<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><CONCLUSION NNC="YES" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-05.00-20081231.xd"><BIB.CONCLUSION><REF.CASE FILE="ECRCJ2000ELA.0400229701.case.xml"><NO.CASE>C-465/98</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>61998C0465</NO.CELEX><NO.SEQ>0003.0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST.ECR>2299</PAGE.FIRST.ECR><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST.ECR>2320</PAGE.LAST.ECR><PAGE.TOTAL>22</PAGE.TOTAL></BIB.CONCLUSION><CURR.TITLE><LEFT>ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ LÉGER — ΥΠΟΘΕΣΗ C-465/98</LEFT><RIGHT>DARBO</RIGHT></CURR.TITLE><CONTENTS.CONCLUSION><TITLE><TI><P><HT TYPE="UC">Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα</HT></P><P><HT TYPE="UC">Philippe Léger</HT></P><P>της <DATE ISO="20000120">20ής Ιανουαρίου 2000</DATE><NOTE NOTE.ID="E0001" NUMBERING="STAR"><P>Langue originale: le français.</P></NOTE></P></TI></TITLE><NP><NO.P>1.</NO.P><TXT>Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την οδηγία 79/112/ΕΟΚ, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμιση τους<NOTE NOTE.ID="E0002" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Οδηγία του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19781218">18ης Δεκεμβρίου 1978</DATE> (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33), όπως έχει τροποποιηθεί τελευταία με την οδηγία 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της <DATE ISO="19990308">8ης Μαρτίου 1999</DATE>, η οποία διέπει τις παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του άρθρου 7 της οδηγίας 79/112 (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="069" DATE.PUB="1999" PAGE.FIRST="22">ΕΕ L 69, σ. 22</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE> (στο εξής: οδηγία 79/112).</TXT><P>Το Oberlandesgericht Köln (Γερμανία) ερωτά αν η χρησιμοποίηση της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0001" REF.END="QE0001" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0001" REF.START="QS0001" CODE="00BB"/> για τον χαρακτηρισμό μαρμελάδας που περιέχει πηκτίνη, καθώς και ίχνη μολύβδου, καδμίου, και ζιζανιοκτόνων μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του τροφίμου.</P></NP><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>Ι —</NO.P><TXT>Το νομικό πλαίσιο</TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Η οδηγία 79/112<NOTE NOTE.ID="E0003" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Η δικογραφία του Δικαστηρίου δεν περιέχει καμία ένδειξη ως προς το χρονικό διαστημα κατά το οποίο συνέβησαν τα γεγονότα της κύριας δίκης. Επομένως, προκειμένου να καθοριστεί το κείμενο της οδηγίας που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, αναφέρθηκα στην ημερομηνία δημοσιεύσεως της διατάξεως περί παραπομπής. δηλαδή στις <DATE ISO="19981202">2 Δεκεμβρίου 1998</DATE>. Κατά την ημερομηνία αυτή. η οδηγία 79/112 ίσχυε όπως είχε τελευταία τροποποιηθεί με την οδηγία 97/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19970127">27ης Ιανουαρίου 1997</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="043" DATE.PUB="1997" PAGE.FIRST="21">EE L 43, σ. 21</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE></P></TI></TITLE><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Η οδηγία 79/112 θέτει τους γενικούς κανόνες που αφορούν την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή.</TXT></NP><NP><NO.P>3.</NO.P><TXT>Το άρθρο 2, παράγραφος 1, αυτής ορίζει τα εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0002" REF.END="QE0002" CODE="00AB"/>Η επισήμανση και οι τρόποι σύμφωνα με τους οποίους πραγματοποιείται δεν πρέπει:</P><LIST TYPE="alpha"><ITEM><NP><NO.P>α)</NO.P><TXT>να είναι φύσεως τέτοιας ώστε να οδηγεί σε πλάνη τον αγοραστή, ιδίως:</TXT><P><LIST TYPE="roman"><ITEM><NP><NO.P>i)</NO.P><TXT>ως προς τα χαρακτηριστικά των τροφίμων και ιδίως τη φύση, την ταυτότητα,<?PAGE NO="I-2300"?> τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη διατηρησιμότητα, την καταγωγή ή προέλευση, τον τρόπο παρασκευής ή λήψεως,</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>ii)</NO.P><TXT>με την απόδοση στο τρόφιμο αποτελεσμάτων ή ιδιοτήτων που δεν έχει,·</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>iii)</NO.P><TXT>με τον υπαινιγμό ότι το τρόφιμο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενώ στην πραγματικότητα όλα τα παρόμοια τρόφιμα έχουν αυτά τα ίδια χαρακτηριστικά</TXT></NP></ITEM></LIST></P></NP></ITEM></LIST><P>(...)<QUOT.END ID="QE0002" REF.START="QS0002" CODE="00BB"/>.</P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>4.</NO.P><TXT>Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/112:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0003" REF.END="QE0003" CODE="00AB"/>Η επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 14, τις ακόλουθες μόνον υποχρεωτικές ενδείξεις:</P><LIST TYPE="ARAB"><ITEM><NP><NO.P>1)</NO.P><TXT>την ονομασία πωλήσεως·</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>2)</NO.P><TXT>τον κατάλογο των συστατικών</TXT></NP></ITEM></LIST><P>(...)<QUOT.END ID="QE0003" REF.START="QS0003" CODE="00BB"/>.</P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>5.</NO.P><TXT>Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 5, στοιχείο α', της οδηγίας 79/112:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0004" REF.END="QE0004" CODE="00AB"/>Ο κατάλογος των συστατικών συνίσταται στην παράθεση όλων των συστατικών του τροφίμου, κατά σειρά ελαττούμενης περιεκτικότητος ως προς το βάρος κατά τη στιγμή της χρησιμοποιήσεως τους στην παρασκευή του τροφίμου. Του καταλόγου προηγείται η κατάλληλη ένδειξη που περιλαμβάνει τη λέξη <QUOT.START ID="QS0005" REF.END="QE0005" CODE="201C"/>συστατικά<QUOT.END ID="QE0005" REF.START="QS0005" CODE="201D"/><QUOT.END ID="QE0004" REF.START="QS0004" CODE="00BB"/>.</P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>6.</NO.P><TXT>Το άρθρο 15 της οδηγίας 79/112 ορίζει τα εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><NP><NO.P><QUOT.START ID="QS0006" REF.END="QE0006" CODE="00AB"/>1.</NO.P><TXT>Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να απαγορεύσουν το εμπόριο τροφίμων τα οποία ανταποκρίνονται προς τους κανόνες που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, με την εφαρμογή μη εναρμονισμένων εθνικών διατάξεων που ρυθμίζουν την επισήμανση και παρουσίαση ορισμένων τροφίμων ή των τροφίμων γενικά.</TXT></NP><?PAGE NO="I-2301"?><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Η παράγραφος 1 δεν θα εφαρμόζεται στις εθνικές διατάξεις που δεν εναρμονίστηκαν από λόγους:</TXT><P>(...)</P><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>καταστολής της απάτης, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των ορισμών και κανόνων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία,</P></ITEM></LIST></P></NP><P>(...)<QUOT.END ID="QE0006" REF.START="QS0006" CODE="00BB"/>.</P></QUOT.S></P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Η γερμανική νομοθεσία</P></TI></TITLE><NP><NO.P>7.</NO.P><TXT>Το άρθρο 17 του Lebensmittel- und Bedarfsgegenständegesetz (γερμανικού νόμου περί τροφίμων και προϊόντων ευρείας καταναλώσεως, στο εξής: LMBG) περιλαμβάνει διατάξεις που αποσκοπούν στην προστασία του καταναλωτή από τους κινδύνους παραπλανήσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>8.</NO.P><TXT>Το άρθρο 17, παράγραφος 1, σημείο 4, της νομοθεσίας αυτής απαγορεύει:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0007" REF.END="QE0007" CODE="00AB"/>κατά την εμπορία τροφίμων τα οποία περιέχουν πρόσθετα ή κατάλοιπα επιτρεπομένων ουσιών κατά την έννοια των άρθρων 14 και 15 (...) να χρησιμοποιούν ενδείξεις ή άλλα ενδεικτικά σημεία που να υποδηλώνουν ότι είναι φυσικά, αγνά και φυσικά (naturrein) ή απαλλαγμένα καταλοίπων και μολυσματικών<QUOT.END ID="QE0007" REF.START="QS0007" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0004" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Το άρθρο 14 του LMBG απαγορεύει την εμπορία φυτοϋγειονομικών προϊόντων, λιπασμάτων και παρασιτοκτόνων που δεν έχουν εγκριθεί. Το άρθρο 15 του LMBG απαγορεύει την εμπορία ζωοτροφών που περιέχουν ουσίες με φαρμακολογικά αποτελέσματα (οημείο 11 των παρατηρήσεων της εναγομένης της κυρίας δίκης).</P></NOTE>.</P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>9.</NO.P><TXT>Το άρθρο 17, παράγραφος 1, σημείο 5, του LMBG απαγορεύει επίσης την <QUOT.START ID="QS0008" REF.END="QE0008" CODE="00AB"/>πώληση τροφίμων με ονομασίες, ενδείξεις ή παρουσιάσεις δυνάμενες να παραπλανήσουν (...)<QUOT.END ID="QE0008" REF.START="QS0008" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>10.</NO.P><TXT>Εξάλλου, το άρθρο 47 a, παράγραφος 1, του LMBG ορίζει τα εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0009" REF.END="QE0009" CODE="00AB"/>τα κατά την έννοια του παρόντος νόμου προϊόντα, τα οποία νομίμως παρασκευάζονται<?PAGE NO="I-2302"?> και κυκλοφορούν στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας (...), μπορούν να εισαχθούν και να κυκλοφορήσουν στο εμπόριο στην ημεδαπή έστω και αν δεν ανταποκρίνονται στις ισχύουσες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διατάξεις περί τροφίμων. Το πρώτο εδάφιο δεν έχει εφαρμογή επί προϊόντων τα οποία</P><NP><NO.P>1.</NO.P><TXT>δεν είναι σύμφωνα προς τις απαγορεύσεις των άρθρων 8, 24 ή 30 ή</TXT></NP><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>δεν είναι σύμφωνα προς άλλες νομικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί προς προστασία της υγείας, εφόσον δεν έχουν χαρακτηριστεί ως εμπορεύσιμα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (...) διά δημοσιεύσεως στο Bundesanzeiger αποφάσεως γενικής ισχύος του Ομοσπονδιακού Υπουργού<QUOT.END ID="QE0009" REF.START="QS0009" CODE="00BB"/>.</TXT></NP></QUOT.S></P></NP></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>II —</NO.P><TXT>Τα περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>11.</NO.P><TXT>Η εταιρία Adolf Darbo AG (στο εξής: Darbo) έχει την έδρα της στην Αυστρία. Εμπορεύεται σ' αυτό το κράτος καθώς και στην Γερμανία μαρμελάδα φράουλας με το σήμα <QUOT.START ID="QS0010" REF.END="QE0010" CODE="00AB"/>d'arbo naturrein<QUOT.END ID="QE0010" REF.START="QS0010" CODE="00BB"/> και με την ειδικότερη ένδειξη <QUOT.START ID="QS0011" REF.END="QE0011" CODE="00AB"/>Garten Erdbeer<QUOT.END ID="QE0011" REF.START="QS0011" CODE="00BB"/> (φράουλα κήπου).</TXT></NP><NP><NO.P>12.</NO.P><TXT>Η επισήμανση που υπάρχει στη συσκευασία της μαρμελάδας περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0012" REF.END="QE0012" CODE="00AB"/>Η οικογένεια Darbo άρχισε να παράγει μαρμελάδες το 1879. Μέχρι σήμερα εξακολουθούν να παρασκευάζονται μαρμελάδες d'arbo σύμφωνα με παραδοσιακή συνταγή του Τυρόλου. Θερμαίνονται και ανακατεύονται με προσοχή. Έτσι δεν καταστρέφονται οι πολύτιμες βιταμίνες και διατηρείται το φυσικό άρωμα του καρπού.