ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 18ης Δεκεμβρίου 2025 (1)
Υπόθεση C‑604/24
ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ YZ & ΣΙΑ O.E.
κατά
Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων,
Υπουργού Υγείας,
παρισταμένου του:
Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου
[αίτηση του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ελλάδα)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση – Φάρμακα για τα οποία δεν απαιτείται ιατρική συνταγή – Απαγόρευση της πώλησης εξ αποστάσεως στο κοινό – Προστασία της δημόσιας υγείας – Έλεγχος αναλογικότητας »
I. Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την ερμηνεία του άρθρου 85γ της οδηγίας 2001/83/ΕΚ (2), το οποίο ρυθμίζει την εμπορία φαρμάκων μέσω διαδικτύου. Η πρώτη παράγραφος της διάταξης αυτής καθορίζει τις προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό φαρμάκων μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Η δεύτερη παράγραφος αναγνωρίζει την αρμοδιότητα ενός κράτους μέλους προορισμού τέτοιων φαρμάκων να επιβάλλει όρους που δικαιολογούνται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας στη λιανική διάθεσή τους. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει το εύρος της αρμοδιότητας αυτής προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ένα κράτος μέλος μπορεί να απαγορεύσει την πώληση μέσω διαδικτύου ορισμένων φαρμάκων για τα οποία δεν απαιτείται ιατρική συνταγή (στο εξής: ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.)
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η οδηγία 2001/83
2. Με το άρθρο 1, σημείο 20, της οδηγίας 2011/62/ΕΕ (3) παρεμβλήθηκε στην οδηγία 2001/83 ο τίτλος VΙΙα, ο οποίος επιγράφεται «Πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό» και στον οποίο περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 85γ, το οποίο έχει ως ακολούθως:
«1. Με την επιφύλαξη της εθνικής νομοθεσίας που απαγορεύει την πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό φαρμάκων που χορηγούνται με ιατρική συνταγή μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα φάρμακα διατίθενται προς πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως ορίζεται στην [οδηγία 98/34/ΕΚ (4)], υπό τους ακόλουθους όρους:
α) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαθέτει τα φάρμακα είναι εγκεκριμέν[ο] ή εξουσιοδοτημέν[ο] να προμηθεύει φάρμακα στο κοινό και εξ αποστάσεως, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο το εν λόγω πρόσωπο είναι εγκατεστημένο,
β) το πρόσωπο που εμφαίνεται στο στοιχείο α) έχει κοινοποιήσει στο κράτος μέλος στο οποίο το εν λόγω πρόσωπο είναι εγκατεστημένο τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:
i) το όνομα ή την εταιρική επωνυμία και τη μόνιμη διεύθυνση του τόπου δραστηριότητας από τον οποίο παρέχονται τα εν λόγω φάρμακα,
ii) την ημερομηνία έναρξης της δραστηριότητας προσφοράς φαρμάκων προς πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών,
iii) τη διεύθυνση της ιστοσελίδας που χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό και όλες τις σχετικές αναγκαίες πληροφορίες για τον εντοπισμό της εν λόγω ιστοσελίδας,
iv) κατά περίπτωση, την κατάταξη σύμφωνα με τον τίτλο VI των φαρμάκων τα οποία διατίθενται προς πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών.
Όπου χρειάζεται, οι πληροφορίες αυτές επικαιροποιούνται,
γ) τα φάρμακα συμμορφώνονται προς την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους προορισμού σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1,
δ) με την επιφύλαξη των απαιτήσεων για πληροφορίες που προβλέπονται στην [οδηγία 2000/31/ΕΚ (5)], η ιστοσελίδα που προσφέρει τα φάρμακα περιέχει τουλάχιστον:
i) τα στοιχεία επικοινωνίας της αρμόδιας αρχής ή της αρχής που έχει καθορισθεί κατά το στοιχείο β),
ii) σύνδεσμο με την ιστοσελίδα του κράτους μέλους εγκατάστασης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4,
iii) τον κοινό λογότυπο της παραγράφου 3 που εμφανίζεται σαφώς σε κάθε σελίδα του ιστοτόπου που σχετίζεται με τη διάθεση φαρμάκων για πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό. Ο κοινός λογότυπος περιέχει σύνδεσμο προς την καταχώριση του προσώπου στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 4 στοιχείο γ).
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν όρους, που δικαιολογούνται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, για τη λιανική διάθεση στην επικράτειά τους φαρμάκων προς πώληση στο κοινό εξ αποστάσεως μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.
[...]
6. Με την επιφύλαξη της [οδηγίας 2000/31] και των απαιτήσεων που περιλαμβάνονται στον παρόντα τίτλο, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι άλλα πρόσωπα, εκτός από εκείνα που εμφαίνονται στην παράγραφο 1, τα οποία προσφέρουν φάρμακα προς πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας και ασκούν τη δραστηριότητά τους στην επικράτειά τους, υπόκεινται σε αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις.»
2. Η οδηγία 2000/31
3. Το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31, το οποίο επιγράφεται «Εσωτερική αγορά», ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας που παρέχει ένας φορέας εγκατεστημένος στο έδαφός του να τηρούν τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις του οι οποίες εμπίπτουν στο συντονισμένο τομέα.
2. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν, για λόγους που αφορούν το συντονισμένο τομέα, να περιορίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος.
3. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στους τομείς που αναφέρονται στο παράρτημα.
4. Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 σε σχέση με συγκεκριμένη υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:
α) τα μέτρα πρέπει:
i) να είναι αναγκαία για έναν από τους ακόλουθους λόγους:
– δημόσια τάξη, ιδίως πρόληψη, έρευνα, διαπίστωση και δίωξη εγκλημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται η προστασία των ανηλίκων και η καταπολέμηση της πρόκλησης μίσους λόγω φυλής, φύλου, θρησκείας ή εθνικότητας, καθώς και οι παραβιάσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που αφορούν μεμονωμένα πρόσωπα,
– προστασία της δημόσιας υγείας,
– […]
ii) να στρέφονται κατά μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας η οποία βλάπτει τους στόχους που αναφέρονται στο σημείο i) ή συνιστά σοβαρό κίνδυνο που απειλεί να βλάψει τους προαναφερόμενους στόχους·
iii) να είναι ανάλογα προς τους στόχους αυτούς·
β) πριν από τη λήψη των εν λόγω μέτρων και ανεξαρτήτως τυχόν δικαστικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων των προκαταρκτικών διαδικασιών και ενεργειών που αναλαμβάνονται στα πλαίσια ποινικών ερευνών, το κράτος μέλος:
– έχει ζητήσει από το κράτος μέλος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 να λάβει μέτρα και το τελευταίο δεν έλαβε μέτρα ή τα μέτρα ήταν ανεπαρκή,
– έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή και στο κράτος μέλος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 την πρόθεσή του να λάβει τέτοια μέτρα.
5. Τα κράτη μέλη μπορούν, σε έκτακτες περιπτώσεις, να παρεκκλίνουν από τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχείο β). Στην περίπτωση αυτή, τα μέτρα πρέπει να κοινοποιούνται το συντομότερο δυνατό στην Επιτροπή και στο κράτος μέλος που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους το κράτος μέλος κρίνει ότι πρόκειται για επείγουσα κατάσταση.
[...]»
Β. Το ελληνικό δίκαιο
4. Η υπουργική απόφαση Γ.Π. οικ. 22609/19 Απριλίου 2022, η οποία εκδόθηκε από κοινού από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων και τον Υπουργό Υγείας, για την τροποποίηση του άρθρου 116 της υπό στοιχεία Δ.ΥΓ3α/Γ.Π. 32221/2013 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Υγείας (6) (στο εξής: προσβαλλόμενη πράξη), διευκρινίζει τις κατηγορίες φαρμάκων των οποίων επιτρέπεται η πώληση εξ αποστάσεως και προβλέπει στο άρθρο 1 τα ακόλουθα:
«Απαγορεύεται η πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό φαρμάκων που χορηγούνται με ιατρική συνταγή.
Για τα λοιπά φάρμακα, επιτρέπεται η πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, από τα ηλεκτρονικά καταστήματα φαρμακείου που έχουν πιστοποιηθεί σχετικώς από το[ν Πανελλήνιο Φαρμακευτικό Σύλλογο] κατ’ εφαρμογήν της [υπό στοιχεία Γ5(β)/Γ.Π.οικ. 20293/15 Μαρτίου 2016 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Υγείας, “Ορισμός αρμόδιας Αρχής για την Πιστοποίηση ηλεκτρονικών καταστημάτων φαρμακείων” ([ΦΕΚ] Βʹ 787)], μόνο των φαρμάκων τα οποία, σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας τους, κατατάσσονται ή έχουν καταταγεί στην υποκατηγορία των φαρμακευτικών προϊόντων γενικής διάθεσης (γενικής διάθεσης φάρμακα ή ΓΕ.ΔΙ.ΦΑ.) της κατηγορίας των [ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.], σύμφωνα με τα οριζόμενα στην [υπό στοιχεία Γ5(α)51194/14 Ιουλίου 2016 απόφαση του Υπουργού Υγείας ([ΦΕΚ] Βʹ 2219)].
