ποσοστό ενεργού οξυγόνου όπως περιγράφεται στο σημείο 9.5. Τα οργανικά υπεροξείδια ή τα παρασκευάσματά τους, που δεν έχουν ήδη ταξινομηθεί ως εκρηκτικά, ταξινομούνται ως οξειδωτικά εάν τα υπεροξείδια ή τα παρασκευάσματά τους περιέχουν: - οργανικά υπεροξείδια σε αναλογία μεγαλύτερη του 5 % ή - διαθέσιμο οξυγόνο από οργανικά υπεροξείδια σε αναλογία μεγαλύτερη του 0,5 % και υπεροξείδιο του υδρογόνου σε αναλογία μεγαλύτερη του 5 %. 2.2.3. Εξαιρετικά εύφλεκτα Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα ταξινομούνται ως εξαιρετικά εύφλεκτα και λαμβάνουν το σύμβολο κινδύνου "F +" και την ένδειξη κινδύνου "εξαιρετικά εύφλεκτο" σύμφωνα με τα αποτελέσματα των δοκιμών που περιγράφονται στο παράρτημα V. Η φράση κινδύνου πρέπει να προσδιορίζεται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: R12 Εξαιρετικά εύφλεκτο - Υγρές ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία έχουν σημείο ανάφλεξης κατώτερο από 0 °C και σημείο ζέσεως (ή, σε περίπτωση εύρους σημείων ζέσεως, το αρχικό σημείο ζέσεως) κατώτερο ή ίσο με 35 °C. - Αέριες ουσίες και παρασκευάσματα που καθίστανται εύφλεκτα όταν έρχονται σε επαφή με τον αέρα σε θερμοκρασία και πίεση περιβάλλοντος. 2.2.4. Πολύ εύφλεκτα Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα ταξινομούνται ως πολύ εύφλεκτα και λαμβάνουν το σύμβολο κινδύνου "F" και την ένδειξη κινδύνου "πολύ εύφλεκτο" σύμφωνα με τα αποτελέσματα των δοκιμών που περιγράφονται στο παράρτημα V. Οι φράσεις κινδύνου πρέπει να προσδιορίζονται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: R11 Πολύ εύφλεκτο - Στερεές ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία μπορούν να αναφλεγούν εύκολα μετά από σύντομη επαφή με πηγή ανάφλεξης και τα οποία εξακολουθούν να καίγονται ή να αναλώνονται μετά την απομάκρυνση της πηγής ανάφλεξης. - Υγρές ουσίες και παρασκευάσματα που έχουν σημείο ανάφλεξης κατώτερο των 21 °C αλλά που δεν είναι εξαιρετικά εύφλεκτα. R15 Σε επαφή με το νερό εκλύει εξαιρετικά εύφλεκτα αέρια - Ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία, σε επαφή με το νερό ή υγρό αέρα, εκλύουν εξαιρετικά εύφλεκτα αέρια σε επικίνδυνες ποσότητες, με ελάχιστη παροχή 1l/kg/h. R17 Αυτοαναφλέγεται στον αέρα - Ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία μπορούν να αναπτύξουν υψηλές θερμοκρασίες και τελικά να αναφλεγούν σε επαφή με τον αέρα σε θερμοκρασία περιβάλλοντος και χωρίς καμιά εισροή ενέργειας. 2.2.5. Εύφλεκτα Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα ταξινομούνται ως εύφλεκτα σύμφωνα με τα αποτελέσματα των δοκιμών που προσδιορίζονται στο παράρτημα V. Οι φράσεις κινδύνου πρέπει να προσδιορίζονται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: R10 Εύφλεκτο - Υγρές ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία έχουν σημείο ανάφλεξης ίσο ή ανώτερο των 21 °C και ίσο ή κατώτερο των 55 °C. Εντούτοις, στην πράξη, έχει αποδειχθεί ότι ένα παρασκεύασμα που έχει σημείο ανάφλεξης ίσο ή ανώτερο των 21 °C και ίσο ή κατώτερο των 55 °C δεν είναι απαραίτητο να ταξινομηθεί ως εύφλεκτο, εάν το παρασκεύασμα αυτό δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να συντηρήσει καύση και μόνο κατά το μέτρο που δεν υπάρχουν λόγοι για να θεωρηθεί επικίνδυνο γι' αυτούς που το χρησιμοποιούν ή για άλλα άτομα. 2.2.6. Άλλες φυσικοχημικές ιδιότητες Επιπρόσθετες φράσεις κινδύνου λαμβάνουν οι ουσίες και τα παρασκευάσματα τα οποία έχουν ταξινομηθεί σύμφωνα με τα παραπάνω σημεία 2.2.1 έως 2.2.5 ή τα επόμενα τμήματα 3, 4, και 5, σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια (τα οποία βασίζονται στην εμπειρία που αποκτήθηκε κατά τη σύνταξη του παραρτήματος I): R1 Εκρηκτικό σε ξηρή κατάσταση Για εκρηκτικές ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία διατίθενται στην αγορά σε διάλυμα ή σε εμποτισμένη μορφή: π.χ., νιτροκυτταρίνη με άνω του 12,6 % άζωτο. R4 Σχηματίζει πολύ ευαίσθητες εκρηκτικές μεταλλικές ενώσεις Για ουσίες και παρασκευάσματα που μπορούν να σχηματίσουν ευαίσθητα εκρηκτικά μεταλλικά παράγωγα, π.χ., πικρικό οξύ, στυφνικό οξύ. R5 Θέρμανση μπορεί να προκαλέσει έκρηξη Για θερμοασταθείς ουσίες και παρασκευάσματα που δεν ταξινομούνται ως εκρηκτικά, π.χ. υπερχλωρικό οξύ > 50 %. R6 Εκρηκτικό σε επαφή ή χωρίς επαφή με τον αέρα Για ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία είναι ασταθή στις θερμοκρασίες περιβάλλοντος: π.χ., ακετυλένιο. R7 Μπορεί να προκαλέσει πυρκαγιά Για δραστικές ουσίες και παρασκευάσματα: π.χ., φθόριο, ή υδροθειώδες νάτριο. R14 Αντιδρά βίαια με το νερό Για ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία αντιδρούν βίαια με το νερό: π.χ., ακετυλοχλωρίδιο, αλκαλιμέταλλα, τετραχλωριούχο τιτάνιο. R16 Εκρηκτικό όταν αναμιχθεί με οξειδωτικές ουσίες Για ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία αντιδρούν εκρηκτικά με οξειδωτικά μέσα: π.χ., ερυθρός φωσφόρος. R18 Κατά τη χρήση του μπορεί να σχηματίσει εύφλεκτο/εκρηκτικό μείγμα ατμού-αέρος. Για παρασκευάσματα που τα ίδια μεν δεν ταξινομούνται ως εύφλεκτα, περιέχουν, όμως, πτητικά συστατικά τα οποία είναι εύφλεκτα στον αέρα. R19 Μπορεί να σχηματίσει εκρηκτικά υπεροξείδια Για ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία μπορούν να σχηματίσουν εκρηκτικά υπεροξείδια κατά την αποθήκευσή τους: π.χ. διαιθυλαιθέρας, 1,4-διοξάνιο. R30 Κατά τη χρήση γίνεται πολύ εύφλεκτο Για παρασκευάσματα που τα ίδια μεν δεν ταξινομούνται ως εύφλεκτα, αλλά μπορούν να γίνουν εύφλεκτα εάν απολέσουν μη εύφλεκτα πτητικά συστατικά. R44 Κίνδυνος έκρηξης εάν θερμανθεί υπό περιορισμό Για ουσίες και παρασκευάσματα που τα ίδια μεν δεν ταξινομούνται ως εκρηκτικά σύμφωνα με το παραπάνω σημείο 2.2.1 αλλά, εντούτοις, μπορούν να εμφανίσουν εκρηκτικές ιδιότητες στην πράξη, εάν θερμανθούν υπό επαρκή περιορισμό. Για παράδειγμα, ορισμένες ουσίες που μπορούν να αποσυντεθούν με έκρηξη εάν θερμανθούν μέσα σε χαλύβδινο βαρέλι, δεν έχουν την ίδια ιδιότητα εάν θερμανθούν σε λιγότερο ισχυρά δοχεία. Για άλλες επιπρόσθετες φράσεις κινδύνου βλέπε σημείο 3.2.8. 3. ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ ΤΟΞΙΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ 3.1. Εισαγωγή 3.1.1. Η ταξινόμηση αφορά τόσο τις οξείες όσο και τις μακροχρόνιες επιπτώσεις των ουσιών και παρασκευασμάτων, είτε αυτές προκύπτουν από στιγμιαία έκθεση είτε από επανειλημμένη ή παρατεταμένη έκθεση. Όταν μπορεί να αποδειχθεί από επιδημιολογικές μελέτες, από επιστημονικά θεμελιωμένες μελέτες περιστατικών, όπως ορίζεται στο παρόν παράρτημα, ή από στατιστικά τεκμηριωμένες πρακτικές εμπειρίες όπως, π.χ., από την αξιολόγηση δεδομένων από κέντρα δηλητηριάσεων ή από την ανάλυση επαγγελματικών ασθενειών, ότι οι τοξικολογικές επιδράσεις στον άνθρωπο διαφέρουν από εκείνες που προκύπτουν από την εφαρμογή των μεθόδων που περιγράφονται στο τμήμα 1.6 του παρόντος παραρτήματος, τότε η ουσία ή το παρασκεύασμα θα ταξινομείται σύμφωνα με τις επιδράσεις της στον άνθρωπο. Εν πάση περιπτώσει, τα πειράματα σε ανθρώπους δεν θα πρέπει να ενθαρρύνονται και, κανονικά, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για να αμφισβητηθούν θετικά αποτελέσματα πειραμάτων σε ζώα. Η οδηγία 86/609/ΕΟΚ αποβλέπει στην προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς. Για πολλά τελικά σημεία, στο παράρτημα V της παρούσας οδηγίας υπάρχουν θεμελιωμένες μέθοδοι δοκιμής in vitro και οι δοκιμές αυτές θα πρέπει να χρησιμοποιούνται όποτε είναι δυνατόν. 3.1.2. Η ταξινόμηση των ουσιών πρέπει να γίνεται με βάση τα διαθέσιμα πειραματικά δεδομένα και σύμφωνα με τα παρακάτω κριτήρια, στα οποία λαμβάνεται υπόψη η τάξη μεγέθους των επιπτώσεων: α) για οξεία τοξικότητα (θανατηφόρες και μη αντιστρεπτές επιδράσεις ύστερα από μία μόνον έκθεση) εφαρμόζονται τα κριτήρια που αναφέρονται στα σημεία 3.2.1 έως 3.2.3· β) για υποξεία, υποχρόνια, ή χρόνια τοξικότητα εφαρμόζονται τα κριτήρια των σημείων 3.2.2 έως 3.2.4· γ) για διαβρωτικές και ερεθιστικές επιδράσεις εφαρμόζονται τα κριτήρια των σημείων 3.2.5 και 3.2.6· δ) για επιδράσεις ευαισθητοποίησης εφαρμόζονται τα κριτήρια του σημείου 3.2.7· ε) για ειδικές επιδράσεις στην υγεία (καρκινογένεση, μεταλλαξιγένεση και τοξικότητα για την αναπαραγωγή) εφαρμόζονται τα κριτήρια του τμήμα 4. 3.1.3. Για παρασκευάσματα, η ταξινόμηση των επικίνδυνων για την υγεία εκτελείται: α) με βάση τις συμβατικές μεθόδους που αναφέρονται στο άρθρο 6 και στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, όταν δεν υπάρχουν πειραματικά δεδομένα. Στην περίπτωση αυτή, η ταξινόμηση βασίζεται στα επιμέρους όρια συγκεντρώσεων: - είτε εκείνα του παραρτήματος I της παρούσας οδηγίας ή - του παραρτήματος IΙ μέρος Β της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, όταν οι ουσίες δεν εμφανίζονται στο παράρτημα I της παρούσας οδηγίας ή εμφανίζονται, αλλά χωρίς όρια συγκεντρώσεων· β) ή, όταν υπάρχουν πειραματικά δεδομένα, σύμφωνα με τα κριτήρια του σημείου 3.1.2, εκτός των καρκινογόνων, μεταλλαξιγόνων ιδιοτήτων και των ιδιοτήτων σχετικά με την τοξικότητα στην αναπαραγωγή που αναφέρονται στο σημείο 3.1.2 στοιχείο ε), οι οποίες πρέπει να αξιολογούνται με τις συμβατικές μεθόδους του άρθρου 6 και του παραρτήματος ΙΙ μέρη Α.7. έως 9 και Β. 6, της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, Σημείωση: με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, μόνον όταν το πρόσωπο το οποίο είναι υπεύθυνο για τη διάθεση του παρασκευάσματος στην αγορά μπορεί να αποδείξει επιστημονικά ότι οι τοξικολογικές ιδιότητες του παρασκευάσματος δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθούν ορθά με την μέθοδο που περιγράφεται στο σημείο 3.1.3, στοιχείο α), ή βάσει των υφισταμένων αποτελεσμάτων δοκιμών σε ζώα, μπορεί να χρησιμοποιηθούν οι μέθοδοι που περιγράφονται στο σημείο 3.1.3 στοιχείο β), με την προϋπόθεση ότι δικαιολογούνται ή επιτρέπονται ειδικά σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας 86/609/ΕΟΚ. Οποιαδήποτε μέθοδος και εάν χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση των κινδύνων από ένα παρασκεύασμα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι επικίνδυνες επιπτώσεις για την υγεία, όπως αυτές ορίζονται στο παράρτημα IΙ μέρος Β, της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. 3.1.4. Όταν η ταξινόμηση πρόκειται να βασιστεί σε πειραματικά αποτελέσματα από δοκιμές σε ζώα, τα αποτελέσματα αυτά θα πρέπει να ισχύουν για τον άνθρωπο, με την έννοια ότι οι δοκιμές πρέπει να αντικατοπτρίζουν, με κατάλληλο τρόπο, τους κινδύνους για τον άνθρωπο. 3.1.5. Η οξεία τοξικότητα δια της στοματικής οδού της ουσίας ή των παρασκευασμάτων που διατίθενται στην αγορά μπορεί να προσδιοριστεί είτε με μέθοδο που επιτρέπει τον υπολογισμό της τιμής LD50 είτε με προσδιορισμό της διακριτικής δόσης (μέθοδος σταθερής δόσης) ή με προσδιορισμό του εύρους της έκθεσης στο οποίο αναμένεται θνησιμότητα (μέθοδος της οξείας τοξικότητας τάξεως). 3.1.5.1. Διακριτική δόση είναι η δόση που προκαλεί έκδηλη τοξικότητα αλλά όχι θνησιμότητα και ισούται με ένα από τα τέσσερα δοσολογικά επίπεδα που καθορίζονται στο παράρτημα V (5,50,500, ή 2000 mg/kg βάρους σώματος). Η έννοια της "έκδηλης τοξικότητας" χρησιμοποιείται για να δηλώσει τις τοξικές επιπτώσεις μετά από έκθεση στην δοκιμαζόμενη ουσία, οι οποίες είναι τόσο σοβαρές ώστε έκθεση στην αμέσως υψηλότερη σταθερή δόση θα οδηγούσε πιθανότατα σε θάνατο. Τα αποτελέσματα δοκιμών με ειδική δόση μπορεί να είναι τα ακόλουθα: - επιβίωση μικρότερη του 100 %, - επιβίωση 100 %, αλλά έκδηλη τοξικότητα, - επιβίωση 100 % χωρίς έκδηλη τοξικότητα. Στα κριτήρια των σημείων 3.2.1, 3.2.2, και 3.2.3 παρέχονται μόνο τα τελικά αποτελέσματα των δοκιμών. Η δόση των 2000 mg/kg πρέπει να χρησιμοποιείται κατ' αρχήν για την απόκτηση πληροφοριών σχετικά με την τοξική δράση ουσιών χαμηλής οξείας τοξικότητας που δεν ταξινομούνται βάσει της οξείας τοξικότητας. Η μέθοδος δοκιμής σταθερής δόσης απαιτεί σε ορισμένες περιπτώσεις τη χρησιμοποίηση υψηλότερων ή χαμηλότερων δόσεων εφόσον δεν έχει ήδη χρησιμοποιηθεί το ενδεδειγμένο δοσολογικό επίπεδο. Βλέπε επίσης τον πίνακα εκτίμησης στην μέθοδο δοκιμής B.1α. 3.1.5.2. Το εύρος της έκθεσης στο οποίο αναμένεται θνησιμότητα προκύπτει από την παρατηρηθείσα απουσία ή παρουσία ουσίας που συνδέεται με τη θνησιμότητα σύμφωνα με την μέθοδο της τάξης της οξείας τοξικότητας. Για την αρχική δοκιμή, χρησιμοποιείται μια από τις τρεις αρχικές σταθερές δόσεις (25, 200 ή 2000 mg/kg βάρους σώματος). Η μέθοδος της τάξεως οξείας τοξικότητας απαιτεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη χρησιμοποίηση υψηλότερων ή χαμηλότερων δόσεων εφόσον δεν έχει ήδη χρησιμοποιηθεί το ενδεδειγμένο δοσολογικό επίπεδο. Βλέπε επίσης τον πίνακα εκτίμησης στην μέθοδο δοκιμής B.1β του παραρτήματος V. 3.2. Κριτήρια για ταξινόμηση, επιλογή συμβόλων, ενδείξεις κινδύνου και επιλογή φράσεων κινδύνου 3.2.1. Πολύ τοξικά Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα ταξινομούνται ως πολύ τοξικά και λαμβάνουν το σύμβολο κινδύνου "T+" και την ένδειξη κινδύνου "πολύ τοξικό" σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται παρακάτω. Οι φράσεις κινδύνου προσδιορίζονται σύμφωνα με τα παρακάτω κριτήρια: R28 Πολύ τοξικό σε περίπτωση κατάποσης Αποτελέσματα οξείας τοξικότητας - LD50 από του στόματος σε επίμυες: <= 25 mg/kg, - επιβίωση λιγότερη του 100 % με δόση 5 mg/kg από του στόματος σε επίμυες με τη διαδικασία της σταθερής δόσης ή - υψηλή θνησιμότητα με δόσεις <= 25 mg/kg από του στόματος σε επίμυες με τη μέθοδο της τάξεως οξείας τοξικότητας (για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων, βλέπε διαγράμματα ροής στο προσάρτημα 2 της μεθόδου δοκιμής Β.1 γ του παρατήματος V). R27 Πολύ τοξικό σε επαφή με το δέρμα Αποτελέσματα οξείας τοξικότητας: - LD50 από του δέρματος σε επίμυες ή κουνέλια: <= 50 mg/kg. R26 Πολύ τοξικό όταν εισπνέεται Αποτελέσματα οξείας τοξικότητας: - LC50 δι' εισπνοής, σε επίμυες για αερολύματα ή σωματίδια: <= 0,25 mg/λίτρο/4ωρο, - LC50 δι' εισπνοής, σε επίμυες, για αέρια και ατμούς: <= 0,5 mg/Λίτρο/4ωρο. R39 Κίνδυνος πολύ σοβαρών μονίμων επιδράσεων - Υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι μπορεί να προκληθεί άλλη μη αντιστρεπτή βλάβη, εκτός από τις επιπτώσεις που αναφέρονται στο τμήμα 4 ύστερα από μία και μόνη έκθεση μέσω κατάλληλης οδού γενικά, στο προαναφερόμενο εύρος δόσης. Για την ένδειξη της οδού χορήγησης/έκθεσης χρησιμοποιείται ένας από τους ακόλουθους συνδυασμούς: R39/26, R39/27, R39/28, R39/26/27, R39/26/28, R39/27/28, R39/26/27/28. 3.2.2. Τοξικά Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα ταξινομούνται ως τοξικά και λαμβάνουν το σύμβολο "T" και την ένδειξη κινδύνου "τοξικό" σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται παρακάτω. Οι φράσεις κινδύνου προσδιορίζονται σύμφωνα με τα παρακάτω κριτήρια: R25 Τοξικό σε περίπτωση κατάποσης Αποτελέσματα οξείας τοξικότητας: - LD50 από του στόματος σε επίμυες: 25 < LD50 <= 200 mg/kg, - διακριτική δόση, από του στόματος, σε επίμυες, 5 mg/kg: 100 % επιβίωση, αλλά έκδηλη τοξικότητα, ή - υψηλή θνησιμότητα σε εύρος δόσης > 25 έως <= 200 mg/kg από του στόματος σε επίμυες με τη μέθοδο της τάξεως οξείας τοξικότητας (για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων, βλέπε διαγράμματα ροής στο προσάρτημα 2 μεθόδου δοκιμής Β.1γ του παρατήματος V), R24 Τοξικό σε επαφή με το δέρμα Αποτελέσματα οξείας τοξικότητας: - LD50 από του δέρματος σε επίμυες ή κουνέλια: 50 < LD50 <= 400 mg/kg. R23 Τοξικό όταν εισπνέεται Αποτελέσματα οξείας τοξικότητας: - LC50 δι' εισπνοής σε επίμυες: για αερολύματα ή σωματίδια: 0,25 < LC50 <= 1 mg/λίτρο/4ωρο, - LC50 δι' εισπνοής, σε επίμυες, για αέρια και ατμούς: 0,5 < LC50 <= 2 mg/λίτρο/4ωρο. R39 Κίνδυνος πολύ σοβαρών μονίμων επιδράσεων - Υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι μπορεί να προκληθεί άλλη μη αντιστρεπτή βλάβη, εκτός από τις επιπτώσεις που αναφέρονται στο τμήμα 4, ύστερα από μια και μόνη έκθεση μέσω κατάλληλης οδού, γενικά στο παραπάνω αναφερόμενο εύρος δόσης. Για την ένδειξη της οδού χορήγησης/έκθεσης χρησιμοποιείται ένας από τους ακόλουθους συνδυασμούς: R39/23, R39/24, R39/25, R39/23/24, R39/23/25, R39/24/25, R39/23/24/25. R48 Κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας ύστερα από παρατεταμένη έκθεση - Μπορεί να προκληθεί σοβαρή βλάβη (σαφής οργανική διαταραχή ή μορφολογική μεταβολή με τοξικολογική σημασία) ύστερα από επανειλημμένη ή παρατεταμένη έκθεση μέσω κατάλληλης οδού. Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα ταξινομούνται τουλάχιστον ως τοξικά όταν οι παραπάνω επιπτώσεις παρατηρούνται σε επίπεδα μιας τάξεως μεγέθους χαμηλότερα (δηλαδή δέκα φορές) από τα αναφερόμενα για το R48 στο σημείο 3.2.3. Για την ένδειξη της οδού χορήγησης/έκθεσης χρησιμοποιείται ένας από τους ακόλουθους συνδυασμούς: R48/23, R48/24, R48/25, R48/23/24, R48/23/25, R48/24/25, R48/23/24/25. 3.2.3. Επιβλαβή Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα ταξινομούνται ως επιβλαβή και λαμβάνουν το σύμβολο κινδύνου "Xn" και την ένδειξη κινδύνου "επιβλαβές" σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται παρακάτω. Οι φράσεις κινδύνου προσδιορίζονται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: R22 Επιβλαβές σε περίπτωση κατάποσης Αποτελέσματα οξείας τοξικότητας: - LD50 από του στόματος, σε επίμυες: 200 < LD50 <= 2000 mg/kg, - διακριτική δόση, από του στόματος, σε επίμυες, 50 mg/kg: επιβίωση του 100 % αλλά με έκδηλη τοξικότητα, - επιβίωση λιγότερη του 100 % με δόση 500 mg/kg από του στόματος σε επίμυες με τη διαδικασία της σταθερής δόσης, βλέπε τον πίνακα εκτίμησης στην μέθοδο δοκιμής B.1α του παραρτήματος V, ή - υψηλή θνησιμότητα με δόση > 200 έως <= 2000 mg/kg από του στόματος σε επίμυες με τη μέθοδο της τάξεως οξείας τοξικότητας (για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων, βλέπε διαγράμματα ροής στο προσάρτημα 2 της μεθόδου δοκιμής Β.1β του παραρτήματος V), R21 Επιβλαβές σε επαφή με το δέρμα Αποτελέσματα οξείας τοξικότητας: - LD50 από του δέρματος σε επίμυες ή κουνέλια: 400 < LD50 <= 2000 mg/kg. R20 Επιβλαβές όταν εισπνέεται Αποτελέσματα οξείας τοξικότητας: - LC50 δι' εισπνοής, σε επίμυες, για αερολύματα ή σωματίδια: 1 < LC50 <= 5 mg/λίτρο/4ωρο, - LC50 δι' εισπνοής, σε επίμυες, για αέρια ή ατμούς: 2 < LC50 <= 20 mg/λίτρο/4ωρο. R65 Επιβλαβές: μπορεί να προκαλέσει βλάβη στους πνεύμονες σε περίπτωση κατάποσης Υγρές ουσίες και παρασκευάσματα που εμφανίζουν κίνδυνο αναρρόφησης από τον άνθρωπο λόγω χαμηλού ιξώδους: α) για ουσίες και παρασκευάσματα που περιέχουν αλειφατικούς, αλεικυκλικούς και αρωματικούς υδρογονάνθρακες σε συνολική συγκέντρωση ίση ή μεγαλύτερη από 10 % και έχουν είτε - χρόνο ροής μικρότερο από 30 sec. σε δοχείο ISO 3 mm σύμφωνα με το ISO 2431 (Απριλίου 1999/έκδοση Ιουλίου 1999) σχετικά με τα "χρώματα και τα βερνίκια - Προσδιορισμός του χρόνου ροής με τη χρήση δοχείων ροής", - κινηματικό ιξώδες μετρούμενο με διακριβωμένο υάλινο τριχοειδές ιξωδόμετρο σύμφωνα με το ISO 3104/3105 μικρότερο από 7 Χ 10-6 m2/sec στους 40 °C (ISO 3104, 1994 έκδοση 1994, σχετικά με τα "πετρελαϊκά προϊόντα - Διαφανή και αδιαφανή υγρά - Προσδιορισμός του κινηματικού ιξώδους και υπολογισμός του δυναμικού ιξώδους"), ISO 3105, 1994 έκδοση 1994, σχετικά με τα "Υάλινα τριχοειδή κινηματικά ιξωδόμετρα - Προδιαγραφές και οδηγίες χειρισμού"), ή - κινηματικό ιξώδες βάσει μετρήσεων με τη μέθοδο της περιστροφικής ιξωδομετρίας σύμφωνα με το ISO 3219 μικρότερο από 7 Χ 10-6 m2/sec. στους 40 °C (ISO 3219, 1993 έκδοση 1993, σχετικά με τα "πλαστικά - πολυμερή/ρητίνες σε υγρή κατάσταση ή με τη μορφή γαλακτωμάτων ή διασπορών - Προσδιορισμός του ιξώδους με τη χρήση περιστροφικού ιξωδόμετρου με καθορισμένη διάτμηση"). Σημείωση: Πρέπει να σημειωθεί ότι ουσίες και παρασκευάσματα που πληρούν τα κριτήρια αυτά δεν χρειάζεται να ταξινομηθούν εφόσον εμφανίζουν μέση επιφανειακή τάση μεγαλύτερη από 33 mN/m στους 25 °C μετρούμενη με το τασίμετρο du Nοuy ή με τις μεθόδους δοκιμής του παραρτήματος V μέρος Α.5· β) για ουσίες και παρασκευάσματα, με βάση την πρακτική εμπειρία σε ανθρώπους. R68 Πιθανοί κίνδυνοι μονίμων επιδράσεων - Επαρκείς αποδείξεις ότι μπορεί να προκληθούν μη αντιστρεπτές βλάβες εκτός από τις επιπτώσεις που αναφέρονται στο τμήμα 4, ύστερα από μια και μόνη έκθεση διά της κατάλληλης οδού, γενικά στις δόσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Για την ένδειξη της οδού χορήγησης/έκθεσης χρησιμοποιείται ένας από τους ακόλουθους συνδυασμούς: R68/20, R68/21, R68/22, R68/20/21, R68/20/22, R68/21/22, R68/20/21/22. R48 Κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας κατόπιν παρατεταμένης έκθεσης - Σοβαρή βλάβη (σαφής οργανική διαταραχή ή μορφολογική μεταβολή με τοξικολογική σημασία) μπορεί να προκληθεί λόγω επανειλημμένης ή παρατεταμένης έκθεσης διά της κατάλληλης οδού. Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα ταξινομούνται τουλάχιστον ως επιβλαβή όταν οι επιπτώσεις αυτές παρατηρούνται σε επίπεδα της τάξης: - από του στόματος, σε επίμυες <= 50 mg/kg (βάρος σώματος)/ημέρα, - από του δέρματος, σε επίμυες ή κουνέλια: <= 100 mg/kg βάρους σώματος)/ημέρα, - δι' εισπνοής, σε επίμυες <= 0,25 mg/l, 6 h/ημέρα. Αυτές οι κατευθυντήριες τιμές μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα όταν παρατηρούνται σοβαρές βλάβες σε υποχρόνια (90 ημέρες) δοκιμή τοξικότητας. Κατά την ερμηνεία αποτελεσμάτων δοκιμής υποξείας τοξικότητας (28 ημέρες) οι τιμές αυτές θα πρέπει να τριπλασιάζονται περίπου. Σε περίπτωση που διατίθενται αποτελέσματα δοκιμών χρόνιας τοξικότητας (διετής) αυτά πρέπει να αξιολογούνται κατά περίπτωση. Εάν διατίθενται αποτελέσματα δοκιμών διάφορης διάρκειας, χρησιμοποιούνται κατά κανόνα εκείνα που αντιστοιχούν στη δοκιμασία με τη μεγαλύτερη διάρκεια. Για την ένδειξη της οδού χορήγησης/έκθεσης χρησιμοποιείται ένας από τους ακόλουθους συνδυασμούς: R48/20, R48/21, R48/22, R48/20/21, R48/20/22, R48/21/22, R48/20/21/22. 3.2.3.1. Σχόλια σχετικά με πτητικές ουσίες Για ορισμένες ουσίες με υψηλή συγκέντρωση κορεσμένων ατμών είναι δυνατόν να διατίθενται ενδείξεις για επιπτώσεις που εμπνέουν ανησυχία. Οι ουσίες αυτές μπορεί να μη ταξινομούνται βάσει των κριτηρίων για τις επιπτώσεις στην υγεία του παρόντος οδηγού (3.2.3) ή να μην καλύπτονται από το σημείο 3.2.8. Εντούτοις, εάν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι οι ουσίες αυτές είναι δυνατόν να παρουσιάσουν κινδύνους κατά το συνήθη χειρισμό και χρήση τους, τότε μπορεί να απαιτηθεί να ταξινομηθούν κατά περίπτωση στο παράρτημα I. 3.2.4. Σχόλια σχετικά με τη χρήση της φράσης R48 Η χρήση αυτής της φράσης αφορά ένα συγκεκριμένο εύρος βιολογικών επιπτώσεων σύμφωνα με τους όρους που περιγράφονται παρακάτω. Για την εφαρμογή αυτής της φράσης κινδύνου, ως σοβαρή βλάβη της υγείας πρέπει να θεωρείται αυτή που περιλαμβάνει θάνατο, σαφή οργανική διαταραχή ή μορφολογική μεταβολή με τοξικολογική σημασία. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδίδεται όταν οι μεταβολές αυτές είναι μη αντπιστρεπτές. Είναι, επίσης, σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον ειδικές σοβαρές μεταβολές σ' ένα μεμονωμένο όργανο ή βιολογικό σύστημα αλλά, επίσης, και γενικευμένες αλλαγές λιγότερο σοβαρής μορφής, οι οποίες, όμως, αφορούν περισσότερα όργανα ή σοβαρές αλλαγές στη γενική κατάσταση της υγείας. Κατά την αξιολόγηση του εάν υπάρχουν ενδείξεις γι' αυτές τις μορφές επιπτώσεων πρέπει να ακολουθούνται οι παρακάτω κατευθυντήριες οδηγίες: 1. Ενδείξεις για την εφαρμογή της R48: α) θάνατος που αποδίδεται στην ουσία· β) i) μεγάλες λειτουργικές αλλαγές του κεντρικού ή περιφερειακού νευρικού συστήματος περιλαμβανομένων της οράσεως, ακοής και της αισθήσεως της οσμής εκτιμώμενες με κλινικές παρατηρήσεις ή άλλες κατάλληλες μεθόδους (π.χ., ηλεκτροφυσιολογία)· ii) μεγάλες λειτουργικές αλλαγές σε άλλα συστήματα οργάνων (π.χ., στον πνεύμονα)· γ) οποιαδήποτε συνεχής και σταθερή μεταβολή στις κλινικές βιοχημικές, αιματολογικές, ή ουρολογικές παραμέτρους που δείχνει σοβαρή δυσλειτουργία οργάνων. Ιδιαίτερης σημασίας θεωρούνται οι αιματολογικές διαταραχές, εάν οι ενδείξεις κατατείνουν στο ότι αυτές οφείλονται σε μειωμένη παραγωγή αιμοσφαιρίων από τον μυελό των οστών· δ) σοβαρή βλάβη οργάνων παρατηρούμενη με μικροσκοπική εξέταση ύστερα από νεκροψία: i) εκτεταμένη ή σοβαρή νέκρωση, ίνωση, ή κοκκίωμα σε ζωτικά όργανα με αναγεννητικές ικανότητες (π.χ., στο ήπαρ)· ii) σοβαρές μορφολογικές αλλαγές οι οποίες είναι δυνητικά αντιστρεπτές αλλά αποτελούν σαφείς ενδείξεις έντονης δυσλειτουργίας οργάνων (π.χ., σοβαρή λιπώδης μεταβολή στο ήπαρ, σοβαρή οξεία σωληναριακή νέφρωση στο νεφρό, ελκώδης γαστρίτις), ή iii) ενδείξεις για σημαντική νέκρωση κυττάρων σε ζωτικά όργανα τα οποία δεν έχουν αναγεννητικές ικανότητες (π.χ., ίνωση του μυοκαρδίου ή νέκρωση νεύρου) ή πληθυσμών αιμοκυττοβλαστών (π.χ., απλασία ή υποπλασία του μυελού των οστών). Οι παραπάνω ενδείξεις προκύπτουν συνήθως από πειράματα σε ζώα. Όταν εξετάζονται στοιχεία από πρακτική εμπειρία, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται στα επίπεδα έκθεσης. 2. Ενδείξεις για τη μη εφαρμογή της R48: Η χρήση της φράσης αυτής περιορίζεται στη "σοβαρή βλάβη στην υγεία ύστερα από παρατεταμένη έκθεση". Σε ανθρώπους και ζώα μπορεί να παρατηρηθεί ένας αριθμός επιπτώσεων συνδεόμενων με τη συγκεκριμένη ουσία που δεν δικαιολογούν όμως τη χρήση της R48. Οι επιπτώσεις αυτές έχουν σημασία κατά την προσπάθεια καθορισμού του επιπέδου μηδενικής επίδρασης μιας χημικής ουσίας. Στα παραδείγματα καλά τεκμηριωμένων μεταβολών που κανονικά δεν δικαιολογούν ταξινόμηση με την R48, ανεξάρτητα από τη στατιστική τους σημασία περιλαμβάνονται: α) κλινικές παρατηρήσεις ή μεταβολές στο βάρος του σώματος, στην κατανάλωση τροφής ή νερού, οι οποίες μπορεί να έχουν κάποια τοξικολογική σημασία αλλά οι οποίες, αυτές καθαυτές δεν δείχνουν σοβαρή βλάβη· β) μικρές μεταβολές στις κλινικές βιοχημικές, αιματολογικές ή ουρολογικές παραμέτρους, οι οποίες είναι αμφισβητήσιμης ή ελάχιστης τοξικολογικής σημασίας· γ) μεταβολές στο βάρος οργάνων χωρίς ενδείξεις δυσλειτουργίας τους· δ) αντιδράσεις προσαρμογής (π.χ., μετανάστευση μακροφάγων στον πνεύμονα, υπερτροφία του ήπατος και παραγωγή ενζύμων, αντιδράσεις υπερπλασίας σε ερεθιστικές ουσίες). Τοπικές δερματικές αντιδράσεις προκαλούμενες από επανειλημμένη επιδερμική εφαρμογή μιας ουσίας που, πιο ορθά, ταξινομούνται με την R38 "ερεθιστικό του δέρματος" ή ε) στις περιπτώσεις που αποδεικνύεται ειδικός, κατά βιολογικό είδος, μηχανισμός τοξικότητας (π.χ., μέσω εξειδικευμένων μεταβολικών οδών). 3.2.5. Διαβρωτικά Η ουσία ή το παρασκεύασμα ταξινομείται ως διαβρωτικό και λαμβάνει το σύμβολο κινδύνου "C" και την ένδειξη κινδύνου "διαβρωτικό" σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: - μια ουσία ή ένα παρασκεύασμα θεωρείται διαβρωτικό εάν, όταν εφαρμόζεται σε υγιές και άθικτο δέρμα ζώου, έχει ως αποτέλεσμα καταστροφή του συνόλου του δερματικού ιστού σε ένα τουλάχιστο ζώο κατά τη διάρκεια της δοκιμής ερεθισμού του δέρματος που αναφέρεται στο παράρτημα V ή κατά τη διάρκεια ισοδύναμης μεθόδου, - η ταξινόμηση μπορεί να βασισθεί στα αποτελέσματα επαληθευμένων δοκιμών in vitro όπως αυτά που αναφέρονται στο παράρτημα V (Β.40. Διάβρωση δέρματος: δοκιμή διαδερματικής ηλεκτρικής αντίστασης σε δέρμα επιμύων και πρότυπο δοκιμής σε δέρμα ανθρώπου), - μια ουσία ή ένα παρασκεύασμα πρέπει, επίσης, να θεωρείται διαβρωτικό εάν το αποτέλεσμα μπορεί να προβλεφθεί, όπως, για παράδειγμα, από ισχυρές όξινες ή αλκαλικές αντιδράσεις υποδεικνυόμενες από προκύπτον pH 2 ή μικρότερο/11,5 ή μεγαλύτερο. Ωστόσο, όταν ένα ακραίο pH αποτελεί βάση ταξινόμησης, το όξινο/αλκαλικό απόθεμα(1) πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη. Εάν από τη συνεκτίμηση του αλκαλικού/όξινου αποθέματος προκύπτει ότι η ουσία ή το παρασκεύασμα πιθανόν να μην είναι διαβρωτικό, τότε απαιτείται η εκτέλεση περαιτέρω δοκιμών για την απόδειξή του κατά προτίμηση με μια κατάλληλα θεμελιωμένη δοκιμασία in vitro. Η συνεκτίμηση του όξινου/αλκαλικού αποθέματος δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο προκειμένου να αποτραπεί η ταξινόμηση ουσιών ή παρασκευασμάτων ως διαβρωτικών. Οι φράσεις κινδύνου προσδιορίζονται σύμφωνα με τα παρακάτω κριτήρια: R35 Προκαλεί σοβαρά εγκαύματα - Εάν, όταν εφαρμοσθεί σε υγιές και άθικτο δέρμα ζώου, προκαλεί καταστροφή του συνόλου του δερματικού ιστού ως αποτέλεσμα εκθέσεως μέχρι και τριών λεπτών, ή εάν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να προβλεφθεί. R34 Προκαλεί εγκαύματα - Εάν όταν εφαρμοσθεί σε υγιές και άθικτο δέρμα ζώου, προκαλεί καταστροφή του δερματικού ιστού ως αποτέλεσμα εκθέσεως μέχρι και τεσσάρων ωρών, ή εάν το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να προβλεφθεί, - Οργανικά υδροϋπεροξείδια, εκτός και εάν υπάρχουν ενδείξεις για το αντίθετο. Σημειώσεις: Oταν η ταξινόμηση βασίζεται σε αποτελέσματα θεμελιωμένης δοκιμασίας in vitro, πρέπει να χρησιμοποιούνται οι φράσεις κινδύνου R35 ή R34 ανάλογα με την ικανότητα της μεθόδου δοκιμής να διακρίνει μεταξύ τους. Όταν η ταξινόμηση βασίζεται στην εκτίμηση του ακραίου pH μόνο, πρέπει να χρησιμοποιείται η φράση R35. 3.2.6. Ερεθιστικά Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα ταξινομούνται ως ερεθιστικά και λαμβάνουν το σύμβολο "Xn" και την ένδειξη κινδύνου "ερεθιστικό" σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται παρακάτω. 3.2.6.1. Φλεγμονή του δέρματος Η ακόλουθη φράση κινδύνου χρησιμοποιείται σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται: R38 Ερεθίζει το δέρμα - Ουσίες και παρασκευάσματα που προκαλούν σημαντική φλεγμονή του δέρματος η οποία συνεχίζεται επί 24 τουλάχιστον ώρες μετά από περίοδο έκθεσης μέχρι τεσσάρων ωρών, προσδιοριζόμενη σε κουνέλια σύμφωνα με τη μέθοδο δοκιμής δερματικού ερεθισμού που αναφέρεται στο παράρτημα V. Η φλεγμονή του δέρματος θεωρείται σημαντική όταν: α) η μέση τιμή των αποτελεσμάτων, είτε πρόκειται για εμφάνιση ερυθήματος και ουλής ή για εμφάνιση οιδήματος, υπολογιζόμενη για όλα τα ζώα του πειράματος, είναι 2 ή περισσότερο, ή β) στην περίπτωση όπου η δοκιμασία που περιλαμβάνεται στο παράρτημα V έχει συμπληρωθεί με τη χρησιμοποίηση τριών ζώων, παρατηρείται σε δύο ή περισσότερα ζώα εμφάνιση είτε ερυθήματος και ουλής είτε οιδήματος ισοδύναμη με μέση τιμή 2 ή περισσότερο, υπολογιζόμενη για κάθε ζώο χωριστά. Και στις δύο περιπτώσεις, για τον υπολογισμό των αντίστοιχων μέσων τιμών πρέπει να χρησιμοποιούνται όλες οι τιμές σε κάθε έναν από τους χρόνους ελέγχου (24, 48, και 72 ώρες) για την πρόκληση αποτελέσματος. Η φλεγμονή του δέρματος θεωρείται, επίσης, σημαντική όταν συνεχίζεται σε δύο τουλάχιστον ζώα μετά το τέλος του χρόνου παρατήρησης. Ειδικές επιπτώσεις όπως, π.χ., υπερπλασία, απολέπιση, αποχρωματισμός, ραγάδες, εφελκίδες και αλωπεκία πρέπει να λαμβάνονται, επίσης, υπόψη. Σχετικά στοιχεία μπορούν, επίσης, να υπάρχουν και από μελέτες μη οξείας τοξικότητας σε ζώα [βλέπε σχόλια για την R48, σημείο 2.δ)]. Τα στοιχεία αυτά θεωρούνται σημαντικά εάν τα εμφανιζόμενα αποτελέσματα είναι συγκρίσιμα με εκείνα που περιγράφονται παραπάνω. - Ουσίες και παρασκευάσματα που προκαλούν σοβαρή φλεγμονή του δέρματος με βάση παρατηρήσεις στην πράξη σε ανθρώπους σε άμεση, παρατεταμένη ή επαναλαμβανόμενη επαφή. - Οργανικά υπεροξείδια, εκτός και εάν υπάρχουν ενδείξεις περί του αντιθέτου. Παραισθησία: Παραισθησία που προκαλείται στον άνθρωπο λόγω επαφής με το δέρμα πυρεθροειδών παρασιτοκτόνων δεν θεωρείται ως ερεθιστική δράση που να δικαιολογεί ταξινόμηση ως Xi, R38. Εντούτοις, για τις ουσίες που έχουν παρόμοια δράση, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η φράση S24. 3.2.6.2. Οφθαλμικές βλάβες Οι ακόλουθες φράσεις κινδύνου χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα κριτήρια: R36 Ερεθίζει τα μάτια - Ουσίες και παρασκευάσματα που, όταν εισάγονται στο μάτι του ζώου, προκαλούν σημαντική οφθαλμική βλάβη η οποία εκδηλώνεται εντός 72 ωρών από την έκθεση και συνεχίζεται για 24 τουλάχιστον ώρες. Οι οφθαλμικές βλάβες θεωρούνται σημαντικές όταν οι μέσοι όροι των αποτελεσμάτων της δοκιμής οφθαλμικού ερεθισμού που αναφέρεται στο παράρτημα V έχουν οποιαδήποτε από τις παρακάτω τιμές: - αδιαφάνεια του κερατοειδούς χιτώνα 2 ή περισσότερο, αλλά λιγότερο από 3, - βλάβη της ίριδας 1 ή περισσότερο, αλλά λιγότερο από 1,5 - ερύθημα του επιπεφυκότος, 2,5 ή περισσότερο, - οίδημα του επιπεφυκότος (χήμωση) 2 ή περισσότερο, ή, στην περίπτωση που η δοκιμή του παραρτήματος V έχει συμπληρωθεί με τη χρησιμοποίηση τριών ζώων, εάν οι βλάβες σε δύο ή περισσότερα ζώα είναι ισοδύναμες με οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες τιμές εκτός εκείνης της βλάβης της ίριδας όπου η τιμή θα πρέπει να είναι ίση ή μεγαλύτερη του 1, αλλά μικρότερη του 2, και του ερυθήματος του επιπεφυκότος, όπου η τιμή θα πρέπει να είναι ίση ή μεγαλύτερη του 2,5. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό των αντίστοιχων μέσων τιμών όλες οι τιμές σε κάθε έναν από τους χρόνους ελέγχου (24, 48, και 72 ώρες) για την πρόκληση αποτελέσματος. - Ουσίες ή παρασκευάσματα που προκαλούν σημαντικές οφθαλμικές βλάβες, με βάση την πρακτική εμπειρία σε ανθρώπους. - Οργανικά υπεροξείδια, εκτός και εάν υπάρχουν ενδείξεις για το αντίθετο. R41 Κίνδυνος σοβαρών οφθαλμικών βλαβών - Ουσίες και παρασκευάσματα που όταν εφαρμόζονται στο μάτι του ζώου, προκαλούν σημαντική οφθαλμική βλάβη, η οποία εκδηλώνεται εντός 72 ωρών από την έκθεση και συνεχίζεται για 24 τουλάχιστον ώρες. Οι οφθαλμικές βλάβες θεωρούνται σοβαρές όταν οι μέσοι όροι των αποτελεσμάτων της δοκιμής οφθαλμικού ερεθισμού που αναφέρονται στο παράρτημα V έχουν οποιανδήποτε από τις ακόλουθες τιμές: - αδιαφάνεια του κερατοειδούς χιτώνα 3 ή περισσότερο, - βλάβη της ίριδας περισσότερο του 1,5. Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση που η δοκιμή έχει συμπληρωθεί με τη χρησιμοποίηση τριών ζώων εάν οι βλάβες αυτές, σε δύο ή περισσότερα ζώα, έχουν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες τιμές: - αδιαφάνεια του κερατοειδούς χιτώνα 3 ή περισσότερο, - βλάβη της ίριδας 2. Και στις δύο περιπτώσεις, πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό των αντίστοιχων μέσων τιμών όλες οι τιμές σε κάθε έναν από τους χρόνους ελέγχου (24, 48 και 72 ώρες) για την πρόκληση αποτελέσματος. Οι οφθαλμικές βλάβες θεωρούνται, επίσης, σοβαρές όταν συνεχίζονται και μετά το πέρας του χρόνου παρατήρησης. Οι οφθαλμικές βλάβες θεωρούνται, επίσης, σοβαρές όταν η ουσία ή το παρασκεύασμα προκαλεί μη αντιστρεπτό χρωματισμό των οφθαλμών. - Ουσίες και παρασκευάσματα που προκαλούν σοβαρές οφθαλμικές βλάβες με βάση την πρακτική εμπειρία σε ανθρώπους. Σημείωση: Όταν μια ουσία ή ένα παρασκεύασμα ταξινομείται ως διαβρωτικό και χαρακτηρίζεται με τη φράση R34 ή R35, ο κίνδυνος προκλήσεως σοβαρής βλάβης στους οφθαλμούς υπονοείται και η φράση R41 δεν περιλαμβάνεται στην επισήμανση. 3.2.6.3. Ερεθισμός του αναπνευστικού συστήματος Η ακόλουθη φράση κινδύνου αποδίδεται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: R37 Ερεθίζει το αναπνευστικό σύστημα Ουσίες και παρασκευάσματα που προκαλούν σοβαρό ερεθισμό του αναπνευστικού συστήματος με βάση: - την πρακτική παρατήρηση στον άνθρωπο, - θετικά αποτελέσματα από κατάλληλες δοκιμές σε ζώα. Σχόλια σχετικά με τη χρήση της φράσης R37: Κατά την ερμηνεία της πρακτικής παρατήρησης στον άνθρωπο, πρέπει να γίνεται η διάκριση μεταξύ των επιπτώσεων που οδηγούν στην ταξινόμηση με R48 (βλέπε σημείο 3.2.4) και των επιπτώσεων που οδηγούν στην ταξινόμηση με R37. Οι συνθήκες που, συνήθως, οδηγούν στην ταξινόμηση με R37 είναι αντιστρεπτές και συνήθως περιορίζονται στις ανώτερες αναπνευστικές οδούς. Θετικά αποτελέσματα από κατάλληλες δοκιμές σε ζώα μπορούν να περιλαμβάνουν δεδομένα από δοκιμές γενικής τοξικότητας, όπου περιλαμβάνονται ιστοπαθολογικά δεδομένα από το αναπνευστικό σύστημα. Για την αξιολόγηση του ερεθισμού των αναπνευστικών οδών μπορούν, επίσης, να χρησιμοποιηθούν δεδομένα από τη μέτρηση πειραματικής βραδύπνοιας. 3.2.7. Ευαισθητοποίηση 3.2.7.1. Ευαισθητοποίηση δι' εισπνοής Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα πρέπει να ταξινομούνται ως ευαισθητοποιητικά και να χαρακτηρίζονται με το σύμβολο "Xn", την ένδειξη κινδύνου "επιβλαβές" και τη φράση κινδύνου R42, σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: R42 Μπορεί να προκαλέσει ευαισθητοποίηση όταν εισπνέεται: - εάν υπάρχουν αποδείξεις ότι η ουσία ή το παρασκεύασμα μπορούν να προκαλέσουν ειδική αναπνευστική υπερευαισθησία, - όπου προέκυψαν θετικά αποτελέσματα από κατάλληλες δοκιμές στα ζώα ή - εάν η ουσία είναι ισοκυανική, εκτός και εάν υπάρχουν αποδείξεις ότι η ουσία δεν προκαλεί αναπνευστική υπερευαισθησία. Σχόλια σχετικά με τη χρήση της φράσης R42 Αποδείξεις προερχόμενες από παρατηρήσεις στον άνθρωπο Οι αποδείξεις ότι η ουσία ή το παρασκεύασμα μπορεί να προκαλέσει ειδική αναπνευστική υπερευαισθησία κανονικά βασίζονται στην ανθρώπινη εμπειρία. Κατ' αυτήν την έννοια, η υπερευαισθησία συνήθως εκδηλώνεται ως άσθμα, αλλά λαμβάνονται, επίσης, υπόψη και άλλες αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως η ρινίτιδα και η παραρινοκολπίτιδα. Η κατάσταση θα έχει τον κλινικό χαρακτήρα αλλεργικής αντίδρασης. Ωστόσο, δεν απαιτείται απόδειξη όσον αφορά τους ανοσολογικούς μηχανισμούς. Κατά την ταξινόμηση με βάση τις αποδείξεις από την έκθεση ανθρώπων, είναι αναγκαίο να συνεκτιμώνται οι αποδείξεις από τις περιπτώσεις: - μέγεθος του πληθυσμού που εκτίθεται, - βαθμός έκθεσης. Οι ανωτέρω αναφερόμενες αποδείξεις μπορεί να είναι: - κλινικό ιστορικό και στοιχεία από κατάλληλες δοκιμές αναπνευστικής λειτουργίας σε σχέση με την έκθεση στην ουσία, οι οποίες να έχουν επιβεβαιωθεί από άλλες αποδείξεις, όπως: - χημική δομή σχετική με ουσίες οι οποίες είναι γνωστό ότι προκαλούν αναπνευστική υπερευαισθησία, - ανοσολογική δοκιμή in vivo (για παράδειγμα, υποδόριος δοκιμή), - ανοσολογική δοκιμή in vitro (για παράδειγμα, ορολογική ανάλυση, - μελέτες οι οποίες μπορεί να υποδεικνύουν άλλους ειδικούς αλλά μη ανοσολογικούς μηχανισμούς δράσης, π.χ., επαναλαμβανόμενο ελαφρύ ερεθισμό, επιδράσεις από φαρμακολογική δράση, ή - στοιχεία από θετική δοκιμή πρόκλησης στους βρόγχους με την ουσία, η οποία να έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με αποδεκτές κατευθυντήριες οδηγίες για τον καθορισμό ειδικής αντίδρασης υπερευαισθησίας. Το κλινικό ιστορικό πρέπει να περιλαμβάνει τόσο το ιατρικό όσο και το επαγγελματικό ιστορικό προκειμένου να καθορισθεί η σχέση μεταξύ της έκθεσης σε μια ειδική ουσία ή ένα παρασκεύασμα και της ανάπτυξης αναπνευστικής υπερευαισθησίας. Οι σχετικές πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνουν τους επιβαρυντικούς παράγοντες τόσο στον τόπο κατοικίας όσο και στον τόπο εργασίας, την εμφάνιση και την εξέλιξη της νόσου, το οικογενειακό και ιατρικό ιστορικό του εν λόγω ασθενούς. Στο ιατρικό ιστορικό πρέπει, επίσης, να αναφέρονται άλλες αλλεργικές ή αναπνευστικές διαταραχές από την παιδική ηλικία και εάν ο ασθενής υπήρξε καπνιστής. Θετικά αποτελέσματα της δοκιμής πρόκλησης στους βρόγχους θεωρούνται ότι παρέχουν από μόνα τους επαρκείς αποδείξεις για την ταξινόμηση. Αναγνωρίζεται, ωστόσο, ότι, στην πράξη, πολλές από τις προαναφερθείσες εξετάσεις θα έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Οι ουσίες που προκαλούν συμπτώματα άσθματος διά ερεθισμού, μόνο στους ασθενείς με υπεραντιδραστικότητα των βρόγχων δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται με φράση R42. Μελέτες στα ζώα Δεδομένα δοκιμών τα οποία μπορεί να είναι ενδεικτικά της ικανότητας μιας ουσίας ή ενός παρασκευάσματος να προκαλέσει ευαισθητοποίηση δια της εισπνοής στον άνθρωπο μπορούν να περιλαμβάνουν: - μετρήσεις του IgE (π.χ., στα ποντίκια), - ειδικές πνευμονικές αντιδράσεις σε ινδικά χοιρίδια. 