<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><ORDER xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-05.00-20081231.xd"><BIB.ORDER><REF.CASE FILE="ECRT12005ELA.0500190101.case.xml"><NO.CASE>T-125/05 R</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>62005B0125</NO.CELEX><NO.SEQ>0015.0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST.ECR>1903</PAGE.FIRST.ECR><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST.ECR>1915</PAGE.LAST.ECR><PAGE.TOTAL>13</PAGE.TOTAL><AUTHOR>T</AUTHOR></BIB.ORDER><CURR.TITLE><LEFT>ΔΙΑΤΑΞΗ της <DATE ISO="20050602">2. 6. 2005</DATE> — ΥΠΟΘΕΣΗ T-125/05 R</LEFT><RIGHT>UMWELT- UND INGENIEURTECHNIK DRESDEN κατά ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ</RIGHT></CURR.TITLE><TITLE><TI><P><HT TYPE="UC">Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου</HT></P><P>της <DATE ISO="20050602">2ας Ιουνίου 2005</DATE><NOTE NOTE.ID="E0001" NUMBERING="STAR"><P>Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.</P></NOTE></P></TI></TITLE><ORDER.INIT><P>Στην υπόθεση T-125/05 R,</P></ORDER.INIT><PARTIES><PLAINTIFS><P><HT TYPE="BOLD">Umwelt- und Ingenieurtechnik GmbH Dresden,</HT> με έδρα τη Δρέσδη (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον Η. Bobl, δικηγόρο,</P><PARTY.STATUS>αιτούσα,</PARTY.STATUS></PLAINTIFS><AGAINST>κατά</AGAINST><DEFENDANTS><P><HT TYPE="BOLD">Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,</HT> εκπροσωπούμενης από τον Μ. Wilderspin και την S. Fries, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,</P><PARTY.STATUS>καθής,</PARTY.STATUS></DEFENDANTS></PARTIES><?PAGE NO="II-1904"?><SUBJECT><P>με αντικείμενο, κυρίως, αίτηση αναστολής εκτελέσεως των αποφάσεων της Επιτροπής περί μη αναθέσεως στην αιτούσα του μέρους 2 της συμβάσεως EuropeAid/119151/D/S/UA με τίτλο <QUOT.START ID="QS0001" REF.END="QE0001" CODE="00AB"/>Σχέδιο εκσυγχρονισμού του εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας στη νότια Ουκρανία<QUOT.END ID="QE0001" REF.START="QS0001" CODE="00BB"/> και αναθέσεως του σε άλλη επιχείρηση και, επικουρικώς, αίτηση με σκοπό να διαταχθούν άλλα προσωρινά μέτρα,</P></SUBJECT><PREAMBLE.GEN><PREAMBLE.INIT><P>Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ</P></PREAMBLE.INIT><PREAMBLE.FINAL><P>εκδίδει την ακόλουθη</P></PREAMBLE.FINAL></PREAMBLE.GEN><CONTENTS.ORDER><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><P>Διάταξη</P></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Ιστορικό της διαψοράς</P></TI></TITLE><NP><NO.P>1</NO.P><TXT>Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 99/2000 του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19991229">29ης Δεκεμβρίου 1999</DATE>, για τη χορήγηση συνδρομής στα κράτη εταίρους της Ανατολικής Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="012" DATE.PUB="2000" PAGE.FIRST="1">ΕΕ 2000, L 12, σ. 1</REF.DOC.OJ>), προβλέπει μεταξύ άλλων τη χρηματοδότηση προγραμμάτων πυρηνικής ασφάλειας στα εν λόγω κράτη.</TXT></NP><?PAGE NO="II-1905"?><NP><NO.P>2</NO.P><TXT>Ετήσιο πρόγραμμα δράσεως στον τομέα της πυρηνικής ασφάλειας εκπονήθηκε για το έτος 2001 στο πλαίσιο του κανονισμού 99/2000. Στο πλαίσιο αυτό, διεξήχθη η διαδικασία προσκλήσεως υποβολής προσφορών, για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως με τίτλο <QUOT.START ID="QS0002" REF.END="QE0002" CODE="00AB"/>Σχέδιο εκσυγχρονισμού του εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας στη νότια Ουκρανία<QUOT.END ID="QE0002" REF.START="QS0002" CODE="00BB"/>. Το μέρος 2 της εν λόγω συμβάσεως αφορούσε την εγκατάσταση εξελιγμένου συστήματος συλλογής και επεξεργασίας στοιχείων σχετικά με τον έλεγχο της ποιότητας του ύδατος στο εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας στη νότια Ουκρανία.