Κεκτημένο του Σένγκεν - Απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με τις γενικές αρχές σε ό, τι αφορά την αμοιβή των πληροφοριοδοτών και των προσώπων εμπιστοσύνης [SCH/Com-ex (99) 8 rev. 2]
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 239 της 22/09/2000 σ. 0417 - 0419
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με τις γενικές αρχές σε ό, τι αφορά την αμοιβή των πληροφοριοδοτών και των προσώπων εμπιστοσύνης [SCH/Cοm-ex (99) 8 rev. 2] Η ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ, Έχοντας υπόψη: το άρθρο 132 της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, τα άρθρα 70 έως 76 της εν λόγω σύμβασης, ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ: Η εκτελεστική επιτροπή εγκρίνει την απόφαση της κεντρικής ομάδας της 22ας Μαρτίου 1999 σχετικά με τις "Γενικές αρχές σε ό,τι αφορά την αμοιβή των πληροφοριοδοτών και των προσώπων εμπιστοσύνης" [SCH/C (99) 25 και SCH/Stup (98) 72 rev. 2]. Λουξεμβούργο, 28 Απριλίου 1999. Ο Πρόεδρος C. H. Schapper Θέμα: Γενικές αρχές σχετικά με την αμοιβή πληροφοριοδοτών και προσώπων εμπιστοσύνης της αστυνομίας SCH/Stup (98) 72 rev. 2 1. Εισαγωγή Η διεθνοποίηση της εγκληματικότητας που συνδέεται με τα ναρκωτικά, αλλά και της βαριάς εγκληματικότητας και του οργανωμένου εγκλήματος, πλήττει επίσης τα κράτη Σένγκεν. Κακοποιοί με ολοένα μεγαλύτερη επαγγελματικότητα, οι οποίοι προσαρμόζονται με ευελιξία στις μεταβολές των γεωπολιτικών, νομικών, οικονομικών και τεχνολογικών συνθηκών, διαπράττουν αξιόποινες πράξεις στον τομέα της διακίνησης ναρκωτικών στηριζόμενοι σε νέες δομές με επιχειρηματική οργάνωση, συνδέουν παράνομες μηχανορραφίες με νόμιμους τομείς της οικονομίας και δεν διστάζουν ακόμη και να χρησιμοποιήσουν βία ή την απειλή βίας κατά προσώπων και πραγμάτων και να ασκήσουν επιρροή σε πολιτικούς, οικονομικούς και κρατικούς κύκλους προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους τους οι οποίοι είναι, κυρίως, η απόκτηση εξουσίας και η μεγιστοποίηση των κερδών. Οι οργανώσεις στον τομέα των ναρκωτικών χαρακτηρίζονται από την εξειδίκευση, τον καταμερισμό εργασίας και τη στεγανοποίηση, τόσο προς τα έξω όσο και στο εσωτερικό τους. Τα παράνομα κέρδη "επανεπενδύονται" σε νέες παράνομες δραστηριότητες ή διοχετεύονται σε νόμιμα οικονομικά κυκλώματα, με σκοπό την απόκτηση επιρροής ή τη συγκρότηση μονοπωλίου του εγκλήματος. Ακόμη και ειδικές μέθοδοι έρευνας αποβαίνουν άκαρπες σε αυξανόμενο βαθμό. Ως εκ τούτου, η ενεργός και συγκεκαλυμμένη συλλογή πληροφοριών σε συνδυασμό με επιχειρησιακές μεθόδους έρευνας καθώς και οι συστηματικές αναλύσεις έχουν καταστεί όλο και πιο σημαντικές μέθοδοι προκειμένου να εντοπίζεται και να καταπολεμάται η οργανωμένη εγκληματικότητα στον τομέα των ναρκωτικών. Στα πλαίσια αυτά, θα πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη η προγραμματισμένη, συντονισμένη και στοχοθετημένη χρησιμοποίηση προσώπων εμπιστοσύνης της αστυνομίας και πληροφοριοδοτών. Τα πρόσωπα εμπιστοσύνης και οι πληροφοριοδότες πρέπει να χαίρουν της εμπιστοσύνης των εγκληματικών κυκλωμάτων για να είναι σε θέση να διεισδύουν σε στεγανές εγκληματικές οργανώσεις και να εξιχνιάζουν τη δομή τους. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, η προεδρία προέβη στη διεξαγωγή έρευνας στα κράτη Σένγκεν με το έγγραφο SCH/Stup (98) 25, ενώ οι απαντήσεις σε αυτό περιλαμβάνονται στο έγγραφο SCH/Stup (98) 60 rev. Η έρευνα απέδειξε ότι η νομική βάση και, εν μέρει, η πρακτική σε ό,τι αφορά την αμοιβή των προσώπων εμπιστοσύνης και των πληροφοριοδοτών της αστυνομίας παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών Σένγκεν. Ως εκ τούτου, η ομάδα εργασίας "Ναρκωτικά" κατά τη συνεδρίασή της στις 21 Οκτωβρίου 1998 έλαβε την απόφαση να εκπονήσει κοινές, μη δεσμευτικές αρχές σχετικά με την αμοιβή και την εξασφάλιση μη υλικών πλεονεκτημάτων στα πρόσωπα εμπιστοσύνης της Αστυνομίας και τους πληροφοριοδότες. Οι προτεινόμενες γενικές αρχές σχετικά με την αμοιβή των προσώπων εμπιστοσύνης και των πληροφοριοδοτών θα πρέπει να θεωρούνται ως μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές στο χώρο Σένγκεν, οι οποίες θα συμβάλουν στη βελτίωση της συνεργασίας των αστυνομικών και των τελωνειακών αρχών στον ευαίσθητο αυτό τομέα. Εξάλλου, θα χρησιμεύσουν ως προσανατολισμοί για τις ενδιαφερόμενες αρχές εκείνων των κρατών Σένγκεν που ασχολούνται επί του παρόντος με την εκπόνηση ή τη συμπλήρωση ρυθμίσεων στον τομέα αυτό. 2. Γενικά Οι λόγοι για τους οποίους τα πρόσωπα εμπιστοσύνης και οι πληροφοριοδότες συνεργάζονται με την αστυνομία είναι συχνά οικονομικοί. Κατά συνέπεια, θα πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της αγοράς, να δημιουργηθούν οικονομικά κίνητρα ανάλογα με τις προσωπικές συνθήκες διαβίωσης, τις ικανότητες που απαιτούνται για την αποστολή, τους τυχόν κινδύνους και τα αποτελέσματα της έρευνας. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το συχνά μικρότερο κόστος της προσφυγής σε πρόσωπα εμπιστοσύνης και πληροφοριοδότες. Για την ικανοποίηση των τακτικών και νομικών απαιτήσεων που σχετίζονται με τις έρευνες στον τομέα των ναρκωτικών, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τις ιδιομορφίες που παρουσιάζονται σε διμερές ή περιφερειακό επίπεδο, καθώς και την ειδική φύση των αδικημάτων, και ταυτόχρονα για την παρεμπόδιση του ανεπιθύμητου συναγωνισμού, σε διμερή κλίμακα ή σε επίπεδο Σένγκεν, μεταξύ των αστυνομικών και τελωνειακών υπηρεσιών που χρησιμοποιούν πληροφοριοδότες, με αποτέλεσμα το φαινόμενο του "τουρισμού πληροφοριοδοτών", είναι ιδιαιτέρως αναγκαίο να τηρηθούν οι ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές στο σύνολο του χώρου Σένγκεν. 3. Αρχές Οι αρχές αυτές ισχύουν με την επιφύλαξη των εθνικών νομικών διατάξεων. Η αμοιβή ενός προσώπου εμπιστοσύνης της αστυνομίας ή ενός πληροφοριοδότη εξαρτάται από το αποτέλεσμα της έρευνας των υπηρεσιών καταστολής ή/και τον κίνδυνο που αποσοβήθηκε λόγω του ληφθέντων μέτρων, καθώς και από το ζήλο που επέδειξε και τον κίνδυνο που διέτρεξε το πρόσωπο εμπιστοσύνης ή ο πληροφοριοδότης. Το κίνητρο της αμοιβής δεν θα πρέπει να οδηγεί στη διάπραξη αξιόποινης πράξης. Τα κυριότερα κριτήρια έχουν ως εξής: - Ποσότητα των πληροφοριών και αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν βάσει αυτών, όπως π.χ. αξία και όγκος των ναρκωτικών που κατασχέθηκαν, αριθμός και ποιότητα των κακοποιών που συνελήφθησαν ή/και των εμπορευμάτων που κατασχέθηκαν. - Ποιότητα των πληροφοριών, π.