Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ΝΙΚΟΛΑ ΑΙΜΙΛΙΟΥ
της 1ης Αυγούστου 2025 (1)
Υπόθεση C‑748/23 [Gekus] (i)
C. Limited
κατά
Μ. S.
[αίτηση του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 267 ΣΛΕΕ – Άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ – Άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία διορισμού εθνικού δικαστή – Ανεξαρτησία και αμεροληψία των δικαστών – Nemo iudex in causa sua »
I. Εισαγωγή
1. Το γνωστό λατινικό ρητό «nemo iudex in causa sua» (ουδείς δικάζει υπόθεση που τον αφορά) αποδίδεται εν γένει στον Edward Coke, Βρετανό barrister των αρχών του δεκάτου εβδόμου αιώνα (2), πηγή δε της έμπνευσής του αποτελεί, ιδίως, ένα χωρίο του Corpus Juris Civilis του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, το οποίο ανάγεται στο έτος 529 μ.Χ. (3). Οι αρχαίες καταβολές του εν λόγω ρητού δεν προκαλούν έκπληξη, δεδομένου ότι η απαίτηση περί αμεροληψίας των δικαστών αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις πυλώνες κάθε δικαστικού συστήματος (4).
2. Μέχρι σήμερα, η απαίτηση περί αμεροληψίας αποτελεί μία από τις βασικές συνιστώσες του «δικαιώματος πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου» που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και του «δικαιώματος σε δίκαιη δίκη» που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ), τα οποία αμφότερα κάνουν λόγο για «ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει [προηγουμένως] συσταθεί νομίμως» (5). Κατοχυρώνεται επίσης σε πολυάριθμα εθνικά συντάγματα (6) και διεθνείς πράξεις (7).
3. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο, Πολωνία), αναδεικνύει τη σημασία και το περιεχόμενο της αρχής της αμεροληψίας. Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του πολωνικού δικαστικού συστήματος, η οποία άρχισε να τίθεται σε εφαρμογή το 2017 και έχει αποτελέσει το αντικείμενο πλειόνων αποφάσεων του Δικαστηρίου (8) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) (9). Οι εν λόγω αποφάσεις ανέδειξαν ορισμένες πλημμέλειες της μεταρρύθμισης, οι οποίες θίγουν την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας.
4. Οι ως άνω αποφάσεις οδήγησαν τον Πολωνό νομοθέτη να θεσπίσει το 2022 έναν ειδικό μηχανισμό –έναν έλεγχο της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας των δικαστών (στο εξής: έλεγχος ανεξαρτησίας και αμεροληψίας)– για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων, όποτε παρίσταται ανάγκη. Ο έλεγχος διενεργείται από ειδικό δικαστικό σχηματισμό, σε ad hoc στάδιο της διαδικασίας. Σκοπός του εν λόγω ελέγχου είναι, κατ’ ουσίαν, να διαπιστωθεί αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες στον διορισμό των δικαστών μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στη νομιμότητα της σύνθεσης του εθνικού δικαστηρίου στις επίμαχες υποθέσεις. Τα προδικαστικά ερωτήματα του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) αφορούν τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης εθνικής διατάξεως ή δικαστικής πρακτικής σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω ελέγχου.
II. Το εθνικό δίκαιο
5. Το άρθρο 29 του ustawa o Sądzie Najwyższym (νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου), της 8ης Δεκεμβρίου 2017 (10), όπως τροποποιήθηκε με τον ustawa o zmianie ustawy o Sądzie Najwyższym oraz niektórych innych ustaw (νόμο περί τροποποιήσεως του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ορισμένων άλλων νόμων), της 9ης Ιουνίου 2022 (11) (στο εξής: νόμος περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου), ορίζει τα εξής:
«[...]
2. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] ή των οργάνων του, δεν επιτρέπεται να τεθεί υπό αμφισβήτηση η νομιμότητα των [δικαστηρίων], των συνταγματικών οργάνων του κράτους ή των οργάνων ελέγχου και διασφάλισης του δικαίου.
3. Το [Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο)] ή άλλο όργανο της εξουσίας δεν δύναται να διαπιστώσει ή να κρίνει τη νομιμότητα του διορισμού δικαστή ή της απορρέουσας από τον διορισμό του εξουσίας άσκησης των δικαιοδοτικών καθηκόντων.
4. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες διορίστηκε δικαστής του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] δεν μπορούν να θεμελιώσουν αποκλειστικό λόγο προσβολής αποφάσεως ληφθείσας με τη συμμετοχή του ή αμφισβήτησης της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας του.
5. Κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε διαδίκου κατά την έννοια της παραγράφου 7, επιτρέπεται να εξεταστεί αν δικαστής του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] ή δικαστής αποσπασμένος στο [Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο)] πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων του διορισμού του και της συμπεριφοράς του κατόπιν του διορισμού του, σε περίπτωση κατά την οποία, υπό τις περιστάσεις συγκεκριμένης υποθέσεως, τούτο μπορεί να συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της ανεξαρτησίας ή της αμεροληψίας ικανή να επηρεάσει την έκβαση της υποθέσεως, λαμβανομένων υπόψη της καταστάσεως του διαδίκου και της φύσεως της υποθέσεως.
6. Αίτηση για τη διαπίστωση της τήρησης των απαιτήσεων της παραγράφου 5 μπορεί να υποβληθεί κατά δικαστή του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] ή αποσπασμένου στο εν λόγω δικαστήριο δικαστή που συμμετέχει σε δικαστικό σχηματισμό ο οποίος εξετάζει:
1) προσφυγή·
[...]
7. Κάθε διάδικος στη διαδικασία ενώπιον του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)] δικαιούται, στις περιπτώσεις της παραγράφου 6, να υποβάλει τέτοια αίτηση.
[...]
15. Το [Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο)] εξετάζει την αίτηση κεκλεισμένων των θυρών σε πενταμελή σύνθεση που προκύπτει από κλήρωση μεταξύ όλων των μελών του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)], κατόπιν ακροάσεως του δικαστή τον οποίο αφορά η αίτηση, εκτός αν η ακρόαση είναι αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής. Ο ενδιαφερόμενος δικαστής μπορεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις του γραπτώς. Ο ενδιαφερόμενος δικαστής αποκλείεται από την κλήρωση.
[...]
21. Η διάταξη η οποία εκδίδεται κατόπιν εξετάσεως της αιτήσεως μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)], συγκείμενου από επτά δικαστές που προκύπτουν από κλήρωση μεταξύ όλων των μελών του [Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου)]. Ο ενδιαφερόμενος δικαστής και όποιος δικαστής μετείχε στην έκδοση της προσβαλλομένης διατάξεως αποκλείονται από την κλήρωση.»
III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και τα προδικαστικά ερωτήματα
6. Διάδικοι της κύριας δίκης είναι η C. Limited, εταιρία με έδρα την Ιρλανδία (στο εξής: πρωτοδίκως ενάγουσα), αφενός, και ένας Ιρλανδός υπήκοος, ο M. S. (στο εξής: πρωτοδίκως εναγόμενος), αφετέρου. Η μεταξύ τους διαφορά αφορά τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις και την ευθύνη των διαδίκων στο πλαίσιο δικαιοπραξιών που καταρτίσθηκαν εντός της πολωνικής επικράτειας.
7. Στις 10 Ιουνίου 2021 το Sąd Apelacyjny w Warszawie (εφετείο Βαρσοβίας, Πολωνία) υποχρέωσε τον πρωτοδίκως εναγόμενο να καταβάλει χρηματικό ποσό στην πρωτοδίκως ενάγουσα.
8. Στις 29 Ιουλίου 2021 ο πρωτοδίκως εναγόμενος ζήτησε από το High Court (ανώτερο δικαστήριο, Ιρλανδία), δυνάμει του άρθρου 46, σε συνδυασμό με το άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (12), να μην αναγνωρίσει και να μην κηρύξει εκτελεστή την απόφαση του Sąd Apelacyjny w Warszawie (εφετείου Βαρσοβίας). Ο πρωτοδίκως εναγόμενος προέβαλε προσβολή του δικαιώματός του σε δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως, επειδή στον δικαστικό σχηματισμό που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση μετείχε δικαστής ο οποίος είχε αποσπασθεί παρανόμως από τον Minister Sprawiedliwosci (Υπουργό Δικαιοσύνης, Πολωνία).
