ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

DEAN SPIELMANN

της 27ης Μαρτίου 2025 ( 1 )

Υπόθεση C‑76/24

Tradeinn Retail Services S.L.

κατά

PH

[αίτηση του Bundesgerichtshof
(Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή – Διανοητική ιδιοκτησία – Εθνικά σήματα – Οδηγία (ΕΕ) 2015/2436 – Άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ – Αποτελέσματα του σήματος – Δικαίωμα να απαγορεύεται σε κάθε τρίτον η κατοχή προϊόντων με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία τους – Έννοια της “κατοχής προϊόντων” – Κατοχή προϊόντων σε άλλο κράτος μέλος – Αρχή της εδαφικότητας – Ηλεκτρονικό εμπόριο – Αποστολή προϊόντων στο κράτος μέλος προστασίας του σήματος»

Εισαγωγή

1.

Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436 ( 2 ).

2.

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε από το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία), το οποίο καλείται να αποφανθεί σε τελευταίο βαθμό μετά τις αποφάσεις που εκδόθηκαν πρωτοδίκως και κατ’ έφεση, στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του PH, δικαιούχου γερμανικών σημάτων για εξαρτήματα κατάδυσης, και της Tradeinn Retail Services S.L. (στο εξής: TRS), εταιρίας εδρεύουσας στην Ισπανία, με αντικείμενο αγωγή παραλείψεως της χρήσης των σημάτων αυτών.

3.

Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα των δικαιωμάτων που συνδέονται με εθνικό σήμα το οποίο προστατεύεται στο έδαφος κράτους μέλους, σε περίπτωση κατά την οποία τρίτοι κατέχουν προϊόντα που φέρουν το σήμα αυτό σε άλλο κράτος μέλος με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία τους στο κράτος μέλος προστασίας του σήματος.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

4.

Το άρθρο 10 της οδηγίας 2015/2436, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαιώματα που παρέχει το σήμα», ορίζει τα εξής:

«1.   Η καταχώριση του σήματος παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικά δικαιώματα επ’ αυτού.

2.   Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των δικαιούχων που έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης ή την ημερομηνία προτεραιότητας του καταχωρισμένου σήματος, ο δικαιούχος του εν λόγω καταχωρισμένου σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του, σημείο για προϊόντα ή υπηρεσίες, όταν:

α)

το σημείο είναι ταυτόσημο με το σήμα και χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες ταυτόσημα με εκείνα για τα οποία έχει καταχωρισθεί το σήμα·

β)

το σημείο είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα και χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες που είναι ταυτόσημα ή παρόμοια με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωρισθεί το σήμα, εάν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού· ο κίνδυνος σύγχυσης συμπεριλαμβάνει τον κίνδυνο συσχέτισης του σημείου με το σήμα·

γ)

το σημείο είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα, ανεξαρτήτως του αν χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες ταυτόσημα, παρόμοια ή μη παρόμοια με εκείνα για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα, εάν αυτό χαίρει φήμης εντός του κράτους μέλους και η χρησιμοποίηση του σημείου, χωρίς νόμιμη αιτία, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.

3.   Εάν πληρούνται οι όροι της παραγράφου 2, μπορεί, ιδίως, να απαγορεύεται:

[…]

β)

η προσφορά ή εμπορία των προϊόντων ή η κατοχή τους προς εμπορία ή η προσφορά ή παροχή υπηρεσιών με τη χρήση του σημείου·

[…]

ε)

η χρησιμοποίηση του σημείου σε επαγγελματικό έντυπο υλικό και στη διαφήμιση·

[…]».

Το γερμανικό δίκαιο

5.

Το άρθρο 14, παράγραφοι 1 έως 3, του Gesetz über den Schutz von Marken und sonstigen Kennzeichen –Markengesetz (νόμου για την προστασία των σημάτων και λοιπών διακριτικών σημείων), της 25ης Οκτωβρίου 1994 (BGBl 1994 I, σ. 3082), όπως έχει τροποποιηθεί με τον Gesetz zur Umsetzung der Richtlinie (EU) 2015/2436 des Europäischen Parlaments und des Rates vom 16. Dezember 2015 zur Angleichung der Rechtsvorschriften der Mitgliedstaaten über die Marken (Markenrechtsmodernisierungsgesetz) (νόμο για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 2015/2436), της 11ης Δεκεμβρίου 2018 (BGBl. 2018 I, σ. 2357, στο εξής: MarkenG), το οποίο φέρει τον τίτλο «Αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου σήματος, αξίωση παραλείψεως, αξίωση αποζημίωσης», αποσκοπεί στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 10, παράγραφοι 1 έως 3, της οδηγίας 2015/2436.

6.

Σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, σημείο 1, του MarkenG, απαγορεύεται στους τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος, σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες ταυτόσημες με εκείνες για τις οποίες προστατεύεται το σήμα.

7.

Σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, σημεία 2 και 6, του MarkenG, εάν πληρούνται οι όροι της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, απαγορεύεται ιδίως η προσφορά ή εμπορία των προϊόντων ή η κατοχή τους προς εμπορία, καθώς και η χρησιμοποίηση του σημείου σε επαγγελματικό έντυπο υλικό ή στη διαφήμιση.

8.

Σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 5, του MarkenG, εναντίον οποιουδήποτε χρησιμοποιεί σημείο κατά παράβαση των παραγράφων 2 έως 4 μπορεί να ασκηθεί αγωγή παραλείψεως από τον δικαιούχο του σήματος σε περίπτωση κινδύνου επανάληψης της προσβολής στο μέλλον. Το δικαίωμα αυτό υφίσταται και σε περίπτωση που επαπειλείται προσβολή για πρώτη φορά.

Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία της κύριας δίκης, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

9.

Ο PH είναι δικαιούχος δύο γερμανικών εικονιστικών σημάτων με λεκτικά στοιχεία τα οποία έχουν καταχωρισθεί, μεταξύ άλλων προϊόντων, για «συσκευές κατάδυσης, στολές κατάδυσης, γάντια κατάδυσης, μάσκες κατάδυσης και αναπνευστικές συσκευές καταδύσεων» και απεικονίζονται κατωτέρω:

Image
Image

10.

Η TRS, με έδρα την Ισπανία, διαφήμιζε μέσω της ιστοσελίδας της, www.scubastore.com, καθώς και μέσω της πλατφόρμας διαδικτυακού εμπορίου www.amazon.de, εξαρτήματα κατάδυσης τα οποία διέθετε προς πώληση, χρησιμοποιώντας τα σήματα του PH. Ορισμένες φωτογραφίες απεικόνιζαν τα προϊόντα αυτά να φέρουν τα εν λόγω σήματα. Τούτο συνέβη και με μια αποσπώμενη τσέπη για βάρη κατάδυσης την οποία αγόρασε ο PH στις 8 Ιουνίου 2019 στο πλαίσιο δοκιμαστικής αγοράς και η οποία, όμως, του παραδόθηκε, χωρίς το προϊόν αυτό και η συσκευασία του να φέρουν τα εν λόγω σήματα.

11.

Κατόπιν ατελέσφορης όχλησης, ο PH άσκησε ενώπιον του Landgericht Nürnberg-Fürth (πρωτοδικείου Νυρεμβέργης-Fürth, Γερμανία) αγωγή με αίτημα να υποχρεωθεί η TRS να παύσει να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές στη Γερμανία τα επίμαχα σήματα για εξαρτήματα κατάδυσης. Ζήτησε, ιδίως, να απαγορευθεί στην TRS να επιθέτει τα σημεία αυτά επί των εξαρτημάτων κατάδυσης, της συσκευασίας ή του περιτυλίγματος τους, να προσφέρει, να κατασκευάζει, να διανέμει ή να εμπορεύεται κατ’ άλλο τρόπο εξαρτήματα κατάδυσης υπό τα σημεία αυτά και να τα διαφημίζει ή να τα κατέχει για τους προαναφερθέντες σκοπούς. Ο PH ζήτησε επίσης να υποχρεωθεί η TRS να τον αποζημιώσει, να παράσχει ορισμένες πληροφορίες και να αποδώσει εντόκως τα έξοδα οχλήσεως.

