<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><ORDER xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-04.cj-20080212.xd"><BIB.ORDER><REF.CASE FILE="ECRT11998ELA.0100027101.case.xml"><NO.CASE>T-182/97</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>61997B0182</NO.CELEX><NO.SEQ>0012.0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST>273</PAGE.FIRST><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST>284</PAGE.LAST><PAGE.TOTAL>12</PAGE.TOTAL><AUTHOR>T</AUTHOR></BIB.ORDER><CURR.TITLE><LEFT>ΔΙΛΤΛΞΗ της <DATE ISO="19980216">16. 2. 1998</DATE> — ΥΠΟΘΕΣΗ T-182/97</LEFT><RIGHT>SMAN'OR κλπ. κατά ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ</RIGHT></CURR.TITLE><TITLE><TI><P><HT TYPE="UC">Διάταξη του Πρωτοδικείου</HT> (δεύτερο τμήμα)</P><P>της <DATE ISO="19980216">16ης Φεβρουαρίου 1998</DATE><NOTE NOTE.ID="E0001" NUMBERING="STAR"><P>Γλώιπκι διαδικαοίας: i) γιιλλική.</P></NOTE></P></TI></TITLE><ORDER.INIT><P>Στην υπόθεση Τ-182/97,</P></ORDER.INIT><PARTIES><PLAINTIFS><P><HT TYPE="BOLD">Smanor SA,</HT> εταιρία γαλλικού δικαίου, με έδρα το Sainl-Marlin-d'Ecublei (Γαλλία),</P><P><HT TYPE="BOLD">Hubert Ségaud και Monique Ségaud,</HT> κάτοικοι Sainl-Marlin-d'Ecublei,</P><P>εκπροσωπούμενοι από τη Laurence Roques, δικηγόρο Val de Marne, 7-9, rue du Général de Larminat, Crcteil (Γαλλία),</P><PARTY.STATUS>προσφεύγοντες,</PARTY.STATUS></PLAINTIFS><AGAINST>κατά</AGAINST><DEFENDANTS><P><HT TYPE="BOLD">Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,</HT> εκπροσωπούμενης από τους Richard Wainwrighl, κύριο νομικό σύμβουλο, και Olivier Couverl-Caslera, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Ceñiré Wagner, Kirchberg,</P><PARTY.STATUS>καθής,</PARTY.STATUS></DEFENDANTS></PARTIES><?PAGE NO="II-274"?><SUBJECT><P>που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της <DATE ISO="19970521">21ης Μαΐου 1997</DATE>, περί μη κινήσεως διαδικασίας για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας,</P></SUBJECT><PREAMBLE.GEN><PREAMBLE.INIT><P>ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),</P><P>συγκείμενο από τους Α. Καλογερόπουλο, Πρόεδρο, C W. Bellamy και J. Pirrung, δικαστές,</P><P>γραμματέας: Η. Jung</P></PREAMBLE.INIT><PREAMBLE.FINAL><P>εκδίδει την ακόλουθη</P></PREAMBLE.FINAL></PREAMBLE.GEN><CONTENTS.ORDER><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><P>Διάταξη</P></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Το ιστορικό της διαφοράς</P></TI></TITLE><NP><NO.P>1</NO.P><TXT>Η Smanor SA (στο εξής: Smanor), της οποίας διευθυντές είναι το ζεύγος Ségaud που κατέχει και την πλειονότητα των μετοχών της, είναι γαλλική εταιρία η οποία είχε ως δραστηριότητα την παραγωγή και την πώληση νωπών και υπερκατεψυγμένων γαλακτοκομικών προϊόντων, ιδίως γιαούρτης, ως προς τα οποία εφάρμοζε τη μέθοδο υπερκαταψύξεως βάσει διπλώματος της ευρεσιτεχνίας.</TXT></NP><NP><NO.P>2</NO.P><TXT>Μετά το 1977, οι γαλλικές αρχές προέβησαν κατ' επανάληψη σε ενέργειες ως προς την εταιρία αυτή καθώς και σε ποινικές διώξεις, επιδιώκοντας να της απαγορευθεί, βάσει των τότε εν ισχύι γαλλικών διατάξεων, η διάθεση στο εμπόριο των προϊόντων αυτών με την ονομασία <QUOT.START ID="QS0001" REF.END="QE0001" CODE="00AB"/>yaourt<QUOT.END ID="QE0001" REF.START="QS0001" CODE="00BB"/> ή <QUOT.START ID="QS0002" REF.END="QE0002" CODE="00AB"/>yoghourt<QUOT.END ID="QE0002" REF.START="QS0002" CODE="00BB"/> (<QUOT.START ID="QS0003" REF.END="QE0003" CODE="00AB"/>γιαούρτη<QUOT.END ID="QE0003" REF.START="QS0003" CODE="00BB"/>).</TXT></NP><?PAGE NO="II-275"?