Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

TAMARA ĆAPETA

της 1ης Αυγούστου 2025 (1)

Υπόθεση C‑799/23

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Σλοβακικής Δημοκρατίας

« Παράβαση κράτους μέλους – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2000/43/ΕΚ – Ίση μεταχείριση προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής – Έμμεση διάκριση εις βάρος των παιδιών Ρομά στον τομέα της εκπαίδευσης »






I.      Εισαγωγή

1.        Με την υπό κρίση προσφυγή που άσκησε βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Σλοβακική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 2000/43 (2), καθόσον εισήγαγε διακρίσεις εις βάρος των παιδιών Ρομά στον τομέα της εκπαίδευσης.

2.        Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της προσφυγής της η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο αριθμός των παιδιών Ρομά που τοποθετούνται σε ειδικά σχολεία ή σε ειδικές τάξεις για παιδιά με νοητική ή άλλη αναπηρία είναι σημαντικά μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο αριθμό των λοιπών παιδιών. Με τον δεύτερο λόγο της προσφυγής της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι και στα γενικά σχολεία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης εφαρμόζονται πρακτικές διαχωρισμού των παιδιών Ρομά από τα λοιπά παιδιά, καθόσον τα παιδιά Ρομά τοποθετούνται σε σχολεία μόνο για Ρομά, ή σε χωριστές τάξεις ή ορόφους, ή σε χωριστούς χώρους των σχολικών κυλικείων.

3.        Κατά την Επιτροπή, αυτή η δυσμενής μεταχείριση των παιδιών Ρομά είναι αποτέλεσμα πρακτικών οι οποίες υφίστανται από μακρού χρόνου και τις οποίες η Σλοβακική Δημοκρατία δεν έχει κατορθώσει να εξαλείψει. Οι πρακτικές αυτές είναι ευρέως διαδεδομένες, υπό την έννοια ότι αποτελούν αφορμή ώστε τα παιδιά Ρομά να υφίστανται, στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος, δυσμενείς διακρίσεις στο σύνολο της χώρας.

4.        Μολονότι η Σλοβακική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι οι εν λόγω δυσμενείς διακρίσεις πράγματι υφίστανται, υποστηρίζει εντούτοις ότι αποτελούν επακόλουθο διαρθρωτικών προβλημάτων των οποίων είναι αδύνατη η ταχεία αντιμετώπιση, καθόσον η απώτερη αιτία τους ανάγεται σε εδραιωμένες στη σλοβακική κοινωνία διακρίσεις εις βάρος των Ρομά. Ωστόσο, το καθού κράτος μέλος ισχυρίζεται ότι έχει αποδείξει ότι έχει λάβει σειρά μέτρων τα οποία αποσκοπούν στην αντιμετώπιση του εν λόγω ζητήματος.

5.        Δεδομένου ότι πρόκειται για την πρώτη προσφυγή παραβάσεως η οποία ασκείται για λόγους αναγόμενους σε διαρθρωτικές ανισότητες, εδραιωμένες στην κοινωνία συγκεκριμένου κράτους, η υπό κρίση υπόθεση εγείρει για το Δικαστήριο το καινοφανές ερώτημα πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αυτού του είδους οι προσφυγές. Η παράβαση που η Επιτροπή προσάπτει στη Σλοβακική Δημοκρατία δεν αφορά την ύπαρξη συγκεκριμένων νομοθετικών ή άλλων μέτρων τα οποία είτε εισάγουν είτε συνεπάγονται δυσμενείς διακρίσεις, αλλά μάλλον τη συνεχιζόμενη ύπαρξη δυσμενών διακρίσεων εντός της σλοβακικής κοινωνίας.

6.        Ως εκ τούτου, θεωρώ απαραίτητο να τεθεί το ερώτημα αν η Σλοβακική Δημοκρατία υπέχει υποχρέωση αποτελέσματος, βάσει της οποίας οφείλει να εξαλείψει τις διακρίσεις λόγω εθνοτικής καταγωγής στον τομέα της εκπαίδευσης, ή υποχρέωση προς ενέργεια, βάσει της οποίας το εν λόγω κράτος μέλος οφείλει απλώς να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξάλειψη τέτοιων διακρίσεων. Από την απάντηση στο ερώτημα αν η υποχρέωση που επιβάλλει η οδηγία 2000/43 είναι υποχρέωση αποτελέσματος ή υποχρέωση προς ενέργεια θα εξαρτηθεί και το ζήτημα του είδους των αποδεικτικών στοιχείων που θα πρέπει να θεωρήσει πρόσφορα το Δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί επί της υπό κρίση υποθέσεως.

II.    Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

7.        Κατόπιν ερευνών στο πλαίσιο διαδικασίας EU pilot, η Επιτροπή απέστειλε στις 30 Απριλίου 2015 προειδοποιητική επιστολή στη Σλοβακική Δημοκρατία.

8.        Στην εν λόγω επιστολή, η Επιτροπή υποστήριζε ότι υπήρχαν πειστικές αποδείξεις ότι, στη Σλοβακική Δημοκρατία, τα παιδιά Ρομά υφίσταντο σοβαρές δυσμενείς διακρίσεις στον τομέα της εκπαίδευσης. Ειδικότερα, η Επιτροπή ισχυριζόταν ότι ο αριθμός των παιδιών Ρομά που τοποθετούνταν σε ειδικά σχολεία ή σε ειδικές τάξεις για παιδιά με νοητική ή άλλη αναπηρία ήταν δυσανάλογα μεγάλος, καθώς και ότι εφαρμόζονταν και άλλες πρακτικές περιθωριοποίησης των παιδιών Ρομά στα γενικά σχολεία μέσω του διαχωρισμού τους, καθώς τα παιδιά Ρομά τοποθετούνταν είτε σε χωριστές τάξεις είτε σε χωριστά σχολεία. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η δυσμενής αυτής διάκριση ήταν απόρροια των ανεπαρκών νομοθετικών μέτρων που ελήφθησαν για τη μεταφορά της οδηγίας 2000/43, της ανεπαρκούς εφαρμογής των υφιστάμενων μέτρων και της εφαρμογής ακατάλληλων διοικητικών και κοινωνικών πρακτικών.

9.        Στις 16 Αυγούστου 2015, η Σλοβακική Δημοκρατία απάντησε στην προειδοποιητική επιστολή αναφέροντας ότι είχε προβεί σε ορισμένες νομοθετικές τροποποιήσεις. Για παράδειγμα, περιέλαβε ορισμό του διαχωρισμού στις οικείες νομοθετικές διατάξεις και θέσπισε ρητώς την υποχρέωση να τοποθετούνται τα παιδιά που προέρχονται από κοινωνικώς μειονεκτούντα περιβάλλοντα με άλλα παιδιά, προκειμένου να αποτρέπεται ο διαχωρισμός. Επιπλέον, θέσπισε ένα νομικό μηχανισμό που καθιστά δυνατή την επανεξέταση των διαγνωστικών διαδικασιών που συνέβαλλαν στον δυσανάλογα μεγάλο αριθμό των παιδιών Ρομά στα ειδικά σχολεία. Περαιτέρω, το εν λόγω κράτος μέλος αντέκρουσε τον ισχυρισμό περί πλημμελούς εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας και δήλωσε ότι εξακολουθούσε να εφαρμόζει σταδιακά διάφορα πρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που εντοπίζονταν στην προειδοποιητική επιστολή.

10.      Μεταξύ Δεκεμβρίου 2015 και Δεκεμβρίου 2017 διατυπώθηκαν αιτήματα παροχής πρόσθετων πληροφοριών, η δε Επιτροπή συναντήθηκε με εκπροσώπους της Σλοβακικής Δημοκρατίας.

11.      Στις 11 Οκτωβρίου 2019 η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στη Σλοβακική Δημοκρατία, επισημαίνοντας ότι, αν και οι πρόσφατες τροποποιήσεις των οικείων νομοθετικών διατάξεων συνιστούσαν ασφαλώς σημαντική βελτίωση, ωστόσο εξακολουθούσαν να υπάρχουν ενδείξεις περί της συνεχιζόμενης εφαρμογής πρακτικών διακρίσεως, πανομοιότυπων με εκείνες που είχαν προηγουμένως εντοπιστεί.

12.      Ως εκ τούτου, η Επιτροπή απέσυρε την αιτίασή της περί μη ορθής μεταφοράς της οδηγίας 2000/43 στο εσωτερικό δίκαιο. Έκρινε εντούτοις ότι τα στοιχεία εξακολουθούσαν να καταδεικνύουν ότι η Σλοβακική Δημοκρατία δεν είχε αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις διακρίσεις εις βάρος των παιδιών Ρομά στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος, καθόσον το ποσοστό των παιδιών Ρομά που τοποθετούνταν σε ειδικά σχολεία και ειδικές τάξεις παρέμενε δυσανάλογα μεγάλο. Κατά την Επιτροπή, το γεγονός αυτό αποτελούσε εν πολλοίς απόρροια της εφαρμογής ακατάλληλης μεθοδολογίας κατά τη διάγνωση, καθώς και του γεγονότος ότι ήταν δυσχερής η επανεξέταση των διαγνώσεων αυτών. Επιπλέον, η Επιτροπή επέμεινε στον ισχυρισμό περί εφαρμογής πρακτικών διαχωρισμού των παιδιών Ρομά στα γενικά σχολεία. Μολονότι η συνέχιση των πρακτικών διαχωρισμού οφειλόταν σε διάφορες αιτίες, πάντως δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί.

13.      Με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή έταξε προθεσμία έως τις 11 Δεκεμβρίου 2019, ημερομηνία κατά την οποία η Σλοβακική Δημοκρατία θα έπρεπε να έχει παύσει τις προσαπτόμενες παραβάσεις.

14.      Στις 6 Δεκεμβρίου 2019, η Σλοβακική Δημοκρατία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη.

15.      Με την απάντησή της, η Σλοβακική Δημοκρατία υποστήριζε ότι τα σχετικά με τη Ρομά κοινότητα στατιστικά στοιχεία τα οποία παρέθετε η Επιτροπή ήταν αναξιόπιστα, ιδίως διότι η συλλογή τέτοιων στοιχείων σχετικά με την εθνοτική καταγωγή παρουσίαζε δυσχέρειες. Στη συνέχεια, η Σλοβακική Δημοκρατία προχωρούσε σε απαρίθμηση των νομοθετικών και λοιπών μέτρων που είχε πρόσφατα θεσπίσει προκειμένου να καταπολεμήσει τις διακρίσεις εις βάρος των παιδιών Ρομά στο πλαίσιο του σχολικού συστήματος, καθώς και των ειδικών προγραμμάτων που είχε προωθήσει στον τομέα αυτό. Τέλος, η Σλοβακική Δημοκρατία διαβεβαίωνε την Επιτροπή ότι θα κατέβαλε κάθε προσπάθεια να θεσπίσει το συντομότερο δυνατόν τα συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα που αναφέρονταν στην απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, υποσχόταν δε να προχωρήσει στη σταδιακή και συνεχή εφαρμογή και άλλων συναφών μέτρων, τόσο βραχυπρόθεσμων όσο και μακροπρόθεσμων.

