ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NIILO JÄÄSKINEN

της 15ης Δεκεμβρίου 2011 (1)

Υπόθεση C‑572/10

Clément Amédée

κατά

Garde des Sceaux, Ministre de la Justice et des Libertés,

και

Ministre du Budget, des Comptes publics, de la Fonction publique et de la Réforme de l’État

[αίτηση του tribunal administratif de Saint‑Denis de la Réunion (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Κοινωνική πολιτική – Χρονική ισχύς (πρωτόκολλο Barber) – Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι – Ισότητα αμοιβών – Συντάξεις γήρατος – Ευεργέτημα προσαυξήσεως συντάξεως για την ανατροφή τέκνων, χορηγούμενη στους δημοσίους υπαλλήλους, χωρίς διάκριση λόγω του φύλου, υπό τον όρο διακοπής της επαγγελματικής δραστηριότητας – Ανυπαρξία νομοθετικού πλαισίου παρέχοντος στους άνδρες δημοσίους υπαλλήλους τη δυνατότητα να τυγχάνουν άδειας μετ’ αποδοχών αντίστοιχης προς την άδεια λόγω μητρότητας που χορηγείται στις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους – Έμμεση διάκριση»





I –    Εισαγωγή

1.        Τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλονται εν προκειμένω στο Δικαστήριο ανέκυψαν στο πλαίσιο μιας διαφοράς μεταξύ του C. Amédée και του Ministre de la Justice et des Libertés (Yπουργού δικαιοσύνης, στο εξής: Υπουργός Δικαιοσύνης), καθώς και του Μinistre du Budget, des Comptes publics, de la Fonction publique et de la Réforme de l’État (Υπουργού οικονομίας, στο εξής: Υπουργός Οικονομίας), ως προς το ζήτημα της νομιμότητας της αποφάσεως με την οποία του παρασχέθηκε σύνταξη γήρατος ως πρώην δημοσίου υπαλλήλου.

2.        Ο C. Amédée προσάπτει στις γαλλικές αρχές ότι του προξένησαν ζημία, στερώντας τον, ως άνδρα δημόσιο υπάλληλο, από το ευεργέτημα προσαυξήσεως συντάξεως που χορηγείται στους γονείς, οι οποίοι αφοσιώνονται στην ανατροφή των τέκνων τους, στο οποίο οι γυναίκες δημόσιοι υπάλληλοι έχουν ευκολότερα πρόσβαση, κατ’ αυτόν, χάρη στην άδεια λόγω μητρότητας δύο μηνών, της οποίας μόνον αυτές απολαύουν αυτομάτως και μετ’ αποδοχών. Θεωρεί ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο τον προβλεπόμενο από τον νόμο όρο χορηγήσεως αυτού του ευεργετήματος, που εξαρτάται από διακοπή της δραστηριότητας επί τουλάχιστον δύο συναπτούς μήνες, για τον λόγο ότι η απαίτηση αυτή έχει de facto ως αποτέλεσμα έμμεση δυσμενή διάκριση σε βάρος των ανδρών εργαζομένων.

3.        Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το tribunal administratif de Saint‑Denis de la Réunion (Γαλλία), η οποία εφεσιβλήθηκε, αφορά την ερμηνεία τόσο του άρθρου 157 ΣΛΕΕ (2) όσο και του άρθρου 6, παράγραφος 3, της Συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική (3), καθώς και της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (4).

4.        Τονίζω, πάντως, αμέσως ότι, δεδομένου του γεγονότος ότι ο C. Amédée συνταξιοδοτήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2003, οι διατάξεις βάσει των οποίων θα έπρεπε να εξετασθούν τα υποβαλλόμενα στο πλαίσιο αυτής της υποθέσεως ερωτήματα είναι αυτές που είχαν εν προκειμένω εφαρμογή κατά την ημερομηνία αυτή, ήτοι το άρθρο 141 ΕΚ (5) και η οδηγία 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (6), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97/ΕΚ (7).

5.        Διευκρινίζω ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί, με την απόφαση Griesmar (8), επί του γαλλικού συστήματος συνταξιοδοτήσεως των δημοσίων υπαλλήλων, ειδικότερα δε επί μιας ρυθμίσεως προσαυξήσεως συντάξεως αντίστοιχης προς αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, πλην όμως διαμορφωμένη πριν από την τροποποίηση που επέφερε ο Γάλλος νομοθέτης το 2003, προκειμένου ακριβώς να αντιμετωπισθεί η μη τήρηση του κοινοτικού δικαίου που είχε διαπιστωθεί με την εν λόγω απόφαση (9). Η νέα ρύθμιση διαφέρει επομένως από αυτή που αποτέλεσε την αφορμή για την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως κατά το ότι τότε το γεγονός και μόνο ότι μια γυναίκα δημόσια υπάλληλος είναι βιολογική μητέρα αρκούσε για να τύχει αυτή της εν λόγω προσαυξήσεως συντάξεως, ενώ ουδόλως ήταν δυνατό για έναν άνδρα δημόσιο υπάλληλο, που είχε ασχοληθεί με την ανατροφή των τέκνων του, να αξιώσει το επίδικο ευεργέτημα προσαυξήσεως.

6.        Επιπλέον, παρατηρώ ότι αυτή η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία, διότι από τις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο ο C. Amédée προκύπτει ότι στο αιτούν δικαστήριο έχουν ασκηθεί έως πενήντα περίπου αγωγές παρόμοιες με αυτή της υπό εξέταση υποθέσεως και ότι το εν λόγω δικαστήριο επέλεξε αυτή την τελευταία για να εκδικάσει ως μία «κατηγορία» το σύνολο των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιόν του.

II – Το νομικό πλαίσιο

7.        Οι εν προκειμένω σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου είναι αυτές του code français des pensions civiles et militaires de retraite (γαλλικού κώδικα πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων γήρατος, στο εξής: κώδικας συντάξεων), όπως έχουν τροποποιηθεί με τον νόμο 2003‑775 της 21ης Αυγούστου 2003 περί μεταρρυθμίσεως των συνταξιοδοτήσεων (10) (στο εξής: νόμος 2003‑775).

8.        Το άρθρο 48, I, αυτού του νόμου, που περιέχεται στον τίτλο III, επιγραφόμενο ως «Διατάξεις περί των καθεστώτων των δημοσίων υπαλλήλων», τροποποίησε το άρθρο L. 12, στοιχείο b), του κώδικα συντάξεων ως ακολούθως:

«Στον πραγματικό χρόνο εργασίας προστίθενται, υπό τις συνθήκες που καθορίζονται με διάταγμα υποβληθέν προς επεξεργασία στο Conseil d’Etat, τα κατωτέρω ευεργετήματα προσαυξήσεως: [...]

b) Για κάθε ένα από τα εντός γάμου τέκνα τους και τα εκτός γάμου τέκνα τους που γεννήθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, για κάθε ένα από τα τέκνα τους, τα οποία υιοθετήθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004 και, με την επιφύλαξη ότι ανατράφηκαν κατά τη διάρκεια εννέα τουλάχιστον ετών πριν από τη συμπλήρωση του εικοστού πρώτου έτους, για κάθε ένα από τα άλλα τέκνα που απαριθμούνται στην παράγραφο ΙΙ του άρθρου L. 18, η ανάληψη της φροντίδας των οποίων άρχισε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, οι πολιτικοί και στρατιωτικοί υπάλληλοι απολαύουν ευεργετήματος προσαυξήσεως οριζόμενου σε ένα έτος, το οποίο προστίθεται στην πραγματική εργασία, υπό την προϋπόθεση ότι διέκοψαν τη δραστηριότητά τους υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με διάταγμα υποβληθέν προς επεξεργασία στο Conseil d’Etat».

9.        Το άρθρο 48, I, του νόμου 2003‑775 πρόσθεσε ομοίως στον κώδικα συντάξεων το άρθρο L 12, στοιχείο b bis, το οποίο ορίζει ότι «[τ]ο ευεργέτημα προσαυξήσεως που προβλέπεται στο στοιχείο b χορηγείται στις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους ή στρατιωτικούς που γέννησαν κατά τη διάρκεια των ετών των σπουδών τους, πριν από την πρόσληψή τους ως δημόσιοι υπάλληλοι, εφόσον αυτή η πρόσληψη έγινε εντός χρονικού διαστήματος δύο ετών μετά την απόκτηση του αναγκαίου πτυχίου για τη συμμετοχή τους στον διαγωνισμό, χωρίς να μπορεί να τους αντιταχθεί η προϋπόθεση διακοπής της δραστηριότητας».

10.      Το άρθρο 48, II, του νόμου 2003‑775 προβλέπει ότι «[ο]ι διατάξεις του στοιχείου b του άρθρου L. 12 του κώδικα συντάξεων […], ως έχουν κατά τη διατύπωση της περιπτώσεως 2° της παραγράφου I έχουν εφαρμογή στις συντάξεις που έχουν καθορισθεί από τις 28 Μαΐου 2003».

11.      Το άρθρο 6 του διατάγματος 2003‑1305 της 26ης Δεκεμβρίου 2003 (11) (στο εξής διάταγμα 2003‑1305) εισήγαγε στον κώδικα συντάξεων το νέο άρθρο R. 13, που καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα δημόσιος υπάλληλος μπορεί να τύχει της προσαυξήσεως που προβλέπεται στο νέο άρθρο L. 12, στοιχείο b, του ίδιου κώδικα, ως ακολούθως:

«Το ευεργέτημα των διατάξεων του στοιχείου b του άρθρου L. 12 εξαρτάται από τη συνεχή διακοπή δραστηριότητας διάρκειας ίσης προς τουλάχιστον δύο μήνες στο πλαίσιο άδειας λόγω μητρότητας, άδειας λόγω υιοθεσίας, γονικής άδειας ή άδειας γονικής παρουσίας [...], ή θέσεως σε διαθεσιμότητα για την ανατροφή τέκνου ηλικίας κάτω των οκτώ ετών […]».

