ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

YVES BOT

της 28ης Μαΐου 2013 ( 1 )

Υπόθεση C‑77/11

Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

κατά

Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

«Προσφυγή ακυρώσεως — Πράξη του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετική με τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2011 — Μη συμφωνία της πράξεως αυτής με τη νέα διαδικασία εγκρίσεως του προϋπολογισμού που καθιερώνει η Συνθήκη ΛΕΕ — Ανατροπή της θεσμικής ισορροπίας — Παραβίαση της αρχής της κατανομής των εξουσιών και παράβαση του καθήκοντος καλόπιστης συνεργασίας — Παράβαση ουσιωδών τύπων — Προσωρινή διατήρηση των αποτελεσμάτων του προϋπολογισμού»

I – Εισαγωγή

1.

Η υπό κρίση υπόθεση ανάγεται σε διαφορά μεταξύ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως προς τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η διαδικασία που οδήγησε στην έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2011. Η εν λόγω διαδικασία διεξήχθη για πρώτη φορά εξ ολοκλήρου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 314 ΣΛΕΕ.

2.

Με την προσφυγή του το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου με την οποία διαπιστώθηκε η οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2011 ( 2 ). Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι τα προνόμια των οποίων απολαύει δυνάμει του άρθρου 314 ΣΛΕΕ αγνοήθηκαν καθόσον, εν αντιθέσει προς τις επιταγές του εν λόγω άρθρου, η έγκριση του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2011 δεν ολοκληρώθηκε με νομοθετική πράξη του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου συνυπογραφείσα από τα δύο αυτά θεσμικά όργανα. Το Συμβούλιο υποστηρίζει επίσης ότι υπήρξε ανατροπή της θεσμικής ισορροπίας, παραβίαση της αρχής της κατανομής των εξουσιών και παράβαση του καθήκοντος καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων· επικουρικώς δε προβάλλει παράβαση ουσιωδών τύπων.

3.

Με τις παρούσες προτάσεις θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους φρονώ ότι η σχετική με τον προϋπολογισμό της Ένωσης για το έτος 2011 διαδικασία διεξήχθη συμφώνως προς τους όρους του άρθρου 314 ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, θα προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τα διάφορα επιχειρήματα με τα οποία το Συμβούλιο επιδιώκει να αποδείξει την αναγκαιότητα εκδόσεως, πέραν της πράξεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου, νομοθετικής πράξεως του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, συνυπογραφόμενης από αμφότερα τα θεσμικά αυτά όργανα, αντικείμενο της οποίας είναι η επισημοποίηση της εκ μέρους τους εγκρίσεως του προϋπολογισμού.

II – Το νομικό πλαίσιο

4.

Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, «[κ]άθε θεσμικό όργανο δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους σκοπούς τους οποίους προβλέπουν. Τα θεσμικά όργανα συνεργάζονται μεταξύ τους καλή τη πίστει».

5.

Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, ΣΕΕ, «[τ]ο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ασκεί, από κοινού με το Συμβούλιο, νομοθετικά και δημοσιονομικά καθήκοντα». Αντιστοίχως, το άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΕΕ ορίζει ότι «[τ]ο Συμβούλιο ασκεί, από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, νομοθετικά και δημοσιονομικά καθήκοντα».

6.

Κατά το άρθρο 288, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «[γ]ια την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, τα θεσμικά όργανα θεσπίζουν κανονισμούς, οδηγίες, αποφάσεις, συστάσεις και γνώμες».

7.

Κατά το άρθρο 289, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, «[σ]τις ειδικές περιπτώσεις που προβλέπουν οι Συνθήκες, η έκδοση κανονισμών, οδηγιών ή αποφάσεων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τη συμμετοχή του Συμβουλίου, ή από το Συμβούλιο με τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συνιστά ειδική νομοθετική διαδικασία». Με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου διευκρινίζεται ότι «[ο]ι νομικές πράξεις που εκδίδονται με νομοθετική διαδικασία αποτελούν νομοθετικές πράξεις».

8.

Κατά το άρθρο 296, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «[ό]ταν δεν προβλέπεται στις Συνθήκες ο τύπος της προς έκδοση πράξης, τα θεσμικά όργανα επιλέγουν τον τύπο της πράξης αυτής κατά περίπτωση, τηρώντας τις εφαρμοστέες διαδικασίες και την αρχή της αναλογικότητας». Με το τρίτο εδάφιο του ιδίου άρθρου διευκρινίζεται ότι «[τ]ο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, όταν επιλαμβάνονται σχεδίων νομοθετικών πράξεων, δεν εκδίδουν πράξεις που δεν προβλέπονται από τη νομοθετική διαδικασία που εφαρμόζεται στον οικείο τομέα».

9.

Το άρθρο 297, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει:

«Οι νομοθετικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία υπογράφονται από τον [Π]ρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τον [Π]ρόεδρο του Συμβουλίου.

Οι νομοθετικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία υπογράφονται από τον πρόεδρο του θεσμικού οργάνου που τις εξέδωσε.

[…]»

10.

Το άρθρο 314 ΣΛΕΕ περιγράφει τη διαδικασία εγκρίσεως του προϋπολογισμού. Οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου που συνδέονται στενότερα με την υπό κρίση προσφυγή είναι το πρώτο εδάφιο και η παράγραφος 9.

11.

Κατά το άρθρο 314, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ:

«Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία, θεσπίζουν τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με τις κατωτέρω διατάξεις.»

12.

Το άρθρο 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ έχει ως εξής:

«9. Όταν περατωθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, ο [Π]ρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαπιστώνει ότι ο προϋπολογισμός έχει οριστικώς εκδοθεί.»

III – Το ιστορικό της διαφοράς

13.

Στο πλαίσιο επαφών οι οποίες έλαβαν χώρα μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου κατά τη διαδικασία εγκρίσεως του προϋπολογισμού για το έτος 201[1] και οι οποίες είχαν ως αντικείμενο τις μεταβολές που επέφερε στη διαδικασία εγκρίσεως του προϋπολογισμού η Συνθήκη της Λισσαβώνας, τη 12η Νοεμβρίου 2010 ο Πρόεδρος του Συμβουλίου απηύθυνε στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου έγγραφο με το οποίο υπενθύμισε ότι, μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω συνθήκης, η πράξη θεσπίσεως του ετήσιου προϋπολογισμού έπρεπε να υπογράφεται τόσο από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου όσο και από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, καθόσον πρόκειται για πράξη την οποία εκδίδουν από κοινού τα δύο αυτά θεσμικά όργανα. Όπως επισήμανε ο Πρόεδρος του Συμβούλιου, η πράξη αυτή δεν θα έπρεπε να ταυτίζεται με την πράξη του Πρόεδρου του Κοινοβουλίου με την οποία, συμφώνως προς το άρθρο 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, διαπιστώνεται η οριστική έκδοση του προϋπολογισμού.

14.

Στις 10 Δεκεμβρίου 2010 το Συμβούλιο εξέδωσε τη θέση του επί του νέου σχεδίου προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2011. Σε παράρτημα της θέσεως αυτής επισυνήφθη σχέδιο αποφάσεως του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2011. Το εν λόγω σχέδιο αποφάσεως περιελάμβανε ένα μόνον άρθρο το οποίο όριζε ότι ο προϋπολογισμός είχε θεσπισθεί συμφώνως προς το παράρτημα της εν λόγω αποφάσεως και ότι έπρεπε να υπογραφεί από τον πρόεδρο εκάστου των δυο αυτών θεσμικών οργάνων.

15.

Στις 14 Δεκεμβρίου 2010 ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου απάντησε στην επιστολή του Προέδρου του Συμβουλίου της 12ης Νοεμβρίου 2010. Με την απάντησή του διευκρίνισε, μεταξύ άλλων, ότι, κατά την άποψή του, η Συνθήκη της Λισσαβώνας δεν είχε επιφέρει καμία μεταβολή στο γεγονός ότι αρμόδιος για τη διαπίστωση της οριστικής εγκρίσεως του προϋπολογισμού ήταν ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, ο οποίος, κατόπιν αυτού, υπογράφει τον προϋπολογισμό. Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου επισήμανε, ως εκ τούτου, στον Πρόεδρο του Συμβουλίου ότι δεν συμμεριζόταν την άποψή του περί συνυπογραφής του προϋπολογισμού της Ένωσης εκ μέρους εκάστου των προέδρων των δυο θεσμικών οργάνων.