12.

Η TRS αποδέχθηκε την αξίωση να παύσει να προσφέρει ή να διαφημίζει εξαρτήματα κατάδυσης υπό τα επίμαχα σήματα και να παράσχει ορισμένες πληροφορίες καθώς και την αξίωση να αναγνωριστεί συναφώς η υποχρέωσή της προς αποζημίωση.

13.

Με απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2022, το Landgericht Nürnberg-Fürth (πρωτοδικείο Νυρεμβέργης-Fürth) έκανε μερικώς δεκτή την αγωγή συμφώνως με όσα είχε αποδεχθεί η TRS, επιδικάζοντας επιπλέον στον PH ποσό που αντιστοιχούσε στα έξοδα οχλήσεως, πλέον τόκων. Κατά τα λοιπά απέρριψε την αγωγή.

14.

Κατόπιν εφέσεως του PH, το Oberlandesgericht Nürnberg (εφετείο Νυρεμβέργης, Γερμανία) συμπλήρωσε το διατακτικό της απόφασης με την οποία η εναγομένη είχε υποχρεωθεί σε παράλειψη, προσθέτοντας, μεταξύ άλλων, τις λέξεις «καθώς και να τα διανέμει ή να τα κατέχει για τον σκοπό αυτόν» και απέρριψε την έφεση κατά τα λοιπά.

15.

Με την αναίρεση που άσκησε ενώπιον του Bundesgerichtshof (Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, η TRS βάλλει κατά της αποφάσεως του Oberlandesgericht Nürnberg (εφετείου Νυρεμβέργης), ιδίως όσον αφορά την απαγόρευση κατοχής εξαρτημάτων κατάδυσης που προσβάλλουν το δικαίωμα του PH επί των σημάτων, και ζητεί την αναβίωση της πρωτόδικης απόφασης του Landgericht Nürnberg-Fürth (πρωτοδικείου Νυρεμβέργης-Fürth).

16.

Κατά το αιτούν δικαστήριο, η πράξη της παράνομης κατοχής που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 2 και παράγραφος 3, σημείο 2, του MarkenG απαιτεί τη συνδρομή ενός στοιχείου αντικειμενικής υπόστασης, ήτοι της κατοχής προϊόντων που προσβάλλουν το δικαίωμα επί σήματος και ενός στοιχείου υποκειμενικής υπόστασης, ήτοι του βουλητικού χαρακτήρα της κατοχής του προϊόντος με σκοπό την είσοδό του στην αγορά, μέσω οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, συμπεριλαμβανομένης της προσφοράς του. Δεδομένου ότι οι κανόνες αυτοί έχουν ως σκοπό να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, και παράγραφος 3, στοιχεία βʹ και εʹ, της οδηγίας 2015/2436, πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με την οδηγία.

17.

Οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν το στοιχείο αντικειμενικής υπόστασης. Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την αρχή της εδαφικότητας, η οποία ισχύει στο δίκαιο διανοητικής ιδιοκτησίας, η προστασία ενός γερμανικού σήματος περιορίζεται στην επικράτεια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, κυρώσεις δε επιβάλλονται μόνον για πράξεις που έχουν τελεστεί εντός της επικράτειας αυτής. Λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω αρχής, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί κατά πόσον ο δικαιούχος εθνικού σήματος μπορεί, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436, να απαγορεύσει σε τρίτον να κατέχει στην αλλοδαπή προϊόντα που προσβάλλουν το δικαίωμά του επί του σήματος με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία των προϊόντων αυτών στη χώρα όπου το σήμα απολαύει προστασίας.

18.

Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η διάταξη αυτή επιδέχεται δύο ερμηνείες. Σύμφωνα με την αρχή της εδαφικότητας, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ένα πρόσωπο που κατέχει προϊόντα στην αλλοδαπή, ακόμη και αν το πράττει με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία τους υπό το σημείο εντός της επίμαχης εθνικής επικράτειας, δεν προσβάλλει το δικαίωμα επί εθνικού σήματος.

19.

Εντούτοις, θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί –όπως έκρινε το εφετείο– ότι αρκεί, για να στοιχειοθετηθεί προσβολή δικαιώματος επί εθνικού σήματος, η κατοχή των οικείων προϊόντων στην αλλοδαπή να αποσκοπεί στην προσφορά ή στην εμπορία τους υπό το σημείο στη χώρα προστασίας του σήματος. Προς στήριξη της ερμηνείας αυτής, το αιτούν δικαστήριο επικαλείται απόφαση του Δικαστηρίου ( 3 ), με την οποία κρίθηκε, όσον αφορά δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, ότι ένα δικαίωμα που απολαύει προστασίας μόνον εντός της εθνικής επικράτειας μπορεί επίσης να προσβληθεί από πράξεις που τελούνται στην αλλοδαπή.

20.

Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατά πόσον ο όρος «κατοχή», κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 («besitzen» στην απόδοση στη γερμανική γλώσσα), προϋποθέτει δυνατότητα πραγματικής πρόσβασης στα προϊόντα που προσβάλλουν το δικαίωμα επί σήματος ή αρκεί η δυνατότητα άσκησης επιρροής στο πρόσωπο που έχει πραγματική πρόσβαση στα προϊόντα αυτά.

21.

Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, ο όρος «Besitz» είναι ευρύς και περιλαμβάνει τόσο την «άμεση κατοχή» όσο και την «έμμεση κατοχή». Ως «άμεση κατοχή» νοείται η κτήση φυσικής εξουσίας επί πράγματος η οποία παύει όταν ο κάτοχος παραιτείται από αυτήν ή τη χάνει. Αντιθέτως, όποιος κατέχει πράγμα δυνάμει σχέσεως στο πλαίσιο της οποίας δικαιούται ή υποχρεούται να το κατέχει έναντι κάποιου άλλου προσώπου για ορισμένο χρονικό διάστημα, θεωρείται «έμμεσος κάτοχος». Το αιτούν δικαστήριο παραθέτει το παράδειγμα της πώλησης προϊόντων εξ αποστάσεως, στο πλαίσιο της οποίας ο πωλητής που αποστέλλει τα προϊόντα καθίσταται έμμεσος κάτοχος κατά τον χρόνο παράδοσης των προϊόντων στον πάροχο υπηρεσιών εφοδιαστικής αλυσίδας που διασφαλίζει τη μεταφορά των προϊόντων από τον πωλητή στον αγοραστή, ενώ ο εν λόγω μεταφορέας αποκτά την ιδιότητα του άμεσου κατόχου.

22.

Μολονότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, η TRS μπορεί, συνεπώς, να χαρακτηριστεί ως «έμμεσος κάτοχος», το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 καλύπτει την κατοχή από τρίτους. Στηρίζεται, συναφώς, στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Campos Sánchez-Bordona στην υπόθεση Coty Germany ( 4 ), από τις οποίες προκύπτει ότι ο όρος «κατοχή» δεν απαντά σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 ( 5 ), δεδομένου ότι ορισμένες αποδόσεις προτιμούν ρήματα ή ουσιαστικά που υποδηλώνουν μια ενέργεια «αποθήκευσης» αγαθών, η οποία προϋποθέτει άμεση πρόσβαση στα προϊόντα.