><NP><NO.P>3</NO.P><TXT>Το 1986, επειδή θεώρησε ότι οι οικονομικές της δυσχέρειες οφείλονταν στις διάφορες κατ' αυτής διώξεις που στηρίζονταν σε παράνομες διατάξεις της τότε ισχύουσας γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η Smanor, αφενός μεν, άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Γαλλικού Δημοσίου για <HT TYPE="ITALIC">τις</HT> ζημίες που είχε, κατά τις εκτιμήσεις της, υποστεί από τις διώξεις αυτές, αφετέρου δε, υπέβαλε ενώπιον της Επιτροπής καταγγελία κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, ισχυριζόμενη ότι το γαλλικό διάταγμα 82-184, της <DATE ISO="19820222">22ας Φεβρουαρίου 1982</DATE> (στο εξής: διάταγμα 82-184), περί τροποποιήσεως του διατάγματος 63-695, της <DATE ISO="19630710">10ης Ιουλίου 1963</DATE>, περί της καταστολής της απάτης όσον αφορά το ξυνόγαλα και τη γιαούρτη, αντέβαινε προς την οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19781218">18ης Δεκεμβρίου 1978</DATE>, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμιση τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33, στο εξής: οδηγία 79/112). Απαντώντας στην καταγγελία αυτή, η Επιτροπή πληροφόρησε τη Smanor, με έγγραφο της <DATE ISO="19880403">3ης Απριλίου 1988</DATE>, ότι επρόκειτο να απευθύνει έγγραφο οχλήσεως στη Γαλλική Δημοκρατία βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ.</TXT></NP><NP><NO.P>4</NO.P><TXT>Το 1987η Smanor ήχΟη, στο πλαίσιο της διαδικασίας εξυγιάνσεως βάσει δικαστικής αποφάσεως, ενώπιον του tribunal de commerce de L'Aigle, το οποίο, κρίνοντας ότι οι ταμειακές δυσκολίες της Smanor οφείλονταν στη σχετική με τη γιαούρτη γαλλική κανονιστική ρύθμιση, ζήτησε, με απόφαση της <DATE ISO="19870921">21ης Σεπτεμβρίου 1987</DATE>, από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 έως 36 της Συνθήκης και των άρθρων 5, 15 και 16 της οδηγίας 79/112 σε σχέση με το διάταγμα 82-184.</TXT></NP><NP><NO.P>5</NO.P><TXT>Με την απόφαση του της <DATE ISO="19880714">14ης Ιουλίου 1988</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="298/87" YEAR="1988" PAGE.ECR="4489">298/87, Smanor (Συλλογή 1988, σ. 4489)</REF.DOC.ECR>, το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><LIST TYPE="ARAB"><ITEM><NP><NO.P><QUOT.START ID="QS0004" REF.END="QE0004" CODE="00AB"/>1)</NO.P><TXT>Το άρθρο 30 της Συνθήκης απαγορεύει την εφαρμογή από κράτος μέλος επί των εισαγομένων από άλλο κράτος μέλος προϊόντων, όπου τα εν λόγω προϊόντα νομίμως παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο, εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία παρέχει το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως της ονομασίας <QUOT.START ID="QS0005" REF.END="QE0005" CODE="201C"/>γιαούρτη<QUOT.END ID="QE0005" REF.START="QS0005" CODE="201D"/> μόνο για τη νωπή γιαούρτη, εξαιρουμένης της κατεψυγμένης, εφόσον τα χαρακτηριστικά αυτού του τελευταίου προϊόντος δεν διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά του νωπού προϊόντος, ενώ η κατάλληλη επισήμανση, συνοδευόμενη από ημερομηνία λήξεως της πώλησης ή της κατανάλωσης, αρκεί για τη διασφάλιση της σωστής ενημέρωσης των καταναλωτών.</TXT></NP></ITEM><?PAGE NO="II-276"?><ITEM><NP><NO.P>2)</NO.P><TXT>Οι διατάξεις της οδηγίας 79/112, και ειδικότερα του άρθρου της 5, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτάσσονται στην εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως με την οποία απαγορεύεται η χρησιμοποίηση της ονομασίας πωλήσεως <QUOT.START ID="QS0006" REF.END="QE0006" CODE="201C"/>γιαούρτη<QUOT.END ID="QE0006" REF.START="QS0006" CODE="201D"/> επί εισαγόμενων ή εγχώριας καταγωγής προϊόντων που έχουν υποστεί κατάψυξη, εφόσον, τα τελευταία ανταποκρίνονται κατά τα λοιπά στις απαιτήσεις που έχουν καθορισθεί από την εθνική κανονιστική ρύθμιση προκειμένου να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση της ονομασίας αυτής για τα νωπά προϊόντα.<QUOT.END ID="QE0004" REF.START="QS0004" CODE="00BB"/></TXT></NP></ITEM></LIST></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>6</NO.P><TXT>Στη συνέχεια, το διάταγμα 82-184 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το διάταγμα 88-1203, της <DATE ISO="19881230">30ής Δεκεμβρίου 1988</DATE>.