9. Συγχρόνως, ο πρωτοδίκως εναγόμενος άσκησε επίσης αναίρεση ενώπιον του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) κατά της αποφάσεως του Sąd Apelacyjny w Warszawie (εφετείου Βαρσοβίας). Για την εκδίκαση της αναιρέσεως ορίστηκε τριμελής δικαστικός σχηματισμός, στον οποίο μετείχε ο δικαστής JG.
10. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2023 η πρωτοδίκως ενάγουσα υπέβαλε αίτηση για τη διεξαγωγή ελέγχου της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας του δικαστή JG, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 29 του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συναφώς, η πρωτοδίκως ενάγουσα επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, τις περιστάσεις του διορισμού του εν λόγω δικαστή. Ο δικαστής JG διορίστηκε –όπως επισήμανε η πρωτοδίκως ενάγουσα– σε θέση δικαστή του Izba Cywilna Sądu Najwyższego (πολιτικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου) βάσει αποφάσεως του Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου, Πολωνία· στο εξής: KRS). Ωστόσο, η εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως είχε ανασταλεί με διάταξη του Naczelny Sąd Administracyjny (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Πολωνία), λόγω της νέας συνθέσεως του KRS. Εν τέλει, το εν λόγω δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση. Επιπλέον, η πρωτοδίκως ενάγουσα προέβαλε και τη συμπεριφορά του δικαστή JG μετά τον διορισμό του ως δικαστή.
11. Πέντε δικαστές του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) ορίστηκαν με κλήρωση για να απαρτίσουν τον πενταμελή δικαστικό σχηματισμό που θα εξέταζε την αίτηση ελέγχου αμεροληψίας και ανεξαρτησίας. Στον εν λόγω δικαστικό σχηματισμό μετέχουν δύο δικαστές του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) διορισθέντες προ του 2018 και τρεις δικαστές διορισθέντες κατόπιν προτάσεως του KRS υπό τη νέα του σύνθεση.
12. Στο πλαίσιο της τυπικής εξετάσεως του παραδεκτού της ως άνω αιτήσεως, το αιτούν δικαστήριο –αποφαινόμενο σε μονομελή δικαστικό σχηματισμό αποτελούμενο από τον εισηγητή δικαστή, ο οποίος είναι επίσης πρόεδρος του ως άνω πενταμελούς δικαστικού σχηματισμού– εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 29, παράγραφος 5, του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκειμένου να διασφαλιστεί η συμβατότητά του με το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη.
13. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η απαίτηση περί ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που έχει συσταθεί νομίμως πληρούται από τρία μέλη του πενταμελούς δικαστικού σχηματισμού, τα οποία κληρώθηκαν για την εξέταση της αιτήσεως της πρωτοδίκως ενάγουσας, καθόσον αυτοί βρίσκονται σε θέση όλως παρεμφερή με εκείνη του δικαστή τον οποίο αφορούσε ο έλεγχος, λόγω του τρόπου διορισμού τους.
14. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο), υπό μονομελή σύνθεση, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του [Χάρτη], την έννοια ότι οι συνθήκες διορισμού ενός δικαστή δύνανται αφ’ εαυτών να καταδείξουν ότι ο συγκεκριμένος δικαστής δεν πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, εφόσον οι εν λόγω συνθήκες έχουν ως αποτέλεσμα τη συγκρότηση δικαστηρίου κατά τρόπον που προσβάλλει το δικαίωμα του ατόμου στην παροχή δικαστικής προστασίας, ή, άλλως, ότι καθοριστική για τη διαπίστωση της μη τήρησης των απαιτήσεων αυτών είναι η εκ μέρους του δικαστή παθητική αποδοχή (καθόσον εξακολουθεί να ασκεί δικαιοδοτικά καθήκοντα) των πλημμελειών τις οποίες ενείχε η διαδικασία διορισμού του και οι οποίες συνεπάγονται τη συγκρότηση δικαστηρίου κατά τρόπον που προσβάλλει το δικαίωμα του ατόμου στην παροχή δικαστικής προστασίας;
2) Έχει το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του [Χάρτη], την έννοια ότι υπόθεση η οποία αφορά τον λεγόμενο «έλεγχο αμεροληψίας» δικαστή του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) δεν μπορεί να εκδικάζεται από δικαστές των οποίων η συμμετοχή στον δικαστικό σχηματισμό προσβάλλει το δικαίωμα του ατόμου στην παροχή δικαστικής προστασίας, καθόσον διορίσθηκαν σε θέση δικαστή του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου) κατόπιν προτάσεως του Krajowa Rada Sądownictwa (Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου, Πολωνία), συγκροτηθέντος σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις του ustawa z dnia 8 grudnia 2017 r. o zmianie ustawy o Krajowej Radzie Sądownictwa oraz niektórych innych ustaw (νόμου για την τροποποίηση του νόμου περί του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου και ορισμένων άλλων νόμων);
3) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, έχει το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του [Χάρτη], την έννοια ότι το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο) υποχρεούται να ορίζει τον δικαστικό σχηματισμό που εξετάζει υπόθεση σχετική με τον λεγόμενο έλεγχο αμεροληψίας κατά τρόπον ώστε να μη συμμετέχουν τέτοιοι δικαστές και, εν τέλει, να μην εφαρμόζει εθνική ρύθμιση προβλέπουσα εκδίκαση των υποθέσεων αυτών από πενταμελή σχηματισμό, εξετάζοντας την αίτηση χωρίς τη συμμετοχή των εν λόγω δικαστών, με διαφορετική σύνθεση προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο;»
15. Γραπτές παρατηρήσεις στην παρούσα διαδικασία κατέθεσαν η πρωτοδίκως ενάγουσα, ο πρωτοδίκως εναγόμενος, η Ολλανδική, η Βελγική και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο πρωτοδίκως εναγόμενος, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανέπτυξαν επίσης προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Ιουνίου 2025.
IV. Ανάλυση
16. Στις ενότητες που ακολουθούν, θα εξετάσω κατ’ αρχάς το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων (Α) και, στη συνέχεια, την ουσία τους (Β). Ωστόσο, κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, η ανάλυσή μου θα επικεντρωθεί κυρίως σε δύο πτυχές: i) στο παραδεκτό του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος· και ii) στην ουσία του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος.
Α. Επί του παραδεκτού
17. Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη για τη δικαστική απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, με γνώμονα τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, τόσο αν η προδικαστική απόφαση είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και αν τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει στο Δικαστήριο είναι λυσιτελή (13).
18. Προκύπτει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή: το Δικαστήριο μπορεί, συνεπώς, να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (14). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι εκκρεμεί πράγματι ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων διαφορά στο πλαίσιο της οποίας αυτά καλούνται να εκδώσουν απόφαση που θα λαμβάνει υπόψη την προδικαστική απόφαση (15).
19. Υπό το πρίσμα της ως άνω νομολογίας θα εξετάσω στη συνέχεια το παραδεκτό των τριών προδικαστικών ερωτημάτων της υπό κρίση υποθέσεως.
20. Η πρωτοδίκως ενάγουσα προέβαλε ένσταση σχετικά με το παραδεκτό του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, θεωρώντας ότι η απάντηση στο εν λόγω προδικαστικό ερώτημα δεν ασκεί επιρροή στην εξέταση της αιτήσεώς της περί διενέργειας του ελέγχου ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Υπογραμμίζει ότι η αίτησή της δεν στηρίζεται μόνον στις περιστάσεις του διορισμού του δικαστή τον οποίο αφορά ο έλεγχος, αλλά και σε άλλα στοιχεία, όπως η συμπεριφορά του εν λόγω δικαστή κατόπιν του διορισμού του.
21. Φρονώ ότι η εν λόγω ένσταση δεν είναι πειστική. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι οι περιστάσεις του διορισμού δικαστή μπορούν, αφ’ εαυτών, να αποτελούν ένδειξη περί του ότι ο δικαστής δεν πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας που επιβάλλονται με τις εν λόγω διατάξεις.
22. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως του Δικαστηρίου στο ως άνω προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο μπορεί, εφόσον πληρούνται οι οικείες προϋποθέσεις, να κάνει δεκτή την αίτηση της πρωτοδίκως ενάγουσας χωρίς να απαιτείται να εξετάσει αν τα λοιπά στοιχεία που προβάλλει έχουν κάποια σημασία. Κατά συνέπεια, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα φαίνεται να είναι κρίσιμο για την επίλυση της εκκρεμούσας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφοράς.
23. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι μετέχοντες στη διαδικασία ασχολήθηκαν επίσης με το παραδεκτό του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος. Το κύριο ζήτημα που συζήτησαν ήταν κατά πόσον το αιτούν δικαστήριο θα ήταν σε θέση να λάβει υπόψη τις απαντήσεις του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, θα μπορούσαν να προκληθούν ορισμένες αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αυτό λόγω του ότι το αιτούν δικαστήριο είναι, εν προκειμένω, μονομελής δικαστικός σχηματισμός αποτελούμενος από τον εισηγητή δικαστή, ο οποίος είναι επίσης πρόεδρος του πενταμελούς δικαστικού σχηματισμού που είναι αρμόδιος για την εξέταση της αιτήσεως που υπέβαλε η πρωτοδίκως ενάγουσα. Επιπλέον, ο νόμος περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν περιλαμβάνει ειδικούς κανόνες σχετικά με την αποχή και την εξαίρεση των δικαστών οι οποίοι, κατόπιν κληρώσεως, επιλέγονται ως μέλη του δικαστικού σχηματισμού που επιλαμβάνεται της αιτήσεως περί διεξαγωγής ελέγχου ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Κατ’ ουσίαν, το ζήτημα που βρισκόταν στο επίκεντρο της συζητήσεως ήταν αν το αιτούν δικαστήριο θα ήταν σε θέση να επιλύσει κάθε πιθανό ζήτημα που το Δικαστήριο θα εντόπιζε κατά την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων.
24. Συναφώς, όλοι οι μετέχοντες στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση τάχθηκαν υπέρ του παραδεκτού του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος. Ειδικότερα, υπογράμμισαν ότι οι κανόνες και οι αρχές του εθνικού δικαίου που επιβάλλουν τον σεβασμό του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη εφαρμόζονται σε κάθε στάδιο της εθνικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένου του επίμαχου στην κύρια δίκη προκαταρκτικού και παρεμπίπτοντος σταδίου. Ελλείψει ειδικών διατάξεων που να παρέχουν στο αιτούν δικαστήριο τη δυνατότητα να θεραπεύσει ενδεχόμενη προσβολή του συγκεκριμένου δικαιώματος, το εν λόγω δικαστήριο μπορεί και οφείλει –κατά τους ως άνω μετέχοντες στη διαδικασία– να στραφεί προς τις γενικές αρχές και τους κανόνες του εθνικού δικαίου. Οι εν λόγω αρχές και κανόνες, κατά μείζονα λόγο ερμηνευόμενοι υπό το πρίσμα του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη, καθώς και του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, έχουν ως αποτέλεσμα να αποκλείεται από τον δικαστικό σχηματισμό κάθε δικαστής του οποίου η ανεξαρτησία ή η αμεροληψία θα μπορούσε να αμφισβητηθεί κατά την αντίληψη του κοινού.
25. Φρονώ επίσης ότι το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτά.
26. Στο σημείο αυτό, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να υφίσταται μεταξύ της διαφοράς της κύριας δίκης και των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης των οποίων ζητείται η ερμηνεία σύνδεσμος τέτοιος ώστε η ερμηνεία αυτή να ανταποκρίνεται σε αντικειμενική ανάγκη για την απόφαση την οποία πρέπει να εκδώσει το αιτούν δικαστήριο (16).
27. Μολονότι το ζήτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο δεν αφορά ουσιαστική διάταξη του δικαίου της Ένωσης δυνάμενη να έχει εφαρμογή στη σχέση μεταξύ της πρωτοδίκως ενάγουσας και του πρωτοδίκως εναγομένου, εντούτοις υφίσταται σαφής σύνδεσμος μεταξύ των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αφορούν τα προδικαστικά ερωτήματα και της διαφοράς της κύριας δίκης (17). Δεν αμφισβητείται ότι εκκρεμεί επί του παρόντος διαφορά ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας ανέκυψε πράγματι ζήτημα δικονομικής φύσεως, το οποίο αφορά τη νομιμότητα της συνθέσεως του εν λόγω δικαστηρίου και το οποίο το αιτούν δικαστήριο πρέπει να επιλύσει ως πρόκριμα κατά την έναρξη της δίκης, ώστε να εκδικάσει και να αποφανθεί επί συγκεκριμένου αιτήματος ενός εκ των διαδίκων.
28. Το Δικαστήριο δέχεται παγίως να δίδει απάντηση σε προδικαστικά ερωτήματα υπό τις ανωτέρω συνθήκες, στο μέτρο που η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο μπορεί να συμβάλει στην επίλυση των δικονομικών ζητημάτων που αντιμετωπίζει το αιτούν δικαστήριο, προτού αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς (18).
29. Η ως άνω προσέγγιση ενδείκνυται κατά μείζονα λόγο στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός της πρωτοδίκως ενάγουσας τον οποίο πρέπει να εξετάσει το αιτούν δικαστήριο αφορά την ανεξαρτησία ή την αμεροληψία δικαστή ο οποίος θα εκδικάσει την υπόθεση κατ’ αναίρεση. Στην πράξη, τυχόν άρνηση του αιτούντος δικαστηρίου να αποφανθεί επί του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος θα σήμαινε ότι το εν λόγω δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει ενδεχόμενο ζήτημα ανεξαρτησίας ή αμεροληψίας συγκεκριμένου δικαστικού σχηματισμού, μολονότι το ίδιο ζήτημα αφορά ενδεχομένως και το αιτούν δικαστήριο. Μια τέτοια προσέγγιση εκ μέρους του Δικαστηρίου θα ήταν παράδοξη.
30. Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από εκείνες στις οποίες τα εθνικά δικαστήρια υπέβαλαν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σε υποθέσεις ως προς τις οποίες ήταν προδήλως αναρμόδια να αποφανθούν (19), οι οποίες δεν εκκρεμούσαν πλέον ενώπιόν τους ή είχαν καταστεί άνευ αντικειμένου (20). Πρέπει επίσης να διακριθεί από τις υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούσαν ζητήματα τα οποία είχαν ήδη επιλυθεί οριστικά ή αφορούσαν στάδιο της διαδικασίας το οποίο έχει περατωθεί οριστικά (21). Ομοίως, η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από εκείνες στις οποίες τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούσαν διατάξεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες δεν είχαν εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, μολονότι ήταν κρίσιμες σε παρόμοιες ένδικες διαδικασίες που εκκρεμούσαν κατά τον χρόνο εκείνο (22) ή σε υποθετικές μελλοντικές ένδικες διαδικασίες συνδεόμενες με τη διαφορά της κύριας δίκης (23).
31. Γενικότερα, η υπό κρίση υπόθεση δεν καταλέγεται μεταξύ εκείνων όπουσ εθνικό δικαστήριο δράττεται της ευκαιρίας που του παρέχει μια υπόθεση –στην οποία, κατ’ αρχήν, δεν τίθεται πραγματικό ζήτημα δικαίου της Ένωσης– για να υποβάλει στο Δικαστήριο ερωτήματα γενικού ή διαρθρωτικού χαρακτήρα σχετικά με πτυχές του εθνικού δικαστικού συστήματος. Τα ζητήματα που εγείρει το αιτούν δικαστήριο είναι απολύτως λυσιτελή για την υπό κρίση υπόθεση και θα μπορούσαν να καθορίσουν την έκβαση της διαφοράς, γεγονός το οποίο επηρεάζει άμεσα τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης που κινήθηκε στην Ιρλανδία βάσει του κανονισμού 1215/2012. Το τελευταίο αυτό στοιχείο είναι επίσης κάτι που δεν μπορεί να αγνοηθεί (24).
32. Η ανωτέρω διαπίστωση περί λυσιτέλειας δεν κλονίζεται από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
33. Πρώτον, το γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο είναι, εν προκειμένω, μονομελής δικαστικός σχηματισμός αποτελούμενος από τον εισηγητή δικαστή, ο οποίος είναι επίσης πρόεδρος του πενταμελούς δικαστικού σχηματισμού που είναι επιφορτισμένος με την εξέταση της αιτήσεως της πρωτοδίκως ενάγουσας, στερείται σημασίας. Στην απόφαση Prokuratura Rejonowa, το Δικαστήριο εξέτασε όμοια σε μεγάλο βαθμό κατάσταση και έκρινε ότι η πτυχή αυτή δεν εμπόδιζε το παραδεκτό της προδικαστικής παραπομπής (25).
