European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2024/3115

16.12.2024

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/3115 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 27ης Νοεμβρίου 2024

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 όσον αφορά τα πολυετή προγράμματα επισκοπήσεων, τις γνωστοποιήσεις σχετικά με την παρουσία ρυθμιζόμενων επιβλαβών οργανισμών μη καραντίνας, τις προσωρινές παρεκκλίσεις από τις απαγορεύσεις εισαγωγής και τις ειδικές απαιτήσεις εισαγωγής και τη θέσπιση διαδικασιών για τη χορήγησή τους, τις προσωρινές απαιτήσεις εισαγωγής για φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα υψηλού κινδύνου, τη θέσπιση διαδικασιών για την καταχώριση φυτών υψηλού κινδύνου, το περιεχόμενο των πιστοποιητικών φυτοϋγείας και τη χρήση των φυτοϋγειονομικών διαβατηρίων και όσον αφορά ορισμένες απαιτήσεις υποβολής στοιχείων για τις οριοθετημένες περιοχές και τις επισκοπήσεις επιβλαβών οργανισμών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 όσον αφορά ορισμένες γνωστοποιήσεις μη συμμόρφωσης

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 43 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Απαιτούνται μεγαλύτερη σαφήνεια, διαφάνεια και συνοχή για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), δεδομένου ότι τα υγιή φυτά είναι ζωτικής σημασίας για μία βιώσιμη φυτική παραγωγή και συμβάλλουν στην επισιτιστική ασφάλεια και την ασφάλεια των τροφίμων, καθώς και στην προστασία του περιβάλλοντος από επιβλαβείς οργανισμούς.

(2)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/2031 θεσπίζει κανόνες σχετικά με προστατευτικά μέτρα κατά των επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών. Στους εν λόγω κανόνες περιλαμβάνονται η ταξινόμηση και η καταγραφή των ρυθμιζόμενων επιβλαβών οργανισμών, απαιτήσεις σχετικά με την είσοδο και τη διακίνηση στο έδαφος της Ένωσης ορισμένων φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων, οι επισκοπήσεις, οι κοινοποιήσεις εστιών, τα μέτρα για την εξάλειψη επιβλαβών οργανισμών, εάν διαπιστωθεί η παρουσία τους στην επικράτεια της Ένωσης, και η πιστοποίηση.

(3)

Επιπλέον, ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/2031 περιλαμβάνει απαιτήσεις υποβολής στοιχείων στους τομείς της δημιουργίας οριοθετημένων περιοχών και των επισκοπήσεων των ενωσιακών επιβλαβών οργανισμών καραντίνας, των επιβλαβών οργανισμών προτεραιότητας και των επιβλαβών οργανισμών καραντίνας στις προστατευόμενες ζώνες. Οι εν λόγω απαιτήσεις υποβολής στοιχείων διαδραματίζουν καίριο ρόλο στη διασφάλιση της ορθής παρακολούθησης και της ορθής επιβολής της νομοθεσίας. Ωστόσο, είναι σημαντικό να εξορθολογιστούν και να απλουστευθούν οι εν λόγω απαιτήσεις κατά τρόπο που ευθυγραμμίζεται με την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 16ης Μαρτίου 2023, με τίτλο «Μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ΕΕ: προοπτικές μετά το 2030» και να προωθηθούν εναρμονισμένες, τυποποιημένες και ψηφιοποιημένες διαδικασίες, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω απαιτήσεις εκπληρώνουν τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονται και να μειωθεί η γραφειοκρατία, με τον παράλληλο περιορισμό του διοικητικού και δημοσιονομικού φόρτου.

(4)

Σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, τα κράτη μέλη οφείλουν να γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη, έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους, τον αριθμό και τις θέσεις των οριοθετημένων περιοχών που έχουν δημιουργηθεί, τους σχετικούς επιβλαβείς οργανισμούς και τα αντίστοιχα μέτρα που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια του προηγούμενου ημερολογιακού έτους.

(5)

Η πείρα από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 έχει δείξει ότι είναι αποτελεσματικότερο, για λόγους συντονισμού της φυτοϋγειονομικής πολιτικής σε επίπεδο Ένωσης, να γνωστοποιούνται οι οριοθετημένες περιοχές αμέσως μόλις ορίζονται. Η άμεση γνωστοποίηση των οριοθετημένων περιοχών από κάθε κράτος μέλος βοηθά τα άλλα κράτη μέλη, την Επιτροπή και τους επαγγελματίες να ενημερώνονται σχετικά με την παρουσία και την εξάπλωση του εν λόγω επιβλαβούς οργανισμού και να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν στη συνέχεια. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να συμπεριληφθεί στο άρθρο 18 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 η υποχρέωση των κρατών μελών να γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τις οριοθετημένες περιοχές αμέσως μόλις δημιουργούνται, καθώς και τους σχετικούς επιβλαβείς οργανισμούς και τα αντίστοιχα μέτρα που λαμβάνουν. Η υποχρέωση αυτή δεν θα προσέθετε νέο διοικητικό φόρτο, διότι ορίζεται ήδη στο παράρτημα I σημείο 7.1 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2019/1715 της Επιτροπής (4) και εφαρμόζεται από όλα τα κράτη μέλη. Η θέσπιση της εν λόγω υποχρέωσης στο άρθρο 18 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 θα ενίσχυε περαιτέρω τη σαφήνεια σχετικά με τους εφαρμοστέους κανόνες που αφορούν τις οριοθετημένες περιοχές, με την προϋπόθεση ότι η αντίστοιχη υποχρέωση που προβλέπεται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2019/1715 θα καταργηθεί, ώστε να αποφευχθούν επικαλύψεις των σχετικών διατάξεων.

(6)

Επιπλέον, και όπως έχει δείξει η πείρα με την εφαρμογή του άρθρου 18 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, η υποχρέωση των κρατών μελών να γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη, έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους, τον αριθμό και τις θέσεις των οριοθετημένων περιοχών που έχουν δημιουργηθεί, τους σχετικούς επιβλαβείς οργανισμούς και τα αντίστοιχα μέτρα που ελήφθησαν κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος, απλώς αυξάνει τον διοικητικό φόρτο και δεν έχει καμία πρακτική αξία ενόψει της υποχρέωσης της άμεσης γνωστοποίησης των οριοθετημένων περιοχών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αφαιρεθεί η αντίστοιχη διάταξη από το εν λόγω άρθρο.

(7)

Προκειμένου να εξορθολογιστούν οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων και να ενισχυθεί η ψηφιοποίηση της υποβολής εκθέσεων, η άμεση γνωστοποίηση των οριοθετημένων περιοχών θα πρέπει να πραγματοποιείται μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031. Για λόγους συνέπειας οι γνωστοποιήσεις κατόπιν διαπίστωσης παρουσίας του επιβλαβούς οργανισμού στη ζώνη ασφάλειας που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 και η κατάργηση των οριοθετημένων περιοχών που αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει επίσης να πραγματοποιούνται μέσω του εν λόγω ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποίησης.

(8)

Η πείρα έχει δείξει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα κράτη μέλη χρειάζονται τη βοήθεια εμπειρογνωμόνων για να καταστεί δυνατό να αναλάβουν ταχεία δράση εναντίον νέων εστιών συγκεκριμένων επιβλαβών οργανισμών στην επικράτειά τους. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να συσταθεί Ενωσιακή Ομάδα Έκτακτης Ανάγκης για την Υγεία των Φυτών («ομάδα»), με σκοπό να παρέχει στα κράτη μέλη, κατόπιν αιτήματός τους, επείγουσα βοήθεια σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατ’ εφαρμογή των άρθρων 10 έως 19 και των άρθρων 27 και 28 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 όσον αφορά τους ενωσιακούς επιβλαβείς οργανισμούς καραντίνας και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 30 του εν λόγω κανονισμού. Για την προστασία της επικράτειας της Ένωσης από πιθανές εστίες σε τρίτες χώρες που συνορεύουν με την επικράτεια της Ένωσης ή παρουσιάζουν άμεσο φυτοϋγειονομικό κίνδυνο για την εν λόγω επικράτεια, η ομάδα θα μπορούσε επίσης να είναι διαθέσιμη για να παρέχει σε τρίτες χώρες επείγουσα βοήθεια, κατόπιν αιτήματος ενός ή περισσότερων κρατών μελών και της εν λόγω τρίτης χώρας, σχετικά με εκδήλωση στην επικράτειά τους εστιών επιβλαβών οργανισμών καραντίνας της Ένωσης και επιβλαβών οργανισμών που υπόκεινται στα μέτρα που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 30 του εν λόγω κανονισμού.