</P><P>Darbo AG, 6135 Stans, Τυρόλο — Αυστρία</P><P>ΦΡΑΟΥΛΑ ΚΗΠΟΥ</P><P>Εξαιρετική μαρμελάδα</P><P>Περιέχει τουλάχιστον 50 g καρπού στα 100 g. Συνολική περιεκτικότητα σε ζάχαρη 60 g στα 100 g. Μετά το άνοιγμα να φυλάγεται στα ψυγεία. Συστατικά: φράουλες, ζάχαρη, συμπυκνωμένος χυμός λεμονιού, πηκτίνη.</P><P>450</P><P>g <QUOT.END ID="QE0012" REF.START="QS0012" CODE="00BB"/></P></QUOT.S></P></NP><?PAGE NO="I-2303"?><NP><NO.P>13.</NO.P><TXT>Η μαρμελάδα φράουλας που παρασκευάζει η Darbo περιέχει πηκτίνη. Από τη διάταξη περί παραπομπής<NOTE NOTE.ID="E0005" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Σ. 4 της ελληνικής μεταφράσεως.</P></NOTE> προκύπτει ότι η εν λόγω πηκτική ουσία αποτελείται από <QUOT.START ID="QS0013" REF.END="QE0013" CODE="00AB"/>αραιωμένα οξέα προερχόμενα κυρίως από το εσωτερικό τμήμα του φλοιού των κίτρων, από υπολείμματα φρούτων ή τεμαχίων ζαχαρότευτλων.<QUOT.END ID="QE0013" REF.START="QS0013" CODE="00BB"/></TXT></NP><NP><NO.P>14.</NO.P><TXT>Επιπλέον, η επίδικη μαρμελάδα περιέχει ίχνη των ακολούθων υπολειμμάτων: &lt; 0,01 mg/kg, μόλυβδο, 0,008 mg/kg κάδμιο, 0,016 mg/kg προσυμιδόνη (ζιζανιοκτόνο) και 0,005 mg/kg βινκλοζολίνη (ζιζανιοκτόνο).</TXT></NP><NP><NO.P>15.</NO.P><TXT>Στην Αυστρία η αναγραφή της μνείας <QUOT.START ID="QS0014" REF.END="QE0014" CODE="00AB"/>naturrein<QUOT.END ID="QE0014" REF.START="QS0014" CODE="00BB"/> στη συσκευασία της μαρμελάδας ďarbo επιτρέπεται από τον Österreichisches Lebensmittelbuch (αυστριακό κώδικα περί τροφίμων). Συγκεκριμένα, η νομοθεσία αυτή προβλέπει τα εξής<NOTE NOTE.ID="E0006" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Το Österreichisches Lebensmittelbuch (oto εξής: ÖMLB), 3η έκδοση, κεφάλαιο Β 5 <QUOT.START ID="QS0015" REF.END="QE0015" CODE="00AB"/>μαρμελάδα και άλλα προϊόντα uè βάση τα φρούτα<QUOT.END ID="QE0015" REF.START="QS0015" CODE="00BB"/> καθορίζει τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η εμπορία <QUOT.START ID="QS0016" REF.END="QE0016" CODE="00AB"/>εξαιρετικής μαρμελάδας<QUOT.END ID="QE0016" REF.START="QS0016" CODE="00BB"/> με την ένδοξη <QUOT.START ID="QS0017" REF.END="QE0017" CODE="00AB"/>naturrein<QUOT.END ID="QE0017" REF.START="QS0017" CODE="00BB"/>. Η παρατεθεισα διάταξη είναι το άρθρο 24 του ÖMLB (σημείο 2 των παρατηρήσεων της Αυστριακής Κυβερνήσεως και σημείο 13 των παρατηρήσεων της Darbo).</P></NOTE>:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0018" REF.END="QE0018" CODE="00AB"/>Όταν παρασκευάζονται χωρίς σιρόπι γλυκόζης και με αποκλειστική χρήση, αντί τροφικών οξέων και των αλάτων τους, χυμού λεμονιού νωπού ή φυσικά συντηρημένου (συμπυκνωμένου χυμού λεμονιού), οι εξαιρετικές μαρμελάδες και οι ελαφρές μαρμελάδες (light) μπορούν να φέρουν την ένδειξη <QUOT.START ID="QS0019" REF.END="QE0019" CODE="201C"/>naturrein<QUOT.END ID="QE0019" REF.START="QS0019" CODE="201D"/>. Ανεξαρτήτως του μεγέθους της συσκευασίας τους, τα προϊόντα αυτά δεν συντηρούνται χημικώς<QUOT.END ID="QE0018" REF.START="QS0018" CODE="00BB"/>.</P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>16.</NO.P><TXT>Στη Γερμανία, η Verein gegen Unwesen in Handel und Gewerbe Köln eV (ένωση κατά των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών στο εμπόριο και τη βιομηχανία, στο εξής: Verein) άσκησε αγωγή κατά της Darbo ζητώντας να παύσει η χρήση της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0020" REF.END="QE0020" CODE="00AB"/>naturrein<QUOT.END ID="QE0020" REF.START="QS0020" CODE="00BB"/>. Η Verein θεωρεί ότι η ένδειξη αυτή αντιβαίνει προς τις διατάξεις του άρθρου 17, παράγραφος 1, σημεία 4 και 5, του LMBG για τρεις λόγους.</TXT><P>Πρώτον, η πηκτίνη αποτελεί πρόσθετη ουσία την οποία ο καταναλωτής δεν θα ανέμενε να περιέχεται στην επίδικη μαρμελάδα λόγω της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0021" REF.END="QE0021" CODE="00AB"/>naturrein<QUOT.END ID="QE0021" REF.START="QS0021" CODE="00BB"/>. Δεύτερον, η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0022" REF.END="QE0022" CODE="00AB"/>naturrein<QUOT.END ID="QE0022" REF.START="QS0022" CODE="00BB"/> μπορεί να παραπλανήσει τον καταναλωτή, διότι τόσο ο αέρας όσο και το έδαφος, από το οποίο προέρχονται οι καρποί που αποτελούν τη μαρμελάδα έχουν υποστεί μόλυνση. Τέλος, λόγω της παρουσίας υπολειμμάτων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων, το επίδικο προϊόν δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως <QUOT.START ID="QS0023" REF.END="QE0023" CODE="00AB"/>naturrein<QUOT.END ID="QE0023" REF.START="QS0023" CODE="00BB"/>.</P></NP><NP><NO.P>17.</NO.P><TXT>Η Darbo αμφισβήτησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου τον παραπλανητικό χαρακτήρα της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0024" REF.END="QE0024" CODE="00AB"/>naturrein<QUOT.END ID="QE0024" REF.START="QS0024" CODE="00BB"/>.</TXT><P>Υποστηρίζει ότι ο καταναλωτής, λόγω της μολύνσεως του εδάφους και του αέρα, αναμένει την παρουσία τοξικών ουσιών στα τρόφιμα. Εξάλλου, ο καταναλωτής γνωρίζει ότι είναι αδύνατον να παρασκευαστεί μαρμελάδα χωρίς πηκτική ουσία, η δε πηκτίνη<?PAGE NO="I-2304"?> είναι μια ευρέως γνωστή πηκτική ουσία εν προκειμένω. Επιπλέον, η Darbo θεωρεί ότι θα πρέπει να μπορεί να εμπορεύεται τη μαρμελάδα της στη Γερμανία σύμφωνα με το άρθρο 47 a, παράγραφος 1, του LMBG, καθώς και βάσει των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρων 28 και 30 ΕΚ), δεδομένου ότι το προϊόν της νομίμως παρασκευάζεται και κυκλοφορεί στο εμπόριο εντός της Αυστρίας με το σήμα <QUOT.START ID="QS0025" REF.END="QE0025" CODE="00AB"/>d'arbo naturrein<QUOT.END ID="QE0025" REF.START="QS0025" CODE="00BB"/>.</P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>ΙII —</NO.P><TXT>Το προδικαστικό ερώτημα</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>18.</NO.P><TXT>Έχοντας αμφιβολίες ως προς το περιεχόμενο του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο i, της οδηγίας 79/112, το Oberlandesgericht Köln αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0026" REF.END="QE0026" CODE="00AB"/>Αντιβαίνει στην προαναφερθείσα διάταξη της οδηγίας περί επισημάνσεως η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0027" REF.END="QE0027" CODE="201C"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0027" REF.START="QS0027" CODE="201D"/>, όταν αναφέρεται σε μαρμελάδα παραγόμενη σε κράτος μέλος (Αυστρία), διατιθέμενη στο εμπόριο τόσο εντός του κράτους αυτού όσο και εντός άλλου κράτους μέλους (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) και περιέχουσα την πηκτική ουσία πηκτίνη, καθώς και &lt; 0,01 mg/kg μόλυβδο (AAS), 0,008 mg/kg κάδμιο (AAS), καθώς και ζιζανιοκτόνα και συγκεκριμένα 0,016 mg/kg προσυμιδόνη και 0,005 mg/kg βινκλοζολίνη;<QUOT.END ID="QE0026" REF.START="QS0026" CODE="00BB"/>.</P></QUOT.S></P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>ΙV —</NO.P><TXT>Προκαταρκτικές παρατηρήσεις</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>19.</NO.P><TXT>Με τις γραπτές της παρατηρήσεις<NOTE NOTE.ID="E0007" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Σημείο 9.</P></NOTE>, η Darbo προέβαλε ότι το ερώτημα που υπέβαλε το Oberlandesgericht Köln είναι ανακριβές. Υποστηρίζει ότι η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, προτείνει στο Δικαστήριο να αναδιατυπώσει το προδικαστικό ερώτημα προκειμένου να καθοριστεί αν η απαγόρευση εμπορίας της επίδικης μαρμελάδας στη Γερμανία με το σήμα <QUOT.START ID="QS0028" REF.END="QE0028" CODE="00AB"/>d'arbo naturrein<QUOT.END ID="QE0028" REF.START="QS0028" CODE="00BB"/> — απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, σημεία 4 και 5, του LMBG — συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος που μπορεί να δικαιολογείται από επιτακτικές ανάγκες που ανάγονται στην προστασία των καταναλωτών.</TXT></NP><NP><NO.P>20.</NO.P><TXT>Επί του σημείου αυτού, θα διατυπώσω τρεις παρατηρήσεις.</TXT></NP><NP><NO.P>21.</NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Πρώτον,</HT> η πρόταση που διατυπώνει η Darbo νομίζω ότι δύσκολα συμβιβάζεται με τις διαπιστώσεις του αιτούντος δικαστηρίου.</TXT><P>Στη διάταξη του περί παραπομπής<NOTE NOTE.ID="E0008" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Σ. 7 της ελληνικής μεταφράσεως.</P></NOTE>, το Oberlandesgericht Köln διαπίστωσε ότι η<?PAGE NO="I-2305"?> χρησιμοποίηση της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0029" REF.END="QE0029" CODE="00AB"/>naturrein<QUOT.END ID="QE0029" REF.START="QS0029" CODE="00BB"/> απαγορεύεται πράγματι από το άρθρο 17, παράγραφος 1, σημείο 4, του LMBG. Πάντως, εξέθεσε ότι, παρά την επισημανθείσα απαγόρευση, η εμπορία της επίδικης μαρμελάδας πρέπει να επιτρέπεται στη Γερμανία δυνάμει του άρθρου 47 a, παράγραφος 1, του LMBG, εφόσον το προϊόν νομίμως παρασκευάζεται και διατίθεται στο εμπόριο εντός της Αυστρίας. Με την παρούσα προδικαστική παραπομπή, το Oberlandesgericht Köln επιδιώκει να επαληθευθεί η τήρηση αυτής της προϋποθέσεως: επιζητεί να βεβαιωθεί ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο i, της οδηγίας 79/112 δεν εμποδίζει τη νόμιμη παρασκευή και εμπορία με το σήμα <QUOT.START ID="QS0030" REF.END="QE0030" CODE="00AB"/>naturrein<QUOT.END ID="QE0030" REF.START="QS0030" CODE="00BB"/> της επίδικης μαρμελάδας εντός της Αυστρίας. Κατά συνέπεια, το αιτούν δικαστήριο δεν διερωτάται ως προς το συμβατό της γερμανικής νομοθεσίας με το άρθρο 30 της Συνθήκης.</P></NP><NP><NO.P>22.</NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Δεύτερον,</HT> υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται αποκλειστικά στον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει, ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως, τόσο το αναγκαίο μιας προδικαστικής αποφάσεως για να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο<NOTE NOTE.ID="E0009" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της <DATE ISO="19931027">27ης Οκτωβρίου 1993</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-127/92" YEAR="1993" PAGE.ECR="I-5535">C-127/92, Enderby (Συλλογή 1993, σ. Ι-5535, σκέψη 10)</REF.DOC.ECR>· της <DATE ISO="19940303">3ης Μαρτίου 1994</DATE>, συνεκδιχαοβείσες υπόθεσας <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-332/92+C-333/92+C-335/92" YEAR="1994" PAGE.ECR="I-711">C-332/92, C-333/92 και C-335/92, Eurico Italia κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-711, σκέψη 17)</REF.DOC.ECR> της <DATE ISO="19940707">7ης Ιουλίου 1994</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-146/93" YEAR="1994" PAGE.ECR="I-3229">C-146793, McLachlan (Συλλογή 1994, σ. Ι-3229, σκέψη 20)</REF.DOC.ECR>, και της <DATE ISO="19980716">16ης Ιουλίου 1998</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-264/96" YEAR="1998" PAGE.ECR="I-4695">C-264/96, ICI (Συλλογή 1998, σ. 14695, σκέψη 15)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>. Το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 234 ΕΚ) δεν επιτρέπει επομένως στο Δικαστήριο να κρίνει το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής<NOTE NOTE.ID="E0010" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποδόσεις της <DATE ISO="19681219">19ης Δεκεμβρίου 1968</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="13/68" YEAR="1968" PAGE.ECR="825">13/68, Salgou (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 825, συγκεκριμένα σ. 828)</REF.DOC.ECR>, και της <DATE ISO="19981126">26ης Νοεμβρίου 1998</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-7/97" YEAR="1998" PAGE.ECR="7791">C-7/97, Bronner (Συλλογή 1998, σ. Ι-7791, σκέψη 17)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>23.</NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Τρίτον,</HT> νομίζω ότι, εν πάση περιπτώσει, η προτεινόμενη από την Darbo αναδιατύπωση δεν θα είχε σχεδόν καμία επίπτωση στην απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα.</TXT><P>Πράγματι, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης, το Δικαστήριο εξετάζει παγίως αν ο σκοπός της προστασίας των καταναλωτών, που επιδιώκεται με την επίμαχη εθνική ρύθμιση, δεν μπορεί να επιτευχθεί μ' ένα λιγότερο περιοριστικό της ελευθερίας του εμπορίου μέτρο από την απαγόρευση της εμπορίας του οικείου τροφίμου<NOTE NOTE.ID="E0011" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ., παραδείγματος χάριν, τις αποβάσεις της <DATE ISO="19821110">10ης Νοεμβρίου 1982</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="261/81" YEAR="1982" PAGE.ECR="3961">261/81, Rau (Συλλογή 1982, σ. 3961, συγκεκριμένα σκέψη 17)</REF.DOC.ECR>, και της <DATE ISO="19870312">12ης Μαρτίου 1987</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="176/84" YEAR="1987" PAGE.ECR="1193">176/84, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1987, σ. 1193, συγκεκριμένα σκέψη 29)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>. Συναφώς, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι: <QUOT.START ID="QS0031" REF.END="QE0031" CODE="00AB"/>Αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ εθνική νομοθεσία η οποία απαγορεύει τη διάθεση στο εμπόριο τροφίμων τα οποία έχουν νομίμως παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους για λόγους που ανάγονται στην προστασία των καταναλωτών, εφόσον η προστασία αυτή διασφαλίζεται με <HT TYPE="ITALIC">επισήμανση σύμφωνη προς τις διατάξεις της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ</HT> (...)<QUOT.END ID="QE0031" REF.START="QS0031" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0012" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Απόφαση της <DATE ISO="19990209">9ης Φεβρουαρίου 1999</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-383/97" YEAR="1999" PAGE.ECR="I-731">C-383/97, Van der Laan (Συλλογή 1999. σ. Ι-731, σημείο 1 του διατακτικού, η υπογράμμιση δική μου)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>.</P><?PAGE NO="I-2306"?><P>Όμως, εν προκειμένω, το ερώτημα που υπέβαλε το Oberlandesgericht Köln έχει έναν παρόμοιο σκοπό: αφορά ακριβώς το αν η επισήμανση της επίδικης μαρμελάδας είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις της οδηγίας 79/112.</P></NP><NP><NO.P>24.</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, φρονώ ότι δεν χρειάζεται να αναδιατυπωθεί το προδικαστικό ερώτημα κατά την έννοια που προτείνει η Darbo.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>V —</NO.P><TXT>Η απάντηση οτο προδικαστικό ερώτημα</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>25.</NO.P><TXT>Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν η χρησιμοποίηση της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0032" REF.END="QE0032" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0032" REF.START="QS0032" CODE="00BB"/> για τον χαρακτηρισμό μιας μαρμελάδας φράουλας που περιέχει πηκτίνη καθώς και ίχνη καταλοίπων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων στις περιεκτικότητες που αναφέρονται στο προδικαστικό ερώτημα μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α, σημείο i, της οδηγίας 79/112.</TXT></NP><NP><NO.P>26.</NO.P><TXT>Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι πλειστάκις το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει το ζήτημα του ενδεχομένως παραπλανητικού χαρακτήρα μιας ονομασίας, ενός σήματος ή μιας ενδείξεως ενόψει των διατάξεων της Συνθήκης ή του παραγώγου δικαίου<NOTE NOTE.ID="E0013" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της <DATE ISO="19900307">7ης Μαρτίου 1990</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-362/88" YEAR="1990" PAGE.ECR="I-667">C-362/88, GB-Inno-ΒΜ (Συλλογή 1990, σ. Ι-667)</REF.DOC.ECR>· της <DATE ISO="19901213">13ης Δεκεμβρίου 1990</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-238/89" YEAR="1990" PAGE.ECR="I-4827">C-238/89, Pall (Συλλογή 1990, σ. Ι-4827)</REF.DOC.ECR>· της <DATE ISO="19930518">18ης Μαίου 1993</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-126/91" YEAR="1993" PAGE.ECR="I-2361">C-126/91, Yves Rocher (Συλλογή 1993, σ. Ι-2361)</REF.DOC.ECR>· της <DATE ISO="19940202">2ας Φεβρουαρίου 1994</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-315/92" YEAR="1994" PAGE.ECR="I-317">C-315/92, Verband Sozialer Wettbewerb, την αποκαλούμενη <QUOT.START ID="QS0033" REF.END="QE0033" CODE="00AB"/>Clinique<QUOT.END ID="QE0033" REF.START="QS0033" CODE="00BB"/> (Συλλογή 1994, σ. Ι-317)</REF.DOC.ECR>· της <DATE ISO="19950629">29ης Ιουνίου 1995</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-456/93" YEAR="1995" PAGE.ECR="I-1737">C-456/93, Langguth (Συλλογή 1995, σ. Ι-1737)</REF.DOC.ECR>, και της <DATE ISO="19950706">6ης Ιουλίου 1995</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-470/93" YEAR="1995" PAGE.ECR="I-1923">C470/93, Mars (Συλλογή 1995, σ. Ι-1923)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, για να προσδιορίσει αν η ονομασία, το σήμα ή η διαφημιστική ένδειξη που τέθηκαν στην κρίση του δημιουργούσαν ή όχι κίνδυνο παραπλανήσεως του αγοραστή, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη <QUOT.START ID="QS0034" REF.END="QE0034" CODE="00AB"/>την τεκμαιρόμενη προσδοκία του μέσου καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος (...)<QUOT.END ID="QE0034" REF.START="QS0034" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0014" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Απόφαση της <DATE ISO="19980716">16ης Ιουλίου 1998</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-210/96" YEAR="1998" PAGE.ECR="I-4657">C-210/96, Gut Springenheide και Tusky (Συλλογή 1998, σ. Ι-4657, σκέψη 31)</REF.DOC.ECR>. Βλ., επίσης, τις αποφάσεις Mars, προπαρατεθείσα, σκέψη 25, και της <DATE ISO="19990128">28ης Ιανουαρίου 1999</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-303/97" YEAR="1999" PAGE.ECR="I-513">C-303/97, Sektkellerei Kessler (Συλλογή 1999, σ. Ι-513, σκέψη 36)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>27.</NO.P><TXT>Επομένως, θα εξετάσω υπό το φως αυτού του κριτηρίου αν, ενόψει της παρουσίας των επίδικων ουσιών στη μαρμελάδα ďarbo, η χρησιμοποίηση της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0035" REF.END="QE0035" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0035" REF.START="QS0035" CODE="00BB"/> μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου.</TXT></NP><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Ως προς την παρουσία πηκτίνης</P></TI></TITLE><NP><NO.P>28.</NO.P><TXT>Η πηκτίνη είναι μια <QUOT.START ID="QS0036" REF.END="QE0036" CODE="00AB"/>πηκτική ουσία<QUOT.END ID="QE0036" REF.START="QS0036" CODE="00BB"/> κατά την έννοια των διατάξεων της οδηγίας<?PAGE NO="I-2307"?> 95/2/EK, για τα πρόσθετα τροφίμων πλην των χρωστικών και των γλυκαντικών<NOTE NOTE.ID="E0015" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της <DATE ISO="19950220">20ης Φεβρουαρίου 1995</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="061" DATE.PUB="1995" PAGE.FIRST="1">ΕΕ L 61, σ. 1</REF.DOC.OJ>), όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 96/85/ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19961219">19ης Δεχεμβρίου 1996</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="086" DATE.PUB="1997" PAGE.FIRST="4">ΕΕ 1997, L 86, σ. 4</REF.DOC.OJ>), και με την οδηγία 98/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19981015">15ης Οκτωβρίου 1998</DATE>, (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="295" DATE.PUB="1998" PAGE.FIRST="18">ΕΕ L 295, σ. 18</REF.DOC.OJ>, στο εξής: οδηγία 95/2).</P></NOTE>. Πρόκειται για ουσία η οποία, προστιθέμενη σε τρόφιμο, του προσδίδει υφή μέσω του σχηματισμού πηκτώματος<NOTE NOTE.ID="E0016" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο ιδ', της οδηγίας 95/2.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>29.</NO.P><TXT>Η χρησιμοποίηση της πηκτίνης στις <QUOT.START ID="QS0037" REF.END="QE0037" CODE="00AB"/>εξαιρετικές<QUOT.END ID="QE0037" REF.START="QS0037" CODE="00BB"/> μαρμελάδες διέπεται κυρίως από δύο κείμενα κοινοτικού δικαίου: την προπαρατεθείσα οδηγία 95/2 και την οδηγία 79/693/ΕΟΚ, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις μαρμελάδες, τους ζελέδες και τις μαρμελάδες εσπεριδοειδών καθώς και την κρέμα κάστανου<NOTE NOTE.ID="E0017" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Οδηγία του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19790724">24ης Ιουλίου 1979</DATE> (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/008, σ. 5), όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 80/1276/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19801222">22ας Δεκεμβρίου 1980</DATE>, περί τροποποιήσεως, συνεπεία της προσχωρήσεως της Ελλάδος, των οδηγιών 767893/ΕΟΚ, 79/693/ΕΟΚ και 80/777/EOK όσον αφορά την επίτευξη πλειοψηφίας στο πλαίσιο της διαδικασίας της μόνψης επιτροπής τροφίμων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 143), και με την οδηγία 88/593/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19881118">18ης Νοεμβρίου 1988</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="318" DATE.PUB="1988" PAGE.FIRST="44">ΕΕ L 318, σ. 44</REF.DOC.OJ>, στο εξής: 79/693).</P></NOTE>.</TXT><P>Στην οδηγία 95/2, η πηκτίνη περιλαμβάνεται μεταξύ των ουσιών που μπορούν να προστίθενται στις μαρμελάδες <QUOT.START ID="QS0038" REF.END="QE0038" CODE="00AB"/>εξαιρετικής ποιότητας<QUOT.END ID="QE0038" REF.START="QS0038" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0018" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Η οδηγία 79/693 ορίζει τη μαρμελάδα <QUOT.START ID="QS0039" REF.END="QE0039" CODE="00AB"/>εξαιρετικής ποιότητος<QUOT.END ID="QE0039" REF.START="QS0039" CODE="00BB"/> ως <QUOT.START ID="QS0040" REF.END="QE0040" CODE="00AB"/>το μείγμα ζάχαρης και σαρκώματος φρούτου, υπό τη μορφή πηκτώματος (...)<QUOT.END ID="QE0040" REF.START="QS0040" CODE="00BB"/> (παραρτημα Ι, μέρος Α, σημείο 1).</P></NOTE> βάσει της αρχής quantum satis<NOTE NOTE.ID="E0019" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Παραρτήματα 1 και II της οδηγίας 95/2.</P></NOTE>. Η έκφραση quantum satis σημαίνει ότι δεν ορίζεται ανώτατο επίπεδο, πλην όμως η οικεία ουσία πρέπει να χρησιμοποιείται σύμφωνα με την ορθή πρακτική παρασκευής<NOTE NOTE.ID="E0020" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Άρθρο 2, παράγραφος 8, της οδηγίας 95/2.