Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

DEAN SPIELMANN

της 8ης Σεπτεμβρίου 2026 (1)

Υπόθεση C‑671/24 P

BAWAG P.S.K. Bank für Arbeit und Wirtschaft und Österreichische Postsparkasse AG

κατά

Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης

« Αίτηση αναιρέσεως – Οικονομική και νομισματική ένωση – Τραπεζική ένωση – Ενιαίος Μηχανισμός Εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων – Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης – Απόφαση περί καθορισμού των εκ των προτέρων εισφορών για την περίοδο συνεισφοράς 2023 – Άρθρο 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ – Περιορισμός των διαχρονικών αποτελεσμάτων της ακυρώσεως »






 Εισαγωγή

1.        Οι παρούσες προτάσεις αφορούν την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η BAWAG P.S.K. Bank für Arbeit und Wirtschaft und Österreichische Postsparkasse AG (στο εξής: BAWAG) με αίτημα την αναίρεση της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Αυγούστου 2024, BAWAG PSK κατά ΕΣΕ (T‑410/23, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, EU:T:2024:534).

2.        Με τη διάταξη αυτή, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση SRB/ES/2023/23 του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης (ΕΣΕ), της 2ας Μαΐου 2023, σχετικά με τον υπολογισμό των εκ των προτέρων εισφορών προς το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (ΕΤΕ) για το 2023 (στο εξής: απόφαση του ΕΣΕ 2023), κατά το μέρος που αφορά την BAWAG, ενώ διατήρησε σε ισχύ τα αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής έως ότου το ΕΣΕ λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση της εν λόγω διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου, τούτο δε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία η διάταξη αυτή θα καταστεί αμετάκλητη.

3.        Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε νομίμως να αναστείλει τα διαχρονικά αποτελέσματα της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.

 Το ιστορικό της διαφοράς

4.        Το ιστορικό της διαφοράς περιλαμβάνεται στις σκέψεις 2 έως 4 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως και περιγράφεται ως εξής.

5.        Η BAWAG είναι αυστριακό πιστωτικό ίδρυμα. Με την απόφαση του ΕΣΕ 2023, το ΕΣΕ καθόρισε, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού (EE) 806/2014 (2), τις εκ των προτέρων εισφορές προς το ΕΤΕ (στο εξής: εκ των προτέρων εισφορές) για το έτος 2023 (στο εξής: περίοδος συνεισφοράς 2023) των ιδρυμάτων που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 2 σε συνδυασμό με το άρθρο 67, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, μεταξύ των οποίων η BAWAG.

6.        Με πράξη επιβολής εισφοράς, η αρμόδια εθνική αρχή εξυγίανσης κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, σημείο 3, του εν λόγω κανονισμού υποχρέωσε την BAWAG να καταβάλει το ποσό της εκ των προτέρων εισφοράς της για την περίοδο συνεισφοράς 2023, όπως αυτή είχε καθοριστεί από το ΕΣΕ.

 H ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη

7.        Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Ιουλίου 2023, η BAWAG άσκησε προσφυγή ζητώντας από το Γενικό Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να ακυρώσει την απόφαση του ΕΣΕ 2023 κατά το μέρος που την αφορά. Προς στήριξη της προσφυγής της, η BAWAG προέβαλε οκτώ λόγους ακυρώσεως.

8.        Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή της BAWAG, εκτιμώντας, λαμβανομένης υπόψη της κρίσης του στην απόφαση Dexia κατά ΕΣΕ (Εκ των προτέρων εισφορές 2022) (3), ότι η προσφυγή αυτή ήταν προδήλως βάσιμη, και ακύρωσε την απόφαση του ΕΣΕ 2023, καθόσον παραβίαζε το άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΜΕ, για τον λόγο ότι το ποσό των εκ των προτέρων εισφορών για το έτος συνεισφοράς 2023 υπερέβαινε το 12,5 % του επιπέδου-στόχου (4).

