ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

ΝΙΚΟΛΑ ΑΙΜΙΛΙΟΥ

της 20ής Ιανουαρίου 2022(1)

Υπόθεση C‑599/20

UAB «Baltic Master»

κατά

Muitinės departamentas prie Lietuvos Respublikos finansų ministerijos,

παρισταμένης της:

Vilniaus teritorinė muitinė

[αίτηση του Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas
(Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου της Λιθουανίας)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Τελωνειακή ένωση – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 – Άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ – Καθορισμός της δασμολογητέας αξίας – Έννοια των “συνδεομένων προσώπων” – De facto έλεγχος – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 – Άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ, εʹ και στʹ – Άρθρο 181α – Κλάση του TARIC»






I.      Εισαγωγή

1.        Στο εμβληματικό έργο του Ο πλούτος των εθνών, ο Adam Smith ανέφερε ότι το καθεστώς των τελωνειακών δασμών υφίσταται «από αμνημονεύτων χρόνων» (2). Πράγματι, υποστηρίζεται ότι οι δασμοί επί των εισαγωγών ή των εξαγωγών εμπορευμάτων είναι θεσμός τόσο αρχαίος όσο το ίδιο το εμπόριο. Πάντως, οι απαρχές του καθεστώτος των σύγχρονων τελωνειακών δασμών συχνά εντοπίζονται στην Ελλάδα των ελληνιστικών χρόνων, και συγκεκριμένα στην πρακτική να προσφέρονται δώρα από τους ξένους εμπόρους στους Έλληνες ηγεμόνες, σε αντάλλαγμα για την παροχή προστασίας και την προνομιακή μεταχείριση της εμπορικής τους δραστηριότητας (3).

2.        Παραδοσιακά, οι τελωνειακοί δασμοί επιβάλλονταν συνήθως με βάση «ειδικούς συντελεστές», εκπεφρασμένους είτε ως ποσότητα είτε ως βάρος των εμπορευμάτων. Στην εποχή μας, ωστόσο, και στις περισσότερες έννομες τάξεις, οι δασμοί επιβάλλονται κατά κύριο λόγο «ad valorem», ήτοι τα εισαγόμενα και/ή εξαγόμενα εμπορεύματα φορολογούνται βάσει της χρηματικής τους αξίας. Στην περίπτωση αυτή, ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας –ήτοι, η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της αξίας των εμπορευμάτων– καθίσταται ζήτημα κρίσιμο τόσο για τις τελωνειακές αρχές όσο και για τις επιχειρήσεις που καλούνται να δηλώσουν την αξία των εμπορευμάτων τους στα τελωνεία.

3.        Λόγω της σημασίας που έχει για το παγκόσμιο εμπόριο, ο τρόπος καθορισμού της δασμολογητέας αξίας αποτελεί αντικείμενο πλήθους διεθνών συμφωνιών (4). Η νομοθεσία της Ένωσης –η οποία μεταφέρει στην έννομη τάξη της Ένωσης τις οικείες διεθνείς συμφωνίες– ακολουθεί τη μέθοδο ad valorem. Ως εκ τούτου, και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πέρα από την προέλευση και την κατάταξη των εμπορευμάτων, ο καθορισμός της δασμολογητέας τους αξίας αποτελεί τη βάση για τον προσδιορισμό των δασμών που επιβάλλονται στον εισαγωγέα, κατά κανόνα ως ποσοστό επί της δασμολογητέας αξίας.

4.        Αφορμή για την κύρια δίκη αποτέλεσε περίπτωση κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές αμφισβήτησαν την ακρίβεια δήλωσης σχετικής με την κατάταξη και την αξία ορισμένων εμπορευμάτων που εισήχθησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η υπό κρίση υπόθεση προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να παράσχει ορισμένες διευκρινίσεις όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες είναι δυνατόν οι τελωνειακές αρχές να μη λαμβάνουν υπόψη, κατά τον προσδιορισμό των επιβαλλόμενων δασμών, την αξία των εμπορευμάτων που δηλώνεται από τον εισαγωγέα, αλλά να κάνουν χρήση άλλων μεθόδων καθορισμού της αξίας των εμπορευμάτων.

II.    Το νομικό πλαίσιο

Α.      Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1.      Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92

5.        Το άρθρο 29, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (5), το οποίο ήταν εφαρμοστέο κατά τον κρίσιμο χρόνο (6), προέβλεπε τα εξής:

«1.      Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ενδεχομένως κατόπιν προσαρμογής που πραγματοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 33, εφόσον:

[…]

δ)      ο αγοραστής και ο πωλητής δεν συνδέονται μεταξύ τους, ή εάν συνδέονται, η συναλλακτική αξία είναι αποδεκτή για δασμολογικούς σκοπούς δυνάμει της παραγράφου 2.

2. α)      Για να καθορισθεί αν η συναλλακτική αξία είναι αποδεκτή για τους σκοπούς εφαρμογής της παραγράφου 1, το γεγονός ότι ο αγοραστής και ο πωλητής συνδέονται μεταξύ τους δεν συνιστά αυτό καθαυτό επαρκή αιτία, ώστε να θεωρηθεί η συναλλακτική αξία ως απαράδεκτη. Αν παραστεί ανάγκη, εξετάζονται οι περιστάσεις που ανάγονται στην πώληση και η συναλλακτική αξία γίνεται δεκτή εφόσον οι σχέσεις αυτές δεν έχουν επηρεάσει την τιμή. Εάν αφού ληφθούν υπόψη οι πληροφορίες που παρέχει ο διασαφιστής ή οι οποίες λαμβάνονται από άλλες πηγές, η τελωνειακή διοίκηση έχει λόγους να θεωρεί ότι οι σχέσεις αυτές επηρέασαν την τιμή, ανακοινώνει τους λόγους αυτούς στο διασαφιστή και του παρέχει εύλογη δυνατότητα απαντήσεως. Κατόπιν αιτήσεως του διασαφιστή, οι λόγοι του ανακοινώνονται εγγράφως.

β)      Σε πώληση μεταξύ συνδεομένων μεταξύ τους προσώπων, η συναλλακτική αξία γίνεται αποδεκτή και τα εμπορεύματα εκτιμώνται σύμφωνα με την παράγραφο 1, όταν ο διασαφιστής αποδεικνύει ότι η εν λόγω αξία προσεγγίζει πολύ μια από τις κατωτέρω αξίες, οι οποίες υφίστανται κατά την ίδια ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή:

[…]

γ)      Τα κριτήρια που αναφέρονται στο στοιχείο βʹ πρέπει να χρησιμοποιούνται με πρωτοβουλία του διασαφιστή και μόνο για σκοπούς σύγκρισης. Δεν δύνανται να καθιερωθούν αξίες υποκατάστασης δυνάμει της εν λόγω περίπτωσης.»

6.        Το άρθρο 30, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2913/92 όριζε τα εξής:

«1.      Όταν η δασμολογητέα αξία δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29, εφαρμόζονται διαδοχικά οι διατάξεις της παραγράφου 2, στοιχεία αʹ, βʹ, γʹ και δʹ, έως την πρώτη μεταξύ αυτών διάταξη που καθιστά δυνατό τον καθορισμό της, εκτός, αν η σειρά εφαρμογής των στοιχείων γʹ και δʹ πρέπει να αντιστραφεί με αίτηση του διασαφιστή. Μόνο όταν η δασμολογητέα αυτή αξία δεν μπορεί να καθοριστεί κατ’ εφαρμογή ορισμένης περίπτωσης, επιτρέπεται η εφαρμογή της διάταξης του αμέσως επόμενου στοιχείου κατά τη σειρά που καθιερώνεται δυνάμει της παρούσας παραγράφου.

2.      Οι δασμολογητέες αξίες που καθορίζονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι οι ακόλουθες:

α)      η συναλλακτική αξία πανομοιοτύπων εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται για εξαγωγή με προορισμό την Κοινότητα και εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα·

β)      η συναλλακτική αξία ομοειδών εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό την Κοινότητα και τα οποία εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα·

[…]».

7.        Περαιτέρω, κατά το άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92:

«Αν η δασμολογητέα αξία εισαγόμενων εμπορευμάτων δεν μπορεί να καθορισθεί κατ’ εφαρμογή των άρθρων 29 και 30, καθορίζεται, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία εντός της Κοινότητας, με εύλογο τρόπο συμβιβαζόμενο με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις:

–        της συμφωνίας περί θέσεως σε εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994,

–        του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994,

–        και των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου.»

2.      Οι κανόνες εφαρμογής

8.        Ο τίτλος V του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (7), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (8), αφορούσε τη «Δασμολογητέα αξία». Το άρθρο 142, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93 όριζε τα εξής:

«Κατά την έννοια του παρόντος τίτλου, νοείται ως:

[…]

γ)      “πανομοιότυπα εμπορεύματα”: τα εμπορεύματα που παράγονται στην ίδια χώρα, τα οποία είναι όμοια από κάθε άποψη, περιλαμβανομένων και των φυσικών χαρακτηριστικών, της ποιότητας και της φήμης. Δευτερεύουσες διαφορές εμφάνισης δεν παρακωλύουν τον χαρακτηρισμό εμπορευμάτων, που είναι κατά τα λοιπά σύμφωνα με τον ορισμό, ως πανομοιότυπων·

δ)      “ομοειδή εμπορεύματα”: τα εμπορεύματα που παράγονται στην ίδια χώρα τα οποία, χωρίς να είναι όμοια από κάθε άποψη, παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά και αποτελούνται από παρόμοιες ύλες, πράγμα που τους επιτρέπει να επιτελούν τις ίδιες λειτουργίες και να είναι δυνατό να εναλλάσσονται στο πλαίσιο εμπορικών πράξεων· η ποιότητα των εμπορευμάτων, η φήμη τους και η ύπαρξη βιομηχανικού ή εμπορικού σήματος περιλαμβάνονται στα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, για να καθορίζεται αν τα εμπορεύματα είναι ομοειδή·

[…]».

