Σύσταση για
ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με την οικονομική, κοινωνική, διαρθρωτική και δημοσιονομική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης της Αυστρίας
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 121 παράγραφος 2 και το άρθρο 148 παράγραφος 4,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1263 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2024, σχετικά με τον αποτελεσματικό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και την πολυμερή δημοσιονομική εποπτεία και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 3,
Έχοντας υπόψη τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
Έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Απασχόλησης,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Οικονομικής και Δημοσιονομικής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2021/241 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με τον οποίο θεσπίστηκε ο μηχανισμός ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, άρχισε να ισχύει στις 19 Φεβρουαρίου 2021. Ο μηχανισμός ανάκαμψης και ανθεκτικότητας παρέχει χρηματοδοτική στήριξη στα κράτη μέλη για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων, η οποία συνεπάγεται δημοσιονομική ώθηση χρηματοδοτούμενη από την ΕΕ. Σύμφωνα με τις προτεραιότητες του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική ανάκαμψη και στην υλοποίηση βιώσιμων μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων, ιδίως για να προωθήσει την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και να καταστήσει τις οικονομίες των κρατών μελών πιο ανθεκτικές. Συμβάλλει επίσης στην ενίσχυση των δημόσιων οικονομικών και στην τόνωση της ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, στη βελτίωση της εδαφικής συνοχής εντός της ΕΕ και στη στήριξη της συνεχιζόμενης εφαρμογής του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων.
(2)Ο κανονισμός REPowerEU, που εκδόθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2023, αποσκοπεί στη σταδιακή κατάργηση της εξάρτησης της ΕΕ από τις εισαγωγές ρωσικών ορυκτών καυσίμων. Με τον τρόπο αυτόν θα βοηθήσει να επιτευχθεί ενεργειακή ασφάλεια και να διαφοροποιηθεί ο ενεργειακός εφοδιασμός της ΕΕ, ενώ παράλληλα θα αυξήσει την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τις ικανότητες αποθήκευσης ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση. Η Αυστρία πρόσθεσε ένα νέο κεφάλαιο για το REPowerEU στο οικείο εθνικό σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, με στόχο τη χρηματοδότηση καίριων μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που θα συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων του REPowerEU.
(3)Στις 16 Μαρτίου 2023, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο «Μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ΕΕ: προοπτικές μετά το 2030» με σκοπό την τεκμηρίωση των αποφάσεων πολιτικής και τη δημιουργία συνθηκών-πλαισίου για την ενίσχυση της ανάπτυξης. Η ανακοίνωση πλαισιώνει την ανταγωνιστικότητα με βάση εννέα αλληλοενισχυόμενους κινητήριους μοχλούς. Μεταξύ αυτών των κινητήριων μοχλών, η πρόσβαση σε ιδιωτικά κεφάλαια, η έρευνα και η καινοτομία, η εκπαίδευση και οι δεξιότητες, καθώς και η ενιαία αγορά, αναδεικνύονται ως πρωταρχικές προτεραιότητες πολιτικής για μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, ώστε να αντιμετωπιστούν οι σημερινές προκλήσεις παραγωγικότητας και να ενισχυθεί η μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ΕΕ και των κρατών μελών της. Σε συνέχεια της εν λόγω ανακοίνωσης, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 14 Φεβρουαρίου 2024, την ετήσια έκθεση για την ενιαία αγορά και την ανταγωνιστικότητα. Η έκθεση αναλύει τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και τις προκλήσεις της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς, παρακολουθώντας τις ετήσιες εξελίξεις βάσει των εννέα κινητήριων μοχλών ανταγωνιστικότητας που καθορίστηκαν.
(4)Στις 21 Νοεμβρίου 2023, η Επιτροπή ενέκρινε την ετήσια έρευνα για τη βιώσιμη ανάπτυξη 2024, η οποία σηματοδότησε την έναρξη του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2024 για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών. Στις 22 Μαρτίου 2024, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε τις προτεραιότητες της ετήσιας έρευνας για τη βιώσιμη ανάπτυξη 2024 με βάση τις τέσσερις παραμέτρους της ανταγωνιστικής βιωσιμότητας. Στις 21 Νοεμβρίου 2023, βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1176/2011, η Επιτροπή ενέκρινε επίσης την έκθεση του μηχανισμού επαγρύπνησης 2024, στην οποία η Αυστρία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών μελών που μπορεί να αντιμετωπίζουν ή ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ανισορροπίες και για τα οποία απαιτείται εμπεριστατωμένη επισκόπηση. Την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή ενέκρινε επίσης γνώμη σχετικά με το σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος 2024 της Αυστρίας. Η Επιτροπή ενέκρινε επίσης σύσταση για σύσταση του Συμβουλίου σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ, η οποία εκδόθηκε από το Συμβούλιο στις 12 Απριλίου 2024, καθώς και την πρόταση σχετικά με την κοινή έκθεση για την απασχόληση 2024 όπου αναλύεται η εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών για την απασχόληση και των αρχών του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων, η οποία εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 11 Μαρτίου 2024.