</P></NOTE>.</P><P>Εξάλλου, η οδηγία 79/693 επιτρέπει επίσης τη χρησιμοποίηση της πηκτίνης στην παρασκευή μαρμελάδας <QUOT.START ID="QS0041" REF.END="QE0041" CODE="00AB"/>εξαιρετικής ποιότητας<QUOT.END ID="QE0041" REF.START="QS0041" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0021" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Άρθρο 5, σε συνδυασμό μετά παραρτήματα Ι, μέρος Α, σημείο 1· III, μέρος Α, σημείο 1, τελευταία περίπτωση και III, μέρος Β, της οδηγίας 79/693.</P></NOTE>.</P></NP><NP><NO.P>30.</NO.P><TXT>Η πηκτίνη μπορεί να εμφανίζεται υπό υγρή ή στερεά μορφή. Από τις διατάξεις των οδηγιών 95/2 και 79/693 προκύπτει ότι η στερεά πηκτίνη συνιστά <HT TYPE="ITALIC">πρόσθετο</HT> (Ε 440)<NOTE NOTE.ID="E0022" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Παράρτημα III, μέρος Β, της οδηγίας 79/693 και παραρτήματα Ι και II της οδηγίας 95/2.</P></NOTE>, ενώ η υγρή πηκτίνη θεωρείται ως <HT TYPE="ITALIC">συστατικό</HT> του τροφίμου<NOTE NOTE.ID="E0023" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Paqaqsgla III, μέρος Α, σημείο 1, τελευταία περίπτωση, της οδηγίας 79/693 και άρθρο 1, παράγραφος 5, στοιχείο β', της οδηγίας 95/2.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>31.</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, η διάταξη περί παραπομπής δεν διευκρινίζει αν η πηκτίνη που χρησιμοποιείται από την Darbo εμφανίζεται υπό υγρή ή στερεά μορφή. Πάντως, όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή, το ζήτημα αυτό δεν είναι καθοριστικό προκειμένου να εκτιμηθεί το συμβατό της επίδικης επισημάνσεως με τις διατάξεις της οδηγίας 79/112.</TXT></NP><NP><NO.P>32.</NO.P><TXT>Πράγματι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο α', της οδηγίας αυτής, <QUOT.START ID="QS0042" REF.END="QE0042" CODE="00AB"/>με τον όρο <HT TYPE="ITALIC">συστατικό</HT> νοείται κάθε ουσία, <HT TYPE="ITALIC">περιλαμβανομένων των προσθέτων,</HT> η οποία χρησιμοποιείται στην παρασκευή ή στην ετοιμασία ενός τροφίμου και η οποία εξακολουθεί να υπάρχει στο τελικό προϊόν ενδεχομένως σε τροποποιημένη μορφή<QUOT.END ID="QE0042" REF.START="QS0042" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0024" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Οι υπογραμμίσεις δικές μου.</P></NOTE>.</TXT></NP><?PAGE NO="I-2308"?><NP><NO.P>33.</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, η πηκτίνη που χρησιμοποιεί η Darbo, είτε εμφανίζεται υπό υγρή μορφή (συστατικό) ή υπό στερεά μορφή (πρόσθετο), πρέπει υποχρεωτικά να περιέχεται στον κατάλογο των συστατικών που συνθέτουν το προϊόν.</TXT></NP><NP><NO.P>34.</NO.P><TXT>Όμως, η επισήμανση της επίδικης μαρμελάδας ανταποκρίνεται στην προϋπόθεση αυτή. Δεδομένης της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0043" REF.END="QE0043" CODE="00AB"/><HT TYPE="ITALIC">Συστατικά</HT><QUOT.END ID="QE0043" REF.START="QS0043" CODE="00BB"/>, καθιστά σαφές ότι υπάρχουν <QUOT.START ID="QS0044" REF.END="QE0044" CODE="00AB"/><HT TYPE="ITALIC">φράουλες, ζάχαρη, συμπυκνωμένος χυμός λεμονιού</HT><QUOT.END ID="QE0044" REF.START="QS0044" CODE="00BB"/> και <QUOT.START ID="QS0045" REF.END="QE0045" CODE="00AB"/><HT TYPE="ITALIC">πηκτίνη</HT><QUOT.END ID="QE0045" REF.START="QS0045" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>35.</NO.P><TXT>Επομένως, η επισήμανση αυτή είναι σύμφωνη με το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 2, καθώς και με το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο α', και παράγραφος 5, στοιχείο α', της οδηγίας 79/112.</TXT></NP><NP><NO.P>36.</NO.P><TXT>Πρέπει να προστεθεί ότι, επιπλέον των υποχρεωτικών ενδείξεων που προβλέπει η οδηγία 79/112, η οδηγία 79/693 έθεσε ειδικούς κανόνες όσον αφορά την επισήμανση των μαρμελάδων<NOTE NOTE.ID="E0025" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Πράγματι, η οδηγία 79/112 προβλέπει τα εξής: <QUOT.START ID="QS0046" REF.END="QE0046" CODE="00AB"/>Οι κοινοτικές διατάξεις που εφαρμόζονται σε μερικά καθορισμένα τρόφιμα (...) μπορούν να προβλέπουν και άλλες υποχρεωτικές ενδείξεις επί πλέον από αυτές που αναγράφονται στο άρθρο 3<QUOT.END ID="QE0046" REF.START="QS0046" CODE="00BB"/> (άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο).</P></NOTE>. Δυνάμει αυτής της ρυθμίσεως, η συσκευασία των μαρμελάδων <QUOT.START ID="QS0047" REF.END="QE0047" CODE="00AB"/>εξαιρετικής ποιότητας<QUOT.END ID="QE0047" REF.START="QS0047" CODE="00BB"/> πρέπει να περιλαμβάνει:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0048" REF.END="QE0048" CODE="00AB"/>την ένδειξη <QUOT.START ID="QS0049" REF.END="QE0049" CODE="201C"/>παρασκευασμένο με: (...) g φρούτων/100 g<QUOT.END ID="QE0049" REF.START="QS0049" CODE="201D"/>, του αναγραφομένου αριθμού αντιπροσωπεύοντας τις ποσότητες ανά 100 g του τελικού προϊόντος υπό τις οποίες χρησιμοποιήθηκ[ε] (...) η πούλπα [εσπεριδοειδών] (...)<QUOT.END ID="QE0048" REF.START="QS0048" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0026" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο α', της οδηγίας 79/693.</P></NOTE>.</P></QUOT.S></P><P>καθώς και</P><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0050" REF.END="QE0050" CODE="00AB"/>η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0051" REF.END="QE0051" CODE="201C"/>ολική περιεκτικότητα σε ζάχαρη: (...) g/100 g<QUOT.END ID="QE0051" REF.START="QS0051" CODE="201D"/>, του αναγραφομένου αριθμού αντιπροσωπεύοντος τη διαθλασιμετρική τιμή του τελικού προϊόντος προσδιορισμένη στους 20<HT TYPE="SUP">o</HT> C(..)<QUOT.END ID="QE0050" REF.START="QS0050" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0027" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο β', της οδηγίας 79/693.</P></NOTE>.</P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>37.</NO.P><TXT>Όμως, η επισήμανση του επίδικου προϊόντος ανταποκρίνεται και στις δύο αυτές πρόσθετες προϋποθέσεις. Δείχνει ότι η μαρμελάδα <QUOT.START ID="QS0052" REF.END="QE0052" CODE="00AB"/><HT TYPE="ITALIC">περιέχει τουλάχιστον 50 g καρπού/199 g</HT><QUOT.END ID="QE0052" REF.START="QS0052" CODE="00BB"/> και ότι παρουσιάζει <QUOT.START ID="QS0053" REF.END="QE0053" CODE="00AB"/><HT TYPE="ITALIC">συνολική περιεκτικότητα σε ζάχαρη 60 g/100 g</HT><QUOT.END ID="QE0053" REF.START="QS0053" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>38.</NO.P><TXT>Υπό τις συνθήκες αυτές, νομίζω ότι η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0054" REF.END="QE0054" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0054" REF.START="QS0054" CODE="00BB"/> δεν μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή ως προς τη σύνθεση του επίδικου προϊόντος.</TXT></NP><NP><NO.P>39.</NO.P><TXT>Πράγματι, με μια απόφαση της <DATE ISO="19951026">26ης Οκτωβρίου 1995</DATE>, το Δικαστήριο<?PAGE NO="I-2309"?> αναγνώρισε ότι <QUOT.START ID="QS0055" REF.END="QE0055" CODE="00AB"/>(...) οι καταναλωτές των οποίων η απόφαση αγοράς καθορίζεται από τη σύνθεση των εν λόγω προϊόντων <HT TYPE="ITALIC">διαβάζουν πρώτα τον κατάλογο των συστατικών</HT> των οποίων η μνεία είναι, κατ' εφαρμογή του (...) της οδηγίας [79/112], υποχρεωτική<QUOT.END ID="QE0055" REF.START="QS0055" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0028" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-51/94" YEAR="1995" PAGE.ECR="I-3599">C-51/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-3599, σκέψη 34, η υπογράμμιση δική μου)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>.</TXT><P>Εν προκειμένω, ο μέσος καταναλωτής, που είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, πληροφορείται άμεσα για την ύπαρξη πηκτίνης, στη μαρμελάδα d'arbo. Επομένως, η επίδικη επισήμανση επιτρέπει στον καταναλωτή να αποφασίσει να προβεί στην αγορά με πλήρη επίγνωση της καταστάσεως και, ενδεχομένως, να εκτιμήσει επακριβώς την ένδειξη <QUOT.START ID="QS0056" REF.END="QE0056" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0056" REF.START="QS0056" CODE="00BB"/>.</P></NP><NP><NO.P>40.</NO.P><TXT>Επιπλέον, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έκρινε <QUOT.START ID="QS0057" REF.END="QE0057" CODE="00AB"/>ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ένας κατάλογος συστατικών που συνάδει προς το άρθρο 3 της οδηγίας [79/112] συνιστά εντούτοις απάτη υπό την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, της οδηγίας [79/112] C..)<QUOT.END ID="QE0057" REF.START="QS0057" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0029" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προπαρατεθείσα απόφαση Van der Laan, σκέψη 37.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>41.</NO.P><TXT>Καθόσον ο κατάλογος των συστατικών της επίδικης μαρμελάδας συνάδει προς το άρθρο 3 της οδηγίας 79/112 και προς τις διατάξεις της οδηγίας 79/693, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Ως προς την ύπαρξη υπολειμμάτων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων</P></TI></TITLE><NP><NO.P>42.</NO.P><TXT>Οι λοιπές αιτιάσεις που διατύπωσε η Verein αφορούν τα ίχνη υπολειμμάτων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων που διαπιστώθηκαν στη μαρμελάδα d'arbo.</TXT></NP><NP><NO.P>43.</NO.P><TXT>Όπως, ορθώς, υπογράμμισε η Επιτροπή, τα προαναφερθέντα υπολείμματα δεν συνιστούν <QUOT.START ID="QS0058" REF.END="QE0058" CODE="00AB"/>συστατικά<QUOT.END ID="QE0058" REF.START="QS0058" CODE="00BB"/> του τροφίμου κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 4, της οδηγίας 79/112. Επιπλέον, δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των υποχρεωτικών ενδείξεων που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτού του κειμένου. Επομένως, η μνεία τους στη συσκευασία της επίδικης μαρμελάδας δεν προβλέπεται από την οδηγία 79/112.</TXT></NP><NP><NO.P>44.</NO.P><TXT>Εντούτοις, πρέπει να εξεταστεί αν, ενόψει της παρουσίας των προαναφερθέντων υπολειμμάτων, η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0059" REF.END="QE0059" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0059" REF.START="QS0059" CODE="00BB"/> μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο i, της οδηγίας 79/112<NOTE NOTE.ID="E0030" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ., με το πνεύμα αυτό. την προπαρατεθείσα απόφαση Van der Laan, σκέψεις 39 και 40.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>45.</NO.P><TXT>Συναφώς, η επισήμανση της μαρμελάδας d'arbo παρέχει ορισμένες διευκρινίσεις όσον αφορά τον τρόπο παρασκευής του προϊόντος.<?PAGE NO="I-2310"?> Διευκρινίζει ότι το προϊόν παρασκευάζεται σύμφωνα με μια συνταγή του Τυρό-λου που μεταβιβάζεται από μέλος σε μέλος της οικογενείας Darbo από το 1879. Σύμφωνα με τη συνταγή αυτή, οι μαρμελάδες <QUOT.START ID="QS0060" REF.END="QE0060" CODE="00AB"/>θερμαίνονται και ανακατεύονται με προσοχή<QUOT.END ID="QE0060" REF.START="QS0060" CODE="00BB"/>, προκειμένου να διατηρούνται οι βιταμίνες μεγάλης αξίας καθώς και το φυσικό άρωμα των φρούτων. Επιπλέον, η συσκευασία δηλώνει ότι οι μαρμελάδες παρασκευάζονται από <QUOT.START ID="QS0061" REF.END="QE0061" CODE="00AB"/>φράουλες κήπου<QUOT.END ID="QE0061" REF.START="QS0061" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>46.