16.      Σε συνέχεια της απάντησης αυτής πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω επαφές μεταξύ της Επιτροπής και της Σλοβακικής Δημοκρατίας από το 2020 έως το 2022, ιδιαίτερα δε τον Σεπτέμβριο του 2022, οπότε η Ευρωπαία Επίτροπος για την Ισότητα Helena Dalli επισκέφθηκε σχολεία στην ανατολική Σλοβακία και συναντήθηκε με εκπροσώπους της Σλοβακικής Δημοκρατίας, μεταξύ άλλων και με τον Πρωθυπουργό Eduard Heger.

17.      Στις 22 Δεκεμβρίου 2023 η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την υπό κρίση προσφυγή δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ.

18.      Η Σλοβακική Δημοκρατία κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως στις 26 Μαρτίου 2024.

19.      Η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως στις 7 Μαΐου 2024, η δε Σλοβακική Δημοκρατία κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως στις 17 Ιουνίου 2024.

20.      Στις 8 Απριλίου 2025 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση, κατά την οποία η Επιτροπή και η Σλοβακική Δημοκρατία ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους.

III. Ανάλυση

21.      Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Σλοβακική Δημοκρατία παρέβη κατά τρόπο συστηματικό και διαρκή τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της εν λόγω οδηγίας:

–       τοποθετώντας δυσανάλογα μεγάλο αριθμό παιδιών Ρομά σε ειδικά σχολεία ή σε ειδικές τάξεις για παιδιά με νοητική ή άλλη αναπηρία, όπου ακολουθείται απλουστευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, και

–       εφαρμόζοντας πρακτικές διαχωρισμού των παιδιών Ρομά, είτε σε χωριστές τάξεις των γενικών σχολείων είτε σε χωριστά σχολεία.

22.      Στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως (3).

23.      Είμαι της γνώμης ότι, προτού προχωρήσει στην εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται ενώπιον του, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα του είδους των αποδεικτικών στοιχείων που πρέπει να προσκομίσει η Επιτροπή προς στήριξη των λόγων της προσφυγής της στο πλαίσιο υπόθεσης με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

24.      Θεωρώ δε ότι το ζήτημα αυτό εξαρτάται από το αν η υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43, σε συνδυασμό με το άρθρο της 2, παράγραφος 2, είναι υποχρέωση αποτελέσματος ή υποχρέωση προς ενέργεια.

25.      Ως εκ τούτου, θα προχωρήσω ως ακολούθως.

26.      Υπό (Α), θα εκθέσω τις διαφορές που προκύπτουν κατά περίπτωση, αναλόγως με το αν η υφιστάμενη υποχρέωση θεωρηθεί ως υποχρέωση αποτελέσματος ή ως υποχρέωση προς ενέργεια.

27.      Υπό (Β), θα προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία, η υποχρέωση που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 και το άρθρο 2, παράγραφος 2, αυτής, είναι υποχρέωση αποτελέσματος. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή οφείλει να αποδείξει ότι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ήτοι η απουσία δυσμενών διακρίσεων στην εκπαίδευση, δεν έχει επιτευχθεί στο καθού κράτος μέλος.

28.      Συναφώς, όπως θα εκθέσω υπό (Γ), τα στατιστικά ή άλλα στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη των προβαλλόμενων διακρίσεων είναι πράγματι πρόσφορα προκειμένου να αποδειχθεί η παράβαση υποχρέωσης που προβάλλει η Επιτροπή. Αντιθέτως, δεν είναι πρόσφορα για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη της παράβασης υποχρέωσης αποτελέσματος τα λοιπά στοιχεία, τα οποία αφορούν τα μέτρα που ελήφθησαν για την καταπολέμηση των διακρίσεων και την αποτελεσματικότητα ή αναποτελεσματικότητα των μέτρων αυτών.

29.      Υπό (Δ), θα υποστηρίξω ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον, και δη στο πλαίσιο αμφοτέρων των λόγων της προσφυγής της, την ύπαρξη διακρίσεων εις βάρος των παιδιών Ρομά. Οι αμυντικοί ισχυρισμοί που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία, διά των οποίων επιδιώκει να πείσει το Δικαστήριο ότι τα μέτρα που έχει θεσπίσει θα επιφέρουν τελικά τις επιθυμητές βελτιώσεις, δεν είναι ικανοί να αντικρούσουν τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι αμφότερες οι μορφές διακρίσεων εις βάρος των παιδιών Ρομά εξακολουθούσαν να υφίστανται κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.

Α.      Η υποχρέωση αποτελέσματος σε αντιδιαστολή με την υποχρέωση προς ενέργεια

30.      Στην υπό κρίση υπόθεση, προς στήριξη των δύο λόγων της προσφυγής της η Επιτροπή προσκομίζει στο Δικαστήριο διάφορα στατιστικά και άλλα στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται σε εκθέσεις διεθνών οργανισμών, μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) και σλοβακικών αρχών. Από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται, πρώτον, ότι ο αριθμός των παιδιών Ρομά που είχαν τοποθετηθεί σε ειδικά σχολεία ή σε ειδικές τάξεις κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, αλλά και πέραν αυτής, ήταν δυσανάλογα μεγάλος· και δεύτερον, ότι σε πολλές περιπτώσεις τα παιδιά Ρομά τοποθετούνται σε χωριστά σχολεία ή σε χωριστές τάξεις των γενικών σχολείων (4). Τα εν λόγω στοιχεία προσκομίζονται προς απόδειξη του γεγονότος ότι στο εκπαιδευτικό σύστημα της Σλοβακίας υφίστανται, ή εξακολουθούν να υφίστανται, διακρίσεις εις βάρος των παιδιών Ρομά.

31.      Η Σλοβακική Δημοκρατία δεν αντικρούει, κατ’ αρχήν (5), τον ισχυρισμό ότι οι δυσμενείς διακρίσεις εξακολουθούν να υφίστανται. Ωστόσο, ισχυρίζεται ότι έχει θεσπίσει σειρά μέτρων και προγραμμάτων τα οποία αποσκοπούν στην καταπολέμηση των υφιστάμενων διακρίσεων (6). Η θέσπιση ορισμένων από τα μέτρα αυτά δρομολογήθηκε πριν από τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ άλλα μέτρα θεσπίστηκαν μεταγενέστερα. Η Σλοβακική Δημοκρατία διατείνεται ότι τα μέτρα αυτά έχουν ήδη επιφέρει ορισμένες βελτιώσεις. Ωστόσο, όπως τονίζει το εν λόγω κράτος μέλος, δεδομένου ότι στη σλοβακική κοινωνία οι διαρθρωτικές ανισότητες εις βάρος των Ρομά υφίστανται από μακρού χρόνου, τα μέτρα που θεσπίστηκαν δεν ήταν δυνατόν να μεταβάλουν τα κοινωνικά πρότυπα στο σύντομο χρονικό διάστημα που ορίστηκε.

32.      Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η Σλοβακική Δημοκρατία έχει θεσπίσει σειρά μέτρων τα οποία θα μπορούσαν να συμβάλουν στην εξάλειψη των διακρίσεων. Εντούτοις, η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι ορισμένα από τα εν λόγω μέτρα είτε είναι ανεπαρκή είτε εφαρμόζονται ανεπαρκώς (7). Ενώ το πλέον σημαντικό είναι να σημειωθεί ότι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα εν λόγω μέτρα δεν έχουν ακόμη οδηγήσει στην εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των παιδιών Ρομά στο εκπαιδευτικό σύστημα της Σλοβακίας, ούτε καν έχουν μειώσει την ένταση των διακρίσεων αυτών (8).

33.      Το κατά πόσον τα επιχειρήματα αυτά είναι πρόσφορα προκειμένου να κριθεί αν υφίσταται πράγματι η προβαλλόμενη παράβαση υποχρέωσης εξαρτάται, κατά τη γνώμη μου, από τη φύση της υποχρέωσης που επιβάλλουν στα κράτη μέλη οι διατάξεις που επικαλείται η Επιτροπή. Ανάλογα με το αν οι αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούν παράβαση υποχρέωσης αποτελέσματος ή υποχρέωσης προς ενέργεια, διαφοροποιείται και το είδος των επιχειρημάτων που θα θεωρηθούν πρόσφορα.

34.      Στην περίπτωση υποχρέωσης αποτελέσματος, τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτύχουν ένα συγκεκριμένο, προκαθορισμένο αποτέλεσμα ή πραγματική κατάσταση. Έμφαση δίνεται στο αποτέλεσμα αυτό καθεαυτό, ανεξαρτήτως των μέσων που έχουν επιλεγεί προς επίτευξή του. Εάν δεν επιτευχθεί το αποτέλεσμα υφίσταται παράβαση, εκτός αν το κράτος μέλος μπορεί να αποδείξει τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας ή άλλων εξαιρετικών περιστάσεων. Αντιθέτως, στην περίπτωση υποχρέωσης προς ενέργεια, το κράτος μέλος οφείλει να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να επιτύχει συγκεκριμένο σκοπό, χωρίς ωστόσο να διασφαλίζεται κατ’ ανάγκην η επίτευξη του τελευταίου. Έμφαση δίνεται στην προσπάθεια που καταβάλλεται, ακόμη και αν το αποτέλεσμα δεν έχει επιτευχθεί (ή, έστω, όχι ακόμη) (9).

35.      Κατά συνέπεια, αν η οδηγία 2000/43 επιβάλλει υποχρέωση αποτελέσματος, αρκεί η Επιτροπή να αποδείξει ότι υφίστανται απλώς διακρίσεις εις βάρος των παιδιών Ρομά στα σχολεία. Στην περίπτωση αυτή, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Σλοβακική Δημοκρατία σχετικά με τα μέτρα που εφαρμόστηκαν για την επίτευξη του αποτελέσματος δεν αποτελούν βάσιμους αμυντικούς ισχυρισμούς, καθόσον δεν είναι ικανά να αντικρούσουν τον ισχυρισμό περί παράβασης υποχρέωσης.

36.      Αντιθέτως, αν η υφιστάμενη υποχρέωση είναι υποχρέωση προς ενέργεια, το γεγονός ότι το εν λόγω κράτος μέλος έχει καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξάλειψη των διακρίσεων αποτελεί πρόσφορο επιχείρημα ακόμη και αν το αποτέλεσμα δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή θα πρέπει να αιτιολογήσει γιατί θεωρεί ότι, παρ’ όλα τα μέτρα που έλαβε, η Σλοβακική Δημοκρατία δεν έχει καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την καταπολέμηση των δυσμενών διακρίσεων (10) .

37.      Επιπλέον, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να κινήσει τη διαδικασία παραβάσεως και διαθέτει απόλυτη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει, όχι μόνον αν θα κινήσει τη διαδικασία αυτή, αλλά και πότε θα το πράξει και για ποιο θέμα (11). Επιπλέον, η Επιτροπή έχει επίσης απόλυτη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη συνέχιση ή μη της διαδικασίας αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου (12).

38.      Ερωτηθείσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ο λόγος για τον οποίο αποφάσισε να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της Σλοβακικής Δημοκρατίας, μολονότι παρόμοια προβλήματα υφίστανται και σε άλλα κράτη μέλη (13), είναι ότι, κατά την εκτίμησή της, στο εν λόγω κράτος μέλος δεν έχει σημειωθεί αισθητή πρόοδος όσον αφορά την εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των παιδιών Ρομά.

