<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><CONCLUSION NNC="YES" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-04.cj-20080212.xd"><BIB.CONCLUSION><REF.CASE FILE="ECRCJ1998ELA.0300118101.case.xml"><NO.CASE>C-163/97</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>61997C0163</NO.CELEX><NO.SEQ>0013.0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST>1182</PAGE.FIRST><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST>1184</PAGE.LAST><PAGE.TOTAL>3</PAGE.TOTAL></BIB.CONCLUSION><CURR.TITLE><LEFT>ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ κ. Γ. ΚΟΣΜΛ — ΥΠΟΘΕΣΗ C-163/97</LEFT><RIGHT>ΕΠΙΤΡΟΠΗ κατά ΒΕΛΓΙΟΥ</RIGHT></CURR.TITLE><CONTENTS.CONCLUSION><TITLE><TI><P><HT TYPE="UC">Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα</HT></P><P><HT TYPE="UC">Γ. Γεωργίου Κοσμά</HT></P><P>της <DATE ISO="19980115">15ης Ιανουαρίου 1998</DATE><NOTE NOTE.ID="E0001" NUMBERING="STAR"><P>Γλώοοα του πρωτοτύπου: η ελληνική.</P></NOTE></P></TI></TITLE><NP><NO.P>1.</NO.P><TXT>Με την παρούσα προσφυγή, που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη λαμβάνοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές ρυθμίσεις για να συμμορφωθεί με την οδηγία 92/74/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας-Σεπτεμβρίου 1992, για τη δΐ£ύρυνση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 81/851/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα κτηνιατρικά φαρμακευτικά προϊόντα και τη θέσπιση συμπληρωματικών διατάξεων για τα ομοιοπαθητικά κτηνιατρικά φάρμακα<NOTE NOTE.ID="E0002" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="297" DATE.PUB="19921013" PAGE.FIRST="12">ΕΕ L 297 της 13ης Οκτωβρίου 1992. ο. 12</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE>, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.</TXT></NP><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο της οδηγίας 92/74/ΕΟΚ του Συμβουλίου (στο εξής: οδηγία) ορίζει τα ακόλουθα:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0001" REF.END="QE0001" CODE="00AB"/>Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι τις <DATE ISO="19931231">31 Δεκεμβρίου 1993</DATE>. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά (...).<QUOT.END ID="QE0001" REF.START="QS0001" CODE="00BB"/></P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>3.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή, ελλείψει ανακοινώσεως από μέρους του Βασιλείου του Βελγίου σχετικής με τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη ή άλλης πληροφορίας από την οποία να συνάγεται <HT TYPE="ITALIC">ότι</HT> το Βασίλειο του Βελγίου είχε συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν απο την οδηγία, απηύθυνε στις <DATE ISO="19940210">10 Φεβρουαρίου 1994</DATE> την υπ. αριθ. SG(94)D/1879 έγγραφη όχληση στο εν λόγω κράτος, τάσσοντας παράλληλα δίμηνη προθεσμία προς υποβολή παρατηρήσεων.</TXT></NP><NP><NO.P>4.</NO.P><TXT>Στην απάντησή του της <DATE ISO="19950612">12ης Ιουνίου 1995</DATE><NOTE NOTE.ID="E0003" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Επιστολή υπ. αριθμ. RVD/nfd 11/91/550750.533.</P></NOTE> το Βασίλειο του Βελγίου υπέδειξε ότι τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση προς την οδηγία περιέχονται σε ένα σχέδιο βασιλικού κανονισμού (arrêté royal) το οποίο, τη στιγμή της απαντήσεως, βρισκόταν ακόμη στο Υπουργείο Υγείας.</TXT></NP><NP><NO.P>5.</NO.P><TXT>Αφού διαπίστωσε ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν είχε λάβει εμπροθέσμως τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς <HT TYPE="ITALIC">τις</HT> διατάξεις της οδηγίας, η Επιτροπή κοινοποίησε στο κράτος αυτό, με επιστολή της <DATE ISO="19960522">22ας Μαΐου 1996</DATE><NOTE NOTE.ID="E0004" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>SG(96)D/4751.</P></NOTE>, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κατέληξε ότι το Βασίλειο του<?PAGE NO="I-1183"?> Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία. Η Επιτροπή κάλεσε το κράτος αυτό να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών.</TXT></NP><NP><NO.P>6.