16.

Κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας της 15ης Δεκεμβρίου 2010 το Κοινοβούλιο ενέκρινε τη θέση του Συμβουλίου άνευ τροπολογιών. Κατόπιν της σχετικής ψηφοφορίας του Κοινοβουλίου, ο προεδρεύων του Συμβουλίου δήλωσε ότι «το Κοινοβούλιο κατά συνέπεια εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου σχετικά με το σχέδιο γενικού προϋπολογισμού 2011 χωρίς καμία τροποποίηση. Σαφώς, δεν μπορώ παρά να δηλώσω εξ ονόματος του Συμβουλίου ότι είμαι ικανοποιημένος με την κοινή μας συμφωνία επί του προϋπολογισμού για το 2011». Την ίδια ημέρα ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου υπέγραψε την πράξη με την οποία διαπιστωνόταν η περάτωση της κινηθείσας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 314 ΣΛΕΕ διαδικασίας και η οριστική έκδοση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2011.

17.

Ομοίως στις 15 Δεκεμβρίου 2010, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου απηύθυνε στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου επιστολή με την οποία εξέφραζε την ικανοποίησή του για την εκ μέρους του Κοινοβουλίου υπερψήφιση του σχεδίου προϋπολογισμού 2011, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι η Συνθήκη ΛΕΕ ορίζει ότι ο προϋπολογισμός θεσπίζεται από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Δεδομένου τούτου, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου επισύναπτε στην εν λόγω επιστολή σχέδιο αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2011, υπογεγραμμένο από τον ίδιο, το οποίο διαβιβαζόταν στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου προκειμένου αυτός να το συνυπογράψει. Πλην όμως, το εν λόγω αίτημα δεν ικανοποιήθηκε.

18.

Για τον λόγο αυτόν το Συμβούλιο αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή, επιδιώκοντας την ακύρωση της πράξεως με την οποία τη 15η Δεκεμβρίου 2010 ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε την περάτωση της κινηθείσας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 314 ΣΛΕΕ διαδικασίας και την οριστική έκδοση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2011.

19.

Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2011 επετράπη στο Βασίλειο της Ισπανίας να παρέμβει υπέρ του Συμβουλίου.

IV – Επί της προσφυγής

Οι δύο συγκρουόμενες θέσεις

20.

Οι δυο διαφορετικές θέσεις των οποίων υπεραμύνονται, αντιστοίχως, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο εκπορεύονται σε μεγάλο βαθμό από διάσταση απόψεων ως προς τον τρόπο συμβιβασμού δύο διατάξεων του άρθρου 314 ΣΛΕΕ, ήτοι του πρώτου εδαφίου του και της παραγράφου 9 αυτού.

21.

Το Συμβούλιο, βασιζόμενο στο άρθρο 314, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με διάφορες άλλες διατάξεις των Συνθηκών, υποστηρίζει ότι η θέσπιση του προϋπολογισμού απαιτεί την από κοινού, εκ μέρους του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, έκδοση νομοθετικής πράξεως η οποία συνυπογράφεται από τους προέδρους των δύο αυτών θεσμικών οργάνων. Όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, η προβλεπόμενη από το άρθρο 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ πράξη του Πρόεδρου του Κοινοβουλίου με την οποία διαπιστώνεται η οριστική έγκριση του προϋπολογισμού δεν δύναται να εξομοιώνεται με πράξη εγκρίσεως του προϋπολογισμού. Πρόκειται απλώς για διαπιστωτική πράξη που εκδίδεται από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου μετά την υπογραφή, εκ μέρους των δύο οργάνων, της νομοθετικής πράξεως εκδόσεως του προϋπολογισμού.

22.

Αντιθέτως, το Κοινοβούλιο, βασιζόμενο στο άρθρο 314, παράγραφος 9, καθώς και στην ερμηνεία που έχει προκρίνει το Δικαστήριο για την, κατ’ ουσίαν όμοια, διάταξη που περιλαμβάνεται στη Συνθήκη ΕΚ, υποστηρίζει ότι, μολονότι απαιτείται συμφωνία μεταξύ των δυο θεσμικών οργάνων, το άρθρο 314 ΣΛΕΕ δεν επιτάσσει επισημοποίηση της συμφωνίας αυτής με νομοθετική πράξη του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, η πράξη που εκδίδει ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ αρκεί για την επικύρωση της οριστικής εκδόσεως του προϋπολογισμού, κατόπιν ελέγχου του νομοτύπου της διαδικασίας, καθώς και για την ενεργοποίηση της έννομης ισχύος του.

23.

Τα επιχειρήματα που προβάλλουν το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο προς στήριξη των αντίστοιχων θέσεών τους θα εξετασθούν λεπτομερέστερα ευθύς αμέσως.

1. Τα επιχειρήματα του Συμβουλίου

24.

Προς στήριξη της προσφυγής του το Συμβούλιο προβάλλει τέσσερεις λόγους ακυρώσεως, ήτοι παράβαση του άρθρου 314 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με διάφορες άλλες διατάξεις των Συνθηκών, λόγω της απουσίας νομοθετικής πράξεως του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου συνυπογραφείσας από τα δύο αυτά θεσμικά όργανα, ανατροπή της θεσμικής ισορροπίας που καθιερώνει το εν λόγω άρθρο, παραβίαση της αρχής της κατανομής των εξουσιών και παράβαση του καθήκοντος καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων, αρχής και καθήκοντος που προβλέπονται από το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, και, επικουρικώς, παράβαση ουσιωδών τύπων. Καθόσον τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη των λόγων ακυρώσεως επικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό, κρίνεται σκόπιμη, προς αποφυγή επαναλήψεων, η ενιαία παράθεσή τους. Κατά τον ίδιο τρόπο θα γίνει και η εξέταση των επιχειρημάτων προκειμένου να μη διασπασθεί τεχνητώς η αξιολόγηση του βασίμου τους.

25.

Κατά το Συμβούλιο, ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης καθώς και οι διορθωτικοί προϋπολογισμοί πρέπει πλέον να θεσπίζονται με νομοθετική πράξη που εκδίδουν από κοινού τα δύο θεσμικά όργανα. Η πράξη αυτή πρέπει να συνυπογράφεται από τους προέδρους των δύο αυτών οργάνων, συμφώνως προς το άρθρο 297, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Δεδομένου ότι στην προβλεπόμενη από το άρθρο 314 ειδική νομοθετική διαδικασία μετέχει, κατά το εν λόγω άρθρο, τόσο το Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο, η πράξη με την οποία θεσπίζεται ο προϋπολογισμός πρέπει να φέρει την υπογραφή του προέδρου εκάστου των δύο αυτών θεσμικών οργάνων.

26.

Συνεπώς, κατά το Συμβούλιο, η πράξη θεσπίσεως του προϋπολογισμού για το έτος 2001 είναι παράνομη, καθόσον αποτελεί ανεπίσημη μη νομοθετική πράξη η οποία εκδόθηκε και υπεγράφη μόνον από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 314 ΣΛΕΕ, 288 ΣΛΕΕ, 289, παράγραφοι 2 και 3, ΣΛΕΕ, 296, πρώτο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, 297, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, καθώς και 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ.

27.

Κατά το Συμβούλιο, το άρθρο 314 ΣΛΕΕ επιβάλλει την έκδοση νομοθετικής πράξεως και τέτοια πράξη δύναται να είναι μόνον κανονισμός, οδηγία ή απόφαση, κατά το άρθρο 289, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Η Συνθήκη της Λισσαβώνας δεν προβλέπει καμία εξαίρεση ως προς τις νομικές μορφές των πράξεων που δύνανται να προκύψουν από την ειδική νομοθετική διαδικασία και δεν επιτρέπει την έκδοση νομοθετικής πράξεως sui generis ή απλώς πράξεως sui generis. Εξάλλου, κατά το Συμβούλιο, από το άρθρο 289, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 314 ΣΛΕΕ ειδική νομοθετική διαδικασία πρέπει να καταλήγει στην έκδοση νομοθετικής πράξεως.