39.      Μολονότι δε η Επιτροπή διατηρεί απόλυτη διακριτική ευχέρεια σε όλα τα στάδια της διαδικασίας παραβάσεως, άπαξ και η υπόθεση αχθεί στην κρίση του Δικαστηρίου, το τελευταίο οφείλει να αποφανθεί επ’ αυτής βάσει νομικών κριτηρίων (14), χωρίς να είναι αρμόδιο να εκτιμήσει τη σκοπιμότητα της απόφασης της Επιτροπής να προσφύγει ενώπιόν του κατά συγκεκριμένου κράτους μέλους (15).

40.      Συνεπώς, εφόσον η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αφορά αιτίαση λόγω παραβάσεως υποχρέωσης αποτελέσματος, και εφόσον η Επιτροπή αποδείξει ότι το αποτέλεσμα δεν έχει επιτευχθεί, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει την παράβαση της υποχρέωσης αυτής.

41.      Εφόσον διαπιστωθεί παράβαση, στη συνέχεια η Επιτροπή θα παρακολουθεί την πρόοδο της συμμόρφωσης του κράτους μέλους με την απόφαση του Δικαστηρίου και έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει εάν, πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις θα συνεχίσει τη διαδικασία ασκώντας προσφυγή βάσει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ (16).

42.      Στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται ότι η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή βασίζεται στη μη επίτευξη αποτελέσματος. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι υφίστανται διακρίσεις εις βάρος των παιδιών Ρομά στα σχολεία , και όχι ότι η Σλοβακική Κυβέρνηση δεν καταβάλλει προσπάθεια να τις εξαλείψει.

43.      Επομένως, αυτό που προεχόντως υποστηρίζει η Επιτροπή είναι ότι δεν έχει επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα όσον αφορά τον τερματισμό της πρακτικής της τοποθέτησης δυσανάλογα μεγάλου αριθμού παιδιών Ρομά σε ειδικά σχολεία, καθώς και την εξάλειψη του διαχωρισμού των παιδιών Ρομά στα γενικά σχολεία.

44.      Προτού αξιολογηθεί κατά πόσον η Επιτροπή απέδειξε τους ισχυρισμούς της, είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί αν η υπό κρίση προσφυγή παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή βρίσκει νόμιμο έρεισμα στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, αυτής.

Β.      Η εξάλειψη των δυσμενών διακρίσεων ως υποχρέωση αποτελέσματος

45.      Επιβάλλει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43 υποχρέωση αποτελέσματος, η οποία απαιτεί από τα κράτη μέλη να εξαλείψουν τις άμεσες και έμμεσες διακρίσεις στην εκπαίδευση (17);

46.      Όπως θα υποστηρίξω, η οδηγία 2000/43 πράγματι επιβάλλει υποχρέωση αποτελέσματος και όχι απλώς υποχρέωση προς ενέργεια.

47.      Όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 2000/43, η οδηγία αυτή θεσπίζει «πλαίσιο για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, με στόχο να πραγματωθεί στα κράτη μέλη η αρχή της ίσης μεταχείρισης». Η φράση «να πραγματωθεί» υποδηλώνει ότι το ζητούμενο δεν είναι απλώς η προσπάθεια, αλλά ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

48.      Στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43 διευκρινίζεται ότι «για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής». Η φράση «την απουσία […] διάκρισης» είναι ενδεικτική υποχρέωσης αποτελέσματος.

49.      Στη συνέχεια, το άρθρο 2, παράγραφος 1, υπό στοιχεία αʹ και βʹ, της ως άνω οδηγίας ορίζει τις έννοιες της άμεσης και της έμμεσης διάκρισης. Με τον τρόπο αυτό, υποδηλώνεται η επιθυμητή πραγματική κατάσταση της τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

50.      Κατά συνέπεια, για την πραγμάτωση της αρχής αυτής, που αποτελεί τον στόχο της οδηγίας 2000/43, απαιτείται η εξάλειψη των άμεσων ή έμμεσων διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής στα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων και στον τομέα της εκπαίδευσης, όπως υποστηρίζεται εν προκειμένω.

51.      Ωστόσο, η Σλοβακική Δημοκρατία, με τις γραπτές παρατηρήσεις της (18), υποστηρίζει ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2000/43 τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή ουδόλως γεννούν υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη, αλλά περιορίζονται στον ορισμό της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της έννοιας της έμμεσης διάκρισης.

52.      Είναι γεγονός ότι στο γράμμα των διατάξεων αυτών δεν γίνεται λόγος περί υποχρεώσεων των κρατών μελών. Ωστόσο, οι οδηγίες, γενικώς, ως πράξεις του δικαίου της Ένωσης επιβάλλουν στα κράτη μέλη συγκεκριμένα ρυθμιστικά αποτελέσματα, αφήνοντάς τους την ελευθερία επιλογής του τύπου και των μέσων για την επίτευξη των αποτελεσμάτων αυτών (19).

53.      Η οδηγία 2000/43 περιγράφει με σαφήνεια το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτύχει κάθε κράτος μέλος: την πραγμάτωση της ισότητας εντός της κοινωνίας του μέσω της εξάλειψης των άμεσων και έμμεσων διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής. Κατά συνέπεια, η ορθή εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, προϋποθέτει ότι δεν υφίστανται δυσμενείς διακρίσεις στο κράτος μέλος.

54.      Τα προεκτεθέντα δεν αφορούν μόνο τις μεμονωμένες περιπτώσεις διακρίσεων (20), αλλά και την εξάλειψη των διαρθρωτικών ανισοτήτων.

55.      Η υπό κρίση προσφυγή της Επιτροπής στηρίζεται σε έμμεση διάκριση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2000/43. Κατά τη διάταξη αυτή, θεωρείται ότι συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει πρόσωπα συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα.

56.      Θεωρώ προφανές ότι ο νομοθέτης της Ένωσης περιέλαβε τις έμμεσες διακρίσεις στις απαγορευόμενες από την οδηγία καταστάσεις ακριβώς διότι απέβλεψε στην κατάργηση των διαρθρωτικών ανισοτήτων στα κράτη μέλη (21).

57.      Οι έμμεσες διακρίσεις αποτελούν ιδιαιτέρως σημαντικό ζήτημα σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι διαρθρωτικές ανισότητες εις βάρος συγκεκριμένης ομάδας είναι εδραιωμένες εντός της εκάστοτε κοινωνίας. Στις περιπτώσεις αυτές, κανόνες φαινομενικά ουδέτεροι από άποψη εθνοτικής καταγωγής εύκολα μπορεί να έχουν δυσανάλογες επιπτώσεις για μια συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα η οποία ήδη αντιμετωπίζει διακρίσεις (22).

58.      Πρόκειται ακριβώς για την περίπτωση που εξετάζεται στην υπό κρίση υπόθεση. Όπως επιβεβαιώνει η Σλοβακική Δημοκρατία, στην κοινωνία του συγκεκριμένου κράτους μέλους υφίσταται από μακρού χρόνου μια ιδιαίτερη μορφή έμμεσης διάκρισης, ήτοι η πρακτική του διαχωρισμού των Ρομά. Δεν πρόκειται για πρόβλημα de jure διαχωρισμού, ανάλογου με εκείνον που εξετάστηκε στην υπόθεση Brown κατά Board of Education (23), στην οποία αναφέρθηκαν ορισμένοι από τους μετέχοντες στην παρούσα διαδικασία. Η αντιμετώπιση των διακρίσεων αυτού του είδους είναι ευχερέστερη, καθόσον απαιτεί την εκ μέρους του εκάστοτε κράτους μέλους κατάργηση κάθε νομοθετικής, κανονιστικής και διοικητικής διάταξης αντιβαίνουσας στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Αυτό επιτάσσει ρητώς το άρθρο 14, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/43 (24).

59.      Εντούτοις, το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω είναι ζήτημα de facto διαχωρισμού, ο οποίος βρίσκει έρεισμα σε συγκεκριμένες πρακτικές και όχι στο γράμμα του νόμου. Η οδηγία 2000/43 δεν θα μπορούσε να προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα για την εξάλειψη αυτού του είδους  de facto διαχωρισμού, καθόσον η επίλυση του προβλήματος αυτού δεν μπορεί να επιτευχθεί διά της θέσπισης ενός ή και περισσοτέρων συγκεκριμένων κανόνων. Επιπλέον, τα μέσα για την αντιμετώπιση του de facto διαχωρισμού ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις του εκάστοτε κράτους μέλους. Τα προεκτεθέντα εξηγούν γιατί η οδηγία 2000/43 δεν προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα προς τον σκοπό της εξάλειψης εδραιωμένων πρακτικών διαχωρισμού συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας.

60.      Ωστόσο, η μη πρόβλεψη συγκεκριμένων μέτρων δεν σημαίνει ότι η οδηγία 2000/43 δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να εξαλείψουν τις de facto διακρίσεις που απορρέουν από διαρθρωτικές ανισότητες. Τα κράτη μέλη υπέχουν πράγματι θετική υποχρέωση να λαμβάνουν οποιαδήποτε μέτρα είναι αναγκαία για την εξάλειψη των εδραιωμένων διακρίσεων λόγω εθνοτικής καταγωγής. Ο λόγος δε που η υποχρέωση αυτή δεν διατυπώνεται με τη μορφή συγκεκριμένων μέτρων τα οποία οφείλουν να λάβουν τα κράτη μέλη είναι ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν.

61.      Επιπλέον, στην αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας 2000/43 διαλαμβάνεται ότι απαιτούνται συγκεκριμένες δράσεις στον τομέα των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανάπτυξη δημοκρατικών και ανεκτικών κοινωνιών, οι οποίες, με τη σειρά τους, θα επιτρέπουν τη συμμετοχή παντός, ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής (25). Επιβεβαιώνεται εξ αυτού ότι ο σκοπός της εν λόγω οδηγίας έγκειται στην εξάλειψη των εδραιωμένων κοινωνικών ανισοτήτων.

62.      Η άποψη αυτή σχετικά με την έννοια των διακρίσεων επιρρωννύεται και από τη νομολογία του Δικαστηρίου.

63.      Στις αποφάσεις του, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία κατοχυρώνεται στις Συνθήκες και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης. Πράξεις του παραγώγου δικαίου, όπως η οδηγία 2000/43, αποτελούν συγκεκριμένη έκφραση της αρχής αυτής (26). Προκειμένου δε τα κράτη μέλη να τηρούν την εν λόγω αρχή, τους επιβάλλεται το καθήκον να μην περιορίζονται στο να καταβάλουν απλώς «κάθε δυνατή προσπάθεια».

64.      Εάν η υποχρέωση που επιβάλλει η οδηγία 2000/43 εκλαμβανόταν απλώς ως υποχρέωση προς ενέργεια, τότε θα υπονομευόταν σε σημαντικό βαθμό το effet utile (αποτελεσματικότητα) της οδηγίας όσον αφορά την καταπολέμηση των διακρίσεων. Για παράδειγμα, από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου που ερμηνεύουν την έννοια των διακρίσεων καταδεικνύεται ότι το ζήτημα στο οποίο δίνεται έμφαση είναι η αποτροπή αποτελεσμάτων που συνεπάγονται διακρίσεις. Αυτό αφορά τόσο τις άμεσες (27) όσο και τις έμμεσες διακρίσεις (28). Τούτο ισχύει επίσης όσον αφορά την καταπολέμηση των υφιστάμενων εδραιωμένων διακρίσεων.