(9)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία της ομάδας, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τον διορισμό, τη σύνθεση και τη χρηματοδότησή της από την Επιτροπή. Προκειμένου να εξασφαλιστεί καλύτερος συντονισμός και αποτελεσματικότητα, τα μέλη της ομάδας θα πρέπει να διορίζονται από την Επιτροπή, σε διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες, και να επιλέγονται μεταξύ εμπειρογνωμόνων που προτείνονται από τα κράτη μέλη, οι δε εμπειρογνώμονες αυτοί θα πρέπει να διαθέτουν διαφορετικές ειδικότητες σχετικά με την υγεία των φυτών.

(10)

Σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 3, το άρθρο 24 παράγραφος 2 και το άρθρο 34 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, τα κράτη μέλη οφείλουν να γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη, έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους, τα αποτελέσματα των επισκοπήσεων που έγιναν κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος σχετικά με την παρουσία ορισμένων επιβλαβών οργανισμών στην επικράτεια της Ένωσης, και συγκεκριμένα των ενωσιακών επιβλαβών οργανισμών καραντίνας, των επιβλαβών οργανισμών που υπόκεινται στα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 29 και 30 του εν λόγω κανονισμού, των επιβλαβών οργανισμών προτεραιότητας και των επιβλαβών οργανισμών καραντίνας στις προστατευόμενες ζώνες. Επιπλέον, στο άρθρο 23 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 ορίζεται ότι τα κράτη μέλη πρέπει, κατόπιν αιτήματος, να γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τα πολυετή τους προγράμματα επισκόπησης αμέσως μετά τη θέσπισή τους. Προκειμένου να εξορθολογιστούν οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων και να ενισχυθεί η ψηφιοποίηση της υποβολής εκθέσεων, τα σχετικά άρθρα θα πρέπει να τροποποιηθούν με τη ρητή αναφορά ότι οι εν λόγω γνωστοποιήσεις πρέπει να υποβάλλονται μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103 του εν λόγω κανονισμού.

(11)

Σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, τα πολυετή προγράμματα επισκόπησης πρέπει να καταρτίζονται για μια περίοδο πέντε έως επτά ετών. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της εφαρμογής των πολυετών προγραμμάτων επισκόπησης και να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος για τις αρμόδιες αρχές, η διάρκεια της εν λόγω περιόδου θα πρέπει να παραταθεί στα 10 έτη και τα εν λόγω προγράμματα θα πρέπει να υπόκεινται σε επανεξέταση και επικαιροποίηση.

(12)

Το άρθρο 30 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 ορίζει ότι, όταν η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ένας επιβλαβής οργανισμός πληροί τα κριτήρια όσον αφορά τους επιβλαβείς οργανισμούς που δεν είναι καταγεγραμμένοι ως ενωσιακοί επιβλαβείς οργανισμοί καραντίνας, οι οποίοι ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 3 υποτμήμα 2 του εν λόγω κανονισμού, πρέπει να θεσπίζει αμέσως, με εκτελεστικές πράξεις, μέτρα για περιορισμένο χρονικό διάστημα όσον αφορά τους κινδύνους που ενέχει ο εν λόγω επιβλαβής οργανισμός.

(13)

Κατά την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, ορισμένα κράτη μέλη εξέφρασαν αμφιβολίες ως προς το ακριβές περιεχόμενο του όρου «μέτρα», και ιδίως ως προς το αν καλύπτει δράσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο των εισαγωγών ή της εσωτερικής διακίνησης εμπορευμάτων, προκειμένου να αποτραπεί η είσοδος και η εξάπλωση του σχετικού επιβλαβούς οργανισμού στην επικράτεια της Ένωσης. Ως εκ τούτου, και για λόγους νομικής σαφήνειας και πληρότητας, το άρθρο 30 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να αναφέρει συγκεκριμένα ότι τα εν λόγω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν την απαγόρευση της εισόδου, διακίνησης ή κατοχής, πολλαπλασιασμού ή απελευθέρωσης του οικείου επιβλαβούς οργανισμού στην επικράτεια της Ένωσης, καθώς και απαιτήσεις σχετικά με την είσοδο και τη διακίνηση φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων στην επικράτεια της Ένωσης. Ωστόσο, κατά τα άρθρα 8 και 48 του εν λόγω κανονισμού, είναι ακόμη δυνατή η χορήγηση παρεκκλίσεων από τις εν λόγω απαγορεύσεις, όπου απαιτείται, για παράδειγμα, για σχετικές δραστηριότητες έρευνας ή βελτίωσης όσον αφορά την ανθεκτικότητα ή την ανοχή.

(14)

Στο άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 ορίζεται η απαίτηση αποτροπής της παρουσίας ενωσιακών επιβλαβών οργανισμών καραντίνας σε φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα. Στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα εισήλθαν ή διακινήθηκαν στην επικράτεια της Ένωσης κατά παράβαση της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα, όπως αναφέρεται στην ενωσιακή νομοθεσία για τους επίσημους ελέγχους, και ενημερώνουν την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103 του εν λόγω κανονισμού.

(15)

Ωστόσο, δεν υπάρχει απαίτηση για τη γνωστοποίηση της μη συμμόρφωσης με τους κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, το οποίο αφορά μέτρα για την αποτροπή της παρουσίας ρυθμιζόμενων επιβλαβών οργανισμών μη καραντίνας («ΡΕΟΜΚ») σε φυτά προς φύτευση που ξεπερνά το ορισμένο κατώτατο όριο κατά την είσοδο ή τη διακίνηση εντός της επικράτειας της Ένωσης. Ως εκ τούτου, το εν λόγω άρθρο θα πρέπει να τροποποιηθεί με σκοπό να προβλέπει ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις για τους ΡΕΟΜΚ, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα και να ενημερώνουν την Επιτροπή, τα άλλα κράτη μέλη και την εν λόγω τρίτη χώρα μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103 του εν λόγω κανονισμού.

(16)

Κατά συνέπεια, το άρθρο 104 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, το οποίο αφορά τις γνωστοποιήσεις σε περίπτωση παρουσίας επιβλαβών οργανισμών, θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει παραπομπή στο άρθρο 37 παράγραφος 10 του εν λόγω κανονισμού.

(17)

Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότησης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή με σκοπό τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 με τον καθορισμό της διαδικασίας καταχώρισης φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων υψηλού κινδύνου κατά το άρθρο 42 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού. Η εν λόγω διαδικασία θα πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: την προετοιμασία των στοιχείων για την αξιολόγηση των φυτών, των φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων υψηλού κινδύνου· τα μέτρα που θα ληφθούν μετά την παραλαβή των εν λόγω στοιχείων· τις διαδικασίες της εν λόγω αξιολόγησης· και τον χειρισμό των φακέλων όσον αφορά την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων. Αυτό είναι αναγκαίο, διότι η πείρα έχει δείξει ότι μια ειδική διαδικασία καταχώρισης φυτών υψηλού κινδύνου θα μπορούσε να διασφαλίσει τη διαφάνεια και τη συνέπεια για τα κράτη μέλη, τις τρίτες χώρες και τους ενδιαφερόμενους επαγγελματίες. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (5). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(18)

Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι σκόπιμο να επιτρέπεται η είσοδος στην επικράτεια της Ένωσης ορισμένων φυτών, φυτικών προϊόντων ή άλλων αντικειμένων, από ορισμένες τρίτες χώρες, κατά παρέκκλιση από την απαγόρευση που θεσπίζεται δυνάμει του άρθρου 40 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 ή από τις ειδικές και ισοδύναμες απαιτήσεις που θεσπίζονται με την εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 2 αυτού. Τα σχετικά φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα απαριθμούνται επί του παρόντος στα παραρτήματα VI και VII του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2019/2072 (6). Οι περιπτώσεις αυτές είναι εκείνες στις οποίες η Επιτροπή έχει λάβει αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έγκριση προσωρινών παρεκκλίσεων με ισοδύναμες ή αυστηρότερες απαιτήσεις από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 ή στις οποίες μια τρίτη χώρα έχει υποβάλει αίτημα για παρέκκλιση και έχει εγγυηθεί γραπτώς ότι τα μέτρα που εφαρμόζει στην επικράτειά της είναι αποτελεσματικά για τη μείωση του σχετικού κινδύνου από τα εν λόγω φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα και από εκτίμηση κινδύνου αποδεικνύεται ότι ο κίνδυνος για την επικράτεια της Ένωσης μπορεί να μειωθεί σε αποδεκτό επίπεδο με την εφαρμογή ορισμένων προσωρινών μέτρων που ορίζονται στο παράρτημα II τμήμα 1 σημεία 2 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031.