34. Εξυπακούεται ότι το παραδεκτό της προδικαστικής παραπομπής σε τέτοιες υποθέσεις εξαρτάται από την εκ μέρους δικαστικού σχηματισμού υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ υπό την ιδιότητά του ως «δικαστηρίου κράτους μέλους». Ένας ή περισσότεροι δικαστές, ενεργώντας ατομικά ή από κοινού, δεν εμπίπτουν στην παραπάνω έννοια. Πρέπει να είναι τυπικώς επιφορτισμένοι με την εκδίκαση συγκεκριμένης διαφοράς η οποία είναι εκείνη τη στιγμή εκκρεμής και επί της οποίας είναι αρμόδιοι να αποφανθούν. Ως εκ τούτου, ένας μεμονωμένος δικαστής μπορεί ή δεν μπορεί να συνιστά «δικαστήριο» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως και των σχετικών εθνικών κανόνων.
35. Τούτο επιβεβαιώθηκε προσφάτως με την απόφαση G. κ.λπ.: απλώς και μόνον το ότι ένας μεμονωμένος δικαστής ενεργούσε ως εισηγητής δικαστής σε υπόθεση δεν συνεπάγεται ότι είχε, ενεργώντας μόνος του, την εξουσία να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, ο δικαστής αυτός δεν θα μπορούσε, «αυτοτελώς, να λάβει υπόψη τις απαντήσεις τις οποίες θα δώσει τυχόν το Δικαστήριο στα προδικαστικά του ερωτήματα» (26).
36. Ωστόσο, η κατάσταση στην υπό κρίση υπόθεση είναι διαφορετική από την επίμαχη στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση G. κ.λπ. Ο πρόεδρος του αρμόδιου να εκδικάσει την υπόθεση δικαστικού σχηματισμού είναι εκείνος ο οποίος, κατά τη διάρκεια προκαταρκτικού σταδίου της διαδικασίας, ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί ζητήματος που ανέκυψε in limine litis και ενδέχεται να θίγει την προσήκουσα συγκρότηση του δικαστικού σχηματισμού και, κατά συνέπεια, τη νομιμότητα των μελλοντικών δραστηριοτήτων του. Συγκεκριμένα, όπως αντιλαμβάνομαι, το αιτούν δικαστήριο βρίσκεται, αυτή τη στιγμή, στο στάδιο εκείνο της διαδικασίας κατά το οποίο εκτιμάται μόνον το παραδεκτό της αιτήσεως της πρωτοδίκως ενάγουσας για εφαρμογή του μηχανισμού εκτιμήσεως της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.
37. Στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Prokuratura Rejonowa, ο γενικός εισαγγελέας M. Bobek τόνισε ότι οι πρόεδροι των δικαιοδοτικών οργάνων και, όσον αφορά τις ειδικές διαδικασίες, οι πρόεδροι τμημάτων ή δικαστικών σχηματισμών δεν διαθέτουν μόνον επιπλέον εξουσίες, αλλά είναι επιφορτισμένοι και με πρόσθετες ευθύνες. Μεταξύ άλλων, πρέπει να επιβλέπουν τόσο την τήρηση της διαδικασίας όσο και την ορθή διεξαγωγή των διασκέψεων των σχηματισμών των οποίων προεδρεύουν. Επομένως, κατά τη γνώμη του ήταν εύλογο ο πρόεδρος δικαστικού σχηματισμού να εκτιμά ότι υποχρεούται να μεριμνά, ως προκριματικό ζήτημα, για την προσήκουσα σύνθεσή του (27).
38. Ερωτηθείσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής των ως άνω εκτιμήσεων σε εθνικές διαδικασίες όπως η επίμαχη, η Πολωνική Κυβέρνηση απάντησε καταφατικά. Η εν λόγω κυβέρνηση επιβεβαίωσε επίσης ότι, βάσει του εθνικού δικαίου, ο πρόεδρος του δικαστικού σχηματισμού θα μπορούσε να λάβει διαφορετικά μέτρα προκειμένου να αποτρέψει την παράνομη σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού του οποίου υποχρεούται να προεδρεύει. Επί παραδείγματι, θα μπορούσε να ζητήσει από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου να πραγματοποιήσει νέα κλήρωση προς αντικατάσταση των δικαστών που δεν μπορούν να μετάσχουν στον δικαστικό σχηματισμό.
39. Τα ανωτέρω με οδηγούν στην επόμενη επισήμανσή μου.
40. Η ως άνω διαπίστωση περί λυσιτέλειας δεν αναιρείται ούτε από το γεγονός ότι καμία διάταξη του εθνικού δικαίου (ή εθνική δικαστική πρακτική) δεν επιτρέπει ρητώς στο αιτούν δικαστήριο να λάβει μέτρα για την άρση ενδεχόμενης ασυμβατότητας μεταξύ των σχετικών εθνικών δικονομικών κανόνων και του δικαίου της Ένωσης η οποία μπορεί να διαπιστωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου.
41. Το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβάλλονται βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ αξιολογούνταν πάντοτε από το Δικαστήριο ανεξάρτητα από τα προβλεπόμενα στο στο εθνικό δίκαιο νομικά μέσα για την άρση ενδεχόμενης ασυμβατότητας του εθνικού δικαίου με το δίκαιο της Ένωσης (28). Κατά πάγια νομολογία, «[δ]εν συμβιβάζεται, συνεπώς, με τις επιταγές που είναι συμφυείς με την ίδια τη φύση του [δικαίου της Ένωσης] κάθε διάταξη εθνικής έννομης τάξης ή κάθε πρακτική, νομοθετική, διοικητική ή δικαστική, που θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αποτελεσματικότητας του [δικαίου της Ένωσης], αφαιρώντας από τον αρμόδιο για την εφαρμογή αυτού του δικαίου δικαστή την εξουσία να πράξει, και μάλιστα κατά τη στιγμή της εφαρμογής του, ό,τι είναι αναγκαίο για να [αφήσει ανεφάρμοστες] τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις που εμποδίζουν ενδεχομένως την πλήρη ανάπτυξη των αποτελεσμάτων των κανόνων του [δικαίου της Ένωσης]» (29).
42. Πράγματι, το αντικείμενο του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος αφορά ακριβώς το ανωτέρω ζήτημα. Εν ολίγοις, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει τι θα πρέπει να πράξει προκειμένου να άρει ενδεχόμενη ασυμβατότητα μεταξύ των διατάξεων του άρθρου 29 του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Ως εκ τούτου, τα επιχειρήματα περί αδυναμίας του αιτούντος δικαστηρίου, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του εθνικού δικαίου, να λάβει διορθωτικά μέτρα αφορούν τα αποτελέσματα που μπορούν να συνεπάγονται οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης τις οποίες αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης. Τα εν λόγω επιχειρήματα αφορούν σαφώς την ουσία του προδικαστικού ερωτήματος και, επομένως, δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα να κριθούν απαράδεκτα τα προδικαστικά ερωτήματα (30).
43. Στο πλαίσιο αυτό, προσθέτω ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Πολωνική Κυβέρνηση υπογράμμισε επίσης ότι τίποτε δεν εμποδίζει, de jure, έναν διάδικο να ζητήσει την εξαίρεση ενός ή περισσότερων δικαστών του εν λόγω δικαστικού σχηματισμού, με αποτέλεσμα να κινηθεί η σχετική για την εξέταση της εν λόγω αιτήσεως διαδικασία. Επιπλέον, υποθέτω ότι οι εθνικοί κανόνες περί αποχής δικαστών έχουν πλήρη εφαρμογή και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το γεγονός αυτό θα έπρεπε να παρακινεί κάθε δικαστή ο οποίος, υπό το πρίσμα της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση, θα μπορούσε να θεωρήσει ότι τίθεται ζήτημα αμεροληψίας ως προς το πρόσωπό του, να απόσχει εκουσίως από τη συμμετοχή του στον δικαστικό σχηματισμό.
44. Εν κατακλείδι, δεν εντοπίζω στη δικογραφία κανένα στοιχείο ικανό να ανατρέψει το τεκμήριο λυσιτέλειας που μνημονεύεται στο σημείο 18 των παρουσών προτάσεων. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι επίσης παραδεκτά.