Στους παραβάτες επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο από είκοσι χιλιάδες (20 000,00) ευρώ έως εκατό χιλιάδες (100 000,00) ευρώ, και σε περίπτωση υποτροπής από πενήντα χιλιάδες (50 000,00) ευρώ έως διακόσιες χιλιάδες (200 000,00) ευρώ, με απόφαση του Δ.Σ. [διοικητικού συμβουλίου] του [Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων]. Οι ανωτέρω ποινές επιβάλλονται σωρευτικά με οποιαδήποτε άλλη προβλεπόμενη ποινή.»
III. Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα προδικαστικά ερωτήματα
5. Η αιτούσα της κύριας δίκης, Φαρμακείο ΥΖ & ΣΙΑ, διατηρεί φυσικό κατάστημα φαρμακείου και έχει ως καταστατικό σκοπό, μεταξύ άλλων, τη διενέργεια ηλεκτρονικών πωλήσεων «των εμπορευμάτων του φαρμακείου που επιτρέπονται από τη φαρμακευτική νομοθεσία».
6. Με την από 25 Μαΐου 2022 αίτησή της, η εν λόγω εταιρία ζήτησε από το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ελλάδα), ήτοι το αιτούν δικαστήριο, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία τροποποιεί την προηγούμενη κανονιστική ρύθμιση, κατά το μέρος που με αυτήν επιτρέπεται η εξ αποστάσεως πώληση από τα πιστοποιημένα ηλεκτρονικά καταστήματα φαρμακείου στο κοινό, μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, φαρμάκων τα οποία, σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας τους, κατατάσσονται στην υποκατηγορία των ΓΕ.ΔΙ.ΦΑ. της κατηγορίας των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.
7. Συγκεκριμένα, υπό το καθεστώς της προγενέστερης ρύθμισης επιτρεπόταν η πώληση μέσω διαδικτύου από τα πιστοποιημένα ηλεκτρονικά καταστήματα φαρμακείου όλων αδιακρίτως των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. καθώς και των φαρμάκων που δεν αποζημιώνονται από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Αντιθέτως, η κατάταξη των φαρμάκων στην υποκατηγορία των ΓΕ.ΔΙ.ΦΑ., η οποία προβλέπεται πλέον από την εθνική ρύθμιση, γίνεται από την αρμόδια εθνική αρχή και στηρίζεται σε έναν κατάλογο κριτηρίων που αφορούν: α) το γεγονός ότι ένα φάρμακο έχει ήδη καταταγεί στην κατηγορία των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. ή πληροί τις προϋποθέσεις κατάταξής του στα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., εφόσον δεν συντρέχουν νεότερα επιστημονικά δεδομένα για την επανεξέταση της κατάταξής του ως συνταγογραφούμενου, β) το γεγονός ότι ο χαρακτήρας των συμπτωμάτων [«προφαν[ή] συμπτώματ[α] (κεφαλαλγία, ναυτία κ.ά.)»] ή των περιστατικών τα οποία το φάρμακο αυτό προορίζεται να αντιμετωπίσει είναι ξεκάθαρος, γ) το γεγονός ότι η οδηγία του δοσολογικού σχήματος είναι απλή, δ) το γεγονός ότι οι αλληλεπιδράσεις με άλλες συχνά χορηγούμενες θεραπείες είναι περιορισμένες, ε) το γεγονός ότι δεν απαιτούν ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης, στ) το γεγονός ότι οι συσκευασίες τους είναι μικρές καθώς και ζ) το γεγονός ότι δεν υπάρχουν σοβαρά και τεκμηριωμένα στοιχεία για σημαντικούς κινδύνους από τη μακροχρόνια χρήση τους.
8. Προς στήριξη της αίτησής της, η αιτούσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι, καθόσον με την προσβαλλόμενη πράξη επιτρέπεται η πώληση μέσω διαδικτύου μόνον της εν λόγω υποκατηγορίας, αυτή αντίκειται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/83. Η εταιρία αυτή επισημαίνει επίσης ότι κανένα φάρμακο δεν έχει ενταχθεί στην εν λόγω υποκατηγορία, συνεπώς δε η ρύθμιση με την οποία επιτρέπεται η πώληση ορισμένων φαρμάκων συνιστά κενό γράμμα. Περαιτέρω, κατ’ αυτήν, δεν συντρέχουν λόγοι προστασίας της δημόσιας υγείας που να δικαιολογούν το ένδικο περιοριστικό μέτρο, κατά την έννοια του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.
9. Οι αρχές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη πράξη και ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος υποστηρίζουν ότι η θέσπιση της πράξης αυτής βάσει του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83 δικαιολογούνταν από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Οι εν λόγω διάδικοι προβάλλουν ότι η δυνατότητα πώλησης από τα ηλεκτρονικά καταστήματα φαρμακείου όλων αδιακρίτως των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. και των μη αποζημιούμενων φαρμάκων, κατ’ εφαρμογήν της προϊσχύσασας ρύθμισης, θα είχε ως αποτέλεσμα να διατίθενται προς πώληση από το διαδίκτυο περισσότερα από 1 000 είδη φαρμάκων και να καθίσταται δυσχερέστερος ο έλεγχος της υπερβολικής κατανάλωσης φαρμάκων και της διακίνησης πλαστών ή ακατάλληλων φαρμάκων.
10. Ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος υποστηρίζει επίσης, κατ’ αρχάς, ότι η διαδικτυακή πώληση φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., ενέχει κινδύνους για τη δημόσια υγεία, αφού «αφαιρεί επί της ουσίας από τον φαρμακοποιό την δυνατότητα ελέγχου του τελικού χρήστη» και καταργεί το «εχέγγυο ασφάλειας [που] αποτελεί η διά χειρός φαρμακοποιού διάθεση των φαρμάκων», ενώ τέτοιοι κίνδυνοι δεν υφίστανται προκειμένου περί των ΓΕ.ΔΙ.ΦΑ. λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους. Εν συνεχεία, κατά το Ελληνικό Δημόσιο και τον Πανελλήνιο Φαρμακευτικό Σύλλογο, η διάθεση από τα ηλεκτρονικά καταστήματα φαρμακείου του συνόλου των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. και των μη αποζημιούμενων φαρμάκων ουδεμία ανάγκη εξυπηρετεί στην Ελλάδα «λόγω της άριστης και ορθολογικής γεωγραφικής κατανομής» των φαρμακείων στην ελληνική επικράτεια. Τέλος, προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος αναφέρει άλλα κράτη μέλη της Ένωσης, ήτοι την Κύπρο και την Πορτογαλία, που περιορίζουν, όπως υποστηρίζει, τη διάθεση ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. μέσω διαδικτύου.
11. Υπό τις συνθήκες αυτές το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ελλάδα) αποφάσισε, με απόφαση της 16ης Ιουλίου 2024 η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Σεπτεμβρίου 2024, να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 85γ παρ. 1 της [οδηγίας 2001/83] την έννοια ότι αντίκειται σε εθνική κανονιστική διάταξη, η οποία δεν επιτρέπει την πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, από τα ηλεκτρονικά καταστήματα φαρμακείου, όλων των [ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.] αλλά μόνον μίας υποκατηγορίας αυτών (και, εν προκειμένω, των [ΓΕ.ΔΙ.ΦΑ.]);
2) Ή, αντιθέτως, το άρθρο 85γ παρ. 2 της [οδηγίας 2001/83] επιτρέπει στον εθνικό κανονιστικό νομοθέτη να απαγορεύσει την πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, από τα ηλεκτρονικά καταστήματα φαρμακείου, ορισμένων [ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ.], για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης [στο δεύτερο] προδικαστικό ερώτημα, συνιστούν οι λόγοι τους οποίους επικαλούνται εν προκειμένω το Ελληνικό Δημόσιο και ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος για να δικαιολογήσουν τον επίμαχο περιορισμό (αντιμετώπιση της πολυφαρμακίας και της διακίνησης των πλαστών ή ακατάλληλων φαρμάκων κ.λπ.) λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, κατά την έννοια του άρθρου 85γ παρ. 2 της [οδηγίας 2001/83];
4) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης [στο τρίτο] προδικαστικό ερώτημα, ο έλεγχος αναλογικότητας του περιοριστικού μέτρου ασκείται από τον εθνικό δικαστή υπό την αρνητική του πτυχή, ελέγχεται δηλαδή μόνον αν ο περιορισμός παρίσταται ως προδήλως ακατάλληλος ή προδήλως μη αναγκαίος, ή υπό τη θετική του πτυχή, ελέγχεται δηλαδή αν ο περιορισμός παρίσταται ως πρόσφορο και απολύτως αναγκαίο μέτρο για την προστασία της δημόσιας υγείας;»
12. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η αιτούσα της κύριας δίκης και ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος, η Ελληνική και η Ιταλική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
IV. Ανάλυση
Α. Επί του πρώτου και του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
13. Με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία προτείνω να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 85γ, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2001/83 αντίκειται σε εθνική διάταξη η οποία απαγορεύει την πώληση από τα ηλεκτρονικά καταστήματα φαρμακείου στο κοινό, μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ορισμένων ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
14. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να καθοριστούν, αφενός, το περιεχόμενο της υποχρέωσης την οποία υπέχουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/83 να επιτρέπουν την εξ αποστάσεως διάθεση προς πώληση των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας (ενότητα 1) και, αφετέρου, τα όρια της αρμοδιότητας κράτους μέλους, η οποία αναγνωρίζεται στο άρθρο 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας, να θέτει όρους που δικαιολογούνται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας στη λιανική διάθεση φαρμάκων στο έδαφός του (ενότητα 2).