(19)

Για λόγους σαφήνειας, συνέπειας και διαφάνειας, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις οι οποίες να προβλέπουν αυτού του είδους τις παρεκκλίσεις. Για λόγους πληρότητας, οι εν λόγω πράξεις θα πρέπει επίσης να καθορίζουν τα προσωρινά και αναλογικά μέτρα τα οποία είναι αναγκαία για τη μείωση του σχετικού φυτοϋγειονομικού κινδύνου σε αποδεκτό επίπεδο. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

(20)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η έγκαιρη επανεξέτασή τους, η περίοδος εφαρμογής όλων των εν λόγω εκτελεστικών πράξεων δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα πέντε έτη. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εάν δικαιολογείται βάσει επικαιροποιημένης αξιολόγησης, θα πρέπει να είναι δυνατή η ανανέωση της εν λόγω περιόδου και η σχετική παρέκκλιση να υπόκειται σε τροποποιημένες απαιτήσεις, προκειμένου να αντιμετωπιστεί κάθε φυτοϋγειονομικός κίνδυνος.

(21)

Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 με στοιχεία για τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σχετικά με τη χορήγηση προσωρινών παρεκκλίσεων από το άρθρο 40 παράγραφος 2 και το άρθρο 41 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού. Η ενέργεια αυτή είναι αναγκαία, διότι η πείρα από την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 έχει δείξει ότι μια τυποποιημένη διαδικασία για τη χορήγηση των εν λόγω προσωρινών παρεκκλίσεων είναι αναγκαία για να διασφαλίζονται η διαφάνεια και η συνέπεια για τα κράτη μέλη, τις τρίτες χώρες και τους ενδιαφερόμενους επαγγελματίες.

(22)

Σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, ένα φυτό, φυτικό προϊόν ή άλλο αντικείμενο πρέπει να διαγράφεται από τον κατάλογο φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων υψηλού κινδύνου, εφόσον συναχθεί το συμπέρασμα, βάσει εκτίμησης κινδύνου, ότι η είσοδός τους στην επικράτεια της Ένωσης πρέπει να υπόκειται σε απαγόρευση, σε ειδικές απαιτήσεις ή σε καμία απαίτηση. Ωστόσο, η πείρα από την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου έχει δείξει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η είσοδος των εν λόγω εμπορευμάτων στην επικράτεια της Ένωσης θα μπορούσε να υπόκειται σε ειδικά μέτρα τα οποία να μειώνουν τον σχετικό φυτοϋγειονομικό κίνδυνο σε αποδεκτό επίπεδο, ενόσω ακόμη εκκρεμεί η πλήρης αξιολόγηση για ορισμένους από τους σχετικούς επιβλαβείς οργανισμούς. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή για τη διαγραφή φυτών, φυτικών προϊόντων ή άλλων αντικειμένων από τον κατάλογο φυτών, φυτικών προϊόντων ή άλλων αντικειμένων υψηλού κινδύνου που εγκρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, εάν παρουσιάζουν φυτοϋγειονομικό κίνδυνο ο οποίος δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί πλήρως και δεν έχει ακόμη εκδοθεί σχετική εκτελεστική πράξη γι’ αυτά σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού. Προκειμένου να μειωθεί οποιοσδήποτε φυτοϋγειονομικός κίνδυνος σε αποδεκτό επίπεδο, οι εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζονται δυνάμει των εν λόγω αρμοδιοτήτων θα πρέπει να θεσπίζουν προσωρινά μέτρα σχετικά με την είσοδο των εν λόγω φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων στην επικράτεια της Ένωσης, τα οποία θα πρέπει να περιορίζονται στην κατάλληλη και εύλογη χρονική περίοδο που απαιτείται για την πραγματοποίηση της πλήρους αξιολόγησης. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

(23)

Σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, η Επιτροπή οφείλει να καθορίζει τις ισοδύναμες απαιτήσεις, με εκτελεστικές πράξεις, έπειτα από αίτημα συγκεκριμένης τρίτης χώρας, εάν η εν λόγω τρίτη χώρα εξασφαλίζει, μέσω της εφαρμογής υπό επίσημο έλεγχο ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων μέτρων, επίπεδο φυτοϋγειονομικής προστασίας ισοδύναμο με τις ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τη διακίνηση στην επικράτεια της Ένωσης των οικείων φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων.

(24)

Η πείρα από την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης έχει δείξει ότι ο καθορισμός απαιτήσεων ισοδύναμων μόνο με τις ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τη διακίνηση φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων στην επικράτεια της Ένωσης δεν είναι ούτε επαρκής ούτε εφικτός, εάν δεν υπάρχουν τέτοιες απαιτήσεις για τη διακίνηση. Αυτό συμβαίνει συχνά, όταν οι ενωσιακοί κανόνες αφορούν επιβλαβείς οργανισμούς που απαντούν σε τρίτες χώρες και όχι στην επικράτεια της Ένωσης και όταν έχουν θεσπιστεί μόνο απαιτήσεις για την είσοδο εμπορευμάτων στην επικράτεια της Ένωσης.

(25)

Για τον λόγο αυτόν, το ζητούμενο επίπεδο φυτοϋγειονομικής προστασίας από την οικεία τρίτη χώρα θα πρέπει επίσης να είναι ισοδύναμο με τις ισχύουσες ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά την είσοδο στην επικράτεια της Ένωσης των εν λόγω φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων, από όλες ή από ορισμένες τρίτες χώρες.

(26)

Σύμφωνα με το άρθρο 71 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, το πιστοποιητικό φυτοϋγείας πρέπει να διευκρινίζει, υπό τον τίτλο «Πρόσθετη δήλωση», ποια συγκεκριμένη απαίτηση πληρούται οσάκις η αντίστοιχη εκτελεστική πράξη, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 30 παράγραφοι 1 και 3, το άρθρο 37 παράγραφος 2, το άρθρο 41 παράγραφοι 2 και 3 και το άρθρο 54 παράγραφοι 2 και 3 του εν λόγω κανονισμού, προβλέπει διάφορες επιλογές για τις εν λόγω απαιτήσεις. Η διευκρίνιση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει την πλήρη διατύπωση της σχετικής απαίτησης.

(27)

Η πρακτική κατά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 κατέδειξε ότι τα πιστοποιητικά φυτοϋγείας θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν αναφορά στις απαιτήσεις που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 37 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού, δηλαδή στα μέτρα για την αποτροπή της παρουσίας ΡΕΟΜΚ στα σχετικά φυτά προς φύτευση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 36 στοιχείο στ) του εν λόγω κανονισμού, σε περίπτωση που η αντίστοιχη διάταξη προβλέπει διάφορες επιλογές για τις εν λόγω απαιτήσεις. Η θέση αυτή συνάδει με την προσέγγιση για τους ενωσιακούς επιβλαβείς οργανισμούς καραντίνας, καθώς το άρθρο 71 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού παραπέμπει στην εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφοι 2 και 3 αυτού. Θα προσέφερε επίσης μεγαλύτερη σαφήνεια και βεβαιότητα στις αρμόδιες αρχές, στους επαγγελματίες και στις τρίτες χώρες όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με τους ΡΕΟΜΚ και τα σχετικά φυτά προς φύτευση.

