<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><JUDGMENT xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-04.cj-20080212.xd"><BIB.JUDGMENT><REF.CASE FILE="ECRCJ1982ELA.0800288501.case.xml"><NO.CASE>106/81</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>61981J0106</NO.CELEX><NO.SEQ>0003.0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST>2887</PAGE.FIRST><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST>2925</PAGE.LAST><PAGE.TOTAL>39</PAGE.TOTAL><AUTHOR>CJ</AUTHOR></BIB.JUDGMENT><CURR.TITLE><LEFT>ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ <DATE ISO="19820915">15. 9. 1982</DATE> — ΥΠΟΘΕΣΗ 106/81</LEFT><RIGHT>KIND / EOK</RIGHT></CURR.TITLE><TITLE><TI><P><IE/></P></TI></TITLE><JUDGMENT.INIT><P>Στην υπόθεση 106/81,</P></JUDGMENT.INIT><PARTIES><PLAINTIFS><P>Julius Kind KG, επιχείρηση μεταφορών κρέατος, Mercatorstraße 12, 4048 Grevenbroich 1 (Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας), ἐκπροσωπούμενη ἀπό τους δικηγόρους Κολωνίας D. Ehle, U. Feldmann, W. Schiller καί E. Eyl, Mehlemer Straße 13, 5000 Κολωνία 51, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν δικηγόρο E. Arendt, 34 Β, rue Philippe-ΙΙ,</P><PARTY.STATUS>ενάγουσα,</PARTY.STATUS></PLAINTIFS><AGAINST>κατά</AGAINST><DEFENDANTS><P>ΕΥΡΩΠΠΑΪΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ, εκπροσωπούμενης ἀπό:</P><P>— τό Συμβούλιο τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διά τοῦ Bernard Schloh, συμβούλου τῆς νομικής του υπηρεσίας καί τοῦ Arthur Brautigam, υπαλλήλου διοικήσεως στην ὡς ἄνω υπηρεσία, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν Η. J. Pabbruwe, διευθυντή τῆς υπηρεσίας νομικών υποθέσεων τῆς Ευρωπαϊκής Τραπέζης 'Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer, Λουξεμβούργο,</P><P>καί</P><P>— την 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διά τοῦ Jörn Sack, μέλους τῆς νομικής ὑπηρεσίας της, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Ο. Montako, μέλος τῆς νομικής τῆς υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,</P><PARTY.STATUS>εναγομένης,</PARTY.STATUS></DEFENDANTS><P>υποστηριζόμενος ἀπό</P><INTERVENERS><P>τήν ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΕ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, εκπροσωπουμένης ἀπό τόν Gilbert Guillaume, διευθυντή τῆς νομικής υπηρεσίας τοῦ υπουργείου εξωτερικών, επικουρούμενο καί ἀναπληρούμενο ἀπό τόν Alexandre Carnelutti, γραμματέα τοῦ υπουργείου εξωτερικών, μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβοῦργο τήν γαλλική πρεσβεία,</P><P>παρεμβαίνουσα,</P></INTERVENERS></PARTIES><P>πού έχει ὡς ἀντικείμενο ἀγωγή ἀποζημιώσεως λόγω ἐξωσυμβατικῆς ευθύνης κατά τῆς Κοινότητος δυνάμει τῶν άρθρων 178 καί 215, παράγραφος 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ,</P><?PAGE NO="2888"?><PREAMBLE><PREAMBLE.INIT><P>ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ</P><P>συγκείμενο ἀπό τους J. Menens de Wilmars, πρόεδρο, G. Bosco, A. Touffait καί O. Due, προέδρους τμήματος, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, Α. O'Keeffe, Τ. Koopmans, U. Everling, Α. Χλωρό καί F. Grévisse, δικαστές,</P><P>γενικός εἰσαγγελεύς: F. Capotorti</P><P>γραμματεύς: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματεύς</P></PREAMBLE.INIT><PREAMBLE.FINAL><P>εκδίδει τήν ἀκόλουθη</P></PREAMBLE.FINAL></PREAMBLE><CONTENTS.JUDGMENT><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><P>ΑΠΟΦΑΣΗ</P></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Περιστατικά</P></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P>Ι —</NO.P><TXT>Πραγματικά περιστατικά καί διαδικασία</TXT></NP></TI></TITLE><P>Ή ενάγουσα, ἡ ὁποία εισάγει στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας νωπό πρόβειο κρέας ἀπό τό Ἡνωμένο Βασίλειο, προβάλλει ὅτι υπέστη ζημία, ἡ ὁποία προεκλήθη ἀπό τήν εφαρμογή τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς στόν τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος καί μάλιστα, ἰδίως, ἀπό τήν συνεπεία αὐτῆς προκληθεῖσα άνοδο των τιμῶν τοῦ πρόβειου κρέατος βρετανικῆς προελεύσεως.</P><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P>Α —</NO.P><TXT>Κατάσταση τῆς ἀγορᾶς πρόβειου κρέατος εντός τῆς Κοινότητος πρό της ενάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ κανονισμοῦ (ΚΟΚ) 1837/80 τοῦ Συμβουλίου, τῆς <DATE ISO="19800627">27ης 'Ιουνίου 1980</DATE>, περί κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ πρόβειου καί αἰγείου κρέατος (ΕΕ, εἰδ. ἔκδ., 03/029, σ. 150)</TXT></NP></TI></TITLE><P>Ἡ παραγωγή καί ἡ κατανάλωση πρόβειου κρέατος εντός τῆς Κοινότητος παρουσιάζει μεγάλες διαφορές.</P><NP><NO.P>1.</NO.P><TXT>Μέχρι τῆς πρώτης διευρύνσεως τῆς Κοινότητος τό 1973, κυριαρχούσε ἕνα κράτος μέλος (Γαλλία) ὡς (ελλειμματικός άλλωστε) μεγάλος παραγωγός καί καταναλωτής πρόβειου κρέατος (παραγωγή: <FT TYPE="NUMBER">122000</FT> τόννοι ετησίως — κατανάλωση: <FT TYPE="NUMBER">163000</FT> τόννοι ετησίως, κατά τό 1972 — πηγή: Στατιστική 'Υπηρεσία Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ΣΥΕΚ). Τό πρόβειο κρέας, τό όποιο στό ὡς άνω κράτος μέλος εθεωρείτο ὡς προϊόν ποιότητος, μάλιστα δέ πολυτελείας, διετίθετο σέ μία αγορά πού ἐπροστα-τεύετο ἀπό διατάξεις εσωτερικοί) δικαίου σέ συγκριτικά προσοδοφόρες τιμές.</TXT><P>Στά λοιπά κράτη μέλη, τό πρόβειο κρέας, σέ ἀντίθεση πρός τό βόειο καί χοίρειο κρέας, καθώς καί τά πουλερικά εθεωρείτο ὡς προϊόν δευτερεύουσης οικονομικής σημασίας καί μόλις ὑφίστατο μία κάποια ρύθμιση τῆς ἀγορᾶς. Ἐφ' ὅσον ἡ παραγωγή ήταν περιορισμένη (μεταξύ 200 καί <FT TYPE="NUMBER">13800</FT> τόννων ετησίως κατά τό 1972) καί ἡ κατανάλωση χαμηλή (μεταξύ <FT TYPE="NUMBER">3500</FT> καί <FT TYPE="NUMBER">17000</FT> τόννων ετησίως κατά τό 1972 — πηγή<?PAGE NO="2889"?> ΣΥΕΚ), τά ἀνωτέρω κράτη συνήθιζαν νά καταφεύγουν πρός κάλυψη τῶν ἀναγκών τους στις εξωτερικές ἀγορές (ή περίπτωση, ιδίως, τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου) καί νά εξάγουν τήν εντόπια παραγωγή (ή περίπτωση, Ιδίως, τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας καί τῶν χωρών τῆς Benelux) στην προσοδοφόρο γαλλική ἀγορά. Σέ αυτά τά κράτη μέλη, κατά συνέπεια, ἡ κατάσταση ἐχαρακτηρίζετο ἀπό συμφέρουσες τιμές καταναλωτοῦ (λόγω ιδίως τοῦ εφοδιασμοῦ ἀπό εξωτερικές ἀγορές) καί ἀπό σχετικῶς υψηλή ἀμοιβή τῆς εντοπίου παραγωγης (λόγω τοῦ ὅτι οἱ τιμές παραγωγοῦ ἐπηρεάζοντο ευρέως ἀπό τίς γαλλικές τιμές).</P></NP><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Μέ τήν ένταξη τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, τῆς 'Ιρλανδίας καί τῆς Δανίας τό 1973, μετεβλήθη ουσιωδῶς ἡ κατάσταση αύτη διά τῆς διευρύνσεως τῆς ἀγορας πρόβειου κρέατος κατά δύο κράτη μέλη, τά όποια εἶναι καί μεγάλοι παραγωγοί (Ἡνωμένο Βασίλειο: <FT TYPE="NUMBER">224500</FT> τόννοι ετησίως καί 'Ιρλανδία: <FT TYPE="NUMBER">45000</FT> τόννοι ετησίως κατά τό 1972 — πηγή ΣΥΕΚ) καί μεγάλοι καταναλωτές (Ἡνωμένο Βασίλειο: <FT TYPE="NUMBER">527700</FT> τόννοι ετησίως, 'Ιρλανδία: <FT TYPE="NUMBER">33200</FT> τόννοι ετησίως κατά τό 1972).</TXT><P>Οἱ συνήθειες τῶν καταναλωτών τῶν νέων κρατών μελών διέφεραν καθαρά ἀπό ἐκείνες τῶν καταναλωτών τῆς γαλλικής ἀγοράς. Ἐχαρακτηρίζοντο ἀπό υψηλότερη κατά κεφαλή κατανάλωση (7,6 καί 7,3 χιλιόγραμμα ετησίως κατά κάτοικο στό 'Ηνωμένο Βασίλειο καί τήν 'Ιρλανδία έναντι 4,3 χιλιόγράμμων στην Γαλλία) σέ σημαντικά χαμηλότερες τιμές. Συνεπώς, τό πρόβειο κρέας ήταν προϊόν συνήθους καταναλώσεως.</P><P>Ἐπί πλέον, ἡ ὀργάνωση τῶν ἀγορών ἐβασίζετο σέ ἀντιτιθέμενες επιλογές οικονομικής πολιτικής: ἐνῶ ἡ Γαλλία εφήρμοζε αυστηρό έλεγχο τῶν εισαγομένων ποσοτήτων γιά νά διατηρήσει ένα υψηλό επίπεδο εισοδήματος τῶν παραγωγών μέσω τῶν τιμών καταναλωτού, τίς όποιες οἱ καταναλωτές ήταν πρόθυμοι νά καταβάλουν λόγω τῆς ποιότητος ἡ οποία ἀπεδίδετο στό πρόβειο κρέας, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, πού ἄν καί εἶχε υψηλή παραγωγή παρουσίαζε έντονο έλλειμμα, εἶχε επιλέξει μία φιλελεύθερη πολιτική εισαγωγών (ἰδίως γιά τίς εισαγωγές ἀπό τήν Νέα Ζηλανδία) καί χαμηλές τιμές καταναλωτοῦ, οἱ όποιες συχνά καθορίζοντο ἀπό τό κράτος, κατά τρόπο ώστε τό εισόδημα τῶν παραγωγών ἐξησφαλίζετο μέ ένα σύστημα ενισχύσεων παραγωγής, συνδυασμένο μέ έναν φόρο ἐπί τῶν εισαγωγών (<QUOT.START ID="QS0001" REF.END="QE0001" CODE="00AB"/>deficiency payment<QUOT.END ID="QE0001" REF.START="QS0001" CODE="00BB"/>).</P><P>'Εν ὄψει τῶν διαφορετικών ὀργανώσεων τῆς ἀγορᾶς πρόβειου κρέατος στά τρία κυριώτερα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, τῶν ὁποίων τίς επιπτώσεις ἐπί τῆς ελευθέρας κυκλοφορίας τῶν εμπορευμάτων εντός τῆς Κοινότητος ἀπεδοκίμασε τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση του τῆς <DATE ISO="19790925">25ης Σεπτεμβρίου 1979</DATE> ἐπί τῆς ὑποθέσεως <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="232/78" YEAR="1979" PAGE.ECR="2729">232/78 ('Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Slg. 1979, σ. 2729)</REF.DOC.ECR>, καθίστατο, κατά συνέπεια, ἀναγκαία ή θέσπιση, ἐπί κοινοτικοῦ επιπέδου, κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στον τομέα τοῦ πρόβειου καί αἰγείου κρέατος.</P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P>Β —</NO.P><TXT>Τά κύρια στοιχεία τῆς ρυθμίσεως πού εἰσήχθη με τόν κανονισμό 1837/80</TXT></NP></TI></TITLE><P>Ἡ κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος ἐθεσπίσθη μέ τόν κανονισμό 1837/80, τῆς <DATE ISO="19800627">27ης 'Ιουνίου 1980</DATE> (ΕΕ, εἰδ. ἔκδ., 03/029, σ. 150). Αύτη ἡ ὀργάνωση ἀγορᾶς ἀποκλίνει σέ πολλά σημεία ἀπό τίς παραδοσιακές μορφές προγενεστέρων ὀργανώσεων ἀγορᾶς.</P><P>Κατά πρώτον, τό άρθρο 34 τοῦ κανονισμοί) 1837/80 προβλέπει ὅτι ἡ νεοσύστατη κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς δύναται ενδεχομένως νά τροποποιηθεί ἡ προσαρμοσθεί τήν <DATE ISO="19840401">1η 'Απριλίου 1984</DATE>.</P><?PAGE NO="2890"?><P>Κατά δεύτερον, ἡ προστασία τῆς κοινής ἀγορᾶς ἐπραγματοποίηση μέ την παραχώρηση εὐρέος πεδίου σέ συμφωνίες αυτοπεριορισμοί) πού συνάπτονται μεταξύ τῆς Κοινότητος καί τρίτων χωρών, ἀπό την πραγμάτωση τῶν ὁποίων τό άρθρο 35 τοῦ κανονισμού 1837/80 ἐξαρτά την ἐπί κοινοτικοῦ επιπέδου ἐφαρμογή τῆς κοινῆς ὀργανώσεως ἀγοράς.</P><P>Τέλος, ἡ κοινή ὀργάνωση ἀγοράς ὁρίζει μέν ενιαία τιμή βάσεως γιά ὁλόκληρο τό κοινοτικό ἔδαφος, ἡ ρύθμιση ὅμως τῶν τιμών ἀναγωγής καί παρεμβάσεως χαρακτηρίζεται ἀπό τόν διαχωρισμό τῆς κοινής ἀγοράς σέ έξι περιοχές<NOTE NOTE.ID="E0001"><P>1) 'Ιταλία' 2) Γαλλία' 3) Benelux, Δανία, 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας' 4) 'Ιρλανδία 5) 'Ηνωμένο Βασίλειο' 6) 'Ελλάς.</P></NOTE>, καθώς καί ἀπό πολυάριθμες δυνατότητες παραλλαγῶν κατά τήν εφαρμογή τῶν προβλεπομένων μέτρων, μέ τά όποια πρέπει νά επιτευχθεῖ εντός τεσσάρων ἐτών ἡ βαθμιαία προσαρμογή τῶν διαρθρώσεων παραγωγής καί τῶν τιμών ἀγορᾶς στά διάφορα κράτη μέλη.</P><P>Οἱ κύριοι μηχανισμοί τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στον τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος συνοψίζονται ὡς έξῆς:</P><NP><NO.P>1.</NO.P><TXT>Καθορίζεται ετησίως μία ενιαία τιμή βάσεως γιά ὁλόκληρη τήν Κοινότητα καθώς καί μία τιμή ἀναγωγής γιά κάθε μία ἀπό τίς ἕξι περιοχές τῆς Κοινότητος. Οἱ κατά περιοχές τιμές ἁναγωγής καθορίζονται γιά τά επόμενα έτη κατά τρόπο ώστε <QUOT.START ID="QS0002" REF.END="QE0002" CODE="00AB"/>νά καθιερωθεί μία ἑνιαία κοινοτική τιμή ἀναγωγής διά τῆς συγκλίσεως τῶν εθνικών τιμών ἀναγωγής κατά ἴσα ετήσια διαστήματα κατά τή διάρκεια περιόδου τεσσάρων ετών<QUOT.END ID="QE0002" REF.START="QS0002" CODE="00BB"/> (άρθρο 3 παράγραφος 4 στοιχείο β). Μετά τήν παρέλευση τῆς περιόδου αυτής πρέπει συνεπώς νά ὑφίσταται ενιαία κοινοτική τιμή ἀναγωγής, ή ὁποία θά συνιστά ἑνιαίο ἀνώτατο ὅριο γιά τήν στήριξη τοῦ εισοδήματος τῶν παραγωγών. (Μία πρώτη προσέγγιση ἐπραγματοποιήθη έκτοτε μέ τόν κανονισμό (ΕΟΚ) 900/81 τοῦ Συμβουλίου, τῆς 1ης 'Απριλίου 1981, περί καθορισμού τῆς τιμής βάσεως, τῶν τιμών παρεμβάσεως καί τῶν τιμών αναγωγής στον τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος γιά τήν περίοδο εμπορίας 1981/1982, ΕΕ L 90, σ. 28).</TXT><P>Ἡ ἑνιαία τιμή βάσεως καθορίσθη σέ 345 ECU ἀνά 100 χιλιόγραμμα (άρθρο 31 τοῦ κανονισμού 1837/80). Οἱ κατά περιοχές τιμές αναγωγής ἐκυμαίνοντο μεταξύ 293 ECU ἀνά 100 χιλιόγραμμα γιά τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, 345 ECU ἀνά 100 χιλιόγραμμα γιά τήν Γαλλία καί 375 ECU ἀνά 100 χιλιόγραμμα γιά τήν 'Ιταλία. Ό υπολογισμός τους ἐγένετο βάσει τῶν ισχυουσών τιμών στην ἀγορά πρό τῆς θέσεως σέ εφαρμογή τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς (έτος ἀναφορᾶς: 1979).</P></NP><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Κατ' εφαρμογή τῶν άρθρων 39 καί 43 παράγραφος 3 στοιχείο α τῆς συνθήκης ΕΟΚ, καθιερώνεται σύστημα ενισχύσεων παράγωγου ὑπό τήν μορφή πριμοδοτήσεως ἀνά προβατίνα (άρθρο 5 τοῦ κανονισμοῦ). Ή ἐν λόγω πριμοδότηση ἀποτελεί τήν διαφορά μεταξύ τῆς κατά περιοχή τιμής ἀναγωγής καί τῆς τιμής ἀγορᾶς πού διαπιστώνεται στην περιοχή παραγωγής. 'Αν καί αὐτή ἡ ρύθμιση ισχύει γιά ὅλες τίς περιοχές, μόνον τό 'Ηνωμένο Βασίλειο καί ή 'Ιρλανδία ὠφελήθησαν ἀπό αυτήν κατά τήν περίοδο εμπορίας 1980/81. Στίς άλλες περιοχές, ἡ εὐνοϊκή εξέλιξη τῶν τιμών εμπόδισε τήν εφαρμογή της.</TXT></NP><NP><NO.P>3.</NO.P><TXT>Διάφορα μέτρα παρεμβάσεως, ὁπως ή χορήγηση ενισχύσεων στην ιδιωτική ἀποθεματοποίηση καί ἡ ἀγορά ὁλοκλήρων σφαγίων ἀπό τους εθνικούς ὀργανισμούς παρεμβάσεως, προβλέπονται στό άρθρο 6 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ. Προϋπόθεση τῆς εφαρμογής τους εἶναι ὅτι οἱ τιμές τῆς ἀγορᾶς μεταξύ 15ης 'Ιουλίου καί 15ης Δεκεμβρίου τοῦ σχετικοί) έτους εἶναι κατώτερες<?PAGE NO="2891"?> τῆς τιμῆς παρεμβάσεως, ἡ ὁποία ἀντιστοιχεί στό 85 % τῆς κατά εποχή διαφορετικῶς καθοριζομένης ἑνιαίας τιμῆς βάσεως, ἤτοι 293,2 ECU (άρθρο 31 τοῦ κανονισμοί)), καί ὅτι τό ζητεί τό κράτος μέλος μετά την διαπίστωση τῆς εξελίξεως των τιμῶν τοῦ πρόβειου κρέατος στό ἔδαφος του (άρθρα 7 καί 8 τοῦ κανονισμοῦ).</TXT></NP><NP><NO.P>4.</NO.P><TXT>Κατά τό άρθρο 9 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ, τό ενδιαφερόμενο κράτος δύναται, στίς περιοχές, στίς όποιες δέν ἐπραγματοποιήθησαν αγορές ἀπό τους ὀργανισμούς παρεμβάσεως, νά χορηγήσει μεταβλητή πριμοδότηση σφαγής, ὅταν οἱ τιμές πού διαπιστώνονται στην ἀντιπροσωπευτική ἀγορά τοῦ κράτους αὐτοῦ είναι κατώτερες ἑνός <QUOT.START ID="QS0003" REF.END="QE0003" CODE="00AB"/>κατευθυντηρίου επιπέδου<QUOT.END ID="QE0003" REF.START="QS0003" CODE="00BB"/> πού ἀντιστοιχεί σέ 85 ο/ο τῆς τιμής βάσεως. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 31 ψηφίο 1 τοῦ κανονισμού 1837/80, ἡ τιμή βάσεως γιά τήν περίοδο εμπορίας 1980/81 καθορίσθη σέ 345 ECU ἀνά χιλιόγραμμο. Συνεπώς, τό <QUOT.START ID="QS0004" REF.END="QE0004" CODE="00AB"/>κατευθυντήριο επίπεδο<QUOT.END ID="QE0004" REF.START="QS0004" CODE="00BB"/> ἀντιστοιχεί, κατ' ἀρχήν, σέ 293,2 ECU. Πάντως, ἐφ' ὅσον ἡ τιμή βάσεως, κατά τό άρθρο 32 τοῦ κανονισμού αὐτοῦ, διαφέρει κατά εποχή, τό κατευθυντήριο επίπεδο υπόκειται σέ ἀντίστοιχες διακυμάνσεις.</TXT><P>Τό ποσό τῆς πριμοδοτήσεως ισούται μέ τήν διαφορά μεταξύ τοῦ κατευθυντηρίου επιπέδου καί τῆς τιμής ἀγοράς πού διαπιστώνεται στό ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.</P><P>Κατά τήν περίοδο εμπορίας 1980/81, τό 'Ηνωμένο Βασίλειο ἔκανε χρήση αὐτής τῆς διατάξεως. 'Επειδή ἡ κατά περιοχή τιμή ἀναγωγής γιά τό 1980 εἶχε καθορισθεί σέ 293 ECU βάσει τῶν τιμών τῆς ἀγορᾶς τοῦ 1979 (ὡς ἔτους ἀναφορᾶς), ήτοι περίπου στό ὕψος τοῦ καθορισθέντος γιά τήν Κοινότητα <QUOT.START ID="QS0005" REF.END="QE0005" CODE="00AB"/>κατευθυντηρίου επιπέδου<QUOT.END ID="QE0005" REF.START="QS0005" CODE="00BB"/> (293,2 ECU), μέ τήν επιφύλαξη τῶν εποχιακών του διακυμάνσεων, ἡ ελαχίστη διαφορά τοῦ επιπέδου τῶν τιμών πρόβειου κρέατος στό 'Ηνωμένο Βασίλειο καθιστοῦσε ήδη δυνατή τήν εφαρμογή τῆς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής. 'Η μεγάλη ἀνατίμηση τῆς αγγλικής λίρας έναντι τῆς ECU (+ 30 ο/ο κατά τό 1980/81), διά τῶν επιπτώσεων τῆς ἐπί τῶν συνθηκών τῆς ἀγορᾶς ἀπό κοινού μέ άλλους παράγοντες, κατέστησε ἀναγκαία τήν χορήγηση τῆς πριμοδοτήσεως αὐτής, ώστε νά εξασφαλισθεῖ γιά τους βρετανούς παραγωγούς ένα εισόδημα ύψους 293 ECU ἀνά 100 χιλιόγραμμα, ἀντίστοιχο τῆς τιμής ἀναγωγής πού εἶχε καθορίσει γιά τήν περιοχή τό Συμβούλιο.</P><P>Γιά νά ἀποφευχθεί σέ περίπτωση εξαγωγής τοῦ πρόβειου κρέατος έκτος τῆς περιοχής, στην ὁποία κατεβλήθη ἡ μεταβλητή πριμοδότηση σφαγής, τό ενδεχόμενο νά λειτουργήσει ἡ πριμοδότηση αυτή ὡς επιδότηση τῶν εξαγωγών, τό άρθρο 9 παράγραφος 3 προβλέπει ὅτι, κατά τήν έξοδο ἀπό τό έδαφος τοῦ ενδιαφερομένου κράτους μέλους, εισπράττεται ποσό ισοδύναμο πρός ἐκεῖνο τῆς ήδη καταβληθείσης πριμοδοτήσεως. Τό ποσό αυτό χαρακτηρίζεται γενικώς μέ τόν ἀγγλικό ὅρο <QUOT.START ID="QS0006" REF.END="QE0006" CODE="00AB"/>claw-back <QUOT.END ID="QE0006" REF.START="QS0006" CODE="00BB"/>.</P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P>Γ —</NO.P><TXT>Ἡ οικονομική κατάοταοη τῆς ἐναγούσης</TXT></NP></TI></TITLE><P>'Η ενάγουσα εἶναι μία γερμανική επιχείρηση, ειδικευμένη ἀπό τοῦ 1893 στό εμπόριο νωποῦ κρέατος. Ἀπό τῶν μέσων τοῦ 1965, ἐδημιούργησε συστηματικῶς ἀγορά διαθέσεως νωποῦ πρόβειου κρέατος, προερχομένου ἀπό τήν 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας καί τό Ἡνωμένο Βασίλειο. Μέχρι τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, ή δραστηριότης τῆς συνίστατο κυρίως στον ἐφοδιασμό τῶν ἀγορών τῆς ηπειρωτικής Ευρώπης μέ ἐσφαγμένους ἀμνούς Βρετανίας, τους ὁποίους ἀγόραζε σέ τιμές χαρακτηριζόμενες ἀπό αυτή ὡς <QUOT.START ID="QS0007" REF.END="QE0007" CODE="00AB"/>συμφέρουσες<QUOT.END ID="QE0007" REF.START="QS0007" CODE="00BB"/> έναντι τῶν συνήθων στά ηπειρωτικά κράτη μέλη τῆς Κοινότητος μέσων τιμών.