9.        Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα του ΕΣΕ να διατηρηθούν σε ισχύ τα αποτελέσματα της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023, κατά το μέρος που αφορά την BAWAG, έως ότου ληφθούν τα απαιτούμενα μέτρα για την εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, τούτο δε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία η εν λόγω διάταξη θα καθίστατο αμετάκλητη (5).

 Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

10.      Με την αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, η BAWAG ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να αναιρέσει εν μέρει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, ήτοι καθόσον, παρά την ακύρωση της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023, διατηρήθηκαν προσωρινά τα αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής, έως ότου το ΕΣΕ λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση της διατάξεως αυτής, τούτο δε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία η εν λόγω διάταξη θα καθίστατο αμετάκλητη·

–        να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς και να μη διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023, κατά το μέρος που αφορά την BAWAG·

–        επικουρικώς, να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023 μόνον κατά το μέρος της με το οποίο η BAWAG υποχρεώνεται να καταβάλει εισφορές σύμφωνα με το ανώτατο όριο του 12,5 % που προβλέπεται στο άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΜΕ·

–        να καταδικάσει το ΕΣΕ στα δικαστικά έξοδα.

11.      Το ΕΣΕ, υποστηριζόμενο από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ζητεί από το Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·

–        να καταδικάσει την BAWAG στα δικαστικά έξοδα.

12.      Οι διάδικοι εξέθεσαν προφορικά τα επιχειρήματα τους κατά την κοινή επ’ ακροατηρίου συζήτηση επί των υποθέσεων C‑454/24 P, C‑529/24 P, C‑536/24 P, C‑537/24 P, C‑585/24 P, C‑671/24 P και C‑705/24 P, της 17ης Μαρτίου 2026.

 Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

 Επιχειρήματα των διαδίκων

13.      Προς στήριξη της αιτήσεώς της, η BAWAG προβάλλει έναν μοναδικό λόγο αναιρέσεως, με τον οποίον ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, διατηρώντας προσωρινά σε ισχύ τα αποτελέσματα της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023, παρέβη το άρθρο 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

14.      Επ’ αυτού, η BAWAG υποστηρίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (6), τα αποτελέσματα μιας πράξεως μπορούν να διατηρηθούν σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ μόνον σε περίπτωση που η άμεση ακύρωσή της θα συνεπαγόταν σοβαρές αρνητικές συνέπειες, η δε νομιμότητα της προσβαλλομένης πράξεως αμφισβητείται όχι λόγω του σκοπού ή του περιεχομένου της, αλλά λόγω αναρμοδιότητας του οργάνου που την εξέδωσε ή παραβάσεως ουσιώδους τύπου.

15.      Κατ’ αρχάς, η προβαλλόμενη παραβίαση του ανωτάτου ορίου του 12,5 % που προβλέπεται στο άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΜΕ αποτελεί ουσιαστικό λόγο ακυρώσεως ο οποίος βάλλει κατά του περιεχομένου της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023, οπότε η διατήρηση σε ισχύ της αποφάσεως αυτής δεν δικαιολογείται υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου.

16.      Εν συνεχεία, σε αντίθεση με ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 42 και 43 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, η επιστροφή η οποία οφείλεται στα πιστωτικά ιδρύματα, σε περίπτωση άμεσης ακυρώσεως της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023, δεν θα είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει το ΕΤΕ από τα αναγκαία χρηματοδοτικά μέσα για την επίτευξη των σκοπών του και δεν θα έθιγε τους σκοπούς της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της δημιουργίας οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Εξάλλου, οι επιστροφές περιορίζονται σε εκείνες των ιδρυμάτων που άσκησαν προσφυγή κατά της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023.

17.      Οποιαδήποτε άλλη απόφαση πλην της άμεσης ακυρώσεως της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023 αντιβαίνει στο πνεύμα του άρθρου 70, παράγραφος 2, του κανονισμού ΕΜΕ, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία των ιδρυμάτων έναντι της υπερβολικής οικονομικής επιβάρυνσης κάθε έτος της αρχικής περιόδου, και στερεί από τα ιδρύματα την αποτελεσματική δικαστική προστασία.