III – Η διαφορά της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

12.      Ο C. Amédée, πρώην δημόσιος υπάλληλος, συνταξιοδοτήθηκε προώρως με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2003, ήτοι μετά τις 28 Μαΐου 2003, καταληκτική ημερομηνία που προβλέπεται από τον μεταβατικό κανόνα δικαίου, ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 48, II, του νόμου 2003‑775. Επομένως, στην περίπτωσή του εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του κώδικα συντάξεων, όπως έχουν τροποποιηθεί με τον εν λόγω νόμο.

13.      Ο ενδιαφερόμενος ζήτησε να έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει την ευεργέτημα προσαυξήσεως για τέκνα που προβλέπεται στο άρθρο L. 12, στοιχείο b, του κώδικα συντάξεων. Το ευεργέτημα αυτό προσαυξήσεως δεν του δόθηκε για τον λόγο ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο R. 13 του εν λόγω κώδικα.

14.      Στο πλαίσιο μιας πρώτης διαδικασίας, ο C. Amédée άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της αρνητικής αποφάσεως επί του αιτήματός του να τύχει αυτού του ευεργετήματος ενώπιον του tribunal administratif de Saint‑Denis de la Réunion [διοικητικού δικαστηρίου του Saint‑Denis de la Réunion]. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε με απόφαση της 22ας Ιουλίου 2005, η οποία επικυρώθηκε από το Conseil d’État [Συμβούλιο της Επικρατείας] με απόφαση της 22ας Αυγούστου 2007.

15.      Στις 23 Μαΐου 2009, ο C. Amédée άσκησε αγωγή ενώπιον του tribunal administratif de Saint‑Denis de la Réunion, ζητώντας να υποχρεωθεί το Γαλλικό Δημόσιο να αποκαταστήσει τις ζημίες που υπέστη τόσο λόγω της αντιθέσεως προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών των μνημονευομένων ανωτέρω διατάξεων του νόμου 2003-775 και των μνημονευομένων ανωτέρω διατάξεων του διατάγματος εφαρμογής του όσο και λόγω του περιεχομένου των αποφάσεων αυτού του δικαστηρίου και του Conseil d’Etat, καθόσον συνιστούν πρόδηλη παράβαση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που έχουν ως αντικείμενο την παροχή δικαιωμάτων στους ιδιώτες.

16.      Κατά τον C. Amédée, ο όρος της διακοπής δραστηριότητας που εισήχθη με τον νόμο 2003‑775 συνιστά έμμεση διάκριση έναντι των ανδρών, η οποία απαγορεύεται. Επικαλείται το γεγονός ότι οι γυναίκες δημόσιοι υπάλληλοι πληρούν συστηματικά αυτόν τον όρο χάρη στον αυτόματο, υποχρεωτικό και μετ’ αποδοχών χαρακτήρα της άδειας λόγω μητρότητας, ενώ οι άνδρες δημόσιοι υπάλληλοι στερούνται στη μεγάλη τους πλειονότητα του ευεργετήματος της προσαυξήσεως, λόγω της ανυπαρξίας νομοθετικών διατάξεων που να τους παρέχουν τη δυνατότητα να διακόπτουν τη δραστηριότητά τους υπό συνθήκες ισοδύναμες προς αυτές της άδειας λόγω μητρότητας.

17.      Σ’ αυτό το πλαίσιο, το tribunal administratif de Saint‑Denis de la Réunion αποφάσισε, με απόφαση εκδοθείσα στις 25 Νοεμβρίου 2010, να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Μπορεί να θεωρηθεί ότι το σύστημα που δημιουργήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου L.12 b) του κώδικα συντάξεων […], όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις του άρθρου 48 του νόμου της 21ης Αυγούστου 2003, και με τις διατάξεις του άρθρου R.13 του ίδιου κώδικα, όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις του άρθρου 6 του διατάγματος της 26ης Δεκεμβρίου 2003, δημιουργεί έμμεση δυσμενή διάκριση, κατά την έννοια του άρθρου 157 [ΣΛΕΕ, πρώην άρθρο 141 ΕΚ] (12), σε βάρος των γονέων βιολογικών τέκνων, λαμβανομένης υπόψη της αναλογίας των ανδρών που μπορούν να πληρούν τον όρο της διακοπής της δραστηριότητάς τους συνεχώς επί τουλάχιστον δύο μήνες, αυτό δε λόγω ιδίως της ελλείψεως νομοθετικών διατάξεων που να τους παρέχουν τη δυνατότητα να πληρούν αυτόν τον όρο στο πλαίσιο άδειας μετ’ αποδοχών;

2)       Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μπορεί η κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενη έμμεση δυσμενής διάκριση να δικαιολογείται βάσει των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 6 της προσαρτημένης στο πρωτόκολλο υπ’ αρ. 14 για την κοινωνική πολιτική συμφωνίας;

3)       Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, συνιστούν οι διατάξεις της οδηγίας 79/7 […] εμπόδιο στη διατήρηση των διατάξεων των άρθρων L.12 b) και R.13 του κώδικα συντάξεων […];

4)       Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα και αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα, η θέση υπό αμφισβήτηση των διατάξεων των εν λόγω άρθρων πρέπει να περιορισθεί μόνο στη δυσμενή διάκριση που αυτές συνεπάγονται ή έχει ως κατάληξη την αδυναμία των δημοσίων υπαλλήλων των δύο φύλων να διεκδικήσουν το παρεχόμενο με αυτές ευεργέτημα;»

18.      Σύμφωνα με έγγραφο, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Μαρτίου 2011, το αιτούν δικαστήριο πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο υπουργός δικαιοσύνης άσκησε έφεση στις 15 Φεβρουαρίου 2011 ενώπιον του cour administrative d’appel de Bordeaux [διοικητικού εφετείου του Μπορντό] κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 25 Νοεμβρίου 2010 το tribunal administratif de Saint‑Denis de La Réunion. Το εν λόγω διοικητικό εφετείο διαβίβασε στο Δικαστήριο υπόμνημα με ημερομηνία 9 Ιουνίου 2011, κατά το οποίο ο υπουργός οικονομίας ζήτησε επίσης να ακυρωθεί αυτή η απόφαση για ταυτόσημους λόγους. Στις 6 Ιουλίου 2011, γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι ο C. Amédée άσκησε αντέφεση, ζητώντας να εξαφανισθεί η απόφαση περί υποβολής αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και να τροποποιηθούν τα υποβληθέντα με αυτή ερωτήματα. Με ταχυδρομηθέν στις 8 Νοεμβριου 2011 έγγραφο, το ίδιο δικαστήριο γνωστοποίησε ότι ορίσθηκε ως δικάσιμος η 15η Δεκεμβρίου 2011 για τη συζήτηση της διαφοράς της κύριας δίκης.

19.      Στο πλαίσιο της εκκρεμούσας ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους ο C. Amédée, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

IV – Ανάλυση

 Α –      Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

 1.     Επί των πραγματικών δεδομένων

20.      Όπως διαπιστώνω, ο C. Amédée δεν ισχυρίζεται ούτε ότι διέκοψε την εργασία του ούτε ότι περιόρισε τον χρόνο εργασίας του, προκειμένου να αναλάβει την ανατροφή των τέκνων του, και ότι, ως εκ τούτου, μειονέκτησε από απόψεως εξελίξεως σταδιοδρομίας. Ισχυρίζεται απλώς ότι είναι θύμα δυσμενούς διακρίσεως, καθόσον οι γυναίκες δημόσιοι υπάλληλοι, που έχουν διακόψει την εργασία τους συνεπεία άδειας λόγω μητρότητας επί τουλάχιστο δύο μηνών συνεχώς, τυγχάνουν αυτομάτως του εν λόγω ευεργετήματος προσαυξήσεως, σε αντίθεση προς τους άνδρες δημοσίους υπαλλήλους.

21.      Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο ενάγων της κύριας δίκης δεν παρέσχε στο Δικαστήριο κανένα στοιχείο για το ότι αφοσιώθηκε πράγματι στην ανατροφή των τέκνων του, μέσω διακοπής της επαγγελματικής του δραστηριότητας, μάλιστα δε περιορισμού του χρόνου εργασίας του, όπως φαίνεται να απαιτεί η προπαρατεθείσα απόφαση Griesmar, μπορεί να τεθεί το ζήτημα του υποθετικού χαρακτήρα των ερωτημάτων που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο (13). Κατά πάγια νομολογία, ο λόγος υπάρξεως της προδικαστικής παραπομπής και, κατά συνέπεια, της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν είναι η διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων (14).

2.        Επί των χρονικών δεδομένων

22.      Νομίζω ότι είναι σημαντικό να τονισθεί ένα πρόβλημα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου από χρονικής απόψεως εν προκειμένω, ειδικότερα δε του άρθρου 141 ΕΚ. Πράγματι, το Πρωτόκολλο 17, που είναι προσαρτημένο στη Συνθήκη ΕΚ (15), προβλέπει ότι, κατά γενικό κανόνα, για την εφαρμογή του άρθρου 141 ΕΚ, οι δυνάμει επαγγελματικού συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων παροχές δεν θεωρούνται ως αποδοχές εφόσον αντιστοιχούν σε περιόδους απασχόλησης πριν από τις 17 Μαΐου 1990, ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως Barber (16).

23.      Το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής του εν λόγω πρωτοκόλλου 17, που αποκαλείται «πρωτόκολλο Barber», αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεως στην υπόθεση Griesmar (17), αλλά το Δικαστήριο δεν έλαβε σαφή θέση επ’ αυτού του σημείου. Μου φαίνεται παρά ταύτα ότι έκλινε προς την εκδοχή ότι το εν λόγω πρωτόκολλο δεν είχε εφαρμογή σ’ αυτή την υπόθεση, διότι η ημερομηνία που είχε σημασία ήταν αυτή του καθορισμού της συντάξεως, η οποία ήταν προγενέστερη της 17ης Μαΐου 1990.