</P><P>Λαμβανομένων ὑπ' όψη τῶν συνηθειών τῶν γερμανών καταναλωτών καί τῆς περιωρισμένης<?PAGE NO="2892"?> τιμής, την ὁποία ο γερμανός καταναλωτής εἶναι διατεθειμένος νά καταβάλλει γιά τό πρόβειο κρέας, ἡ θέση στην ἀγορά τῆς ἐναγούσης στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας εξαρτᾶται, κατά τους ισχυρισμούς της, ἀπό την δυνατότητα νά εφοδιάζεται μέ κρέας καλῆς ποιότητος σέ σχετικῶς χαμηλή τιμή τήν δυνατότητα αύτη ὅμως προσέφερε μόνον ἡ βρετανική ἀγορά, στην ὁποία ὁ δείκτης τιμών μέχρι τό 1980 ήταν σημαντικῶς κατώτερος ἐκείνων πού 'ίσχυαν στά άλλα Κράτη μέλη.</P><P>Μετά τήν έναρξη τῆς ἰσχύος τοῦ κανονισμού 1837/80, ἡ ενάγουσα διεπίστωσε σημαντική άνοδο τῶν τιμῶν ἀγοράς τοῦ πρός εξαγωγή βρετανικού κρέατος.</P><P>Ή εξέλιξη αύτη παρουσιάζεται ὡς έξῆς ἀπό τήν ενάγουσα:</P><TBL NO.SEQ="001" COLS="3"><CORPUS><ROW TYPE="HEADER"><CELL COL="1" TYPE="HEADER">'Ημερομηνία</CELL><CELL COL="2" TYPE="HEADER">Τιμή ἀγοράς</CELL><CELL COL="3" TYPE="HEADER">Τιμή πωλήσεως</CELL></ROW><ROW><CELL COL="1">Ἕνα έτος πρό τῆς εφαρμογῆς τῆς κοινῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς: <DATE ISO="19791019">19. 10. 1979</DATE></CELL><CELL COL="2">115 πέννες ἀνά χιλιόγραμμο</CELL><CELL COL="3">DM 6,39 ἀνά χιλιόγραμμο</CELL></ROW><ROW><CELL COL="1">Ἕνα μήνα πρό τῆς εφαρμογῆς τῆς κοινῆς ὀργανώσεως ἀγοράς: <DATE ISO="19800919">19. 9. 1980</DATE></CELL><CELL COL="2">130 πέννες ἀνά χιλιόγραμμο</CELL><CELL COL="3">DM 6,64 ἀνά χιλιόγραμμο</CELL></ROW><ROW><CELL COL="1">Τρεις μῆνες μετά τήν εφαρμογή τῆς κοινῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς: <DATE ISO="19810120">20. 1. 1981</DATE></CELL><CELL COL="2">188 πέννες ἀνά χιλιόγραμμο</CELL><CELL COL="3">DM 10,04 ἀνά χιλιόγραμμο</CELL></ROW><ROW><CELL COL="1">Πέντε μῆνες μετά τήν εφαρμογή τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς: <DATE ISO="19810320">20. 3. 1981</DATE></CELL><CELL COL="2">196 πέννες ἀνά χιλιόγραμμο</CELL><CELL COL="3">DM 10,64 ἀνά χιλιόγραμμο</CELL></ROW></CORPUS></TBL><P>Αὐτό ὁδήγησε σέ σημαντική μείωση τοῦ κύκλου εργασιών τῆς ἐναγούσης, δεδομένου ὅτι ἡ πελατεία τῆς δέν ήταν διατεθειμένη νά συνεχίσει τίς ἀγορές τῆς ἐν ὄψει αυτής τῆς εξελίξεως τῶν τιμών. Ἐφ᾽ ὅσον ή ενάγουσα δέν ἠδύνατο νά εξεύρει άλλες, παρόμοιες ἐξ ἀπόψεως ποιότητος καί τιμῆς, πηγές εφοδιασμού, — ἰδίως στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, ὅπου ἡ εντόπια παραγωγή εἶναι πολύ περιορισμένη —, ήταν υποχρεωμένη νά μειώσει τόν χρόνο εργασίας τοῦ προσωπικού της.</P><P>'Η ενάγουσα ἀποδίδει τήν ὡς άνω εξέλιξη τῶν ἐμπορικών τῆς δραστηριοτήτων στην εφαρμογή τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος, καί ἰδίως μάλιστα στην επίπτωση ἐπί τῶν τιμών ἀγοράς τῶν βρετανικών σφαγίων τοῦ ποσού (claw-back) πού εισπράττεται κατά τήν εξαγωγή ἐκ τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου δυνάμει τοῦ ἄρθρου 9 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, μέ τό ὁποίο επιζητείται ἡ ἀντιστάθμιση τῶν επιπτώσεων τῆς μεταβλητῆς πριμοδοτήσεως σφαγής.</P><P>Μέ επιστολή τῆς <DATE ISO="19810205">5ης Φεβρουαρίου 1981</DATE>, ή ενάγουσα ἀπηυθύνθη λόγω τῶν δυσχερειών της στην Ἐπιτροπή καί τῆς ἐζήτησε νά προτείνει ἀμελλητί στό Συμβούλιο υπουργών τήν κατάργηση ἡ τουλάχιστον τήν τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80. Ὡς μεταβατικό μέτρο, ἐζήτησε ἀπό τήν Ἐπιτροπή νά ἀναστείλει τήν είσπραξη τοῦ ἐν λόγω ποσοῦ κατ᾽ εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80.</P><P>Μέ επιστολή τῆς <DATE ISO="19810303">3ης Μαρτίου 1981</DATE>, ἡ 'Επιτροπή έδειξε <QUOT.START ID="QS0008" REF.END="QE0008" CODE="00AB"/>κάποια κατανόηση<QUOT.END ID="QE0008" REF.START="QS0008" CODE="00BB"/> γιά τήν κατάσταση τῆς ἐναγούσης, δέν ἐθεώρησε ὅμως δυνατή τήν ικανοποίηση τοῦ αιτήματος της.</P><P>Μέ δικόγραφο πού περιήλθε στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς <DATE ISO="19810504">4 Μαΐου 1981</DATE>, ή ενάγουσα ήγειρε ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου, κατά τά άρθρα 178 καί 215 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἀγωγή κατά τῆς Κοινότητος περί ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας, τήν ὁποία ἰσχυρίζετο ὅτι υπέστη.</P><?PAGE NO="2893"?><P>Στά υπομνήματα ἀντικρούσεως πού περιῆλθαν στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου ἀντιστοίχως στίς <DATE ISO="19810721">21</DATE> καί <DATE ISO="19810722">22 'Ιουλίου 1981</DATE>, ἡ Επιτροπή καί τό Συμβούλιο των Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων υποστηρίζουν ὅτι ἡ ἀγωγή εἶναι ἀβάσιμη.</P><P>Ή ενάγουσα κατέθεσε υπόμνημα ἀπαντήσεως στίς <DATE ISO="19810928">28 Σεπτεμβρίου 1981</DATE>, μέ τό όποιο εμμένει στά αἰτήματά της.</P><P>Τά υπομνήματα ἀνταπαντήσεως τῆς Ἐπιτροπής καί τοῦ Συμβουλίου περιήλθαν στό Δικαστήριο στίς 30 'Οκτωβρίου καί <DATE ISO="19811124">24 Νοεμβρίου 1981</DATE>, ἀντιστοίχως.</P><P>Μέ δικόγραφο πού περιήλθε στήν γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς <DATE ISO="19810825">25 Αυγούστου 1981</DATE>, ἡ κυβέρνηση τῆς Γαλλικής Δημοκρατίας ἐζήτησε, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Πρωτοκόλλου περί τοῦ 'Οργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου, νά τῆς επιτραπεί νά παρέμβει υπέρ τῆς εναγομένης. Μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικού εἰσαγγελέως, τό Δικαστήριο μέ διάταξη τῆς <DATE ISO="19810916">16ης Σεπτεμβρίου 1981</DATE> ἐπέτρεψε τήν πρόσθετη παρέμβαση.</P><P>Ή κυβέρνηση τῆς Γαλλικής Δημοκρατίας κατέθεσε δικόγραφο προσθέτου παρεμβάσεως στίς <DATE ISO="19811203">3 Δεκεμβρίου 1981</DATE>.</P><P>Κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστοῦ καί μετ' ἀκρόαση τοῦ γενικοῦ εἰσαγγελέως, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε τήν έναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων.</P></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P>II —</NO.P><TXT>Αἰτήματα τῶν διαδίκων</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>1</NO.P><TXT>Ή ενάγουσα, επιχείρηση Julius Kind KG ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>νά καταδικάσει τήν εναγομένη νά κατα-βάλει στην ενάγουσα <FT TYPE="NUMBER">375000</FT> γερμανικά μάρκα εντόκως πρός 10 % ἀπό τῆς ἐγέρ-σεως τῆς ἀγωγής·</P></ITEM><ITEM><P>νά αναγνωρίσει ὅτι ἡ εναγομένη είναι υποχρεωμένη νά ἀποκαταστήσει κάθε περαιτέρω ζημία πού ἡ ενάγουσα συνεχίζει νά υφίσταται ἐκ τοῦ ὅτι βάσει τῆς ἐξουσιοδοτήσεως πού περιλαμβάνεται στό άρθρο 9 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμού (ΕΟΚ) 1837/80 τοῦ Συμβουλίου, σέ συνδυασμό μέ τό άρθρο 4 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 2661/80<NOTE NOTE.ID="E0020"><P>τῆς 'Επιτροπῆς, τῆς <DATE ISO="19801017">17ης 'Οκτωβρίου 1980</DATE> (ΕΕ, ειδ. ἔκδ., 03/031, σ. 83).</P></NOTE>, εισπράττεται επιβάρυνση στό ενδοκοινοτικό εμπόριο μεταξύ 'Αγγλίας καί Γερμανίας στόν τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος, ἡ δέ Ἐπιτροπή παρέλειψε παρανόμως νά ἀναστείλει, κατ' εφαρμογή τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 1837/80, τήν είσπραξη τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, τουλάχιστον κατά τόν χρόνο καί κατά τό μέτρο πού κανένα μέτρο παρεμβάσεως δέν εφαρμόζεται στίς άλλες περιοχές τῆς Κοινής 'Αγοράς:</P></ITEM><ITEM><P>νά καταδικάσει τήν εναγομένη στά δικαστικά έξοδα.</P></ITEM></LIST></P></NP><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Τό εναγόμενο Συμβούλιο τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>νά ἀπορρίψει τήν ἀγωγή</P></ITEM><ITEM><P>νά καταδικάσει τήν ενάγουσα στά δικαστικά έξοδα.</P></ITEM></LIST></P></NP><NP><NO.P>3.</NO.P><TXT>Ή εναγομένη 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>νά ἀπορρίψει τήν ἀγωγή</P></ITEM><ITEM><P>νά καταδικάσει τήν ενάγουσα στά δικαστικά έξοδα</P></ITEM><ITEM><P>προληπτικῶς, στην περίπτωση, κατά τήν ὁποία τό Δικαστήριο θά ἐκήρυττε παρεμπιπτόντως ολικώς ἡ μερικώς άκυρο τό άρθρο 9 τοῦ κανονισμού 1837/80 τοῦ Συμβουλίου, νά ἀναγνωρίσει συγχρόνως κατά τό άρθρο 174 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ὅτι ἐκ τούτου δέν θίγονται ὅσες πληρωμές μεταβλητής πριμοδοτήσεως ἐπραγματο-ποιήθησαν πρό τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως ούτε ἡ είσπραξη, κατά τήν εξαγωγή ἀπό τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, επιβαρύνσεων ἀντιστοίχων πρός τήν μεταβλητή πριμοδότηση.</P></ITEM><?PAGE NO="2894"?><ITEM><P>Ἐπί πλέον, λόγω τῆς μεγάλης σημασίας της παρούσης υποθέσεως, νά ἀποφασίσει ἐν ὁλομέλεια.</P></ITEM></LIST></P></NP><NP><NO.P>4.</NO.P><TXT>Ή παρεμβαίνουσα κυβέρνηση τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>νἀ ἀπορρίψει την προσφυγή</P></ITEM><ITEM><P>νά καταδικάσει την ενάγουσα στά δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων καί των εξόδων τῆς παρεμβαινούσης.</P></ITEM></LIST></P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P>ΙΙΙ —</NO.P><TXT>'Ισχυρισμοί καί επιχειρήματα των διαδίκων</TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="4"><NO.GR.SEQ>Α —</NO.GR.SEQ><P>Ή <HT TYPE="ITALIC">επιχείρηοη Julius Kind KG</HT> ἐκθέτει τήν πρόσφατη εξέλιξη τῆς οικονομικῆς καταστάσεως καί προβαίνει σέ σύντομη περιγραφή τοῦ μηχανισμοῦ παρεμβάσεως πού εισήχθη διά τοῦ κανονισμοῦ 1837/80.</P><P>Θεωρεί τήν είσπραξη τοῦ ποσοῦ πού προβλέπεται στό άρθρο 9 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 (εφεξής: claw-back) ὡς τήν κυρία αἰτία τῆς επιδεινώσεως τῆς οικονομικής τῆς καταστάσεως. Οἰ βλαπτικές επιπτώσεις τοῦ claw-back ἐπί τοῦ ενδοκοινοτικοῦ εμπορίου ἐπετάθησαν ἀπό δύο συμβάντα, ήτοι:</P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>ἀπό τήν ἀνατίμηση τῆς λίρας στερλίνας έναντι τῆς ECU</P></ITEM><ITEM><P>ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ 'Επιτροπή, βάσει τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 (διά τῆς θεσπίσεως τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 3191/80 τῆς <DATE ISO="19801209">9ης Δεκεμβρίου 1980</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="332" DATE.PUB="1980" PAGE.FIRST="14">ABl. L 332, σ. 14</REF.DOC.OJ>), τοῦ ὁποίου ἡ ἰσχύς παρετάθη διά τοῦ κανονισμοῦ (ΕΟΚ) 932/81 τῆς <DATE ISO="19810406">6ης 'Απριλίου 1981</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="095" DATE.PUB="1981" PAGE.FIRST="14">ΕΕ L 95, σ. 14</REF.DOC.OJ>), ἀνέστειλε τήν είσπραξη τοῦ clawback στό εμπόριο μέ τρίτες χῶρες. Ή ἀναστολή αύτη κατέστησε σημαντικῶς συμφερότερο τόν ἀπ' ευθείας ἐφοδιασμό στό Ἡνωμένο Βασίλειο γιά τά τρίτα κράτη παρ' ὅ,τι γιά τά κράτη μέλη, πράγμα πού ὁδήγησε σέ μετατοπίσεις τῶν εμπορικών ρευμάτων καί, ὅσον άφορᾶ τήν ενάγουσα, σέ ἀπώλεια μέρους τῆς πελατείας της, ιδίως ἀπό τήν 'Ελβετία, πού ήταν συνηθισμένη νά προμηθεύεται βρετανικό κρέας ἀπό αυτή καί ὅχι ἀπ' ευθείας ἀπό τήν βρετανική ἀγορά.</P></ITEM></LIST><P>Ή ενάγουσα εἶναι συνεπώς τῆς γνώμης ὅτι ή χρησιμοποίηση τῶν μηχανισμών παρεμβάσεως στόν τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος ἐκ μέρους τῆς Κοινότητος συνεπάγεται διακρίσεις, ὁδηγεί σέ μετατοπίσεις τῶν εμπορικῶν ρευμάτων καί σέ στρεβλώσεις τοῦ ἀνταγωνισμοῦ καί ἀντιβαίνει πρός τήν ἀρχή τῆς κοινοτικής προτιμήσεως. Μέ επιστολή τῆς <DATE ISO="19810205">5ης Φεβρουαρίου 1981</DATE> πρός τήν 'Επιτροπή, ἡ ενάγουσα επεδίωξε τήν μεταβολή αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Ἐφ' ὅσον ή προσπάθειά τῆς δέν ευδοκίμησε ἡ ενάγουσα θεωρεί ὅτι δικαιούται νά ζητήσει δικαστική προστασία.</P><NP><NO.P>1.</NO.P><TXT>Ή ενάγουσα υποστηρίζει κατ' αρχάς ὅτι ἡ στό άρθρο 215 παράγραφος 2 βασιζόμενη ἀγωγή εἶναι παραδεκτή. Προβάλλει ὅτι λόγω τῆς παρανόμου συμπεριφοράς τοῦ Συμβουλίου καί τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων υφίσταται ἡ θά υποστεί άμεση καί δυναμένη νά προβλεφθεί σημαντική ζημία. Πρός βεβαίωση ὅμως της παρανομίας τῆς συμπεριφοράς αὐτῆς δέν διαθέτει κανένα άλλο ένδικο μέσο έκτός ἀπό τήν ἀγωγή λόγω ἐξωσυμβατικῆς ευθύνης. Πράγματι, δέν συγκεντρώνει τίς προϋποθέσεις τοῦ παραδεκτοῦ τῆς προσφυγής ἀκυρώσεως, δέν δύναται νά ἀσκήσει προσφυγή λόγω παραλείψεως καί τέλος, ἐφ' ὅσον δέν εἶναι ἡ ἴδια ὀφειλέτης τοῦ claw-back, πού καταβάλλει ὁ βρετανός εξαγωγεύς, δέν δύναται νά κινήσει δικαστικό ἀγώνα, μέ τήν δυνατότητα υποβολῆς προδικαστικοῦ ερωτήματος στό Δικαστήριο περί τοῦ κύρους τῆς ρυθμίσεως, ή<?PAGE NO="2895"?> ὁποία την θίγει. 'Επί πλέον, ἡ προσφυγή στό τελευταίο αυτό ένδικο μέσο, προκειμένου νά φθάσει κανείς στό Δικαστήριο, ἔχει τεχνητό χαρακτήρα καί δέν θά επέτρεπε στό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί ἐπί τῆς προκυψάσης ζημίας. Ή ενάγουσα θεωρεί την κατά τό άρθρο 215 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀγωγή ἀποζημιώσεως ὡς τό <QUOT.START ID="QS0009" REF.END="QE0009" CODE="00AB"/>ὀρθολογικότερο ἔνδικο μέσο<QUOT.END ID="QE0009" REF.START="QS0009" CODE="00BB"/>, διότι καθιστᾶ δυνατή την ἀπόφαση συγχρόνως ἐπί δύο ζητημάτων, δηλαδή τοῦ κύρους τῆς κοινοτικής ρυθμίσεως καί τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς προκυψάσης ζημίας.</TXT><P>Τέλος, ἡ ενάγουσα ὑποστηρίζει ὅτι, κατά τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ὅπως συνάγεται Ιδίως ἀπό τίς ἀποφάσεις τῆς <DATE ISO="19770302">2ας Μαρτίου 1977</DATE> ἐπί τῆς υποθέσεως 44/76 (Milch-, Fett- und Eier-Kontor GmbH κατά Συμβουλίου καί Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, Slg 1977, σ. 393) καί τῆς <DATE ISO="19760602">2ας 'Ιουνίου 1976</DATE> ἐπί τῶν συνεκδικα-σθεισῶν υποθέσεων 56 έως <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="56/74-60/74" YEAR="1976" PAGE.ECR="711">60/74 (Κ. Kampffmeyer Mühlenvereinigung KG καί λοιποί κατά Ἐπιτροπῆς καί Συμβουλίου τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, Slg. 1976, σ. 711)</REF.DOC.ECR>, τό άρθρο 215 παράγραφος 2 παρέχει τήν δυνατότητα στό Δικαστήριο νά διαπιστώσει ὄχι μόνον τήν επελθούσα, άλλά επίσης καί τήν μέλλουσα ζημία, ἐάν ἐξακολουθεί ἡ παράνομη συμπεριφορά τῶν ὀργάνων.</P></NP><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Ὅσον άφορᾶ τό βάσιμο τῆς ἀγωγής της, ἡ ενάγουσα υποστηρίζει ὅτι ἡ ἀγωγή πληροῖ τίς πέντε προϋποθέσεις πού τίθενται ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου γιά τήν ἀναγνώριση ἀξιώσεως ἀποζημιώσεως.</TXT><P><LIST TYPE="alpha"><ITEM><NP><NO.P>α)</NO.P><TXT>Ή ύπαρξη ζημίας εἶναι ἀναμφισβήτητη. Εἶναι ἀφ' ενός ἀναντίρρητο ὅτι ἡ επελθούσα ζημία υπερβαίνει κατά πολύ τά ὅρια των οικονομικών κινδύνων πού κανονικώς υφίστανται στό εμπόριο νωποῦ πρόβειου κρέατος στην 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, Ἀφ' έτερου, ἡ θέσπιση τῆς ἐν λόγω κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς εἶχε ἐν προκειμένω ἀκριβώς τό ἀντίθετο ἀποτέλεσμα ἀπό εκείνο πού θά έπρεπε νά ἀναμένει ένας επιχειρηματίας, δηλαδή ἀντί μεγαλυτέρας ελευθερίας στην κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων, τήν δημιουργία εμποδίων στα ενδοκοινοτικά σύνορα, καί γενικώς τήν χειροτέρευση τῶν συνθηκών ασκήσεως τοῦ εμπορίου πρόβειου κρέατος.</TXT><P>Ή ενάγουσα υποστηρίζει ὅτι κατά τήν δημιουργία τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς πρόβειου κρέατος, ἡ Κοινότης <QUOT.START ID="QS0010" REF.END="QE0010" CODE="00AB"/>έλαβε ἀποκλειστικώς ὑπ' ὄψη τά συμφέροντα τῶν βρετανών καταναλωτών καί παραγωγών<QUOT.END ID="QE0010" REF.START="QS0010" CODE="00BB"/> σέ βάρος τῶν άλλων πολιτών τῆς Κοινότητος.</P><P>'Απόδειξη τοῦ ἀνωτέρω ισχυρισμοῦ ἀποτελεί ὁ καθορισμός τῶν κοινοτικών τιμών, κατά τόν όποιο, ἀντιθέτως πρός τά κριτήρια τοῦ ἄρθρου 3 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) 1837/80, ελήφθησαν ἀποκλειστικώς ὡς σημείο ἀναφορᾶς, ὅσον άφορᾶ τήν τιμή βάσεως, οἱ τιμές τῆς γαλλικής ἀγορᾶς, ὅσον άφορᾶ δέ τήν τιμή ἀναγωγής γιά τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, οἱ τιμές πού 'ίσχυαν γιά τήν ἀγορά αύτη πρό τῆς περιόδου ἐμπορίας 1980 καθορίσθησαν σκοπίμως πολύ υψηλά. Κατά τό άρθρο 31 τοῦ κανονισμού, ἡ τιμή ἀναγωγής γιά τό 'Ηνωμένο Βασίλειο καθορίσθη σέ 293 ECU, δηλαδή 52 ECU χαμηλότερα ἀπό τήν γαλλική τιμή εντούτοις, ἡ πραγματική τιμή τῆς βρετανικής ἀγορᾶς ήταν σημαντικά κατώτερη ἀπό τήν ὡς άνω. 'Η ἀπόδειξη γιά τήν τάση αὐτή τῆς ἀγορᾶς στό 'Ηνωμένο Βασίλειο προκύπτει ἀπό τόν καθορισμό τῆς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής, καί συνεπώς τοῦ claw-back, ἀπό τήν 'Επιτροπή σέ 115,027 ECU ἀνά 100 χιλιόγραμμα (κανονισμός 3108/80)<NOTE NOTE.ID="E0002"><P>τῆς 'Επιτροπῆς, τῆς <DATE ISO="19801128">28ης Νοεμβρίου 1980</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="324" DATE.PUB="1980" PAGE.FIRST="68">ABl. L 324, σ. 68</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE>, τό όποιο ἀντιστοιχεί<?PAGE NO="2896"?> σέ πραγματική τιμή ἀγορᾶς περίπου 178 ECU ἀνά 100 χιλιόγραμμα.</P><P>Στά πλαίσια αὐτά, δέν εἶναι δυνατό νά γίνει ἀναφορά στίς επιπτώσεις τοῦ <QUOT.START ID="QS0011" REF.END="QE0011" CODE="00AB"/>deficiency payment<QUOT.END ID="QE0011" REF.START="QS0011" CODE="00BB"/> γιά νά δικαιολογηθοῦν οἱ ἐκ φύσεως κατώτερες τιμές τοῦ βρετανικοί) κρέατος κατά τίς περιόδους εμπορίας πρό τῆς ἐνάρξεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμού 1837/80. Ή ἐνάγουσα ἀναφέρεται σέ πίνακα πού ἐδημοσίευσε ἡ <QUOT.START ID="QS0012" REF.END="QE0012" CODE="00AB"/>Meat and Livestock Commission<QUOT.END ID="QE0012" REF.START="QS0012" CODE="00BB"/> γιά νά στηρίξει τόν ισχυρισμό τῆς ότι τά αποτελέσματα τοῦ <QUOT.START ID="QS0013" REF.END="QE0013" CODE="00AB"/>deficiency payment<QUOT.END ID="QE0013" REF.START="QS0013" CODE="00BB"/> ήταν μηδαμινά, έκτός, κατά εκπληκτικό τρόπο, τοῦ έτους 1980, κατά τό όποιο ἐδημιουργήθη ἡ κοινή ὀργάνωση ἀγορας.