(28)

Για τον λόγο αυτόν, το άρθρο 71 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 θα πρέπει να περιλαμβάνει αναφορά στις εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 37 παράγραφος 4 αυτού. Επιπλέον, η αναφορά στο άρθρο 37 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να απαλειφθεί, δεδομένου ότι δεν σχετίζεται με το περιεχόμενο της πρόσθετης δήλωσης πιστοποιητικού φυτοϋγείας. Η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει ότι, έως την ημερομηνία εφαρμογής των εν λόγω τροποποιήσεων, οι κανόνες σχετικά με την παρουσία ΡΕΟΜΚ σε φυτά προς φύτευση επικαιροποιούνται με την προσαρμογή των σχετικών απαιτήσεων που καθορίζονται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2019/2072.

(29)

Το άρθρο 81 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 ορίζει ότι δεν απαιτείται φυτοϋγειονομικό διαβατήριο για τη διακίνηση φυτών, φυτικών προϊόντων ή άλλων αντικειμένων τα οποία παρέχονται απευθείας σε τελικό χρήστη, συμπεριλαμβανομένων των ερασιτεχνών κηπουρών. Όμως, η εν λόγω εξαίρεση δεν θα εφαρμόζεται στους τελικούς χρήστες οι οποίοι λαμβάνουν τα εν λόγω φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα μέσω συμβάσεων πωλήσεων εξ αποστάσεως.

(30)

Η πείρα που αποκτήθηκε μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 έχει δείξει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι σκόπιμο ορισμένα φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα να μη συνοδεύονται από φυτοϋγειονομικό διαβατήριο, ακόμη και αν διανέμονται κατόπιν πώλησης εξ αποστάσεως. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή που θα της επιτρέπουν να προβλέπει ότι το άρθρο 81 παράγραφος 1 στοιχείο α) δεν εφαρμόζεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σε συγκεκριμένα φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα που διανέμονται μέσω πωλήσεων εξ αποστάσεως. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

(31)

Σύμφωνα με το άρθρο 88 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, τα φυτοϋγειονομικά διαβατήρια πρέπει να επισυνάπτονται από τους ενδιαφερόμενους επαγγελματίες στη μονάδα εμπορίας των σχετικών φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων πριν διακινηθούν στην επικράτεια της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 79 ή προς προστατευόμενη ζώνη ή εντός αυτής δυνάμει του άρθρου 80 του εν λόγω κανονισμού. Αν τα εν λόγω φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα μεταφέρονται σε πακέτο, δέσμη ή εμπορευματοκιβώτιο, το φυτοϋγειονομικό διαβατήριο πρέπει να επισυνάπτεται στο εν λόγω πακέτο, δέσμη ή εμπορευματοκιβώτιο.

(32)

Οι εμπορικές πρακτικές που βασίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/2031 έδειξαν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν είναι πρακτικά εφικτό να επισυναφθούν φυτοϋγειονομικά διαβατήρια σε εμπορικές μονάδες συγκεκριμένων φυτών, φυτικών προϊόντων ή άλλων αντικειμένων λόγω του μεγέθους, του σχήματος ή άλλων ειδικών χαρακτηριστικών τους. Αντ’ αυτού, οι μονάδες εμπορίας των εν λόγω φυτών, φυτικών προϊόντων ή άλλων αντικειμένων θα πρέπει να επιτρέπεται να διακινούνται εντός της επικράτειας της Ένωσης με φυτοϋγειονομικό διαβατήριο το οποίο να συνδέεται με αυτές με τρόπο διαφορετικό από τη φυσική του επισύναψη. Οι απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 για την έκδοση φυτοϋγειονομικών διαβατηρίων για τα σχετικά φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα θα πρέπει να παραμείνουν αμετάβλητες.

(33)

Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή που θα της επιτρέπουν τη διακίνηση ορισμένων φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων χωρίς φυτοϋγειονομικό διαβατήριο το οποίο να έχει επισυναφθεί στις εμπορικές μονάδες τους, λόγω του μεγέθους, του σχήματος, του τρόπου συσκευασίας ή άλλων ειδικών χαρακτηριστικών που καθιστούν την εν λόγω επισύναψη αδύνατη. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι ρυθμίσεις που διασφαλίζουν ότι το φυτοϋγειονομικό διαβατήριο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, παρά το γεγονός ότι δεν έχει επισυναφθεί, και εξακολουθεί να αναφέρεται στα αντίστοιχα φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

(34)

Το άρθρο 94 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 προβλέπει την έκδοση φυτοϋγειονομικών διαβατηρίων στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου για την αντικατάσταση των πιστοποιητικών φυτοϋγείας φυτών, φυτικών προϊόντων ή άλλων αντικειμένων που εισάγονται στο έδαφος της Ένωσης. Αντί να εκδίδουν φυτοϋγειονομικά διαβατήρια στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου, τα κράτη μέλη επιτρέπεται ήδη να αντικαθιστούν το πιστοποιητικό φυτοϋγείας από επικυρωμένο αντίγραφο του πρωτότυπου πιστοποιητικού φυτοϋγείας για να συνοδεύει το φυτό, το φυτικό προϊόν ή άλλο αντικείμενο κατά τη διακίνησή του έως το σημείο έκδοσης του φυτοϋγειονομικού διαβατηρίου. Προκειμένου να συμβάλουν στη διαδικασία ψηφιοποίησης, να μειώσουν τον διοικητικό φόρτο και να κάνουν περαιτέρω χρήση του ηλεκτρονικού συστήματος κοινοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103 του εν λόγω κανονισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν στις περιπτώσεις αυτές τις πληροφορίες που περιέχονται στο εν λόγω σύστημα, υπό την προϋπόθεση ότι το ηλεκτρονικό πιστοποιητικό φυτοϋγείας ή ψηφιακό αντίγραφο του πιστοποιητικού φυτοϋγείας είναι προσβάσιμο στο εν λόγω σύστημα και διατίθεται κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών. Λαμβανομένων υπόψη των εγγυήσεων που παρέχει το ηλεκτρονικό σύστημα κοινοποίησης όσον αφορά την ασφαλή πρόσβαση στα έγγραφα, η εν λόγω δυνατότητα δεν θα πρέπει πλέον να περιορίζεται στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο διενεργήθηκαν οι φυτοϋγειονομικοί έλεγχοι κατά την εισαγωγή. Για παρόμοιους λόγους, ο εν λόγω περιορισμός στο έδαφος του κράτους μέλους δεν θα πρέπει πλέον να εφαρμόζεται στη χρήση πιστοποιημένων αντιγράφων.

(35)

Σύμφωνα με το άρθρο 99 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη συμπλήρωση του εν λόγω κανονισμού με τον καθορισμό των στοιχείων που πρέπει να περιέχονται στις επίσημες βεβαιώσεις για φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα, εκτός των ξύλινων υλικών συσκευασίας, τα οποία απαιτούνται από τα ισχύοντα διεθνή πρότυπα. Μετά την έκδοση του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, δεν έχουν εγκριθεί τέτοιου είδους διεθνή πρότυπα ούτε διεξάγονται επί του παρόντος προπαρασκευαστικές εργασίες από διεθνή οργανισμό για την εκπόνηση των εν λόγω προτύπων. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να εκδοθούν οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και, συνεπώς, τα φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα δεν μπορούν να εισαχθούν στην επικράτεια της Ένωσης με τις εν λόγω επίσημες βεβαιώσεις εναλλακτικά προς τα πιστοποιητικά φυτοϋγείας.

(36)

Επιπλέον, και σύμφωνα με ορισμένες εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται δυνάμει των οδηγιών 77/93/ΕΟΚ (8) και 2000/29/ΕΚ του Συμβουλίου (9), φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα εξακολουθούν να εισέρχονται στην επικράτεια της Ένωσης, συνοδευόμενα από άλλες επίσημες βεβαιώσεις, εκτός των πιστοποιητικών φυτοϋγείας, οι οποίες έχουν εκδοθεί σε διάφορες τρίτες χώρες. Οι εν λόγω πράξεις είναι, ιδίως, οι αποφάσεις 93/365/ΕΟΚ (10), 93/422/ΕΟΚ (11) και 93/423/ΕΟΚ της Επιτροπής (12) και η εκτελεστική απόφαση 2013/780/ΕΕ της Επιτροπής (13). Οι αποφάσεις αυτές έχουν εκδοθεί ελλείψει σχετικών διεθνών προτύπων και εξακολουθούν να ισχύουν.

