Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
RIMVYDAS NORKUS
της 6ης Μαρτίου 2025 (1)
Υπόθεση C‑656/23 [Karaman] (i)
B
κατά
Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid
[αίτηση του rechtbank Noord-Holland
(πρωτοδικείου της επαρχίας της Βόρειας Ολλανδίας, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
« Προδικαστική παραπομπή – Πολιτική ασύλου – Οδηγία 2011/95/EΕ – Απαιτήσεις για την αναγνώριση ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας – Αναγνωριστικός χαρακτήρας του καθεστώτος πρόσφυγα – Άρθρο 13 – Αιτιολογική σκέψη 21 – Άδεια διαμονής – Άρθρο 24, παράγραφος 1 – Καθορισμός της ημερομηνίας κατά την οποία αρχίζει να ισχύει άδεια διαμονής χορηγηθείσα σε πρόσφυγα – Οδηγία 2013/32/EΕ – Κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας – Άρθρο 6 – Ημερομηνία κατά την οποία αίτηση “υποβάλλεται”, “καταχωρίζεται” ή “κατατίθεται” – Περισσότερο ευνοϊκές εθνικές διατάξεις »
I. Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως (2) παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει περαιτέρω την έννοια του καθεστώτος πρόσφυγα και τα δικαιώματα που συνδέονται με αυτό. Το Δικαστήριο καλείται να εξακριβώσει αν ο αναγνωριστικός χαρακτήρας της χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα έχει έννομες συνέπειες όσον αφορά τον καθορισμό της ημερομηνίας κατά την οποία αρχίζει να ισχύει η άδεια διαμονής η οποία έχει παρασχεθεί από κράτος μέλος σε πρόσφυγα. Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη πρέπει να χορηγούν στους δικαιούχους του καθεστώτος πρόσφυγα άδεια διαμονής το συντομότερο μετά τη χορήγηση διεθνούς προστασίας (3), ανακύπτει το ερώτημα αν η εν λόγω άδεια αρχίζει να ισχύει αναδρομικά από τη στιγμή που το εν λόγω πρόσωπο έχει δικαίωμα να του χορηγηθεί το καθεστώς πρόσφυγα ή σε άλλο χρονικό σημείο.
2. Το rechtbank Noord-Holland (πρωτοδικείο της επαρχίας της Βόρειας Ολλανδίας, Κάτω Χώρες) ζητεί να διευκρινιστεί, ειδικότερα, αν το χρονικό σημείο κατά το οποίο τίθεται σε ισχύ η άδεια διαμονής που χορηγείται σε πρόσφυγα καθορίζεται από το άρθρο 6 της οδηγίας 2013/32 (4) και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν κρίσιμη είναι η ημερομηνία της υποβολής, της καταχωρίσεως ή της καταθέσεως της αιτήσεως διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη. Σε περίπτωση που άδεια διαμονής χορηγηθείσα σε πρόσφυγα δεν αρχίζει να ισχύει «[ό]ταν ένα πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας» σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις διαδικασίες, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται πώς τούτο μπορεί να συμβιβαστεί με το άρθρο 13 και την αιτιολογική σκέψη 21 της οδηγίας για την αναγνώριση, που κάνουν λόγο για την υποχρέωση των κρατών μελών να χορηγούν το καθεστώς πρόσφυγα στα πρόσωπα που πληρούν τα σχετικά κριτήρια χαρακτηρισμού και για τον αναγνωριστικό χαρακτήρα της εν λόγω πράξεως.
3. Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εντάσσεται στο πλαίσιο των προβαλλόμενων (εκτεταμένων) καθυστερήσεων στην εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας και της συνακόλουθης αναβολής, σε ορισμένες περιπτώσεις, της απόκτησης ή της απόλαυσης των δικαιωμάτων –όπως το δικαίωμα άδειας διαμονής– που παρέχονται από το δίκαιο της Ένωσης στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία για την αναγνώριση
4. Η αιτιολογική σκέψη 21 της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«Η αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα είναι πράξη με αναγνωριστικό χαρακτήρα».
5. Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[…]
δ) “πρόσφυγας”, ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας ή ο ανιθαγενής ο οποίος, ευρισκόμενος εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του για τους ίδιους προαναφερθέντες λόγους, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν […]
ε) “καθεστώς πρόσφυγα”, η εκ μέρους κράτους μέλους αναγνώριση υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς ως πρόσφυγα·
[…]».
6. Κατά το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα»:
«Τα κράτη μέλη χορηγούν το καθεστώς πρόσφυγα σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ.»
7. Το άρθρο 24, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Άδειες διαμονής», ορίζει τα εξής:
«Το συντομότερο μετά τη χορήγηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας […] εάν δεν υφίστανται επιτακτικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης περί του αντιθέτου, τα κράτη μέλη χορηγούν στους δικαιούχους καθεστώτος του πρόσφυγα άδεια διαμονής, η οποία πρέπει να ισχύει για μία τριετία τουλάχιστον και να είναι ανανεώσιμη.»
Η οδηγία για τις διαδικασίες
8. Το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Πρόσβαση στη διαδικασία», ορίζει τα εξής:
«1. Όταν ένα πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας σε αρχή αρμόδια για την καταχώριση των αιτήσεων αυτών δυνάμει του εθνικού δικαίου, η καταχώριση γίνεται το αργότερο τρεις εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή της αίτησης.
[…]
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το πρόσωπο το οποίο έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας να έχει πραγματική δυνατότητα να την καταθέσει το ταχύτερο δυνατό. […]
3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας να κατατίθενται αυτοπροσώπως και/ή σε καθορισμένο χώρο.
4. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 3, θεωρείται ότι έχει κατατεθεί αίτηση διεθνούς προστασίας, όταν οι αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους λαμβάνουν έντυπο το οποίο έχει υποβάλει ο αιτών ή, όταν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, επίσημη έκθεση.
[…]»
9. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Δικαίωμα παραμονής στο κράτος μέλος έως ότου εξετασθεί η αίτηση», ορίζει τα εξής:
«Στους αιτούντες επιτρέπεται να παραμείνουν στο κράτος μέλος, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, μέχρις ότου η αποφαινόμενη αρχή λάβει την απόφασή της σύμφωνα με τις πρωτοβάθμιες διαδικασίες που ορίζονται στο κεφάλαιο III. Το εν λόγω δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής.»
10. Το άρθρο 31, το οποίο επιγράφεται «Διαδικασία εξέτασης», ορίζει τα εξής:
«[…]
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η διαδικασία εξέτασης ολοκληρώνεται το ταχύτερο δυνατό με την επιφύλαξη κατάλληλης και πλήρους εξέτασης.
3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η διαδικασία εξέτασης ολοκληρώνεται εντός έξι μηνών από την κατάθεση της αίτησης.
[…]
Τα κράτη μέλη δύνανται να παρατείνουν την προθεσμία των έξι μηνών που ορίζεται στην παρούσα παράγραφο για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από εννέα επιπλέον μήνες […]
[…]
Κατ’ εξαίρεση, τα κράτη μέλη, σε δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις, υπερβαίνουν τις προθεσμίες της παρούσας παραγράφου κατά τρεις μήνες το πολύ, εφόσον είναι απαραίτητο για την κατάλληλη και πλήρη εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας.
[…]»
Η οδηγία 2013/33/ΕΕ (5)
11. Το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Επίσημα έγγραφα», ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, εντός τριών ημερών από την πρώτη υποβολή αίτησης παροχής διεθνούς προστασίας, χορηγείται στον αιτούντα έγγραφο το οποίο εκδίδεται στο όνομά του/της και το οποίο πιστοποιεί ότι πρόκειται για αιτούντα ή ότι του/της επιτρέπεται να παραμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους επί όσο διάστημα εκκρεμεί ή εξετάζεται η αίτησή του/της.
Αν το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα στο σύνολο ή σε τμήμα του εδάφους του κράτους μέλους, το έγγραφο πιστοποιεί επίσης το γεγονός αυτό.