9.        Το άρθρο 143, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93 προέβλεπε τα εξής:

«1.      Για την εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου 3 του τίτλου II του κώδικα και των διατάξεων του παρόντος τίτλου, πρόσωπα θεωρούνται ως συνδεόμενα μόνον αν:

α)      το ένα μετέχει στη διεύθυνση ή στο διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης του άλλου, και αντίστροφα·

β)      έχουν από νομική άποψη την ιδιότητα των εταίρων·

γ)      το ένα είναι εργοδότης του άλλου·

δ)      ένα οποιοδήποτε πρόσωπο έχει στην κυριότητά του, ελέγχει ή κατέχει άμεσα ή έμμεσα 5 % ή περισσότερο των μετοχών ή μεριδίων με δικαίωμα ψήφου, του ενός και του άλλου·

ε)      το ένα από αυτά ελέγχει το άλλο άμεσα ή έμμεσα·

στ)      και τα δύο ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από ένα τρίτο πρόσωπο·

ζ)      και τα δύο μαζί ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα ένα τρίτο πρόσωπο·

η)      είναι μέλη της ίδιας οικογένειας. Πρόσωπα θεωρούνται ως μέλη της ίδιας οικογένειας μόνον αν συνδέονται μεταξύ τους με μία από τις σχέσεις που αναφέρονται στη συνέχεια:

[…]».

10.      Το άρθρο 181α του κανονισμού 2454/93 προέβλεπε τα εξής:

«1.      Οι τελωνειακές αρχές δεν υποχρεούνται να καθορίζουν τη δασμολογητέα αξία εισαγόμενων εμπορευμάτων βάσει της μεθόδου της συναλλακτικής αξίας εάν, σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στην παράγραφο 2, λόγω ευλόγων αμφιβολιών δεν ικανοποιούνται από το γεγονός ότι η δηλούμενη αξία αντιπροσωπεύει το πράγματι πληρωθέν ή πληρωτέο ποσό όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα.

2.      Όπου οι τελωνειακές αρχές έχουν τις αμφιβολίες που περιγράφονται στην παράγραφο 1 δύνανται να ζητούν πρόσθετες πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 178, παράγραφος 4. Εάν οι αμφιβολίες αυτές εξακολουθούν να παραμένουν οι τελωνειακές αρχές πρέπει να κοινοποιούν στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, πριν λάβουν την τελική απόφαση, γραπτώς εφόσον αυτό ζητείται, την αιτιολογία στην οποία στηρίζονται οι αμφιβολίες αυτές και του παρέχουν λογικά περιθώρια απάντησης. Η τελική απόφαση καθώς και η σχετική αιτιολόγησή της κοινοποιούνται στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο εγγράφως.»

11.      Το παράρτημα 23 του κανονισμού 2454/93, το οποίο φέρει τίτλο «Ερμηνευτικές σημειώσεις στον τομέα της δασμολογητέας αξίας», περιλαμβάνει ερμηνευτικές σημειώσεις σχετικά, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 29, παράγραφοι 2 και 3, και με το άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92, καθώς και με το άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 2454/93.

12.      Οι ερμηνευτικές σημειώσεις σχετικά με το άρθρο 29, παράγραφος 2, έχουν ως εξής:

«1.      Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, προβλέπει διαφορετικά μέσα για να προσδιορισθεί αν μια συναλλακτική αξία δύναται να γίνει αποδεκτή.

2.      Η παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, προβλέπει ότι, όταν ο αγοραστής και ο πωλητής συνδέονται μεταξύ τους, εξετάζονται οι περιστάσεις περί την πώληση και η συναλλακτική αξία γίνεται δεκτή ως δασμολογητέα αξία, εφόσον οι σχέσεις αυτές δεν έχουν επηρεάσει την τιμή. Τούτο δεν σημαίνει ότι οι περιστάσεις της πωλήσεως θα έπρεπε να εξετάζονται κάθε φορά που ο αγοραστής και ο πωλητής συνδέονται μεταξύ τους. Η εξέταση αυτή απαιτείται μόνο όταν υπάρχει αμφιβολία ως προς το αν πρέπει να γίνει αποδεκτή η τιμή. Όταν οι τελωνειακές αρχές δεν έχουν καμία αμφιβολία ότι η τιμή πρέπει να γίνει αποδεκτή, η τιμή αυτή θα πρέπει να γίνει αποδεκτή χωρίς υποχρέωση για το διασαφηστή παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών. […]

3.      Όταν οι τελωνειακές αρχές δεν είναι σε θέση να αποδεχθούν τη συναλλακτική αξία χωρίς συμπληρωματική έρευνα, θα πρέπει να δίδουν στο διασαφηστή τη δυνατότητα παροχής όλων των άλλων λεπτομερών πληροφοριών που θα ήταν δυνατό να χρειασθούν προκειμένου να καταστεί δυνατή η εξέταση των περιστάσεων της πωλήσεως. Από την άποψη αυτή οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να είναι έτοιμες να εξετάσουν τις κρίσιμες όψεις της συναλλαγής, περιλαμβανομένου και του τρόπου κατά τον οποίο ο αγοραστής και ο πωλητής οργανώνουν τις εμπορικές τους σχέσεις και του τρόπου κατά τον οποίο καθορίσθηκε η εν λόγω τιμή, με σκοπό να προσδιορίσει εάν οι σχέσεις έχουν επηρεάσει την τιμή. Αν είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι ο αγοραστής και ο πωλητής, αν και συνδεόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 143 του παρόντος κανονισμού, αγοράζουν και πωλούν ο ένας στον άλλον σαν να μην ήταν συνδεδεμένοι μεταξύ τους, θα αποδεικνυόταν έτσι ότι οι σχέσεις δεν έχουν επηρεάσει την τιμή. […]»

13.      Οι ερμηνευτικές σημειώσεις σχετικά με το άρθρο 31, παράγραφος 1, όριζαν τα εξής:

«1.      Οι δασμολογητέες αξίες που καθορίζονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 παράγραφος 1 θα πρέπει να βασίζονται, όσο το δυνατό περισσότερο, επί δασμολογητέων αξιών που έχουν καθορισθεί προγενέστερα.

2.      Οι μέθοδοι εκτιμήσεως των οποίων πρέπει να γίνεται χρήση δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 1, θα πρέπει να είναι οι οριζόμενες από τα άρθρα 29 και 30, παράγραφος 2, αλλά μια εύλογη ελαστικότητα κατά την εφαρμογή των μεθόδων αυτών θα ήταν σύμφωνη με τους στόχους και τις διατάξεις του άρθρου 31, παράγραφος 1.

3.      Μερικά παραδείγματα θα καταδείξουν τι σημαίνει εύλογη ελαστικότητα:

α)      Εμπορεύματα πανομοιότυπα: η διάταξη κατά την οποία τα πανομοιότυπα εμπορεύματα πρέπει να εξάγονται κατά την ίδια χρονική στιγμή ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα θα ήταν δυνατό να ερμηνευθεί με ελαστικότητα· πανομοιότυπα εισαγόμενα εμπορεύματα τα οποία παράγονται σε άλλη χώρα πλην της χώρας εξαγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων θα ήταν δυνατό να αποτελέσουν τη βάση της τελωνειακής εκτιμήσεως· θα ήταν δυνατό να γίνει χρήση της δασμολογητέας αξίας πανομοιοτύπων εισαγομένων εμπορευμάτων η οποία έχει ήδη καθορισθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 30, παράγραφος 2, στοιχεία γʹ και δʹ·

β)      Εμπορεύματα ομοειδή: η διάταξη κατά την οποία τα ομοειδή εμπορεύματα πρέπει να εξάγονται κατά την ίδια χρονική στιγμή ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα θα ήταν δυνατό να ερμηνευθεί με ελαστικότητα· ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα παραγόμενα σε άλλη χώρα πλην της χώρας εξαγωγής των υπό εκτίμηση προϊόντων θα ήταν δυνατό ν’ αποτελέσουν τη βάση της τελωνειακής εκτιμήσεως· θα ήταν δυνατό να γίνει χρήση της δασμολογητέας αξίας ομοειδών εισαγομένων εμπορευμάτων η οποία έχει ήδη καθορισθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 30, παράγραφος 2, στοιχεία γʹ και δʹ·

[…]».

14.      Οι ερμηνευτικές σημειώσεις σχετικά με το άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, έχουν ως εξής:

«Ένα πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχει ένα άλλο όταν είναι, de jure ή de facto, σε θέση να ασκεί επί του άλλου τούτου προσώπου εξουσία καταναγκασμού ή κατευθύνσεως.»

Β.      Το εθνικό δίκαιο

15.      Το σημείο 12 της κανονιστικής πράξεως για την εφαρμογή του κανονισμού 2913/92 και του κανονισμού 2454/93 στη Δημοκρατία της Λιθουανίας, που εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. 1332 απόφαση της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της 27ης Οκτωβρίου 2004, έχει ως εξής:

«Για την εφαρμογή των μεθόδων καθορισμού της δασμολογητέας αξίας βάσει της συναλλακτικής αξίας πανομοιότυπων ή ομοειδών εμπορευμάτων και του άρθρου 31 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, οι τελωνειακές αρχές χρησιμοποιούν τα συναφή με τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων στοιχεία που συλλέγονται στην οικεία βάση δεδομένων, η οποία τηρείται από το τμήμα τελωνείων για δασμολογικούς σκοπούς. Η διαδικασία που αφορά την επιλογή στοιχείων από την εν λόγω βάση δεδομένων, τη χρήση αυτών, καθώς και την τυπική διαμόρφωση της πράξης καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων βάσει των στοιχείων που τηρούνται στην οικεία βάση δεδομένων ρυθμίζεται με απόφαση του γενικού διευθυντή του τμήματος τελωνείων.»

16.      Το σημείο 7 της κανονιστικής πράξεως περί του ελέγχου της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων, που εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. 1B‑431 απόφαση του διευθυντή του υπαγόμενου στο Υπουργείο Οικονομικών της Δημοκρατίας της Λιθουανίας τμήματος τελωνείων της 28ης Απριλίου 2004 (στο εξής: κανονιστική πράξη του τμήματος τελωνείων), ορίζει τα εξής:

«Για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, οι υπάλληλοι της τελωνειακής αρχής χρησιμοποιούν τη βάση δεδομένων η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με την οικεία διαδικασία που θεσπίζει το τμήμα τελωνείων, προκειμένου:

7.1.      να συγκρίνουν τη δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων με την αντίστοιχη αξία εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί κατά το παρελθόν και να εξακριβώνουν την πραγματική δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων·

7.2.      να αντλούν στοιχεία σχετικά με τις αξίες και τις τιμές των εμπορευμάτων στο πλαίσιο εφαρμογής άλλων μεθόδων καθορισμού της δασμολογητέας αξίας ή υπολογισμού τυχόν επιπρόσθετης εγγυήσεως ή ασφάλειας.»