</TXT></NP><NP><NO.P>7</NO.P><TXT>Εξάλλου, στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως που ασκήθηκε το 1986 κατά του Γαλλικού Δημοσίου, το γαλλικό Cour de cassation, με απόφαση της <DATE ISO="19901016">16ης Οκτωβρίου 1990</DATE>, απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως της Smanor κατά της από <DATE ISO="19880421">21 Απριλίου 1988</DATE> αποφάσεως του cour d'appel de Caen, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της περί αποζημιώσεως, καθόσον δεν αποδείχθηκε βαρύ πταίσμα των αρμοδίων για την καταστολή της απάτης υπηρεσιών κατά την άσκηση των διώξεων κατά της εταιρίας.</TXT></NP><NP><NO.P>8</NO.P><TXT>Μετά την πρώτη καταγγελία κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας που κατατέθηκε το 1986 (βλ. ανωτέρω σκέψη 3), η Smanor κατέθεσε και άλλες καταγγελίες το 1990, το 1991, το 1993 και το 1995, αφορώσες τον παράνομο χαρακτήρα της σχετικής με τη γιαούρτη γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως και την προβαλλόμενη προσβολή του δικαιώματος της προς αποζημίωση από τη Γαλλική Δημοκρατία. Με την τελευταία καταγγελία της, με ημερομηνία <DATE ISO="19950111">11 Ιανουαρίου 1995</DATE>, την οποία η Επιτροπή πρωτοκόλλησε με τον αριθμό 95/4059, η Smanor έβαλε εκ νέου κατά της αρνήσεως των γαλλικών δικαστηρίων να δεχθούν τα αιτήματα της περί αποκαταστάσεως της ζημίας την οποία διατείνεται ότι υπέστη λόγω της εφαρμογής από τη Γαλλική Δημοκρατία μέτρων που αντιβαίνουν στο κοινοτικό δίκαιο.</TXT></NP><NP><NO.P>9</NO.P><TXT>Με έγγραφο της <DATE ISO="19961009">9ης Οκτωβρίου 1996</DATE>, η Smanor όχλησε την Επιτροπή, προκειμένου αυτή να κινήσει τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κράτους μέλους κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας. Με το έγγραφο της η Smanor ζήτησε από την Επιτροπή, προκειμένου να παράσχει στην εταιρία αυτή τη δυνατότητα να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά του Γαλλικού Δημοσίου, βάσει<?PAGE NO="II-277"?> της αποφάσεως του Δικαστηρίου της <DATE ISO="19911119">19ης Νοεμβρίου 1991</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-6/90—C-9/90" YEAR="1991" PAGE.ECR="I-5357">C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-5357)</REF.DOC.ECR>, να διαπιστώσει τις παραβάσεις που είχε, κατά τους ισχυρισμούς της εταιρίας, διαπράξει η Γαλλική Δημοκρατία και οι οποίες απορρέουν, μεταξύ άλλων, από την παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 79/112 εντός των προβλεπομένων προθεσμιών και από την άρνηση των γαλλικών δικαστηρίων να επιδικάσουν αποζημίωση στην εταιρία κατόπιν της προπαρατεθείσας αποφάσεως Smanor.</TXT></NP><NP><NO.P>10</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="19961209">9 Δεκεμβρίου 1996</DATE> οι προσφεύγοντες άσκησαν ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή λόγω παραλείψεως και αγωγή αποζημιώσεως, κατόπιν της παραλείψεως της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κράτους μέλους κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ.</TXT></NP><NP><NO.P>11</NO.P><TXT>Με διάταξη της <DATE ISO="19970703">3ης Ιουλίου 1997</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-201/96" YEAR="1997" PAGE.ECR="II-1081">Τ-201/96, Smanor κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-1081)</REF.DOC.ECR>, η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.