[…]
4. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για να παρέχουν στους αιτούντες το έγγραφο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το οποίο πρέπει να ισχύει καθόσο χρόνο οι αιτούντες επιτρέπεται να παραμείνουν στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
[…]»
12. Το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Διαμονή και ελευθερία κυκλοφορίας», ορίζει τα εξής:
«1. Οι αιτούντες μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής ή στην περιοχή την οποία τους ορίζει αυτό το κράτος μέλος. Η οριζόμενη περιοχή δεν θίγει την αναπαλλοτρίωτη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής και αφήνει αρκετά περιθώρια για την εξασφάλιση της πρόσβασης σε όλα τα πλεονεκτήματα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.
[…]»
Β. Το ολλανδικό δίκαιο
Ο νόμος περί αλλοδαπών
13. Ο Vreemdelingenwet (νόμος περί αλλοδαπών), της 23ης Νοεμβρίου 2000 (6), στο άρθρο 28 ορίζει τα εξής:
«1. [Ο καθού] έχει την εξουσία:
α) να δεχθεί την αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου, να την απορρίψει, να μην την εξετάσει, να την κηρύξει απαράδεκτη ή να αρνηθεί να την λάβει υπόψη του· […]».
14. Το άρθρο 29 του εν λόγω νόμου ορίζει τα εξής:
«1. Άδεια διαμονής ορισμένου χρόνου, κατά το [άρθρο 28], μπορεί να χορηγηθεί σε αλλοδαπό:
α) ο οποίος απολαύει του καθεστώτος πρόσφυγα, ή
[…]».
15. Κατά το άρθρο 44 του εν λόγω νόμου:
«[…]
2. Αν η αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής ορισμένου χρόνου κατά το άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχείο a, γίνει δεκτή, η εν λόγω άδεια χορηγείται από την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως.»
III. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16. Στις 10 Οκτωβρίου 2021 ο B (στο εξής: προσφεύγων), υπήκοος τρίτης χώρας, μετέβη στο κέντρο υποδοχής Ter Apel της Immigratie- en Naturalisatiedienst (υπηρεσίας μετανάστευσης και πολιτογράφησης, Κάτω Χώρες, στο εξής: IND) προκειμένου να υποβάλει αίτηση ασύλου. Η καταχώριση της εν λόγω αιτήσεως πραγματοποιήθηκε αυθημερόν. Από την ημερομηνία αυτή ο προσφεύγων διέμενε νόμιμα στις Κάτω Χώρες, απέλαυε των όρων υποδοχής των αιτούντων άσυλο και δεν διέτρεχε πλέον κίνδυνο απελάσεως (κίνδυνο επαναπροωθήσεως).
17. Στις 20 Οκτωβρίου 2021 η IND, η οποία υπάγεται στην αρμοδιότητα του Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (υφυπουργού Δικαιοσύνης και Ασφάλειας, Κάτω Χώρες, στο εξής: καθού), χορήγησε στον προσφεύγοντα το τυποποιημένο εθνικό έντυπο αιτήσεως διεθνούς προστασίας, το έντυπο M35‑H, το οποίο αυτός υπέγραψε και κατέθεσε αυθημερόν.
18. Με απόφαση της 26ης Αυγούστου 2022, ο καθού χορήγησε στον προσφεύγοντα διεθνή προστασία, δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο a, του νόμου περί αλλοδαπών (7). Σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, του ως άνω νόμου, η εν λόγω απόφαση άρχισε να ισχύει στις 20 Οκτωβρίου 2021, ήτοι την ημερομηνία που ο προσφεύγων κατέθεσε το έντυπο αιτήσεως M35‑H. Στον προσφεύγοντα χορηγήθηκε άδεια διαμονής από τις 20 Οκτωβρίου 2021 έως τις 20 Οκτωβρίου 2026.
19. Ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αμφισβητώντας την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της άδειας διαμονής του. Θεωρεί ότι η άδεια διαμονής αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών άσυλο γνωστοποιεί την βούλησή του να του χορηγηθεί άσυλο. Τούτο συμβαίνει όταν ο αιτών άσυλο υποβάλλει αίτηση δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις διαδικασίες – εν προκειμένω, στις 10 Οκτωβρίου 2021.
20. Κατά τον προσφεύγοντα, το γεγονός ότι η άδεια διαμονής δεν αναπτύσσει αποτελέσματα μέχρι την πλήρωση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που έχει θέσει ο καθού για την κατάθεση αιτήσεως διεθνούς προστασίας θίγει τον αναγνωριστικό χαρακτήρα του καθεστώτος πρόσφυγα όπως έχει επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο (8) και αντιβαίνει στο άρθρο 13 της οδηγίας για την αναγνώριση. Αντιβαίνει επίσης στην πρακτική αποτελεσματικότητα και τον σκοπό της οδηγίας για τις διαδικασίες, διότι ο προσφεύγων εξαρτάται αδικαιολόγητα από τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά το δικαίωμα ασύλου, τη δυνατότητα ασκήσεως των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 18 (δικαίωμα ασύλου) του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και την απόκτηση του καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος δυνάμει της οδηγίας 2003/109/ΕΚ (9). Η άσκηση του δικαιώματος ασύλου δεν πρέπει να εξαρτάται από τον φόρτο εργασίας των αρμόδιων αρχών ή από τις πολιτικές επιλογές των κρατών μελών όσον αφορά τη στελέχωση των εν λόγω αρχών, οι δε αιτούντες άσυλο δεν πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετωπίσεως με μοναδικό κριτήριο τον χρόνο στον οποίο είναι σε θέση να καταθέσουν επίσημη αίτηση διεθνούς προστασίας.
21. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις διαδικασίες, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η διαδικασία εξέτασης ολοκληρώνεται το ταχύτερο δυνατό. Το άρθρο 31, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας επισημαίνει ότι η προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ληφθεί η απόφαση αρχίζει από την κατάθεση της αιτήσεως διεθνούς προστασίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εισάγεται ρητώς εξαίρεση από την παραδοχή ότι μπορεί να γίνει επίκληση των δικαιωμάτων που διαλαμβάνονται στην οδηγία για τις διαδικασίες ήδη από την «υποβολή» της αιτήσεως. Εξ αυτού μπορεί να συναχθεί ότι όλα τα δικαιώματα ισχύουν από τον χρόνο της «υποβολής» της αιτήσεως, εκτός αν η οδηγία για τις διαδικασίες προβλέπει διαφορετική ημερομηνία.
22. Κατά τον καθού, το άρθρο 44 του νόμου περί αλλοδαπών συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης. Βάσει του εν λόγω νόμου, μια αίτηση ασύλου θεωρείται ότι έχει παραληφθεί μόνον μετά την κατάθεσή της κατά τον προβλεπόμενο τρόπο. Ο προσφεύγων εξέφρασε τη βούλησή του να ζητήσει άσυλο στις 10 Οκτωβρίου 2021. Η εν λόγω βούλησή του καταχωρίστηκε αυθημερόν. Στις 20 Οκτωβρίου 2021 ολοκληρώθηκαν οι τυπικές προϋποθέσεις με την υπογραφή του εντύπου της αιτήσεως και ξεκίνησε η διαδικασία χορηγήσεως ασύλου. Χορηγήθηκε στον αιτούντα άδεια διαμονής με ισχύ από την ημερομηνία της αιτήσεώς του, ήτοι από τις 20 Οκτωβρίου 2021. Ο καθού υποστηρίζει ότι τούτο συνάδει με το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση και με την απαίτηση να χορηγείται ανανεώσιμη άδεια διαμονής «το συντομότερο μετά τη χορήγηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας». Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ του καθεστώτος πρόσφυγα, το οποίο έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα, και της άδειας διαμονής, η οποία δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα. Η οδηγία 2003/86/ΕΚ (10) και οι αποφάσεις A και S και XC, με τις οποίες πραγματοποιήθηκε ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας, δεν μπορούν να εφαρμοστούν κατ’ αναλογίαν, δεδομένου ότι το άρθρο 24 της οδηγίας για την αναγνώριση ρυθμίζει ρητώς την ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να χορηγηθεί η άδεια διαμονής.
23. Εκδηλώνοντας τη βούλησή του να του χορηγηθεί άσυλο, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες και αίτηση ασύλου δυνάμει του άρθρου 28 του νόμου περί αλλοδαπών. Τούτο δεν σημαίνει ότι η άδεια διαμονής που χορηγήθηκε στον προσφεύγοντα πρέπει να αρχίσει να ισχύει από την ημερομηνία αυτή. Το άρθρο 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να διακρίνουν μεταξύ της υποβολής (να υποβάλει) αιτήσεως ασύλου και της καταθέσεως της εν λόγω αιτήσεως (κατάθεση). Από το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τις διαδικασίες προκύπτει ότι τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να καθορίζουν τους λεπτομερείς κανόνες για την κατάθεση της αιτήσεως.
24. Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της πιέσεως υπό την οποία τελούσε η IND κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως του προσφεύγοντος, η προθεσμία των 10 ημερών μεταξύ του χρονικού σημείου κατά το οποίο ο προσφεύγων εξέφρασε τη βούλησή του να του χορηγηθεί διεθνής προστασία και του χρονικού σημείου κατά το οποίο μπόρεσε να καταθέσει αίτηση ασύλου δεν είναι αδικαιολόγητα μεγάλη. Ο προσφεύγων είχε τη δυνατότητα να καταθέσει αίτηση διεθνούς προστασίας «το ταχύτερο δυνατό» και, ως εκ τούτου, ο καθού ενήργησε σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις διαδικασίες.
25. Όσον αφορά τον υπολογισμό της διάρκειας της νόμιμης διαμονής, οι υπήκοοι τρίτων χωρών τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης στις Κάτω Χώρες από εκείνη που προβλέπεται στο δίκαιο της Ένωσης (11). Σε περίπτωση ευδοκιμήσεως αιτήσεως ασύλου, η χορηγηθείσα άδεια διαμονής αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία καταθέσεως της εν λόγω αιτήσεως. Τούτο σημαίνει ότι όταν εξετάζονται αιτήσεις για τη χορήγηση καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος η διάρκεια της διαδικασίας ασύλου στο σύνολό της θεωρείται ότι αποτελεί περίοδο νόμιμης διαμονής.
26. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν εθνικοί κανόνες οι οποίοι ορίζουν ότι η έναρξη ισχύος της άδειας διαμονής εξαρτάται από τη συμμόρφωση με τις εθνικές διαδικαστικές απαιτήσεις (12) αντιβαίνουν στον αναγνωριστικό χαρακτήρα του καθεστώτος πρόσφυγα και/ή στο άρθρο 13 της οδηγίας για την αναγνώριση (13). Από το άρθρο 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες προκύπτει ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ της υποβολής και της καταθέσεως αιτήσεως ασύλου. Η διαφορά της υπό κρίση υποθέσεως αφορά, κατ’ ουσίαν, το κατά πόσον το δίκαιο της Ένωσης ρυθμίζει την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της άδειας διαμονής που χορηγείται στους πρόσφυγες και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, κατά πόσον, βάσει του δικαίου της Ένωσης, το εν λόγω αποτέλεσμα συνδέεται με την ημερομηνία κατά την οποία «υποβάλλεται» ή «κατατίθεται» αίτηση διεθνούς προστασίας ή με άλλη ημερομηνία.
27. Ως εκ τούτου, το rechtbank Noord-Holland (πρωτοδικείο της επαρχίας της Βόρειας Ολλανδίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει το άρθρο 6 της [οδηγίας για τις διαδικασίες] να λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα πότε τίθεται σε ισχύ μια άδεια διαμονής;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, έχει το άρθρο 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες την έννοια ότι για την έναρξη ισχύος της άδειας διαμονής κρίσιμη είναι η ημέρα κατά την οποία η αίτηση διεθνούς προστασίας
– υποβλήθηκε (άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο της οδηγίας για τις διαδικασίες) ή [εκείνη κατά την οποία]
– καταχωρίστηκε (άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 5, της οδηγίας για τις διαδικασίες) ή [εκείνη κατά την οποία]
– κατατέθηκε (τυπικά) (άρθρο 6, παράγραφοι 2, 3 και 4 της οδηγίας για τις διαδικασίες);
3) Αν κρίσιμη για την έναρξη ισχύος της άδειας διαμονής δεν είναι η υποβολή της αίτησης, πώς συμβιβάζεται τούτο με το άρθρο 13 της οδηγίας για την αναγνώριση, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 21 αυτής, κατά την οποία η αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα;»
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
28. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο προσφεύγων, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι ίδιοι μετέχοντες στη διαδικασία ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 5 Δεκεμβρίου 2024.
V. Εκτίμηση
Α. Η επιχειρηματολογία
29. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το τρίτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να απαντηθεί πρώτο, δεδομένου ότι ο αναγνωριστικός χαρακτήρας του καθεστώτος πρόσφυγα πρέπει να εκτιμηθεί κατά προτεραιότητα έναντι της απαντήσεως στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου. Θεωρεί ότι η άδεια διαμονής που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία «υποβολής» της αιτήσεως διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις διαδικασίες. Οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία θα έθιγε τον αναγνωριστικό χαρακτήρα του καθεστώτος πρόσφυγα, που αποτυπώνεται στο άρθρο 13 και στην αιτιολογική σκέψη 21 της οδηγίας για την αναγνώριση, οι δε αιτούντες θα εξαρτώνταν αδικαιολόγητα από τις αρμόδιες αρχές ως προς την εφαρμογή του δικαιώματός τους ασύλου που κατοχυρώνεται στο άρθρο 18 του Χάρτη. Επικουρικώς, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η άδεια διαμονής θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει από την ημερομηνία καταχωρίσεως της αιτήσεως διεθνούς προστασίας.
30. Η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το άρθρο 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες δεν καθορίζει την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος μιας άδειας διαμονής. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις διαδικασίες, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33 και το άρθρο 24 της οδηγίας για την αναγνώριση, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν άδεια διαμονής η οποία αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία χορηγήσεως της διεθνούς προστασίας. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εθνική νομοθεσία που προβλέπει ότι η άδεια διαμονής αρχίζει να ισχύει αναδρομικά από την ημερομηνία καταθέσεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας «βαίνει πέραν» των απαιτήσεων της οδηγίας για την αναγνώριση και της οδηγίας για τις διαδικασίες. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση δεν καθορίζει τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος άδειας διαμονής που χορηγείται σε πρόσφυγα. Εντούτοις, το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η εν λόγω άδεια διαμονής αρχίζει να ισχύει από την κατάθεση αιτήσεως διεθνούς προστασίας. Τόσο η Ολλανδική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το γεγονός ότι η άδεια διαμονής αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως διεθνούς προστασίας δεν θίγει τον αναγνωριστικό χαρακτήρα του καθεστώτος πρόσφυγα.
Β. Ανάλυση
31. Με τα προδικαστικά ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες διέπει την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος άδειας διαμονής (14) που έχει χορηγηθεί σε πρόσφυγα. Σε περίπτωση που η ως άνω διάταξη δεν διέπει το εν λόγω ζήτημα και η άδεια διαμονής δεν αρχίζει να ισχύει κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως διεθνούς προστασίας από πρόσφυγα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται πώς το γεγονός αυτό μπορεί να συμβιβαστεί με τον αναγνωριστικό χαρακτήρα του καθεστώτος πρόσφυγα.
32. Προτού προχωρήσω στην ανάλυση της σημασίας του άρθρου 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, θα εξετάσω την έννοια του καθεστώτος πρόσφυγα και τη διάκριση στο δίκαιο της Ένωσης μεταξύ του εν λόγω καθεστώτος και της «ιδιότητας του πρόσφυγα». Επιπλέον, εξετάζονται τα διάφορα δικαιώματα που συναρτώνται με τις εν λόγω νομικές έννοιες. Ειδικότερα, εξηγείται η σχέση μεταξύ της χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα (15) και του δικαιώματος άδειας διαμονής βάσει του δικαίου της Ένωσης, καθώς και η σημασία του άρθρου 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες στο πλαίσιο αυτό. Τέλος, εξετάζεται το ζήτημα κατά πόσον η οδηγία για την αναγνώριση και η οδηγία για τις διαδικασίες αντιτίθενται στη θέσπιση εθνικής νομοθεσίας η οποία προβλέπει ότι η άδεια διαμονής αρχίζει να ισχύει αναδρομικά από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως διεθνούς προστασίας.