23.

Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, ωστόσο, ότι το δίκαιο της Ένωσης καθιστά δυνατό τον καταλογισμό σε έμπορο πράξεων που έχουν τελεσθεί από πάροχο υπηρεσιών εφοδιαστικής αλυσίδας ή από μεταφορέα και προσβάλλουν εθνικό δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας ( 6 ).

24.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)

Μπορεί ο δικαιούχος εθνικού σήματος να απαγορεύσει, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας [2015/2436], σε πρόσωπο να κατέχει στην αλλοδαπή προϊόντα που προσβάλλουν το δικαίωμά του επί του σήματος με σκοπό την προσφορά ή τη διάθεσή των προϊόντων αυτών στην αγορά στη χώρα όπου το σήμα απολαύει προστασίας;

2)

Προϋποθέτει o όρος “κατοχή”, κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας [2015/2436], δυνατότητα πραγματικής πρόσβασης στα προϊόντα που προσβάλλουν το δικαίωμα επί του σήματος ή αρκεί η δυνατότητα άσκησης επιρροής στο πρόσωπο που έχει πραγματική πρόσβαση στα προϊόντα αυτά;»

25.

Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν ο δικαιούχος των γερμανικών σημάτων και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ανάλυση

26.

Δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/2436, η καταχώριση σήματος παρέχει στον δικαιούχο του αποκλειστικό δικαίωμα το οποίο, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του επιτρέπει να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του, σημείο ταυτόσημο με το σήμα αυτό για προϊόντα ή υπηρεσίες ταυτόσημες με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωριστεί το σήμα. Το άρθρο 10, παράγραφος 3, της οδηγίας απαριθμεί ενδεικτικώς διάφορα είδη χρήσεων τα οποία μπορεί να απαγορεύσει ο δικαιούχος του σήματος ( 7 ). Ειδικότερα, το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας προβλέπει ότι ο δικαιούχος καταχωρισμένου σήματος μπορεί να απαγορεύσει την προσφορά, την εμπορία ή την κατοχή προς εμπορία των προϊόντων που φέρουν το σήμα του.

27.

Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζω ότι η προστασία των σημάτων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη πλειόνων καθεστώτων προστασίας. Αφενός, με την οδηγία 2015/2436, ο νομοθέτης της Ένωσης επιδίωξε την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών περί σημάτων. Αφετέρου, ο κανονισμός 2017/1001 θέσπισε ομοιόμορφο δίκαιο περί σημάτων που εφαρμόζεται στο σύνολο του εδάφους της Ένωσης. Το δίκαιο περί σημάτων της Ένωσης δεν αντικαθιστά το δίκαιο περί σημάτων των κρατών μελών, αλλά συμπληρώνει τα εθνικά συστήματα προστασίας. Τα εθνικά σήματα εξακολουθούν να υφίστανται διότι θεωρούνται απαραίτητα για τις επιχειρήσεις που δεν έχουν επιλέξει την προστασία των σημάτων τους σε επίπεδο Ένωσης ( 8 ).

28.

Υπενθυμίζω επίσης ότι, δυνάμει της αρχής της εδαφικότητας (lex loci protectionis), τα έννομα αποτελέσματα εθνικού σήματος περιορίζονται στην επικράτεια του κράτους εντός του οποίου αυτό προστατεύεται ( 9 ). Η αρχή της εδαφικότητας συνεπάγεται ότι το δίκαιο του κράτους εντός του οποίου ζητείται η προστασία ενός σήματος είναι αυτό που καθορίζει τις προϋποθέσεις της προστασίας. Το εθνικό δίκαιο δεν μπορεί, εξάλλου, να κολάζει παρά μόνον τις πράξεις που τελούνται στο οικείο εθνικό έδαφος. Επομένως, κατά γενικό κανόνα, ο δικαιούχος εθνικού σήματος δεν μπορεί να επικαλεστεί την προστασία αυτή εκτός του εν λόγω εδάφους ( 10 ). Η αρχή αυτή ισχύει και για τα σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι η προστασία που παρέχεται σε επίπεδο Ένωσης δεν καθιστά δυνατή, κατ’ αρχήν, την επίκληση προστασίας σε εδάφη εκτός της Ένωσης ( 11 ).

29.

Εν προκειμένω, η αρχή της εδαφικότητας δεν αποτελεί αυτή καθεαυτήν αντικείμενο εξέτασης. Αντιθέτως, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον είναι δυνατό να ανακύψουν συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες πράξεις που τελέστηκαν στην αλλοδαπή θεωρούνται ότι συνιστούν προσβολή του δικαιώματος επί εθνικού σήματος, με αποτέλεσμα ο κάτοχος του δικαιώματος αυτού να μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 προκειμένου να απαγορεύσει την προσφορά, την εμπορία ή την κατοχή προς εμπορία των προϊόντων που φέρουν το εθνικό σήμα. Με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα ζητείται, ειδικότερα, να προσδιοριστεί το περιεχόμενο μίας από τις πράξεις αυτές που μπορούν να απαγορευθούν από τον δικαιούχο προστατευόμενου σήματος, ήτοι της «κατοχής [των προϊόντων] προς εμπορία».

30.

Συναφώς, προσθέτω ότι το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι από τη διατύπωση του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 προκύπτει ότι η «κατοχή προς εμπορία» περιλαμβάνει την κατοχή με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία των προϊόντων. Συνεπώς, προκειμένου η κατοχή προϊόντων που φέρουν σημεία ταυτόσημα με ένα προστατευόμενο σήμα να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «χρήση» του σημείου αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας, και προκειμένου ο δικαιούχος του εν λόγω σήματος να μπορεί να προβάλει τα δικαιώματά του και να επικαλεστεί το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας, πρέπει ο ίδιος ο οικονομικός φορέας να επιδιώκει τον σκοπό της διάταξης αυτής, ήτοι την προσφορά ή την εμπορία των προϊόντων. Η κατοχή προϊόντων με σκοπό την εμπορία τους αποτελεί, επομένως, πράξη προγενέστερη της διάθεσης προς κατανάλωση, η οποία χαρακτηρίζεται ρητώς ως τέτοια από τον νομοθέτη της Ένωσης και στην οποία ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να αντιταχθεί ( 12 ).

Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο αφορά προσβολή δικαιώματος επί εθνικού σήματος λόγω κατοχής προϊόντος εκτός του εδάφους προστασίας του σήματος

31.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 έχει την έννοια ότι ο δικαιούχος εθνικού σήματος μπορεί να απαγορεύσει σε τρίτον να κατέχει στην αλλοδαπή προϊόντα που προσβάλλουν το δικαίωμά του επί του σήματος με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία των προϊόντων αυτών στη χώρα όπου το σήμα απολαύει προστασίας.

32.

Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό μπορεί, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να δοθεί καταφατική απάντηση.

33.