</TXT></NP><NP><NO.P>3</NO.P><TXT>Απαντώντας στην εν λόγω πρόσκληση υποβολής προσφορών, που δημοσιεύθηκε στις <DATE ISO="20040619">19 Ιουνίου 2004</DATE> στην <HT TYPE="ITALIC">Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης</HT> (<REF.DOC.OJ COLL="S" NO.OJ="119" DATE.PUB="2004">EE S 119</REF.DOC.OJ>), κατατέθηκαν εμπροθέσμως τρεις προσφορές, μεταξύ των οποίων η προσφορά της αιτούσας.</TXT></NP><NP><NO.P>4</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20041004">4 Οκτωβρίου 2004</DATE>, παρουσία των υποβαλόντων προσφορές, δημοσιοποιήθηκαν οι κατατεθείσες προσφορές.</TXT></NP><NP><NO.P>5</NO.P><TXT>Η επιφορτισμένη με την τεχνική αξιολόγηση των προσφορών επιτροπή (στο εξής: επιτροπή αξιολόγησης) προέβη στην εξέταση των διαφόρων παραληφθεισών προσφορών και εξακρίβωσε ότι πληρούσαν τις διοικητικές ή τεχνικές προδιαγραφές.</TXT></NP><NP><NO.P>6</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, η επιτροπή αξιολόγησης ζήτησε από την αιτούσα να προσκομίσει διευκρινίσεις για διάφορα στοιχεία της προσφοράς της, με επιστολές της <DATE ISO="20041006">6ης</DATE>, <DATE ISO="20041008">8ης</DATE> και <DATE ISO="20041012">12ης Οκτωβρίου 2004</DATE>, αντιστοίχως, στις οποίες η αιτούσα απάντησε με επιστολές της <DATE ISO="20041007">7ης</DATE>, <DATE ISO="20041012">12ης</DATE> και <DATE ISO="20041014">14ης Οκτωβρίου 2004</DATE> αντιστοίχως.</TXT></NP><?PAGE NO="II-1906"?><NP><NO.P>7</NO.P><TXT>Επειδή οι παρασχεθείσες από την αιτούσα διευκρινίσεις επί δύο τεχνικών πτυχών (<QUOT.START ID="QS0003" REF.END="QE0003" CODE="00AB"/>Προσαρμογή υπ' αριθ. 9<QUOT.END ID="QE0003" REF.START="QS0003" CODE="00BB"/> και <QUOT.START ID="QS0004" REF.END="QE0004" CODE="00AB"/>Προσαρμογή υπ' αριθ. 13<QUOT.END ID="QE0004" REF.START="QS0004" CODE="00BB"/>) ήσαν ανεπαρκείς, η προσφορά της δεν έγινε δεκτή. Επομένως, οι προταθείσες από την αιτούσα τιμές δεν συγκρίθηκαν με τις προταθείσες από τους άλλους υποβαλόντες προσφορές τιμές.</TXT></NP><NP><NO.P>8</NO.P><TXT>Η σύμβαση ανατέθηκε στην εταιρία All Trade, η προσφορά της οποίας ήταν η πλέον συμφέρουσα από τις προσφορές που υπέβαλαν οι υποβαλόντες προσφορές.</TXT></NP><NP><NO.P>9</NO.P><TXT>Η ανάθεση κοινοποιήθηκε στην All Trade και ελήφθησαν όλες οι απαιτούμενες για την υπογραφή της συμβάσεως διατάξεις. Η σύμβαση συνάφθηκε απ' ευθείας μεταξύ της Energoatom, δικαιούχου του σχεδίου, και του αναδόχου. Η σύμβαση υπογράφηκε στις <DATE ISO="20041220">20 Δεκεμβρίου 2004</DATE>.</TXT></NP><NP><NO.P>10</NO.P><TXT>Με έγγραφο της <DATE ISO="20041223">23ης Δεκεμβρίου 2004</DATE>, που περιήλθε στην αιτούσα στις <DATE ISO="20050110">10 Ιανουαρίου 2005</DATE>, η Επιτροπή πληροφόρησε την αιτούσα ότι δεν της ανέθεσε τη σύμβαση λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η προσφορά της δεν πληρούσε τις τεχνικές προδιαγραφές (στο εξής: πρώτη απόφαση). Περαιτέρω, το εν λόγω έγγραφο πληροφορούσε την αιτούσα ότι η σύμβαση ανατέθηκε στην All Trade (στο εξής: δεύτερη απόφαση).</TXT></NP><NP><NO.P>11</NO.P><TXT>Με έγγραφο της <DATE ISO="20050114">14ης Ιανουαρίου 2005</DATE> προς την Επιτροπή, η αιτούσα αμφισβήτησε τους λόγους που δικαιολογούν τις δύο αυτές αποφάσεις.</TXT></NP><NP><NO.P>12</NO.P><TXT>Με έγγραφο της <DATE ISO="20050131">31ης Ιανουαρίου 2005</DATE>, η Επιτροπή απάντησε στις προβληθείσες από την αιτούσα αιτιάσεις.</TXT></NP></GR.SEQ><?PAGE NO="II-1907"?