</NO.P><TXT>Ενόψει αυτών των διαφορετικών πληροφοριακών στοιχείων, νομίζω ότι η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0062" REF.END="QE0062" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0062" REF.START="QS0062" CODE="00BB"/> δεν μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή ως προς τον <HT TYPE="ITALIC">τρόπο παραγωγής</HT> των φρούτων που συνθέτουν το τρόφιμο. Ειδικότερα, η εν λόγω ένδειξη δεν νομίζω ότι μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η επίδικη μαρμελάδα συνιστά <QUOT.START ID="QS0063" REF.END="QE0063" CODE="00AB"/>βιολογικό<QUOT.END ID="QE0063" REF.START="QS0063" CODE="00BB"/> προϊόν.</TXT></NP><NP><NO.P>47.</NO.P><TXT>Πράγματι, στο εμπόριο, τα προϊόντα που προέρχονται από βιολογική καλλιέργεια παρουσιάζονται γενικά στους καταναλωτές με την ονομασία <QUOT.START ID="QS0064" REF.END="QE0064" CODE="00AB"/>βιολογικό<QUOT.END ID="QE0064" REF.START="QS0064" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0031" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ., συναφώς, το άρθρο 2, του κανονισμού (EOK) 2092/91 του Συμβουλίου της <DATE ISO="19910624">24ης Ιουνίου 1991</DATE>, περί του βιολογικού τρόπου παραγωγής γεωργικών προϊόντων και των σχετικών ενδείξεων στα γεωργικά προϊόντα και στα είδη διατροφής (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="198" DATE.PUB="1991" PAGE.FIRST="1">ΕΕ L 198, σ. 1</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE>. Μπορούν επίσης να φέρουν ενδείξεις οι οποίες, κατά οποιονδήποτε τρόπο, αναφέρονται σε βιολογικό τρόπο παραγωγής<NOTE NOTE.ID="E0032" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ., συναφώς, την τρίτη αιτιολογική σκέψη, καθώς και το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2092/91.</P></NOTE>. Όμως, όπως είδαμε, η επισήμανση της μαρμελάδας ďarbo δεν περιέχει καμία ένδειξη αυτής της φύσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>48.</NO.P><TXT>Αντιθέτως, το ζήτημα που τίθεται στο να καθοριστεί αν ο <QUOT.START ID="QS0065" REF.END="QE0065" CODE="00AB"/>μέσος καταναλωτής, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος<QUOT.END ID="QE0065" REF.START="QS0065" CODE="00BB"/> μπορεί να αναμένει ότι υφίστανται ίχνη υπολειμμάτων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων σε μια μαρμελάδα <QUOT.START ID="QS0066" REF.END="QE0066" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0066" REF.START="QS0066" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>49.</NO.P><TXT>Με τις γραπτές της παρατηρήσεις<NOTE NOTE.ID="E0033" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Σ. 9 έως 11 της γαλλικής μεταφράσεως.</P></NOTE>, η Επιτροπή προέτεινε στο Δικαστήριο να εφαρμόσει ένα συγκεκριμένο κριτήριο προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα αυτό. Εκθέτει ότι διάφορα κείμενα του κοινοτικού δικαίου καθορίζουν τις μέγιστες περιεκτικότητες για τα υπολείμματα, καδμίου και ζιζανιοκτόνων στα τρόφιμα. Κατά συνέπεια, προτείνει να γίνει σύγκριση μεταξύ των τιμών που αναφέρει το αιτούν δικαστήριο και των μεγίστων περιεκτικοτήτων που καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0067" REF.END="QE0067" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0067" REF.START="QS0067" CODE="00BB"/> μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή στην περίπτωση και μόνον κατά την οποία οι διαπιστωθείσες περιεκτικότητες στην επίδικη μαρμελάδα υπερβαίνουν κατά πολύ τα κοινοτικά όρια.</TXT></NP><NP><NO.P>50.</NO.P><TXT>Αντιθέτως, η Φινλανδική Κυβέρνηση<NOTE NOTE.ID="E0034" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ., ιδίως, το σημείο 13 των γραπτών της παρατηρήσεων.</P></NOTE> αμφισβήτησε τη σημασία ενός τέτοιου κριτηρίου. Υπογραμμίζει ότι όλα τα τρόφιμα που ανταποκρίνονται στους κανόνες αγνότητας που θέτει το κοινοτικό δίκαιο πρέπει κατ' ανάγκην να χαρακτηρίζονται ως <QUOT.START ID="QS0068" REF.END="QE0068" CODE="00AB"/>αγνά<QUOT.END ID="QE0068" REF.START="QS0068" CODE="00BB"/>. Κατά συνέπεια, αν προκύψει ότι η επίδικη μαρμελάδα ανταποκρίνεται στους<?PAGE NO="I-2311"?> κανόνες αυτούς, η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0069" REF.END="QE0069" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0069" REF.START="QS0069" CODE="00BB"/> θα πρέπει να θεωρηθεί αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο ii, της οδηγίας 79/112. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, η ένδειξη θα υποδήλωνε <QUOT.START ID="QS0070" REF.END="QE0070" CODE="00AB"/>ότι το τρόφιμο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ενώ όλα τα παρόμοια τρόφιμα έχουν τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά<QUOT.END ID="QE0070" REF.START="QS0070" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>51.</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, θεωρώ ότι η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0071" REF.END="QE0071" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0071" REF.START="QS0071" CODE="00BB"/> θα μπορούσε να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου σε <HT TYPE="ITALIC">δύο περιπτώσεις.</HT></TXT><P><HT TYPE="ITALIC">Πρώτον,</HT> η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0072" REF.END="QE0072" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0072" REF.START="QS0072" CODE="00BB"/> μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή αν αποδεικνυόταν ότι δεν συμβιβάζεται με την παρουσία ιχνών υπολειμμάτων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων στην επίδικη μαρμελάδα. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, το τρόφιμο θα περιείχε τοξικές ή μολυσματικές ουσίες οι οποίες, προφανέστατα, δεν θα επέτρεπαν τη χρησιμοποίηση της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0073" REF.END="QE0073" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0073" REF.START="QS0073" CODE="00BB"/>.</P><P><HT TYPE="ITALIC">Δεύτερον,</HT> ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η επίδικη μαρμελάδα μπορεί ευλόγως να περιέχει ίχνη υπολειμμάτων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων, η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0074" REF.END="QE0074" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0074" REF.START="QS0074" CODE="00BB"/> θα εξακολουθούσε να μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή αν το ποσοστό των υπολειμμάτων αυτών αποδεικνυόταν ιδιαίτερα υψηλό. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, το τρόφιμο θα παρουσίαζε μια τέτοια περιεκτικότητα σε υπολείμματα μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων, ώστε δεν θα μπορούσε προδήλως να χαρακτηρίζεται πλέον ως <QUOT.START ID="QS0075" REF.END="QE0075" CODE="00AB"/>φυσικό<QUOT.END ID="QE0075" REF.START="QS0075" CODE="00BB"/>. Επιπλέον, σε μια τέτοια περίπτωση, το γεγονός ότι η επισήμανση της μαρμελάδας παραλείπει να πληροφορήσει τον αγοραστή για την παρουσία των προαναφερθέντων υπολειμμάτων συνιστά εξαπάτηση του καταναλωτή κατά την έννοια των διατάξεων της οδηγίας 79/112.</P></NP><NP><NO.P>52.</NO.P><TXT>Η πρώτη περίπτωση συνεπάγεται ότι τίθεται το ζήτημα της παρουσίας μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων στο φυσικό περιβάλλον.</TXT></NP><NP><NO.P>53.</NO.P><TXT>Η δεύτερη περίπτωση συναρτάται με το κριτήριο που προτείνει η Επιτροπή, καθόσον συνεπάγεται σύγκριση των περιεκτικοτήτων που αναφέρει το αιτούν δικαστήριο με τις μέγιστες τιμές που καθορίζονται από το κοινοτικό δίκαιο.</TXT></NP><NP><NO.P>54.</NO.P><TXT>Πριν εξεταστούν οι δύο αυτές περιπτώσεις, θα υπενθυμίσω — μέσω ορισμένων αποφάσεων — τη φύση του ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο όταν αποφαίνεται επί του ενδεχομένως απατηλού χαρακτήρα μιας ονομασίας, ενός σήματος ή μιας διαφημιστικής ενδείξεως.</TXT></NP><NP><NO.P>55.</NO.P><TXT>Η προπαρατεθείσα υπόθεση Pall αφορούσε τη χρησιμοποίηση της ενδείξεως (r) — η οποία προέρχεται από την αγγλική λέξη <QUOT.START ID="QS0076" REF.END="QE0076" CODE="00AB"/>registered<QUOT.END ID="QE0076" REF.START="QS0076" CODE="00BB"/> — που αναγραφόταν δίπλα σε ένα σήμα για να υποδηλώσει ότι<?PAGE NO="I-2312"?> πρόκειται για κατατεθειμένο σήμα. Εν προκειμένω, η γερμανική νομοθεσία επέτρεπε την απαγόρευση εμπορίας ενός προϊόντος που έφερε την ένδειξη (R) όταν το σήμα του προϊόντος δεν είχε καταχωριστεί σ' αυτό το κράτος, είχε όμως κατατεθεί σε άλλο κράτος μέλος. Υποστηρίχθηκε ότι η απαγόρευση αυτή δικαιολογούνταν, διότι η ένδειξη (R) παραπλανούσε τους καταναλωτές όταν το σήμα δεν ήταν κατατεθειμένο στη χώρα στην οποία τα εμπορεύματα διετίθεντο στο εμπόριο.</TXT><P>Το Δικαστήριο απέρριψε την επιχειρηματολογία αυτή για τον λόγο ότι: <QUOT.START ID="QS0077" REF.END="QE0077" CODE="00AB"/>(...) <HT TYPE="ITALIC">και αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι δυνατόν να δημιουργηθεί συναφώς πλάνη στους καταναλωτές ή σε τμήμα αυτών,</HT> ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί δεν μπορεί να δικαιολογήσει ένα τέτοιο εμφανές εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (...)<QUOT.END ID="QE0077" REF.START="QS0077" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0035" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προπαρατεθείσα απόφαση Pall, σκέψη 19 (η υπογράμμιση δική μου).</P></NOTE>.</P></NP><NP><NO.P>56.</NO.P><TXT>Ομοίως, στην προπαρατεθείσα υπόθεση Mars τέθηκε υπό αμφισβήτηση ένας γερμανικός νόμος που απαγόρευε την εισαγωγή πλακών σοκολάτας με παγωτό που νομίμως διετίθεντο στο εμπόριο εντός της Γαλλίας, η συσκευασία των οποίων έφερε την ένδειξη <QUOT.START ID="QS0078" REF.END="QE0078" CODE="00AB"/>+ 10 %<QUOT.END ID="QE0078" REF.START="QS0078" CODE="00BB"/> και των οποίων η ποσότητα είχε αυξηθεί επ' ευκαιρία μιας διαφημιστικής εκστρατείας. Το εθνικό δικαστήριο διερωτάτο ως προς τον ενδεχομένως παραπλανητικό χαρακτήρα της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0079" REF.END="QE0079" CODE="00AB"/>+ 10 %<QUOT.END ID="QE0079" REF.START="QS0079" CODE="00BB"/>, στην περίπτωση ιδίως κατά την οποία οι έμποροι θα είχαν προβεί σε συνακόλουθη αύξηση της τιμής των πλακών σοκολάτας με παγωτό.</TXT><P>Επί του σημείου αυτού, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι <QUOT.START ID="QS0080" REF.END="QE0080" CODE="00AB"/>(...) στην πραγματικότητα η Mars δεν επωφελήθηκε της διαφημιστικής εκστρατείας για να αυξήσει τις τιμές πωλήσεως και ότι κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν παρέχει ενδείξεις σχετικές με το ότι οι ίδιοι οι έμποροι γενικής πωλήσεως αύξησαν τις τιμές τους<QUOT.END ID="QE0080" REF.START="QS0080" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0036" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προπαρατεθείσα απόφαση Mars, σκέψη 19.