17.      Περαιτέρω, το σημείο 24 της κανονιστικής πράξεως του τμήματος τελωνείων ορίζει τα εξής:

«Σε περίπτωση έκδοσης απόφασης (περί εφαρμογής της μεθόδου καθορισμού της δασμολογητέας αξίας βάσει της συναλλακτικής αξίας πανομοιότυπων ή ομοειδών εμπορευμάτων) κατά το σημείο 20.4 της κανονιστικής πράξεως [του τμήματος τελωνείων] εφαρμόζεται υποχρεωτικά το άρθρο 150 της κανονιστικής πράξεως για την εφαρμογή του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. Εάν δεν είναι δυνατή κατά τον εκτελωνισμό η εφαρμογή των οριζομένων στο άρθρο 150 της κανονιστικής πράξεως για την εφαρμογή του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 31 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (μέθοδος 6). Σε περίπτωση καθορισμού της δασμολογητέας αξίας κατ’ εφαρμογή της μεθόδου 6, η τιμή των εμπορευμάτων που λαμβάνεται υπόψη θα πρέπει να προσεγγίζει την τιμή πανομοιότυπων ή ομοειδών εμπορευμάτων· εντούτοις, επιτρέπεται η ευέλικτη εφαρμογή των σχετικών με τις εν λόγω μεθόδους απαιτήσεων (για παράδειγμα, επιτρέπεται η ευέλικτη εφαρμογή της προϋπόθεσης των “90 ημερών”, είναι δυνατόν να λαμβάνεται υπόψη η τιμή εμπορευμάτων που παράγονται σε χώρες άλλες από εκείνη όπου παράγονται τα εμπορεύματα των οποίων καθορίζεται η δασμολογητέα αξία, είναι δυνατόν να λαμβάνεται υπόψη η τιμή που ισχύει στη χώρα εξαγωγής, κ.ο.κ.).»

III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και τα προδικαστικά ερωτήματα

18.      Μεταξύ των ετών 2009 και 2012, η αρχικώς προσφεύγουσα και στη συνέχεια εκκαλούσα της κύριας δίκης (UAB «Baltic Master») εισήγαγε στη Λιθουανία εμπορεύματα προελεύσεως Μαλαισίας τα οποία είχε προμηθευτεί από την εταιρία Gus Group LLC. Στις τελωνειακές διασαφήσεις της, η εκκαλούσα περιέγραφε τα εμπορεύματα αυτά ως μηχανές και συσκευές τεχνητού κλίματος και μέρη αυτών, υπό διαφόρους κωδικούς (9) TARIC (10), αναγράφοντας το συνολικό βάρος των εν λόγω μερών σε κιλά. Στις διασαφήσεις αυτές, η εκκαλούσα υποδείκνυε ως δασμολογητέα αξία των επίμαχων εμπορευμάτων τη συναλλακτική αξία τους, ήτοι την αναγραφόμενη στα οικεία τιμολόγια –τα οποία είχαν εκδοθεί επ’ ονόματι της εκκαλούσας– τιμή των εν λόγω εμπορευμάτων.

19.      Κατόπιν της διεξαγωγής ελέγχων επί των σχετικών με την εισαγωγή των εμπορευμάτων αυτών δραστηριοτήτων της εκκαλούσας, η Vilniaus teritorinė muitinė (περιφερειακή τελωνειακή υπηρεσία του Βίλνιους) έκρινε ότι τα επίμαχα εμπορεύματα θα έπρεπε να περιγράφονται ως «μέρη μηχανών και συσκευών τεχνητού κλίματος», η δε διασάφησή τους να γίνει υπό άλλο κωδικό TARIC (11). Η περιφερειακή τελωνειακή υπηρεσία του Βίλνιους έκρινε ότι η δηλωθείσα στις διασαφήσεις εισαγωγής συναλλακτική αξία δεν έπρεπε να γίνει δεκτή –δεδομένου ότι η εκκαλούσα και η πωλήτρια έπρεπε να θεωρηθούν, για τους σκοπούς καθορισμού της δασμολογητέας αξίας, ως συνδεόμενα μεταξύ τους πρόσωπα–, καθώς και ότι η δασμολογητέα αξία των επίμαχων εμπορευμάτων δεν ήταν δυνατόν να καθοριστεί με τις μεθόδους που ορίζουν τα άρθρα 29 και 30 του κανονισμού 2913/92.

20.      Ως εκ τούτου, η περιφερειακή τελωνειακή υπηρεσία του Βίλνιους καθόρισε τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού 2913/92, χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτόν στοιχεία που άντλησε από το πληροφοριακό σύστημα για τον καθορισμό της αξίας των εμπορευμάτων για δασμολογικούς σκοπούς (στο εξής: βάση δεδομένων PREMI). Ειδικότερα, οι λιθουανικές αρχές καθόρισαν τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων που εισήγαγε η εκκαλούσα χρησιμοποιώντας στοιχεία συναλλαγών που αφορούσαν εμπορεύματα τα οποία είχε εισαγάγει άλλη εταιρία από τον ίδιο κατασκευαστή, τα οποία ενέπιπταν στην ίδια περιγραφή και τον ίδιο κωδικό TARIC. Επρόκειτο για τη μοναδική περίπτωση εισαγωγής από τη Μαλαισία υπό τον ίδιο κωδικό TARIC που καταγράφηκε στην εθνική βάση δεδομένων PREMI κατά το έτος 2010. Οι τελωνειακές αρχές εφάρμοσαν την εν λόγω συναλλακτική αξία προκειμένου να καθορίσουν την αξία των εμπορευμάτων που αφορούσαν οι διασαφήσεις της εκκαλούσας κατά το χρονικό διάστημα 2009 έως 2011.

21.      Κατά της αποφάσεως της περιφερειακής τελωνειακής υπηρεσίας του Βίλνιους η εκκαλούσα υπέβαλε διοικητική ένσταση ενώπιον του Muitinės departamentas prie Lietuvos Respublikos Vyriausybės (τμήματος τελωνείων που υπάγεται στο Υπουργείο Οικονομικών της Δημοκρατίας της Λιθουανίας). Μετά από εξέταση της ενστάσεως, το τμήμα τελωνείων επικύρωσε, με την απόφασή του, την απόφαση της περιφερειακής τελωνειακής υπηρεσίας του Βίλνιους. Κατά της αποφάσεως του τμήματος τελωνείων η εκκαλούσα άσκησε ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Mokestinių ginčų komisja prie Lietuvos Respublikos Vyriausybės (επιτροπής φορολογικών διαφορών που υπάγεται στην Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Λιθουανίας). Το εν λόγω όργανο επικύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του τμήματος τελωνείων που υπάγεται στο Υπουργείο Οικονομικών της Δημοκρατίας της Λιθουανίας.

22.      Κατά της αποφάσεως της επιτροπής φορολογικών διαφορών που υπάγεται στην Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Λιθουανίας η εκκαλούσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακού διοικητικού πρωτοδικείου Βίλνιους, Λιθουανία), αιτούμενη παράλληλα την παραπομπή της υποθέσεως στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να εκδοθεί προδικαστική απόφαση σχετικά με την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 2913/92 και του κανονισμού εφαρμογής 2454/93.

23.      Το Vilniaus apygardos administracinis teismas (περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο Βίλνιους) απέρριψε την προσφυγή. Αφού εξέτασε την έφεση που άσκησε η εκκαλούσα, το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας) επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

24.      Κατόπιν αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά την οποία τα δικαστήρια της Δημοκρατίας της Λιθουανίας δεν είχαν αιτιολογήσει επαρκώς την άρνησή τους να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου είχαν παραβεί το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (12), το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας) κίνησε εκ νέου τη διαδικασία της διοικητικής δίκης. Ωστόσο, καθώς το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά την ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχουν το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του [κανονισμού 2913/92] και το άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ, εʹ ή στʹ, του [κανονισμού 2454/93] την έννοια ότι ο πωλητής και ο αγοραστής θεωρούνται ως συνδεόμενα πρόσωπα σε περίπτωση που, μολονότι δεν υπάρχουν έγγραφα (επίσημα στοιχεία) που να αποδεικνύουν ότι είναι επιχειρηματικοί εταίροι ή ότι υφίσταται μεταξύ τους σχέση ελέγχου, όπως εν προκειμένω, εντούτοις οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργούνται οι μεταξύ τους συναλλαγές δεν είναι –βάσει αντικειμενικών αποδεικτικών στοιχείων– ενδεικτικές συνήθους άσκησης οικονομικής δραστηριότητας, αλλά μάλλον υποδηλώνουν ότι 1) υφίστανται μεταξύ τους ιδιαιτέρως στενές επιχειρηματικές σχέσεις, οι οποίες βασίζονται σε υψηλό βαθμό αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των αντισυμβαλλομένων, ή 2) ο ένας εκ των αντισυμβαλλομένων ελέγχει τον άλλο, ή ελέγχονται αμφότεροι από τρίτο;

2)      Έχει το άρθρο 31, παράγραφος 1, του [κανονισμού 2913/92] την έννοια ότι απαγορεύει τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει στοιχείων που περιέχονται σε εθνική βάση δεδομένων και αφορούν μία μοναδική δασμολογητέα αξία εμπορευμάτων ίδιας προελεύσεως τα οποία, αν και δεν είναι ομοειδή κατά την έννοια του άρθρου 142, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του [κανονισμού 2454/93], εμπίπτουν στην ίδια δασμολογική κλάση του TARIC;»

25.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Baltic Master, η Τσεχική, η Εσθονική, η Ισπανική, η Γαλλική και η Λιθουανική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επιπλέον, οι εν λόγω μετέχουσες στη διαδικασία, καθώς και η Ολλανδική Κυβέρνηση, ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 17ης Νοεμβρίου 2021.