24.      Στην παρούσα υπόθεση, όπου πρόκειται για τη γαλλική ρύθμιση, όπως μεταρρυθμίσθηκε με τον νόμο 2003‑775, ανακύπτει το ζήτημα αν το επίμαχο ευεργέτημα προσαυξήσεως θα μπορούσε να παρασχεθεί βάσει των περιόδων απασχολήσεως του C. Amédée που είναι προγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990, με την υπενθύμιση ότι το γενεσιουργό γεγονός του ευεργετήματος προσαυξήσεως είναι η διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας επί τουλάχιστον δύο μήνες σε μια από τις περιπτώσεις που εξειδικεύονται στο άρθρο 6 του διατάγματος 2003‑1305, το οποίο πρόσθεσε το άρθρο R. 13 στον κώδικα συντάξεων.

25.      Παρατηρώ ότι τα τέκνα του C. Amédée, σε σχέση με τα οποία διεκδικεί το δικαίωμα για το ευεργέτημα προσαυξήσεως, γεννήθηκαν, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, στις 7 Ιουνίου 1981, 14 Ιανουαρίου 1984 και 13 Νοεμβρίου 1985, δηλαδή πριν από την καταληκτική ημερομηνία που προβλέπεται από το πρωτόκολλο Barber. Με βάση την ημερομηνία γεννήσεως του τελευταίου από τα τέκνα του και λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων ειδών αδειών που απαριθμούνται στο άρθρο R. 13 του κώδικα συντάξεων, μου φαίνεται ότι δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θεμελιώθηκαν τα δικαιώματα του ενδιαφερομένου για να τύχει των ευεργετημάτων ενός συστήματος συντάξεων γήρατος, που θα περιελάμβανε την προσαύξηση που αυτός διεκδικεί. Ο ίδιος ο C. Amédée εκθέτει ότι δεν μπόρεσε να λάβει γονική άδεια μετά τη γέννηση των τέκνων του, διότι η γαλλική νομοθεσία προβλέπει αυτό το είδος άδειας για τους άνδρες δημοσίους υπαλλήλους μόνον από το έτος 1986.

26.      Το ζήτημα, επομένως, είναι το ποια ημερομηνία θα έπρεπε να είναι καθοριστική για να χορηγηθεί ενδεχομένως το επίμαχο ευεργέτημα προσαυξήσεως στον C. Amédée. Κατά τη γνώμη μου, υφίστανται συναφώς τρεις δυνατότητες: είτε η ημερομηνία των αδειών λόγω μητρότητας κατόπιν της γεννήσεως των τέκνων του C. Amédée, είτε οι ημερομηνίες κατά τις οποίες ο C. Amédée θα μπορούσε να λάβει μια από τις άδειες που προβλέπονται στο άρθρο 6 του διατάγματος 2003‑1305, είτε η ημερομηνία του καθορισμού της συντάξεώς του που πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2003. Η πρώτη λύση θα καθιστούσε εν προκειμένω ανεφάρμοστο το άρθρο 141 ΕΚ ratione temporis, λαμβανομένων υπόψη των ημερομηνιών γεννήσεως των τριών τέκνων του ενδιαφερομένου. Οι δύο άλλες λύσεις, εξάλλου, παραπέμπουν σε περιόδους απασχολήσεως μεταγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990.

27.      Λαμβανομένης υπόψη της φύσεως του επίμαχου ευεργετήματος προσαυξήσεως, το οποίο έχει μάλλον σχεδιασθεί ως ένας συμπληρωματικός παράγων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό της συντάξεως την ημέρα του καθορισμού της παρά ως κτηθέν συνταξιοδοτικό δικαίωμα, το οποίο παρέχεται βάσει των εισφορών που έχουν καταβληθεί επί συγκεκριμένο χρονικό διάστημα απασχολήσεως (18), θεωρώ ότι η περίπτωση που υποβάλλεται στην κρίση του Δικαστηρίου εμπίπτει στο χρονικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ. Ομοίως, η εκτίμηση του αν υφίσταται ή όχι παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών πρέπει, κατ’ εμέ, να γίνεται με βάση το χρονικό σημείο της αποχωρήσεως λόγω συνταξιοδοτήσεως του ενδιαφερομένου δημοσίου υπαλλήλου και όχι τον χρόνο κατά τον οποίο μπορούσε να λάβει τις προβλεπόμενες από τον νόμο άδειες για την ανατροφή των τέκνων του σε σύγκριση με αυτό που θα μπορούσε τότε να κάνει μια γυναίκα δημόσια υπάλληλος.

 Β –      Επί της ενδεχομένως υπάρξεως έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως

28.      Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, αν το φαινομενικά ουδέτερο κριτήριο που αφορά τη συνεχή διακοπή δραστηριότητας ίση τουλάχιστον προς δύο μήνες, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων της, μεταξύ άλλων ως προς την αναλογία των ανδρών που μπορούν να πληρούν αυτόν τον όρο, συνεπάγεται έμμεση δυσμενή διάκριση έναντι των ανδρών, αυτό δε ιδίως λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως δυνατότητας για τους άνδρες να λαμβάνουν γονική άδεια μετ’ αποδοχών, σε αντίθεση προς αυτό που συμβαίνει με τις γυναίκες στο πλαίσιο της άδειας λόγω μητρότητας.

29.      Υπενθυμίζω ότι η έμμεση δυσμενής διάκριση είναι διάκριση προκαλούμενη από το γεγονός ότι μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση ένα πρόσωπο σε σύγκριση με άλλα πρόσωπα. Μια τέτοια διαφοροποίηση απαγορεύεται εντός της κοινοτικής έννομης τάξεως, εκτός αν δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο σκοπό και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού είναι πρόσφορα και αναγκαία (19).

30.      Εκ προοιμίου, πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι οι συντάξεις που χορηγούνται βάσει του γαλλικού συστήματος συνταξιοδοτήσεως των δημοσίων υπαλλήλων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής ratione materiae του άρθρου 141 ΕΚ (20). Θεωρώ ότι το ευεργέτημα προσαυξήσεως που προβλέπεται στο άρθρο L. 12 του κώδικα συντάξεων, όπως έχει τροποποιηθεί με τον νόμο 2003-775, είναι πράγματι αμοιβή που καταβάλλεται λόγω έμμισθης απασχολήσεως και υπόκειται στην αρχή της ισότητας μεταξύ των ανδρών και των γυναικών εργαζομένων, που καθιερώνει το άρθρο 141 ΕΚ.

31.      Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, απαιτεί οι συγκρίσιμες καταστάσεις να μην τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως και οι διαφορετικές καταστάσεις να μην τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως, εκτός εάν μια τέτοια διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικά (21). Επομένως, η απαίτηση ισότητας των αμοιβών, που αποτελεί ιδιαίτερη έκφραση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, προϋποθέτει ότι οι άνδρες εργαζόμενοι και οι γυναίκες εργαζόμενες περί των οποίων πρόκειται τελούν σε παρεμφερείς καταστάσεις (22). Επομένως, το κριτήριο που αναφέρεται σ’ αυτή τη δυνατότητα συγκρίσεως συνιστά θεμελιώδες στοιχείο για την αναζήτηση ενδεχομένως υφιστάμενης δυσμενούς διακρίσεως.

32.      Με την προπαρατεθείσα απόφαση Griesmar, το Δικαστήριο έκρινε ότι το σύστημα συντάξεων λόγω γήρατος, που εφαρμοζόταν στη Γαλλία κατά τον χρόνο της εν λόγω υποθέσεως, δημιουργούσε άμεση δυσμενή διάκριση, καθόσον προέβλεπε το δικαίωμα για το ευεργέτημα προσαυξήσεως λόγω αρχαιότητας, που χορηγούνταν κατά το χρονικό σημείο εγκρίσεως της συνταξιοδοτήσεως, αποκλειστικώς υπέρ των γυναικών δημοσίων υπαλλήλων που είχαν τέκνα, ενώ η διαφορά αυτή μεταχειρίσεως έναντι των ανδρών ήταν αδικαιολόγητη. Κατόπιν αυτής της αποφάσεως, το εν λόγω σύστημα προσαυξήσεως επεκτάθηκε στους άνδρες δημοσίους υπαλλήλους με το άρθρο L. 12, στοιχείο b, του κώδικα συντάξεων, ως έχει κατά τον νόμο 2003‑775. Τέθηκε ένας νέος όρος προσβάσεως, ήτοι διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας επί τουλάχιστον δύο συναπτούς μήνες στο πλαίσιο άδειας λόγω μητρότητας, άδειας λόγω υιοθεσίας, γονικής άδειας ή άδειας γονικής παρουσίας, μάλιστα δε θέσεως σε διαθεσιμότητα, με την παρατήρηση ότι, πλην της πρώτης από αυτές τις άδειες, όπως απαριθμούνται στο άρθρο R. 13 του κώδικα συντάξεων που προτέθηκε με το διάταγμα 2003-1305, μπορούν όλες να δίδονται τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, επί εθελουσίας βάσεως, και άνευ αποδοχών.

33.      Η ύπαρξη άδειας μητρότητας τόσο υποχρεωτικής όσο και μετ’ αποδοχών επιβάλλεται δυνάμει νομοθεσίας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενώσεως (23). Αυτό το δικαίωμα, που αναγνωρίζεται στις βιολογικές μητέρες από τις συμβάσεις επίσης της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας (ΔΟΕ) (24), νοείται από το Δικαστήριο ως μέσον προστασίας ενός ιδιαίτερης σημασίας δικαιώματος κοινωνικής ασφαλίσεως (25).

34.      Ο σκοπός που επιδιώκεται με τον υποχρεωτικό χαρακτήρα αυτής της άδειας είναι διπλός: πρόκειται, αφενός, για τη διαφύλαξη της βιολογικής καταστάσεως της γυναίκας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και, αφετέρου, για την προστασία των ιδιαίτερων σχέσεων μεταξύ της γυναίκας και του τέκνου της κατά το χρονικό διάστημα που έπεται του τοκετού, με αποτροπή του ενδεχομένου διαταραχής αυτών των σχέσεων από τη σώρευση των βαρών που απορρέουν από την ταυτόχρονη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας (26).