</TXT></NP><NP><NO.P>12</NO.P><TXT>Εν τω μεταξύ, με έγγραφο της <DATE ISO="19970218">18ης Φεβρουαρίου 1997</DATE>, οι υπηρεσίες της Γενικής Διευθύνσεως εσωτερικής αγοράς και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (ΓΔ XV) της επιτροπής γνωστοποίησαν στον Η. Sćgaud τους λόγους για τους οποίους φρονούσαν ότι τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθεντο στην καταγγελία της <DATE ISO="19950111">11ης Ιανουαρίου 1995</DATE> δεν τους επέτρεπαν, εν προκειμένω, να κινήσουν διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κράτους μέλους κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας. Συναφώς, εξέθεσαν ότι θεωρούσαν αμφίβολη την ύπαρξη παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου, ενόψει, αφενός, των προϋποθέσεων που προβλέπει η προπαρατεθείσα απόφαση Francovich κ.λπ., για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης κράτους μέλους, και, αφετέρου, της εκτιμήσεως στην οποία προέβησαν τα γαλλικά δικαστήρια όσον αφορά τις προϋποθέσεις αυτές. Κατά συνέπεια, πληροφόρησαν τον Η. Sćgaud ότι είχαν την πρόθεση να προτείνουν στην Επιτροπή να θέσει την καταγγελία στο αρχείο, καλώντας συγχρόνως τον καταγγέλλοντα να τους υποβάλει τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις του.</TXT></NP><NP><NO.P>13</NO.P><TXT>Με έγγραφα της 2ας και της <DATE ISO="19970311">11ης Μαρτίου 1997</DATE>, ο Η. Sćgaud υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στην Επιτροπή. Τόνισε εκ νέου το βάσιμο της καταγγελίας της Smanor και ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει τις εγκυκλίους που είχαν στη διάθεση τους οι γαλλικές δημόσιες αρχές, τις οποίες οι αρχές αυτές διαβίβασαν στα ποινικά δικαστήρια στο πλαίσιο των ενδίκων διαφορών στις οποίες εμπλεκόταν η εταιρία αυτή.</TXT></NP><?PAGE NO="II-278"?><NP><NO.P>14</NO.P><TXT>Με έγγραφο της <DATE ISO="19970521">21ης Μαΐου 1997</DATE>, οι υπηρεσίες της ΓΔ XV πληροφόρησαν τον Η. Ségaud ότι η Επιτροπή είχε αποφασίσει να θέσει την καταγγελία στο αρχείο.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων</P></TI></TITLE><NP><NO.P>15</NO.P><TXT>Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις <DATE ISO="19970617">17 Ιουνίου 1997</DATE>, η Smanor και οι σύζυγοι Ségaud άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.</TXT></NP><NP><NO.P>16</NO.P><TXT>Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις <DATE ISO="19970722">22 Ιουλίου 1997</DATE>, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου ! δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι δε προσφεύγοντες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτής στις <DATE ISO="19970916">16 Σεπτεμβρίου 1997</DATE>.</TXT></NP><NP><NO.P>17</NO.P><TXT>Με το δικόγραφο της προσφυγής τους, οι προσφεύγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>να ακυρώσει στο σύνολο του το έγγραφο της Επιτροπής της <DATE ISO="19970521">21ης Μαΐου 1997</DATE></P></ITEM><ITEM><P>να δεχθεί το αίτημα που απηύθυναν στην Επιτροπή σχετικά με τη γνωστοποίηση των εγγράφων που φυλάσσονται στα αρχεία των. γαλλικών υπηρεσιών και αφορούν την υπόθεση Smanor.</P></ITEM></LIST></P></NP><?PAGE NO="II-279"?><NP><NO.P>18</NO.P><TXT>Με την ένσταση απαραδέκτου, η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη·</P></ITEM><ITEM><P>να καταδικάσει του προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.</P></ITEM></LIST></P></NP><NP><NO.P>19</NO.P><TXT>Με τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου, οι προσφεύγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής</P></ITEM><ITEM><P>να κρίνει την προσφυγή βάσιμη</P></ITEM><ITEM><P>να υποχρεώσει την Επιτροπή να ασκήσει εκ νέου τις εξουσίες της για τη διενέργεια ερευνών και να διαβιβάσει τόσο στο Πρωτοδικείο όσο και στους προσφεύγοντες όλα τα έγγραφα που φυλάσσονται στα αρχεία των γαλλικών υπηρεσιών και αφορούν την υπόθεση Smanor.</P></ITEM></LIST></P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Επί του παραδεκτού</P></TI></TITLE><NP><NO.P>20</NO.P><TXT>Δυνάμει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος ζητήσει από το Πρωτοδικείο να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως.</TXT></NP><?PAGE NO="II-280"?