(5)Στις 30 Απριλίου 2024, τέθηκε σε ισχύ το νέο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ. Το πλαίσιο περιλαμβάνει τον νέο κανονισμό (ΕΕ) 2024/1263 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον αποτελεσματικό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών και την πολυμερή δημοσιονομική εποπτεία και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου. Περιλαμβάνει επίσης τον τροποποιημένο κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1467/97 για την εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, καθώς και την τροποποιημένη οδηγία 2011/85/ΕΕ σχετικά με τα δημοσιονομικά πλαίσια των κρατών μελών. Οι στόχοι του νέου πλαισίου είναι η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και η βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη μέσω σταδιακής δημοσιονομικής εξυγίανσης, καθώς και μέσω μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων. Προωθεί την εθνική οικειοποίηση και επικεντρώνεται περισσότερο σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, σε συνδυασμό με πιο αποτελεσματική και πιο συνεκτική επιβολή. Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να υποβάλει στο Συμβούλιο και την Επιτροπή εθνικό μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σχέδιο. Τα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά-διαρθρωτικά σχέδια περιλαμβάνουν τις δημοσιονομικές, μεταρρυθμιστικές και επενδυτικές δεσμεύσεις ενός κράτους μέλους και καλύπτουν χρονικό ορίζοντα προγραμματισμού τεσσάρων ή πέντε ετών ανάλογα με την κανονική διάρκεια της εθνικής κοινοβουλευτικής περιόδου. Η πορεία των καθαρών δαπανών στα εθνικά μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά-διαρθρωτικά σχέδια θα πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1263, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για θέση ή διατήρηση του χρέους της γενικής κυβέρνησης σε αξιόπιστα καθοδική πορεία το αργότερο έως το πέρας της περιόδου προσαρμογής ή για διατήρησή του σε συνετά επίπεδα κάτω από το 60 % του ΑΕΠ, καθώς και για μείωση και/ή διατήρηση του δημόσιου ελλείμματος κάτω από την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Όταν κράτος μέλος δεσμεύεται να υλοποιήσει ένα κατάλληλο σύνολο μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων σύμφωνα με τα κριτήρια που περιγράφονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1263, η περίοδος προσαρμογής μπορεί να παραταθεί κατά τρία έτη κατ’ ανώτατο όριο. Στις [21 Ιουνίου] 2024, η Επιτροπή, προκειμένου να στηρίξει την κατάρτιση των εν λόγω σχεδίων, θα παράσχει στα κράτη μέλη καθοδήγηση σχετικά με το περιεχόμενο των σχεδίων και τις μετέπειτα ετήσιες εκθέσεις προόδου τις οποίες θα πρέπει να υποβάλουν και, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1263, θα τους διαβιβάσει τεχνική καθοδήγηση σχετικά με τις δημοσιονομικές προσαρμογές (πορείες αναφοράς και τεχνικές πληροφορίες, κατά περίπτωση). Τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποβάλουν τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά-διαρθρωτικά σχέδιά τους έως τις 20 Σεπτεμβρίου 2024, εκτός εάν το κράτος μέλος και η Επιτροπή συμφωνήσουν να παρατείνουν την προθεσμία για εύλογο χρονικό διάστημα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων τους και τη διαβούλευση με ανεξάρτητα δημοσιονομικά όργανα, τους κοινωνικούς εταίρους και άλλους εθνικούς ενδιαφερόμενους φορείς, κατά περίπτωση. Το 2024 το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών εξακολουθεί να εξελίσσεται σύμφωνα με την εφαρμογή του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας. Η πλήρης εφαρμογή των σχεδίων ανάκαμψης και ανθεκτικότητας εξακολουθεί να είναι απαραίτητη για την υλοποίηση των προτεραιοτήτων πολιτικής στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, δεδομένου ότι τα σχέδια συμβάλλουν στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του συνόλου ή σημαντικού υποσυνόλου των προκλήσεων που προσδιορίζονται στις σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις που εκδόθηκαν τα προηγούμενα έτη. Οι ειδικές ανά χώρα συστάσεις των ετών 2019, 2020, 2022 και 2023 παραμένουν εξίσου συναφείς και για τα σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας που αναθεωρούνται, επικαιροποιούνται ή τροποποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 14, 18 και 21 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/241.
(6)Στις 30 Απριλίου 2021, η Αυστρία υπέβαλε στην Επιτροπή το οικείο εθνικό σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/241. Δυνάμει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/241, η Επιτροπή αξιολόγησε τη συνάφεια, την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα και τη συνοχή του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές αξιολόγησης του παραρτήματος V του εν λόγω κανονισμού. Στις 13 Ιουλίου 2021, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφασή του σχετικά με την έγκριση της αξιολόγησης του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Αυστρίας, η οποία τροποποιήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 2023 σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/241, δεδομένου ότι η επίτευξη του ΣΑΑ εν μέρει δεν είναι πλέον εφικτή λόγω αντικειμενικών περιστάσεων, καθώς και για να συμπεριληφθεί το κεφάλαιο για το REPowerEU. Η αποδέσμευση των δόσεων εξαρτάται από απόφαση της Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/241, ότι η Αυστρία έχει εκπληρώσει ικανοποιητικά τα σχετικά ορόσημα και τους στόχους που έχουν καθοριστεί στην εκτελεστική απόφαση του Συμβουλίου. Η ικανοποιητική εκπλήρωση προϋποθέτει ότι η επίτευξη των προηγούμενων οροσήμων και στόχων δεν έχει αναιρεθεί.
(7)Στις 19 Ιουνίου 2024, η Επιτροπή δημοσίευσε την έκθεση χώρας 2024 για την Αυστρία. Αξιολόγησε την πρόοδο της Αυστρίας όσον αφορά την εφαρμογή των σχετικών ειδικών ανά χώρα συστάσεων που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο μεταξύ 2019 και 2023 και προέβη σε απολογισμό της εφαρμογής του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Αυστρίας. Με βάση την ανάλυση αυτή, η έκθεση χώρας εντόπισε κενά σε σχέση με τις προκλήσεις που δεν περιλαμβάνονται, ή περιλαμβάνονται μόνο εν μέρει, στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, καθώς και νέες και αναδυόμενες προκλήσεις. Αξιολόγησε επίσης την πρόοδο της Αυστρίας όσον αφορά την υλοποίηση του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων και την επίτευξη των πρωταρχικών στόχων της ΕΕ για την απασχόληση, τις δεξιότητες και τη μείωση της φτώχειας, καθώς και την πρόοδο όσον αφορά την επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών.
(8)Με βάση στοιχεία επικυρωμένα από την Eurostat, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης της Αυστρίας μειώθηκε από 3,3 % του ΑΕΠ το 2022 σε 2,7 % το 2023, ενώ το χρέος της γενικής κυβέρνησης υποχώρησε από 78,4 % του ΑΕΠ στα τέλη του 2022 σε 77,8 % στα τέλη του 2023.