1. Η υποχρέωση να επιτρέπεται η διαδικτυακή πώληση φαρμάκων
15. Όσον αφορά το άρθρο 85γ της οδηγίας 2001/83, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού, τα κράτη μέλη πρέπει να επιτρέπουν την εξ αποστάσεως πώληση ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. στο κοινό, μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Πράγματι, η δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους απαγόρευση της προσφοράς προς πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό επιτρέπεται μόνον όσον αφορά τα φάρμακα για τα οποία απαιτείται ιατρική συνταγή (7).
16. Επιπλέον, όσον αφορά πάντοτε τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., δυνάμει του άρθρου 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/83, εναπόκειται στα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι τέτοια φάρμακα διατίθενται προς πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, τηρουμένων των προϋποθέσεων που ορίζονται στη διάταξη αυτή.
17. Επισημαίνεται ότι ο τίτλος VΙΙα της οδηγίας 2001/83, ο οποίος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 85γ, εισήχθη με την οδηγία 2011/62 με σκοπό, όπως διαλαμβάνει η αιτιολογική της σκέψη 21, να αντιμετωπιστεί «σημαντική απειλή για τη δημόσια υγεία» συνδεόμενη με την πώληση στο κοινό ψευδεπίγραφων φαρμάκων μέσω διαδικτύου. Η οδηγία 2011/62 αποτελούσε, επομένως, ένα μέτρο με το οποίο ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που συνδέονται με την αυξανόμενη σημασία της διαδικτυακής εμπορίας φαρμάκων.
18. Καίτοι στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 2001/83 διαλαμβάνεται ένας μόνον στόχος, ήτοι αυτός της προστασίας της δημοσίας υγείας μέσω της καταπολέμησης των ψευδεπίγραφων φαρμάκων, οι διατάξεις της πρέπει να ερμηνεύονται εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται. Η οδηγία αυτή, η οποία θεσπίστηκε επί τη βάσει του άρθρου 95 ΕΚ, νυν άρθρο 114 ΣΛΕΕ, αποσκοπεί, όπως αναφέρεται σε μία από τις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις της, στην καθιέρωση πλαισίου που δεν εμποδίζει την εμπορία φαρμάκων εντός της Ένωσης (8). Υπό το πρίσμα αυτό, η οδηγία επιδιώκει, με το άρθρο 85γ, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της, διττό σκοπό, ήτοι, αφενός, την καθιέρωση κατάλληλου νομικού πλαισίου για την εμπορία φαρμάκων μέσω διαδικτύου εντός της εσωτερικής αγοράς και, αφετέρου, την αντιμετώπιση των κινδύνων που, κατά τον νομοθέτη της Ένωσης, αυξήθηκαν λόγω αυτής της μορφής εμπορίας.
19. Υπό τις συνθήκες αυτές, αφενός, το άρθρο 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/83 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτρέπουν την εξ αποστάσεως πώληση ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, με σκοπό την καθιέρωση πλαισίου που δεν εμποδίζει την εμπορία φαρμάκων εντός της Ένωσης (9). Αφετέρου, απηχώντας τον σκοπό της προστασίας της υγείας, η διάταξη αυτή καθορίζει τους σχετικούς με τα πρόσωπα, τα φάρμακα και τους ιστοτόπους όρους στους οποίους υπόκειται η εξ αποστάσεως πώληση φαρμάκων στο κοινό μέσω υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών, τα δε κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν για την τήρηση των όρων αυτών (10).
20. Συνακόλουθα, όταν πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/83, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να απαγορεύσει τη δραστηριότητα υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας η οποία συνίσταται στη διάθεση προς πώληση των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. Επομένως, η οδηγία φαίνεται, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, ότι προβαίνει σε εναρμόνιση των όρων στους οποίους υπόκειται τέτοιου είδους δραστηριότητα.
21. Χάριν πληρότητας, επισημαίνεται ότι ο όρος ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 85γ, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/83 σχετικά με τα πρόσωπα που είναι εγκεκριμένα ή εξουσιοδοτημένα να προβαίνουν στην πώληση φαρμάκων μέσω διαδικτύου υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, αφού τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να καθορίσουν ποια είναι τα πρόσωπα αυτά. Πράγματι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η ύπαρξη άδειας ή εξουσιοδότησης πρέπει να εξετάζεται με βάση «την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο το εν λόγω πρόσωπο είναι εγκατεστημένο».
22. Ωστόσο, πέραν του ειδικού αυτού όρου, οι όροι από τους οποίους εξαρτάται η πώληση ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. μέσω υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας αποτελούν αντικείμενο της εναρμόνισης στην οποία προβαίνει το άρθρο 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/83. Η ως άνω διαπίστωση με οδηγεί στην εξέταση του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, το οποίο αφορά τους όρους που εισάγουν τα κράτη μέλη για τη λιανική διάθεση φαρμάκων στο έδαφός τους.
2. Οι όροι για τη λιανική διάθεση
23. Το άρθρο 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83 αφορά τη δυνατότητα κράτους μέλους να θέτει όρους που δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της δημοσίας υγείας για τη λιανική διάθεση φαρμάκων στο έδαφός του. Προτού εξεταστούν οι όροι αυτοί, πρέπει προηγουμένως να διαπιστωθεί εάν τυχόν απαγόρευση της πώλησης ορισμένων φαρμάκων μέσω διαδικτύου είναι ικανή να συνιστά «όρο για τη λιανική διάθεση», κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης.
24. Λαμβανομένης υπόψη της αοριστίας και της αμφισημίας του όρου «διάθεση», φρονώ ότι δύσκολα μπορεί να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό βάσει αποκλειστικά και μόνο γραμματικής ερμηνείας (11). Επομένως, η έκφραση «όρος για τη λιανική διάθεση» πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται καθώς και των σκοπών τους οποίους επιδιώκει η οδηγία 2001/83.
25. Συναφώς, η έννοια της «λιανικής πώλησης» («délivrance au détail») χρησιμοποιείται επίσης, τουλάχιστον σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις (12), στο άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83, το οποίο προβλέπει ότι ορισμένες εργασίες δεν υπόκεινται στην υποχρέωση κατοχής της απαιτούμενης για την παρασκευή των φαρμάκων άδειας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «[τέτοια] άδεια [...] δεν απαιτείται πάντως για την παραγωγή, την κατάτμηση, την αλλαγή της συσκευασίας ή της εμφανίσεως, εφόσον οι εργασίες αυτές εκτελούνται αποκλειστικά για τη λιανική πώληση από τους φαρμακοποιούς εντός φαρμακείου ή από άλλα πρόσωπα νομίμως εξουσιοδοτημένα στα κράτη μέλη για την πραγματοποίηση των προαναφερθεισών εργασιών». Το γεγονός αυτό μπορεί να συνιστά ένδειξη περί του ότι, όσον αφορά την οδηγία 2001/83, ο όρος «λιανική πώληση» περιλαμβάνει ορισμένες εργασίες που ναι μεν πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της διανομής φαρμάκων, πλην όμως δεν εμπίπτουν στη χονδρική πώληση. Ως εκ τούτου, η έννοια αυτή, κατά το άρθρο 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83, προσδιορίζει εργασίες που πραγματοποιούνται με σκοπό την προμήθεια φαρμάκου στον πελάτη και βαίνουν πέραν της απλής παράδοσης εμπορευμάτων.
26. Η ανωτέρω ερμηνεία επιρρωννύεται από τις αιτιολογικές σκέψεις 21 έως 24 της οδηγίας 2011/62, οι οποίες αφορούν τον τομέα που διέπεται από το άρθρο 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83.
27. Ωσαύτως, η αιτιολογική σκέψη 21 της οδηγίας 2011/62 διαλαμβάνει ότι «πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι δεν έχουν εναρμονισθεί σε επίπεδο Ένωσης οι ειδικοί όροι για τη λιανική διάθεση φαρμάκων στο κοινό και, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν όρους για τη διάθεση φαρμάκων στο κοινό εντός των ορίων της [Συνθήκης ΛΕΕ]».
28. Επιπλέον, κατά την αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας 2011/62, «[κ]ατά την εξέταση της συμβατότητας των όρων για τη λιανική διάθεση φαρμάκων με το ενωσιακό δίκαιο, το [Δικαστήριο] αναγνώρισε τον όλως ιδιάζοντα χαρακτήρα των φαρμάκων, δεδομένου ότι οι θεραπευτικές ιδιότητές τους τα διαφοροποιούν ουσιωδώς από τα λοιπά προϊόντα. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι [...] εναπόκειται [...] στα κράτη μέλη να καθορίζουν το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας που προτίθενται να παρέχουν και τον τρόπο επίτευξης του επιπέδου αυτού. Αφού το επίπεδο αυτό ενδέχεται να ποικίλλει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν συναφώς περιθώρια εκτίμησης όσον αφορά τους όρους για τη διάθεση στην επικράτειά τους των φαρμάκων στο κοινό.»