Το καθεστώς πρόσφυγα και το δικαίωμα χορηγήσεως άδειας διαμονής δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση
33. Η οδηγία για την αναγνώριση αποσκοπεί, αφενός, στη θέσπιση κοινών κριτηρίων για τον προσδιορισμό των προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας και, αφετέρου, στη διασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου παροχών για τα εν λόγω πρόσωπα σε όλα τα κράτη μέλη (16). Το άρθρο 13 της οδηγίας για την αναγνώριση ορίζει ότι τα κράτη μέλη χορηγούν το καθεστώς πρόσφυγα σε υπηκόους τρίτων χωρών ή σε ανιθαγενείς που πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνωρίσεως ως προσφύγων σύμφωνα με τα κεφάλαια ΙΙ και ΙΙΙ της εν λόγω οδηγίας. Τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν συναφώς διακριτική ευχέρεια (17).
34. Το Δικαστήριο, επαναλαμβάνοντας ότι η αναγνώριση ή η χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα αποτελεί αναγνωριστικό και όχι συστατικό στοιχείο της ιδιότητας του πρόσφυγα (18), υπογράμμισε ότι υφίσταται διάκριση μεταξύ του γεγονότος της ιδιότητας του «πρόσφυγα», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας για την αναγνώριση, και της τυπικής χορηγήσεως ή αναγνωρίσεως του «καθεστώτος πρόσφυγα», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο εʹ, της εν λόγω οδηγίας (19). Μόνον μετά την επίσημη αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα ο ενδιαφερόμενος είναι, βάσει του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την αναγνώριση, «δικαιούχος διεθνούς προστασίας» κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας και απολαύει όλων των δικαιωμάτων και ευεργετημάτων που προβλέπονται στο κεφάλαιο VII της οδηγίας για την αναγνώριση (20).
35. Η διάκριση μεταξύ της ιδιότητας πρόσφυγα και του καθεστώτος πρόσφυγα και των διαφορετικών δικαιωμάτων που οι εν λόγω έννοιες συνεπάγονται προκύπτει σαφέστατα από το άρθρο 14, παράγραφοι 4 έως 6, της οδηγίας για την αναγνώριση, σχετικά με την ανάκληση, τον τερματισμό ή την άρνηση ανανέωσης του καθεστώτος πρόσφυγα, και από τη συναφή νομολογία. Ένα κράτος μέλος μπορεί να ανακαλέσει ή να μη χορηγήσει το καθεστώς πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφοι 4, ή 5, της οδηγίας για την αναγνώριση, ακόμη και όταν ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η ιδιότητα του πρόσφυγα. Οι πρόσφυγες εξακολουθούν να απολαύουν ορισμένων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στη Σύμβαση της Γενεύης παρά την απώλεια του καθεστώτος πρόσφυγα, αλλά δεν θα μπορούν πλέον να δικαιούνται όλα τα ευεργετήματα που προβλέπονται στο κεφάλαιο VII της οδηγίας για την αναγνώριση. Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 6, της εν λόγω οδηγίας, πρέπει να μη θίγεται το ελάχιστο επίπεδο προστασίας που προβλέπεται από τη Σύμβαση της Γενεύης, όπως επιτάσσουν το άρθρο 78, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και το άρθρο 18 του Χάρτη (21).
36. Επομένως, ορισμένα δικαιώματα του κεφαλαίου VII της οδηγίας για την αναγνώριση, όπως η προστασία από την επαναπροώθηση (άρθρο 21), παρέχονται, κατ’ αρχήν, σε όλους τους πρόσφυγες· άλλα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ενημέρωσης σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, το καθεστώς του πρόσφυγα (άρθρο 22), το δικαίωμα σε άδεια διαμονής (άρθρο 24), το δικαίωμα σε ταξιδιωτικά έγγραφα (άρθρο 25) και την πρόσβαση στην απασχόληση (άρθρο 26), εξαρτώνται από τη χορήγηση διεθνούς προστασίας (22). Επιπλέον, το κεφάλαιο VII της οδηγίας για την αναγνώριση περιλαμβάνει δικαιώματα αντίστοιχα με εκείνα που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης καθώς και δικαιώματα που παρέχουν ευρύτερη προστασία χωρίς να απαντούν αντίστοιχα αυτών στην εν λόγω Σύμβαση. Το δικαίωμα σε άδεια διαμονής δυνάμει του άρθρου 24 της οδηγίας για την αναγνώριση εμπίπτει στην τελευταία κατηγορία.
37. Το δικαίωμα σε άδεια διαμονής είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, διότι μπορεί εκ των πραγμάτων να διευκολύνει την πρόσβαση σε άλλα δικαιώματα δυνάμει του κεφαλαίου VII της οδηγίας για την αναγνώριση. Συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 40 της οδηγίας για την αναγνώριση επισημαίνει ότι «[ε]ντός των ορίων των διεθνών υποχρεώσεων, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η παροχή ευεργετημάτων όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την κοινωνική αρωγή, την ιατρική περίθαλψη και την πρόσβαση σε υπηρεσίες κοινωνικής ένταξης προϋποθέτει την προηγούμενη χορήγηση άδειας διαμονής». Μολονότι το Δικαστήριο επισήμανε ότι η προϋπόθεση της εν λόγω αιτιολογικής σκέψης «αφορά […] διατυπώσεις αμιγώς διοικητικού χαρακτήρα», δεδομένου ότι σκοπός του κεφαλαίου VII της οδηγίας για την αναγνώριση είναι να διασφαλίσει για όλους στους πρόσφυγες κάποια ελάχιστα ευεργετήματα σε όλα τα κράτη μέλη (23), εντούτοις, η σημασία που έχει η άδεια διαμονής και η αποτελεσματική πρόσβαση στα δικαιώματα αποδεικνύεται από την πρόσφατη θέσπιση του άρθρου 20, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1347 (24). Η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι, «[ε]άν δεν χορηγηθεί άδεια διαμονής σε δικαιούχο διεθνούς προστασίας εντός 15 ημερών από τη χορήγηση διεθνούς προστασίας, το οικείο κράτος μέλος λαμβάνει προσωρινά μέτρα, όπως καταχώριση ή έκδοση εγγράφου, προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο δικαιούχος έχει πραγματική πρόσβαση στα δικαιώματα που προβλέπονται στο [κεφάλαιο VII], […] έως ότου εκδοθεί άδεια διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 24» (25).
38. Με την απόφαση M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα), το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής του οποίου το καθεστώς πρόσφυγα δεν έχει αναγνωριστεί τυπικώς δεν δικαιούται άδεια διαμονής βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση (26). Τούτο ισχύει ακόμη και αν το πρόσωπο το οποίο έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το κεφάλαιο II της οδηγίας για την αναγνώριση, πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο III της εν λόγω οδηγίας και απολαύει υποκειμενικού δικαιώματος για την αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα (27).
39. Επομένως, το δικαίωμα σε άδεια διαμονής δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση «συναρτάται με» το καθεστώς πρόσφυγα (28), κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο εʹ, της εν λόγω οδηγίας (29). Συναφώς, το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση επιβάλλει στα κράτη μέλη να χορηγούν άδεια διαμονής στους πρόσφυγες το συντομότερο μετά τη χορήγηση σε αυτούς του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στην οδηγία για την αναγνώριση δεν απαντά απαίτηση περί χορηγήσεως άδειας διαμονής πριν από την ημερομηνία αυτή. Επιπλέον, μολονότι η εν λόγω διάταξη δεν καθορίζει ρητώς το χρονικό σημείο κατά το οποίο η άδεια διαμονής αρχίζει να ισχύει δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, από κανένα στοιχείο του κειμένου της οδηγίας για την αναγνώριση δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε οι άδειες διαμονής που χορηγούνται στους πρόσφυγες να αρχίζουν να ισχύουν αναδρομικά και, κατ’ επέκταση, πριν από την τυπική χορήγηση διεθνούς προστασίας. Από το γράμμα του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να επισπεύδουν τη χορήγηση άδειας διαμονής μετά τη χορήγηση διεθνούς προστασίας σε πρόσφυγα (30). Προκειμένου να μη θιγεί ή ματαιωθεί ο σκοπός της εν λόγω διατάξεως και να διασφαλιστεί ότι το πρόσωπο που έχει το καθεστώς του πρόσφυγα απολαύει πράγματι όλων των δικαιωμάτων που διαλαμβάνονται στο κεφάλαιο VII της εν λόγω οδηγίας, φρονώ ότι η άδεια διαμονής πρέπει να αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία χορηγήσεώς της.