35.      Όσον αφορά τις χρηματοοικονομικές πτυχές της άδειας λόγω μητρότητας, η οδηγία 92/85 προβλέπει, προκειμένου να διαφυλαχθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα των σχετικών με αυτή διατάξεων, ότι το σύνολο των συναφών με τη σύμβαση εργασίας δικαιωμάτων διατηρούνται από την έγκυο, λεχώνα ή γαλουχούσα εργαζομένη, ειδικότερα δε ότι διατηρούνται υπέρ αυτής η αμοιβή ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος (27). Κατά τη νομολογία, ακόμη κι αν το ποσό αυτού του επιδόματος δεν πρέπει να ισούται προς ολόκληρο το ποσό της αμοιβής της ενδιαφερομένης, αλλά μπορεί να είναι μειωμένο, όριο αυτής της μειώσεως αποτελεί ο όρος ότι το ποσό αυτό δεν θα δεν είναι τόσο μικρό ώστε να αποτρέπονται οι γυναίκες από την απόκτηση τέκνου και κατ’ αυτόν τον τρόπο να διακυβεύεται ο σκοπός της προστασίας που επιδιώκεται από το ενωσιακό δίκαιο (28). Η διατήρηση της αμοιβής για μια γυναίκα που οφείλει από τον νόμο να διακόψει την επαγγελματική της δραστηριότητα για να λάβει άδεια λόγω μητρότητας συνιστά απαραίτητο μέτρο, προκειμένου να αντισταθμίζονται πολυάριθμα μειονεκτήματα, τα οποία πρέπει να αντιμετωπίσει η γυναίκα στην επαγγελματική της σταδιοδρομία λόγω της συνδεόμενης με τη μητρότητα απουσίας της από τον τόπο εργασίας (29).

36.      Εκτός από την ιδιαίτερη περίπτωση της άδειας λόγω μητρότητας, το ενωσιακό δίκαιο δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να προβλέπουν άλλες άδειες μετ’ αποδοχών για οικογενειακούς λόγους. Επομένως, σύμφωνα με την οδηγία 96/34/ΕΚ., παρέχεται ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας στους εργαζόμενους, άνδρες και γυναίκες, λόγω γεννήσεως ή υιοθεσίας παιδιού, ώστε να μπορέσουν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό, τουλάχιστον επί τρεις μήνες (30).. Στο κείμενο αυτό διευκρινίζεται ότι η εν λόγω άδεια μπορεί να λαμβάνεται μέχρι μιας ορισμένης ηλικίας του τέκνου, η οποία μπορεί να φθάσει μέχρι τα 8 του έτη. Αντιθέτως, το καθεστώς της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας κατά την περίοδο της άδειας που προβλέπεται από την προσαρτημένη σ’ αυτή την οδηγία συμφωνία πλαίσιο υπάγεται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (31). Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται βαρύνουσα τα κράτη μέλη υποχρέωση παροχής ή διατηρήσεως αμοιβής στους οικείους γονείς κατά τη διάρκεια της γονικής τους άδειας.

37.      Οι άδειες που παρέχουν δικαίωμα για το επίδικο ευεργέτημα προσαυξήσεως, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο R. 13 του κώδικα συντάξεων, και των οποίων ο κατάλογος μνημονεύθηκε ανωτέρω, είναι προσιτές στους δημοσίους υπαλλήλους αμφοτέρων των φύλων, με εξαίρεση την άδεια λόγω μητρότητας, δικαιούχος της οποίας είναι κατ’ ανάγκη πάντοτε μια γυναίκα. Παρά το τελευταίο αυτό δεδομένο, η Επιτροπή κακώς ισχυρίζεται ότι οι γυναίκες πληρούν αυτομάτως, χάρη στην άδεια λόγω μητρότητας, τον όρο που συνδέεται με τη διακοπή της εργασίας επί τουλάχιστον δύο μήνες συνεχώς. Πράγματι, είναι δυνατό μια γυναίκα δημόσιος υπάλληλος να έχει γεννήσει πριν από την πρόσληψή της ως δημόσιος υπάλληλος υπό συνθήκες τέτοιες, ώστε ο ειδικός κανόνας που εξαγγέλλεται στο άρθρο L. 12, στοιχείο b bis, του κώδικα συντάξεων να μην έχει εφαρμογή. Σ’ αυτή την περίπτωση, το δικαίωμά της για το ευεργέτημα προσαυξήσεως θα εξαρτάται από διακοπή εργασίας συνεπεία μιας άλλης, πλην της άδειας λόγω μητρότητας, από τις μορφές άδειας που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο. Η ίδια παρατήρηση ισχύει για τις γυναίκες που έχουν διακόψει την εργασία τους για να αναλάβουν την ανατροφή ενός όχι βιολογικού τέκνου, δηλαδή είτε ενός υιοθετημένου παιδιού είτε ενός τέκνου που υπάγεται σε μια από τις άλλες κατηγορίες που αφορά το άρθρο L.18 του κώδικα συντάξεων (32).

38.      Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων λεπτομερειών χορηγήσεως της άδειας λόγω μητρότητας, έχω τη γνώμη ότι η κατάσταση των μητέρων που έχουν διακόψει την εργασία τους υποχρεωτικώς λόγω μιας τέτοιας άδειας δεν είναι συγκρίσιμη προς την κατάσταση αυτών που έχουν την ευχέρεια να χρησιμοποιήσουν μια από τις άλλες μορφές άδειας που προβλέπει το άρθρο R. 13 του κώδικα συντάξεων.

39.      Από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι η αρχή της ισότητας των αμοιβών δεν εμποδίζει να παρέχεται ένα πλεονέκτημα μόνο στη γυναίκα εργαζομένη, εφόσον αυτό αποσκοπεί στην αντιστάθμιση των επαγγελματικών μειονεκτημάτων που προκύπτουν γι’ αυτή την εργαζομένη λόγω της απουσίας της από την εργασία, που είναι εγγενής στην άδεια μητρότητας (33). Η παραβίαση της εν λόγω αρχής αποκλείεται εν προκειμένω, διότι η κατάσταση ενός άνδρα εργαζομένου είναι διαφορετική από αυτή μιας γυναίκας εργαζομένης, καθόσον, σε αντίθεση προς τις βιολογικές μητέρες που υποχρεούνται να σταματήσουν να εργάζονται, οι βιολογικοί πατέρες έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν αν θέλουν ή όχι να αφοσιωθούν ιδιαιτέρως στην ανατροφή των τέκνων τους. Το δεδομένο αυτό δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι οικονομικές συνέπειες της άδειας λόγω μητρότητας μπορούν, ανάλογα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους, να είναι διαφορετικές και ευνοϊκότερες από αυτές των άλλων αδειών για οικογενειακούς λόγους (34).

40.      Βεβαίως, στο πλαίσιο της υπό εξέταση υποθέσεως, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι άνδρες και οι γυναίκες εργαζόμενοι βρίσκονται σε παρεμφερή κατάσταση αναφορικά με τη γαλλική ρύθμιση, καθόσον το ευεργέτημα προσαυξήσεως σκοπεί στην αντιστάθμιση των μειονεκτημάτων στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας που μπορούν να είναι αποτέλεσμα του χρόνου που αφιερώθηκε, από ένα πατέρα όπως και από μια μητέρα, στην ανατροφή του τέκνου (35). Πράγματι, η επίμαχη εθνική ρύθμιση αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους υπό την ιδιότητά τους ως γονέων, όποιο κι αν είναι το φύλο τους. Κατ’ αυτό η κατάσταση μιας γυναίκας δημοσίου υπαλλήλου και αυτή ενός άνδρα δημοσίου υπαλλήλου προκύπτει ότι είναι παρεμφερείς.

41.      Με την απόφαση Griesmar, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να διαπιστωθεί αν το χορηγούμενο υπό τις τότε προϋποθέσεις ευεργέτημα προσαυξήσεως, δηλαδή παρεχόμενο μόνο στις γυναίκες και μόνο λόγω του ότι είχαν τέκνο, σκοπεί να αντισταθμίσει τα μειονεκτήματα επαγγελματικής φύσεως που προκύπτουν για τις γυναίκες εργαζόμενες λόγω της απομακρύνσεώς τους από την εργασία κατά την περίοδο που έπεται του τοκετού, περίπτωση κατά την οποία η κατάσταση άνδρα εργαζομένου δεν είναι παρεμφερής με την κατάσταση γυναίκας εργαζομένης, ή αν σκοπεί κατ’ ουσία να αντισταθμίσει τα μειονεκτήματα επαγγελματικής φύσεως που προκύπτουν για τις γυναίκες υπαλλήλους λόγω του γεγονότος ότι ανάθρεψαν τα τέκνα τους, υποθετική περίπτωση κατά την οποία πρέπει να εξεταστεί αν η κατάσταση ενός άνδρα δημοσίου υπαλλήλου και η κατάσταση μιας γυναίκας δημοσίου υπαλλήλου είναι παρεμφερείς (36).

42.      Ομοίως, στο Δικαστήριο δόθηκε η ευκαιρία να αποφανθεί επί των ορίων των διαφόρων μέτρων κοινωνικής πολιτικής που θεσπίζουν τα κράτη μέλη με, μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Roca Álvarez, η οποία αφορούσε την άδεια θηλασμού που προοριζόταν κατά την ισπανική νομοθεσία για τις γυναίκες και για τους άνδρες των οποίων οι σύζυγοι είχαν την ιδιότητα της εργαζομένης. Λόγω του ότι η άδεια αυτή μπορούσε να αυτονομηθεί από το βιολογικό γεγονός του θηλασμού και μπορούσε να ληφθεί αδιακρίτως από τον μισθωτό πατέρα ή την μισθωτή μητέρα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η άδεια αυτή αφορούσε στην πραγματικότητα μόνο την τροφή του τέκνου και τον χρόνο ενασχολήσεως με αυτό. Στη συνέχεια, εφόσον οι φροντίδες αυτές μπορούν να παρέχονται τόσο από τον πατέρα όσο και από τη μητέρα, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η επίμαχη άδεια χορηγούνταν στους εργαζομένους ως γονείς ενός τέκνου (37). Επομένως, το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα όχι μόνο να συγκρίνει την κατάσταση ενός άνδρα και μιας γυναίκας θεωρούμενων υπό το πρίσμα των γονικών τους καθηκόντων, αλλά επίσης να κάνει σαφή διάκριση, στον τομέα της κοινωνικής προστασίας που παρέχεται στις γυναίκες εργαζόμενες, μεταξύ της πτυχής που συνδέεται με τη βιολογική προστασία της γυναίκας και αυτής που την αφορά υπό την ιδιότητα της ως μητέρας.