(9)Στις 12 Ιουλίου 2022, το Συμβούλιο συνέστησε στην Αυστρία να λάβει μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει το 2023 ότι η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων τρεχουσών δαπανών συνάδει με έναν συνολικά ουδέτερο προσανατολισμό πολιτικής, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεχιζόμενη προσωρινή και στοχευμένη στήριξη προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που είναι περισσότερο ευάλωτα στις απότομες αυξήσεις των τιμών της ενέργειας και προς τα άτομα που εγκαταλείπουν την Ουκρανία. Συνέστησε στην Αυστρία να βρίσκεται σε ετοιμότητα για να προσαρμόσει τις τρέχουσες δαπάνες στην εξελισσόμενη κατάσταση. Το Συμβούλιο συνέστησε επίσης στην Αυστρία να επεκτείνει τις δημόσιες επενδύσεις για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, λαμβάνοντας υπόψη την πρωτοβουλία REPowerEU, μεταξύ άλλων κάνοντας χρήση του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της Ένωσης. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, το 2023 ο δημοσιονομικός προσανατολισμός ήταν συσταλτικός, κατά 0,9 % του ΑΕΠ, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Το 2023 η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών (εκτός των μέτρων διακριτικής ευχέρειας στο σκέλος των εσόδων) είχε συσταλτική συμβολή ύψους 0,5 % του ΑΕΠ στον δημοσιονομικό προσανατολισμό. Σε αυτήν περιλαμβάνονται τα αυξημένα στοχευμένα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που είναι περισσότερο ευάλωτα στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας, κατά 0,2 % του ΑΕΠ. Η αύξηση των εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών τρεχουσών δαπανών το 2023 ήταν σύμφωνη με τη σύσταση του Συμβουλίου. Οι δαπάνες που χρηματοδοτήθηκαν από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και από άλλα ταμεία της ΕΕ ανήλθαν στο 0,2 % του ΑΕΠ το 2023. Οι εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις ανήλθαν στο 3,5 % του ΑΕΠ το 2023, ποσοστό που συνιστά μείωση κατά 0,1 εκατοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2022. Η Αυστρία χρηματοδότησε πρόσθετες επενδύσεις μέσω του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων ταμείων της ΕΕ. Χρηματοδότησε δημόσιες επενδύσεις για την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση και για την ενεργειακή ασφάλεια, όπως η βελτίωση της πρόσβασης σε ευρυζωνικά δίκτυα σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές και η στήριξη των νοικοκυριών για την αντικατάσταση των συστημάτων θέρμανσης που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα από τεχνολογίες θέρμανσης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες χρηματοδοτούνται εν μέρει από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ.
(10)Σύμφωνα με το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζονται οι οικονομικές και δημοσιονομικές προβολές της Αυστρίας, το πραγματικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 0,2 % το 2024 και κατά 1,8 % το 2025, ενώ ο πληθωρισμός βάσει του ΔΤΚ προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 3,8 % το 2024 και 2,7 % το 2025. Το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να αυξηθεί σε 2,9 % του ΑΕΠ το 2024 και να διαμορφωθεί σε 2,8 % του ΑΕΠ το 2025, ενώ ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σε 77,5 % έως τα τέλη του 2024 και 77,4 % έως τα τέλη του 2025. Μετά το 2025, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να μειωθεί σταδιακά σε 2,8 % του ΑΕΠ το 2026 και σε 2,7 % το 2027. Επομένως, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να παραμείνει κάτω από την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ για το έλλειμμα κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτει το πρόγραμμα. Αντίστοιχα, μετά το 2025 ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ προβλέπεται να παραμείνει σταθερός στο 77,4 % το 2026 και το 2027. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το πραγματικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 0,3 % το 2024 και κατά 1,6 % το 2025, και ο πληθωρισμός βάσει του ΕνΔΤΚ θα διαμορφωθεί σε 3,6 % το 2024 και 2,8 % το 2025.
(11)Στις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής προβλέπεται δημόσιο έλλειμμα ύψους 3,1 % του ΑΕΠ το 2024, ενώ ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί σε 77,7 % έως τα τέλη του 2024. Η αύξηση του ελλείμματος το 2024 αντικατοπτρίζει κυρίως τις καθυστερημένες επιπτώσεις του πληθωρισμού στο σκέλος των δαπανών (μισθοί, συντάξεις, τιμαριθμοποιημένες κοινωνικές παροχές) και τις πρόσθετες δαπάνες στο πλαίσιο του εθνικού δημοσιονομικού πλαισίου στους τομείς της παιδικής φροντίδας, της στέγασης και του κλίματος, καθώς και της πρόσφατα εγκριθείσας δέσμης μέτρων για τη στέγαση και τις κατασκευές. Επιπλέον, αρκετά μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης που σχετίζονται με την ενέργεια, όπως το φρένο στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, παρατάθηκαν έως το τέλος του 2024. Με βάση τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, ο δημοσιονομικός προσανατολισμός προβλέπεται να είναι επεκτατικός κατά 0,4 % του ΑΕΠ το 2024.
(12)Δαπάνες ύψους 0,1 % του ΑΕΠ αναμένεται να χρηματοδοτηθούν με μη επιστρεπτέα στήριξη («επιχορηγήσεις») από τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας το 2024, έναντι 0,2 % του ΑΕΠ το 2023, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής. Οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται από επιχορηγήσεις του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας θα καταστήσουν δυνατή την πραγματοποίηση επενδύσεων υψηλής ποιότητας και την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την παραγωγικότητα χωρίς άμεσο αντίκτυπο στο ισοζύγιο και το χρέος της γενικής κυβέρνησης της Αυστρίας.
(13)Στις 14 Ιουλίου 2023, το Συμβούλιο συνέστησε στην Αυστρία να διασφαλίσει συνετή δημοσιονομική πολιτική, ιδίως περιορίζοντας την ονομαστική αύξηση των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών το 2024 σε ποσοστό που να μην υπερβαίνει το 4,6 %. Κατά την εκτέλεση των προϋπολογισμών τους για το 2023 και την κατάρτιση των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων τους για το 2024, τα κράτη μέλη κλήθηκαν να λάβουν υπόψη ότι η Επιτροπή θα πρότεινε στο Συμβούλιο να κινήσει διαδικασίες υπερβολικού ελλείμματος στη βάση του ελλείμματος βάσει των απολογιστικών στοιχείων για το 2023. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι καθαρές εθνικά χρηματοδοτούμενες πρωτογενείς δαπάνες της Αυστρίας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 5,9 % το 2024, ποσοστό που είναι υψηλότερο από τον συνιστώμενο μέγιστο ρυθμό αύξησης. Η εν λόγω υπέρβαση του συνιστώμενου μέγιστου ρυθμού αύξησης των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών αντιστοιχεί σε 0,6 % του ΑΕΠ το 2024. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου.