40. Η εν λόγω ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση δεν αναιρείται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/109 (31). Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/109 επιβάλλει σε κράτος μέλος να παρέχει το καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι διέμειναν στην επικράτειά του νόμιμα και αδιάλειπτα κατά τα πέντε τελευταία έτη αμέσως πριν από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως. Το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2003/109 προβλέπει ακριβείς κανόνες για τον υπολογισμό της «πενταετούς» διάρκειας διαμονής που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Συναφώς, το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/109, το οποίο αφορά τους αιτούντες διεθνή προστασία, ορίζει ότι «στον υπολογισμό της περιόδου της παραγράφου 1 λαμβάνεται υπόψη τουλάχιστον το ήμισυ της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας βάσει της οποίας χορηγήθηκε η διεθνής προστασία και της ημερομηνίας έκδοσης της άδειας παραμονής κατ’ άρθρο 24 της [οδηγίας για την αναγνώριση], ή ολόκληρη η περίοδος, εφόσον υπερβαίνει τους δεκαοκτώ μήνες». Επισημαίνεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/109 δεν ρυθμίζει τον χρόνο έναρξης ισχύος της άδειας διαμονής που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση, αλλά, αντιθέτως, ορίζει ότι οι περίοδοι διαμονής των προσώπων στα οποία έχει χορηγηθεί διεθνής προστασία υπολογίζονται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, από την υποβολή της αιτήσεώς τους για διεθνή προστασία αποκλειστικά και μόνον για τον υπολογισμό της εν λόγω απαιτήσεως περί «πενταετούς» διαμονής. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/109 δεν μπορεί να εφαρμοστεί εκτός πλαισίου και δεν μπορεί να στηρίξει τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι άδεια διαμονής που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως διεθνούς προστασίας.
Το άρθρο 6 και το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις διαδικασίες
41. Φρονώ ότι το άρθρο 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες και η συναφής νομολογία δεν μεταβάλλουν ούτε αναιρούν την ως άνω ερμηνεία του άρθρου 13 και του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση. Η οδηγία για τις διαδικασίες αποσκοπεί στη διασφάλιση πραγματικής, ευχερούς και ταχείας πρόσβασης στη διαδικασία παροχής διεθνούς προστασίας (32). Το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά το δικαίωμα ασκήσεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας και διακρίνει μεταξύ της υποβολής, της καταχωρίσεως και της καταθέσεως αιτήσεως διεθνούς προστασίας.
42. Υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής «υποβάλλει» αίτηση διεθνούς προστασίας εκδηλώνοντας τη βούλησή του να ζητήσει την εν λόγω προστασία από την αρχή που είναι αρμόδια βάσει του εθνικού δικαίου για την καταχώριση της αιτήσεως (33). Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να καταχωρίζουν τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας το αργότερο τρεις ή έξι εργάσιμες ημέρες μετά την «υποβολή» της αιτήσεως (34).
43. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις διαδικασίες ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το πρόσωπο το οποίο έχει «υποβάλει» αίτηση διεθνούς προστασίας να έχει πραγματική δυνατότητα να την «καταθέσει» το ταχύτερο δυνατό (35). Η τελευταία αυτή πράξη επιβάλλει, κατ’ αρχήν, στον αιτούντα διεθνή προστασία να συμπληρώσει το έντυπο που προβλέπεται προς τούτο σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας για τις διαδικασίες. Η ενέργεια της «υποβολής» αιτήσεως διεθνούς προστασίας δεν απαιτεί καμιά διοικητική διατύπωση. Ωστόσο, οι εν λόγω διατυπώσεις πρέπει να τηρούνται κατά την «κατάθεση» της αιτήσεως (36). Επομένως, η υποβολή και η κατάθεση αιτήσεως διεθνούς προστασίας αποτελούν δύο διακριτά και διαδοχικά στάδια. Εντούτοις, υφίσταται στενή σχέση μεταξύ των εν λόγω ενεργειών, καθόσον αποσκοπούν, αφενός, στη διασφάλιση της αποτελεσματικής πρόσβασης στη διαδικασία που επιτρέπει την εξέταση αιτήσεως διεθνούς προστασίας και, αφετέρου, στη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του άρθρου 18 του Χάρτη (37).
44. Κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να καθυστερήσει αδικαιολόγητα το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να υποβάλει την αίτηση διεθνούς προστασίας, διότι τούτο θα έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες (38). Κατά τη γνώμη μου, η ως άνω προσέγγιση εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας και στην υποβολή αιτήσεως διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τη χρήση, στην εν λόγω διάταξη, των φράσεων «πραγματική δυνατότητα» και «το ταχύτερο δυνατό» (39). Η κατάθεση αιτήσεως διεθνούς προστασίας ενεργοποιεί την εξάμηνη προθεσμία (40) εντός της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 3, της οδηγίας για τις διαδικασίες, η αποφαινόμενη αρχή οφείλει, κατ’ αρχήν, να αποφανθεί επί της αιτήσεως αυτής (41).
45. Πράγματι, μολονότι υπήκοος τρίτης χώρας αποκτά το καθεστώς «αιτούντος διεθνή προστασία», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο γʹ, της οδηγίας για τις διαδικασίες (42), από τη στιγμή που «υποβάλλει» την εν λόγω αίτηση, εντούτοις, η οδηγία αυτή δεν προβλέπει τη χορήγηση άδειας διαμονής στον εν λόγω αιτούντα και, κατά μείζονα λόγο, δεν διευκρινίζει την ημερομηνία από την οποία αρχίζει να ισχύει η εν λόγω άδεια διαμονής (43).
46. Εντούτοις, το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις διαδικασίες παρέχει στον αιτούντα διεθνή προστασία το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος του κράτους μέλους έως ότου εξεταστεί η αίτησή του. Το δικαίωμα παραμονής παρέχεται αποκλειστικά και μόνον για τους σκοπούς της διαδικασίας και διαρκεί μέχρι την έκδοση αποφάσεως σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙΙ της οδηγίας για τις διαδικασίες. Η εν λόγω διάταξη επίσης επισημαίνει ρητώς ότι το δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής (44)· αποκλείει το ενδεχόμενο να θεωρηθεί αιτών διεθνή προστασία ως «παρανόμως διαμένων», κατά την έννοια της οδηγίας 2008/115/EK (45), κατά το χρονικό διάστημα από την υποβολή της αιτήσεως διεθνούς προστασίας έως την έκδοση πρωτοβάθμιας αποφάσεως επί της αιτήσεως αυτής (46).
47. Το δικαίωμα του αιτούντος διεθνή προστασία να παραμείνει σε κράτος μέλος (ή μέρος αυτού) ενόσω εξετάζεται η αίτησή του επιβεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2013/33. Επιπλέον, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει να χορηγούν στον αιτούντα διεθνή προστασία έγγραφο το οποίο πιστοποιεί ότι πρόκειται για αιτούντα ή ότι του επιτρέπεται να παραμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους επί όσο διάστημα εκκρεμεί ή εξετάζεται η αίτησή του.
48. Δεδομένου ότι το στάδιο της εξέτασης της διαδικασίας δεν ξεκινάει παρά μετά την περάτωση του σταδίου της πρόσβασης στη διαδικασία (47), ενδεχόμενη καθυστέρηση στο στάδιο της πρόσβασης θα προκαλέσει καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας εξέτασης (48). Τούτο θα προκαλέσει εν τέλει καθυστέρηση στην ενδεχόμενη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα (49) και θα οδηγήσει στην αναβολή της δυνατότητας των προσφύγων να απολαύουν των δικαιωμάτων που συνδέονται με το εν λόγω καθεστώς –συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος άδειας διαμονής δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση. Εντούτοις, δεν είμαι της γνώμης ότι, ελλείψει νομοθετικής διατάξεως όπως το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/109, πρόσφυγας, ο οποίος αντιμετωπίζει την εν λόγω καθυστέρηση, δικαιούται κατά τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα και άδεια διαμονής με αναδρομική έναρξη ισχύος. Το αντίθετο συμπέρασμα θα διατάρασσε τη σαφή διάκριση μεταξύ της «ιδιότητας του πρόσφυγα» και του καθεστώτος πρόσφυγα και των διαφορετικών δικαιωμάτων που συναρτώνται με τις εν λόγω νομικές έννοιες (50).