</P></NOTE>. Εντούτοις, το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι: <QUOT.START ID="QS0081" REF.END="QE0081" CODE="00AB"/>(...) εν πάση περιπτώσει (...) <HT TYPE="ITALIC">απλώς και μόνον ο κίνδυνος να αυξήσουν οι εισαγωγείς και οι έμποροι λιανικής πωλήσεως την τιμή του εμπορεύματος και, κατά συνέπεια, να παραπλανηθούν οι καταναλωτές δεν αρκεί</HT> προς δικαιολόγηση μιας γενικής απαγορεύσεως ικανής να εμποδίσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο<QUOT.END ID="QE0081" REF.START="QS0081" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0037" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προπαρατεθείσα απόφαση Mars, σκέψη 19 (η υπογράμμιση δική μου). Το Δικαστήριο διευκρίνησε πάντως oru <QUOT.START ID="QS0082" REF.END="QE0082" CODE="00AB"/>Η διαπίστωση αυτή δεν αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να αντιδράσουν, αν παραστεί ανάγκη, με κατάλληλα μέτρα κατά προσηκόντως αποδεδειγμένων πράξεων που θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα να περιαγάγουν τους καταναλωτές σε πλάνη<QUOT.END ID="QE0082" REF.START="QS0082" CODE="00BB"/> (σκέψη 19).</P></NOTE>.</P></NP><NP><NO.P>57.</NO.P><TXT>Τέλος, η προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Γερμανίας αφορούσε —μεταξύ άλλων προϊόντων — τη sauce hollandaise και τη sauce béarnaise. Στη Γερμανία, η δυνατότητα εμπορίας sauce που παρασκευάζεται από φυτικά λίπη εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η επισήμανση του προϊόντος περιέχει, επιπλέον του καταλόγου των συστατικών, ένδειξη που δηλώνει την παρουσία φυτικών λιπών. Κατόπιν ασκήσεως προσφυγής λόγω παραβάσεως των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης, η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι η επίδικη προϋπόθεση σκοπούσε να επισημάνει στους καταναλωτές της την παρουσία συστατικών τα οποία δεν αναμένουν: πράγματι ο τρόπος παρασκευής των εν λόγω ειδών sauce απέκλινε από τη συνταγή που χρησιμοποιείται παραδοσιακά στη Γερμανία.</TXT><?PAGE NO="I-2313"?><P>Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η πληροφόρηση των καταναλωτών εξασφαλιζόταν από τον κατάλογο των συστατικών των προϊόντων. Πρόσθεσε ότι: <QUOT.START ID="QS0083" REF.END="QE0083" CODE="00AB"/>Εστω <HT TYPE="ITALIC">και αν, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι δυνατόν οι καταναλωτές να παραπλανηθούν, ο κίνδυνος αυτός εξακολουθεί να είναι ασήμαντος</HT> και δεν μπορεί κατά συνέπεια να δικαιολογήσει το εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που δημιουργείται από τις επίδικες απαιτήσεις<QUOT.END ID="QE0083" REF.START="QS0083" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0038" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπής κατά Γερμανίας, σκέψη 34 (η υπογράμμιση δική μου).</P></NOTE>.</P></NP><NP><NO.P>58.</NO.P><TXT>Από τις διάφορες αυτές αποφάσεις προκύπτει ότι, προκειμένου να καθοριστεί αν μια ονομασία, ένα σήμα ή μια διαφημιστική ένδειξη μπορεί ή όχι να παραπλανήσει τον καταναλωτή, το Δικαστήριο εφαρμόζει ένα είδος συλλογιστικής de minimis<NOTE NOTE.ID="E0039" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ., επίσης, με αυτό το πνεύμα, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Clinique, σκέψεις 20 έως 23, και Van der Laan, σκέψεις 41 και 41</P></NOTE>. Δεν καταλήγει ότι υφίσταται παραπλάνηση του καταναλωτή παρά μόνον αν κρίνει ότι ο κίνδυνος παραπλανήσεως είναι επαρκώς σοβαρός ή κατάφωρος.</TXT></NP><NP><NO.P>59.</NO.P><TXT>Εξάλλου, με την απόφαση της <DATE ISO="19961126">26ης Νοεμβρίου 1996</DATE>, Graffione, το Δικαστήριο έκρινε ότι:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0084" REF.END="QE0084" CODE="00AB"/>(...) ο κίνδυνος εξαπατήσεως των καταναλωτών δεν μπορεί να έχει το προβάδισμα έναντι των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και να δικαιολογεί, επομένως, εμπόδια στις συναλλαγές <HT TYPE="ITALIC">παρά μόνο στον βαθμό που είναι αρκούντως σοβαρός</HT> (...)<QUOT.END ID="QE0084" REF.START="QS0084" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0040" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-313/94" YEAR="1996" PAGE.ECR="I-6039">C-313/94 (Συλλογή 1996, σ. Ι-6039, σκέψη 24, η υπογράμμιση δική μου)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>.</P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>60.</NO.P><TXT>Η προϋπόθεση <QUOT.START ID="QS0085" REF.END="QE0085" CODE="00AB"/>αρκούντως σοβαρού κινδύνου<QUOT.END ID="QE0085" REF.START="QS0085" CODE="00BB"/> παραπλανήσεως του καταναλωτή αποτελεί επομένως στοιχείο που απαντά σταθερά στη νομολογία του Δικαστηρίου.</TXT></NP><NP><NO.P>61.</NO.P><TXT>Ενόψει της προϋποθέσεως αυτής, νομίζω ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να εφαρμόσει, εν προκειμένω, ένα <HT TYPE="ITALIC">διπλό κριτήριο</HT> προκειμένου να κρίνει αν η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0086" REF.END="QE0086" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0086" REF.START="QS0086" CODE="00BB"/> μπορεί να παραπλανήσει τον καταναλωτή. Κατά το διπλό αυτό κριτήριο:</TXT><P><LIST TYPE="alpha"><ITEM><NP><NO.P>α)</NO.P><TXT>η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0087" REF.END="QE0087" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0087" REF.START="QS0087" CODE="00BB"/> μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή αν η χρησιμοποίηση της ενδείξεως αυτής είναι προδήλως ασυμβίβαστη με την παρουσία ιχνών υπολειμμάτων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων στην επίδικη μαρμελάδα·</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>β)</NO.P><TXT>σε αρνητική περίπτωση, η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0088" REF.END="QE0088" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0088" REF.START="QS0088" CODE="00BB"/> εξακολουθεί παρά ταύτα να μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή αν η χρησιμοποίηση της ενδείξεως αυτής είναι προδήλως ασυμβίβαστη με τα προαναφερθέντα υπολείμματα λόγω του ποσοστού παρουσίας τους που διαπιστώθηκε στην επίδικη μαρμελάδα.</TXT></NP></ITEM></LIST></P></NP><NP><NO.P>62.</NO.P><TXT>Το διπλό αυτό κριτήριο συναρτάται με τις δύο περιπτώσεις παραπλανήσεως του καταναλωτή που διευκρίνισα προηγουμένως<NOTE NOTE.ID="E0041" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ. σημείο 51 αυτών των προτάσεων.</P></NOTE>.</TXT><?PAGE NO="I-2314"?><P>Επί του προδήλως ασυμβιβάστου χαρακτήρα της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0089" REF.END="QE0089" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0089" REF.START="QS0089" CODE="00BB"/> με την παρουσία ιχνών υπολειμμάτων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων στην επίδικη μαρμελάδα</P></NP><NP><NO.P>63.</NO.P><TXT>Ο <HT TYPE="ITALIC">μόλυβδος</HT> και το <HT TYPE="ITALIC">κάδμιο</HT> μπορούν να περιγραφούν ως <QUOT.START ID="QS0090" REF.END="QE0090" CODE="00AB"/>προσμίξεις<QUOT.END ID="QE0090" REF.START="QS0090" CODE="00BB"/> κατά την έννοια των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 315/93 για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών για τις προσμίξεις των τροφίμων<NOTE NOTE.ID="E0042" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Κανονισμός του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19930208">8ης Φεβρουαρίου 1993</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="037" DATE.PUB="1993" PAGE.FIRST="1">ΕΕ L 37, σ. 1</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE>. Πρόκειται για οποιεσδήποτε <QUOT.START ID="QS0091" REF.END="QE0091" CODE="00AB"/>ουσίε[ς] που προστίθε[ν]ται σκοπίμως στο τρόφιμο αλλά περιέχ[ονται] όμως σ' αυτό ως αποτέλεσμα της παραγωγής (...) ή ως αποτέλεσμα της μόλυνσης από το περιβάλλον<QUOT.END ID="QE0091" REF.START="QS0091" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0043" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 315/93.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>64.</NO.P><TXT>Ο μόλυβδος και το κάδμιο συνιστούν βαρέα μέταλλα που ανευρίσκονται στον αέρα καθώς και στην επιφάνεια της γης συνεπεία της μολύνσεως του περιβάλλοντος<NOTE NOTE.ID="E0044" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Η γη περιέχει επίσης μόλυβδο και κάδμιο σε φυσική κατάσταση υπό μορφή <QUOT.START ID="QS0092" REF.END="QE0092" CODE="00AB"/>αλάτων<QUOT.END ID="QE0092" REF.START="QS0092" CODE="00BB"/>.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>65.</NO.P><TXT>Εξάλλου, διάφορα κείμενα του κοινοτικού δικαίου πιστοποιούν την παρουσία των δύο αυτών ουσιών στο φυσικό μας περιβάλλον.</TXT><P>Όσον αφορά τον μόλυβδο, η οδηγία 82/884/ΕΟΚ<NOTE NOTE.ID="E0045" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Οδηγία του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19821203">3ης Δεκεμβρίου 1982</DATE>, για την οριακή τιμή του μολύβδου που περιέχεται οτην ατμόσφαιρα (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="378" DATE.PUB="1982" PAGE.FIRST="15">ΕΕ L 378, σ. 15</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE>παραδείγματος χάριν εκθέτει <QUOT.START ID="QS0093" REF.END="QE0093" CODE="00AB"/>ότι η χρησιμοποίηση του μολύβδου οδηγεί σήμερα στη ρύπανση από μόλυβδο <HT TYPE="ITALIC">πολλών χώρων του περιβάλλοντος</HT><QUOT.END ID="QE0093" REF.START="QS0093" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0046" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 82/884 (η υπογράμμιση δική μου).</P></NOTE>. Με την οδηγία αυτή, το Συμβούλιο όρισε <QUOT.START ID="QS0094" REF.END="QE0094" CODE="00AB"/>οριακή τιμή για τον <HT TYPE="ITALIC">μόλυβδο που περιέχεται στην ατμόσφαιρα</HT> προκειμένου να συμβάλει ειδικά στην προστασία της υγείας του ανθρώπου από <HT TYPE="ITALIC">τις συνέπειες του μολύβδου στο περιβάλλον</HT><QUOT.END ID="QE0094" REF.START="QS0094" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0047" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 82/884 (η υπογράμιση δική μου).</P></NOTE>.Ένα άλλο παράδειγμα μας παρέχει η οδηγία 1999/30/ΕΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19990422">22ας Απριλίου 1999</DATE><NOTE NOTE.ID="E0048" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Οδηγία σχετικά με τις οριακές τιμές διοξειδίου του θείου, και διοξειδίου του αζώτου και οξειδίων του αζώτου, σωματιδίων και μολύβδου, στον αέρα του περιβάλλοντος (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="163" DATE.PUB="1999" PAGE.FIRST="41">ΕΕ L 163, σ. 41</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE>. Όπως ακριβώς και της οδηγίας 82/884, σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι <QUOT.START ID="QS0095" REF.END="QE0095" CODE="00AB"/>ο καθορισμός οριακών τιμών (...) για τις συγκεντρώσεις (...) <HT TYPE="ITALIC">μολύβδου του περιβάλλοντος</HT> (...)<QUOT.END ID="QE0095" REF.START="QS0095" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0049" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Άρθρο 1, πρώτη περίπτωση της οδηγίας 1999/30 (η υπογράμμιση δική μου).</P></NOTE>.</P><P>Εξάλλου, κατά την οδηγία 80/778/ΕΟΚ<NOTE NOTE.ID="E0050" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Οδηγία του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19800715">15ης Ιουλίου 1980</DATE>, περί της ποιότητας του πόσιμου νερού (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 255).</P></NOTE> το υδάτινο περιβάλλον μπορεί επίσης να περιέχει μια τέτοια ουσία. Πράγματι, οι διατάξεις του νομοθετικού αυτού κειμένου καθιστούν φανερό ότι τα ύδατα που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, είτε παραδίδονται στην κατανάλωση είτε χρησιμοποιούνται σε επιχειρήσεις τροφίμων, παρουσιάζουν<?PAGE NO="I-2315"?> γενικά ορισμένες περιοκτικότητες σε μόλυβδο<NOTE NOTE.ID="E0051" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ., ειδικότερα, ta άρθρα 2 και 3, καθώς και το παράρτημα Ι, Λ, σημείο 51, της οδηγίας 80/778.</P></NOTE>.</P><P>Όσον αφορά το κάδμιο, επισήμανα ορισμένα κοινοτικά κείμενα που καθιστούν δυνατή την πιστοποίηση της παρουσίας αυτής της ουσίας στο υδάτινο περιβάλλον.</P><P>Συγκεκριμένα, στο προοίμιο της οδηγίας 83/513/ΕΟΚ<NOTE NOTE.ID="E0052" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Οδηγία του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19830926">26ης Σεπτεμβρίου 1983</DATE>, για τις οριακές τιμές και τους ποιοτικούς στόχους για τις απορρίψεις καδμίου (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="291" DATE.PUB="1983" PAGE.FIRST="1">ΕΕ L 291, σ. 1</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE> εκτίθενται τα εξής:</P><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0096" REF.END="QE0096" CODE="00AB"/>ότι, επειδή <HT TYPE="ITALIC">η ρύπανση η οποία οφείλεται στις απορρίψεις καδμίου στα ύδατα προκαλείται από μεγάλο αριθμό βιομηχανιών,</HT> είναι αναγκαίο να καθοριστούν οριακές τιμές ειδικές για κάθε κατηγορία βιομηχανιών και να καθοριστούν ποιοτικοί στόχοι για το υδάτινο περιβάλλον στο οποίο απορρίπτεται κάδμιο από αυτές τις βιομηχανίες<QUOT.END ID="QE0096" REF.START="QS0096" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0053" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 83/513 (η υπογράμμιση δική μου).</P></NOTE>.</P></QUOT.S></P><P>Στην οδηγία αυτή, το Συμβούλιο καθόρισε <QUOT.START ID="QS0097" REF.END="QE0097" CODE="00AB"/>τις οριακές τιμές των προτύπων εκροών του καδμίου για τις απορρίψεις που προέρχονται από [ορισμένες] βιομηχανικές εγκαταστάσεις (...)<QUOT.END ID="QE0097" REF.START="QS0097" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0054" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Αρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 83/513.</P></NOTE> και καθόρισε <QUOT.START ID="QS0098" REF.END="QE0098" CODE="00AB"/>τους ποιοτικούς στόχους <HT TYPE="ITALIC">για το υδάτινο περιβάλλον όσον αφορά το κάδμιο</HT><QUOT.END ID="QE0098" REF.START="QS0098" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0055" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Αρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 83/513 (η υπογράμμιση δική μου).</P></NOTE>.</P><P>Επιπλέον, οι διατάξεις της οδηγίας 80/778 επιβεβαιώνουν ότι τα ύδατα που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, είτε παραδίδονται στην κατανάλωση είτε χρησιμοποιούνται σε επιχειρήσεις τροφίμων, μπορούν επίσης να παρουσιάζουν ορισμένες περιεκτικότητες σε κάδμιο<NOTE NOTE.ID="E0056" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ., ειδικότερα, τα άρθρα 2 και 3, καθώς και το παράρτημα 1, Δ, σημείο 46, της οδηγίας 80/778.</P></NOTE>.</P></NP><NP><NO.P>66.</NO.P><TXT>Από το σύνολο αυτών των οδηγιών προκύπτει ότι σημαντικός αριθμός βιομηχανιών απορρίπτουν ή έχουν απορρίψει μόλυβδο και κάδμιο στο περιβάλλον. Όσο λυπηρή κι αν είναι, η παρουσία των δύο αυτών ουσιών στο φυσικό μας περιβάλλον αποτελεί επομένως πραγματικότητα<NOTE NOTE.ID="E0057" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Συναφώς, η μόλυνση του αέρα του περιβάλλοντος από τον μόλυβδο δεν προκαλεί πράγματι έκπληξη. Δεν λησμονείται, πράγματι, ότι η αυτοκινητοβιομηχανία επί μακρό χρόνο απέρριπτε την ουσία αυτή στην ατμόσφαιρα την επσχή κατά την οποία το χρησιμοποιούμενο από τα οχήματα καύσιμο δεν ήταν ακόμα <QUOT.START ID="QS0099" REF.END="QE0099" CODE="00AB"/>αμόλυβδο<QUOT.END ID="QE0099" REF.START="QS0099" CODE="00BB"/>.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>67.</NO.P><TXT>Όμως, καθόσον τα εσπεριδοειδή κήπου καλλιεργούνται — εξ ορισμού — σ' ένα τέτοιο περιβάλλον, εκτίθενται αναπόφευκτα</TXT><?PAGE NO="I-2316"?><P>στους παράγοντες μολύνσεως που τα επιβαρύνουν. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν αποτελεί εξαίρεση η ανεύρεση <HT TYPE="ITALIC">ιχνών υπολειμμάτων</HT> μολύβδου και καδμίου στις φράουλες κήπου που καλλιεργούνται με <QUOT.START ID="QS0100" REF.END="QE0100" CODE="00AB"/>φυσικό<QUOT.END ID="QE0100" REF.START="QS0100" CODE="00BB"/> τρόπο.</P></NP><NP><NO.P>68.</NO.P><TXT>Επομένως, σημειώνω ότι η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0101" REF.END="QE0101" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0101" REF.START="QS0101" CODE="00BB"/> δεν είναι a priori ασυμβίβαστη με την παρουσία των προαναφερθέντων υπολειμμάτων στην επίδικη μαρμελάδα.</TXT></NP><NP><NO.P>69.</NO.P><TXT>Όσον αφορά τα <HT TYPE="ITALIC">ζιζανιοκτόνα,</HT> πρέπει να αναφερθούμε στην οδηγία 90/642/ΕΟΚ, της <DATE ISO="19901127">27ης Νοεμβρίου 1990</DATE><NOTE NOTE.ID="E0058" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Οδηγία του Συμβουλίου, που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προελεύσεως, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="350" DATE.PUB="1990" PAGE.FIRST="71">ΕΕ L 350, σ. 71</REF.DOC.OJ>), όπως έχει τελευταία τροποποιηθεί με την οδηγία 1999/71/EOK της Επιτροπής, της <DATE ISO="19990714">14ης Ιουλίου 1999</DATE>, για την τροποποίηση των παραρτημάτων των οδηγιών 867362/ΕΟΚ, 86/363/ΕΟΚ και 90/642/ΕΟΚ, του Συμβουλίου (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="194" DATE.PUB="1999" PAGE.FIRST="36">ΕΕ L 194, σ. 36</REF.DOC.OJ>, στο εξής: οδηγία 90/642).</P></NOTE>. Πράγματι, το προοίμιο της οδηγίας αυτής παρέχει μια αρκετά επιτυχή σύνοψη των λόγων που έχουν ως αποτέλεσμα τη χρησιμοποίηση ζιζανιοκτόνων. Στο προοίμιο αυτό εκτίθενται τα εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0102" REF.END="QE0102" CODE="00AB"/>εκτιμώντας:</P><P>ότι η φυτική παραγωγή διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην κοινότητα·</P><P>ότι η απόδοση της παραγωγής αυτής <HT TYPE="ITALIC">επηρεάζεται συνεχώς από τους επιβλαβείς οργανισμούς και τα ζιζάνια·</HT> ότι <HT TYPE="ITALIC">είναι απαραίτητη η προστασία των φυτών και των φυτικών προϊόντων από τους οργανισμούς αυτούς,</HT> όχι μόνο προς αποφυγή της μείωσης της απόδοσης ή των ζημιών των προϊόντων που συγκομίζονται, αλλά και για να αυξηθεί η παραγωγικότητα στη γεωργία·</P><P>ότι <HT TYPE="ITALIC">η χρησιμοποίηση χημικών φυτοφαρμάκων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέσα προστασίας των φυτών και των φυτικών προϊόντων από τις επιδράσεις των εν λόγω επιβλαβών οργανισμών</HT> ότι είναι ωστόσο ευκταίο να καθοριστούν οι ανώτατες υποχρεωτικές περιεκτικότητες στο χαμηλότερο επίπεδο που δικαιολογούν οι ορθές γεωργικές πρακτικές<QUOT.END ID="QE0102" REF.START="QS0102" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0059" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Πρώτη έως τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/642 (η υπογράμμιση δική μου).</P></NOTE>.</P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>70.</NO.P><TXT>Από το κείμενο αυτό προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση ζιζανιοκτόνων συνιστά ένα από τα πλέον συνηθισμένα μέσα για την καταπολέμηση των επιβλαβών οργανισμών για τα κηπευτικά και γεωργικά προϊόντα<NOTE NOTE.ID="E0060" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Το Δικαστήριο, εξάλλου, έχει κατ' επανάληψη διαπίστωσα ότι <QUOT.START ID="QS0103" REF.END="QE0103" CODE="00AB"/>τα παρασιτοκτόνα αποτελούν ουσίες (...) απαραίτητες για τη γεωργία (...)<QUOT.END ID="QE0103" REF.START="QS0103" CODE="00BB"/> (αποφάσεις της <DATE ISO="19840919">19ης Σεπτεμβρίου 1984</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="94/83" YEAR="1984" PAGE.ECR="3263">94/83, Heijn, Συλλογή 1984, σ. 3263, σκέψη 15</REF.DOC.ECR>, και της <DATE ISO="19860313">13ης Μαρτίου 1986</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="54/85" YEAR="1986" PAGE.ECR="1067">54/85, Mirepoix, Συλλογή 1986, σ. 1067, σκέψη 14</REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Εξάλλου, τα ζιζανιοκτόνα δεν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε <QUOT.START ID="QS0104" REF.END="QE0104" CODE="00AB"/>βιομηχανικό<QUOT.END ID="QE0104" REF.START="QS0104" CODE="00BB"/> επύτεδο ή για τις μεγάλου μεγέθους καλλιέργειες. Πράγματι, οι ιδιώτες που κατέχουν φυτά εσωτερικού χώρου ή καλλιεργούν οπωροκηπτευτικά σε κήπους για ατομική κατανάλωση αναγκάζονται επίσης να καταφύγουν σ' αυτό το είδος ουσιών για να προστατεύσουν τα φυτά τους.</TXT></NP><?PAGE NO="I-2317"?><NP><NO.P>71.</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η φράουλες κήπου καλλιεργούνται με <QUOT.START ID="QS0105" REF.END="QE0105" CODE="00AB"/>φυσικό<QUOT.END ID="QE0105" REF.START="QS0105" CODE="00BB"/> τρόπο δεν φαίνεται να μπορεί να αποκλείσει την παρουσία υπολειμμάτων ζιζανιοκτόνων στα εσπεριδοειδή. Είναι αληθές ότι, για τα <QUOT.START ID="QS0106" REF.END="QE0106" CODE="00AB"/>βιολογικά<QUOT.END ID="QE0106" REF.START="QS0106" CODE="00BB"/> προϊόντα, ο κανονισμός 2092/91 θέσπισε διατάξεις οι οποίες <QUOT.START ID="QS0107" REF.END="QE0107" CODE="00AB"/>συνεπάγ[ονται] σημαντικούς περιορισμούς στη χρησιμοποίηση λιπασμάτων ή φυτοφαρμάκων που (...) έχουν ως αποτέλεσμα την ύπαρξη καταλοίπων (...)<QUOT.END ID="QE0107" REF.START="QS0107" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0061" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2092/91.</P></NOTE>. Πάντως, διαπιστώσαμε ήδη ότι η μαρμελάδα d'arbo δεν συνιστά βιολογικό προϊόν κατά την έννοια του προπαρατεθέντος κανονισμού και ότι δεν φέρει καμία ένδειξη που να δημιουργεί την πεποίθηση ότι η μαρμελάδα παρασκευάζεται με βιολογικό τρόπο<NOTE NOTE.ID="E0062" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ. τα σημεία 45 έως 47 αυτών των προτάσεων.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>72.</NO.P><TXT>Υπό τις συνθήκες αυτές, η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0108" REF.END="QE0108" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0108" REF.START="QS0108" CODE="00BB"/> δεν νομίζω ότι μπορεί <HT TYPE="ITALIC">εκ των προτέρων</HT> να θεωρηθεί ασυμβίβαση με την παρουσία ιχνών καταλοίπων ζιζανιοκτόνων στην επίδικη μαρμελάδα.</TXT><P>Επί του προδήλως ασυμβίβαστου χαρακτήρα της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0109" REF.END="QE0109" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0109" REF.START="QS0109" CODE="00BB"/> προς το ποσοστό καταλοίπων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων που διαπιστώθηκαν στην επίδικη μαρμελάδα</P></NP><NP><NO.P>73.