</P><P>Οἱ ἀριθμοί τους ὁποίους επικαλείται ἡ ενάγουσα, έχουν ὡς έξης γιά τό Ἡνωμένο Βασίλειο:</P><P><TBL NO.SEQ="002" COLS="5"><CORPUS><ROW TYPE="HEADER"><CELL COL="1" TYPE="HEADER">'Ετος</CELL><CELL COL="2" TYPE="HEADER">'Αριθμός εβδομάδων τοῦ έτους, κατά τίς ὁποῖες ἐχορηγήδη επιδότηση</CELL><CELL COL="3" TYPE="HEADER">Ἐξαγωγές προβάτων καί ἀμνών σέ χιλιάδες τόννους</CELL><CELL COL="4" TYPE="HEADER" COLSPAN="2">Μέση ετησία επιδότηση σέ πέννες ἀνά χιλιόγραμμο βάρους τῶν σφαγίων</CELL></ROW><ROW><CELL COL="1">1973</CELL><CELL COL="2">0</CELL><CELL COL="3">27,3</CELL><CELL COL="4">0</CELL><CELL COL="5" ROWSPAN="8" ACCV="8.L.R">Μέσος ὅρός: 1,4</CELL></ROW><ROW><CELL COL="1">1974</CELL><CELL COL="2">17</CELL><CELL COL="3">26,5</CELL><CELL COL="4">2,7</CELL></ROW><ROW><CELL COL="1">1975</CELL><CELL COL="2">24</CELL><CELL COL="3">33,5</CELL><CELL COL="4">2,9</CELL></ROW><ROW><CELL COL="1">1976</CELL><CELL COL="2">2</CELL><CELL COL="3">32,7</CELL><CELL COL="4">0,1</CELL></ROW><ROW><CELL COL="1">1977</CELL><CELL COL="2">6</CELL><CELL COL="3">44,6</CELL><CELL COL="4">0,2</CELL></ROW><ROW><CELL COL="1">1978</CELL><CELL COL="2">4</CELL><CELL COL="3">41,4</CELL><CELL COL="4">0,1</CELL></ROW><ROW><CELL COL="1">1979</CELL><CELL COL="2">16</CELL><CELL COL="3">40,9</CELL><CELL COL="4">3,6</CELL></ROW><ROW><CELL COL="1">1980</CELL><CELL COL="2">42</CELL><CELL COL="3">36,9</CELL><CELL COL="4">22,6</CELL></ROW></CORPUS></TBL></P><P>'Από τήν ἀπό κοινού δράση τῶν παραγόντων αυτών ἡ ενάγουσα υπέστη σημαντική οικονομική ζημία. Ή ζημία αυτή εκφράζεται στον ἀριθμό τῶν σφαγίων πού ἑβδομαδιαίως διατίθενται στό εμπόριο ἀπό τήν ενάγουσα, ἀριθμός πού ἐμειώθη ἀπό <FT TYPE="NUMBER">6000</FT> ἀμνούς, κατά μέσο ὅρο, σέ <FT TYPE="NUMBER">3000</FT>.</P></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>β)</NO.P><TXT>Ή συμπεριφορά τοῦ Συμβουλίου καί τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι παράνομη καί παραβαίνει καταφώρως ὁρισμένους κανόνες δικαίου πού προστατεύουν τους Ιδιῶτες.</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>'Οσον άφορᾶ τίς ενέργειες τοῦ Συμβουλίου, ἡ θέσπιση ἀπό αυτό τοῦ ἄρθρου 9 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 ἀντιβαίνει πρός τήν κατά τό άρθρο 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ υποχρέωση αιτιολογήσεως. Ή διάταξη αυτή τῆς συνθήκης ἀποσκοπεί κατά πρώτο λόγο στην προστασία τῶν δικαιωμάτων καί συμφερόντων τῶν ἀποδεκτών τῶν διοικητικών πράξεων καί συνεπώς συνιστᾶ κανόνα δικαίου πού προστατεύει τους ιδιώτες. Ή έννοια καί ὁ σκοπός αυτού τοῦ ιδιαιτέρου συστήματος παρεμβάσεως, ὁπως αυτό προκύπτει ἀπό τόν μηχανισμό τῆς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής σέ συνδυασμό μέ τό claw-back, εἶναι ἀκατανόητοι — ἐν σχέσει πρός τά άλλα μέτρα πού προβλέπονται στό άρθρο 6 τοῦ κανονισμοῦ — καί κατά κανέναν τρόπο αιτιολογημένοι. Αυτή ἡ έλλειψη αιτιολογίας εἶναι ιδιαιτέρως σοβαρή στην προκειμένη περίπτωση, διότι ἡ μεταβλητή πριμοδότηση σφαγής <QUOT.START ID="QS0014" REF.END="QE0014" CODE="00AB"/>συγκαταλέγεται προφανώς στίς διατάξεις πού έχουν μεγάλη σημασία στην λειτουργία τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς<QUOT.END ID="QE0014" REF.START="QS0014" CODE="00BB"/>.</P><P>Ή επίμαχη διάταξη παραβιάζει καταφώρως τήν θεμελιώδη ἀρχή τῆς ἀπαγορεύσεως επιβολής επιβαρύνσεων ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός δασμούς στην ενδοκοινοτική κυκλοφορία τῶν εμπορευμάτων σύμφωνα μέ τά άρθρα 9, 12, 13 καί 16 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ἀπό τήν ὁποία τό Συμβούλιο δέν</P><?PAGE NO="2897"?><P>δύναται νά παρεκκλίνει. Τó Δικαστήριο έκρινε σχετικῶς στην ἀπόφαση τῆς 20ής 'Απριλίου 1978 ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="80/77+81/77" YEAR="1978" PAGE.ECR="927">80 καί 81/77 (Société les Commissionnaires Réunis Sàrl καί Sàrl. Les fils de Henri Ramel, Slg. 1978, σ. 927)</REF.DOC.ECR> ὅτι ἡ τήρηση τῆς ἀρχής αυτής στον γεωργικό τομέα ἀποτελεί προϋπόθεση γιά τήν πραγματοποίηση ενιαίας ἀγορᾶς εντός τῆς Κοινότητος. Στην ἀπόφαση τῆς <DATE ISO="19790925">25ης Σεπτεμβρίου 1979</DATE> ἐπί τῆς υποθέσεως <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="232/78" YEAR="1979" PAGE.ECR="2729">232/78 ('Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Slg. 1979, σ. 2729)</REF.DOC.ECR> τό Δικαστήριο ἐτόνισε, ρητῶς μάλιστα, ὅτι ιδιαίτερα μέτρα περί ὀργανώσεως τῆς ἀγορᾶς πρόβειου κρέατος δέν δύνανται πλέον νά θίξουν <QUOT.START ID="QS0015" REF.END="QE0015" CODE="00AB"/>τήν πλήρη ἀποτελεσματικότητα των διατάξεων τῆς συνθήκης περί εξαλείψεως τῶν εμποδίων στό ενδοκοινοτικό εμπόριο<QUOT.END ID="QE0015" REF.START="QS0015" CODE="00BB"/> (σκέψη 7). Τό γεγονός ὅτι αυτή ή επιβάρυνση στά σύνορα ἔχει τήν νομική μορφή ενός γεωργικοῦ μέτρου παρεμβάσεως δέν αἴρει τόν παράνομο χαρακτήρα της ἔναντι τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, διότι τό claw-back συγκεντρώνει τά τρία χαρακτηριστικά μιᾶς επιβαρύνσεως ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός δασμούς:</P><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>ή είσπραξη γίνεται λόγω ἡ βάσει εισαγωγών ἡ εξαγωγών,</P></ITEM><ITEM><P>ή είσπραξη <HT TYPE="ITALIC">'έχει</HT> δημοσιονομική ενέργεια,</P></ITEM><ITEM><P>ή επιβάρυνση <HT TYPE="ITALIC">'έχει</HT> ὡς ἀποτέλεσμα τήν αύξηση τῆς τιμής τοῦ προϊόντος ἐπί τοῦ ὁποίου επιβάλλεται.</P></ITEM></LIST></P><P>Ή εκδοχή ὅτι τό claw-back εἶναι οικονομικώς οὐδέτερο εἶναι εσφαλμένη καί δέν επηρεάζει τόν χαρακτηρισμό τῆς εισπράξεως στά σύνορα. Διότι κάθε επιδότηση πού περιορίζεται κατά περιοχές νοθεύει ήδη καθ᾽ εαυτή τίς συνθήκες τοῦ ἀνταγωνισμοί). Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως στην προκειμένη περίπτωση, διότι ἡ μεταβλητή πριμοδότηση σφαγής — πού <HT TYPE="ITALIC">'έχει</HT> επινοηθεί ὡς ενίσχυση τῆς καταναλώσεως καί καταβάλλεται στους παραγωγούς ἤ τά σφαγεία — εμποδίζει τήν διαμόρφωση γνησίων τιμών ἀγοράς στό Ἡνωμένο Βασίλειο. 'Από τήν πλευρά του, τό claw-back ἀποβλέπει στό νά περιορίσει σέ μόνη τήν βρετανική ἀγορά τά πλεονεκτήματα πού παρέχει ἡ πριμοδότηση σφαγής. Πράγματι, ἐκτός τοῦ ὅτι <HT TYPE="ITALIC">'έχει</HT> ὡς ἀποτέλεσμα τήν στεγανοποίηση τῶν ἀγορών, <HT TYPE="ITALIC">'έχει</HT> επίσης ὡς συνέπεια ὅτι οἱ επιχειρηματίες ἀπό τά άλλα κράτη μέλη τῆς Κοινότητος πρέπει νά συγχρηματοδοτούν μέτρα παρεμβάσεως, ἀπό τά όποια ωφελοῦνται ἀποκλειστικώς οἱ βρετανοί υπήκοοι.</P><P>Ή επίμαχη διάταξη <HT TYPE="ITALIC">έχει</HT> επίσης τόν χαρακτήρα μέτρου ἰσοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός εμπορικούς ποσοτικούς περιορισμούς, πού ἀπαγορεύεται κατά τό άρθρο 30 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ἀπό τίς στατιστικές τῆς <QUOT.START ID="QS0016" REF.END="QE0016" CODE="00AB"/>Association of British Abattoir Owners Ltd.<QUOT.END ID="QE0016" REF.START="QS0016" CODE="00BB"/> (πού διεβιβάσθησαν μέ επιστολή τῆς <DATE ISO="19810825">25ης Αυγούστου 1981</DATE> στην &#x00AB;ABAO Sheepmeat Exporters) καταφαίνεται σαφώς ὅτι ἐνῶ οἱ βρετανικές ἐξαγωγές πρός τρίτες χώρες εξελίχθησαν Ικανοποιητικά, ἡ ενδοκοινοτική διακίνηση εμπορευμάτων υπέστη κατακόρυφη πτώση κατά τους μήνες 'Ιούνιο/Ἰούλιο 1981 ἐν σχέσει πρός τήν ἰδία περίοδο τοῦ 1980. Κατά συνέπεια, ή ανάκτηση τῆς μεταβλητής σφαγής δύναται ἀναμφιβόλως <QUOT.START ID="QS0017" REF.END="QE0017" CODE="00AB"/>νά εμποδίσει ἀμέσως ή εμμέσως, πραγματικῶς ἡ δυνητικῶς<QUOT.END ID="QE0017" REF.START="QS0017" CODE="00BB"/> τό ενδοκοινοτικό εμπόριο.</P><P>Ἡ επίμαχη διάταξη ἀντιβαίνει πρός τήν κατά τό άρθρο 4 παράγραφος 3 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀπαγόρευση τῶν διακρίσεων, διότι δημιουργεί εντελώς διαφορετικές συνθήκες ἀφ᾽ ενός γιά τους επιχειρηματίες τῆς ηπειρωτικής Ευρώπης καί τους βρετανούς επιχειρηματίες καί ἀφ᾽ έτερου γιά τους γερμανούς καί τους βρετανούς καταναλωτές, στους ὁποίους τό ἴδιο ἐμπόρευμα προσφέρεται σέ ἐντελώς διαφορετικές τιμές βάσει ενός μέτρου παρεμβάσεως.</P><?PAGE NO="2898"?><P>Τό άρθρο 9 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοί) 1837/80 παραβαίνει τό άρθρο 43 παράγραφος 3 στοιχείο β) τῆç συνθήκης ΕΟΚ, κατά τό όποιο ἡ δημιουργία κοινῆς ὀργανώσεως αγοράς πρέπει νά εξασφαλίζει στίς συναλλαγές στό εσωτερικό τῆς Κοινότητος ὅρους <QUOT.START ID="QS0018" REF.END="QE0018" CODE="00AB"/>ἀνάλογους μέ εκείνους πού υπάρχουν σέ μία εθνική ἀγορά<QUOT.END ID="QE0018" REF.START="QS0018" CODE="00BB"/>. 'Εν προκειμένω, ἡ εισαγωγή τοῦ claw-back διέσπασε την ἀγορά καί διετάραξε βαρύτατα μία ἀγορά, ἡ ὁποία ὑφίστατο καί λειτουργούσε μεταξύ 'Ηνωμένου Βασιλείου καί Γερμανίας μέχρις ενάρξεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμού 1837/80.</P><P>Είναι ὁμοίως δυνατό νά προσαφθεί στό Συμβούλιο ὅτι κατά τήν δημιουργία της κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς ἀγνόησε τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 43 παράγραφος 3 στοιχείο α) τῆς συνθήκης ΕΟΚ, διότι, επικαλούμενο τήν ὁριζομενη στην ὡς άνω διάταξη υποχρέωση νά προσφέρει <QUOT.START ID="QS0019" REF.END="QE0019" CODE="00AB"/>ισοδύναμες εγγυήσεις γιά τήν απασχόληση καί τό βιοτικό επίπεδο τῶν ενδιαφερομένων παραγωγων<QUOT.END ID="QE0019" REF.START="QS0019" CODE="00BB"/>, ἐθέσπισε ειδικούς κανόνες, ἐνέ-χοντες διακρίσεις. Ή ἔννοια <QUOT.START ID="QS0020" REF.END="QE0020" CODE="00AB"/>ισοδύναμες εγγυήσεις<QUOT.END ID="QE0020" REF.START="QS0020" CODE="00BB"/> δέν συνεπάγεται ἀναγκαστικά τήν συνεχή διατήρηση τῶν προηγουμένων εθνικών τιμών καί ἐν πάση περιπτώσει άφορᾶ μόνον τους <QUOT.START ID="QS0021" REF.END="QE0021" CODE="00AB"/>παραγωγούς<QUOT.END ID="QE0021" REF.START="QS0021" CODE="00BB"/> καί ὄχι τους καταναλωτές. Ἐν τούτοις, τό σύστημα της πριμοδοτήσεως σφαγῆς ἀποβλέπει προφανώς στό νά εξασφαλίσει στους βρετανούς καταναλωτές χαμηλότερες τιμές ἀγορᾶς γιά τό πρόβειο κρέας. Οἱ παράγραφοι 1 καί 2 τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ κανονισμοί) 1837/80 ἀντιβαίνουν συνεπώς πρός τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου 43 παράγραφος 3 στοιχείο α) τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ἀναφέρεται στό claw-back παραβαίνει τήν ὡς άνω διάταξη τῆς συνθήκης, ἐφ' ὅσον ὁ στόχος νά προσφερθοῦν <QUOT.START ID="QS0022" REF.END="QE0022" CODE="00AB"/>ισοδύναμες εγγυήσεις<QUOT.END ID="QE0022" REF.START="QS0022" CODE="00BB"/> δέν δύναται βεβαίως νά επιτευχθεί μέ τό ἀντίτιμο τῆς προσβολής τῆς ἀπαραβίάστου ἀρχής τοῦ δικαίου πού συνίσταται στην εξάλειψη τῶν εμποδίων τοῦ εμπορίου σέ μία κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς.</P></ITEM><ITEM><P>Ὅσον ἀφορᾶ τίς ἐνέργειες τῆς 'Επιτροπής, τῆς προσάπτεται ὅτι δέν ἀνέστειλε τήν είσπραξη τοῦ claw-back στίς ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές, ὁπως εἶχε ζητήσει ἡ ενάγουσα μέ επιστολή τῆς <DATE ISO="19810205">5ης Φεβρουαρίου 1981</DATE>, ἐνῶ εἶχε σχετική εξουσιοδότηση δυνάμει τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ κανονισμού 1837/80 καί τό ὁποιο έκανε μέ τόν κανονισμό 3191/80 ὅσον άφορᾶ τίς συναλλαγές μέ τρίτες χώρες.</P></ITEM></LIST></P><P>Στην συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται γιά νομική υποχρέωση τῆς Ἐπιτροπῆς ή ὁποία ὑφίσταται υπέρ τῆς ἐναγούσης καί συνάγεται ἀπό τίς θεμελιώδεις ἀρχές τῆς κοινοτικής προτιμήσεως, τῆς ἴσης μεταχειρίσεως καί τῆς ἀποφυγής στρεβλώσεων τοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Κατά τήν άποψη τῆς ἐνα-γούσης, βάσει τῆς υποχρεώσεως αυτής ή 'Επιτροπή ὤφειλε νά ἀναστείλει τήν είσπραξη τοῦ claw-back μέχρι τῆς κηρύξεως τῆς ἀκυρότητος τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ κανονισμού 1837/80 ἀπό τό Δικαστήριο ἡ τουλάχιστον νά μειώσει τό ποσό σέ τέτοιο βαθμό, ώστε οἱ επιπτώσεις αυτής τῆς επιβαρύνσεως νά περιορισθοῦν στό ελάχιστο.</P><P>Ή ἀδράνεια αύτη τῆς Ἐπιτροπῆς συνεπάγεται παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς κοινοτικής προτιμήσεως, διότι ἡ μή είσπραξη τοῦ claw-back κατά τίς εξαγωγές πρός τρίτες χῶρες ευνοεί τίς εξαγωγές έκτος τῆς Κοινότητος, τόσο ὡς πρός τους βρετανούς παραγωγούς ὅσο καί τους ἀγοραστές ἀπό τρίτες χώρες, ἀντί νά προαγάγει κατά προτεραιότητα τήν διάθεση τῆς κοινοτικής παραγωγής στην ενδοκοινοτική ἀγορά. 'Ανεξάρτητα ἀπό τό ὅτι ἡ κατάσταση αὐτή προκαλεί διαταραχή στίς εμπορικές συναλλαγές, προκαλεί επίσης στρέβλωση τοῦ ἀνταγωνισμού εἰς βάρος τῶν επιχειρηματιών τῆς Κοινότητος ἐφ' ὅσον αυτοί εἶναι ἀναγκασμένοι μέσω τοῦ claw-back να χρηματοδοτούν τίς δραστηριότητες<?PAGE NO="2899"?> τῶν επιχειρηματιών τρίτων χωρῶν, οἱ όποιοι ἀπό προηγούμενοι πελάτες μετατρέπονται ἔται σέ ἀνταγωνιστές. Τό γεγονός, ὅπως ισχυρίζεται ἡ 'Επιτροπή, ὅτι ἡ ἀναστολή τῆς εισπράξεως τοῦ claw-back έναντι τρίτων χωρών ήταν ἀναγκαία ὡς μεταβατικό μέτρο γιά νά ἐπιτευχθούν τά ἀποτελέσματα επιστροφής λόγω εξαγωγής, δέν δύναται νά άρει τόν παράνομο χαρακτήρα τῆς συμπεριφοράς τῆς 'Επιτροπής. Κατ' ἀκολουθία τῆς ἀρχής τῆς 'ίσης μεταχειρίσεως, τό άρθρο 17 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού 1837/80 ὁρίζει, πράγματι, ὅτι οἱ ἐπιστροφές λόγω εξαγωγής πρέπει νά εἶναι 'ίδιες γιά ὁλόκληρη την Κοινότητα. Ή ἀπό την 'Επιτροπή ἀπο-φασισθεῖσα μή είσπραξη τοῦ claw-back <HT TYPE="ITALIC">'έχει</HT> ἀπεναντίας ὡς νομική καί πραγματική συνέπεια ὅτι δημιουργείται επιστροφή λόγω εξαγωγής πού ευνοεί μόνον τους βρετανούς παραγωγούς, οἱ όποιοι ενθαρρύνονται νά διαθέτουν την παραγωγή τους στίς ἀγορές τρίτων χωρών, κατά παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς κοινοτικής προτιμήσεως.</P><P>Μακροπροθέσμως, ἡ διάκριση αυτή μεταξύ επιχειρηματιών καί, κατά συνέπεια, μεταξύ καταναλωτών τῆς Κοινότητος δύναται νά προκαλέσει πτώση τῆς κοινοτικής καταναλώσεως, ἡ ὁποία μέ την σειρά της δύναται νά ὁδηγήσει σέ υπερπαραγωγή, ὁ περιορισμός τῆς ὁποίας καθιστά ἀναγκαία τήν χρησιμοποίηση μέσων παρεμβάσεως καί συνεπῶς μία αύξουσα χρησιμοποίηση πόρων τοῦ κοινοτικοῦ προϋπολογισμοί).</P><P>Ή ενάγουσα καταλήγει σχετικῶς στό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀρχή τῆς κοινοτικής προτιμήσεως συνεπάγεται <QUOT.START ID="QS0023" REF.END="QE0023" CODE="00AB"/>κατ' ἀνάγκη<QUOT.END ID="QE0023" REF.START="QS0023" CODE="00BB"/> ὅτι ή 'Επιτροπή ὤφειλε, ἐν ὄψει τῆς εφαρμογής τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ κανονισμοί) 1837/80, νά επιφυλάξει γιά τους επιχειρηματίες ἀπό άλλα κράτη μέλη τίς 'ίδιες συνθήκες στίς ἀγορές τρίτων χωρών ὅπως γιά τους έμπόρους ἀπό τό 'Ηνωμένο Βασίλειο καί ὅτι πρός τούτο ὤφειλε νά ἀναστείλει τήν είσπραξη τοῦ claw-back γιά τίς ἐνδοκοινοτικές εξαγωγές.</P></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>γ)</NO.P><TXT>Κατά τήν ενάγουσα, ἡ ζημία τήν ὁποία υπέστη ὀφείλεται σχεδόν ἀποκλειστικά στό ὅτι τό βρετανικό πρόβειο κρέας κατέστη ἀκριβότερο λόγω τῆς εισπράξεως τοῦ claw-back κατά τήν εξαγωγή. 'Η ἀνατίμηση τῆς λίρας στερλίνας έναντι τοῦ γερμανικού μάρκου επέδρασε βεβαίως ἐπί τοῦ καθο-ρισμοῦ τῶν τιμών. Ή μεταβολή αυτή ὅμως δέν δύναται νά μειώσει αἰσθητά τίς ἐμπορικές συναλλαγές, ἐπί πλέον δέ τό κοινοτικό δίκαιο προβλέπει κατάλληλα μέσα ἀμύνης, ὅπως τήν εισαγωγή νομισματικών εξισωτικών ποσών ἡ νέο καθορισμό τῶν νομισματικών ισοτιμιών. Κατά συνέπεια, ή αἰτία τῆς ζημίας έγκειται κυρίως στην είσπραξη τοῦ claw-back, ἡ εξάλειψη δέ τῆς ζημίας αυτής εἶναι δυνατή εἴτε μέ τήν κατάργηση τοῦ ἄρθρου 9, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, εἴτε μέ τήν ἀναστολή τῆς εισπράξεως τοῦ ἐν λόγω ποσοῦ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ κανονισμοῦ, εἴτε τέλος μέ τήν μεταβολή τῶν προϋποθέσεων παροχής τοῦ δικαιώματος πρός είσπραξη τῆς επιβαρύνσεως, διά τῆς τροποποιήσεως τῶν παραγράφων 1 καί 2 τοῦ άρθρου 9 (διατάξεων περί τῆς παροχής τῆς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής).</TXT><P>Πρέπει νά γίνει γενικώς δεκτό ὅτι ὁ μηχανισμός πού ἐθεσπίσθη ἀπό τήν Κοινότητα ἐνοθεύθη στό σύνολό του ἀπό τόν καθορισμό πολύ υψηλών τιμών, οἱ όποιες, ὅπως ἐξετέθη ήδη, καθορίζονται βάσει τῶν συμφερόντων ὁρισμένων ὁμάδων παραγωγών (ἰδίως τῶν Γάλλων) εἰς βάρος τῶν λοιπών επιχειρηματιών.</P></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>δ)</NO.P><TXT>Ή ενάγουσα υποστηρίζει ὅτι ἡ προφανής καί βαρεία παράβαση υπέρτερων κοινοτικών κανόνων ἀπό τά κοινοτικά<?PAGE NO="2900"?> ὄργανα, περί τῆς ὁποίας προσεκόμισε ἀπόδειξη, συνιστᾶ ήδη καθ᾽ ἑαυτή υπαίτιο συμπεριφορά γιά τήν οποία ευθύνεται ἡ Κοι-νότης. Τό γεγονός ὅτι ἡ Επιτροπή <QUOT.START ID="QS0024" REF.END="QE0024" CODE="00AB"/>διευκρινίζει σέ διάφορα σημεία (τοῦ υπομνήματος ἀντικρούσεως) ὅτι αυτή δέν προ-έτεινε τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου ἡ τοῦ κανονισμοῦ<QUOT.END ID="QE0024" REF.START="QS0024" CODE="00BB"/>, δεικνύει σαφῶς ὅτι υπήρχε επίγνωση αυτής τῆς υπόπτου συμπεριφοράς των κοινοτικῶν ὀργάνων.</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>ε)</NO.P><TXT>Ὅσον άφορᾶ τήν ἐκτίμηση τῆς προβαλλομενης ζημίας ὡς πέμπτη προϋπόθεση, ή ενάγουσα προσάγει στό Δικαστήριο ἔκθεση περί τοῦ υπολογισμού τῶν ἀπωλειών τίς όποιες υπέστη. Ή έκθεση συνε-τάγη ἀπό τήν Düsseldorfer TreuhandGesellschaft Altenburg &amp; Tewes AG, ἡ οποία είναι σύμβουλός τῆς ἀπό 53 έτη καί συνεπώς ἀπολύτως εξοικειωμένη μέ τήν εξέλιξη τῶν εμπορικών δραστηριοτήτων της.