ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (δεύτερο τμήμα)

της 7ης Μαρτίου 1991 ( *1 )

Στην υπόθεση C-10/90,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundessozialgericht προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Maria Masgio

και

Bundesknappschaft,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7 και 48 έως 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και του άρθρου 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους Τ. F. O'Higgins, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και F. Α. Schockweiler, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: Μ. Darmon

γραμματέας: V. Di Bucci, υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

—

η Maria Masgio, εκπροσωπούμενη από τους Kurt Leingärtner και Gert Siller, που εργάζονται στην ομοσπονδιακή νομική υπηρεσία του Deutscher Gewerkschaftsbund, Kassel ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ),

—

η Κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενη από τον Philippe Busquin, του Υπουργείου Κοινωνικής Προνοίας,

—

η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μαρία Πατάκια, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενη από τον Bernd Schulte, του Max-Planck-Institut für ausländisches und internationales Sozialrecht, Μόναχο ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ),

λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Masgio και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 14ης Νοεμβρίου 1990,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιανουαρίου 1991,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με Διάταξη της 14ης Νοεμβρίου 1989, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Ιανουαρίου 1990, το Bundessozialgericht υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7 και 48 έως 51 της Συνθήκης, καθώς και του άρθρου 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 ( ΕΕ L 230, σ. 6 ).

2

Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Maria Masgio, που διαδέχθηκε τον σύζυγο της στα δικαιώματα του στη διαδικασία της κύριας δίκης, και του Bundesknappschaft (ομοσπονδιακό ταμείο ασφαλίσεως εργατών ορυχείων, στο εξής: ταμείο ) σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού της συντάξεως γήρατος που οφείλεται στον Masgio δυνάμει του γερμανικού ασφαλιστικού συστήματος για τους εργάτες ορυχείων.

3

Από τη δικογραφία που διαβίβασε στο Δικαστήριο το εθνικό δικαστήριο προκύπτει ότι η Masgio είναι χήρα Ιταλού υπηκόου που εργάστηκε σε ορυχεία στο Βέλγιο και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Από το 1972 ο Masgio ελάμβανε σύνταξη λόγω πνευμονοκονιάσεως, καταβαλλόμενη από τον αρμόδιο βελγικό οργανισμό. Σύμφωνα με τη βελγική νομοθεσία η σύνταξη αυτή μειώθηκε το 1983, διότι ο ενδιαφερόμενος έλαβε, από την ημερομηνία αυτή, βελγική σύνταξη γήρατος.

4

Το 1983 το ταμείο αναγνώρισε στον Masgio δικαίωμα συντάξεως γήρατος βάσει του γερμανικού ασφαλιστικού συστήματος για τους εργάτες ορυχείων. Η περίπτωση των εργατών ορυχείων που λαμβάνουν συγχρόνως τέτοια σύνταξη και σύνταξη λόγω ατυχήματος διέπεται από τα άρθρα 75, παράγραφος 1, και 76 a του Reichsknappschaftsgesetz ( γερμανικού νόμου για το κρατικό ταμείο ασφαλίσεως εργατών ορυχείων, στο eftçrRKG).

5

Το άρθρο 75, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του RKG προβλέπει ότι

« αν υπάρχει σώρευση συντάξεως εργάτη ορυχείου με σύνταξη λόγω ατυχήματος, καταβαλλομένη βάσει του εκ του νόμου ασφαλιστικού συστήματος κατά των ατυχημάτων, η σύνταξη του κρατικού ταμείου ασφαλίσεως εργατών ορυχείων αναστέλλεται στο μέτρο που αθροιζόμενες η σύνταξη αυτή (... ) και η σύνταξη λόγω ατυχήματος (... ) υπερβαίνουν το 95 % του ετησίου εισοδήματος που χρησιμεύει ως βάση υπολογισμού της παροχής αυτής και το 95 % της βάσεως που καθορίζει τον υπολογισμό της ».