49. Εν προκειμένω, ο προσφεύγων επισημαίνει ότι, μολονότι μπόρεσε να «καταθέσει» την αίτησή του διεθνούς προστασίας 10 ημέρες μετά την υποβολή της (51), η επίμαχη προθεσμία δεν είναι αντιπροσωπευτική και ότι ορισμένοι αιτούντες χρειάστηκε να αναμείνουν μήνες για να καταθέσουν τις αιτήσεις τους. Κατά τη γνώμη μου, δεδομένου ότι δεν φαίνεται να υφίσταται αδικαιολόγητη ή παράλογη καθυστέρηση θίγουσα την πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις διαδικασίες και την πρόσβαση στη διαδικασία υποβολής αιτήσεων στην υπόθεση της κύριας δίκης, οι παρατηρήσεις του προσφεύγοντος σχετικά με άλλες υποθέσεις που αφορούν τρίτους είναι εντελώς άνευ αντικειμένου.
50. Εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στους αιτούντες διεθνή προστασία να καταθέσουν αίτηση στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις διαδικασίες, ενώ το κράτος μέλος οφείλει να τους παράσχει, μεταξύ άλλων, το έντυπο που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας (52). Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας που βρίσκεται στη διάθεση του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι ο καθού δεν παρέσχε στους προσφεύγοντες τα απαιτούμενα έντυπα, ότι δεν τα δέχθηκε μετά τη συμπλήρωσή τους ή ότι παρεμπόδισε ή καθυστέρησε αδικαιολόγητα την αποδοχή τους.
51. Επισημαίνεται επίσης ότι, σε αντίθεση με την απόφαση A και S (53), στην οποία ασυνόδευτος ανήλικος θα στερείτο αμετάκλητα του δικαιώματος οικογενειακής επανένωσης σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/86 για τον λόγο ότι δεν ήταν πλέον ανήλικος, ανάλογα με την ημερομηνία εκτιμήσεως του εν λόγω γεγονότος, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι τα δικαιώματα που παρέχονται στον αιτούντα σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με την οδηγία για την αναγνώριση θα θιγούν αντιστοίχως από την πάροδο του χρόνου στην υπό κρίση υπόθεση.
Ενδιάμεσο συμπέρασμα
52. Το άρθρο 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες δεν καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να ισχύει η άδεια διαμονής που χορηγείται σε πρόσωπο που απολαύει του καθεστώτος πρόσφυγα. Κατά το άρθρο 13 της οδηγίας για την αναγνώριση, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 21, και το άρθρο 24, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, η άδεια διαμονής πρέπει να χορηγείται σε πρόσφυγα το συντομότερο μετά τη χορήγηση σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα και, κατ’ αρχήν, αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία χορηγήσεώς της, παρά τον αναγνωριστικό χαρακτήρα του καθεστώτος πρόσφυγα. Οι διατάξεις αυτές δεν επιβάλλουν τη χορήγηση ή την έναρξη ισχύος άδειας διαμονής πριν από την τυπική χορήγηση ή αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα.
Το δικαίωμα των κρατών μελών να θεσπίζουν ευνοϊκότερες διατάξεις
53. Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας περί διαδικασιών, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ περισσότερο ευνοϊκές απαιτήσεις για τις διαδικασίες διά των οποίων χορηγείται και ανακαλείται η διεθνής προστασία, εφόσον οι απαιτήσεις αυτές συνάδουν με την εν λόγω οδηγία. Το άρθρο 3 της οδηγίας για την αναγνώριση προβλέπει επίσης ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για να καθορίζουν το περιεχόμενο της διεθνούς προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι διατάξεις αυτές συνάδουν με την παρούσα οδηγία (54). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για την αναγνώριση δεν μπορεί να επεκταθεί ratione personae ώστε να καταλαμβάνει πρόσωπα τα οποία, a priori, δεν έχουν καμία σχέση με τη λογική της διεθνούς προστασίας (55).
54. Εντούτοις, φρονώ ότι ένα κράτος μέλος μπορεί, μετά τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα σε πρόσωπο, να θεωρήσει ότι άδεια διαμονής που έχει χορηγηθεί στο πρόσωπο αυτό δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση αρχίζει να ισχύει αναδρομικά από την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεώς του για διεθνή προστασία σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις διαδικασίες (56). Συναφώς, εθνική διάταξη όπως το άρθρο 44, παράγραφος 2, του νόμου περί αλλοδαπών δεν επεκτείνει το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για την αναγνώριση ώστε να καταλαμβάνει πρόσωπα τα οποία, a priori, δεν έχουν καμία σχέση με τη λογική της διεθνούς προστασίας. Απλώς ενισχύει ένα δικαίωμα που παρέχεται, δυνάμει του κεφαλαίου VII της οδηγίας για την αναγνώριση, σε δικαιούχο διεθνούς προστασίας. Μολονότι τούτο καθιστά ενδεχομένως ασαφή τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ του καθεστώτος και των αντίστοιχων δικαιωμάτων των αιτούντων διεθνή προστασία και των δικαιούχων διεθνούς προστασίας, η εν λόγω διάταξη δεν φαίνεται, εντούτοις, να θίγει τους σκοπούς της οδηγίας για τις διαδικασίες ή της οδηγίας για την αναγνώριση. Το Δικαστήριο υπογράμμισε, στη σκέψη 57 της αποφάσεως A και S, το γεγονός ότι η χρονική διάρκεια της διαδικασίας περί παροχής ασύλου δύναται να είναι μεγάλη. Ειδικότερα, κατά τις περιόδους σωρεύσεως μεγάλου αριθμού αιτήσεων παροχής διεθνούς προστασίας, είναι συχνή η υπέρβαση των προθεσμιών που τάσσει συναφώς το δίκαιο της Ένωσης. Δεδομένου ότι εθνικές διατάξεις όπως το άρθρο 44, παράγραφος 2, του νόμου περί αλλοδαπών μπορούν να μετριάσουν σε ορισμένο βαθμό τις καθυστερήσεις στη διαδικασία, δεν φαίνεται, υπό την επιφύλαξη εξακριβώσεως από το αιτούν δικαστήριο, να θίγουν τους σκοπούς των επίμαχων οδηγιών.
VI. Πρόταση
55. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του rechtbank Noord-Holland (πρωτοδικείου της επαρχίας Noord-Holland, Κάτω Χώρες) ως εξής:
1) Το άρθρο 6, της οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας
έχει την έννοια ότι
δεν καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να ισχύει η άδεια διαμονής που έχει χορηγηθεί σε πρόσωπο που απολαύει του καθεστώτος πρόσφυγα.
2) Το άρθρο 13, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 21, και το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας
έχουν την έννοια ότι
η άδεια διαμονής πρέπει να χορηγείται σε πρόσφυγα το συντομότερο δυνατόν μετά τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα. Με την επιφύλαξη του δικαιώματος κράτους μέλους να θεσπίζει ή να διατηρεί σε ισχύ, υπό ορισμένες περιστάσεις, ευνοϊκότερες διατάξεις, η εν λόγω άδεια διαμονής πρέπει να αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία χορηγήσεώς της, παρά τον αναγνωριστικό χαρακτήρα του καθεστώτος πρόσφυγα.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
i Η ονομασία που έχει δοθεί στην παρούσα υπόθεση είναι πλασματική και δεν αντιστοιχεί στο όνομα κανενός εκ των διαδίκων.
2 Η αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Νοεμβρίου 2023.
3 Βλ. άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9) (στο εξής: οδηγία για την αναγνώριση).
4 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2013, L 180, σ. 60) (στο εξής: οδηγία για τις διαδικασίες).
5 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (ΕΕ 2013, L 180, σ. 96).
6 Stb. 2000, αριθ. 495.
7 Η εν λόγω διάταξη αφορά το καθεστώς πρόσφυγα.
8 Βλ. αποφάσεις της 12ης Απριλίου 2018, A και S (C‑550/16, στο εξής: απόφαση A και S, EU:C:2018:248, σκέψεις 54 και 53), και της 1ης Αυγούστου 2022, Bundesrepublik Deutschland (Οικογενειακή επανένωση τέκνου που έχει ενηλικιωθεί) (C‑279/20, στο εξής: απόφαση XC, EU:C:2022:618, σκέψη 46).
9 Οδηγία του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (ΕΕ 2004, L 16, σ. 44), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2011/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2011, που τροποποιεί την οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της και στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας (ΕΕ 2011, L 132, σ. 1).