Ειδικότερα, αποφαινόμενο σε σχέση με προσφορές προς πώληση ή διαφημίσεις μέσω του διαδικτύου προϊόντων που έφεραν σημείο ταυτόσημο ή παρόμοιο με προστατευόμενο σήμα, με αποδέκτες καταναλωτές εντός της Ένωσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αποτελεσματικότητα των κανόνων σχετικά με την προστασία του δικαιώματος επί σημάτων θα θιγόταν αν η χρήση σημείου ταυτόσημου ή παρόμοιου με σήμα καταχωρισμένο εντός της Ένωσης διέφευγε της εφαρμογής των κανόνων αυτών λόγω του γεγονότος και μόνον ότι ο τρίτος ο οποίος ευθύνεται για την εν λόγω προσφορά ή την εν λόγω διαφήμιση είναι εγκατεστημένος σε τρίτο κράτος, είτε ο διακομιστής του διαδικτυακού τόπου τον οποίο χρησιμοποιεί ευρίσκεται εντός ενός τέτοιου κράτους είτε το αποτελούν αντικείμενο της ως άνω προσφοράς ή της ως άνω διαφήμισης προϊόν ευρίσκεται εντός τρίτου κράτους. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο δικαιούχος του σήματος μπορεί, συνεπώς, να αντιταχθεί στις εν λόγω πωλήσεις, προσφορές προς πώληση ή διαφημίσεις επικαλούμενος είτε το άρθρο 5 της πρώτης οδηγίας 89/104 είτε το άρθρο 9 του κανονισμού 40/94 ( 13 ).

34.

Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι η απλή δυνατότητα πρόσβασης σε διαδικτυακό τόπο εντός του καλυπτόμενου από το σήμα εδάφους δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι αναρτώμενες στον εν λόγω ιστότοπο προσφορές προς πώληση έχουν ως αποδέκτες καταναλωτές ευρισκόμενους στο έδαφος αυτό. Εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να εκτιμούν κατά περίπτωση αν υφίστανται κατάλληλες ενδείξεις ώστε να συνάγεται ότι προσφορά προς πώληση που αναρτάται σε διαδικτυακή αγορά προσβάσιμη στο καλυπτόμενο από το σήμα έδαφος έχει ως αποδέκτες καταναλωτές ευρισκόμενους στο έδαφος αυτό, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του γεγονότος ότι η προσφορά προς πώληση συνοδεύεται από διευκρινίσεις ως προς τις γεωγραφικές ζώνες όπου ο πωλητής είναι έτοιμος να αποστείλει το προϊόν ( 14 ).

35.

Επιπλέον, σε ορισμένες υποθέσεις με αντικείμενο τα μέτρα τα οποία μπορεί να λάβει ο κάτοχος δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας σε περίπτωση πώλησης εντός της Ένωσης προϊόντων που φέρουν το σήμα του και προέρχονται από τρίτο κράτος, ιδίως όταν η προσφορά ή η πώληση των προϊόντων αυτών πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της υπαγωγής των εμπορευμάτων στο καθεστώς της εξωτερικής διαμετακόμισης ή της τελωνειακής αποταμίευσης, το Δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν ότι υφίσταται κίνδυνος προσβολής των προστατευόμενων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας σε περίπτωση που εμπορεύματα προερχόμενα από τρίτο κράτος, ακόμη και πριν καν εισέλθουν στο έδαφος που καλύπτεται από την προστασία αυτή, αποτελούν αντικείμενο εμπορικής πράξης απευθυνόμενης στους καταναλωτές στο έδαφος αυτό, όπως η πώληση ή η προσφορά προς πώληση. Ο δικαιούχος του σήματος μπορεί, συνεπώς, να αντιταχθεί στην προσφορά ή στην πώληση τέτοιων εμπορευμάτων όταν αυτή συνεπάγεται κατ’ ανάγκην τη διάθεσή τους στο εμπόριο εντός της Ένωσης ( 15 ).

36.

Εξάλλου, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί αίτησης προδικαστικής αποφάσεως που είχε υποβληθεί στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας για συνέργεια σε παράνομη εμπορία προστατευόμενων έργων πνευματικής ιδιοκτησίας, επισήμανε ότι πράξεις που τελούνται στην αλλοδαπή μπορούν να προσβάλουν δικαίωμα που απολαύει προστασίας μόνον εντός της εθνικής επικράτειας. Συγκεκριμένα, με την απόφαση Donner, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο έμπορος ο οποίος κατευθύνει τα διαφημιστικά του μηνύματα στο κοινό που κατοικεί σε συγκεκριμένο κράτος μέλος και ο οποίος έχει δημιουργήσει ή θέσει στη διάθεση του κοινού ειδικό σύστημα παράδοσης και ειδικό σύστημα πληρωμών, ή επιτρέπει σε τρίτον να το πράξει, καθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο δυνατή την παράδοση στο εν λόγω κοινό αντιγράφων έργων που προστατεύονται κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας στο προαναφερθέν κράτος μέλος, προβαίνει, στο κράτος μέλος στο οποίο λαμβάνει χώρα η παράδοση, σε πράξη που προσβάλλει το εν λόγω δικαίωμα ( 16 ).

37.

Ομοίως, επί υπόθεσης σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίων των κρατών μελών σε περίπτωση φερόμενης προσβολής περιουσιακού δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα δικαστήρια κράτους μέλους στο οποίο κατοχυρώνονται τα περιουσιακά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας πρέπει να αποφαίνονται επί των ισχυρισμών περί προσβολής των δικαιωμάτων αυτών, ακόμη και αν η φερόμενη προσβολή των δικαιωμάτων αυτών προκύπτει από πράξεις τελεσθείσες σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον υπάρχει το ενδεχόμενο η προβαλλόμενη ζημία να επέλθει στο έδαφος όπου έχει την έδρα του το επιληφθέν δικαστήριο ( 17 ).

38.

Από το σύνολο της νομολογίας αυτής προκύπτει ότι το κρίσιμο στοιχείο για να διαπιστωθεί αν ο κάτοχος δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας μπορεί να το επικαλεστεί έναντι πράξεων που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή συνίσταται, κατ’ ουσίαν, στο κατά πόσον οι πράξεις αυτές, όπως η πώληση, η προσφορά προς πώληση ή η εμπορία των οικείων προϊόντων, απευθύνονται σε καταναλωτές ευρισκόμενους στο έδαφος εντός του οποίου προστατεύεται το εν λόγω δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας.

39.

Ανεξαρτήτως του ειδικού πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές, οι εκτιμήσεις σχετικά με τα μέσα έννομης προστασίας που έχει στη διάθεσή του ο κάτοχος δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας έναντι φερόμενης προσβολής του δικαιώματος αυτού από πράξεις τελεσθείσες στην αλλοδαπή, εκτός του εδάφους προστασίας του εν λόγω δικαιώματος, έχουν οριζόντιο χαρακτήρα και μπορούν, συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, να τύχουν εφαρμογής εν προκειμένω.

40.

Πράγματι, και στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να αποτραπεί το ενδεχόμενο ο τρίτος που χρησιμοποιεί σημείο ταυτόσημο με εθνικό σήμα, χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος αυτού, για προϊόντα ταυτόσημα με εκείνα για τα οποία έχει καταχωρισθεί το σήμα, να μπορεί να αντιταχθεί στην εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 και, ως εκ τούτου, να θίξει την πρακτική αποτελεσματικότητα της διάταξης αυτής, επικαλούμενος τον τόπο κατοχής των προϊόντων όταν πρόθεσή του είναι η προσφορά ή η εμπορία τους στο έδαφος εντός του οποίου το σήμα αυτό απολαύει προστασίας.

41.

Δεδομένου ότι η κατοχή προϊόντων με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία τους αποτελεί μία από τις χρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/2436, την οποία μπορεί να απαγορεύσει ο δικαιούχος σήματος και η οποία προβλέπεται ρητώς στην παράγραφο 3, στοιχείο βʹ, της διάταξης αυτής, ο δικαιούχος εθνικού σήματος πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να έχει τη δυνατότητα να αντιταχθεί σε αυτή δυνάμει του αποκλειστικού δικαιώματος που του παρέχει το σήμα.

42.