29. Ακολούθως, η αιτιολογική σκέψη 23 της οδηγίας 2011/62 αναφέρει ότι, «[ε]ιδικότερα, ενόψει των κινδύνων για τη δημόσια υγεία και δεδομένης της εξουσίας που εκχωρείται στα κράτη μέλη να καθορίζουν το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας, η νομολογία του Δικαστηρίου αναγνώρισε ότι τα κράτη μέλη μπορούν, καταρχήν, να αναθέτουν αποκλειστικά στους φαρμακοποιούς τη λιανική πώληση φαρμάκων».
30. Όσον αφορά δε την αιτιολογική σκέψη 24 της οδηγίας, αυτή ορίζει ότι, «[ω]ς εκ τούτου και με γνώμονα τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν όρους που δικαιολογούνται από την προστασία της δημόσιας υγείας για τη λιανική διάθεση φαρμάκων τα οποία διατίθενται προς πώληση εξ αποστάσεως μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Οι όροι αυτοί δεν θα πρέπει να περιορίζουν αδικαιολόγητα τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».
31. Από τις τέσσερις αυτές αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 2011/62 και από την απόφαση Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (13) –στην οποία παραπέμπουν οι αιτιολογικές σκέψεις 22 και 23 της οδηγίας αυτής– συνάγεται ότι οι όροι χορήγησης των φαρμάκων στο κοινό αφορούν, ιδίως, τον τρόπο λιανικής διαθέσεως των φαρμάκων και, ειδικότερα, τη δυνατότητα να ανατίθεται η λιανική πώληση φαρμάκων αποκλειστικά στους φαρμακοποιούς που απολαύουν πραγματικής επαγγελματικής ανεξαρτησίας.
32. Η αρμοδιότητα των κρατών μελών, «καταρχήν, να αναθέτουν αποκλειστικά στους φαρμακοποιούς τη λιανική πώληση φαρμάκων», περί της οποίας γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 23 της οδηγίας 2011/62, αναγνωρίζεται πλέον στο άρθρο 85γ, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/83, το οποίο προβλέπει ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι εγκεκριμένα ή εξουσιοδοτημένα να προμηθεύουν εξ αποστάσεως φάρμακα στο κοινό.
33. Όσον αφορά την αρμοδιότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν και άλλους όρους για τη λιανική διάθεση φαρμάκων μέσω διαδικτύου, αυτή αναγνωρίζεται στο άρθρο 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83. Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που εκτέθηκαν στα σημεία 24, 25 και 31 των παρουσών προτάσεων, ένα κράτος μέλος δύναται, βάσει της αρμοδιότητας αυτής, να καθορίσει τον τρόπο εμπορικής διαθέσεως φαρμάκων μέσω διαδικτύου διά της θέσπισης όρων που αφορούν τις εργασίες που πραγματοποιούνται με σκοπό τη διανομή τους στους πελάτες στο έδαφός του. Δεδομένου ότι η αρμοδιότητα αυτή περιλαμβάνει ορισμένες υποχρεώσεις και απαγορεύσεις σχετικά με τις εργασίες που αφορούν όλα τα φάρμακα, η απαγόρευση της εμπορικής διάθεσης ορισμένων εξ αυτών επίσης καλύπτεται a priori από την εν λόγω αρμοδιότητα.
34. Ωστόσο, η ίδια αρμοδιότητα οριοθετείται πολλαπλώς βάσει του δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα, η άσκησή της δεν πρέπει να θέτει εν αμφιβόλω ούτε την υποχρέωση την οποία υπέχουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/83 ούτε την πρακτική αποτελεσματικότητα της διάταξης αυτής.
35. Συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 24 της οδηγίας 2011/62 διαλαμβάνει ότι «τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιβάλλουν όρους που δικαιολογούνται από την προστασία της δημόσιας υγείας για τη λιανική διάθεση φαρμάκων τα οποία διατίθενται προς πώληση εξ αποστάσεως μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας» και ότι «[ο]ι όροι αυτοί δεν θα πρέπει να περιορίζουν αδικαιολόγητα τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς» (η υπογράμμιση δική μου), πράγμα το οποίο θα μπορούσε να συμβαίνει εάν η υποχρέωση να επιτρέπεται η διαδικτυακή πώληση φαρμάκων ετίθετο υπό αμφισβήτηση μονομερώς από ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος.
36. Η ανωτέρω ερμηνεία ενισχύεται από την απόφαση Doctipharma, η οποία παρέχει χρήσιμες ενδείξεις ως προς την ερμηνεία του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα εάν τα κράτη μέλη μπορούν, βάσει του άρθρου 85γ της οδηγίας, να απαγορεύουν την παροχή μέσω ιστοτόπου υπηρεσίας συνιστάμενης στη διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ φαρμακοποιών και πελατών με σκοπό την πώληση ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. από τους ιστoτόπους των φαρμακείων που έχουν εγγραφεί στην υπηρεσία αυτή.
37. Στην προμνησθείσα απόφαση, το Δικαστήριο προέβη σε διάκριση μεταξύ υπηρεσίας η οποία συνίσταται στην πώληση των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. και υπηρεσίας διαμεσολάβησης στο πλαίσιο της οποίας ο πάροχος δεν ενεργεί ως πωλητής. Το Δικαστήριο έκρινε εν συνεχεία ότι, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, η επίμαχη υπηρεσία δεν θα εμπίπτει στην έννοια των «όρων για τη λιανική διάθεση» των φαρμάκων που προσφέρονται προς πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό, κατά το άρθρο 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83, ούτε θα μπορεί να απαγορευθεί βάσει της διάταξης αυτής (14). Ειδικότερα, κατά τη διατύπωση του Δικαστηρίου, το άρθρο 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ρητώς ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα φάρμακα διατίθενται προς πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών. Επομένως, θα ήταν ασυνεπές να θεωρηθεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να απαγορεύουν την παροχή τέτοιας υπηρεσίας βάσει του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας (15).
38. Παρατηρείται ότι η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν αφορά όρο που εμποδίζει τη διαδικτυακή εμπορία φαρμάκων μέσω συγκεκριμένης υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας αλλά όρο που αποκλείει τη διαδικτυακή πώληση ορισμένων φαρμάκων. Ωστόσο, η συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο στην απόφαση Doctipharma μπορεί να εφαρμοστεί, με ορισμένες προσαρμογές, στην υπό κρίση υπόθεση.
39. Συναφώς, όσον αφορά τους σχετικούς με τα φάρμακα όρους, το άρθρο 85γ, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/83 ορίζει ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα φάρμακα διατίθενται προς πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, υπό τον όρο, μεταξύ άλλων, ότι συμμορφώνονται προς την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους προορισμού, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο προβλέπει ότι κανένα φάρμακο δεν μπορεί να διατεθεί στην αγορά σε κράτος μέλος αν δεν έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας στην αγορά από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αυτού ή από την Επιτροπή. Η χορήγηση φαρμάκων μέσω διαδικτύου είναι δυνατή μόνον αν τα φάρμακα διαθέτουν άδεια κυκλοφορίας στην αγορά στο κράτος μέλος προορισμού (16).
40. Σε περίπτωση που ένα φάρμακο διαθέτει έγκυρη άδεια κυκλοφορίας στην αγορά στο έδαφος κράτους μέλους και η άδεια αυτή δεν έχει ανακληθεί ούτε ανασταλεί, το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύσει, δυνάμει του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83 και χωρίς να θίγεται η δυνατότητα πώλησης του φαρμάκου στα παραδοσιακά φαρμακεία, την πώλησή του στο έδαφός του μέσω διαδικτύου. Πολλώ δε μάλλον δεν μπορεί ένα κράτος μέλος να θεσπίσει υποκατηγορία ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. και να απαγορεύσει την πώλησή τους μέσω διαδικτύου χωρίς να παραβαίνει την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας.
41. Η απόφαση του γαλλικού Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας), η οποία μνημονεύεται στην απόφαση περί παραπομπής (17), φαίνεται να στηρίζεται στην ίδια συλλογιστική. Συγκεκριμένα, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι κανονιστική πράξη η οποία, εξαιρουμένης υποκατηγορίας φαρμάκων («τα φάρμακα που χορηγούνται χωρίς ιατρική συνταγή υπό τον έλεγχο του φαρμακοποιού και είναι άμεσα προσβάσιμα στο κοινό στα φαρμακεία»), απαγορεύει την πώληση ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. μέσω διαδικτύου δεν συνάδει με την οδηγία 2001/83. Η απόφαση αυτή αφήνει να εννοηθεί ότι τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο εξουσίας εκτιμήσεως ως προς τη δυνατότητα αποκλεισμού ορισμένων φαρμάκων από την πώληση μέσω διαδικτύου.
42. Συνακόλουθα, η αρμοδιότητα που αναγνωρίζεται στο άρθρο 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83 επιτρέπει σε κράτος μέλος προορισμού φαρμάκων να καθορίσει τον τρόπο εμπορίας τους θέτοντας όρους σχετικούς με τις εργασίες που πραγματοποιούνται με σκοπό τη λιανική διάθεσή τους στο έδαφός του, χωρίς ωστόσο να μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα να διατίθενται τα φάρμακα προς πώληση μέσω διαδικτύου.