χ. πληροφορίες στρατηγικής ή τακτικής σημασίας σχετικά με τον τρόπο δράσης, οργανωτική διάρθρωση των κακοποιών, στόχοι της εγκληματικής οργάνωσης, αντίδραση των εγκληματικών δομών σε μέτρα των υπηρεσιών καταστολής. - Προσωπικά γνωρίσματα του προσώπου εμπιστοσύνης /του πληροφοριοδότη, π.χ. προθυμία, ειδικές δυσκολίες και κίνδυνοι, αξιοπιστία και κίνητρα. - Σπουδαιότητα της δομής της εγκληματικής οργάνωσης, καθώς και της έρευνας σχετικά με την εγκληματική δράση των μελών, επιρροή της οργάνωσης στα εγκληματικά κυκλώματα, βαθμός διείσδυσης εκ μέρους των δημοσίων δομών, πραγματική ή αναμενόμενη βλάβη, κοινωνικό ενδιαφέρον της περίπτωσης και ένταξή της στις τοπικές συνθήκες στον τομέα της εγκληματικότητας, καθώς και στα πλαίσια στρατηγικής επεξεργασίας των πληροφοριών. Η αμοιβή συνδέεται καταρχήν με την συνεργασία κατά περίπτωση. Δεν μπορεί να εξεταστεί η πιθανότητα εξασφάλισης σταθερού οικονομικού βοηθήματος για τη διαβίωση του προσώπου εμπιστοσύνης. Μπορούν επίσης να προβλεφθούν μέτρα προστασίας ή αρωγής για το πρόσωπο εμπιστοσύνης/τον πληροφοριοδότη μετά την εκτέλεση της αποστολής, καθώς και μέτρα κοινωνικής προστασίας του. Τα έξοδα με τα οποία επιβαρύνεται κατά περίπτωση το πρόσωπο εμπιστοσύνης/ο πληροφοριοδότης μπορούν να καταβληθούν χωριστά. Η πληρωμή πραγματοποιείται μετά την εκπλήρωση της αποστολής. Είναι δυνατή η επιμέρους πληρωμή μετά την εκτέλεση των διαφόρων φάσεων μιας αποστολής. Τυχόν προκαταβολές θα πρέπει να αποκλειστούν. Δεν θίγονται οι εθνικές διατάξεις περί φορολογίας και κοινωνικών εισφορών σε ό,τι αφορά αυτό το είδος εσόδων. Τις δαπάνες καταβάλλει καταρχήν η αστυνομική ή τελωνειακή υπηρεσία που διεξάγει την έρευνα. Σε περίπτωση που η έρευνα διεξάγεται από υπηρεσίες δύο ή περισσοτέρων κρατών Σένγκεν, το ζήτημα της κατανομής των δαπανών θα πρέπει να ρυθμιστεί αρκετά νωρίς. Οι συνεισφορές τρίτων δεν συνυπολογίζονται καταρχήν στην αμοιβή. Βάσει των ισχυουσών εθνικών διατάξεων, μπορούν να προβλεφθούν μη υλικά πλεονεκτήματα, τα οποία είναι δυνατό να αφαιρεθούν από τις υλικές συνεισφορές. Στα πλαίσια αυτά μπορεί ειδικότερα να ληφθεί υπόψη το είδος του πλεονεκτήματος, η αξία του για το πρόσωπο εμπιστοσύνης/τον πληροφοριοδότη και το κόστος που συνδέεται με την απόδοση του πλεονεκτήματος, το οποίο ποικίλλει ανάλογα με το κράτος. Ως παράδειγμα μπορούν να αναφερθούν μέτρα προστασίας σε περίπτωση διακινδύνευσης, εξασφάλιση ελαφρύτερων συνθηκών κράτησης ή ακόμη μερική ή πλήρης απαλλαγή από ποινική δίωξη, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών διατάξεων. Σε περίπτωση αθέτησης των δεσμεύσεων της συμφωνίας εκ μέρους του προσώπου εμπιστοσύνης/του πληροφοριοδότη, π.χ. παροχή εσφαλμένων πληροφοριών εσκεμμένα ή εξ αμελείας, υπαίτια παρακοή των οδηγιών ή εγκατάλειψη της τακτικής που ορίστηκε, είναι δυνατή η μείωση ή η άρνηση της πληρωμής, ή ακόμη η πλήρης ανάκτησή της εφόσον είχε ήδη καταβληθεί. Στις περιπτώσεις αυτές -εφόσον εμπλέκονται ή ενδέχεται να εμπλακούν δύο ή περισσότερα κράτη Σένγκεν- οι ενδιαφερόμενες εθνικές αρχές αλληλοενημερώνονται χωρίς χρονοτριβή ("μήνυμα προειδοποίησης"). Θα πρέπει να διεξαχθεί ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ενδιαφερομένων κεντρικών υπηρεσιών σχετικά με τα ισχύοντα κριτήρια στον τομέα των αμοιβών στα διάφορα κράτη Σένγκεν.