10 Οδηγία του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης (ΕΕ 2003, L 251, σ. 12).
11 Βλ. άρθρο 4 της οδηγίας 2003/109.
12 Εν προκειμένω, στις 20 Οκτωβρίου 2021.
13 Βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 21 της οδηγίας για την αναγνώριση και απόφαση A και S.
14 Κατά το άρθρο 2, στοιχείο ιγʹ, της οδηγίας για την αναγνώριση, νοείται ως «“άδεια διαμονής” κάθε άδεια η οποία εκδίδεται από τις αρχές ενός κράτους μέλους, σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπει το δίκαιο του εν λόγω κράτους και η οποία επιτρέπει σε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή τη διαμονή στο έδαφός του».
15 Η αιτιολογική σκέψη 21 της οδηγίας για την αναγνώριση κάνει λόγο για «recognition of refugee status» [«αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα»] (απόδοση στην αγγλική γλώσσα), «La reconnaissance du statut de réfugié» (απόδοση στη γαλλική γλώσσα), «pabėgėlio statuso pripažinimas» (απόδοση στη λιθουανική γλώσσα), «el reconocimiento del estatuto de refugiado» (απόδοση στην ισπανική γλώσσα), «reconhecimento do estatuto de refugiado» (απόδοση στην πορτογαλική γλώσσα), «recunoașterea statutului de refugiat» (απόδοση στη ρουμανική γλώσσα). Οι εν λόγω όροι υποδεικνύουν, κατά τη γνώμη μου, την τυπική αναγνώριση μιας προϋφιστάμενης καταστάσεως. Το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας αφορά τη «granting refugee status» [«χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα»] (απόδοση στην αγγλική γλώσσα), «l’octroi du statut de réfugié» (απόδοση στη γαλλική γλώσσα), «pabėgėlio statuso suteikimas» (απόδοση στη λιθουανική γλώσσα), «concesión del estatuto de refugiado» (απόδοση στην ισπανική γλώσσα), «concessão do estatuto de refugiado» (απόδοση στην πορτογαλική γλώσσα), «acordarea statutului de refugiat» (απόδοση στην ρουμανική γλώσσα). Οι εν λόγω όροι υποδεικνύουν, κατά τη γνώμη μου, την απονομή ενός καθεστώτος το οποίο δεν υφίστατο κατ’ ανάγκην προηγουμένως. Φρονώ, ωστόσο, ότι οι ως άνω όροι που διαλαμβάνονται στην αιτιολογική σκέψη 21 και στο άρθρο 13 της οδηγίας για την αναγνώριση είναι εναλλάξιμοι και θα τους χρησιμοποιώ αντιστοίχως στις παρούσες προτάσεις. Βλ., επί παραδείγματι, σημείο 35 των παρουσών προτάσεων. Η εν λόγω προσέγγιση επιρρωννύεται, επί παραδείγματι, από τις αποδόσεις της οδηγίας για την αναγνώριση στην ιταλική και τη γερμανική γλώσσα, οι οποίες χρησιμοποιούν, αντιστοίχως, τον ίδιο όρο «riconoscimento» και «zuerkennen» τόσο στην αιτιολογική σκέψη 21 όσο και στο άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας. Βλ. επίσης απόφαση της 14ης Μαΐου 2019, M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα) [C‑391/16, C‑77/17 και C‑78/17, στο εξής: απόφαση M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα), EU:C:2019:403, σκέψη 91]. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 (Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, 1954, σ. 150, αριθ. 2545), όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), αφορά, κατ’ ουσίαν, την αναγνώριση «ως πρόσφυγα» (άρθρο 1, ενότητα Γ, παράγραφος 6) και την αναγνώριση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση (άρθρα 4, 13, 14 και 15).
16 Βλ. αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας για την αναγνώριση.
17 Βλ. απόφαση M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα) και απόφαση της 18ης Ιουνίου 2024, Bundesrepublik Deutschland (Αποτέλεσμα αποφάσεως περί χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα) (C‑753/22, EU:C:2024:524, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., ωστόσο, άρθρο 14, παράγραφος 4, της οδηγίας για την αναγνώριση όσον αφορά την ανάκληση, τον τερματισμό ή την άρνηση ανανέωσης του καθεστώτος πρόσφυγα. Βλ. επίσης άρθρο 14, παράγραφος 5, της οδηγίας για την αναγνώριση σχετικά με την απόφαση περί μη χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα για τις περιπτώσεις του άρθρου 14, παράγραφος 4, της ίδιας οδηγίας.
18 Βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 21 της οδηγίας για την αναγνώριση.
19 Πρβλ. απόφαση M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα) (σκέψεις 90 έως 92 και 98, 99, 106, 110 και 111). Στις προτάσεις του στην υπόθεση M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα) (C‑391/16, C‑77/17 και C‑78/17, EU:C:2018:486, σημείο 78), ο γενικός εισαγγελέας M. Wathelet επισήμανε ότι «από την όλη οικονομία της [οδηγίας για την αναγνώριση] προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις, αφενός, για την απόκτηση της ιδιότητας του πρόσφυγα και, αφετέρου, για τη χορήγηση ή την ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα συνιστούν δύο διακριτές έννοιες».
20 Η άμεση απόκτηση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο κεφάλαιο VII της οδηγίας για την αναγνώριση από δικαιούχους διεθνούς προστασίας μπορεί να αντιπαραβληθεί με τη σταδιακή ή κλιμακωτή απόκτηση των δικαιωμάτων βάσει της Συμβάσεως της Γενεύης. «Σε αντίθεση με τη συνήθη προσέγγιση που εφαρμόζεται στο διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν ισχύει ότι όλα τα δικαιώματα που ορίζονται στη Σύμβαση οφείλονται αμέσως σε κάθε πιθανολογούμενο πρόσφυγα που φθάνει στο έδαφος ενός κράτους. Αντιθέτως, οι πρόσφυγες δικαιούνται ένα επεκτεινόμενο σύνολο δικαιωμάτων καθώς η σχέση τους με το κράτος ασύλου καθίσταται βαθύτερη»· βλ. Hathaway, J.C., «The Architecture of the UN Refugee Convention and Protocol», σε Costello, C., Foster, M. και Mc Adam, J. (επιμ.), The Oxford Handbook of International Refugee Law, Oxford University Press, 2021, σ. 180-182.
21 Απόφαση M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα) (σκέψεις 91, 98, 99, 110 και 111). Βλ. επίσης απόφαση της 6ης Ιουλίου 2023, Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides (Πρόσφυγας που έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα) (C‑8/22, EU:C:2023:542, σκέψεις 66 έως 70).
22 Απόφαση M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα) (σκέψεις 91). Βλ. επίσης απόφαση της 18ης Ιουνίου 2024, Generalstaatsanwaltschaft Hamm (Αίτηση εκδόσεως πρόσφυγα στην Τουρκία) (C‑352/22, EU:C:2024:521, σκέψεις 39 έως 41).
23 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2015, T. (C‑373/13, EU:C:2015:413, σκέψη 96).
24 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2024, L 1347).
25 Βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 57 του κανονισμού 2024/1347. Ο εν λόγω κανονισμός δεν έχει εφαρμογή ratione temporis στην υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Βλ. άρθρο 42 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι εφαρμόζεται από την 1η Ιουλίου 2026.
26 Απόφαση M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα) (σκέψεις 91, 99 και 103).
27 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση A και S (σκέψη 54).
28 Βλ. επίσης άρθρο 24, παράγραφος 2, της οδηγίας για την αναγνώριση σχετικά με τα δικαιώματα χορηγήσεως άδειας διαμονής στους δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας.
29 Απόφαση M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος πρόσφυγα) (σκέψεις 91, 99 και 103). Το δικαίωμα του πρόσφυγα για χορήγηση άδειας διαμονής μπορεί να ανακληθεί σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση για επιτακτικούς λόγους εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρόσφυγας διατηρεί το καθεστώς πρόσφυγα που του έχει χορηγηθεί μέχρι τον πραγματικό τερματισμό του εν λόγω καθεστώτος. Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 24ης Ιουνίου 2015, T. (C‑373/13, EU:C:2015:413, σκέψεις 45 έως 55 και 95). Βλ. επίσης άρθρο 24, παράγραφοι 1, και 5, του κανονισμού 2024/1347. Το άρθρο 24, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι: «[ο]ι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας δικαιούνται άδεια διαμονής για όσο διάστημα υπάγονται σε καθεστώς πρόσφυγα ή επικουρικής προστασίας». Το άρθρο 24, παράγραφος 5, ορίζει ότι «οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανακαλέσουν ή να αρνηθούν την ανανέωση άδειας διαμονής μόνο εάν έχουν ανακαλέσει το καθεστώς πρόσφυγα […]».