43.      Η διαφοροποίηση που πρέπει να γίνεται όσον αφορά τις υποχρεώσεις που βαρύνουν τη μητέρα και αυτές που βαρύνουν τον πατέρα συνεπεία της γεννήσεως τέκνου συνδέεται μάλλον με το ζήτημα της αποδείξεως ειδικής αφοσιώσεως στην ανατροφή αυτού του τέκνου. Με την απόφαση Griesmar, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι το ευεργέτημα προσαυξήσεως πρέπει να χορηγείται αυτομάτως σε όλους τους βιολογικούς πατέρες, προκειμένου αυτοί να τελούν υπό ίσους όρους με τις βιολογικές μητέρες. Εξέθεσε σαφώς ότι η πρόσβαση στο ευεργέτημα προσαυξήσεως θα πρέπει να χορηγείται σε έναν άνδρα δημόσιο υπάλληλο, μόνον όταν αυτός είναι σε θέση να αποδείξει ότι έχει ιδιαιτέρως ασχοληθεί με την ανατροφή των τέκνων του (38).

44.      Επομένως, δεν είναι καθεαυτό αδικαιολόγητο να απαιτείται, όπως συμβαίνει με τις εν προκειμένω εθνικές διατάξεις, η απόδειξη ειδικής και πραγματικής αφοσιώσεως ενός άνδρα στις φροντίδες για το τέκνο του, πράγμα που σημαίνει πολύ περισσότερα από την απλή ιδιότητα του βιολογικού πατέρα που αναλαμβάνει τη φροντίδα του τέκνου του, προκειμένου να μπορεί ως εκ τούτου να τύχει ενός ευεργετήματος προσαυξήσεως. Αντιθέτως, προκειμένου για γυναίκα, εφόσον η άδεια λόγω μητρότητας είναι υποχρεωτική για κάθε βιολογική μητέρα και εφόσον καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα υποτίθεται ότι αναλαμβάνει την ανατροφή του τέκνου της, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων όπως καταστάσεως πολύ εύθραυστης υγείας κατά την περίοδο λοχείας, το ευεργέτημα προσαυξήσεως της χορηγείται χωρίς ιδιαίτερη απόδειξη, εφόσον υφίσταται κατά κάποιον τρόπο τεκμήριο ανατροφής ως προς αυτή.

45.      Το γεγονός ότι η κατάσταση των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι πιο δύσκολη σε σχέση με αυτή των ανδρών, όσον αφορά τόσο την αμοιβή όσο και την εξέλιξη στη σταδιοδρομία, εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από την άνιση κατανομή μεταξύ των δύο φύλων του βάρους των υποχρεώσεων που είναι εγγενείς στην ανατροφή των τέκνων (39). Πράγματι, ανεξαρτήτως των διακοπών της εργασίας τους που συνδέονται με την άδεια λόγω μητρότητας, οι γυναίκες υπόκεινται σαφώς περισσότερο από τους άνδρες σε μεταβολές της επαγγελματικής τους δραστηριότητας για οικογενειακούς λόγους στο πλαίσιο μιας γονικής άδειας ή διευθετήσεως άλλης φύσεως, όπως μειώσεως του χρόνου εργασίας, έστω κι αν αυτό δεν συνοδεύεται από μια οικονομική αντιστάθμιση (40).

46.      Οι επίμαχες εθνικές διατάξεις επιβάλλουν έναν όρο πραγματικής διακοπής της επαγγελματικής δραστηριότητας, ο οποίος έχει περιοριστικό χαρακτήρα. Δεν προκύπτει πάντως ότι ο όρος αυτός μπορεί να εμποδίζει την πρόσβαση στο ευεργέτημα προσαυξήσεως περισσότερο για τους άνδρες παρά για τις γυναίκες, διότι κάθε πατέρας που αποφασίζει να διακόψει την εργασία του για να αναθρέψει το τέκνο του επί χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο μηνών συνεχώς μπορεί να τύχει του ευεργετήματος προσαυξήσεως, μολονότι είναι αληθές ότι η επιλεγείσα από τον γάλλο νομοθέτη περίοδος αντιστοιχεί ακριβώς στην ελάχιστη διάρκεια της άδειας λόγω μητρότητας. Το γεγονός και μόνον ότι στην πράξη περισσότερες γυναίκες παρά άνδρες τυγχάνουν του επίδικου ευεργετήματος προσαυξήσεως δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αυτό αποτελεί πηγή έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως. Κατά τη γνώμη μου, οι άνδρες δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι υφίστανται δυσμενή διάκριση για τον λόγο και μόνον ότι δεν θέλουν να μοιράζονται τα καθήκοντα που απορρέουν από το γεγονός ότι είναι γονείς εξίσου με τις γυναίκες.

47.      Βεβαίως, με αυτόν τον όρο δεν λαμβάνονται υπόψη άλλοι τρόποι διευθετήσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας, που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας βιολογικός πατέρας, όπως εξάλλου μια θετή μητέρα ή ένας καθ’ υποκατάσταση γονέας, για να αφοσιωθεί στην ανατροφή του τέκνου, ήτοι γονική άδεια μικρότερης διάρκειας ή εργασία με μερική απασχόληση. Το γεγονός πάντως ότι η σε ισχύ κατά τον χρόνο της διαφοράς της κύριας δίκης γαλλική νομοθεσία (41) δεν αναγνώριζε ότι η μείωση του χρόνου εργασίας μπορεί να έχει το ίδιο νομικό αποτέλεσμα με την πλήρη αναστολή εργασίας δεν καθιστά καθεαυτό συγκρίσιμη την κατάσταση των γυναικών που οφείλουν να λάβουν άδεια λόγω μητρότητας με αυτή των ανδρών, για τους οποίους το ζήτημα της διακοπής της επαγγελματικής τους δραστηριότητας για οικονομικούς λόγους εξαρτάται από την επιλογή τους.

48.      Κατά τη γνώμη μου, υπάρχει, στην πραγματικότητα, μεγάλη διακύμανση από απόψεως επιπτώσεων μεταξύ, αφενός, των περιόδων πλήρους απουσίας ενός εργαζομένου, όπως αυτών στο πλαίσιο μιας άδειας λόγω μητρότητας, υιοθεσίας ή γονικής άδειας, που μπορούν να επιβραδύνουν ή ακόμη και να αναστείλουν την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του γονέα περί του οποίου πρόκειται, και, αφετέρου, των άλλων τρόπων διευθετήσεως του χρόνου εργασίας, όπως της εργασίας με μερική απασχόληση, που συνεπάγονται περιορισμένη μόνον απουσία και, επομένως, λιγότερο δύσκολη να τη διαχειρισθεί ο εργοδότης για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες αντικαταστάσεως και αναδιοργανώσεως των εργασιών του συγκεκριμένου υπαλλήλου. Ευλόγως το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εγκυμοσύνη και η μητρότητα μπορούν όντως να συνεπάγονται μειονεκτήματα για τις γυναίκες στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας (42).

49.      Η εθνική νομοθεσία διαθέτει, κατ’ εμέ, ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως (43) όσον αφορά το ελάχιστο όριο της οφειλόμενης από ένα γονέα αφοσιώσεως στην ανατροφή, όταν αυτός ζητεί γι’ αυτόν τον λόγο να τύχει ενός ευεργετήματος προσαυξήσεως, δεδομένου ότι η προσαύξηση αυτή συνιστά συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό δικαίωμα, για το οποίο ο συγκεκριμένος υπάλληλος δεν έχει καταβάλει εισφορές σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες καταβολής εισφορών.

50.      Παραδείγματος χάριν, θα αρκούσε, για να τύχει αυτού του ευεργετήματος, να επιλέξει μια μείωση του χρόνου εργασίας έως 10 % ή γονικής άδειας περιορισμένης διάρκειας δύο εβδομάδων; Κατά τη γνώμη μου, οι δύο αυτές περιπτώσεις ουδόλως ισοδυναμούν με αναγκαστική παύση δύο μηνών συνεπεία άδειας λόγω μητρότητας, διότι δεν δημιουργούν συγκρίσιμη θυσία σταδιοδρομίας και εν πάση περιπτώσει είναι δυσανάλογες προς το παρεχόμενο ευεργέτημα, το οποίο συνίσταται σε ένα συμπληρωματικό έτος εργασίας που πρέπει να συμπεριληφθεί στον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος.

51.      Όπως κι αν έχει το ζήτημα, θεωρώ ότι η κρίση αν, και σε ποιο βαθμό, οι διακοπές της δραστηριότητας ή οι μειώσεις του χρόνου εργασίας δικαιολογούν τη χορήγηση ενός ευεργετήματος αναφορικά με συνταξιοδοτικά δικαιώματα εξαρτάται προ πάντων από μια εκτίμηση πολιτικής, μολονότι υφίστανται νομικά όρια. Εκτιμήσεις κοινωνικής πολιτικής, όπως η βούληση να μην αποθαρρύνεται η μητρότητα των γυναικών εργαζομένων, μπορούν εν προκειμένω να είναι καθοριστικές. Επομένως, δεν είναι δυνατή μια αμιγώς μηχανική προσέγγιση της συγκρισιμότητας των καταστάσεων των γυναικών και των ανδρών στον τομέα της απασχολήσεως και της εργασίας.