43. Η ανωτέρω εκτίμηση δεν αναιρείται από τους ισχυρισμούς του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου σχετικά με το ότι πλείονα κράτη μέλη εισήγαγαν περιορισμούς στην πώληση φαρμάκων μέσω διαδικτύου. Από την υπό κρίση προδικαστική παραπομπή προκύπτει ότι ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις λύσεις που έχουν υιοθετηθεί στο κυπριακό (18) και στο πορτογαλικό (19) δίκαιο, οι οποίες επίσης μνημονεύονται στις γραπτές παρατηρήσεις του (20).
44. Από την έρευνά μου σχετικά με τη σχετική νομοθεσία και από τα στοιχεία που εμφαίνονται στους επίσημους δικτυακούς τόπους των αρμόδιων εθνικών αρχών (21) προκύπτει ότι ορισμένα κράτη μέλη αναθέτουν αποκλειστικά στους φαρμακοποιούς όχι μόνον την πώληση ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. αλλά και την παράδοσή τους στους πελάτες. Υφίσταται επίσης πρακτική συνιστάμενη στη θέσπιση υποκατηγοριών ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., προκειμένου να υπαχθεί η λιανική διάθεσή τους σε ειδικούς όρους.
45. Χωρίς να είναι πρόθεσή μου να υπεισέλθω στο ζήτημα της συμβατότητας με το δίκαιο της Ένωσης των λύσεων που έχουν υιοθετηθεί από συγκεκριμένο κράτος μέλος, επισημαίνω ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των εθνικών μέτρων που καθορίζουν τους τρόπους εμπορίας ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., των οποίων η διάθεση προς πώληση πρέπει κατ’ αρχήν να επιτρέπεται από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/83, και των εθνικών μέτρων που, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης, απαγορεύουν την πώληση τέτοιων φαρμάκων μέσω διαδικτύου ή έχουν ως αποτέλεσμα την απαγόρευσή της.
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
46. Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει, αφενός, ότι ένα κράτος μέλος οφείλει να επιτρέπει τη διάθεση ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. προς πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/83 (22). Αφετέρου, όταν πληρούνται οι όροι αυτοί, το κράτος μέλος προορισμού των εν λόγω φαρμάκων δεν μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση αυτή επικαλούμενο όρους για τη διάθεση τέτοιων φαρμάκων στο έδαφός του, οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/83 (23). Επίσης, δεν μπορεί το κράτος μέλος, υπό το πρόσχημα της θέσπισης όρων που δικαιολογούνται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, να περιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης αυτής (24).
47. Για τους λόγους που μόλις εξέθεσα, προτείνω να δοθεί στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 85γ, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2001/83 αντίκειται σε εθνική διάταξη η οποία απαγορεύει την πώληση ορισμένων ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. από τα ηλεκτρονικά καταστήματα φαρμακείου στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
48. Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, αφ’ ης στιγμής αυτά έχουν υποβληθεί για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα έδινε στα δύο πρώτα ερωτήματα την απάντηση ότι ένα κράτος μέλος προορισμού ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. μπορεί να απαγορεύσει την πώλησή τους στο έδαφός του. Θα τα εξετάσω, ωστόσο, χάριν πληρότητας, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν συμμεριστεί την ανάλυσή μου.
Β. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
49. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν οι λόγοι των οποίων γίνεται επίκληση προς δικαιολόγηση της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευσης, ήτοι η αντιμετώπιση της «πολυφαρμακίας» και της «διακίνησης των πλαστών ή ακατάλληλων φαρμάκων», συνιστούν λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, θεμιτούς υπό το πρίσμα του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83.
50. Πράγματι, όπως προκύπτει από το γράμμα της διάταξης αυτής, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν όρους για τη λιανική διάθεση εφόσον αυτοί «δικαιολογούνται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας».
51. Συναφώς, πρώτον, μολονότι τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. δεν ενέχουν υψηλούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία, συγκρίσιμους με τους κινδύνους που συνδέονται με την κατανάλωση φαρμάκων για τα οποία απαιτείται ιατρική συνταγή, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι δεν αποκλείεται να εγκυμονεί ορισμένους κινδύνους και η χρήση τους (25). Είναι προφανές ότι οι όροι που θεσπίζονται με σκοπό την «αντιμετώπιση της πολυφαρμακίας» όσον αφορά τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ., η οποία νοείται ως η πρόληψη της υπερβολικής κατανάλωσης και της ανορθολογικής χρήσης τους, μπορούν να δικαιολογηθούν για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε προσφάτως υπέρ της προσέγγισης αυτής επισημαίνοντας ότι κύριος σκοπός των μέτρων που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση των κινδύνων τους οποίους ενδέχεται να εγκυμονεί η υπερβολική ή απερίσκεπτη χρήση ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. είναι η προστασία της δημόσιας υγείας (26).
52. Δεύτερον, το ίδιο ισχύει και ως προς τη δικαιολόγηση που αφορά την ενίσχυση της ασφάλειας των αλυσίδων εφοδιασμού φαρμάκων προκειμένου να εμποδιστεί η διάθεση στην αφορά φαρμάκων τα οποία περιέχουν συστατικά που δεν ανταποκρίνονται στα πρότυπα, εσφαλμένα συστατικά, συστατικά σε ακατάλληλη δοσολογία ή που δεν περιέχουν καν συστατικά. Πράγματι, ο νομοθέτης της Ένωσης αναγνώρισε, στην αιτιολογική σκέψη 2 της οδηγίας 2011/62, ότι η διάθεση τέτοιων φαρμάκων στους ασθενείς συνιστά σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία, για τους σκοπούς της αντιμετώπισης της οποίας εκδόθηκε η οδηγία αυτή επί τη βάσει, ιδίως, του άρθρου 168, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ. Κατά γενικό κανόνα, η εν λόγω νομική βάση χρησιμοποιείται με σκοπό να συμβάλει στην επίτευξη των σκοπών της προστασίας της δημόσιας υγείας. Τα εθνικά μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση των κινδύνων που συνδέονται με τη διακίνηση πλαστών ή ακατάλληλων φαρμάκων αποσκοπούν, επομένως, και αυτά στην προστασία της δημόσιας υγείας.
53. Για τους λόγους αυτούς, για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να εξετάσει το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, προτείνω να δοθεί η απάντηση ότι οι λόγοι της αντιμετώπισης της «πολυφαρμακίας» όσον αφορά τα φάρμακα για τα οποία δεν απαιτείται ιατρική συνταγή, η οποία νοείται ως η πρόληψη της υπερβολικής κατανάλωσης και της ανορθολογικής χρήσης τους, καθώς και της αντιμετώπισης της «διακίνησης των πλαστών ή ακατάλληλων φαρμάκων» συνιστούν λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, θεμιτούς υπό το πρίσμα του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83.
54. Χάριν πληρότητας, το γεγονός ότι ο νομοθέτης της Ένωσης εναρμόνισε, στο άρθρο 85γ, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/83, ορισμένες πτυχές της διάθεσης φαρμάκων προς πώληση μέσω διαδικτύου προκειμένου να προστατεύεται η δημόσια υγεία έναντι της απειλής που συνδέεται με την πώληση ψευδεπίγραφων φαρμάκων δεν σημαίνει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητα η οποία αναγνωρίζεται στο άρθρο 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας προς επιδίωξη του ιδίου σκοπού. Πράγματι, ο δυνητικά περιττός ή υπερβολικός χαρακτήρας όρου ο οποίος θεσπίζεται από κράτος μέλος πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της εκτίμησης της αναλογικότητάς του. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο αφορά το ζήτημα αυτό.
Γ. Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
55. Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα υποβάλλεται για την περίπτωση που το Δικαστήριο δώσει καταφατική απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα και κρίνει ότι οι λόγοι των οποίων γίνεται επίκληση προς δικαιολόγηση της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευσης συνιστούν λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, θεμιτούς υπό το πρίσμα του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83. Στην περίπτωση αυτή, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι ο εθνικός δικαστής οφείλει να ελέγξει την απαγόρευση αυτή από απόψεως αναλογικότητας και, εφόσον συντρέχει τούτο, ποια είναι η έκταση του ελέγχου που πρέπει να ασκηθεί. Πιο συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν ο εθνικός δικαστής οφείλει να ελέγχει μόνον αν ο εν λόγω περιορισμός παρίσταται ως προδήλως ακατάλληλος ή προδήλως μη αναγκαίος για την προστασία της δημόσιας υγείας ή αν οφείλει να ελέγχει αν ο περιορισμός παρίσταται ως πρόσφορος και απολύτως αναγκαίος για τον σκοπό αυτό.