(37)

Η πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 και των αποφάσεων 93/365/ΕΟΚ, 93/422/ΕΟΚ, 93/423/ΕΟΚ και 2013/780/ΕΕ δείχνει ότι οι επίσημες βεβαιώσεις στις οποίες αναφέρονται παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις για τη φυτοϋγειονομική προστασία της επικράτειας της Ένωσης, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξαν ποτέ σχετικά διεθνή πρότυπα. Για τον λόγο αυτόν, και προκειμένου να διασφαλιστεί η αδιάλειπτη χρήση επίσημων βεβαιώσεων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, ο όρος σύμφωνα με τον οποίο τα στοιχεία της σχετικής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης πρέπει να απαιτούνται από τα ισχύοντα διεθνή πρότυπα θα πρέπει να αφαιρεθεί από το άρθρο 99 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού.

(38)

Σύμφωνα με το άρθρο 103 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, η Επιτροπή οφείλει να θεσπίζει ηλεκτρονικό σύστημα για την υποβολή των γνωστοποιήσεων από τα κράτη μέλη. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το εν λόγω ηλεκτρονικό σύστημα θα μπορούσε να εφαρμόζεται και για την υποβολή εκθέσεων, όπως οι εκθέσεις για τις επισκοπήσεις σχετικά με τους ενωσιακούς επιβλαβείς οργανισμούς καραντίνας, τους επιβλαβείς οργανισμούς προτεραιότητας, τους επιβλαβείς οργανισμούς που υπόκεινται στα μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει των άρθρων 29 και 30 του εν λόγω κανονισμού και τους επιβλαβείς οργανισμούς καραντίνας στις προστατευόμενες ζώνες, το πρώτο εδάφιο του άρθρου 103 του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να τροποποιηθεί, ώστε να συμπεριλάβει και την υποβολή εκθέσεων από τα κράτη μέλη. Η τροποποίηση αυτή είναι αναγκαία για τον εξορθολογισμό του συστήματος υποβολής στοιχείων και την ενίσχυση της διαδικασίας ψηφιοποίησης των φυτοϋγειονομικών μέτρων.

(39)

Επομένως, ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/2031 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(40)

Μετά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 και του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14), η πείρα έχει δείξει ότι η κοινοποίηση της απουσίας πιστοποιητικού φυτοϋγείας ή άλλων επίσημων βεβαιώσεων στην περίπτωση φυτών, φυτικών προϊόντων ή άλλων αντικειμένων που εισάγονται στην Ένωση ως μέρος προσωπικών αποσκευών επιβατών ή μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών και προορίζονται για προσωπική κατανάλωση ή χρήση αυξάνει τον διοικητικό φόρτο για τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο δυσανάλογο προς τον φυτοϋγειονομικό κίνδυνο. Ως εκ τούτου, η κοινοποίηση των εν λόγω φορτίων, εάν υπόκεινται στα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, θα πρέπει να εξαιρείται από το άρθρο 66 παράγραφος 5 του εν λόγω κανονισμού, εάν η μη συμμόρφωση αφορά την απουσία πιστοποιητικού φυτοϋγείας ή άλλων επίσημων βεβαιώσεων όπως αναφέρονται στο άρθρο 99 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031. Ωστόσο, και προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επισκόπηση της προέλευσης και της φύσης των περιπτώσεων μη συμμόρφωσης σε κάθε κράτος μέλος, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να τηρούν αρχείο των εν λόγω περιπτώσεων μη συμμόρφωσης και να υποβάλλουν ετησίως στην Επιτροπή και στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών έκθεση που περιλαμβάνει περίληψη των εν λόγω αρχείων. Προκειμένου να εξορθολογιστούν οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων και να ενισχυθεί η ψηφιοποίηση της υποβολής εκθέσεων, οι εν λόγω εκθέσεις θα πρέπει να υποβάλλονται μέσω του συστήματος διαχείρισης πληροφοριών για επίσημους ελέγχους (IMSOC) που αναφέρεται στο άρθρο 131 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625.

(41)

Για να μπορέσουν οι τρίτες χώρες και οι επαγγελματίες τους να προσαρμοστούν στους νέους κανόνες για την έκδοση πιστοποιητικών φυτοϋγείας όσον αφορά τη συμμόρφωση με τους αντίστοιχους κανόνες για τους ΡΕΟΜΚ, η τροποποίηση του άρθρου 71 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 θα πρέπει να εφαρμοστεί μετά από 18 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/2031 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 18 παράγραφος 6, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τις οριοθετημένες περιοχές αμέσως μόλις δημιουργούνται, καθώς και τους σχετικούς επιβλαβείς οργανισμούς και τα αντίστοιχα μέτρα που λαμβάνουν. Οι εν λόγω γνωστοποιήσεις υποβάλλονται μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103.».

2)

Στο άρθρο 19, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«8.   Η διαπίστωση της παρουσίας του σχετικού επιβλαβούς οργανισμού στη ζώνη ασφαλείας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και η κατάργηση των οριοθετημένων περιοχών που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου γνωστοποιούνται μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103.».

3)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 19α

Ενωσιακή Ομάδα Έκτακτης Ανάγκης για την Υγεία των Φυτών

1.   Συγκροτείται Ενωσιακή Ομάδα Έκτακτης Ανάγκης για την Υγεία των Φυτών (“ομάδα”), από εμπειρογνώμονες, με σκοπό να παρέχει στα κράτη μέλη, κατόπιν αιτήματός τους, επείγουσα βοήθεια σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν δυνάμει των άρθρων 10 έως 19 και των άρθρων 27 και 28 όσον αφορά τις νέες εστίες ενωσιακών επιβλαβών οργανισμών καραντίνας και επιβλαβών οργανισμών που υπόκεινται στα μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 30. Σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, η ομάδα μπορεί επίσης να παρέχει επείγουσα βοήθεια σε τρίτες χώρες που συνορεύουν με την επικράτεια της Ένωσης ή παρουσιάζουν άμεσο φυτοϋγειονομικό κίνδυνο για την εν λόγω επικράτεια, κατόπιν αιτήματος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών και της ενδιαφερόμενης τρίτης χώρας, σχετικά με εκδήλωση στην επικράτειά τους εστιών επιβλαβών οργανισμών καραντίνας της Ένωσης και επιβλαβών οργανισμών που υπόκεινται στα μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου άρθρο 30.

Για κάθε περίπτωση βοήθειας, η Επιτροπή διορίζει συγκεκριμένα μέλη της ομάδας, με βάση την εμπειρογνωσία τους και σε διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα.

Η βοήθεια αυτή μπορεί να περιλαμβάνει ειδικότερα:

α)

επιστημονική, τεχνική και διαχειριστική επιτόπια ή εξ αποστάσεως βοήθεια όσον αφορά την εκρίζωση των σχετικών επιβλαβών οργανισμών, την πρόληψη της εξάπλωσής τους και άλλα μέτρα, σε στενή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους ή της ενδιαφερόμενης τρίτης χώρας σε σχέση με διαπίστωση παρουσίας εστιών επιβλαβών οργανισμών ή υποψία παρουσίας αυτών·

β)

ειδικές επιστημονικές συμβουλές σχετικά με τις κατάλληλες διαγνωστικές μεθόδους, κατά περίπτωση, σε συντονισμό με το σχετικό εργαστήριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 94 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 και άλλα εργαστήρια αναφοράς·

γ)

ειδική βοήθεια, κατά περίπτωση, για την υποστήριξη του συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών ή τρίτων χωρών και με τα εν λόγω εργαστήρια.

Το περιεχόμενο, οι προϋποθέσεις και ο προγραμματισμός της εν λόγω βοήθειας καθορίζονται από την Επιτροπή σε συμφωνία με το οικείο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα και με τα αντίστοιχα κράτη μέλη που διαθέτουν τους εμπειρογνώμονες.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλουν στην Επιτροπή τον κατάλογο των εμπειρογνωμόνων τους οποίους προτείνουν για να οριστούν ως μέλη της ομάδας και να τον επικαιροποιούν. Με αυτήν την αφορμή, τα κράτη μέλη παρέχουν όλες τις σχετικές πληροφορίες για τα επαγγελματικά προσόντα και τον τομέα εμπειρογνωμοσύνης κάθε υποψήφιου εμπειρογνώμονα.