 Γ –      Επί της δικαιολογήσεως της ενδεχομένως έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως

52.      Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η έμμεση δυσμενής διάκριση που ενδεχομένως δημιουργείται από το προβλεπόμενο από τις επίμαχες εθνικές διατάξεις ευεργέτημα προσαυξήσεως θα μπορούσε να δικαιολογείται από την άποψη του άρθρου 6, παράγραφος 3, της Συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική, η οποία προβλέπει ότι το εν λόγω άρθρο δεν κωλύει την εκ μέρους των κρατών μελών «διατήρηση ή θέσπιση μέτρων που προβλέπουν ειδικά ευεργετήματα για τη διευκόλυνση της άσκησης μιας επαγγελματικής δραστηριότητας από τις γυναίκες ή για την πρόληψη ή αντιστάθμιση μειονεκτημάτων στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία».

53.      Υπογραμμίζω ότι κατόπιν της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ, την 1η Μαΐου 1999, οι εν λόγω διατάξεις ενσωματώθηκαν στο άρθρο 141, παράγραφος 4, ΕΚ, που αποτελεί πράγματι τη σχετική διάταξη ratione temporis για να εκτιμηθεί η συμβατότητα των επίμαχων εθνικών διατάξεων με το κοινοτικό δίκαιο, όπως διευκρίνισα στην εισαγωγή αυτών των προτάσεων.

54.      Λαμβανομένης υπόψη της αρνητικής απαντήσεως που προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα και λόγω του ότι, σ’ αυτή την περίπτωση, το δευτερεύον αυτό ερώτημα θεωρείται από το αιτούν δικαστήριο ότι στερείται σημασίας, εκτιμώ ότι παρέλκει η εξέταση του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, προκειμένου να δοθεί απάντηση σ’ αυτό.

55.      Παρά ταύτα, θα επιθυμούσα να κάνω σχετικώς μερικές παρατηρήσεις για να καλύψω το ενδεχόμενο να μη δεχθεί το Δικαστήριο την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα.

56.      Ενδεχομένως, κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε στο δεύτερο ερώτημα να δοθεί απάντηση με βάση την ίδια στάση με αυτή που υιοθέτησε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Griesmar σε σχέση με ένα ερώτημα αντίστοιχο προς αυτό που υποβάλλεται εδώ, το οποίο αφορούσε επίσης το γαλλικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως των δημοσίων υπαλλήλων. Κατά την εν λόγω απόφαση, το ευεργέτημα προσαυξήσεως που προβλεπόταν στο άρθρο L. 12, στοιχείο b, του κώδικα συντάξεων, όπως ίσχυε τότε, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως θετική δράση που μπορεί να βοηθήσει τις γυναίκες να ακολουθούν τη σταδιοδρομία τους υπό συνθήκες ισότητας με τους άνδρες, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της Συμφωνίας για την κοινωνική πολιτική, εφόσον χορηγούσε απλώς στις μητέρες επίδομα αρχαιότητας κατά τη χρονική στιγμή της συνταξιοδοτήσεώς τους, υπό το ίδιο καθεστώς με τους πατέρες, χωρίς να αποκαθιστά τα προβλήματα που μπορεί να συναντήσουν κατά την επαγγελματική τους σταδιοδρομία (44).

57.      Για τους ίδιους λόγους, εν προκειμένω, το ευεργέτημα προσαυξήσεως που προβλέπεται από τις διατάξεις του νόμου 2003-775 και του διατάγματος 2003-1305 δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί με βάση το άρθρο 141, παράγραφος 4, ΕΚ. Η λύση αυτή απορρέει από την προπαρατεθείσα απόφαση Griesmar, η οποία εκδόθηκε από σχηματισμό αντίστοιχο προς το τμήμα μείζονος συνθέσεως. Μόνον όμως ένας ισοδύναμος σχηματισμός θα μπορούσε ενδεχομένως να αποφασίσει μεταστροφή της νομολογίας.

58.      Κατόπιν αυτού, η προσέγγιση που υιοθετήθηκε είναι, κατά τη γνώμη μου, αμφισβητήσιμη. Πράγματι, το Δικαστήριο επέλεξε μια στενή αντίληψη των μειονεκτημάτων που υφίστανται «στην επαγγελματική σταδιοδρομία», κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, αποκλείοντας την ετεροχρονισμένη αντιστάθμισή τους κατά το χρονικό σημείο της συνταξιοδοτήσεως, δηλαδή όταν οι ενδιαφερόμενοι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν παύσει να εργάζονται. Αυτό ισοδυναμεί με τη δημιουργία μιας υποχρεώσεως των κρατών μελών να παγιώνουν μια οικονομική ανισότητα που υφίσταται μεταξύ των γυναικών και των ανδρών, ακόμη και κατά τη διάρκεια της συνταξιοδοτήσεως, όπως τόνισε η Γαλλική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της παρούσας υποθέσεως (45), πράγμα που μου φαίνεται ότι ελάχιστα συμβιβάζεται με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.

59.      Η εγγενής σ’ αυτή τη νομολογία λογική δεν νομίζω ότι ευσταθεί, εφόσον όλες οι εφαρμογές της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όσον αφορά τα επαγγελματικά συστήματα ασφαλίσεως, στηρίζονται στη σκέψη ότι πρέπει να καταβάλλεται ίση αμοιβή για εργασία της αυτής αξίας. Παρατηρώ ότι η σύνταξη γήρατος έχει βεβαίως τον χαρακτήρα αμοιβής, αλλά συνιστά ένα μέρος αμοιβής που αναβάλλεται έως το χρονικό σημείο του τέλους της επαγγελματικής δραστηριότητας. Οι γυναίκες, όμως, βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση εν προκειμένω, διότι η εγκυμοσύνη και η μητρότητα επενεργούν ανασχετικώς στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους, όπως έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο (46). Λαμβανομένου υπόψη ότι τα μέτρα που μπορούν να λάβουν τα κράτη μέλη για να αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα που υφίστανται οι γυναίκες λόγω της ασκήσεως των γονικών τους καθηκόντων κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, κατά τη γνώμη μου, είτε αποκλείονται (όπως συμβαίνει με τις προσαυξήσεις αμοιβής που συνδέονται με την εγκυμοσύνη, οι οποίες συνιστούν άμεση δυσμενή διάκριση λόγω του φύλου), είτε είναι σημαντικά περιορισμένα (όπως το προβλέπει η προπαρατεθείσα απόφαση Kalanke, ως προς τη λεγόμενη «θετική» διάκριση που δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την επαγγελματική προώθηση των γυναικών), νομίζω ότι η παροχή συμπληρωματικού συνταξιοδοτικού δικαιώματος είναι συχνά το μόνο μέσο που μπορεί να εμποδίσει τη συνέχιση αυτής της ανισότητας και μετά τη συνταξιοδότηση.

 Δ –      Επί του ζητήματος αν οι σχετικές εθνικές διατάξεις συμβιβάζονται με την οδηγία 79/7

60.      Με το τρίτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι διατάξεις της οδηγίας 79/7 έχουν την έννοια ότι εμποδίζουν τη διατήρηση των επίμαχων στην κύρια δίκη εθνικών διατάξεων.

61.      Ο C. Amédée, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή εκφράζουν μια από κοινού άποψη, υπό την έννοια ότι θεωρούν ότι η οδηγία 79/7 δεν έχει εφαρμογή σ’ αυτή την υπόθεση. Όπως εξέθεσα στην εισαγωγή αυτών των προτάσεων, υποστηρίζω επίσης αυτή την άποψη.

62.      Πράγματι, η οδηγία 79/7, περί της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, καλύπτει τις παροχές που καταβάλλονται εντός του πλαισίου των νομικών συστημάτων προστασίας (47), κατηγορία που χαρακτηρίζεται συνήθως ως «πρώτος πυλώνας» (48). Αντιθέτως, η διαφορά της κύριας δίκης αφορά σύνταξη καταβαλλόμενη βάσει του γαλλικού συστήματος συνταξιοδοτήσεως των δημοσίων υπαλλήλων, το οποίο υπάγεται στην κατηγορία των επαγγελματικών συστημάτων, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο (49), πράγμα που αντιστοιχεί στον «δεύτερο πυλώνα». Κατά τον χρόνο συνταξιοδοτήσεως του ενδιαφερομένου, ήτοι τον Δεκέμβριο του 2003, οι συντάξεις γήρατος που είχαν τέτοιο επαγγελματικό χαρακτήρα διέπονταν από την οδηγία 86/378, όπως είχε τροποποιηθεί με την οδηγία 96/97, με τη διευκρίνιση ότι και οι οδηγίες αυτές έχουν τροποποιηθεί από τις 15 Αυγούστου 2009 με την οδηγία 2006/54.

63.      Επομένως, δεδομένου ότι η οδηγία 79/7 δεν έχει εφαρμογή, ratione materiæ, στα περιστατικά της κύριας δίκης, εκτιμώ ότι παρέλκει η απάντηση στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα.

 Ε –      Επί των εννόμων αποτελεσμάτων της ενδεχόμενης ασυμβατότητας των σχετικών εθνικών διατάξεων προς το κοινοτικό δίκαιο

64.      Το αιτούν δικαστήριο εξαρτά το περιεχόμενο του τέταρτου προδικαστικού του ερωτήματός από το τριπλό ενδεχόμενο να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα και να δοθούν αρνητικές απαντήσεις τόσο στο δεύτερο όσο και στο τρίτο από τα προδικαστικά ερωτήματα. Αυτό, συγκεκριμένα, σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα έκρινε ότι κατά το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο οι επίμαχες εθνικές διατάξεις δημιουργούν έμμεση δυσμενή διάκριση, αφενός, χωρίς αυτή να μπορεί να δικαιολογείται, αφετέρου, χωρίς όμως κατά τα λοιπά το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο να αποτελεί εμπόδιο στη διατήρηση των εν λόγω διατάξεων.