IV.    Ανάλυση

Α.      Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

26.      Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν τo άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 2913/92 και το άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ, εʹ ή στʹ, του κανονισμού 2454/93 έχουν την έννοια ότι ο πωλητής και ο αγοραστής θεωρούνται ως «συνδεόμενα πρόσωπα» σε περίπτωση που, μολονότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι είναι επιχειρηματικοί εταίροι ή ότι υφίσταται μεταξύ τους σχέση ελέγχου, οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργούνται οι μεταξύ τους συναλλαγές δεν υποδηλώνουν τη συνήθη άσκηση οικονομικής δραστηριότητας αλλά την ύπαρξη ιδιαιτέρως στενών επιχειρηματικών σχέσεων ή σχέσης de facto ελέγχου.

27.      Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, θα υπενθυμίσω καταρχάς τις βασικές αρχές του ενωσιακού συστήματος καθορισμού της δασμολογητέας αξίας (υπό 1). Εν συνεχεία, θα εξετάσω τα ερμηνευτικά ζητήματα τα οποία αναδεικνύει το αιτούν δικαστήριο και θα προτείνω τον τρόπο κατά τον οποίο μπορεί το ως άνω θεσμικό πλαίσιο να εφαρμοστεί σε υποθέσεις όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη (υπό 2).

1.      Το ενωσιακό σύστημα καθορισμού της δασμολογητέας αξίας

28.      Προκαταρκτικώς, είναι χρήσιμο να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σκοπός των κανόνων του δικαίου της Ένωσης που διέπουν τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας είναι «να θεσπιστεί ένα δίκαιο, ομοιόμορφο και ουδέτερο σύστημα, το οποίο να αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαίρετων ή πλασματικών δασμολογικών αξιών» (13). Το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92 καθιερώνει τον κανόνα ότι η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι, καταρχήν, η συναλλακτική αξία, ήτοι η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, υπό την επιφύλαξη προσαρμογής που τυχόν πραγματοποιείται (14).

29.      Ωστόσο, η αρχή αυτή υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις, μία εκ των οποίων είναι –κατά το στοιχείο δʹ της ίδιας διάταξης– ότι ο αγοραστής και ο πωλητής δεν συνδέονται μεταξύ τους, ή εάν συνδέονται, ότι η συναλλακτική αξία είναι αποδεκτή για δασμολογικούς σκοπούς (15). Το περιεχόμενο της προϋπόθεσης αυτής διευκρινίζεται, ιδίως, στο άρθρο 143, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93 και στο άρθρο 29, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2913/92.

30.      Αφενός, στο άρθρο 143, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93 απαριθμούνται οι περιπτώσεις εκείνες στις οποίες οι επιχειρηματίες πρέπει να θεωρούνται ως «συνδεόμενα» πρόσωπα για τους σκοπούς εφαρμογής των κανόνων καθορισμού της δασμολογητέας αξίας.

31.      Αφετέρου, το άρθρο 29, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2913/92 καθιστά σαφές ότι το γεγονός ότι ο αγοραστής και ο πωλητής συνδέονται μεταξύ τους δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο εκ του οποίου μπορεί να συναχθεί ότι η αξία των εμπορευμάτων –και συνεπώς η συναλλακτική αξία– ενδέχεται να επηρεάστηκε από την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων (16). Πράγματι, παρά το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι συνδέονται μεταξύ τους, η συναλλακτική αξία που δηλώθηκε είναι αποδεκτή, εάν οι σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων δεν έχουν επηρεάσει την τιμή.

32.      Προς εξακρίβωση αυτού, το άρθρο 29, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2913/92 προβλέπει ότι πρέπει να εξετάζονται «οι περιστάσεις που ανάγονται στην πώληση», αφού ληφθούν υπόψη οι πληροφορίες που παρέχει ο διασαφιστής. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η συναλλακτική αξία πρέπει να αντανακλά την πραγματική οικονομική αξία του επίμαχου εμπορεύματος και να ενσωματώνει «όλα τα στοιχεία του εμπορεύματος που έχουν οικονομική αξία» (17).

33.      Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου πρόκειται να εξετάσω το ερμηνευτικό ζήτημα το οποίο θέτει το αιτούν δικαστήριο.

2.      Η υπό κρίση υπόθεση

34.      Στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο διαλαμβάνει ότι, εν προκειμένω, δεν προσκομίζονται στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι μεταξύ πωλήτριας και αγοράστριας υφίσταται μία από τις έννομες σχέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 143, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93.

35.      Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ορισμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία μπορεί ευλόγως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η πωλήτρια και η αγοράστρια διατηρούν ιδιαιτέρως στενούς δεσμούς, με αποτέλεσμα οι μεταξύ τους συναλλαγές να συμφωνούνται και να διεκπεραιώνονται υπό συνθήκες ασυνήθεις κατά τα συναλλακτικά ήθη. Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, δεν φαίνεται να υφίστανται αντικειμενικές περιστάσεις ικανές να δικαιολογήσουν την οικονομική λογική των συναλλαγών αυτών.

36.      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: i) η πωλήτρια και η εκκαλούσα συνδέονται με μακροχρόνιες εμπορικές συναλλαγές· ii) η προμήθεια των εμπορευμάτων γινόταν χωρίς να έχει προηγηθεί η σύναψη συμβάσεων πωλήσεως, οι οποίες θα προέβλεπαν τους όρους παράδοσης των εμπορευμάτων, καταβολής του τιμήματος ή επιστροφής των εμπορευμάτων, ή άλλους συναφείς προς τέτοιου είδους συναλλαγές όρους· iii) η παράδοση των εμπορευμάτων γινόταν χωρίς να έχει προηγηθεί προκαταβολή μέρους του τιμήματος και παρά το γεγονός ότι υπήρχαν σημαντικές οφειλές της εκκαλούσας προς την πωλήτρια από προηγούμενες συναλλαγές· iv) δεν προβλέπονταν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης ή διαχείρισης του επιχειρηματικού κινδύνου (προκαταβολές, ασφάλειες, εγγυήσεις, επιτόκια υπερημερίας, κ.λπ.), τα οποία συνηθίζονται σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη, παρά το γεγονός ότι οι επίμαχες συναλλαγές ήταν ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας· v) από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η πωλήτρια ασκούσε εν γένει έλεγχο όσον αφορά την καταβολή του τιμήματος και τις λοιπές υποχρεώσεις της εκκαλούσας· vi) εντοπίστηκαν περιπτώσεις κατά τις οποίες φυσικά πρόσωπα-εργαζόμενοι της εκκαλούσας ενήργησαν για λογαριασμό της πωλήτριας δυνάμει εξουσιοδοτήσεως και χρησιμοποίησαν την εταιρική της σφραγίδα.

37.      Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι, κατά την άποψή του, συμπεριφορές οικονομικών οντοτήτων ανάλογες με τις προαναφερόμενες είναι εν γένει χαρακτηριστικές περιπτώσεων κατά τις οποίες ο ένας αντισυμβαλλόμενος ελέγχει τον άλλον ή κατά τις οποίες αμφότεροι ελέγχονται από τρίτο. Κατά συνέπεια, και παρά το ότι δεν αποδεικνύεται ότι υφίσταται έλεγχος αυτής της μορφής de jure, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, από τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, δικαιολογείται να θεωρηθούν η πωλήτρια και η εκκαλούσα ως πρόσωπα συνδεόμενα de facto, κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 2913/92 και του άρθρου 143, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ και/ή στʹ, του κανονισμού 2454/93.

38.      Επομένως, επίκεντρο του υπό εξέταση προδικαστικού ερωτήματος αποτελεί το ζήτημα αν μπορούν οι τελωνειακές αρχές, για τους σκοπούς καθορισμού της δασμολογητέας αξίας, να καταλήξουν στην κρίση ότι δύο συναλλασσόμενοι είναι «συνδεόμενα πρόσωπα» παρά την απουσία οποιουδήποτε νομικού δεσμού μεταξύ τους, με βάση στοιχεία τα οποία υποδεικνύουν ότι, de facto, ο ένας αντισυμβαλλόμενος ελέγχει τον άλλον ή ότι αμφότεροι ελέγχονται από τρίτο.

39.      Στις επόμενες ενότητες, θα εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα πρέπει να είναι καταφατική. Ωστόσο, θα διατυπώσω επίσης την άποψη ότι οι οικείες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης (ιδίως το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 2913/92 και το άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχεία εʹ και στʹ, του κανονισμού 2454/93) επιβάλλουν μια λελογισμένη προσέγγιση εκ μέρους των αρχών στην περίπτωση που έχουν διαμορφωθεί αποκλειστικά de facto καταστάσεις. Τέλος, και προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, θα εξετάσω εν συντομία ακόμη μία διάταξη (το άρθρο 181α του κανονισμού 2454/93), η οποία μπορεί επίσης να αποδειχθεί λυσιτελής στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, μολονότι δεν την επικαλείται το αιτούν δικαστήριο.

α)      Το άρθρο 143, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93

40.      Θα πρέπει εξαρχής να τονιστεί ότι οι περιπτώσεις στις οποίες δύο επιχειρηματίες πρέπει να θεωρούνται ως «συνδεόμενα πρόσωπα», για τους σκοπούς καθορισμού της δασμολογητέας αξίας, απαριθμούνται εξαντλητικά («μόνον αν») (18) στο άρθρο 143, παράγραφος 1, του κανονισμού 2454/93.

41.      Εντούτοις, όπως επισημαίνουν ορισμένες εκ των μετεχουσών στη διαδικασία οι οποίες υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι περιπτώσεις που απαριθμούνται στην ως άνω διάταξη δεν είναι απαραίτητο να ερμηνεύονται περιοριστικά, όταν κάτι τέτοιο θα μπορούσε να υπονομεύσει την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 29 του κανονισμού 2913/92 (19). Βάσει της συλλογιστικής αυτής, οι ως άνω μετέχουσες στη διαδικασία υποστηρίζουν ότι η υπόθεση της κύριας δίκης μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 143, παράγραφος 1, σημεία βʹ, εʹ ή στʹ, του κανονισμού 2454/93.