Το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 έχει, συνεπώς, την έννοια ότι διασφαλίζει την προστασία εθνικού σήματος έναντι της κατοχής προϊόντος που προσβάλλει το δικαίωμα επί του σήματος αυτού εκτός του εδάφους προστασίας του, όταν η κατοχή αυτή έχει ως σκοπό την προσφορά ή την εμπορία του προϊόντος στη χώρα όπου το εν λόγω σήμα απολαύει προστασίας.

43.

Δεδομένου ότι πρέπει να υφίσταται ένα σχετικό στοιχείο σύνδεσης με το εθνικό έδαφος εντός του οποίου προστατεύεται το σήμα, μια τέτοια ερμηνεία της διάταξης αυτής συνάδει με την αρχή της εδαφικότητας. Συνάδει, επίσης, με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο έχει επανειλημμένως επισημάνει ότι το αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου του σήματος παρέχεται προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να προστατεύσει τα ειδικά συμφέροντά του ως δικαιούχος του σήματος, ήτοι να διασφαλίσει ότι το σήμα μπορεί να επιτελέσει τις λειτουργίες του. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να ασκείται μόνον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χρήση του σημείου από τρίτον θίγει ή ενδέχεται να θίξει τις λειτουργίες του σήματος, μεταξύ αυτών και την ουσιώδη λειτουργία του σήματος, η οποία συνίσταται στο να εγγυάται στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη την προέλευση του προϊόντος επί του οποίου έχει τεθεί το σήμα, δίνοντάς του τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο σύγχυσης, το προϊόν αυτό από προϊόντα άλλης προέλευσης ( 18 ).

44.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 έχει την έννοια ότι ο δικαιούχος εθνικού σήματος μπορεί να απαγορεύσει σε τρίτο να κατέχει σε άλλο κράτος μέλος προϊόντα που προσβάλλουν το δικαίωμά του επί του σήματος με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία των προϊόντων αυτών στη χώρα όπου το σήμα απολαύει προστασίας.

Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο αφορά την έννοια της «κατοχής»

45.

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 έχει την έννοια ότι ο όρος «κατοχή», κατά τη διάταξη αυτή, προϋποθέτει δυνατότητα πραγματικής πρόσβασης στα προϊόντα που προσβάλλουν το δικαίωμα επί του σήματος ή αρκεί η δυνατότητα άσκησης επιρροής στο πρόσωπο που έχει πραγματική πρόσβαση στα προϊόντα αυτά.

46.

Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του όρου «Besitz» στο γερμανικό δίκαιο, όπως προκύπτει από το σημείο 21 των παρουσών προτάσεων, το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εκληφθεί υπό την έννοια ότι αφορά το κατά πόσον ο όρος «κατοχή», κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 («besitzen» στην απόδοση στη γερμανική γλώσσα), σημαίνει μόνον «κτήση φυσικής εξουσίας» επί των προϊόντων, κατά τρόπο ώστε αυτή να παύει όταν ο κάτοχος δεν έχει πλέον τη δυνατότητα πραγματικής πρόσβασης στα προϊόντα ή, όπως στο γερμανικό δίκαιο, περιλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο «επιτρέπει ή υποχρεώνει» τρίτον να κατέχει τα προϊόντα, κατά τρόπο ώστε το πρόσωπο αυτό να ασκεί αποφασιστική επιρροή επί του λόγω τρίτου όσον αφορά τον προορισμό των προϊόντων.

47.

Κατά πάγια νομολογία, από τις επιταγές τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι το γράμμα διάταξης του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου της πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύεται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται και του σκοπού της επίμαχης ρύθμισης ( 19 ).

48.

Επιπλέον, η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων μιας διάταξης του δικαίου της Ένωσης επιβάλλει, σε περίπτωση αποκλίσεων μεταξύ τους, να ερμηνεύεται η επίμαχη διάταξη με γνώμονα την όλη οικονομία και τον σκοπό της ρύθμισης της οποίας αποτελεί μέρος ( 20 ).

49.

Το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του περιεχομένου του, από τη δε συγκριτική εξέταση των διάφορων γλωσσικών αποδόσεων της διάταξης αυτής προκύπτει ότι υπάρχουν ορισμένες αποκλίσεις μεταξύ τους.

50.

Όπως ορθώς επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο εξέτασε τον όρο «κατοχή» στην υπόθεση Coty Germany. Ήταν αναγκαίο, μεταξύ άλλων, να διευκρινιστεί κατά πόσον η αποθήκευση προϊόντων που προσβάλλουν το δικαίωμα επί του σήματος, χωρίς ο αποθηκευτής να τα προσφέρει ο ίδιος προς πώληση ή να τα εμπορεύεται ή να έχει σκοπό να τα προσφέρει προς πώληση ή να τα εμπορευθεί, μπορεί να θεωρηθεί «χρήση» του σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 και του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2017/1001 και, ειδικότερα, «κατοχή» των προϊόντων αυτών με σκοπό την προσφορά ή εμπορία τους κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, το περιεχόμενο του οποίου επαναλαμβάνεται κατ’ ουσίαν στο άρθρο 9, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001 ( 21 ).

51.

Συναφώς, ο γενικός εισαγγελέας Μ. Campos Sánchez-Bordona ορθώς διαπίστωσε ότι ο όρος «κατοχή» δεν απαντά σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 9, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001. Ειδικότερα, η γαλλική απόδοση («détenir») και η γερμανική απόδοση («besitzen») χρησιμοποιούν λέξεις ευθέως συνδεόμενες με τον νομικό θεσμό της κατοχής (possessio). Άλλες αποδόσεις, όπως η ισπανική, η ιταλική, η πορτογαλική, η αγγλική και η σουηδική («almacenarlos»«stoccaggio», «armazená-los», «stocking» και «lagra») προτιμούν ρήματα ή ουσιαστικά που υποδηλώνουν μια ενέργεια αποθήκευσης αγαθών ( 22 ).

52.

Μολονότι, στην υπόθεση Coty Germany δεν κατέστη εν τέλει αναγκαίο το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ακριβούς περιεχομένου του όρου «κατοχή», κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, και επικεντρώθηκε στον εμπορικό χαρακτήρα της κατοχής «προς τους σκοπούς της προσφοράς ή της εμπορίας των προϊόντων»», εντούτοις, η απόφαση στην υπόθεση αυτή καθώς και η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχουν χρήσιμες κατευθύνσεις προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω.

53.

Πράγματι, όπως επισημαίνεται στο σημείο 30 των παρουσών προτάσεων, η κατοχή προϊόντων που φέρουν προστατευόμενο σήμα αποτελεί μία από τις «χρήσεις» του σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001 ή του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/2436, οι οποίες απαριθμούνται ενδεικτικώς στην παράγραφο 3 των διατάξεων αυτών και μπορούν να απαγορευθούν από τον δικαιούχο σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από τον δικαιούχο εθνικού σήματος, εφόσον η εν λόγω κατοχή έχει ως σκοπό την προσφορά ή την εμπορία των προϊόντων.

54.

Το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ωστόσο ότι, σύμφωνα με τη συνήθη έννοιά της, η λέξη «χρησιμοποιώ» υποδηλώνει ενεργή συμπεριφορά και άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της πράξης που συνιστά τη χρήση. Συναφώς, έχει επισημάνει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 και το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 2008/95, το περιεχόμενο του οποίου επαναλαμβάνεται κατ’ ουσίαν στο άρθρο 10, παράγραφος 3, της οδηγίας 2015/2436, το οποίο απαριθμεί ενδεικτικώς τα είδη χρήσης τα οποία δύναται να απαγορεύσει ο δικαιούχος του σήματος, περιλαμβάνουν αποκλειστικώς μορφές ενεργού συμπεριφοράς εκ μέρους του τρίτου ( 23 ). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει υπενθυμίσει ότι ο σκοπός του άρθρου 9 του κανονισμού 207/2009 και του άρθρου 5 της οδηγίας 2008/95 συνίσταται στο να παρέχεται στον δικαιούχο σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εθνικού σήματος η νομική δυνατότητα να απαγορεύει και, συνακόλουθα, να θέτει τέλος σε κάθε χρήση του σήματός του στην οποία προβαίνει, χωρίς τη συγκατάθεσή του, κάποιος τρίτος. Εντούτοις, μόνον ο τρίτος ο οποίος έχει τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της πράξης που συνιστά τη χρήση μπορεί πράγματι να παύσει τη χρήση αυτή και, συνεπώς, να συμμορφωθεί με την ανωτέρω απαγόρευση ( 24 ).

55.

Το Δικαστήριο έχει εξετάσει διάφορες περιπτώσεις στις οποίες τρίτος πάροχος υπηρεσιών –επιχείρηση που εκμεταλλεύεται διαδικτυακή πλατφόρμα πωλήσεων, διαφημιζόμενος ή αποθηκευτής– είχε κάνει χρήση σημείου στοιχούντος σε σήμα άλλου δικαιούχου, προκειμένου να διαπιστώσει αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο τρίτος «χρησιμοποιούσε» το εν λόγω σημείο.

56.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται διαδικτυακές πλατφόρμες πωλήσεων, οι οποίες προσφέρουν υπηρεσίες αποθήκευσης στους πωλητές που δραστηριοποιούνται στις εν λόγω πλατφόρμες, χωρίς οι ίδιες να έχουν ως σκοπό την προσφορά ή εμπορία των προϊόντων που αποθηκεύουν, δεν «χρησιμοποιούν» τα σημεία που φέρουν τα αποθηκευμένα προϊόντα. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το γεγονός ότι ένας πάροχος υπηρεσιών δημιουργεί τις αναγκαίες τεχνικές προϋποθέσεις για τη χρήση ενός σημείου και αμείβεται για την υπηρεσία αυτή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ο παρέχων την υπηρεσία χρησιμοποιεί ο ίδιος το εν λόγω σημείο. Εφόσον το επίμαχο σημείο δεν συνδέεται με τις υπηρεσίες τρίτου παρόχου, η εν λόγω χρήση πραγματοποιείται από τους πελάτες του παρόχου υπηρεσιών ( 25 ).

57.

Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, δεν είναι δυνατόν να καταλογιστεί σε διαφημιζόμενο η χρήση σημείου στην περίπτωση που οι διαφημιστικές καταχωρίσεις πραγματοποιούνται από άλλους οικονομικούς φορείς, όπως οι διαχειριστές ιστότοπων αντιστοίχισης, οι οποίοι δεν ακολουθούν τις ρητές οδηγίες του διαφημιζόμενου που σκοπούν να αποφευχθεί μια τέτοια χρήση ή με τους οποίους ο διαφημιζόμενος δεν διατηρεί καμία άμεση ή έμμεση σχέση και οι οποίοι δεν ενεργούν κατά παραγγελία και για λογαριασμό του εν λόγω διαφημιζομένου, αλλά με δική τους πρωτοβουλία και στο όνομά τους. Επομένως, το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/2436 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένα πρόσωπο μπορεί, ανεξαρτήτως της συμπεριφοράς του, να θεωρηθεί ότι χρησιμοποιεί σημείο ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα τρίτου για τον λόγο και μόνον ότι η χρήση αυτή είναι ικανή να του παράσχει οικονομικό πλεονέκτημα ( 26 ).

58.

Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι στην περίπτωση του αποθηκευτή, ο οποίος απλώς φυλάσσει τα προϊόντα για λογαριασμό τρίτου, κατά τη συνήθη άσκηση του επαγγέλματός του, η παροχή της υπηρεσίας αποθήκευσης εμπορευμάτων που φέρουν σήμα τρίτου δεν συνιστά «χρήση» του σημείου. Οι ενδιάμεσοι, όπως όσοι εκμεταλλεύονται αποθήκες εμπορευμάτων, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες στους πελάτες τους, δεν φέρουν ευθύνη για τυχόν διαπραττόμενες από αυτούς προσβολές των δικαιωμάτων επί σήματος, καθόσον δεν χρησιμοποιούν το σήμα εντός του πεδίου της δικής τους εμπορικής επικοινωνίας, ούτε εντός του κύκλου εργασιών τους. Αντιθέτως, τούτο δεν ισχύει για οικονομικό φορέα ο οποίος παραδίδει στον ανωτέρω αποθηκευτή και του αναθέτει να αποθηκεύσει, ενόψει της διάθεσής τους στο εμπόριο, εμπορεύματα φέροντα σήμα του οποίου δεν είναι δικαιούχος. Συνεπώς, ο εν λόγω οικονομικός φορέας πρέπει να χαρακτηριστεί ως «[κάτοχος] προς εμπορία», κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436. Σε διαφορετική περίπτωση, οι πράξεις κατοχής για τους σκοπούς της διάθεσης στο εμπόριο, οι οποίες μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο 10 παράγραφος 3 και κατά κανόνα πραγματοποιούνται χωρίς άμεση επαφή με τους δυνητικούς καταναλωτές, δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «χρήση» κατά την έννοια του προμνησθέντος άρθρου και δεν θα ήταν επομένως δυνατόν να απαγορευθούν, παρότι ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ρητώς ότι πρόκειται για πράξεις που μπορούν να απαγορευθούν ( 27 ).

59.

Προκειμένου να διαπιστωθεί αν τρίτος χρησιμοποιεί σημείο ταυτόσημο ή παρόμοιο με προστατευόμενο σήμα, κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2015/2436, το Δικαστήριο διέκρινε, συνεπώς, μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών αναλόγως των υπηρεσιών που παρέχουν και της συμπεριφοράς που επιδεικνύουν. Δεν υφίσταται τέτοια χρήση όταν ο τρίτος παρέχει απλώς μια τεχνική λύση που είναι αναγκαία για τη χρήση του σημείου ή όταν επιδεικνύει παθητική συμπεριφορά, χωρίς άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της πράξης που συνιστά τη χρήση ( 28 ). Αντιθέτως, υφίσταται χρήση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν ο εν λόγω τρίτος έχει τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της πράξης που συνιστά την απαγορευμένη χρήση. Μπορεί να πρόκειται για τον πωλητή που χρησιμοποιεί διαδικτυακή πλατφόρμα πωλήσεων με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία προϊόντων φερόντων σήμα του οποίου δεν είναι δικαιούχος ή, ακόμη και για οικονομικό φορέα ο οποίος παραδίδει τέτοια προϊόντα σε αποθηκευτή, ενόψει της διάθεσής τους στο εμπόριο, και ο οποίος χρησιμοποιεί προστατευόμενο σήμα εντός του πεδίου της δικής του εμπορικής επικοινωνίας ( 29 ).

60.

Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, αφενός, η «κατοχή» με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία προϊόντων αποτελεί μία από τις χρήσεις που προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436, την οποία μπορεί να απαγορεύσει ο δικαιούχος προστατευόμενου σήματος. Αφετέρου, το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ’ ουσίαν ότι οικονομικός φορέας ο οποίος παραδίδει σε αποθηκευτή εμπορεύματα φέροντα σήμα του οποίου δεν είναι δικαιούχος, ενόψει της διάθεσής τους στο εμπόριο, «χρησιμοποιεί» το σήμα αυτό και κατέχει τα εμπορεύματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Συνεπώς, φρονώ ότι το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 παρέχει στον δικαιούχο προστατευόμενου εθνικού σήματος το δικαίωμα να στραφεί κατά οποιουδήποτε τρίτου έχει τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της κατοχής αυτής.