><NP><NO.P>21</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο φρονεί ότι έχει διαφωτισθεί αρκούντως από τα έγγραφα της διαδικασίας ώστε να αποφανθεί χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.</TXT></NP><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>Επιχειρηματολογία των διαδίκων</P></TI></TITLE><NP><NO.P>22</NO.P><TXT>Η Επιτροπή φρονεί ότι η προσφυγή ακυρώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, οι ιδιώτες απαραδέκτως προσβάλλουν την άρνηση της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κράτους μέλους (αποφάσεις του Δικαστηρίου της <DATE ISO="19660301">1ης Μαρτίου 1966</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="48/65" YEAR="1966" PAGE.ECR="243">48/65, Lütticke κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 243</REF.DOC.ECR>, και της <DATE ISO="19900517">17ης Μαΐου 1990</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-87/89" YEAR="1990" PAGE.ECR="I-1981">C-87/89, Sonito κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-1981-διάταξη</REF.DOC.ECR> του Δικαστηρίου της <DATE ISO="19920612">12ης Ιουνίου 1992</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-29/92" YEAR="1992" PAGE.ECR="I-3935">C-29/92, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. I-3935, σκέψη 21</REF.DOC.ECR> διατάξεις του Πρωτοδικείου της <DATE ISO="19941129">29ης Νοεμβρίου 1994</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-479/93+T-559/93" YEAR="1994" PAGE.ECR="II-1115">Τ-479/93 και Τ-559/93, Bernardi κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-1115, και της</REF.DOC.ECR> <DATE ISO="19951113">13ης Νοεμβρίου 1995</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-126/95" YEAR="1995" PAGE.ECR="II-2863">Τ-126/95, Dumez κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2863</REF.DOC.ECR>). Η νομολογία αυτή στηρίζεται όχι μόνο στη διακριτική ευχέρεια που απονέμει στην Επιτροπή το άρθρο 169 της Συνθήκης, αλλά και στο ότι η ζητούμενη ενέργεια της Επιτροπής συνίσταται στην έκδοση αιτιολογημένης γνώμης, η οποία δεν είναι αφ' εαυτής δεκτική προσφυγής, δεδομένου ότι πρόκειται περί πράξεως προγενέστερης της ενδεχόμενης ασκήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγής για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους.</TXT></NP><NP><NO.P>23</NO.P><TXT>Οι προσφεύγοντες αντιτείνουν ότι το έγγραφο της Επιτροπής της 21ης Μάιου 1996 αποτελεί απόφαση δεκτική προσφυγής καθόσον καθορίζει οριστικώς τη θέση που λαμβάνει η Επιτροπή, η οποία θέτει την καταγγελία στο αρχείο. Συναφώς, οι προσφεύγοντες παραθέτουν την απόφαση του Δικαστηρίου της <DATE ISO="19970318">18ης Μαρτίου 1997</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-282/95 P" YEAR="1997" PAGE.ECR="I-1503">C-282/95 Ρ, Guérin automobiles κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-1503)</REF.DOC.ECR>, από την οποία προκύπτει κατ' αυτούς (σκέψη 36) ότι η Επιτροπή <QUOT.START ID="QS0007" REF.END="QE0007" CODE="00AB"/>οφείλει είτε να κινήσει διαδικασία κατά του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία (...), είτε να λάβει οριστική απόφαση περί απορρίψεως της καταγγελίας, δυνάμενη να αποτελέσει, αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του κοινοτικού δικαστή<QUOT.END ID="QE0007" REF.START="QS0007" CODE="00BB"/>. Εξάλλου, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι, ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την ευθύνη των κρατών μελών λόγω της παραλείψεως μεταφοράς των οδηγιών στο εσωτερικό τους δίκαιο και των παραβάσεων τις οποίες διέπραξε η Γαλλική Δημοκρατία, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλείται τη διακριτική της<?PAGE NO="II-281"?> ευχέρεια για να <HT TYPE="ITALIC">απαλλαγεί από</HT> το καθήκον της να ελέγχει την τήρηση του κοινοτικού δικαίου.