28.

Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι από το άρθρο 314, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και, ειδικότερα, από τη χρήση του ρήματος «θεσπίζουν» στον πληθυντικό αριθμό συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο ειδική νομοθετική διαδικασία διακρίνεται από τις λοιπές ειδικές νομοθετικές διαδικασίες που προβλέπει η Συνθήκη ΛΕΕ, καθόσον εμπλέκει δύο κύρια νομοθετικά όργανα. Έκαστο αυτών μετέχει επί ίσοις όροις στη διαδικασία. Επισημαίνοντας τις ομοιότητες και τις ιδιαιτερότητες της εν λόγω διαδικασίας σε σχέση με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, το Συμβούλιο χαρακτηρίζει την προβλεπόμενη από το άρθρο 314 ΣΛΕΕ διαδικασία ως «απλουστευμένη διαδικασία συναποφάσεως».

29.

Κατά το Συμβούλιο, η ταύτιση της πράξεως με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπιστώνει την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού με τη νομοθετική πράξη θεσπίσεως του προϋπολογισμού στερεί από το Συμβούλιο τη δυνατότητα να ασκεί τα προνόμια των οποίων απολαύει δυνάμει της Συνθήκης και στοιχειοθετεί παράβαση του άρθρου 314 ΣΛΕΕ. Το Συμβούλιο αναγνωρίζει μεν ότι αρμόδιος να διαπιστώσει την οριστική έκδοση του προϋπολογισμού είναι, δυνάμει του άρθρου 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, πλην όμως μια τέτοια διαπίστωση ή δήλωση δεν δύναται, κατά την άποψή του, να ισοδυναμεί με έκδοση.

30.

Κατά το Συμβούλιο, η πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου με την οποία διαπιστώνεται πανηγυρικώς ότι τα δύο συναρμόδια για τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης όργανα θέσπισαν από κοινού τον εν λόγω προϋπολογισμό συνιστά ουσιώδη τύπο της διαδικασίας εκδόσεως του προϋπολογισμού και προϋπόθεση για την ισχύ της νομοθετικής πράξεως. Πρόκειται, ωστόσο, για άσκηση δέσμιας αρμοδιότητας εκ μέρους του Προέδρου του Κοινοβουλίου, υπό την έννοια ότι, μετά την έκδοση και την υπογραφή της νομοθετικής πράξεως από τα δύο συναρμόδια όργανα, η διαπίστωση της οριστικής εκδόσεως του προϋπολογισμού συνιστά οφειλόμενη εκ μέρους του ενέργεια.

31.

Όσον αφορά την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 1986, 34/86, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου ( 3 ), και, ειδικότερα, τη διατυπωθείσα με αυτήν θέση ότι «[ο] [Π]ρόεδρος του Κοινοβουλίου είναι ακριβώς εκείνος ο οποίος διαπιστώνει τυπικά ότι η διαδικασία του προϋπολογισμού έχει φτάσει στο τέρμα της με την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού και προσδίδει κατά τον τρόπο αυτό υποχρεωτική ισχύ στον προϋπολογισμό, τόσο έναντι των οργάνων όσο και έναντι των κρατών μελών», το Συμβούλιο θεωρεί ότι πρόκειται για δήλωση η οποία εντασσόταν σε συγκεκριμένο πλαίσιο και ότι, επιπλέον, η εξέλιξη που σημειώθηκε με τις μεταγενέστερες Συνθήκες έχει καταστήσει τη νομολογιακή αυτή θέση παρωχημένη. Ειδικότερα, η Συνθήκη της Λισσαβώνας επιβάλλει νέα θεώρηση της πράξεως εκδόσεως του προϋπολογισμού, των αρμοδίων για αυτήν οργάνων και, κατ’ επέκταση, της υπογραφής της.

32.

Αντλώντας επιχείρημα και από το άρθρο 296, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διατάξεως, η πράξη θεσπίσεως του προϋπολογισμού πρέπει να αποτελεί κοινή απόφαση των δύο θεσμικών οργάνων. Συνεπώς, το Κοινοβούλιο έχει παραβεί την εν λόγω διάταξη, η οποία δεν δύναται να παρακαμφθεί με την αιτιολογία ότι το άρθρο 314 ΣΛΕΕ συνιστά lex specialis.

33.

Υπό το πρίσμα της αρχής της θεσμικής ισορροπίας, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι, δεδομένου ότι η διάκριση μεταξύ των υποχρεωτικών δαπανών και των μη υποχρεωτικών δαπανών έχει καταργηθεί, τα δύο σκέλη της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής λειτουργούν πλέον επί ίσης βάσεως, με τις αυτές εξουσίες οι οποίες ασκούνται στο πλαίσιο διαδικασίας συναποφάσεως με σκοπό την εν ευθέτω χρόνω επίτευξη κοινής συμφωνίας για τη χρηματοδότηση της Ένωσης κατά το επόμενο οικονομικό έτος. Κατά την άποψη του Συμβουλίου, το άρθρο 314 ΣΛΕΕ δεν αποτυπώνει απλώς στο κείμενο της Συνθήκης την προγενέστερη πρακτική, αλλά καθιερώνει νέα θεσμική ισορροπία μεταξύ των δύο σκελών της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής. Όπως επισημαίνει, κανένα θεσμικό όργανο δεν δύναται να έχει τον τελευταίο λόγο επί πράξεως που εκδίδεται με διαδικασία συναποφάσεως.

34.

Κατά το Συμβούλιο, η επιταγή περί εκδόσεως τυπικής πράξεως με δεσμευτική ισχύ επί τη βάσει των Συνθηκών δεν συνεπάγεται απλώς συμμόρφωση προς τα άρθρα 288 ΣΛΕΕ και 289, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, αλλά αποτελεί και έκφραση μιας νέας θεσμικής ισορροπίας την οποία τα θεσμικά όργανα και οι υπηρεσίες αυτών οφείλουν να σέβονται. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπίστωσε την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2011 συνεπάγονται παράβαση εκ μέρους του εν λόγω προέδρου, ως οργάνου του Κοινοβουλίου, του καθήκοντος αυτού. Η πράξη του εν λόγω προέδρου πρέπει, συνεπώς, να ακυρωθεί.

35.

Υπό το πρίσμα της παραβιάσεως της αρχής της κατανομής των εξουσιών και του καθήκοντος της καλόπιστης συνεργασίας, αρχής και καθήκοντος που καθιερώνονται με το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου υπερβαίνει τα όρια των εξουσιών που του απονέμονται από τις τροποποιημένες Συνθήκες και καταλύει τις διαδικασίες, τις προϋποθέσεις και τους σκοπούς που αυτές προβλέπουν. Στο πλαίσιο του άρθρου 314 ΣΛΕΕ, ο προβλεπόμενος από την παράγραφο 9 του εν λόγω άρθρου πανηγυρικός τύπος δεν δύναται να μετατρέπεται σε μονομερή νομική πράξη εκδόσεως του προϋπολογισμού.

36.

Το Συμβούλιο εκτιμά επίσης ότι το Κοινοβούλιο παρέβη το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας η οποία πρέπει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων. Το Συμβούλιο προσάπτει, ειδικότερα, στο Κοινοβούλιο μη συνδρομή στις προσπάθειες που το ίδιο κατέβαλε για την εξεύρεση μιας σύμφωνης με τις Συνθήκες και αμοιβαίως αποδεκτής λύσεως η οποία θα σεβόταν τόσο τις εξουσίες των θεσμικών οργάνων όσο και τα προνόμια του Προέδρου του Κοινοβουλίου. Συναφώς, το Συμβούλιο προσάπτει στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου την παράλειψη ενημερώσεως του Προέδρου του Συμβουλίου, την ημέρα ψηφίσεως του προϋπολογισμού στην ολομέλεια, ήτοι τη 15η Δεκεμβρίου 2010, και ενώ ο ίδιος ήταν παρών στην ψηφοφορία, για το περιεχόμενο της επιστολής του της 14ης Δεκεμβρίου 2010. Το Συμβούλιο διευκρινίζει επίσης ότι η εν λόγω επιστολή του Προέδρου του Κοινοβουλίου περιήλθε εις γνώσιν του Προέδρου του Συμβουλίου μόλις τη 17η Δεκεμβρίου 2010, ήτοι δύο ημέρες αφότου είχε διαπιστωθεί η οριστική έγκριση του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2011.