Β. Επί της ουσίας
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
45. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι οι περιστάσεις του διορισμού ενός δικαστή μπορούν, αφ’ εαυτών, να υποδεικνύουν ότι ο δικαστής δεν πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, στοιχείο που συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως.
46. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σε εθνικό επίπεδο, απαντούν δύο νομολογιακές τάσεις σχετικά με το παραδεκτό της αιτήσεως διενέργειας ελέγχου ανεξαρτησίας και αμεροληψίας στο Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου). Σύμφωνα με μία από τις ερμηνείες των επίμαχων εθνικών διατάξεων (ήτοι του άρθρου 29 του νόμου περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου), η αίτηση για τη διενέργεια του εν λόγω ελέγχου δεν πρέπει μόνο να εκθέτει (και να αποδεικνύει) τις παράνομες περιστάσεις υπό τις οποίες διορίστηκε ο δικαστής, αλλά πρέπει επίσης να λαμβάνεται σε αυτήν υπόψη η συμπεριφορά του δικαστή κατόπιν του διορισμού καθώς και ο αντίκτυπος που είχε η μη τήρηση της απαίτησης περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας στην έκβαση της υπό κρίση υποθέσεως. Σύμφωνα με άλλη ερμηνεία της εθνικής διατάξεως, απλώς και μόνον οι περιστάσεις του διορισμού του δικαστή μπορεί να αρκούν για να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία ή την ανεξαρτησία του, οπότε δεν απαιτείται από τον αιτούντα να προσκομίσει προς τούτο περαιτέρω στοιχεία.
47. Φρονώ ότι το ζήτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο μπορεί να βρει απάντηση στη νομολογία του Δικαστηρίου.
48. Στην απόφαση Simpson, το Δικαστήριο έκρινε ότι πλημμέλεια κατά τον διορισμό των δικαστών μπορεί, αφ’ εαυτής, να συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως. Τούτο συμβαίνει όταν «η πλημμέλεια αυτή είναι τέτοιας φύσεως και σοβαρότητας ώστε να δημιουργείται πραγματικός κίνδυνος να μπορούν άλλες εξουσίες, ιδίως η εκτελεστική, να ασκήσουν αδικαιολόγητη διακριτική εξουσία θέτοντας σε κίνδυνο την ακεραιότητα του αποτελέσματος στο οποίο οδηγεί η διαδικασία διορισμού και δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό εύλογη αμφιβολία στους πολίτες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του ή των οικείων δικαστών, όπερ συμβαίνει οσάκις πρόκειται για θεμελιώδεις κανόνες που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της θεσπίσεως και της λειτουργίας του εν λόγω δικαιοδοτικού συστήματος» (31).
49. Στην απόφαση Ástráðsson, το τμήμα μείζονος συνθέσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατέληξε σε παρόμοιο συμπέρασμα. Εφάρμοσε ένα κριτήριο τριών σταδίων προκειμένου να καθορίσει αν ο παράνομος διορισμός συνεπάγεται, αυτός καθεαυτόν, προσβολή του δικαιώματος σε «δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα», το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Κατ’ ουσίαν, το ΕΔΔΑ εξέτασε αν: i) υπήρξε πρόδηλη παράβαση των εσωτερικών κανόνων περί διορισμού δικαστών, ii) η παράβαση αφορούσε κανόνα θεμελιώδους σημασίας για τον διορισμό δικαστών και iii) η παράβαση είχε πράγματι ελεγχθεί και αντιμετωπιστεί από τα εθνικά δικαστήρια. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ υπογράμμισε την ανάγκη να εκτιμάται η παράβαση «υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της απαιτήσεως περί “νομίμως λειτουργούντος [δικαστηρίου]”, ήτοι της διασφαλίσεως της ικανότητας του δικαστικού σώματος να ασκεί τα καθήκοντά του χωρίς αδικαιολόγητες παρεμβάσεις ώστε να διαφυλάσσεται με τον τρόπο αυτό το κράτος δικαίου και η διάκριση των εξουσιών». Συνακόλουθα, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι «παραβάσεις αμιγώς τεχνικού χαρακτήρα, οι οποίες δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της διαδικασίας διορισμού, πρέπει να θεωρούνται ως μη υπερβαίνουσες το οικείο όριο» (32).
50. Οι προαναφερθείσες αρχές επιβεβαιώνονται παγίως στη μεταγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου (33) και εφαρμόστηκαν συγκεκριμένα στην υπόθεση που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως Krajowa Rada Sądownictwa. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτη αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Sąd Najwyższy (Izba Kontroli Nadzwyczajnej i Spraw Publicznych) [Ανώτατο Δικαστήριο (τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων), Πολωνία]. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω του τρόπου διορισμού των δικαστών που τον απαρτίζουν, ο επίμαχος δικαστικός σχηματισμός δεν είχε την ιδιότητα ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που είχε προηγουμένως συσταθεί νομίμως, οπότε δεν αποτελούσε «δικαστήριο», κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (34).
51. Στο πλαίσιο αυτό, είναι ενδεχομένως χρήσιμο να υπομνησθεί ότι, στη νομολογία του, το Δικαστήριο επισημαίνει παγίως τη σημασία της διαδικασίας διορισμού των δικαστών. Το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι, λαμβανομένων υπόψη των ουσιωδών συνεπειών της εν λόγω διαδικασίας για την προσήκουσα λειτουργία και τη νομιμότητα της δικαστικής εξουσίας σε ένα δημοκρατικό κράτος το οποίο διέπεται από την αρχή του κράτους δικαίου, η διαδικασία του διορισμού των δικαστών συνιστά, κατ’ ανάγκην, εγγενές στοιχείο της έννοιας του «δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως» (35).
52. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι ορισμένες πλημμέλειες της διαδικασίας διορισμού των δικαστών μπορούν, αφ’ εαυτών, να υποδεικνύουν ότι οι οικείοι δικαστές δεν πληρούν τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν πρέπει να απαιτείται από τον διάδικο που εγείρει σχετικό ζήτημα να προσκομίζει συμπληρωματικά στοιχεία προς επίρρωση του ισχυρισμού περί πλημμελειών. Συναφώς, επισημαίνω ότι όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία οι οποίοι υπέβαλαν παρατηρήσεις –με ορισμένες διαφοροποιήσεις– συμμερίζονται το ως άνω συμπέρασμα.
53. Εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή φαίνεται να μετέβαλε κατά κάποιον τρόπο τη θέση που είχε υιοθετήσει στις γραπτές παρατηρήσεις της. Στο εν λόγω πλαίσιο, υπογράμμισε τη σημασία της εξετάσεως του αντικτύπου που μπορεί να έχει ένας παράνομος διορισμός σε συγκεκριμένη διαφορά, παραπέμποντας στις αποφάσεις Openbaar Ministerie, οι οποίες μνημονεύονται στην υποσημείωση 37 των παρουσών προτάσεων. Επισημαίνεται ότι οι εν λόγω υποθέσεις αφορούσαν εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (ΕΕΣ), βάσει της αποφάσεως πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ (36). Στις αποφάσεις του, το Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν ότι, σε περίπτωση κατά την οποία δικαστική αρχή εκτέλεσης διαθέτει στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας διορισμού των δικαστών, μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση μόνον εάν διαπιστώσει ότι, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι οι πλημμέλειες αυτές μπορούν να συνεπάγονται πραγματικό κίνδυνο προσβολής του δικαιώματος του ενδιαφερομένου σε δίκαιη δίκη ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως (37).
54. Είναι δυσχερές να αντιληφθώ επί ποίας βάσεως η Επιτροπή προβαίνει σε παραλληλισμό μεταξύ των ανωτέρω υποθέσεων.
55. Ο έλεγχος δύο σταδίων επινοήθηκε αρχικά στο πλαίσιο καταστάσεων που αφορούσαν την προστασία προσώπων τα οποία ενδέχεται να εκτεθούν σε παραβίαση της απόλυτης απαγόρευσης της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης (38) και στη συνέχεια επεκτάθηκε σε περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο το θεμελιώδες δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης (39). Ο εν λόγω έλεγχος αναπτύχθηκε και εφαρμόστηκε σε έναν σαφώς καθορισμένο τομέα του δικαίου, εναρμονισμένο σε επίπεδο Ένωσης. Με τις ως άνω αποφάσεις, το Δικαστήριο εισήγαγε, διά της νομολογιακής οδού, έναν άγραφο λόγο για την κατ’ εξαίρεση άρνηση εκτελέσεως ΕΕΣ (40).