42.      Όσον αφορά μεν το άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2454/93, φαίνεται αναμφισβήτητο ότι αποκλειστικά de facto καταστάσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης. Πράγματι, με βάση τη διάταξη αυτή, θεωρούνται ως «συνδεόμενα» μόνο τα πρόσωπα τα οποία έχουν «από νομική άποψη την ιδιότητα των εταίρων» (20). Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου από την επισκόπηση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων του κανονισμού (21).

43.      Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, βάσει των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη νομικού δεσμού μεταξύ των δύο επιχειρήσεων, φρονώ ότι το άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2454/93 δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση.

44.      Ωστόσο, όσον αφορά το άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχεία εʹ και στʹ, του κανονισμού 2454/93, η κατάσταση μπορεί να διαφέρει. Πράγματι, οι διατάξεις αυτές παρέχουν στις αρχές τη δυνατότητα να θεωρήσουν δύο πρόσωπα ως «συνδεόμενα» σε περιπτώσεις όπου ο έλεγχος ασκείται αποκλειστικά de facto. Τούτο συμβαίνει όταν το ένα από τα πρόσωπα «ελέγχει το άλλο άμεσα ή έμμεσα» (στοιχείο εʹ), και όταν και τα δύο πρόσωπα «ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από ένα τρίτο πρόσωπο» (στοιχείο στʹ). Στις δε ερμηνευτικές σημειώσεις του παραρτήματος 23 του κανονισμού 2454/93 διαλαμβάνεται ότι, για τους σκοπούς του άρθρου 143, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ (22), «ένα πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχει ένα άλλο όταν είναι, de jure ή de facto, σε θέση να ασκεί επί του άλλου τούτου προσώπου εξουσία καταναγκασμού ή κατευθύνσεως (23)».

45.      Η χρήση του διαζευκτικού συνδέσμου «ή» υποδηλώνει ότι, για τους σκοπούς εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, έχουν όντως σημασία και οι καταστάσεις de facto ελέγχου, πέραν των καταστάσεων αμιγώς de jure ελέγχου. Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι δύο συναλλασσόμενοι είναι «συνδεόμενα πρόσωπα» για τους σκοπούς καθορισμού της δασμολογητέας αξίας όταν –λόγω της ύπαρξης νομικού, συμβατικού ή απλώς πραγματικού δεσμού μεταξύ τους– οι επίμαχες συναλλαγές (όπως δηλώνονται στις αρχές) δεν είναι δυνατόν να εκληφθούν ως προϊόν διαπραγμάτευσης μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, κάθε μία εκ των οποίων συμπεριφέρεται κατά τον πλέον οικονομικά ορθολογικό ή επικερδή τρόπο.

46.      Είναι προφανές ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο –μόνο αρμόδιο για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της ενώπιόν του διαφοράς– να κρίνει αν ο πωλητής και ο αγοραστής είναι «συνδεόμενα πρόσωπα», είτε διότι ο ένας από αυτούς είναι σε θέση να ασκεί επί του άλλου εξουσία καταναγκασμού ή κατευθύνσεως είτε διότι ένα τρίτο πρόσωπο είναι σε θέση να ασκεί έλεγχο αυτής της μορφής επί αμφοτέρων (24).

47.      Ωστόσο, προς διευκόλυνση του αιτούντος δικαστηρίου θα ήθελα να διατυπώσω τις εξής παρατηρήσεις.

48.      Από τα στοιχεία εκείνα τα οποία, κατά το αιτούν δικαστήριο, υποδηλώνουν την πιθανή ύπαρξη δεσμών μεταξύ των δύο επιχειρήσεων, προκύπτει αναμφίβολα η ύπαρξη υψηλού βαθμού αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Εντούτοις, διερωτώμαι κατά πόσον τα στοιχεία αυτά –όταν αξιολογούνται είτε το καθένα αυτοτελώς είτε όλα μαζί συνδυαστικά– είναι επαρκή για να τεκμηριώσουν ότι υφίσταται de facto έλεγχος, κατά την έννοια του άρθρου 143, παράγραφος 1, στοιχεία εʹ ή στʹ, του κανονισμού 2454/93.

49.      Η γνώμη μου είναι ότι, ενώ τα εν λόγω στοιχεία αποτελούν, ως επί το πλείστον, ενδείξεις,  εκλήφθησαν ωστόσο από τις αρχές ως τεκμήρια.

50.      Ως προς το ζήτημα αυτό, δεν αρνούμαι, βεβαίως, ότι οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να μπορούν να θεωρούν ορισμένα πραγματικά περιστατικά ως αποδεδειγμένα βάσει ενδείξεων και/ή τεκμηρίων. Λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου αριθμού συναλλαγών που καλούνται να διεκπεραιώσουν καθημερινά, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να αναμένεται από τις αρχές αυτές να θεμελιώνουν τις διαπιστώσεις τους εφαρμόζοντας κανόνες αποδείξεως αντίστοιχης αυστηρότητας με εκείνους που επιβάλλεται να εφαρμόζουν, π.χ., οι αρχές που είναι αρμόδιες για τη διερεύνηση του εγκλήματος.

51.      Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, πρέπει οι επιχειρηματίες να μπορούν να επιδεικνύουν εμπιστοσύνη στις εν λόγω αρχές ως προς το ότι εφαρμόζουν προβλέψιμες και αξιόπιστες μεθόδους επαλήθευσης των διασαφήσεών τους. Ειδικότερα, οι όποιες ενδείξεις θα πρέπει να είναι λυσιτελείς και συνεπείς, τα δε τεκμήρια να βασίζονται σε προηγούμενη εμπειρία, κατά τρόπον ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος εσφαλμένων διαπιστώσεων (25). Πράγματι, όπως διαλαμβάνεται και στο προοίμιο του κανονισμού 2913/92, σκοπός του τελωνειακού κώδικα είναι «να διασφαλιστεί η ισορροπία μεταξύ των αναγκών των τελωνειακών υπηρεσιών προκειμένου να εξασφαλίσουν, αφενός, την ορθή εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας και, αφετέρου, το δικαίωμα των οικονομικών παραγόντων για δίκαιη μεταχείριση […]».

52.      Συνεπές προς την αρχή αυτή, το άρθρο 29, παράγραφος 2, του κανονισμού 2913/92 θεσπίζει ad hoc διαδικασία προκειμένου να παράσχει στις αρχές τη δυνατότητα να εξακριβώσουν αν το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 2913/92 είναι ή όχι εφαρμοστέο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ παράλληλα προστατεύονται τα δικαιώματα του διασαφιστή. Στις τελωνειακές αρχές επιβάλλεται η υποχρέωση να ανακοινώσουν στον διασαφιστή τις όποιες αμφιβολίες τους, ώστε να παρέχεται σε αυτόν η εύλογη δυνατότητα να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες προκειμένου να αποδείξει ότι η συναλλακτική αξία που δηλώθηκε είναι αποδεκτή για δασμολογικούς σκοπούς. Φρονώ ότι, μολονότι η διαδικασία αυτή αποσκοπεί πρωτίστως στην εξέταση του αποδεκτού ή μη της δηλωθείσας τιμής των εμπορευμάτων, ουδέν εμποδίζει τις αρχές και/ή τους επιχειρηματίες να προσφύγουν στην ίδια διαδικασία προκειμένου να αποσαφηνιστεί η σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή.

53.      Χωρίς να φτάνει μέχρι του σημείου να καθιερώσει τεκμήριο περί του ότι η τιμή που συμφωνείται μεταξύ συνδεομένων μεταξύ τους προσώπων δεν αντανακλά την πραγματική οικονομική αξία των εμπορευμάτων, το άρθρο 29 του κανονισμού 2913/92 μειώνει, σε κάποιον βαθμό, το επίπεδο αποδεικτικής βεβαιότητας που απαιτείται από τις αρχές. Και το επιτυγχάνει αυτό διά της επιβολής στον διασαφιστή του βάρους προβολής (26) και, σε κάποιες περιπτώσεις, του βάρους απόδειξης ορισμένων ισχυρισμών (27).

54.      Εντούτοις, το γεγονός ότι τα βάρη αυτά επιβάλλονται στον διασαφιστή δεν συνεπάγεται την απαλλαγή των αρχών από το καθήκον τους να βασίζουν τυχόν διαπιστώσεις τους περί υφισταμένου de facto ελέγχου επί συγκεκριμένων στοιχείων τα οποία καταδεικνύουν ότι ο ένας εκ των συμβαλλομένων είχε τη δυνατότητα να καθορίζει ή να επηρεάζει τη συμπεριφορά του άλλου ή ότι τη δυνατότητα αυτή την είχε τρίτος έναντι αμφοτέρων των συμβαλλομένων.

55.      Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός και μόνον ότι απουσιάζουν από μια συγκεκριμένη συναλλαγή ορισμένα στοιχεία τα οποία συνήθως χαρακτηρίζουν παρόμοιες συναλλαγές –για παράδειγμα, η γραπτή σύμβαση πωλήσεως, η πρόβλεψη ασφαλειών ή εγγυήσεων, οι προκαταβολές– δεν αποδεικνύει άνευ ετέρου την ύπαρξη διαρθρωτικού ή οργανικού δεσμού μεταξύ των δύο επιχειρήσεων. Όπως επισημαίνει η Baltic Master, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο δύο επιχειρήσεις οι οποίες διατηρούν μακροχρόνιες επιχειρηματικές σχέσεις και των οποίων οι συναλλαγές είναι τακτικές και επωφελείς να διεκπεραιώνουν τις συναλλαγές αυτές απλούστερα και ταχύτερα. Αντίστοιχα, μια ασυνήθιστα χαμηλή τιμή δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην ένδειξη ότι η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε μεταξύ συνδεομένων προσώπων. Στην πραγματικότητα, είναι δυνατόν ο ένας αντισυμβαλλόμενος να επιτύχει μια ιδιαιτέρως καλή τιμή εξαιτίας, π.χ., οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζει ο έτερος αντισυμβαλλόμενος ή εξαιτίας της ιδιαιτέρως ευνοϊκής τρέχουσας κατάστασης της αγοράς (28). Τέτοιες καταστάσεις δεν οφείλονται στην ύπαρξη de facto ελέγχου αλλά μάλλον στη λειτουργία των κανονικών δυνάμεων της αγοράς.