37.

Επικουρικώς, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν κάνει δεκτή τη θέση της οποίας υπεραμύνεται, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβάσεως ουσιωδών τύπων. Ειδικότερα, το Συμβούλιο εκτιμά ότι, εφόσον ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου είχε πλήρη επίγνωση της διαφωνίας μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου επί του τύπου της πράξεως εγκρίσεως του προϋπολογισμού και επί της υπογραφής της, αυτός δεν ηδύνατο να διαπιστώσει την περάτωση της διαδικασίας εγκρίσεως του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2011. Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου δεν ενημέρωσε την ολομέλεια του Κοινοβουλίου ούτε για τη θέση του Συμβουλίου, την οποία αυτό είχε υπενθυμίσει με την επιστολή του της 12ης Νοεμβρίου 2010, ούτε για την ύστατη απόπειρα του Προέδρου του Συμβουλίου, την ημέρα διεξαγωγής της ψηφοφορίας του Κοινοβουλίου επί του σχεδίου του προϋπολογισμού, για την εξεύρεση λύσεως επί της διαφωνίας. Καθόσον η θέση του Συμβουλίου επί του σχεδίου του προϋπολογισμού εμπεριέκλειε σχέδιο αποφάσεως για την έγκριση του προϋπολογισμού εκ μέρους των δύο θεσμικών οργάνων, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου επήλθε σε χρονική στιγμή κατά την οποία, ελλείψει συμφωνίας των δύο οργάνων επί του τύπου της πράξεως εγκρίσεως του προϋπολογισμού και επί της υπογραφής της, η διαδικασία εγκρίσεως του προϋπολογισμού δεν είχε ακόμη περατωθεί. Για τον λόγο αυτόν η πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου είναι παράνομη.

38.

Τέλος, στον βαθμό κατά τον οποίο η διαφορά μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου δεν αφορά το περιεχόμενο του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2011, το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο, στην περίπτωση κατά την οποία αυτό αποφασίσει να ακυρώσει την πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου, να διατηρήσει τα αποτελέσματα του προϋπολογισμού για το έτος 2011 έως ότου θεραπευθεί η διαπιστούμενη παρανομία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

2. Τα επιχειρήματα του Κοινοβουλίου

39.

Το Κοινοβούλιο αποκρούει τη θέση ότι η συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Συμβουλίου πρέπει να ολοκληρώνεται με την έκδοση νομοθετικής πράξεως η οποία συνυπογράφεται από τους προέδρους των δύο αυτών θεσμικών οργάνων και η οποία δεν μπορεί παρά να έχει τη μορφή κανονισμού, οδηγίας ή αποφάσεως, συμφώνως προς το άρθρο 289, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.

40.

Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, η διαδικασία εγκρίσεως του προϋπολογισμού είναι sui generis. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου αποτελεί τη μόνη πράξη η οποία προσδίδει στον προϋπολογισμό τη δεσμευτική ισχύ του «τόσο έναντι των οργάνων όσο και έναντι των κρατών μελών», όπως έχει τονίσει το Δικαστήριο με την προμνησθείσα απόφασή του Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου ( 4 ), η οποία, κατά το Κοινοβούλιο, παραμένει επίκαιρη και μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Η πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου έχει, επομένως, συστατικό χαρακτήρα. Εάν βούληση των συντακτών της Συνθήκης ήταν η μεταρρύθμιση των σχετικών με την οριστική έκδοση του προϋπολογισμού εξουσιών του Κοινοβουλίου, δεν θα είχε διατηρηθεί στο άρθρο 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ διάταξη ανάλογη προς αυτήν του πρώην άρθρου 272, παράγραφος 7, ΕΚ.

41.

Κατά το Κοινοβούλιο, η πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου ισοδυναμεί με έγκριση του προϋπολογισμού, διότι άνευ της τελευταίας αυτής πράξεως ο προϋπολογισμός δεν «έχει οριστικώς εκδοθεί», κατά τη διατύπωση του άρθρου 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ. Το Κοινοβούλιο διευκρινίζει ότι η πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου εκδίδεται στο πλαίσιο ασκήσεως ιδίας εξουσίας, ήτοι της εξουσίας διαπιστώσεως της οριστικής εγκρίσεως του προϋπολογισμού. Τούτο σημαίνει ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου ελέγχει το νομότυπο της διαδικασίας και τη συμφωνία του προϋπολογισμού με τη Συνθήκη. Η εξουσία αυτή, την οποία το Δικαστήριο χαρακτηρίζει, εξάλλου, ως «καθαυτό νομική πράξη» ( 5 ), δεν είναι συμβολική.

42.

Επιπροσθέτως, κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, το άρθρο 314, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ ορίζει μεν ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αποφασίζουν με ειδική νομοθετική διαδικασία, πλην όμως ουδόλως προβλέπει την υποχρέωση εκδόσεως κανονισμού, οδηγίας ή αποφάσεως. Εάν επεβάλλετο πράγματι μια τέτοια υποχρέωση, οι συντάκτες της Συνθήκης θα είχαν προνοήσει για ρητή διάταξη.

43.

Όσον αφορά τη φερόμενη ως παράβαση του άρθρου 296, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το Κοινοβούλιο εκτιμά ότι η διάταξη αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση του προϋπολογισμού, δεδομένου ότι το άρθρο 314 ΣΛΕΕ συνιστά lex specialis σε σχέση με αυτήν. Το γεγονός ότι οι συντάκτες της Συνθήκης δεν προέβλεψαν τον τύπο της νομοθετικής πράξεως αποτελεί συνειδητή επιλογή. Συγκεκριμένα, ενώ η Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρώπης και η Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης προέβλεπαν έναν «ευρωπαϊκό νόμο» για τον προϋπολογισμό της Ένωσης, η διακυβερνητική διάσκεψη του 2007 θέλησε να διατηρήσει επί του σημείου αυτού την προσέγγιση του πρώην άρθρου 272 EΚ. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι θα ήταν παράδοξο, αν όχι απίθανο, να επέλεξαν οι συντάκτες της Συνθήκης να επιφορτίσουν τα θεσμικά όργανα με το μέλημα της επιλογής του τύπου της νομοθετικής πράξεως κατά περίπτωση, ιδίως προκειμένου για μια πράξη πολιτικής και θεσμικής σημασίας όπως ο προϋπολογισμός της Ένωσης, ο οποίος θεσπίζεται σε ετήσια βάση. Επιπροσθέτως, κατά το Κοινοβούλιο, δεν πρέπει να παροράται η φύση του προϋπολογισμού, ο οποίος αποτελεί κατά βάση λογιστικό έγγραφο που περιέχει τις προβλέψεις για όλα τα έσοδα και τις δαπάνες που θα πραγματοποιηθούν εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Το έγγραφο αυτό συνάπτεται εν συνεχεία, κατόπιν ελέγχου εκ μέρους του Προέδρου του Κοινοβουλίου του σύμφωνου με τη Συνθήκη χαρακτήρα της διαδικασίας, με την πράξη με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπιστώνει την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού.

44.