><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων</P></TI></TITLE><NP><NO.P>13</NO.P><TXT>Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις <DATE ISO="20050318">18 Μαρτίου 2005</DATE>, η αιτούσα άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή με σκοπό την ακύρωση της πρώτης και της δεύτερης αποφάσεως (στο εξής, από κοινού: επίδικες αποφάσεις).</TXT></NP><NP><NO.P>14</NO.P><TXT>Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις <DATE ISO="20050321">21 Μαρτίου 2005</DATE>, δυνάμει του άρθρου 104 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, η αιτούσα υπέβαλε την παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητεί:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>κυρίως, την αναστολή εκτελέσεως των επίδικων αποφάσεων μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της προσφυγής της κύριας δίκης·</P></ITEM><ITEM><P>επικουρικώς, να ληφθούν τα απαραίτητα προσωρινά μέτρα, με τα οποία μπορεί μάλιστα να αποφευχθεί η δημιουργία τετελεσμένου γεγονότος σε βάρος της αιτούσας από την εκτέλεση των προσβαλλόμενων αποφάσεων και, ειδικότερα, να απαγορευθεί στην καθής:</P><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>αφενός, να αναθέσει την επίμαχη σύμβαση στην All Trade·</P></ITEM><ITEM><P>αφετέρου, να συνταχθεί η προβλεπόμενη στο σημείο 21 του φακέλου προσκλήσεως υποβολής προσφορών σύμβαση και να παρουσιαστεί προς υπογραφή στην All Trade, ή να ληφθεί οποιοδήποτε άλλο μέτρο που μπορεί να ευνοήσει την ανάθεση ή την εκτέλεση της συμβάσεως.</P></ITEM></LIST></P></ITEM></LIST></P></NP><?PAGE NO="II-1908"?><NP><NO.P>15</NO.P><TXT>Με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις <DATE ISO="20050411">11 Απριλίου 2005</DATE>, η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως ως αβάσιμης.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Επί της ουσίας</P></TI></TITLE><NP><NO.P>16</NO.P><TXT>Δυνάμει του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, αφενός, και του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, αφετέρου, το Πρωτοδικείο μπορεί, αν κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης ενώπιόν του πράξεως ή να διατάξει τη λήψη των απαιτουμένων προσωρινών μέτρων.</TXT></NP><NP><NO.P>17</NO.P><TXT>Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris) τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι σωρευτικές, οπότε οι αιτήσεις για λήψη προσωρινών μέτρων πρέπει να απορρίπτονται εφόσον μια από τις προϋποθέσεις αυτές ελλείπει [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της <DATE ISO="19961014">14ης Οκτωβρίου 1996</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-268/96 P(R)" YEAR="1996" PAGE.ECR="I-4971">C-268/96 Ρ(R), SCIC και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-4971, σκέψη 30</REF.DOC.ECR>].</TXT></NP><NP><NO.P>18</NO.P><TXT>Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων του φακέλου της υποθέσεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει ότι διαθέτει όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για να αποφανθεί επί της παρούσας αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, χωρίς να χρειάζεται να ακούσει, προηγουμένως, τις προφορικές παρατηρήσεις των διαδίκων.</TXT></NP><?PAGE NO="II-1909"?><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>Επιχειρήματα των διαδίκων</P></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><P>Επί του fumus boni juris</P></TI></TITLE><NP><NO.P>19</NO.P><TXT>Όσον αφορά την πρώτη απόφαση, η αιτούσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή προσέβαλε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Πάντως, η εν λόγω αρχή έχει θεμελιώδη χαρακτήρα στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, γεγονός το οποίο εκφράζεται ιδιαίτερα στο άρθρο 89, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού.</TXT></NP><NP><NO.P>20</NO.P><TXT>Πρώτον, αντίθετα προς ό,τι αναφέρεται στα έγγραφα της Επιτροπής της <DATE ISO="20041223">23ης Δεκεμβρίου 2004</DATE> και της <DATE ISO="20050131">31ης Ιανουαρίου 2005</DATE>, η προσφορά της αιτούσας συνήδε προς τις τεχνικές προδιαγραφές που αναφέρονταν στην πρόσκληση υποβολής προσφορών, δηλαδή τις προδιαγραφές που αναφέρονταν, αφενός, στο τμήμα 2.2.6 των εν λόγω προδιαγραφών και, αφετέρου, στα τμήματα 2.3.1 και 2.3.4 των ίδιων τεχνικών προδιαγραφών. Εξάλλου, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν ήσαν ανεπαρκείς οι λεπτομερείς εξηγήσεις και τα μεταγενέστερα πληροφοριακά στοιχεία που προσκομίστηκαν στην Επιτροπή.</TXT></NP><NP><NO.P>21</NO.P><TXT>Η αιτούσα προσθέτει ότι οι τεχνικής φύσεως επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν στα έγγραφα της <DATE ISO="20041223">23ης Δεκεμβρίου 2004</DATE> και της <DATE ISO="20050131">31ης Ιανουαρίου 2005</DATE> δεν έχουν σχέση με τα προηγούμενα αιτήματα της Επιτροπής για παροχή διευκρινίσεων.</TXT></NP><NP><NO.P>22</NO.P><TXT>Όσον αφορά τη δεύτερη απόφαση, η αιτούσα κρίνει ότι η διαπίστωση της Επιτροπής σχετικά με την οικονομικής φύσεως αξιολόγηση είναι προδήλως εσφαλμένη.</TXT></NP><?PAGE NO="II-1910"?><NP><NO.P>23</NO.P><TXT>Στην προκήρυξη του διαγωνισμού για τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, η All Trade αναφέρθηκε ως δικαιούχος συμβάσεως <HT TYPE="ITALIC">αξίας</HT> 3423658 ευρώ, ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην τιμή της προσφοράς όπου περιλαμβάνονται όλες οι επιβαρύνσεις και υπηρεσίες. Πάντως, σύμφωνα με την αιτούσα, οι δηλώσεις σχετικά με τις τιμές των προσφορών που περιλαμβάνονται στο από <DATE ISO="20050131">31 Ιανουαρίου 2005</DATE> έγγραφο της Επιτροπής είναι ανακριβείς.</TXT></NP><NP><NO.P>24</NO.P><TXT>Σύμφωνα με την αιτούσα, η παραπομπή εκ μέρους της Επιτροπής στο σημείο 1.3 των οδηγιών προς τους υποβαλόντες προσφορές είναι εσφαλμένη. Το σημείο 1.3 προβλέπει κατ' ουσίαν ότι, στο πλαίσιο της αξιολογήσεως των προσφορών, λαμβάνεται υπόψη μόνον η βασική τιμή της προσφοράς, αποκλειόμενης της τιμής μονάδας και της συνολικής τιμής των ανταλλακτικών, εκτός αν οι τελευταίες δύο τιμές διαφέρουν ουσιωδώς από τη μία προσφορά στην άλλη. Σύμφωνα με την αιτούσα, τούτο ακριβώς συνέβη εν προκειμένω.</TXT></NP><NP><NO.P>25</NO.P><TXT>Η αιτούσα φρονεί ότι η All Trade πρότεινε πιθανώς μεγαλύτερο αριθμό ανταλλακτικών, με συνέπεια η συνολική τιμή της προσφοράς να προσαυξηθεί πλέον των 300000 ευρώ. Σύμφωνα με την αιτούσα, η Επιτροπή δεν τήρησε την υποχρέωση της, την οποία υπέχει από το σημείο 1.3 των οδηγιών προς τους υποβαλόντες προσφορές, να λάβει υπόψη το γεγονός αυτό.</TXT></NP><NP><NO.P>26</NO.P><TXT>Η αιτούσα υποστηρίζει εξάλλου ότι η All Trade δεν διαθέτει ούτε την απαιτούμενη ειδίκευση και τεχνογνωσία. Σύμφωνα με την αιτούσα, η Αll Trade πρότεινε προφανώς προϊόν που είναι πολύ πιθανόν να αποβεί ελαττωματικό. Η ανάθεση του μέρους 2 στην All Trade συνεπάγεται επομένως, από τεχνικής, εμπορικής, προσωπικής και οικονομικής απόψεως, σοβαρές αμφιβολίες ως προς την εγγύηση ότι η προβλεπόμενη παροχή που αποτελεί το αντικείμενο της συμβάσεως θα εκτελεστεί αρμοδίως και εμπροθέσμως όπως απαιτείται.</TXT></NP><NP><NO.P>27</NO.P><TXT>Συναφώς, η αιτούσα προσθέτει, πρώτον, ότι το κεφάλαιο της All Trade δεν έχει σχέση με την <HT TYPE="ITALIC">αξία</HT> της συμβάσεως, δεύτερον, ότι η All Trade επιθυμεί προδήλως να εκτελέσει τη σύμβαση μόνη, με τη βοήθεια τριών συνεργατών και, τρίτον, ότι οι<?PAGE NO="II-1911"?