61.

Η κατοχή προϊόντων με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία τους έχει, συνεπώς, την έννοια ότι περιλαμβάνει κάθε περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος, κατά του οποίου στρέφεται ο δικαιούχος του προστατευόμενου σήματος, είτε αποθηκεύει ο ίδιος τα προϊόντα με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία τους στο έδαφος όπου το σήμα απολαύει προστασίας είτε αναθέτει σε άλλο πρόσωπο να τα αποθηκεύσει για λογαριασμό του προς τους σκοπούς αυτούς και ασκεί αποφασιστική επιρροή στο πρόσωπο αυτό, καθόσον ο εν λόγω τρίτος μπορεί να αποφασίσει, έστω και έμμεσα, για τον προορισμό των προϊόντων.

62.

Μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 συνάδει και με τον σκοπό του άρθρου 10 της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στο να παρέχεται στον δικαιούχο σήματος η νομική δυνατότητα να απαγορεύει και, συνακόλουθα, να θέτει τέλος σε κάθε χρήση του σήματός του στην οποία προβαίνει τρίτος χωρίς τη συγκατάθεσή του. Όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η ερμηνεία αυτή διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία του δικαιούχου του σήματος. Στην αντίθετη περίπτωση, ο τρίτος που ασκεί έμμεσα τον έλεγχο μέσω άλλου προσώπου θα μπορούσε να αποφύγει τις έννομες συνέπειες του άρθρου 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436, μολονότι ελέγχει, έστω και έμμεσα, τα προϊόντα, με σκοπό την προσφορά ή εμπορία τους στο προστατευόμενο έδαφος.

63.

Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/2436 έχει την έννοια ότι η κατοχή, κατά τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει τη δυνατότητα άσκησης αποφασιστικής επιρροής στο πρόσωπο που έχει πραγματική πρόσβαση στα προϊόντα προκειμένου να καθοριστεί, έστω και έμμεσα, ο προορισμός των προϊόντων αυτών.

Πρόταση

64.

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία) ως εξής:

Το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων

έχει την έννοια ότι:

–

ο δικαιούχος εθνικού σήματος μπορεί να απαγορεύσει σε τρίτο να κατέχει σε άλλο κράτος μέλος προϊόντα που προσβάλλουν το δικαίωμά του επί του σήματος με σκοπό την προσφορά ή την εμπορία των προϊόντων αυτών στη χώρα όπου το σήμα απολαύει προστασίας·

–

η κατοχή, κατά τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει τη δυνατότητα άσκησης αποφασιστικής επιρροής στο πρόσωπο που έχει πραγματική πρόσβαση στα προϊόντα προκειμένου να καθοριστεί, έστω και έμμεσα, ο προορισμός των προϊόντων αυτών.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2015, L 336, σ. 1).

( 3 ) Απόφαση της 21ης Ιουνίου 2012, Donner (C‑5/11, στο εξής: απόφαση Donner, EU:C:2012:370, σκέψη 30).

( 4 ) Υπόθεση C‑567/18 (EU:C:2019:1031, σημεία 46 και 47).

( 5 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1).

( 6 ) Βλ. απόφαση Donner (σκέψη 27).

( 7 ) Βλ. αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 2022, Merck Sharp & Dohme κ.λπ. (C‑224/20, στο εξής: απόφαση Merck Sharp & Dohme κ.λπ., EU:C:2022:893, σκέψη 112 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 17ης Νοεμβρίου 2022, Impexeco και PI Pharma (C‑253/20 και C‑254/20, EU:C:2022:894, σκέψη 44).

( 8 ) Πρβλ. αιτιολογικές σκέψεις 5 έως 8 του κανονισμού 2017/1001. Βλ., επίσης, απόφαση της 22ας Μαρτίου 2012, Génesis (C‑190/10, EU:C:2012:157, σκέψεις 30 και 31), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Jääskinen στην υπόθεση Génesis (C‑190/10, EU:C:2011:202, σημεία 31 έως 33).

( 9 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 2017/1001· βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Jääskinen στην υπόθεση Génesis (C‑190/10, EU:C:2011:202, σημείο 29) και, μεταξύ άλλων, Wertheimer, H. W., «The Principle of Territoriality in the Trademark Law of the Common Market Countries», International and Comparative Law Quarterly, τόμος 16, αριθ. 3, 1967, σ. 630 και Dinwoodie, G. B., «Territorial Overlaps in Trademark Law: The Evolving European Model», Notre Dame Law Review, τόμος 92, αριθ. 4, 2017, σ. 1673.

( 10 ) Πρβλ. αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1994, IHT Internationale Heiztechnik και Danzinger (C‑9/93, EU:C:1994:261, σκέψη 22), και της 19ης Απριλίου 2012, Wintersteiger (C‑523/10, EU:C:2012:220, σκέψη 25).

( 11 ) Πρβλ. αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2017, Coca-Cola κατά EUIPO – Mitico (Master) (T‑61/16, EU:T:2017:877, σκέψη 81), και της 21ης Δεκεμβρίου 2022, International Masis Tabak κατά EUIPO – Philip Morris Brands (Απεικόνιση πακέτου τσιγάρων) (T‑44/22, EU:T:2022:843, σκέψη 78).

( 12 ) Πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, TOP Logistics κ.λπ. (C‑379/14, EU:C:2015:497, σκέψεις 38, 41 και 42), με την οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1). Η οδηγία αυτή αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2008, L 299, σ. 25), η οποία, με τη σειρά της, αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2015/2436. Παρά ταύτα, το άρθρο 5, παράγραφοι 1, 2 και 3, στοιχείο βʹ, της πρώτης οδηγίας 89/104 δεν υπέστη καμία ουσιαστική τροποποίηση όσον αφορά τη διατύπωσή του, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ή τον σκοπό του σε σύγκριση με την αντίστοιχη διάταξη της οδηγίας 2008/95 –το άρθρο 5, παράγραφοι 1, 2 και 3, στοιχείο βʹ– και εκείνη της οδηγίας 2015/2436 – το άρθρο 10, παράγραφοι 1, 2 και 3, στοιχείο βʹ. Συνεπώς, οι παραπομπές στη νομολογία σχετικά με τις εν λόγω διατάξεις της πρώτης οδηγίας 89/104 και της οδηγίας 2008/95 εξακολουθούν να έχουν σημασία για την ερμηνεία του άρθρου 10 της οδηγίας 2015/2436.

Βλ. επίσης απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, Coty Germany (C‑567/18, στο εξής: απόφαση Coty Germany, EU:C:2020:267, σκέψεις 44 και 45), η οποία αφορούσε το άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1). Δεδομένου ότι η διατύπωση του άρθρου 9 του κανονισμού 2017/1001, το οποίο επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν το περιεχόμενο του άρθρου 9 του κανονισμού 207/2009 και του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), είναι σχεδόν πανομοιότυπη με τη διατύπωση του άρθρου 10 της οδηγίας 2015/2436, η συλλογιστική που αφορά τις εν λόγω διατάξεις των κανονισμών για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισχύει κατ’ αναλογίαν για την ανωτέρω διάταξη της οδηγίας 2015/2436. Βλ., συναφώς, απόφαση Merck Sharp & Dohme κ.λπ. (σκέψεις 112 έως 116)· βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Campos Sánchez-Bordona στην υπόθεση ÖKO-Test Verlag (C‑690/17, EU:C:2019:39, σημείο 26).