56. Διευκρινίζω ότι οι εκτιμήσεις που ακολουθούν θα έχουν σημασία μόνο στην περίπτωση που το Δικαστήριο, αφενός, δεν συμμεριστεί την ανάλυσή μου σχετικά με το πρώτο και το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα και, αφετέρου, υιοθετήσει την πρότασή μου ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
57. Όσον αφορά το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο δεν επισημαίνει τους λόγους που το οδήγησαν να διερωτηθεί ως προς την αναλογικότητα της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευσης. Πρέπει ωστόσο να γίνει δεκτό ότι, καθ’ ο μέτρο έχει επιληφθεί αιτήσεως ακυρώσεως της προσβαλλόμενης πράξης, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί και επί της συγκεκριμένης πτυχής προκειμένου να εξετάσει εάν η απαγόρευση είναι σύμφωνη προς το άρθρο 85γ της οδηγίας 2001/83.
58. Συναφώς, οι αιτιολογικές σκέψεις 21 και 24 της οδηγίας 2011/62, οι οποίες αφορούν τον τομέα που διέπεται από το άρθρο 85γ της οδηγίας 2001/83, διαλαμβάνουν ότι οι όροι για τη λιανική διάθεση φαρμάκων τα οποία διατίθενται προς πώληση μέσω διαδικτύου μπορούν να επιβάλλονται «εντός των ορίων της [Συνθήκης ΛΕΕ]» και «δεν θα πρέπει να περιορίζουν αδικαιολόγητα τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».
59. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ένδειξη περί του ότι η άσκηση της αρμοδιότητας την οποία διαθέτουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83 υπόκειται σε κριτήρια που επικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό με τα κριτήρια στην τήρηση των οποίων υπόκεινται τα εθνικά μέτρα που συνιστούν προσκόμματα στην άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη ΛΕΕ (27). Προκειμένου να εκτιμηθεί εάν η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευση είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, πρέπει να εξεταστεί, επομένως, στο πλαίσιο της εκτίμησης της αναλογικότητάς της, αν αυτή επιδιώκει σκοπό διαλαμβανόμενο στη διάταξη αυτή, αν είναι κατάλληλη για την εξασφάλιση του εν λόγω σκοπού και αν δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξή του μέτρο.
60. Εξάλλου, κανένα στοιχείο δεν υποδηλώνει ότι, με την οδηγία 2011/62, ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε, κατά τη συγκεκριμενοποίηση των όρων υπό τους οποίους ένα κράτος μέλος μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό σε μία από τις θεμελιώδεις ελευθερίες της εσωτερικής αγοράς, να παρεκκλίνει από τον συνήθη έλεγχο αναλογικότητας.
61. Ως προς το ζήτημα αυτό, οι όροι τους οποίους θεσπίζει κράτος μέλος κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του αναγνωρίζεται στο άρθρο 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83 αφορούν την εμπορία φαρμάκων μέσω υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας και είναι, επομένως, ικανοί να διασαλεύσουν σημαντικά τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς εις βάρος των οικονομικών φορέων που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη και των πελατών τους.
62. Συγκεκριμένα, αφενός, η αρμοδιότητα αυτή αφορά τους όρους που μπορεί να θεσπίσει κράτος μέλος για τη λιανική διάθεση φαρμάκων στο έδαφός του. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η αρμοδιότητα αυτή περιορίζεται στους όρους που εφαρμόζονται στους παρόχους οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε συγκεκριμένο κράτος μέλος.
63. Αφετέρου, με την προ της έναρξης ισχύος της οδηγίας 2011/62 νομολογία του, το Δικαστήριο έκρινε, κατά την εξέταση περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων υπό το πρίσμα του άρθρου 28 ΕΚ (νυν άρθρο 34 ΣΛΕΕ), ότι η εμφάνιση του διαδικτύου ως διασυνοριακού μέσου πωλήσεων συνεπάγεται ότι το περιεχόμενο και, εξ αυτού, το αποτέλεσμα της απαγόρευσης της πώλησης δι’ αλληλογραφίας πρέπει να εξεταστούν σε «ευρύτερο» πλαίσιο. Πράγματι, μια τέτοια απαγόρευση δυσχεραίνει περισσότερο τα φαρμακεία που είναι εγκατεστημένα εκτός του κράτους μέλους που την εισήγαγε έναντι εκείνων που ευρίσκονται στην επικράτειά του. Όσον αφορά τα τελευταία, δύσκολα μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η ως άνω απαγόρευση τα στερεί από ένα συμπληρωματικό ή εναλλακτικό μέσο προσβάσεως στην εθνική αγορά των τελικών καταναλωτών φαρμάκων, πλην όμως τα φαρμακεία αυτά διατηρούν τη δυνατότητα πώλησης φαρμάκων από τα καταστήματά τους. Αντιθέτως, το διαδίκτυο αποτελεί ένα πολύ σημαντικότερο μέσο για τα φαρμακεία που δεν είναι εγκατεστημένα στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, προκειμένου να μπορέσουν να έχουν άμεση πρόσβαση στην αγορά αυτή (28).
64. Υπέρ της ερμηνείας σύμφωνα με την οποία όροι, κατά την έννοια του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83, πρέπει να υπόκεινται σε συνήθη έλεγχο αναλογικότητας συνηγορεί και η πλέον πρόσφατη νομολογία η οποία παραπέμπει στη διάταξη αυτή.
65. Ωσαύτως, στην απόφαση Α (29), το Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι απαγόρευση διεξαγωγής διαφημιστικής εκστρατείας ευρείας εμβέλειας επιδίωκε τον σκοπό προστασίας της δημόσιας υγείας, ο οποίος διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83, παρέσχε ενδείξεις ούτως ώστε να είναι σε θέση το αιτούν δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με το εάν η εν λόγω απαγόρευση, αφενός, ήταν κατάλληλη για να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός και, αφετέρου, δεν έβαινε πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση της επίτευξης του επιδιωκόμενου σκοπού (30).
66. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, εάν το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να εξετάσει το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, προτείνω να δώσει σε αυτό την απάντηση ότι ο εθνικός δικαστής ο οποίος εξετάζει τη συμβατότητα όρου θεσπισθέντος από κράτος μέλος προς το άρθρο 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83 οφείλει να ελέγξει αν ο εν λόγω όρος είναι κατάλληλος και δεν βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας.
67. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω παρατηρήσεων σχετικά με την εξέταση της αναλογικότητας των όρων για τη λιανική διάθεση φαρμάκων στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, εμμένω στη θέση που εξέθεσα στο σημείο 47 των παρουσών προτάσεων, ότι δηλαδή το άρθρο 85γ, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2001/83 αντίκειται σε εθνική διάταξη η οποία απαγορεύει την πώληση ορισμένων ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. από τα ηλεκτρονικά καταστήματα φαρμακείου στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
68. Για λόγους πληρότητας, θα ολοκληρώσω την ανάλυσή μου των προδικαστικών ερωτημάτων με ορισμένες παρατηρήσεις επί της διασυνοριακής διάστασης της διαδικτυακής εμπορίας φαρμάκων, την οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της. Οι επισημάνσεις μου θα είναι περιορισμένες: το ζήτημα αυτό δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της υπό κρίση υπόθεσης, το έχω δε ήδη εξετάσει εις βάθος στις προτάσεις μου στην υπόθεση Doctipharma.
Δ. Η διασυνοριακή διάσταση του ηλεκτρονικού εμπορίου
1. Περιγραφή του προβλήματος
69. Δεδομένου ότι η διασυνοριακή διάσταση αποτελεί, στη σύγχρονη εποχή, σημαντική πτυχή του ηλεκτρονικού εμπορίου φαρμάκων (31) και ότι οι όροι εμπορίας των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. ποικίλλουν από κράτος μέλος σε κράτος μέλος (32), ανακύπτει το ζήτημα εάν ένα κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει τους δικούς του όρους για τη λιανική διάθεση φαρμάκων στο έδαφός του και σε πάροχο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος.
70. Η διασυνοριακή αυτή διάσταση της διαδικτυακής εμπορίας προϊόντων μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ρυθμίζεται εν μέρει από την οδηγία 2000/31. Πράγματι, μολονότι η αιτιολογική σκέψη 11 της οδηγίας αυτής διαλαμβάνει ότι αυτή δεν θίγει το επίπεδο προστασίας, ιδίως της δημόσιας υγείας, όπως θεσπίζεται από το δίκαιο της Ένωσης, η πώληση ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. δεν εξαιρείται πλήρως από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, όπως καταδεικνύουν οι παραπομπές σε αυτήν οι οποίες απαντούν στο άρθρο 85γ, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και παράγραφος 6, της οδηγίας 2001/83 και οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις τους εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της πρώτης αυτής οδηγίας.
71. Το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31 στηρίζεται στην εφαρμογή των αρχών ελέγχου στο κράτος μέλος καταγωγής και της αμοιβαίας αναγνώρισης και, ως εκ τούτου, στο πλαίσιο του συντονισμένου τομέα τον οποίο ορίζει το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας, οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας ρυθμίζονται μόνο στο κράτος μέλος στου οποίου το έδαφος είναι εγκατεστημένοι οι φορείς που παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές. Κατ’ εξαίρεση, το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2000/31 επιτρέπει σε κράτος μέλος προορισμού υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παρεκκλίνει από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας (33). Ο μηχανισμός που εγκαθιδρύεται στο άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας διαδραματίζει, επομένως, ρόλο στις διασυνοριακές καταστάσεις όπου πάροχος υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας εγκατεστημένος σε κράτος μέλος είναι δυνατό να έλθει αντιμέτωπος με μέτρο που εμπίπτει στον συντονισμένο τομέα θεσπισθέν από άλλο κράτος μέλος (34).