</TXT><P>Ή έκθεση αυτή βασίζεται στά ἀκόλουθα στοιχεία:</P><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>τά έσοδα καί τίς δαπάνες τῶν ετών 1976 μέχρι 1979 σύμφωνα μέ τους ετησίους ισολογισμούς</P></ITEM><ITEM><P>τόν υπολογισμό τῶν προσθέτων δαπανών κατά τους μήνες Ἰανουάριο μέχρι Μάρτιο 1981 ἐν συγκρίσει πρός τήν ἰδία περίοδο τοῦ 1980</P></ITEM><ITEM><P>τους βάσει τῶν ἀνωτέρω δεδομένων υπολογισμούς γιά τήν περίοδο ἀπό <DATE ISO="19801020">20ής 'Οκτωβρίου 1980</DATE> μέχρι <DATE ISO="19801230">30ής Δεκεμβρίου 1980</DATE> (τους πρώτους μήνες τῆς λειτουργίας τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς, γιά τους ὁποίους ἡ ενάγουσα δέν διαθέτει <QUOT.START ID="QS0025" REF.END="QE0025" CODE="00AB"/>συγκεκριμένους υπολογισμούς<QUOT.END ID="QE0025" REF.START="QS0025" CODE="00BB"/>).</P></ITEM></LIST></P><P>Ή σύγκριση τῶν ἀριθμών αυτών δεικνύει ὅτι κατά τους τρεῖς πρώτους μήνες τοῦ 1981 οἱ εισαγόμενες ποσότητες εμειώθησαν σημαντικά καί οἱ τιμές ἀγορᾶς ηὐξήθησαν σημαντικά.</P><P>Ή έκθεση προβαίνει ἀμέσως ἐν συνεχεία στόν υπολογισμό τῆς ζημίας γιά τήν ἐν λόγω περίοδο βάσει:</P><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>τῆς πτώσεως τοῦ κύκλου εργασιών,</P></ITEM><ITEM><P>τῆς σμικρύνσεως τῶν περιθωρίων ἐμπορικού κέρδους,</P></ITEM><ITEM><P>τοῦ περιορισμοῦ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν παραγωγικών δυνατοτήτων καί τῆς ἐπιπτώσεως τοῦ περιορισμού αυτού ἐπί τῆς κατανομής τῶν εξόδων.</P></ITEM></LIST></P><P>Λόγω τῶν ἀνωτέρω, ἡ ενάγουσα υφίσταται ζημία ὕψους <FT TYPE="NUMBER">375000</FT> γερμανικών μάρκων καί μάλιστα ἀφοῦ ληφθεί ὑπ᾽ ὄψη μία μείωση κατά 50 % τῆς πραγματικής ζημίας, τήν ὁποία υπέστη, γιά νά ἀποκλεισθούν δύο ζημιογόνα αἴτια, τά όποια ἡ ενάγουσα δέν θέλει νά ἀποδώσει στην Κοινότητα, δηλαδή ὁ εμπορικός κίνδυνος καί ὁ νομισματικός κίνδυνος πού ἀνάγεται στην μεταβολή τῆς Ισοτιμίας τῆς αγγλικής λίρας έναντι τοῦ γερμανικοῦ μάρκου.</P><P>Ή ἐνάγουσα ζητεί, ὡς ἐκ τούτου, νά γίνει δεκτή ἡ αἴτησή τῆς περί ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας.</P><P>Όσον ἀφορᾶ τό ἐπικουρικό αίτημα τῆς 'Επιτροπής περί περιορισμοῦ ἀπό τό Δικαστήριο, σύμφωνα μέ τό άρθρο 174, παράγραφος 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τῶν συνεπειών τῆς ενδεχομένης κηρύξεως τῆς ἀκυ-ρότητος τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, ἡ ενάγουσα υποστηρίζει ὅτι τό άρθρο 174 παράγραφος 2 δέν εφαρμόζεται στό πλαίσιο τῆς αγωγής ἀποζημιώσεως ἐν πάση περιπτώσει πρέπει νά εξασφαλισθεί ὅτι δέν θά θιγεί τό αἴτημά τῆς περί ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας.</P></NP></ITEM></LIST></P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="4"><NO.GR.SEQ>Β —</NO.GR.SEQ><P>Τό <HT TYPE="ITALIC">Συμβούλιο τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων</HT> υπενθυμίζει τίς πολιτικές συνθήκες κατά τήν θέσπιση τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 καί κατόπιν προβαίνει σέ περιγραφή τῶν διατάξεων του καί τοῦ τρόπου λειτουργίας τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς κατά τήν πρώτη περίοδο εμπορίας (1980/81).</P><P>Ὅσον άφορᾶ τους ισχυρισμούς τῆς ἐναγού-σης, τό Συμβούλιο προβαίνει κατ' ἀρχάς στην ἐξέταση τοῦ παραδεκτοῦ καί κατόπιν τοῦ βασίμου τῆς ἀγωγής.</P><?PAGE NO="2901"?><NP><NO.P>1.</NO.P><TXT>'Οσον άφορᾶ τό παραδεκτό, τό Συμβούλιο παρητήθη ἀπό την προβολή μιᾶς καμπτούσης τό βήμα ενστάσεως κατά τό άρθρο 91 τοῦ κανονισμοί) διαδικασίας τοῦ Δικαστηρίου. Υπογραμμίζει ἐν τούτοις ὅτι τό ένδικο μέσο πού επέλεξε ἡ ἐνάγουσα δέν εἶναι ὀρθό, ἡ δέ ἀγωγή τῆς περί ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας εἶναι τεχνητή.</TXT><P>Μέ τήν ἀγωγή αποζημιώσεως ἡ ενάγουσα επιδιώκει πράγματι νά προβεί τό Δικαστήριο σέ έλεγχο τοῦ κύρους τοῦ συστήματος τοῦ claw-back, ἐνῶ τό ὀρθό πλαίσιο πρός τοῦτο εἶναι ἡ διαδικασία περί ἐκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως κατά τό άρθρο 177 τῆς συνθήκης ΕΟΚ.</P><P>Δέν ευσταθεί ὅτι ἡ ενάγουσα δέν θά ἠδύνατο νά τύχει έννόμου προστασίας κατά τήν διαδικασία τοῦ ἄρθρου 177. Στην νομολογία τοῦ Δικαστηρίου υφίστανται πολυάριθμα παραδείγματα περιπτώσεων, κατά τίς ὁποίες στό Δικαστήριο υπεβλήθη αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής ἀποφάσεως ἀπό πολιτικά δικαστήρια, ἐνώπιον των ὁποίων εκκρεμούσε διαφορά περί τῆς τιμής ἀγοράς ἑνός εμπορεύματος (βλ. τήν ἀπόφαση τῆς 5ης 'Ιουλίου 1977 ἐπί τῆς υποθέσεως <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="114/76" YEAR="1977" PAGE.ECR="1211">114/76, Bela-Mühle Josef Bergmann KG, Slg. 1977, σ. 1211</REF.DOC.ECR>). Συνεπώς, δέν ήταν ἀναγκαίο γιά τήν ενάγουσα, ὅπως αὐτή ισχυρίζεται, νά εἶναι άμεσος ἀποδέκτης τῆς διοικητικής πράξεως, πού ἐπέβαλε τήν είσπραξη τοῦ claw-back, γιά νά δύναται νά κινήσει δικαστικό ἀγώνα, ὁ ὁποῖος θά έδιδε τήν δυνατότητα στό Δικαστήριο νά ἀποφανθεί διά τῆς ὁδοῦ τῆς προδικαστικής ἀποφάσεως.</P><P>Ἐπί πλέον, τό Συμβούλιο διαπιστώνει ὅτι ή ενάγουσα μέ τήν ἀγωγή τῆς επιδιώκει νά προσβάλει τήν 'ίδια τήν δομή τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς πρόβειου κρέατος καί ἰδίως μάλιστα τό σύστημα παρεμβάσεως πού εἶναι μεταβλητό ἀναλόγως τῆς περιοχής παραγωγής. 'Ενα τέτοιο αίτημα δέν δύναται νά επιδιωχθεί μέ τήν κατά τό άρθρο 215 παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀγωγή, άλλά μόνον μέ τήν προσφυγή ἀκυρώσεως. Υφίστανται ὡς ἐκ τούτου, δισταγμοί ὅσον άφορᾶ τό ένδικο μέσο πού επέλεξε ἡ ενάγουσα ἡ επιλογή αυτή ἀπέβλεπε μόνον στην καταστρατήγηση τῶν αὐστηρῶν προϋποθέσεων ἀσκήσεως προσφυγής ἀκυρώσεως, πού ἀποκλείουν τήν ενάγουσα ἀπό τήν άσκηση αύτοῦ τοῦ ενδίκου μέσου.</P></NP><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Τό Συμβούλιο θεωρεί ἀβάσιμες τίς αιτιάσεις, ἐπί τῶν ὁποίων βασίζεται ἡ ἀγωγή.</TXT><P><LIST TYPE="alpha"><ITEM><NP><NO.P>α)</NO.P><TXT>'Οσον άφορᾶ τήν προσαφθεῖσα έλλειψη αιτιολογίας, τό Συμβούλιο διευκρινίζει ὅτι ἡ μή τήρηση τῆς υποχρεώσεως αιτιολογήσεως δεν συνιστά κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνος δικαίου πού προστατεύει τους ιδιώτες, κατά τήν έννοια τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου. Ἔστω καί ἄν λοιπόν τό Δικαστήριο διεπίστωνε πράγματι έλλειψη αιτιολογίας, ἡ διαπίστωση αυτή μόνη δέν θά ἀρκοθσε γιά νά θεμελιώσει ευθύνη τῆς Κοινότητος.</TXT><P>'Επί πλέον, ἀπό τήν τελευταία φράση τῆς δευτέρας αἰτιολογικῆς σκέψεως, καθώς καί ἀπό τήν γενική οικονομία τοῦ κανονισμοί) 1837/80 συνάγεται σαφώς ὅτι ἡ εἰσαγωγή τοῦ συστήματος τοῦ claw-back είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Πράγματι τό claw-back δέν δύναται νά διαχωρισθεῖ ἀπό τήν πριμοδότηση σφαγής, ἡ ὁποία πάλι περιγράφεται ὡς ἐναλλακτική λύση έναντι τῶν άλλων μέτρων παρεμβάσεως πού προβλέπονται στον κανονισμό. Ή ἀνάγκη θεσπίσεως τοῦ claw-back εἶναι καθ' εαυτή ἀναμφιβόλως δικαιολογημένη. 'Ετσι, μέ τήν είσπραξη του κατά τήν εξαγωγή ἀπό τήν περιοχή στην ὁποία καταβάλλεται ἡ πριμοδότηση σφαγής, επιδιώκεται νά ἀποφευχθεί ή ἐμφάνιση στρεβλώσεων τοῦ ἀνταγωνισμοί) καί στοιχείων διαταραχής τῶν τιμών πού έχουν καθορισθεῖ γιά τίς άλλες περιοχές παραγωγής. 'Εξ άλλου, ó στόχος αυτός καί ἡ συνάρτηση του μέ τους άλλους κανόνες παρεμβάσεως τοῦ κανονισμού 1837/80 ἐξετάσθησαν σαφώς στην έβδόμη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοί) 2644/80 τοῦ Συμβουλίου, τῆς <DATE ISO="19801014">14ης Ὀκτωβρίου<?PAGE NO="2902"?> 1980</DATE>, περί καθορισμοῦ τῶν γενικών κανόνων σχετικά μέ την παρέμβαση στόν τομέα τοῦ πρόβειου καί αἰγείου κρέατος (ΕΕ, εἰδ. ἔκδ., 03/031, σ. 61), ὁ ὁποιος ἐθε-σπίσθη πρό τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος τοῦ βασικοῦ κανονισμοῦ 1837/80. Ὡς ἐκ τούτου, ἐτηρήθη επαρκώς ἡ υποχρέωση αιτιολογήσεως, ὅπως αύτη ὁρίσθη ἀπό τό Δικαστήριο στην ἀπόφαση τῆς <DATE ISO="19790712">12ης 'Ιουλίου 1979</DATE> ἐπί τῆς υποθέσεως <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="166/78" YEAR="1979" PAGE.ECR="2575">166/78 (κυβέρνηση τῆς 'Ιταλικής Δημοκρατίας κατά Συμβουλίου τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1979, σ. 2575)</REF.DOC.ECR>.</P></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>β)</NO.P><TXT>Ὅσον άφορᾶ τήν ἀμφισβήτηση ἐκ μέρους τῆς ἐναγούσης τῆς νομιμότητος τοῦ συστήματος πού ἐθεσπίσθη μέ τόν κανονισμό 1837/80 καί ἰδίως τοῦ claw-back, τό Συμβούλιο διατυπώνει τίς ἀκόλουθες σκέψεις.</TXT></NP></ITEM></LIST></P><P>Τό μόνο νομικό πρόβλημα στην προκειμένη υπόθεση εἶναι τό ζήτημα ἐάν στό πλαίσιο μιας κοινῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς δύναται ή ὄχι νά χορηγείται περιφερειακή ἐνίσχυση. Κατά τήν άποψη τοῦ Συμβουλίου, μία τέτοια δυνατότης δέν ἀντίκειται πρός τό κοινοτικό δίκαιο ἄν ένας μηχανισμός αὐτοῦ τοῦ εἴδους βασίζεται σέ ἀντικειμενικά κριτήρια — πράγμα πού συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψη τῶν διαφορῶν πού ὑφίσταντο στίς διάφορες εθνικές ἀγορές πρόβειου κρέατος πρό τῆς θεσπίσεως τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς — καί ἄν τά ἀποτελέσματα αὐτοῦ τοῦ περιφερειακοῦ συστήματος ενισχύσεων περιορίζονται γεωγραφικῶς ἀποκλειστικώς στην επιδοτουμένη περιοχή. Τό Συμβούλιο ἀναφέρεται σχετικώς στό ὅτι στό κοινοτικό γεωργικό δίκαιο υφίστανται διάφορα συστήματα τά όποῖα, ὅπως τό σύστημα της μεταβλητῆς πριμοδοτήσεως σφαγής καί τοῦ claw-back, χορηγούν οικονομική παροχή ή ὁποία σέ ὁρισμένες περιπτώσεις πρέπει νά επιστρέφεται. Ἔτσι, παραδείγματος χάριν στόν τομέα τοῦ βοείου κρέατος υφίσταται πριμοδότηση (πριμοδότηση σφαγῆς μεγάλων βοοειδών ἡ ὁποία ἐθεσπίσθη μέ τόν κανονισμό 870/77 τοῦ Συμβουλίου, της 26ης 'Απριλίου 1977, <REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="106" DATE.PUB="1977" PAGE.FIRST="14">ABl. L 106, σ. 14</REF.DOC.OJ>), ή ὁποία, σέ περίπτωση εξαγωγής έκτός τῆς περιοχής στην ὁποία κατεβλήθη ἡ πριμοδότηση, πρέπει νά επιστραφεί διά τῆς καταβολής <QUOT.START ID="QS0026" REF.END="QE0026" CODE="00AB"/>ποσοῦ ἴσου πρός τήν πριμοδότηση<QUOT.END ID="QE0026" REF.START="QS0026" CODE="00BB"/>, ὑπό τίς προϋποθέσεις πού καθορίζονται ἀπό τόν κανονισμό 926/77 τῆς Ἐπιτροπής, τῆς <DATE ISO="19770429">29ης 'Απριλίου 1977</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="109" DATE.PUB="1977" PAGE.FIRST="4">ABl. L 109, σ. 4</REF.DOC.OJ>) — (στίς διατάξεις αυτές επήλθαν ἐν τώ μεταξύ τροποποιήσεις).</P><P>Τό Συμβούλιο ισχυρίζεται ὅτι ἐν ὄψει τῶν διαφορών τῶν μορφών ὀργανώσεως τῶν εθνικών ἀγορών πού ὑφίσταντο προγενεστέρως, δέν εἶχε στην προκειμένη περίπτωση καμμία άλλη δυνατότητα ἀπό τό νά θεσπίσει ἕνα κοινό σύστημα, πού νά λαμβάνει κατ' ἀρχάς ὑπ᾽ ὄψη αὐτές τίς ἀποκλίσεις, νά ἀποσκοπεί ὅμως σέ μία προοδευτική ἑνοποίηση τῶν τιμών εντός τεσσάρων ετών.</P><P>Προς υποστήριξη τοῦ ἀνωτέρω ἰσχυρισμοῦ τό Συμβούλιο παραπέμπει στό άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο β) τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο προβλέπει ρητώς αυτή τήν βαθμιαία εφαρμογή τῶν καταλλήλων προσαρμογών.</P><P>Αυτός ὁ τρόπος ενεργείας εκτίθεται σαφώς στά άρθρα 3 παράγραφος 4 περίπτωση β) καί 34 τοῦ κανονισμού 1837/80. 'Ετέθη κατ' ἀρχάς σέ εφαρμογή ένας νέου είδους συνδυασμός διατάξεων γιά τήν σταθεροποίηση τῆς ἀγορᾶς μέ στοιχεία ενός <QUOT.START ID="QS0027" REF.END="QE0027" CODE="00AB"/>κλασσικοῦ<QUOT.END ID="QE0027" REF.START="QS0027" CODE="00BB"/> συστήματος παρεμβάσεως καί στοιχεία ἴδια τοῦ βρετανικοῦ συστήματος τοῦ deficiency payment. Στό πλαίσιο αυτό, οἱ περιφερειακές τιμές καθο-ρίσθησαν, σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 παράγραφος 4 στοιχείο α) τοῦ κανονισμού 1837/80, βάσει τῶν τιμῶν τῆς ἀγορᾶς πού προέκυψαν κατά τό έτος ἀναφοράς 1979 (ή βάσει εκτιμήσεων γιά τό 1980). Όσον άφορᾶ τήν ιδιαίτερη περίπτωση τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, τό Συμβούλιο, κατόπιν αιτήσεως τοῦ Βρετανοῦ ἀπό τά μέλη του, καθόρισε τήν τιμή ἀναγωγής γιά τήν περιοχή 5 <QUOT.START ID="QS0028" REF.END="QE0028" CODE="00AB"/>κάπως υψηλότερα<QUOT.END ID="QE0028" REF.START="QS0028" CODE="00BB"/> ἀπό ὅ,τι<?PAGE NO="2903"?> θά προέκυπτε βάσει τοῦ θεωρητικού υπολογισμοί), ώστε νά ληφθούν ὑπ᾿ ὄψη οἱ επιπτώσεις τοῦ κλεισίματος τῆς γαλλικῆς ἀγορᾶς πρόβειου κρέατος ἐπί τῆς ἐξελίξεως των βρετανικών τιμών κατά τίς προγενέστερες τοῦ 1980 περιόδους εμπορίας.</P><P>Στην ἀπόφαση τῆς <DATE ISO="19790925">25ης Σεπτεμβρίου 1979</DATE> ἐπί τῆς υποθέσεως <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="232/78" YEAR="1979" PAGE.ECR="2729">232/78 ('Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Slg. 1979, σ. 2729)</REF.DOC.ECR> τό Δικαστήριο επιβεβαίωσε, άλλωστε, τήν μή νομιμότητα αυτής τῆς στεγανοποιήσεως τῆς γαλλικής ἀγορᾶς καί τίς ἀρνητικές επιπτώσεις τῆς ἐπί τοῦ καθορισμού τῶν ἀγγλικών τιμῶν. Τό Συμβούλιο θεωρεί κατά συνέπεια ὅτι, καθορίζοντας τίς βρετανικές τιμές σέ επίπεδο κάπως υψηλότερο, ἀκολούθησε τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου, ὑπογραμμίζει δέ ὅτι αὐτή ἡ διόρθωση πρός τά άνω εντάσσεται στό πλαίσιο τῶν προσαρμογών πού προβλέπονται στό άρθρο 3 παράγραφος 4 στοιχείο β) τοῦ κανονισμού 1837/80, μέ τίς όποιες επιδιώκεται σύγκλιση τῶν τιμών στά πλαίσια τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς.</P><P>Κατά τήν άποψη τοῦ Συμβουλίου, ἀπό τίς ἀνωτέρω σκέψεις συνάγεται ὅτι ἡ ρύθμιση πού εισήχθη μέ τόν κανονισμό 1837/80, παρά τίς ειδικές περιφερειακές διατάξεις πού πρόκειται μελλοντικά νά εκλείψουν, συνιστά ρύθμιση κοινή γιά ὅλα τά κράτη μέλη καί τείνει σαφώς στην επίτευξη συγκλίσεως. Εἶναι συνεπώς εσφαλμένος ὁ ισχυρισμός τῆς ἐναγούσης ὅτι ὁ μηχανισμός πού εισήχθη μέ τό άρθρο 9 τοῦ ἐν λόγω κανονισμού εἶναι παράνομος κατά τό κοινοτικό δίκαιο, λόγω τοῦ γεωγραφικού του περιορισμού σέ μία ἡ περισσότερες περιοχές τῆς Κοινότητος.</P><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>Στά πλαίσια αυτά, τό Συμβούλιο ἀμφισβητεί κατ' ἀρχάς ὅτι τό claw-back πρέπει νά θεωρηθεί ὡς επιβάρυνση ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός δασμούς πού ἀπαγορεύεται ἀπό τήν συνθήκη καί τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου (συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 80 καί 81/77, στίς οποῖες έγινε ἤδη παραπομπή ἀνωτέρω). Τό claw-back συνιστά μάλλον μέτρο οίκονομικώς ουδέτερο, μέ τό όποιο επιδιώκεται ἡ ἀντιστάθμιση τῆς καταβολής τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής στους παραγωγούς, ἀπό τήν ὁποία πριμοδότηση δέν δύναται νά διαχωρισθεῖ. Ή μή ἀνάκτηση τῆς πριμοδοτήσεως αὐτής, ἀπεναντίας, θά επενεργούσε ὡς ενίσχυση τῶν εξαγωγών πού ἀπαγορεύεται ἀπό τό άρθρο 92 παράγραφος 1 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, μέ συνέπεια νά επέλθει πτώση τῶν τιμών στίς άλλες περιοχές παραγωγής, νά νοθευθεῖ ὁ ἀνταγωνισμός καί νά προκληθούν παρεμβάσεις στίς ἀγορές τῶν περιοχών αὐτών γιά νά διατηρηθούν οἱ περιφερειακές τιμές στό ἐπίπεδο πού ἐξασφαλίζεται στους εντοπίους παραγωγούς. Εἶναι συνεπώς ουσιώδους σημασίας τό ὅτι ένα ειδικό πλεονέκτημα πού ἐχορηγήθη λόγω ιδιαιτέρων τοπικών συνθηκών στους βρετανούς παραγωγούς καί καταναλωτές, όχι χωρίς λόγο, δέν ἐπεξετάθη στους επιχειρηματίες άλλων περιοχών τῆς Κοινότητος, στίς όποιες, λαμβανομένης ὑπ᾿ ὄψη τῆς ικανοποιητικής καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς, δέν ἐπληροῦντο οἱ προϋποθέσεις γιά τήν χορήγηση τῆς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής.</P></ITEM><ITEM><P>Τό Συμβούλιο ἀποκρούει περαιτέρω τήν ἐπίκριση ὅτι ἡ επίμαχη ρύθμιση παράγει ἀποτελέσματα πού συνιστούν διακρίσεις. Ἀφ' ἐνός, στους παραγωγούς σέ ὁλόκληρη τήν Κοινότητα εἶναι εγγυημένο ἕνα ελάχιστο εισόδημα 293 ECU δύναται συνεπώς νά γίνει λόγος μόνον γιά διάκριση σέ βάρος τῶν καταναλωτών. Πρέπει νά υπογραμμισθεί σχετικώς ὅτι μία διαφορετική μεταχείριση μόνον τότε συνιστά διάκριση, ὅταν βασίζεται σέ αυθαίρετη διαφοροποίηση, πράγμα πού δέν συμβαίνει ἐν προκειμένω. Ἡ πραγματοποίηση μιᾶς κοινής οργανώσεως ἀγοράς μέ μία ενιαία ἀγορά καί ἑνιαίες τιμές δύναται νά γίνει μόνον σταδιακά, ιδιαιτέρως ὅταν οἱ πρό τῆς ἐνάρξεως<?PAGE NO="2904"?> τῆς ἰσχύος τῆς κοινῆς ρυθμίσεως συνήθεις πραγματικές τιμές καταναλωτού διέφεραν τόσο ἔντονα μεταξύ τους, ὅπως στην περίπτωση τῆς ἀγορᾶς προβείου κρέατος. Τό Συμβούλιο επεχείρησε νά περιορίσει αύτη την διαφορά προβλέποντας τήν δημιουργία ενιαίων τιμών μέ βαθμιαίες προσαρμογές εντός περιόδου τεσσάρων ετών. Οἱ διαφορές τοῦ επιπέδου τιμών πού επικαλείται ἡ ενάγουσα εἶναι ἁπλώς καί μόνο συνέπεια αυτών τῶν ἀντικειμενικών διαφορών καί δέν δύνανται συνεπώς νά θεωρηθοῦν ὡς συνιστούσες διάκριση.</P><P>Ἐπ' αὐτοῦ, τό Συμβούλιο τονίζει περαιτέρω ὅτι στό κοινοτικό δίκαιο ἀνευρίσκονται καί άλλες ρυθμίσεις πού προβαίνουν σέ ἀντικειμενική διαφοροποίηση τῶν καταναλωτών, χωρίς ὡστόσο νά συνιστούν διάκριση, ὅπως παραδείγματος χάριν στην περίπτωση τῆς ρυθμίσεως περί διαθέσεως βουτύρου σέ μειωμένες τιμές πού ἐθε-σπίσθη μέ τόν κανονισμό 1269/79 τοῦ Συμβουλίου, τῆς <DATE ISO="19790625">25ης 'Ιουνίου 1979</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="161" DATE.PUB="1979" PAGE.FIRST="8">ABl. L 161, σ. 8</REF.DOC.OJ>).</P></ITEM><ITEM><P>Τέλος, τό Συμβούλιο ἀποκρούει τό επιχείρημα ὅτι ἡ επίμαχη ρύθμιση ἀντιβαίνει στό άρθρο 43 παράγραφος 3 στοιχείο β) της συνθήκης ΕΟΚ, τό όποιο ὁρίζει ὅτι μία νέα κοινή ὀργάνωση πρέπει νά ἐξασφαλίζει στίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές ὅρους ἀνάλογους μέ εκείνους πού ὑπάρχουν σέ μία εθνική ἀγορά.</P></ITEM></LIST></P><P>Κατά πρώτον, ἡ υποχρέωση αυτή δέν ἀποβλέπει στην προστασία τῶν ιδιωτών, ἡ δέ παραβίασή της, ἔστω καί ἄν δύναται νά θίξει τό κῦρος τῆς ἐν λόγω πράξεως, δέν δύναται νά θεμελιώσει ευθύνη τῆς Κοινότητος.</P><P>Κατά δεύτερον, πρέπει νά ληφθεί ὡς δεδομένο ὅτι τέτοια παραβίαση δέν υφίσταται καί ὅτι ἡ επίμαχη ρύθμιση ἀποβλέπει ἀντιθέτως στήν εκτέλεση τοῦ ἄρθρου 39 παράγραφος 2 στοιχείο β) τῆς συνθήκης ΕΟΚ, τό ὁποῖο ὁρίζει ὅτι οἱ προσαρμογές πού εἶναι ἀναγκαίες γιά τήν πραγμάτωση τῶν στόχων τῆς κοινῆς γεωργικῆς πολιτικῆς πρέπει νά ἐφαρμοσθούν βαθμιαίως. Πρέπει νά υπογραμμισθεί ἀκόμη μία φορά ή σημαντική διαφορά μεταξύ τῶν- προγενεστέρων εθνικών ρυθμίσεων, καθώς καί ή γιά τό Συμβούλιο υφισταμένη οἰκονομική ἀναγκαιότης δημιουργίας ενός συστήματος παρεμβάσεως, τόσο γιά τήν παρεμπόδιση τῶν στρεβλώσεων τοῦ ἀνταγωνισμού καί τῶν βαρειών οἰκονομικῶν επιπτώσεων ἐπί τῶν παραγωγών ὅσο καί γιά τήν εξοικονόμηση τῶν περιορισμένων πόρων τοῦ κοινοτικοῦ προϋπολογισμού, τό όποιο νά συνδυάζει τους κλασσικούς μηχανισμούς παρεμβάσεως μέ στοιχεία εμπνεόμενα ἀπό τό σύστημα τοῦ deficiency payment.