Κατά το Κοινοβούλιο, οι έννοιες του κανονισμού, της οδηγίας ή της αποφάσεως, όπως προκύπτουν από το άρθρο 288 ΣΛΕΕ, δεν ανταποκρίνονται στην ειδική φύση του προϋπολογισμού. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει, συναφώς, ότι, εν αντιθέσει προς οιονδήποτε άλλο τύπο νομοθετήματος, ο προϋπολογισμός περιέχει αποκλειστικώς προβλέψεις εσόδων και δαπανών. Μόνον η εκτέλεση των εγγεγραμμένων στον προϋπολογισμό πιστώσεων προαπαιτεί την έκδοση βασικής πράξεως. Το στοιχείο αυτό καθιστά σαφή τη διχοτομία μεταξύ της νομοθετικής διαδικασίας και της διαδικασίας εκδόσεως του προϋπολογισμού. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει συναφώς ότι ο προϋπολογισμός εγκρίνεται με διαδικασία sui generis, ειδικώς προσαρμοσμένη στη φύση και τον ρόλο του συγκεκριμένου νομοθετήματος. Πρόκειται, ειδικότερα, για διαδικασία η οποία λαμβάνει υπόψη τη λογιστική φύση του προς έκδοση εγγράφου και την ανάγκη εκδόσεως του νομοθετήματος προ της λήξεως του έτους.

45.

Ως προς την υπογραφή της πράξεως εκδόσεως του προϋπολογισμού εκ μέρους του προέδρου εκάστου των δύο θεσμικών οργάνων, υπογραφή η οποία αποτελεί, κατά το Συμβούλιο, αναγκαίο όρο, το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει ότι ίδιον των νομοθετικών πράξεων που εκδίδονται κατά την ειδική νομοθετική διαδικασία είναι ότι δεν υπογράφονται από τους Προέδρους του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, διότι τούτο αποτελεί γνώρισμα αποκλειστικώς των πράξεων που εκδίδονται κατά τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, όπως διευκρινίζεται με το άρθρο 297, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Εξάλλου, το άρθρο 314 ΣΛΕΕ ουδόλως προβλέπει ότι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου έχει το δικαίωμα συνυπογραφής του προϋπολογισμού. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι επιβάλλεται η διαφύλαξη της πρακτικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, διατάξεως η οποία συνιστά lex specialis σε σχέση με το άρθρο 297 ΣΛΕΕ.

46.

Κατά το καθού, εφόσον η διαδικασία εγκρίσεως του προϋπολογισμού δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, είναι εσφαλμένο να υποστηρίζεται, όπως πράττει το Συμβούλιο, ότι κανένα εκ των θεσμικών οργάνων δεν έχει τον τελευταίο λόγο επί πράξεως που εκδίδεται με συναπόφαση. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει, συναφώς, ότι το άρθρο 314, παράγραφος 7, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ αφορά την περίπτωση κατά την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου δύναται να διαπιστώσει την έγκριση του προϋπολογισμού παρά το γεγονός ότι μόνο το Κοινοβούλιο εγκρίνει το κοινό σχέδιο, ενώ το Συμβούλιο το απορρίπτει. Όπως επισημαίνει το Κοινοβούλιο, η περίπτωση αυτή καταδεικνύει ότι ο προϋπολογισμός μπορεί να εγκριθεί και να υπογραφεί από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου χωρίς να απαιτείται συμφωνία εκ μέρους του Συμβουλίου.

47.

Κατά το Κοινοβούλιο, η συνυπογραφή αποφάσεως εκ μέρους του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου θα στερείτο λογικής στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία προβλέπει τη δυνατότητα εγκρίσεως του προϋπολογισμού ακόμη και σε περίπτωση απορρίψεως του κοινού σχεδίου εκ μέρους του Συμβούλιου. Το άρθρο 314, παράγραφος 7, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ ανταποκρίνεται σε μια απλή επιταγή, ήτοι στην ανάγκη εγκρίσεως του προϋπολογισμού προ της λήξεως του έτους, ούτως ώστε να αποφεύγεται η προσφυγή στο αποκαλούμενο «σύστημα των προσωρινών δωδεκατημορίων». Αντί της καθιερώσεως δύο διαφορετικών διαδικασιών, μίας για την περίπτωση συμφωνίας μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και μίας για την περίπτωση κατά την οποία επιβάλλεται η εφαρμογή του άρθρου 314, παράγραφος 7, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ, οι συντάκτες της Συνθήκης προέκριναν μία μόνο διαδικασία, ήτοι τη διαδικασία δια της οποίας ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπιστώνει την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού με καθαυτό νομική πράξη, αντικειμενικού χαρακτήρα, έστω και αν η διαδικασία χαρακτηρίζεται από την κοινή δράση αμφοτέρων των θεσμικών οργάνων.

48.

Το Κοινοβούλιο εκτιμά επίσης ότι δεν παραβίασε την αρχή της κατανομής των εξουσιών, αλλά ότι, διαπιστώνοντας την περάτωση της διαδικασίας εγκρίσεως του προϋπολογισμού και υπογράφοντας τον προϋπολογισμό, ενήργησε συμφώνως προς το άρθρο 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ. Το καθού υποστηρίζει ότι ενδεχόμενη αποδοχή της θέσεως ότι μια αυτοτελής νομοθετική πράξη, όπως κανονισμός, οδηγία ή απόφαση, εκδίδεται τυπικώς και υπογράφεται από τους προέδρους των δύο θεσμικών οργάνων, σαν να επρόκειτο για πράξη που εκδίδεται στο πλαίσιο συνήθους διαδικασίας, θα συνεπαγόταν υπέρβαση εξουσίας και παράβαση, εκ μέρους του, της διατάξεως του άρθρου 314 ΣΛΕΕ, ενώ θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου την παράγραφο 9 αυτού.

49.

Το Κοινοβούλιο εκτιμά εξάλλου ότι το επιχείρημα του Συμβουλίου περί εκ μέρους του παραβάσεως του κατ’ άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ καθήκοντος καλόπιστης συνεργασίας είναι προδήλως αβάσιμο. Όπως υποστηρίζει, μοναδικό μέλημα του Κοινοβουλίου και του Προέδρου του ήταν η τήρηση των διατάξεων του άρθρου 314 ΣΛΕΕ. Το Κοινοβούλιο επισημαίνει επίσης ότι ο Πρόεδρός του κατέστησε σαφή τη θέση του επί του αιτήματος του Συμβουλίου με την από 14 Δεκεμβρίου 2010 επιστολή του. Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι κατά την ψηφοφορία επί του προϋπολογισμού του 2011, η οποία διεξήχθη τη 15η Δεκεμβρίου 2010, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ουδόλως ήγειρε το ζήτημα του τύπου της προς έκδοση πράξεως ή το ζήτημα της υπογραφής. Ο εν λόγω πρόεδρος εξέφρασε απλώς την ικανοποίησή του για τη συμφωνία των δύο θεσμικών οργάνων. Μόνο μετά την υπογραφή του προϋπολογισμού διαβίβασε ο Πρόεδρος του Συμβουλίου στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου επιστολή σε παράρτημα της οποίας επισυναπτόταν απόφαση του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με την υπογραφή του, παρά το γεγονός ότι γνώριζε την άποψη του Προέδρου του Κοινοβουλίου επί του ζητήματος της υπογραφής του προϋπολογισμού.

50.

Τέλος, ως προς τη φερόμενη παράβαση ουσιωδών τύπων, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι εκπλήρωσε την αποστολή του, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, διαπιστώνοντας τη συμφωνία των δύο θεσμικών οργάνων και το νομότυπο της διαδικασίας.

Β – Εκτίμηση

51.

Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η διαφορά μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου ανάγεται σε μεγάλο βαθμό στη δυσκολία που παρουσιάζει, εκ πρώτης όψεως, ο συμβιβασμός δύο διατάξεων του άρθρου 314 ΣΛΕΕ. Η πρώτη διάταξη είναι αυτή του άρθρου 314, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η οποία, υπενθυμίζω, ορίζει ότι «[τ]ο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία, θεσπίζουν τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με τις κατωτέρω διατάξεις». Η δεύτερη διάταξη είναι αυτή του άρθρου 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, με την οποία διευκρινίζεται ότι, «[ό]ταν περατωθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, ο [Π]ρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαπιστώνει ότι ο προϋπολογισμός έχει οριστικώς εκδοθεί».