( 13 ) Βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 2011, L’Oréal κ.λπ. (C‑324/09, στο εξής: απόφαση L’Oréal κ.λπ., EU:C:2011:474, σκέψεις 62, 63 και 67), η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, προϊόντα ευρισκόμενα σε κράτος εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου τα οποία έφεραν σήμα καταχωρισμένο σε κράτος μέλος της Ένωσης και τα οποία διαφήμισε και πρόσφερε προς πώληση επιχειρηματίας μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας πωλήσεων, χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του σήματος αυτού, προς καταναλωτές ευρισκόμενους στο καλυπτόμενο από το σήμα έδαφος.

Πρβλ. επίσης απόφαση της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AMS Neve κ.λπ. (C‑172/18, EU:C:2019:674, σκέψεις 47 έως 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), η οποία αφορούσε τη διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίων κράτους μέλους να εκδικάσουν αγωγή λόγω προσβολής σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην περίπτωση που οι καταναλωτές στο κράτος αυτό ήταν αποδέκτες διαδικτυακώς αναρτώμενων διαφημίσεων και προσφορών προς πώληση, ακόμη και αν ο τρίτος είχε λάβει τις αποφάσεις και τα μέτρα για την ηλεκτρονική ανάρτηση αυτή σε άλλο κράτος μέλος. Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο στηρίχθηκε ιδίως στο σκεπτικό της απόφασης L’Oréal κ.λπ.

( 14 ) Βλ. αποφάσεις L’Oréal κ.λπ. (σκέψεις 64 και 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 5ης Σεπτεμβρίου 2019, AMS Neve κ.λπ. (C‑172/18, EU:C:2019:674, σκέψη 56).

( 15 ) Πρβλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2005, Class International (C‑405/03, EU:C:2005:616, σκέψεις 58 έως 61), η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφοι 1, 2 και 3, στοιχείο βʹ, της πρώτης οδηγίας 89/104 και του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 40/94· βλ. επίσης απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2011, Philips (C‑446/09 και C‑495/09, EU:C:2011:796, σκέψεις 56 έως 58), η οποία αφορούσε εμπορεύματα που μπορούσαν να προσβάλουν τα αποκλειστικά δικαιώματα επί καταχωρισμένων υποδειγμάτων, ορισμένα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας καθώς και το δικαίωμα επί σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με την οποία το Δικαστήριο παρέπεμψε στην απόφαση L’Oréal κ.λπ. και στην απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2005, Class International (C‑405/03, EU:C:2005:616). Βλ. επίσης απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 2014, Blomqvist (C‑98/13, EU:C:2014:55, σκέψεις 32 έως 35).

( 16 ) Απόφαση Donner (σκέψη 30). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο έμπορος αυτός πραγματοποιεί «διανομή στο κοινό», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ 2001, L 167, σ. 10).

( 17 ) Βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Pinckney (C‑170/12, EU:C:2013:635, σκέψεις 43 έως 47). Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το επιληφθέν δικαστήριο είναι, συνεπώς, αρμόδιο να αποφανθεί μόνον επί της ζημίας που προκλήθηκε στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα του.

( 18 ) Πρβλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 2022, Soda-Club (CO2) και SodaStream International (C‑197/21, EU:C:2022:834, σκέψεις 35 και 36), Merck Sharp & Dohme κ.λπ. (σκέψη 45), και της 25ης Ιανουαρίου 2024, Audi (Στήριξη εμβλήματος σε μάσκα ψυγείου αυτοκινήτου) (C‑334/22, EU:C:2024:76, σκέψη 31).

( 19 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2022, Gemeinde Bodman-Ludwigshafen (C‑256/21, EU:C:2022:786, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 20 ) Βλ. απόφαση της 22ας Μαρτίου 2012, Génesis (C‑190/10, EU:C:2012:157, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

( 21 ) Απόφαση Coty Germany (σκέψη 35).

( 22 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Campos Sánchez-Bordona στην υπόθεση Coty Germany (C‑567/18, EU:C:2019:1031, σημείο 46).

( 23 ) Βλ. απόφαση της 3ης Μαρτίου 2016, Daimler (C‑179/15, στο εξής: απόφαση Daimler, EU:C:2016:134, σκέψη 40), «όπως είναι η “επίθεση” του σημείου σε προϊόντα ή στη συσκευασία τους ή η “χρησιμοποίηση” του σημείου σε επαγγελματικό έντυπο υλικό και στη διαφήμιση, η “προσφορά” των προϊόντων, η “εμπορία”, η “κατοχή” τους προς εμπορία, η “εισαγωγή” ή η “εξαγωγή” των προϊόντων ή, ακόμη, η “προσφορά” ή “παροχή” υπηρεσιών υπό το σημείο αυτό».

( 24 ) Βλ. αποφάσεις Daimler (σκέψεις 39 έως 41), της 25ης Ιουλίου 2018, Mitsubishi Shoji Kaisha και Mitsubishi Caterpillar Forklift Europe (C‑129/17, EU:C:2018:594, σκέψη 38), Coty Germany (σκέψεις 37 και 38), και της 22ας Δεκεμβρίου 2022, Louboutin (Χρήση σημείου κατ’ απομίμηση σε διαδικτυακή πλατφόρμα πωλήσεων) (C‑148/21 και C‑184/21, EU:C:2022:1016, σκέψεις 27 και 28).

( 25 ) Πρβλ. αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 2010, Google France και Google (C‑236/08 έως C‑238/08, EU:C:2010:159, σκέψεις 57 και 72), L’Oréal κ.λπ. (σκέψεις 92, 102 και 103), της 15ης Δεκεμβρίου 2011, Frisdranken Industrie Winters (C‑119/10, EU:C:2011:837, σκέψεις 29 και 32), καθώς και απόφαση Coty Germany (σκέψεις 40 έως 48), η οποία αφορούσε υπόθεση στην οποία ο αποθηκευτής δεν τελούσε, επιπλέον, εν γνώσει της αποθήκευσης προϊόντων που προσέβαλλαν το δικαίωμα επί του σήματος· βλ. επίσης διάταξη της 19ης Φεβρουαρίου 2009, UDV North America (C‑62/08, EU:C:2009:111, σκέψη 47).

( 26 ) Πρβλ. αποφάσεις Daimler (σκέψεις 34 έως 36, 39 και 42) και της 2ας Ιουλίου 2020, mk advokaten (C‑684/19, EU:C:2020:519, σκέψεις 21 έως 25).

( 27 ) Πρβλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, TOP Logistics κ.λπ. (C‑379/14, EU:C:2015:497, σκέψεις 42 έως 45), η οποία παραπέμπει στο άρθρο 5, παράγραφος 3, της πρώτης οδηγίας 89/104.

( 28 ) Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Campos Sánchez-Bordona στην υπόθεση Coty Germany (C‑567/18, EU:C:2019:1031, σημείο 39), οι οποίες παραπέμπουν στο άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 2017/1001.

( 29 ) Πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση Donner (σκέψη 27), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι οι έμποροι φέρουν την ευθύνη για κάθε πράξη που τέλεσαν ή που διενεργήθηκε για λογαριασμό τους και από την οποία προκύπτει ότι υφίσταται «διανομή […] στο κοινό», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, σε κράτος μέλος στο οποίο το αντικείμενο της διανομής προστατεύεται κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Πρόσθεσε ότι την ίδια ευθύνη φέρουν και για πράξη που τέλεσε τρίτος, όταν η δραστηριότητα των εν λόγω εμπόρων κατευθύνεται ειδικά στο κοινό του κράτους προορισμού και όταν οι έμποροι δεν ήταν δυνατό να αγνοούν τις πράξεις του τρίτου.