72. Συναφώς, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, από το γράμμα της προσβαλλόμενης πράξης συνάγεται ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευση εφαρμόζεται αδιακρίτως στους παρόχους που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα και στους παρόχους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο είναι της άποψης ότι παρέλκει η εξέταση της εν λόγω απαγόρευσης υπό το πρίσμα της οδηγίας 2000/31 και ότι η συμβατότητά της με το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά και μόνον υπό το πρίσμα του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83.
73. Συναφώς, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι η υπόθεση της κύριας δίκης δεν έχει διασυνοριακή διάσταση. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο είναι ελληνικό δικαστήριο, αντικείμενο της ένδικης διαφοράς είναι εθνική ρύθμιση του συγκεκριμένου κράτους μέλους και η αιτούσα της κύριας δίκης προκύπτει ότι είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα.
74. Περαιτέρω, το αιτούν δικαστήριο αποφαίνεται επί αιτήσεως ακυρώσεως ασκηθείσας από την αιτούσα της κύριας δίκης. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο εξετάζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης υπό το πρίσμα του άρθρου 85γ της οδηγίας 2001/83, από τη δε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει ότι μπορεί να αποφανθεί και επί της διασυνοριακής διάστασης της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευσης.
75. Τέλος, καίτοι το άρθρο 85γ, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2001/83 αντίκειται σε απαγόρευση όσον αφορά τη λιανική διάθεση φαρμάκων την οποία προτίθεται να επιβάλει κράτος μέλος στο έδαφός του, δεν είναι πλέον αναγκαίο να εξεταστεί η διάταξη αυτή υπό το πρίσμα της οδηγίας 2000/31. Πράγματι, η απαγόρευση αυτή θα αντιβαίνει προς το δίκαιο της Ένωσης και δεν θα είναι δυνατό να την επιβάλει κράτος μέλος ούτε στους εθνικούς παρόχους ούτε στους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη παρόχους. Η εξέταση του άρθρου 3 της οδηγίας 2000/31 είναι, ως εκ τούτου, κρίσιμη μόνο για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευση συνιστά όρο για τη λιανική διάθεση φαρμάκων, κατά την έννοια του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83, και ότι το άρθρο αυτό, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με την παράγραφο 1, δεν αντίκειται στην εν λόγω απαγόρευση. Εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της απάντησης που προτείνω να δοθεί στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το άρθρο 85γ, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2001/83 αντίκειται σε μια τέτοια απαγόρευση, ούτως ώστε παρέλκει η εξέταση της συμβατότητάς της με την οδηγία 2000/31.
76. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι παρατηρήσεις που ακολουθούν έχουν επικουρικό χαρακτήρα και θα συμβάλουν απλώς στη σκιαγράφηση του ευρύτερου πλαισίου της διαδικτυακής εμπορίας φαρμάκων.
2. Ο συντονισμένος τομέας κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31
77. Ο μηχανισμός που εγκαθιδρύεται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31 εφαρμόζεται μόνο στα εθνικά μέτρα που εμπίπτουν στον συντονισμένο τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, ο συντονισμένος τομέας περιλαμβάνει μεν, όπως διαλαμβάνεται στο σημείο i, τις απαιτήσεις σχετικά με την άσκηση της επίμαχης υπηρεσίας, ιδίως δε το περιεχόμενό της, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για τη σύναψη συμβάσεων, εξαιρούνται όμως από αυτόν, κατά τα οριζόμενα στο σημείο ii, προϋποθέσεις όπως εκείνες σχετικά με τα ίδια τα αγαθά, σχετικά με την παράδοση αγαθών και σχετικά με υπηρεσίες που δεν παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα.
78. Τίθεται επομένως το ερώτημα εάν η απαγόρευση πώλησης ορισμένων φαρμάκων μέσω διαδικτύου συνιστά απαίτηση εμπίπτουσα στον συντονισμένο τομέα, κατά την έννοια της οδηγίας 2000/31, ή εξαιρείται από αυτόν για τον λόγο ότι σχετίζεται με τα ίδια τα αγαθά.
79. Συναφώς, το Δικαστήριο άφησε να εννοηθεί, στην απόφαση Deutscher Apothekerverband (35), ότι η πλήρης απαγόρευση πώλησης ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. δι’ αλληλογραφίας δεν αφορά τα ίδια τα χαρακτηριστικά των προϊόντων, αλλά διέπει μόνον τους τρόπους πωλήσεώς τους.
80. Βεβαίως, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευση καθορίζει έμμεσα τα χαρακτηριστικά των φαρμάκων που μπορούν να πωλούνται μέσω διαδικτύου και εξαιρείται, ως εκ τούτου, από τον συντονισμένο τομέα. Πράγματι, η απαγόρευση αυτή δεν εφαρμόζεται στα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. που κατατάσσονται, με βάση τα χαρακτηριστικά τους (36), στην υποκατηγορία των ΓΕ.ΔΙ.ΦΑ. Υπό την οπτική αυτή, η εν λόγω απαγόρευση θα είχε ως στόχο να εξαιρεθούν από την πώληση τα φάρμακα που δεν ανταποκρίνονται στα εν λόγω χαρακτηριστικά.
81. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευσης ως απαίτησης σχετικά με τα ίδια τα αγαθά δεν φαίνεται πειστική, διότι όλα τα ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. μπορούν να πωλούνται σε φυσικό κατάστημα φαρμακείου στην Ελλάδα. Η εν λόγω απαγόρευση δεν καθορίζει, επομένως, τα χαρακτηριστικά των ίδιων των αγαθών, αλλά παρακωλύει ένα είδος νόμιμης πώλησης ορισμένων φαρμάκων, δηλαδή την πώλησή τους μέσω υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ως απαίτηση που εμπίπτει στον συντονισμένο τομέα, κατά την έννοια της οδηγίας 2000/31.
82. Η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης απαγόρευση είναι, συνεπώς, ικανή να αποτελεί όρο για τη λιανική διάθεση φαρμάκων, κατά την έννοια του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83, καθώς και απαίτηση που εμπίπτει στον συντονισμένο τομέα της οδηγίας 2000/31. Εάν θεωρήσουμε ότι η απαγόρευση αυτή πρέπει επίσης να εξεταστεί υπό το πρίσμα της τελευταίας αυτής οδηγίας, θα πρέπει να εξεταστεί η σχέση μεταξύ των διατάξεων των εν λόγω δύο πράξεων του δικαίου της Ένωσης.
3. Η σχέση μεταξύ των οδηγιών 2000/31 και 2001/83
83. Για τους λόγους που θα εκθέσω κατωτέρω, εκτιμώ ότι, όσον αφορά τις απαιτήσεις που εμπίπτουν στον συντονισμένο τομέα και αποτελούν όρους για τη λιανική διάθεση φαρμάκων, κατά την έννοια του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83, η διάταξη αυτή πρέπει να εκληφθεί ως lex specialis σε σχέση με το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2000/31, καθότι προβλέπει τη δυνατότητα περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Ουδόλως απέκλεισα δε τέτοια προσέγγιση ως προς τη σχέση μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων στις προτάσεις μου στην υπόθεση Doctipharma (37).
84. Ειδικότερα, πρώτον, εν αντιθέσει προς την παράγραφο 6 του άρθρου 85γ της οδηγίας 2001/83, η παράγραφος 2 της διάταξης αυτής δεν ορίζει ότι εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 2000/31.
85. Δεύτερον, αντιθέτως προς ορισμένες πράξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων οι αιτιολογικές σκέψεις παραπέμπουν ρητώς στον μηχανισμό που καθιερώνεται με το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31 (38), η αιτιολογική σκέψη 24 της οδηγίας 2011/62 διαλαμβάνει μόνο, χωρίς να παραπέμπει στους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, της πρώτης αυτής οδηγίας, ότι οι όροι για τη λιανική διάθεση φαρμάκων δεν θα πρέπει να περιορίζουν αδικαιολόγητα τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
86. Τρίτον, αφενός, οι όροι οι οποίοι πρέπει να πληρούνται προκειμένου να μπορεί κράτος μέλος προορισμού υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας να παρεκκλίνει από την ελεύθερη κυκλοφορία τέτοιων υπηρεσιών και οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2000/31 είναι ιδιαιτέρως απαιτητικοί (39). Αφετέρου, το δίκαιο της Ένωσης, λαμβανομένης υπόψη της θέσης που κατέχουν η υγεία και η ζωή μεταξύ των αγαθών και συμφερόντων που προστατεύει, αναγνωρίζει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά το επίπεδο προστασίας που προτίθενται να διασφαλίσουν έναντι της δημόσιας υγείας στο έδαφός τους. Προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα των κρατών μελών να ασκήσουν την εξουσία αυτή σεβόμενα τους όρους που εφαρμόζονται στους περιορισμούς των θεμελιωδών ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς, το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2000/31 πρέπει να παραχωρήσει τη θέση του στο άρθρο 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83.