> συστάσεις της All Trade αφορούν απλώς ένα σχέδιο στην Αρμενία, σχετικά με σύμβαση αξίας μικρότερης του 1 εκατομμυρίου ευρώ, πραγματοποιηθείσα προ δύο ετών περίπου.</TXT></NP><NP><NO.P>28</NO.P><TXT>Σε απάντηση, η Επιτροπή αναφέρει ότι η προσφυγή ακυρώσεως της αιτούσας στην υπόθεση της κύριας δίκης στερείται προδήλως ερείσματος.</TXT></NP><NP><NO.P>29</NO.P><TXT>Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, διαθέτει σημαντική εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να ληφθεί απόφαση συνάψεως συμβάσεως βάσει προσκλήσεως υποβολής προσφορών. Συνεπώς, ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο της τηρήσεως των κανόνων διαδικασίας και αιτιολογήσεως καθώς και στον έλεγχο της ουσιαστικής ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών, της ελλείψεως πρόδηλου σφάλματος εκτιμήσεως και της καταχρήσεως εξουσίας (απόφαση του Πρωτοδικείου της <DATE ISO="20020927">27ης Σεπτεμβρίου 2002</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-211/02" YEAR="2002" PAGE.ECR="II-3781">Τ-211/02, Tideland Signal κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-3781, σκέψη 33</REF.DOC.ECR>).</TXT></NP><NP><NO.P>30</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, η διαδικασία προσκλήσεως υποβολής προσφορών διεξήχθη σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις. Εξάλλου, η απόφαση απορρίψεως της προσφοράς της αιτούσας είναι αιτιολογημένη. Οι προβληθέντες συναφώς λόγοι είναι τεχνικής φύσεως. Η Επιτροπή στηρίχθηκε, για να τους εκτιμήσει, στη γνώμη εμπειρογνωμόνων, εν προκειμένω της επιτροπής αξιολόγησης. Επομένως, η Επιτροπή καταλήγει στο ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι υπάρχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ή υπέρβαση εξουσίας και δεν υφίσταται κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να διαφαίνεται η ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως ή υπερβάσεως εξουσίας.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><P>Επί του επείγοντος και της σταθμίσεως των συμφερόντων</P></TI></TITLE><NP><NO.P>31</NO.P><TXT>Η αιτούσα υποστηρίζει ότι, αν δεν γίνει δεκτή η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, οι επίδικες αποφάσεις θα τεθούν σε ισχύ. Το εν λόγω <QUOT.START ID="QS0005" REF.END="QE0005" CODE="00AB"/>τετελεσμένο γεγονός<QUOT.END ID="QE0005" REF.START="QS0005" CODE="00BB"/> επηρεάζει οριστικώς τη νομική θέση της αιτούσας και θίγει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματά της.</TXT></NP><?PAGE NO="II-1912"?><NP><NO.P>32</NO.P><TXT>Η Επιτροπή φρονεί ότι η αιτούσα δεν απέδειξε ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της διαδικασίας της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.</TXT></NP><NP><NO.P>33</NO.P><TXT>Περαιτέρω, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, οικονομικής φύσεως ζημία δεν μπορεί, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη ή έστω δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει αντικείμνο μεταγενέστερης οικονομικής αντισταθμίσεως (διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της <DATE ISO="20000720">20ής Ιουλίου 2000</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-169/00 R" YEAR="2000" PAGE.ECR="II-2951">Τ-169/00 R, Esedra κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-2951, σκέψη 45</REF.DOC.ECR>· της <DATE ISO="20021203">3ης Δεκεμβρίου 2002</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-181/02 R" YEAR="2002" PAGE.ECR="II-5081">Τ-181/02 R, Neue Erba Lautex κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-5081, σκέψη 84</REF.DOC.ECR>, και της <DATE ISO="20040727">27ης Ιουλίου 2004</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-148/04 R" YEAR="2004" PAGE.ECR="II-3027">Τ-148/04 R, TQ3 Travel Solutions Belgium κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-3027, σκέψη 46</REF.DOC.ECR>).