</P></NP><NP><NO.P>3.</NO.P><TXT>Τό Συμβούλιο θεωρεί, τέλος, ὅτι ή ἀγωγή δέν πληροί τίς ουσιαστικές προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 215, παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΟΚ, ὅπως έχουν διατυπωθεί ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου.</TXT><P>Πράγματι, τό Συμβούλιο υποστηρίζει ὅτι, κατά τήν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου της <DATE ISO="19800304">4ης Μαρτίου 1980</DATE> ἐπί τῆς υποθέσεως <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="49/79" YEAR="1980" PAGE.ECR="569">49/79 (Richard Pool κατά Συμβουλίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1980, σ. 569)</REF.DOC.ECR> καί ἰδίως τήν σκέψη 8, ἀπαιτείται γιά ὅλες τίς ἀγωγές ἀποζημιώσεως νά προσκομίσει ὁ ενάγων <QUOT.START ID="QS0029" REF.END="QE0029" CODE="00AB"/>ἐκ πρώτης ὄψεως<QUOT.END ID="QE0029" REF.START="QS0029" CODE="00BB"/> τήν ἀπόδειξη ὅτι ἡ ζημία, τήν ὁποία ισχυρίζεται ὅτι υπέστη, ἐπῆλθε πραγματικά διαφορετικά, δέν εἶναι δυνατό νά προβεί τό Δικαστήριο σέ έλεγχο τοῦ κύρους τῆς νομικής πράξεως ή ὁποία προσβάλλεται ὡς αἰτία τῆς προβαλλομενης ζημίας.</P><P>Τό Συμβούλιο θεωρεί ἐν προκειμένω ὅτι ή προβαλλομενη ζημία δέν ἀπεδείχθη, ούτε κάν ἐκ πρώτης ὄψεως, ἐφ' ὅσον ἡ ενάγουσα περιορίσθη νά προβάλει μία κατ' ἀποκοπήν εκτίμηση, ἡ ὁποία βασίζεται σέ υποθέσεις.</P><?PAGE NO="2905"?><P>Στήν πραγματικότητα, ἡ ενάγουσα στρέφεται κατά τῆς ελαχίστης τιμῆς ἡ ὁποία εξασφαλίζεται στους παραγωγούς τῆς περιοχῆς 5<NOTE NOTE.ID="E0003"><P>'Ηνωμένο Βασίλειο.</P></NOTE> ἀπό τό Συμβούλιο πρός τό κοινό συμφέρον. Ή τιμή αύτη ὅμως καθο-ρίσθη ἀπό τό Συμβούλιο, λαμβανομένων ὑπ' ὄψη τῶν ιδιαιτέρων γνωρισμάτων τῆς βρετανικῆς ἀγορᾶς προβειου κρέατος, στό πλαίσιο τῆς εὐρείας διακριτικής εξουσίας πού τοῦ ἀνεγνώρισε τό Δικαστήριο γιά τήν εφαρμογή τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής καί τῆς ὁποίας οἱ ενδεχόμενες βλαπτικές συνέπειες ἐπί τῶν ιδιωτών δέν δύνανται νά θεμελιώσουν εὐθύνη τῆς Κοινότητος (ἀπόφαση τῆς <DATE ISO="19780525">25ης Μαΐου 1978</DATE>, συνεκδικα-σθεῖσες υποθέσεις <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="83/76+94/76+4/77+15/77+40/77" YEAR="1978" PAGE.ECR="1209">83 καί 94/76, 4, 15 καί 40/77, Bayerische HNL Vermehrungsbetriebe GmbH &amp; Co. KG καί λοιποί κατά Συμβουλίου καί Ἐπιτροπῆς τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, Slg. 1978, σ. 1209</REF.DOC.ECR>).</P><P>Τό Συμβούλιο θεωρεί επίσης ἀβάσιμες τίς αιτιάσεις τῆς ἐναγούσης κατά τῶν κανονισμών 3191/80 καί 932/81, μέ τους ὁποίους ἡ Ἐπιτροπή ἀνέστειλε τήν είσπραξη τοῦ claw-back στίς εμπορικές συναλλαγές μέ τρίτες χῶρες γιά τίς περιόδους εμπορίας 1980 μέχρι 1982. Τά μέτρα αυτά, τά όποια δέν ἀφοροῦν τήν ενάγουσα, ελήφθησαν ἀπό τήν Ἐπιτροπή βάσει εκτιμήσεως τῆς καταστάσεως τῶν εξαγωγών πρόβειου κρέατος έκτός τῆς Κοινότητος, γιά νά ἀντιμετωπισθεί ἡ προσωρινή έλλειψη εκτελεστικών διατάξεων ὅσον άφορᾶ τίς επιστροφές κατά τήν εξαγωγή πρόβειου κρέατος. Ή εκτίμηση τῆς σκοπιμότητος τῶν μέτρων αυτών εἶναι τῆς ἀρμοδιότητος τῆς Ἐπιτροπῆς στό πλαίσιο τῶν διοικητικών εξουσιών τῆς καί δέν δύναται νά εξαρτάται ἀπό τήν άποψη ενός επιχειρηματία ιδιώτη.</P><P>Τέλος, τό Συμβούλιο υποστηρίζει ὅτι ή πραγματική αιτία τῆς ζημίας, πού ισχυρίζεται ὅτι υπέστη ἡ ενάγουσα δέν πρέπει νά ἀναζητηθεί στην εφαρμογή τῆς διά τοῦ κανονισμού 1837/80 θεσπισθείσης κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς, ἀλλά στην κατάργηση τῶν προγενεστέρων εθνικών ὀργανώσεων ἀγορᾶς. Ό συνδυασμός τῶν διαφόρων ἐθνικών ρυθμίσεων ἔδωσε δηλαδή στην ενάγουσα τήν δυνατότητα νά επωφελείται ἀφ' ενός ἀπό τό βρετανικό σύστημα τοῦ deficiency payment, τό όποιο ἐπενεργούσε ὡς επιδότηση λόγω εξαγωγής, καί ἀφ' έτερου νά ευρίσκει στην γερμανική ἀγορά μία προσοδοφόρο ἀγορά διαθέσεως τῶν προϊόντων τῆς πού ἀγόραζε σέ μειωμένες τιμές, ἐπωφελούμενη ἀπό τό γεγονός ὅτι οἱ τιμές στην ἠπειρωτκή Ευρώπη ήταν σημαντικά υψηλότερες λόγω τῶν τιμών πού επικρατούσαν στην γαλλική ἀγορά.</P><P>Ή ἐνάγουσα επιθυμεί στην πραγματικότητα νά ἀνασταλεί ἡ είσπραξη του claw-back, νά εξακολουθήσει ὅμως ἡ καταβολή της μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής ἀπό δημοσίους πόρους παρεμβάσεως στους βρετανούς παραγωγούς ώστε νά διατηρηθεί μία πλεονεκτική κατάσταση τιμών, ὅπως ή υφισταμένη πρό τῆς θεσπίσεως τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς. Ἐπ' αὐτοῦ, τό Συμβούλιο παρατηρεί ὅτι καμμία διάταξη καί καμμία ἀρχή τοῦ κοινοτικοί) δικαίου δέν τό υποχρεώνει, κατά τήν δημιουργία μιας κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς νά διατηρεί ὑπέρ ἑνός επιχειρηματία πλεονεκτήματα πού προκύπτουν ἀπό τήν ἀντιπαράθεση δύο εθνικών συστημάτων παρεμβάσεως.</P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="4"><NO.GR.SEQ>Γ —</NO.GR.SEQ><P>Ή <HT TYPE="ITALIC">'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων</HT> εκθέτει κατ' αρχάς τήν πραγματική καί νομική κατάσταση τῆς ἀγορᾶς πρόβειου κρέατος πρίν καί μετά τήν εφαρμογή τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος.</P><NP><NO.P>1.</NO.P><TXT>Στην εξέταση αὐτη τονίζεται ὅτι ναί μέν ἡ εφαρμογή τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς προεκάλεσε ὁρισμένες μεταβατικές δυσκολίες, κατά τά λοιπά ὅμως καί παρά κάθε προσδοκία ἐχαρακτηρίσθη ἀπό<?PAGE NO="2906"?> μεγάλη σταθερότητα τιμών καθώς καί ἀπό μετρημένη προσφυγή σέ μέτρα παρεμβάσεως, έκτός τῆς περιοχῆς 5 (Ἡνωμένο Βασίλειο), στην ὁποία διεπιστώθη πτώση τιμῶν.</TXT><P>Όσον άφορᾶ τό εμπόριο μέ τρίτες χώρες, ή 'Επιτροπή παρατηρεί ὅτι οἱ εισαγωγές κατέστη δυνατό νά σταθεροποιηθοῦν χάρις στην ταχεία σύναψη συμφωνιών αυτοπεριορισμοί), οἱ εξαγωγές ὅμως ἀπό τήν Κοινότητα, δηλαδή στην πραγματικότητα ἀπό τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, εμειώθησαν ἀνησυχητικά. Αυτό ώθησε τήν 'Επιτροπή, ελλείψει ρυθμίσεως περί επιστροφών λόγω εξαγωγής, νά ἀναστείλει προσωρινά τήν είσπραξη τοῦ claw-back γιά εξαγωγές προς τρίτες χώρες (κανονισμοί 3191/80 καί 932/81).</P><P>Ὅσον άφορᾶ τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές, ἡ 'Επιτροπή βεβαιώνει ὅτι ἡ διάθεση βρετανικοῦ πρόβειου κρέατος στά άλλα κράτη μέλη χωρίς ἰδία παραγωγή (κράτη Benelux, Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας) ἐμειώθη σημαντικά. 'Ο λόγος πρός τοῦτο έγκειται στό ὅτι τό <QUOT.START ID="QS0030" REF.END="QE0030" CODE="00AB"/>κατευθυντήριο επίπεδο<QUOT.END ID="QE0030" REF.START="QS0030" CODE="00BB"/>, πού εἶναι καθοριστικό γιά τήν χορήγηση τῆς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής, καθορίσθη πολύ υψηλά (85 ο/ο τῆς τιμής βάσεως). Δεδομένου ὅτι ή τιμή βάσεως προσεγγίζει πρός τήν τιμή τῆς γαλλικής ἀγορᾶς, τό βρετανικό πρόβειο κρέας διατίθεται στην βρετανική ἀγορά, χάρις στην χορήγηση τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής στους παραγωγούς, σέ τιμή πού ἀποτελεί τό 85 ο/ο τῆς τιμής τῆς γαλλικής ἀγορᾶς. Λαμβανομένων ὑπ᾽ όψη των εξόδων μεταφορᾶς καί διαθέσεως στην ἀγορά, αυτό τό επίπεδο τιμών καθίστᾶ ὄχι πλέον ἐνδιαφέρουσες γιά τους βρετανούς παραγωγούς τίς εξαγωγές στίς ἀγορές τῆς Benelux καί τήν γερμανική ἀγορά, ἐφ᾽ ὅσον οἱ τιμές τῆς ἀγορᾶς στίς χώρες αυτές εἶναι κατώτερες ἀπό τήν γαλλική τιμή. Γιά τους λόγους αυτούς, ἡ 'Επιτροπή θεωρεί ἀναγκαίο έναν υποβιβασμό τοῦ <QUOT.START ID="QS0031" REF.END="QE0031" CODE="00AB"/>κατευθυντηρίου επιπέδου<QUOT.END ID="QE0031" REF.START="QS0031" CODE="00BB"/> στό 80 ο/ο τῆς τιμής βάσεως, ώστε νά προκληθεί μείωση τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής καί μέσω αυτής νά καταστοῦν πάλι ἑλκυστικές οἱ ἀγορές τῆς ηπειρωτικής Ευρώπης, μαζί μέ τήν γαλλική αγορά γιά τους επιχειρηματίες οἱ όποιοι ἐφοδιάζοντο ἀπό τό 'Ηνωμένο Βασίλειο. 'Εξ άλλου, ἡ Ἐπιτροπή υπέβαλε προσφάτως στό Συμβούλιο σχετική πρόταση.</P><P>'Η 'Επιτροπή πάντως δέν δέχεται ὅτι οἱ μεταβολές αυτές θέτουν ὑπό ἀμφισβήτηση τόν μηχανισμό τοῦ claw-back, τόν όποιο εξακολουθεί νά θεωρεί ὡς οικονομικώς ουδέτερο. 'Η εξέλιξη τῶν νομισματικών ισοτιμιών στην Κοινότητα καί ὁρισμένοι εποχιακοί παράγοντες διαδραματίζουν πολύ ἀποφασιστικότερο ρόλο στην ἀντίστοιχη εξέλιξη τῶν κατά περιοχές ἀγορών στό πλαίσιο τῆς νέας κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στον τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος.</P><P>Ἐπ᾽ αὐτοῦ, ἡ 'Επιτροπή παρατηρεί ὅτι οἱ πρόσφατες μεταβολές τῶν νομισματικών ισοτιμιών (πτώση τῆς λίρας στερλίνας καί νέα άνοδος τοῦ γερμανικοῦ μάρκου στίς ἀγορές συναλλάγματος) δύνανται νά βελτιώσουν αισθητά τίς συνθήκες τῆς ενδοκοινοτικής ἀγορᾶς γιά τό βρετανικό πρόβειο κρέας, καί μάλιστα τόσο περισσότερο, ὅσο οἱ νομισματικές αυτές μεταβολές λόγω τῆς μή εισπράξεως νομισματικών εξισωτικών ποσών στό πλαίσιο τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ προβειου κρέατος ἔχουν άμεση επίπτωση ἐπί τῶν τιμών εξαγωγής.</P></NP><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Ή 'Επιτροπή ἀμφισβητεί περαιτέρω ὅτι στην προκειμένη περίπτωση δύναται νά τῆς καταλογισθεί ευθύνη. Μέ τήν ὑπό κρίση ἀγωγή τῆς ἡ ενάγουσα προσάπτει στην 'Επιτροπή μία παράνομη συμπεριφορά, ή ὁποία συνίσταται σέ παράλειψη, στό ὅτι δηλαδή παρέλειψε νά ἀναστείλει τήν<?PAGE NO="2907"?> είσπραξη τοῦ claw-back δυνάμει τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ κανονισμοί) 1837/80.</TXT><P>Προϋπόθεση μιᾶς τέτοιας αγωγής εἶναι ὅτι τό ὄργανο στό όποιο προσάπτεται ἡ παράνομη συμπεριφορά παρέβη δεσμευτική νομική υποχρέωση. Αυτό, ἐν τούτοις, δέν συμβαίνει ἐν προκειμένω, διότι ἡ Ἐπιτροπή δέν εἶναι υποχρεωμένη ἀπό καμμία διάταξη — οὔτε μάλιστα ἀπό τό άρθρο 33 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 — νά ἀναστείλει τήν είσπραξη τοῦ claw-back. Μέ μία τέτοια ἀναστολή ἐξ άλλου ἡ 'Επιτροπή θά ἔκανε κενή περιεχομένου μία ἀπό τό Συμβούλιο θεσπισθείσα διάταξη, πράγμα πού είναι νομικά ἀνεπίτρεπτο καί σέ τελευταία ἀνάλυση θά επέφερε τέτοιες διαταραχές ἐπί των τιμῶν τῶν κατά περιοχές ἀγορών τῆς Κοινότητος, ὥστε ἡ ενάγουσα θά ήταν ή πρώτη πού θά ἐπλήττετο.</P></NP><NP><NO.P>3.</NO.P><TXT>Ή 'Επιτροπή εκθέτει περαιτέρω ὅτι ή ενάγουσα δέν κατόρθωσε νά ἀποδείξει οὔτε ὅτι ὑφίσταται κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνος τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου, τήν προστασία τοῦ ὁποίου θά ἠδύ-νατο νά επικαλεσθεί, ούτε ὅτι υφίσταται αὐθαίρετη συμπεριφορά τῶν ὀργάνων τῆς Κοινότητος. Κατά παγία ὅμως νομολογία τοῦ Δικαστηρίου (ἰδίως μετά τήν ἀπόφαση τῆς <DATE ISO="19791205">5ης Δεκεμβρίου 1979</DATE> ἐπί τῶν συνεκδι-κασθεισῶν υποθέσεων <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="116/77+124/77" YEAR="1979" PAGE.ECR="3497">116 καί 124/77, G. R. Amylum NV καί Tunnel Refineries Limited κατά Συμβουλίου καί 'Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1979, σ. 3497</REF.DOC.ECR>), ἡ προσκόμιση τῆς ἀποδείξεως αυτής ἀποτελεί τήν προϋπόθεση γιά τήν επιτυχή έκβαση μιας ἀγωγής ἀποζημιώσεως, ή ὁποία βασίζεται σέ πλημμελή νομοθετικά μέτρα.</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>Ή 'Επιτροπή ἀποκρούει κατ' ἀρχάς ὅτι τό claw-back πρέπει νά θεωρηθεί ὡς επιβάρυνση ισοδυνάμου ἀποτελέσματος προς δασμούς, ἀπαγορευομένη ἀπό τήν συνθήκη ΕΟΚ. Ή είσπραξη τοῦ claw-back εἶναι μέτρο οικονομικώς ουδέτερο, πού δέν ἐπιδρά ἐπί τοῦ συστήματος τῶν τιμῶν έκτός τῆς περιοχής παραγωγής στην ὁποία καταβάλλεται ἡ πριμοδότηση σφαγής. Δέν δύναται συνεπώς νά παραβληθεί πρός τήν επιβάρυνση, τήν ὁποία επέκρινε τό Δικαστήριο μέ τήν απόφαση ἐπί τῶν συνεκδικα-σθεισῶν υποθέσεων 80 καί 81/77 πού ἀφο-ροῦσαν τήν είσπραξη επιβαρύνσεως κατά τήν εισαγωγή πρός ἀνάσχεση τῶν εισαγωγών ιταλικών οἴνων σέ ὁρισμένα κράτη μέλη. 'Απεναντίας, ἡ μή είσπραξη τοῦ claw-back θά προσέδιδε στήν πριμοδότηση σφαγής τήν ἰδιότητα επιδοτήσεως λόγω ἐξαγωγής πού ἀπαγορεύεται ἀπό τήν συνθήκη ΕΟΚ.</P></ITEM><ITEM><P>'Εάν εθεωρείτο ὅτι τό σύστημα τοῦ claw-back συνεπάγεται διακρίσεις, αυτό θά ἐσήμαινε ὅτι παραγνωρίζεται ἡ σκοπιμότης τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής, ἡ ὁποία ἐθε-σπίσθη ἀπό τό Συμβούλιο για νά επιτευχθεί προοδευτική προσέγγιση τῶν συνθηκών πού ἐπικρατοῦσαν στά κράτη μέλη πρό τῆς εφαρμογής τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς. Μέ τήν εισαγωγή τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής δέν επιδιώκεται ἡ παραχώρηση ιδιαιτέρου πλεονεκτήματος σέ ὁρισμένους παραγωγούς, άλλά, στό πλαίσιο τῶν στόχων τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής πού προβλέπονται ἀπό τήν συνθήκη, επιδιώκεται νά παρεμποδισθεί μία σοβαρή μείωση τῆς καταναλώσεως προβειου κρέατος στην σημαντικότερη ἀγορά τῆς Κοινότητος, λαμβανομένου ὑπ' ὄψη ὅτι ἡ Κοινότης δέν θά ἠδύνατο νά περιορίσει τίς παραδοσιακές εισαγωγές πρόβειου κρέατος προελεύσεως τρίτων χωρών χωρίς νά παραβεί τίς διεθνείς υποχρεώσεις τῆς (ιδίως στό πλαίσιο τῆς GATT ) καί ὅτι οἱ πόροι τοῦ κοινοτικοῦ προϋπολογισμού δέν θά επέτρεπαν τήν γενική εισαγωγή σέ ὅλα τά κράτη μέλη ενός, ἀβεβαίου άλλωστε, συστήματος επιδοτήσεων τῆς καταναλώσεως.</P></ITEM></LIST></P><P>Ή διαφορετική κατάσταση τῶν διαφόρων ἀγορών πρόβειου κρέατος τῆς Κοινότητος ὑπεχρέωσε συνεπώς τό Συμβούλιο νά επιτρέψει στό πλαίσιο τῆς νέας κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς ὁρισμένες ειδικές ρυθμίσεις<?PAGE NO="2908"?> γιά κατά περιοχές ἀγορές, ώστε νά ἀποφευχθεί γενική διαταραχή τῆς ἀγορας προβειου κρέατος.</P><P>Σύμφωνα μέ τό κοινοτικό δίκαιο καί ἰδίως σύμφωνα μέ τά άρθρα 42 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, κατά τό όποιο τό Συμβούλιο δύναται νά επιτρέψει τήν χορήγηση ενισχύσεων, καί 43 παράγραφος 3 στοιχείο α), τό όποιο ἀπαιτεί κατά τρόπο δεσμευτικό, νά προσφέρει μία κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς στους ἐνδιαφερομένους εγγυήσεις γιά τήν ἀπασχόληση καί τό βιοτικό επίπεδο ισοδύναμες πρός εκείνες πού προσεφέροντο ἀπό τήν προγενέστερη ἐθνική ὀργάνωση ἀγορᾶς, τέτοιες ειδικές ρυθμίσεις κατ' ἀρχήν ἐπιτρέπονται. Λαμβανομένων ὑπ' όψη τῶν ἀνωτέρω ἀναγκών πού ἐπίεζαν τόν κοινοτικό νομοθέτη, ἡ μόνη ἀποδεκτή λύση ήταν κατά συνέπεια ἡ εισαγωγή ἑνός μηχανισμοί) διαφοροποιημένων κατά περιοχές τιμῶν, οἱ όποιες θά διορθώνοντο μέ τήν είσπραξη τοῦ claw-back, ώστε νά εξασφαλισθεί ὁ αυστηρός περιφερειακός χαρακτήρας τῶν λαμβανομένων μέτρων.</P><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>Ή 'Επιτροπή δέν ἀμφισβητεί ὅτι ὁ μηχανισμός αυτός — τοῦ ὁποίου ὁ μεταβατικός χαρακτήρας, μέ χρονικό σημείο λήξεως τήν 1η 'Απριλίου 1984, ημερομηνία συγχωνεύσεως τῶν κατά περιοχές τιμών σέ μία ἑνιαία τιμή, διαφαίνεται σαφώς — συνεπάγεται άνιση μεταχείριση τῶν ἐπιχειρηματιών. Πρόκειται, ἐν τούτοις, γιά ἀντικειμενικώς δικαιολογούμενα μέτρα, τά όποια είναι ἀναγκαία γιά τήν επίτευξη των στόχων τοῦ ἄρθρου 39 τῆς συνθήκης ΕΟΚ καί δέν συνιστοῦν αυθαίρετη ρύθμιση.</P></ITEM></LIST></P><P>Ή 'Επιτροπή ἀπορρίπτει ἐπίσης τήν αιτίαση ὅτι ἡ ἀναστολή τῆς εισπράξεως τοῦ claw-back κατά τίς εξαγωγές πρός τρίτες χώρες συνιστά παραβίαση τῆς ἀρχής τῆς κοινοτικής προτιμήσεως. Ή ἀναστολή αυτή — ὅπως συνάγεται σαφώς ἀπό τους κανονισμούς 3191/80 καί 932/80 — έχει προσωρινό χαρακτήρα καί δικαιολογείται ἀπό τήν έλλειψη κοινής πολιτικής ἐξαγωγών πού νά καθορίζεται ἀπό τό Συμβούλιο. Ή διατήρηση τῶν εξαγωγών βρετα-νικοῦ κρέατος πρός παραδοσιακές ἀγορές ἀποτελεί τόσο οὐσιαστικό παράγοντα γιά τήν ἰσορροποία τῆς ἐνδοκοινοτικής ἀγορας γενικώς καί τῆς βρετανικής ἀγορας ιδιαιτέρως, ώστε τά κοινοτικά όργανα είχαν τήν υποχρέωση ἐν όψει τῆς πτώσεως τῶν εξαγωγών αυτών νά λάβουν τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν ἀναθέρμανση τους.</P><P>'Εάν ετίθετο ὑπό ἀμφισβήτηση μία οἰκονο-μική ἀπόφαση αυτού τοῦ εἴδους, τότε θά ἐτίθετο ὑπό ἀμβισβήτηση κάθε μέτρο γιά τήν προώθηση τῶν εξαγωγών στόν γεωργικό τομέα, καθώς καί τό κύρος τῶν ρυθμίσεων περί επιστροφών λόγω εξαγωγής.</P><P>'Εν πάση περιπτώσει, ἡ 'Επιτροπή εκφράζει σοβαρές ἀμφιβολίες ὅσον άφορᾶ τήν πραγματική ἀπώλεια τῶν δυνατοτήτων διαθέσεως σέ ἀγορές τρίτων χωρών, ὁπως ισχυρίζεται ἡ ενάγουσα. Κατά τήν άποψη τῆς Επιτροπής, τά εκτιθέμενα ἀπό τήν ενάγουσα όσον άφορᾶ τίς εξαγωγές τῆς πρός τήν ἐλβετική ἀγορά, μαρτυρούν ὅτι προέβη στην διάθεση βρετανικοῦ πρόβειου κρέατος στην ἐν λόγω ἀγορά μόλις κατά τους πρώτους μήνες μετά τήν ἐφαρμογή τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορας. 'Αν καί ἡ 'Επιτροπή θεωρεί <QUOT.START ID="QS0032" REF.END="QE0032" CODE="00AB"/>αινιγματικούς<QUOT.END ID="QE0032" REF.START="QS0032" CODE="00BB"/> τους λόγους τῶν προσπαθειών εισόδου στην ἐν λόγω ἀγορά, ευρίσκει ἐν τούτοις μία σχετική εξήγηση, ἡ ὁποία στηρίζεται στά οικονομικά συμφέροντα τῆς ἐναγούσης κατά τό συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή διαπιστώνοντας ὅτι ἀμέσως μετά τήν εφαρμογή τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορας τό claw-back εἰσεπράχθη κατά τίς εξαγωγές πρός τρίτες χώρες — μέ συνέπεια τήν άμεση άνοδο τῶν τιμών πωλήσεως βρετανικοῦ κρέατος στην ελβετική ἀγορά — ή ἐνάγουσα διεῖδε ἐκεῖ μία προσοδοφόρο ἀγορά γιά τήν διάθεση τῶν ἀποθεμάτων της σέ κρέας, τά ὁποῖα εἶχε ἀγοράσει κατά<?PAGE NO="2909"?> τίς εβδομάδες πού προηγήθηκαν τῆς ενάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ κανονισμού 1837/80.