3.2.7.2. Ευαισθητοποίηση διά της επαφής με το δέρμα Οι ουσίες και τα παρασκευάσματα πρέπει να ταξινομούνται ως ευαισθητοποιητικά και να χαρακτηρίζονται με το σύμβολο "Xi", την ένδειξη κινδύνου "ερεθιστικό" και τη φράση κινδύνου R43 σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: R43 Μπορεί να προκαλέσει ευαισθητοποίηση σε επαφή με το δέρμα - εάν η πρακτική εμπειρία δείχνει ότι η ουσία ή το παρασκεύασμα μπορεί να προκαλέσει ευαισθητοποίηση, διά της επαφής με το δέρμα, σε σημαντικό αριθμό ατόμων, ή - εάν υπάρχουν στα ζώα θετικά αποτελέσματα από κατάλληλες δοκιμές. Σχόλια σχετικά με τη χρήση της φράσης R43 Αποδείξεις προερχόμενες από παρατηρήσεις στον άνθρωπο Τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία (πρακτική εμπειρία) επαρκούν για την ταξινόμηση μιας ουσίας ή ενός παρασκευάσματος με R43: - θετικά αποτελέσματα κατάλληλων επιδερμικών δοκιμασιών, συνήθως, σε περισσότερες από μία δερματολογικές κλινικές ή - επιδημιολογικές μελέτες που αποδεικνύουν αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής προκαλούμενη από την ουσία ή το παρασκεύασμα. Οι περιπτώσεις στις οποίες υψηλό ποσοστό αυτών που έχουν εκτεθεί παρουσιάζουν χαρακτηριστικά συμπτώματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ειδικό ενδιαφέρον, ακόμη και εάν ο αριθμός των περιπτώσεων είναι μικρός, ή - θετικά αποτελέσματα από πειραματικές μελέτες στον άνθρωπο (βλέπε, επίσης, σημείο 3.1.1). Τα ακόλουθα αρκούν για την ταξινόμηση μιας ουσίας με R43 όταν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία: - μεμονωμένα επεισόδια αλλεργικής δερματίτιδας εξ επαφής ή - επιδημιολογικές μελέτες όπου παράγοντες όπως η τύχη, ο επηρεασμός, ή η σύγχυση δεν έχουν αποκλειστεί εντελώς με λογικό βαθμό βεβαιότητας. Τα αποδεικτικά στοιχεία μπορούν να περιλαμβάνουν: - δεδομένα από δοκιμές στα ζώα οι οποίες έχουν εκτελεστεί σύμφωνα με τις υπάρχουσες κατευθυντήριες οδηγίες και με αποτελέσματα τα οποία δεν συμφωνούν με τα κριτήρια που έχουν αναφερθεί στο τμήμα με τις μελέτες στα ζώα αλλά να προσεγγίζουν επαρκώς το όριο ώστε να θεωρούνται σημαντικά ή - δεδομένα από μη πρότυπες μεθόδους ή - κατάλληλες σχέσεις δομής-δραστηριότητας. Μελέτες στα ζώα Θετικά αποτελέσματα από κατάλληλες δοκιμές στα ζώα είναι: - στην περίπτωση της μεθόδου ευαισθητοποίησης του δέρματος με βοηθητική ουσία, που περιγράφεται στο παράρτημα V, ή, στην περίπτωση άλλων μεθόδων δοκιμών με βοηθητική ουσία, το αποτέλεσμα θεωρείται θετικό εάν παρατηρηθεί θετική αντίδραση τουλάχιστον στο 30 % των ζώων. - για κάθε άλλη μέθοδο δοκιμών, το αποτέλεσμα θεωρείται θετικό εάν παρατηρηθεί θετική αντίδραση τουλάχιστον στο 15 % των ζώων. 3.2.7.3. Ανοσολογική κνίδωση εξ επαφής Ορισμένες ουσίες ή παρασκευάσματα που πληρούν τα κριτήρια για τη φράση R42 μπορούν επί πλέον να προκαλέσουν ανοσολογική κνίδωση εξ επαφής. Σε αυτή την περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με την κνίδωση εξ επαφής, πρέπει να περιληφθούν με χρήση των κατάλληλων φράσεων S (συνήθως S24 και S36/37), και πρέπει να περιληφθούν και στο δελτίο δεδομένων ασφάλειας. Για ουσίες ή παρασκευάσματα που προκαλούν συμπτώματα ανοσολογικής κνίδωσης εξ επαφής και που δεν πληρούν τα κριτήρια για τη φράση R42, θα έπρεπε να εξεταστεί η περίπτωση ταξινόμησής τους με τη φράση R43. Δεν υφίσταται αναγνωρισμένο μοντέλο δοκιμής σε ζώα για τον καθορισμό των ουσιών που προκαλούν ανοσολογική κνίδωση εξ επαφής. Επομένως, η ταξινόμηση θα πρέπει να βασίζεται στην ανθρώπινη εμπειρία, παρόμοια με αυτή για την ευαισθητοποίηση δέρματος (R43). 3.2.8. Άλλες τοξικολογικές ιδιότητες Επιπρόσθετες φράσεις κινδύνου χρησιμοποιούνται για ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία ταξινομούνται βάσει των παραπάνω σημείων 2.2.1 έως 3.2.7 ή/και τα τμήματα 4 και 5 σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια (με βάση την εμπειρία που αποκτήθηκε κατά τη σύνταξη του παραρτήματος I). R29 Σε επαφή με το νερό ελευθερώνονται τοξικά αέρια Για ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία όταν έρθουν σε επαφή με νερό ή υγρό αέρα, σχηματίζουν πολύ τοξικά/τοξικά αέρια σε δυνητικά επικίνδυνες ποσότητες: π.χ., φωσφίδιο του αργιλίου, πενταθειούχος φωσφόρος. R31 Σε επαφή με οξέα ελευθερώνονται τοξικά αέρια Για ουσίες και παρασκευάσματα που αντιδρούν με οξέα και σχηματίζουν τοξικά αέρια σε επικίνδυνες ποσότητες: π.χ., υποχλωριώδες νάτριο, πολυθειούχο βάριο. Για ουσίες που χρησιμοποιούνται από το ευρύ κοινό, η χρησιμοποίηση της φράσης S50 [να μην αναμιχθεί με ... (προσδιορίζεται από τον κατασκευαστή)] αρμόζει περισσότερο. R32 Σε επαφή με οξέα ελευθερώνονται πολύ τοξικά αέρια Για ουσίες και παρασκευάσματα τα οποία αντιδρούν με οξέα σχηματίζοντας πολύ τοξικά αέρια σε επικίνδυνες ποσότητες: π.χ., άλατα υδροκυανίου, νατραζίδιο. Για ουσίες που χρησιμοποιούνται από το ευρύ κοινό η χρησιμοποίηση της φράσης S50 [να μην αναμιχθεί με ... (προσδιορίζεται από τον κατασκευαστή)] αρμόζει περισσότερο. R33 Κίνδυνος αθροιστικών επιδράσεων Για ουσίες και παρασκευάσματα που μπορούν να συσσωρευτούν στον ανθρώπινο οργανισμό και προκαλούν ανησυχία η οποία, εντούτοις δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη χρήση του R48. Σχόλια για τη χρήση αυτής της φράσης R, βλέπε σημείο 4.2.3.3 όσον αφορά τις ουσίες και παράρτημα V μέρος Α.3 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, όσον αφορά τα παρασκευάσματα. R64 Μπορεί να βλάψει τα βρέφη που τρέφονται με μητρικό γάλα Για τις ουσίες και τα παρασκευάσματα που μπορεί να απορροφηθούν από τις γυναίκες και να έχουν επίδραση στη γαλουχία ή να ανεβρεθούν (συμπεριλαμβανομένων των μεταβολιτών τους) στο μητρικό γάλα σε ποσότητες ανησυχητικές για την υγεία του βρέφους που θηλάζει. Σχόλια για τη χρήση αυτής της φράσης R, βλέπε σημείο 4.2.3.3 όσον αφορά τις ουσίες και παράρτημα V μέρος Α.3 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, όσον αφορά τα παρασκευάσματα. R66 Επανειλημμένη έκθεση μπορεί να προκαλέσει ξηρότητα ή σκάσιμο του δέρματος Για ουσίες και παρασκευάσματα που μπορεί να εμπνεύσουν ανησυχία λόγω πρόκλησης ξηρότητας, απολέπισης, ή σκασίματος του δέρματος αλλά που δεν πληρούν τα κριτήρια για την R38 με βάση: - είτε παρατηρήσεις στην πράξη έπειτα από συνήθη χειρισμό και χρήση - είτε σχετικές ενδείξεις όσον αφορά τα προβλεπόμενα αποτελέσματά τους στο δέρμα. Βλέπε επίσης τμήματα 1.6 και 1.7. R67 Η εισπνοή ατμών μπορεί να προκαλέσει υπνηλία και ζάλη Για πτητικές ουσίες και παρασκευάσματα που περιέχουν τέτοιες ουσίες που προκαλούν σαφή συμπτώματα κατάπτωσης του κεντρικού νευρικού συστήματος μετά από εισπνοή και που δεν είναι ήδη ταξινομημένες για οξεία τοξικότητα από εισπνοή (R20, R23, R26, R68/20, R39/23 ή R39/26). Μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι ακόλουθες ενδείξεις: α) στοιχεία από μελέτες σε ζώα που δείχνουν σαφή σημεία κατάπτωσης του ΚΝΣ όπως νάρκωση, λήθαργο, έλλειψη συντονισμού (συμπεριλαμβανομένης της απώλειας των αντανακλαστικών ισορρόπησης) και αταξία: - είτε σε συγκεντρώσεις/χρόνους έκθεσης που δεν υπερβαίνουν τα 20 mg/l/4 ώρες - είτε για τις οποίες ο λόγος της επιδρώσας συγκέντρωσης σε χρόνο <= 4 ώρες προς τη συγκέντρωση κορεσμένων ατμών (ΣΚΑ) στους 20 °C είναι <= 1/10· β) πρακτική εμπειρία από ανθρώπους (π.χ., νάρκωση, υπνηλία, μειωμένη αντίδραση, απώλεια ανακλαστικών, έλλειψη συντονισμού, ίλιγγοι) βάσει καλά τεκμηριωμένων αναφορών υπό συγκρίσιμες συνθήκες έκθεσης με τα αποτελέσματα που καθορίστηκαν παραπάνω σε ζώα. Βλέπε, επίσης, τμήματα 1.6 και 1.7. Για άλλες επιπρόσθετες φράσεις κινδύνου βλέπε σημείο 2.2.6. 4. ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 4.1. Εισαγωγή 4.1.1. Στο κεφάλαιο αυτό καθορίζεται η διαδικασία ταξινόμησης των ουσιών που ενδέχεται να έχουν τις επιδράσεις που αναφέρονται ακολούθως. Όσον αφορά τα παρασκευάσματα, βλέπε σημείο 4.2.4. 4.1.2. Εάν ένας παρασκευαστής, διανομέας ή εισαγωγέας διαθέτει πληροφορίες που δείχνουν ότι μια ουσία θα πρέπει να ταξινομηθεί και να επισημανθεί σύμφωνα με τα κριτήρια που δίδονται στα σημεία 4.2.1, 4.2.2, ή 4.2.3 θα επισημαίνει προσωρινά την ουσία σύμφωνα με αυτά τα κριτήρια, με βάση την αξιολόγηση των στοιχείων από ένα αρμόδιο άτομο. 4.1.3. Ο παρασκευαστής, διανομέας ή εισαγωγέας υποβάλλει, το ταχύτερο δυνατό, έγγραφο που συνοψίζει όλες τις σχετικές πληροφορίες σε ένα κράτος μέλος στο οποίο η ουσία έχει κυκλοφορήσει στην αγορά. Με την έννοια αυτή, οι σχετικές πληροφορίες περιλαμβάνουν, ιδιαίτερα, όλες τις διαθέσιμες, δημοσιευμένες και μη, πληροφορίες που απαιτούνται για την κατάλληλη ταξινόμηση της περί ου ο λόγος ουσίας με βάση τις εγγενείς ιδιότητες σύμφωνα με τις κατηγορίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 και σύμφωνα με τα κριτήρια του παρόντος παραρτήματος. Αυτό το περιληπτικό έγγραφο πρέπει να περιέχει βιβλιογραφία με όλες τις σχετικές παραπομπές συμπεριλαμβανομένων και τυχόν μη δημοσιευμένων σχετικών δεδομένων. 4.1.4. Επιπλέον, ο παρασκευαστής, διανομέας ή εισαγωγέας, που διαθέτει νέα σχετικά δεδομένα για την ταξινόμηση και επισήμανση μιας ουσίας σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στα σημεία 4.2.1, 4.2.2 ή 4.2.3, πρέπει να υποβάλλει τα δεδομένα αυτά, το ταχύτερο δυνατό, σε ένα κράτος μέλος στο οποίο η ουσία έχει κυκλοφορήσει στην αγορά. 4.1.5. Για να επιτευχθεί το ταχύτερο δυνατό εναρμονισμένη ταξινόμηση στην Κοινότητα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 28 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη τα οποία διαθέτουν πληροφορίες που δικαιολογούν την ταξινόμηση μιας ουσίας σε μία από αυτές τις κατηγορίες, είτε έχουν υποβληθεί από τον παρασκευαστή είτε όχι, πρέπει να διαβιβάζουν στην Επιτροπή το ταχύτερο δυνατό, τις πληροφορίες αυτές μαζί με προτάσεις για ταξινόμηση και επισήμανση. Η Επιτροπή θα διαβιβάζει προς τα άλλα κράτη μέλη τις προτάσεις που λαμβάνει για ταξινόμηση και επισήμανση. Οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί να απευθύνεται στην Επιτροπή για να λάβει γνώση των πληροφοριών που υποβλήθηκαν. Οποιοδήποτε κράτος μέλος έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι η προτεινόμενη ταξινόμηση και επισήμανση είναι ακατάλληλη όσο αφορά την καρκινογόνο ή μεταλλαξιγόνο δράση μιας ουσίας, ή την τοξικότητα στην αναπαραγωγή, πρέπει να ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή. 4.2. Κριτήρια για την ταξινόμηση, τις ενδείξεις κινδύνου και την επιλογή των φράσεων κινδύνου 4.2.1. Καρκινογόνες ουσίες Για το σκοπό της ταξινόμησης και της επισήμανσης, και λαμβανομένων υπόψη των σημερινών γνώσεων, οι ουσίες αυτές χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: Κατηγορία 1 Ουσίες γνωστές ως καρκινογόνες για τον άνθρωπο. Υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για τη θεμελίωση αιτιότητας μεταξύ της έκθεσης του ανθρώπου στην ουσία και της ανάπτυξης του καρκίνου. Κατηγορία 2 Ουσίες οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως να ήταν καρκινογόνες για τον άνθρωπο. Υπάρχουν επαρκή στοιχεία που παρέχουν την ισχυρή υποψία ότι η έκθεση του ανθρώπου στην ουσία μπορεί να καταλήξει στην ανάπτυξη καρκίνου, γενικά, με βάση: - κατάλληλες μακροχρόνιες μελέτες στα ζώα, - άλλες σχετικές πληροφορίες. Κατηγορία 3 Ουσίες οι οποίες δημιουργούν ανησυχία για τον άνθρωπο εξαιτίας των πιθανών καρκινογόνων επιδράσεων, αλλά για τις οποίες οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επαρκούν για ικανοποιητική αξιολόγηση. Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις από σχετικές μελέτες με ζώα, αλλά οι ενδείξεις αυτές δεν επαρκούν για την ταξινόμηση των ουσιών αυτών στην κατηγορία 2. 4.2.1.1. Χρησιμοποιούνται τα ακόλουθα σύμβολα και οι ειδικές φράσεις κινδύνου: Κατηγορίες 1 και 2: Στις ουσίες οι οποίες έχουν ταξινομηθεί ως καρκινογόνες της κατηγορίας 1 ή 2, θα χρησιμοποιείται το σύμβολο "Τ" και η φράση κινδύνου: R45 Μπορεί να προκαλέσει καρκίνο Πάντως, για ουσίες και παρασκευάσματα, τα οποία παρουσιάζουν κίνδυνο καρκινογένεσης μόνο δι' εισπνοής, π.χ., σκόνες, ατμοί ή αναθυμιάσεις (ενώ από τις άλλες οδούς έκθεσης, π.χ., σε περίπτωση κατάποσης ή σε επαφή με το δέρμα, αυτός ο κίνδυνος δεν παρουσιάζεται), θα χρησιμοποιείται το σύμβολο "Τ" και η φράση κινδύνου. R49 Μπορεί να προκαλέσει καρκίνο όταν εισπνέεται Κατηγορία 3: Στις ουσίες οι οποίες έχουν ταξινομηθεί ως καρκινογόνες της κατηγορίας 3, θα χρησιμοποιείται το σύμβολο "Xn" και η φράση κινδύνου: R40 Ύποπτο καρκινογένεσης 4.2.1.2. Σχόλια σχετικά με την κατάταξη των καρκινογόνων ουσιών σε κατηγορίες Η κατάταξη μιας ουσίας στην κατηγορία 1 γίνεται με βάση επιδημιολογικά δεδομένα. Η κατάταξη στις κατηγορίες 2 και 3 βασίζεται κυρίως σε πειράματα με ζώα. Για να ταξινομηθεί μια ουσία ως καρκινογόνος της κατηγορίας 2 πρέπει να υπάρχουν είτε θετικά αποτελέσματα σε δύο είδη ζώων είτε σαφείς θετικές αποδείξεις σε ένα είδος μαζί με στοιχεία που υποστηρίζουν τις παραπάνω αποδείξεις όπως, π.χ., δεδομένα γονοτοξικότητας, μεταβολικές ή βιοχημικές μελέτες, πρόκληση καλοήθων όγκων, μοριακές δομικές σχέσεις με γνωστά καρκινογόνα, ή δεδομένα επιδημιολογικών μελετών που υποδηλώνουν κάποια σχέση. Η κατηγορία 3 στην πραγματικότητα αποτελείται από δύο υποκατηγορίες: α) ουσίες οι οποίες έχουν διερευνηθεί επαρκώς αλλά για τις οποίες οι αποδείξεις για πρόκληση όγκων είναι ανεπαρκείς για να ταξινομηθούν στην κατηγορία 2. Δεν αναμένεται ότι επιπρόσθετα πειράματα θα παράσχουν νέα σημαντικά σχετικά δεδομένα όσον αφορά την ταξινόμηση· β) ουσίες οι οποίες δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς. Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι μεν ανεπαρκή αλλά δημιουργούν ανησυχίες για τις επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου. Η ταξινόμηση είναι προσωρινή. Πριν ληφθεί τελική απόφαση, είναι αναγκαίο να γίνουν περισσότερα πειράματα. Με τη διάκριση μεταξύ των κατηγοριών 2 και 3 σχετίζονται τα παρακάτω επιχειρήματα, με τα οποία μειώνεται η σπουδαιότητα της πειραματικής πρόκλησης όγκων σε σχέση με την πιθανή έκθεση του ανθρώπου. Τα επιχειρήματα αυτά και ιδιαίτερα ο συνδυασμός τους οδηγούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, σε ταξινόμηση στην κατηγορία 3 έστω και εάν έχει διαπιστωθεί ανάπτυξη όγκων σε ζώα: - καρκινογόνες επιδράσεις μόνο σε πολύ υψηλές δόσεις που υπερβαίνουν τις "μέγιστες ανεκτές" δόσεις. Η μέγιστη ανεκτή δόση χαρακτηρίζεται από τοξικά αποτελέσματα τα οποία μολονότι δεν συντομεύουν τη διάρκεια ζωής, συμβαδίζουν με φυσικές αλλαγές όπως, π.χ., επιβράδυνση της αύξησης βάρους κατά 10 % περίπου, - εμφάνιση όγκων, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις, μόνο σε συγκεκριμένα όργανα ορισμένων ειδών που είναι γνωστά για την ευαισθησία τους στην αυθόρμητη δημιουργία όγκων, - εμφάνιση όγκων, μόνο στο σημείο εφαρμογής της ουσίας, σε πολύ ευαίσθητα συστήματα δοκιμών (π.χ., ενδοπεριτοναϊκή ή υποδόριος εφαρμογή ορισμένων τοπικά δραστικών ενώσεων), εάν ο συγκεκριμένος στόχος δεν έχει σχέση με τον άνθρωπο, - έλλειψη γονοτοξικότητας σε βραχυπρόθεσμες δοκιμές in vivo και in vitro, - ύπαρξη δευτερεύοντος μηχανισμού δράσης, όπου εμπλέκεται ένα πρακτικό επίπεδο (κατώφλι) πάνω από μια ορισμένη δόση (π.χ., ορμονικές επιπτώσεις στα στοχευόμενα όργανα ή σε μηχανισμούς ρύθμισης της φυσιολογίας, χρόνια διέγερση του πολλαπλασιασμού των κυττάρων), - ύπαρξη ειδικευμένων, κατά βιολογικό είδος, μηχανισμών σχηματισμού όγκων (π.χ. μέσω ειδικών μεταβολικών οδών), που όμως δεν έχουν σχέση με τον άνθρωπο. Με τη διάκριση μεταξύ της κατηγορίας 3 και της μη κατάταξης σχετίζονται τα επιχειρήματα που αποκλείουν ανησυχία για τον άνθρωπο: - μια ουσία δεν ταξινομείται σε καμία από τις κατηγορίες εάν ο μηχανισμός πειραματικής ανάπτυξης όγκων έχει προσδιοριστεί σαφώς με ισχυρές ενδείξεις ότι η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να προεκταθεί στον άνθρωπο, - εάν τα μόνα διαθέσιμα στοιχεία ανάπτυξης όγκων αφορούν όγκους του ήπατος σε ορισμένα ευαίσθητα στελέχη ποντικών, χωρίς άλλες συμπληρωματικές ενδείξεις, η ουσία μπορεί να μην καταταγεί σε καμία από τις κατηγορίες, - ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται στις περιπτώσεις όπου τα μόνα διαθέσιμα στοιχεία ανάπτυξης όγκων αφορούν τοπική εμφάνιση νεοπλασμάτων σε στελέχη που είναι επαρκώς γνωστά για την υψηλή συχνότητα αυθόρμητης δημιουργίας όγκων. 4.2.2. Μεταλλαξιγόνες ουσίες 4.2.2.1. Για την εξυπηρέτηση των σκοπών ταξινόμησης και επισήμανσης, και λαμβανομένων υπόψη των σημερινών γνώσεων, οι ουσίες αυτές χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: Κατηγορία 1 Ουσίες που είναι γνωστές ως μεταλλαξιγόνες για τον άνθρωπο. Υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις που θεμελιώνουν αιτιότητα μεταξύ της έκθεσης του ανθρώπου στην ουσία και της πρόκλησης κληρονομικής γενετικής βλάβης. Κατηγορία 2 Ουσίες που θα μπορούσαν θα θεωρηθούν ως να ήταν μεταλλαξιγόνες για τον άνθρωπο. Υπάρχουν επαρκή στοιχεία που παρέχουν την ισχυρή υποψία ότι η έκθεση του ανθρώπου στην ουσία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση κληρονομικής γενετικής βλάβης γενικά με βάση τα ακόλουθα: - κατάλληλες μελέτες σε ζώα, - άλλες σχετικές πληροφορίες. Κατηγορία 3 Ουσίες οι οποίες δημιουργούν ανησυχία εξ αιτίας πιθανών μεταλλαξιγόνων επιπτώσεων στον άνθρωπο. Υπάρχουν αποδείξεις από κατάλληλες μελέτες μεταλλαξιγένεσης, αλλά είναι ανεπαρκείς για την κατάταξη της ουσίας στην κατηγορία 2. 4.2.2.2. Χρησιμοποιούνται τα ακόλουθα σύμβολα και οι ειδικές φράσεις κινδύνου: Κατηγορίες 1 και 2: Στις ουσίες οι οποίες έχουν ταξινομηθεί ως μεταλλαξιγόνες της κατηγορίας 1 ή 2, θα χρησιμοποιείται το σύμβολο "Τ" και η φράση κινδύνου: R46 Μπορεί να προκαλέσει κληρονομικές γενετικές βλάβες Κατηγορία 3: Στις ουσίες οι οποίες έχουν ταξινομηθεί ως μεταλλαξιγόνες της κατηγορίας 3, θα χρησιμοποιείται το σύμβολο "Xn" και η φράση κινδύνου: R68 Πιθανοί κίνδυνοι μονίμων επιδράσεων 4.2.2.3. Σχόλια σχετικά με την κατάταξη των μεταλλαξιγόνων ουσιών σε κατηγορίες Ορισμοί: Μετάλλαξη είναι η μόνιμη μεταβολή στην ποσότητα ή τη δομή του γενετικού υλικού ενός οργανισμού η οποία έχει ως αποτέλεσμα μεταβολή των φαινοτυπικών χαρακτηριστικών του οργανισμού. Οι αλλοιώσεις αυτές μπορούν να αφορούν ένα μεμονωμένο γονίδιο, μια ομάδα γονιδίων, ή και ένα ολόκληρο χρωμόσωμα. Τα αποτελέσματα που έχουν σχέση με τις μεταβολές μεμονωμένων γονιδίων μπορεί να προέρχονται από επίδραση σε μεμονωμένες βάσεις δεσοξυριβοζονουκλεϊνικού οξέος (DNA) (μεταλλάξεις σημείου) ή από ευρύτερες μεταβολές στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αποκοπές μέσα στο γονίδιο. Τα αποτελέσματα σε ολόκληρα χρωμοσώματα μπορεί να περιλαμβάνουν δομικές ή αριθμητικές αλλαγές. Μεταλλάξεις στα γεννητικά κύτταρα των σεξουαλικά αναπαραγόμενων οργανισμών μπορεί να μεταβιβάζονται στους απογόνους. Μεταλλαξιγόνο είναι ένας παράγοντας που προκαλεί αυξημένη στατιστική εμφάνιση μεταλλάξεων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ταξινόμηση των ουσιών ως μεταλλαξιγόνων γίνεται με βάση τις κληρονομούμενες γενετικές βλάβες. Πάντως, η μορφή των αποτελεσμάτων που οδηγεί στην ταξινόμηση των χημικών ουσιών στην κατηγορία 3: "Πρόκληση γενετικά σημαντικών φαινομένων στα σωματικά κύτταρα" θεωρείται, επίσης, γενικά, ως προειδοποίηση για πιθανή καρκινογόνο δράση. Η ανάπτυξη μεθόδου για τις δοκιμές μεταλλαξιγένεσης είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη. Για νέες μεθόδους δεν υπάρχουν προς το παρόν τυποποιημένα πρωτόκολλα και κριτήρια αξιολόγησης. Για την αξιολόγηση των δεδομένων μεταλλαξιγένεσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ποιότητα της εκτέλεσης των δοκιμών και ο βαθμός εγκυρότητας της μεθόδου δοκιμών. Κατηγορία 1 Για να ταξινομηθεί μια ουσία στην κατηγορία 1, πρέπει να υπάρχουν θετικές αποδείξεις από επιδημιολογικές μελέτες μεταλλάξεων στον άνθρωπο. Μέχρι σήμερα, παραδείγματα τέτοιων ουσιών δεν είναι γνωστά. Γίνεται αποδεκτό ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκτηθούν αξιόπιστες πληροφορίες από μελέτες για τη συχνότητα εμφάνισης μεταλλάξεων στους ανθρώπινους πληθυσμούς ή για πιθανή αύξηση στη συχνότητά τους. Κατηγορία 2 Για να ταξινομηθεί μια ουσία στην κατηγορία 2, απαιτούνται θετικά αποτελέσματα δοκιμασιών που να δείχνουν α) μεταλλαξιγόνα αποτελέσματα ή β) άλλες κυτταρικές αλληλεπιδράσεις σχετικές με μεταλλαξιγένεση, σε σπερματικά κύτταρα θηλαστικών in vivo, ή γ) μεταλλαξιγόνα αποτελέσματα σε σωματικά κύτταρα θηλαστικών in vivo, σε συνδυασμό με σαφείς αποδείξεις ότι η ουσία ή ένας σχετικός μεταβολίτης φθάνει στα σπερματικά κύτταρα. Αναφορικά με την κατάταξη στην κατηγορία 2, προς το παρόν θεωρούνται κατάλληλες οι ακόλουθες μέθοδοι: 2α) Δοκιμασίες μεταλλαξιγένεσης in vivo σε σπερματικά κύτταρα: - δοκιμή μετάλλαξης σε συγκεκριμένη θέση, - δοκιμή κληρονομούμενης μετατόπισης γονιδίων, - δοκιμή επικρατούσας θανατηφόρου μετάλλαξης. Οι δοκιμές αυτές δείχνουν πράγματι την εμφάνιση προσβεβλημένου απογόνου ή ελάττωμα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. 2β) Δοκιμές in vivo που δείχνουν σχετική αλληλεπίδραση με σπερματικά κύτταρα (συνήθως DNA): - δοκιμές για χρωμοσωμικές ανωμαλίες διαπιστούμενες με κυτταρογενετική ανάλυση περιλαμβανομένης της ανευπλοειδίας που προκαλείται από κακό διαχωρισμό των χρωμοσωμάτων, - δοκιμές για ανταλλαγές αδελφών χρωματιδίων (SCEs), - δοκιμές για μη προγραμματισμένη σύνθεση DNA (UDS), - πειράματα (ομοιοπολικής) δέσμευσης του μεταλλαξιγόνου στο DNA των σπερματικών κυττάρων, - πειραματισμοί για άλλες μορφές βλαβών του DNA. Οι δοκιμασίες αυτές καταλήγουν σε, λίγο ή πολύ, έμμεσες ενδείξεις. Τυχόν θετικά αποτελέσματα των δοκιμών αυτών θα μπορούσαν να υποστηριχθούν από θετικά αποτελέσματα in vivo δοκιμασιών μεταλλαξιγένεσης σε σωματικά κύτταρα ανθρώπου ή θηλαστικών [βλέπε κάτω από κατηγορία 3 και κατά προτίμηση τις μεθόδους του 3α)]. 