56. Εντούτοις, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του Openbaar Ministerie, η δικαστική αρχή εκτέλεσης η οποία έχει στη διάθεσή της ενδείξεις συστημικών ή γενικευμένων πλημμελειών όσον αφορά την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας του κράτους μέλους εκδόσεως δεν δύναται να κρίνει ότι δεν έχει την ιδιότητα της «δικαστικής αρχής έκδοσης», κατά την έννοια της απόφασης-πλαισίου 2002/584, κάθε δικαστής και κάθε δικαστήριο του κράτους μέλους αυτού που ενεργεί ως εκ της φύσεώς του, με πλήρη ανεξαρτησία από την εκτελεστική εξουσία. Πράγματι, η ύπαρξη τέτοιων πλημμελειών δεν επηρεάζει κατ’ ανάγκην κάθε απόφαση την οποία ενδέχεται να εκδώσουν τα δικαστήρια του εν λόγω κράτους μέλους σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία –όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο– θα είχε ως αποτέλεσμα να επεκταθούν οι περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνωρίσεως πέραν των «εξαιρετικών περιστάσεων», με συνέπεια τον γενικευμένο αποκλεισμό της εφαρμογής των συγκεκριμένων αρχών συνολικά στο κράτος μέλος. Τούτο θα υπονόμευε, μεταξύ άλλων, την επίτευξη του σκοπού της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 και θα έθετε εν αμφιβόλω τις αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αμοιβαίας αναγνωρίσεως στις οποίες στηρίζεται η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο (41).
57. Επομένως, σε περιπτώσεις όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις Openbaar Ministerie, η συστημική αδυναμία του δικαστικού συστήματος συγκεκριμένου κράτους μέλους μπορεί να έχει ή μπορεί να μην να έχει αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο επιλύεται η διαφορά της κύριας δίκης. Αντιθέτως, στην υπό κρίση υπόθεση, ο εν λόγω αντίκτυπος μπορεί να είναι εγγενής στην επίμαχη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατάσταση. Όπως θα εξηγηθεί στην επόμενη ενότητα των παρουσών προτάσεων, ορισμένοι δικαστές του δικαστικού σχηματισμού μπορεί να κληθούν να αποφανθούν επί νομικού ζητήματος ως προς το οποίο ενδέχεται να έχουν προσωπικό συμφέρον, διότι η οικεία απόφασή τους θα μπορούσε να επηρεάσει τη δική τους νομική κατάσταση. Επομένως, ακόμη και αν εφαρμοζόταν η λογική στην οποία στηρίζονται οι αποφάσεις Openbaar Ministerie, ο κίνδυνος να έχει ενδεχομένως η έλλειψη αμεροληψίας των οικείων δικαστών αρνητικό αντίκτυπο σε διαφορές όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη είναι αυτονόητος.
58. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, φρονώ ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι οι περιστάσεις διορισμού δικαστή μπορούν, αφ’ εαυτών, να αποτελούν ένδειξη περί του ότι ο δικαστής δεν πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, αν οι περιστάσεις αυτές ενέχουν πλημμέλεια τέτοιας φύσεως και σοβαρότητας ώστε να προκαλούν στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του οικείου δικαστή.
2. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
59. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εξέταση του ζητήματος αν εθνικός δικαστής πληροί την απαίτηση περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας η οποία διενεργείται από δικαστικό σχηματισμό στον οποίο μετέχουν δικαστές οι οποίοι, λόγω του τρόπου διορισμού τους, ενδέχεται να βρίσκονται σε θέση αντίστοιχη με εκείνη του δικαστή που αποτελεί το αντικείμενο του ελέγχου.
60. Φρονώ ότι στο εν λόγω ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
61. Είναι περιττό να υπογραμμίσω εκ προοιμίου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ και το άρθρο 47 του Χάρτη, οποιοσδήποτε δικαστικός σχηματισμός με αρμοδιότητες σε τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, ο οποίος ενεργεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη διαφορά, πρέπει να πληροί την απαίτηση περί ανεξαρτησίας των δικαστών.
62. Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι το άρθρο 19 ΣΕΕ συγκεκριμενοποιεί την αξία του κράτους δικαίου που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ (42). Το δικαίωμα αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου από ανεξάρτητο δικαστήριο –το οποίο πλέον κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη– είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την «ύπαρξη κράτους δικαίου» (43). Οι εγγυήσεις για την πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο αποτελούν, με τη σειρά τους, τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη (44).
63. Κατά πάγια νομολογία, η έννοια της «ανεξαρτησίας των δικαστών» κατά το δίκαιο της Ένωσης περιλαμβάνει δύο πτυχές. Η πρώτη, εξωτερική πτυχή, προϋποθέτει ότι το σχετικό όργανο ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση υπαγωγής έναντι οποιουδήποτε και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προελεύσεως και ότι, ως εκ τούτου, προστατεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν την ανεξάρτητη κρίση των μελών του και να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους (45).
64. Η δεύτερη πτυχή –η οποία αφορά την υπό κρίση υπόθεση–, εσωτερικής φύσεως, είναι παρεμφερής προς την έννοια της «αμεροληψίας». Συναρτάται προς την τήρηση ίσων αποστάσεων ως προς τους διαδίκους και τα αντιπαρατιθέμενα συμφέροντά τους σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς. Η πτυχή αυτή επιτάσσει την τήρηση αντικειμενικότητας και την απουσία κάθε συμφέροντος ως προς την επίλυση της διαφοράς πέραν της αυστηρής εφαρμογής του κανόνα δικαίου (46).
65. Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας D. Ruiz-Jarabo Colomer στις προτάσεις του στην υπόθεση De Coster, η αμεροληψία απαιτεί από τους δικαστές να κρατούν «ψυχολογική στάση αρχικής αδιαφορίας» όσον αφορά τις διαφορές, προκειμένου να τηρούν (και να φαίνεται ότι τηρούν) ίσες αποστάσεις έναντι των διαδίκων (47). Γενικότερα, θα έλεγα ότι η αμεροληψία επιτάσσει οι δικαστές να μην έχουν ίδιο συμφέρον στις διαφορές που εκδικάζουν, ούτε να επιδεικνύουν μεροληπτική συμπεριφορά ή προσωπική προκατάληψη σε αυτές και να αντιμετωπίζουν όλους τους διαδίκους με ισότιμο και δίκαιο τρόπο. Οι αρχές αυτές αποτυπώνονται στο λατινικό ρητό, το οποίο μνημονεύεται στην εισαγωγή των παρουσών προτάσεων, nemo iudex in causa sua –το οποίο εμφανίζεται σε αρκετές προτάσεις γενικών εισαγγελέων (48) καθώς και σε αποφάσεις του ΕΔΔΑ (49).
66. Κατά τη γνώμη μου, είναι προφανές ότι, σε υπόθεση στην οποία ζητήματα ανεξαρτησίας συγκεκριμένου δικαστή εξετάζονται από δικαστικό σχηματισμό, τα ίδια τα μέλη του εν λόγω δικαστικού σχηματισμού δεν πρέπει να επηρεάζονται από όμοια ζητήματα. Τούτο σημαίνει ότι, όταν αμφισβητείται η ανεξαρτησία δικαστή επί τη βάσει προβαλλόμενης ως παράνομης διαδικασίας διορισμού, οι δικαστές που εξετάζουν την υπόθεση δεν πρέπει να έχουν διορισθεί με την ίδια (ή ισοδύναμη) διαδικασία.
67. Σε αντίθετη περίπτωση, οι ως άνω δικαστές μπορεί να μην είναι –ή, να μη φαίνεται ότι είναι– αδιάφοροι όσον αφορά τα επίμαχα νομικά ζητήματα, δεδομένου ότι θα αποφάσιζαν επί ζητήματος το οποίο τους επηρεάζει άμεσα. Η ιδιότητά τους ως ανεξάρτητων δικαστών θα μπορούσε, πράγματι, να τεθεί εν αμφιβόλω αν έπρεπε να αποφανθούν επί των ζητημάτων που εγείρεικάποιος διάδικος. Κατά συνέπεια, η πλειονότητα των πολιτών θα είχε πιθανώς τη γνώμη ότι οι εν λόγω δικαστές έχουν προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της διαδικασίας και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να είναι πλήρως αμερόληπτοι.
68. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι, οσάκις η ανεξαρτησία ή η αμεροληψία δικαστή ελέγχεται από δικαστικό σχηματισμό, λόγω προβαλλόμενης ως παράνομης διαδικασίας διορισμού, οι δικαστές που εξετάζουν την υπόθεση δεν πρέπει να έχουν διορισθεί με την ίδια ή ισοδύναμη διαδικασία.
3. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
69. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο το οποίο ελέγχει την ανεξαρτησία ορισμένων δικαστών υποχρεούται να μην περιλάβει στον δικαστικό σχηματισμό που διενεργεί την αξιολόγηση δικαστές οι οποίοι μπορεί να μην είναι ή μπορεί να μη φαίνεται ότι είναι αμερόληπτοι και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν για τον σκοπό αυτό.
70. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη, αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα (50).
71. Επομένως, αν εθνική νομοθεσία ή πρακτική είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την άρση της ασυμβατότητας αυτής, προκειμένου να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα των απαιτήσεων του δικαίου της Ένωσης στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί, εγγυούμενο με τον τρόπο αυτόν το δικαίωμα των ενδιαφερόμενων διαδίκων σε δίκαιη δίκη (51).
72. Το συγκεκριμένο μέτρο το οποίο το αιτούν δικαστήριο θα μπορούσε (ή θα όφειλε) πράγματι να λάβει εν προκειμένω εξαρτάται κυρίως από το εθνικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, ελλείψει εναρμονίσεως των εθνικών διαδικασιών, απόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίσει τους λεπτομερείς δικονομικούς κανόνες σχετικά με τα μέσα ένδικης προστασίας για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης. Τούτο ισχύει όμως υπό τον όρο ότι οι εθνικοί κανόνες δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους διέποντες παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (52).
73. Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η εφαρμογή της σχετικής εθνικής νομοθεσίας –όπως αυτή έχει, ή απλώς όπως ερμηνεύεται αυτή τη στιγμή– συνεπάγεται προσβολή του ατομικού δικαιώματος σε πραγματική προσφυγή και σε δίκαιη δίκη, το εν λόγω δικαστήριο θα μπορούσε να ερμηνεύσει τους εθνικούς κανόνες κατά τρόπο που να συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης (53) ή, ενδεχομένως, να αφήσει ανεφάρμοστες τις επίμαχες εθνικές διατάξεις (54), προκειμένου να αποκλείσει τους δικαστές που μπορεί να μη διαθέτουν, ή μπορεί να φαίνεται ότι δεν διαθέτουν, την αναγκαία αμεροληψία όσον αφορά την εκάστοτε υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν τους.
74. Τούτο θα μπορούσε να συνεπάγεται, επί παραδείγματι, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη αίτηση θα εξεταζόταν από σχηματισμό αποτελούμενο από μικρότερο αριθμό δικαστών ή ότι, κατόπιν νέας κλήρωσης, θα μπορούσαν να επιλεγούν άλλοι δικαστές για τη συμπλήρωση του πενταμελούς δικαστικού σχηματισμού. Ασφαλώς, υπάρχουν και άλλα μέτρα που θα μπορούσαν να προβλεφθούν. Κατ’ αρχήν, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει κάποιο συγκεκριμένο μέτρο, εφόσον το προβλεπόμενο από το εθνικό δίκαιο μέτρο διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των αρχών που απορρέουν από το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ και από το άρθρο 47 του Χάρτη.
75. Όπως εκτέθηκε στα σημεία 24, 38 και 43 των παρουσών προτάσεων, φαίνεται να υπάρχουν γενικές αρχές και κανόνες του εθνικού δικαίου που μπορούν να καλύψουν το κενό το οποίο ενδεχομένως δημιουργείται από την έλλειψη ειδικών κανόνων, στον νόμο περί του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για την αντιμετώπιση καταστάσεων όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης.
76. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι οι δικαστές οι οποίοι μπορεί να μη διαθέτουν, ή μπορεί να φαίνεται ότι δεν διαθέτουν, την αναγκαία αμεροληψία κατά τον έλεγχο υποθέσεως που αφορά την ανεξαρτησία των δικαστών πρέπει να αποκλείονται από τον δικαστικό σχηματισμό που επιλαμβάνεται της υποθέσεως. Εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη του ενδιαφερομένου κράτους μέλους να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες που διασφαλίζουν ότι της οικείας υποθέσεως θα επιληφθεί δικαστικός σχηματισμός ο οποίος πληροί τις απαιτήσεις που απορρέουν από το θεμελιώδες δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου.
V. Πρόταση
77. Εν κατακλείδι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Sąd Najwyższy (Ανώτατο Δικαστήριο, Πολωνία) ως εξής:
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, ΣΕΕ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι:
1) Οι περιστάσεις διορισμού δικαστή μπορούν, αφ’ εαυτών, να αποτελούν ένδειξη περί του ότι ο δικαστής δεν πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, αν οι περιστάσεις αυτές ενέχουν πλημμέλεια τέτοιας φύσεως και σοβαρότητας ώστε να προκαλούν στους πολίτες εύλογες αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία και την αμεροληψία του οικείου δικαστή.
2) Οσάκις η ανεξαρτησία ή η αμεροληψία δικαστή ελέγχεται από δικαστικό σχηματισμό, λόγω προβαλλόμενης ως παράνομης διαδικασίας διορισμού, οι δικαστές που εξετάζουν την υπόθεση δεν πρέπει να έχουν διορισθεί με την ίδια ή ισοδύναμη διαδικασία.
3) Οι δικαστές οι οποίοι μπορεί να μη διαθέτουν, ή μπορεί να φαίνεται ότι δεν διαθέτουν, την αναγκαία αμεροληψία κατά τον έλεγχο υποθέσεως που αφορά την ανεξαρτησία των δικαστών πρέπει να αποκλείονται από τον δικαστικό σχηματισμό που επιλαμβάνεται της υποθέσεως. Εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη του ενδιαφερομένου κράτους μέλους να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες που διασφαλίζουν ότι της οικείας υποθέσεως θα επιληφθεί δικαστικός σχηματισμός ο οποίος πληροί τις απαιτήσεις που απορρέουν από το θεμελιώδες δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
i H ονομασία της παρούσας υπόθεσης είναι πλασματική. Δεν αντιστοιχεί στο πραγματικό όνομα κανενός διαδίκου.
2 Βλ., μεταξύ άλλων, Yale, D. E. C., «Iudex in propria causa: An historical excursus», The Cambridge Law Journal, τόμος 33, τεύχος 1, 1974, σ. 80 έως 96, και Neudorf, L., «Judicial independence: The judge as a third party to the dispute», Oxford University Comparative Law Forum 2, 2015.
3 Κώδικας 3.5.1:«neminem sibi esse iudicem vel ius sibi dicere debere» (ουδείς αποφαίνεται επί δικής του υποθέσεως ούτε ερμηνεύει τον νόμο για τον εαυτό του).
4 Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Τ. Ćapeta στην υπόθεση Vivacom Bulgaria (C‑369/23, EU:C:2024:612, σημείο 1).
5 Η λέξη «προηγουμένως» απαντά μόνον στο άρθρο 47 του Χάρτη.
6 Επί παραδείγματι, στο άρθρο 30, παράγραφος 2, του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
7 Επί παραδείγματι, στην αρχή 2 των Βασικών αρχών για την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας που υιοθετήθηκαν στις 6 Σεπτεμβρίου 1985 από το έβδομο Συνέδριο των Ηνωμένων Εθνών για την πρόληψη του εγκλήματος και τη μεταχείριση των παραβατών που πραγματοποιήθηκε στο Μιλάνο από τις 26 Αυγούστου έως τις 6 Σεπτεμβρίου 1985.
8 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑619/18, EU:C:2019:531)· της 5ης Νοεμβρίου 2019, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία των τακτικών δικαστηρίων) (C‑192/18, EU:C:2019:924)· καθώς και της 19ης Νοεμβρίου 2019, A. K. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18, EU:C:2019:982).