65.      Εξάλλου, η ερμηνεία της υποχρέωσης που υπέχουν τα κράτη μέλη από τα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 2000/43 ως υποχρέωσης αποτελέσματος, ήτοι ως θετικής υποχρέωσής τους να εξαλείψουν τις διακρίσεις εις βάρος των παιδιών Ρομά στα σχολεία, συνάδει και με την πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) σε υποθέσεις σχετικές με τις πρακτικές σχολικού διαχωρισμού των παιδιών Ρομά (29). Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι τυχόν διαπίστωση ότι υφίστανται πρακτικές διαχωρισμού συνεπάγεται θετική υποχρέωση του εκάστοτε κράτους για την παύση τους.

66.      Τέλος, ειδικά όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, υπάρχει ένα πρόσθετο επιχείρημα σχετικό με τους λόγους για τους οποίους ο νομοθέτης της Ένωσης δεν μπορούσε να προβλέψει συγκεκριμένα μέτρα τα οποία πρέπει να λάβουν τα κράτη μέλη, παρά μόνο να επιβάλει υποχρέωση αποτελέσματος. Όπως αναπτύχθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το εν λόγω επιχείρημα ανάγεται στην κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και κρατών μελών.

67.      Η Ένωση δεν διαθέτει ρυθμιστική αρμοδιότητα στον τομέα της εκπαίδευσης· όπως προκύπτει από τα άρθρα 6 και 165 ΣΛΕΕ, έχει μόνον την αρμοδιότητα να υποστηρίζει τη δράση των κρατών μελών. Ως εκ τούτου, η Ένωση δεν μπορεί να προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα τα οποία οφείλουν να λαμβάνουν τα κράτη μέλη όσον αφορά την οργάνωση των εκπαιδευτικών τους συστημάτων ή το περιεχόμενο της διδασκαλίας.

68.      Ωστόσο, βάσει της απορρέουσας από το άρθρο 19 ΣΛΕΕ αρμοδιότητάς της, η Ένωση μπορεί να λαμβάνει μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω εθνοτικής καταγωγής, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η αρμοδιότητα που διαθέτουν τα κράτη μέλη όσον αφορά την οργάνωση των εκπαιδευτικών τους συστημάτων (30). Επομένως, και με δεδομένη την έλλειψη αρμοδιότητας της Ένωσης για την πρόβλεψη συγκεκριμένων μέτρων, ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί η εξάλειψη των διακρίσεων στην εκπαίδευση είναι η επιβολή υποχρέωσης αποτελέσματος. Τα δε μέτρα διά των οποίων θα πρέπει να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

69.      Στην πραγματικότητα, μολονότι η Σλοβακική Δημοκρατία ισχυρίστηκε αρχικώς ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 2000/43 περιέχει μόνον ορισμούς, φαίνεται εντούτοις να αποδέχεται ότι η εν λόγω οδηγία επιβάλλει υποχρέωση αποτελέσματος. Στο υπόμνημά της αντικρούσεως διαλαμβάνει τα εξής: «Επομένως, η οδηγία 2000/43 επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, μεταξύ άλλων και στον τομέα της εκπαίδευσης» (31).

70.      Συνοψίζοντας, τα άρθρα 1 και 2 της οδηγίας 2000/43, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, αυτής, επιβάλλουν στα κράτη μέλη υποχρέωση αποτελέσματος συνιστάμενου στην εξάλειψη των διακρίσεων λόγω εθνοτικής καταγωγής στον τομέα της εκπαίδευσης. Η εν λόγω υποχρέωση όχι μόνο απαγορεύει στα κράτη μέλη να εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, αλλά και τους επιβάλλει την υποχρέωση λήψης ειδικών μέτρων και ανάληψης συγκεκριμένων δράσεων προκειμένου να εξαλείψουν τυχόν υφιστάμενες ανισότητες που απορρέουν από εδραιωμένες κοινωνικές προκαταλήψεις.

71.      Εφόσον το προσδοκώμενο αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία απαλλαγμένη από διακρίσεις εις βάρος συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας στον τομέα της εκπαίδευσης, τότε το Δικαστήριο, προκειμένου να διαπιστώσει εάν υπάρχει παράβαση αυτής της υποχρέωσης αποτελέσματος, θα πρέπει να εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να εξακριβώσει, βάσει της εξέτασης αυτής, κατά πόσον υφίστανται ή όχι διακρίσεις εις βάρος των παιδιών Ρομά στα σχολεία. Τούτο οδηγεί στο επόμενο ζήτημα, το οποίο αφορά το είδος των αποδεικτικών στοιχείων που πρέπει να προσκομίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να αποδειχθεί η παράβαση υποχρέωσης αποτελέσματος.

Γ.      Πώς αποδεικνύεται η παράβαση υποχρέωσης αποτελέσματος

72.      Προκειμένου η Επιτροπή να αποδείξει την παράβαση της υποχρέωσης αποτελέσματος που συνίσταται στην εξάλειψη των διακρίσεων εις βάρος των παιδιών Ρομά στα σχολεία, οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σλοβακικού σχολικού συστήματος, τα παιδιά Ρομά βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Εφόσον δε η Επιτροπή αποδείξει επαρκώς κατά νόμον ότι υφίστανται τέτοιου είδους διακρίσεις, η Σλοβακική Δημοκρατία οφείλει να προσκομίσει στοιχεία προς αντίκρουση των αποδεικτικών στοιχείων της Επιτροπής και να αποδείξει ότι τα παιδιά Ρομά δεν αντιμετωπίζουν διαφορετική μεταχείριση που τα περιάγει σε μειονεκτική θέση. Άλλως, οφείλει να δικαιολογήσει την εν λόγω διακριτική μεταχείριση.

73.      Θεωρώ ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομίσει στο Δικαστήριο αμφότεροι οι διάδικοι είναι, στην πλειονότητά τους, απρόσφορα προκειμένου να κριθεί κατά πόσον υφίσταντο διακρίσεις κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή με τους δύο λόγους της προσφυγής της.

74.      Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, κατά την άποψή της, η Σλοβακική Δημοκρατία διέπραξε παράβαση των υποχρεώσεών της αφ’ ενός μεν λόγω της εφαρμογής πρακτικών διαχωρισμού οι οποίες συνέβαλαν ενεργά στη διατήρηση των διακρίσεων, αφ’ ετέρου δε διά της παραλείψεώς της να λάβει κατάλληλα μέτρα προκειμένου να εξαλείψει τις εδραιωμένες κοινωνικές διακρίσεις.

75.      Κατά τη γνώμη μου, και μολονότι ο εντοπισμός των αιτίων των παγιωμένων διακρίσεων έχει ασφαλώς τη σημασία του, όταν με την προσφυγή παραβάσεως προβάλλεται παράβαση υποχρέωσης αποτελέσματος δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ποιες συγκεκριμένες ενέργειες των κρατικών οργάνων συνέβαλαν στην προβαλλόμενη διάκριση ή σε τι συνίσταται η παράλειψη άρσης της διάκρισης αυτής. Στην πραγματικότητα, το κράτος μέλος μπορεί ελεύθερα να επιλέξει τα μέσα διά των οποίων θα εξαλείψει τις διακρίσεις. Για τις ανάγκες έκδοσης της αποφάσεως του Δικαστηρίου, το ζήτημα του κατά πόσον τα μέσα αυτά είναι κατάλληλα και αποτελεσματικά είναι κρίσιμο μόνο στο μέτρο που αποδεικνύει αν έχει επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα ή όχι (32).

76.      Συνοψίζοντας, όλα τα επιχειρήματα και τα αποδεικτικά στοιχεία που αντάλλαξαν οι διάδικοι όσον αφορά το ζήτημα του κατά πόσον είναι επαρκή τα διάφορα μέτρα που έχει λάβει η Σλοβακική Δημοκρατία για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που εγείρουν οι δύο λόγοι της προσφυγής, έχουν ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της πολιτικής κατά των διακρίσεων και των προσπαθειών που καταβάλλουν το καθού κράτος μέλος και η Επιτροπή για την επίτευξη της ισότητας. Ωστόσο, τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι πρόσφορα προκειμένου το Δικαστήριο να αποφανθεί αν υφίστατο παράβαση κατά τη λήξη της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη της.

77.      Το μοναδικό ζήτημα που ασκεί επιρροή για την απόφαση του Δικαστηρίου είναι το αν από τα αποδεικτικά στοιχεία της Επιτροπής προκύπτει ότι η διάκριση υφίστατο κατά τον κρίσιμο χρόνο και αν η Σλοβακική Δημοκρατία απέδειξε ότι, με τα μέτρα που θέσπισε, είχε επιτύχει να εξαλείψει τις διακρίσεις κατά τον χρόνο αυτόν.

Δ.      Απέδειξε επαρκώς η Επιτροπή τις προβαλλόμενες στην υπό κρίση υπόθεση παραβάσεις;

1.      Επί του πρώτου λόγου της προσφυγής: ο δυσανάλογα μεγάλος αριθμός παιδιών Ρομά σε ειδικά σχολεία ή ειδικές τάξεις

78.      Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, τόσο στις 11 Δεκεμβρίου 2019 –καταληκτική ημερομηνία της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας–, όσο και μετά την ημερομηνία αυτή, τα επίσημα στοιχεία καταδείκνυαν ότι, στη Σλοβακική Δημοκρατία, ο αριθμός των παιδιών Ρομά που είχαν τοποθετηθεί σε ειδικά σχολεία ή σε ειδικές τάξεις ήταν δυσανάλογα μεγάλος. Ο αριθμός των παιδιών Ρομά που παρακολουθούσαν τα εν λόγω ειδικά προγράμματα ήταν σχεδόν τρεις φορές μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο αριθμό των λοιπών παιδιών (33).

79.      Η Επιτροπή επικαλείται διάφορες εκθέσεις οργάνων της Ένωσης, διεθνών οργανισμών και ΜΚΟ, αλλά και εκθέσεις που έχουν συντάξει οι σλοβακικές αρχές. Μολονότι δε για την εκπόνηση των εν λόγω εκθέσεων έχουν χρησιμοποιηθεί διαφορετικές μεθοδολογίες και τα αποτελέσματα που περιέχονται σε αυτές διαφέρουν ελαφρώς, όλες καταδεικνύουν ότι ο αριθμός των παιδιών Ρομά στα ειδικά σχολεία είναι δυσανάλογα μεγάλος. Κατά τη γνώμη μου, τα στοιχεία αυτά αποτελούν επαρκή αρχή αποδείξεως ώστε το βάρος αποδείξεως να μεταφερθεί στο καθού κράτος μέλος, το οποίο οφείλει να αποδείξει ότι πρόκειται για στοιχεία είτε ανακριβή είτε απρόσφορα.

80.      Η Σλοβακική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί per se τον ως άνω ισχυρισμό περί διακρίσεων, αλλά υποστηρίζει ότι, χάρη στα διάφορα μέτρα που έχει θεσπίσει, έχουν επέλθει βελτιώσεις και ότι, ως εκ τούτου, ο αριθμός αυτός βαίνει μειούμενος (34). Ωστόσο, το εν λόγω κράτος μέλος διευκρινίζει ότι, καθώς δεν χρησιμοποιεί τα ίδια σύνολα στατιστικών δεδομένων που χρησιμοποιούνται στις εκθέσεις τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή, ούτε την ίδια μεθοδολογία, δεν είναι σε θέση να αποδείξει τη μείωση αυτή (35).