56.      Φρονώ ότι, προκειμένου να αποδείξουν ότι υφίσταται de facto έλεγχος, οι αρχές δεν μπορούν να αρκούνται στην παρατήρηση και την καταγραφή των συνεπειών του υποτιθέμενου ελέγχου (ήτοι της ασυνήθιστα χαμηλής τιμής), αλλά πρέπει να εντοπίζουν τις πιθανές αιτίες του εν λόγω ελέγχου. Τέτοιες αιτίες μπορούν να είναι, για παράδειγμα, η παρουσία κοινών διευθυντικών στελεχών ή η συμμετοχή της μίας εταιρίας στα εταιρικά κεφάλαια της άλλης, ή άλλες καταστάσεις εγγύτητας μεταξύ των μετόχων των δύο εταιριών. Τα εν λόγω στοιχεία θα μπορούσαν, κατά περίπτωση, να προσφέρουν στις αρχές στέρεο έρεισμα για να συναγάγουν την ύπαρξη de facto ελέγχου. Σε διαφορετική περίπτωση, ο συλλογισμός των τελωνειακών αρχών καθίσταται διάλληλος: το στοιχείο εκείνο που αποτελεί την αφορμή για να διερευνηθούν διεξοδικά οι σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων (ήτοι η ασυνήθιστα χαμηλή τιμή) χρησιμεύει επίσης και ως απόδειξη της ύπαρξης «υπερβολικά στενής» σχέσης μεταξύ τους.

57.      Εντούτοις, για λόγους πληρότητας, ίσως είναι χρήσιμο για το αιτούν δικαστήριο να υπομνησθεί ότι η περίπτωση κατά την οποία ο πωλητής και ο αγοραστής «συνδέονται» –κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 2913/92– ουδόλως αποτελεί τη μοναδική περίσταση(29)κατά την οποία παρέχεται στις τελωνειακές αρχές η δυνατότητα να απορρίψουν τη δηλωθείσα κατά τη διασάφηση αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων. Πράγματι, το εφαρμοστέο θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης περιλαμβάνει και άλλες διατάξεις που παρέχουν στις αρχές την ευχέρεια να υπολογίσουν την εν λόγω αξία χρησιμοποιώντας άλλες μεθόδους καθορισμού. Φαίνεται δε, εκ πρώτης όψεως, ότι μία από τις διατάξεις αυτές θα μπορούσε να αποδειχθεί κρίσιμη εν προκειμένω.

β)      Το άρθρο 181α του κανονισμού 2454/93

58.      Κατά το άρθρο 181α του κανονισμού 2454/93, «οι τελωνειακές αρχές δεν υποχρεούνται να καθορίζουν τη δασμολογητέα αξία εισαγόμενων εμπορευμάτων βάσει της μεθόδου της συναλλακτικής αξίας εάν […] λόγω ευλόγων αμφιβολιών δεν ικανοποιούνται από το γεγονός ότι η δηλούμενη αξία αντιπροσωπεύει το πράγματι πληρωθέν ή πληρωτέο ποσό όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα».

59.      Στο άρθρο 181α του κανονισμού 2454/93 εμπίπτουν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η δηλούμενη αξία δεν αντιστοιχεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή. Η εν λόγω διάταξη –η οποία εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το αν ο πωλητής και ο αγοραστής συνδέονται (de jure ή de facto) μεταξύ τους– καταλαμβάνει, ιδίως, περιπτώσεις απάτης, ψευδών διασαφήσεων και άλλων ανακριβών δηλώσεων (30). Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων αποτελούν συναλλαγές που τεκμηριώνονται με πλαστά έγγραφα, ή διασαφήσεις που δεν αντιστοιχούν επακριβώς στο πραγματικό περιεχόμενο της συναλλαγής. Σε άλλες περιπτώσεις, ενδέχεται να έχουν εμφιλοχωρήσει σφάλματα κατά τον καθορισμό ή την αναπροσαρμογή της «πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας για τα εμπορεύματα τιμής», βάσει των κριτηρίων που προβλέπουν τα άρθρα 29, 32 και 33 του κανονισμού 2913/92, ή, πιο απλά, να έχουν γίνει ουσιώδη σφάλματα κατά τη σύνταξη των απαιτούμενων για τον εκτελωνισμό εγγράφων.

60.      Επομένως, το άρθρο 181α του κανονισμού 2454/93 αποτελεί διάταξη εν πολλοίς συμπληρωματική του άρθρου 29, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92. Πράγματι, όπως εξέθεσε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εν λόγω διάταξη εισήχθη στο θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης σε μεταγενέστερο χρόνο, προκειμένου να καλυφθούν ορισμένα κενά.

61.      Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 181α του κανονισμού 2454/93 εφαρμόζεται όταν η δηλούμενη τιμή δεν αντιστοιχεί στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα. Το δε άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92 εφαρμόζεται όταν η δηλούμενη τιμή αντιστοιχεί μεν στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα, πλην όμως το ύψος της τιμής αυτής επηρεάζεται από τη σχέση μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Ως εκ τούτου, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η αξία που δηλώθηκε στις τελωνειακές αρχές δεν αντανακλά την πραγματική οικονομική αξία των εμπορευμάτων, με αποτέλεσμα να προκύπτει αξία αυθαίρετη ή πλασματική.

62.      Όπως εξέθεσε η Ισπανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι διατάξεις των άρθρων 181α του κανονισμού 2454/93 και 29, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92, αν και διαφέρουν από την άποψη του πεδίου εφαρμογής τους, εντούτοις επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό (να καταστεί δυνατός ο ορθός καθορισμός της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων) και σε γενικές γραμμές ακολουθούν την ίδια λογική.

63.      Αμφότερες οι διατάξεις επιβάλλουν στις τελωνειακές αρχές μια συνετή αντιμετώπιση του ζητήματος: οι αρχές θα πρέπει να έχουν «λόγους» για να θεωρούν ότι η τιμή που συμφωνήθηκε μεταξύ συνδεομένων επιχειρήσεων επηρεάστηκε από τη σχέση τους (άρθρο 29, παράγραφος 2, του κανονισμού 2913/92) (31), ενώ θα πρέπει να έχουν «εύλογες αμφιβολίες» ότι η δηλωθείσα τιμή δεν συμπίπτει με την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα (άρθρο 181α του κανονισμού 2454/93).

64.      Επιπλέον, αμφότερες οι διατάξεις επιβάλλουν στις αρχές, προτού αποφασίσουν να απορρίψουν τη δηλωθείσα αξία και να προβούν οι ίδιες στον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, να ακούσουν τον ή τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες.

65.      Εν πάση περιπτώσει, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται, και πάλι, να κρίνει αν είναι λυσιτελής εν προκειμένω η επίκληση του άρθρου 181α του κανονισμού 2454/93, εναλλακτικά προς την επίκληση του άρθρου 29, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92.

3.      Πρόταση επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

66.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 2913/92, και το άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχεία εʹ και στʹ, του κανονισμού 2454/93 έχουν την έννοια ότι ο πωλητής και ο αγοραστής θεωρούνται ως «συνδεόμενα πρόσωπα» σε περίπτωση που, μολονότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι είναι επιχειρηματικοί εταίροι ή ότι υφίσταται μεταξύ τους σχέση ελέγχου, μπορεί ευλόγως να συναχθεί από τις περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργούνται οι μεταξύ τους συναλλαγές ότι, de facto, ο ένας εκ των αντισυμβαλλομένων ελέγχει τον άλλο ή ότι αμφότεροι ελέγχονται από τρίτο.

Β.      Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

67.      Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92 απαγορεύει τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει στοιχείων που περιέχονται σε εθνική βάση δεδομένων και αφορούν τη δασμολογητέα αξία εμπορευμάτων ίδιας προελεύσεως τα οποία, αν και δεν είναι ομοειδή, εμπίπτουν στην ίδια δασμολογική κλάση του TARIC.

68.      Συναφώς, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι τα άρθρα 30 και 31 του κανονισμού 2913/92 προβλέπουν μεθόδους καθορισμού της δασμολογητέας αξίας για τις περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί η πραγματική συναλλακτική αξία και στις οποίες, επομένως, δεν δύναται να εφαρμοστεί η μέθοδος καθορισμού της δασμολογητέας αξίας του άρθρου 29 του ίδιου κώδικα η οποία πρέπει καταρχήν να χρησιμοποιείται.

69.      Αυτές οι «εναλλακτικές» μέθοδοι καθορισμού της δασμολογητέας αξίας τίθενται σε αυστηρή ιεραρχική σειρά και συνδέονται μεταξύ τους με σχέση επικουρικότητας. Πρέπει επομένως να εφαρμόζονται διαδοχικά: αν η δασμολογητέα αξία δεν μπορεί να καθοριστεί κατ’ εφαρμογή ορισμένης μεθόδου, τότε πρέπει να χρησιμοποιείται, στο μέτρο του δυνατού, η αμέσως επόμενη μέθοδος, κατά τη σειρά που καθορίζεται στον τελωνειακό κώδικα (32).

70.      Το άρθρο 30 του κανονισμού 2913/92 προβλέπει τέσσερις ειδικές μεθόδους καθορισμού της δασμολογητέας αξίας βάσει συγκεκριμένων κανόνων. Περαιτέρω, στο άρθρο 31 του κανονισμού 2913/92 προβλέπεται μια μέθοδος έσχατης λύσης για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας –μέθοδος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνον εφόσον δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα–, κατά την οποία επιτρέπεται ο καθορισμός «με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία εντός της Κοινότητας, με εύλογο τρόπο», υπό τον όρο ότι ο τρόπος αυτός «[συμβιβάζεται] με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις» της τελωνειακής νομοθεσίας της Ένωσης και της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (στο εξής: GATT).

71.      Δεδομένης της μάλλον ευρείας διατύπωσής του και του χαρακτήρα του ως extrema ratio, το άρθρο 31 του κανονισμού 2913/92 παρέχει στις αρχές την ευχέρεια να εντοπίσουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τις μεθόδους που μπορεί να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να καθοριστεί η δασμολογητέα αξία των εκάστοτε επίμαχων εμπορευμάτων. Οι εν λόγω μέθοδοι θα πρέπει να είναι, καταρχήν, οι οριζόμενες από τα άρθρα 29 και 30 του ίδιου κανονισμού, εφαρμοζόμενες με μια εύλογη ελαστικότητα (33).