3.   Τα μέλη της ομάδας δικαιούνται αποζημίωση για τη συμμετοχή τους στις επιτόπιες δραστηριότητες της ομάδας και, κατά περίπτωση, για την άσκηση καθηκόντων επικεφαλής ομάδας ή εισηγητών σε συγκεκριμένη αποστολή σχετικά με βοήθεια.

Η αποζημίωση αυτή και η καταβολή των εξόδων μετακίνησης και διαμονής καταβάλλονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν την καταβολή των εξόδων μετακίνησης, διαμονής και άλλων εξόδων των εμπειρογνωμόνων.».

4)

Στο άρθρο 22 παράγραφος 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη, έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους, έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα των επισκοπήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και έγιναν στο προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Οι εκθέσεις αυτές περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τον τόπο και τον χρόνο διενέργειας των επισκοπήσεων, τους επιβλαβείς οργανισμούς και τα φυτά, τα φυτικά προϊόντα ή τα άλλα σχετικά αντικείμενα, τον αριθμό των επιθεωρήσεων και των δειγμάτων που έχουν ληφθεί, καθώς και τον εντοπισμό του σχετικού επιβλαβούς οργανισμού. Οι εν λόγω εκθέσεις υποβάλλονται μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103.».

5)

Το άρθρο 23 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα πολυετή προγράμματα επισκόπησης καλύπτουν περίοδο πέντε έως δέκα ετών. Τα προγράμματα αυτά επανεξετάζονται και επικαιροποιούνται με βάση τους ισχύοντες κανόνες και τη φυτοϋγειονομική κατάσταση της οικείας επικράτειας.»

·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, τα πολυετή τους προγράμματα επισκοπήσεων στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη. Οι εν λόγω γνωστοποιήσεις υποβάλλονται μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103.».

6)

Στο άρθρο 24, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους, με βάση τα αποτελέσματα των επισκοπήσεων της παραγράφου 1 οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Οι εν λόγω εκθέσεις υποβάλλονται μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103.».

7)

Στο άρθρο 25, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα σχέδια έκτακτης ανάγκης μπορούν να συνδυάζονται για πολλαπλούς επιβλαβείς οργανισμούς προτεραιότητας με παρόμοια βιολογία και εύρος ειδών-ξενιστών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το σχέδιο έκτακτης ανάγκης αποτελείται από ένα γενικό μέρος κοινό για όλους τους επιβλαβείς οργανισμούς προτεραιότητας που καλύπτει, καθώς και από ειδικά μέρη για κάθε σχετικό επιβλαβή οργανισμό προτεραιότητας. Ομοίως, τα κράτη μέλη μπορούν να συνεργάζονται για τον συγχρονισμό σχεδίων έκτακτης ανάγκης για ορισμένα είδη, εφόσον απαιτείται για είδη επιβλαβών οργανισμών προτεραιότητας παρόμοιας βιολογίας και αλληλεπικαλυπτόμενης ή παρακείμενης εμβέλειας ειδών-ξενιστών.».

8)

Στο άρθρο 30 παράγραφος 1, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα εν λόγω μέτρα εφαρμόζουν, κατά περίπτωση, ειδικά για καθέναν από τους σχετικούς επιβλαβείς οργανισμούς, μία ή περισσότερες από τις διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως ζ). Μπορεί να περιλαμβάνουν την απαγόρευση της εισόδου, διακίνησης, κατοχής, πολλαπλασιασμού ή απελευθέρωσης του επιβλαβούς οργανισμού στο έδαφος της Ένωσης και απαιτήσεις σχετικά με την είσοδο στην Ένωση και τη διακίνηση στην επικράτειά της φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων.».

9)

Στο άρθρο 34, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη, έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους, τα αποτελέσματα των επισκοπήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και πραγματοποιήθηκαν κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Οι εν λόγω γνωστοποιήσεις υποβάλλονται μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103.».

10)

Στο άρθρο 37, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«10.   Στην περίπτωση κατά την οποία φυτά προς φύτευση εισήλθαν στην επικράτεια της Ένωσης ή διακινήθηκαν εντός της χωρίς να συμμορφώνονται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα και γνωστοποιούν αυτήν την περίπτωση μη συμμόρφωσης και τα εν λόγω μέτρα στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103.

Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν επίσης τα εν λόγω μέτρα στην τρίτη χώρα από την οποία τα φυτά προς φύτευση εισήλθαν στην επικράτεια της Ένωσης.».

11)

Στο άρθρο 42 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 105, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό της διαδικασίας για τη διενέργεια της καταχώρισης φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων υψηλού κινδύνου.

Η εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη προβλέπει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

την προετοιμασία των στοιχείων για την αξιολόγηση των φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων υψηλού κινδύνου·

β)

τα μέτρα που θα ληφθούν μετά την παραλαβή των εν λόγω στοιχείων·

γ)

τις διαδικασίες της εν λόγω αξιολόγησης·

δ)

τον χειρισμό των φακέλων όσον αφορά την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων.».

12)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 42α

Προσωρινές παρεκκλίσεις από τις απαγορεύσεις που προβλέπονται στα άρθρα 40 και 42 και από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 41

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 40 παράγραφος 1 και το άρθρο 41 παράγραφος 1, η Επιτροπή μπορεί, με εκτελεστικές πράξεις, να εγκρίνει προσωρινές παρεκκλίσεις από την απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 40 παράγραφος 1 και από τις ειδικές και ισοδύναμες απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 2 σχετικά με την είσοδο στην επικράτεια της Ένωσης συγκεκριμένων φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων καταγωγής μίας ή περισσότερων τρίτων χωρών τα οποία παρουσιάζουν φυτοϋγειονομικό κίνδυνο που δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί πλήρως.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις:

α)

καθορίζουν προσωρινά μέτρα σχετικά με την είσοδο των εν λόγω φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων στην επικράτεια της Ένωσης, σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στο παράρτημα II τμήμα 2· και

β)

τροποποιούν τα σχετικά μέρη των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 2 και στο άρθρο 41 παράγραφος 2 με την προσθήκη αναφοράς στην παρέκκλιση που αφορά το οικείο φυτό, φυτικό προϊόν ή άλλο αντικείμενο.

2.   Οι προσωρινές παρεκκλίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εγκρίνονται μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

i)

η Επιτροπή έχει λάβει αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έγκριση προσωρινών παρεκκλίσεων με ισοδύναμες ή αυστηρότερες απαιτήσεις από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 41, ή

ii)

η οικεία τρίτη χώρα έχει υποβάλει στην Επιτροπή αίτημα το οποίο περιέχει επίσημες γραπτές εγγυήσεις σχετικά με την εφαρμογή στο έδαφός της, πριν και κατά τη στιγμή υποβολής του αιτήματος, των μέτρων που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση του σχετικού φυτοϋγειονομικού κινδύνου· και

β)

από αξιολόγηση έχει προκύψει ότι τα εν λόγω φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα ενέχουν κίνδυνο ο οποίος μπορεί να μειωθεί σε αποδεκτό επίπεδο με την εφαρμογή των απαραίτητων για την αντιμετώπιση του σχετικού φυτοϋγειονομικού κινδύνου μέτρων.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 105, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την έγκριση των προσωρινών παρεκκλίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη προβλέπει τα ακόλουθα στοιχεία της διαδικασίας:

α)

την προετοιμασία, το περιεχόμενο και την υποβολή των αιτημάτων και των φακέλων από τις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες·

β)

τα μέτρα που θα ληφθούν μετά την παραλαβή των εν λόγω αιτημάτων και φακέλων, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της διαβούλευσης με επιστημονικούς φορείς ή της συνεκτίμησης επιστημονικών γνωμοδοτήσεων ή μελετών·

γ)

τον χειρισμό των αιτημάτων και των φακέλων όσον αφορά την εμπιστευτικότητα και την προστασία των δεδομένων.