81.      Εντούτοις, και ασχέτως της χρήσης διαφορετικής μεθοδολογίας, αν είχε πράγματι σημειωθεί σημαντική μείωση του ποσοστού των παιδιών Ρομά στα ειδικά σχολεία, η θετική αυτή τάση θα είχε καταγραφεί στις διάφορες εκθέσεις ακόμη και αν αυτές βασίζονται σε διαφορετικές μεθοδολογίες, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή.

82.      Εν πάση περιπτώσει, από τις στατιστικές που έχουν εκπονήσει διάφορες αρχές της Σλοβακικής Δημοκρατίας δεν προκύπτει καμία σημαντική μεταβολή, παρά επιβεβαιώνεται η ύπαρξη σημαντικής δυσαναλογίας κατά τον Δεκέμβριο του 2019, ήτοι κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.

83.      Σε παλαιότερο έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας της Σλοβακικής Δημοκρατίας, του 2011, ήτοι στο Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο του εν λόγω υπουργείου, ήδη αναγνωριζόταν ότι υφίσταντο ζητήματα δυσμενών διακρίσεων οφειλόμενα σε εσφαλμένες διαγνώσεις (36). Πράγματι, σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο, μολονότι σε οποιοδήποτε διακριτό υποσύνολο του πληθυσμού το ποσοστό που υποφέρει από νοητική αναπηρία είναι κατά κανόνα μικρό (κυμαινόμενο μεταξύ 1 % και 3 %), στη Σλοβακική Δημοκρατία το ποσοστό των παιδιών Ρομά που ήταν τοποθετημένα σε ειδικά σχολεία ή σε ειδικές τάξεις κυμαινόταν μεταξύ 16 % and 17 % του συνόλου. Αντιστοίχως, ποσοστό 60 % των τοποθετημένων σε ειδικές τάξεις παιδιών και ποσοστό 80 % των παιδιών που ήταν τοποθετημένα σε ειδικά σχολεία ήταν παιδιά Ρομά καταγωγής, τη στιγμή που ο πληθυσμός των Ρομά αποτελούσε μόλις το 8 % περίπου του συνολικού πληθυσμού.

84.      Παρόμοια στατιστικά στοιχεία καταγράφονται και στον Άτλαντα των κοινοτήτων Ρομά του 2020, τον οποίο συνέταξε ο αρμόδιος για τις κοινότητες Ρομά υφυπουργός της Κυβερνήσεως της Σλοβακικής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό (37), ποσοστό 17 % των παιδιών ηλικίας 6 έως 15 ετών που προέρχονταν από περιθωριοποιημένες κοινότητες Ρομά ήταν τοποθετημένα σε δομές ειδικής εκπαίδευσης. Όσον αφορά τα παιδιά Ρομά από μη περιθωριοποιημένα νοικοκυριά, το ποσοστό ήταν ελαφρώς χαμηλότερο από 14 %. Από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι τα εν λόγω ποσοστά υπερέβαιναν σημαντικά τα αντίστοιχα που αφορούσαν τον γενικό πληθυσμό –το 2019, μόλις 5,7 % του συνόλου των παιδιών σχολικής ηλικίας της Σλοβακικής Δημοκρατίας ήταν εγγεγραμμένα σε προγράμματα ειδικής εκπαίδευσης.

85.      Εν πάση περιπτώσει, ζητήματα όπως αν ένα συγκεκριμένο σύνολο στατιστικών στοιχείων είναι ακριβέστερο έναντι άλλων ή/και αν η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε σε μια μελέτη είναι αποτελεσματικότερη έναντι άλλων είναι συζητήσιμα (38). Ωστόσο, αυτό που οπωσδήποτε αποδεικνύεται, και δη σε βαθμό τέτοιο ώστε να μην είναι δυνατόν να παραγνωριστεί, είναι η ύπαρξη σημαντικής στατιστικής δυσαναλογίας, ενδεικτικής του χάσματος μεταξύ παιδιών Ρομά και λοιπών παιδιών όσον αφορά τις εμπειρίες τους από το σχολικό σύστημα (39).

86.      Δεν αμφισβητείται ότι η εσφαλμένη τοποθέτηση παιδιών σε ειδικές τάξεις ή σε ειδικά σχολεία αποτελεί ένδειξη δυσμενούς διάκρισης. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα των ειδικών σχολείων είναι περιορισμένο, γεγονός που συνεπάγεται ότι περιορίζονται αντίστοιχα και οι ευκαιρίες των παιδιών να συνεχίσουν σε ανώτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες, με παρεπόμενη συνέπεια να ελαχιστοποιείται η προσδοκία τους να ενταχθούν ισότιμα στην κοινωνία ως ενήλικα άτομα.

87.      Επομένως, τα παιδιά Ρομά τίθενται σε ιδιαιτέρως μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα παιδιά, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2000/43.

88.      Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, μια έμμεση διάκριση μπορεί να δικαιολογηθεί αν ο επίμαχος κανόνας ή πρακτική επιδιώκει θεμιτό σκοπό ο οποίος επιτυγχάνεται κατά τρόπο σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας. Εντούτοις, η έννοια του θεμιτού σκοπού που είναι ικανός να δικαιολογήσει διακριτική μεταχείριση λόγω εθνοτικής καταγωγής πρέπει να ερμηνεύεται στενά(40).

89.      Συναφώς, η Σλοβακική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η υφιστάμενη στατιστική δυσαναλογία εξηγείται, ενδεχομένως, από το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός παιδιών Ρομά που ζουν σε περιθωριοποιημένες κοινότητες Ρομά προέρχονται από κοινωνικοοικονομικώς μειονεκτούντα περιβάλλοντα, με αποτέλεσμα να μην είναι τόσο καλά προετοιμασμένα όσο τα άλλα παιδιά ώστε να επιτύχουν καλές επιδόσεις στις εξετάσεις εισαγωγής στο δημοτικό σχολείο. Το καθού κράτος μέλος εκθέτει περαιτέρω ότι έχει θεσπίσει μέτρα –όπως η υποχρεωτική προσχολική εκπαίδευση και οι βοηθοί γονέων– τα οποία αποσκοπούν στη γεφύρωση αυτού του χάσματος.

90.      Από τη μία πλευρά, το γεγονός ότι ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών Ρομά ζουν σε κοινωνικοοικονομικώς μειονεκτούντα περιβάλλοντα και σε περιθωριοποιημένες κοινότητες δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις διακρίσεις εις βάρος των παιδιών αυτών στα σχολεία. Ακόμη και αν μπορεί ενδεχομένως να εξηγήσει τον δυσανάλογα μεγάλο αριθμό παιδιών Ρομά στις δομές ειδικής εκπαίδευσης, η εν λόγω εδραιωμένη συνθήκη ανισότητας δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για μια ακόμη δυσμενή συνέπεια που απορρέει από την ίδια αυτή συνθήκη. Από την άλλη πλευρά, τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπιση της υφιστάμενης δυσαναλογίας μπορούν να αποτελέσουν βάσιμο επιχείρημα μόνον εφόσον έχουν επιτύχει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

91.      Εν κατακλείδι, είμαι της γνώμης ότι η Επιτροπή, βασιζόμενη στο γεγονός ότι ο αριθμός των παιδιών Ρομά που είχαν τοποθετηθεί σε ειδικά σχολεία ή σε ειδικές τάξεις κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας ήταν δυσανάλογα μεγάλος, απέδειξε επαρκώς ότι τα παιδιά Ρομά υφίσταντο διαφορετική μεταχείριση. Αντιθέτως, η Σλοβακική Δημοκρατία δεν αντέκρουσε τα στοιχεία της Επιτροπής, ούτε αναφέρθηκε σε κάποιο θεμιτό σκοπό, ικανό να δικαιολογήσει τη διάκριση αυτή.

92.      Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει βάσιμο τον πρώτο λόγο της προσφυγής της Επιτροπής.

2.      Επί του δεύτερου λόγου της προσφυγής: το ζήτημα του de facto διαχωρισμού

93.      Ο δεύτερος λόγος της προσφυγής της Επιτροπής αφορά τις πρακτικές διαχωρισμού των παιδιών Ρομά στο πλαίσιο των γενικών σχολείων.

94.      Η παράβαση της υποχρέωσης εξάλειψης του διαχωρισμού, νοούμενη ως παράβαση υποχρέωσης αποτελέσματος, μπορεί να αποδειχθεί μέσω αξιόπιστων στοιχείων που καταδεικνύουν ότι ο διαχωρισμός υφίσταται στην πράξη.

95.      Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, τόσο κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, όσο και μετά την ημερομηνία αυτή (41), ήταν και εξακολουθεί να είναι ευρέως διαδεδομένη στα σλοβακικά σχολεία η πρακτική του διαχωρισμού των παιδιών Ρομά από τους μη Ρομά συμμαθητές τους. Ο διαχωρισμός αυτός έχει λάβει διάφορες μορφές –για παράδειγμα, την τοποθέτηση των παιδιών σε χωριστά σχολεία ή χωριστές αίθουσες διδασκαλίας, ή τη χρήση χωριστών κυλικείων. Προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού αυτού, η Επιτροπή προσκομίζει στατιστικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

96.      Στην προσφυγή της, η Επιτροπή επικαλείται και πάλι διάφορα έγγραφα, τα οποία έχουν συνταχθεί από εθνικές ή διεθνείς αρχές ή από ΜΚΟ.

97.      Συναφώς, ήδη από το 2012, πριν από την έναρξη της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η Σλοβακική Δημοκρατία είχε αναγνωρίσει την ύπαρξη πρακτικών διαχωρισμού λόγω εθνοτικής καταγωγής οι οποίες έθιγαν τα παιδιά Ρομά (42).

98.      Κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας προσκομίστηκαν διάφορες επίσημες εκθέσεις, στις οποίες αναγνωριζόταν η ύπαρξη πρακτικών διαχωρισμού λόγω εθνοτικής καταγωγής που έθιγαν τα παιδιά Ρομά. Σε έκθεση της Štátna školská inšpekcia (επιθεώρησης εκπαίδευσης) για το σχολικό έτος 2017/2018 περιλαμβάνεται η παραδοχή ότι «σε τέσσερα σχολεία, προέκυψαν ενδείξεις εφαρμογής πρακτικών διαχωρισμού κατά την οργάνωση της διδασκαλίας, καθόσον προβλέπονταν χωριστές τάξεις για παιδιά από περιθωριοποιημένες κοινότητες Ρομά, καθώς επίσης χωριστά αποδυτήρια και τραπεζαρίες» (43).

99.      Ακόμη και μετά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, οι σλοβακικές αρχές συνέχισαν να παραδέχονται την ύπαρξη πρακτικών διαχωρισμού. Τον Ιούνιο του 2020, το Υπουργείο Παιδείας, Επιστημών, Έρευνας και Αθλητισμού της Σλοβακικής Δημοκρατίας αναγνώρισε ότι ο διαχωρισμός των παιδιών Ρομά στα σχολεία αποτελούσε χρονίζον ζήτημα (44). Ακόμη και στη «Στρατηγική για την ισότητα, τη συμπερίληψη και τη συμμετοχή των Ρομά έως το έτος 2030», την οποία ενέκριναν οι σλοβακικές αρχές τον Απρίλιο του 2021, περιλαμβανόταν η παραδοχή ότι η προηγούμενη στρατηγική αδυνατούσε να επιτύχει τους σκοπούς της (45) .