72.      Ζητούμενο, κατά το άρθρο 31 του κανονισμού 2913/92, είναι να επιλέγονται μέσα τα οποία i) είναι «εύλογα», ii) βασίζονται στα διαθέσιμα στοιχεία, και iii) συμβιβάζονται με το οικείο (ενωσιακό και διεθνές) νομικό πλαίσιο.

73.      Οι προϋποθέσεις αυτές συνεπάγονται, κατά τη γνώμη μου, τα εξής. Πρώτον, τα μέσα που επιλέγονται πρέπει να είναι κατάλληλα υπό τις εκάστοτε περιστάσεις (ήτοι, ικανά για τον δίκαιο και ορθό καθορισμό της δασμολογητέας αξίας), αλλά και πρακτικά για τις τελωνειακές αρχές (ήτοι, όχι υπερβολικά περίπλοκα ούτε χρονοβόρα). Δεύτερον, τα μέσα που επιλέγονται πρέπει να βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα –«[…] όσο το δυνατό περισσότερο, επί δασμολογητέων αξιών που έχουν καθορισθεί προγενέστερα» (34)–, τα οποία να μπορεί να επαληθεύσει ο διασαφιστής αλλά και τα αρμόδια δικαστήρια, εφόσον παραστεί ανάγκη. Τρίτον, τα μέσα πρέπει να εναρμονίζονται με το ενωσιακό σύστημα καθορισμού της δασμολογητέας αξίας και να μην αντιβαίνουν προς τις σχετικές διεθνείς πράξεις.

74.      Όπως αναφέρεται στο σημείο 19 των παρουσών προτάσεων, στην υπό κρίση υπόθεση οι τελωνειακές αρχές θεώρησαν ότι δεν ήταν δυνατή η εφαρμογή ούτε της οριζόμενης στο άρθρο 29 του κανονισμού 2913/92 κύριας μεθόδου καθορισμού της δασμολογητέας αξίας ούτε των οριζόμενων στο άρθρο 30 του ίδιου κανονισμού εναλλακτικών μεθόδων. Έτσι, κατέληξαν στην απόφαση ότι η δασμολογητέα αξία των επίμαχων εμπορευμάτων έπρεπε να καθοριστεί κατ’ εφαρμογή της οριζόμενης στο άρθρο 31 του κανονισμού 2913/92 «εφεδρικής» μεθόδου. Προς τούτο, οι εν λόγω αρχές καθόρισαν τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων που εισήγαγε η εκκαλούσα ανατρέχοντας σε στοιχεία συναλλαγών που αφορούσαν εμπορεύματα που εισήγαγε άλλη εταιρία, τα οποία εμπίπτουν στην ίδια περιγραφή («μέρη μηχανών και συσκευών τεχνητού κλίματος») και στον ίδιο κωδικό TARIC (8415 90 00 90), είναι της ίδιας προελεύσεως (Μαλαισίας) και του ίδιου κατασκευαστή. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η συναλλαγή αυτή, που χρησιμοποιήθηκε ως συναλλαγή αναφοράς, αποτελούσε τη μοναδική περίπτωση εισαγωγής από τη Μαλαισία υπό τον ίδιο κωδικό TARIC που καταγράφηκε στην εθνική βάση δεδομένων κατά το έτος 2010.

75.      Προφανώς, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να κρίνει αν ορθώς οι τελωνειακές αρχές προσέφυγαν εν προκειμένω στην οριζόμενη στο άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92 μέθοδο καθορισμού της δασμολογητέας αξίας, με το αιτιολογικό ότι δεν ήταν δυνατή η εφαρμογή ούτε του άρθρου 29 ούτε του άρθρου 30 του ίδιου κώδικα.

76.      Επιστρέφοντας, ωστόσο, στο ζήτημα που τίθεται από το αιτούν δικαστήριο, είμαι της γνώμης ότι το άρθρο 31 του κανονισμού 2913/92 δεν απαγορεύει, καταρχήν, τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας εμπορευμάτων βάσει των στοιχείων που έχουν καταγραφεί σε εθνική βάση δεδομένων και αφορούν άλλη, πραγματοποιηθείσα εντός των προηγουμένων ετών, εισαγωγή εμπορευμάτων υπό τον ίδιο κωδικό TARIC και της ίδιας προελεύσεως.

77.      Μολονότι η περίπτωση που χρησίμευσε ως συναλλαγή αναφοράς δεν αφορούσε κατ’ ανάγκην εισαγωγή «πανομοιοτύπων εμπορευμάτων» ή «ομοειδών εμπορευμάτων», κατά την έννοια του άρθρου 30, παράγραφος 2, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 2913/92, το γεγονός ότι και οι δύο εισαγωγές αφορούσαν εμπορεύματα που κατατάσσονται στον ίδιο κωδικό TARIC αποτελεί ένδειξη ότι τα εμπορεύματα αυτά παρουσιάζουν εύλογο βαθμό ομοιότητας. Είμαι της γνώμης ότι η ομοιότητα αυτή κάλλιστα μπορεί να επαρκεί προκειμένου να καθοριστεί η δασμολογητέα αξία εμπορευμάτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 31 του κανονισμού 2913/92, εφόσον δεν είναι γνωστά άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των επίμαχων προϊόντων. Στην πράξη, οι αρχές εφάρμοσαν τη μέθοδο καθορισμού της δασμολογητέας αξίας βάσει της συναλλακτικής αξίας ομοειδών εμπορευμάτων (35), ερμηνεύοντας την έννοια των «ομοειδών εμπορευμάτων» κατά τρόπο ελαστικό (36).

78.      Υπενθυμίζω ότι το ενοποιημένο δασμολόγιο TARIC «βασίζεται στη συνδυασμένη ονοματολογία», η οποία με τη σειρά της βασίζεται στο εναρμονισμένο σύστημα του Παγκόσμιου Οργανισμού Τελωνείων (στο εξής: ΕΣ) και αποτελεί το κύριο εργαλείο για την κατάταξη των εμπορευμάτων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, οι κωδικοί TARIC πρέπει, καταρχήν, να αντιστοιχούν στον τρόπο με τον οποίο κατατάσσεται το εκάστοτε προϊόν σε όλες τις χώρες που έχουν υιοθετήσει το ΕΣ (37). Με την ψηφιοποίηση των τελωνείων, το TARIC έχει καταστεί εξάλλου ευχερώς προσβάσιμο τόσο από τους εμπόρους όσο και από τις αρχές μέσω δημόσιας βάσης δεδομένων, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η διαφάνεια και η ασφάλεια δικαίου.

79.      Είναι γεγονός ότι ο κωδικός TARIC που χρησιμοποιήθηκε στην υπό κρίση υπόθεση έχει χαρακτήρα υπολειμματικό και γενικό (38). Εντούτοις, για την απόδοση του συγκεκριμένου κωδικού TARIC, οι τελωνειακές αρχές βασίστηκαν στα στοιχεία που παρείχε ο ίδιος ο εισαγωγέας. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το ενωσιακό σύστημα καθορισμού της δασμολογητέας αξίας βασίζεται στην παραδοχή ότι ο καθορισμός των αναγκαίων στοιχείων για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας στα εμπορεύματα πραγματοποιείται, κατά κύριο λόγο, βάσει των στοιχείων που παρέχει ο διασαφιστής, και όχι βάσει των διαπιστώσεων των τελωνειακών αρχών (39). Γενικότερα, η αρχή κατά την οποία επαφίεται στον ίδιο τον διασαφιστή να εκτιμήσει τις υποχρεώσεις του σχετικά με τα εμπορεύματα για τα οποία υποβάλλει διασάφηση στις τελωνειακές αρχές θεωρείται ευρέως μία από τις αρχές στις οποίες στηρίζεται η νομοθεσία της ΕΕ στον τομέα αυτό. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος των αρχών περιορίζεται, ως επί το πλείστον, στον έλεγχο και την επαλήθευση των διασαφήσεων, καθώς και στη διόρθωση αυτών, εφόσον απαιτείται (40). Δεν είναι δυνατόν να αναμένεται από τις αρχές να αναλώνονται σε χρονοβόρες ενέργειες προκειμένου να «κάνουν τη δουλειά» των διασαφιστών και να υπολογίζουν εκ νέου τους οφειλόμενους δασμούς βάσει πληροφοριών και στοιχείων που δεν είναι άμεσα διαθέσιμα.

80.      Συναφώς, θα πρέπει επίσης να προστεθεί ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η τιμή που καθορίστηκε στο πλαίσιο μίας μοναδικής πωλήσεως προγενέστερης εκείνης για την οποία υποβλήθηκε διασάφηση μπορεί να συνιστά «διαθέσιμ[ο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης] στοιχεί[ο]», δυνάμενο, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92, να ληφθεί υπόψη ως βάση υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η τιμή αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σημείο αναφοράς για τον προσδιορισμό της αξίας αυτής, καθώς ο συγκεκριμένος τρόπος προσδιορισμού είναι και «εύλογος», κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 1, και συμβατός με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις των διεθνών συμφωνιών, καθώς και των διατάξεων στις οποίες παραπέμπει το εν λόγω άρθρο 31, παράγραφος 1 (41).

81.      Δεν βλέπω κανέναν λόγο για τον οποίο οι διαπιστώσεις αυτές δεν θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή και στην προκειμένη περίπτωση.

82.      Συμμερίζομαι, ωστόσο, την άποψη της Baltic Master ότι θα ήταν προτιμότερη η εξέταση δεδομένων που προέρχονται από το σύνολο των κρατών μελών της ΕΕ και αφορούν εισαγωγές συναφών εμπορευμάτων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (42). Ωστόσο, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν ήταν διαθέσιμα τέτοιου είδους δεδομένα και –εφόσον διαπιστωθεί ότι ήταν πράγματι διαθέσιμα– αν θα μπορούσαν τα δεδομένα αυτά να θέσουν εν αμφιβόλω τις διαπιστώσεις των τελωνειακών αρχών.