</P><P>Ἡ περιγραφή αυτών τῶν οικονομικῶν ιδιομορφιῶν ἀποδεικνύει ὅτι ὀρθῶς ἀνέστειλαν τά κοινοτικά ὄργανα τήν είσπραξη τοῦ claw-back κατά τίς εξαγωγές πρός τρίτες χώρες ώστε νά τεθεί τέλος στην άνοδο των τιμών τοῦ εξαγομένου βρετανικού κρέατος καί στην πτώση τῶν εμπορικών συναλλαγών πού αυτή συνεπήγετο.</P><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>Ὅσον άφορα τήν ζημία τῆς ὁποίας ἀποκατάσταση ζητεί ἡ ενάγουσα, ἡ 'Επιτροπή εκφράζει <QUOT.START ID="QS0033" REF.END="QE0033" CODE="00AB"/>ζωηρούς ενδοιασμούς<QUOT.END ID="QE0033" REF.START="QS0033" CODE="00BB"/> ὅσον ἀφορᾶ τόν τρόπο υπολογισμού της, ἀμφισβητεί δέ ἐπί τῆς ουσίας ὅτι ἡ ενάγουσα υπέστη πράγματι οὐσιώδη ζημία ἐκ τῶν νομοθετικών μέτρων τῆς Κοινότητος. Ή ἐνάγουσα δέν ἠδύνατο νά εγείρει καμμία ἀξίωση γιά τήν περαιτέρω διατήρηση <QUOT.START ID="QS0034" REF.END="QE0034" CODE="00AB"/>μιᾶς καταστάσεως πού ἐχα-ρακτηρίζετο ἀπό μετατοπίσεις τῶν ἐμπορικών ρευμάτων καί εθνικές ενισχύσεις τῶν ἐξαγωγών<QUOT.END ID="QE0034" REF.START="QS0034" CODE="00BB"/>. Ἐάν τό βρετανικό πρόβειο κρέας δέν δύναται νά διατεθεί στην Γερμανία στην κανονική του τιμή ἀγοράς, αυτό ὀφείλεται μόνον στην συμπεριφορά τῶν γερμανών καταναλωτών καί στό ὕψος τῶν τιμών τῆς βρετανικής ἀγοράς.</P></ITEM></LIST></P><P>Ό Ισχυρισμός τῆς ἐναγούσης περί τῆς αιτιώδους συναφειας μεταξύ τῆς εφαρμογῆς της κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς καί τῆς προβαλλομένης ζημίας ἐνέχει ἀντιφάσεις. Ή ενάγουσα επιρρίπτει τήν εὐθύνη εναλλακτικά στόν μηχανισμό παρεμβάσεως τοῦ άρθρου 9 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 (ἀγωγή) καί στην μέθοδο καθορισμού τῶν κατά περιοχές τιμών (ἀπάντηση).</P><P>Ή 'Επιτροπή θεωρεί ὅτι ἀπέκρουσε τό επιχείρημα περί τῶν επιπτώσεων τοῦ μηχανισμοί) ὁ όποιος ἐθεσπίσθη μέ τό άρθρο 9. Πράγματι ἡ χορήγηση τῆς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής δικαιολογεῖται ἀντικειμενικώς καί ἡ — οικονομικώς ουδέτερη — είσπραξη τοῦ claw-bak εἶναι ἀναγκαία γιά τήν υπόσταση τῆς κοινής ὀργανώσεως αγοράς ὡς συνόλου.</P><P>Όσον άφορα τόν καθορισμό τῶν τιμών, εἶναι ἐσφαλμένος ὁ ισχυρισμός ὅτι ἡ κατά περιοχές τιμή ἀναγωγής καθορίσθη λαμβανομένων ὑπ᾽ ὄψη μόνον τῶν συμφερόντων τῶν γάλλων παραγωγών. Ή ἰταλική καί ἑλληνική τιμή ἀναγωγης παραδείγματος χάριν εἶναι σημαντικά υψηλότερες ἀπό τήν γαλλική. Ὅσον άφορᾶ τίς τιμές στίς περιοχές 3 καί 4 (Βόρειος Ευρώπη καί Ἰρλανδία), καθορίσθησαν βάσει τῶν παραδοσιακών ρευμάτων εξαγωγῆς ἀπό τίς ἀγορές αὐτές πρός τήν Γαλλία. Μόνον στό 'Ηνωμένο Βασίλειο γιά τόν καθορισμό τῆς τιμῆς ελήφθη ὑπ᾽ ὄψη έκτος τῆς προηγουμένης τιμῆς ἀγοράς, καί ένα άλλο κριτήριο, δηλαδή ἡ τάση, τήν ὁποία κανονικώς θά ἀκολουθοῦσε ἡ ἀγορά αυτή ἐάν οἱ περιορισμοί εἰσαγωγῶν στην γαλλική ἀγορά δέν εἶχαν εμποδίσει τήν είσοδο τοῦ βρετανικοῦ κρέατος σέ αυτή τήν προσοδοφόρο ἀγορά.</P><P>Ή Ἐπιτροπή υπογραμμίζει γενικώς ὅτι ή εφαρμογή μιᾶς κοινής πολιτικής ἐπί τῶν τιμών εἶναι δυνατή μόνον ἄν εἶναι προσανατολισμένη πρός τόν υψηλότερο μέσο ὅρο τῶν προγενεστέρων τιμών, διότι διαφορετικά χάνει τόν ρεαλιστικό τῆς χαρακτήρα γιά τους παραγωγούς. Ή άνοδος τῶν βρετανικών τιμών — τήν ὁποία τό Συμβούλιο προσεπάθησε νά μετριάσει μέ τόν καθορισμό διαφοροποιημένων τιμών, οἱ όποιες θά συνέκλιναν προοδευτικά εντός τεσσάρων ετών — ήταν, κατά συνέπεια, ἀναπόφευκτη καί επέφερε μία σχετική άνοδο τῶν λοιπών κατά περιοχές τιμών, ὅπως παραδείγματος χάριν ἐκείνων τῆς περιοχής 3<NOTE NOTE.ID="E0004"><P>Κράτη Benelux, Δανία, 'Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.</P></NOTE>. Θά ήταν εξωπραγματικό νά υποτεθεί ὅτι ή επιχειρηματική δραστηριότης ὁρισμένων έμπορων δέν θά ἐθίγετο, πολύ περισσότερο μάλιστα ὅταν ὁρισμένοι ἀπό αυτούς, ὅπως ή ενάγουσα, ἀπέλαυον κατά τό παρελθόν μιας ἀσυνήθως ευνοϊκής οικονομικής καταστάσεως<?PAGE NO="2910"?> λόγω τῶν διάφορων μεταξύ των προγενεστέρων ἐθνικῶν ρυθμίσεων. Ἡ Ἐπιτροπή υπογραμμίζει ἀφ' ἑνός ὅτι ἡ ενάγουσα δέν ἔχει καμμία ἀξίωση πρός διατήρηση αυτής τῆς προηγουμένης καταστάσεως καί ἀφ' έτερου ὅτι, καί ἄν ἀκόμη δέν ἐφηρμόζοντο τα μέτρα πού προβλέπονται στό άρθρο 9 τοῦ κανονισμοί) 1837/80, ὁ μηχανισμός τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς θά εἶχε φέρει την βρετανική τιμή στό 'ίδιο ὕψος μέ τήν μέση τιμή στην ηπειρωτική Ευρώπη, πράγμα πού θά ἔθιγε τήν επιχειρηματική δραστηριότητα τῆς ἐνα-γούσης τουλάχιστον τόσο έντονα ὅσο ή παρούσα, προσωρινή, είσπραξη τοῦ claw-back.</P></NP><NP><NO.P>4.</NO.P><TXT>Τέλος, ἡ 'Επιτροπή διατυπώνει επικουρικῶς ὁρισμένες σκέψεις ὅσον άφορᾶ τίς επιπτώσεις μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου, στην ὁποία, ἐπ' ευκαιρία τῆς προκειμένης υποθέσεως, τό άρθρο 9 τοῦ κανονισμοί) 1837/80 θά εθεωρείτο άκυρο.</TXT><P>Κατά τήν άποψη τῆς 'Επιτροπής, μία τέτοια ἀπόφαση θά εἶχε δυνάμει τοῦ ἄρθρου 176 τῆς συνθήκης ΕΟΚ συνέπειες δεσμευτικές γιά τά κοινοτικά όργανα καί πέρα ἀπό τήν προκειμένη περίπτωση.</P><P>Ή 'Επιτροπή εἶναι μέν πεπεισμένη ὅτι ή παρούσα ἀγωγή δέν θά ευδοκιμήσει, ἀλλ' ἐφιστα, ἐν τούτοις, τήν προσοχή τοῦ Δικαστηρίου στίς οικονομικές καί διοικητικές συνέπειες καί περαιτέρω επιπτώσεις μιας τέτοιας ἀποφάσεως, ἐάν τό Δικαστήριο δέν θά έκανε χρήση τῆς κατά τό άρθρο 174 παράγραφος 2 δυνατότητος ἀναγνωρίζοντας ὅτι τά μέτρα εφαρμογής πού ελήφθησαν κατά τό παρελθόν βάσει των άκυρων διατάξεων δέν θίγονται ἀπό τήν ἀκυρότητα τῶν διατάξεων, ἐπί τῶν ὁποίων βασίζονται.</P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="4"><NO.GR.SEQ>Δ —</NO.GR.SEQ><P>Ή <HT TYPE="ITALIC">κυβέρνηση τῆς Γαλλικής Δημοκρατίας</HT> θεωρεί εσφαλμένο τό ένδικο μέσο πού ἐπέλεξε ἡ ενάγουσα ζητεῖ ἐν τούτοις νά ἀπορριφθεί ἐν πάση περιπτώσει ἡ ἀγωγή ὡς αβάσιμος.</P><NP><NO.P>1.</NO.P><TXT>Ή γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί κατ' ἀρχάς ὅτι τά αἰτήματα τῆς ἀγωγής ἀποβλέπουν, μέσω μιᾶς ἀγωγής ἀποζημιώσεως, στό νά προκαλέσουν ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου ἐπί τοῦ κύρους τοῦ claw-back. Πρός υποστήριξη τῆς θέσεως αυτής προβάλλει ὅτι οἱ ισχυρισμοί ἐπί τῶν ὁποίων βασίζεται ἡ ἀγωγή τείνουν στην ἀπόδειξη τῆς μή νομιμότητος τῆς συμπεριφοράς τῶν κοινοτικών ὀργάνων. Πρόκειται συνεπώς γιά <QUOT.START ID="QS0035" REF.END="QE0035" CODE="00AB"/>συγκεκαλυμμένη<QUOT.END ID="QE0035" REF.START="QS0035" CODE="00BB"/> προσφυγή ἀκυρώσεως, ἡ ὁποία δέν ευρίσκεται σέ συμφωνία μέ τό σύστημα τῶν ενδίκων μέσων τῆς συνθήκης.</TXT><P>Πρέπει πάντως νά σημειωθεί ὅτι ἡ γαλλική κυβέρνηση δέν ζητεί τήν κήρυξη τῆς ἀγωγής ὡς ἀπαραδέκτου.</P></NP><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Ὅσον άφορᾶ τό βάσιμο τῆς ἀγωγής, ή γαλλική κυβέρνηση εκθέτει ὅτι πρόκειται γιά ἀγωγή λόγω ἐξωσυμβατικῆς ευθύνης ή οποία στρέφεται κατά νομοθετικής πράξεως, ἡ έκδοση τῆς ὁποίας προϋποθέτει επιλογές οικονομικῆς πολιτικής. Κατά παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, μία τέτοια αγωγή μόνον τότε θεωρείται ὡς βάσιμη, ὅταν ἀφ' ἑνός προσκομίζεται ἡ ἀπόδειξη ὅτι ἡ ζημιογόνος ενέργεια εἶναι παράνομη καί ἀφ' ἑτερου ὅταν ὁ ενάγων ἀποδεικνύει κατάφωρη παραβίαση ὑπέρτερου κανόνος δικαίου πού προστατεύει τους ιδιώτες. 'Εκτός τῶν προϋποθέσεων αυτών, γιά τήν γένεση ευθύνης τῆς Κοινότητος ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου ἀπαιτεί, πρίν γίνει δεκτό τό αίτημα τῆς ἐναγούσης νά διαπιστώνεται ἄν στην συγκεκριμένη περίπτωση ὑφίσταται ζημία καί ἄν ἡ ζημία προεκλήθη ἀπό τήν συμπεριφορά τῆς Κοινότητος.</TXT><?PAGE NO="2911"?><P>Ή γαλλική κυβέρνηση προσπαθεί ἐν συνεχεία νά ἀποδείξει ὅτι μέ τήν εισαγωγή τοῦ συστήματος τοῦ claw-back τό Συμβούλιο οὔτε παρέβη τήν υποχρέωση αιτιολογήσεως, ούτε παρεβίασε διατάξεις τῆς συνθήκης, Ιδίως εκείνες, μέ τίς όποιες απαγορεύεται ἡ είσπραξη επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος πρός δασμούς στίς ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές.</P><P><LIST TYPE="alpha"><ITEM><NP><NO.P>α)</NO.P><TXT>Ή κατά τό άρθρο 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ υποχρέωση αιτιολογήσεως ἐτηρήθη στην προκειμένη περίπτωση πλήρως. Ή δεύτερη αιτιολογική σκέψη τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 δεικνύει πράγματι σαφῶς ὅτι ή μεταβλητή πριμοδότηση σφαγής πρέπει νά ἀντισταθμίζεται κατά τήν εξαγωγή πρόβειου κρέατος ἀπό τό ἔδαφος τοῦ ενδιαφερομένου κράτους μέλους, διά τῆς εισπράξεως ποσοῦ ισοδυνάμου πρός τήν πριμοδότηση σφαγής, ώστε νά ἀποφευχθούν στρεβλώσεις τοῦ ἀνταγωνισμού, οἱ όποιες θά επηρέαζαν δυσμενώς τήν σταθερότητα τῶν ἀγορών στίς άλλες περιοχές παραγωγής τῆς Κοινότητος.</TXT><P>Ή αιτιολογία αύτη ἀφήνει νά διαφανούν, ὅπως ἀπαιτείται κατά παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἡ συνολική κατάσταση πού ὁδήγησε στην έκδοση τῆς επιμάχου διατάξεως, καθώς καί οἱ γενικοί στόχοι στην ἐπίτευξη τῶν ὁποίων ἀποσκοπεί ἡ διάταξη.</P><P>Ή γαλλική κυβέρνηση εκφράζει ἐπί πλέον σοβαρές ἀμφιβολίες περί τοῦ κατά πόσο ή ενδεχομένη έλλειψη αιτιολογίας μιᾶς κανονιστικής πράξεως γενικής ἰσχύος συνιστά <QUOT.START ID="QS0036" REF.END="QE0036" CODE="00AB"/>κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνος δικαίου πού προστατεύει τους ιδιώτες<QUOT.END ID="QE0036" REF.START="QS0036" CODE="00BB"/>.</P></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>β)</NO.P><TXT>Όσον άφορα τίς παραβάσεις τῆς συνθήκης μέ τήν θέσπιση τοῦ ἄρθρου 9 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, τίς όποιες ἡ ενάγουσα προσάπτει στό Συμβούλιο, ἡ γαλλική κυβέρνηση εἶναι τῆς ἀπόψεως ὅτι τό Συμβούλιο ουδόλως υπερέβη τά ὅρια τά όποια τίθενται ἀπό τήν συνθήκη ή ἀπό τίς γενικές ἀρχές τοῦ δικαίου στην άσκηση τῆς διακριτικής εξουσίας πού παρεσχέθη στίς κοινοτικές ἀρχές στό πλαίσιο τῆς εφαρμογής τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής.</TXT></NP></ITEM></LIST></P><P>Ή μέ τόν κανονισμό 1837/80 δημιουργη-θεῖσα κοινή ὀργάνωση ἀγοράς στόν τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος εἶναι τό ἀποτέλεσμα συμβιβασμοῦ, ὁ όποιος επετεύχθη ἐν ὄψει πολύ διαφορετικών συνθηκών ἀγοράς, χαρακτηριζομένων ἀπό ἀντιτιθέμενες επιλογές οικονομικής πολιτικής, πού έκαναν τά κράτη μέλη πρό τῆς εισαγωγής τοῦ κοινοῦ συστήματος.</P><P>Ἐν όψει αυτής τῆς καταστάσεως τό Συμβούλιο ὤφειλε νά λάβει μία ἀπόφαση πού νά εναρμονίζει τά ουσιώδη συμφέροντα τῶν παραγωγών καί τῶν καταναλωτών, πράγμα πού ἀνάγκασε τόν κοινοτικό νομοθέτη νά δώσει προσωρινώς τό προβάδισμα σέ ορισμένους ἀπό τους κατά τό άρθρο 39 τῆς συνθήκης ΕΟΚ στόχους τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής.</P><P>Γιά νά ληφθοῦν ὑπ' ὔψη οἱ ιδιομορφίες τῶν προηγουμένων εθνικών ἀγορών, τό Συμβούλιο ἐπέλεξε ένα σύστημα μηχανισμών δυναμένων νά προσαρμόζονται κατά περιοχή γιά τήν σταθεροποίηση τῶν ἀγορών, τό όποιο ἀμβλύνετο μέ τήν προοδευτική ἑνοποίηση τῶν τιμών, ώστε νά ἀποφευχθούν <QUOT.START ID="QS0037" REF.END="QE0037" CODE="00AB"/>δραματικές συνέπειες γιά τους παραγωγούς σέ ὁρισμένες περιοχές<QUOT.END ID="QE0037" REF.START="QS0037" CODE="00BB"/>. Τό Δικαστήριο εδέχθη άλλωστε μία τέτοια μέθοδο σταδιακής εφαρμογής κατά τήν εισαγωγή μιᾶς κοινής πολιτικής, ὁπως μαρτυρούν οἱ ἀποφάσεις τῆς <DATE ISO="19770705">5ης 'Ιουλίου 1977</DATE> ἐπί τῆς υποθέσεως <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="114/76" YEAR="1977" PAGE.ECR="1211">114/76 (Bela-Mühle Josef Bergmann KG, Slg. 1977, σ. 1211</REF.DOC.ECR>), τῆς <DATE ISO="19740702">2ας 'Ιουλίου 1974</DATE> ἐπί τῆς υποθέσεως <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="153/73" YEAR="1974" PAGE.ECR="675">153/73 (Holtz &amp; Willemsen GmbH κατά Συμβουλίου καί Ἐπιτροπῆς τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1974, σ. 675)</REF.DOC.ECR> καί τῆς <DATE ISO="19790221">21ης Φεβρουαρίου 1979</DATE> ἐπί τῆς υποθέσεως<?PAGE NO="2912"?> <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="138/78" YEAR="1979" PAGE.ECR="713">138/78 (HansMarkus Stälting, Slg. 1979, σ. 713)</REF.DOC.ECR>, ἐθεώρησε δέ επιτρεπτό, οἱ διάφορες κατ' ιδίαν ρυθμίσεις μιᾶς κοινῆς ὀργανώσεως ἀγορᾶς — ὅπως τά μέτρα γιά την σταθεροποίηση τῶν ἀγορῶν — νά διαφο-ροποιοῦνται προσωρινώς καί νά περιορίζονται γεωγραφικῶς βάσει ἀντικειμενικών κριτηρίων (υπόθεση 153/73, ἀνωτέρω).</P><P>Θεσπίζοντας, κατόπιν επιθυμίας τοῦ 'Ηνωμένου Βασιλείου, μία ρύθμιση γιά την σταθεροποίηση τῶν ἀγορών στηριζομένη στην μέθοδο τοῦ deficiency payment σέ συνδυασμό μέ την είσπραξη τοῦ claw-back κατά την εξαγωγή ἀπό την ἐν λόγω περιοχή παραγωγής, τό Συμβούλιο δέν εισήγαγε καμμία επιβάρυνση ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός δασμούς στίς ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές. 'Απεναντίας, ηθέλησε νά εμποδίσει τήν αιφνίδια άνοδο τῶν τιμών καταναλωτοῦ στην σημαντικότερη ἀγορά τῆς Κοινότητος καί τίς, δυνάμενες νά επιφέρουν διαταραχές, επιπτώσεις αὐτοῦ τοῦ κατά περιοχές εφαρμοζομένου συστήματος στην φυσική διαμόρφωση τῶν τιμών στίς λοιπές ἀγορές τῆς Κοινότητος.</P><P>Ή γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί σχετικώς ὅτι οἱ λόγω αυτών τῶν ἀντικειμενικών διαφορών δύο μηχανισμοί σταθεροποιήσεως πού προβλέπονται ἀπό τόν κανονισμό 1837/80 — δηλαδή ἡ παρέμβαση ἀφ᾽ ενός καί ἡ μεταβλητή πριμοδότηση σφαγής ἀφ᾽ έτερου — ἀποκλείονται ἀμοιβαίως καί έχουν ἀντίθετο τρόπο λειτουργίας. Ή παρέμβαση <HT TYPE="ITALIC">'έχει</HT> δηλαδή τήν τάση νά ὠθεῖ τίς τιμές τῆς ἀγοράς πρός τά άνω, ἐνῶ ή πριμοδότηση σφαγής τίς τιμές καταναλωτού πρός τά κάτω. Πρός ἀποφυγή ἀμοιβαίων διαταράξεων τῶν διαφόρων κατά περιοχές ἀγορών, εἶναι συνεπώς ἀπαραίτητο νά διαχωρισθοῦν τά δύο αυτά συστήματα σταθεροποιήσεως διά τῆς εισπράξεως τοῦ claw-back κατά τήν εξαγωγή προβειου κρέατος ἀπό μία περιοχή παραγωγής σέ μία άλλη. Ἡ μή ἀντιστάθμιση τῆς καταβολής τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής διά τῆς εισπράξεως τοῦ claw-back θά εἶχε ὡς συνέπεια τήν επιδότηση τῶν εξαγωγών ἀπό τό 'Ηνωμένο Βασίλειο καί έτσι θά ὁδηγούσε σέ πτώση τῶν τιμών — καί κατά συνέπεια τοῦ εισοδήματος τῶν παραγωγών — στίς ἀγορές τῆς ηπειρωτικής Ευρώπης, θά προκαλούσε δέ ἐπίσης τήν λήψη μέτρων παρεμβάσεως τά όποια θά ήταν δαπανηρά γιά τόν κοινοτικό προϋπολογισμό καί θά εὐνοοῦσαν τό βρετανικό κρέας, πού ήδη εἶχε τύχει πριμοδοτήσεως παραγωγής, τήν ὁποία κατέβαλε ἡ Κοι-νότης.</P><P>Τό γεγονός ὅτι τό σύστημα λειτουργεί ὡς ενίσχυση τῶν εξαγωγών επιβεβαιώνεται ἐξ άλλου μέ τήν ἀπόφαση τῶν κοινοτικών ὀργάνων νά ανασταλεί ἡ είσπραξη τοῦ claw-back στίς εμπορικές συναλλαγές μέ τρίτες χώρες, ὥστε νά διατηρηθούν οἱ παραδοσιακές εξαγωγές τοῦ βρετανικοῦ πρόβειου κρέατος. Τό claw-back συνιστά συνεπώς στίς ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές τό ἀναγκαίο συμπλήρωμα τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής, ἡ οποία χωρίς τό συμπλήρωμα αυτό θα προκαλοῦσε σοβαρές διαταραχές στην λειτουργία τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς. Τό claw-back δέν δύναται ὡς ἐκ τούτου νά θεωρηθεί ὡς επιβάρυνση ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός δασμούς.</P><P>Ή είσπραξη τοῦ claw-back επιτρέπει τέλος τήν εξίσωση τῶν ὅρων τοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξύ τῶν παραγωγών τῶν διαφόρων περιοχών τῆς Κοινότητος διά τῆς επαναφοράς τῆς τιμής τῶν προϊόντων, υπέρ τῶν ὁποίων εἶχε καταβληθεί μεταβλητή πριμοδότηση σφαγής τουλάχιστον στό ὕψος τοῦ <QUOT.START ID="QS0038" REF.END="QE0038" CODE="00AB"/>κατευθυντηρίου επιπέδου<QUOT.END ID="QE0038" REF.START="QS0038" CODE="00BB"/>, δηλαδή 85 % τῆς ενιαίας τιμής βάσεως.</P><P>Ή γαλλική κυβέρνηση θεωρεί συνεπώς ὅτι τό claw-back, ὡς κύριο στοιχείο τῆς νεοδη-μιουργηθείσης κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς, είναι ἐν πάση περιπτώσει σύμφωνο πρός τήν συνθήκη, καθώς ἐξ άλλου καί πρός τό σύνολο τῶν διατάξεων τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγοράς, ἡ ὁποία</P><?PAGE NO="2913"?><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>διά τῆς παρεμβάσεως (άρθρο 6) ἤ τῆς μεταβλητῆς πριμοδοτήσεως σφαγῆς (άρθρο 9) εξασφαλίζει ἕνα δίκαιο εισόδημα στους παραγωγούς,</P></ITEM><ITEM><P>σταθεροποιεί τίς ἀγορές καί μέσω τοῦ claw-back ἀποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ τῶν παράγωγων,</P></ITEM><ITEM><P>εξασφαλίζει ὅρούς ἀναλόγους πρός εκείνους πού υπάρχουν σέ μία ἐθνική ἀγορά, συμβάλλοντας κατά τό μέτρο τοῦ δυνατοῦ στην ὁμοιομορφία των τιμῶν.</P></ITEM></LIST></P><P>Ἐπ' αὐτοῦ, πρέπει κατά την άποψη τῆς γαλλικής κυβερνήσεως νά υπογραμμισθεί ὅτι ἡ είσπραξη τοῦ claw-back δέν επέδρασε ἐπί τῆς καταστάσεως τῆς βρετανικής ἀγορᾶς. 'Από τίς προσαχθεῖσες στατιστικές γιά τό έτος 1980/81 συνάγεται πράγματι ὅτι ἄν καί ἡ βρετανική παραγωγή συνολικῶς ἐμειώθη (—21000 τόννοι έναντι τοῦ προηγουμένου έτους), οἱ εξαγωγές τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου πρός τίς άλλες ἀγορές τῆς Κοινότητος ηὐξήθησαν ἐν τούτοις σημαντικά (+ 14 ο/ο τόν 'Ιανουάριο τοῦ 1981, δηλαδή <FT TYPE="NUMBER">4700</FT> τόννοι έναντι <FT TYPE="NUMBER">4192</FT> τόννων τόν 'Ιανουάριο τοῦ 1980), καί ιδίως μάλιστα οἱ εξαγωγές πρός τήν Γαλλία (<FT TYPE="NUMBER">5620</FT> τόννοι κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες τοῦ 1981 έναντι 83 τόννων κατά τήν ἀντίστοιχη περίοδο τοῦ 1980). Ή εξέλιξη αυτή εἶναι ἀξιοσημείωτη, ἄν ληφθούν ὑπ' ὄψη ἡ κατάργηση τοῦ deficiency payment (γιά τό όποιο δέν ὑπήρχε ἀντισταθμιστική καταβολή κατά τήν εξαγωγή) καί ἡ μεγάλη ἀνατίμηση τῆς λίρας στερλίνας πού συνέβη κατ' αὐτό τό χρονικό διάστημα. Κατά τήν άποψη τῆς γαλλικῆς κυβερνήσεως, ἡ εξέλιξη αυτή τῆς βρετανικῆς ἀγορᾶς ἀποδεικνύει τήν ουδετερότητα τοῦ claw-back ἀναφορικά πρός τίς ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές. Βεβαίως, ἀπό τοῦ Φεβρουαρίου 1981 διαπιστώνεται μία ὁρισμένη πτώση τῶν βρετανικών εξαγωγών. Πρέπει ὅμως νά παρατηρηθεί ὅτι οἱ εξαγωγές πρός τρίτες χώρες εμειώθησαν περισσότερο (— 39 %) ἀπό ὅ,τι οἱ εξαγωγές πρός τά άλλα κράτη μέλη (—36 %), καί ὅτι ἡ πτώση αὐτή έχει δύο αἰτιες πού ανάγονται στην οικονομική συγκυρία, δηλαδή τήν μείωση τῆς βρετανικής παραγωγής ἀφ' ενός καί τῶν εισαγωγών ἀπό τήν Νέα Ζηλανδία ἀφ' ἑτερου (τουλάχιστον — <FT TYPE="NUMBER">40000</FT> τόννοι κατά τό οἰκονομικό έτος 1980/81), πράγμα πού ὁδήγησε στην αύξηση τῆς καταναλώσεως εντοπίου πρόβειου κρέατος.