6

Κατά το άρθρο 76 a του RKG:

«1)

Οι διατάξεις περί της σωρεύσεως συντάξεως και παροχής καταβαλλομένης δυνάμει του εκ του νόμου συστήματος ασφαλίσεως κατά των ατυχημάτων εφαρμόζονται και όταν, κατόπιν εργατικού ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου, καταβάλλεται σύνταξη λόγω ατυχήματος από οργανισμό που εδρεύει εκτός του εδάφους εφαρμογής του παρόντος νόμου.

2)

Για τη σύνταξη λόγω ατυχήματος που καταβάλλεται από οργανισμό ευρισκόμενο εκτός του εδάφους εφαρμογής του παρόντος νόμου δεν χρειάζεται να προσδιοριστεί το ετήσιο εισόδημα (... ) »

7

Κατ' εφαρμογή του άρθρου 76 a του RKG, το ταμείο καθόρισε το ποσό της συντάξεως γήρατος που οφείλεται στον Masgio στηριζόμενο, για τον υπολογισμό του τμήματος των παροχών που πρέπει ν' αποτελέσει αντικείμενο αναστολής, στο ακαθάριστο ποσό της βελγικής συντάξεως λόγω ατυχήματος, χωρίς να λάβει υπόψη το ετήσιο εισόδημα που χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό της παροχής αυτής.

8

Προς υποστήριξη της προσφυγής που ασκήθηκε κατά αυτής της μεθόδου υπολογισμού της συντάξεως γήρατος, που οφείλεται δυνάμει του γερμανικού ασφαλιστικού συστήματος για τους εργάτες ορυχείων, ο Masgio και, μετά τον θάνατο του, η Masgio υποστήριξαν ότι το άρθρο 76 a, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του RKG δεν συμβιβάζεται προς τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης και το άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71, που προαναφέρθηκε. Υποστήριξαν σχετικά ότι για την εφαρμογή των κανόνων περί αναστολής οι συντάξεις λόγω ατυχήματος που εισπράττονται σε άλλο κράτος μέλος πρέπει να εξομοιώνονται με τις συντάξεις λόγω ατυχήματος που προβλέπει το γερμανικό δίκαιο, οπότε πρέπει κάθε φορά να καθορίζεται το ετήσιο εισόδημα για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου των παροχών που δεν οδηγούν σε αναστολή. Πράγματι, το ετήσιο εισόδημα είναι, γενικώς, ανώτερο από τη βάση εκκαθαρίσεως της συντάξεως και, επομένως, ο μη καθορισμός του ετησίου εισοδήματος θα είχε ως συνέπεια να επιφέρουν οι αλλοδαπές συντάξεις λόγω ατυχήματος αναστολή μεγαλυτέρου τμήματος της συντάξεως των εργατών ορυχείων απ' ό,τι οι συντάξεις που καταβάλλονται από γερμανικό οργανισμό. Με τον τρόπο αυτό, οι διακινούμενοι εργαζόμενοι, που λαμβάνουν σύνταξη δυνάμει του γερμανικού ασφαλιστικού συστήματος για τους εργάτες ορυχείων και σύνταξη λόγω ατυχήματος καταβαλλόμενη από οργανισμό άλλου κράτους μέλους, θα υφίσταντο δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους εργαζομένους που λαμβάνουν και τις δύο παροχές από γερμανικό οργανισμό.