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>Εκτίμηση του Πρωτοδικείου</P></TI></TITLE><NP><NO.P>24</NO.P><TXT>Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η υπό κρίση προσφυγή σκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως της <DATE ISO="19970521">21ης Μαΐου 1997</DATE>, με την οποία η Επιτροπή δήλωσε τη βούληση της να μην κινήσει διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κράτους μέλους κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας και, κατά συνέπεια, έθεσε στο αρχείο την καταγγελία των προσφευγόντων που αφορούσε τη φερόμενη παράβαση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους του κράτους αυτού.</TXT></NP><NP><NO.P>25</NO.P><TXT>Κατά πάγια όμως νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, οι ιδιώτες απαραδέκτως προσβάλλουν την άρνηση της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κατά κράτους μέλους (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του Δικαστηρίου Liiuickc κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σ. 246, και της <DATE ISO="19970220">20ής Φεβρουαρίου 1997</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-107/95 P" YEAR="1997" PAGE.ECR="I-947">C-107/95 Ρ, Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I-947, σκέψη 19</REF.DOC.ECR> βλ. επίσης τις διατάξεις Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 21, και Dumez κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 33).</TXT></NP><NP><NO.P>26</NO.P><TXT>Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί <HT TYPE="ITALIC">ότι</HT> το άρθρο 169 της Συνθήκης ορίζει τα εξής: <QUOT.START ID="QS0008" REF.END="QE0008" CODE="00AB"/>Αν η Επιτροπή κρίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωση του εκ της παρούσας συνθήκης, διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη επί του θέματος, αφού προηγουμένως παρέχει τη δυνατότητα στο κράτος αυτό να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του. Αν το κράτος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός της προθεσμίας που του τάσσει η Επιτροπή, δύναται η τελευταία να προσφύγει στο Δικαστήριο.<QUOT.END ID="QE0008" REF.START="QS0008" CODE="00BB"/></TXT></NP><?PAGE NO="II-282"?><NP><NO.P>27</NO.P><TXT>Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να κινήσει διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κράτους μέλους, αλλά διαθέτει, συναφώς, διακριτική ευχέρεια αποκλείουσα το δικαίωμα των ιδιωτών να απαιτούν να λάβει αυτή συγκεκριμένη θέση και να ασκούν προσφυγή ακυρώσεως κατά της αρνήσεως της να ενεργήσει (βλ., επί παραδείγματι, προπαρατεθείσα απόφαση Sonito κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 6, και διάταξη του Πρωτοδικείου της <DATE ISO="19950123">23ης Ιανουαρίου 1995</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-84/94" YEAR="1995" PAGE.ECR="II-101">Τ-84/94, Bundesverband der Bilanzbuchhalter κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-101, σκέψη 23</REF.DOC.ECR>). Εφόσον η Επιτροπή κρίνει ότι το οικείο κράτος μέλος παρέβη υποχρέωση του, τότε μόνον εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη. Εξάλλου, σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η Επιτροπή έχει την ευχέρεια, αλλά όχι την υποχρέωση, να προσφύγει στο Δικαστήριο προκειμένου να διαπιστωθεί η παράβαση που αυτή προσάπτει στο κράτος μέλος.</TXT></NP><NP><NO.P>28</NO.P><TXT>Εξάλλου, ενόψει του ότι μόνον το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να διαπιστώνει ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, η ζητούμενη με την καταγγελία ιδιώτη πράξη μπορεί να έγκειται μόνο στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής. Η πράξη αυτή όμως συνιστά απλώς προκαταρκτική φάση της ενδεχόμενης ασκήσεως προσφυγής για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους ενώπιον του Δικαστηρίου και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πράξη δεκτική προσφυγής ακυρώσεως, οπότε η άρνηση κινήσεως της διαδικασίας διαπιστώσεως της παραβάσεως συνιστά πράξη μη δεκτική προσφυγής (προπαρατεθείσα απόφαση Lütticke κ.