4.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 42 παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί, με εκτελεστικές πράξεις, να εγκρίνει προσωρινές παρεκκλίσεις από τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 42 παράγραφος 3, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο σχετικός φυτοϋγειονομικός κίνδυνος από τα φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα υψηλού κινδύνου δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί πλήρως·

β)

από προσωρινή αξιολόγηση έχει προκύψει ότι τα εν λόγω φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα ενέχουν κίνδυνο ο οποίος μπορεί να μειωθεί σε αποδεκτό επίπεδο με την εφαρμογή των απαραίτητων για την αντιμετώπιση του σχετικού φυτοϋγειονομικού κινδύνου μέτρων·

γ)

δεν έχει εκδοθεί ακόμη καμία εκτελεστική πράξη δυνάμει του άρθρου 42 παράγραφος 4 όσον αφορά τα σχετικά φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις καθορίζουν προσωρινά μέτρα που αφορούν την είσοδο των εν λόγω φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων στην Ένωση και τα οποία είναι αναγκαία για τη μείωση του αντίστοιχου φυτοϋγειονομικού κινδύνου σε αποδεκτό επίπεδο.

5.   Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 4 προβλέπουν την υποβολή ετήσιων εκθέσεων από την οικεία τρίτη χώρα σχετικά με την εφαρμογή των αντίστοιχων προσωρινών μέτρων. Σε περίπτωση που κάποια έκθεση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο σχετικός κίνδυνος δεν αντιμετωπίζεται κατάλληλα από τα μέτρα που αναφέρονται, η πράξη που προβλέπει τα εν λόγω μέτρα καταργείται ή τροποποιείται αμέσως, ανάλογα με τις ανάγκες.

6.   Η περίοδος εφαρμογής των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη. Ωστόσο, η περίοδος αυτή μπορεί να ανανεωθεί, ενώ η σχετική παρέκκλιση μπορεί να υπόκειται σε τροποποιημένες απαιτήσεις, εάν αυτό δικαιολογείται βάσει επικαιροποιημένης αξιολόγησης.

7.   Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 4 εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 107 παράγραφος 2.».

13)

Στο άρθρο 44 παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

η εν λόγω τρίτη χώρα διασφαλίζει, μέσω της εφαρμογής υπό επίσημο έλεγχο ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων μέτρων, επίπεδο φυτοϋγειονομικής προστασίας που είναι ισοδύναμο με τις ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά την είσοδο στην επικράτεια της Ένωσης ή τη διακίνηση σε αυτό των σχετικών φυτών, φυτικών προϊόντων και άλλων αντικειμένων από άλλες τρίτες χώρες·».

14)

Στο άρθρο 71, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Το πιστοποιητικό φυτοϋγείας διευκρινίζει, υπό τον τίτλο “Πρόσθετη δήλωση”, ποια συγκεκριμένη απαίτηση πληρούται οποτεδήποτε η αντίστοιχη εκτελεστική πράξη η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 30 παράγραφοι 1 και 3, το άρθρο 37 παράγραφος 4, το άρθρο 41 παράγραφοι 2 και 3 και το άρθρο 54 παράγραφοι 2 και 3 προβλέπει διάφορες επιλογές για τέτοιες απαιτήσεις. Η εν λόγω διευκρίνιση περιλαμβάνει την πλήρη διατύπωση της σχετικής απαίτησης. Στην περίπτωση μίας ή περισσότερων κατηγοριών φυτών προς φύτευση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 7 σε σχέση με τους ενωσιακούς ρυθμιζόμενους ενωσιακούς επιβλαβείς οργανισμούς μη καραντίνας, η εν λόγω διευκρίνιση περιλαμβάνει την πλήρη διατύπωση της εφαρμοστέας επιλογής για τη συγκεκριμένη κατηγορία.».

15)

Στο άρθρο 81, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Ως εκ τούτου, η Επιτροπή μπορεί, μέσω εκτελεστικών πράξεων, να ορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες το στοιχείο α) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται σε συγκεκριμένα φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα που διανέμονται μέσω πωλήσεων εξ αποστάσεως. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις μπορούν να καθορίζουν προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 107 παράγραφος 2.».

16)

Στο άρθρο 88, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Η Επιτροπή μπορεί, με εκτελεστικές πράξεις, να θεσπίζει διατάξεις:

α)

προσδιορίζοντας τα φυτά, τα φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα τα οποία, κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, μπορούν να διακινούνται στο εσωτερικό της Ένωσης με φυτοϋγειονομικό διαβατήριο που συνδέεται με αυτά με τρόπο διαφορετικό από αυτόν της φυσικής επισύναψης, λόγω του μεγέθους, του σχήματος ή του τρόπου συσκευασίας που καθιστά αδύνατη ή πολύ δύσκολη την εν λόγω επισύναψη· και

β)

προβλέποντας κανόνες που διασφαλίζουν ότι το εν λόγω φυτοϋγειονομικό διαβατήριο, αν και δεν επισυνάπτεται, εξακολουθεί να αναφέρεται στα αντίστοιχα φυτά, φυτικά προϊόντα και άλλα αντικείμενα.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 107 παράγραφος 2.».

17)

Στο άρθρο 94, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να αντικαταστήσουν ένα πιστοποιητικό φυτοϋγείας στο σημείο εισόδου του οικείου φυτού, φυτικού προϊόντος ή άλλου αντικειμένου στην επικράτεια της Ένωσης, με:

α)

επικυρωμένο αντίγραφο του πρωτότυπου πιστοποιητικού φυτοϋγείας· το εν λόγω αντίγραφο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και συνοδεύει το οικείο φυτό, φυτικό προϊόν ή άλλο αντικείμενο κατά τη διακίνησή του μόνο έως το σημείο έκδοσης του φυτοϋγειονομικού διαβατηρίου· ή

β)

τις πληροφορίες που περιέχονται στο ηλεκτρονικό σύστημα γνωστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 103, υπό την προϋπόθεση ότι το ηλεκτρονικό πιστοποιητικό φυτοϋγείας ή ένα ψηφιακό αντίγραφο του πιστοποιητικού φυτοϋγείας είναι προσβάσιμο στο εν λόγω σύστημα και διατίθεται κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών κατά τη διακίνηση του σχετικού φυτού, φυτικού προϊόντος ή άλλου αντικειμένου έως το σημείο έκδοσης του φυτοϋγειονομικού διαβατηρίου.».

18)

Στο άρθρο 99, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 105, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού μέσω του καθορισμού των στοιχείων που πρέπει να περιλαμβάνονται στις επίσημες βεβαιώσεις, κατά περίπτωση για τα φυτά, τα φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα, εκτός των ξύλινων υλικών συσκευασίας, ως απόδειξη της εφαρμογής των μέτρων που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 28 παράγραφος 1 ή 2, του άρθρου 30 παράγραφος 1 ή 3, του άρθρου 41 παράγραφος 2 ή 3, του άρθρου 44 ή του άρθρου 54 παράγραφος 2 ή 3.».

19)

Στο άρθρο 103, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Επιτροπή καθιερώνει ηλεκτρονικό σύστημα για την υποβολή των γνωστοποιήσεων και των εκθέσεων από τα κράτη μέλη.».

20)

Στο άρθρο 104 πρώτο εδάφιο, το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Επιτροπή μπορεί να ορίζει, με εκτελεστικές πράξεις, ειδικούς κανόνες σχετικά με την υποβολή των γνωστοποιήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 11, το άρθρο 17 παράγραφος 3, το άρθρο 18 παράγραφος 6, το άρθρο 19 παράγραφοι 2 και 8, το άρθρο 28 παράγραφος 7, το άρθρο 29 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, το άρθρο 30 παράγραφος 8, το άρθρο 33 παράγραφος 1, το άρθρο 37 παράγραφος 10, το άρθρο 40 παράγραφος 4, το άρθρο 41 παράγραφος 4, το άρθρο 46 παράγραφος 4, το άρθρο 49 παράγραφος 6, το άρθρο 53 παράγραφος 4, το άρθρο 54 παράγραφος 4, το άρθρο 60 παράγραφος 2, το άρθρο 77 παράγραφος 2 και το άρθρο 95 παράγραφος 5. Οι κανόνες αυτοί αφορούν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:».