9

Το Bundessozialgericht, θεωρώντας ότι η διαφορά γεννά ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:

« Οδηγεί η εφαρμογή και η ερμηνεία του άρθρου 7 και των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και του άρθρου 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1408/71 στο ότι οι ασφαλισμένοι, οι οποίοι λαμβάνουν συγχρόνως σύνταξη βάσει διατάξεων του εσωτερικού δικαίου και παροχές στα πλαίσια υποχρεωτικής ασφαλίσεως κατά ατυχημάτων από ασφαλιστικό οργανισμό άλλου κράτους μέλους, δεν πρέπει να τυγχάνουν, κατά τον υπολογισμό του ποσού κατά το οποίο αναστέλλεται βάσει των εθνικών διατάξεων ( εν προκειμένω, του άρθρου 76 a σε συνδυασμό με το άρθρο 75 του RKG ) η χορήγηση της συντάξεως, δυσμενέστερης μεταχειρίσεως απ' ό,τι οι ασφαλισμένοι οι οποίοι εισπράττουν και τις δύο αυτές παροχές βάσει διατάξεων του εσωτερικού δικαίου; »

10

Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κυρίας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

11

Με το ερώτημα του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν τα άρθρα 7 και 48 έως 51 της Συνθήκης, καθώς και το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, που προαναφέρθηκε, έχουν την έννοια ότι εμποδίζουν να τυγχάνουν οι διακινούμενοι εργαζόμενοι, που λαμβάνουν σύνταξη γήρατος προβλεπομένη από τη νομοθεσία κράτους μέλους και παροχές δυνάμει ασφαλίσεως ατυχημάτων καταβαλλόμενες από τον οργανισμό άλλου κράτους μέλους, δυσμενέστερης μεταχειρίσεως, κατά τον υπολογισμό του ποσού κατά το οποίο αναστέλλεται βάσει των εθνικών διατάξεων του πρώτου κράτους η χορήγηση της συντάξεως, σε σχέση με τους εργαζομένους που, μη έχοντας κάνει χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας, λαμβάνουν και τις δύο παροχές βάσει της νομοθεσίας του ιδίου κράτους μέλους.

12

Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό,πρέπει καταρχάς να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία ( βλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, 305/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1989, σ. 1461, σκέψεις 12 και 13 ), η γενική αρχή του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, εφαρμόζεται αυτοτελώς μόνο σε περιπτώσεις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο, για τις οποίες η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των διακρίσεων.

13

Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι η γενική αρχή περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, θεσπιζόμενη και στο άρθρο 7 της Συνθήκης, υλοποιήθηκε και συγκεκριμενοποιήθηκε, όσον αφορά τους μισθωτούς εργαζομένους, με τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης, καθώς και με τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων αυτών, ιδίως με τον προαναφερθέντα κανονισμό 1408/71.

14

Πράγματι, αφενός, το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης προβλέπει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων:

« συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας ».

15

Αφετέρου, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 1408/71:

« τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ιδίους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού ».

16

Πρέπει σχετικά να υπογραμμιστεί ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του στόχου τους, συνισταμένου στο να συμβάλουν, ιδίως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, στην εγκαθίδρυση μιας όσον είναι δυνατό πληρέστερης εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινουμένων εργαζομένων, αρχής που αποτελεί ένα από τα θεμέλια της Κοινότητας ( βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1978, 10/78, Belbouab, Sig. 1978, σ. 1915, σκέψη 5˙ απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1986, 284/84, Sprayt, Συλλογή 1986, σ. 685, σκέψη 18˙απόφαση της 2ας Μαΐου 1990, C-293/88, Winter-Lutzins, Συλλογή 1990, σ. I-1623, σκέψη 13 ).

17

Υπό το ίδιο πρίσμα, το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης, καθώς και οι κοινοτικές πράξεις που εκδόθηκαν για την εφαρμογή τους, και ιδίως ο προαναφερθείς κανονισμός 1408/71, έχουν ως σκοπό να αποφεύγεται να τίθεται ο εργαζόμενος ο οποίος, κάνοντας χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας, απασχολήθηκε σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη σε μειονεκτικότερη θέση σε σχέση με τον εργαζόμενο που παρέμεινε, καθόλη τη σταδιοδρομία του, σε ένα κράτος μέλος ( βλ., σχετικά, τις αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1977, 104/76, Jansen, Sig. 1977, σ. 829, σκέψη 12, και της 10ης Μαρτίου 1983, 232/82, Baccini, Συλλογή 1983, σ. 583, σκέψη 17).