</P><P>Ή γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί ἀπεναντίας ὅτι ἡ εφαρμογή τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς μετέβαλε αισθητά τά εμπορικά ρεύματα τοῦ βρετανικού κρέατος εντός τῆς Κοινότητος. Ή αιτία τῆς μεταβολής αυτής έγκειται στό άνοιγμα τῆς γαλλικής ἀγορᾶς γιά ἀπ' ευθείας εισαγωγές ἀπό τό 'Ηνωμένο Βασίλειο, μέ τήν ὁποία ετέθη τέλος στίς εισαγωγές τῶν προϊόντων αυτών μέσω τῶν παρακαμπτηρίων τῆς 'Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τῆς Γερμανίας ἡ τῶν χωρών τῆς Benelux. Αὐτό ὁδήγησε σέ πτώση τῶν παραδοσιακών δραστηριοτήτων ὁρισμένων έμπορων, ὅπως τῆς ἐναγούσης. 'Αλλά ούτε τό κοινοτικό δίκαιο ούτε ἡ νομολογία τοῦ Δικαστηρίου υποχρεώνουν τά όργανα τῆς Κοινότητος νά εξασφαλίζουν κατά τήν διαμόρφωση ἡ τήν εφαρμογή μιᾶς κοινής γεωργικής πολιτικής τήν διατήρηση παραδοσιακών εμπορικών σχέσεων πού εἶχαν δημιουργηθεί ὑπό προγενέστερες συνθήκες τῆς ἀγοράς πρό τῆς εφαρμογής τοῦ κοινοῦ συστήματος (ἀποφάσεις τῆς <DATE ISO="19731113">13ης Νοεμβρίου 1973</DATE> ἐπί τῶν συ-νεκδικασθεισῶν υποθέσεων <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="63/72—69/72" YEAR="1973" PAGE.ECR="1229">63 μέχρι 69/72, Wilhelm Werhahn Hansamühle καί λοιποί κατά Συμβουλίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1973, σ. 1229</REF.DOC.ECR>, καί τῆς <DATE ISO="19760602">2ας 'Ιουνίου 1976</DATE> ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="56/74—60/74" YEAR="1976" PAGE.ECR="711">56 μέχρι 60/74, Kurt Kampffmeyer Mühlenvereinigung KG καί λοιποί κατά Ἐπιτροπῆς καί Συμβουλίου τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1976, σ. 711</REF.DOC.ECR>).</P></NP><?PAGE NO="2914"?><NP><NO.P>3.</NO.P><TXT>Ὅσον άφορᾶ τό ζήτημα έάν πράγματι επήλθε ἡ ζημία, την ὁποία ισχυρίζεται ὅτι υπέστη ἡ ενάγουσα, ἡ γαλλική κυβέρνηση θεωρεί ὅτι ἡ ενάγουσα δέν ἀπέδειξε, έστω καί μόνον ἐκ πρώτης ὄψεως, οὔτε ὅτι ή ζημία τήν ὁποία ισχυρίζεται ὅτι υπέστη πράγματι επήλθε, ούτε ὅτι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ τῆς συμπεριφοράς ἡ ὁποία προσάπτεται στά ὄργανα καί τῆς υποτιθεμένης ζημίας. Κατά παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, δέν εἶναι, συνεπῶς, ἀναγκαίος ὁ έλεγχος τῆς νομι-μότητος τῶν ἀμφισβητουμένων μέτρων ἀπό τό Δικαστήριο καί ἡ ἀγωγή πρέπει νά ἀπορριφθεί ὡς ἀβάσιμος.</TXT><P>Κατά τήν άποψη τῆς γαλλικής κυβερνήσεως, ἡ ενάγουσα περιορίζεται νά προσάψει στό Συμβούλιο ὅτι τήν έφερε σέ κατά-σταη ὀλιγότερο ευνοϊκή ἀπό εκείνη, στην ὁποία εὑρίσκετο προηγουμένως. Ἀπό τίς ἀποφάσεις ὅμως τοῦ Δικαστηρίου ἐπί των συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων 63 μέχρι 69/72 καί 56 μέχρι 60/74, πού ήδη ἀνεφέρθησαν, καθώς καί ἀπό τήν ἀπόφαση τῆς 4ης Ὀκτωβρίου 1979 ἐπί τῆς υποθέσεως <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="238/78" YEAR="1979" PAGE.ECR="2955">238/78 (Ireks-Arkady GmbH κατά Συμβουλίου καί Ἐπιτροπῆς τῶν Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων, Slg. 1979, σ. 2955)</REF.DOC.ECR> συνάγεται ὅτι ένας ἐπιχειρηματίας δέν δύναται νά προσφύγει στό Δικαστήριο γιά νά ἐπιτύχει, ὑπό τό πρόσχημα αιτήματος πρός κήρυξη τῆς ἀκυρότητος μιᾶς κοινοτικής ρυθμίσεως, τήν διατήρηση κεκτημένων καταστάσεων πού εἶναι γιά αυτόν μέν οικονομικῶς συμφέρουσες, επιζήμια ὅμως ἀπό τήν ἀποψη τοῦ γενικού συμφέροντος.</P><P>Ἐπί πλέον, ἡ παρούσα ἀγωγή δέν δύναται νά ὁδηγήσει σέ ἀποκατάσταση τῆς ζημίας, διότι ἡ ενάγουσα δέν ἀπέδειξε οὐτε ὅτι ή ζημία τήν ὁποία υπέστη υπερβαίνει τά λογικά ὅρια εντός τῶν ὁποίων οἱ ιδιῶτες ὀφείλουν νά ἀνέχονται χωρίς ἀξίωση ἀποζημιώσεως ὁρισμένες βλαπτικές συνέπειες, έστω καί άκυρων κοινοτικών κανονισμών ἐπί τῶν οικονομικών τους συμφερόντων καί ὅτι συνεπώς ἡ ζημία είναι δυσανάλογη, ούτε ὅτι ἡ δυσαναλογία αυτή βλάπτει τό γενικό συμφέρον καί ὄχι ἀπλώς τό ἀτομικό τῆς συμφέρον, ὅπως ἀπαιτείται κατά τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου (ἀποφάσεις τῆς <DATE ISO="19791205">5ης Δεκεμβρίου 1979</DATE> ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="116/77+124/77" YEAR="1979" PAGE.ECR="3497">116 καί 124/77, G. R. Amylum NV καί Tunnel Refineries Limited κατά Συμβουλίου καί 'Επιτροπής τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1979, σ. 3497</REF.DOC.ECR>, καί τῆς <DATE ISO="19780525">25ης Μαΐου 1978</DATE> ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν υποθέσεων <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="83/76+94/76+4/76+15/77+40/77" YEAR="1978" PAGE.ECR="1209">83 καί 94/76, 4, 15 καί 40/77, Bayerische HNL Vermehrungsbetriebe GmbH &amp; Co. KG καί λοιποί κατά Συμβουλίου καί Ἐπιτροπής τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Slg. 1978, σ. 1209</REF.DOC.ECR>, καθώς καί συνεκδικασθεῖσες υποθέσεις 63 μέχρι 69/72, ἀνωτέρω).</P></NP></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P>ΙV —</NO.P><TXT>Προφορική διαδικασία</TXT></NP></TI></TITLE><P>Στην συνεδρίαση τῆς <DATE ISO="19820505">5ης Μαΐου 1982</DATE>, ἀγόρευσαν ἡ επιχείρηση Julius Kind KG, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν δικηγόρο Dietrich Ehle, τό Συμβούλιο τῶν Εὐρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο ἀπό τόν Bernhard Schloh, επικουρούμενο ἀπό τόν Arthur Brautigam ὡς ἀναπληρωτή του, ή 'Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν Jörn Sack, καί ή κυβέρνηση τῆς Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη ἀπό τόν Noël Museux, ἀναπληρωτή διευθυντή τῆς νομικής υπηρεσίας τοῦ υπουργείου εξωτερικών, επικουρούμενο ἀπό τόν Alexandre Carnelutti ὡς ἀναπληρωτή του.</P><P>Ό γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του στην συνεδρίαση τῆς 9ης 'Ιουνίου 1982.</P></GR.SEQ></GR.SEQ><?PAGE NO="2915"?><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Σκεπτικό</P></TI></TITLE><NP><NO.P>1</NO.P><TXT>Μέ δικόγραφο πού περιῆλθε στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς <DATE ISO="19810504">4 Μαΐου 1981</DATE>, ἡ επιχείρηση μεταφορών κρέατος Julius Kind KG, Grevenbroich (Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας) ἤγειρε, δυνάμει τῶν άρθρων 178 καί 215, παράγραφος 2 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, κατά τῆς Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος ἀγωγή περί ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας, ἡ ὁποία προεκλήθη στίς εισαγωγές της ἀμνών ἀπό τό Ἡνωμένο Βασίλειο ἀπό τό άρθρο 9, παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 τοῦ Συμβουλίου, τῆς <DATE ISO="19800627">27ης 'Ιουνίου 1980</DATE>, περί κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στον τομέα τοῦ προβειου καί αἰγείου κρέατος (ΕΕ, εἰδ. ἔκδ., 03/029, σ. 150) καί στίς εξαγωγές τῆς ἡ τίς δυνατότητες εξαγωγών πρός τρίτες χῶρες ἀπό τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοί) 3191/80 τῆς Ἐπιτροπής, τῆς <DATE ISO="19801209">9ης Δεκεμβρίου 1980</DATE>, περί μεταβατικών μέτρων γιά την μή ἀνάκτηση τῆς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής ἐπί προϊόντων τοῦ τομέως τοῦ πρόβειου καί αἰγείου κρέατος, τά όποια εξάγονται έκτός τῆς Κοινότητος (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="332" DATE.PUB="1980" PAGE.FIRST="14">ABI. L 332, σ. 14</REF.DOC.OJ>).</TXT></NP><NP><NO.P>2</NO.P><TXT>Ή ενάγουσα ζητεί ἀποζημίωση ύψους <FT TYPE="NUMBER">375000</FT> γερμανικών μάρκων γιά την ζημία, την ὁποία ισχυρίζεται ὅτι υπέστη μεταξύ τῆς <DATE ISO="19801020">20ής 'Οκτωβρίου 1980</DATE>, ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ πρόβειου καί αἰγείου κρέατος, καί τῆς <DATE ISO="19810331">31ης Μαρτίου 1981</DATE>, εντόκως πρός 10% ἀπό τῆς ἐγέρσεως τῆς ἀγωγής. Περαιτέρω ζητεῖ νά ἀναγνωρισθεί ὅτι ἔχει δικαίωμα ἀποκαταστάσεως τῆς ζημίας, τήν ὁποία ὑφίσταται μετά την <DATE ISO="19810331">31η Μαρτίου 1981</DATE>.</TXT></NP><NP><NO.P>3</NO.P><TXT>Πρός ὑποστήριξη τῆς ἀγωγής ἀποζημιώσεως, ἡ επιχείρηση Julius Kind επικαλείται τό παράνομο τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 τοῦ Συμβουλίου, καθώς καί τοῦ κανονισμοῦ 3191/80 τῆς 'Επιτροπής.</TXT></NP><NP><NO.P>4</NO.P><TXT>Πρό τῆς ενάρξεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, οἱ ἀγορές πρόβειου κρέατος εντός τῆς Κοινότητος διέφεραν σημαντικά κατά κράτη μέλη. 'Οπως εκθέτει ἡ ενάγουσα, ἡ κατάσταση αυτή τῆς επέτρεψε νά εισάγει πρόβειο κρέας ἀπό τό 'Ηνωμένο Βασίλειο σέ ἐμπορικῶς συμφέρουσες τιμές λόγω τῆς γεωργικής πολιτικής πού ἀκολουθούσε αυτό τό κράτος μέλος καί ἰδίως τῆς ενισχύσεως, τήν ὁποία κατέβαλλε στους παραγωγούς του (ἐφ' έξῆς <QUOT.START ID="QS0039" REF.END="QE0039" CODE="00AB"/>deficiency payment<QUOT.END ID="QE0039" REF.START="QS0039" CODE="00BB"/>).</TXT></NP><?PAGE NO="2916"?><NP><NO.P>5</NO.P><TXT>Ή κατά τό 1980 δημιουργηθεῖσα κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς επιδιώκει τήν σταδιακή προσέγγιση τῶν ἀγορῶν τῶν διαφόρων περιοχών τῆς Κοινότητος, ὥστε νά ἀπολήξει σέ ενιαία ἀγορά καί σέ σύστημα ενιαίων τιμῶν. Ό κανονισμός 1837/80 κατανέμει τά κράτη μέλη τῆς Κοινότητος σέ πέντε περιοχές, μετά δέ τήν ένταξη τῆς Ελλάδος σέ έξι, δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ 3446/80, γιά κάθε μία ἀπό τίς ὁποιες καθορίζεται ιδία τιμή ἀναγωγής. Αυτή ἡ τιμή ἀναγωγής χρησιμεύει στόν ὑπολογισμό τῆς πριμοδοτήσεως ἀνά προβατίνα, πού προβλέπεται στό ἄρθρο 5 τοῦ κανονισμοῦ <QUOT.START ID="QS0040" REF.END="QE0040" CODE="00AB"/>γιά νά ἀντιμετωπισθεί ἡ ἀπώλεια εἰσοδήματος ή ὁποία δύναται νά προκύψει ἀπό τήν δημιουργία τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς<QUOT.END ID="QE0040" REF.START="QS0040" CODE="00BB"/>. Τό άρθρο 3, παράγραφος 4, στοιχείο β) προβλέπει, πάντως, μετά τήν παρέλευση μεταβατικής περιόδου τεσσάρων ετών τήν καθιέρωση ενιαίας κοινοτικής τιμής ἀναγωγής.</TXT></NP><NP><NO.P>6</NO.P><TXT>Ό κανονισμός 1837/80 καθορίζει μία ενιαία τιμή βάσεως γιά ὁλόκληρη τήν Κοινότητα διαφοροποιημένη ἀναλόγως τῆς ἐποχής. Βάσει αυτής τῆς τιμής βάσεως δύνανται νά ληφθοῦν μέτρα παρεμβάσεως κατά τά άρθρα 6 έως 9. 'Εκτός της καταβολής ενισχύσεων στην ιδιωτική ἀποθεματοποίηση, τά κράτη μέλη δύνανται νά ἐπιλέξουν μεταξύ δύο συστημάτων παρεμβάσεως, δηλαδή τῆς ἀγορᾶς νωποῦ πρόβειου κρέατος ἀπό τους ὀργανισμούς παρεμβάσεως ἡ τῆς καταβολής μιᾶς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής.</TXT></NP><NP><NO.P>7</NO.P><TXT>Τέλος, μέ τό άρθρο 17 τοῦ κανονισμοῦ εξουσιοδοτείται ὑπό ὁρισμένες προϋποθέσεις τό Συμβούλιο νά θεσπίζει τους γενικούς κανόνες γιά τήν χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής, οἱ όποιες εἶναι ἴδιες γιά ὁλόκληρη τήν Κοινότητα.</TXT></NP><NP><NO.P>8</NO.P><TXT>Στό γενικό πλαίσιο τῆς ρυθμίσεως αυτής, οἱ διατάξεις κατά τῶν ὁποίων στρέφεται ἡ επιχείρηση Kind διαγράφονται ὡς ἀκολούθως.</TXT></NP><NP><NO.P>9</NO.P><TXT>Κατά τό άρθρο 9, παράγραφος 1, τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, στίς περιοχές στίς όποιες δέν πραγματοποιοῦνται ἀγορές ἀπό τους ὀργανισμούς παρεμβάσεως <QUOT.START ID="QS0041" REF.END="QE0041" CODE="00AB"/>τό ή τά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη δύνανται νά χορηγήσουν μεταβλητή πριμοδότηση γιά τήν σφαγή προβατοειδῶν, ὅταν οἱ τιμές πού διαπιστώνονται στην ή στίς ἀντιπροσωπευτικές ἀγορές τοῦ ἡ τῶν ἐνδιαφερομένων κρατών μελών εἶναι κατώτερες ἑνός κατευθυντηρίου επιπέδου πού παριστά τό 85 ο/ο τῆς τιμής βάσεως. Αυτό τό κατευθυντήριο επίπεδο καθορίζεται κατά εποχή κατά τόν ἴδιο τρόπο ὅπως ἡ τιμή βάσεως<QUOT.END ID="QE0041" REF.START="QS0041" CODE="00BB"/>. Κατά τό άρθρο 9, παράγραφος 2, τό ποσό τῆς πριμοδοτήσεως αυτής εἶναι 'ίσο μέ τήν διαφορά μεταξύ τοῦ κατευθυντηρίου ἐπιπέδου<?PAGE NO="2917"?> καί τῆς τιμῆς τῆς ἀγορας πού διαπιστώνεται στό ἡ στά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Ή παράγραφος 3 τοῦ ὡς άνω άρθρου, κατά τῆς ὁποίας ιδιαιτέρως στρέφεται ἡ επιχείρηση Julius Kind, ὁρίζει ὅτι λαμβάνονται τά ἀναγκαία μέτρα, ώστε σέ περίπτωση καταβολῆς τῆς πριμοδοτήσεως πού ἀναφέρεται στην παράγραφο 1, νά εισπράττεται ποσό ισοδύναμο πρός τό ποσό τῆς πριμοδοτήσεως ὅταν τά προϊόντα πού ἀναφέρονται στό άρθρο 1, στοιχείο α), εξέρχονται ἀπό τό έδαφος τοῦ ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Τό ποσό αυτό πού εισπράττεται κατά τήν εξαγωγή καί ἀντιστοιχεί πρός τό ποσό πριμοδοτήσεως σφαγῆς ἀποκαλείται κοινῶς <QUOT.START ID="QS0042" REF.END="QE0042" CODE="00AB"/>claw-back<QUOT.END ID="QE0042" REF.START="QS0042" CODE="00BB"/>. Τέλος, κατά τό άρθρο 9, παράγραφος 5, οἱ δαπάνες πού πραγματοποιοῦνται στό πλαίσιο τοῦ συστήματος αὐτοῦ θεωροῦνται ὡς μέτρα παρεμβάσεως γιά τήν εξομάλυνση τῶν γεωργικῶν ἀγορών.</TXT></NP><NP><NO.P>10</NO.P><TXT>Ό κανονισμός 3191/80 τῆς Ἐπιτροπῆς προβλέπει κυρίως ὅτι, κατά παρέκκλιση ἀπό τό άρθρο 9, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, τό claw-back δέν εισπράττεται κατά τήν χρονική περίοδο ἀπό <DATE ISO="19801210">10ης Δεκεμβρίου 1980</DATE> μέχρι <DATE ISO="19810331">31ης Μαρτίου 1981</DATE> ἐπί τῶν εξαγωγών τῶν ἐν λόγω προϊόντων έκτός τῆς Κοινότητος.</TXT></NP><NP><NO.P>11</NO.P><TXT>Κατά τήν άποψη τῆς ἐναγούσης, οἱ ὡς άνω διατάξεις μετέβαλαν τήν οικονομική της κατάσταση. Τό claw-back καθ᾿ ἑαυτό, καθώς καί τό ὕψος του ηοξησαν τίς τιμές εξαγωγής τοῦ κρέατος ἀπό τό Ἡνωμένο Βασίλειο. Ό κύκλος εργασιών τῆς ἐναγούσης ὡς ἐκ τούτου ἐμειώθη, οἱ δέ δαπάνες τῆς έπρεπε νά καλυφθοῦν μέ μικρότερο ἀριθμό εμπορικών συναλλαγών, δεδομένου ὅτι ἕνα τμήμα τῶν πελατών τῆς δέν ήταν πλέον διατεθειμένο, λαμβανομένης ὑπ᾿ ὄψη τῆς εξελίξεως τῶν τιμών, νά προβεί σέ περαιτέρω ἀγορές. 'Επί πλέον, ἡ ενάγουσα προσάπτει στην 'Επιτροπή ὅτι δέν ἀνέστειλε τήν εἴσπραξη τοῦ claw-back ἐπί τῶν εξαγωγών προς κράτη μέλη τῆς Κοινότητος καί ὅτι πρακτικώς τήν ἀπέκλεισε ἀπό τίς ἀγορές τῶν τρίτων χωρών, γιά τίς όποιες βάσει τοῦ κανονισμοῦ 3191/80 εἶναι περισσότερο συμφέρων ὁ ἀπ᾿ ευθείας ἐφοδιασμός σέ πρόβειο κρέας στό Ἡνωμένο Βασίλειο.</TXT></NP><NP><NO.P>12</NO.P><TXT>Ἐν προκειμένω, τίθεται ὑπό ἀμφισβήτηση μία επιλογή οικονομικής πολιτικής, ή ὁποία ἐξεφράσθη μέ κανονιστικές πράξεις τῶν κοινοτικών ὀργάνων. Κατά παγία νομολογία τοῦ Δικαστηρίου, ἀπό τέτοιες πράξεις δύναται νά γεννηθεί ευθύνη τῆς Κοινότητος μόνον ἄν υφίσταται κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνος δικαίου πού προστατεύει τους ιδιώτες. Λαμβανομένων ὑπ᾿ ὄψη τῶν ἀρχων πού ισχύουν στίς έννόμους τάξεις τῶν κρατών μελών, ὅσον άφορᾶ τήν<?PAGE NO="2918"?> ευθύνη τῆς δημοσίας εξουσίας γιά ζημίες, τίς όποιες υπέστησαν ἰδιώτες άπό κανονιστικές πράξεις, τό Δικαστήριο εδέχθη ὅτι σέ έναν τομέα τοῦ κοινοτικού δικαίου, πού χαρακτηρίζεται ἀπό ευρεία διακριτική εξουσία, ἀπαραίτητη γιά την εφαρμογή τῆς κοινῆς γεωργικῆς πολιτικής, ευθύνη τῆς Κοινότητος δύναται να γεννηθεί μόνον κατ' εξαίρεση, ἄν τό ἐνεργούν όργανο υπερβεῖ προφανῶς καί βαρέως τά ὅρια τῶν εξουσιῶν του.</TXT></NP><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>'Επί τῶν λόγων πού στηρίζονται στην ἀποδιδομένη παρανομία τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Συμβουλίου</P></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><P>Ἐπί τῆς αιτιολογίας τον κανονισμοῦ</P></TI></TITLE><NP><NO.P>13</NO.P><TXT>Ή επιχείρηση Julius Kind προσάπτει στό Συμβούλιο ὅτι δέν αιτιολόγησε επαρκώς την θέσπιση τοῦ συστήματος παρεμβάσεως πού καθορίζεται στό άρθρο 9 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, καί ἰδίως τοῦ συστήματος claw-back.</TXT></NP><NP><NO.P>14</NO.P><TXT>Ό λόγος αυτός πρέπει νά ἀπορριφθεί. Πράγματι, στό πλαίσιο τοῦ συστήματος παροχῆς έννόμου προστασίας, ἡ αιτιολόγηση τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων ἔχει ὡς σκοπό νά καταστήσει δυνατή στό Δικαστήριο τήν κατά τό άρθρο 173 της συνθήκης ΕΟΚ άσκηση τοῦ έλεγχου τῆς νομιμότητος υπέρ τῶν προσώπων, στά όποια ἡ συνθήκη παρέχει τήν δυνατότητα ἀσκήσεως αὐτής τῆς προσφυγής. 'Αντιθέτως, ενδεχόμενες ελλείψεις τῆς αιτιολογίας μιᾶς κανονιστικής πράξεως δέν δύνανται νά γεννήσουν ευθύνη τῆς Κοινότητος.</TXT></NP><NP><NO.P>15</NO.P><TXT>Ἐπί πλέον, στην προκειμένη περίπτωση ἡ αιτιολογία τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 ἀνταποκρίνεται στίς ἀπαιτήσεις τοῦ ἄρθρου 190 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Στην δεύτερη αιτιολογική σκέψη εκτίθενται σαφώς οἱ διάφορες μορφές τῶν μέτρων παρεμβάσεως ὑπέρ τῶν παραγωγών πρόβειου κρέατος, καθώς καί οἱ λόγοι, οἱ όποιοι τά υπαγορεύουν. Στήν ἴδια αιτιολογική σκέψη ἀναφέρεται περαιτέρω ρητώς ὅτι πρός ἀποφυγή <QUOT.START ID="QS0043" REF.END="QE0043" CODE="00AB"/>στρεβλώσεων τοῦ ἀνταγωνισμοῦ<QUOT.END ID="QE0043" REF.START="QS0043" CODE="00BB"/>, σέ περίπτωση εξαγωγής κρεάτων καί ζώντων ζώων ἀπό τό ἔδαφος κράτους μέλους, στους παραγωγούς τοῦ ὁποίου καταβάλλεται μεταβλητή πριμοδότηση σφαγής, πρέπει νά εισπράττεται ποσό ἴσο πρός τήν πριμοδότηση αυτή.</TXT></NP></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>'Επί τῶν λοιπών λόγων</P></TI></TITLE><NP><NO.P>16</NO.P><TXT>Μέ τους τρεις περαιτέρω λόγους, ἡ επιχείρηση Julius Kind ισχυρίζεται ὅτι οἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 καί ιδίως τῆς παραγράφου 3, πού θεσπίζει τό σύστημα claw-back,</TXT><?PAGE NO="2919"?><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>προσκρούουν στην διατυπουμένη στά άρθρα 9, 12, 13 καί 16 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ἀπαγόρευση επιβολῆς επιβαρύνσεων ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός δασμούς στις ενδοκοινοτικές ἀνταλλαγές,</P></ITEM><ITEM><P>παραβαίνουν την υποχρέωση πού τίθεται ἀπό τό άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ γιά τήν κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς, περί ἀποκλεισμοί) κάθε διακρίσεως μεταξύ παραγωγῶν ἤ καταναλωτών εντός τῆς Κοινότητος,</P></ITEM><ITEM><P>παραβαίνουν τέλος τήν διάταξη τοῦ ἄρθρου 43 παράγραφος 3, στοιχείο β), της συνθήκης ΕΟΚ, κατά τήν ὁποία ἡ κοινή ὀργάνωση ἀγορᾶς πρέπει νά εξασφαλίζει στίς ἀνταλλαγές στό εσωτερικό τῆς Κοινότητος ορούς ἀναλόγους μέ εκείνους πού υπάρχουν σέ μία εθνική ἀγορά.</P></ITEM></LIST></P></NP><NP><NO.P>17</NO.P><TXT>'Αν καί οἱ αιτιάσεις αυτές διαφέρουν κατά τήν διατύπωση καί στηρίζονται σέ διαφορετικές διατάξεις τῆς συνθήκης, θέτουν, ἐν τούτοις, ὅλες ὑπό ἀμφισβήτηση, γιά παρόμοιους λόγους, τό σύστημα τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ πρόβειου καί αἰγείου κρέατος, ὅπως αυτό συνάγεται ἀπό τόν κανονισμό 1837/80 τοῦ Συμβουλίου. 'Ορισμένες γενικές διαπιστώσεις καθιστούν δυνατή τήν διασαφήνιση τῆς ἐκτάσεως τῶν παραβάσεων, τίς όποιες επικαλείται ἡ ενάγουσα καί κατά συνέπεια, τήν ἀπάντηση ἐπί τῶν αιτιάσεων.</TXT></NP><NP><NO.P>18</NO.P><TXT>Ή ἐκδηλούμενη στίς αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμοί) 1837/80 βούληση τοῦ Συμβουλίου <QUOT.START ID="QS0044" REF.END="QE0044" CODE="00AB"/>γιά τήν επίτευξη τῶν στόχων τοῦ ἄρθρου 39 τῆς συνθήκης καί ιδίως γιά τήν σταθεροποίηση τῶν ἀγορών καί τήν εξασφάλιση ἑνός δικαίου βιοτικοῦ επιπέδου στόν γεωργικό πληθυσμό<QUOT.END ID="QE0044" REF.START="QS0044" CODE="00BB"/> καί γιά τήν πραγματοποίηση <QUOT.START ID="QS0045" REF.END="QE0045" CODE="00AB"/>μιας κοινῆς ἀγορᾶς στηριζομένης σέ κοινό σύστημα τιμῶν<QUOT.END ID="QE0045" REF.START="QS0045" CODE="00BB"/>, εκφράζεται μέ τόν καθορισμό ἑνιαίας τιμής βάσεως γιά νωπά ἡ διατηρημένα δι' ἁπλής ψύξεως πρόβεια σφάγια. Ή τιμή παρεμβάσεως πού καθορίζεται γιά τίς ἀγορές ἀπό τους ὀργανισμούς παρεμβάσεως καί τό <QUOT.START ID="QS0046" REF.END="QE0046" CODE="00AB"/>κατευθυντήριο επίπεδο<QUOT.END ID="QE0046" REF.START="QS0046" CODE="00BB"/> πού χρησιμεύει γιά τόν υπολογισμό τῆς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής, ἀντιστοιχοῦν ἀμφότερα στό 85 % τῆς τιμής βάσεως. Ἀπό αὐτό προκύπτει ὅτι ναί μέν τά μέτρα παρεμβάσεως δύνανται νά διαφέρουν ώστε νά λαμβάνονται ὑπ' ὄψη οἱ διαφορές τῶν συνθηκών τῆς ἀγορᾶς στά κατ' ἰδίαν κράτη μέλη, οἱ όποιες υπήρχαν πρό της ενάρξεως τῆς ισχύος τοῦ κανονισμοῦ, τό επίπεδο τῶν τιμών ὅμως πού συνεπιφέρει τήν λήψη τῶν μέτρων παρεμβάσεως παραμένει τό ἴδιο.</TXT></NP><NP><NO.P>19</NO.P><TXT>Ἐν πάση περιπτώσει, λόγω τῶν διαφορών τῶν τιμών πού υπήρχαν στίς ἀγορές πρόβειου κρέατος τῶν κρατών μελών, ὁ κανονισμός 1837/80 προβλέπει διαφορετικές<?PAGE NO="2920"?> τιμές ἀνάγωγης γιά πέντε, καί ἀργότερα γιά ἕξι, περιοχές, στίς ὁποιες κατανέμονται τα κράτη μέλη. Αὐτές οἱ τιμές ἀναγωγής χρησιμοποιοῦνται γιά τόν ὑπολογισμό τῆς πριμοδοτήσεως ἀνά προβατίνα. 'Αλλά, ἀφ' ενός μέν ἡ κατάσταση αυτή εἶναι προσωρινή, διότι τό άρθρο 3, παράγραφος 4, στοιχείο β), τοῦ κανονισμοί) προβλέπει τήν καθιέρωση μιας ενιαίας κοινοτικής τιμής ἀναγωγής διά τῆς συγκλίσεως τῶν εθνικών τιμών ἀναγωγής κατά 'ίσα ετήσια διαστήματα κατά τήν διάρκεια περιόδου τεσσάρων ετῶν, τό δέ ἄρθρο 34, παράγραφος 1, ὁρίζει ὅτι τό Συμβούλιο, κατόπιν εκθέσεως καί προτάσεως τῆς 'Επιτροπής, δύναται νά λάβει πρό τῆς <DATE ISO="19840401">1ης 'Απριλίου 1984</DATE> κατάλληλα μέτρα, τά όποια δύνανται νά εἶναι ἀναγκαία γιά τήν λειτουργία τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς καί ἰδίως γιά τά συστήματα παρεμβάσεως καί πριμοδοτήσεων, ἀφ' έτερου δέ τό άρθρο 39, παράγραφος 2, τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν ἀποκλείει καθόλου τήν σταδιακή εφαρμογή τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς, άλλά ὁρίζει ὅτι <QUOT.START ID="QS0047" REF.END="QE0047" CODE="00AB"/>κατά τήν εκπόνηση τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής καί τῶν ειδικών μεθόδων πού συνεπάγεται ἡ εφαρμογή της<QUOT.END ID="QE0047" REF.START="QS0047" CODE="00BB"/>, πρέπει νά λαμβάνονται ὑπ' όψη οἱ <QUOT.START ID="QS0048" REF.END="QE0048" CODE="00AB"/>διαρθρωτικές καί φυσικές ἀνισότητες μεταξύ τῶν διαφόρων γεωργικῶν περιοχών, <QUOT.START ID="QS0049" REF.END="QE0049" CODE="201C"/>[καθώς καί]<QUOT.END ID="QE0049" REF.START="QS0049" CODE="201D"/> ή ἀνάγκη βαθμιαίας εφαρμογής τῶν καταλλήλων προσαρμογών<QUOT.END ID="QE0048" REF.START="QS0048" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>20</NO.P><TXT>Ὑπό τό φῶς αυτών τῶν γενικών παρατηρήσεων πρέπει νά εξετασθεί κάθε ένας ἀπό τους ἀνωτέρω εκτεθέντες τρεις λόγους πού προβάλλει ἡ επιχείρηση Julius Kind.</TXT></NP><NP><NO.P>21</NO.P><TXT>Κατ' ἀρχάς, στό πλαίσιο ενός κανονισμοῦ, οἱ διατάξεις τοῦ ὁποίου πρέπει κατά τό άρθρο 34 νά ἀναθεωρηθοῦν πρό τῆς <DATE ISO="19840401">1ης 'Απριλίου 1984</DATE>, ἡ είσπραξη μιας επιβαρύνσεως λόγω εξαγωγής κατά τό άρθρο 9, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 δέν δύναται κατ' ἀρχήν νά διαχωρισθεῖ ἀπό τό σύστημα παρεμβάσεως πού συνίσταται στην καταβολή μιᾶς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής στίς περιοχές τῆς Κοινότητος, στίς όποιες δέν πραγματοποιοῦνται ἀγορές ἀπό τους ὀργανισμούς παρεμβάσεως. Κατά συνέπεια, αντιθέτως πρός τήν άποψη τῆς ἐνα-γούσης, αυτή ἡ επιβάρυνση δέν συνιστά επιβάρυνση ισοδυνάμου ἀποτελέσματος πρός δασμούς, ἀλλά ἔχει στην πραγματικότητα ὡς στόχο νά ἀντισταθμίσει επακριβώς τίς επιπτώσεις τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής καί έτσι νά καταστήσει δυνατή γιά τά προϊόντα τῶν κρατών ἡ περιοχών, ὅπού καταβάλλεται ἡ ἐν λόγω πριμοδότηση, τήν εξαγωγή πρός τά λοιπά κράτη μέλη, χωρίς νά διαταραχθοῦν οἱ ἀγορές τους. Πράγματι, ἐάν δέν εἰσεπραττετο τό claw-back, οἱ προσφορές προϊόντων ἀπό κράτος μέλος, στό όποιο καταβάλλεται ἡ πριμοδότηση σφαγής, θά ἠδύναντο νά γίνουν στίς ἀγορές τῶν άλλων κρατών μελών σέ τιμές σημαντικά κατώτερες ἀπό τίς ἐκεῖ ισχύουσες, καί, λόγω τῶν μειουμένων τιμών, θά ἠδύναντο νά συνεπάγονται τήν λήψη μέτρων παρεμβάσεως, τῶν ὁποίων τά έξοδα στην πραγματικότητα θά έπρεπε νά καλύψει κατόπιν γιά δεύτερη φορά ή Κοινότης, <HT TYPE="ITALIC">'έστω</HT> 'ίσως ὑπό διαφορετική μορφή.</TXT></NP><?PAGE NO="2921"?><NP><NO.P>22</NO.P><TXT>Όσον άφορᾶ περαιτέρω τον λόγο πού βασίζεται στην φερομένη δημιουργία διακρίσεων, πρέπει σχετικῶς νά ὑπομνησθεῖ ὅτι, ὅπως συνάγεται ἀπό την ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου τῆς <DATE ISO="19780613">13ης 'Ιουνίου 1978</DATE> ἐπί τῆς υποθέσεως <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="139/77" YEAR="1978" PAGE.ECR="1317">139/77 (Denkavit, Slg. 1978, σ. 1317)</REF.DOC.ECR>, ἡ διαφορετική μεταχείριση μόνον τότε δύναται νά θεωρηθεί ὡς δημιουργοῦσα ἀνεπίτρεπτη κατά τό ἄρθρο 40, παράγραφος 3, τῆς συνθήκης ΕΟΚ διάκριση, ὅταν εμφανίζεται ὡς αυθαίρετη ἡ ὅταν, ὅπως ἀναφέρεται σέ άλλες ἀποφάσεις, δέν εἶναι επαρκῶς δικαιολογημένη καί δέν στηρίζεται σέ ἀντικειμενικούς λόγους.</TXT></NP><NP><NO.P>23</NO.P><TXT>Ἀπό τήν ἀνάλυση τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς στόν τομέα τοῦ πρόβειου κρέατος συνάγεται ὅτι τά μέτρα παρεμβάσεως πού προβλέπονται στον κανονισμό 1837/80, ἡ κατά τό άρθρο 9 καθιέρωση μιᾶς μεταβλητής πριμοδοτήσεως σφαγής καί τοῦ claw-back, καθώς καί ὁ τρόπος καθορισμοῦ τοῦ ύψους τῆς πριμοδοτήσεως αυτής στηρίζονται σέ ἀντικειμενικούς λόγους. Ή τιμή παρεμβάσεως γιά ἀγορές μέσω ενός πρός τοῦτο ὁρισμένου ὀργανισμοῦ καί τό κατευθυντήριο επίπεδο γιά τήν καταβολή τῆς πριμοδοτήσεως σφαγής ταυτίζονται. Όπως ήδη ελέχθη, κάθε κράτος μέλος επιλέγει ἀπό τά μέτρα παρεμβάσεως πού προβλέπονται στον κανονισμό ἐκεῖνα τά όποια θεωρεί ὡς τά καταλληλότερα.</TXT></NP><NP><NO.P>24</NO.P><TXT>Ἐφ' ὅσον <HT TYPE="ITALIC">ἔτοι 'έχουν</HT> τά πράγματα καί ἐν ὄψει τῆς εξουσίας εκτιμήσεως, τήν ὁποία διαθέτει τό Συμβούλιο γιά τήν εφαρμογή μιας ἀκόμη ὑπό ἐξέλιξη κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς, καθώς καί τῶν ευθυνῶν πού τοῦ ἀνατίθενται ἀπό τά άρθρα 39 καί 40 τῆς συνθήκης ΕΟΚ γιά τόν καθορισμό τῶν μέτρων εκείνων πού θεωρεί ὡς τά πλέον κατάλληλα γιά τήν σταδιακή πραγματοποίηση μιας ἑνιαίας ἀγορᾶς, ἡ διαφοροποίηση τῶν μέτρων παρεμβάσεως κατά περιοχές τῆς Κοινότητος καί οἱ επιπτώσεις τους δέν ἀποτελούν διάκριση.</TXT></NP><NP><NO.P>25</NO.P><TXT>Ἐπί πλέον, ἀναφορικῶς πρός τήν ύπαρξη διακρίσεως, ἀπό τήν ὁποία ισχυρίζεται ὅτι πλήττεται ἡ ενάγουσα, πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι μέχρι τῆς καθιερώσεως τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορᾶς, ἡ εμπορική τῆς δραστηριότης εἶχε ευνοηθεί ἀπό τήν διαφορετική κατάσταση τῶν διαφόρων ἀγορών τῆς Κοινότητος. Αυτό τῆς επέτρεπε, χάρις στό σύστημα τοῦ deficiency payment, πού δέν προέβλεπε καμμία ἀντισταθμιστική πληρωμή κατά τήν εξαγωγή, νά εισάγει πρόβειο κρέας ἀπό τό Ἡνωμένο Βασίλειο, τουλάχιστον ὅταν ἡ οικονομική συγκυρία ήταν ευνοϊκή, σέ σχετικά χαμηλές τιμές. 'Αλλά καί ἄν ἀκόμη τό άρθρο 39 τῆς συνθήκης ΕΟΚ ὁρίζει ίδίως τήν σταθεροποίηση τῶν ἀγορών ὡς στόχο τῆς κοινής γεωργικής πολιτικής, ἡ έννοια αυτή δέν σημαίνει, ὅπως ήδη εδέχθη τό Δικαστήριο μέ τήν ἀπόφαση τῆς <DATE ISO="19731113">13ης Νοεμβρίου 1973</DATE> ἐπί τῶν συνεκδικασθεισῶν ὑποθέσεων 63<?PAGE NO="2922"?> μέχρι <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="69/72" YEAR="1973" PAGE.ECR="1229">69/72 (Wilhelm Werhahn Hansamühle κ.ἄ., Slg. 1973, σ. 1229)</REF.DOC.ECR>, ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νά διατηρηθούν τά ὑπό προηγούμενες συνθῆκες ἀγορᾶς κεκτημένα.</TXT></NP><NP><NO.P>26</NO.P><TXT>Μέ τόν τελευταίο λόγο πού επικαλείται ἡ επιχείρηση Julius Kind προσάπτει στό άρθρο 9 τοῦ κανονισμοῦ 1837/80 ὅτι ἀντιβαίνει πρός την κατά τό άρθρο 43, παράγραφος 3, στοιχείο β), τῆς συνθήκης ΕΟΚ υποχρέωση τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορας νά εξασφαλίζονται στίς συναλλαγές στό εσωτερικό τῆς Κοινότητος ὅροί ἀνάλογοι μέ εκείνους πού υπάρχουν σέ μία εθνική ἀγορά.</TXT></NP><NP><NO.P>27</NO.P><TXT>Όπως ήδη ελέχθη, ὁ κανονισμός 1837/80 ἀποσκοπεί στην σταδιακή πραγματοποίηση μιας ενιαίας ἀγορας στην Κοινότητα, δέν δύναται δέ νά προσαφθεί καμμία μομφή στό Συμβούλιο λόγω αυτής τῆς μεθόδου σταδιακής πραγματοποιήσεως, ἐν ὄψει τῶν διαφορῶν πού χαρακτήριζαν τίς εθνικές ἀγορές πρό τῆς θεσπίσεως τῆς κοινής ὀργανώσεως ἀγορας, καθώς επίσης καί ἐν όψει τῶν ρυθμίσεων πού ἐθέσπισε αυτό τό κοινοτικό όργανο γιά τήν επίτευξη τῶν στόχων της. 'Ακριβέστερα, ἡ θέσπιση τοῦ claw-back <HT TYPE="ITALIC">'έχει</HT> ὡς στόχο νά εξασφαλίσει τήν προσέγγιση των τιμῶν στό ενδοκοινοτικό εμπόριο καί νά εμποδίσει τήν ἀποσταθεροποίηση τοῦ ενδοκοινοτικοῦ εμπορίου καί τήν παρακώλυση τῶν προβλεπομένων ἀπό τόν κανονισμό μηχανισμών ρυθμίσεως καί ἑνοποιήσεως τῆς ἀγορας, πού θά ἠδύ-ναντο νά επέλθουν λόγω τεχνητών διαφορών μεταξύ τῶν τιμών τῶν προϊόντων τοῦ κράτους μέλους εξαγωγής καί τῶν τιμών τοῦ κράτους μέλους εισαγωγής. 'Ετσι, ὁ ἐν λόγω κανονισμός, καί ἰδίως τό άρθρο 9, ἀποσκοπεί νά εξασφαλίσει στίς συναλλαγές στό εσωτερικό τῆς Κοινότητος ὅρους ἀναλόγους μέ εκείνους πού υπάρχουν σέ μία εθνική ἀγορά.</TXT></NP><NP><NO.P>28</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, ὁ λόγος αυτός εἶναι ἐξ 'ίσου ἀβάσιμος μέ τόν προηγούμενο.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>'Επί τῶν λόγων οἱ όποιοι στηρίζονται στην προβαλλόμενη παρανομία τοῦ κανονισμοῦ τῆς 'Επιτροπής</P></TI></TITLE><NP><NO.P>29</NO.P><TXT>Ή ενάγουσα προσάπτει στην 'Επιτροπή ὅτι παρεβίασε τίς ἀρχές τῆς κοινοτικῆς προτιμήσεως καί τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν διακρίσεων, αναστέλλοντας μέ τόν κανονισμό 3191/80 τῆς <DATE ISO="19801209">9ης Δεκεμβρίου 1980</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="332" DATE.PUB="1980" PAGE.FIRST="14">Abl. L 332, σ. 14</REF.DOC.OJ>) τήν είσπραξη ἐπί τών εξαγωγών πρός τρίτες χώρες τοῦ ποσοῦ πού προβλέπεται στό άρθρο 9, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, χωρίς νά θεσπίσει ἀντίστοιχη ρύθμιση γιά τίς ενδοκοινοτικές συναλλαγές.</TXT></NP><?PAGE NO="2923"?><NP><NO.P>30</NO.P><TXT>Στίς αιτιολογικές σκέψεις τοῦ κανονισμοῦ 3191/80 τῆς Ἐπιτροπῆς εκτίθεται ὅτι, ὅπως κατέδειξε ἡ πεῖρα, ἡ είσπραξη ποσοῦ ἴσου πρός την μεταβλητή πριμοδότηση σφαγῆς προβατοειδῶν κατά την έξοδο ἀπό τό έδαφος τοῦ ενδιαφερομένου κράτους μέλους <QUOT.START ID="QS0050" REF.END="QE0050" CODE="00AB"/>ὁδηγεί σέ σοβαρές δυσχέρειες ὅσον άφορα την έξοδο τῶν προϊόντων αυτῶν ἀπό την Κοινότητα<QUOT.END ID="QE0050" REF.START="QS0050" CODE="00BB"/>. Βάσει τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ κανο-νισμοῦ 1837/80 τοῦ Συμβουλίου, πού προβλέπει ὅτι ἡ Ἐπιτροπή <QUOT.START ID="QS0051" REF.END="QE0051" CODE="00AB"/>προκειμένου νά διευκολυνθεί ἡ μετάβαση ἀπό τό σύστημα πού ὑπήρχε πρίν ἀπό τήν εφαρμογή τοῦ παρόντος κανονισμοῦ σέ κάθε ένα ἀπό τά κράτη μέλη στό σύστημα πού θεσπίζεται ἀπό τόν παρόντα κανονισμό, ἡ 'Επιτροπή δύναται νά λάβει τά κατάλληλα μέτρα<QUOT.END ID="QE0051" REF.START="QS0051" CODE="00BB"/>, τό άρθρο 1 τοῦ κανονισμοῦ 3191/80 ὁρίζει, ὅπως ήδη ἀνεφέρθη, ὅτι κατά παρέκκλιση ἀπό τό άρθρο 9, παράγραφος 3, τοῦ κανονισμοῦ 1837/80, τό ποσό πού προβλέπεται στήν διάταξη αὐτή δέν εισπράττεται ἐπί των εξαγωγῶν τῶν ἐν λόγω προϊόντων έκτός τῆς Κοινότητος.</TXT></NP><NP><NO.P>31</NO.P><TXT>Καθ' ὅσον ἡ επιχείρηση Julius Kind επικαλείται ὅτι δέν ελήφθη κανένα ἀνασταλτικό μέτρο γιά εξαγωγές ἀπό κράτος μέλος πρός κράτος μέλος, ἡ ἀγωγή εἶναι ἀβάσιμη. Πράγματι, καμμία διάταξη τῆς συνθήκης καί καμμία γενική ἀρχή τοῦ κοινοτικοῦ δικαίου δέν επιβάλλουν τήν ἐπέκταση στίς εμπορικές συναλλαγές μεταξύ τῶν κρατών μελών ενός μέτρου πού δικαιολογείται ἀπό τίς ἀνάγκες τῶν εξαγωγών πρός τρίτες χώρες. 'Απεναντίας μάλιστα, βάσει τῶν ήδη εκτεθέντων λόγων υπάρχει ὁ κίνδυνος, ἡ ἀναστολή τῆς εισπράξεως τοῦ claw-back ἐπί τῶν εξαγωγών ἀπό κράτος μέλος, στους παραγωγούς τοῦ ὁποίου καταβάλλεται ἡ μεταβλητή πριμοδότηση σφαγῆς, πρός άλλο κράτος μέλος, στό όποιο δέν καταβάλλεται ἡ ἐν λόγω πριμοδότηση, νά ὁδηγήσει σέ διατάραξη τῶν κοινοτικών ἀγορών προβειου καί αἰγείου κρέατος, στήν σταθεροποίηση τῶν ὁποίων ἀποσκοπεί ὁ κανονισμός 1837/80.</TXT></NP><NP><NO.P>32</NO.P><TXT>Καθ' ὅσον ἡ επιχείρηση Julius Kind προβάλλει ὅτι ἡ ἀναστολή ἐκ μέρους της 'Επιτροπῆς τῆς εισπράξεως τοῦ claw-back ἐπί τῶν ἐξαγωγών έκτός τῆς Κοινότητος προξένησε ζημία στίς εξαγωγές τῆς πρός τρίτες χώρες κατά τό ὅτι, συνεπεία τοῦ κανονισμοῦ 3191/80, κατέστη συμφερότερη γιά τίς χώρες αυτές ἡ ἀπ' ευθείας προμήθεια ἀπό κράτος στό όποῖο, ὅπως στό Ἡνωμένο Βασίλειο, εφαρμόζεται ἡ πριμοδότηση σφαγῆς καί, κατά συνέπεια, τό claw-back, πρέπει νά ὑπομνησθεῖ ὅτι προϋπόθεση γιά τήν γένεση ευθύνης τῆς Κοινότητος πρός ἀποζημίωση ἀποτελεί ὅτι ὁ ενάγων υπέστη πράγματι ζημία.</TXT></NP><NP><NO.P>33</NO.P><TXT>Ἐν προκειμένω, ὁ ισχυρισμός τῆς ἐναγούσης ὅτι ἡ ἀναστολή τῆς εισπράξεως τοῦ claw-back ἐπί τῶν εισαγωγών πρός τρίτες χώρες ὁδήγησε σέ επιζήμια γι' αυτή<?PAGE NO="2924"?> μετατόπιση τῶν εμπορικών ρευμάτων, ἰδίως ἐφ᾽ ὅσον οἱ ἐλβετοί πελάτες της ἀγοράζουν ἐφ᾽ έξης ἀπό βρετανούς προμηθευτές, στερείται βάσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>34</NO.P><TXT>Τόσο ἀπό την δικογραφία, ὅσο καί ἀπό τά εκτεθέντα ἀπό την ενάγουσα κατά την προφορική διαδικασία, συνάγεται πράγματι ὅτι ἡ ενάγουσα δέν εἶχε εισέλθει κατά τρόπο σταθερό στίς ἀγορές τρίτων χωρῶν. Όσον άφορᾶ ιδιαιτέρως την ελβετική ἀγορά, τήν ὁποία παρέθεσε ὡς τό μόνο συγκεκριμένο παράδειγμα επεκτάσεως τῶν εμπορικών τῆς δραστηριοτήτων έκτος τῆς Κοινότητος, ή ενάγουσα ἀνεγνώρισε ὅτι προσεπάθησε νά εισέλθει στην ἐν λόγω ἀγορά μόλις ἀπό τοῦ Σεπτεμβρίου 1980. Δέν ἀπεδείχθη ούτε κάν ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ ενάγουσα εἶχε ἀποκτήσει ἐκεῖ σταθερή πελατεία πρό τῆς εκδόσεως τοῦ κανονισμοί) 3191/80. Χωρίς νά εἶναι ἀναγκαίο νά ἀποδειχθεί ἐάν πληρούνται οἱ λοιπές προϋποθέσεις γιά τήν γένεση ευθύνης τῆς Κοινότητος, διαπιστώνεται κατά συνέπεια ὅτι ἡ ενάγουσα δέν προσεκόμισε ούτε κάν ένδειξη ὅτι υπέστη ζημία ἐκ τῶν ενεργειών τῆς Ἐπιτροπής.</TXT></NP><NP><NO.P>35</NO.P><TXT>Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται ὅτι ἡ ἀγωγή ἀποζημιώσεως τῆς επιχειρήσεως Julius Kind πρέπει νά ἀπορριφθεί.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>'Επί τῶν δικαστικών εξόδων</P></TI></TITLE><NP><NO.P>36</NO.P><TXT>Σύμφωνα μέ τό ἄρθρο 69, παράγραφος 2, τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας ὁ ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα. Ἐπειδή ἡ ενάγουσα ἡττήθη, πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων καί τῶν εξόδων στά όποια υπεβλήθη ἡ παρεμβαίνουσα υπέρ τῆς εναγομένης.</TXT></NP></GR.SEQ></GR.SEQ></GR.SEQ><JURISDICTION><INTRO><P>Διά ταύτα</P><P>ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ</P><P>κρίνει καί ἀποφασίζει:</P></INTRO><LIST TYPE="ARAB"><ITEM><NP><NO.P>1)</NO.P><TXT>Ἀπορρίπτει τήν ἀγωγή.</TXT></NP></ITEM><?PAGE NO="2925"?><ITEM><NP><NO.P>2)</NO.P><TXT>Καταδικάζει τήν ενάγουσα στά δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και τῶν ἐξόδων τῆς παρεμβαινούσης.</TXT></NP></ITEM></LIST></JURISDICTION></CONTENTS.JUDGMENT><SIGNATURE.CASE><P>Mertens de Wilmars</P><P>Bosco</P><P>Touffait</P><P>Due</P><P>Pescatore</P><P>Mackenzie Stuart</P><P>O'Keeffe</P><P>Koopmans</P><P>Everling</P><P>Χλωρός</P><P>Grévisse</P><P>Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς <DATE ISO="19820915">15 Σεπτεμβρίου 1982</DATE>.</P><SIGNATORY><P>Κατ' εντολή τοῦ γραμματέως</P><P>Η. Α. Rühl</P><P>Κύριος υπάλληλος διοικήσεως</P></SIGNATORY><SIGNATORY><P>Ό πρόεδρος</P><P>J. Mertens de Wilmars</P></SIGNATORY></SIGNATURE.CASE></JUDGMENT>