87. Υπό τις συνθήκες αυτές, ως προς την πτυχή του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 85γ, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/83 η οποία αφορά τη διασυνοριακή διάσταση του ηλεκτρονικού εμπορίου, η διάταξη αυτή πρέπει να εκληφθεί ως lex specialis σε σχέση με το άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2000/31, καθότι προβλέπει τη δυνατότητα κράτους μέλους να περιορίσει την ελεύθερη κυκλοφορία υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
V. Πρόταση
88. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ελλάδα) ως ακολούθως:
Το άρθρο 85γ, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2011/62/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011,
έχει την έννοια ότι:
αντίκειται σε εθνική διάταξη η οποία απαγορεύει την πώληση ορισμένων ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. από τα ηλεκτρονικά καταστήματα φαρμακείου στο κοινό μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ 2001, L 311, σ. 67), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2011/62/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011 (ΕΕ 2011, L 174, σ. 74) (στο εξής: οδηγία 2001/83).
3 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/ΕΚ περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση, όσον αφορά την πρόληψη της εισόδου ψευδεπίγραφων φαρμάκων στη νόμιμη αλυσίδα εφοδιασμού (ΕΕ 2011, L 174, σ. 74).
4 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών (ΕΕ 1998, L 204, σ. 37).
5 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ 2000, L 178, σ. 1).
6 ΦΕΚ Βʹ 1965/20.4.2022.
7 Βλ. απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 2024, Doctipharma (C‑606/21, στο εξής: απόφαση Doctipharma, EU:C:2024:179, σκέψη 41). Βλ., επίσης, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2025, Apothekerkammer Nordrhein (C‑517/23, EU:C:2025:122, σκέψη 74).
8 Βλ. αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2001/83.
9 Βλ. σημείο 15 των παρουσών προτάσεων.
10 Βλ. απόφαση Doctipharma (σκέψη 42).
11 Πρβλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Doctipharma (C‑606/21, στο εξής: προτάσεις μου στην υπόθεση Doctipharma, EU:C:2023:585, σημείο 44).
12 Βλ. αποδόσεις στη γαλλική και την αγγλική γλώσσα.
13 Απόφαση της 19ης Μαΐου 2009, Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (C‑171/07 και C‑172/07, EU:C:2009:316, σκέψεις 34 και 35).
14 Βλ. απόφαση Doctipharma (σκέψη 53).
15 Βλ. απόφαση Doctipharma (σκέψεις 55 και 56).
16 Βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 2021, Pharma Expressz (C‑178/20, EU:C:2021:551, σκέψη 53), σύμφωνα με την οποία «όταν η εξ αποστάσεως προσφορά προς πώληση φαρμάκων στο κοινό δεν απαγορεύεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους προορισμού των φαρμάκων, [...] η χορήγηση τέτοιων φαρμάκων μέσω διαδικτύου είναι δυνατή μόνον αν τα φάρμακα διαθέτουν [άδεια κυκλοφορίας στην αγορά] στο κράτος μέλος προορισμού». Διευκρινίζω ότι η σκέψη 53 της απόφασης αυτής, η οποία αναφέρει ότι η εξ αποστάσεως προσφορά προς πώληση φαρμάκων στο κοινό μπορεί να απαγορευθεί από τη νομοθεσία του κράτους μέλους προορισμού των φαρμάκων, φαίνεται να αφορά τα φάρμακα που χορηγούνται με ιατρική συνταγή.
17 Βλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2013, M. L. κ.λπ., αριθ. 365317, 366195, 366272 και 366468, ECLI:FR:CESSR:2013:365317.20130717.
18 Όσον αφορά το κυπριακό δίκαιο, το άρθρο 3(1) της κανονιστικής διοικητικής πράξης 281/2001 προβλέπει ότι τα φάρμακα, ως «κοινωνικά αγαθά», χορηγούνται μόνο διά χειρός φαρμακοποιού. Η απαίτηση αυτή φαίνεται να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται η πώληση φαρμάκων μέσω διαδικτύου. Βλ.https://www.moh.gov.cy/Moh/phs/phs.nsf/All/23DFAFA481BB9FEAC225857D0030E9B2?OpenDocument. Ο κατηγορηματικός χαρακτήρας της απαγόρευσης αυτής κάμπτεται από το άρθρο 4Α, παράγραφος 2, του νόμου περί φαρμακευτικής και δηλητηρίων, το οποίο προβλέπει ότι τα φάρμακα που καθορίζονται ειδικά σε πίνακα του νόμου αυτού μπορούν να πωλούνται στο κοινό χωρίς την παρέμβαση φαρμακοποιού.
19 Καίτοι ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις λύσεις που έχουν υιοθετηθεί στο πορτογαλικό δίκαιο, με βάση την έρευνά μου το πορτογαλικό δίκαιο διακρίνει μεταξύ, αφενός, των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. που μπορούν να χορηγούνται αποκλειστικά σε φαρμακείο και, αφετέρου, των ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. για τα οποία δεν απαιτείται να χορηγούνται αποκλειστικά σε φαρμακείο. Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, ήτοι το άρθρο 9, παράγραφοι 1, 2 και 5, του νομοθετικού διατάγματος 307/2007, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας πρέπει τα φάρμακα που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία να χορηγούνται από φαρμακοποιό, ενώ τα φάρμακα που ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία πρέπει να χορηγούνται από το προσωπικό που απασχολείται στο σημείο πώλησης των φαρμάκων. Οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν επίσης ότι πληροφορίες απαραίτητες για την κατάλληλη χρήση ενός φαρμάκου παρέχουν ο αρμόδιος υπεύθυνος του φαρμακείου ή ο επίσης αρμόδιος υπεύθυνος στο σημείο πώλησης.
20 Χωρίς να παρέχει λεπτομερέστερες πληροφορίες επ’ αυτού, ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος αναφέρει επίσης το κροατικό δίκαιο εν είδει παραδείγματος συστήματος που απαγορεύει την πώληση ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. μέσω διαδικτύου. Κατά το άρθρο 136, παράγραφος 1, του νόμου περί φαρμάκων, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν φαρμακευτικές δραστηριότητες στην Κροατία μπορούν να προτείνουν την πώληση εξ αποστάσεως στο κοινό ΜΗ.ΣΥ.ΦΑ. μέσω των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Περαιτέρω, το άρθρο 136, παράγραφος 2, του νόμου περί φαρμάκων προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι οποιοσδήποτε επιθυμεί να ασκεί τη δραστηριότητα αυτή οφείλει να εγγραφεί στον κατάλογο των οντοτήτων που προσφέρουν την πώληση φαρμάκων μέσω διαδικτύου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που εμφαίνονται στον ιστότοπο της αρμόδιας εθνικής αρχής, ο εν λόγω κατάλογος δεν περιέχει επί του παρόντος καμία εγγραφή. Βλ. https://www.halmed.hr/en/Promet-proizvodnja-i-inspekcija/Baza-dozvola-za-proizvodnju-i-promet/Prodaja-lijekova-na-daljinu-putem-Interneta/
21 Βλ. υποσημειώσεις 12 έως 14.
22 Βλ. σημείο 20 των παρουσών προτάσεων.
23 Βλ. σημείο 37 των παρουσών προτάσεων.
24 Βλ. σημείο 42 των παρουσών προτάσεων.
25 Πρβλ. αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 2020, A (Διαφήμιση και πώληση φαρμάκων μέσω διαδικτύου) [C‑649/18, στο εξής: απόφαση A (Διαφήμιση και πώληση φαρμάκων μέσω διαδικτύου), EU:C:2020:764, σκέψη 94)], και της 22ας Δεκεμβρίου 2022, EUROAPTIEKA (C‑530/20, EU:C:2022:1014, σκέψη 43).
26 Βλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2022, EUROAPTIEKA (C‑530/20, EU:C:2022:1014, σκέψεις 39 έως 41).
27 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Doctipharma (σημείο 71).
28 Πρβλ. απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2003, Deutscher Apothekerverband (C‑322/01, EU:C:2003:664, σκέψεις 73 και 74).
29 Βλ. απόφαση A (Διαφήμιση και πώληση φαρμάκων μέσω διαδικτύου) (σκέψεις 68 και 69).
30 Βλ. απόφαση A (Διαφήμιση και πώληση φαρμάκων μέσω διαδικτύου) (σκέψεις 68 και 73).
31 Πρβλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Doctipharma (σημείο 56).
32 Βλ. σημεία 43 και 44 των παρουσών προτάσεων.
33 Βλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2024, Airbnb Ireland και Amazon Services Europe (C‑662/22 και C‑667/22, EU:C:2024:432, σκέψη 53).
34 Πρβλ., προσφάτως, απόφαση της 27ης Απριλίου 2023, Viagogo (C‑70/22, EU:C:2023:350, σκέψεις 25 έως 28).
35 Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2003 (C‑322/01, EU:C:2003:664, σκέψη 68).
36 Βλ. σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.
37 Σημείο 63 των παρουσών προτάσεων.
38 Βλ. προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις WebGroup Czech Republic κ.λπ. (C‑188/24 και C‑190/24, EU:C:2025:709, σημεία 123 και 179).
39 Βλ. προτάσεις μου στις υποθέσεις Airbnb Ireland κ.λπ. (C‑662/22 έως C‑667/22, EU:C:2024:18, σημείο 4).