100. Ομοίως, τα σλοβακικά δικαστήρια, και ιδιαίτερα το Najvyšší súd Slovenskej republiky (Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας της Σλοβακίας), έχουν κρίνει επανειλημμένως κατά τα τελευταία χρόνια ότι υπάρχει de facto διαχωρισμός σε βάρος των μαθητών Ρομά σε αρκετά σχολεία (46). Μολονότι τέτοιου είδους αποφάσεις χρησιμεύουν ως απόδειξη μάλλον μεμονωμένων περιπτώσεων δυσμενών διακρίσεων και δεν είναι ικανές από μόνες τους να αποτελέσουν απόδειξη ότι η πρακτική του διαχωρισμού είναι ευρέως διαδεδομένη, εντούτοις, από κοινού με τα λοιπά στοιχεία που προσκομίστηκαν, αποτελούν πρόσφορα αποδεικτικά στοιχεία.

101. Τέλος, το 2023, το Υπουργείο Παιδείας, Επιστημών, Έρευνας και Αθλητισμού της Σλοβακικής Δημοκρατίας εξέδωσε οδηγό για την εξάλειψη των διαχωρισμών (47), ο οποίος επικαιροποιήθηκε το 2024 (48). Κατά τον χρόνο σύνταξης των παρουσών προτάσεων, στον ιστότοπο του Υπουργείου Παιδείας της Σλοβακικής Δημοκρατίας υπάρχει ειδική ενότητα αφιερωμένη στην εξάλειψη των διαχωρισμών, όπου αναφέρεται ότι «για το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας, Ανάπτυξης και Νεότητας της Σλοβακικής Δημοκρατίας (MŠVVaM SR), η εξάλειψη των διαχωρισμών δεν αποτελεί απλώς στρατηγική προτεραιότητα, αλλά και προαπαιτούμενο για τη δημιουργία ενός πιο δίκαιου και συμπεριληπτικού εκπαιδευτικού συστήματος στη Σλοβακία. Στόχος μας είναι η πλήρης ενσωμάτωση όλων των παιδιών στο εκπαιδευτικό σύστημα, και επιδιώκουμε κάθε παιδί να λαμβάνει εκπαίδευση αντίστοιχη με τις προσωπικές του ανάγκες και να ενσωματώνεται πλήρως στην κοινωνία.» (49)

102. Από τα προεκτεθέντα καταδεικνύεται η αφοσίωση που επιδεικνύει η Σλοβακική Δημοκρατία για την επίλυση του προβλήματος και καθίσταται σαφές ότι δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα άρνησης των αξιών της Ένωσης οι οποίες διακηρύσσονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ (50).

103. Εντούτοις, εάν από τα στοιχεία που προσκομίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου προκύψει ότι κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας υφίσταντο πράγματι πρακτικές διαχωρισμού των παιδιών Ρομά, το Δικαστήριο θα πρέπει να διαπιστώσει ότι διαπράχθηκε παράβαση (51).

104. Όλα τα έγγραφα που προσκομίζει η Επιτροπή υποδεικνύουν την ύπαρξη πρακτικών de facto διαχωρισμού, η δε Σλοβακική Δημοκρατία δεν αντέκρουσε τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.

105. Το περαιτέρω ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι αν ο διαχωρισμός αυτός συνιστά οπωσδήποτε δυσμενή μεταχείριση, με αποτέλεσμα να καταλήγει σε δυσμενή διάκριση.

106. Κατά τη γνώμη μου, ο διαχωρισμός συνιστά αυτός καθ’ εαυτόν δυσμενή διάκριση.

107. Μολονότι δεν αποκλείεται τα εκπαιδευτικά προγράμματα που παρακολουθούν τα παιδιά Ρομά σε χωριστά σχολεία ή χωριστές τάξεις να μην υπολείπονται σε ποιότητα των αντίστοιχων προγραμμάτων των μεικτών τάξεων (52), εντούτοις ο κοινωνικός και πολιτισμικός διαχωρισμός μιας εθνοτικής ομάδας ενισχύει τον ήδη υφιστάμενο στιγματισμό της ομάδας αυτής στο πλαίσιο της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, ελαχιστοποιεί τις ευκαιρίες των παιδιών αυτών να βρουν τη θέση τους στη σλοβακική κοινωνία και δεν τα θέτει σε ισότιμη θέση με τους μη Ρομά συνομηλίκους τους. Ο διαχωρισμός εξάλλου αποβαίνει εις βάρος και των μη Ρομά παιδιών, καθόσον τα τελευταία στερούνται την ευκαιρία να γνωρίσουν μια κουλτούρα διαφορετική από τη δική τους, κάτι που παρεμποδίζει τη μορφωτική και κοινωνική τους ανάπτυξη.

108. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θεωρώ ότι αυτός καθεαυτόν ο διαχωρισμός συνιστά δυσμενή διάκριση και ουδέποτε μπορεί να δικαιολογηθεί.

109. Ωστόσο, η Σλοβακική Δημοκρατία φρονεί ότι δεν μπορεί να της καταλογιστεί ευθύνη για πρακτικές διαχωρισμού που εκφεύγουν του ελέγχου της.

110. Για παράδειγμα, η Σλοβακική Δημοκρατία αναφέρει ότι είναι συχνό το φαινόμενο γονέων παιδιών μη Ρομά οι οποίοι αντιτίθενται στην ένταξη παιδιών Ρομά στις τάξεις ή μετακινούν τα παιδιά τους σε άλλα σχολεία επειδή στην τάξη του σχολείου που είχαν αρχικά επιλέξει φοιτούν παιδιά Ρομά. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «φυγή των λευκών» («white flight») (53), αναφέρθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ως πιθανή δικαιολογία εκ μέρους της Σλοβακικής Δημοκρατίας.

111. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό προς δικαιολόγηση των διακρίσεων (54) . Οι θετικές υποχρεώσεις που επιβάλλει στα κράτη μέλη η οδηγία 2000/43 συνίστανται στην απαίτηση να θέσουν σε ισχύ και να επιβάλουν την εφαρμογή μέτρων αποτροπής του διαχωρισμού στα σχολεία ο οποίος απορρέει από εδραιωμένες κοινωνικές προκαταλήψεις εις βάρος συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας (55).

112. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την αντίθετη περίπτωση, κατά την οποία οι γονείς των παιδιών Ρομά συναινούν στον διαχωρισμό. Όπως έκρινε το ΕΔΔΑ στην απόφαση Salay κατά Σλοβακίας, η γονική συναίνεση δεν πρέπει να θίγει το δικαίωμα κάθε παιδιού να έχει ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση, ούτε να νομιμοποιεί ενέργειες οι οποίες συνεπάγονται άνιση μεταχείριση ορισμένων παιδιών στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος (56).

113. Η Σλοβακική Δημοκρατία υποστήριξε επίσης ότι ορισμένες κοινότητες Ρομά, πολύ συχνά οι περιθωριοποιημένες κοινότητες, βρίσκονται σε απομακρυσμένα σημεία, μακριά από τον υπόλοιπο πληθυσμό, γεγονός που εξηγεί γιατί τα σχολεία στις περιοχές αυτές είναι σχολεία μόνο για Ρομά.

114. Αντιλαμβάνομαι μεν ότι η περίσταση αυτή αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για την εξάλειψη του φαινομένου των σχολείων που προορίζονται αποκλειστικά για Ρομά, ωστόσο, είμαι της γνώμης ότι ο διαχωρισμός των παιδιών στα σχολεία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί μέσω της επίκλησης πρακτικών διαχωρισμού που θίγουν εν γένει τα Ρομά άτομα στη Σλοβακική Δημοκρατία (57).

115. Ωστόσο, δεδομένης της διαμορφωμένης πραγματικής κατάστασης, είναι αληθές ότι, όπως ισχυρίζεται η Σλοβακική Δημοκρατία, η επίλυση ζητημάτων που ανάγονται σε εδραιωμένες διακρίσεις απαιτεί χρόνο. Εντούτοις, οι δυσχέρειες που συνεπάγεται η εξάλειψη του διαχωρισμού καθώς και ο χρόνος που απαιτείται προς τούτο δεν αποτελούν αποδεκτό ισχυρισμό άμυνας έναντι προσφυγής παραβάσεως με την οποία προβάλλεται η ύπαρξη δυσμενών διακρίσεων.

116. Δεν μπορεί να παραγνωρίζεται το θλιβερό γεγονός ότι όσο εξακολουθούν να εφαρμόζονται πρακτικές διαχωρισμού, κάθε ομάδα παιδιών Ρομά που θίγονται από αυτή τη δυσμενή μεταχείριση χάνει μια ευκαιρία για το μέλλον τους. Αυτό είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να επανορθωθεί.

117. Εν κατακλείδι, είμαι της γνώμης ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς ότι οι πρακτικές διαχωρισμού των παιδιών Ρομά σε χωριστές τάξεις των γενικών σχολείων ή σε χωριστά σχολεία είναι ευρέως διαδεδομένες. Αντιθέτως, η Σλοβακική Δημοκρατία δεν αντέκρουσε τις διαπιστώσεις αυτές, ούτε είναι δυνατόν να δικαιολογηθούν οι εν λόγω πρακτικές διαχωρισμού.

118. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει βάσιμο τον δεύτερο λόγο της προσφυγής της Επιτροπής.

IV.    Επί των δικαστικών εξόδων

119. Η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Σλοβακική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Σλοβακική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

V.      Πρόταση

120. Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:

(1)      Να διαπιστώσει ότι η Σλοβακική Δημοκρατία:

–        τοποθετώντας δυσανάλογα μεγάλο αριθμό παιδιών Ρομά σε ειδικά σχολεία ή σε ειδικές τάξεις για παιδιά με νοητική ή άλλη αναπηρία, στις οποίες ακολουθείται απλουστευμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, και

–        εφαρμόζοντας πρακτικές διαχωρισμού των παιδιών Ρομά σε χωριστές τάξεις των γενικών σχολείων ή σε χωριστά σχολεία,

παρέβη κατά τρόπο συστηματικό και διαρκή τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της εν λόγω οδηγίας·

(2)      Να καταδικάσει τη Σλοβακική Δημοκρατία στα δικαστικά της έξοδα, καθώς και στα έξοδα της Επιτροπής.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής (ΕΕ 2000, L 180, σ. 22).


3      Πρβλ. αποφάσεις της 4ης Μαΐου 2006, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑508/03, EU:C:2006:287, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 11ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (C‑545/10, EU:C:2013:509, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).       


4      Όσον αφορά τον πρώτο λόγο της προσφυγής, βλ. σημείο 48 της προσφυγής της Επιτροπής, ενώ όσον αφορά τον δεύτερο λόγο προσφυγής βλ. σημεία 82 και 83 αυτής. Στα παραρτήματα της προσφυγής της και του υπομνήματος ανταπαντήσεως η Επιτροπή επισυνάπτει πολλά από τα έγγραφα τα οποία επικαλείται στην προσφυγή της.


5      Εντούτοις, η Σλοβακική Δημοκρατία επικαλείται ότι η αντίκρουση των στατιστικών στοιχείων που υποβάλλει η Επιτροπή είναι δυσχερής, δεδομένου ότι πολλές από τις εκθέσεις που επικαλείται η Επιτροπή έχουν συνταχθεί από εξωτερικούς φορείς και με τη χρήση διαφορετικών μεθοδολογιών, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι η Σλοβακική Δημοκρατία δεν μπορεί να τεκμηριώσει τις βελτιώσεις των στατιστικών δεδομένων χρησιμοποιώντας την ίδια μεθοδολογία.