</TXT></NP><NP><NO.P>34</NO.P><TXT>Εν πάση περιπτώσει, τα συμφέροντα της αιτούσας δεν μπορεί να υπερισχύσουν, αφενός, των συμφερόντων του αναδόχου με τον οποίο υπογράφηκε η σύμβαση και, αφετέρου, του συμφέροντος διασφαλίσεως της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων.</TXT></NP></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων</P></TI></TITLE><NP><NO.P>35</NO.P><TXT>Με το αίτημα της, η αιτούσα ζητεί κατ' ουσίαν από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να απαγορεύσει στην καθής, αφενός, την ανάθεση της επίμαχης συμβάσεως στην All Trade και, αφετέρου, να συντάξει τη σύμβαση που προβλέπεται στο σημείο 21 του φακέλου της προσκλήσεως υποβολής προσφορών και να την υποβάλει προς υπογραφή στην All Trade. Εξάλλου, η αιτούσα ζητεί την αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως περί μη αναθέσεως σ' αυτήν του μέρους 2 της επίμαχης συμβάσεως και την αναστολή εκτελέσεως της ενδεχομένως υπογραφείσας με την All Trade συμβάσεως.</TXT></NP><?PAGE NO="II-1913"?><NP><NO.P>36</NO.P><TXT>Πάντως, η Επιτροπή ανέφερε, χωρίς να αντικρουστεί από την αιτούσα ούτε από κάποιο εκ των στοιχείων που προστέθηκαν στον φάκελο, ότι η σύμβαση μεταξύ All Trade και Energoatom υπογράφηκε στις <DATE ISO="20041223">23 Δεκεμβρίου 2004</DATE>. Για τον λόγο αυτό, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων καθόσον σκοπεί στη μη ανάθεση της συμβάσεως στην All Trade και την υπογραφή της συμβάσεως, ήταν, από την κατάθεση της, άνευ αντικειμένου. Επομένως, το αίτημα αυτό είναι απαράδεκτο.</TXT></NP><NP><NO.P>37</NO.P><TXT>Όσον αφορά τα αιτήματα με σκοπό την αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως περί μη αναθέσεως της συμβάσεως στην αιτούσα και την αναστολή της εκτελέσεως της συναφθείσας με την All Trade συμβάσεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων φρονεί, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί ως προς το συμβατό της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων προς τις επιταγές του άρθρου 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όπως έχει ερμηνευθεί από τον κοινοτικό δικαστή (διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της <DATE ISO="20020507">7ης Μαίου 2002</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-306/01 R" YEAR="2002" PAGE.ECR="II-2387">Τ-306/01 R, Aden κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-2387, σκέψη 52</REF.DOC.ECR>, και της <DATE ISO="20041110">10ης Νοεμβρίου 2004</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-303/04 R" YEAR="2004" PAGE.ECR="II-3889">Τ-303/04 R, European Dynamics κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. ΙΙ-3889, σκέψεις 63 και 64</REF.DOC.ECR>), ότι πρέπει να εξετάσει αν πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με το επείγον.</TXT></NP><NP><NO.P>38</NO.P><TXT>Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, το επείγον μιας αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση προς την ανάγκη που υφίσταται για την έκδοση προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο ο οποίος ζητεί το προσωρινό μέτρο (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της <DATE ISO="19860206">6ης Φεβρουαρίου 1986</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="310/85 R" YEAR="1986" PAGE.ECR="537">310/85 R, Deufil κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 537, σκέψη 15</REF.DOC.ECR>, και διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της <DATE ISO="19990630">30ής Ιουνίου 1999</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-13/99 R" YEAR="1999" PAGE.ECR="II-1961">Τ-13/99 R, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1961, σκέψη 134</REF.DOC.ECR>).