</NO.P><TXT>Στο μέτρο που δεν έλαβε καμιά πληροφορία σχετική με την ολοκλήρωση της μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο του Βελγίου, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις <DATE ISO="19970430">30 Απριλίου 1997</DATE>, ζητώντας αφενός να διαπιστωθεί óτι το Βασίλειο του Βελγίου δεν συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις του και αφετέρου, την καταδίκη του κράτους αυτού στα δικαστικά έξοδα.</TXT></NP><NP><NO.P>7.</NO.P><TXT>Όπως ορθώς σημειώνει η Επιτροπή, συμφωνά με το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο της Συνθήκης ΕΚ, οι οδηγίες δεσμεύουν τα κράτη μέλη ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει και εκείνη της τηρήσεως των προθεσμιών που τάσσει η οδηγία<NOTE NOTE.ID="E0005" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Απόφαση του Δικαστηρίου της <DATE ISO="19760922">22ας Σεπτεμβρίου 1976</DATE>, υπόθεση <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="10/76" YEAR="1994" PAGE.ECR="1359">10/76, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1976, σ. 1359)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>. Εν προκειμένω, οι επίμαχες διατάξεις της οδηγίας επιβάλλουν στα κράτη μέλη να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα το αργότερο μέχρι την <DATE ISO="19931231">31η Δεκεμβρίου 1993</DATE> και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. Παρά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας, το Βασίλειο του Βελγίου δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα προς συμμόρφωση με την οδηγία ούτε παρέσχε κάποια ουσιαστική πληροφορία επ' αυτών, παραβαίνοντας έτσι τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 10 της επίμαχης οδηγίας. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης του για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από τη Συνθήκη ΕΚ και τις κοινοτικές οδηγίες<NOTE NOTE.ID="E0006" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ. τις αποφάσεις της <DATE ISO="19940518">18ης Μαΐου 1994</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-303/93" YEAR="1994" PAGE.ECR="I-1901">C-303/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1994, σ. Ι-1901)</REF.DOC.ECR> της <DATE ISO="19940928">28ης Σεπτεμβρίου 1994</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-65/94" YEAR="1994" PAGE.ECR="I-4627">C-65/94, Επιτροπή κστά Βελγίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-4627)</REF.DOC.ECR>, της <DATE ISO="19970320">20ής Μαρτίου 1997</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-294/96" YEAR="1997" PAGE.ECR="I-1781">C-294/96, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1996, ο. Ι-1781)</REF.DOC.ECR>, της <DATE ISO="19970220">20ής Φεβρουαρίου 1997</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-135/96" YEAR="1997" PAGE.ECR="I-1061">C-135/96, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1997, σ. Ι-1061)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>8.</NO.P><TXT>Ας σημειωθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν αμφισβητεί την παράλειψη που του προσάπτει η Επιτροπή. Σημειώνει απλώς ότι το σχέδιο του βασιλικού κανονισμού (arrêté royal) με τον οποίο πρόκειται να μεταφερθεί η εν λόγω οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη έχει υποβληθεί στο Συμβούλιο Επικρατείας προς γνωμοδότηση.</TXT></NP><NP><NO.P>9.</NO.P><TXT>Ενόψει των ανωτέρω, θεωρώ ότι στοιχειοθετείται η σχετική παράβαση σε βάρος του Βασιλείου του Βελγίου την οποία επικαλείται η Επιτροπή.</TXT></NP><?PAGE NO="I-1184"?><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><P>Πρόταση</P></TI></TITLE><NP><NO.P>10.</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>Να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη λαμβάνοντας εμπροθέσμως τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για να συμμορφωθεί στην οδηγία 92/74/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19920922">22ας Σεπτεμβρίου 1992</DATE>, για τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 81/851/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα κτηνιατρικά φαρμακευτικά προϊόντα και τη θέσπιση συμπληρωματικών διατάξεων για τα ομοιοπαθητικά κτηνιατρικά φάρμακα, παρέβη <HT TYPE="ITALIC">τις</HT> υποχρεώσεις που υπέχει από την ενλόγω οδηγία, και</P></ITEM><ITEM><P>να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.</P></ITEM></LIST></P></NP></GR.SEQ></CONTENTS.CONCLUSION></CONCLUSION>