9 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 22ας Ιουλίου 2021, Reczkowicz κατά Πολωνίας (CE:ECHR:2021:0722JUD004344719)· της 8ης Νοεμβρίου 2021, Dolińska-Ficek και Ozimek κατά Πολωνίας (CE:ECHR:2021:1108JUD004986819), και της 15ης Μαρτίου 2022, Grzęda κατά Πολωνίας (CE:ECHR:2022:0315JUD004357218).
10 Dz.U. του 2018, θέση 5.
11 Dz.U. του 2022, θέση 1259.
12 ΕΕ 2012, L 351, σ. 1.
13 Πρβλ. απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2025, Sąd Rejonowy w Białymstoku και Adoreikė (C‑146/23 και C‑374/23, EU:C:2025:109, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
14 Όπ.π.
15 Πρβλ. απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2024, G. κ.λπ. (Διορισμός δικαστών στα τακτικά δικαστήρια στην Πολωνία) (C‑181/21 και C‑269/21, στο εξής: απόφαση G. κ.λπ., EU:C:2024:1, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
16 Βλ. συναφώς, απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Miasto Łowicz και Prokurator Generalny (C‑558/18 and C‑563/18, στο εξής: απόφαση Miasto Łowicz, EU:C:2020:234, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
17 Συναφώς, βλ. απόφαση Miasto Łowicz (σκέψεις 49 έως 52).
18 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2019, Α. Κ. κ.λπ. (Ανεξαρτησία του πειθαρχικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου) (C‑585/18, C‑624/18 και C‑625/18, EU:C:2019:982, σκέψεις 99 και 100)· της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα έκτακτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός) (C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψεις 93 και 94)· καθώς και της 16 Νοεμβρίου 2021, Prokuratura Rejonowa w Mińsku Mazowieckim κ.λπ. (C‑748/19 έως C‑754/19, στο εξής: απόφαση Prokuratura Rejonowa, EU:C:2021:931, σκέψεις 48 και 49).
19 Βλ., επί παραδείγματι, διατάξεις της 6ης Σεπτεμβρίου 2018, Di Girolamo (C‑472/17, EU:C:2018:684), και της 17ης Δεκεμβρίου 2019, Di Girolamo (C‑618/18, EU:C:2019:1090).
20 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Μαρτίου 1998, Djabali (C‑314/96, EU:C:1998:104, σκέψεις 21 και 22).
21 Βλ., ιδίως, απόφαση G. κ.λπ. (σκέψεις 74 έως 80).
22 Βλ., επί παραδείγματι, διατάξεις της 5ης Ιουνίου 2014, Antonio Gramsci Shipping κ.λπ. (C‑350/13, EU:C:2014:1516, σκέψεις 11 και 12), και της 10ης Φεβρουαρίου 2015, Liivimaa Lihaveis (C‑175/13, EU:C:2015:80, σκέψη 20).
23 Βλ., επί παραδείγματι, διάταξη της 16ης Μαΐου 1994, Monin Automobiles (C‑428/93, EU:C:1994:192, σκέψεις 12 έως 15), και απόφαση Prokuratura Rejonowa (σκέψεις 93 και 94).
24 Πρβλ. απόφαση Miasto Łowicz (σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
25 Βλ. σκέψεις 40 έως 50 της αποφάσεως Prokuratura Rejonowa. Βλ., επίσης, αναλυτικά, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στις ίδιες υποθέσεις (EU:C:2021:403, στο εξής: προτάσεις στην υπόθεση Prokuratura Rejonowa, σημεία 48 έως 66 και 73 έως 129).
26 Απόφαση G. κ.λπ. (σκέψεις 69 έως 72).
27 Προτάσεις στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Prokuratura Rejonowa w Mińsku Mazowieckim κ.λπ. (C‑748/19 έως C‑754/19, EU:C:2021:403, σημεία 63 έως 66).
28 Βλ. προτάσεις στην υπόθεση Prokuratura Rejonowa (σημείο 90).
29 Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1978, Simmenthal (106/77, EU:C:1978:49, σκέψεις 22 και 23), και της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, Winner Wetten (C‑409/06, EU:C:2010:503, σκέψεις 56 και 57).
30 Πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός) (C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 90 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Απόφαση της 26ης Μαρτίου 2020, Επανεξέταση Simpson κατά Συμβουλίου και HG κατά Επιτροπής (C‑542/18 RX-II και C‑543/18 RX-II, EU:C:2020:232, σκέψη 75).
32 Απόφαση του ΕΔΔΑ της 1ης Δεκεμβρίου 2020, Guðmundur Andri Ástráðsson κατά Ισλανδίας (CE:ECHR:2020:1201JUD002637418 § 244 έως 252).
33 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, W.Ż. (Τμήμα εκτάκτου ελέγχου και δημοσίων υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου – Διορισμός) (C‑487/19, EU:C:2021:798, σκέψη 130), και της 29ης Μαρτίου 2022, Getin Noble Bank (C‑132/20, EU:C:2022:235, σκέψη 122).
34 Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, Krajowa Rada Sądownictwa (Παραμονή δικαστή σε ενεργό υπηρεσία) (C‑718/21, EU:C:2023:1015, σκέψεις 30 έως 78).
35 Όπ.π. (σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ 2002, L 190, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί.
37 Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Ανεξαρτησία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος) (C‑354/20 PPU και C‑412/20 PPU, EU:C:2020:1033), και της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος) (C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100).
38 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru (C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198).
39 Βλ. απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος) (C‑216/18 PPU, EU:C:2018:586).
40 Βλ., συναφώς, προτάσεις μου στην υπόθεση M. D. (C‑819/21, EU:C:2023:386, σημεία 30 έως 34).
41 Πρβλ. αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Openbaar Ministerie (Ανεξαρτησία της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος) (C‑354/20 PPU και C‑412/20 PPU, EU:C:2020:1033, σκέψεις 41 έως 43), και της 22ας Φεβρουαρίου 2022, Openbaar Ministerie (Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως στο κράτος μέλος έκδοσης του εντάλματος) (C‑562/21 PPU και C‑563/21 PPU, EU:C:2022:100, σκέψεις 63 και 82 έως 102).
42 Πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών) (C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Πρβλ. απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses (C‑64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44 Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών) (C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 71).
45 Βλ., προσφάτως, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2024, Vivacom Bulgaria (C‑369/23, EU:C:2024:1043, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Όπ.π. (σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
47 C‑17/00, EU:C:2001:366, σημείο 93, με παραπομπή στα κείμενα του νομομαθούς P. Calamandrei.
48 Βλ. μεταξύ άλλων, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα G. Hogan στην υπόθεση Banco de Santander (C‑274/14, EU:C:2019:802, σημείο 31)· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Bobek στην υπόθεση Adler Real Estate κ.λπ. (C‑546/18, EU:C:2021:219, σημείο 64)· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ε. Tanchev στην υπόθεση A. B. κ.λπ. (Διορισμός Δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο – Προσφυγές) (C‑824/18, EU:C:2020:1053, σημείο 134), και προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Τ. Ćapeta στην υπόθεση Vivacom Bulgaria (C‑369/23, EU:C:2024:612, σημείο 28).
49 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23ης Νοεμβρίου 2023, Wałęsa κατά Πολωνίας (CE:ECHR:2023:1123JUD005084921 § 180).
50 Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών) (C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
51 Όπ.π. (σκέψη 228 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
52 Βλ., προσφάτως, απόφαση της 3ης Απριλίου 2025, Κυπριακή Δημοκρατία (C‑283/24, EU:C:2025:236, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
53 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι η αρχή της σύμφωνης προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνείας επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό, να τροποποιούν, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την πάγια εθνική νομολογία σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου η οποία δεν συνάδει με τους σκοπούς του δικαίου της Ένωσης. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν ορθή η κρίση εθνικού δικαστηρίου ότι αδυνατεί, ιδίως, να ερμηνεύσει εθνική διάταξη σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης απλώς και μόνον επειδή η οικεία διάταξη ερμηνεύεται παγίως κατά τρόπο μη σύμφωνο προς το δίκαιο της Ένωσης. Πρβλ. απόφαση της 30ής Απριλίου 2025, CT (C‑370/24, EU:C:2025:300, σκέψεις 44 και 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54 Βλ., με περαιτέρω παραπομπές, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2019, Popławski (C‑573/17, EU:C:2019:530, σκέψη 58).