λπ. κατά Επιτροπής, και προπαρατεθείσα διάταξη Dumez κατά Επιτροπής, σκέψη 37).</TXT></NP><NP><NO.P>29</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να επικαλεστούν λυσιτελώς την προπαρατεθείσα απόφαση Guérin automobiles κατά Επιτροπής, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε διαδικασία δυνάμει του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19620206">6ης Φεβρουαρίου 1962</DATE>, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25, στο εξής: κανονισμός 17). Συγκεκριμένα, η διαδικαστική θέση των ενδιαφερομένων που έχουν υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή είναι θεμελιωδώς διαφορετική' στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης έναντι εκείνης στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του κανονισμού 17 (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη του Πρωτοδικείου της <DATE ISO="19970929">29ης Σεπτεμβρίου 1997</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="T-83/97" YEAR="1997" PAGE.ECR="32">Τ-83/97, Sateba κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 32</REF.DOC.ECR>). Στη δεύτερη αυτή<?PAGE NO="II-283"?> διαδικασία, οι καταγγέλλοντες έχουν διαδικαστικά δικαιώματα σαφώς προσδιοριζόμενα από τον κανονισμό 99/63/ΕΟΚ της Επιτροπής, της <DATE ISO="19630725">25ης Ιουλίου 1963</DATE>, περί των ακροάσεων που προβλέπονται στο άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 17 (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 37), ιδίως δε το δικαίωμα να τους ανακοινώνονται οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή δεν επιθυμεί να δώσει συνέχεια στην καταγγελία τους και το δικαίωμα να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους συναφώς. Επιπλέον, μπορούν να υποβάλλουν σε δικαστικό έλεγχο την απόφαση την οποία λαμβάνει η Επιτροπή μετά το πέρας της σχετικής διαδικασίας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του Δικαστηρίου της <DATE ISO="19771025">25ης Οκτωβρίου 1977</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="26/76" YEAR="1977" PAGE.ECR="567">26/76, Melro κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1977, σ. 567, 575 και 576</REF.DOC.ECR>, και προπαρατεθείσα απόφαση Gućrin automobiles κατά Επιτροπής, σκέψη 36). Αντιθέτως, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης, οι υποβαλόντες καταγγελία δεν έχουν ανάλογα διαδικαστικά δικαιώματα.</TXT></NP><NP><NO.P>30</NO.P><TXT>Από τα ανωτέρω προκύπτει óu η υπό κρίση προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.</TXT></NP><NP><NO.P>31</NO.P><TXT>Επομένως, παρέλκει η απόφαση επί του αιτήματος των προσφευγόντων να υποχρεωθεί η Επιτροπή να διαβιβάσει τα έγγραφα τα οποία φέρονται ως φυλασσόμενα στα αρχεία των γαλλικών υπηρεσιών και αφορούν την υπόθεση Smanor.</TXT></NP></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Επί των δικαστικών εξόδων</P></TI></TITLE><NP><NO.P>32</NO.P><TXT>Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.</TXT></NP></GR.SEQ></GR.SEQ><?PAGE NO="II-284"?><JURISDICTION><INTRO><P>Για τους λόγους αυτούς,</P><P>ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο τμήμα)</P><P>διατάσσει:</P></INTRO><LIST TYPE="ARAB"><ITEM><NP><NO.P>1)</NO.P><TXT>Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>2)</NO.P><TXT>Καταδικάζει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.</TXT></NP></ITEM></LIST></JURISDICTION></CONTENTS.ORDER><SIGNATURE.CASE><P>Λουξεμβούργο, <DATE ISO="19980216">16 Φεβρουαρίου 1998</DATE>.</P><SIGNATORY><P>Ο Γραμματέας</P><P>Η. Jung</P></SIGNATORY><SIGNATORY><P>Ο Πρόεδρος</P><P>Α. Καλογερόπουλος</P></SIGNATORY></SIGNATURE.CASE></ORDER>