52.

Ενώ η πρώτη εκ των δύο αυτών διατάξεων περιγράφει με νέα διατύπωση το ρόλο του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου στη διαδικασία θεσπίσεως του ετήσιου προϋπολογισμού της Ένωσης, η δεύτερη διάταξη αποτελεί συνέχεια του πρώην άρθρου 272, παράγραφος 7, ΕΚ, του οποίου επαναλαμβάνει τη διατύπωση, με τη μόνη διαφορά, άνευ συνεπειών κατά την άποψή μου, ότι το ρήμα «εγκριθεί» έχει αντικατασταθεί με το ρήμα «εκδοθεί» ( 6 ). Η εξουσία που διατηρεί ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου να διαπιστώνει την οριστική έκδοση του προϋπολογισμού πρέπει, επομένως, να συμβιβασθεί με τη θέση ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει πλέον να θεωρούνται ως τα δύο όργανα που εκδίδουν από κοινού τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης στο σύνολό του, δεδομένου ότι η διάκριση μεταξύ των υποχρεωτικών και των μη υποχρεωτικών δαπανών έχει καταργηθεί. Ένα εκ των καίριων ζητημάτων που εγείρει η υπό κρίση προσφυγή είναι, επομένως, η διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας του άρθρου 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ και, παράλληλα, ο σεβασμός της ιδιότητας του Συμβουλίου ως οργάνου που εκδίδει από κοινού με το Κοινοβούλιο τον προϋπολογισμό.

53.

Διευκρινίζω εκ προοιμίου ότι, κατά την άποψή μου, η δήλωση ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θεσπίζουν από κοινού τον προϋπολογισμό δεν σημαίνει ότι η έκδοση αυτού πρέπει να ολοκληρώνεται με νομοθετική πράξη, υπό τη μορφή κανονισμού, οδηγίας ή αποφάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, η οποία πρέπει να συνυπογράφεται από τους προέδρους των δύο αυτών θεσμικών οργάνων.

54.

Επιβάλλεται, συγκεκριμένα, η επισήμανση ότι η θέση αυτή του Συμβουλίου δεν βρίσκει ρητό έρεισμα στο γράμμα του άρθρου 314 ΣΛΕΕ. Οι συντάκτες της Συνθήκης δεν προέκριναν την εισαγωγή της ρητής διευκρινίσεως ότι το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική νομοθετική διαδικασία, θεσπίζουν, μέσω κανονισμού, οδηγίας ή αποφάσεως, τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης.

55.

Η απουσία διευκρινίσεως ως προς τον τύπο της πράξεως με την οποία το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θεσπίζουν τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης συνιστά επίσης αξιοσημείωτη διαφορά σε σχέση με τη Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης τα άρθρα I-56 και III-404, πρώτο εδάφιο, της οποίας όριζαν ότι «[ε]υρωπαϊκός νόμος θεσπίζει τον ετήσιο προϋπολογισμό της Ένωσης».

56.

Ελλείψει ρητής μνείας στο άρθρο 314 ΣΛΕΕ σχετικής με την ανάγκη εκδόσεως νομοθετικής πράξεως η οποία θα συνυπογράφεται από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου και από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου και θα έχει ως σκοπό να περιβληθεί ο προϋπολογισμός επίσημο τύπο, επιβάλλεται να διερευνηθεί εάν, όπως διατείνεται το Συμβούλιο, η περιλαμβανόμενη στο πρώτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου μνεία, κατά την οποία ο προϋπολογισμός θεσπίζεται με «ειδική νομοθετική διαδικασία», δύναται να θεμελιώσει την υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο θέση.

57.

Η εν λόγω μνεία δύναται, εκ πρώτης όψεως, να προκαλέσει σύγχυση, αν αντιπαραβληθεί προς τα άρθρα 14, παράγραφος 1, ΣΕΕ και 16, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Συγκεκριμένα, ενώ οι δύο αυτές διατάξεις διακρίνουν μεταξύ νομοθετικών και δημοσιονομικών καθηκόντων, η διατύπωση του άρθρου 314, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ υποδηλώνει ότι η διαδικασία εκδόσεως του προϋπολογισμού πρέπει να θεωρείται εμπίπτουσα στην κατηγορία των νομοθετικών διαδικασιών. Από την εν λόγω εξομοίωση της διαδικασίας εκδόσεως του προϋπολογισμού με νομοθετική διαδικασία το Συμβούλιο συνάγει ότι η διαδικασία εκδόσεως του προϋπολογισμού πρέπει να καταλήγει στην έκδοση νομοθετικής πράξεως ο τύπος της οποίας επιλέγεται μεταξύ των προβλεπόμενων από το άρθρο 288 ΣΛΕΕ και η οποία συνυπογράφεται από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου και τον Πρόεδρο του Συμβουλίου. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.

58.

Λαμβάνοντας υπόψη αυστηρώς το γράμμα του άρθρου 289, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, κατά το οποίο «[ο]ι νομικές πράξεις που εκδίδονται με νομοθετική διαδικασία αποτελούν νομοθετικές πράξεις», εκτιμώ ότι δύναται ορθώς να υποστηριχθεί ότι, στον βαθμό κατά τον οποίο εμπίπτει στην κατηγορία των νομοθετικών διαδικασιών, η διαδικασία εκδόσεως του προϋπολογισμού πρέπει να καταλήγει στην έκδοση νομοθετικής πράξεως.

59.

Εντούτοις, φρονώ ότι δεν απαιτείται η έκδοση νομοθετικής πράξεως συνυπογραφόμενης από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου και τον Πρόεδρο του Συμβουλίου.

60.

Επιβάλλεται, συναφώς, η επισήμανση ότι από το άρθρο 297, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ δύναται να συναχθεί ότι, ενώ η συνυπογραφή αποτελεί τον κανόνα στο πλαίσιο της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, δεν ισχύει το ίδιο για τις νομοθετικές πράξεις που εκδίδονται κατά την ειδική νομοθετική διαδικασία. Η διαπίστωση αυτή στοιχείται προς τη λογική της διατάξεως του άρθρου 289, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, κατά την οποία, εν αντιθέσει προς τη συνήθη νομοθετική διαδικασία η οποία συνίσταται στην από κοινού, εκ μέρους του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, έκδοση νομοθετικής πράξεως, η ειδική νομοθετική διαδικασία χαρακτηρίζεται από την έκδοση νομοθετικής πράξεως εκ μέρους ενός μόνον εκ των εν λόγω θεσμικών οργάνων, με τη συμμετοχή του άλλου. Εάν οι συντάκτες της Συνθήκης επιθυμούσαν πραγματική συναπόφαση υπό τη μορφή νομοθετικής πράξεως συνυπογραφόμενης από το Κοινοβούλιο και από το Συμβούλιο, θα είχαν εισαγάγει ρητή πρόβλεψη για εφαρμογή επί της διαδικασίας εκδόσεως του προϋπολογισμού των επιμέρους όρων της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας.

61.

Η διευκρίνιση ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός της Ένωσης θεσπίζεται κατ’ εφαρμογήν ειδικής νομοθετικής διαδικασίας έχει ακριβώς ως σκοπό να τονίσει το γεγονός ότι η διαδικασία εκδόσεως του προϋπολογισμού, μολονότι διαπνέεται από τη λογική της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας, όπως αυτή περιγράφεται λεπτομερώς στο άρθρο 294 ΣΛΕΕ, όσον αφορά, επί παραδείγματι, τη σύγκληση επιτροπής συνδιαλλαγής σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, πρέπει να διακρίνεται από τη συνήθη νομοθετική διαδικασία.

62.

Πρόκειται βεβαίως για νομοθετική διαδικασία, στον βαθμό κατά τον οποίο αυτή, αφενός μεν εμπλέκει τα δύο σκέλη της νομοθετικής αρχής, τα οποία ταυτίζονται με τα δύο σκέλη της δημοσιονομικής αρχής, αφετέρου δε πρέπει να καταλήγει στην έκδοση νομοθετικής πράξεως. Η διαδικασία αυτή χαρακτηρίζεται, ωστόσο, «ειδική», καθώς είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες της δημοσιονομικής λειτουργίας και στην ειδική φύση του προϋπολογισμού ως νομοθετήματος.

63.

Οι συντάκτες της Συνθήκης καθιέρωσαν, επομένως, ειδική διαδικασία τα διάφορα στάδια της οποίας ανταποκρίνονται στην ιδιαίτερη φύση του προϋπολογισμού, ο οποίος αποτελεί πράξη που προβλέπει και επιτρέπει ( 7 ), στην επιταγή περί ταχείας περατώσεως της διαδικασίας, ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η ψήφιση του προϋπολογισμού προ της ενάρξεως του νέου δημοσιονομικού έτους, καθώς και στην ανάγκη επιτεύξεως αποτελέσματος καθ’ υπέρβαση των προσκομμάτων που ενδεχομένως εγείρει ενδεχόμενη διαφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

64.

Η διαδικασία αυτή επιβάλλει την τήρηση βραχέος χρονοδιαγράμματος και είναι οργανωμένη κατά τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται εγκαίρως συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ούτως ώστε να αποφεύγεται, στο μέτρο του δυνατού, η προσφυγή στο σύστημα των δωδεκατημορίων κατά το επόμενο δημοσιονομικό έτος ( 8 ).

65.

Η συμφωνία μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου δύναται να επιτευχθεί σε διάφορα στάδια. Στη βέλτιστη των περιπτώσεων, η συμφωνία επέρχεται όταν το Κοινοβούλιο εγκρίνει τη θέση του Συμβουλίου κατά την περάτωση του πρώτου σταδίου, συμφώνως προς το άρθρο 314, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ ( 9 ). Εάν το Κοινοβούλιο εγκρίνει, με την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν, τροπολογίες, συγκαλείται επιτροπή συνδιαλλαγής, πλην της περιπτώσεως κατά την οποία το Συμβούλιο ενημερώνει το Κοινοβούλιο ότι εγκρίνει όλες τις τροπολογίες του ( 10 ).

66.

Όταν συνέρχεται η επιτροπή συνδιαλλαγής, εγκαινιάζεται δεύτερο στάδιο το οποίο προσβλέπει στην επίτευξη συμφωνίας επί κοινού σχεδίου μεταξύ των μελών του Συμβουλίου ή των εκπροσώπων τους και των μελών που εκπροσωπούν το Κοινοβούλιο ( 11 ). Εάν, εντός προθεσμίας 21 ημερών από της συγκλήσεώς της, η επιτροπή συνδιαλλαγής καταλήξει σε συμφωνία επί κοινού σχεδίου, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν στη διάθεσή τους προθεσμία 14 ημερών έκαστο από την ημερομηνία της συμφωνίας αυτής για να εγκρίνουν το κοινό σχέδιο ( 12 ).

67.

Από του σημείου αυτού η πορεία της διαδικασίας δύναται να λάβει ποικίλες τροπές.

68.

Εάν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εγκρίνουν αμφότερα το κοινό σχέδιο ή δεν λάβουν απόφαση ή το ένα εξ αυτών εγκρίνει το κοινό σχέδιο, ενώ το άλλο δεν λάβει απόφαση, ο προϋπολογισμός θεωρείται οριστικώς εκδοθείς σύμφωνα με το κοινό σχέδιο ( 13 ).

69.

Αντιθέτως, εάν το Κοινοβούλιο, αποφασίζοντας με την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν, και το Συμβούλιο απορρίψουν αμφότερα το κοινό σχέδιο ή το ένα εξ αυτών απορρίψει το κοινό σχέδιο, ενώ το άλλο δεν λάβει απόφαση, ο προϋπολογισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί εκδοθείς και υποβάλλεται νέο σχέδιο προϋπολογισμού εκ μέρους της Επιτροπής ( 14 ). Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία το Κοινοβούλιο, αποφασίζοντας με την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν, απορρίπτει το κοινό σχέδιο, ενώ το Συμβούλιο το εγκρίνει ( 15 ).

70.

Αντιστρόφως, στην περίπτωση κατά την οποία το Συμβούλιο απορρίπτει το κοινό σχέδιο ενώ το Κοινοβούλιο το εγκρίνει, δεν εμποδίζεται κατ’ ανάγκην η έκδοση του προϋπολογισμού. Συγκεκριμένα, η εκ μέρους του Συμβουλίου απόρριψη του κοινού σχεδίου δύναται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παρακαμφθεί. Ειδικότερα, το άρθρο 314, παράγραφος 7, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ ορίζει ότι το Κοινοβούλιο μπορεί, με την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν και των τριών πέμπτων των ψηφισάντων, να αποφασίσει να επιβεβαιώσει όλες ή μερικές από τις τροπολογίες της παραγράφου 4, στοιχείο γʹ, του ιδίου άρθρου. Το άρθρο 314, παράγραφος 7, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ διευκρινίζει επιπροσθέτως ότι, εφόσον δεν επιβεβαιωθεί μία εκ των τροπολογιών του Κοινοβουλίου, ισχύει η θέση που συμφωνήθηκε στην επιτροπή συνδιαλλαγής ως προς τη γραμμή του προϋπολογισμού για την οποία υποβλήθηκε η τροπολογία. Στην περίπτωση αυτή ο προϋπολογισμός θεωρείται ως οριστικώς εκδοθείς επί αυτής της βάσεως.

71.

Τέλος, εάν, εντός της προθεσμίας των 21 ημερών που προβλέπεται από το άρθρο 314, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ, η επιτροπή συνδιαλλαγής δεν καταλήξει σε συμφωνία επί κοινού σχεδίου, υποβάλλεται νέο σχέδιο προϋπολογισμού εκ μέρους της Επιτροπής ( 16 ).

72.

Από την εν λόγω περιγραφή της διαδικασίας εκδόσεως του προϋπολογισμού, όπως αυτή προβλέπεται πλέον από το άρθρο 314 ΣΛΕΕ, συνάγεται ότι η έκδοση του προϋπολογισμού δύναται να επέλθει μόνο μετά την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Ακόμη και στην ιδιαίτερη περίπτωση του άρθρου 314, παράγραφος 7, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ, η οποία παρέχει στο Κοινοβουλίου την εξουσία να αντιπαρέλθει την εκ μέρους του Συμβουλίου απόρριψη του κοινού σχεδίου, ο προϋπολογισμός θεωρείται εκδοθείς βάσει της συμφωνίας που έχει επιτευχθεί στο πλαίσιο της επιτροπής συνδιαλλαγής. Λόγω ακριβώς της συμφωνίας που έχει επιτευχθεί στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία δίδει προτεραιότητα στη συνεργασία και τη διαβούλευση μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 17 ) δύναται να θεωρηθεί ότι ο προϋπολογισμός έχει θεσπισθεί από τα δύο αυτά θεσμικά όργανα, συμφώνως προς την επιταγή του άρθρου 314, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

73.

Ανεξαρτήτως της περιπτώσεως που ενδέχεται να συντρέχει, προκειμένου ο προϋπολογισμός να θεωρηθεί εκδοθείς δεν είναι αναγκαία, εν αντιθέσει προς ό,τι υποστηρίζει το Συμβούλιο, επισημοποίηση της επιτευχθείσας συμφωνίας μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με νομοθετική πράξη συνυπογραφείσα από τους προέδρους των δύο αυτών θεσμικών οργάνων.

74.

Φρονώ εξάλλου ότι στην περίπτωση του άρθρου 314, παράγραφος 7, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ δυσχερώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι βούληση των συντακτών της Συνθήκης ήταν να εξαρτήσουν την έκδοση του προϋπολογισμού από την υπογραφή του εκ μέρους του Πρόεδρου του Συμβουλίου, δεδομένου ότι έχει προηγηθεί απόρριψη του κοινού σχεδίου από το εν λόγω θεσμικό όργανο.

75.