</TXT></NP><NP><NO.P>39</NO.P><TXT>Στον διάδικο που ζητεί την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί ζημία που θα έχει σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της <DATE ISO="19910508">8ης Μαΐου 1991</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-356/90 R" YEAR="1991" PAGE.ECR="I-2423">C-356/90 R, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-2423, σκέψη 23</REF.DOC.ECR>, και διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της <DATE ISO="20011115">15ης Νοεμβρίου 2001</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-151/01 R" YEAR="2001" PAGE.ECR="II-3295">Τ-151/01 R, Duales System Deutschland κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-3295, σκέψη 187</REF.DOC.ECR>).</TXT></NP><?PAGE NO="II-1914"?><NP><NO.P>40</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, η αιτούσα αναφέρει μόνον, άνευ άλλης διευκρινίσεως, ότι η <QUOT.START ID="QS0006" REF.END="QE0006" CODE="00AB"/>προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και υπάρχει επομένως ο κίνδυνος, στο πλαίσιο της διαδικασίας του επίδικου διαγωνισμού, να αρχίσει να ισχύει η αμφισβητούμενη υπέρ της ΑΠ Trade [...] ανάθεση<QUOT.END ID="QE0006" REF.START="QS0006" CODE="00BB"/> και <QUOT.START ID="QS0007" REF.END="QE0007" CODE="00AB"/>τούτο δημιουργεί τετελεσμένο γεγονός και θίγει οριστικώς τη νομική θέση της αιτούσας<QUOT.END ID="QE0007" REF.START="QS0007" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>41</NO.P><TXT>Η αιτούσα δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να αναμείνει την έκδοση αποφάσεως επί του αιτήματος της ακυρώσεως και δεν αποδεικνύει καθόλου ότι θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.</TXT></NP><NP><NO.P>42</NO.P><TXT>Καθόσον η επιχειρηματολογία της αιτούσας μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προβαλλόμενη ζημία αφορά το γεγονός ότι ο παραγκωνισμός της είναι η αιτία οικονομικής ζημίας, αρκεί η υπενθύμιση ότι ζημία τέτοιου είδους δεν μπορεί, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη ή έστω δυσχερώς ανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο μεταγενέστερης οικονομικής αντισταθμίσεως (προαναφερθείσες διατάξεις Esedra κατά Επιτροπής, σκέψη 45, Neue Erba Lautex κατά Επιτροπής, σκέψη 84, και TQ3 Travel Solutions Belgium κατά Επιτροπής, σκέψη 46).</TXT></NP><NP><NO.P>43</NO.P><TXT>Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται ότι η προϋπόθεση σχετικά με το επείγον δεν πληρούται και, επομένως, η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να χρειαστεί να εξεταστεί αν πληρούνται οι άλλες προϋποθέσεις χορηγήσεως προσωρινών μέτρων.</TXT></NP></GR.SEQ></GR.SEQ></GR.SEQ><?PAGE NO="II-1915"?><JURISDICTION><INTRO><P>Για τους λόγους αυτούς,</P><P>Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ</P><P>διατάσσει:</P></INTRO><LIST TYPE="ARAB"><ITEM><NP><NO.P>1)</NO.P><TXT>Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων,</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>2)</NO.P><TXT>Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.</TXT></NP></ITEM></LIST></JURISDICTION></CONTENTS.ORDER><SIGNATURE.CASE><P>Λουξεμβούργο, <DATE ISO="20050602">2 Ιουνίου 2005</DATE>.</P><SIGNATORY><P>Ο Γραμματέας</P><P>Η. Jung</P></SIGNATORY><SIGNATORY><P>Ο Πρόεδρος</P><P>Β. Vesterdorf</P></SIGNATORY></SIGNATURE.CASE></ORDER>