65.      Κατ’ ουσίαν, διερωτάται ως προς το ζήτημα των νομικών συνεπειών που θα πρέπει να απορρέουν από το ότι το ευεργέτημα προσαυξήσεως λόγω τέκνων, που προβλέπεται στα άρθρα L. 12, στοιχείο b, και R. 13 του κώδικα συντάξεων, δεν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο. Θέτει το ερώτημα αν, όσον τα μέτρα που αντιμετωπίζουν την υποτιθέμενη έμμεση δυσμενή διάκριση δεν έχουν ληφθεί από τον γάλλο νομοθέτη, ένα τέτοιο ασυμβίβαστο θα συνεπαγόταν απλώς ότι η δυσμενής διάκριση που απορρέει από τις εν λόγω διατάξεις πρέπει να εξαλειφθεί προς όφελος των ανδρών δημοσίων υπαλλήλων, οι οποίοι υφίστανται τις συνέπειές της, ή αν αποτελεί εμπόδιο στο να αποβαίνει το ευεργέτημα προσαυξήσεως προς όφελος τόσο των γυναικών όσο και των ανδρών δημοσίων υπαλλήλων.

66.      Λαμβανομένης όμως υπόψη της θέσεως που προτείνω στο Δικαστήριο να υιοθετήσει ως προς τα άλλα προδικαστικά ερωτήματα, ήτοι αρνητικής απαντήσεως για το πρώτο ερώτημα, ελλείψεως λόγου απαντήσεως σε σχέση με το δεύτερο ερώτημα και διαπιστώσεως ελλείψεως αντικειμένου για το τρίτο ερώτημα, θεωρώ ότι παρέλκει η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση, εφόσον, κατά τη γνώμη μου, οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει ρητώς το αιτούν δικαστήριο ως υποθετικός προαπαιτούμενο δεν πληρούνται.

67.      Παρά ταύτα, υπενθυμίζω ότι από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, όταν επαληθεύεται η ύπαρξη διακρίσεως αντίθετης προς το ενωσιακό δίκαιο, καθόσον δεν έχει πραγματοποιηθεί μεταρρύθμιση του εσωτερικού δικαίου για να θεραπευθεί αυτή η ανισότητα μεταχειρίσεως, οι εθνικές αρχές οφείλουν να λαμβάνουν τα γενικά ή ειδικά μέτρα, τα οποία μπορούν να διασφαλίσουν την τήρηση του ενωσιακού δικαίου. Όπως επισήμαναν ο C. Amédée και η Επιτροπή, οι οικείες αρχές, ενεργώντας ως εργοδότης, υποχρεούνται επομένως να παρέχουν αυτεπαγγέλτως στα πρόσωπα της μειονεκτούσας κατηγορίας, που εν προκειμένω είναι οι άνδρες δημόσιοι υπάλληλοι, τα ίδια πλεονεκτήματα από απόψεως μεταχειρίσεως με αυτά των οποίων απολαύουν τα πρόσωπα της προνομιούχου κατηγορίας, ήτοι εν προκειμένω οι γυναίκες δημόσιοι υπάλληλοι. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει κατ’ επανάληψη ότι ο εθνικός δικαστής οφείλει να μην εφαρμόζει εσωτερική ρύθμιση που συνεπάγεται διακρίσεις εντός της κοινοτικής έννομης τάξεως, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να ζητήσει ή να αναμείνει την κατάργησή της από τον εθνικό νομοθέτη, και να εφαρμόζει στα μέλη της μειονεκτούσας ομάδας το ίδιο καθεστώς με αυτό του οποίου απολαύουν οι άλλοι εργαζόμενοι. Υπέχει την υποχρέωση αυτή ανεξαρτήτως της υπάρξεως, στο εσωτερικό δίκαιο, διατάξεων που του απονέμουν την αρμοδιότητα να το πράξει (50).

68.      Αν τελικώς το Δικαστήριο δεχθεί ότι υφίσταται έμμεση διάκριση, θα πρέπει να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο όλα τα χρήσιμα στοιχεία, που θα του επιτρέψουν να αποφανθεί επί των σημείων που αφορούν το ζήτημα με ποιους συγκεκριμένους τρόπους και επί πόσο χρόνο ο άνδρας δημόσιος υπάλληλος θα πρέπει να μεταβάλει την επαγγελματική του δραστηριότητα για να αφοσιωθεί στην ανατροφή του τέκνου του, προκειμένου να δικαιολογήσει τη χορήγηση του επίμαχου ευεργετήματος προσαυξήσεως σ’ αυτόν. Ειδικότερα, η Επιτροπή θέτει το ζήτημα, επί του οποίου το Δικαστήριο θα έπρεπε να αποφανθεί σ’ αυτή την περίπτωση, αν ο όρος που αφορά πλήρη παύση της δραστηριότητας επί τουλάχιστον δύο μήνες, όπως προβλέπεται από το άρθρο R. 13 του κώδικα συντάξεων, είναι υπερβολικά περιοριστικός, ειδικά έναντι των ανδρών, και επομένως θα πρέπει να παραμένει ανεφάρμοστος, καθόσον αποκλείει του ευεργετήματος αυτής της προσαυξήσεως τους πατέρες που αφοσιώνονται στην ανατροφή των τέκνων τους με διαφορετικό τρόπο από μια τέτοια διακοπή σταδιοδρομίας, στο πλαίσιο ιδίως της μεταβάσεως σε εργασία με μερική απασχόληση.

V –    Πρόταση

69.      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του tribunal administratif de Saint‑Denis de la Réunion ως ακολούθως:

«1)      Εθνικές διατάξεις, όπως οι επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης, που απαιτούν, για την παροχή ενός ευεργετήματος προσαυξήσεως με διάρκεια χορηγήσεως συνδεόμενη με την ανατροφή ενός τέκνου, διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας τουλάχιστον δύο συναπτών μηνών, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι δημιουργούν έμμεση δυσμενή διάκριση, από την άποψη του άρθρου 141 ΕΚ, λόγω του γεγονότος και μόνον ότι μεγαλύτερος αριθμός γυναικών παρά ανδρών τυγχάνει αυτού του ευεργετήματος στο πλαίσιο του υπολογισμού της συντάξεώς τους γήρατος συνεπεία της κατά νόμο τόσο υποχρεωτικής όσο και μετ’ αποδοχών άδειας λόγω μητρότητας, που προβλέπεται για τις βιολογικές μητέρες.

2)       Κατόπιν της δοθείσας στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα αρνητικής απαντήσεως, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα.

3)       Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, που αφορά τις διατάξεις της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, είναι άνευ αντικειμένου και, κατά συνέπεια, δεν χρήζει απαντήσεως.»


1 –      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2 –      Η διάταξη περί παραπομπής αφορά «το άρθρο 157 [ΣΕΕ], πρώην άρθρο 141 [ΕΚ]». Πρόκειται όντως για ολίσθημα γραφίδας, δεδομένου ότι η Συνθήκη ΕΕ δεν περιέχει άρθρο με τον αριθμό 157 και ότι το άρθρο 141 ΕΚ, που αφορά την αρχή της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών, αντικαταστάθηκε πράγματι με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ.


3 –      Συμφωνία για την κοινωνική πολιτική, συναφθείσα μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πλην του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1992, C 191, σ. 91), που έχει προσαρτηθεί στο πρωτόκολλο 14 για την κοινωνική πολιτική, το οποίο επισυνάπτεται στη Συνθήκη ΕΕ (στο εξής συμφωνία για την κοινωνική πολιτική}.


4 –      ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160.


5 –      Μόνον η παράγραφος 3 αυτού του άρθρου διαφέρει από αυτή του άρθρου 157 ΣΛΕΕ, καθόσον προβλέπει άλλους τρόπους λήψεως μέτρων, προκειμένου να διασφαλισθεί η εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχολήσεως.


6 –      ΕΕ L 225, σ. 40.


7 –      Οδηγία του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996, που τροποποιεί την οδηγία 86/378/ΕΟΚ για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (ΕΕ 1997, L 46, σ. 20).


8 –      Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2001, C‑366/99 (Συλλογή 2001, σ. I‑9383).


9 – Accoyer, B., Rapport à l’Assemblée nationale n° 898 sur le projet de loi portant réforme des retraites, τόμος 1, δεύτερο μέρος, Ιούνιος 2003, ιδίως σ. 77 επ.


10 –      JORF n° 193 της 22ας Αυγούστου 2003, σ. 14310. Ο νόμος αυτός άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2004, το άρθρο όμως 48, II, αυτού διευκρινίζει ότι «[ο]ι διατάξεις του στοιχείου b του άρθρου L.12 του κώδικα συντάξεων […], ως έχουν κατά τη διατύπωση της περιπτώσεως 2° της παραγράφου I [του ίδιου άρθρου 48] έχουν εφαρμογή στις συντάξεις που έχουν καθορισθεί από τις 28 Μαΐου 2003».


11 –      Διάταγμα για την εφαρμογή του νόμου 2003‑775 (JORF n° 301 της 30ής Δεκεμβρίου 2003, σ. 22473). Οι διατάξεις του εν λόγω διατάγματος, όπως και αυτές του εν λόγω νόμου, άρχισαν να ισχύουν την 1η Ιανουαρίου 2004. Νομίζω ότι η από απόψεως χρόνου δυνατότητα εφαρμογής του διατάγματος στις συντάξεις που καθορίσθηκαν πριν από αυτή την ημερομηνία, αλλά μετά από το σημείο ενάρξεως των αναδρομικών αποτελεσμάτων του νόμου, ήτοι στις 28 Μαΐου 2003 σύμφωνα με το άρθρο 48, II, του νόμου αυτού, τεκμαίρεται από το αιτούν δικαστήριο και τους διαδίκους.


12 –      Βλ. ανωτέρω την υποσημείωση στη σελίδα 2.