18.      Τέλος, δεδομένου ότι η είσπραξη των εισφορών όσον αφορά το ποσό που υπερβαίνει το ανώτατο όριο του 12,5 % του εκτιμώμενου τελικού επιπέδου-στόχου το 2023 στερείται νομικής βάσεως, είναι εσφαλμένο να γίνει δεκτό, όπως έπραξε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η απόφαση του ΕΣΕ 2023 δεν ενέχει πλημμέλεια ως προς αυτήν καθεαυτήν την υποχρέωση καταβολής των επίμαχων εισφορών. Για τον ίδιο λόγο, το Γενικό Δικαστήριο επέκτεινε το εύρος της διατήρησης των αποτελεσμάτων της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023 πέραν αυτού που επιτρέπει η αρχή της αναλογικότητας. Η διατήρηση των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023 θα έπρεπε, το πολύ, να αφορά μόνον το μέρος των εισφορών που δεν υπερβαίνει το εν λόγω ανώτατο όριο.

19.      Αφού πρώτα επισημαίνει ότι, εφόσον, κατόπιν της αιτήσεως αναιρέσεως που έχει ασκήσει στην υπόθεση C‑705/24 P, ΕΣΕ κατά BAWAG P.S.K., η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου αναιρεθεί, η αίτηση αναιρέσεως της BAWAG καθίσταται άνευ αντικειμένου, το ΕΣΕ, υποστηριζόμενο από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, υποστηρίζει ότι η διατήρηση σε ισχύ των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023 είναι δικαιολογημένη και σύμφωνη με το άρθρο 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Συναφώς, επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δεν περιορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες τα αποτελέσματα της ακυρώσεως μιας πράξεως μπορούν να διατηρηθούν μόνο σε εκείνες στις οποίες η ακύρωση στηρίζεται στην αναρμοδιότητα ή στην παράβαση ουσιώδους τύπου, αλλά επιτρέπει τη διατήρηση και σε περίπτωση σοβαρών επιπτώσεων για τα πρόσωπα τα οποία αφορά η πράξη, όπερ περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις ακυρώσεως λόγω ελλείψεως ουσιαστικής νομιμότητας.

20.      Επιπλέον, είναι εσφαλμένο να θεωρηθεί ότι οι επιστροφές που θα συνεπαγόταν η άμεση ακύρωση της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023 δεν θα επηρέαζαν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της τραπεζικής ένωσης, της οποίας τη σημασία έχει, εξάλλου, αναγνωρίσει το Δικαστήριο (7). Τέλος, η διατήρηση σε ισχύ των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να καταβάλουν τις εισφορές για το έτος συνεισφοράς 2023, ούτε την υποχρέωση του ΕΣΕ να επιτύχει το επίπεδο-στόχο στο τέλος της αρχικής περιόδου, είναι δε αναγκαία προκειμένου το ΕΣΕ να δυνηθεί να λάβει κοινή θέση για τους κύκλους συνεισφοράς 2022 και 2023.

21.      Επιπροσθέτως, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η BAWAG, της οποίας οι κύριες αιτιάσεις έγιναν δεκτές πρωτοδίκως, δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, οπότε η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη.

 Εκτίμηση

22.      Προκαταρκτικώς, επισημαίνω ότι, δεδομένου ότι η BAWAG ηττήθηκε εν μέρει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση με αίτημα την εν μέρει αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, καθόσον με τη διάταξη αυτή διατηρήθηκαν προσωρινά σε ισχύ τα αποτελέσματα της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023, και επομένως τα επιχειρήματα του Κοινοβουλίου σχετικά με το απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.

23.      Υπενθυμίζω ότι, κατά το άρθρο 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο δύναται, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να προσδιορίσει τα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πράξεως που θεωρούνται οριστικά. Προς άσκηση της εξουσίας την οποία του απονέμει το άρθρο αυτό, ο δικαστής της Ένωσης λαμβάνει υπόψη τον σεβασμό της αρχής της ασφάλειας δικαίου και των λοιπών δημόσιων ή ιδιωτικών συμφερόντων (8).

24.      Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει με πάγια νομολογία του ότι, για λόγους που άπτονται της ασφάλειας δικαίου, τα αποτελέσματα πράξεως της Ένωσης η οποία έχει ακυρωθεί μπορούν να διατηρηθούν σε ισχύ ιδίως σε περίπτωση που η άμεση ακύρωσή της θα συνεπαγόταν σοβαρές αρνητικές συνέπειες, η δε νομιμότητα της πράξεως αυτής δεν αμφισβητείται λόγω του σκοπού ή του περιεχομένου της, αλλά λόγω αναρμοδιότητας του εκδόντος αυτήν οργάνου ή παραβάσεως ουσιώδους τύπου, λόγοι στους οποίους περιλαμβάνεται, ειδικότερα, η εσφαλμένη επιλογή νομικής βάσεως της προσβαλλομένης πράξεως (9). Ωστόσο, επισημαίνω, όπως ορθώς ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας E. Tanchev στις προτάσεις του στην υπόθεση Επιτροπή κατά Σουηδίας (10), ότι από προσεκτική ανάγνωση της νομολογίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, ενώ το στοιχείο αυτό μπορεί να θεωρήθηκε, ιδίως στις αποφάσεις Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου και Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, ότι εμπόδιζε το Δικαστήριο να διατάξει τη διατήρηση σε ισχύ των αποτελεσμάτων μιας πράξεως της Ένωσης (11), σε άλλες περιπτώσεις, όπως στις αποφάσεις Ισπανία κατά Συμβουλίου και Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, το Δικαστήριο διατήρησε σε ισχύ τα αποτελέσματα πράξεως της Ένωσης η οποία είχε ακυρωθεί για λόγους σχετικούς με την ουσιαστική νομιμότητά της (12). Επομένως, σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίζει η BAWAG, το στοιχείο αυτό δεν αποτελεί προϋπόθεση που πρέπει να πληρούται σε κάθε περίπτωση, αλλά εξαρτάται μάλλον από κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (13).

25.      Στην προκειμένη περίπτωση, φρονώ ότι η ακύρωση της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023 χωρίς να προβλεφθεί η διατήρηση σε ισχύ των αποτελεσμάτων της έως ότου αντικατασταθεί από νέα πράξη θα μπορούσε να θίξει την εφαρμογή του κανονισμού ΕΜΕ, που αποτελεί ουσιώδες μέρος της τραπεζικής ένωσης, η οποία συμβάλλει στη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ (14).

26.      Ειδικότερα, αφενός, δεν αμφισβητείται αυτή καθεαυτή η υποχρέωση του ΕΣΕ, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 69, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, να διασφαλίσει ότι τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του ΕΤΕ ανέρχονται τουλάχιστον στο 1 % του ποσού των καλυπτόμενων καταθέσεων όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, ούτε η συνακόλουθη υποχρέωση των οικείων πιστωτικών ιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, να καταβάλλουν εκ των προτέρων εισφορές σύμφωνα με το άρθρο 70 του εν λόγω κανονισμού.

27.      Αφετέρου, συμμερίζομαι τις ανησυχίες του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο επισήμανε, στις σκέψεις 42 και 43 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η άμεση επιστροφή των επίμαχων εισφορών ενέχει τον κίνδυνο να στερήσει το ΕΤΕ από τα χρηματοδοτικά μέσα που μπορεί να αποδειχθούν αναγκαία για την επίτευξη των σκοπών του που αφορούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη δημιουργία οικονομικής και νομισματικής ένωσης. Συγκεκριμένα, η μη διατήρηση σε ισχύ των αποτελεσμάτων της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023 ενδέχεται να θίξει την ακεραιότητα του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης, να διαταράξει τη λειτουργία του σε περίπτωση χρηματοοικονομικής παρέμβασης του ΕΤΕ και να θέσει σε κίνδυνο το γενικό δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει το ΕΤΕ να διαθέτει επαρκή χρηματοοικονομική ικανότητα. Κατά τη γνώμη μου, τούτο συνιστά επαρκή λόγο για τη διατήρηση σε ισχύ των αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής έως την αντικατάστασή της από νέα πράξη.

28.      Επιπλέον, και εφόσον το Δικαστήριο αποφασίσει να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως στις υποθέσεις C‑454/24 P, C‑529/24 P, C‑536/24 P, C‑537/24 P, C‑585/24 P και C‑705/24 P, όπως προτείνω, η απόφαση του ΕΣΕ 2023 θα πάσχει, πέραν της ελλείψεως ουσιαστικής νομιμότητας η οποία επηρεάζει το ύψος των επιβληθεισών εισφορών, και από λόγους ακυρώσεως που αφορούν την έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 70, παράγραφος 7, του κανονισμού ΕΜΕ και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/81 (15). Επομένως, σε καθεμία από τις εν λόγω υποθέσεις, το ΕΣΕ θα δυνηθεί να εκδώσει νέες αποφάσεις μόνο μετά τη θέσπιση νέων ρυθμίσεων. Δεδομένου ότι η εν λόγω έλλειψη νομιμότητας αφορά την προσαρμοσμένη μεθοδολογία υπολογισμού των εκ των προτέρων εισφορών, το ΕΣΕ θα πρέπει να εφαρμόσει, κατά περίπτωση, νέα μεθοδολογία υπολογισμού, με συνέπεια το ακριβές ποσό των εισφορών που θα μπορεί εν τέλει να ζητηθεί από τα οικεία ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, για τα έτη συνεισφοράς 2022 και 2023, να μη δύναται να καθοριστεί αμέσως.

29.      Συναφώς, στις υποθέσεις C‑529/24 P, C‑536/24 P, C‑537/24 P, C‑585/24 P και C‑705/24 P, το ΕΣΕ και το Συμβούλιο, υποστηριζόμενα από το Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υποστήριξαν ότι είναι αναγκαίο ένα χρονικό διάστημα 30 μηνών, προκειμένου να ολοκληρωθούν τρεις διαδικασίες, ήτοι, πρώτον, η νομοθετική διαδικασία σχετικά με την αιτιολόγηση του άρθρου 70, παράγραφος 7, του κανονισμού ΕΜΕ, δεύτερον, η διαδικασία έκδοσης νέου εκτελεστικού κανονισμού και, τρίτον, η διαδικασία για την έκδοση από το ΕΣΕ νέων αποφάσεων περί καθορισμού των οφειλόμενων εισφορών.

30.      Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η BAWAG και, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε ασυνέχεια στο σύστημα των εισφορών για τις περιόδους συνεισφοράς 2022 και 2023, προτείνω στο Δικαστήριο να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα της αποφάσεως του ΕΣΕ 2023, κατά το μέρος που αφορά την BAWAG, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 30 μήνες από την ημερομηνία δημοσίευσης των εκδοθησομένων αποφάσεων στις υποθέσεις C‑454/24 P, C‑529/24 P, C‑536/24 P, C‑537/24 P, C‑585/24 P, C‑671/24 P και C‑705/24 P, έως την έναρξη ισχύος νέας αποφάσεως του ΕΣΕ περί καθορισμού της εκ των προτέρων εισφοράς του εν λόγω ιδρύματος προς το ΕΤΕ.

 Επί των δικαστικών εξόδων

31.      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων σύμφωνα με το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

32.      Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η BAWAG ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα έξοδα του ΕΣΕ, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου.

33.      Κατά το άρθρο 140, παράγραφοι 1 και 3, του εν λόγω Κανονισμού, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, αυτού, τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Κατά συνέπεια, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

 Πρόταση

34.      Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:

1)      Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2)      Τα αποτελέσματα της αποφάσεως SRB/ES/2023/23 του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγίανσης, κατά το μέρος που η απόφαση αυτή αφορά την BAWAG P.S.K. Bank für Arbeit und Wirtschaft und Österreichische Postsparkasse AG, διατηρούνται σε ισχύ έως την έναρξη ισχύος νέας πράξεως η οποία θα εκδοθεί σε αντικατάσταση αυτής και το αργότερο εντός χρονικού διαστήματος 30 μηνών από τη δημοσίευση των εκδοθησομένων αποφάσεων στις υποθέσεις C‑454/24 P, C‑529/24 P, C‑536/24 P, C‑537/24 P, C‑585/24 P, C‑671/24 P και C‑705/24 P.

3)      Η BAWAG P.S.K. Bank für Arbeit und Wirtschaft und Österreichische Postsparkasse φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης.

4)      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.


2      Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ 2014, L 225, σ. 1, στο εξής: κανονισμός ΕΜΕ). «ΕΜΕ» είναι η συντομογραφία για τον «Ενιαίο Μηχανισμό Εξυγίανσης».


3      Απόφαση της 10ης Απριλίου 2024 (T‑411/22, EU:T:2024:216).


4      Αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη (σκέψεις 26 έως 37).


5      Αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη (σκέψεις 38 έως 45).


6      Συναφώς, παραπέμπει στις αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 2014, Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑103/12 και C‑165/12, EU:C:2014:2400, σκέψη 92), της 1ης Δεκεμβρίου 2015, Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑124/13 και C‑125/13, στο εξής: απόφαση Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου, EU:C:2015:790, σκέψη 89), της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑113/14, EU:C:2016:635, σκέψη 84), και της 15ης Ιουλίου 2021, Επιτροπή κατά Landesbank Baden-Württemberg και ΕΣΕ (C‑584/20 P και C‑621/20 P, στο εξής: απόφαση Επιτροπή κατά Landesbank Baden-Württemberg και ΕΣΕ, EU:C:2021:601, σκέψη 175).


7      Το ΕΣΕ παραπέμπει, ειδικότερα, στην απόφαση Επιτροπή κατά Landesbank Baden-Württemberg και ΕΣΕ (σκέψη 177).


8      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Régie Networks (C‑333/07, EU:C:2008:764, σκέψη 122), της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Σουηδίας (C‑389/19 P, EU:C:2021:131, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 20ής Απριλίου 2023, Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής (Αδειοδότηση ουσίας που προκαλεί μεγάλη ανησυχία) (C‑144/21, EU:C:2023:302, σκέψη 136 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


9      Πρβλ. αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 2014, Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑103/12 και C‑165/12, EU:C:2014:2400, σκέψη 90 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)· Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σκέψη 86), και Επιτροπή κατά Landesbank Baden-Württemberg και ΕΣΕ (σκέψη 175 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


10      C‑389/19 P (EU:C:2020:874, σημείο 129).


11      Βλ. αποφάσεις Κοινοβούλιο και Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σκέψη 89), και της 7ης Σεπτεμβρίου 2016, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑113/14, EU:C:2016:635, σκέψη 84).


12      Βλ. αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Ισπανία κατά Συμβουλίου (C‑310/04, EU:C:2006:521, σκέψεις 138 έως 141, σε συνδυασμό με τις σκέψεις 135 έως 137), και της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψεις 373 έως 376, σε συνδυασμό με τις σκέψεις 333 έως 372).


13      Συγκεκριμένα, στην απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2021, Επιτροπή κατά Σουηδίας (C‑389/19 P, EU:C:2021:131), το Δικαστήριο διατήρησε σε ισχύ τα αποτελέσματα της επίμαχης στην υπόθεση εκείνη αποφάσεως, η οποία ακυρώθηκε για λόγους σχετικούς με την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως αυτής, λαμβανομένου υπόψη του κινδύνου επελεύσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης για την υγεία του ανθρώπου και το περιβάλλον.


14      Πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Επιτροπή κατά Landesbank Baden-Württemberg και ΕΣΕ (σκέψη 177).


15      Εκτελεστικός κανονισμός του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2014, περί ενιαίων όρων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις εκ των προτέρων εισφορές στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (ΕΕ 2015, L 15, σ. 1).