(14)Επιπλέον, το Συμβούλιο συνέστησε στην Αυστρία να λάβει μέτρα για τη σταδιακή κατάργηση των μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας τα οποία είναι σε ισχύ και να χρησιμοποιήσει τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Το Συμβούλιο διευκρίνισε περαιτέρω ότι, εάν νέες αυξήσεις των τιμών της ενέργειας καταστήσουν αναγκαία τη θέσπιση νέων μέτρων στήριξης ή τη συνέχισή τους, η Αυστρία θα πρέπει να διασφαλίσει ότι τα εν λόγω μέτρα στοχεύουν στην προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων, είναι δημοσιονομικώς ανεκτά και διατηρούν τα κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, το καθαρό δημοσιονομικό κόστος των μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας εκτιμάται σε 1,4 % του ΑΕΠ το 2023 και προβλέπεται να ανέλθει σε 0,4 % το 2024 και σε 0,1 % το 2025. Ειδικότερα, το φρένο στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά και η μείωση της εισφοράς ενέργειας θεωρείται ότι θα παραμείνουν σε ισχύ το 2024, αν και με μικρό αντίκτυπο. Εάν τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος, όπως συνέστησε το Συμβούλιο, οι προβολές αυτές θα συνεπάγονται δημοσιονομική προσαρμογή ύψους 1,0 % του ΑΕΠ το 2024, έναντι επεκτατικής συμβολής των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών στον δημοσιονομικό προσανατολισμό ύψους 0,4 % του ΑΕΠ κατά το εν λόγω έτος. Τα μέτρα στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας δεν προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά το συντομότερο δυνατόν το 2023 και το 2024. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Επιπλέον, τα σχετικά κονδύλια που θα εξοικονομηθούν δεν προβλέπεται να χρησιμοποιηθούν πλήρως για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος. Αυτό ενδέχεται να μη συνάδει με τη σύσταση του Συμβουλίου. Το δημοσιονομικό κόστος των μέτρων στήριξης έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας που αποσκοπούν στην προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων εκτιμάται σε λιγότερο από 0,1 % του ΑΕΠ το 2024 (0,4 % το 2023), εκ των οποίων λιγότερο από το 0,1 % του ΑΕΠ διατηρεί το μήνυμα των τιμών για μείωση της ζήτησης ενέργειας και αύξηση της ενεργειακής απόδοσης (0,4 % το 2023).
(15)Επιπλέον, το Συμβούλιο συνέστησε επίσης στην Αυστρία να διατηρήσει τις εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις και να διασφαλίσει την αποτελεσματική απορρόφηση των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλων κονδυλίων της ΕΕ, ιδίως για την προώθηση της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής, οι εθνικά χρηματοδοτούμενες δημόσιες επενδύσεις προβλέπεται να μειωθούν στο 3,3 % του ΑΕΠ το 2024 από 3,5 % του ΑΕΠ το 2023. Αυτό οφείλεται στις εξαιρετικά υψηλές επενδύσεις το 2023, οι οποίες οφείλονται εν μέρει στον νόμο για τις δημοτικές επενδύσεις. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των πρόσθετων παραγόντων, εκτιμάται ότι οι δημόσιες επενδύσεις το 2024 τηρούν τη σύσταση του Συμβουλίου. Αντίστοιχα, οι δημόσιες δαπάνες που χρηματοδοτούνται με έσοδα από ταμεία της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των επιχορηγήσεων του μηχανισμού ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, αναμένεται να παραμείνουν σταθερές στο 0,2 % του ΑΕΠ το 2024.
(16)Με βάση τα μέτρα πολιτικής που ήταν γνωστά κατά την καταληκτική ημερομηνία των προβλέψεων και με παραδοχή αμετάβλητης πολιτικής, οι εαρινές προβλέψεις 2024 της Επιτροπής προβλέπουν δημόσιο έλλειμμα ίσο με 2,9 % του ΑΕΠ το 2025. Η μείωση του ελλείμματος το 2025 αντικατοπτρίζει κυρίως μια πιο συγκρατημένη αύξηση των μισθών, των συντάξεων και άλλων κοινωνικών παροχών λόγω της μείωσης του πληθωρισμού και της σταδιακής κατάργησης των μέτρων για τον μετριασμό των επιπτώσεων των υψηλών τιμών της ενέργειας. Ο δείκτης χρέους της γενικής κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί στο 77,8 % έως τα τέλη του 2025. Η αύξηση του δείκτη χρέους ως προς το ΑΕΠ το 2025 αντανακλά κυρίως τις υψηλότερες δαπάνες για τόκους το 2024 και τους χαμηλότερους ρυθμούς αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ.
(17)Το δημοσιονομικό πλαίσιο της Αυστρίας βασίζεται σε ένα πολύπλοκο σύστημα διακυβερνητικών μεταβιβάσεων μεταξύ ομοσπονδιακών και περιφερειακών αρχών, το οποίο παρέχει περιορισμένα κίνητρα για αποδοτικές δημόσιες δαπάνες. Λόγω της έλλειψης φορολογικής αυτονομίας, η χρηματοδότηση των δαπανών σε όλα τα ομοσπονδιακά επίπεδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτό το σύστημα. Το 2023 μόνο ένα μικρό ποσοστό του συνόλου των δημόσιων εσόδων ήταν ίδια έσοδα των ομόσπονδων κρατών. Ταυτόχρονα, η χρηματοδότηση βασικών υπηρεσιών, όπως η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η παιδική φροντίδα και οι δημόσιες μεταφορές, εξαρτάται εν μέρει από τις δαπάνες των ομόσπονδων κρατών και των δήμων. Η δημογραφική αλλαγή και η πράσινη μετάβαση επιδεινώνουν ακόμα περισσότερο την πίεση κόστους που ασκείται στα ομόσπονδα κρατίδια και τους δήμους, ενώ τα ίδια έσοδα δεν συνδέονται με τη δυναμική των δαπανών. Το ισχύον δημοσιονομικό πλαίσιο έχεις ως αποτέλεσμα ανεπάρκειες και έλλειψη διαφάνειας, καθώς καθιστά δυσδιάκριτη τη σύνδεση της φορολογικής επιβάρυνσης με τις δημόσιες δαπάνες. Η καλύτερη ευθυγράμμιση των ιδίων εσόδων με τις δαπάνες σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης και η ενίσχυση της διαφάνειας και του συντονισμού είναι σημαντικές για τη βελτίωση της συνολικής ποιότητας των δημόσιων δαπανών. Η μεταρρύθμιση του συστήματος φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για τη βελτίωση του δημοσιονομικού φεντεραλισμού και του συνολικού φορολογικού συστήματος.