21)

Το άρθρο 105 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η προβλεπόμενη στο άρθρο 42 παράγραφος 1α και στο άρθρο 42α παράγραφος 3 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 5 Ιανουαρίου 2025. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των πέντε ετών. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.»

·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, στο άρθρο 7, στο άρθρο 8 παράγραφος 5, στο άρθρο 19 παράγραφος 7, στο άρθρο 21, στο άρθρο 32 παράγραφος 5, στο άρθρο 34 παράγραφος 1, στο άρθρο 38, στο άρθρο 42 παράγραφος 1α, στο άρθρο 42α παράγραφος 3, στο άρθρο 43 παράγραφος 2, στο άρθρο 46 παράγραφος 2, στο άρθρο 48 παράγραφος 5, στο άρθρο 51, στο άρθρο 65 παράγραφος 4, στο άρθρο 71 παράγραφος 4, στο άρθρο 76 παράγραφος 4, στο άρθρο 81 παράγραφος 2, στο άρθρο 83 παράγραφος 6, στο άρθρο 87 παράγραφος 4, στο άρθρο 89 παράγραφος 2, στο άρθρο 96 παράγραφος 2, στο άρθρο 98 παράγραφος 1, στο άρθρο 99 παράγραφος 1, στο άρθρο 100 παράγραφος 4, στο άρθρο 101 παράγραφος 5 και στο άρθρο 102 παράγραφος 6 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.»

·

γ)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 2, του άρθρου 7, του άρθρου 8 παράγραφος 5, του άρθρου 19 παράγραφος 7, του άρθρου 21, του άρθρου 32 παράγραφος 5, του άρθρου 34 παράγραφος 1, του άρθρου 38, του άρθρου 42 παράγραφος 1α, του άρθρου 42α παράγραφος 3, του άρθρου 43 παράγραφος 2, του άρθρου 46 παράγραφος 2, του άρθρου 48 παράγραφος 5, του άρθρου 51, του άρθρου 65 παράγραφος 4, του άρθρου 71 παράγραφος 4, του άρθρου 76 παράγραφος 4, του άρθρου 81 παράγραφος 2, του άρθρου 83 παράγραφος 6, του άρθρου 87 παράγραφος 4, του άρθρου 89 παράγραφος 2, του άρθρου 96 παράγραφος 2, του άρθρου 98 παράγραφος 1, του άρθρου 99 παράγραφος 1, του άρθρου 100 παράγραφος 4, του άρθρου 101 παράγραφος 5 και του άρθρου 102 παράγραφος 6 τίθεται σε ισχύ εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625

Στο άρθρο 66 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5α.   Τα φυτά, φυτικά προϊόντα ή άλλα αντικείμενα που υπόκεινται στα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο ζ), τα οποία εισέρχονται στην Ένωση ως μέρος των προσωπικών αποσκευών επιβατών ή μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών που προορίζονται για προσωπική κατανάλωση ή χρήση, απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης που καθορίζεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, εάν η μη συμμόρφωση αφορά την απουσία του πιστοποιητικού φυτοϋγείας ή άλλης επίσημης βεβαίωσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 99 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031.

Οι αρμόδιες αρχές τηρούν αρχείο των εν λόγω περιπτώσεων μη συμμόρφωσης και υποβάλλουν ετησίως στην Επιτροπή και στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών έκθεση που περιλαμβάνει περίληψη των εν λόγω αρχείων.

Η εν λόγω έκθεση υποβάλλεται μέσω του IMSOC.».

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 1 σημείο 14) εφαρμόζεται από τις 6 Ιουλίου 2026.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 27 Νοεμβρίου 2024.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

R. METSOLA

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

BÓKA J.


(1)   ΕΕ C, C/2024/1588, 5.3.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2024/1588/oj.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Απριλίου 2024 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 18ης Νοεμβρίου 2024.

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/2031 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με προστατευτικά μέτρα κατά των επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 228/2013, (ΕΕ) αριθ. 652/2014 και (ΕΕ) αριθ. 1143/2014, και την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 69/464/ΕΟΚ, 74/647/ΕΟΚ, 93/85/ΕΟΚ, 98/57/ΕΚ, 2000/29/ΕΚ, 2006/91/ΕΚ και 2007/33/ΕΚ (ΕΕ L 317 της 23.11.2016, σ. 4).

(4)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2019/1715 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 2019, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος διαχείρισης πληροφοριών για τους επίσημους ελέγχους και των συστατικών μερών του συστήματος αυτού (κανονισμός IMSOC) (ΕΕ L 261 της 14.10.2019, σ. 37).

(5)   ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/agree_interinstit/2016/512/oj.

(6)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2019/2072 της Επιτροπής, της 28ης Νοεμβρίου 2019, για τη θέσπιση ενιαίων όρων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τα προστατευτικά μέτρα κατά των επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 690/2008 της Επιτροπής και την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2018/2019 της Επιτροπής (ΕΕ L 319 της 10.12.2019, σ. 1).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2011/182/oj).

(8)  Οδηγία 77/93/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί των μέτρων προστασίας κατά της εισαγωγής στα κράτη μέλη οργανισμών επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα (ΕΕ L 26 της 31.1.1977, σ. 20).

(9)  Οδηγία 2000/29/ΕΚ του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2000, περί μέτρων κατά της εισαγωγής στην Κοινότητα οργανισμών επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα και κατά της εξάπλωσής τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ L 169 της 10.7.2000, σ. 1).

(10)  Απόφαση 93/365/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 2ας Ιουνίου 1993, που επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν παρεκκλίσεις από ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 77/93/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη θερμικά επεξεργασμένη ξυλεία κωνοφόρων, καταγωγής Καναδά, και που καθορίζει τις λεπτομέρειες σχετικά με το σύστημα ενδείξεων που θα εφαρμόζεται για την ξυλεία που έχει υποστεί θερμική επεξεργασία (ΕΕ L 151 της 23.6.1993, σ. 38).

(11)  Απόφαση 93/422/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1993, που επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν παρεκκλίσεις από ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 77/93/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά την ξυλεία κωνοφόρων που έχει υποστεί ξήρανση σε κλίβανο, καταγωγής Καναδά, και που καθορίζει τις λεπτομέρειες σχετικά με το σύστημα ενδείξεων που θα εφαρμοστεί για την ξυλεία που έχει υποστεί ξήρανση σε κλίβανο (ΕΕ L 195 της 4.8.1993, σ. 51).

(12)  Απόφαση 93/423/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1993, που επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν παρεκκλίσεις από ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 77/93/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά την ξυλεία κωνοφόρων που έχει υποστεί ξήρανση σε κλίβανο, καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, και που καθορίζει τις λεπτομέρειες σχετικά με το σύστημα ενδείξεων που θα εφαρμοστεί για την ξυλεία που έχει υποστεί ξήρανση σε κλίβανο (ΕΕ L 195 της 4.8.1993, σ. 55).

(13)  Εκτελεστική απόφαση 2013/780/ΕΕ της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2013, για την πρόβλεψη παρέκκλισης από το άρθρο 13 παράγραφος 1 σημείο ii της οδηγίας 2000/29/ΕΚ του Συμβουλίου όσον αφορά την αποφλοιωμένη πριστή ξυλεία από Quercus L., Platanus L. και Acer saccharum Marsh. καταγωγής Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΕΕ L 346 της 20.12.2013, σ. 61).

(14)  Κανονισμός (EE) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται με σκοπό την εξασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και των κανόνων για την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων, την υγεία των φυτών και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, για την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 999/2001, (ΕΚ) αριθ. 396/2005, (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (EE) αριθ. 652/2014, (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2016/2031, των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 και των οδηγιών του Συμβουλίου 98/58/ΕΚ, 1999/74/ΕΚ, 2007/43/ΕΚ, 2008/119/ΕΚ και 2008/120/ΕΚ και για την κατάργηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 854/2004 και (ΕΚ) αριθ. 882/2004, των οδηγιών του Συμβουλίου 89/608/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 91/496/ΕΟΚ, 96/23/ΕΚ, 96/93/ΕΚ και 97/78/ΕΚ και της απόφασης 92/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για τους επίσημους ελέγχους) (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1).


ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/3115/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)