2γ) Δοκιμασίες in vivo που δείχνουν μεταλλαξιγόνα αποτελέσματα σε σωματικά κύτταρα θηλαστικών [βλέπε κάτω από 3α)]. σε συνδυασμό με τοξικοκινητικές μεθόδους ή άλλες μέθοδολογίες ικανές να καταδείξουν ότι η ένωση ή ένας σχετικός μεταβολίτης φθάνει στα σπερματικά κύτταρα. Αναφορικά με τα προβλεπόμενα στα σημεία 2β) και 2γ) ως υποβοηθητικές ενδείξεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν θετικά αποτελέσματα δοκιμών με ξενιστές ή αναμφισβήτητα αποτελέσματα σε δοκιμασίες in vitro. Κατηγορία 3 Για να ταξινομηθεί μια ουσία στην κατηγορία 3, απαιτούνται θετικά αποτελέσματα που να δείχνουν α) μεταλλαξιγόνες επιπτώσεις ή β) άλλες κυτταρικές αλληλεπιδράσεις που έχουν σχέση με μεταλλαξιγένεση, σε σωματικά κύτταρα θηλαστικών in vivo. Η τελευταία ιδιαίτερα περίπτωση κανονικά θα πρέπει να στηρίζεται σε θετικά αποτελέσματα δοκιμών μεταλλαξιγένεσης in vitro. Για τις in vivo επιπτώσεις σε σωματικά κύτταρα κρίνονται επί του παρόντος κατάλληλες οι ακόλουθες μέθοδοι: 3α) Δοκιμασίες μεταλλαξιγένεσης σε σωματικά κύτταρα in vivo - δοκιμασία μικροπυρήνος σε μυελό των οστών ή ανάλυση μεταφάσεως, - ανάλυση μεταφάσεως περιφερειακών λεμφοκυττάρων, - δοκιμασία χρωματικών κηλίδων τριχώματος ποντικιών. 3β) Δοκιμασίες αλληλεπιδράσεως DNA σωματικών κυττάρων in vivo - δοκιμή SCEs σε σωματικά κύτταρα, - δοκιμή UDS σε σωματικά κύτταρα, - δοκιμασία για (ομοιοπολική) δέσμευση του μεταλλαξιγόνου στο DNA των σωματικών κυττάρων, - δοκιμασία για βλάβες του DNA, π.χ. με έκλουση σε αλκαλικό διάλυμα, σε σωματικά κύτταρα. Ουσίες που δίνουν θετικά αποτελέσματα μόνο σε μία ή περισσότερες δοκιμασίες μεταλλαξιγένεσης in vitro, κανονικά δεν θα πρέπει να ταξινομούνται. Πάντως συνιστάται με έμφαση η περαιτέρω διερεύνησή τους με δοκιμασίες in vivo. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, π.χ. για μια ουσία που προκαλεί έκδηλες αντιδράσεις σε ορισμένο αριθμό δοκιμασιών in vitro, για την οποία δεν υπάρχουν διαθέσιμα αντίστοιχα δεδομένα από δοκιμασίες in vivo και η οποία δείχνει ομοιότητες με γνωστές μεταλλαξιγόνες/καρκινογόνες ουσίες, μπορεί να εξεταστεί η ταξινόμησή της στην κατηγορία 3. 4.2.3. Ουσίες τοξικές στην αναπαραγωγή 4.2.3.1. Για τους σκοπούς της ταξινόμησης και της επισήμανσης και λαμβανομένων υπόψη των σύγχρονων γνώσεων, οι ουσίες αυτές χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: Κατηγορία 1 Ουσίες οι οποίες είναι γνωστό ότι εξασθενούν τη γονιμότητα του ανθρώπου Υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για τη θεμελίωση αιτιότητας μεταξύ της έκθεσης του ανθρώπου στην ουσία και την εξασθένιση της γονιμότητας. Ουσίες γνωστές ως τοξικές για την ανάπτυξη του ανθρώπου Υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για τη θεμελίωση αιτιότητας μεταξύ της έκθεσης του ανθρώπου στην ουσία και την μετέπειτα τοξική επίδραση στην ανάπτυξη των απογόνων. Κατηγορία 2 Ουσίες οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι εξασθενούν τη γονιμότητα του ανθρώπου Υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις που να οδηγούν σε σοβαρές υποψίες ότι η έκθεση του ανθρώπου στην ουσία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εξασθένιση της γονιμότητας με βάση: - σαφείς αποδείξεις που προκύπτουν από μελέτες σε ζώα για την εξασθένιση της γονιμότητας, απουσία τοξικών δράσεων, ή απόδειξη ότι η εξασθένιση της γονιμότητας επέρχεται στα ίδια περίπου δοσολογικά επίπεδα με άλλες τοξικές δράσεις αλλά που δεν αποτελεί δευτερεύουσα μη ειδική συνέπεια των άλλων τοξικών δράσεων, - άλλες σχετικές πληροφορίες. Ουσίες οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν τοξικές για την ανάπτυξη του ανθρώπου Υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις που να οδηγούν σε σοβαρές υποψίες ότι η έκθεση του ανθρώπου στην ουσία μπορεί να έχει τοξική επίδραση στην ανάπτυξη, συνήθως με βάση: - σαφή αποτελέσματα κατάλληλων μελετών σε ζώα όπου παρατηρήθηκαν επιδράσεις, απουσία συμπτωμάτων αισθητής τοξικότητας στη μητέρα ή στα ίδια περίπου δοσολογικά επίπεδα με άλλες τοξικές δράσεις, χωρίς όμως οι εν λόγω επιδράσεις να αποτελούν δευτερεύουσα μη ειδική συνέπεια των άλλων τοξικών δράσεων, - Άλλες σχετικές πληροφορίες. Κατηγορία 3 Ουσίες που προκαλούν ανησυχία για τη γονιμότητα του ανθρώπου Γενικά με βάση: - αποτελέσματα κατάλληλων μελετών σε ζώα οι οποίες παρέχουν επαρκείς αποδείξεις που οδηγούν σε σοβαρές υποψίες για την εξασθενημένη γονιμότητα, απουσία τοξικών δράσεων ή απόδειξη ότι η εξασθενημένη γονιμότητα επέρχεται στα ίδια περίπου δοσολογικά επίπεδα με άλλες τοξικές δράσεις αλλά δεν αποτελεί δευτερεύουσα μη ειδική συνέπεια των άλλων τοξικών δράσεων, χωρίς όμως οι αποδείξεις να επαρκούν για την κατάταξη της ουσίας στην κατηγορία 2, - άλλες σχετικές πληροφορίες Ουσίες που προκαλούν ανησυχία για τον άνθρωπο λόγω πιθανής τοξικής επίδρασης στην ανάπτυξη Γενικά με βάση: - αποτελέσματα κατάλληλων μελετών σε ζώα που παρέχουν επαρκείς αποδείξεις οι οποίες οδηγούν σε σοβαρές υποψίες σχετικά με την τοξικότητα για την ανάπτυξη, απουσία συμπτωμάτων αισθητής τοξικότητας στη μητέρα, ή στα ίδια περίπου δοσολογικά επίπεδα με άλλες τοξικές δράσεις αλλά που δεν αποτελούν δευτερεύουσα μη ειδική συνέπεια των άλλων τοξικών δράσεων, χωρίς όμως οι αποδείξεις να επαρκούν για την κατάταξη της ουσίας στην κατηγορία 2, - άλλες σχετικές πληροφορίες. 4.2.3.2. Χρησιμοποιούνται τα ακόλουθα σύμβολα και οι ειδικές φράσεις κινδύνου: Κατηγορία 1: Για τις ουσίες που εξασθενούν τη γονιμότητα στον άνθρωπο: Στις ουσίες οι οποίες έχουν ταξινομηθεί ως τοξικές για την αναπαραγωγή της κατηγορίας 1, θα χρησιμοποιείται το σύμβολο "Τ" και η φράση κινδύνου: R60 Μπορεί να εξασθενίσει τη γονιμότητα Για τις ουσίες που είναι τοξικές για την ανάπτυξη: Στις ουσίες οι οποίες έχουν ταξινομηθεί ως τοξικές για την αναπαραγωγή της κατηγορίας 1, θα χρησιμοποιείται το σύμβολο "Τ" και η φράση κινδύνου: R61 Μπορεί να βλάψει το έμβρυο κατά τη διάρκεια της κύησης Κατηγορία 2: Για τις ουσίες για τις οποίες θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εξασθενούν τη γονιμότητα του ανθρώπου: Στις ουσίες οι οποίες έχουν ταξινομηθεί ως τοξικές για την αναπαραγωγή της κατηγορίας 2, θα χρησιμοποιείται το σύμβολο "Τ" και η φράση κινδύνου: R60 Μπορεί να εξασθενίσει τη γονιμότητα Για τις ουσίες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν τοξικές για την ανάπτυξη του ανθρώπου: Στις ουσίες οι οποίες έχουν ταξινομηθεί ως τοξικές για την αναπαραγωγή της κατηγορίας 2, θα χρησιμοποιείται το σύμβολο "Τ" και η φράση κινδύνου: R61 Μπορεί να βλάψει το έμβρυο κατά τη διάρκεια της κύησης Κατηγορία 3: Για ουσίες που προκαλούν ανησυχία για τη γονιμότητα των ανθρώπων: Στις ουσίες οι οποίες έχουν ταξινομηθεί ως τοξικές για την αναπαραγωγή της κατηγορίας 3, θα χρησιμοποιείται το σύμβολο "Xn" και η φράση κινδύνου: R62 Πιθανός κίνδυνος για εξασθένιση της γονιμότητας Για ουσίες που προκαλούν ανησυχία για τον άνθρωπο λόγω πιθανής τοξικής επίδρασης στην ανάπτυξη: Στις ουσίες οι οποίες έχουν ταξινομηθεί ως τοξικές για την αναπαραγωγή της κατηγορίας 3, θα χρησιμοποιείται το σύμβολο "Xn" και η φράση κινδύνου: R63 Πιθανός κίνδυνος δυσμενών επιδράσεων στο έμβρυο κατά τη διάρκεια της κύησης. 4.2.3.3. Σχόλια σχετικά με την ταξινόμηση σε κατηγορίες των τοξικών στην αναπαραγωγή ουσιών Η έννοια της τοξικότητας στην αναπαραγωγή περιλαμβάνει την εξασθένιση της αναπαραγωγικής λειτουργίας ή ικανότητας αρρένων και θηλέων και την πρόκληση μη κληρονομούμενων επιβλαβών δράσεων στους απογόνους. Μπορεί να χωριστεί σε δύο βασικές κατηγορίες: 1. Eπιδράσεις στη γονιμότητα αρρένων ή θηλέων· 2. τοξικότητα στην ανάπτυξη. 1. Οι επιδράσεις στη γονιμότητα αρρένων ή θηλέων περιλαμβάνουν τις δυσμενείς επιπτώσεις στο γενετήσιο ένστικτο, στη σεξουαλική συμπεριφορά, σε όλες τις φάσεις της σπερματογένεσης ή της ωογένεσης ή στην ορμονική δραστηριότητα ή φυσιολογική απόκριση οι οποίες μπορούν να παρέμβουν στην ικανότητα γονιμοποίησης στην ίδια τη γονιμοποίηση ή στην ανάπτυξη του γονιμοποιημένου ωαρίου μέχρι και την εμφύτευση. 2. Η τοξικότητα για την ανάπτυξη θεωρείται από την ευρύτερή της έννοια ότι περιλαμβάνει κάθε επίδραση που μπορεί να παρέμβει στην κανονική ανάπτυξη τόσο πριν όσο και μετά τη γέννηση. Περιλαμβάνει επιδράσεις που έχουν προκληθεί ή εκδηλωθεί πριν από τη γέννηση καθώς και εκείνες που εκδηλώνονται σε μεταγεννητικό στάδιο. Εδώ υπάγονται εμβρυοτοξικά φαινόμενα όπως, π.χ., μειωμένο σωματικό βάρος, αυξητική και αναπτυξιακή καθυστέρηση, τοξικότητα στα όργανα, θάνατος, αποβολή, ανατομικές ανωμαλίες (τερατογόνες δράσεις), λειτουργικές ανωμαλίες, περι-μεταγεννητικές ανωμαλίες, και διαταραχή της μεταγεννητικής διανοητικής και σωματικής ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης μέχρι και της κανονικής εφηβικής ανάπτυξης. Η ταξινόμηση ουσιών ως τοξικών στην αναπαραγωγή έχει προβλεφθεί να περιλάβει ουσίες που έχουν την εγγενή ή ειδική ιδιότητα να προκαλούν τα τοξικά αυτά φαινόμενα. Οι χημικές ουσίες δεν πρέπει να ταξινομούνται ως τοξικές στην αναπαραγωγή όταν τα φαινόμενα αυτά αποτελούν απλώς μη ειδική δευτερεύουσα συνέπεια άλλης τοξικής επίδρασης. Περισσότερο ανησυχητικές θεωρούνται οι χημικές ουσίες που είναι τοξικές στην αναπαραγωγή σε επίπεδα έκθεσης που δεν προκαλούν άλλα τοξικά συμπτώματα. Μια ένωση ταξινομείται στην κατηγορία 1 για επίδραση στη γονιμότητα ή/και στην ανάπτυξη βάσει επιδημιολογικών δεδομένων. Η κατάταξη στις κατηγορίες 2 ή 3 γίνεται κυρίως βάσει δεδομένων που αφορούν ζώα. Δεδομένα από μελέτες in vitro ή σε αυγά πτηνών θεωρούνται ως υποστηρικτικές "ενδείξεις" και σε εξαιρετικές περιπτώσεις μόνο μπορούν να οδηγήσουν σε ταξινόμηση εν απουσία δεδομένων in vivo. Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα άλλα είδη τοξικών επιδράσεων, αναμένεται ότι και για τοξικές στην αναπαραγωγή ουσίες υπάρχει όριο κάτω από το οποίο δεν παρατηρούνται δυσμενείς επιπτώσεις. Ακόμη και όταν, βάσει μελετών σε ζώα, αποδεικνύεται σαφής επίδραση, τα αποτελέσματα για τον άνθρωπο μπορεί να είναι αμφίβολα λόγω των δόσεων που χορηγήθηκαν, επί παραδείγματι, όταν η επίδραση αποδεικνύεται κατόπιν χορήγησης υψηλών μόνο δόσεων ή όταν υπάρχουν αξιοσημείωτες τοξικοκινητικές διαφορές ή όταν η οδός χορήγησης είναι ακατάλληλη. Γι' αυτούς ή παρόμοιους λόγους μπορεί να δικαιολογείται ταξινόμηση στην κατηγορία 3 ή ακόμη και σε καμία κατηγορία. Στο παράρτημα V της oδηγίας προβλέπεται οριακή δοκιμή για τις ουσίες χαμηλής τοξικότητας. Εάν μετά τη χορήγηση από το στόμα δόσεως 1000 mg/kg τουλάχιστον δεν παρατηρηθεί τοξική επίδραση στην αναπαραγωγή, η διεξαγωγή μελετών σε άλλα δοσολογικά επίπεδα, μπορεί να μη θεωρηθεί απαραίτητη. Εάν διατίθενται στοιχεία από μελέτες με δόσεις υψηλότερες από την ανωτέρω οριακή δόση, τα στοιχεία αυτά πρέπει να αξιολογηθούν μαζί με άλλα σχετικά στοιχεία. Υπό κανονικές συνθήκες θεωρείται ότι οι επιδράσεις, που παρατηρούνται μόνο με δόσεις που υπερβαίνουν την οριακή, δεν οδηγούν αναγκαστικά σε ταξινόμηση των ουσιών ως τοξικών στην αναπαραγωγή. ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ Για την ταξινόμηση μιας ουσίας στην κατηγορία 2 για εξασθένιση της γονιμότητας, θα πρέπει να υπάρχουν σαφείς αποδείξεις από μελέτες σ' ένα ζωικό είδος, με επιπλέον τεκμηρίωση για το μηχανισμό της δράσης ή την περιοχή της δράσης, ή τη χημική σχέση με άλλους γνωστούς παράγοντες που βλάπτουν τη γονιμότητα ή άλλες πληροφορίες από ανθρώπους που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ενέργειες αυτές είναι πιθανό να παρατηρηθούν στον άνθρωπο. Σε περίπτωση που υπάρχουν μελέτες για ένα μόνο είδος χωρίς άλλα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, ενδείκνυται η κατάταξη στην κατηγορία 3. Δεδομένου ότι η δυσμενής επίδραση στη γονιμότητα μπορεί να αποτελεί μη ειδική συνοδευτική δράση μιας σοβαρής γενικευμένης τοξικότητας ή όταν παρατηρείται σοβαρή εξάντληση από ασιτία, η ταξινόμηση στην κατηγορία 2 πραγματοποιείται μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι υπάρχει κάποιος βαθμός εξειδίκευσης της τοξικότητας στο σύστημα αναπαραγωγής. Σε περίπτωση που, από τις μελέτες σε ζώα, προκύπτει ότι η δυσμενής επίδραση στην γονιμότητα οφείλεται σε ανικανότητα ζευγαρώματος, τότε, για την ταξινόμηση στην κατηγορία 2, απαιτούνται κανονικά αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το μηχανισμό της δράσης προκειμένου να συναχθεί αν υπάρχει πιθανότητα να παρατηρηθούν στον άνθρωπο ανεπιθύμητες ενέργειες όπως μεταβολές στην έκκριση ορμονών. ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ Για την ταξινόμηση στην κατηγορία 2, οι δυσμενείς επιδράσεις πρέπει να αποδεικνύονται σαφώς από διεξαχθείσες μελέτες σε ένα ή περισσότερα ζωικά είδη. Δεδομένου ότι οι δυσμενείς επιδράσεις κατά την κύηση ή μετά τον τοκετό μπορεί να αποτελούν δευτερογενή συνέπεια μιας τοξικής επίδρασης στη μητέρα, μειωμένης πρόσληψης τροφής ή νερού, στρες της μητέρας, ανεπαρκούς φροντίδας της μητέρας, ειδικής διαιτολογικής ανεπάρκειας, κακής φροντίδας των ζώων, παρεμπιπτουσών μολύνσεων, κ.λπ., οι επιδράσεις αυτές πρέπει να παρατηρούνται σε ορθά διεξαγόμενες μελέτες και σε δοσολογικά επίπεδα που δεν συνδέονται με μια αισθητή τοξικότητα στη μητέρα. Σημασία έχει επίσης η οδός έκθεσης. Ιδιαίτερα, η έγχυση ερεθιστικού υλικού ενδοπεριτοναϊκώς μπορεί να προκαλέσει τοπική βλάβη στη μήτρα και το περιεχόμενό της. Τα αποτελέσματα μελετών αυτού του είδους πρέπει να ερμηνευτούν με προσοχή και δεν οδηγούν συνήθως από μόνα τους σε ταξινόμηση. Η ταξινόμηση στην κατηγορία 3 βασίζεται σε παρόμοια κριτήρια με εκείνα της κατηγορίας 2, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν ο σχεδιασμός του πειράματος παρουσιάζει ατέλειες οι οποίες οδηγούν σε λιγότερο αξιόπιστα συμπεράσματα ή όταν δεν είναι δυνατόν να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο τα φαινόμενα να οφείλονται σε μη ειδικές επιδράσεις όπως μια γενικευμένη τοξικότητα. Σε γενικές γραμμές, οι ουσίες ταξινομούνται στην κατηγορία 3 ή σε καμιά κατηγορία με βάση μια ad hoc εκτίμηση όταν τα μόνα φαινόμενα που παρατηρούνται είναι μικρές μεταβολές στη συχνότητα εμφανίσεως αυθόρμητων ανωμαλιών, μικρές μεταβολές στις αναλογίες κοινών μεταβλητών όπως παρατηρούνται σε εξετάσεις του σκελετού, ή μικρές διαφορές στις εκτιμήσεις της μεταγεννητικής ανάπτυξης. Επίδραση κατά τη γαλουχία Οι ουσίες που ταξινομούνται ως τοξικές στην αναπαραγωγή και που προκαλούν, επίσης, ανησυχία λόγω της επίδρασής τους στη γαλουχία πρέπει συμπληρωματικά να φέρουν και επισήμανση με τη φράση R64 (βλέπε κριτήρια στο σημείο 3.2.8). Για τους σκοπούς της ταξινόμησης, οι τοξικές επιδράσεις στα παιδιά που οφείλονται μόνο στην έκθεση μέσω του μητρικού γάλακτος ή οι τοξικές επιδράσεις που οφείλονται στην απευθείας έκθεση των παιδιών θεωρούνται ως τοξικές στην αναπαραγωγή μόνο εάν οδηγούν σε διαταραχή της ανάπτυξης του παιδιού. Οι ουσίες που δεν ταξινομούνται ως τοξικές στην αναπαραγωγή, αλλά προκαλούν ανησυχία λόγω της τοξικότητάς τους όταν μεταφέρονται στο βρέφος κατά την περίοδο της γαλουχίας, πρέπει να φέρουν επισήμανση με τη φράση R64 (βλέπε κριτήρια στο σημείο 3.2.8). Η φράση αυτή ενδείκνυται ενδεχομένως και για ουσίες που επηρεάζουν την ποσότητα ή την ποιότητα του γάλακτος. Η φράση R64 χρησιμοποιείται κανονικά με βάση: α) τοξικοκινητικές μελέτες από τις οποίες προκύπτει η πιθανή παρουσία της ουσίας στο μητρικό γάλα σε ενδεχομένως τοξικές ποσότητες ή/και β) αποτελέσματα μελετών σε ζώα μίας ή δύο γενεών από τις οποίες προκύπτει η εμφάνιση δυσμενών επιπτώσεων στους απογόνους λόγω μεταφοράς στο γάλα ή/και γ) αποδεικτικά στοιχεία στον άνθρωπο που δείχνουν ότι υπάρχει κίνδυνος για βρέφη κατά την περίοδο της γαλουχίας. Ουσίες οι οποίες είναι γνωστό ότι συσσωρεύονται στον οργανισμό και ότι μπορούν, στη συνέχεια, να μεταφερθούν στο γάλα κατά την περίοδο της γαλουχίας μπορούν να φέρουν επισήμανση με τις φράσεις R33 και R64. 4.2.4. Διαδικασία για τη ταξινόμηση παρασκευασμάτων σύμφωνα με τις ειδικές επιπτώσεις στην υγεία. Εάν ένα παρασκεύασμα περιέχει μία ή περισσότερες ουσίες οι οποίες έχουν ταξινομηθεί σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια, το παρασκεύασμα πρέπει να ταξινομηθεί σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ μέρος Α.7 έως 9, και μέρος Β.6 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ (τα όρια των συγκεντρώσεων εμφανίζονται είτε στο παράρτημα Ι της παρούσας οδηγίας είτε στο παράρτημα ΙΙ μέρος Β.6. της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, όταν οι εξεταζόμενες ουσίες είτε δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι είτε περιλαμβάνονται χωρίς όμως όρια συγκεντρώσεων). 5. ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ 5.1. Εισαγωγή Κύριος σκοπός της ταξινόμησης ουσιών και παρασκευασμάτων ως επικίνδυνων για το περιβάλλον είναι η προειδοποίηση του χρήστη για τους κινδύνους που περικλείουν οι ουσίες και τα παρασκευάσματα αυτά για τα οικοσυστήματα. Μολονότι τα επί του παρόντος κριτήρια αναφέρονται κυρίως στα υδάτινα οικοσυστήματα, αναγνωρίζεται ότι ορισμένες ουσίες και παρασκευάσματα είναι δυνατόν, παράλληλα ή εναλλακτικά, να επηρεάζουν άλλα οικοσυστήματα, τα συστατικά μέρη των οποίων μπορεί να ποικίλλουν από τη μικροχλωρίδα και τη μικροπανίδα του εδάφους μέχρι τα ανώτερα θηλαστικά. Τα κριτήρια που καθορίζονται παρακάτω απορρέουν κατευθείαν από τις μεθόδους δοκιμών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα V, όπως αναφέρονται. Οι μέθοδοι δοκιμών που απαιτούνται για το βασικό φάκελο που αναφέρεται στο παράρτημα VII είναι περιορισμένες και οι πληροφορίες που προέρχονται από αυτές ίσως είναι ανεπαρκείς για μια ορθή ταξινόμηση. Για την ταξινόμηση, πιθανόν να απαιτούνται επιπρόσθετα στοιχεία προερχόμενα από μελέτες επιπέδου 1 (παράρτημα VIIΙ) ή ισοδύναμες. Επιπλέον, οι ταξινομημένες ουσίες μπορεί να υπόκεινται σε αναθεώρηση υπό το φως νέων δεδομένων. Για την εξυπηρέτηση των σκοπών ταξινόμησης και επισήμανσης και σύμφωνα με τις γνώσεις που υπάρχουν σήμερα, οι ουσίες αυτές διαιρούνται σε δύο ομάδες σύμφωνα με τις οξείες ή/και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους στα υδάτινα συστήματα ή σύμφωνα με τις οξείες ή/και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους στα μη υδάτινα συστήματα. 5.1.1. Η ταξινόμηση των ουσιών συνήθως γίνεται βάσει πειραματικών δεδομένων σχετικά με την οξεία τοξικότητα στο ύδωρ, την αποικοδόμηση και το log Pow (ή τον BCF, εάν είναι διαθέσιμος). 5.1.2. Η ταξινόμηση των παρασκευασμάτων συνήθως κανονικά γίνεται βάσει της συμβατικής μεθόδου η οποία αναφέρεται στο άρθρο 7 και στο παράρτημα ΙΙΙ μέρη Α και Β της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. Στην περίπτωση αυτή, η ταξινόμηση βασίζεται στα ιδιαίτερα όρια συγκέντρωσης: - του παραρτήματος Ι της παρούσας οδηγίας ή - του παραρτήματος ΙΙΙ μέρος Β της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, εάν η ουσία ή οι ουσίες δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της παρούσας οδηγίας ή περιλαμβάνονται χωρίς όρια συγκέντρωσης. 5.1.3. Κανονικά, η ταξινόμηση ενός παρασκευάσματος γίνεται βάσει συμβατικής μεθόδου. Ωστόσο, για τον προσδιορισμό της οξείας τοξικότητας στο ύδωρ μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες πρέπει να εκτελεστούν δοκιμές με το παρασκεύασμα. Τα αποτελέσματα των δοκιμών αυτών μπορούν να τροποποιήσουν μόνο την ταξινόμηση όσον αφορά την οξεία τοξικότητα στο ύδωρ που θα προέκυπτε από την εφαρμογή μιας συμβατικής μεθόδου. Εάν παρόμοιες δοκιμές επιλεγούν από το πρόσωπο το οποίο είναι υπεύθυνο για την διάθεση του παρασκευάσματος στην αγορά, πρέπει να διασφαλίζεται ότι τηρούνται τα κριτήρια ποιότητας των μεθόδων δοκιμής του μέρους Γ του παραρτήματος V της παρούσας οδηγίας. Εξάλλου, οι δοκιμές πρέπει να εκτελεστούν και στις τρεις ομάδες ειδών σύμφωνα με τα κριτήρια του παρόντος παραρτήματος (φύκια, δαφνία, και ψάρια) εκτός και εάν στο παρασκεύασμα έχει αποδοθεί η υψηλότερη ταξινόμηση κινδύνου σχετικά με την τοξικότητα του ύδατος μετά την δοκιμή σε ένα από τα είδη ή εάν ήδη υπήρχαν αποτελέσματα δοκιμών πριν την έναρξη ισχύος της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. 5.2. Κριτήρια ταξινόμησης, ενδείξεις κινδύνου και επιλογή φράσεων κινδύνου Τα κριτήρια ταξινόμησης για τις ουσίες του σημείου 5.2.1. εφαρμόζονται μόνο στα παρασκευάσματα τα οποία υποβλήθηκαν σε δοκιμές σύμφωνα με το σημείο 5.1.3. 5.2.1. Υδάτινο περιβάλλον 5.2.1.1. Οι ουσίες ταξινομούνται ως επικίνδυνες για το περιβάλλον και χαρακτηρίζονται με το σύμβολο "Ν", την κατάλληλη ένδειξη κινδύνου και τις κατάλληλες φράσεις κινδύνου σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: R50 Πολύ τοξικό για τους υδρόβιους οργανισμούς και R53 Μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες δυσμενείς επιπτώσεις στο υδάτινο περιβάλλον >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> και: - η ουσία δεν είναι εύκολα αποικοδομήσιμη ή - ο λογάριθμος του συντελεστή κατανομής οκτανόλης/νερού (log Pow)>= 3,0 (εκτός εάν ο πειραματικά προσδιορισθείς BCF <= 100). R50 Ðïëý ôïîéêü ãéá õäñüâéïõò ïñãáíéóìïýò >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> R51 Τοξικό για τους υδρόβιους οργανισμούς και R53 Μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες δυσμενείς επιπτώσεις στο υδάτινο περιβάλλον >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> και - η ουσία δεν είναι εύκολα αποικοδομήσιμη ή - ο log Pow >= 3,0 (εκτός εάν ο πειραματικά προσδιορισθείς BCF <= 100). 5.2.1.2. Ïé ïõóßåò ôáîéíïìïýíôáé ùò åðéêßíäõíåò ãéá ôï ðåñéâÜëëïí óýìöùíá ìå ôá áêüëïõèá êñéôÞñéá. ÖñÜóåéò êéíäýíïõ ðñÝðåé, åðßóçò, íá óõíïäåýïõí ôéò ïõóßåò áõôÝò óýìöùíá ìå ôá áêüëïõèá êñéôÞñéá: R52 ÅðéâëáâÝò ãéá ôïõò õäñüâéïõò ïñãáíéóìïýò êáé R53 Ìðïñåß íá ðñïêáëÝóåé ìáêñï÷ñüíéåò äõóìåíåßò åðéðôþóåéò óôï õäÜôéíï ðåñéâÜëëïí >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> και: η ουσία δεν είναι εύκολα αποικοδομήσιμη. Το κριτήριο αυτό ισχύει εκτός εάν υφίστανται επιπρόσθετες επιστημονικές αποδείξεις σχετικά με την αποικοδόμηση ή/και την τοξικότητα, επαρκείς για τη θεμελίωση βεβαιότητας ότι ούτε η ίδια η ουσία ούτε τα προϊόντα αποικοδόμησής της θα αποτελέσουν ένα δυνητικό μακροπρόθεσμο ή επιβραδυμένο κίνδυνο για το υδάτινο περιβάλλον. Κανονικά τέτοιες επιπρόσθετες επιστημονικές αποδείξεις θα πρέπει να προέρχονται από μελέτες επιπέδου 1 (παράρτημα VIII) ή από μελέτες ισοδύναμες με αυτές και μπορούν να περιλαμβάνουν: i) αποδεδειγμένο δυναμικό ταχείας αποικοδόμησης στο υδάτινο περιβάλλον· ii) απουσία χρόνιων τοξικών αποτελεσμάτων σε συγκεντρώσεις 1,0 mg/l, π.χ. συγκέντρωση μηδενικού αποτελέσματος μεγαλύτερη του 1,0 mg/l, προσδιοριζόμενη με παρατεταμένη μελέτη τοξικότητας σε ψάρια ή δαφνία. R52 Επιβλαβές για τους υδρόβιους οργανισμούς Οι ουσίες που δεν εμπίπτουν στα κριτήρια που αναφέρθηκαν παραπάνω στο κεφάλαιο αυτό, οι οποίες με βάση τις υπάρχουσες αποδείξεις για την τοξικότητά τους, μπορεί να συνιστούν παρ' όλα αυτά κίνδυνο για τη δομή ή/και τη λειτουργία των υδάτινων οικοσυστημάτων. R53 Μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιες δυσμενείς επιπτώσεις στο υδάτινο περιβάλλον Ουσίες που δεν εμπίπτουν στα κριτήρια που αναφέρθηκαν παραπάνω, στο κεφάλαιο αυτό, οι οποίες όμως, με βάση τις υπάρχουσες αποδείξεις για τη σταθερότητά τους, τη δυνατότητά τους να συσσωρεύονται και για την προβλεπόμενη ή παρατηρούμενη περιβαλλοντική τους πορεία και συμπεριφορά, μπορεί να συνιστούν μακροχρόνιο ή/και επιβραδυμένο κίνδυνο για τη δομή ή/και λειτουργία των υδάτινων οικοσυστημάτων. Για παράδειγμα, ουσίες δυσδιάλυτες στο νερό, δηλαδή ουσίες με διαλυτότητα μικρότερη του 1 mg/l θα καλύπτονται από τα παραπάνω κριτήρια εάν: α) δεν είναι εύκολα αποικοδομήσιμες και β) ο log Pow >= 3,0 (εκτός εάν ο πειραματικά προσδιορισθείς BCF <= 100). Ôï êñéôÞñéï áõôü éó÷ýåé ãéá ôéò ïõóßåò åêôüò åÜí õößóôáíôáé åðéðñüóèåôåò áðïäåßîåéò ó÷åôéêÜ ìå ôçí áðïéêïäüìçóç Þ/êáé ôïîéêüôçôá, åðáñêåßò ãéá ôç èåìåëßùóç âåâáéüôçôáò üôé ïýôå ç ßäéá ç ïõóßá ïýôå ôá ðñïúüíôá áðïéêïäüìçóÞò ôçò èá áðïôåëÝóïõí Ýíá äõíçôéêü ìáêñï÷ñüíéï Þ åðéâñáäõìÝíï êßíäõíï ãéá ôï õäÜôéíï ðåñéâÜëëïí. ÊáíïíéêÜ ôÝôïéåò åðéðñüóèåôåò åðéóôçìïíéêÝò áðïäåßîåéò èá ðñÝðåé íá ðñïÝñ÷ïíôáé áðü ìåëÝôåò åðéðÝäïõ 1 (ðáñÜñôçìá VIII) Þ áðü ìåëÝôåò éóïäýíáìåò ìå áõôÝò ðïõ ìðïñïýí íá ðåñéëáìâÜíïõí: i) áðïäåäåéãìÝíï äõíáìéêü ôá÷åßáò áðïéêïäüìçóçò óôï õäÜôéíï ðåñéâÜëëïí· ii) áðïõóßá ÷ñüíéùí ôïîéêþí åðéðôþóåùí óôï üñéï äéáëõôüôçôáò ð.÷. óõãêÝíôñùóç ìçäåíéêïý áðïôåëÝóìáôïò óå ìåãáëýôåñç ôïõ ïñßïõ äéáëõôüôçôáò, ðñïóäéïñéæüìåíç ìå ðáñáôåôáìÝíç ìåëÝôç ôïîéêüôçôáò óå øÜñéá Þ äáöíßá. 5.2.1.3. Ó÷üëéá ó÷åôéêÜ ìå ôïí ðñïóäéïñéóìü ôïõ IC50 ãéá ôá öýêç êáé ôçí áðïéêïäïìçóéìüôçôá. - üðïõ ìðïñåß íá áðïäåé÷èåß óôçí ðåñßðôùóç ôùí Ýíôïíá ÷ñùìáôéóìÝíùí ïõóéþí, üôé ç áíáóôïëÞ ôçò áíÜðôõîçò ôùí öõêþí ïöåßëåôáé áðïêëåéóôéêÜ óôç ìåßùóç ôçò Ýíôáóçò ôïõ öùôüò ôï IC50 ôùí 72 ùñþí ãéá ôá öýêç äåí èá ðñÝðåé íá ÷ñçóéìïðïéåßôáé ùò âÜóç ãéá ôçí ôáîéíüìçóç, - ïé ïõóßåò èåùñïýíôáé åýêïëá áðïéêïäïìÞóéìåò åÜí éó÷ýïõí ôá áêüëïõèá êñéôÞñéá: á) åÜí åðéôõã÷Üíïíôáé ôá ðáñáêÜôù åðßðåäá áðïéêïäüìçóçò óå ìåëÝôåò âéïáðïéêïäüìçóçò ôùí 28 çìåñþí: - ãéá äïêéìáóßåò ðïõ âáóßæïíôáé óôï äéáëõìÝíï ïñãáíéêü Üíèñáêá: 70 %, - ãéá äïêéìáóßåò ðïõ âáóßæïíôáé óôç ìåßùóç ôïõ ïîõãüíïõ Þ óôç äçìéïõñãßá äéïîåéäßïõ ôïõ Üíèñáêá: 60 % ôùí èåùñçôéêþí ìåãßóôùí. ÁõôÜ ôá åðßðåäá âéïáðïéêïäüìçóçò ðñÝðåé íá åðéôõã÷Üíïíôáé ìÝóá óå äÝêá çìÝñåò áðü ôçí Ýíáñîç ôçò áðïéêïäüìçóçò, ç ïðïßá ÷ñïíéêÜ ôïðïèåôåßôáé óôç óôéãìÞ êáôÜ ôçí ïðïßá Ý÷åé áðïéêïäïìçèåß ôï 10 % ôçò ïõóßáò, Þ â) åÜí ç ó÷Ýóç BOD5/COD åßíáé ßóç Þ ìåãáëýôåñç ôïõ 0,5 óôéò ðåñéðôþóåéò ðïõ õðÜñ÷ïõí óôïé÷åßá ìüíï ãéá ôï BOD5 êáé ôï COD Þ ã) åÜí õðÜñ÷ïõí Üëëá ðåéóôéêÜ åðéóôçìïíéêÜ óôïé÷åßá ðïõ íá äåß÷íïõí üôé ç ïõóßá ìðïñåß íá áðïéêïäïìçèåß (âéïôéêÜ Þ/êáé áâéïôéêÜ) óôï õäÜôéíï ðåñéâÜëëïí óå Ýíá åðßðåäï Üíù ôïõ 70 % ìÝóá óå 28 çìÝñåò. 5.2.2. Ìç õäÜôéíï ðåñéâÜëëïí 5.2.2.1. Ïé ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá ôáîéíïìïýíôáé ùò åðéêßíäõíá ãéá ôï ðåñéâÜëëïí êáé ÷áñáêôçñßæïíôáé ìå ôï óýìâïëï "Í", ôçí êáôÜëëçëç Ýíäåéîç êéíäýíïõ êáé ôéò êáôÜëëçëåò öñÜóåéò êéíäýíïõ, óýìöùíá ìå ôá ðáñáêÜôù êñéôÞñéá: R54 Ôïîéêü ãéá ôç ÷ëùñßäá R55 Ôïîéêü ãéá ôçí ðáíßäá R56 Ôïîéêü ãéá ôïõ ïñãáíéóìïýò ôïõ åäÜöïõò R57 Ôïîéêü ãéá ôéò ìÝëéóóåò R58 Ìðïñåß íá ðñïêáëÝóåé ìáêñï÷ñüíéåò äõóìåíåßò åðéðôþóåéò óôï ðåñéâÜëëïí Ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ôá ïðïßá ìå âÜóç ôá äéáèÝóéìá óôïé÷åßá ó÷åôéêÜ ìå ôçí ôïîéêüôçôÜ ôïõò, ôç óôáèåñüôçôÜ ôïõò, ôç äõíáôüôçôÜ ôïõò íá óõóóùñåýïíôáé, êáé ôçí ðñïâëåðüìåíç Þ ðáñáôçñïýìåíç ðåñéâáëëïíôéêÞ ôïõò ðïñåßá êáé óõìðåñéöïñÜ, ìðïñåß íá åíÝ÷ïõí Üìåóï Þ ìáêñïðñüèåóìï Þ/êáé ýóôåñï êßíäõíï ãéá ôç äïìÞ Þ/êáé ôç ëåéôïõñãßá ôùí öõóéêþí ïéêïóõóôçìÜôùí, åêôüò åêåßíùí ðïõ êáëýðôïíôáé áðü ôï óçìåßï 5.2.1 ðáñáðÜíù. ËåðôïìåñÞ êñéôÞñéá èá åêðïíçèïýí áñãüôåñá. 5.2.2.2. Ïé ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá ôáîéíïìïýíôáé ùò åðéêßíäõíá ãéá ôï ðåñéâÜëëïí êáé ÷áñáêôçñßæïíôáé ìå ôï óýìâïëï "N", ôçí êáôÜëëçëç Ýíäåéîç êéíäýíïõ, êáé ôéò êáôÜëëçëåò öñÜóåéò êéíäýíïõ óýìöùíá ìå ôá áêüëïõèá êñéôÞñéá: R59 Åðéêßíäõíï ãéá ôç óôéâÜäá ôïõ üæïíôïò. Ïõóßåò ïé ïðïßåò ìå âÜóç ôá äéáèÝóéìá óôïé÷åßá ó÷åôéêÜ ìå ôéò éäéüôçôÝò ôïõò êáé ôçí ðñïâëåðüìåíç Þ ðáñáôçñïýìåíç ðåñéâáëëïíôéêÞ ôïõò ðïñåßá êáé óõìðåñéöïñÜ ìðïñåß íá åíÝ÷ïõí êßíäõíï ãéá ôç äïìÞ Þ/êáé ôç ëåéôïõñãßá ôçò óôéâÜäáò ôïõ óôñáôïóöáéñéêïý üæïíôïò. Óå áõôÝò ðåñéëáìâÜíïíôáé ïé ïõóßåò ðïõ áðáñéèìïýíôáé óôï ðáñÜñôçìá I ôïõ êáíïíéóìïý (ÅÊ) áñéè. 2037/2000 ôïõ Óõìâïõëßïõ ãéá ôéò ïõóßåò ðïõ êáôáóôñÝöïõí ôç óôéâÜäá ôïõ üæïíôïò (ÅÅ L 244 ôçò 29.9.2000, ó. 1) êáé ôùí ìåôáãåíÝóôåñùí ôñïðïðïéÞóåþí ôïõ. Ôá ðáñáóêåõÜóìáôá èá ôáîéíïìïýíôáé ìå âÜóç óõìâáôéêÞ ìÝèïäï ðïõ áíáöÝñåôáé óôï Üñèñï 7 êáé óôï ðáñÜñôçìá ÉÉÉ ìÝñç Á êáé  ôçò ïäçãßáò 1999/45/ÅÊ. 6. ÅÐÉËÏÃÇ ÖÑÁÓÅÙÍ ÏÄÇÃÉÙÍ ÐÑÏÖÕËÁÎÇÓ 6.1. ÅéóáãùãÞ Ïé öñÜóåéò ïäçãéþí áóöáëïýò ÷ñÞóçò (öñÜóåéò-S) ÷ñçóéìïðïéïýíôáé ãéá åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá óýìöùíá ìå ôá ðáñáêÜôù ãåíéêÜ êñéôÞñéá. ÅðéðëÝïí, ãéá ïñéóìÝíá ðáñáóêåõÜóìáôá, ç ÷ñçóéìïðïßçóç ôùí öñÜóåùí ïäçãéþí áóöáëïýò ÷ñÞóçò ðïõ ðåñéëáìâÜíïíôáé óôï ðáñÜñôçìá V ôçò ïäçãßáò 1999/45/ÅÊ åßíáé õðï÷ñåùôéêÞ. ¼ðïõ ãßíåôáé ëüãïò ãéá ôïí ðáñáóêåõáóôÞ óôï êåöÜëáéï 6, ãßíåôáé áíáöïñÜ óôï ðñüóùðï ðïõ åßíáé õðåýèõíï ãéá ôç äéÜèåóç ôçò ïõóßáò Þ ôïõ ðáñáóêåõÜóìáôïò óôçí áãïñÜ. 6.2. ÖñÜóåéò ïäçãéþí áóöáëïýò ÷ñÞóçò ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá S1 Íá öõëÜóóåôáé êëåéäùìÝíï - ÅöáñìïãÞ: - óå ðïëý ôïîéêÝò, ôïîéêÝò êáé äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôéò áíùôÝñù ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá üôáí ðùëïýíôáé óôï åõñý êïéíü. S2 ÌáêñéÜ áðü ðáéäéÜ - ÅöáñìïãÞ: - óå üëåò ôéò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá üëåò ôéò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ðùëïýíôáé óôï åõñý êïéíü, åêôüò áðü áõôÜ ôá ïðïßá Ý÷ïõí ôáîéíïìçèåß ìüíï ùò åðéêßíäõíá ãéá ôï ðåñéâÜëëïí. S3 Íá öõëÜóóåôáé óå äñïóåñü ìÝñïò - ÅöáñìïãÞ: - óå ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá, - óå Üëëåò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ìå óçìåßï æÝóåùò ìéêñüôåñï Þ ßóï ôùí 40 °C. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá, åêôüò åÜí ÷ñçóéìïðïéåßôáé ç öñÜóç S47. - óõíéóôÜôáé ãéá Üëëåò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ìå óçìåßï æÝóåùò ìéêñüôåñï Þ ßóï ôùí 40 °C. S4 ÌáêñéÜ áðü êáôïéêçìÝíïõò ÷þñïõò - ÅöáñìïãÞ: - óå ðïëý ôïîéêÝò êáé ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - êáíïíéêÜ ðåñéïñßæåôáé óå ðïëý ôïîéêÝò êáé ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá üôáí åßíáé óêüðéìï íá óõìðëçñþóåé ôç öñÜóç S13, ð.÷. üôáí õðÜñ÷åé êßíäõíïò åéóðíïÞò êáé ç ïõóßá Þ ôï ðáñáóêåýáóìá ðñÝðåé íá áðïèçêåõèåß ìáêñéÜ áðü êáôïéêçìÝíïõò ÷þñïõò. Ïé ïäçãßåò äåí áðïóêïðïýí óôïí íá áðïêëåßóïõí ôçí åíäåäåéãìÝíç ÷ñçóéìïðïßçóç ôçò ïõóßáò Þ ôïõ ðáñáóêåõÜóìáôïò óå êáôïéêçìÝíïõò ÷þñïõò. S5 Íá äéáôçñåßôáé ôï ðåñéå÷üìåíï ìÝóá óå ... (ôï åßäïò ôïõ êáôÜëëçëïõ õãñïý êáèïñßæåôáé áðü ôïí ðáñáóêåõáóôÞ) - ÅöáñìïãÞ: - óå áõôïáíáöëåãüìåíåò óôåñåÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - êáíïíéêÜ ðåñéïñßæåôáé óå åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò, ð.÷. ãéá ôï íÜôñéï, ôï êÜëéï Þ ôïí ëåõêü öùóöüñï. S6 Íá äéáôçñåßôáé óå áôìüóöáéñá ... (ôï åßäïò ôïõ áäñáíïýò áåñßïõ êáèïñßæåôáé áðü ôïí ðáñáãùãü) - ÅöáñìïãÞ: - óå åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ðñÝðåé íá äéáôçñïýíôáé óå áôìüóöáéñá áäñáíïýò áåñßïõ. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - êáíïíéêÜ ðåñéïñßæåôáé óå åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò, ð.÷. ïñéóìÝíåò ïñãáíïìåôáëëéêÝò åíþóåéò. S7 Ôï äï÷åßï íá äéáôçñåßôáé åñìçôéêÜ êëåéóôü - ÅöáñìïãÞ: - óå ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá, - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ åêëýïõí ðïëý ôïîéêÜ, ôïîéêÜ, åðéâëáâÞ, Þ åîáéñåôéêÜ åýöëåêôá áÝñéá, - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ, üôáí âñåèïýí óå åðáöÞ ìå õãñáóßá, åêëýïõí åîáéñåôéêÜ åýöëåêôá áÝñéá, - óå ðïëý åýöëåêôá óôåñåÜ. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôá ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá. - óõíéóôÜôáé êáé ãéá Üëëá ðåäßá åöáñìïãÞò ðïõ áíáöÝñïíôáé ðáñáðÜíù. S8 Ôï äï÷åßï íá ðñïóôáôåýåôáé áðü ôçí õãñáóßá - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ìðïñåß íá áíôéäñÜóïõí âßáéá ìå ôï íåñü, - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ôá ïðïßá, üôáí Ýñ÷ïíôáé óå åðáöÞ ìå ôï íåñü, åëåõèåñþíïõí åîáéñåôéêÜ åýöëåêôá áÝñéá, - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ôá ïðïßá, óå åðáöÞ ìå ôï íåñü, åëåõèåñþíïõí ðïëý ôïîéêÜ Þ ôïîéêÜ áÝñéá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - êáíïíéêÜ ðåñéïñßæåôáé óôá ðåäßá åöáñìïãÞò ðïõ áíáöÝñïíôáé ðáñáðÜíù, üôáí ÷ñåéÜæåôáé íá åíéó÷õèåß ç ðñïåéäïðïßçóç ðïõ äßäåôáé áðü ôéò öñÜóåéò R14, R15 êáé éäßùò R29. S9 Ôï äï÷åßï íá äéáôçñåßôáé óå êáëÜ áåñéæüìåíï ìÝñïò - ÅöáñìïãÞ: - óå ðôçôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ìðïñïýí íá åêëýïõí ðïëý ôïîéêïýò, ôïîéêïýò Þ åðéâëáâåßò áôìïýò. - óå åîáéñåôéêÜ åýöëåêôá Þ ðïëý åýöëåêôá õãñÜ êáé åîáéñåôéêÜ åýöëåêôá áÝñéá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óõíéóôÜôáé ãéá ðôçôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ìðïñïýí íá åêëýïõí ðïëý ôïîéêïýò, ôïîéêïýò Þ åðéâëáâåßò áôìïýò, - óõíéóôÜôáé ãéá åîáéñåôéêÜ åýöëåêôá Þ ðïëý åýöëåêôá õãñÜ Þ åîáéñåôéêÜ åýöëåêôá áÝñéá. S12 Ìç äéáôçñåßôå ôï äï÷åßï åñìçôéêÜ êëåéóìÝíï - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ, ìå ôçí Ýêëõóç áåñßùí Þ áôìþí, ìðïñïýí íá äéáññÞîïõí ôï äï÷åßï. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - êáíïíéêÜ ðåñéïñßæåôáé óôéò åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò ðïõ áíáöÝñïíôáé ðáñáðÜíù. S13 ÌáêñéÜ áðü ôñüöéìá, ðïôÜ êáé æùïôñïöÝò - ÅöáñìïãÞ: - óå ðïëý ôïîéêÝò, ôïîéêÝò êáé åðéâëáâåßò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óõíéóôÜôáé üôáí ïé ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá áõôÜ åíäÝ÷åôáé íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü. S14 ÌáêñéÜ áðü ... (áóýìâáôåò ïõóßåò êáèïñßæïíôáé áðü ôïí ðáñáãùãü) - ÅöáñìïãÞ: - óå ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ êáé êáôÜ êáíüíá ðåñéïñéæüìåíç óôá ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá. Åíôïýôïéò, ìðïñåß íá ÷ñçóéìïðïéçèåß óå åîáéñåôéêÝò ðåñéðôþóåéò üôáí ç áóõìâáôüôçôá åßíáé äõíáôüí íá ðñïêáëÝóåé éäéáßôåñï êßíäõíï. S15 ÌáêñéÜ áðü èåñìüôçôá - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ôá ïðïßá ìðïñïýí íá áðïóõíôåèïýí Þ ìðïñåß íá áíôéäñÜóïõí áõèüñìçôá õðü ôçí åðßäñáóç ôçò èåñìüôçôáò. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - ðåñéïñßæåôáé êáíïíéêÜ óå åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò, ð.÷. ìïíïìåñÞ, áëëÜ äåí ÷ñçóéìïðïéåßôáé åÜí Ý÷ïõí Þäç ÷ñçóéìïðïéçèåß ïé öñÜóåéò êéíäýíïõ R2, R3 Þ/êáé R5. S16 ÌáêñéÜ áðü ðçãÝò áíÜöëåîçò - Áðáãïñåýåôáé ôï êÜðíéóìá - ÅöáñìïãÞ: - óå åîáéñåôéêÜ åýöëåêôá Þ ðïëý åýöëåêôá õãñÜ êáé åîáéñåôéêÜ åýöëåêôá áÝñéá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óõíéóôÜôáé ãéá ôéò ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ áíáöÝñïíôáé ðáñáðÜíù áëëÜ äåí ÷ñçóéìïðïéåßôáé åÜí Ý÷ïõí Þäç ÷ñçóéìïðïéçèåß ïé öñÜóåéò êéíäýíïõ R2, R3 Þ/êáé R5. S17 ÌáêñéÜ áðü êáýóéìá õëéêÜ - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ìðïñïýí íá ó÷çìáôßóïõí åêñçêôéêÜ Þ áõôïáíáöëåãüìåíá ìåßãìáôá ìå ôá êáýóéìá õëéêÜ. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - ìðïñåß íá ÷ñçóéìïðïéçèåß óå åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò, ð.÷. ãéá íá äþóåé Ýìöáóç óôéò öñÜóåéò êéíäýíïõ R8 êáé R9. S18 ×åéñéóôåßôå êáé áíïßîôå ôï äï÷åßï ðñïóåêôéêÜ - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ õðÜñ÷åé êßíäõíïò íá äçìéïõñãÞóïõí õðåñðßåóç óôï äï÷åßï, - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ìðïñïýí íá ó÷çìáôßóïõí åêñçêôéêÜ õðåñïîåßäéá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - ðåñéïñßæåôáé êáíïíéêÜ óôéò ðåñéðôþóåéò ðïõ áíáöÝñïíôáé ðáñáðÜíù, üôáí õðÜñ÷åé êßíäõíïò âëÜâçò óôá ìÜôéá Þ/êáé üôáí ïé ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá áõôÜ ìðïñåß íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü. S20 Ìçí ôñþôå Þ ðßíåôå üôáí ôï ÷ñçóéìïðïéåßôå - ÅöáñìïãÞ: - óå ðïëý ôïîéêÝò, ôïîéêÝò, êáé äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - ðåñéïñßæåôáé êáíïíéêÜ óå åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò (ð.÷., áñóåíéêü êáé åíþóåéò áñóåíéêïý, öèïñïîåéêÝò åíþóåéò), éäßùò üôáí êÜðïéï áðü ôá õëéêÜ áõôÜ ìðïñåß íá ÷ñçóéìïðïéçèåß áðü ôï åõñý êïéíü. S21 Ìçí êáðíßæåôå üôáí ôï ÷ñçóéìïðïéåßôå - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ðáñÜãïõí ôïîéêÜ ðñïúüíôá êáôÜ ôçí êáýóç. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - ðåñéïñßæåôáé êáíïíéêÜ óå åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò (ð.÷. áëïãïíùìÝíåò åíþóåéò). S22 Ìçí áíáðíÝåôå ôç óêüíç - ÅöáñìïãÞ: - óå üëåò ôéò óôåñåÝò åðéêßíäõíåò ãéá ôçí õãåßá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôéò ðñïáíáöåñüìåíåò ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá ãéá ôá ïðïßá ÷ñçóéìïðïéåßôáé ç öñÜóç êéíäýíïõ R42, - óõíéóôÜôáé ãéá ôéò ðñïáíáöåñüìåíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ äéáôßèåíôáé õðü ìïñöÞ åéóðíåýóéìçò óêüíçò êáé ãéá ôéò ïðïßåò ïé êßíäõíïé ãéá ôçí õãåßá áðü ôçí åéóðíïÞ ôçò óêüíçò áõôÞò äåí åßíáé ãíùóôïß. S23 Ìçí áíáðíÝåôå áÝñéá/áíáèõìéÜóåéò/áôìïýò/åêíåöþìáôá (ç êáôÜëëçëç äéáôýðùóç êáèïñßæåôáé áðü ôïí ðáñáãùãü) - ÅöáñìïãÞ: - óå üëåò ôéò õãñÝò Þ áÝñéåò åðéêßíäõíåò ãéá ôçí õãåßá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôéò ðñïáíáöåñüìåíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ãéá ôéò ïðïßåò ÷ñçóéìïðïéåßôáé ç öñÜóç êéíäýíïõ R42, - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôéò ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ðñïïñßæïíôáé íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí ìå øåêáóìü. Ïé öñÜóåéò S38 Þ S51 ðñÝðåé íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí óõìðëçñùìáôéêÜ, - óõíéóôÜôáé üôáí åßíáé áíÜãêç íá óôñáöåß ç ðñïóï÷Þ ôïõ ÷ñÞóôç óå êéíäýíïõò áðü ôçí åéóðíïÞ, ðïõ äåí áíáöÝñïíôáé óôéò öñÜóåéò êéíäýíïõ ðïõ ðñÝðåé íá áíáãñÜöïíôáé. S24 Áðïöåýãåôå ôçí åðáöÞ ìå ôï äÝñìá - ÅöáñìïãÞ: - óå üëåò ôéò åðéêßíäõíåò ãéá ôçí õãåßá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôéò ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ðñÝðåé íá öÝñïõí ôç öñÜóç R43, åêôüò åÜí Ý÷åé áíáãñáöåß ç öñÜóç S36, - óõíéóôÜôáé üôáí åßíáé áíáãêáßï, íá óôñáöåß ç ðñïóï÷Þ ôïõ ÷ñÞóôç óå êéíäýíïõò áðü ôçí åðáöÞ ìå ôï äÝñìá ðïõ äåí áíáöÝñïíôáé óôéò öñÜóåéò êéíäýíïõ (ð.÷., ðáñáéóèçóßá) ðïõ ðñÝðåé íá áíáãñÜöïíôáé. Åíôïýôïéò, ìðïñåß íá ÷ñçóéìïðïéçèåß ãéá íá ðñïóäþóåé Ýìöáóç óå ôÝôïéåò öñÜóåéò êéíäýíïõ. S25 Áðïöåýãåôå ôçí åðáöÞ ìå ôá ìÜôéá - ÅöáñìïãÞ: - óå üëåò ôéò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ åßíáé åðéêßíäõíá ãéá ôçí õãåßá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óõíéóôÜôáé üôáí åßíáé áíáãêáßï íá åöéóôÜôáé ç ðñïóï÷Þ ôïõ ÷ñÞóôç óå êéíäýíïõò áðü ôçí åðáöÞ ìå ôá ìÜôéá ðïõ äåí áíáöÝñïíôáé óôéò öñÜóåéò êéíäýíïõ ðïõ ðñÝðåé íá ÷ñçóéìïðïéïýíôáé. Åíôïýôïéò, ìðïñåß íá ÷ñçóéìïðïéçèåß ãéá íá ðñïóäþóåé Ýìöáóç óå ôÝôïéåò öñÜóåéò êéíäýíïõ, - óõíéóôÜôáé ãéá ïõóßåò ðïõ óõíïäåýïíôáé áðü ôéò öñÜóåéò R34, R35, R36 Þ R41 ðïõ åßíáé ðéèáíüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü. S26 Óå ðåñßðôùóç åðáöÞò ìå ôá ìÜôéá, ðëýíåôÝ ôá áìÝóùò ìå Üöèïíï íåñü êáé æçôÞóôå éáôñéêÞ óõìâïõëÞ - ÅöáñìïãÞ: - óå äéáâñùôéêÝò Þ åñåèéóôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá êáé åêåßíåò óôéò ïðïßåò Ý÷åé Þäç áíáãñáöåß ç öñÜóç R41, - óõíéóôÜôáé ãéá åñåèéóôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá óôéò ïðïßåò Ý÷åé Þäç áíáãñáöåß ç öñÜóç êéíäýíïõ R36. S27 ÁöáéñÝóôå áìÝóùò üëá ôá åíäýìáôá ðïõ Ý÷ïõí ìïëõíèåß - ÅöáñìïãÞ: - óå ðïëý ôïîéêÝò, ôïîéêÝò Þ äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ðïëý ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ óõíïäåýïíôáé áðü ôç öñÜóç R27 êáé ðïõ åßíáé ðéèáíüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü, - óõíéóôÜôáé ãéá ðïëý ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ óõíïäåýïíôáé áðü ôç öñÜóç R27 êáé ÷ñçóéìïðïéïýíôáé óôç âéïìç÷áíßá. Åíôïýôïéò, áõôÞ ç öñÜóç áóöáëïýò ÷ñÞóçò äåí èá ðñÝðåé íá ÷ñçóéìïðïéåßôáé åöüóïí õðÜñ÷åé ç S36, - óõíéóôÜôáé ãéá ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ óõíïäåýïíôáé áðü ôç öñÜóç R24 êáèþò êáé ãéá äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ åßíáé ðéèáíüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü. S28 Óå ðåñßðôùóç åðáöÞò ìå ôï äÝñìá, ðëõèåßôå áìÝóùò ìå Üöèïíï ... (ôï åßäïò ôïõ õãñïý êáèïñßæåôáé áðü ôïí ðáñáãùãü) - ÅöáñìïãÞ: - óå ðïëý ôïîéêÝò, ôïîéêÝò Þ äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ðïëý ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá, - óõíéóôÜôáé ãéá ôéò Üëëåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ áíáöÝñïíôáé ðáñáðÜíù, éäéáßôåñá üôáí ôï íåñü äåí åßíáé ôï ðëÝïí åíäåäåéãìÝíï õãñü Ýêðëõóçò, - óõíéóôÜôáé ãéá äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ åßíáé ðéèáíüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü. S29 Ìçí áäåéÜæåôå ôï õðüëïéðï ôïõ ðåñéå÷ïìÝíïõ óôçí áðï÷Ýôåõóç - ÅöáñìïãÞ: - óå åîáéñåôéêÜ Þ ðïëý åýöëåêôá õãñÜ ðïõ äåí áíáìåéãíýïíôáé ìå ôï íåñü, - óå åîáéñåôéêÜ Þ ðïëý åýöëåêôá õãñÜ ðïõ äåí áíáìåéãíýïíôáé ìå ôï íåñü, - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá åðéêßíäõíá ãéá ôï ðåñéâÜëëïí. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá åðéêßíäõíá ãéá ôï ðåñéâÜëëïí êáé óõíïäåõüìåíá áðü ôï óýìâïëï "N", ðïõ åßíáé ðéèáíüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü, åêôüò êáé åÜí áõôÞ åßíáé ç ðñïâëåðüìåíç ÷ñÞóç, - óõíéóôÜôáé ãéá Üëëåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ áíáöÝñïíôáé ðáñáðÜíù ðïõ åßíáé ðéèáíüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü, åêôüò êáé åÜí áõôÞ åßíáé ç ðñïâëåðüìåíç ÷ñÞóç. S30 Ìçí ðñïóèÝôåôå ðïôÝ íåñü óôï ðñïúüí áõôü - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ áíôéäñïýí âßáéá ìå ôï íåñü, - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - ðåñéïñßæåôáé êáíïíéêÜ óå åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò (ð.÷., èåééêü ïîý) êáé ìðïñåß íá ÷ñçóéìïðïéçèåß, êáôÜ ðåñßðôùóç, ãéá íá äþóåé ôéò óáöÝóôåñåò äõíáôÝò ðëçñïöïñßåò, åßôå ãéá íá ðñïóäþóåé Ýìöáóç óôç öñÜóç R14 åßôå ùò åíáëëáêôéêÞ ôçò R14. S33 ËÜâåôå ðñïóôáôåõôéêÜ ìÝôñá Ýíáíôé çëåêôñïóôáôéêþí åêêåíþóåùí - ÅöáñìïãÞ: - óå åîáéñåôéêÜ Þ ðïëý åýöëåêôåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óõíéóôÜôáé ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ÷ñçóéìïðïéïýíôáé óôç âéïìç÷áíßá êáé ïé ïðïßåò äåí áðïññïöïýí õãñáóßá. Óôçí ðñÜîç, äåí ÷ñçóéìïðïéåßôáé ðïôÝ ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ äéáôßèåíôáé óôçí áãïñÜ ãéá ÷ñÞóç áðü ôï åõñý êïéíü. S35 Ôï õëéêü êáé ï ðåñéÝêôçò ôïõ ðñÝðåé íá äéáôåèåß ìå áóöáëÞ ôñüðï - ÅöáñìïãÞ: - óå üëåò ôéò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óõíéóôÜôáé ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ãéá ôá ïðïßá áðáéôïýíôáé åéäéêÝò ïäçãßåò ãéá íá äéáóöáëéóôåß Þ óùóôÞ ôåëéêÞ äéÜèåóÞ ôïõò. S36 Íá öïñÜôå êáôÜëëçëç ðñïóôáôåõôéêÞ åíäõìáóßá - ÅöáñìïãÞ: - óå ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá, - óå ðïëý ôïîéêÝò, ôïîéêÝò, Þ åðéâëáâåßò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá, - óå ðïëý ôïîéêÝò, ôïîéêÝò, Þ åðéâëáâåßò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá, - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôéò ðïëý ôïîéêÝò êáé äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá, - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôéò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ãéá ôá ïðïßá ÷ñçóéìïðïéïýíôáé ïé öñÜóåéò êéíäýíïõ R21 Þ R24, - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôéò êáñêéíïãüíåò, ôéò ìåôáëëáîéãüíåò êáé ôéò ôïîéêÝò ãéá ôçí áíáðáñáãùãÞ ïõóßåò ôçò êáôçãïñßáò 3 åêôüò åÜí ïé åðéðôþóåéò ðñïêáëïýíôáé ìüíïí êáôüðéí åéóðíïÞò ôçò ïõóßáò Þ ôïõ ðáñáóêåõÜóìáôïò, - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôá ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá, - óõíéóôÜôáé ãéá ôéò ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá üôáí ç ôéìÞ LD50 äåñìáôéêÞò ôïîéêüôçôáò äåí åßíáé ãíùóôÞ, áëëÜ ç ïõóßá Þ ôï ðáñáóêåýáóìá åíäÝ÷åôáé íá åßíáé ôïîéêÜ óå åðáöÞ ìå ôï äÝñìá, - óõíéóôÜôáé ãéá ôéò ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ÷ñçóéìïðïéïýíôáé óôç âéïìç÷áíßá êáé ìðïñïýí íá âëÜøïõí ôçí õãåßá ìåôÜ áðü ðáñáôåôáìÝíç Ýêèåóç óå áõôÝò. S37 Íá öïñÜôå êáôÜëëçëá ãÜíôéá - ÅöáñìïãÞ: - óå ðïëý ôïîéêÝò, ôïîéêÝò, åðéâëáâåßò Þ äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá, - óå ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá, - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ åñåèßæïõí ôï äÝñìá Þ ðñïêáëïýí åõáéóèçôïðïßçóç áðü ôçí åðáöÞ ìå ôï äÝñìá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ðïëý ôïîéêÝò êáé äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá, - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ óõíïäåýïíôáé áðü ôéò öñÜóåéò R21, R24, Þ R43, - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôéò êáñêéíïãüíåò, ìåôáëëáîéãüíåò êáé ôïîéêÝò ãéá ôçí áíáðáñáãùãÞ ïõóßåò ôçò êáôçãïñßáò 3 åêôüò åÜí ôá áðïôåëÝóìáôá åðÝñ÷ïíôáé áðïêëåéóôéêÜ êáôüðéí åéóðíïÞò ôùí ïõóéþí êáé ðáñáóêåõáóìÜôùí, - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá, - óõíéóôÜôáé ãéá ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá üôáí ç ôéìÞ LD50 äåñìáôéêÞò ôïîéêüôçôáò åßíáé Üãíùóôç áëëÜ ç ïõóßá Þ ôï ðáñáóêåõÜóìáôá åßíáé ðéèáíüí íá áðïäåé÷èïýí åðéâëáâÞ êáôÜ ôçí åðáöÞ ìå ôï äÝñìá, - óõíéóôÜôáé ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá åñåèéóôéêÜ ãéá ôï äÝñìá. S38 Óå ðåñßðôùóç áíåðáñêïýò áåñéóìïý, ÷ñçóéìïðïéåßôå êáôÜëëçëç áíáðíåõóôéêÞ óõóêåõÞ - ÅöáñìïãÞ: - óå ðïëý ôïîéêÝò Þ ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - êáíïíéêÜ ðåñéïñßæåôáé óå åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò ðïõ óõíåðÜãïíôáé ôç ÷ñÞóç ðïëý ôïîéêþí Þ ôïîéêþí ïõóéþí êáé ðáñáóêåõáóìÜôùí óôç âéïìç÷áíßá Þ ôç ãåùñãßá. S39 ×ñçóéìïðïéåßôå óõóêåõÞ ðñïóôáóßáò ìáôéþí/ðñïóþðïõ - ÅöáñìïãÞ: - óå ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá, - óå äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá, ðåñéëáìâáíïìÝíùí ôùí åñåèéóôéêþí ðïõ åíÝ÷ïõí óïâáñïýò êéíäýíïõò ãéá ôá ìÜôéá, - óå ðïëý ôïîéêÝò êáé ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ãéá ôéò ïðïßåò ÷ñçóéìïðïéïýíôáé ïé öñÜóåéò R34, R35 Þ R41, - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôá ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá, - óõíéóôÜôáé üôáí ðñÝðåé íá åöéóôÜôáé ç ðñïóï÷Þ ôïõ ÷ñÞóôç óå êéíäýíïõò áðü ôçí åðáöÞ ìå ôá ìÜôéá ïé ïðïßïé äåí áíáöÝñïíôáé óôéò ÷ñçóéìïðïéïýìåíåò öñÜóåéò êéíäýíïõ, - êáíïíéêÜ ðåñéïñßæåôáé óå åîáéñåôéêÝò ðåñéðôþóåéò ãéá ôéò ðïëý ôïîéêÝò êáé ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá üôáí õðÜñ÷åé êßíäõíïò âßáéçò åêôüîåõóçò óôáãïíéäßùí êáé åßíáé äõíáôüí íá áðïññïöçèïýí åýêïëá áðü ôï äÝñìá. S40 Ãéá ôïí êáèáñéóìü ôïõ äáðÝäïõ êáé üëùí ôùí áíôéêåéìÝíùí ðïõ Ý÷ïõí ìïëõíèåß áðü ôï õëéêü áõôü ÷ñçóéìïðïéåßôå ... (ôï åßäïò êáèïñßæåôáé áðü ôïí ðáñáãùãü) - ÅöáñìïãÞ: - óå üëåò ôéò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - êáíïíéêÜ ðåñéïñßæåôáé óå åêåßíåò ôéò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá, ãéá ôéò ïðïßåò ôï íåñü äåí èåùñåßôáé ôï êáôÜëëçëï ìÝóï êáèáñéóìïý (ð.÷., üôáí åßíáé áðáñáßôçôç ç áðïññüöçóç áðü õëéêü óå ìïñöÞ óêüíçò, Þ äéÜëõóç ìå äéáëýôç) êáé üðïõ åßíáé óçìáíôéêü ãéá ôçí õãåßá Þ/êáé ãéá ëüãïõò áóöáëåßáò íá õðÜñ÷åé ðñïåéäïðïßçóç óôçí åôéêÝôá. S41 Óå ðåñßðôùóç ðõñêáãéÜò Þ/êáé Ýêñçîçò ìçí áíáðíÝåôå ôïõò êáðíïýò - ÅöáñìïãÞ: - óå åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ êáôÜ ôçí êáýóç áíáäßäïõí ðïëý ôïîéêÜ Þ ôïîéêÜ áÝñéá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - êáíïíéêÜ ðåñéïñßæåôáé óå åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò. S42 ÊáôÜ ôç äéÜñêåéá õðïêáðíéóìïý/øåêáóìïý ÷ñçóéìïðïéåßôå êáôÜëëçëç áíáðíåõóôéêÞ óõóêåõÞ (ç êáôÜëëçëç äéáôýðùóç êáèïñßæåôáé áðü ôïí ðáñáãùãü) - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ðñïïñßæïíôáé ãéá ôÝôïéá ÷ñÞóç, áëëÜ ðïõ ìðïñïýí íá èÝóïõí óå êßíäõíï ôçí õãåßá êáé ôçí áóöÜëåéá ôïõ ÷ñÞóôç, åêôüò êáé åÜí ëçöèïýí ïé êáôÜëëçëåò ðñïöõëÜîåéò. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - êáíïíéêÜ ðåñéïñßæåôáé óå åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò. S43 Óå ðåñßðôùóç ðõñêáãéÜò ÷ñçóéìïðïéåßôå ... (áíáöÝñåôáé ôï áêñéâÝò åßäïò ìÝóùí ðõñüóâåóçò. ÅÜí ôï íåñü áõîÜíåé ôïí êßíäõíï ðñïóôßèåôáé: Ìç ÷ñçóéìïðïéåßôå ðïôÝ íåñü) - ÅöáñìïãÞ: - óå åîáéñåôéêÜ åýöëåêôåò, ðïëý åýöëåêôåò êáé åýöëåêôåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ, óå åðáöÞ ìå ôï íåñü Þ ìå õãñü áÝñá, åêëýïõí åîáéñåôéêÜ åýöëåêôá áÝñéá, - óõíéóôÜôáé ãéá åîáéñåôéêÜ åýöëåêôåò, ðïëý åýöëåêôåò êáé åýöëåêôåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá, éäßùò üôáí äåí áíáìåéãíýïíôáé ìå ôï íåñü. S45 Óå ðåñßðôùóç áôõ÷Þìáôïò Þ åÜí áéóèáíèåßôå áäéáèåóßá æçôÞóôå áìÝóùò éáôñéêÞ óõìâïõëÞ (äåßîôå ôçí åôéêÝôá áí åßíáé äõíáôüí) - ÅöáñìïãÞ: - óå ðïëý ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá, - óå ôïîéêÝò êáé äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá, - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ðñïêáëïýí åõáéóèçôïðïßçóç áðü åéóðíïÞ. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôéò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ áíáöÝñïíôáé áíùôÝñù. S46 Óå ðåñßðôùóç êáôÜðïóçò æçôÞóôå áìÝóùò éáôñéêÞ óõìâïõëÞ êáé äåßîôå áõôü ôï äï÷åßï Þ ôçí åôéêÝôá - ÅöáñìïãÞ: - óå üëåò ôéò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá, åêôüò áðü åêåßíá ðïõ åßíáé ðïëý ôïîéêÜ, ôïîéêÜ, äéáâñùôéêÜ, Þ åðéêßíäõíá ãéá ôï ðåñéâÜëëïí. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá üëåò ôéò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ áíáöÝñïíôáé ðáñáðÜíù êáé åíäÝ÷åôáé íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü, åêôüò êáé åÜí äåí õðÜñ÷åé êáíÝíáò ëüãïò áíçóõ÷ßáò ãéá êÜðïéï êßíäõíï áðü êáôÜðïóç, éäßùò ãéá ôá ðáéäéÜ. S47 Íá äéáôçñåßôáé óå èåñìïêñáóßá ðïõ äåí õðåñâáßíåé ôïõò ... °C (êáèïñßæåôáé áðü ôïí ðáñáãùãü) - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ êáèßóôáíôáé áóôáèÞ óå ìéá ïñéóìÝíç èåñìïêñáóßá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - ðåñéïñßæåôáé êáíïíéêÜ, óå åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò (ð.÷. ïñéóìÝíá ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá). S48 Íá äéáôçñåßôáé õãñü ìå ... (ôï êáôÜëëçëï õëéêü êáèïñßæåôáé áðü ôïí ðáñáãùãü) - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ìðïñïýí íá êáôáóôïýí ðïëý åõáßóèçôá óå óðéíèÞñåò, ôñéâÞ Þ ðñüóêñïõóç, åÜí áöåèïýí íá îçñáèïýí ôåëåßùò. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - êáíïíéêÜ ðåñéïñßæåôáé óå åéäéêÝò ðåñéðôþóåéò ð.÷., íéôñïêõôôáñßíåò. S49 Íá äéáôçñåßôáé ìüíï ìÝóá óôï áñ÷éêü äï÷åßï - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá åõáßóèçôá óå êáôáëõôéêÞ äéÜóðáóç. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá åõáßóèçôá óå êáôáëõôéêÞ äéÜóðáóç, ð.÷. ïñéóìÝíá ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá. S50 Íá ìçí áíáìé÷èåß ìå ... (êáèïñßæåôáé áðü ôïí ðáñáãùãü) - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ áíôéäñïýí ìå ôï êáèïñéæüìåíï ðñïúüí åêëýïíôáò ðïëý ôïîéêÜ Þ ôïîéêÜ áÝñéá, - óå ïñãáíéêÜ õðåñïîåßäéá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óõíéóôÜôáé ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ áíáöÝñïíôáé ðáñáðÜíù êáé ðïõ åßíáé ðéèáíü íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü, üôáí áðïôåëåß êáëýôåñç åíáëëáêôéêÞ ôçò R31 Þ R32, - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ïñéóìÝíá õðåñïîåßäéá ðïõ ìðïñïýí íá áíôéäñÜóïõí âßáéá ìå åðéôá÷õíôÝò Þ ðñïùèçôÝò. S51 Íá ÷ñçóéìïðïéåßôáé ìüíï óå êáëÜ áåñéæüìåíï ÷þñï - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ åßíáé ðéèáíüí Þ ðñïïñßæïíôáé íá ðáñÜãïõí áôìïýò Þ óêüíç, åêíåöþìáôá, áíáèõìéÜóåéò, ïìß÷ëç ê.ëð., ðïõ åíÝ÷ïõí êéíäýíïõò óå ðåñßðôùóç åéóðíïÞò Þ êßíäõíï ðõñêáãéÜò Þ Ýêñçîçò. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óõíéóôÜôáé üôáí ç ÷ñÞóç ôçò öñÜóçò S38 äåí åßíáé êáôÜëëçëç. ¸÷åé ìåãÜëç óçìáóßá üôáí ïé ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá áõôÜ åßíáé ðéèáíüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü. S52 Äåí óõíéóôÜôáé ç ÷ñÞóç óå åõñåßåò åðéöÜíåéåò óå åóùôåñéêïýò ÷þñïõò - ÅöáñìïãÞ: - óå ðôçôéêÝò, ðïëý ôïîéêÝò, ôïîéêÝò êáé åðéâëáâåßò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ôéò ðåñéÝ÷ïõí. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óõíéóôÜôáé üôáí åßíáé ðéèáíü íá ðñïêëçèåß âëÜâç óôçí õãåßá áðü ðáñáôåôáìÝíç Ýêèåóç óå áõôÝò ôéò ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá, ëüãù ôçò åîáÝñùóÞò ôïõò áðü ìåãÜëåò åðéöÜíåéåò óôï óðßôé Þ óå Üëëïõò êëåéóôïýò ÷þñïõò üðïõ óõãêåíôñþíïíôáé Üôïìá. S53 Áðïöåýãåôå ôçí Ýêèåóç - Åöïäéáóôåßôå ìå ôéò åéäéêÝò ïäçãßåò ðñéí áðü ôç ÷ñÞóç - ÅöáñìïãÞ: - óå êáñêéíïãüíåò, ìåôáëëáîéãüíåò, Þ/êáé ôïîéêÝò óôçí áíáðáñáãùãÞ ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôéò ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ áíáöÝñïíôáé ðáñáðÜíù êáé ðïõ óõíïäåýïíôáé áðü, ôïõëÜ÷éóôïí, ìßá áðü ôéò áêüëïõèåò öñÜóåéò: R45, R46, R49, R60 Þ R61. S56 Ôï õëéêü áõôü êáé ï ðåñéÝêôçò ôïõ íá åíáðïôåèïýí óå ÷þñï óõëëïãÞò åðéêßíäõíùí Þ åéäéêþí áðïâëÞôùí - ÅöáñìïãÞ: - óå üëåò ôéò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óõíéóôÜôáé ãéá üëåò ôéò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ åßíáé ðéèáíüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü êáé ãéá ôéò ïðïßåò áðáéôåßôáé åéäéêüò ôñüðïò äéÜèåóçò. S57 Íá ÷ñçóéìïðïéçèåß ï êáôÜëëçëïò ðåñéÝêôçò ãéá íá áðïöåõ÷èåß ç ñýðáíóç ôïõ ðåñéâÜëëïíôïò - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá óôá ïðïßá Ý÷åé áðïäïèåß ôï óýìâïëï "N". - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - ðåñéïñßæåôáé êáíïíéêÜ óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ äåí åßíáé ðéèáíü íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü. S59 ÆçôÞóôå ðëçñïöïñßåò áðü ôïí ðáñáãùãü/ðñïìçèåõôÞ ãéá áíÜêôçóç/áíáêýêëùóç - ÅöáñìïãÞ: - óå üëåò ôéò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ôéò ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ åßíáé åðéêßíäõíá ãéá ôç óôéâÜäá ôïõ üæïíôïò - óõíéóôÜôáé ãéá üëåò ôéò ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá ãéá ôá ïðïßá óõíéóôÜôáé ç áíÜêôçóç/áíáêýêëùóç. S60 Ôï õëéêü áõôü êáé ï ðåñéÝêôçò ôïõ íá èåùñçèïýí êáôÜ ôç äéÜèåóÞ ôïõò ùò åðéêßíäõíá áðüâëçôá - ÅöáñìïãÞ: - óå üëåò ôéò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óõíéóôÜôáé ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ äåí åßíáé ðéèáíüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü êáé äåí óõíïäåýïíôáé áðü ôçí S35. S61 Áðïöýãåôå ôçí åëåõèÝñùóÞ ôïõ óôï ðåñéâÜëëïí. Áíáöåñèåßôå óå åéäéêÝò ïäçãßåò/äåëôßï äåäïìÝíùí áóöáëåßáò - ÅöáñìïãÞ: - óå åðéêßíäõíåò ãéá ôï ðåñéâÜëëïí ïõóßåò. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - ÷ñçóéìïðïéåßôáé êáíïíéêÜ ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá åðéêßíäõíá óôá ïðïßá Ý÷åé áðïäïèåß ôï óýìâïëï "N", - óõíéóôÜôáé ãéá üëåò ôéò ïõóßåò êáé ôá ðáñáóêåõÜóìáôá åðéêßíäõíá ðïõ Ý÷ïõí ôáîéíïìçèåß ùò åðéêßíäõíåò ãéá ôï ðåñéâÜëëïí êáé ðïõ äåí êáëýðôïíôáé áðü ôá ðáñáðÜíù. S62 Óå ðåñßðôùóç êáôÜðïóçò, íá ìçí ðñïêëçèåß åìåôüò: æçôÞóôå áìÝóùò éáôñéêÞ óõìâïõëÞ êáé äåßîôå áõôü ôï äï÷åßï Þ ôçí åôéêÝôá ôïõ - ÅöáñìïãÞ: - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ôáîéíïìïýíôáé ùò åðéâëáâÞ êáé óõíïäåýïíôáé áðü ôçí R65 óýìöùíá ìå ôá êñéôÞñéá ôïõ óçìåßïõ 3.2.3, - äåí åöáñìüæåôáé óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ äéáôßèåíôáé óôçí áãïñÜ óå ðåñéÝêôåò áåñïëõìÜôùí (Þ óå ðåñéÝêôåò ðïõ öÝñïõí óôåãáíïðïéçìÝíï ðñïóÜñôçìá øåêáóìïý), âëÝðå ôìÞìáôá 8 êáé 9. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ áíáöÝñïíôáé áíùôÝñù, åÜí ðùëïýíôáé Þ åßíáé ðéèáíüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü, åêôüò êé áí åßíáé õðï÷ñåùôéêÞ ç S45 Þ ç S46, - óõíéóôÜôáé ãéá ôéò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ áíáöÝñïíôáé áíùôÝñù üôáí ÷ñçóéìïðïéïýíôáé óôç âéïìç÷áíßá, åêôüò êé áí åßíáé õðï÷ñåùôéêÞ ç S45 Þ ç S46. S63 Óå ðåñßðôùóç áôõ÷Þìáôïò ëüãù åéóðíïÞò: áðïìáêñýíåôå ôï èýìá áðü ôï ìïëõóìÝíï ÷þñï êáé áöÞóôå ôï íá çñåìÞóåé - ÅöáñìïãÞ: - óå ðïëý ôïîéêÝò êáé ôïîéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá (áÝñéá, áôìïß, óùìáôßäéá, ðôçôéêÜ õãñÜ), - óå ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ðñïêáëïýí åõáéóèçôïðïßçóç ôïõ áíáðíåõóôéêïý óõóôÞìáôïò. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - õðï÷ñåùôéêÞ ãéá ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ óõíïäåýïíôáé áðü ôéò öñÜóåéò R26, R23 Þ R42 êáé åßíáé ðéèáíüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü ìå ôñüðï ðïõ ìðïñåß íá ïäçãÞóåé óå åéóðíïÞ ôïõò. S64 Óå ðåñßðôùóç êáôÜðïóçò, îåðëýíåôå ôï óôüìá ìå íåñü (ìüíï åöüóïí ôï èýìá äéáôçñåß ôéò áéóèÞóåéò ôïõ) - ÅöáñìïãÞ: - óå äéáâñùôéêÝò Þ åñåèéóôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá. - ÊñéôÞñéá ÷ñÞóçò: - óõíéóôÜôáé ãéá ôéò áíùôÝñù ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ åßíáé ðéèáíüí íá ÷ñçóéìïðïéçèïýí áðü ôï åõñý êïéíü êáé üðïõ áñìüæåé ç áíùôÝñù áãùãÞ. 7. ÅÐÉÓÇÌÁÍÓÇ 7.1. Áöïý ìéá ïõóßá Þ Ýíá ðáñáóêåýáóìá ôáîéíïìçèåß, ç êáôÜëëçëç åôéêÝôá êáèïñßæåôáé óýìöùíá ìå ôéò áðáéôÞóåéò ôïõ Üñèñïõ 23 ôçò ðáñïýóáò ïäçãßáò üóïí áöïñÜ ôéò ïõóßåò êáé ôïõ Üñèñïõ 10 ôçò ïäçãßáò 1999/45/ÅÊ üóïí áöïñÜ ôá ðáñáóêåõÜóìáôá. Óôï ðáñüí ôìÞìá åðåîçãåßôáé ï ôñüðïò êáèïñéóìïý ôçò åôéêÝôáò êáé, éäßùò, äßäïíôáé ïäçãßåò ãéá ôïí ôñüðï åðéëïãÞò ôùí êáôÜëëçëùí öñÜóåùí êéíäýíïõ êáé ïäçãéþí áóöáëïýò ÷ñÞóçò. Ç åôéêÝôá ðåñéëáìâÜíåé ôá áêüëïõèá óôïé÷åßá: á) üóïí áöïñÜ ôá ðáñáóêåõÜóìáôá, ôçí åìðïñéêÞ ïíïìáóßá Þ åðùíõìßá· â) üóïí áöïñÜ ôéò ïõóßåò, ôçí ïíïìáóßá ôçò ïõóßáò êáé, üóïí áöïñÜ ôá ðáñáóêåõÜóìáôá, ôéò ïíïìáóßåò ôùí ïõóéþí ðïõ ðåñéÝ÷ïíôáé óôá ðáñáóêåõÜóìáôá óýìöùíá ìå ôï Üñèñï 10 ðáñÜãñáöïò 2 óçìåßï 3 ôçò ïäçãßáò 1999/45/ÅÊ· ã) ôï üíïìá, ôçí ðëÞñç äéåýèõíóç, êáé ôïí áñéèìü ôçëåöþíïõ ôïõ ðñïóþðïõ ðïõ åßíáé õðåýèõíï ãéá ôç äéÜèåóç ôçò ïõóßáò Þ ôïõ ðáñáóêåõÜóìáôïò óôçí áãïñÜ, åßôå ðñüêåéôáé ãéá ôïí ðáñáóêåõáóôÞ, ôïí åéóáãùãÝá Þ ôïí äéáíïìÝá· ä) ôï óýìâïëï (Þ ôá óýìâïëá) êáé ôçí Ýíäåéîç (Þ ôéò åíäåßîåéò) êéíäýíïõ· å) ôéò öñÜóåéò ðïõ õðïäçëþíïõí ôïõò åéäéêïýò êéíäýíïõò (öñÜóåéò R)· óô) ôéò öñÜóåéò ðïõ õðïäçëþíïõí ôéò ïäçãßåò áóöáëïýò ÷ñÞóçò (öñÜóåéò S)· æ) üóïí áöïñÜ ôéò ïõóßåò, ôïí áñéèìü ÅÊ êáé, åðéðëÝïí, üóïí áöïñÜ ôéò ïõóßåò ðïõ ðåñéëáìâÜíïíôáé óôï ðáñÜñôçìá É, ôéò ëÝîåéò "åôéêÝôá EK"· ç) üóïí áöïñÜ ôá ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ðñïóöÝñïíôáé Þ ðùëïýíôáé óôï åõñý êïéíü, ôçí ïíïìáóôéêÞ ðïóüôçôá ôïõ ðåñéå÷ïìÝíïõ åêôüò êáé åÜí áíáãñÜöåôáé óå Üëëï óçìåßï ôçò óõóêåõáóßáò. Óçìåßùóç: ÁíáöïñéêÜ ìå ïñéóìÝíá ðáñáóêåõÜóìáôá, óôï Üñèñï 10 ðáñÜãñáöïò 1 óçìåßï 2 êáé óôï ðáñÜñôçìá V ôçò ïäçãßáò 1999/45/ÅÊ êáé óôï Üñèñï 20 ôçò ïäçãßáò 98/8/ÅÊ ðñïâëÝðïíôáé åðéðñüóèåôåò áðáéôÞóåéò åðéóÞìáíóçò. 7.1.1. ÔåëéêÞ åðéëïãÞ öñÜóåùí êéíäýíïõ êáé ïäçãéþí áóöáëïýò ÷ñÞóçò Ìïëïíüôé ç ôåëéêÞ åðéëïãÞ ôùí êáôáëëçëüôåñùí öñÜóåùí êéíäýíïõ êáé áóöáëïýò ÷ñÞóçò äéÝðåôáé êõñßùò áðü ôçí áíÜãêç ðáñï÷Þò üëùí ôùí áðáñáßôçôùí ðëçñïöïñéþí, äåí ðñÝðåé íá áãíïïýíôáé ç óáöÞíåéá êáé ç ïðôéêÞ åíôýðùóç ôçò åôéêÝôáò. ×ùñßò íá ëçóìïíåßôáé ç óáöÞíåéá, ïé áíáãêáßåò ðëçñïöïñßåò ðñÝðåé íá åêöñÜæïíôáé ìå ôïí åëÜ÷éóôï áñéèìü öñÜóåùí. Óôçí ðåñßðôùóç ôùí åñåèéóôéêþí, ðïëý åýöëåêôùí, åýöëåêôùí êáé ôùí ïîåéäùôéêþí ïõóéþí äåí áðáéôåßôáé áíáãñáöÞ ôùí ôõðïðïéçìÝíùí öñÜóåùí R êáé S üôáí ç ÷ùñçôéêüôçôá ôçò óõóêåõáóßáò äåí õðåñâáßíåé ôá 125 ml. Ôï áõôü éó÷ýåé êáé ãéá ôéò åðéâëáâåßò ïõóßåò, ôïõ éäßïõ üãêïõ, ðïõ äåí ðùëïýíôáé óôï åõñý êïéíü. ÁíáöïñéêÜ ìå ôá ðáñáóêåõÜóìáôá, åÜí ôï ðåñéå÷üìåíï ôçò óõóêåõáóßáò äåí õðåñâáßíåé ôá 125 m: - åÜí åßíáé ôáîéíïìçìÝíá ùò ðïëý åýöëåêôá, ïîåéäùôéêÜ, åñåèéóôéêÜ, ìå åîáßñåóç åêåßíá óôá ïðïßá Ý÷åé áðïäïèåß ç öñÜóç R41, Þ ôá åðéêßíäõíá ãéá ôï ðåñéâÜëëïí êáé óôá ïðïßá Ý÷åé áðïäïèåß ôï óýìâïëï "N", äåí åßíáé áðáñáßôçôï íá áíáãñÜöïíôáé ïé öñÜóåéò R Þ S, - åÜí åßíáé ôáîéíïìçìÝíá ùò åýöëåêôá Þ åðéêßíäõíá ãéá ôï ðåñéâÜëëïí êáé äåí ôïõò Ý÷åé áðïäïèåß ôï óýìâïëï "N", åßíáé áðáñáßôçôï íá áíáãñÜöïíôáé ïé öñÜóåéò R, äåí åßíáé, üìùò, áðáñáßôçôï íá áíáãñÜöïíôáé ïé öñÜóåéò S. 7.1.2. Ìå ôçí åðéöýëáîç ôïõ Üñèñïõ 16 ðáñÜãñáöïò 4 ôçò ïäçãßáò 91/414/ÅÊ êáé ôçò ïäçãßáò 98/8/ÅÊ, åíäåßîåéò üðùò, ð.÷., "ìç ôïîéêü", "ìç åðéâëáâÝò", "ìç ñõðáßíïí", ïéêïëïãéêü Þ ïðïéáäÞðïôå Üëëç äÞëùóç ç ïðïßá õðïäçëþíåé üôé ç ïõóßá Þ ôï ðáñáóêåýáóìá äåí åßíáé åðéêßíäõíï Þ ìðïñåß íá Ý÷åé ùò áðïôÝëåóìá õðïôßìçóç ôùí êéíäýíùí ôçò ïõóßáò Þ ôïõ ó÷åôéêïý ðáñáóêåõÜóìáôïò, äåí èá åìöáíßæïíôáé óôçí åôéêÝôá Þ ôç óõóêåõáóßá ôùí ïõóéþí Þ ôùí ðáñáóêåõáóìÜôùí ðïõ äéÝðïíôáé áðü ôçí ðáñïýóá ïäçãßá Þ ôçí ïäçãßá 1999/45/ÅÊ. 7.2. ×çìéêÞ(-Ýò) ïíïìáóßá(-åò) ðïõ åìöáíßæïíôáé óôçí åôéêÝôá 7.2.1. Ãéá ôéò ïõóßåò ôïõ ðáñáñôÞìáôïò É, ç ïíïìáóßá ôùí ïõóéþí ðïõ áíáöÝñåôáé óôçí åôéêÝôá åßíáé ìéá áðü ôéò ðåñéãñáöÝò ðïõ ðáñáôßèåíôáé óôï ðáñÜñôçìá É. Ãéá ôéò ïõóßåò ðïõ äåí ðåñéëáìâÜíïíôáé óôï ðáñÜñôçìá É, ç ïíïìáóßá êáèïñßæåôáé âÜóåé ìéáò äéåèíþò áíáãíùñéóìÝíçò ÷çìéêÞò ïíïìáôïëïãßáò üðùò ðñïóäéïñßæåôáé óôï ôìÞìá 1.4 ðáñáðÜíù. 7.2.2. Ãéá ôá ðáñáóêåõÜóìáôá, ç åðéëïãÞ ôùí ïíïìáóéþí ðïõ áíáãñÜöïíôáé óôçí åôéêÝôá ãßíåôáé âÜóåé ôùí êáíüíùí ôïõ Üñèñïõ 10 ðáñÜãñáöïò 2 óçìåßï 3 ôçò ïäçãßáò 1999/45/ÅÊ. Óçìåßùóç: Óýìöùíá ìå ôï ðáñÜñôçìá V ìÝñïò Â.9 ôçò ïäçãßáò 1999/45/ÅÊ: - ç ïíïìáóßá ôïõ åõáéóèçôïðïéçôéêïý ðáñÜãïíôá ðñÝðåé íá åðéëÝãåôáé óýìöùíá ìå ôï óçìåßï 7.2.1. ôïõ ðáñüíôïò ðáñáñôÞìáôïò, - óôçí ðåñßðôùóç ôùí óõìðõêíùìÝíùí ðáñáóêåõáóìÜôùí ðïõ ðñïïñßæïíôáé ãéá ôç âéïìç÷áíßá áñùìáôïðïéßáò: - ôï ðñüóùðï ðïõ åßíáé õðåýèõíï ãéá ôç äéÜèåóÞ ôïõò óôçí áãïñÜ ìðïñåß áðëþò íá ðñïóäéïñßóåé ìéá áðü ôéò ïõóßåò åõáéóèçôïðïßçóçò, åêåßíç ðïõ êñßíåôáé áðü ôïí ßäéï üôé êõñßùò åõèýíåôáé ãéá ôïõò êéíäýíïõò åõáéóèçôïðïßçóçò, - óôçí ðåñßðôùóç öõóéêÞò ïõóßáò, ç ÷çìéêÞ ïíïìáóßá ìðïñåß íá åßíáé ôïõ ôýðïõ: "áéèÝñéï Ýëáéï ôïõ ...", "åê÷ýëéóìá ôïõ ...", êáé ü÷é ôï üíïìá ôùí óõóôáôéêþí ôïõ áéèÝñéïõ åëáßïõ Þ åê÷õëßóìáôïò. 7.3. ÅðéëïãÞ ôùí óõìâüëùí êéíäýíïõ Ôï ó÷Ýäéï ôùí óõìâüëùí êéíäýíïõ êáé ç äéáôýðùóç ôùí åíäåßîåùí êéíäýíïõ ðñÝðåé íá óõìöùíïýí ìå åêåßíá ðïõ ðáñáôßèåíôáé óôï ðáñÜñôçìá ÉÉ. Ôá óýìâïëá ôõðþíïíôáé ìå ìáýñï ÷ñþìá óå ðïñôïêáëïêßôñéíï öüíôï. 7.3.1. Ãéá ôéò ïõóßåò ôïõ ðáñáñôÞìáôïò É, ôá óýìâïëá êáé ïé åíäåßîåéò êéíäýíïõ åßíáé åêåßíá ðïõ ðáñáôßèåíôáé óôï ðáñÜñôçìá. 7.3.2. Ãéá ôéò åðéêßíäõíåò ïõóßåò ðïõ äåí ðåñéëáìâÜíïíôáé áêüìç óôï ðáñÜñôçìá É êáé ãéá ôá ðáñáóêåõÜóìáôá, ôá óýìâïëá êáé ïé åíäåßîåéò êéíäýíïõ áðïäßäïíôáé óýìöùíá ìå ôïõò êáíüíåò ôïõ ðáñüíôïò ðáñáñôÞìáôïò. ¼ôáí óå ìéá ïõóßá Þ óå Ýíá ðáñáóêåýáóìá áðïäßäïíôáé ðåñéóóüôåñá ôïõ åíüò óýìâïëá êéíäýíïõ: - ç õðï÷ñÝùóç áíáãñáöÞò ôïõ óõìâüëïõ "E" êáèéóôÜ ðñïáéñåôéêÜ ôá óýìâïëá "F+", "F" êáé "O", - ç õðï÷ñÝùóç áíáãñáöÞò ôïõ óõìâüëïõ "T+" Þ "T" êáèéóôÜ ðñïáéñåôéêÜ ôá óýìâïëá "Xn", "Xi" êáé "C", - ç õðï÷ñÝùóç áíáãñáöÞò ôïõ óõìâüëïõ "C" êáèéóôÜ ðñïáéñåôéêÜ ôá óýìâïëá "Xn" êáé "Xi", - åÜí áíáãñÜöåôáé ôï óýìâïëï "Xn", ôï óýìâïëï "Xi" åßíáé ðñïáéñåôéêü. 7.4. ÅðéëïãÞ ôùí öñÜóåùí êéíäýíïõ Ç äéáôýðùóç ôùí öñÜóåùí R ðñÝðåé íá óõìöùíåß ìå åêåßíç ðïõ êáèïñßæåôáé óôï ðáñÜñôçìá ÉÉÉ. Ïé óõíäõáóìÝíåò öñÜóåéò R ôïõ ðáñáñôÞìáôïò ÉÉÉ ÷ñçóéìïðïéïýíôáé üðïõ ôïýôï ðñïâëÝðåôáé. 7.4.1. Ãéá ôéò ïõóßåò ôïõ ðáñáñôÞìáôïò É ÷ñçóéìïðïéïýíôáé ïé öñÜóåéò R ðïõ ðáñáôßèåíôáé óôï ðáñÜñôçìá. 7.4.2. Ãéá ôéò ïõóßåò ðïõ äåí ðåñéëáìâÜíïíôáé óôï ðáñÜñôçìá É, ïé öñÜóåéò R åðéëÝãïíôáé ìå ôá áêüëïõèá êñéôÞñéá êáé ðñïôåñáéüôçôåò: á) óå ðåñßðôùóç êéíäýíùí ðïõ Ý÷ïõí åðéðôþóåéò óôçí õãåßá: i) ïé öñÜóåéò Rðïõ áíôéóôïé÷ïýí óôçí êáôçãïñßá êéíäýíïõ ç ïðïßá áðåéêïíßæåôáé ìå óýìâïëï ðñÝðåé íá åìöáíßæïíôáé óôçí åôéêÝôá· ii) ïé öñÜóåéò R ðïõ áíôéóôïé÷ïýí óå Üëëåò êáôçãïñßåò êéíäýíïõ ðïõ äåí áðåéêïíßæïíôáé ìå óýìâïëï óýìöùíá ìå ôï Üñèñï 23· â) óå ðåñßðôùóç êéíäýíùí ðïõ ðñïÝñ÷ïíôáé áðü öõóéêï÷çìéêÝò éäéüôçôåò: - ïé öñÜóåéò R ïé ïðïßåò áíôéóôïé÷ïýí óôçí êáôçãïñßá êéíäýíïõ ðïõ áðåéêïíßæåôáé ìå óýìâïëï ðñÝðåé íá åìöáíßæïíôáé óôçí åôéêÝôá· ã) óå ðåñßðôùóç êéíäýíùí ãéá ôï ðåñéâÜëëïí: - ïé öñÜóåéò R ðïõ áíôéóôïé÷ïýí óôçí êáôçãïñßá ôáîéíüìçóçò êéíäýíïõ "åðéêßíäõíï ãéá ôï ðåñéâÜëëïí" ðñÝðåé íá åìöáíßæïíôáé óôçí åôéêÝôá. 7.4.3. Ãéá ôá ðáñáóêåõÜóìáôá, ïé öñÜóåéò R èá åðéëÝãïíôáé óýìöùíá ìå ôá áêüëïõèá êñéôÞñéá êáé ðñïôåñáéüôçôåò: á) óå ðåñßðôùóç êéíäýíùí ðïõ Ý÷ïõí åðéðôþóåéò óôçí õãåßá: i) ïé öñÜóåéò R ðïõ áíôéóôïé÷ïýí óôçí êáôçãïñßá êéíäýíïõ ðïõ áðåéêïíßæåôáé ìå Ýíá óýìâïëï. Óå ïñéóìÝíåò ðåñéðôþóåéò, ïé öñÜóåéò R ðñÝðåé íá ðñïóáñìüæïíôáé óýìöùíá ìå ôïõò ðßíáêåò ôïõ ðáñáñôÞìáôïò ÉÉ ìÝñïò  ôçò ïäçãßáò 1999/45/ÅÊ. Åéäéêüôåñá, ðñÝðåé íá åìöáíßæïíôáé óôçí åôéêÝôá ïé öñÜóåéò R ôïõ (ôùí) óõóôáôéêïý(-þí) ðïõ åßíáé õðåýèõíï(-á) ãéá ôçí êáôÜôáîç ôïõ ðáñáóêåõÜóìáôïò óå ìéá êáôçãïñßá êéíäýíïõ· ii) ïé öñÜóåéò R ðïõ áíôéóôïé÷ïýí óôéò Üëëåò êáôçãïñßåò êéíäýíïõ ðïõ Ý÷ïõí áðïäïèåß óôá óõóôáôéêÜ, áëëÜ ïé ïðïßåò äåí óõíïäåýïíôáé áðü ôçí ðáñÜóôáóç óõìâüëïõ êáôÜ ôá ðñïâëåðüìåíá óôï Üñèñï 10, ðáñÜãñáöïò 2 óçìåßï 4 ôçò ïäçãßáò 1999/45/ÅÊ· â) óå ðåñßðôùóç êéíäýíùí ðïõ ðñïÝñ÷ïíôáé áðü öõóéêï÷çìéêÝò éäéüôçôåò: - éó÷ýïõí ôá êñéôÞñéá ðïõ ðåñéãñÜöïíôáé óôï óçìåßï 7.4.3 óôïé÷åßï á) åêôüò ôïõ üôé ïé öñÜóåéò êéíäýíïõ "åîáéñåôéêÜ åýöëåêôï" Þ "ðïëý åýöëåêôï" äåí ÷ñåéÜæåôáé íá áíáãñÜöïíôáé üôáí åðáíáëáìâÜíïõí ôç öñáóåïëïãßá Ýíäåéîçò êéíäýíïõ ðïõ ÷ñçóéìïðïéåßôáé ìáæß ìå ôï óýìâïëï· ã) óå ðåñßðôùóç êéíäýíùí ãéá ôï ðåñéâÜëëïí: i) ç (ïé) öñÜóç(-åéò) R ðïõ áíôéóôïé÷åß(-ïýí) óôçí êáôçãïñßá ôáîéíüìçóçò "åðéêßíäõíï ãéá ôï ðåñéâÜëëïí" ðñÝðåé íá åìöáíßæåôáé(-ïíôáé) óôçí åôéêÝôá· ii) óå ðåñßðôùóç ðïõ ç öñÜóç êéíäýíïõ R50 Ý÷åé áðïäïèåß åðéðëÝïí ôçò óõíäõáóìÝíçò öñÜóçò R51/53 Þ R52/53, Þ ôçò öñÜóçò êéíäýíïõ R53 ìüíï, èá ÷ñçóéìïðïéåßôáé ç óõíäõáóìÝíç öñÜóç R50/53. ÊáôÜ ãåíéêü êáíüíá, ãéá ôá ðáñáóêåõÜóìáôá, Ýíáò ìÝãéóôïò áñéèìüò áðü Ýîé öñÜóåéò R åßíáé åðáñêÞò ãéá ôçí ðåñéãñáöÞ ôïõ êéíäýíïõ. Ãéá ôï óêïðü áõôü, ïé óõíäõáóìÝíåò öñÜóåéò ôïõ ðáñáñôÞìáôïò ÉÉÉ èåùñïýíôáé ùò ìéá öñÜóç. Ùóôüóï, åÜí ôï ðáñáóêåýáóìá åìðßðôåé óå ðåñéóóüôåñåò áðü ìéá êáôçãïñßåò êéíäýíïõ, ïé ôõðïðïéçìÝíåò öñÜóåéò ðñÝðåé íá êáëýðôïõí üëïõò ôïõò êõñßïõò êéíäýíïõò ðïõ óõíäÝïíôáé ìå ôï ðáñáóêåýáóìá. Óå ïñéóìÝíåò ðåñéðôþóåéò, ìðïñåß íá áðáéôïýíôáé ðåñéóóüôåñåò áðü Ýîé öñÜóåéò R. 7.5. ÖñÜóåéò ïäçãéþí áóöáëïýò ÷ñÞóçò Ç äéáôýðùóç ôùí öñÜóåùí S ðñÝðåé íá óõìöùíåß ìå åêåßíç ðïõ êáèïñßæåôáé ìå ôï ðáñÜñôçìá IV. Ïé óõíäõáóìÝíåò öñÜóåéò S ôïõ ðáñáñôÞìáôïò IV ÷ñçóéìïðïéïýíôáé üðïõ ðñïâëÝðåôáé. 7.5.1. Ãéá ôéò ïõóßåò ôïõ ðáñáñôÞìáôïò É, ÷ñçóéìïðïéïýíôáé ïé öñÜóåéò S ðïõ ðáñáôßèåíôáé óôï ðáñÜñôçìá. Óå ðåñßðôùóç ðïõ äåí ðñïâëÝðïíôáé öñÜóåéò S, ï ðáñáóêåõáóôÞò/åéóáãùãÝáò ìðïñåß íá ðåñéëÜâåé ôéò öñÜóåéò S ðïõ èåùñåß êáôÜëëçëåò. Ãéá ôéò ïõóßåò ðïõ äåí ðåñéëáìâÜíïíôáé óôï ðáñÜñôçìá É êáé ãéá ôá ðáñáóêåõÜóìáôá, ï ðáñáóêåõáóôÞò èá ðåñéëáìâÜíåé öñÜóåéò S óýìöùíá ìå ôá êñéôÞñéá ôïõ êåöáëáßïõ 6 ôïõ ðáñüíôïò ðáñáñôÞìáôïò. 7.5.2. ÅðéëïãÞ öñÜóåùí áóöáëïýò ÷ñÞóçò Ç ôåëéêÞ åðéëïãÞ ôùí öñÜóåùí áóöáëïýò ÷ñÞóçò ðñÝðåé íá ãßíåé ëáìâáíïìÝíùí õðüøç ôùí öñÜóåùí êéíäýíïõ ðïõ áíáãñÜöïíôáé óôçí åôéêÝôá êáé ôçò ðñïâëåðüìåíçò ÷ñÞóçò ôçò ïõóßáò Þ ôïõ ðáñáóêåõÜóìáôïò: - êáôÜ ãåíéêü êáíüíá, Ýîé öñÜóåéò S, êáôÜ ôï ìÝãéóôï, åßíáé åðáñêåßò ãéá ôç äéáôýðùóç ôçò ðëÝïí êáôÜëëçëçò ïäçãßáò áóöáëïýò ÷ñÞóçò. Ãéá ôï óêïðü áõôü, ïé óõíäõáóìÝíåò öñÜóåéò ðïõ ðåñéëáìâÜíïíôáé óôï ðáñÜñôçìá IV èåùñïýíôáé ùò ìéá öñÜóç, - óôçí ðåñßðôùóç öñÜóåùí S ó÷åôéêÜ ìå ôç äéÜèåóç, èá ÷ñçóéìïðïéåßôáé ìéá öñÜóç S åêôüò êáé åÜí åßíáé óáöÝò üôé ç äéÜèåóç ôïõ õëéêïý êáé ôïõ ðåñéÝêôç ôïõ äåí äçìéïõñãïýí êßíäõíï ãéá ôçí áíèñþðéíç õãåßá Þ ãéá ôï ðåñéâÜëëïí. Åéäéêüôåñá, óçìáíôéêÝò åßíáé ïé óõìâïõëÝò ãéá ôçí áóöáëÞ äéÜèåóç ôùí ïõóéþí êáé ðáñáóêåõáóìÜôùí ðïõ ðùëïýíôáé óôï åõñý êïéíü, - ïñéóìÝíåò öñÜóåéò R ãßíïíôáé ðåñéôôÝò åÜí Ý÷åé ãßíåé ðñïóåêôéêÞ åðéëïãÞ ôùí öñÜóåùí S êáé áíôéóôñüöùò, öñÜóåéò S, ïé ïðïßåò ðñïöáíþò áíôéóôïé÷ïýí óå öñÜóåéò R, èá åìöáíßæïíôáé óôçí åôéêÝôá ìüíï åÜí åðéäéþêåôáé ç Ýìöáóç óå ìéá óõãêåêñéìÝíç ðñïåéäïðïßçóç, - êáôÜ ôçí åðéëïãÞ ôùí öñÜóåùí ïäçãéþí áóöáëïýò ÷ñÞóçò, éäéáßôåñç ðñïóï÷Þ ðñÝðåé íá äïèåß óôéò ðñïâëåðüìåíåò óõíèÞêåò ÷ñÞóçò ïñéóìÝíùí ïõóéþí êáé ðáñáóêåõáóìÜôùí, ð.÷., åðéðôþóåéò øåêáóìïý Þ áåñïëõìÜôùí. Ïé öñÜóåéò ðñÝðåé íá åðéëÝãïíôáé Ý÷ïíôáò êáôÜ íïõ ôçí ðñïâëåðüìåíç ÷ñÞóç, - ïé öñÜóåéò áóöáëïýò ÷ñÞóçò S1, S2 êáé S45 åßíáé õðï÷ñåùôéêÝò ãéá üëåò ôéò ðïëý ôïîéêÝò, ôïîéêÝò, êáé äéáâñùôéêÝò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá ðïõ ðùëïýíôáé óôï åõñý êïéíü, - ïé öñÜóåéò áóöáëïýò ÷ñÞóçò S2 êáé S45 åßíáé õðï÷ñåùôéêÝò ãéá üëåò ôéò Üëëåò åðéêßíäõíåò ïõóßåò êáé ðáñáóêåõÜóìáôá (åîáéñïõìÝíùí åêåßíùí ðïõ Ý÷ïõí ôáîéíïìçèåß ìüíïí ùò åðéêßíäõíá ãéá ôï ðåñéâÜëëïí) ðïõ ðùëïýíôáé óôï åõñý êïéíü. ÅÜí ïé åðéëåãåßóåò öñÜóåéò, óýìöùíá ìå ôá áõóôçñÜ êñéôÞñéá ôïõ ôìÞìáôïò 6.2, Ý÷ïõí ùò áðïôÝëåóìá ðëåïíáóìü Þ áóÜöåéá Þ åßíáé óáöþò ðåñéôôÝò äåäïìÝíïõ ôïõ óõãêåêñéìÝíïõ ðñïúüíôïò/óõóêåõáóßáò, óôçí ðåñßðôùóç áõôÞ ïñéóìÝíåò öñÜóåéò ìðïñåß íá äéáãñáöïýí. 7.6. Ï áñéèìüò ÅÊ ÅÜí ç ïíïìáóßá ìéáò ïõóßáò ðïõ áíáãñÜöåôáé óôçí åôéêÝôá ðåñéëáìâÜíåôáé óôïí åõñùðáúêü êáôÜëïãï ôùí ÷çìéêþí ïõóéþí ðïõ êõêëïöïñïýí óôï åìðüñéï (Einecs) Þ óôïí åõñùðáúêü êáôÜëïãï ôùí ïõóéþí ðïõ Ý÷ïõí ãíùóôïðïéçèåß (Elincs), ç åôéêÝôá ðñÝðåé íá öÝñåé ôïí áñéèìü Einecs Þ Elincs ôçò ïõóßáò. Ç áðáßôçóç áõôÞ äåí éó÷ýåé ãéá ôá ðáñáóêåõÜóìáôá. 7.7. ÄéáóôÜóåéò ôçò åôéêÝôáò ãéá ôá ðáñáóêåõÜóìáôá >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Κάθε σύμβολο πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον το ένα δέκατο της επιφάνειας της ετικέτας και να μην είναι μικρότερο από 1 cm2. Η ετικέτα πρέπει να επικολλάται στερεά σε μια ή περισσότερες επιφάνειες της συσκευασίας που περιλαμβάνει αμέσως το παρασκεύασμα. Οι πληροφορίες που πρέπει να αναγράφονται στην ετικέτα πρέπει να ξεχωρίζουν καθαρά από το φόντο και να είναι σε διαστάσεις και διαστήματα που να επιτρέπουν την εύκολη ανάγνωσή τους. 8. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ: ΟΥΣΙΕΣ 8.1. Φορητές φιάλες αερίων Για τις φορητές φιάλες αερίων, οι απαιτήσεις επισήμανσης θεωρείται ότι τηρούνται όταν συμφωνούν με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 23 ή στο άρθρο 24 παράγραφος 6 στοιχείο β). Ωστόσο, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 24 παράγραφοι 1 και 2, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μια από τις ακόλουθες εναλλακτικές λύσεις για τις φιάλες αερίου με χωρητικότητα ίση ή μικρότερη των 150 λίτρων νερού: - η μορφή και οι διαστάσεις της ετικέτας μπορεί να είναι σύμφωνες με τις προδιαγραφές του προτύπου ISO/DP 7225 (έκδοση 1994) σχετικά με τις "Φιάλες αερίου - Ετικέτες για τα μέτρα προφύλαξης", - τα στοιχεία που καθορίζονται στο άρθρο 23 παράγραφος 2 μπορεί να παρέχονται σε σκληρό δίσκο ή ετικέτα στερεωμένη στη φιάλη. 8.2. Περιέκτες αερίου προοριζόμενοι για προπάνιο, βουτάνιο, ή υγραέριο (LPG) Οι ανωτέρω ουσίες ταξινομούνται στο παράρτημα Ι. Μολονότι ταξινομούνται σύμφωνα με το άρθρο 2, δεν παρουσιάζουν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία όταν διατίθενται στην αγορά σε κλειστές επαναπληρώσιμες φιάλες ή σε μη επαναπληρώσιμα φιαλίδια κατά το πρότυπο ΕΝ 417 ως καύσιμα αέρια τα οποία ελευθερώνονται μόνο για καύση (ΕΝ 417, έκδοση Σεπτεμβρίου 1992, σχετικά με τα "Μη επαναπληρώσιμα μεταλλικά φιαλίδια αερίου για υγραέρια, με ή χωρίς βαλβίδα, για χρήση με φορητές συσκευές - Κατασκευή, έλεγχος, δοκιμασία και επισήμανση"). Αυτές οι φιάλες ή τα φιαλίδια πρέπει να επισημαίνονται με το κατάλληλο σύμβολο και τις φράσεις S και R που αφορούν την ευφλεκτότητα. Δεν απαιτούνται πληροφορίες για τις επιπτώσεις τους στην υγεία του ανθρώπου πάνω στην ετικέτα. Ωστόσο, ο υπεύθυνος για τη διάθεση της ουσίας στην αγορά οφείλει να ενημερώνει τους επαγγελματίες χρήστες για τις επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου, οι οποίες θα έπρεπε να εμφανίζονται στην ετικέτα, με τη μορφή που προβλέπεται στο άρθρο 27 της οδηγίας. Στους καταναλωτές πρέπει να παρέχονται επαρκείς πληροφορίες ώστε να μπορούν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την υγεία και την ασφάλειά τους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 της οδηγίας 91/155/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 93/112/ΕΟΚ. 8.3. Μέταλλα σε συμπαγή μορφή Οι ουσίες αυτές ταξινομούνται στο παράρτημα Ι ή πρέπει να ταξινομούνται σύμφωνα με το άρθρο 6. Εντούτοις, ορισμένες από αυτές, μολονότι ταξινομούνται σύμφωνα με το άρθρο 2, δεν παρουσιάζουν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία από εισπνοή, κατάποση, ή επαφή με το δέρμα, ή για το υδάτινο περιβάλλον, με τη μορφή που διατίθενται στην αγορά. Οι ουσίες αυτές δεν απαιτείται να φέρουν ετικέτα σύμφωνα με το άρθρο 23. Εντούτοις, όλες οι πληροφορίες που θα έπρεπε να εμφανίζονται στην ετικέτα πρέπει να παρέχονται στο χρήστη από τον υπεύθυνο για τη διάθεση του μετάλλου στην αγορά με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 27. 8.4. Ουσίες που ταξινομούνται με τη φράση R65 Οι ουσίες που ταξινομούνται ως επιβλαβείς επειδή παρουσιάζουν κίνδυνο κατά την εισπνοή δεν απαιτείται να επισημαίνονται ως επιβλαβείς με R65 εάν διατίθενται στην αγορά σε περιέκτες αερολύματος ή σε περιέκτες με προσαρμοσμένο σφραγισμένο ψεκαστήρα. 9. ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ 9.1. Αέρια παρασκευάσματα (μείγματα αερίων) Για τα αέρια παρασκευάσματα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη: - η αξιολόγηση των φυσικοχημικών ιδιοτήτων, - η αξιολόγηση των κινδύνων για την υγεία, - η αξιολόγηση των κινδύνων για το περιβάλλον. 9.1.1. Αξιολόγηση των φυσικοχημικών ιδιοτήτων 9.1.1.1. Αναφλεξιμότητα Οι εύφλεκτες ιδιότητες των παρασκευασμάτων αυτών προσδιορίζονται σύμφωνα, με το άρθρο 5 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ με τις μεθόδους που καθορίζονται στο μέρος Α του παραρτήματος V της παρούσας οδηγίας. Τα παρασκευάσματα αυτά θα ταξινομούνται σύμφωνα με τα αποτελέσματα των δοκιμών που εκτελέστηκαν σε συνδυασμό με τα κριτήρια του παραρτήματος V και τα κριτήρια του οδηγού επισήμανσης. Στην περίπτωση, όμως, που παράγονται, κατόπιν παραγγελίας, μικρές ποσότητες αερίων παρασκευασμάτων, τότε, κατά παρέκκλιση, η αναφλεξιμότητά τους μπορεί εκτιμηθεί με την ακόλουθη υπολογιστική μέθοδο: Η σχέση του αερίου μείγματος A1F1 + ... + AiFi + ... AnFn + B1I1 + ... + BiIi + ... BpIp όπου: Ai και Bi είναι τα μαζικά κλάσματα Fi εύφλεκτο αέριο Ii αδρανές αέριο n αριθμός εύφλεκτων αερίων p αριθμός αδρανών αερίων μπορεί να μετασχηματιστεί σε μια μορφή όπου όλα τα Ii (αδρανή αέρια) εκφράζονται σε ισοδύναμα αζώτου με τη χρήση του συντελεστή Ki και όπου η ισοδύναμη περιεκτικότητα σε αναφλέξιμο αέριο A'i εκφράζεται όπως παρακάτω: A'i = Ai × ]100 / (Ai + KiBi)] Χρησιμοποιώντας την τιμή της μέγιστης περιεκτικότητας σε εύφλεκτο αέριο η οποία, σε μείγμα με άζωτο, δίνει σύνθεση μη εύφλεκτη στον αέρα (Tci) λαμβάνεται η παρακάτω σχέση: Σi A'i / Tci <= 1 Ôï ìåßãìá ôùí áåñßùí åßíáé åýöëåêôï åÜí ç ôéìÞ ôçò ðáñáðÜíù ó÷Ýóçò åßíáé ìåãáëýôåñç ôïõ 1. Ôï ðáñáóêåýáóìá ôáîéíïìåßôáé ùò åîáéñåôéêÜ åýöëåêôï êáé ÷ñçóéìïðïéåßôáé ç öñÜóç R12. ÓõíôåëåóôÝò éóïäõíáìßáò (Ki) Ïé ôéìÝò ôùí óõíôåëåóôþí éóïäõíáìßáò Ki ìåôáîý ôùí áäñáíþí áåñßùí êáé ôïõ áæþôïõ êáé ïé ôéìÝò ôçò ìÝãéóôçò ðåñéåêôéêüôçôáò óå åýöëåêôï áÝñéï (Tci) ìðïñïýí íá âñåèïýí áðü ôïõò ðßíáêåò 1 êáé 2 ôïõ ðñïôýðïõ ISO 10156, Ýêäïóç ôçò 15çò Äåêåìâñßïõ 1990 (íÝá Ýêäïóç 1996) ó÷åôéêÜ ìå ôá "ÁÝñéá êáé ìåßãìáôá áåñßùí - Ðñïóäéïñéóìüò ôïõ äõíáìéêïý öùôéÜò êáé ôçò ïîåéäùôéêÞò éêáíüôçôáò ãéá ôçí åðéëïãÞ ôùí åîüäùí âáëâßäùí ôùí êõëßíäñùí". ÌÝãéóôç ðåñéåêôéêüôçôá óå åýöëåêôï áÝñéï (Tci) Ç ôéìÞ ôçò ìÝãéóôçò ðåñéåêôéêüôçôáò óå åýöëåêôï áÝñéï (Tci) ìðïñåß íá âñåèåß áðü ôïí ðßíáêá 2 ôïõ ðñïôýðïõ ISO 10156, Ýêäïóç ôçò 15çò Äåêåìâñßïõ 1990 (íÝá Ýêäïóç 1996) ó÷åôéêÜ ìå ôá "ÁÝñéá êáé ôá ìåßãìáôá áåñßùí - Ðñïóäéïñéóìüò ôïõ äõíáìéêïý öùôéÜò êáé ôçò ïîåéäùôéêÞò éêáíüôçôáò ãéá ôçí åðéëïãÞ ôùí åîüäùí âáëâßäùí ôùí êõëßíäñùí". ¼ôáí óôï ðáñáðÜíù ðñüôõðï äåí õðÜñ÷åé ôéìÞ (Tci) ãéá Ýíá åýöëåêôï áÝñéï, èá ÷ñçóéìïðïéåßôáé ôï áíôßóôïé÷ï êáôþôáôï üñéï åêñçêôéêüôçôáò (LEL). ÅÜí äåí õðÜñ÷åé ïýôå ôéìÞ LEL, ôüôå ç ôéìÞ ôïõ Tci èá êáèïñßæåôáé óôï 1 % êáô' üãêï. ÐáñáôçñÞóåéò: - Ìïëïíüôé ç ðáñáðÜíù ó÷Ýóç ìðïñåß íá ÷ñçóéìïðïéåßôáé ãéá ôçí êáôÜëëçëç åðéóÞìáíóç åíüò áåñßïõ ðáñáóêåõÜóìáôïò, äåí èá ðñÝðåé íá èåùñåßôáé ùò ìÝèïäïò áíôéêáôÜóôáóçò ôùí ðåéñáìáôéêþí äéáäéêáóéþí ãéá ôïí êáèïñéóìü ôùí ôå÷íéêþí ðáñáìÝôñùí áóöáëåßáò. - ÅðéðëÝïí, ç ó÷Ýóç áõôÞ äåí ðáñÝ÷åé ðëçñïöïñßåò ó÷åôéêÜ ìå ôç äõíáôüôçôá áóöáëïýò ðáñáóêåõÞò åíüò ìåßãìáôïò ðïõ ðåñéÝ÷åé ïîåéäùôéêÜ áÝñéá. ¼ôáí õðïëïãßæåôáé ç áíáöëåîéìüôçôá, ôá ïîåéäùôéêÜ áõôÜ áÝñéá äåí ëáìâÜíïíôáé õðüøç. - Ç ðáñáðÜíù ó÷Ýóç äßíåé áîéüðéóôá áðïôåëÝóìáôá ìüíï åÜí ôá åýöëåêôá áÝñéá äåí áëëçëïåðçñåÜæïíôáé üóïí áöïñÜ ôçí áíáöëåîéìüôçôÜ ôïõò. Ôï ðáñáðÜíù ðñÝðåé íá ëáìâÜíåôáé õðüøç, ð.÷. ìå ôïõò áëïãïíùìÝíïõò õäñïãïíÜíèñáêåò. 9.1.1.2. ÏîåéäùôéêÝò éäéüôçôåò ÄåäïìÝíïõ üôé ôï ðáñÜñôçìá V ôçò ðáñïýóáò ïäçãßáò äåí ðåñéëáìâÜíåé ìÝèïäï ðñïóäéïñéóìïý ôùí ïîåéäùôéêþí éäéïôÞôùí ôùí áåñßùí ìåéãìÜôùí, ç áîéïëüãçóç ôùí éäéïôÞôùí áõôþí ðñÝðåé íá ãßíåôáé óýìöùíá ìå ôçí ðáñáêÜôù ìÝèïäï õðïëïãóìïý. Ç áñ÷Þ ôçò ìåèüäïõ óõíßóôáôáé óôç óýãêñéóç ôïõ ïîåéäùôéêïý äõíáìéêïý ôùí áåñßùí óå ìåßãìá ìå ôï ïîåéäùôéêü äõíáìéêü ôïõ ïîõãüíïõ óôïí áÝñá. Ïé óõãêåíôñþóåéò ôùí áåñßùí óôï ìåßãìá åêöñÜæïíôáé óå % êáô' üãêï. Èåùñåßôáé üôé ôï ìåßãìá áåñßùí Ý÷åé ßóç Þ ìåãáëýôåñç ïîåéäùôéêÞ éêáíüôçôá áðü ôïí áÝñá üôáí éó÷ýåé ç áêüëïõèç ó÷Ýóç: Ói xiCi >= 21 όπου: Xi είναι η συγκέντρωση αερίου i σε % κατ' όγκο Ci είναι ο συντελεστής ισοδυναμίας οξυγόνου. Στην περίπτωση αυτή, το παρασκεύασμα ταξινομείται ως οξειδωτικό και χαρακτηρίζεται από τη φράση R8. Συντελεστές ισοδυναμίας μεταξύ οξειδωτικών αερίων και οξυγόνου Οι συντελεστές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της οξειδωτικής ικανότητας ορισμένων αερίων σε μείγμα σε σχέση με την οξειδωτική ικανότητα του οξυγόνου στον αέρα, και οι οποίοι αναγράφονται στο σημείο 5.2. του προτύπου ISO 10156, έκδοση της 15ης Δεκεμβρίου 1990 (νέα έκδοση 1996) σχετικά με τα "Αέρια και μείγματα αερίων - Προσδιορισμός του δυναμικού φωτιάς και της οξειδωτικής ικανότητας για την επιλογή των εξόδων βαλβίδων των κυλίνδρων", είναι οι ακόλουθοι: >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> Όταν δεν υπάρχει τιμή για τον συντελεστή Ci για ένα αέριο στο εν λόγω πρότυπο, στον συντελεστή αυτό δίδεται η τιμή 40. 9.1.2. Επισήμανση Για τους φορητούς περιέκτες αερίων, οι απαιτήσεις επισήμανσης θεωρείται ότι τηρούνται όταν συμφωνούν με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11 παράγραφος 6 στοιχείο β) της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση του άρθρου 11 παράγραφοι 1 και 2, για τους περιέκτες αερίων με χωρητικότητα ίση ή μικρότερη των 150 λίτρων νερού, η μορφή και οι διαστάσεις της ετικέτας μπορούν, να ακολουθούν τις προδιαγραφές του προτύπου ISO 7225 (έκδοση 1994) σχετικά με τους "Κυλίνδρους αερίου - Ετικέτες για τα μέτρα προφύλαξης". Στην περίπτωση αυτή, η ετικέτα μπορεί να φέρει την κοινόχρηστη ονομασία ή το βιομηχανικό/εμπορικό όνομα του παρασκευάσματος με την προϋπόθεση ότι οι επικίνδυνες συστατικές ουσίες του παρασκευάσματος θα αναγράφονται στο σώμα του κυλίνδρου αερίων με τρόπο σαφή και ανεξίτηλο. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 10 μπορούν να αναγράφονται σε δίσκο ή ετικέτα διαρκείας που έχουν ενσωματωθεί στον περιέκτη. 9.2. Περιέκτες αερίου προοριζόμενοι για παρασκευάσματα που περιέχουν προπάνιο, βουτάνιο ή υγραέριο (LPG) με οσμηρό ιχνηθέτη Το προπάνιο, το βουτάνιο, και το υγραέριο (LPG) ταξινομούνται στο παράρτημα Ι. Μολονότι τα παρασκευάσματα που περιέχουν τις ουσίες αυτές ταξινομούνται σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6 και 7 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, δεν παρουσιάζουν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία όταν διατίθενται στην αγορά σε κλειστούς επαναπληρώσιμους κυλίνδρους αερίων ή σε μη επαναπληρώσμα φιαλίδια κατά το πρότυπο ΕΝ 417 ως καύσιμα αέρια τα οποία ελευθερώνονται μόνο για καύση. (ΕΝ 417, έκδοση Σεπτεμβρίου 1992, σχετικά με τα "Μη επαναπληρώσιμα μεταλλικά φιαλίδια αερίου για υγραέρια, με ή χωρίς βαλβίδα, για χρήση με φορητές συσκευές - Κατασκευή, έλεγχος, δοκιμασία και επισήμανση"). Αυτοί οι κύλινδροι και τα φιαλίδια πρέπει να επισημαίνονται με το κατάλληλο σύμβολο και τις φράσεις S και R που αφορούν την ευφλεκτικότητα. Δεν απαιτούνται πληροφορίες για τις επιπτώσεις τους στην υγεία του ανθρώπου πάνω στην ετικέτα. Ωστόσο, ο υπεύθυνος για τη διάθεση της ουσίας στην αγορά οφείλει να ενημερώνει τους επαγγελματίες χρήστες για τις επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου, οι οποίες θα έπρεπε να εμφανίζονται στην ετικέτα, με τη μορφή που προβλέπεται στο άρθρο 14 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. Στους καταναλωτές πρέπει να παρέχονται επαρκείς πληροφορίες ώστε να μπορούν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την υγεία και την ασφάλειά τους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 3 της οδηγίας 91/155/ΕΟΚ. 9.3. Κράματα, παρασκευάσματα που περιέχουν πολυμερή, παρασκευάσματα που περιέχουν ελαστομερή Τα παρασκευάσματα αυτά θα ταξινομούνται σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 5, 6 και 7 και θα επισημαίνονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 10 της οδηγίας 1999/45/ΕΚ. Ωστόσο, ορισμένα από τα παρασκευάσματα αυτά, μολονότι ταξινομούνται σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 δεν παρουσιάζουν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία στην περίπτωση που προσλαμβάνονται με εισπνοή, κατάποση ή επαφή με το δέρμα ή για το υδάτινο περιβάλλον υπό τη μορφή υπό την οποία διατίθενται στην αγορά. Για τα παρασκευάσματα αυτά, δεν απαιτείται επισήμανση σύμφωνα με το άρθρο 10 ή το παράρτημα V μέρος Β.9. Ωστόσο, όλες οι πληροφορίες οι οποίες θα είχαν περιληφθεί στην επισήμανση θα παρέχονται στον επαγγελματία χρήστη μέσω πληροφοριακού συστήματος υπό τη μορφή που προβλέπεται στο άρθρο 14 της ανωτέρω οδηγίας. 9.4. Παρασκευάσματα που ταξινομούνται με R65 Παρασκευάσματα που ταξινομούνται ως επιβλαβή επειδή παρουσιάζουν κίνδυνο κατά την εισπνοή δεν απαιτείται να επισημαίνονται ως επιβλαβή με R65 εάν διατίθενται στην αγορά σε περιέκτες αερολύματος ή σε περιέκτες με προσαρμοσμένο σφραγισμένο ψεκαστήρα. 9.5. Οργανικά υπεροξείδια Τα οργανικά υπεροξείδια συνδυάζουν τις ιδιότητες ενός οξειδωτικού και μιας καύσιμης ουσίας σε ένα μόριο: όταν ένα οργανικό υπεροξείδιο αποσυντίθεται, το οξειδωτικό τμήμα του μορίου αντιδρά εξώθερμα με το καύσιμο (οξειδώσιμο) τμήμα. Οι μέθοδοι που προβλέπονται στο παράρτημα V για τις οξειδωτικές ιδιότητες δεν μπορούν να εφαρμοστούν στα οργανικά υπεροξείδια. Πρέπει να εφαρμοστεί η ακόλουθη μέθοδος υπολογισμού που βασίζεται στην παρουσία ενεργού οξυγόνου. Η επί τοις εκατό περιεκτικότητα ενός παρασκευάσματος οργανικού υπεροξειδίου σε διαθέσιμο οξυγόνο δίδεται από τον τύπο: 16 × Σ (ni × ci/mi) όπου: ni= ο αριθμός των υπεροξειδικών ομάδων ανά μόριο οργανικού υπεροξειδίου i, ci= η συγκέντρωση (% κατά μάζα) του οργανικού υπεροξειδίου i, mi= η μοριακή μάζα του οργανικού υπεροξειδίου i. 9.6. Πρόσθετες απαιτήσεις επισήμανσης για ορισμένα παρασκευάσματα Για ορισμένα παρασκευάσματα υπάρχουν πρόσθετες απαιτήσεις επισήμανσης που ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο 2 στο παράρτημα V της οδηγίας 1999/45/ΕΚ, και στο άρθρο 20 της οδηγίας 98/8/ΕΚ. (1) J. R. Young, M. J. How, A. P. Walker and W. M. H. Worth (1988), "Classification as corrosive or irritant to skin of preparations containing acidic or alkaline substances, without testing on animals", Toxic. In Vitro 2(1): σσ. 19-26. ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Αναφορικά με το σημείο 4.1.5. και, ιδίως, με την τελευταία παράγραφο, η Επιτροπή δηλώνει ότι, στην περίπτωση που θεωρήσει σκόπιμη τη χρήση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 28, είναι έτοιμη για εκ των προτέρων διαβουλεύσεις με τους κατάλληλους εμπειρογνώμονες που θα οριστούν από τα κράτη μέλη και οι οποίοι θα έχουν την ανάλογη εξειδίκευση σε θέματα καρκινογένησης, μεταλλαξιγένεσης ή τοξικότητας στην αναπαραγωγή. Οι διαβουλεύσεις αυτές θα λάβουν χώρα στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών διαβουλεύσεων με εμπειρογνώμονες από τα κράτη μέλη ή/και στο πλαίσιο των επιτροπών που υπάρχουν. Η ίδια διαδικασία θα ακολουθηθεί και στην περίπτωση όπου ουσίες που έχουν ήδη περιληφθεί στο παράρτημα Ι πρέπει να επαναταξινομηθούν σε σχέση με τις καρκινογόνες, μεταλλαξιγόνες επιπτώσεις τους ή με την τοξικότητά τους στην αναπαραγωγή. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 7A Για ενδιάμεσα προϊόντα με περιορισμένη έκθεση ισχύουν οι διατάξεις του σημείου 7. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 7Β 7. Μειωμένο πακέτο δοκιμών για ενδιάμεσα προϊόντα σε ποσότητες 1 τόνου/έτος 1. Ορισμοί Με την επιφύλαξη άλλης κοινοτικής νομοθεσίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: - "ενδιάμεσο" είναι χημική ουσία η οποία παρασκευάζεται αποκλειστικά και αναλίσκεται ή χρησιμοποιείται σε χημική διεργασία με σκοπό τη μετατροπή της σε άλλη(-ες) χημική(-ές) ουσία(-ες), - ο όρος "εκπομπή" αναφέρεται στην απελευθέρωση μιας ουσίας από ένα σύστημα, π.χ. όταν ένα σύστημα διαρρηγνύεται. Για τη εξασφάλιση, συνεπώς, του μέγιστου βαθμού προστασίας για τους εργαζομένους και το περιβάλλον, πρώτιστος στόχος πρέπει να είναι η ελαχιστοποίηση των εκπομπών με την αυστηρή στεγανοποίηση του συστήματος, - ο όρος "έκθεση" αναφέρεται στα συμβαίνοντα μετά την έκλυση μιας ουσίας, είτε αυτά αφορούν το ευρύτερο περιβάλλον είτε αφορούν το ενδεχόμενο της εισπνοής ή του ερχομού της ουσίας σε επαφή με το δέρμα κάποιου εργαζομένου. Εάν είναι πιθανόν να παρατηρηθούν εκπομπές, πρέπει να επιβάλλεται αυστηρός έλεγχος έκθεσης με κατάλληλες τεχνικές, έχοντας υπόψη την ανάγκη υιοθέτησης της αρχής της προφύλαξης από την άποψη ότι όσες φυσικοχημικές, τοξικολογικές και οικοτοξικολογικές ιδιότητες δεν έχουν ελεγχθεί πρέπει να θεωρούνται ως επικίνδυνες, - "ολοκληρωμένο σύστημα εξαερισμού" είναι σύστημα εξαερισμού κλειστού τύπου το οποίο χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ασφάλειες, περιβλήματα, υποδοχές, περιέκτες κ.λπ, για τον περιορισμό των χημικών ουσιών στο εσωτερικό της κλειστής λειτουργικής μονάδας. Ανοίγματα που έχουν σχέση με την όλη διεργασία πρέπει να είναι όσο το δυνατό μικρότερα. Η ισχύς εξαγωγής και ο αεραγωγός πρέπει να είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε να υπάρχει επαρκής υποπίεση στη μονάδα εξαγωγής που να εξασφαλίζει τη συγκράτηση και απαγωγή του συνόλου των δημιουργημένων αερίων, ατμών και/ή κόνεων. Πρέπει να προλαμβάνεται η αναστροφή της ροής των εξαγομένων επικίνδυνων ουσιών στο χώρο εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι οι επικίνδυνες ουσίες εμποδίζονται να διαφύγουν από την κλειστή λειτουργική μονάδα στο χώρο εργασίας, - "εξαερισμός υψηλής αποτελεσματικότητας" είναι σύστημα εξαερισμού ανοικτού και ημιανοικτού τύπου με τέτοιες διαστάσεις ώστε οι χημικές ουσίες να παραμένουν στο χώρο συλλογής. Αυτό σημαίνει ότι η παρουσία χημικών ουσιών στην ατμόσφαιρα του χώρου εργασίας μπορεί πρακτικά να αποκλειστεί, - "αποτελεσματικό σύστημα εξαερισμού" είναι σύστημα εξαερισμού ανοικτού και ημιανοικτού τύπου με τέτοιες διαστάσεις ώστε οι χημικές ουσίες να παραμένουν στο χώρο συλλογής, δηλαδή η παρουσία χημικών ουσιών στην ατμόσφαιρα του χώρου εργασίας μπορεί σε μεγάλο βαθμό να αποκλειστεί ή παρέχεται απόδειξη τήρησης της οριακής τιμής, - "άλλο σύστημα εξαερισμού" είναι σύστημα εξαερισμού ανοικτού και ημιανοικτού τύπου με τέτοιες διαστάσεις ώστε η παρουσία χημικών ουσιών στην ατμόσφαιρα του χώρου εργασίας να μην μπορεί να αποκλειστεί, - "Μορφές χρήσης χαμηλής εκπομπής" είναι, π.χ.: - αναλώσιμες συσκευασίες, δηλαδή η επικίνδυνη ουσία είναι κλεισμένη σε κατάλληλη συσκευασία και, χωρίς να ανοιγεί η συσκευασία, η ουσία εισάγεται σε σύστημα αντιδράσεως μαζί με τη συσκευασία, - αλλαγή στη συνοχή της ουσίας, δηλαδή η ουσία χρησιμοποιείται, π.χ., με τη μορφή πάστας ή κόκκων αντί σκόνης, - η βασική παρτίδα· με τον όρο αυτό νοείται επικίνδυνη ουσία περιβαλλόμενη από πλαστική μήτρα που εμποδίζει την άμεση επαφή με την επικίνδυνη ουσία. Αυτή η ίδια η πλαστική μήτρα δεν είναι επικίνδυνη ουσία. Ωστόσο, είναι πιθανό το ξύσιμο της πλαστικής μήτρας και, κατά συνέπεια, της επικίνδυνης ουσίας, - "Μορφές χρήσης χωρίς εκπομπές" είναι, π.χ., βασικές παρτίδες που δεν ξύνονται, δηλαδή η πλαστική μήτρα είναι τόσο ανθεκτική στο ξύσιμο ώστε να μην μπορεί να απελευθερωθεί επικίνδυνη ουσία, - ο όρος "τεχνικά στεγανή" χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό υπομονάδας η οποία, μετά δοκιμασία, παρακολούθηση ή έλεγχο επιβεβαίωσης στεγανότητας δεν παρουσιάζει διαρροές, π.χ. χρησιμοποιώντας αφριστικά μέσα ή εξοπλισμό ένδειξης/έρευνας διαρροών ειδικό για τη συγκεκριμένη χρήση. Συστήματα, υποσυστήματα και λειτουργικά στοιχεία θεωρούνται τεχνικώς στεγανά, εάν ο ρυθμός διαρροής είναι < 0,00001 mbar*l*s-1. 2. Αίτηση για μειωμένο πακέτο δοκιμών Για ενδιάμεσα, ο γνωστοποιών μπορεί να αιτήσει από την αρμόδια αρχή τη χορήγηση άδειας εφαρμογής μειωμένου πακέτου δοκιμών (ΜΠΔ). Το ΜΠΔ αντιπροσωπεύει ένα ελάχιστο σύνολο δεδομένων κατάλληλο για τη διενέργεια μιας πρώτης προκαταρκτικής αξιολόγησης κινδύνων για οποιοδήποτε χημικό ενδιάμεσο που προορίζεται να διατεθεί στην αγορά. Σύμφωνα με το άρθρο 16 παραγραφος 1, με βάση τα αποτελέσματα της αξιολόγησης κινδύνων, μπορεί να απαιτηθεί οποιοδήποτε πρόσθετο αποτέλεσμα δοκιμών. 3. Όροι για την εφαρμογή μειωμένου πακέτου δοκιμών Ο γνωστοποιών πρέπει να αποδείξει, κατά τρόπο ικανοποιητικό για την αρμόδια αρχή στην οποία γνωστοποιείται η ουσία, ότι πληρούνται οι ακόλουθοι όροι: α) η ουσία παρασκευάζεται και αναλίσκεται ή χρησιμοποιείται αποκλειστικά για κάποια χημική διεργασία. Τα μονομερή αποκλείονται. Κατά τη διεργασία η ουσία μετατρέπεται σε χημικώς διαφορετικά μόρια, μη πολυμερή· β) η ύπαρξη της ουσίας περιορίζεται το πολύ σε δύο τόπους χρηστών. Για παράδειγμα, μπορεί να παρασκευάζεται από μια εταιρεία και κατόπιν να μεταφέρεται σε μία ή δύο άλλες για επεξεργασία. Να σημειωθεί ότι αν η ουσία προορίζεται να προωθηθεί σε περισσότερους από δύο τόπους χρηστών, δεν πληρούνται πλέον οι όροι για ΜΠΔ και ο φάκελος πρέπει να αναβαθμιστεί στο κατάλληλο επίπεδο· γ) η διάθεση στην επιχείρηση που χρησιμοποιεί το ενδιάμεσο για περαιτέρω επεξεργασία πρέπει να γίνεται απευθείας από τον γνωστοποιούντα και όχι μέσω ενδιάμεσου προμηθευτή· δ) η ουσία πρέπει να είναι αυστηρά περιορισμένη με τεχνικά μέσα καθ' όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής της. Σε αυτόν περιλαμβάνεται η παραγωγή, η μεταφορά, ο καθαρισμός της ουσίας, η καθαριότητα και συντήρηση, η δειγματοληψία, η ανάλυση, η φόρτωση και εκφόρτωση εξοπλισμού/δοχείων, η διάθεση/καθαρισμός αποβλήτων και η αποθήκευση. Γενικά, μια κατάλληλη διεργασία πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα λειτουργικά στοιχεία της εργοστασιακής εγκατάστασης όπως θυρίδες πλήρωσης, εξοπλισμό κένωσης, κ.λπ. είτε κλειστού τύπου κατασκευής με διασφαλισμένη στεγανότητα ή κλειστού τύπου κατασκευής με ολοκληρωμένο σύστημα εξαερισμού· ε) όπου υπάρχει πιθανότητα έκθεσης, πρέπει να χρησιμοποιούνται τεχνολογίες διαδικασιών και ελέγχου που να ελαχιστοποιούν τις εκπομπές και την προκύπτουσα έκθεση· στ) σε περίπτωση εργασιών καθαριότητας και συντήρησης, πριν ανοιχθεί ή πραγματοποιηθεί είσοδος στο σύστημα, πρέπει να εφαρμόζονται ειδικές διαδικασίες όπως καθαρισμός και πλύσιμο· ζ) οι εργασίες μεταφοράς πρέπει να γίνονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας 94/55/ΕΚ του Συμβουλίου, ως έχει τροποποιηθεί κατά καιρούς· η) σε περίπτωση ατυχήματος και όπου δημιουργούνται απόβλητα μετά από διαδικασίες καθαρισμού ή καθαριότητας και συντήρησης, μπορεί να επέλθει έκθεση του περιβάλλοντος. Και στις δύο περιπτώσεις, χρησιμοποιούνται τεχνολογίες διαδικασιών ή/και ελέγχου που ελαχιστοποιούν τις εκπομπές και την προκύπτουσα έκθεση· θ) πρέπει να υπάρχει σύστημα διαχείρισης που να προσδιορίζει τους ρόλους των ατόμων στην όλη οργάνωση· ι) η συσκευασία της ουσίας πρέπει να επισημαίνεται σύμφωνα με το παράρτημα VI της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ και, επιπλέον, με την ακόλουθη φράση: "Προσοχή - Ουσία που δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί πλήρως"· ια) ο γνωστοποιών πρέπει να εφαρμόζει σύστημα διαχείρισης προϊόντος και πρέπει να παρακολουθεί τους χρήστες (δύο κατ' ανώτατο όριο) για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τους ανωτέρω αναφερθέντες όρους. 4. Τεχνικός φάκελος που πρέπει να υποβάλλεται για μειωμένο πακέτο δοκιμών Γνωστοποιών που αιτείται ΜΠΔ για μια ουσία πρέπει να υποβάλλει τον ακόλουθο τεχνικό φάκελο στην αρμόδια αρχή για όλους τους τόπους παραγωγής και χρήσης: α) δήλωση ότι ο γνωστοποιών και καθένας από τους χρήστες αποδέχεται τους όρους που παρατίθενται στο σημείο 3 ανωτέρω· β) περιγραφή των τεχνικών μέτρων με τα οποία επιτυγχάνεται ο αυστηρός περιορισμός της ουσίας(1), συμπεριλαμβανομένων και των διαδικασιών φόρτωσης, δειγματοληψίας, μεταφοράς και καθαριότητας. Δεν είναι αναγκαίο να παρέχονται λεπτομέρειες για την ακεραιότητα κάθε στεγανοποίησης ή την αποτελεσματικότητα του ολοκληρωμένου συστήματος εξαερισμού. Ωστόσο, άσχετα με τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τον αυστηρό περιορισμό της διεργασίας είναι σημαντικό να υπάρχουν, εφόσον χρειάζεται, διαθέσιμες πληροφορίες με τις οποίες να μπορεί να επαληθευθεί ότι οι βεβαιώσεις σε σχέση με τους ελέγχους είναι αληθείς· γ) εάν τα κριτήρια για την αξιολόγηση των κλειστών συστημάτων κατά το χειρισμό χημικών ουσιών που αναφέρονται στο σημείο 5 παρακάτω δεν πληρούνται, ο γνωστοποιών πρέπει να υποβάλλει δεδομένα έκθεσης στην ουσία με βάση αντιπροσωπευτικά στοιχεία παρακολούθησης και/ή αξιόπιστους υπολογισμούς βάσει μοντέλου ώστε να μπορεί η αρμόδια αρχή να λάβει απόφαση για την αποδοχή ή μη της αιτήσεως ΜΠΔ· δ) λεπτομερής περιγραφή των διαδικασιών σε όλους τους τόπους που εμπλέκονται στην παραγωγή και χρήση. Ιδιαίτερα, πρέπει να δηλώνεται αν τα απόβλητα της παραγωγής ή/και επεξεργασίας απορρίπτονται στην αποχέτευση, αν αποτεφρώνονται τα υγρά ή στερεά απόβλητα και πώς πραγματοποιείται ο καθαρισμός και η συντήρηση του συνόλου του εξοπλισμού· ε) λεπτομερής αξιολόγηση των πιθανών εκπομπών και της πιθανής έκθεσης του ανθρώπου και του περιβάλλοντος κατά τη διάρκεια του όλου κύκλου ζωής, συμπεριλαμβανομένων και λεπτομερειών των διαφόρων χημικών αντιδράσεων που περιλαμβάνονται στη διεργασία και των τρόπων με τους οποίους αντιμετωπίζονται τα κατάλοιπα. Όπου οι εκπομπές μπορεί να οδηγήσουν σε έκθεση, τα μέσα ελέγχου των εκπομπών πρέπει να περιγράφονται με επαρκείς λεπτομέρειες που να παρέχουν τη δυνατότητα στην αρμόδια αρχή να λάβει απόφαση αν θα αποδεχθεί τη δήλωση ή θα υπολογίσει κάποιο ρυθμό εκπομπών σύμφωνα με το κείμενο τεχνικών οδηγιών της ΕΕ· στ) αλλαγές που μπορεί να επηρεάσουν το βαθμό έκθεσης του ανθρώπου ή του περιβάλλοντος πρέπει να γνωστοποιούνται εκ των προτέρων, π.χ. οποιαδήποτε αλλαγή στα λειτουργικά στοιχεία της εργοστασιακής εγκατάστασης, νέοι χρήστες ή τοποθεσία· ζ) Οι πληροφορίες που απαιτούνται για το ΜΠΔ είναι οι ακόλουθες: Παράρτημα VII. B συν τις ακόλουθες δοκιμές από αυτό το παράρτημα: - τάση ατμών (3.4) - εκρηκτικές ιδιότητες (3.11), - θερμοκρασία αυτανάφλεξης (3.12), - οξειδωτικές ιδιότητες (3.13), - κοκκομετρική σύσταση (3.15), - οξεία τοξικότητα σε daphnia (5.1.2). Ο γνωστοποιών πρέπει επίσης να περιλαμβάνει και άλλες σχετικές πληροφορίες ώστε να μπορεί η αρμόδια αρχή να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση και να μπορούν να γίνουν οι ενδεδειγμένοι έλεγχοι από το χρήστη στον τόπο επεξεργασίας του ενδιαμέσου. Για παράδειγμα, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμες συμπληρωματικές φυσικοχημικές ή/και τοξικολογικές πληροφορίες ή/και ή πληροφορίες για την περιβαλλοντική συμπεριφορά, πρέπει να υποβάλλονται και αυτά τα στοιχεία. Επιπλέον, ο γνωστοποιών πρέπει να ανασκοπεί τα διαθέσιμα στοιχεία τοξικότητας και οικοτοξικότητας για ουσίες που έχουν συγγενική συντακτική δομή με την κοινοποιούμενη ουσία. Εάν υπάρχουν διαθέσιμα σχετικά δεδομένα, ειδικά για χρόνια τοξικότητα, τοξικότητα στην αναπαραγωγή και καρκινογενετικότητα, τότε πρέπει να παρέχεται μια σύνοψη αυτών των στοιχείων· η) ταυτότητα του γνωστοποιούντος, του παραγωγού και του ή των χρηστών. 5. Κριτήρια για την αξιολόγηση κλειστών συστημάτων κατά το χειρισμό χημικών ουσιών 5.1. Χρήση Για την αξιολόγηση της εργοστασιακής εγκατάστασης χρησιμοποιείται δείκτης αξιολόγησης. Με το δείκτη αξιολόγησης ταξινομείται ο χειρισμός της ουσίας και τα επίπεδα πιθανότητας έκθεσης που σχετίζεται με τη διεργασία. Ο γνωστοποιών εξετάζει το εργοστάσιο ή την εργοστασιακή μονάδα για να προσδιορίσει το δείκτη αξιολόγησης. Κάθε επιμέρους λειτουργικό στοιχείο πρέπει να αξιολογείται. Τα συστήματα θεωρούνται ως κλειστά εάν η αξιολόγηση όλων των διαθέσιμων λειτουργικών στοιχείων αντιστοιχεί σε δείκτη αξιολόγησης 0,5 και εάν περιλαμβάνονται μόνο λειτουργικά στοιχεία κλειστού τύπου με επιβεβαιωμένη στεγανότητα ή/και εξοπλισμένα με ολοκληρωμένο σύστημα εξαερισμού. Επιπλέον, πρέπει να αποκλείεται η απευθείας επαφή με το δέρμα. Στη συλλογή παραδειγμάτων, τέτοια λειτουργικά στοιχεία χαρακτηρίζονται με δείκτη αξιολόγησης 0,5 με έντονα στοιχεία. Λειτουργικά στοιχεία μερικώς ανοικτού τύπου με υψηλής αποτελεσματικότητας εξαερισμό (τα οποία χαρακτηρίζονται επίσης με δείκτη αξιολόγησης 0,5 αλλά με κανονικά στοιχεία) δεν θεωρούνται ως κλειστά σύμφωνα με τον κανόνα αυτό. Στην περίπτωση λειτουργικών στοιχείων με δείκτη αξιολόγησης 1, δεν διασφαλίζεται πάντοτε η ασφαλής τήρηση της οριακής τιμής σε μόνιμη βάση. Τέτοια λειτουργικά στοιχεία είναι: 1 - κλειστού τύπου χωρίς διασφαλισμένη στεγανότητα 1 - μερικώς ανοικτού τύπου με αποτελεσματικό εξαερισμό. Στην περίπτωση λειτουργικών στοιχείων με δείκτες αξιολόγησης 2 και 4, δεν διασφαλίζεται πάντοτε η τήρηση των οριακών τιμών. Τέτοια λειτουργικά στοιχεία είναι 2 - μερικώς ανοικτού τύπου με άνοιγμα κατά τα απαιτούμενα για σύστημα απλού εξαερισμού 2 - ανοικτά με σύστημα απλού εξαερισμού 4 - ανοικτού τύπου ή μερικώς ανοικτού τύπου 4 - φυσικός εξαερισμός. Ο κατάλογος των παραδειγμάτων στον πίνακα 1 διευκολύνει την ταξινόμηση των λειτουργικών στοιχείων. Λειτουργικά στοιχεία τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα παραδείγματα μπορούν να ταξινομούνται βάσει συμπερασμάτων που εξάγονται κατ' αναλογία. Το εργοστάσιο ή η εργοστασιακή μονάδα ταξινομείται τότε με βάση το δείκτη του λειτουργικού στοιχείου που έλαβε τον υψηλότερο δείκτη αξιολόγησης. 5.2. Έλεγχος επιβεβαίωσης Η χρήση αυτού του κριτηρίου απαιτεί την τήρηση των παραμέτρων της διεργασίας που έχουν θεσπιστεί, καθώς και την εφαρμογή των ελέγχων που αναφέρονται στη συλλογή των παραδειγμάτων (π.χ. επιθεώρηση και συντήρηση). 6. Εφαρμογή μειωμένου πακέτου δοκιμών Εάν η αρμόδια αρχή δεχθεί την αίτηση του γνωστοποιούντος για ΜΠΔ, τότε, για τον τεχνικό φάκελο που αναφέρεται στο άρθρο 7, απαιτούνται οι πληροφορίες από τις δοκιμές ή/και μελέτες που εκτίθενται στο σημείο 7.4 ανωτέρω. Να σημειωθεί ότι για ποσότητες κάτω του 1 τόνου/έτος εφαρμόζονται οι συνήθεις απαιτήσεις δοκιμής του παραρτήματος VIIB/VIIΓ. ΠΙΝΑΚΑΣ 1 Συλλογή παραδειγμάτων >ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ> (1) Ο τύπος κατασκευής και οι τεχνικές προδιαγραφές (π.χ. στεγανότητα) του κλειστού λειτουργικού στοιχείου προσδιορίζει την αποτελεσματικότητα του περιορισμού της ουσίας. Για να μπορεί η αρμόδια αρχή να λάβει απόφαση ως προς το εάν επιτυγχάνεται ή μη αυστηρός περιορισμός, είναι σημαντικό ο γνωστοποιών να αναφέρει λεπτομέρειες γι' αυτές τις πτυχές. Τα τεχνικά μέτρα πρέπει κανονικά να πληρούν τους όρους των "Κριτηρίων αξιολόγησης κλειστών συστημάτων κατά το χειρισμό χημικών ουσιών", οι οποίοι περιλαμβάνονται στο σημείο 7.5 και στον πίνακα 1 του παρόντος παραρτήματος. Τούτο πρέπει να δηλώνεται από τον γνωστοποιούντα, δεν είναι, ωστόσο, αναγκαίο να γίνεται αναφορά σε όλους τους τύπους κλειστών λειτουργικών στοιχείων στην περιγραφή των τεχνικών μέτρων. Οποιαδήποτε απόκλιση από τους όρους των κριτηρίων πρέπει να περιγράφεται πλήρως, με σχετική αιτιολόγηση. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 8Α Όπου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος VII.A σχετικά με τα ενδιάμεσα προϊόντα, η σχετική αρμόδια αρχή εγκρίνει την εφαρμογή μειωμένου πακέτου δοκιμών για μια χημική ουσία, οι απαιτήσεις αυτού του τμήματος περιορίζονται ως εξής. - όταν η ποσότητα της ουσίας που διατίθεται στην αγορά φθάνει τους 10 τόνους το χρόνο ανά κατασκευαστή ή όταν η συνολική ποσότητα της ουσίας που διατίθεται στην αγορά φθάνει τους 50 τόνους ανά κατασκευαστή· στην περίπτωση αυτή, η σχετική αρμόδια αρχή απαιτεί τη διενέργεια όλων των δοκιμών και μελετών που προβλέπονται στα σημεία 3 έως 6 του παραρτήματος VII.A (εκτός από τις ήδη διεξαχθείσες)· επιπλέον, η σχετική αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτήσει τις μελέτες και δοκιμές του επιπέδου 1 που σχετίζονται με υδρόβιους οργανισμούς, - όταν η ποσότητα της ουσίας που διατίθεται στην αγορά φθάνει τους 100 τόνους το χρόνο ανά κατασκευαστή ή όταν η συνολική ποσότητα της ουσίας που διατίθεται στην αγορά φθάνει τους 500 τόνους ανά κατασκευαστή· στην περίπτωση αυτή, η σχετική αρμόδια αρχή απαιτεί τις δοκιμές ή τις μελέτες του επιπέδου 1 που σχετίζονται με την τοξικότητα στην αναπαραγωγή. Η σχετική αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίσει ότι η ταξινόμηση της ουσίας ως ενδιάμεσο προϊόν που ικανοποεί τις απαιτήσεις για μειωμένο πακέτο δοκιμών συνιστά ένα καλό λόγο ως προς το γιατί μια ή περισσότερες δοκιμές ή μελέτες, εκτός από εκείνες που αναφέρονται στην τοξικότητα στην αναπαραγωγή, δεν είναι πρόσφορες. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 8Β Όταν η ποσότητα της ουσίας που διατίθεται στην αγορά φτάνει τους 1000 τόνους ανά έτος ανά κατασκευαστή ή όταν η συνολική ποσότητα της ουσίας που διατίθεται στην αγορά φθάνει τους 5000 τόνους ανά κατασκευαστή, οι πρόσθετες μελέτες του επιπέδου 1 ή 2 κανονικά δεν θα απαιτηθούν. Η σχετική αρμόδια αρχή πάντως θα μπορούσε να εξετάσει επιπλέον μελέτες και μπορεί να απαιτήσει επιπλέον μελέτες συμπεριλαμβανομένων των μελετών που καθορίζονται στα επίπεδα 1 και 2 του παρόντος παραρτήματος.