18

Το Δικαστήριο δέχθηκε ειδικότερα (βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1975, 24/75, Petroni, Sig. 1975, σ. 1149, σκέψη 13˙απόφαση της 9ης Ιουλίου 1980, 807/79, Gravina, Sig. 1980, σ. 2205, σκέψη 6˙ απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1986, Sprayt, που προαναφέρθηκε, σκέψη 19˙απόφαση της 2ας Μαΐου 1990, Winter-Lutzins, που προαναφέρθηκε, σκέψη 14) ότι ο στόχος των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης δεν επιτυγχάνεται αν οι διακινούμενοι εργαζόμενοι, ασκώντας το δικαίωμα τους της ελεύθερης κυκλοφορίας, αναγκάζονται να χάσουν τα πλεονεκτήματα στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως που τους αναγνωρίζει η νομοθεσία κράτους μέλους. Πράγματι, η συνέπεια αυτή θα μπορούσε να αποθαρρύνει τους κοινοτικούς εργαζομένους να ασκούν το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας και θα συνιστούσε, ως εκ τούτου, εμπόδιο στην ελευθερία αυτή (βλ. τις αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-228/88, Bronzino, Συλλογή 1990, σ. I-531, σκέψη 12, και C-12/89, Gatto, Συλλογή 1990, σ. I-557, σκέψη 12).

19

Όσον όμως αφορά μια διάταξη όπως η υπό κρίση ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, παρόλον ότι εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των οικείων εργαζομένων, μπορεί να θέσει, από πλευράς κοινωνικής ασφαλίσεως, τους διακινούμενους εργαζομένους σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους εργαζομένους που άσκησαν τη δραστηριότητα τους σε ένα μόνο κράτος μέλος.

20

Πράγματι, μια ρύθμιση σαν αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης προβλέπει ότι, στην περίπτωση σωρεύσεως συντάξεως λόγω ατυχήματος που καταβάλλεται εντός ενός κράτους μέλους και συντάξεως γήρατος που οφείλεται εντός του ιδίου κράτους, ο οργανισμός του κράτους αυτού που είναι επιφορτισμένος να καθορίσει το ποσό της συντάξεως που αναστέλλεται, πρέπει να λάβει υπόψη το ετήσιο εισόδημα που χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό της συντάξεως λόγω ατυχήματος και τη βάση εκκαθαρίσεως της συντάξεως γήρατος και να εφαρμόσει εκείνο από τα δύο όρια που επιφέρει τη μικρότερη μείωση της συντάξεως. Αντίθετα, βάσει μιας τέτοιας ρυθμίσεως, σε περίπτωση σωρεύσεως συντάξεως γήρατος οφειλομένης εντός κράτους μέλους και συντάξεως λόγω ατυχήματος καταβαλλομένης εντός άλλου κράτους μέλους, ο οργανισμός του πρώτου κράτους δεν μπορεί να στηριχθεί, για τον καθορισμό του τμήματος της συντάξεως που πρέπει να ανασταλεί, παρά μόνο στη βάση εκκαθαρίσεως της συντάξεως.

21

Από αυτό προκύπτει ότι ο εργαζόμενος που άσκησε τη δραστηριότητα του μόνο στο κράτος μέλος που προβλέπει ρύθμιση όμοια με την προκειμένη, και λαμβάνει στο κράτος αυτό συγχρόνως σύνταξη λόγω ατυχήματος και σύνταξη γήρατος, έχει, για τον καθορισμό του τμήματος της οφειλομένης στο κράτος αυτό συντάξεως που πρέπει να ανασταλεί, δικαίωμα επιλογής που δεν παρέχεται στον διακινούμενο εργαζόμενο ο οποίος, εκτός της συντάξεως την οποία δικαιούται βάσει της νομοθεσίας αυτού του κράτους μέλους, λαμβάνει επίσης σύνταξη λόγω ατυχήματος από οργανισμό άλλου κράτους μέλους.