13 –      Παρατηρώ ότι ο υποθετικός ή όχι χαρακτήρας των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο θα εξαρτηθεί από την απάντηση που θα δώσει ενδεχομένως το Δικαστήριο επί της ουσίας ως προς τον βαθμό της αναγκαίας αφοσιώσεως ενός γονέα στην ανατροφή των τέκνων του, η οποία θεμελιώνει τη δυνατότητα δικαιώματος για το ευεργέτημα προσαυξήσεως κατ’ εφαρμογή των σχετικών εθνικών διατάξεων.


14 –      Μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1995, C‑422/93 έως C‑424/93, Zabala Erasun κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I‑1567, σκέψη 29), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C‑13/01, Safalero (Συλλογή 2003, σ. I‑8679, σκέψη 40), καθώς και η παρατιθέμενη στις αποφάσεις αυτές νομολογία.


15 –      Πρωτόκολλο (αριθ. 17) σχετικά με το άρθρο 141 ΕΚ, που χρονολογείται από το 1992, στο οποίο αντιστοιχεί το πρωτόκολλο (αριθ. 33) σχετικά με το άρθρο 157 ΣΛΕΕ.


16 –      Απόφαση της 17ης Μαΐου 1990, C‑262/88 (Συλλογή 1990,σ. I‑1889).


17 –      Βλ. τα σημεία 41 και 42 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα F. Alber στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Griesmar, στα οποία εκτίθεται η άποψη της Επιτροπής γι’ αυτό το θέμα.


18 –      Βλ., κατ’ αναλογία, την απόφαση της 10ης Μαΐου 2011, C‑147/08, Römer (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 66), καθώς και τα άρθρα 44 και 94 του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 284, σ. 1).


19 –      Ορισμός που περιέχεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 204 σ. 23).


20 – Απόφαση Griesmar, προπαρατεθείσα (σκέψη 38).


21 –      Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1993, C‑217/91, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I‑3923, σκέψη 37), και της 1ης Μαρτίου 2011, C‑236/09, Association belge des Consommateurs Test-Achats κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 28).


22 –      Απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑218/98, Abdoulaye κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. I‑5723, σκέψη 16).


23 –      Οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία, κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 348, σ. 1).


24 –      Οι τρεις συμβάσεις της ΔΟΕ για την προστασία της μητρότητας (3 του 1919, 103 του 1952 και 183 του 2000) προβλέπουν υποχρεωτική άδεια έξι εβδομάδων μετά τη γέννηση του τέκνου, κατά τη διάρκεια της οποίας η μητέρα δεν έχει το δικαίωμα να επανέλθει στην εργασία. Αυτό έχει ως σκοπό να αποτραπεί το ενδεχόμενο να εξαναγκασθεί αυτή από τον εργοδότη της να αναλάβει και πάλι την εργασία της, πράγμα που θα μπορούσε να βλάψει την υγεία της και την υγεία του τέκνου. Η αρχή αυτή αποτελεί μια θεμελιώδη συνισταμένη της προστασίας που εγγυώνται οι κανόνες της ΔΟΕ. Βλ. Lamaternité autravail –Unerevuedelalégislationnationale, Bureau international du travail, Γενεύη, δεύτερη έκδοση, 2010, σ. 13, έγγραφο που διατίθεται επίσης στην αγγλική και στην ισπανική γλώσσα.


25 –      Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C‑116/06, Kiiski (Συλλογή 2007, σ. I‑7643, σκέψη 49).


26 –      Αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1998, C‑411/96, Boyle κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I‑6401, σκέψη 41), Kiiski, προπαρατεθείσα (σκέψη 46), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, C‑104/09, Roca Álvarez (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 27), καθώς και η παρατιθέμενη στις αποφάσεις αυτές νομολογία.


27 –      Βλ. τη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη, καθώς και τα άρθρα 8 και 11 αυτής της οδηγίας.


28 –      Απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑191/03, McKenna (Συλλογή 2005, σ. I‑7631, σκέψεις 42 και 59 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


29 –      Με την προπαρατεθείσα απόφαση Abdoulaye κ.λπ. (σκέψη 19), δίνονται διάφορα παραδείγματα αυτών των μειονεκτημάτων. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συνεχώς ότι η εγκυμοσύνη και η μητρότητα περιάγουν, εν τοις πράγμασι, σε δυσμενή θέση τις γυναίκες κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού τους βίου: βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1984, 184/83, Hofmann (Συλλογή 1984, σ. 3047, σκέψη 27), καθώς και της 17ης Οκτωβρίου 1995, C‑450/93, Kalanke (Συλλογή 1995, σ. I‑3051, σκέψεις 18 επ).


30 –      Οδηγία του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από την UNICE, τη CEEP και τη CES (ΕΕ L 145, σ. 4), ιδίως η ρήτρα 2, σημείο 1, της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου.


31 –      Αυτή η περί αρμοδιότητας παραπομπή υπενθυμίζεται στην προπαρατεθείσα απόφαση Kiiski (σκέψεις 35 και 36).


32 –      Ήτοι ενός τέκνου του οποίου η γονική μέριμνα μεταβιβάστηκε στον δικαιούχο της συντάξεως ή τον σύζυγό του, τέκνου που έχει τεθεί υπό την επιτροπεία του δικαιούχου της συντάξεως ή του συζύγου του, η οποία συνοδεύεται από την πραγματική και μόνιμη επιμέλεια αυτού του τέκνου, ή ενός τέκνου που έχει αναδεχθεί ο δικαιούχος της συντάξεως ή ο σύζυγός του, ο οποίος εκπληρώνει πραγματικά και κατά μόνιμο τρόπο τις συναφείς υποχρεώσεις.


33 –      Βλ. τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Abdoulaye κ.λπ. (σκέψεις 20 και 22), καθώς και Griesmar (σκέψη 41).


34 –      Υπενθυμίζω ότι ούτε οι συμβάσεις της ΔΟΕ ούτε το ενωσιακό δίκαιο υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να προβλέπουν γονική άδεια μετ’ αποδοχών. Ως προς τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ της άδειας λόγω μητρότητας και της γονικής άδειας, λόγω ιδίως του υποχρεωτικού χαρακτήρα της πρώτης, βλ. την απόφαση της 8ης Ιουνίου 2004, C‑220/02, Österreichischer Gewerkschaftsbund (Συλλογή 2004, σ. I-5907, σκέψη 60).


35 – Βλ. το Rapport à l’Assemblée nationale n° 898, sur le projet de loi portant réforme des retraites, όπ.π. σ. 85 επ.


36 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Griesma (σκέψεις 46 επ).


37 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Roca Álvarez (σκέψεις 28 έως 31).


38 – Προπαρατεθείσα απόφαση Griesmar (σκέψη 67).


39 –      Ως προς την παραδοσιακή διανομή των ρόλων μεταξύ ανδρών και γυναικών στην άσκηση των γονικών τους καθηκόντων, βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Roca Álvarez (σκέψη 36).


40 –      Στην έκθεση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας εκτίθεται ότι σύμφωνα με τη βάση δεδομένων της ΔΟΕ για τις εθνικές νομοθεσίες που αφορούν την προστασία της μητρότητας, που αφορά 167 χώρες, οι άνδρες λαμβάνουν σαφώς λιγότερο συχνά γονική άδεια απ’ ό,τι οι γυναίκες (όπ.π., σ. 59). Ως προς τη μείωση του χρόνου εργασίας, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι από τις στατιστικές που κατάρτισε η Eurostat για το έτος 2009 προκύπτει ότι στη Γαλλία 30 % των γυναικών εργάζονται με μερική απασχόληση έναντι 6 % των ανδρών.


41 –      Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, κατόπιν μιας διαδικασίας λόγω παραβάσεως που κινήθηκε κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας το 2004, οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη λήψη του επίμαχου ευεργετήματος προσαυξήσεως διευρύνθηκαν, οπότε η μείωση της δραστηριότητας έγινε αποδεκτή στον ίδιο βαθμό με τις διακοπές της δραστηριότητας (βλ. τον νόμο 2010-1330 της 9ης Νοεμβρίου 2010 για τη μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτήσεων, JORF 261 της 10ης Νοεμβρίου 2010, σ. 20034, και το εκτελεστικό διάταγμα 2010-1741 της 30ής Δεκεμβρίου 2010, JORF 303 της 31ης Δεκεμβρίου 2010, κείμενο 94).


42 –      Βλ. τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Hofmann, Kalanke, καθώς και Abdoulaye κ.λπ.


43 –      Βλ., κατ’ αναλογία, την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2011, C-123/10, Brachner (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


44 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Griesmar (σκέψεις 60 έως 67).


45 –      Ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Δημοκρατίας διευκρίνισε ότι στο γαλλικό έδαφος είναι στατιστικά πολύ περισσότερες από τους άνδρες οι γυναίκες δημόσιοι υπάλληλοι που σταματούν να εργάζονται είτε λόγω της γεννήσεως του παιδιού τους είτε για να φροντίσουν για την ανατροφή του και ότι ως εκ τούτου οι συντάξεις τους είναι κατά μέσον όρο από 10 έως 20 % κατώτερες από αυτές των ανδρών.


46 –      Βλ. τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Hofmann, Kalanke, καθώς και Abdoulaye κ.λπ.


47 –      Βλ. το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, αυτής της οδηγίας.


48 –      Βλ., παραδείγματος χάριν, τα σημεία 58 και 59 των προτάσεών μου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Römer.


49 –      Προπαρατεθείσα απόφαση Griesmar (σκέψη 25 επ.), καθώς και απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C‑206/00, Mouflin (Συλλογή 2001, σ. I‑10201, σκέψη 23).


50 –      Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 28ης Σεπτεμβρίου 1994, C‑28/93, van den Akker (Συλλογή 1994, σ. I‑4527, σκέψεις 16 επ), της 21ης Ιουνίου 2007, C‑231/06 έως C‑233/06, Jonkman κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑5149, σκέψεις 39 επ), και της 22ας Ιουνίου 2011, C-399/09, Landtová (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 51), καθώς και την παρατιθέμενη σ’ αυτές τις αποφάσεις νομολογία.