Εξάλλου, προκειμένου να μπορεί ο προϋπολογισμός να παράγει έννομα αποτελέσματα, το άρθρο 314 ΣΛΕΕ δεν απαιτεί ούτε ρητώς ούτε σιωπηρώς την ύπαρξη νομοθετικής πράξεως συνυπογραφείσας από τους Πρόεδρους του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

76.

Ενδεχόμενη αποδοχή της αντίθετης απόψεως θα είχε ως αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει το Κοινοβούλιο, να στερείται πρακτικής αποτελεσματικότητας η προβλεπόμενη από το άρθρο 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ πράξη του Πρόεδρου του Κοινοβουλίου.

77.

Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι συντάκτες της Συνθήκης της Λισσαβώνας αποφάσισαν να διατηρήσουν, σχεδόν αυτούσιο, το τελευταίο αυτό στάδιο της διαδικασίας εκδόσεως του προϋπολογισμού, κατά το οποίο ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπιστώνει την οριστική έκδοση του προϋπολογισμού. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι βούλησή τους ήταν να απογυμνώσουν τη συγκεκριμένη πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου από τα έννομα αποτελέσματα που της έχει αναγνωρίσει η νομολογία του Δικαστηρίου.

78.

Υπό αυτές τις συνθήκες, εκτιμώ ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι η πράξη με την οποία ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου διαπιστώνει την οριστική έκδοση του προϋπολογισμού εξακολουθεί, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, να επιτελεί την ίδια λειτουργία και να παράγει τα ίδια έννομα αποτελέσματα.

79.

Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, με την πράξη αυτή, «[ο] πρόεδρος του Κοινοβουλίου είναι ακριβώς εκείνος ο οποίος διαπιστώνει τυπικά ότι η διαδικασία του προϋπολογισμού έχει φτάσει στο τέρμα της με την οριστική έγκριση του προϋπολογισμού και προσδίδει κατά τον τρόπο αυτό υποχρεωτική ισχύ στον προϋπολογισμό, τόσο έναντι των οργάνων όσο και έναντι των κρατών μελών. Ασκώντας το καθήκον αυτό, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου παρεμβαίνει [με] μια καθαυτό νομική πράξη, αντικειμενικού χαρακτήρα, στο τέλος μιας διαδικασίας, χαρακτηριστικό της οποίας είναι η από κοινού ενέργεια διαφόρων οργάνων» ( 18 ).

80.

Εν ολίγοις, κατά το τελευταίο αυτό στάδιο της διαδικασίας, σκοπός της πράξεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου είναι η πιστοποίηση της νομότυπης εφαρμογής και περατώσεως της διαδικασίας εκδόσεως του προϋπολογισμού. Αυτή ακριβώς η πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου ενεργοποιεί τα έννομα αποτελέσματα του προϋπολογισμού έναντι των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών.

81.

Η πράξη του Προέδρου του Κοινοβουλίου αποτελεί, επομένως, τη νομοθετική πράξη, η οποία δύναται να εξομοιωθεί με απόφαση παράγουσα δεσμευτικά αποτελέσματα κατά την έννοια του άρθρου 288, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, με την οποία περατώνεται η προβλεπόμενη από το άρθρο 314 ΣΛΕΕ ειδική νομοθετική διαδικασία ( 19 ). Πρόκειται, εν ολίγοις, για τη δημοσιονομική απόφαση άνευ της οποίας ο προϋπολογισμός θα παρέμενε νομοθέτημα στερούμενο εννόμων αποτελεσμάτων ( 20 ).

82.

Εξυπακούεται ότι η δημοσιονομική αυτή απόφαση συνιστά πράξη δεκτική προσβολής, όπως αποδεικνύει και η παρούσα διαδικασία. Μια τέτοια απόφαση δύναται να ακυρωθεί, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση κατά την οποία έχει εκδοθεί ελλείψει συμφωνίας μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου επί του περιεχομένου του προϋπολογισμού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 314 ΣΛΕΕ.

83.

Εν προκειμένω δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση. Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει με βεβαιότητα ότι μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου επήλθε σαφής συμφωνία επί του περιεχομένου του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2011. Το γεγονός ότι τα δύο αυτά θεσμικά όργανα διαφωνούσαν ως προς την επισημοποίηση της συμφωνίας αυτής δεν εμπόδιζε τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου να εκδώσει, τη 15η Δεκεμβρίου 2010, την πράξη με την οποία διαπίστωσε την περάτωση της κινηθείσας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 314 ΣΛΕΕ διαδικασίας και την οριστική έκδοση του γενικού προϋπολογισμού της Ένωσης για το οικονομικό έτος 2011.

84.

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει ως αβάσιμο τον κύριο λόγο ακυρώσεως που προβάλλει το Συμβούλιο, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 314 ΣΛΕΕ λόγω της απουσίας νομοθετικής πράξεως συνυπογραφείσας από τον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου και από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου.

85.

Επιπροσθέτως, στον βαθμό κατά τον οποίο έγινε δεκτό ότι το Κοινοβούλιο ενήργησε τηρώντας τις διατάξεις του άρθρου 314 ΣΛΕΕ, δεν δύναται να καταλογισθεί σε αυτό ανατροπή της θεσμικής ισορροπίας που καθιερώνεται με το άρθρο 314 ΣΛΕΕ, παραβίαση της αρχής της κατανομής των εξουσιών και παράβαση του καθήκοντος καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ των οργάνων ή, τέλος, παράβαση ουσιωδών τύπων.

V – Πρόταση

86.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:

—

να απορρίψει την προσφυγή, και

—

να καταδικάσει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα, αποφαινόμενο παράλληλα ότι το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικαστικά έξοδά του.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) ΕΕ 2011, L 68, σ. I/1.

( 3 ) Συλλογή 1986, σ. 2155.

( 4 ) Σκέψη 8.

( 5 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου (σκέψη 8).

( 6 ) Επισημαίνεται εξάλλου ότι στην αγγλική εκδοχή της Συνθήκης ο όρος «adopted» έχει διατηρηθεί αμετάβλητος.

( 7 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου (σκέψη 6), όπου διευκρινίζεται ότι ο προϋπολογισμός είναι «πράξη που προβλέπει και επιτρέπει εκ των προτέρων κατ’ έτος τα έσοδα και τις δαπάνες».

( 8 ) Βλ. άρθρο 315 ΣΛΕΕ.

( 9 ) Το άρθρο 314, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ ορίζει επίσης ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το Κοινοβούλιο δεν έχει αποφασίσει, ο προϋπολογισμός θεωρείται εκδοθείς.

( 10 ) Βλ. άρθρο 314, παράγραφος 4, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

( 11 ) Βλ. άρθρο 314, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ.

( 12 ) Βλ. άρθρο 314, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ.

( 13 ) Βλ. άρθρο 314, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ.

( 14 ) Βλ. άρθρο 314, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ.

( 15 ) Βλ. άρθρο 314, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ.

( 16 ) Βλ. άρθρο 314, παράγραφος 8, ΣΛΕΕ.

( 17 ) Το άρθρο 314 ΣΛΕΕ επισημοποιεί και εμπεδώνει μια πρακτική διαλόγου που έχει αποτελέσει αντικείμενο διοργανικών συμφωνιών.

( 18 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου (σκέψη 8).

( 19 ) Δεδομένου ότι μια τέτοια πράξη προβλέπεται ρητώς από το άρθρο 314, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ στο πλαίσιο της επίμαχης ειδικής νομοθετικής διαδικασίας, το άρθρο 296, πρώτο και τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ δεν ασκεί επιρροή.

( 20 ) Η ανάδυση εννόμων αποτελεσμάτων από τον προϋπολογισμό δεν απαλλάσσει, κατ’ αρχήν, τα όργανα της Ένωσης, όταν αυτά επιθυμούν να εκτελέσουν εγγεγραμμένες στον προϋπολογισμό δαπάνες, από την υποχρέωση εκδόσεως πράξεως νομικώς δεσμευτικής, παρέχουσας νομικό έρεισμα για τη δράση της Ένωσης, συμφώνως προς τα οριζόμενα στο άρθρο 310, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.