6      Βλ., συναφώς, σημείο 74 του υπομνήματος αντικρούσεως. Η Σλοβακική Δημοκρατία προσκομίζει επίσης μεγάλο αριθμό εγγράφων, ενδεικτικών της προσπάθειας που καταβάλλει προκειμένου να θεσπίσει κατάλληλα μέτρα και προγράμματα.


7      Βλ. υπόμνημα απαντήσεως της Επιτροπής (σημείο 53).


8      Βλ. υπόμνημα απαντήσεως της Επιτροπής (σημείο 35).


9      Στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, υποχρέωση αποτελέσματος υφίσταται «οσάκις τα κράτη καλούνται να επιτύχουν τη διαμόρφωση συγκεκριμένης πραγματικής κατάστασης, είτε μέσω απαγόρευσης είτε μέσω επιβολής υποχρεώσεων». Βλ. Wolfrum, R., «Obligation of result versus obligation of conduct: Some thoughts about the implementation of international obligations», σε Arsanjani, M. H., κ.λπ. (επιμ.) Looking to the Future. Essays on International Law in Honor of W. Michael Reisman, Martinus Nijhoff Publishers, Leiden/Βοστόνη, 2011, σ. 366 επ, ιδίως σ. 369. Βλ., επίσης, Nový, Z., «The sdchotomy of obligations of conduct and result in international investment law», Cofola International, 2022, σ. 170 επ., ιδίως σ. 172.


10      Στο διεθνές δίκαιο, γίνεται συνήθως διάκριση μεταξύ υποχρεώσεων προς ενέργεια και υποχρεώσεων αποτελέσματος. Ωστόσο, κατά την άποψη του R. Wolfrum, στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου τα κράτη αναλαμβάνουν και άλλα είδη υποχρεώσεων. Ένα από αυτά τα είδη υποχρεώσεων το ονομάζει «υποχρέωση προσήλωσης στην επίτευξη συγκεκριμένου στόχου». Η υποχρέωση αυτή διαφέρει από την υποχρέωση αποτελέσματος, καθόσον τα κράτη «δεσμεύονται να θέσουν σε κίνηση μια εξελικτική διαδικασία η οποία οδηγεί προς συγκεκριμένη κατεύθυνση», χωρίς ωστόσο να τους επιβάλλεται εκ των προτέρων η επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος (Wolfrum, R., όπ.π., σ. 366-367). Δεν θεωρώ ότι η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/43 θα πρέπει να ερμηνευθεί ως υποχρέωση προσήλωσης στην επίτευξη συγκεκριμένου στόχου, καθόσον το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί καθορίζεται σαφώς –η εξάλειψη τόσο των άμεσων όσο και των έμμεσων διακρίσεων.


11      Πρβλ. απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1989, Star Fruit κατά Επιτροπής (247/87, EU:C:1989:58), και διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 2024, Fass κατά Γερμανίας και Επιτροπής (C‑187/24 P, EU:C:2024:872, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


12      Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις εδραιωμένων δυσμενών διακρίσεων για τις οποίες η Επιτροπή έχει προς το παρόν αποφασίσει να μην κινήσει διαδικασίες. Για παράδειγμα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη υφίσταται διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την ίση αμοιβή για την ίδια εργασία ή για εργασία συγκρίσιμης αξίας. Βλ., συναφώς, https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php?title=Gender_pay_gap_statistics. Ωστόσο, η Επιτροπή ουδέποτε έχει κινήσει σχετική διαδικασία παραβάσεως.


13      Η Επιτροπή έχει επίσης κινήσει διαδικασίες παραβάσεως κατά της Ουγγαρίας [INFR(2015)2206] και της Τσεχικής Δημοκρατίας. [INFR(2014)2174]. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έχει αποφασίσει –ή, έστω, όχι ακόμη– να παραπέμψει τις υποθέσεις αυτές ενώπιον του Δικαστηρίου.


14      Βλ., μεταξύ πολλών, αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Οριακές τιμές – ΑΣ10) (C‑644/18, EU:C:2020:895, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), ή της 28ης Ιανουαρίου 2020, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Οδηγία για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών) (C‑122/18, EU:C:2020:41, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Εφόσον η Επιτροπή προβάλλει ισχυρισμό περί παράβασης συγκεκριμένης νομικής διάταξης, το Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει την πραγματική και νομική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, ανεξαρτήτως των λόγων για τους οποίους κίνησε η Επιτροπή τη διαδικασία. Πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Τριτοβάθμια εκπαίδευση) (C‑66/18, EU:C:2020:792, σκέψη 56).


15      Όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια να κινήσει τη διαδικασία παραβάσεως και δεν απόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει τη σκοπιμότητα ασκήσεως της ευχέρειας αυτής. Πρβλ. απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑236/99, EU:C:2000:374, σκέψη 28).


16      Το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ότι, όπως στην περίπτωση της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, έτσι και στην περίπτωση της διαδικασίας του άρθρου 260 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή διαθέτει, όσον αφορά τη σκοπιμότητα κινήσεως της διαδικασίας, διακριτική ευχέρεια ως προς την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει δικαστικό έλεγχο. Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2020, Επιτροπή κατά Ρουμανίας (Καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) (C‑549/18, EU:C:2020:563, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


17      Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2000/43 η εκπαίδευση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, αυτός είναι δε και ο λόγος που η Επιτροπή προβάλλει παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, αυτής.


18      Βλ. σημείο 33 του υπομνήματος αντικρούσεως της Σλοβακικής Δημοκρατίας.


19      Βλ. άρθρο 288 ΣΛΕΕ.


20      Για τις μεμονωμένες περιπτώσεις διακρίσεων, η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την πρόσβαση των θιγομένων σε αποτελεσματικές έννομες διαδικασίες. Βλ., συναφώς, άρθρα 7 και 8 της οδηγίας 2000/43.


21      Θεωρώ ότι η άποψη αυτή επιρρωννύεται και από το άρθρο 5 της οδηγίας 2000/43. Επιτρέποντας τη θετική δράση «προκειμένου να πραγματωθεί η πλήρης ισότητα», ο νομοθέτης της Ένωσης παρέσχε στα κράτη μέλη ένα εργαλείο αντιμετώπισης, ακριβώς, των εδραιωμένων ανισοτήτων.


22      Βλ., για παράδειγμα, Fredman, S., «The Reason Why: Unravelling Indirect Discrimination», Industrial Law Journal, 2016, σ. 231–243.


23      347 U.S. 483 (1954) (Brown κατά Board of Education of Topeka). Στην υπόθεση εκείνη, το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών κήρυξε αντισυνταγματικούς τους νόμους που καθιέρωναν τον φυλετικό διαχωρισμό τους οποίους είχαν θεσπίσει ορισμένες πολιτείες των ΗΠΑ. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η θεσμοθέτηση χωριστών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ενείχε εγγενώς το στοιχείο της ανισότητας, επομένως οι νόμοι που την επέβαλλαν παραβίαζαν τη ρήτρα περί ίσης προστασίας της Δέκατης Τέταρτης Τροπολογίας του Συντάγματος των Η.Π.Α. (σημείο 495 της απόφασης).


24      Σε αντίθεση με την κατάσταση που επικρατούσε στις Η.Π.Α. την εποχή της έκδοσης της απόφασης Brown κατά Board of Education, η Σλοβακική Δημοκρατία δεν έχει θεσπίσει νομοθεσία που επιβάλλει τον διαχωρισμό και δεν αρνείται ότι ο διαχωρισμός πρέπει να εξαλειφθεί. Η Επιτροπή δεν βάλλει, με την προσφυγή της, κατά της σλοβακικής νομοθεσίας, αλλά κατά της de facto επικρατούσας κατάστασης.


25      Πρβλ. αποφάσεις της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn (C‑391/09, EU:C:2011:291, σκέψη 41), της 16ης Ιουλίου 2015, CHEZ Razpredelenie Bulgaria (C‑83/14, EU:C:2015:480, σκέψη 40), και της 15ης Νοεμβρίου 2018, Maniero (C‑457/17, EU:C:2018:912, σκέψη 35).


26      Απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2018, Maniero (C‑457/17, EU:C:2018:912, σκέψη 36).


27      Απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, Feryn (C‑54/07, EU:C:2008:397).


28      Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, CHEZ Razpredelenie Bulgaria (C‑83/14, EU:C:2015:480).


29      Βλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 31ης Μαΐου 2022, X κ.λπ. κατά Αλβανίας (CE:ECHR:2022:0531JUD007354817, § 84 έως 87), της 13ης Δεκεμβρίου 2022, Elmazova κ.λπ. κατά Βόρειας Μακεδονίας (CE:ECHR:2022:1213JUD001181120, § 74), και της 30ής Μαρτίου 2023, Szolcsán κατά Ουγγαρίας (CE:ECHR:2023:0330JUD002440816, § 69). Για μια επισκόπηση της εξέλιξης της νομολογίας του ΕΔΔΑ η οποία κατέληξε στην αναγνώριση της υποχρέωσης άρσης των διαχωρισμών, βλ. Vrancken, M., «Segregation in education and a duty of desegregation under the ECHR», European Human Rights Law Review, 2024, σ. 112 έως 126.


30      Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «μολονότι το δίκαιο της Ένωσης δεν θίγει την αρμοδιότητα αυτή των κρατών μελών όσον αφορά, αφενός, το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία, […] εντούτοις, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους αυτής, να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης […]». Βλ., π.χ., απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2022, Cilevičs κ.λπ. (C‑391/20, EU:C:2022:638, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).


31      Σημείο 34 του υπομνήματος αντικρούσεως της Σλοβακικής Δημοκρατίας. Ενώ στη συνέχεια διαλαμβάνεται ότι, «για την αποτελεσματική τήρηση της εν λόγω αρχής, είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται ότι κάθε παιδί, ανεξαρτήτως καταγωγής, έχει τις ίδιες ευκαιρίες να λάβει ποιοτική εκπαίδευση η οποία θα το βοηθήσει όσο το δυνατόν περισσότερο να αναπτύξει τις φυσικές του ικανότητες».


32      Η άποψη αυτή συνάδει και με τη θέση που έχει διαμορφώσει το ΕΔΔΑ στην πρόσφατη νομολογία του επί υποθέσεων που αφορούσαν διακρίσεις στον τομέα της εκπαίδευσης. Για παράδειγμα, στις αποφάσεις της 30ής Μαΐου 2013, Λαβίδα κ.λπ. κατά Ελλάδας (CE:ECHR:2013:0530JUD000797310), και της 30ής Μαρτίου 2023, Szolcsán κατά Ουγγαρίας (CE:ECHR:2023:0330JUD002440816), το ΕΔΔΑ δεν υπεισήλθε καν στο ζήτημα ποιο κρατικό μέτρο στάθηκε η αιτία του διαχωρισμού. Το γεγονός ότι υφίστατο διαχωρισμός αποτέλεσε επαρκή αρχή αποδείξεως της διάκρισης.


33      Επιπλέον, σύμφωνα με την Επιτροπή, παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει ορισμένες μεταρρυθμίσεις όσον αφορά τις διαγνωστικές διαδικασίες, ο αντίκτυπός τους υπήρξε περιορισμένος και τα αριθμητικά στοιχεία παραμένουν εν πολλοίς αμετάβλητα.


