82/653/EOK: Απόφαση τής Επιτροπής τής 22ας Ιουλίου 1982 περί τής ενισχύσεως πού χορήγησε η ολλανδική κυβέρνηση σέ επιχείρηση μεταποιήσεως χαρτονιού (Το κείμενο στην ολλανδική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 277 της 29/09/1982 σ. 0015 - 0017
***** ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 22ας Ιουλίου 1982 περί της ενισχύσεως που χορήγησε η ολλανδική κυβέρνηση σε επιχείρηση μεταποιήσεως χαρτονιού (Το κείμενο στην ολλανδική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό) (82/653/ΕΟΚ) Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, αφού έταξε, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου, στους ενδιαφερόμενους προθεσμία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές, Εκτιμώντας: ότι η ολλανδική κυβέρνηση αποφάσισε να παρέμβει υπέρ επιχειρήσεως μεταποίησης χαρτονιού στο Leeuwarden· ότι η παρέμβαση αυτή έλαβε τη μορφή συμμετοχής 4 000 000 Fl στο κεφάλαιο της επιχείρησης από δημοσίου δικαίου εταιρεία με περιφερειακό χαρακτήρα, την Noordelijke Ontwikkelingsmaatschappij (NOM)· ότι η Επιτροπή απευθύνθηκε στην ολλανδική κυβέρνηση με τέλεξ στις 20 Οκτωβρίου 1980 υπενθυμίζοντας στην εν λόγω κυβέρνηση τις υποχρεώσεις που απορρέουν γι' αυτήν από τις διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφος 3 όσον αφορά την εκ των προτέρων κοινοποίηση των σχεδίων ενισχύσεων· ότι στην απάντησή της στην Επιτροπή, στις 5 Δεκεμβρίου 1980, η ολλανδική κυβέρνηση έδωσε ορισμένες πληροφορίες για την εν λόγω παρέμβαση υπογραμμίζοντας ότι η παρέμβαση αυτή, κατά τη γνώμη της, δεν συνιστούσε ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1· ότι η Επιτροπή δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή, και αποφάσισε στις 22 Ιουλίου 1981 να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορήγησε η ολλανδική κυβέρνηση· ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, έταξε στην ολλανδική κυβέρνηση προθεσμία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου 1981· ότι η προθεσμία αυτή παρατάθηκε για δύο εβδομάδες, και καθορίστηκε για τις 25 Σεπτεμβρίου 1981· ότι η ολλανδική κυβέρνηση διαβίβασε τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή στις 26 Οκτωβρίου 1981, δηλαδή εκτός της ταχθείσας προθεσμίας· ότι, στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων των ενδιαφερομένων, οι κυβερνήσεις δύο Κρατών μελών γνωστοποίησαν στην Επιτροπή ότι συμμερίζονταν τις ανησυχίες της για την επίδραση των ολλανδικών ενισχύσεων στον ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό· ότι δύο οργανώσεις του τομέα μεταποίησης του χαρτονιού, η μία βελγική και η άλλη ολλανδική, κατέθεσαν καταγγελίες στην Επιτροπή ότι οι ενισχύσεις αυτές καθιστούν εμφανείς τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκύπτουν από την παρέμβαση της ολλανδικής κυβέρνησης· ότι η ενίσχυση της ολλανδικής κυβέρνησης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μπορεί να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των Κρτών μελών και να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ, ευνοώντας την εν λόγω επιχείρηση ή την παραγωγή της· ότι η απαγόρευση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ μπορεί να εφαρμοσθεί στις εισφορές σε κεφάλαιο που παραγματοποιούνται τόσο από την κεντρική διοίκηση όσο και σ' αυτές που πραγματοποιούνται από την τοπική αυτοδιοίκηση ή άλλα δημόσια όργανα· ότι η οικονομική διάρθρωση της επιχείρησης, που είχε άμεση ανάγκη να προβεί σε επενδύσεις αντικατάστασης, και