22

Κατά τη διαδικασία της κύριας δίκης έγινε δεκτό ότι ο υπολογισμός που στηρίζεται στη βάση εκκαθαρίσεως της συντάξεως μπορεί να επιφέρει την αναστολή μεγαλυτέρου τμήματος της συντάξεως γήρατος απ' ό,τι ο υπολογισμός που στηρίζεται στο ετήσιο εισόδημα.

23

Υπό τις συνθήκες αυτές, διάταξη σαν αυτή στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, η οποία μεταχειρίζεται δυσμενέστερα τους κοινοτικούς εργαζομένους που άσκησαν το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας απ' ό,τι αυτούς που δεν άσκησαν το δικαίωμα αυτό, μπορεί να εμποδίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.

24

Όσον αφορά το επιχείρημα που προβλήθηκε κατά τη διαδικασία της κυρίας δίκης, ότι η διαφορετική μεταχείριση στην οποία οδηγεί η εφαρμογή της ρυθμίσεως την οποία εξετάζει το εθνικό δικαστήριο δικαιολογείται από πρακτικές δυσκολίες που συνίστανται στο γεγονός ότι, στην περίπτωση συντάξεων λόγω ατυχήματος που εισπράττονται σε άλλο κράτος μέλος, ο οργανισμός που υπολογίζει το ποσό των παροχών που αναστέλλεται δεν είναι συχνά σε θέση να γνωρίζει το ετήσιο εισόδημα, αρκεί να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 48, παράγραφος 3, της Συνθήκης δέχεται, για την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, μόνο τους περιορισμούς που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας. Επομένως, πλην των περιπτώσεων αυτών που προβλέπονται ρητά στη Συνθήκη, δεν δικαιολογείται κανένα εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων.

25

Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 7 και 48 έως 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, που προαναφέρθηκε, έχουν την έννοια ότι εμποδίζουν να τυγχάνει ο διακινούμενος εργαζόμενος, που λαμβάνει σύνταξη γήρατος προβλεπομένη από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους και παροχές στο πλαίσιο ασφαλίσεως κατά ατυχημάτων καταβαλλόμενες από ασφαλιστικό οργανισμό άλλου κράτους μέλους, λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως, κατά τον υπολογισμό του τμήματος των παροχών που πρέπει να αναστέλλεται βάσει των εθνικών διατάξεων του πρώτου κράτους, απ' ό,τι ο εργαζόμενος που, μη έχοντας κάνει χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, λαμβάνει τις δύο παροχές δυνάμει της νομοθεσίας του ιδίου κράτους μέλους.

Επί των δικαστικών εξόδων

26

Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

 

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με Διάταξη της 14ης Νοεμβρίου 1989, το Bundessozialgericht, αποφαίνεται:

 

Το άρθρα 7 και 48 έως 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, έχουν την έννοια ότι εμποδίζουν να τυγχάνει ο διακινούμενος εργαζόμενος, που λαμβάνει σύνταξη γήρατος προβλεπομένη από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους και παροχές στο πλαίσιο ασφαλίσεως κατά ατυχημάτων καταβαλλόμενες από ασφαλιστικό οργανισμό άλλου κράτους μέλους, λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως, κατά τον υπολογισμό του τμήματος των παροχών που πρέπει να αναστέλλεται βάσει των εθνικών διατάξεων του πρώτου κράτους, απ' ό,τι ο εργαζόμενος που, μη έχοντας κάνει χρήση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, λαμβάνει τις δύο παροχές δυνάμει της νομοθεσίας του ιδίου κράτους μέλους.

 

O'Higgins

Mancini

Schockweiler

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 7 Μαρτίου 1991.

Ο Γραμματέας

J.-G. Giraud

Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος

T. F.O'Higgins


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.