34      Ωστόσο, πρόκειται για ισχυρισμούς οι οποίοι αφορούν, στο σύνολό τους, το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.


35      Βλ. το υπόμνημα ανταπαντήσεως της Σλοβακικής Δημοκρατίας, σημείο 6.


36      Βλ., Γραμματεία της Κυβερνήσεως της Σλοβακικής Δημοκρατίας, Γραμματεία του Πληρεξουσίου της Κυβερνήσεως της Σλοβακικής Δημοκρατίας για τις Κοινότητες των Ρομά, «Στρατηγική της Σλοβακικής Δημοκρατίας για την ενσωμάτωση των Ρομά έως το έτος 2020», 2012, σ. 15, διαθέσιμο στη διεύθυνση https://www.employment.gov.sk/files/legislativa/dokumenty-zoznamy-pod/strategyoftheslovakrepublicforintegrationof-romaupto2020.pdf.


37      Úrad splnomocnenca vlády SR pre rómske komunity (Γραμματεία του Πληρεξουσίου της Κυβερνήσεως της Σλοβακικής Δημοκρατίας), «Príjmy a životné podmienky v marginalizovaných rómskych komunitách: Vybrané ukazovatele zo zistovania EU SILC_MRK 2020» («Εισόδημα και συνθήκες διαβίωσης στις περιθωριοποιημένες κοινότητες Ρομά: Επιλεγμένοι δείκτες από την έρευνα EU SILC_MRK 2020»), διαθέσιμο στη διεύθυνση https://www.romovia.vlada.gov.sk/site/assets/files/1561/analyticka_sprava_eu_silc_mrk_2020_elektronicka_final.pdf, σ. 34 (παράρτημα A.32 της προσφυγής, σ. 1878).


38      Ένα από τα ζητήματα σχετικά με την ακρίβεια των στατιστικών στοιχείων ήταν η απόκλιση που καταγράφηκε μεταξύ ερευνών πληθυσμού και διαφόρων εκθέσεων όσον αφορά τον αριθμό των Ρομά που ζουν στη Σλοβακία. Μολονότι φαίνεται ότι οι αριθμοί που καταγράφονται στις έρευνες πληθυσμού είναι πράγματι ανακριβείς, διαφορετικοί φορείς έχουν καταλήξει σε παρόμοιες διαπιστώσεις σχετικά με τον αριθμό των Ρομά στη Σλοβακία, τον οποίο εκτιμούν σε περίπου μισό εκατομμύριο (για έναν απολογισμό επί του ζητήματος, με παραπομπές, βλ. συμβουλευτική επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη σύμβαση-πλαίσιο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων, «Πέμπτη γνωμοδότηση σχετικά με τη Σλοβακική Δημοκρατία», 2022, υποσημείωση 26, διαθέσιμη στη διεύθυνση https://rm.coe.int/5th-op-slovak-republic-en/1680a6e4ee).


39      Βλ. επίσης, ομοίως, απόφαση του ΕΔΔΑ της 13ης Νοεμβρίου 2007, D.H. κ.λπ. κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (CE:ECHR:2007:1113JUD005732500, § 191).


40      Πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, CHEZ Razpredelenie Bulgaria (C‑83/14, EU:C:2015:480, σκέψη 112). Για παρόμοιο σκεπτικό σχετικά με το εύρος των δικαιολογητικών λόγων, βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Σαμπάνης κ.λπ. κατά Ελλάδας (Σαμπάνης I) (CE:ECHR:2012:1211JUD005960809, § 91).


41      Επί του ζητήματος αυτού, η Επιτροπή θεωρεί ότι, παρά το γεγονός ότι από το 2015 έχουν επέλθει ορισμένες τροποποιήσεις στην εθνική νομοθεσία, μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί αρκούντως αποτελεσματικά μέτρα και από τα στατιστικά στοιχεία δεν προκύπτει πραγματική βελτίωση της κατάστασης. Για παράδειγμα, σε έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://fra.europa.eu/en/publication/2022/roma-survey-findings), βασιζόμενη σε στοιχεία του έτους 2021, καταγράφεται ότι ποσοστό 65 % των παιδιών Ρομά ηλικίας 6 έως 15 ετών φοιτούσαν σε σχολεία όπου η πλειοψηφία των μαθητών, αν όχι το σύνολο, ήταν καταγωγής Ρομά. Επιπλέον, μολονότι οι αρχές και τα δικαστήρια της Σλοβακίας έχουν αναγνωρίσει ότι το πρόβλημα αυτό εξακολουθεί να υφίσταται, εντούτοις η εθνική νομοθεσία δεν επιβάλλει τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων καταπολέμησης αυτών των πρακτικών διαχωρισμού.


42      Βλ., όπ.π. (υποσημείωση 36).


43      Štátna školská inšpekcia, «Správa o stave a úrovni výchovy a vzdelávania v školách a školských zariadeniach v Slovenskej republike v školskom roku 2017/2018», παράρτημα A.44 της προσφυγής, σ. 32.


44      Filipová, M., Υπουργείο Παιδείας, Επιστημών, Έρευνας και Αθλητισμού της Σλοβακικής Δημοκρατίας, «Naším cieľom je odstrániť segregáciu rómskych detí» («Στόχος μας είναι η παύση του διαχωρισμού των μαθητών Ρομά»), ανακοινωθέν Τύπου της 17ης Ιουνίου 2020, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.minedu.sk/m-filipova-nasim-cielom-je-odstranit-segregaciu-romskych-deti/


45      Úrad splnomocnenca vlády SR pre rómske komunity (Γραμματεία του Πληρεξουσίου της Κυβερνήσεως της Σλοβακικής Δημοκρατίας για τις Κοινότητες Ρομά), «Stratégia rovnosti, inklúzie a participácie Rómov do roku 2030», 2021, διαθέσιμη στη διεύθυνση https://www.romovia.vlada.gov.sk/strategie/strategia-pre-rovnost-inkluziu-a-participaciu-romov-do-roku-2030/


46      Najvyšší súd Slovenskej republiky (Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας της Σλοβακίας), αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 2022, αριθ. 5Cdo/102/2020 (παράρτημα A.52 της προσφυγής), της 28ης Μαρτίου 2023, αριθ. 4Cdo/112/2021 (παράρτημα A.53 της προσφυγής), και της 12ης Ιουλίου 2023, αριθ. 5Cdo/220/2022 (παράρτημα A.54 της προσφυγής).


47      Ministerstvo školstva, vedy, výskumu a športu SR, «Metodická príručka desegregácie vo výchove a vzdelávaní», 2023, διαθέσιμος στη διεύθυνση https://www.minedu.sk/data/att/71e/30599.332e7e.pdf.


48      Ministerstvo školstva, výskumu, vývoja a mládeže SR, «Manuál a monitoring uplatňovania štandardov dodržiavania zákazu segregácie vo výchove a vzdelávaní», 2024, διαθέσιμος στη διεύθυνση: https://www.minedu.sk/data/att/629/31682.beb17a.pdf.


49      Διαθέσιμος στη διεύθυνση: https://www.minedu.sk/desegregacia/ (τελευταία επίσκεψη στις 9/6/2025).


50      Πρβλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης) (C‑769/22, EU:C:2025:408, σημεία 237 επ.).


51      Τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την καταπολέμηση των διακρίσεων ενδέχεται να ασκήσουν επιρροή όσον αφορά την απόφαση περί επιβολής κυρώσεων, εάν η Επιτροπή αποφασίσει να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ.


52      Ωστόσο, από τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι, κατά κανόνα, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που ακολουθείται στις διαχωρισμένες τάξεις ή τα διαχωρισμένα σχολεία πράγματι υπολείπεται σε ποιότητα. Βλ., π.χ., Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης και Καταναλωτών, Migration Policy Group, Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης και Durbáková, V., «Country report non-discrimination – Transposition and implementation at national level of Council Directives 2000/43 and 2000/78 – Slovakia 2023», Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2023, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://data.europa.eu/doi/10.2838/45886, παράρτημα A.51 της προσφυγής, σ. 49.


53      Με τον όρο αυτό περιγράφεται το φαινόμενο των «λευκών» ή προνομιούχων οικογενειών που μετακινούν τα τέκνα τους από δημόσια σχολεία, ιδίως από σχολεία στα οποία η φυλετική ποικιλομορφία βαίνει αυξανόμενη, σε ιδιωτικά σχολεία ή σε σχολεία περιοχών που κατοικούνται κυρίως από λευκούς πληθυσμούς. Συχνά, το φαινόμενο αυτό προκύπτει ως αντίδραση στην εικαζόμενη ποιοτική υποβάθμιση των σχολείων, η οποία μπορεί να επηρεάζεται από παράγοντες όπως οι πολιτικές ένταξης ή οι δημογραφικές αλλαγές.


54      Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι η «φυγή των λευκών» δεν αποτελεί αποδεκτή δικαιολογία του κράτους προς αντίκρουση των ισχυρισμών περί διαχωρισμού. Στην απόφασή του της 13ης Δεκεμβρίου 2022, Elmazova κ.λπ. κατά Βόρειας Μακεδονίας (CE:ECHR:2022:1213JUD001181120, § 72 έως 79), το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι το κράτος μπορεί να μην έχει την αποκλειστική ευθύνη για τις πρακτικές διαχωρισμού, ιδίως σε περιπτώσεις άρνησης των γονέων των μη Ρομά μαθητών να εγγράψουν τα τέκνα τους [σε συγκεκριμένα σχολεία] λόγω της παρουσίας μεγάλου αριθμού μαθητών Ρομά. Έκρινε, ωστόσο, ότι συντρέχει περίπτωση παράβασης των κανόνων περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, ακόμη και εν απουσία οποιασδήποτε σχετικής πρόθεση από την πλευρά του κράτους, διότι ο διαχωρισμός που διαπιστώθηκε στην περίπτωση εκείνη δεν ήταν αντικειμενικά και εύλογα δικαιολογημένος. Βλ. επίσης, απόφαση της 30ής Μαΐου 2013, Λαβίδα κ.λπ. κατά Ελλάδας (CE:ECHR:2013:0530JUD000797310, § 72).


55      Βλ., ομοίως, απόφαση του ΕΔΔΑ της 13ης Δεκεμβρίου 2022, Elmazova κ.λπ. κατά Βόρειας Μακεδονίας (CE:ECHR:2022:1213JUD001181120, § 77 και 78), όπου το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η «φυγή των λευκών» κατέστη εφικτή λόγω του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου σχετικά με τους κανόνες εγγραφής και μεταγραφής των μαθητών, το οποίο παρείχε στους προνομιούχους γονείς την ευχέρεια να προβαίνουν σε επιλογές αυτού του είδους.


56      Απόφαση του ΕΔΔΑ της 27ης Φεβρουαρίου 2025, Salay κατά Σλοβακίας (CE:ECHR:2025:0227JUD002935922, § 112).


57      Βλ., ομοίως, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 13ης Δεκεμβρίου 2022, Elmazova κ.λπ. κατά Βόρειας Μακεδονίας (CE:ECHR:2022:1213JUD001181120, § 73), και της 30ής Μαρτίου 2023, Szolcsán κατά Ουγγαρίας (CE:ECHR:2023:0330JUD002440816, § 54, 55 και 57).