η υπερδυναμικότητα στον τομέα της μεταποίησης του χαρτονιού συνιστούσαν μειονεκτήματα που δεν επέτρεπαν να πιθανολογηθεί το γεγονός ότι η επιχείρηση μπορεί να βρεί τα απαραίτητα ποσά για την επιβίωσή της στις ιδιωτικές αγορές κεφαλαίων· ότι η κατάσταση της εν λόγω αγοράς δεν επιτρέπει, λογικά, την ελπίδα ότι μια επιχείρηση που βρίσκεται στην ανάγκη να προβεί επειγόντως σε σημαντική αναδιάρθρωση θα μπορεί να επιτύχει επαρκή ροή κεφαλαίων (cash-flow), για να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις αντικατάστασης που είναι απαραίτητες, ακόμη και αν της χορηγείται η προβλεπόμενη ενίσχυση· ότι το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει, καταρχήν, το ασυμβίβαστο, προς την κοινή αγορά, των ενισχύσεων που δεν πληρούν τα κριτήρια που αναφέρει· ότι οι παρεκκλίσεις από το εν λόγω ασυμβίβαστο, που προβλέπονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 της συνθήκης, καθορίζουν τους στόχους που ακολουθούνται για το συμφέρον της Κοινότητας, και όχι μόνο για το συμφέρον του δικαιούχου της ενίσχυσης· ότι οι παρεκκλίσεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν αυστηρά κατά την εξέταση κάθε προγράμματος ενίσχυσης περιφερειακού ή τομεακού χαρακτήρα, ή κάθε ατομικής περίπτωσης εφαρμογής καθεστώτων γενικών ενισχύσεων, και ειδικότερα ότι οι παρεκκλίσεις αυτές εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις που η Επιτροπή μπορεί να διαπιστώσει ότι, χωρίς την ενίσχυση, η λειτουργία της αγοράς δεν θα επέτρεπε αυτή η ίδια στις δικαιούχους επιχειρήσεις να υιοθετήσουν συμπεριφορά που θα μπορούσε να συμβάλει στην υλοποίηση ενός από τους στόχους που επιδιώκουν οι παρεκκλίσεις αυτές· ότι η χορήγηση του πλεονεκτήματος των εν λόγω παρεκκλίσεων σε ενισχύσεις που δεν συνεπάγονται τέτοιο αντιστάθμισμα θα είχε ως συνέπεια να επηρεασθούν οι συναλλαγές μεταξύ των Κρατών μελών και να νοθευθεί ο ανταγωνισμός, χωρίς αυτό να διακιολογείται με κανέναν τρόπο από το κοινοτικό συμφέρον, και θα είχε ακόμη ως συνέπεια την χορήγηση αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων σε ορισμένα Κράτη μέλη· ότι η Επιτροπή, όταν εφαρμόζει τις αρχές που αναφέρονται ανωτέρω κατά την εξέταση περιπτώσεων ενισχύσεων, πρέπει να βεβαιώνεται· ότι, όσον αφορά τη δικαιούχο επιχείρηση, υπάρχει αντάλλαγμα που δικαιολογεί τη χορήγηση της ενίσχυσης, με την έννοια ότι η ενίσχυση είναι απαραίτητη για την προώθηση της υλοποίησης ενός από τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ· ότι, όταν δεν μπορεί να αποδειχθεί αυτό, είναι φανερό ότι η ενίσχυση δεν συμβάλλει στην πραγματοποίηση των στόχων που επιδιώκουν οι παρεκκλίσεις, αλλά χρησιμεύει για τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της σχετικής επιχείρησης· ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ύπαρξη παρόμοιου ανταλλάγματος δεν φαίνεται να υπάρχει, όσον αφορά την επιχείρηση που είναι δικαιούχος της ενίσχυσης· ότι, στην πραγματικότητα, η ολλανδική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να δώσει και η Επιτροπή δεν μπόρεσε να βρεί, καμιά δικαιολογία που να επιτρέπει τον ισχυρισμό ότι η εν λόγω ενίσχυση πληροί τους όρους που απαιτούνται για την εφαρμογή των παρεκκλίσεων που προβλέπει το άρθρο 92 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ· ότι όσον αφορά τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 υπό α και γ του άρθρου 92 της συνθήκης ΕΟΚ, σχετικά με τις ενισχύσεις που προορίζονται να ευνοήσουν ή να διευκολύνουν την ανάπτυξη ορισμένων