(18)Το φορολογικό μείγμα εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο εισόδημα από την εργασία (φόροι μισθωτών υπηρεσιών και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης) και στην κατανάλωση. Το 2022 η Αυστρία είχε τον τρίτο υψηλότερο δείκτη φορολογίας ως προς το ΑΕΠ στην ΕΕ και πολύ υψηλή φορολογική επιβάρυνση. Από το 2023, τα κλιμάκια φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων έχουν αναπροσαρμοστεί με βάση τον πληθωρισμό, αποτρέποντας την περαιτέρω αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης μέσω της μετάβασης σε ανώτερο κλιμάκιο. Ταυτόχρονα, η οικολογική και κοινωνική φορολογική μεταρρύθμιση του 2022 παρείχε μέτρα ελάφρυνσης στον τομέα της φορολογίας και της κοινωνικής ασφάλισης και εισήγαγε την τιμολόγηση του CO2 στους τομείς των μεταφορών και της θέρμανσης, βελτιώνοντας το φορολογικό μείγμα. Ωστόσο, αρκετές μακροχρόνιες διαρθρωτικές προκλήσεις στο φορολογικό μείγμα παραμένουν ανεπίλυτες. Η καλύτερη αξιοποίηση πιο φιλοαναπτυξιακών φόρων θα μπορούσε επίσης να συμβάλει στη δημιουργία του αναγκαίου δημοσιονομικού χώρου και στη βελτίωση του δίκαιου χαρακτήρα του φορολογικού συστήματος.
(19)Οι δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι από τις υψηλότερες στην ΕΕ, δεδομένου ότι πολλές υπηρεσίες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης εξακολουθούν να παρέχονται από νοσοκομεία, γεγονός που αποτελεί δαπανηρό και λιγότερο αποτελεσματικό τρόπο παροχής περίθαλψης. Οι δημόσιες δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη προβλέπεται να αυξηθούν από 7,8 % του ΑΕΠ το 2022 σε 8,8 % του ΑΕΠ το 2050. Επιπλέον, η αύξηση και γήρανση του πληθυσμού αναμένεται να οδηγήσει σε αύξηση της χρήσης των υπηρεσιών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, επιδεινώνοντας περαιτέρω τις ανησυχίες για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Η μεταρρύθμιση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του 2023 περιλάμβανε σημαντικές επενδύσεις στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, την εξωνοσοκομειακή περίθαλψη, την ψηφιοποίηση και την πρόληψη, οι οποίες θα μπορούσαν να συμβάλουν στον περιορισμό του κόστους μακροπρόθεσμα, εάν συνοδεύονταν από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Θα πρέπει απαραιτήτως να διασφαλιστεί ότι οι ασθενείς καθοδηγούνται από το σύστημα υγείας με συνεκτικό τρόπο, μεταξύ άλλων διασφαλίζοντας ότι η αυξημένη διαθεσιμότητα υπηρεσιών πρωτοβάθμιας περίθαλψης θα οδηγήσει σε χαμηλότερη χρήση των υφιστάμενων νοσοκομειακών ή εξωνοσοκομειακών εξειδικευμένων υπηρεσιών περίθαλψης. Το σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Αυστρίας θα συμβάλει στην ενίσχυση της εξωνοσοκομειακής πρωτοβάθμιας περίθαλψης, στηρίζοντας ειδικότερα υφιστάμενα και νέα κέντρα πρωτοβάθμιας περίθαλψης σε τοπικό επίπεδο. Ωστόσο, η δέσμη μεταρρυθμίσεων του 2023 δεν περιλάμβανε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να ευθυγραμμίσουν εκ νέου τις αρμοδιότητες για τη χρηματοδότηση και τις δαπάνες με στόχο την αύξηση της αποτελεσματικότητας.
(20)Η μεταρρύθμιση της μακροχρόνιας φροντίδας του 2023 βελτίωσε την επάρκεια της παροχής υπηρεσιών ενόψει της γήρανσης του πληθυσμού. Ταυτόχρονα, η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας και η αλλαγή των οικογενειακών δομών απαιτούν ενισχυμένες επίσημες δομές φροντίδας. Μολονότι η μεταρρύθμιση της μακροχρόνιας φροντίδας συνέβαλε στη βελτίωση των ευκαιριών κατάρτισης, των συνθηκών εργασίας και των αμοιβών του προσωπικού μακροχρόνιας φροντίδας, απαιτούνται επίσης περαιτέρω προσπάθειες για τη βελτίωση της κατάστασης των αυτοαπασχολούμενων εσωτερικών φροντιστών. Επιπλέον, η μεταρρύθμιση δεν αντιμετώπισε το ζήτημα της διαρθρωτικής δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Οι δαπάνες για τη μακροχρόνια φροντίδα προβλέπεται να διπλασιαστούν σχεδόν από 1,6 % του ΑΕΠ το 2022 σε 3,1 % του ΑΕΠ το 2070. Το σύστημα μακροχρόνιας φροντίδας χαρακτηρίζεται από τον διαχωρισμό των ικανοτήτων χρηματοδότησης και παροχής υπηρεσιών. Θα ήταν επιθυμητό να αυξηθεί η εναρμόνιση της χρηματοδότησης και των υπηρεσιών, να υπάρξει συντονισμός μεταξύ των διαφόρων τομέων και να θεσπιστούν κοινά πρότυπα επιδόσεων σε όλες τις περιφέρειες. Ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων εφαρμόζεται για τη φροντίδα κατ’ οίκον και σε επίπεδο τοπικής κοινότητας, αλλά όχι για την κλειστή φροντίδα, γεγονός που οδηγεί στην παροχή οικονομικού κινήτρου για τη χρήση της σχετικά ακριβότερης κλειστής φροντίδας.
(21)Σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 στοιχείο β) και το παράρτημα V κριτήριο 2.2 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/241, το σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Αυστρίας περιλαμβάνει εκτεταμένο σύνολο αλληλοενισχυόμενων μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που πρέπει να υλοποιηθούν έως το 2026. Αυτές αναμένεται να συμβάλουν στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του συνόλου ή σημαντικού υποσυνόλου των προκλήσεων που προσδιορίζονται στις σχετικές ειδικές ανά χώρα συστάσεις. Εντός αυτού του αυστηρού χρονικού πλαισίου, είναι αναγκαίο να προχωρήσει ταχέως η αποτελεσματική υλοποίηση του σχεδίου, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου για το REPowerEU, για την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας της Αυστρίας μέσω της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης, με παράλληλη διασφάλιση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Για την εκπλήρωση των δεσμεύσεων του σχεδίου έως τον Αύγουστο του 2026 είναι αναγκαίο η Αυστρία να συνεχίσει την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων αντιμετωπίζοντας τις καθυστερήσεις που προκύπτουν. Ειδικότερα, είναι σημαντικό να προχωρήσει την προετοιμασία της δεύτερης και της τρίτης αίτησης πληρωμής. Η συστηματική συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών, των κοινωνικών εταίρων, της κοινωνίας των πολιτών και άλλων σχετικών ενδιαφερόμενων μερών παραμένει αναγκαία για να διασφαλιστεί η ευρεία οικειοποίηση της επιτυχούς υλοποίησης του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας.