</NO.P><TXT>Απομένουν, εντούτοις, να εξεταστούν οι <HT TYPE="ITALIC">περιεκτικότητες</HT> καταλοίπων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων που διαπιστώθηκαν στην επίδικη μαρμελάδα. Πράγματι, η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0110" REF.END="QE0110" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0110" REF.START="QS0110" CODE="00BB"/> θα μπορούσε παρά ταύτα να παραπλανήσει τον καταναλωτή αν το τρόφιμο παρουσιάζει ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό υπολειμμάτων τοξικών ή μολυσματικών ουσιών<NOTE NOTE.ID="E0063" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Πολλώ μάλλον, η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0111" REF.END="QE0111" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0111" REF.START="QS0111" CODE="00BB"/> θα μπορούσε να παραπλανήσει τον αγοραστή αν, λόγω του ιδιαίτερα υψηλού ποσοστού των επίμαχων καταλοίπων, το τρόφιμο παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία του καταναλωτή.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>74.</NO.P><TXT>Συναφώς, πρέπει να συγκριθούν οι περιεκτικότητες που εκθέτει το αιτούν δικαστήριο με τις μέγιστες περιεκτικότητες που καθορίζει το κοινοτικό δίκαιο.</TXT></NP><NP><NO.P>75.</NO.P><TXT>Όσον αφορά τον <HT TYPE="ITALIC">μόλυβδο</HT> και το <HT TYPE="ITALIC">κάδμιο,</HT> δεν βρήκα κανένα ειδικό κείμενο που να διέπει την παρουσία των δύο αυτών ουσιών στα εσπεριδοειδή. Πάντως, η Επιτροπή προσκόμισε στο Δικαστήριο έγγραφα από τα οποία διαπιστώνεται ότι στον τομέα αυτόν πραγματοποιούνται διάφορες διεθνείς και κοινοτικές μελέτες.</TXT><P>Συγκεκριμένα, τον Δεκέμβριο του 1998, η επιτροπή του <HT TYPE="ITALIC">Codex alimentariiis</HT> του FAO [Food and Agriculture Organization (των Ηνωμένων Εθνών)] και της Παγκόσμιας Οργανώσεως Υγείας<NOTE NOTE.ID="E0064" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Δικαστήριο αναφέρεται σταθερά στις εργασίες της επιτροπής του Codex alimentarius του FAO και της Παγκόσμιας Οργανώσεως Υγείας: βλ, παραδείγματος χάριν, τις αποφάσεις της <DATE ISO="19870312">12ης Μαρτίου 1987</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="178/84" YEAR="1987" PAGE.ECR="1227">178/84, Γερμανία κατά Επιτροπής, την αποκαλούμενη <QUOT.START ID="QS0112" REF.END="QE0112" CODE="00AB"/>Επιταγή καθαρότητας της μπύρας<QUOT.END ID="QE0112" REF.START="QS0112" CODE="00BB"/> (Συλλογή 1987, σ. 1227, σκέψη 44)</REF.DOC.ECR>· της <DATE ISO="19901213">13ης Δεκεμβρίου 1990</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-42/90" YEAR="1990" PAGE.ECR="I-4863">C-42/90, Bellon (Συλλογή 1990, σ. Ι-4863. σκέψη 14)</REF.DOC.ECR>. και της <DATE ISO="19920604">4ης Ιουνίου 1992</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-13/91+C-113/91" YEAR="1992" PAGE.ECR="I-3617">C-13/91 και C-113/91, Debus (Συλλογή 1992, σ. Ι-3617, σκέψη 17)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE> ενέκρινε έγγραφα<?PAGE NO="I-2318"?> που συνιστούν την υιοθέτηση διεθνών ορίων για τον μόλυβδο και το κάδμιο σε ορισμένα τρόφιμα. Όσον αφορά τα εσπεριδοειδή, πρότεινε να οριστεί το όριο των 0,3 mg/kg για τα κατάλοιπα μολύβδου και όριο 0,01 mg/kg για κατάλοιπα καδμίου<NOTE NOTE.ID="E0065" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Παράρτημα 1 των παρατηρήσεων της Επιτροπής (σ. 8 και 5).</P></NOTE>.</P><P>Εξάλλου, η Γενική Διεύθυνση <QUOT.START ID="QS0113" REF.END="QE0113" CODE="00AB"/>Βιομηχανία<QUOT.END ID="QE0113" REF.START="QS0113" CODE="00BB"/> (ΓΔ III) της Επιτροπής προέβη σε εξέταση των νομοθεσιών των κρατών μελών που καθορίζουν μέγιστες περιεκτικότητες για τον μόλυβδο και το κάδμιο στα τρόφιμα. Τον Φεβρουάριο του 1995, κατάρτισε ένα έγγραφο που επιγράφεται <QUOT.START ID="QS0114" REF.END="QE0114" CODE="00AB"/>Συμπίλημα των ανοχών για τις προσμίξεις στα τρόφιμα κατά τη νομοθεσία των κρατών μελών<QUOT.END ID="QE0114" REF.START="QS0114" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0066" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Παράρτημα 2 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.</P></NOTE>. Από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι, για τα οπωροκηπευτικά, τα κράτη μέλη αποδέχονται περιεκτικότητες σε μόλυβδο που ποικίλλουν από 0,1 mg/kg έως 0,5 mg/kg και περιεκτικότητες σε κάδμιο που κυμαίνονται μεταξύ 0,02 mg/kg και 0,2 mg/kg. Επιπλέον, προκύπτει ότι η γερμανική νομοθεσία ανέχεται, ως προς τα περισσότερα των εσπεριδοειδών, ποσοστό 0,5 mg/kg μολύβδου και ποσοστό 0,2 mg/kg καδμίου.</P></NP><NP><NO.P>76.</NO.P><TXT>Όμως, στο προδικαστικό του ερώτημα, το Oberlandesgericht Köln εκθέτει ότι η μαρμελάδα d'arbo περιέχει τα ακόλουθα ίχνη: &lt; 0,01 mg/kg μόλυβδου και 0,008 mg/kg κάδμιο.</TXT></NP><NP><NO.P>77.</NO.P><TXT>Επομένως, τα κατάλοιπα που διαπιστώθηκαν στην επίδικη μαρμελάδα είναι σαφώς κατώτερα από όλες τις εθνικές και διεθνείς τιμές που προπαρατέθηκαν. Πράγματι, το επίδικο προϊόν παρουσιάζει περιεκτικότητα σε μόλυβδο που είναι 30 φορές κατώτερη από την περιεκτικότητα που συνιστά — παραδείγματος χάριν — η επιτροπή του Codex alimentarius του FAO και της Παγκόσμιας Οργανώσεως Υγείας. Επιπλέον, η περιεκτικότητά του σε κάδμιο είναι 25 φορές κατώτερη από τη μέγιστη τιμή που επιτρέπει — για να αναφέρω ένα άλλο παράδειγμα — η γερμανική νομοθεσία.</TXT></NP><NP><NO.P>78.</NO.P><TXT>Όσον αφορά τα <HT TYPE="ITALIC">ζιζανιοκτόνα,</HT> πρέπει να αναφερθούμε στις διατάξεις της οδηγίας 90/642, της <DATE ISO="19901127">27ης Νοεμβρίου 1990</DATE>. Πράγματι, στο κείμενο αυτό, το Συμβούλιο καθόρισε ρητά τις <QUOT.START ID="QS0115" REF.END="QE0115" CODE="00AB"/>ανώτατες περιεκτικότητες για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών<QUOT.END ID="QE0115" REF.START="QS0115" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0067" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο της οδηγίας 90/642.</P></NOTE>.</TXT><P>Από το παράρτημα II της οδηγίας 90/642 προκύπτει ότι η μέγιστη περιεκτικότητα καταλοίπων σε φράουλες (εκτός από τις φράουλες των δασών) καθορίζεται σε 5 mg/<?PAGE NO="I-2319"?>kg τόσο ως προς την προσυμιδόνη όσο και ως προς την βινκλοζολίνη<NOTE NOTE.ID="E0068" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Όσον αφορά την βινκλοζολίνη, βλ. το παράρτημα ΙΙ, σημείο 1, στοιχείο ν, της οδηγίας 90/642, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 της οδηγίας 93/58/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19930629">29ης Ιουνίου 1993</DATE>, για την τροποποίηση του παραρτήματος II της οδηγίας 76/895/ΕΟΚ καθώς και του παραρτήματος της οδηγίας 90/642/EOK (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="211" DATE.PUB="1993" PAGE.FIRST="6">ΕΕ L 211, σ. 6</REF.DOC.OJ>). Όσον αφορά την προσυμιδόνη, βλ. το παράρτημα II, σημείο 1, στοιχείο ν, β', της οδηγίας 90/642, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 3 της οδηγίας 98/82/ΕΚ της Επιτροπής, της <DATE ISO="19981027">27ης Οκτωβρίου 1998</DATE>, για την τροποποίηση των παραρτημάτων των οδηγιών 86/362/ΕΟΚ, 86/363/ΕΟΚ και 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="290" DATE.PUB="1998" PAGE.FIRST="25">ΕΕ L 290, σ. 25</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE>.</P></NP><NP><NO.P>79.</NO.P><TXT>Όμως, στο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι η μαρμελάδα d'arbo περιέχει τα ακόλουθα ίχνη: 0,016 mg/kg προσυμιδόνη και 0,005 mg/kg βινκλοζολίνη.</TXT></NP><NP><NO.P>80.</NO.P><TXT>Επομένως, οι ποσότητες ζιζανιοκτονίων που εξακριβώθηκαν στην επίδικη μαρμελάδα είναι ιδιαιτέρως χαμηλές σε σχέση με τις τιμές που επιτρέπονται από το κοινοτικό δίκαιο<NOTE NOTE.ID="E0069" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Μέχρι τέτοιου οημείου ώστε η Επιτροπή χαρακτήρισε τις ποσότητες αυτές <QUOT.START ID="QS0116" REF.END="QE0116" CODE="00AB"/>εκπληκτικά ασθενείς<QUOT.END ID="QE0116" REF.START="QS0116" CODE="00BB"/> (σ. 11 της γαλλικής μεταφράσεως των παρατηρήσεων της).</P></NOTE>. Πράγματι, η περιεκτικότητα σε προσυμιδόνη είναι περισσότερο από <HT TYPE="ITALIC">300 φορές</HT> κατώτερη της μέγιστης περιεκτικότητας που επιτρέπει η οδηγία 90/642. Επιπλέον, η περιεκτικότητα σε βινκλοζολίνη είναι <HT TYPE="ITALIC">1000 φορές</HT> κατώτερη της κοινοτικής μέγιστης τιμής.</TXT></NP><NP><NO.P>81.</NO.P><TXT>Υπό τις συνθήκες αυτές, νομίζω ότι η ένδειξη <QUOT.START ID="QS0117" REF.END="QE0117" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0117" REF.START="QS0117" CODE="00BB"/> δεν μπορεί να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς τα χαρακτηριστικά της επίδικης μαρμελάδας και, ιδίως, ως προς τις ποιότητες της, τη σύνθεση της ή τον τρόπο παρασκευής της. Ειδικότερα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι, λόγω των ιχνών καταλοίπων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων που εντοπίστηκαν στη μαρμελάδα d'arbo, η μαρμελάδα αυτή δεν μπορεί πλέον να χαρακτηρίζεται ως <QUOT.START ID="QS0118" REF.END="QE0118" CODE="00AB"/>φυσική<QUOT.END ID="QE0118" REF.START="QS0118" CODE="00BB"/> ή να φέρει την ένδειξη <QUOT.START ID="QS0119" REF.END="QE0119" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0119" REF.START="QS0119" CODE="00BB"/>.</TXT><P>Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, ενόψει του ιδιαίτερα χαμηλού επιπέδου των προαναφερθέντων καταλοίπων σε σχέση με τις τιμές που επιτρέπουν οι αρμόδιες αρχές (εθνικές, κοινοτικές ή διεθνείς), το γεγονός ότι ο αγοραστής δεν πληροφορείται για την παρουσία των εν λόγω καταλοίπων μέσω της επισημάνσεως του προϊόντος δεν μπορεί να συνιστά παραπλάνηση του καταναλωτή κατά την έννοια των διατάξεων της οδηγίας 79/112.</P></NP><NP><NO.P>82.</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο Oberlandesgericht Köln ότι η χρησιμοποίηση της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0120" REF.END="QE0120" CODE="00AB"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0120" REF.START="QS0120" CODE="00BB"/> για τον χαρακτηρισμό μιας μαρμελάδας από φράουλες που περιέχει πηκτίνη, καθώς και ίχνη καταλοίπων μολύβδου, καδμίου και ζιζανιοκτόνων στις περιεκτικότητες που εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής δεν μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο i, της οδηγίας 79/112.</TXT></NP></GR.SEQ></GR.SEQ><?PAGE NO="I-2320"?><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><P>Πρόταση</P></TI></TITLE><NP><NO.P>83.</NO.P><TXT>Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0121" REF.END="QE0121" CODE="00AB"/>Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο i, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19781218">18ης Δεκεμβρίου 1978</DATE>, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμιση τους, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 97/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19970127">27ης Ιανουαρίου 1997</DATE>, έχει την έννοια ότι η χρησιμοποίηση της ενδείξεως <QUOT.START ID="QS0122" REF.END="QE0122" CODE="201C"/>αγνή και φυσική<QUOT.END ID="QE0122" REF.START="QS0122" CODE="201D"/> για τον χαρακτηρισμό μιας μαρμελάδας από φράουλες όπως της επίδικης στην κύρια δίκη δεν μπορεί να παραπλανήσει τον αγοραστή ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου.<QUOT.END ID="QE0121" REF.START="QS0121" CODE="00BB"/></P></QUOT.S></P></NP></GR.SEQ></CONTENTS.CONCLUSION></CONCLUSION>