περιοχών, πρέπει να θεωρηθεί ότι η περιοχή Leeuwarden δεν είναι περιοχή στην οποία επικρατεί «ασυνήθως χαμηλό βιοτικό επίπεδο» η «σοβαρή υποαπασχόληση», κατά την έννοια της παρέκκλισης της περίπτωσης α · ότι το ποσοστό ανεργίας στην περιοχή του Leeuwarden αντιστοιχεί γενικά στο μέσο ποσοστό που υπάρχει στην Κοινότητα· ότι, σχετικά με την παρέκκλιση της περίπτωσης γ, η ενίσχυση της ολλανδικής κυβέρνησης δεν παρουσιάζει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά για να συμβάλει στην ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών περιοχών όπως προβλέπει η διάταξη αυτή· ότι, όσον αφορά τις παρεκκλίσεις του άρθρου 92 παράγραφος 3 υπό β της συνθήκης ΕΟΚ, η εν λόγω ενίσχυση δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να τη χαρακτηρίζει σχέδιο «κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος» η που να μπορεί να επανορθώσει μια «σοβαρή διατάραξη της οικονομίας» ενός Κράτους μέλους, η προώθηση της οποίας να δικαιολογεί παρέκκλιση βάσει του άρθρου 92 παράγραφος 3 υπό β της συνθήκης ΕΟΚ· ότι οι Κάτω Χώρες ανήκουν στις κεντρικές περιοχές της Κοινότητας, δηλαδή σ' αυτές που δεν γνωρίζουν, σε κοινοτικό πλαίσιο, τα πιο σοβαρά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν περιοχές όπου ο κίνδυνος υπερβολικών ενισχύσεων είναι ιδιαίτερα πραγματικός και όπου περισσότερο από παντού κάθε ενίσχυση θα μπορούσε να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ Κρατών μελών· ότι εξάλλου, στις διαθέσιμες κοινωνικοοικονομικές πληροφορίες για τις Κάτω Χώρες, δεν υπάρχουν στοιχεία που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει σοβαρή διατάραξη της οικονομίας τους έτσι όπως ορίζεται στη συνθήκη· ότι η παρέμβαση της ολλανδικής κυβέρνησης δεν έχει σκοπό να αντιμετωπίσει μια τέτοια κατάσταση· ότι, τέλος, σχετικά με τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 υπό γ του άρθρου 92 της συνθήκης ΕΟΚ υπέρ « ενισχύσεων που προορίζονται για την διευκόλυνση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων», η εξέλιξη του τομέα μεταποίησης του χαρτονιού οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διατήρηση της δυναμικότητας παραγωγής μέσων κρατικών ενισχύσεων δεν φαίνεται επιθυμητή για το κοινό συμφέρον· ότι, εξάλλου, οι προοπτικές ανάπτυξης του τομέα μεταποίησης του χαρτονιού δεν επιτρέπουν τη σκέψη ότι η προβλεπόμενη ενίσχυση δεν θα αλλοιώσει τις συναλλαγές κατά τρόπο αντίθετο με το κοινό συμφέρον· ότι, ως εκ τούτου, η προαναφερομένη ενίσχυση της ολλανδικής κυβέρνησης δεν πληροί τους απαραίτητους όρους για να τύχει μιας των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άθρου 92 της συνθήκης ΕΟΚ, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ: Άρθρο 1 Η ενίσχυση επιχείρησης του τομέα μεταποίησης του χαρτονιού, που χορηγείται από την ολλανδική κυβέρνηση, η οποία πληροφόρησε σχετικά την Επιτροπή με τέλεξ της 5ης Δεκεμβρίου 1980, είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 92 της συνθήκης ΕΟΚ. Άρθρο 2 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ενημερώνει την Επιτροπή εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει, για να αποφύγει ώστε η χορηγούμενη ενίσχυση να συνεχίσει να έχει συνέπειες που οδηγούν σε στρέβλωση του ανταγωνισμού στο μέλλον, ιδίως απέναντι στις επιχειρήσεις των άλλων Κρατών μελών. Άρθρο 3 Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών. Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 22 Ιουλίου 1982. Για την 'Επιτροπή Frans ANDRIESSEN Μέλος της Επιτροπής