(22)Στο πλαίσιο της ενδιάμεσης επανεξέτασης των ταμείων της πολιτικής συνοχής, σύμφωνα με το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/1060, η Αυστρία οφείλει να επανεξετάσει κάθε πρόγραμμα έως τον Μάρτιο του 2025, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις προκλήσεις που προσδιορίζονται στις ειδικές ανά χώρα συστάσεις του 2024, καθώς και το οικείο εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα. Η επανεξέταση αυτή αποτελεί τη βάση για την οριστική κατανομή της ενωσιακής χρηματοδότησης που περιλαμβάνει κάθε πρόγραμμα. Η Αυστρία έχει σημειώσει πρόοδο ως προς την εφαρμογή της πολιτικής συνοχής και του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις. Οι περιφερειακές ανισότητες στην Αυστρία είναι μεταξύ των μικρότερων στην ΕΕ, αλλά οι υφιστάμενες ανισότητες κινδυνεύουν να ενισχυθούν στο μέλλον, εν μέρει λόγω των δημογραφικών προκλήσεων και της μείωσης του πληθυσμού σε ορισμένες απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές. Είναι σημαντικό να επιταχυνθεί η εφαρμογή της πολιτικής συνοχής, και οι προτεραιότητες που συμφωνήθηκαν στα προγράμματα εξακολουθούν να είναι συναφείς. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος έρευνας και καινοτομίας, σύμφωνα με τις εθνικές και περιφερειακές στρατηγικές έξυπνης εξειδίκευσης, και να αξιοποιηθούν οι δεσμοί μεταξύ του επιστημονικού και του επιχειρηματικού κόσμου. Είναι επίσης αναγκαίο να συνεχιστούν οι πράσινες επενδύσεις, ιδίως για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης και τη μείωση του αποτυπώματος άνθρακα, μεταξύ άλλων μέσω αναδυόμενων πράσινων τεχνολογιών. Οι προσεγγίσεις ολοκληρωμένης εδαφικής ανάπτυξης για τη στήριξη της βιώσιμης τοπικής ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς είναι καίριας σημασίας. Η προώθηση της ποιότητας και της συμπεριληπτικότητας της εκπαίδευσης, της κατάρτισης και της διά βίου μάθησης, ιδίως για τις μειονεκτούσες ομάδες, παραμένει επίκαιρη, ενώ θα πρέπει επίσης να συνεχιστούν οι επενδύσεις που στηρίζουν την ενεργό ένταξη και την απασχολησιμότητα. Η Αυστρία θα μπορούσε επίσης να αξιοποιήσει την πρωτοβουλία για την πλατφόρμα στρατηγικών τεχνολογιών για την Ευρώπη με σκοπό τη στήριξη της ανάπτυξης ή της παραγωγής κρίσιμων τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένων καθαρών και αποδοτικών ως προς τη χρήση των πόρων τεχνολογιών.
(23)Πέρα από τις οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις στις οποίες ανταποκρίνονται το σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και άλλα ταμεία της ΕΕ, η Αυστρία αντιμετωπίζει διάφορες πρόσθετες προκλήσεις που σχετίζονται με την αγορά εργασίας, τον δυναμισμό των επιχειρήσεων και την πρόσβαση σε επιχειρηματικά κεφάλαια, καθώς και τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από τις εισαγωγές αερίου από τη Ρωσία και τις σχετικά υψηλές εκπομπές στον τομέα των μεταφορών.
(24)Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης είναι χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, αν και παρατηρείται ανοδική τάση. Η Αυστρία κατατάσσεται στη δεύτερη θέση στην ΕΕ όσον αφορά τη μερική απασχόληση των γυναικών. Η ανεπαρκής παροχή ποιοτικών εγκαταστάσεων προσχολικής εκπαίδευσης και φροντίδας, σε συνδυασμό με τις έντονες περιφερειακές διαφορές, διαδραματίζουν καίριο ρόλο στο υψηλό ποσοστό των γυναικών σε μερική απασχόληση. Το 2023 μόνο το 24,1 % των παιδιών ηλικίας κάτω των 3 ετών συμμετείχε σε επίσημες υπηρεσίες παιδικής φροντίδας και, ως εκ τούτου, το ποσοστό συμμετοχής στην προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα παραμένει συνολικά κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ (34,9 %). Η διπλή επιβάρυνση των υποχρεώσεων αμειβόμενης εργασίας και φροντίδας επηρεάζει σημαντικά περισσότερο τις γυναίκες απ’ ό,τι τους άνδρες. Παρά το γεγονός ότι λαμβάνονται μέτρα για την αύξηση της διαθεσιμότητας και της ποιότητας της προσχολικής εκπαίδευσης και φροντίδας, οι ώρες λειτουργίας των εγκαταστάσεων παιδικής φροντίδας δεν αυξάνουν σημαντικά τη δυνατότητα των γονέων με ευθύνες φροντίδας, κυρίως των γυναικών, να εργάζονται περισσότερες ώρες. Επιπλέον, η θέσπιση υποχρεωτικών προτύπων ποιότητας στην προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα θα μπορούσε να διασφαλίσει καλύτερα την παροχή ποιοτικής φροντίδας σε ολόκληρη τη χώρα.
