|
18.2.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 47/26 |
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 2ας Ιουνίου 2004
για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος στις Κάτω Χώρες
(2005/136/ΕΚ)
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 104 παράγραφος 6,
τη σύσταση της Επιτροπής,
τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι Κάτω Χώρες,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Σύμφωνα με το άρθρο 104 της συνθήκης, τα κράτη μέλη αποφεύγουν τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα. |
|
(2) |
Το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης βασίζεται στον στόχο της διασφάλισης υγιών δημόσιων οικονομικών ως μέσου ενίσχυσης των προϋποθέσεων για τη σταθερότητα των τιμών και την ισχυρή βιώσιμη ανάπτυξη που ευνοεί τη δημιουργία απασχόλησης. |
|
(3) |
Η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος του άρθρου 104 προβλέπει την έκδοση απόφασης για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος. Το πρωτόκολλο για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος που επισυνάπτεται στη συνθήκη περιλαμβάνει περαιτέρω διατάξεις σχετικά με την εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3605/93 του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 1993, για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1), θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες και ορισμούς σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω πρωτοκόλλου. |
|
(4) |
Το άρθρο 104 παράγραφος 5 της συνθήκης ορίζει ότι αν η Επιτροπή κρίνει ότι υπάρχει ή ότι μπορεί να εμφανισθεί υπερβολικό έλλειμμα σε ένα κράτος μέλος, τότε απευθύνει γνώμη προς το Συμβούλιο. Στις 19 Μαΐου 2004 η Επιτροπή απηύθυνε προς το Συμβούλιο σχετική γνώμη για τις Κάτω Χώρες. Αφού εξέτασε όλους τους σχετικούς παράγοντες τους οποίους έλαβε υπόψη για τη σύνταξη της έκθεσής της δυνάμει του άρθρου 104 παράγραφος 3 και αφού έλαβε υπόψη τη γνώμη της οικονομικής και δημοσιονομικής Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 104 παράγραφος 4, η Επιτροπή διατύπωσε στις 19 Μαΐου 2004 τη γνώμη ότι στις Κάτω Χώρες υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα. |
|
(5) |
Το άρθρο 104 παράγραφος 6 της συνθήκης ορίζει ότι το Συμβούλιο πρέπει να λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις που ενδέχεται να υποβάλει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προτού αποφασίσει, μετά από μια συνολική εκτίμηση, αν υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα. |
|
(6) |
Η συνολική εκτίμηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης ανήλθε στο 3,2 % του ΑΕΠ το 2003 στις Κάτω Χώρες και ότι η υπέρβαση της τιμής αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ που ορίζει η συνθήκη σημειώθηκε παρά τα σημαντικά μέτρα των αρχών με σκοπό την εξοικονόμηση πόρων. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η υπέρβαση της τιμής αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ το 2003 μπορεί κυρίως να αποδοθεί στην επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Πάντως, η άνοδος του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης σε επίπεδο ανώτερο της τιμής αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ δεν είναι, κατά την έννοια του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης, αποτέλεσμα έκτακτων περιστάσεων μη ελεγχόμενων από τις ολλανδικές αρχές ούτε επακόλουθο κάποιας σοβαρής οικονομικής ύφεσης, την οποία το σύμφωνο ορίζει ως ετήσια μείωση του πραγματικού ΑΕΠ κατά τουλάχιστον 2 %. Ακόμη και εάν ληφθούν υπόψη τα πρόσθετα μέτρα που αποφάσισαν οι αρχές στις 16 Απριλίου 2004 και τα οποία δεν συνεκτιμήθηκαν στο πλαίσιο των εαρινών προβλέψεων 2004 της Επιτροπής, υπάρχει κίνδυνος το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης να υπερβεί το 3 % του ΑΕΠ το 2004. Αυτό υποδηλώνει ότι η υπέρβαση της τιμής αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ που ορίζει η συνθήκη για το έλλειμμα ενδέχεται να μην είναι προσωρινού χαρακτήρα. Τέλος, ο δείκτης χρέους, ο οποίος προβλέπεται να ανέλθει στο 56,3 % του ΑΕΠ το 2004 σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις 2004 της Επιτροπής, θα συνεχίσει κατά το έτος αυτό να κινείται σε επίπεδο κατώτερο της τιμής αναφοράς του 60 % του ΑΕΠ που ορίζει η συνθήκη, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Από τη συνολική αξιολόγηση προκύπτει ότι στις Κάτω Χώρες υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα.
Άρθρο 2
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
Λουξεμβούργο, 2 Ιουνίου 2004.
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
C. McCREEVY
(1) ΕΕ L 332 της 31.12.1993, σ. 7· κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 351/2002 της Επιτροπής (ΕΕ L 55 της 26.2.2002, σ. 23).