30 Βλ. επίσης άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 2024/1347, το οποίο ορίζει ότι «[η] άδεια διαμονής εκδίδεται το συντομότερο δυνατόν μετά τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα ή του καθεστώτος επικουρικής προστασίας και το αργότερο εντός 90 ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης χορήγησης διεθνούς προστασίας […]» (η υπογράμμιση δική μου).
31 Βλ. σημεία 20 και 25 των παρουσών προτάσεων.
32 Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία) (C‑808/18, EU:C:2020:1029, σκέψη 104 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
33 Ή ενώπιον «άλλων αρχών», κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας για τις διαδικασίες. Πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, Ministerio Fiscal (Αρχή η οποία μπορεί να παραλάβει αίτηση διεθνούς προστασίας) (C‑36/20 PPU, EU:C:2020:495, σκέψεις 94 και 98).
34 Η προθεσμία εξαρτάται από το αν η αίτηση «υποβάλλεται» στην αρχή που είναι αρμόδια βάσει του εθνικού δικαίου για την καταχώριση της εν λόγω αιτήσεως ή σε άλλες αρχές που ενδεχομένως λαμβάνουν τέτοια αίτηση, αλλά δεν είναι αρμόδιες για την καταχώρισή της βάσει του εθνικού δικαίου. Η προθεσμία μπορεί να παραταθεί σε περίπτωση ταυτόχρονων αιτήσεων από μεγάλο αριθμό αιτούντων. Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 5, της οδηγίας για τις διαδικασίες.
35 Μολονότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις διαδικασίες προβλέπει συγκεκριμένες προθεσμίες για την καταχώριση αιτήσεως διεθνούς προστασίας, εντούτοις, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας δεν προβλέπει ειδικές προθεσμίες για την κατάθεση αιτήσεως διεθνούς προστασίας. Ωστόσο, το άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (ΕΕ 2024, L 1348), ορίζει ότι, κατ’ αρχήν, ο αιτών διεθνή προστασία «καταθέτει την αίτηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός είκοσι μίας ημερών από την καταχώριση της αίτησης […]». Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί σε δύο μήνες δυνάμει του άρθρου 28, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού. Ο κανονισμός 2024/1348 δεν τυγχάνει εφαρμογής ratione temporis στην υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Βλ. άρθρο 79, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται από τις 12 Ιουνίου 2026.
36 Απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, Ministerio Fiscal (Αρχή η οποία μπορεί να παραλάβει αίτηση διεθνούς προστασίας) (C‑36/20 PPU, EU:C:2020:495, σκέψη 93).
37 Απόφαση της 30ής Ιουνίου 2022, Valstybės sienos apsaugos tarnyba κ.λπ. (C‑72/22 PPU, EU:C:2022:505, σκέψη 62).
38 Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Δήλωση προθέσεων πριν από την υποβολή αίτησης ασύλου) (C‑823/21, EU:C:2023:504, σκέψεις 46 και 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Τα δικαιώματα που χορηγούνται στους αιτούντες διεθνή προστασία ποικίλλουν ανάλογα με το στάδιο της συγκεκριμένης διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις διαδικασίες, οι αιτούντες έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν συμβουλές από σύμβουλο σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Αντιθέτως, οι εγγυήσεις που παρέχονται στους αιτούντες σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας για τις διαδικασίες εφαρμόζονται μόνο στις διαδικασίες που προβλέπονται στο κεφάλαιο III της εν λόγω οδηγίας.
39 Βλ. επίσης άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις διαδικασίες, το οποίο ορίζει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε «να παρέχονται» στην αποφαινόμενη αρχή που είναι υπεύθυνη για την εξέταση των αιτήσεων «τα κατάλληλα μέσα, συμπεριλαμβανομένου επαρκούς και ικανού προσωπικού, για την άσκηση των καθηκόντων της σύμφωνα με την παρούσα οδηγία».
40 Η εξάμηνη προθεσμία δεν θίγει τη δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας αυτής για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 31, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας για τις διαδικασίες.
41 Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία) (C‑808/18, EU:C:2020:1029, σκέψη 101). Οι προθεσμίες των άρθρων 6 και 31 της οδηγίας για τις διαδικασίες τροποποιήθηκαν πρόσφατα με τα άρθρα 27, 28 και 35 του κανονισμού 2024/1348.
42 Πανομοιότυποι ορισμοί μπορούν να εντοπιστούν στο άρθρο 2, στοιχείο θʹ, της οδηγίας για την αναγνώριση, καθώς και στο άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2013/33.
43 Όπως επισημαίνει η Ολλανδική Κυβέρνηση, το άρθρο 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες, το οποίο επιγράφεται «Πρόσβαση στη διαδικασία», αφορά μόνον το στάδιο εφαρμογής της διαδικασίας χορηγήσεως διεθνούς προστασίας. Δεν αναφέρεται στην άδεια διαμονής που χορηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 1, της οδηγίας για την αναγνώριση μετά την ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας.
44 Η Ολλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις διαδικασίες αποτελεί τη μόνη διάταξη της εν λόγω οδηγίας που κάνει λόγο για άδεια διαμονής, αλλά μόνο για να αποκλείσει ρητώς το δικαίωμα για χορήγησή της.
45 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ 2008, L 348, σ. 98).
46 Πρβλ. αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2023, Odbor azylové a migrační politiky MV (Πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί επιστροφής) (C‑257/22, EU:C:2023:852, σκέψεις 37 έως 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 22ας Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Δήλωση προθέσεων πριν από την υποβολή αίτησης ασύλου) (C‑823/21, EU:C:2023:504, σκέψη 45).
47 Κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας για τις διαδικασίες.
48 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2021, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Ποινικοποίηση της βοήθειας προς τους αιτούντες άσυλο) (C‑821/19, EU:C:2021:930, σκέψη 81).
49 Στα πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το κεφάλαιο II της οδηγίας για την αναγνώριση και τα οποία πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις του κεφαλαίου III της εν λόγω οδηγίας.
50 Κατά τη γνώμη μου, λαμβανομένου υπόψη του ανεπιφύλακτου χαρακτήρα της υποχρεώσεως που υπέχουν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις διαδικασίες, ο αιτών μπορεί, μολαταύτα, να έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή για να υποχρεώσει την αρμόδια αρχή κράτους μέλους να του παράσχει τη δυνατότητα να καταθέσει αίτηση διεθνούς προστασίας ή αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικαιολόγητης καθυστερήσεως.
51 Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ο αιτών υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας (10 Οκτωβρίου 2021) και της χορηγήσεως της εν λόγω προστασίας (26 Αυγούστου 2022) μεσολάβησε διάστημα άνω των δέκα μηνών.
52 Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν οι αιτήσεις να κατατίθενται αυτοπροσώπως και/ή σε καθορισμένο τόπο. Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας για τις διαδικασίες.
53 Βλ. σκέψη 57 της εν λόγω αποφάσεως.
54 Βλ. αιτιολογική σκέψη 12 της οδηγίας για την αναγνώριση, η οποία αναφέρεται στην ανάγκη διασφάλισης ενός ελάχιστου επιπέδου παροχών. Βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 41 της εν λόγω οδηγίας, η οποία προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας από εκείνες που παρέχονται στους δικούς τους υπηκόους.
55 Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Ahmedbekova (C‑652/16, EU:C:2018:801, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
56 Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στο σημείο 40 των παρουσών προτάσεων, η εν λόγω περίοδος διαμονής μπορεί επίσης να ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/109. Επισημαίνεται ότι, αν δεν πληρούνται οι προθεσμίες και οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/109, εφαρμόζεται το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας και αποκλείεται το δικαίωμα διαμονής σε άλλα κράτη μέλη, που προβλέπεται στο κεφάλαιο III της οδηγίας αυτής.