83.      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα θα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92 δεν απαγορεύει τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει στοιχείων που περιέχονται σε εθνική βάση δεδομένων και αφορούν τη δασμολογητέα αξία εμπορευμάτων ίδιας προελεύσεως τα οποία, αν και δεν είναι πανομοιότυπα ή ομοειδή, εμπίπτουν στην ίδια δασμολογική κλάση του TARIC.

V.      Πρόταση

84.      Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Lietuvos vyriausiasis administracinis teismas (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας) ως εξής:

–        Κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 2913/92 και το άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχεία εʹ και στʹ, του κανονισμού 2454/93, ο πωλητής και ο αγοραστής θεωρούνται ως «συνδεόμενα πρόσωπα» σε περίπτωση που, μολονότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι είναι επιχειρηματικοί εταίροι ή ότι υφίσταται μεταξύ τους σχέση ελέγχου, μπορεί ευλόγως να συναχθεί από τις περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργούνται οι μεταξύ τους συναλλαγές ότι, de facto, ο ένας εκ των αντισυμβαλλομένων ελέγχει τον άλλο ή ότι αμφότεροι ελέγχονται από τρίτο.

–        Το άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92 δεν απαγορεύει τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας βάσει στοιχείων που περιέχονται σε εθνική βάση δεδομένων και αφορούν τη δασμολογητέα αξία εμπορευμάτων ίδιας προελεύσεως τα οποία, αν και δεν είναι πανομοιότυπα ή ομοειδή, εμπίπτουν στην ίδια δασμολογική κλάση του TARIC.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Smith, A., An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, 1776, βιβλίο V, κεφάλαιο II, μέρος II.


3      Βλ. Asakura, H., «World History of the Customs and Tariffs», World Customs Organization, 2003, σ. 19 και 20· και Wolffgang, H-M., «Emerging Issues In European Customs Law», World Customs Journal, τόμος 1, αριθ. 1, 2007, σ. 3 και 4.


4      H συμφωνία περί θέσεως σε εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (άλλως συμφωνία ΠΟΕ για τη δασμολογητέα αξία) αποτελεί μία μόνον από τις συμφωνίες αυτές. Επί του ζητήματος αυτού βλ., γενικώς, Rosenow, S., O’Shea, B.J., A Handbook on the WTO Customs Valuation Agreement, World Trade Organization and Cambridge University Press, 2010.


5      ΕΕ 1992, L 302, σ. 1.


6      Ο κανονισμός 2913/92 έπαυσε να ισχύει στις 30 Απριλίου 2016, αφότου καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 450/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (εκσυγχρονισμένος τελωνειακός κώδικας) (ΕΕ 2008, L 145, σ. 1). Με τη σειρά του, ο τελευταίος αυτός κανονισμός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2013, L 269, σ. 1), ο οποίος ισχύει σήμερα.


7      ΕΕ 1993, L 253, σ.1.


8      Ο εν λόγω κανονισμός καταργήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2016/481 της Επιτροπής, της 1ης Απριλίου 2016, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2016, L 87, σ. 24).


9      Κατά την Baltic Master, οι κωδικοί αυτοί ήταν οι 8415 20 00 90, 8415 82 00 90 και 8415 10 10 00.


10      Η συντομογραφία TARIC σημαίνει «ολοκληρωμένο δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων»· βλ. άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ 1987, L 256, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί.


11      Υπό τον κωδικό 8415 90 00 90.


12      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 16ης Απριλίου 2019, Baltic Master Ltd. κατά Λιθουανίας, CE:ECHR:2019:0416JUD005509216.


13      Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Χριστοδούλου κ.λπ. (C‑116/12, EU:C:2013:825, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


14      Προσαρμογή της τιμής μπορεί να πραγματοποιείται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 32 και 33 του ίδιου κώδικα. Οι εν λόγω διατάξεις ορίζουν τα στοιχεία εκείνα που θα πρέπει κατά περίπτωση να προστίθενται –ή να μην προστίθενται– στην πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εκάστοτε επίμαχα εμπορεύματα τιμή.


15      Άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 2913/92.


16      Βλ. επίσης, στο ίδιο πνεύμα, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ρ. Mengozzi στην υπόθεση Stretinskis (C‑430/14, EU:C:2015:701, σημείο 15).


17      Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Χριστοδούλου κ.λπ. (C‑116/12, EU:C:2013:825, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


18      Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ρ. Mengozzi στην υπόθεση Stretinskis (C‑430/14, EU:C:2015:701, σημείο 18).


19      Βλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 2016, Stretinskis (C‑430/14, EU:C:2016:43, σκέψη 27).


20      Η υπογράμμιση δική μου.


21      Βλ., μεταξύ άλλων, τη γλωσσική απόδοση στην αγγλική («legally recognized»), τη γαλλική («juridiquement»), την ιταλική («veste giuridica»), την ισπανική («jurídicamente») και τη σουηδική («juridiskt») γλώσσα.


22      Μολονότι η παρατιθέμενη ερμηνευτική σημείωση αφορά μόνον το άρθρο 143, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, θεωρώ ότι η αρχή που διατυπώνεται σε αυτήν μπορεί να εφαρμοστεί mutatis mutandis και στην περίπτωση του στοιχείου στʹ.


23      Η υπογράμμιση δική μου. Όσον αφορά τον όρο «operationally» στην αγγλική γλωσσική απόδοση του κανονισμού, άλλες γλωσσικές αποδόσεις επιβεβαιώνουν πέραν πάσης αμφισβήτησης ότι ο εν λόγω όρος υποδηλώνει καταστάσεις de facto ελέγχου: βλ., μεταξύ άλλων, τη γλωσσική απόδοση στη γαλλική («en droit ou en fait») και την ιταλική («di diritto o di fatto») γλώσσα.


24      Πρβλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 2020, Direktor na Teritorialna direktsiya Yugozapadna Agentsiya «Mitnitsi» (C‑76/19, EU:C:2020:543, σκέψεις 67 και 68).


25      Στο πλαίσιο αυτό, είναι σχεδόν περιττή η επισήμανση ότι οι επιχειρηματίες έχουν, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα να αμφισβητήσουν τις όποιες διαπιστώσεις των αρχών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, όπως έπραξε εν προκειμένω η Baltic Master. Πρβλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2014, Global Trans Lodzhistik (C‑29/13 και C‑30/13, EU:C:2014:140), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ρ. Cruz Villalón στην υπόθεση DP grup (C‑138/10, EU:C:2011:378, σημείο 44).


26      Βλ. άρθρο 29, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ («[κ]ατόπιν αιτήσεως του διασαφιστή»), και άρθρο 29, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ («με πρωτοβουλία του διασαφιστή»).


27      Βλ. άρθρο 29, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ («όταν ο διασαφιστής αποδεικνύει»).


28      Μπορεί κανείς να αναλογιστεί, για παράδειγμα, ότι την άνοιξη του 2020, στην κορύφωση της πανδημίας της COVID‑19, καταγράφηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία αρνητικές τιμές στην αγορά του αργού πετρελαίου.


29      Υπό τον όρο, όπως προαναφέρθηκε, ότι η μεταξύ τους σχέση επηρέασε πράγματι την τιμή των εμπορευμάτων (βλ. σημείο 31 των παρουσών προτάσεων).


30      Πρβλ. απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, GE Healthcare (C‑173/15, EU:C:2017:195, σκέψεις 38 έως 40). Βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mazák στην υπόθεση Carboni e derivati (C‑263/06, EU:C:2007:501, σημεία 61 έως 65).


31      Συναφώς επισημαίνεται ότι η ερμηνευτική σημείωση σχετικά με το άρθρο 29, παράγραφος 2, ορίζει ότι οι περιστάσεις της πωλήσεως θα πρέπει να εξετάζονται μόνον όταν «υπάρχει αμφιβολία ως προς το αν πρέπει να γίνει αποδεκτή η τιμή» (η υπογράμμιση δική μου).


32      Πρβλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Χριστοδούλου κ.λπ. (C‑116/12, EU:C:2013:825, σκέψεις 41 έως 43), και της 9ης Νοεμβρίου 2017, LS Customs Services (C‑46/16, EU:C:2017:839, σκέψη 43). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στην υπόθεση Oribalt Rīga (C‑1/18, EU:C:2019:64, σημεία 28 έως 30).


33      Βλ. ερμηνευτική σημείωση σχετικά με το άρθρο 31, παράγραφος 1, στο σημείο 13 των παρουσών προτάσεων. Πρβλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στην υπόθεση Oribalt Rīga (C‑1/18, EU:C:2019:64, σημεία 28 έως 30).


34      Όπ.π.


35      Άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2913/92.


36      Άρθρο 142, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 2454/93 και ερμηνευτικές σημειώσεις σχετικά με το άρθρο 31, παράγραφος 1.


37      Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή –που έχει την ευθύνη της διαχείρισης του TARIC και των σχετικών με αυτό δημοσιεύσεων–, αν και διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως προκειμένου να διευκρινίζει το περιεχόμενο των δασμολογικών κλάσεων που έχουν θεσπιστεί βάσει του ΕΣ, δεν μπορεί, εντούτοις, να τροποποιεί το περιεχόμενό τους. Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. Tizzano στην υπόθεση CBA Computer (C‑479/99, EU:C:2001:119, σημείο 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


38      Βλ. σημείο 19 των παρουσών προτάσεων.


39      Πρβλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2011, DP grup (C‑138/10, EU:C:2011:587, σκέψεις 33 και 34).


40      Επ’ αυτού βλ. εκτενώς Walsh, T., European Union Customs Code, Wolters Kluwer, 2015, σ. 67 έως 73.


41      Βλ., π.χ., απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Carboni e derivati (C‑263/06, EU:C:2008:128).


42      Ειρήσθω εν παρόδω ότι οι οικείες διατάξεις κάνουν λόγο για πανομοιότυπα και ομοειδή προϊόντα τα οποία πωλούνται προς εξαγωγή «με προορισμό την Κοινότητα» (άρθρο 30, παράγραφος 2, του κανονισμού 2913/92) και για «διαθέσιμα στοιχεία εντός της Κοινότητας» (άρθρο 31, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού).