<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><CONCLUSION NNC="YES" xmlns:fmx="http://opoce" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-05.58-20161101.xd"><BIB.CONCLUSION><REF.CASE FILE="n.a."><NO.CASE>C-532/18</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>62018CC0532</NO.CELEX><NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2019:788">EU:C:2019:788</NO.ECLI><NO.SEQ>0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST.ECR>1</PAGE.FIRST.ECR><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST.ECR>16</PAGE.LAST.ECR><PAGE.TOTAL>16</PAGE.TOTAL></BIB.CONCLUSION><CURR.TITLE><PAGE.HEADER><P><HT TYPE="SC">Προτάσεις Saugmandsgaard Øe – Υπόθεση C-532/18</HT></P><P><HT TYPE="SC">Niki Luftfahrt</HT></P></PAGE.HEADER></CURR.TITLE><TITLE><TI><P><HT TYPE="UC">Προτάσεις του Γενικου Εισαγγελεα</HT></P><P><HT TYPE="UC">Henrik Saugmandsgaard Øe</HT></P><P>της <DATE ISO="20190926">26ης Σεπτεμβρίου 2019</DATE><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0001"><P>Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.</P></NOTE></P></TI><STI><P><HT TYPE="BOLD">Υπόθεση C-532/18</HT></P><P>GN, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον HM</P><P>κατά</P><P>ZU, ως εκκαθαρίστριας της Niki Luftfahrt GmbH</P><P><HT TYPE="NORMAL">[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αυστρία)<BR/>για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]</HT></P></STI></TITLE><INTERMEDIATE><INDEX IDX.CLOSE="»" SEPARATOR=" – " IDX.OPEN="«"><KEYWORD>Προδικαστική παραπομπή</KEYWORD><KEYWORD>Αεροπορικές μεταφορές</KEYWORD><KEYWORD>Σύμβαση του Μόντρεαλ</KEYWORD><KEYWORD>Άρθρο 17, παράγραφος 1</KEYWORD><KEYWORD>Ευθύνη των αερομεταφορέων έναντι των επιβατών</KEYWORD><KEYWORD>Έννοια του <QUOT.START CODE="201C" ID="QS0001" REF.END="QE0001"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0001" CODE="201D" ID="QE0001"/></KEYWORD><KEYWORD>Σωματικός τραυματισμός επιβάτη λόγω ανατρoπής καυτού ροφήματος επί αεροσκάφους εν πτήσει</KEYWORD></INDEX></INTERMEDIATE><CONTENTS.CONCLUSION><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">I.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Εισαγωγή</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0001"><NO.P>1.</NO.P><TXT>Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία) αφορά την ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0002"><P>Η σύμβαση αυτή, συναφθείσα στο Μόντρεαλ στις <DATE ISO="19990528">28 Μαΐου 1999</DATE>, υπεγράφη από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις <DATE ISO="19991209">9 Δεκεμβρίου 1999</DATE> και εγκρίθηκε εξ ονόματός της με την απόφαση 2001/539/ΕΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="20010405">5ης Απριλίου 2001</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="194" PAGE.FIRST="38" DATE.PUB="2001">ΕΕ 2001, L 194, σ. 38</REF.DOC.OJ>). Τέθηκε σε ισχύ, όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, στις <DATE ISO="20040628">28 Ιουνίου 2004</DATE>.</P></NOTE> (στο εξής: σύμβαση του Μόντρεαλ), διατάξεως η οποία ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας επιβάτης που υπέστη σωματικό τραυματισμό κατά τη διάρκεια πτήσεως μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του αερομεταφορέα που πραγματοποίησε την πτήση αυτή.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0002"><NO.P>2.</NO.P><TXT>Η αίτηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ ανήλικης επιβάτη, εκπροσωπούμενης από τον πατέρα της, και της εκκαθαρίστριας της αεροπορικής εταιρίας. Η ενάγουσα στην κύρια δίκη ζητεί αποζημίωση για εγκαύματα που της προκλήθηκαν από την ανατροπή καυτού ροφήματος, η οποία έλαβε χώρα, για αδιευκρίνιστους λόγους, κατά τη διάρκεια διασυνοριακής πτήσεως την οποία εκτελούσε η εν λόγω εταιρία.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0003"><NO.P>3.</NO.P><TXT>Το Δικαστήριο καλείται για πρώτη φορά να ορίσει την έννοια του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0002" REF.END="QE0002"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0002" CODE="00BB" ID="QE0002"/> κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ, ιδίως βάσει των κριτηρίων εφαρμογής που έχουν ήδη αποδεχθεί ορισμένα εθνικά δικαστήρια. Ειδικότερα, ερωτάται, κατ’ ουσίαν, αν απαιτείται το γεγονός που συνέβη επί αεροσκάφους όχι μόνο να ήταν αιφνίδιο ή ασυνήθιστο και εξωγενές προς τον θιγόμενο επιβάτη, αλλά και να οφείλεται σε τυπικό κίνδυνο των αερομεταφορών ή να έχει σχέση με τις μεταφορές αυτές. Για τους λόγους που θα εκθέσω στις παρούσες προτάσεις, θεωρώ ότι πρέπει να πληρούνται μόνον τα πρώτα από τα ως άνω κριτήρια.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><?PAGE NO="2"?><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">II.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Το νομικό πλαίσιο</HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Α.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Η σύμβαση του Μόντρεαλ</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0004"><NO.P>4.</NO.P><TXT>Το προοίμιο της συμβάσεως του Μόντρεαλ αναφέρει, μεταξύ άλλων, στο τρίτο εδάφιό του ότι τα συμβαλλόμενα κράτη <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0003" REF.END="QE0003"/>[α]ναγνωρίζ[ουν] ότι είναι σημαντικό να εξασφαλισθεί η προστασία των συμφερόντων του καταναλωτή στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές και ότι χρειάζεται δίκαιη αποζημίωση με βάση την αρχή της επανόρθωσης<QUOT.END REF.START="QS0003" CODE="00BB" ID="QE0003"/>. Επιπλέον, στο πέμπτο εδάφιό του επισημαίνεται ότι τα συμβαλλόμενα κράτη είναι <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0004" REF.END="QE0004"/>[π]επεισμένα ότι η συλλογική δράση των κρατών για την περαιτέρω εναρμόνιση και κωδικοποίηση ορισμένων κανόνων που διέπουν τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές μέσω νέας σύμβασης, είναι το πλέον κατάλληλο μέσο για να επιτευχθεί θεμιτή ισορροπία συμφερόντων<QUOT.END REF.START="QS0004" CODE="00BB" ID="QE0004"/>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0005"><NO.P>5.</NO.P><TXT>Το άρθρο 17 της συμβάσεως του Μόντρεαλ, με τίτλο <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0005" REF.END="QE0005"/>Θάνατος και τραυματισμός επιβάτη – Ζημία αποσκευών<QUOT.END REF.START="QS0005" CODE="00BB" ID="QE0005"/>, στην παράγραφο 1, προβλέπει ότι <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0006" REF.END="QE0006"/>[ο] μεταφορέας ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται σε περίπτωση θανάτου ή σωματικού τραυματισμού επιβάτη, υπό τον όρο μόνον ότι, το δυστύχημα που προκάλεσε τον θάνατο ή τον τραυματισμό σημειώθηκε όταν ο επιβάτης ευρίσκετο επί του αεροσκάφους ή κατά τη διάρκεια της επιβίβασης ή της αποβίβασης<QUOT.END REF.START="QS0006" CODE="00BB" ID="QE0006"/>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0006"><NO.P>6.</NO.P><TXT>Κατά το άρθρο 20 της συμβάσεως αυτής, το οποίο φέρει τον τίτλο <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0007" REF.END="QE0007"/>Απαλλαγή<QUOT.END REF.START="QS0007" CODE="00BB" ID="QE0007"/>, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0008" REF.END="QE0008"/>[ε]άν ο μεταφορέας αποδείξει ότι, η ζημία προκλήθηκε, από ή συνετέλεσε σε αυτήν, αμέλεια ή άλλη επιβλαβή πράξη ή παράλειψη του προσώπου που ζητεί την επανόρθωση, ή του προσώπου από το οποίο απορρέουν τα δικαιώματά του, ο μεταφορέας απαλλάσσεται, πλήρως ή εν μέρει, από την ευθύνη του έναντι του ενάγοντος, στο βαθμό που η αμέλεια αυτή ή η επιβλαβής πράξη ή παράλειψη προκάλεσαν τη ζημία ή συνετέλεσαν σε αυτήν. Όταν ζητείται αποζημίωση για τον θάνατο ή τον τραυματισμό επιβάτη από πρόσωπο άλλο εκτός από τον επιβάτη, ο μεταφορέας απαλλάσσεται επίσης, πλήρως ή εν μέρει, από την ευθύνη του, στο βαθμό που αποδεικνύει ότι η ζημία προκλήθηκε από ή συνετέλεσε σε αυτήν, αμέλεια ή άλλη επιβλαβής πράξη ή παράλειψη του συγκεκριμένου επιβάτη. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε όλες τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης σχετικά με την ευθύνη, συμπεριλαμβανομένης της παραγράφου 1 του άρθρου 21<QUOT.END REF.START="QS0008" CODE="00BB" ID="QE0008"/>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0007"><NO.P>7.</NO.P><TXT>Το άρθρο 21 της εν λόγω συμβάσεως, με τίτλο <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0009" REF.END="QE0009"/>Αποζημίωση σε περίπτωση θανάτου ή τραυματισμού επιβάτη<QUOT.END REF.START="QS0009" CODE="00BB" ID="QE0009"/>, έχει ως εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><PARAG IDENTIFIER="021.001"><NO.PARAG><QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0010" REF.END="QE0010"/>1.</NO.PARAG><ALINEA>Για τις ζημίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 17 και οι οποίες δεν υπερβαίνουν τα <FT TYPE="NUMBER">100000</FT> Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα για κάθε επιβάτη, ο μεταφορέας δεν μπορεί να απαλλάσσεται της ευθύνης του ή να την περιορίζει.</ALINEA></PARAG><PARAG IDENTIFIER="021.002"><NO.PARAG>2.</NO.PARAG><ALINEA><P>Ο μεταφορέας δεν ευθύνεται για τις ζημίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 17, στο βαθμό που υπερβαίνουν, για κάθε επιβάτη, τα <FT TYPE="NUMBER">100000</FT> Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα, εφόσον αποδεικνύει ότι:</P><LIST TYPE="alpha"><ITEM><NP><NO.P>α)</NO.P><TXT>η ζημία δεν οφείλεται σε αμέλεια ή σε άλλη επιβλαβή πράξη ή παράλειψη του μεταφορέα ή των υπαλλήλων ή των πρακτόρων του ή</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>β)</NO.P><TXT>η ζημία οφείλεται μόνον σε αμέλεια ή σε άλλη επιβλαβή πράξη ή παράλειψη τρίτου.<QUOT.END REF.START="QS0010" CODE="00BB" ID="QE0010"/></TXT></NP></ITEM></LIST></ALINEA></PARAG></QUOT.S></P></NP.ECR><?PAGE NO="3"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0008"><NO.P>8.</NO.P><TXT>Το άρθρο 29 της ίδιας συμβάσεως, με τίτλο <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0011" REF.END="QE0011"/>Βάση των αξιώσεων<QUOT.END REF.START="QS0011" CODE="00BB" ID="QE0011"/>, προβλέπει ότι <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0012" REF.END="QE0012"/>[ό]σον αφορά τη μεταφορά επιβατών, αποσκευών και φορτίου, κάθε αγωγή αποζημίωσης, για οποιοδήποτε λόγο, στα πλαίσια της παρούσας σύμβασης, λόγω σύμβασης ή παρανόμου πράξεως ή κάθε άλλης αιτίας, μπορεί να ασκείται μόνον υπό τους όρους και με τα όρια αποζημίωσης που προβλέπονται στην παρούσα σύμβαση, με την επιφύλαξη του καθορισμού των προσώπων που έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν αγωγή και των αντίστοιχων δικαιωμάτων τους. Σε οιαδήποτε αγωγή αυτού του είδους, αντίποινα, παραδειγματικές ή άλλες μη αντισταθμιστικές αποζημιώσεις δεν είναι δυνατόν να αναζητηθούν.<QUOT.END REF.START="QS0012" CODE="00BB" ID="QE0012"/></TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Β.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Το δίκαιο της Ένωσης</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0009"><NO.P>9.</NO.P><TXT>Οι αιτιολογικές σκέψεις 5 έως 7 και 10 του κανονισμού (ΕΚ) 889/2002<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0003"><P>Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της <DATE ISO="20020513">13ης Μαΐου 2002</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="140" PAGE.FIRST="2" DATE.PUB="2002">ΕΕ 2002, L 140, σ. 2</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE>, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2027/97 του Συμβουλίου για την ευθύνη του αερομεταφορέα σε περίπτωση ατυχήματος<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0004"><P>Κανονισμός του Συμβουλίου της <DATE ISO="19971009">9ης Οκτωβρίου 1997</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="285" PAGE.FIRST="1" DATE.PUB="1997">ΕΕ 1997, L 285, σ. 1</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE>, έχουν ως εξής:</TXT><QUOT.S LEVEL="1"><CONSID><NP><NO.P><QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0013" REF.END="QE0013"/>(5)</NO.P><TXT>Η Κοινότητα υπέγραψε τη σύμβαση του Μόντρεαλ δείχνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την πρόθεσή της να καταστεί, επικυρώνοντάς την, συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας.</TXT></NP></CONSID><CONSID><NP><NO.P>(6)</NO.P><TXT>Είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2027/97 […], ούτως ώστε να συμβαδίζει με τις διατάξεις της σύμβασης του Μόντρεαλ και να δημιουργηθεί έτσι ένα ομοιόμορφο σύστημα ευθύνης στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές.</TXT></NP></CONSID><CONSID><NP><NO.P>(7)</NO.P><TXT>Ο παρών κανονισμός και η σύμβαση του Μόντρεαλ ενισχύουν την προστασία των επιβατών και των προστατευομένων μελών τους και δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο που να μειώνεται η προστασία τους σε σχέση με την ισχύουσα νομοθεσία την ημερομηνία έκδοσης του παρόντος κανονισμού.</TXT></NP></CONSID><P>[…]</P><CONSID><NP><NO.P>(10)</NO.P><TXT>Ένα σύστημα απεριόριστης ευθύνης σε περίπτωση θανάτου ή τραυματισμού επιβατών είναι εκείνο που αρμόζει σε ένα ασφαλές και σύγχρονο σύστημα αεροπορικών μεταφορών.<QUOT.END REF.START="QS0013" CODE="00BB" ID="QE0013"/></TXT></NP></CONSID></QUOT.S></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0010"><NO.P>10.</NO.P><TXT>Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 2027/97, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 889/2002 (στο εξής: κανονισμός 2027/97), <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0014" REF.END="QE0014"/>[ο] παρών κανονισμός θέτει σε εφαρμογή τις σχετικές διατάξεις της σύμβασης του Μόντρεαλ σε ό,τι αφορά την αεροπορική μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους και καθορίζει μερικές επιπλέον διατάξεις. Επίσης, επεκτείνει την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στην αεροπορική μεταφορά εντός ενός κράτους μέλους<QUOT.END REF.START="QS0014" CODE="00BB" ID="QE0014"/>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0011"><NO.P>11.</NO.P><TXT>Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2027/97 ορίζει ότι <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0015" REF.END="QE0015"/>[έ]ννοιες περιεχόμενες στον παρόντα κανονισμό και μη οριζόμενες στην παράγραφο 1, είναι ταυτόσημες με τις έννοιες που χρησιμοποιούνται στη σύμβαση του Μόντρεαλ<QUOT.END REF.START="QS0015" CODE="00BB" ID="QE0015"/>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0012"><NO.P>12.</NO.P><TXT>Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0016" REF.END="QE0016"/>[η] ευθύνη ενός κοινοτικού αερομεταφορέα έναντι επιβατών και των αποσκευών τους διέπεται από όλες τις διατάξεις της σύμβασης του Μόντρεαλ σχετικά με την εν λόγω ευθύνη<QUOT.END REF.START="QS0016" CODE="00BB" ID="QE0016"/>.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ><?PAGE NO="4"?><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">III.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Η διαφορά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0013"><NO.P>13.</NO.P><TXT>Τον Αύγουστο του 2015 η ενάγουσα στην κύρια δίκη, η οποία ήταν τότε 6 ετών, ταξίδεψε από την Ισπανία στην Αυστρία με πτήση της αεροπορικής εταιρίας αυστριακού δικαίου Niki Luftfahrt GmbH.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0014"><NO.P>14.</NO.P><TXT>Το παιδί καθόταν δίπλα στον πατέρα του ο οποίος, κατά τη διάρκεια της πτήσεως, έλαβε από την αεροσυνοδό ένα ποτήρι χωρίς κάλυμμα με ζεστό καφέ και το τοποθέτησε στο πτυσσόμενο τραπεζάκι που βρισκόταν μπροστά του. Στη συνέχεια, το δοχείο αυτό ολίσθησε και το περιεχόμενό του χύθηκε πάνω στο παιδί το οποίο υπέστη εγκαύματα δευτέρου βαθμού σε τμήμα του σώματός του. Δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί αν η ανατροπή του ποτηριού με τον καφέ οφειλόταν στο ότι το τραπεζάκι ήταν ελαττωματικό ή αν προκλήθηκε από δόνηση του αεροσκάφους.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0015"><NO.P>15.</NO.P><TXT>Η ενάγουσα στην κύρια δίκη, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον πατέρα της, άσκησε αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η Niki Luftfahrt να αποκαταστήσει την προκληθείσα από το δυστύχημα που συνέβη κατά τη διάρκεια της εν λόγω πτήσεως ζημία, ύψους <FT TYPE="NUMBER">8500</FT> ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0016"><NO.P>16.</NO.P><TXT>Η σύνδικος της αεροπορικής εταιρίας, η οποία έχει πλέον κηρυχθεί σε πτώχευση, αρνήθηκε οιαδήποτε ευθύνη ισχυριζόμενη ότι δεν υπήρξε δυστύχημα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, καθόσον η ανατροπή του ποτηριού με τον καφέ δεν είχε προκληθεί από κανένα <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0017" REF.END="QE0017"/>αιφνίδιο και απροσδόκητο συμβάν<QUOT.END REF.START="QS0017" CODE="00BB" ID="QE0017"/>. Εν πάση περιπτώσει, δεν επήλθε κανένας <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0018" REF.END="QE0018"/>τυπικός κίνδυνος των αερομεταφορών<QUOT.END REF.START="QS0018" CODE="00BB" ID="QE0018"/>, ήτοι κίνδυνος που να προσιδιάζει στις μεταφορές αυτές, μολονότι έπρεπε να πληρούται και η προϋπόθεση αυτή.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0017"><NO.P>17.</NO.P><TXT>Με απόφαση της <DATE ISO="20151215">15ης Δεκεμβρίου 2015</DATE>, το Landesgericht Korneuburg (περιφερειακό πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Korneuburg, Αυστρία) δέχθηκε την αγωγή της ενάγουσας στην κύρια δίκη. Το δικαστήριο αυτό εκτίμησε ότι, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, εστοιχειοθετείτο <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0019" REF.END="QE0019"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0019" CODE="00BB" ID="QE0019"/> κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ, διότι η ανατροπή του ποτηριού με τον καφέ οφειλόταν σε <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0020" REF.END="QE0020"/>ασυνήθιστο εξωγενές συμβάν<QUOT.END REF.START="QS0020" CODE="00BB" ID="QE0020"/>. Επιπλέον, έκρινε ότι είχε επέλθει ένας <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0021" REF.END="QE0021"/>τυπικός κίνδυνος των αερομεταφορών<QUOT.END REF.START="QS0021" CODE="00BB" ID="QE0021"/>, δεδομένου ότι ένα αεροσκάφος μπορεί να λάβει, κατά τη διάρκεια πτήσεως, διάφορες κλίσεις οι οποίες είναι δυνατό να προκαλέσουν την ολίσθηση αντικειμένων τοποθετημένων σε οριζόντια επιφάνεια εντός του αεροσκάφους, χωρίς να προηγηθεί κατ’ ανάγκην η εκτέλεση ιδιαίτερου ελιγμού πτήσεως. Τέλος, διαπίστωσε ότι δεν συνέτρεχε υπαιτιότητα του αερομεταφορέα διότι η προσφορά ζεστών ροφημάτων σε δοχεία χωρίς κάλυμμα αποτελεί συνήθη και κοινωνικά αποδεκτή πρακτική.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0018"><NO.P>18.</NO.P><TXT>Με απόφαση της <DATE ISO="20160830">30ής Αυγούστου 2016</DATE>, το Oberlandesgericht Wien (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο της Βιέννης, Αυστρία) μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση, αφού έκρινε ότι αποκλειόταν η ευθύνη του αερομεταφορέα διότι το άρθρο 17 της συμβάσεως του Μόντρεαλ καλύπτει μόνον τα δυστυχήματα που προκαλούνται από <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0022" REF.END="QE0022"/>τυπικό κίνδυνο των αερομεταφορών<QUOT.END REF.START="QS0022" CODE="00BB" ID="QE0022"/> και, εν προκειμένω, η ενάγουσα στην κύρια δίκη δεν μπόρεσε να αποδείξει τη συνδρομή τέτοιου κινδύνου.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0019"><NO.P>19.</NO.P><TXT>Κατόπιν αναιρέσεως που ασκήθηκε ενώπιόν του, το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο), με απόφαση της <DATE ISO="20180626">26ης Ιουνίου 2018</DATE> που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις <DATE ISO="20180814">14 Αυγούστου 2018</DATE>, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:</TXT><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0023" REF.END="QE0023"/>Υφίσταται <QUOT.START CODE="201C" ID="QS0024" REF.END="QE0024"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0024" CODE="201D" ID="QE0024"/> το οποίο θεμελιώνει ευθύνη του αερομεταφορέα κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως [του Μόντρεαλ], σε περίπτωση που ένα ποτήρι με καυτό καφέ, το οποίο έχει τοποθετηθεί στο τραπεζάκι του εμπρόσθιου καθίσματος εντός αεροσκάφους εν πτήσει, ολισθήσει για αδιευκρίνιστους λόγους και ανατραπεί, με αποτέλεσμα ένας επιβάτης να υποστεί εγκαύματα;<QUOT.END REF.START="QS0023" CODE="00BB" ID="QE0023"/></P></QUOT.S></NP.ECR><?PAGE NO="5"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0020"><NO.P>20.</NO.P><TXT>Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου η εναγομένη στην κύρια δίκη, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της <DATE ISO="20190619">19ης Ιουνίου 2019</DATE>, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">IV.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Ανάλυση</HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Α.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Προκαταρκτικές παρατηρήσεις</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0021"><NO.P>21.</NO.P><TXT>Κατ’ αρχάς σημειώνω ότι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η σύμβαση του Μόντρεαλ είναι εφαρμοστέα υπό τις περιστάσεις της κύριας δίκης, καθόσον η πτήση κατά τη διάρκεια της οποίας έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν είναι διεθνής, κατά την έννοια του άρθρου 1 της συμβάσεως αυτής, δεδομένου ότι οι τόποι αναχωρήσεως και προορισμού της πτήσεως ευρίσκονται επί του εδάφους δύο συμβαλλομένων κρατών<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0005"><P>Ήτοι, στο Βασίλειο της Ισπανίας και στη Δημοκρατία της Αυστρίας, αντίστοιχα.</P></NOTE>. Συναφώς, υπογραμμίζω ότι, στους τομείς που καλύπτονται από τη σύμβαση του Μόντρεαλ, τα κράτη μέλη της Ένωσης της μεταβίβασαν τις αρμοδιότητές τους όσον αφορά την ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται σε περίπτωση θανάτου ή τραυματισμού επιβάτη<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0006"><P>Πρβλ. σημείο 4 της δηλώσεως σχετικά με την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τα θέματα που διέπονται από τη σύμβαση του Μόντρεαλ, δήλωση η οποία περιέχεται στην κατατεθείσα στις <DATE ISO="20040429">29 Απριλίου 2004</DATE> πράξη εγκρίσεως της Κοινότητας και στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: https://www.icao.int/secretariat/legal/List%20of%20Parties/Mtl99_FR.pdf.</P></NOTE> και ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2027/97 προβλέπει ότι η ευθύνη ενός <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0025" REF.END="QE0025"/>κοινοτικού αερομεταφορέα<QUOT.END REF.START="QS0025" CODE="00BB" ID="QE0025"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0007"><P>Ο οποίος ορίζεται, στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού, ως αερομεταφορέας με νόμιμη άδεια λειτουργίας εκδοθείσα από κράτος μέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2407/92 του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19920723">23ης Ιουλίου 1992</DATE>, περί της εκδόσεως αδειών των αερομεταφορέων (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="240" PAGE.FIRST="1" DATE.PUB="1992">ΕΕ 1992, L 240, σ. 1</REF.DOC.OJ>), ο οποίος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε, με έναρξη ισχύος από την <DATE ISO="20081101">1η Νοεμβρίου 2008</DATE>, από τον κανονισμό (ΕΚ) 1008/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της <DATE ISO="20080924">24ης Σεπτεμβρίου 2008</DATE>, σχετικά με κοινούς κανόνες εκμετάλλευσης των αεροπορικών γραμμών στην Κοινότητα (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="293" PAGE.FIRST="3" DATE.PUB="2008">ΕΕ 2008, L 293, σ. 3</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE>, όπως φαίνεται να είναι ο αερομεταφορέας εν προκειμένω, έναντι των επιβατών διέπεται από όλες τις διατάξεις της συμβάσεως αυτής σχετικά με την εν λόγω ευθύνη<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0008"><P>Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100506">6ης Μαΐου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Walz</NAME.CASE> (<NO.CASE>C-63/09</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:251">EU:C:2010:251</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0018">18</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20121122">22ας Νοεμβρίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>Espada Sánchez κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C-410/11</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:747">EU:C:2012:747</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0019">19</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20150226">26ης Φεβρουαρίου 2015</DATE>, <NAME.CASE>Wucher Helicopter και Euro‑Aviation Versicherung</NAME.CASE> (<NO.CASE>C-6/14</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2015:122">EU:C:2015:122</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0035">35</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), καθώς και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20150909">9ης Σεπτεμβρίου 2015</DATE>, <NAME.CASE>Prüller‑Frey</NAME.CASE> (<NO.CASE>C-240/14</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2015:567">EU:C:2015:567</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0025">25</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> επ.).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0022"><NO.P>22.</NO.P><TXT>Στη συνέχεια, υπενθυμίζω<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0009"><P>Βλ. επίσης προτάσεις μου στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>Guaitoli κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑213/18</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2019:524">EU:C:2019:524</NO.ECLI>, σημείο <REF.NP.ECR REF="NP0029">29</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE> ότι οι διατάξεις της συμβάσεως του Μόντρεαλ αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης της Ένωσης<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0010"><P>Από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος που αναφέρεται στην υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>, και επομένως το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας της, τηρουμένων των δεσμευτικών για την Ένωση κανόνων διεθνούς δικαίου, και ιδίως του άρθρου 31 της συμβάσεως της Βιέννης<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0011"><P>Σύμβαση περί του δικαίου των συνθηκών, συναφθείσα στη Βιέννη στις <DATE ISO="19690523">23 Μαΐου 1969</DATE> (<HT TYPE="ITALIC">Recueil des traités des Nations unies</HT>, τόμος 1155, σ. 331).</P></NOTE>, κατά το οποίο οι συνθήκες πρέπει να ερμηνεύονται με καλή πίστη, σύμφωνα με τη συνήθη έννοια που αποδίδεται στους όρους τους σε συνάρτηση με τα συμφραζόμενα, και υπό το πρίσμα τόσο του αντικειμένου όσο και του σκοπού τους<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0012"><P>Βλ., ιδίως, αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20121122">22ας Νοεμβρίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>Espada Sánchez κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑410/11</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:747">EU:C:2012:747</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0020">20</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0022">22</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20160217">17ης Φεβρουαρίου 2016</DATE>, <NAME.CASE>Air Baltic Corporation</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑429/14</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:88">EU:C:2016:88</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0023">23</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0024">24</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), καθώς και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180412">12ης Απριλίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>Finnair</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑258/16</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:252">EU:C:2018:252</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0019">19</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0022">22</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της συμβάσεως του Μόντρεαλ, ο οποίος συνίσταται στην ενοποίηση των εφαρμοζόμενων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές κανόνων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι έννοιες που περιέχονται στην εν λόγω σύμβαση χωρίς να ορίζονται από αυτήν <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0026" REF.END="QE0026"/>πρέπει να ερμηνεύονται με ομοιόμορφο και αυτοτελή τρόπο, ανεξαρτήτως των διαφόρων ερμηνειών που δίνουν σε αυτές τα εθνικά δίκαια των συμβαλλομένων κρατών<QUOT.END REF.START="QS0026" CODE="00BB" ID="QE0026"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0013"><P>Πρβλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100506">6ης Μαΐου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Walz</NAME.CASE> (<NO.CASE>C-63/09</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:251">EU:C:2010:251</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0021">21</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0022">22</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), σχετικά με την έννοια της <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0027" REF.END="QE0027"/>ζημίας<QUOT.END REF.START="QS0027" CODE="00BB" ID="QE0027"/> στην οποία βασίζεται το άρθρο 22, παράγραφος 2, της εν λόγω συμβάσεως.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="6"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0023"><NO.P>23.</NO.P><TXT>Τέλος, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, εναπόκειται αποκλειστικά στα εθνικά δικαστήρια να ορίσουν το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της διαφοράς που καλούνται να κρίνουν<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0014"><P>Δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, το οποίο στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, κάθε εκτίμηση των επίδικων πραγματικών περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εν λόγω δικαστηρίων (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20120719">19ης Ιουλίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>Garkalns</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑470/11</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:505">EU:C:2012:505</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0030">30</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>, και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180807">7ης Αυγούστου 2018</DATE>, <NAME.CASE>Prenninger κ.λπ.</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑329/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:640">EU:C:2018:640</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0027">27</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Συναφώς επισημαίνω ότι, εν προκειμένω, είναι δεδομένο, όπως αναφέρεται ρητώς στο προδικαστικό ερώτημα, ότι δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί ο λόγος για τον οποίο το ποτήρι με τον καφέ ανετράπη πάνω στην ενάγουσα της κύριας δίκης. Επιπλέον, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η ένσταση συνυπαιτιότητας της παθούσας, την οποία είχε προβάλει αρχικώς η εναγομένη στην κύρια δίκη, δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο της εθνικής δίκης<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0015"><P>Το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει αν η συζήτηση αφορούσε, στην υπόθεση της κύριας δίκης, συνυπαιτιότητα της ανήλικης που τραυματίστηκε ή/και του πατέρα της ο οποίος χειρίστηκε το ποτήρι με τον καφέ και την εκπροσωπεί στο πλαίσιο της δίκης αυτής.</P></NOTE>. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί της ερμηνείας που του ζητείται βάσει των διαπιστώσεων στις οποίες προέβη κατ’ αυτόν τον τρόπο το αιτούν δικαστήριο.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Β.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί της έννοιας του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0028" REF.END="QE0028"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0028" CODE="00BB" ID="QE0028"/> κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">1.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Επί του αντικειμένου του προδικαστικού ερωτήματος και των υποστηριζόμενων θέσεων</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0024"><NO.P>24.</NO.P><TXT>Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται, <HT TYPE="ITALIC">κατ’ ουσίαν</HT>, να διευκρινίσει αν η έννοια του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0029" REF.END="QE0029"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0029" CODE="00BB" ID="QE0029"/> κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να περιλαμβάνει την περίπτωση κατά την οποία ένα ποτήρι με καυτό καφέ, τοποθετημένο πάνω σε πτυσσόμενο τραπεζάκι εντός αεροσκάφους εν πτήσει, ανατρέπεται για αδιευκρίνιστους λόγους και προκαλεί έγκαυμα σε επιβάτη, ο οποίος θα μπορούσε ως εκ τούτου να αξιώσει, δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, να του καταβληθεί αποζημίωση από τον συγκεκριμένο αερομεταφορέα για τον εν λόγω σωματικό τραυματισμό.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0025"><NO.P>25.</NO.P><TXT>Μολονότι το ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο είναι διατυπωμένο κατά τρόπο που συνδέεται με τις περιστάσεις της κύριας δίκης αυτές καθαυτές, εντούτοις φρονώ ότι είναι προτιμότερo να μην περιοριστεί το Δικαστήριο σε μια απάντηση που θα ισχύει μόνο για τη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά να αξιοποιήσει την ευκαιρία που του παρέχεται εν προκειμένω για να ερμηνεύσει τη συγκεκριμένη έννοια καθορίζοντας αφηρημένα και, συνεπώς, γενικότερης ισχύος κριτήρια εκτιμήσεως<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0016"><P>Πράγματι, στο πλαίσιο της συνεργασίας που θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και Δικαστηρίου, τα οποία καλούνται να συμβάλλουν άμεσα και αμοιβαία στην ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης σε όλα τα κράτη μέλη, το Δικαστήριο μπορεί να συναγάγει από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, λαμβάνοντας υπόψη τα εκτιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο δεδομένα, τα στοιχεία που σχετίζονται με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, έγινε δεκτό ότι το αιτούν δικαστήριο, όταν με το προδικαστικό ερώτημα φαίνεται να ζητεί την απευθείας εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης στην ένδικη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του, ζητεί στην πραγματικότητα την ερμηνεία του δικαίου αυτού προς επίλυση της εν λόγω διαφοράς (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19790118">18ης Ιανουαρίου 1979</DATE>, <NAME.CASE>van Wesemael κ.λπ.</NAME.CASE>, <NO.CASE>110/78 και 111/78</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1979:8">EU:C:1979:8</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0021">21</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20111117">17ης Νοεμβρίου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Jestel</NAME.CASE>, <NO.CASE>C-454/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:752">EU:C:2011:752</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0021">21</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20121108">8ης Νοεμβρίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>Gülbahce</NAME.CASE>, <NO.CASE>C-268/11</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:695">EU:C:2012:695</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0032">32</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>, καθώς και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20140213">13ης Φεβρουαρίου 2014</DATE>, <NAME.CASE>Crono Service κ.λπ.</NAME.CASE>, <NO.CASE>C-419/12 και C-420/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2014:81">EU:C:2014:81</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0028">28</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0029">29</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι η πρώτη στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει την εν λόγω έννοια.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="7"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0026"><NO.P>26.</NO.P><TXT>Συναφώς διαπιστώνω, όπως και το αιτούν δικαστήριο, ότι η σύμβαση του Μόντρεαλ <HT TYPE="ITALIC">δεν περιέχει ορισμό</HT> της έννοιας του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0030" REF.END="QE0030"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0030" CODE="00BB" ID="QE0030"/>, καίτοι η επέλευση ενός τέτοιου γεγονότος συνιστά προφανώς καθοριστική προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης του αερομεταφορέα βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, της εν λόγω συμβάσεως, σε περίπτωση σωματικής βλάβης (σωματικού τραυματισμού ή θανάτου) επιβάτη<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0017"><P>Επιπλέον, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2027/97 παραπέμπει στη σύμβαση του Μόντρεαλ για έννοιες, όπως αυτή του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0031" REF.END="QE0031"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0031" CODE="00BB" ID="QE0031"/>, οι οποίες περιέχονται χωρίς να ορίζονται στον κανονισμό αυτό.</P></NOTE>. Ομοίως, ο όρος αυτός περιλαμβανόταν στην αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 17 της συμβάσεως της Βαρσοβίας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0018"><P>Σύμβαση για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, υπογραφείσα στη Βαρσοβία στις <DATE ISO="19291012">12 Οκτωβρίου 1929</DATE>. Διευκρινίζω ότι ο όρος <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0032" REF.END="QE0032"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0032" CODE="00BB" ID="QE0032"/> χρησιμοποιούνταν επίσης, χωρίς άλλη διευκρίνιση, στο άρθρο 30, παράγραφος 2, της συμβάσεως αυτής, για την περίπτωση, η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, αεροπορικών μεταφορών που εκτελούνται από πλείονες διαδοχικούς μεταφορείς.</P></NOTE>, η οποία αντικαταστάθηκε από τη σύμβαση του Μόντρεαλ<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0019"><P>Βλ. προοίμιο και άρθρο 55 της συμβάσεως του Μόντρεαλ.</P></NOTE>, χωρίς όμως να ορίζεται ούτε στο εν λόγω πρώτο συμβατικό κείμενο.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0027"><NO.P>27.</NO.P><TXT>Εντούτοις, ορισμένα εθνικά δικαστήρια έχουν διαμορφώσει τη δική τους νομολογία, την οποία μνημονεύει ρητώς το αιτούν δικαστήριο, σχετικά με την έννοια του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0033" REF.END="QE0033"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0033" CODE="00BB" ID="QE0033"/> κατά τη σύμβαση της Βαρσοβίας ή/και τη σύμβαση του Μόντρεαλ<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0020"><P>Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στον Reuschle, F., <HT TYPE="ITALIC">Montrealer Übereinkommen – Kommentar</HT>, de Gruyter, Βερολίνο, 2η έκδ., 2011, σχόλια επί του άρθρου 17 της συμβάσεως του Μόντρεαλ, ιδίως σημεία 13 επ.</P></NOTE>. Διευκρινίζω δε ότι, παρά τις υφιστάμενες διαφορές μεταξύ του άρθρου 17 της συμβάσεως της Βαρσοβίας και του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ, είμαι της γνώμης ότι και η δεύτερη από τις διατάξεις αυτές πρέπει, ωστόσο, να ερμηνευθεί υπό το φως των αποφάσεων που αφορούν την πρώτη διάταξη, λόγω της αντιστοιχίας που υφίσταται κατ’ ουσίαν μεταξύ τους<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0021"><P>Επί της νομολογίας αυτής των εθνικών δικαστηρίων, βλ. επίσης σημεία 43 επ. των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0028"><NO.P>28.</NO.P><TXT>Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά την εκτίμησή του, το άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο σωματικός τραυματισμός που υπέστη η ενάγουσα στην κύρια δίκη προκλήθηκε, κατά την ορολογία που χρησιμοποιούν τα εν λόγω εθνικά δικαστήρια, από <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0034" REF.END="QE0034"/>αιφνίδιο<QUOT.END REF.START="QS0034" CODE="00BB" ID="QE0034"/> συμβάν, οφειλόμενο σε <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0035" REF.END="QE0035"/>εξωτερική αιτία<QUOT.END REF.START="QS0035" CODE="00BB" ID="QE0035"/> σε σχέση με τον παθόντα, το οποίο του προξένησε <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0036" REF.END="QE0036"/>απροσδόκητη ζημία<QUOT.END REF.START="QS0036" CODE="00BB" ID="QE0036"/>. Υπογραμμίζει δε ότι η διαφορά της κύριας δίκης επικεντρώνεται στο ζήτημα αν η έννοια του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0037" REF.END="QE0037"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0037" CODE="00BB" ID="QE0037"/> κατά τη διάταξη αυτή προϋποθέτει, εκτός από τη συνδρομή των προαναφερθέντων κριτηρίων, και την επέλευση <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0038" REF.END="QE0038"/><HT TYPE="ITALIC">τυπικού</HT> <HT TYPE="ITALIC">κινδύνου των αερομεταφορών</HT><QUOT.END REF.START="QS0038" CODE="00BB" ID="QE0038"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0022"><P>Έκφραση η οποία υπογραμμίζεται στο πρωτότυπο κείμενο στη γερμανική γλώσσα: <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0039" REF.END="QE0039"/>ein für die Luftfahrt typisches Risiko<QUOT.END REF.START="QS0039" CODE="00BB" ID="QE0039"/>.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0029"><NO.P>29.</NO.P><TXT>Το δικαστήριο αυτό σημειώνει ότι υφίστανται <HT TYPE="ITALIC">πλείονες διαφορετικές προσεγγίσεις</HT> όσον αφορά το ζήτημα αν πρέπει να πληρούται το τελευταίο αυτό κριτήριο, λαμβανομένων υπόψη ορισμένων αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από δικαστήρια των συμβαλλομένων κρατών στη σύμβαση της Βαρσοβίας ή/και στη σύμβαση του Μόντρεαλ, καθώς και διαφόρων απόψεων που έχουν διατυπωθεί στη θεωρία.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0030"><NO.P>30.</NO.P><TXT>Σύμφωνα με μια πρώτη προσέγγιση η οποία, κατά το αιτούν δικαστήριο, υιοθετείται από την πλειονότητα της γερμανικής θεωρίας και νομολογίας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0023"><P>Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στον Schmid, R., <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0040" REF.END="QE0040"/>Artikel 17<QUOT.END REF.START="QS0040" CODE="00BB" ID="QE0040"/>, σε <HT TYPE="ITALIC">Frankfurter Kommentar zum Luftverkehrsrecht</HT>, Luchterhand, Γερμανία, 2016, σημεία 16 και 17 (βλ. επίσης την έκδοση στην αγγλική γλώσσα, Schmid, R., <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0041" REF.END="QE0041"/>Article 17<QUOT.END REF.START="QS0041" CODE="00BB" ID="QE0041"/>, σε <HT TYPE="ITALIC">Montreal Convention</HT>, Kluwer, Κάτω Χώρες, 2006, σημεία 16 και 17), καθώς και στον Ruhwedel, E., <HT TYPE="ITALIC">Der Luftbeförderungsvertrag</HT>, Luchterhand, Κολωνία, 3η έκδ., 1998, σημείο 331. Επιπλέον, παραθέτει μια απόφαση του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία), της <DATE ISO="20171121">21ης Νοεμβρίου 2017</DATE> (X ZR 30/15, NJW 2018, 861) επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι η απόφαση αυτή απαιτεί μόνον την ύπαρξη <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0042" REF.END="QE0042"/>συνάφειας<QUOT.END REF.START="QS0042" CODE="00BB" ID="QE0042"/> με τυπικό κίνδυνο για τις αερομεταφορές. Πριν από την απόφαση αυτή, βλ. απόφαση του Landgericht Frankfurt (περιφερειακού πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της Φρανκφούρτης, Γερμανία), της <DATE ISO="20051216">16ης Δεκεμβρίου 2005</DATE> (NJW-RR 2006, 704), πέραν της νομολογίας που μνημονεύεται από τον Führich, E., <HT TYPE="ITALIC">Reiserecht – Handbuch und Kommentar</HT>, C.H. Beck, Μόναχο, 2015, σ. 1059.</P></NOTE>, η εν λόγω έννοια του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0043" REF.END="QE0043"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0043" CODE="00BB" ID="QE0043"/> πρέπει να καταλαμβάνει μόνον τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες έχει επέλθει ένας τυπικός κίνδυνος που απορρέει από τη φύση ή την κατάσταση του αεροσκάφους ή από την εκμετάλλευσή του<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0024"><P>Κίνδυνος ο οποίος μπορεί να προκύψει, για παράδειγμα, από μεταβολές του ύψους της πτήσεως ή της ταχύτητας του αεροσκάφους.</P></NOTE> ή από αεροπορική εγκατάσταση χρησιμοποιούμενη κατά την επιβίβαση ή την αποβίβαση. Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι πρόθεση των συμβαλλομένων κρατών στη σύμβαση του Μόντρεαλ<?PAGE NO="8"?> δεν ήταν να αναλάβουν οι αερομεταφορείς τους γενικούς κινδύνους της καθημερινότητας. Ως εκ τούτου, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος αποδείξεως της επελεύσεως κινδύνου ο οποίος μπορεί να παρουσιαστεί μόνο στον τομέα των αερομεταφορών. Όμως, εν προκειμένω, λόγω της αδυναμίας καθορισμού της αιτίας του επίμαχου συμβάντος, η ερμηνεία αυτή θα κατέληγε στην απόρριψη της αγωγής που άσκησε η ενάγουσα στην κύρια δίκη.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0031"><NO.P>31.</NO.P><TXT>Αντιστρόφως, σύμφωνα με μια δεύτερη προσέγγιση, δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί η επέλευση ενός τυπικού κινδύνου των αερομεταφορών προκειμένου να μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ, λαμβάνοντας υπόψη το γράμμα της διατάξεως αυτής, το σύστημα ευθύνης που θεσπίζεται με αυτήν και την ανάγκη να διαφυλαχθεί η αποτελεσματικότητα της. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι τα επιχειρήματα αυτά είναι πειστικά. Διευκρινίζει δε ότι ορισμένοι συγγραφείς συνήγαγαν εξ αυτών ότι, μεταξύ άλλων, η ανατροπή καυτού ροφήματος στο σώμα επιβάτη συνιστά <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0044" REF.END="QE0044"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0044" CODE="00BB" ID="QE0044"/> για το οποίο μπορεί να ευθύνεται ο αερομεταφορέας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0025"><P>Συναφώς, η απόφαση περί παραπομπής παραθέτει τον Reuschle, F., όπ.π. υποσημείωση 20, σημείο 15· τον Stefula, M., <HT TYPE="ITALIC">Schadenersatz für Passagiere im Luftfahrtgesetz</HT>, Verlag Österreich, Βιέννη, 2001, σημεία 123 και 136 (βλ. επίσης παρουσίαση του τελευταίου αυτού συγγράμματος από τον Müller-Rostin, W., <HT TYPE="ITALIC">NZV</HT>, 2002, σ. 75), και τον Kehrberger, H.-P., <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0045" REF.END="QE0045"/>Overhead Bin-Unfälle an Bord von Luftfahrzeugen – Eine Fallstudie<QUOT.END REF.START="QS0045" CODE="00BB" ID="QE0045"/>, <HT TYPE="ITALIC">Festschrift für Werner Guldimann</HT>, Luchterhand, Βερολίνο, 1997, σημεία 129 και 130, επί του άρθρου 17 της συμβάσεως της Βαρσοβίας.</P></NOTE>. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η ερμηνεία αυτή θα συνεπαγόταν την αναγνώριση της ευθύνης του αερομεταφορέα.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0032"><NO.P>32.</NO.P><TXT>Τέλος, το αιτούν δικαστήριο αναφέρει άλλη μία προσέγγιση, την χαρακτηριζόμενη ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0046" REF.END="QE0046"/>ενδιάμεση λύση<QUOT.END REF.START="QS0046" CODE="00BB" ID="QE0046"/>, κατά την οποία η προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο 17, παράγραφος 1 ευθύνη απορρέει από το γεγονός και μόνον ότι το συγκεκριμένο συμβάν έλαβε χώρα επί αεροσκάφους ή κατά την επιβίβαση ή την αποβίβαση, χωρίς να είναι αναγκαία η επέλευση ενός τυπικού κινδύνου των αερομεταφορών, αλλά ο μεταφορέας μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη αυτή εάν αποδείξει ότι το συμβάν δεν έχει σχέση με τη φύση ή την εκμετάλλευση του αεροσκάφους. Εν προκειμένω, και η ερμηνεία αυτή θα οδηγούσε στην αποδοχή της ευθύνης της εναγομένης στην κύρια δίκη, δεδομένου ότι δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί η αιτία του συγκεκριμένου δυστυχήματος.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0033"><NO.P>33.</NO.P><TXT>Οι <HT TYPE="ITALIC">παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου</HT> στην υπό κρίση υπόθεση αντανακλούν τις διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις. Η εναγομένη στην κύρια δίκη υποστηρίζει ότι ευθύνη του αερομεταφορέα βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ μπορεί να στοιχειοθετηθεί μόνον εάν το δυστύχημα, ως αιφνίδιο και απροσδόκητο συμβάν που οφείλεται σε εξωτερική παρέμβαση, προκλήθηκε από τυπικό κίνδυνο των αερομεταφορών. Όμως, ο κίνδυνος σωματικού τραυματισμού λόγω ανατροπής καυτού ροφήματος μπορεί να επέλθει και στο πλαίσιο του ιδιωτικού βίου<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0026"><P>Για να εξηγήσει σε τι θα μπορούσε να συνίσταται ένας κίνδυνος που συνδέεται ειδικά με την εκμετάλλευση αεροσκάφους σε αντιδιαστολή προς τους γενικούς κινδύνους της τρέχουσας καθημερινότητας, η εναγομένη στην κύρια δίκη αναφέρει την ανατροπή ζεστού ροφήματος που οφείλεται σε αναταράξεις, μεταβολή του ύψους της πτήσεως ή της κλίσεως του αεροσκάφους ή ακόμη και σε ελαττωματικό τραπεζάκι, περιστάσεις οι οποίες δεν αποδείχθηκαν στην υπόθεση της κύριας δίκης.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0034"><NO.P>34.</NO.P><TXT>Αντιθέτως, η Πολωνική Κυβέρνηση αποκλείει την απαίτηση να υφίσταται τυπικός κίνδυνος των αερομεταφορών, αλλά υποστηρίζει ότι είναι πάντως απαραίτητη η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του συγκεκριμένου συμβάντος –το οποίο πρέπει να είναι αιφνίδιο ή απροσδόκητο και προερχόμενο από εξωγενή προς τον επιβάτη πηγή– και της κινήσεως ή εκμεταλλεύσεως του αεροσκάφους, συνάφεια η οποία υφίσταται εν προκειμένω<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0027"><P>Κατά την Πολωνική Κυβέρνηση, η συνάφεια αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι η προσφορά ζεστών ροφημάτων κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είναι συνήθης πρακτική των αεροπορικών ή άλλων μεταφορέων, η οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνεται στην υπηρεσία μεταφοράς ή να συνιστά πρόσθετη παροχή άμεσα συνδεόμενη με την υπηρεσία αυτή.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="9"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0035"><NO.P>35.</NO.P><TXT>Από την πλευρά τους, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0028"><P>Διευκρινίζω ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διατύπωσε ρητώς τη θέση της, επιβεβαιώνοντας ότι συντάσσεται με την άποψη που εξέφρασε η Γαλλική Κυβέρνηση.</P></NOTE> είναι της γνώμης ότι η επίμαχη περίπτωση στην κύρια δίκη καλύπτεται σαφώς από την έννοια του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0047" REF.END="QE0047"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0047" CODE="00BB" ID="QE0047"/> κατά το εν λόγω άρθρο 17, παράγραφος 1, δεδομένου ότι πρόκειται για αιφνίδιο συμβάν που επήλθε κατά τη διάρκεια της αεροπορικής μεταφοράς, το οποίο είναι εξωγενές προς το πρόσωπο του παθόντος, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδειχθεί η επέλευση ενός τυπικού κινδύνου των αερομεταφορών –όπως υποστηρίζει η εναγομένη στην κύρια δίκη– ούτε καν η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας με τις μεταφορές αυτές –όπως υποστηρίζει η Πολωνική Κυβέρνηση–. Αυτή είναι και η δική μου άποψη για τους ακόλουθους λόγους οι οποίοι συνάδουν με τους προαναφερθέντες ερμηνευτικούς κανόνες<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0029"><P>Βλ. σημείο 22 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">2.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Επί της γραμματικής ερμηνείας</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0036"><NO.P>36.</NO.P><TXT>Κατ’ αρχάς, όσον αφορά το <HT TYPE="ITALIC">γράμμα</HT> του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ, υπενθυμίζω<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0030"><P>Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>Guaitoli κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑213/18</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2019:524">EU:C:2019:524</NO.ECLI>, σημείο <REF.NP.ECR REF="NP0058">58</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE> ότι μόνον έξι από τις γλωσσικές αποδόσεις του κειμένου αυτού έχουν χαρακτηριστεί ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0048" REF.END="QE0048"/>αυθεντικές<QUOT.END REF.START="QS0048" CODE="00BB" ID="QE0048"/>, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται τρεις σε επίσημες γλώσσες της Ένωσης, δηλαδή στην αγγλική, ισπανική και γαλλική γλώσσα<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0031"><P>Όσον αφορά τη συνεκτίμηση των έξι γλωσσικών αποδόσεων στις οποίες συντάχθηκε η σύμβαση του Μόντρεαλ (δηλαδή στην αγγλική, στην αραβική, στην κινεζική, στην ισπανική, στη γαλλική και στη ρωσική γλώσσα), βλ. αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100506">6ης Μαΐου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Walz</NAME.CASE> (<NO.CASE>C-63/09</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:251">EU:C:2010:251</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0024">24</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20160217">17ης Φεβρουαρίου 2016</DATE>, <NAME.CASE>Air Baltic Corporation</NAME.CASE> (<NO.CASE>C-429/14</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:88">EU:C:2016:88</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0023">23</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0031">31</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0034">34</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0037"><NO.P>37.</NO.P><TXT>Το εν λόγω άρθρο 17, παράγραφος 1, ορίζει ότι <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0049" REF.END="QE0049"/>[ο] μεταφορέας ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται σε περίπτωση θανάτου ή σωματικού τραυματισμού επιβάτη, υπό τον όρο μόνον ότι, το δυστύχημα που προκάλεσε τον θάνατο ή τον τραυματισμό σημειώθηκε όταν ο επιβάτης ευρίσκετο επί του αεροσκάφους ή κατά τη διάρκεια της επιβίβασης ή της αποβίβασης<QUOT.END REF.START="QS0049" CODE="00BB" ID="QE0049"/>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0038"><NO.P>38.</NO.P><TXT>Εκ προοιμίου, διαπιστώνω, όπως και το αιτούν δικαστήριο, ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ δεν ορίζει ρητώς ότι η ευθύνη του αερομεταφορέα με βάση τη διάταξη αυτή μπορεί να θεμελιωθεί μόνον όταν το επίμαχο συμβάν προκλήθηκε από τυπικό κίνδυνο για τις αερομεταφορές, όπως υποστηρίζει η εναγομένη στην κύρια δίκη, ή όταν συνδέεται αιτιωδώς με τη φύση ή την εκμετάλλευση του αεροσκάφους, όπως προτείνει η Πολωνική Κυβέρνηση. Όμως, φρονώ ότι, αν οι συντάκτες της εν λόγω συμβάσεως είχαν την πρόθεση να προβλέψουν τέτοια περιοριστικά κριτήρια, δεν θα παρέλειπαν να τα διατυπώσουν ρητώς<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0032"><P>Βλ., εν είδει συγκρίσεως, τον λεπτομερή ορισμό του όρου <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0050" REF.END="QE0050"/>ατύχημα<QUOT.END REF.START="QS0050" CODE="00BB" ID="QE0050"/> [ΣτΜ.: τόσο στη γαλλική όσο και στην αγγλική γλώσσα χρησιμοποιείται, και στις δύο περιπτώσεις, ο ίδιος όρος <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0051" REF.END="QE0051"/>accident<QUOT.END REF.START="QS0051" CODE="00BB" ID="QE0051"/>, στη δε γερμανική γλώσσα ο όρος <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0052" REF.END="QE0052"/>Unfall<QUOT.END REF.START="QS0052" CODE="00BB" ID="QE0052"/>] που περιέχεται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 996/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της <DATE ISO="20101020">20ής Οκτωβρίου 2010</DATE>, σχετικά με τη διερεύνηση και την πρόληψη ατυχημάτων και συμβάντων στην πολιτική αεροπορία και την κατάργηση της οδηγίας 94/56/ΕΚ (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="295" PAGE.FIRST="35" DATE.PUB="2010">ΕΕ 2010, L 295, σ. 35</REF.DOC.OJ>), ο οποίος ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, δεν διέπει την ευθύνη του αερομεταφορέα, σε αντίθεση προς τη σύμβαση του Μόντρεαλ.</P></NOTE>, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Επιπλέον, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες δεν μπορεί να διαφανεί μια τέτοια πρόθεση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0033"><P>Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά τη διάρκεια των εργασιών για τη σύναψη της συμβάσεως του Μόντρεαλ, δεν υπήρξε πρόθεση περιορισμού της ευθύνης μόνο στις περιπτώσεις επελεύσεως τυπικών κινδύνων των αερομεταφορών και παραπέμπει συναφώς στην απόφαση του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου) που μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 23. Διευκρινίζω ότι στη σκέψη 21 της αποφάσεως αυτής διαλαμβάνεται ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο των πρακτικών της διεθνούς διασκέψεως που οδήγησε στη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως, δεν τίθεται ως όρος για την ύπαρξη δυστυχήματος η επέλευση συγκεκριμένου κινδύνου που να προσιδιάζει στις αεροπορικές μεταφορές.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="10"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0039"><NO.P>39.</NO.P><TXT>Στο ίδιο πνεύμα, υπογραμμίζω, όπως και η Γαλλική Κυβέρνηση, ότι στο εν λόγω άρθρο 17, παράγραφος 1, έχει προστεθεί μια σημαντική διευκρίνιση σε σχέση με την αντίστοιχη διάταξη της συμβάσεως της Βαρσοβίας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0034"><P>Το άρθρο 17 της συμβάσεως της Βαρσοβίας όριζε ότι <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0053" REF.END="QE0053"/>[ο] μεταφορεύς είναι υπεύθυνος διά την ζημίαν ήτις ήθελεν επέλθει εν περιπτώσει θανάτου, τραυματισμού ή πάσης άλλης σωματικής βλάβης ην ήθελε υποστή επιβάτις τις εκ δυστυχήματος <HT TYPE="ITALIC">εάν</HT> το δυστύχημα το προκαλέσαν την βλάβην έλαβε χώραν επί του αεροπλοίου και κατά την διάρκειαν πασών των ενεργειών επιβιβάσεως ή αποβιβάσεως<QUOT.END REF.START="QS0053" CODE="00BB" ID="QE0053"/> (η υπογράμμιση δική μου).</P></NOTE> που προηγήθηκε του άρθρου αυτού, ήτοι η διατύπωση <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0054" REF.END="QE0054"/>υπό τον όρο μόνον<QUOT.END REF.START="QS0054" CODE="00BB" ID="QE0054"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0035"><P>Διατύπωση που απαντάται τόσο στη γαλλική απόδοση του άρθρου 17 της συμβάσεως του Μόντρεαλ [ΣτΜ.: <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0055" REF.END="QE0055"/>par cela seul<QUOT.END REF.START="QS0055" CODE="00BB" ID="QE0055"/>], όσο και στις αποδόσεις του άρθρου αυτού στην αγγλική (<QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0056" REF.END="QE0056"/>upon condition only<QUOT.END REF.START="QS0056" CODE="00BB" ID="QE0056"/>) και στην ισπανική γλώσσα (<QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0057" REF.END="QE0057"/>por la sola razón<QUOT.END REF.START="QS0057" CODE="00BB" ID="QE0057"/>).</P></NOTE>, η οποία καταδεικνύει τη βούληση των εν λόγω συντακτών να μην υπαγάγουν την ευθύνη του αερομεταφορέα σε όρους άλλους πλην του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0058" REF.END="QE0058"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0058" CODE="00BB" ID="QE0058"/>, το οποίο σημειώθηκε υπό τις περιστάσεις και επέφερε τα αποτελέσματα που ορίζονται στη συνέχεια στο εν λόγω άρθρο 17, παράγραφος 1. Από τη διευκρίνιση αυτή προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι η έννοια του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0059" REF.END="QE0059"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0059" CODE="00BB" ID="QE0059"/> κατά την τελευταία αυτή διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να μην έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ουσιαστικού πεδίου εφαρμογής της.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0040"><NO.P>40.</NO.P><TXT>Όσον αφορά την εν λόγω έννοια, διαπιστώνω ότι η ορολογία που χρησιμοποιείται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ, στο πλαίσιο της ευθύνης του αερομεταφορέα σε περίπτωση θανάτου ή τραυματισμού επιβάτη, έρχεται σε αντίθεση προς την ορολογία που χρησιμοποιείται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 17 και στο άρθρο 18 της εν λόγω συμβάσεως, στο πλαίσιο της ευθύνης του αερομεταφορέα σε περίπτωση καταστροφής, απώλειας ή βλάβης αποσκευών που έχουν περάσει από τον σχετικό έλεγχο και φορτίου, αντίστοιχα. Πράγματι, σε αντίθεση προς την πρώτη αυτή διάταξη, οι τελευταίες ως άνω διατάξεις δεν αναφέρονται σε <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0060" REF.END="QE0060"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0060" CODE="00BB" ID="QE0060"/>, αλλά απλώς σε <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0061" REF.END="QE0061"/>συμβάν<QUOT.END REF.START="QS0061" CODE="00BB" ID="QE0061"/> το οποίο προκάλεσε τις ζημίες στις αποσκευές που έχουν περάσει από τον σχετικό έλεγχο ή στο φορτίο<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0036"><P>Τούτο ισχύει για την απόδοση της συμβάσεως του Μόντρεαλ στη γαλλική γλώσσα [ΣτΜ.: όπου περιέχονται οι όροι <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0062" REF.END="QE0062"/>accident<QUOT.END REF.START="QS0062" CODE="00BB" ID="QE0062"/> και <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0063" REF.END="QE0063"/>fait<QUOT.END REF.START="QS0063" CODE="00BB" ID="QE0063"/>], αλλά και στην αγγλική γλώσσα (όπου περιέχονται οι όροι <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0064" REF.END="QE0064"/>accident<QUOT.END REF.START="QS0064" CODE="00BB" ID="QE0064"/> και <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0065" REF.END="QE0065"/>event<QUOT.END REF.START="QS0065" CODE="00BB" ID="QE0065"/>) και στην ισπανική γλώσσα (όπου περιέχονται οι όροι <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0066" REF.END="QE0066"/>accidente<QUOT.END REF.START="QS0066" CODE="00BB" ID="QE0066"/> και <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0067" REF.END="QE0067"/>hecho<QUOT.END REF.START="QS0067" CODE="00BB" ID="QE0067"/>).</P></NOTE>. Από την αντίθεση αυτή προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι, για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 17, παράγραφος 1, πρέπει το γεγονός που προκάλεσε τον θάνατο ή τον τραυματισμό του επιβάτη όχι μόνο να σημειώθηκε επί του αεροσκάφους ή κατά την επιβίβαση ή την αποβίβαση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0037"><P>Υπογραμμίζω ότι το χρονικό διάστημα που καλύπτεται από το άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ είναι μεγαλύτερο από την κατά κυριολεξία διάρκεια της πτήσεως, η οποία εκτείνεται από την απογείωση του αεροσκάφους μέχρι την προσγείωσή του.</P></NOTE>, αλλά και να μπορεί να χαρακτηριστεί ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0068" REF.END="QE0068"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0068" CODE="00BB" ID="QE0068"/>, βάσει κριτηρίων τα οποία εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0041"><NO.P>41.</NO.P><TXT>Καίτοι ο όρος <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0069" REF.END="QE0069"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0069" CODE="00BB" ID="QE0069"/> χρησιμοποιείται επανειλημμένως στη σύμβαση του Μόντρεαλ, εντούτοις δεν επεξηγείται περαιτέρω στις λοιπές διατάξεις στις οποίες επίσης περιέχεται<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0038"><P>Ήτοι στο άρθρο 28 (με τίτλο <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0070" REF.END="QE0070"/>Προκαταβολές<QUOT.END REF.START="QS0070" CODE="00BB" ID="QE0070"/>), στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 33 (με τίτλο <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0071" REF.END="QE0071"/>Δικαιοδοσία<QUOT.END REF.START="QS0071" CODE="00BB" ID="QE0071"/>), καθώς και στην παράγραφο 2 του άρθρου 36 (με τίτλο <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0072" REF.END="QE0072"/>Διαδοχική μεταφορά<QUOT.END REF.START="QS0072" CODE="00BB" ID="QE0072"/>) της συμβάσεως του Μόντρεαλ. [ΣτΜ.: στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 33 της συμβάσεως του Μόντρεαλ στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται ο όρος <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0073" REF.END="QE0073"/>ατύχημα<QUOT.END REF.START="QS0073" CODE="00BB" ID="QE0073"/>]</P></NOTE>. Επιπλέον, το άρθρο 28 της συμβάσεως αυτής, το οποίο αφορά τις προκαταβολές σε περίπτωση θανάτου ή τραυματισμού επιβατών, ορίζει ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να έχουν προκληθεί από <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0074" REF.END="QE0074"/>αεροπορικό δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0074" CODE="00BB" ID="QE0074"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0039"><P>Το ίδιο ισχύει και για τις αποδόσεις του άρθρου αυτού στην αγγλική (<QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0075" REF.END="QE0075"/>aircraft accidents<QUOT.END REF.START="QS0075" CODE="00BB" ID="QE0075"/>) και στην ισπανική γλώσσα (<QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0076" REF.END="QE0076"/>accidentes de aviación<QUOT.END REF.START="QS0076" CODE="00BB" ID="QE0076"/>) [ΣτΜ.: στη γαλλική γλώσσα χρησιμοποιείται ο όρος <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0077" REF.END="QE0077"/>accident d’aviation<QUOT.END REF.START="QS0077" CODE="00BB" ID="QE0077"/>]. Κατά τον Reuschle, F., όπ.π. υποσημείωση 20, σημείο 26, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των δυστυχημάτων που αφορούν το ίδιο το αεροσκάφος (π.χ. πτώση του αεροσκάφους), τα οποία διέπονται από το άρθρο 28 της συμβάσεως του Μόντρεαλ, και των δυστυχημάτων επί του αεροσκάφους, αλλά η έννοια του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0078" REF.END="QE0078"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0078" CODE="00BB" ID="QE0078"/> κατά το άρθρο 17 της συμβάσεως περιλαμβάνει και τα δύο ως άνω είδη δυστυχημάτων. Συμφωνώ με την τελευταία αυτή άποψη, αλλά δεν θα τοποθετηθώ εδώ επί του αντικειμένου του εν λόγω άρθρου 28.</P></NOTE>, χωρίς όμως περαιτέρω διευκρίνιση.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0042"><NO.P>42.</NO.P><TXT>Υπενθυμίζω ότι, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 31 της συμβάσεως της Βιέννης, η έννοια του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0079" REF.END="QE0079"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0079" CODE="00BB" ID="QE0079"/> κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0080" REF.END="QE0080"/>συνήθη έννοιαν ήτις δίδεται [στον οικείο όρο]<QUOT.END REF.START="QS0080" CODE="00BB" ID="QE0080"/>.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="11"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0043"><NO.P>43.</NO.P><TXT>Συναφώς, εκτιμώ, όπως και το αιτούν δικαστήριο καθώς και όλα τα μέρη που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην υπό κρίση υπόθεση, ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η εν λόγω έννοια όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από διάφορα <HT TYPE="ITALIC">δικαστήρια των συμβαλλομένων κρατών</HT> στη σύμβαση της Βαρσοβίας ή/και στη σύμβαση του Μόντρεαλ<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0040"><P>Βλ. σημεία 27 επ. των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>, προκειμένου να αντληθούν ενδεχομένως λύσεις από την εν λόγω νομολογία, έστω και αν αυτή δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0044"><NO.P>44.</NO.P><TXT>Πρώτον, παρατηρώ ότι ορισμένα κριτήρια, ανεξαρτήτως κάποιων παραλλαγών ως προς την επιλογή των λέξεων που χρησιμοποιούν τα εθνικά δικαστήρια, τυγχάνουν ευρείας αποδοχής ως κρίσιμα για την έννοια του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0081" REF.END="QE0081"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0081" CODE="00BB" ID="QE0081"/> που περιέχεται στο άρθρο 17 της συμβάσεως της Βαρσοβίας και στο άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ. Σύμφωνα με τα δικαστήρια αυτά, ο παθών πρέπει ουσιαστικά να αποδείξει ότι το γεγονός που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της αεροπορικής μεταφοράς, είτε επί του αεροσκάφους είτε κατά τη διάρκεια της επιβίβασης ή της αποβίβασης, και το οποίο προκάλεσε την προβαλλόμενη υλική ζημία, αφενός, ήταν <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0082" REF.END="QE0082"/>αιφνίδιο<QUOT.END REF.START="QS0082" CODE="00BB" ID="QE0082"/> ή <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0083" REF.END="QE0083"/>ασυνήθιστο<QUOT.END REF.START="QS0083" CODE="00BB" ID="QE0083"/> και, αφετέρου, προήλθε από παράγοντες <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0084" REF.END="QE0084"/>εξωτερικούς<QUOT.END REF.START="QS0084" CODE="00BB" ID="QE0084"/> προς το πρόσωπο του θιγόμενου επιβάτη<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0041"><P>Υπογραμμίζω ότι δεν πρέπει να συγχέεται η εξακρίβωση του γεγονότος ότι η προβαλλόμενη ζημία δεν οφείλεται σε προδιάθεση του θιγόμενου επιβάτη, εξακρίβωση η οποία λαμβάνει χώρα κατά το στάδιο του ενδεχόμενου χαρακτηρισμού του επίμαχου συμβάντος ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0085" REF.END="QE0085"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0085" CODE="00BB" ID="QE0085"/>, βάσει του οποίου μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη του αερομεταφορέα δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ, με το μεταγενέστερο ερώτημα αν τυχόν αποδεικνύεται, κατ’ αντίκρουση, ότι ο επιβάτης αυτός συνέβαλε ενεργά ή διά παραλείψεως στην επέλευση της ζημίας που υπέστη, οπότε ο αερομεταφορέας μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του δυνάμει του άρθρου 20 της συμβάσεως αυτής.</P></NOTE>. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0086" REF.END="QE0086"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0086" CODE="00BB" ID="QE0086"/> ένα ζημιογόνο γεγονός που οφείλεται σε αντιδράσεις του ίδιου του παθόντος κατά τη συνήθη, φυσιολογική και προβλέψιμη λειτουργία του αεροσκάφους ή το οποίο προκλήθηκε από την προϋφιστάμενη κατάσταση της υγείας του παθόντος. Η συναίνεση που απαντάται υπέρ αυτών των παραγόντων εκτιμήσεως προκύπτει, ιδίως<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0042"><P>Βλ. επίσης Mercadal, B., <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0087" REF.END="QE0087"/>Transports aériens<QUOT.END REF.START="QS0087" CODE="00BB" ID="QE0087"/>, <HT TYPE="ITALIC">Répertoire de droit commercial</HT>, Dalloz, Παρίσι, 2000, σημεία 110 επ.· Grigorieff, C.‑I., <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0088" REF.END="QE0088"/>Le régime d’indemnisation de la convention de Montréal<QUOT.END REF.START="QS0088" CODE="00BB" ID="QE0088"/>, <HT TYPE="ITALIC">Revue européenne de droit de la consommation</HT>, 2012, αριθ. 4, σ. 662 έως 665, καθώς και Letacq, F., <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0089" REF.END="QE0089"/>Fascicule 925<QUOT.END REF.START="QS0089" CODE="00BB" ID="QE0089"/>, <HT TYPE="ITALIC">Jurisclasseur Transport</HT>, Lexis360, Παρίσι, 2018, σημείο 70.</P></NOTE>, από την αμερικανική νομολογία<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0043"><P>Βλ., κυρίως, απόφαση του U.S. Supreme Court (Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ), της <DATE ISO="19850304">4ης Μαρτίου 1985</DATE>, Air France v. Saks [470 U.S. 392 (1985), διαθέσιμη στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: https://supreme.justia.com/cases/federal/us/470/392/]. Η ανωτέρω απόφαση-σταθμός ορίζει ότι η έννοια του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0090" REF.END="QE0090"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0090" CODE="00BB" ID="QE0090"/> κατά το άρθρο 17 της συμβάσεως της Βαρσοβίας, η οποία ήταν <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0091" REF.END="QE0091"/>drafted in French by continental jurists<QUOT.END REF.START="QS0091" CODE="00BB" ID="QE0091"/>, καλύπτει <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0092" REF.END="QE0092"/>an <HT TYPE="ITALIC">unexpected or unusual</HT> event or happening that is <HT TYPE="ITALIC">external</HT> to the passenger<QUOT.END REF.START="QS0092" CODE="00BB" ID="QE0092"/>, και όχι την περίπτωση όπου <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0093" REF.END="QE0093"/>the injury indisputably results from the passenger’s own internal reaction to the usual, normal, and expected operation of the aircraft<QUOT.END REF.START="QS0093" CODE="00BB" ID="QE0093"/>, και ότι <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0094" REF.END="QE0094"/>[a]ny injury is the product of a chain of causes, and we require only that the passenger be able to prove that some link in the chain was an <HT TYPE="ITALIC">unusual or unexpected event external</HT> to the passenger<QUOT.END REF.START="QS0094" CODE="00BB" ID="QE0094"/> (η υπογράμμιση δική μου).</P></NOTE>, τη γερμανική νομολογία<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0044"><P>Βλ., ιδίως, τις γερμανικές αποφάσεις που μνημονεύει ο Reuschle, F., όπ.π. υποσημείωση 20, σημείο 13.</P></NOTE> και τη γαλλική νομολογία<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0045"><P>Πέραν των γαλλικών αποφάσεων που μνημονεύουν οι συγγραφείς όπ.π. υποσημείωση 42, βλ. απόφαση του Cour de cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, Γαλλία), 1ο πολιτικό τμήμα, της <DATE ISO="20140115">15ης Ιανουαρίου 2014</DATE> (ECLI:FR:CCASS:2014:C100011, καθώς και την προγενέστερη νομολογία που παρατίθεται στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: https://www.legifrance.gouv.fr/affichJuriJudi.do?oldAction=rechJuriJudi&amp;idTexte=JURITEXT000028482732&amp;fastReqId=1262213182&amp;fastPos=2).</P></NOTE>. Οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στην υπό κρίση υπόθεση συγκλίνουν επίσης ως προς το σημείο αυτό.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0045"><NO.P>45.</NO.P><TXT>Φρονώ ότι τα κριτήρια αυτά, τα οποία είναι απολύτως σύμφωνα με τον συνήθη ορισμό του συγκεκριμένου όρου<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0046"><P>Η λέξη <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0095" REF.END="QE0095"/>accident<QUOT.END REF.START="QS0095" CODE="00BB" ID="QE0095"/> προέρχεται από τον λατινικό όρο <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0096" REF.END="QE0096"/><HT TYPE="ITALIC">accidens</HT>: αυτό που συμβαίνει τυχαία<QUOT.END REF.START="QS0096" CODE="00BB" ID="QE0096"/> και ορίζεται ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0097" REF.END="QE0097"/>μη ηθελημένο απροσδόκητο ζημιογόνο γεγονός ή συμβάν<QUOT.END REF.START="QS0097" CODE="00BB" ID="QE0097"/> κατά τον Cornu, G. κ.λπ., <HT TYPE="ITALIC">Vocabulaire juridique</HT>, 12η έκδ., PUF, Παρίσι, 2018, σ. 11, ή ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0098" REF.END="QE0098"/>[an] unexpected event, typically sudden in nature and associated with injury, loss, or harm<QUOT.END REF.START="QS0098" CODE="00BB" ID="QE0098"/> κατά την Encyclopædia Britannica (https://academic.eb.com/levels/collegiate/article/accident/605405).</P></NOTE>, θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν εν προκειμένω και στο Δικαστήριο, για να προσδιοριστούν οι περιπτώσεις που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0099" REF.END="QE0099"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0099" CODE="00BB" ID="QE0099"/> κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ. Σχετικά υπενθυμίζω ότι το αιτούν<?PAGE NO="12"?> δικαστήριο εκτιμά, ορθώς κατ’ εμέ, ότι υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0047"><P>Βλ. σημείο 28 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE> πληρούνται όλα τα προαναφερθέντα κριτήρια. Ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια, ιδίως τα αμερικανικά<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0048"><P>Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του U.S. District Court of Puerto Rico (ομοσπονδιακού δικαστηρίου της περιφέρειας του Πουέρτο Ρίκο, ΗΠΑ), της <DATE ISO="19880617">17ης Ιουνίου 1988</DATE>, Diaz Lugo v. American Airlines, Inc. [686 F. Supp. 373 (D.P.R 1988), διαθέσιμη στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: https://law.justia.com/cases/federal/district‑courts/FSupp/686/373/1362396/], καθώς και του U.S. District Court of California (ομοσπονδιακού δικαστηρίου της περιφέρειας της Καλιφόρνιας, ΗΠΑ), της <DATE ISO="20070515">15ης Μαΐου 2007</DATE>, Wipranik v. Air Canada, κ.λπ. (2007 WL 2441066, διαθέσιμη στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: https://www.aviationlawmonitor.com/wp‑content/uploads/sites/579/2013/06/Wipranik.pdf).</P></NOTE>, έχουν κρίνει ότι η ανατροπή καυτού ροφήματος σε επιβάτη επί αεροσκάφους συνιστά <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0100" REF.END="QE0100"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0100" CODE="00BB" ID="QE0100"/> κατά την έννοια του άρθρου 17 της συμβάσεως της Βαρσοβίας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0046"><NO.P>46.</NO.P><TXT>Δεύτερον, όπως επισημαίνεται και στην απόφαση περί παραπομπής, διαπιστώνω ότι υφίσταται, αντιθέτως, διχογνωμία ως προς το ζήτημα αν πρέπει να απαιτείται, βάσει των εν λόγω διατάξεων, η εξακρίβωση ενός συμπληρωματικού κριτηρίου που αφορά την ύπαρξη ενός <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0101" REF.END="QE0101"/>τυπικού κινδύνου των αερομεταφορών<QUOT.END REF.START="QS0101" CODE="00BB" ID="QE0101"/>. Η εναγομένη στην κύρια δίκη ισχυρίζεται ότι το κριτήριο αυτό είναι αποδεκτό από την αυστριακή νομολογία<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0049"><P>Συναφώς, η εναγομένη στην κύρια δίκη μνημονεύει απόφαση του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου), της <DATE ISO="20150702">2ας Ιουλίου 2015</DATE> (2 Ob 58/15s, διαθέσιμη στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: https://www.ris.bka.gv.at/Dokumente/Justiz/JJT_20150702_OGH0002_0020OB00058_15S0000_000/JJT_20150702_OGH0002_0020OB00058_15S0000_000.pdf).</P></NOTE>, όμως το αιτούν δικαστήριο αμφισβητεί την ορθότητα της απόψεως αυτής, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της εξελίξεως που φαίνεται να έχει σημειωθεί στη γερμανική νομολογία προς την κατεύθυνση του περιορισμού της σημασίας που προσδίδεται στο κριτήριο αυτό<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0050"><P>Βλ. τις σκέψεις του δικαστηρίου αυτού που παρατίθενται στις υποσημειώσεις 23 και 33 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>. Εξάλλου, στην αμερικανική νομολογία, μολονότι ορισμένα δικαστήρια έχουν εφαρμόσει ένα κριτήριο αυτού του είδους<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0051"><P>Βλ., ιδίως, απόφαση του U.S. District Court of New York (ομοσπονδιακού δικαστηρίου της περιφέρειας της Νέας Υόρκης, ΗΠΑ), της <DATE ISO="20170110">10ης Ιανουαρίου 2017</DATE>, Lee v. Air Canada [228 F. Supp. 3d 302 (2017), διαθέσιμη στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: https://www.leagle.com/decision/infdco20170210967], καθώς και νομολογία μνημονευόμενη από τους Naveau, J., Godfroid, M., και Frühling, P., <HT TYPE="ITALIC">Précis de droit aérien</HT>, Bruylant, Βρυξέλλες, 2η έκδ., 2006, σημείο 214.</P></NOTE>, εντούτοις το Ανώτατο Δικαστήριο και άλλα δικαστήρια δεν επέλεξαν μια τέτοια περιοριστική προσέγγιση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0052"><P>Βλ. απόφαση μνημονευόμενη ανωτέρω στην υποσημείωση 43 πέραν της νομολογίας που μνημονεύεται από τον Tompkins, G. N., <HT TYPE="ITALIC">Liability Rules Applicable to International Air Transportation As Developed by the Courts in the United States</HT> – <HT TYPE="ITALIC">From Warsaw 1929 to Montreal 1999</HT>, Kluwer, Κάτω Χώρες, 2010, σημεία 8.5.5 και 8.9.1 έως 8.9.17, καθώς και από την Diederiks‑Verschoor, I. H., <HT TYPE="ITALIC">An Introduction to Air Law</HT>, Kluwer, Κάτω-Χώρες, 2012, σ. 153 έως 160.</P></NOTE>. Τέλος, επισημαίνω ότι, στη γαλλική νομολογία, η αναζήτηση κινδύνου που προσιδιάζει στις αερομεταφορές επιχειρήθηκε ενίοτε για τους σκοπούς του άρθρου 17 της συμβάσεως της Βαρσοβίας, χωρίς όμως η αναζήτηση αυτή να έχει γίνει ευθέως υπό το πρίσμα της έννοιας του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0102" REF.END="QE0102"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0102" CODE="00BB" ID="QE0102"/> ή να παραμένει επίκαιρη<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0053"><P>O Mercadal, B., όπ.π. υποσημείωση 42, σημεία 117 έως 124, καθώς και o Letacq, F., όπ.π. υποσημείωση 42, σημείο 57, αναφέρουν ότι στη Γαλλία υπήρχε παλαιότερα η απαίτηση συνδρομής τυπικών κινδύνων της αεροπλοΐας και της εκμεταλλεύσεως του αεροσκάφους για τον χαρακτηρισμό των πράξεων της επιβιβάσεως και αποβιβάσεως κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 17, όμως το κριτήριο αυτό εγκαταλείφθηκε, όπως και στις αγγλοσαξονικές χώρες.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0047"><NO.P>47.</NO.P><TXT>Από την πλευρά μου, όπως εξαρχής επισήμανα<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0054"><P>Βλ. σημείο 38 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>, θεωρώ ότι η απαίτηση να υφίσταται τέτοιος κίνδυνος, του οποίου η νομολογιακή αποδοχή μου φαίνεται περιορισμένη, ουδόλως αντανακλάται στην ορολογία που χρησιμοποιείται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ. Η θέση μου αυτή ενισχύεται υπό το πρίσμα των σκοπών της διατάξεως αυτής.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">3.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Επί της τελολογικής ερμηνείας</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0048"><NO.P>48.</NO.P><TXT>Εκτιμώ, όπως και το αιτούν δικαστήριο και η Γαλλική Κυβέρνηση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0055"><P>Πρβλ. επίσης τους συγγραφείς όπ.π. υποσημείωση 25.</P></NOTE>, ότι δεν συνάδει με τους σκοπούς της συμβάσεως του Μόντρεαλ, και ειδικότερα με τους σκοπούς του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως αυτής, να απαιτείται από το πρόσωπο που ζητεί αποζημίωση λόγω σωματικής βλάβης βάσει της διατάξεως αυτής να αποδείξει την ύπαρξη <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0103" REF.END="QE0103"/>τυπικού κινδύνου των<?PAGE NO="13"?> αερομεταφορών<QUOT.END REF.START="QS0103" CODE="00BB" ID="QE0103"/> ή εύλογης αιτιώδους συνάφειας με τις μεταφορές αυτές, προϋποθέσεις οι οποίες, σύμφωνα με την εναγομένη στην κύρια δίκη και την Πολωνική Κυβέρνηση αντίστοιχα, πρέπει να εξακριβώνονται προκειμένου να μπορεί ένα συμβάν να χαρακτηριστεί ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0104" REF.END="QE0104"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0104" CODE="00BB" ID="QE0104"/> κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0049"><NO.P>49.</NO.P><TXT>Κατ’ αρχάς, παρατηρώ ότι η σύμβαση του Μόντρεαλ έχει ως αντικείμενο την <HT TYPE="ITALIC">ενοποίηση</HT> των εφαρμοστέων κανόνων στους τομείς που καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της, και ειδικότερα εν προκειμένω στον τομέα της ευθύνης των αερομεταφορέων. Το πέμπτο εδάφιο του προοιμίου της αναφέρει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη της συμβάσεως αυτής έχουν ως σκοπό <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0105" REF.END="QE0105"/>την περαιτέρω εναρμόνιση και κωδικοποίηση ορισμένων κανόνων που διέπουν τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές<QUOT.END REF.START="QS0105" CODE="00BB" ID="QE0105"/>, και συνεπώς την ενίσχυση του ενιαίου συστήματος που είχε προηγουμένως θεσπιστεί με τη σύμβαση της Βαρσοβίας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0056"><P>Επί της ενισχύσεως της προστασίας των επιβατών, βλ. σημείο 59 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>. Επίσης, το άρθρο 29 της συμβάσεως του Μόντρεαλ ορίζει ότι οι αγωγές αποζημιώσεως, συμπεριλαμβανομένων των αγωγών βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, μπορούν να ασκούνται μόνον υπό τους όρους και με τα όρια αποζημιώσεως που προβλέπονται στη σύμβαση αυτή, γεγονός το οποίο αποκλείει την εφαρμογή κανόνων του εθνικού δικαίου όσον αφορά την ευθύνη των αερομεταφορέων που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της συμβάσεως<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0057"><P>Το εν λόγω άρθρο 29 προβλέπει εξαίρεση από την αρχή της αποκλειστικότητας του συστήματος που θεσπίζεται με την εν λόγω σύμβαση, παραπέμποντας στους εφαρμοστέους στη διαφορά κανόνες του εθνικού δικαίου όσον αφορά τα ζητήματα <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0106" REF.END="QE0106"/>του καθορισμού των προσώπων που έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν αγωγή και των αντίστοιχων δικαιωμάτων τους<QUOT.END REF.START="QS0106" CODE="00BB" ID="QE0106"/>.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0050"><NO.P>50.</NO.P><TXT>Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι δεν πρέπει να υιοθετηθεί μια ερμηνεία της έννοιας του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0107" REF.END="QE0107"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0107" CODE="00BB" ID="QE0107"/>, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ, η οποία θα είχε ως συνέπεια την υπαγωγή των αγωγών που στηρίζονται στη διάταξη αυτή σε περιοριστικούς όρους τους οποίους δεν θέλησαν να επιβάλουν οι συντάκτες της εν λόγω συμβάσεως, ούτε καν σιωπηρώς, όπως είναι η απαίτηση να συντρέχει <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0108" REF.END="QE0108"/>τυπικός κίνδυνος των αερομεταφορών<QUOT.END REF.START="QS0108" CODE="00BB" ID="QE0108"/> ή να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια με τις μεταφορές αυτές. Η προσέγγιση αυτή επιρρωννύεται, κατά τη γνώμη μου, από τις ενδείξεις που περιέχονται στο προοίμιο του κανονισμού 889/2002 και, ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 7 η οποία προβλέπει ότι οι διατάξεις της συμβάσεως του Μόντρεαλ που έχουν προστατευτικό σκοπό πρέπει να ερμηνεύονται υπέρ των επιβατών και των προστατευόμενων μελών τους<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0058"><P>Βλ. τα αποσπάσματα του προοιμίου αυτού που παρατίθενται στο σημείο 9 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0051"><NO.P>51.</NO.P><TXT>Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει επισημάνει κατ’ επανάληψη ότι από το προοίμιο της συμβάσεως του Μόντρεαλ προκύπτει<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0059"><P>Ειδικότερα, από το τρίτο και το πέμπτο εδάφιο του εν λόγω προοιμίου.</P></NOTE> ότι τα συμβαλλόμενα κράτη της εν λόγω συμβάσεως είχαν ως σκοπό, <HT TYPE="ITALIC">από ουσιαστικής απόψεως</HT>, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0109" REF.END="QE0109"/>να εξασφαλισθεί η προστασία των συμφερόντων του καταναλωτή στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές και […] δίκαιη αποζημίωση με βάση την αρχή της επανόρθωσης<QUOT.END REF.START="QS0109" CODE="00BB" ID="QE0109"/> καθώς και <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0110" REF.END="QE0110"/>θεμιτή ισορροπία [των οικείων] συμφερόντων<QUOT.END REF.START="QS0110" CODE="00BB" ID="QE0110"/>. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω κράτη καθιέρωσαν ένα σύστημα αντικειμενικής ευθύνης των αερομεταφορέων<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0060"><P>Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο του συστήματος αυτού στα σημεία 56 επ. των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>, μεριμνώντας συγχρόνως για τη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων των αερομεταφορέων και των συμφερόντων των επιβατών<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0061"><P>Βλ. αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100506">6ης Μαΐου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Walz</NAME.CASE> (<NO.CASE>C-63/09</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:251">EU:C:2010:251</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0030">30</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> επ.)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20121122">22ας Νοεμβρίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>Espada Sánchez κ.λπ..</NAME.CASE> (<NO.CASE>C-410/11</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:747">EU:C:2012:747</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0029">29</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0030">30</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20160217">17ης Φεβρουαρίου 2016</DATE>, <NAME.CASE>Air Baltic Corporation</NAME.CASE> (<NO.CASE>C-429/14</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:88">EU:C:2016:88</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0048">48</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), καθώς και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180412">12ης Απριλίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>Finnair</NAME.CASE> (<NO.CASE>C-258/16</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:252">EU:C:2018:252</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0034">34</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0043">43</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0052"><NO.P>52.</NO.P><TXT>Όμως, αν γινόταν δεκτό ότι το συμβάν που προκάλεσε ζημία καλυπτόμενη από το άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ πρέπει να έχει χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στις αερομεταφορές, αυτό θα συνεπαγόταν περιορισμό, ή ακόμη και στέρηση, των δικαιωμάτων του επιβάτη, λόγω των συνεπειών που θα είχε το κριτήριο αυτό όχι μόνο στο βάρος αποδείξεως, αλλά και στην πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω διατάξεως.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="14"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0053"><NO.P>53.</NO.P><TXT>Συγκεκριμένα, αφενός, δεδομένου ότι ο ζημιωθείς δεν έχει πρόσβαση σε όλα τα τεχνικά δεδομένα που αφορούν την πλοήγηση του αεροσκάφους ή την αεροπορική εκμετάλλευση, τα οποία διαθέτει μόνον ο αερομεταφορέας, θα ήταν υπερβολικά δυσχερές γι’ αυτόν να αποδείξει την ύπαρξη τυπικού κινδύνου για τις αερομεταφορές ή ακόμη και αιτιώδους συνάφειας με τις μεταφορές αυτές, προκειμένου να είναι σε θέση να ζητήσει αποζημίωση βάσει του εν λόγω άρθρου 17, παράγραφος 1.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0054"><NO.P>54.</NO.P><TXT>Αφετέρου, ο κανόνας που προβλέπεται στο άρθρο αυτό θα καθίστατο σε μεγάλο βαθμό κενός περιεχομένου αν υπαγόταν σε τέτοιες απαιτήσεις, καθόσον από τον χαρακτηρισμό του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0111" REF.END="QE0111"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0111" CODE="00BB" ID="QE0111"/> κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θα έπρεπε να αποκλειστεί μια σειρά ζημιογόνων γεγονότων ως δυνάμενων να ανακύψουν με παρόμοιο τρόπο υπό άλλες περιστάσεις πλην εκείνων που συντρέχουν στο πλαίσιο των αερομεταφορών, δηλαδή κατά την τρέχουσα καθημερινότητα. Ο αποκλεισμός αυτός θα είχε ως συνέπεια μια σημαντική μείωση των περιπτώσεων στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη του αερομεταφορέα βάσει της εν λόγω διατάξεως, περιορίζοντάς τις στα σοβαρότερα συμβάντα των αερομεταφορών, όπως οι έντονες αναταράξεις ή η πρόσκρουση του αεροσκάφους.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0055"><NO.P>55.</NO.P><TXT>Οι ως άνω εκτιμήσεις σχετικά με το γράμμα του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ και τους σκοπούς της, επιρρωννύονται από την ανάλυση του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">4.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Επί της συστηματικής ερμηνείας</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0056"><NO.P>56.</NO.P><TXT>Για την ερμηνεία του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ, και ειδικότερα της έννοιας του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0112" REF.END="QE0112"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0112" CODE="00BB" ID="QE0112"/> που περιέχεται σε αυτήν, πρέπει, κατά την άποψή μου, να ληφθεί υπόψη, όπως επισημαίνεται στην απόφαση περί παραπομπής και σε όλες τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το <HT TYPE="ITALIC">σύστημα ευθύνης</HT> των αερομεταφορέων που απορρέει από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις της εν λόγω συμβάσεως.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0057"><NO.P>57.</NO.P><TXT>Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ, σε περίπτωση θανάτου ή σωματικού τραυματισμού επιβάτη, ο αερομεταφορέας ευθύνεται αυτοδικαίως εκ του γεγονότος και μόνον ότι το δυστύχημα σημειώθηκε επί του αεροσκάφους ή κατά την επιβίβαση ή την αποβίβαση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0062"><P>Όσον αφορά την έκφραση <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0113" REF.END="QE0113"/>υπό τον όρο μόνον<QUOT.END REF.START="QS0113" CODE="00BB" ID="QE0113"/>, που χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, βλ. σημείο 39 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>. Επιπλέον, το άρθρο 21 της συμβάσεως αυτής προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι, όταν η ζημία δεν υπερβαίνει ορισμένο όριο αποζημιώσεως<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0063"><P>Ήτοι <FT TYPE="NUMBER">100000</FT> Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα (ΕΤΔ) για κάθε επιβάτη, ποσό το οποίο ανήλθε σε <FT TYPE="NUMBER">113100</FT> ΕΤΔ από τις <DATE ISO="20091230">30 Δεκεμβρίου 2009</DATE> (σχετικά με το σύστημα αυτό σε διττό επίπεδο και την τροποποίησή του όσον αφορά το ισχύον όριο, βλ. τον οδηγό που διατίθεται στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: https://www.icao.int/secretariat/legal/Administrative%20Packages/mtl99_fr.pdf). Διευκρινίζω ότι το άρθρο 23 της εν λόγω συμβάσεως προβλέπει ότι, σε περίπτωση δικαστικής διαδικασίας, η μετατροπή σε νόμισμα κράτους το οποίο, όπως η Δημοκρατία της Αυστρίας, είναι μέλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με την αξία του νομίσματος σε ΕΔΤ, υπολογιζόμενη κατά την ημερομηνία της δίκης, χάρη στη μέθοδο που εφαρμόζει σε καθημερινή βάση το ΔΝΤ, η οποία δημοσιεύεται στον ιστότοπό του (βλ. https://www.imf.org/fr/About/Factsheets/Sheets/2016/08/01/14/51/Special‑Drawing‑Right‑SDR).</P></NOTE>, όπως συμβαίνει εν προκειμένω<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0064"><P>Λαμβανομένου υπόψη του ύψους της αιτούμενης αποζημιώσεως (βλ. σημείο 15 των παρουσών προτάσεων).</P></NOTE>, ο μεταφορέας δεν μπορεί να απαλλάσσεται αυτής της αντικειμενικής ευθύνης του και, στην παράγραφο 2, ότι για ζημίες πάνω από το όριο αυτό μπορεί, αντιθέτως, να απαλλάσσεται της ευθύνης του από τεκμαιρόμενη υπαιτιότητα, εφόσον αποδεικνύει είτε ότι η ζημία δεν οφείλεται στον ίδιο, στους υπαλλήλους ή στους πράκτορές του, είτε ότι καταλογίζεται αποκλειστικά σε τρίτον. Τέλος, κατά το άρθρο 20 της εν λόγω συμβάσεως, στις δύο περιπτώσεις που διαλαμβάνονται στο άρθρο 21, ο μεταφορέας έχει τη δυνατότητα να περιορίσει ή και να αποκλείσει την ευθύνη του, εάν αποδείξει υπαιτιότητα του ζημιωθέντος η οποία όμως αποκλείσθηκε στη διαφορά της κύριας δίκης<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0065"><P>Βλ. σημείο 23 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="15"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0058"><NO.P>58.</NO.P><TXT>Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι συντάκτες της συμβάσεως του Μόντρεαλ προέβλεψαν ένα σύστημα ευθύνης το οποίο είναι ευνοϊκό για τον παθόντα επιβάτη, δεδομένου ότι ο επιβάτης αυτός δεν οφείλει να αποδείξει την υπαιτιότητα του αερομεταφορέα, των υπαλλήλων ή των πρακτόρων του, αλλά μόνον τη δική του ζημία και την υφιστάμενη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας αυτής και του ζημιογόνου γεγονότος που μπορεί να χαρακτηριστεί ως <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0114" REF.END="QE0114"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0114" CODE="00BB" ID="QE0114"/>. Ουδόλως μνημονεύεται στις ως άνω διατάξεις η ανάγκη να αποδείξει ο επιβάτης ότι επήλθε τυπικός κίνδυνος των αερομεταφορών ή ότι το ζημιογόνο γεγονός συνδέεται άμεσα με τις μεταφορές αυτές, ως σχετιζόμενο με τη φύση ή την εκμετάλλευση του αεροσκάφους. Μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού γίνει δεκτός ο χαρακτηρισμός του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0115" REF.END="QE0115"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0115" CODE="00BB" ID="QE0115"/> κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ, ο αερομεταφορέας μπορεί ενδεχομένως, ως μέσο άμυνας, να επιχειρήσει τον περιορισμό της ευθύνης του, ή ακόμη και την πλήρη απαλλαγή του, παρέχοντας τις επαρκείς κατά τον νόμο αποδείξεις που απαιτούνται, ιδίως, από το άρθρο 20 της ίδιας συμβάσεως.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0059"><NO.P>59.</NO.P><TXT>Επιπλέον, η <HT TYPE="ITALIC">σύγκριση</HT> του συστήματος ευθύνης που ισχύει υπό τη σύμβαση του Μόντρεαλ, σε περίπτωση δυστυχήματος το οποίο προκάλεσε θάνατο ή σωματικό τραυματισμό, με το σύστημα που προέβλεπε η σύμβαση της Βαρσοβίας, είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική ως προς την πρόθεση ενισχύσεως της προστασίας των επιβατών, η οποία πρυτάνευσε κατά τη σύναψη της πλέον πρόσφατης συμβάσεως<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0066"><P>Πρβλ. επίσης σκέψη 21 της αποφάσεως του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου) που μνημονεύεται ανωτέρω στην υποσημείωση 23.</P></NOTE>. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της συμβάσεως της Βαρσοβίας, σε αυτές τις περιπτώσεις υπήρχε απλώς ευθύνη από τεκμαιρόμενη υπαιτιότητα του αερομεταφορέα<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0067"><P>Βλ. το άρθρο 17 της συμβάσεως της Βαρσοβίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 20 της συμβάσεως αυτής, το οποίο προέβλεπε ότι το τεκμήριο ευθύνης του αερομεταφορέα ήταν μαχητό.</P></NOTE>, η οποία εξελίχθηκε σε αντικειμενική ευθύνη δυνάμει της συμβάσεως του Μόντρεαλ. Εξάλλου, η σύμβαση της Βαρσοβίας προέβλεπε ανώτατο όριο για το ύψος της αποζημιώσεως που μπορούσε να απαιτηθεί από τους αερομεταφορείς<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0068"><P>Κατά το άρθρο 22, παράγραφος 1, της συμβάσεως της Βαρσοβίας. Επί της τροποποιήσεως των ορίων που προβλέπονταν αρχικά από αυτήν, βλ. Grigorieff, C.‑I., όπ. π. υποσημείωση 42, σ. 653 έως 656.</P></NOTE>, περιορισμός ο οποίος απαλείφθηκε στη σύμβαση του Μόντρεαλ. Η βούληση αυτή να καταστεί αυστηρότερο το ισχύον σύστημα ευθύνης των αερομεταφορέων, προκειμένου να αποζημιώνονται καλύτερα οι σωματικές βλάβες (θάνατος ή σωματικός τραυματισμός) των επιβατών, επισημαίνεται επίσης, μεταξύ άλλων, στο προοίμιο του κανονισμού 889/2002<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0069"><P>Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 7 και 10 του κανονισμού αυτού <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0116" REF.END="QE0116"/>[ο] παρών κανονισμός και η σύμβαση του Μόντρεαλ ενισχύουν την προστασία των επιβατών και των προστατευομένων μελών τους<QUOT.END REF.START="QS0116" CODE="00BB" ID="QE0116"/> και <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0117" REF.END="QE0117"/>[έ]να σύστημα απεριόριστης ευθύνης σε περίπτωση θανάτου ή τραυματισμού επιβατών είναι εκείνο που αρμόζει σε ένα ασφαλές και σύγχρονο σύστημα αεροπορικών μεταφορών<QUOT.END REF.START="QS0117" CODE="00BB" ID="QE0117"/>. Η σημαντική βελτίωση του συστήματος αποζημιώσεως των επιβατών παθόντων αεροπορικών δυστυχημάτων, ιδίως όσον αφορά το βάρος αποδείξεως, έχει υπογραμμιστεί επίσης σε επίσημες εκθέσεις που έχουν δημοσιευτεί στη Γαλλία και στην Ελβετία, οι οποίες είναι διαθέσιμες, αντίστοιχα, στις ακόλουθες διαδικτυακές διευθύνσεις: http://www.assemblee‑nationale.fr/12/pdf/rapports/r0675.pdf και https://www.admin.ch/opc/fr/federal‑gazette/2004/2701.pdf.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0060"><NO.P>60.</NO.P><TXT>Η συνεκτίμηση της εξελίξεως αυτής ενισχύει την άποψή μου ότι η έννοια του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0118" REF.END="QE0118"/>δυστυχήματος<QUOT.END REF.START="QS0118" CODE="00BB" ID="QE0118"/> κατά το εν λόγω άρθρο 17, παράγραφος 1, δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να απαιτεί την ύπαρξη τυπικού κινδύνου των αερομεταφορών ή άμεσης σχέσεως με αυτές, κριτήρια τα οποία δεν συνάδουν ούτε με την τρέχουσα έννοια του όρου αυτού ούτε με τους σκοπούς της συμβάσεως του Μόντρεαλ ούτε με το περιεχόμενο του συστήματος ευθύνης που θεσπίζεται με αυτήν. Επομένως, περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να εμπίπτουν στην εν λόγω έννοια, εκτίμηση την οποία φαίνεται να συμμερίζεται το αιτούν δικαστήριο.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0061"><NO.P>61.</NO.P><TXT>Εν κατακλείδι, εκτιμώ ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως του Μόντρεαλ έχει την έννοια ότι συνιστά <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0119" REF.END="QE0119"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0119" CODE="00BB" ID="QE0119"/>, το οποίο μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του αερομεταφορέα βάσει της διατάξεως αυτής, κάθε συμβάν που προκάλεσε τον θάνατο ή τον σωματικό τραυματισμό επιβάτη και σημειώθηκε επί αεροσκάφους ή κατά τη διάρκεια της επιβιβάσεως ή της αποβιβάσεως, το οποίο είναι αιφνίδιο ή ασυνήθιστο και έχει εξωγενή ως προς το πρόσωπο του συγκεκριμένου επιβάτη προέλευση, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί αν το εν λόγω συμβάν οφείλεται σε τυπικό κίνδυνο των αερομεταφορών ή αν έχει άμεση σχέση με τις μεταφορές αυτές.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ></GR.SEQ><?PAGE NO="16"?><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">V.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Πρόταση</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0062"><NO.P>62.</NO.P><TXT>Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο, Αυστρία) ως εξής:</TXT><P>Το άρθρο 17, παράγραφος 1, της συμβάσεως για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, η οποία συνήφθη στις <DATE ISO="19990528">28 Μαΐου 1999</DATE> στο Μόντρεαλ και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2001/539/ΕΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="20010405">5ης Απριλίου 2001</DATE>, έχει την έννοια ότι συνιστά <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0120" REF.END="QE0120"/>δυστύχημα<QUOT.END REF.START="QS0120" CODE="00BB" ID="QE0120"/>, το οποίο μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του αερομεταφορέα βάσει της διατάξεως αυτής, κάθε συμβάν που προκάλεσε τον θάνατο ή τον σωματικό τραυματισμό επιβάτη και σημειώθηκε επί αεροσκάφους ή κατά τη διάρκεια της επιβιβάσεως ή της αποβιβάσεως, το οποίο είναι αιφνίδιο ή ασυνήθιστο και έχει εξωγενή ως προς το πρόσωπο του συγκεκριμένου επιβάτη προέλευση, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί αν το εν λόγω συμβάν οφείλεται σε τυπικό κίνδυνο των αερομεταφορών ή αν έχει άμεση σχέση με τις μεταφορές αυτές.</P></NP.ECR></GR.SEQ></CONTENTS.CONCLUSION></CONCLUSION>