(25)Η Αυστρία αντιμετωπίζει μείωση του οικείου δυναμισμού των επιχειρήσεων, με τα ποσοστά δημιουργίας και λύσης επιχειρήσεων να συγκαταλέγονται μεταξύ των χαμηλότερων στην ΕΕ. Το ποσοστό των νεοφυών και των νέων επιχειρήσεων μειώνεται, με αρνητικό αντίκτυπο στην παραγωγικότητα (ενώ το 2013 το ποσοστό των νέων επιχειρήσεων ήταν 5,4 %, το 2020 το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 3,8 %, κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ). Το μερίδιο των επιχειρήσεων υψηλής ανάπτυξης είναι επίσης σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ (το 2021, 8,21 % του αριθμού των επιχειρήσεων και 7,29 % του αριθμού των εργαζομένων, σε σύγκριση με 9,18 % και 12,40 %, αντίστοιχα, στην ΕΕ). Η χρηματοδότηση με ίδια κεφάλαια είναι χαμηλή σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Η περιορισμένη προσφορά ιδιωτικών επιχειρηματικών κεφαλαίων αποτελεί εμπόδιο για τις καινοτόμες επιχειρήσεις και τη διάδοση της τεχνολογίας. Η προσφορά και η ζήτηση επιχειρηματικών κεφαλαίων δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές στην Αυστρία, γεγονός που θα μπορούσε να παρεμποδίσει τη δημιουργία και την ανάπτυξη νέων επιχειρήσεων έντασης τεχνολογίας ή καινοτόμων επιχειρήσεων. Οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση επιχειρηματικών κεφαλαίων επηρεάζουν ιδιαίτερα τις καινοτόμες ΜΜΕ και τις νεοφυείς επιχειρήσεις. Η χρηματοδότηση επιχειρηματικών κεφαλαίων δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένη, με τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια να ανέρχονται μόλις στο 0,14 % του ΑΕΠ το 2022, σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ (0,64 %), και τα επιχειρηματικά κεφάλαια στο 0,041 % του ΑΕΠ (μέσος όρος της ΕΕ: 0,09 %).
(26)Οι ελλείψεις και οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων συγκαταλέγονται μεταξύ των πλέον πιεστικών προκλήσεων της Αυστρίας και η δημογραφική γήρανση αναμένεται να επιδεινώσει περαιτέρω την κατάσταση. Το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας της Αυστρίας παραμένει ένα από τα υψηλότερα στην ΕΕ και έχει παραμείνει πάνω από 4 % από το τέλος του 2021. Μολονότι το ποσοστό απασχόλησης εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας αυξάνεται συνεχώς κατά την τελευταία δεκαετία και έφθασε το 57,7 % το 2023, παραμένει πολύ κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ (63,8 %). Δεδομένου ότι οι ψηφιακές τους δεξιότητες είναι πιο περιορισμένες και συχνά έρχονται αντιμέτωποι με πρακτικές που εισάγουν διακρίσεις λόγω της ηλικίας τους, οι εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επανένταξη στην αγορά εργασίας. Τα άτομα με χαμηλά προσόντα και με μόνο υποχρεωτικό επίπεδο σχολικής εκπαίδευσης είναι ιδιαίτερα ευάλωτα και αντιπροσωπεύουν το υψηλότερο ποσοστό ανέργων στην Αυστρία. Ομοίως, τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών και τα άτομα από μειονεκτούντα κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα έχουν χαμηλότερες επιδόσεις στην αγορά εργασίας και αντιμετωπίζουν ιδιαίτερους φραγμούς στην αγορά εργασίας, μεταξύ άλλων λόγω των προκλήσεων όσον αφορά τη μετάβαση από το σχολείο στην εργασία. Σύμφωνα με την έρευνα του Προγράμματος Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA) του 2022, περίπου ένας στους τέσσερις μαθητές ηλικίας 15 ετών στην Αυστρία δεν διέθετε ελάχιστο επίπεδο επάρκειας στα μαθηματικά, την ανάγνωση και τις θετικές επιστήμες· και το ποσοστό για τα άτομα που προέρχονται από μειονεκτούντα περιβάλλοντα ή από οικογένειες μεταναστών αυξήθηκε σε 45 % στα μαθηματικά. Επιπλέον, οι νέοι που έχουν γεννηθεί εκτός της ΕΕ έχουν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να εγκαταλείψουν πρόωρα το σχολείο, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί αρνητικά η ένταξή τους στην αγορά εργασίας. Εφαρμόζονται τα μέτρα του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Αυστρίας για τη βελτίωση της προσφοράς δεξιοτήτων καθώς και των εκπαιδευτικών αποτελεσμάτων των μειονεκτούντων μαθητών, αλλά απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για τη μείωση των υφιστάμενων ελλείψεων εργατικού δυναμικού και δεξιοτήτων. Αυτά θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την προώθηση της πρόσβασης στην αγορά εργασίας για τους ηλικιωμένους, τους εργαζομένους χαμηλής ειδίκευσης και τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, την πρόληψη της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου από τους νέους που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, καθώς και τη βελτίωση των βασικών δεξιοτήτων των μειονεκτούντων μαθητών και των μαθητών που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών.
(27)Παρά ορισμένες προσπάθειες διαφοροποίησης, η Αυστρία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ρωσικό αέριο. Μολονότι ο εφοδιασμός με αέριο από τη Νορβηγία, και σε μικρότερο βαθμό από τη Βόρεια Αφρική και την Κεντρική Ασία, αυξήθηκε το 2023, οι εισαγωγές από τη Ρωσία κυριάρχησαν στον εφοδιασμό με αέριο, ιδίως κατά τη διάρκεια του χειμώνα (98 % των συνολικών εισαγωγών τον Δεκέμβριο του 2023). Για την επέκταση της μεταφορικής ικανότητας από γειτονικές χώρες, όπως η Γερμανία και η Ιταλία, η Αυστρία στήριξε στοχευμένες επενδύσεις για την αναβάθμιση των υποδομών αγωγών αερίου. Ταυτόχρονα, μέτρα στο πλαίσιο του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Αυστρίας, όπως οι επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση και στην αντικατάσταση των θερμαντήρων ορυκτών καυσίμων, συμβάλλουν στη μείωση της ζήτησης αερίου και στην επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέο σχέδιο για την καταγγελία της μακροπρόθεσμης σύμβασης προμήθειας με τη ρωσική εταιρεία Gazprom και τη θέσπιση υποχρέωσης για τους εγχώριους προμηθευτές αερίου να διαφοροποιούνται από τη Ρωσία, χωρίς ωστόσο σαφές χρονοδιάγραμμα εφαρμογής. Η έλλειψη σαφούς στρατηγικής για την αποσύνδεση από το ρωσικό αέριο καθιστά ευάλωτο τον ενεργειακό εφοδιασμό της Αυστρίας.
(28)Η εγκατεστημένη δυναμικότητα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές της Αυστρίας αυξήθηκε κατά 6 % το 2022. Παρόλο που η ηλιακή ενέργεια, ιδίως τα φωτοβολταϊκά, συνέχισε να επεκτείνεται σημαντικά, η αιολική ενέργεια δεν αντιστοιχούσε στην ταχύτητα επέκτασης της ηλιακής ενέργειας. Η αναβάθμιση και η επέκταση της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και των δικτύων μεταφοράς και διανομής, ιδίως μεταξύ ανατολικής και δυτικής Αυστρίας, έχει καταστεί επείγον ζήτημα ενόψει του στόχου της Αυστρίας για χρήση 100 % ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έως το 2030. Αυτό απαιτεί περισσότερες επενδύσεις και αύξηση του ρυθμού για την ενσωμάτωση πρόσθετης παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο σύστημα, όπως ορίζεται στο πρώτο ολοκληρωμένο σχέδιο υποδομών δικτύου που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2024. Η Αυστρία υπέβαλε περαιτέρω μέτρα για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, αλλά ο αναθεωρημένος νόμος για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και ο νόμος για τα ανανεώσιμα αέρια δεν έχουν ακόμη εγκριθεί από το Κοινοβούλιο.
(29)Τα μέτρα της Αυστρίας για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τα τελευταία έτη αρχίζουν να παρουσιάζουν αποτελέσματα. Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που δεν καλύπτονται από το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών (ΣΕΔΕ) της ΕΕ μειώθηκαν κατά 5 % το 2022. Ωστόσο, οι τρέχουσες πολιτικές αφήνουν κενό 21 εκατοστιαίων μονάδων σε σχέση με τον συμφωνηθέντα στόχο της Αυστρίας για τον επιμερισμό των προσπαθειών στο πλαίσιο του κανονισμού για τον επιμερισμό των προσπαθειών, που προβλέπει μείωση ύψους 48 % έως το 2030 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2005. Η Αυστρία πρέπει ακόμη να υποβάλει στην Επιτροπή προσχέδιο επικαιροποίησης του οικείου εθνικού σχεδίου για την ενέργεια και το κλίμα, το οποίο αναμενόταν τον Ιούνιο του 2023, στο οποίο θα περιγράφεται ο τρόπος με τον οποίο σκοπεύει να καλύψει αυτό το κενό. Η Αυστρία θέσπισε τιμή CO2 για τους τομείς εκτός ΣΕΔΕ, η οποία αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά οι κατά κεφαλήν εκπομπές από τις μεταφορές παραμένουν πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, μεταξύ άλλων λόγω του σχετικά χαμηλού φορολογικού συντελεστή για το ντίζελ, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τον λεγόμενο «τουρισμό για καύσιμα». Το σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της Αυστρίας περιλαμβάνει ορισμένες μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στον τομέα των βιώσιμων μεταφορών, αλλά υπάρχει περιθώριο για περαιτέρω μέτρα μείωσης των εκπομπών, συμπεριλαμβανομένης της ενίσχυσης των δημόσιων μεταφορών στις αγροτικές περιοχές.
(30)Δεδομένης της στενής διασύνδεσης των οικονομιών των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ και της συλλογικής συνεισφοράς τους στη λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, το 2024 το Συμβούλιο συνέστησε στα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ να λάβουν μέτρα, μεταξύ άλλων μέσω των οικείων σχεδίων ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, για να εφαρμόσουν τη σύσταση σχετικά με την οικονομική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Όσον αφορά την Αυστρία, οι συστάσεις 1, 2, 3 και 4 συμβάλλουν στην υλοποίηση της πρώτης, της δεύτερης, της τρίτης και της τέταρτης σύστασης για τη ζώνη του ευρώ.
ΣΥΝΙΣΤΑ στην Αυστρία να λάβει μέτρα το 2024 και το 2025 προκειμένου:
1.Να υποβάλει εγκαίρως το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό-διαρθρωτικό σχέδιο. Σύμφωνα με τις απαιτήσεις του μεταρρυθμισμένου Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, να περιορίσει την αύξηση των καθαρών δαπανών το 2025 σε ρυθμό που να συνάδει με τη θέση του χρέους της γενικής κυβέρνησης σε αξιόπιστα καθοδική πορεία σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα και με την τήρηση της τιμής αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ που ορίζει η Συνθήκη για το έλλειμμα. Να βελτιώσει τη δημοσιονομική βιωσιμότητα του συστήματος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και του συστήματος μακροχρόνιας φροντίδας. Να απλουστεύσει και να εξορθολογίσει τις δημοσιονομικές σχέσεις και αρμοδιότητες μεταξύ των επιπέδων διακυβέρνησης και να ευθυγραμμίσει τις αρμοδιότητες για τη χρηματοδότηση και τις δαπάνες. Να βελτιώσει περαιτέρω το φορολογικό μείγμα για τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης και τη στήριξη της βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης.
2.Να αντιμετωπίσει τις καθυστερήσεις που προκύπτουν, ώστε να καταστεί δυνατή η αδιάλειπτη, ταχεία και αποτελεσματική υλοποίηση του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου για το REPowerEU, διασφαλίζοντας την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων έως τον Αύγουστο του 2026. Να επιταχύνει την εφαρμογή των προγραμμάτων της πολιτικής συνοχής. Στο πλαίσιο της ενδιάμεσης επανεξέτασης, να εξακολουθήσει να επικεντρώνεται στις συμφωνηθείσες προτεραιότητες, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις δυνατότητες που παρέχει η πρωτοβουλία για την πλατφόρμα στρατηγικών τεχνολογιών για την Ευρώπη με σκοπό τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
3.Να προαγάγει τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, μεταξύ άλλων με τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών παιδικής φροντίδας, καθώς και των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας. Να βελτιώσει τα αποτελέσματα της αγοράς εργασίας όσον αφορά μειονεκτούσες ομάδες, όπως τα άτομα χαμηλής ειδίκευσης που αναζητούν εργασία και τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες μεταναστών, και να αυξήσει το επίπεδο βασικών δεξιοτήτων, ξεκινώντας από το επίπεδο του σχολείου. Να προωθήσει τον δυναμισμό των επιχειρήσεων, τη δημιουργία και την ανάπτυξη νέων εταιρειών, μεταξύ άλλων μέσω της καλύτερης πρόσβασης σε επιχειρηματικά κεφάλαια.
4.Να βελτιώσει την ενεργειακή ασφάλεια επιταχύνοντας τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού με αέριο προς όφελος μη ρωσικών πηγών. Να μειώσει περαιτέρω τις εκπομπές, ιδίως στον τομέα των μεταφορών.
Βρυξέλλες,
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος