<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><CONCLUSION NNC="YES" xmlns:fmx="http://opoce" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-05.58-20161101.xd"><BIB.CONCLUSION><REF.CASE FILE="n.a."><NO.CASE>C-630/17</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>62017CC0630</NO.CELEX><NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:908">EU:C:2018:908</NO.ECLI><NO.SEQ>0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST.ECR>1</PAGE.FIRST.ECR><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST.ECR>17</PAGE.LAST.ECR><PAGE.TOTAL>17</PAGE.TOTAL></BIB.CONCLUSION><CURR.TITLE><PAGE.HEADER><P><HT TYPE="SC">Προτάσεις Tanchev — Υπόθεση C‑630/17</HT></P><P><HT TYPE="SC">Milivojević</HT></P></PAGE.HEADER></CURR.TITLE><TITLE><TI><P><HT TYPE="UC">Προτασεισ Του Γενικου Εισαγγελεα</HT></P><P><HT TYPE="UC">Evgeni Tanchev</HT></P><P>της <DATE ISO="20181114">14ης Νοεμβρίου 2018</DATE><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0001"><P>Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.</P></NOTE></P></TI><STI><P><HT TYPE="BOLD">Υπόθεση C‑630/17</HT></P><P>Anica Milivojević</P><P>κατά</P><P>Raiffeisenbank St. Stefan-Jagerberg-Wolfsberg eGen</P><P><HT TYPE="NORMAL">[αίτηση του Općinski sud u Rijeci (πρωτοδικείου του Δήμου της Ριέκα, Κροατία)<BR/>για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]</HT></P></STI></TITLE><INTERMEDIATE><INDEX IDX.CLOSE="»" SEPARATOR=" – " IDX.OPEN="«"><KEYWORD>Ελεύθερη κυκλοφορία υπηρεσιών</KEYWORD><KEYWORD>Συμβάσεις παροχής πιστώσεως συναφθείσες πριν από την προσχώρηση της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση</KEYWORD><KEYWORD>Αναδρομική ισχύς νόμου κράτους μέλους ο οποίος προβλέπει την ακυρότητα τέτοιων συμβάσεων όταν έχουν διεθνή χαρακτηριστικά</KEYWORD><KEYWORD>Παραδεκτό</KEYWORD></INDEX></INTERMEDIATE><CONTENTS.CONCLUSION><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">I.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Εισαγωγή</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0001"><NO.P>1.</NO.P><TXT>Η παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Općinski sud u Rijeci (πρωτοδικείο του Δήμου της Ριέκα, Κροατία) κατ’ ουσίαν αφορά τη συμβατότητα με το δίκαιο της Ένωσης κροατικού νόμου που προβλέπει ακυρότητα από τον χρόνο συνάψεώς τους συμβάσεων δανείων εξασφαλισμένων με υποθήκες επί ακινήτων στην Κροατία, οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ Κροατών οφειλετών και αλλοδαπών πιστωτών μη αδειοδοτημένων για την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην Κροατία από τη Hrvatska narodna banka (Εθνική Τράπεζα της Κροατίας). Η υπόθεση άπτεται επίσης των όρων της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Κροατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0002"><P><REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="112" PAGE.FIRST="21" DATE.PUB="2012">ΕΕ 2012, L 112, σ. 21</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE>, δεδομένου ότι ο εν λόγω νόμος καλύπτει τις δανειακές συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ένταξη της Κροατίας την <DATE ISO="20130701">1η Ιουλίου 2013</DATE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0002"><NO.P>2.</NO.P><TXT>Το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε τρία ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της <DATE ISO="20121212">12ης Δεκεμβρίου 2012</DATE>, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0003"><P><REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="351" PAGE.FIRST="1" DATE.PUB="2012">ΕΕ 2012, L 351, σ. 1</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE>, και ένα που αφορά το προαναφερθέν στοιχείο της διαφοράς, ερώτημα το οποίο άπτεται του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία και της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή ratione temporis του δικαίου της Ένωσης κατά την προσχώρηση νέου κράτους μέλους. Όπως ζητήθηκε από το Δικαστήριο, στις παρούσες προτάσεις θα εξεταστούν τα τελευταία αυτά ζητήματα.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="2"?><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Α.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Το νομικό πλαίσιο</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">1.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Το δίκαιο της Ένωσης</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0003"><NO.P>3.</NO.P><TXT>Το άρθρο 56, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ έχει ως εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><ALINEA><QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0001" REF.END="QE0001"/>Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Ένωσης απαγορεύονται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του αποδέκτου της παροχής.<QUOT.END REF.START="QS0001" CODE="00BB" ID="QE0001"/></ALINEA></QUOT.S></P></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0004"><NO.P>4.</NO.P><TXT>Το άρθρο 63, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><ALINEA><QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0002" REF.END="QE0002"/>Στα πλαίσια των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, απαγορεύεται οποιοσδήποτε περιορισμός των κινήσεων κεφαλαίων μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών.<QUOT.END REF.START="QS0002" CODE="00BB" ID="QE0002"/></ALINEA></QUOT.S></P></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">2.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Το δίκαιο του κράτους μέλους</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0005"><NO.P>5.</NO.P><TXT>Ο Zakon o ništetnosti ugovora o kreditu s međunarodnim obilježjima sklopljenih u Republici Hrvatskoj s neovlaštenim vjerovnikom (νόμος περί ακυρότητας των δανειακών συμβάσεων που έχουν διεθνή χαρακτηριστικά και συνάπτονται στη Δημοκρατία της Κροατίας με μη αδειοδοτημένο πιστωτή, στο εξής: νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE>)<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0004"><P><HT TYPE="ITALIC">Narodne novine</HT> (Επίσημη Εφημερίδα) αριθ. 72/2017.</P></NOTE>, στο άρθρο του 1, παράγραφος 1, και στα άρθρα του 2 έως 5 και 7 έως 11 προβλέπει τα εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0003" REF.END="QE0003"/>Νόμος περί ακυρότητας των δανειακών συμβάσεων που έχουν διεθνή χαρακτηριστικά και συνάπτονται στη Δημοκρατία της Κροατίας με μη αδειοδοτημένο πιστωτή</P><P>Αντικείμενο του νόμου</P><ARTICLE IDENTIFIER="001"><TI.ART>Άρθρο 1</TI.ART><PARAG IDENTIFIER="001.001"><NO.PARAG>1)</NO.PARAG><ALINEA><P>Ο παρών νόμος έχει εφαρμογή στις συμβάσεις πιστώσεως που έχουν διεθνή χαρακτηριστικά και συνάπτονται στη Δημοκρατία της Κροατίας μεταξύ οφειλετών και μη αδειοδοτημένων πιστωτών, εξαιρουμένων των συμβάσεων που συνάπτονται με τους κάτωθι οφειλέτες.</P><P>[…]</P></ALINEA></PARAG><PARAG IDENTIFIER="001.002"><NO.PARAG>2)</NO.PARAG><ALINEA>Ο παρών νόμος έχει εφαρμογή σε άλλες δικαιοπραξίες που καταρτίζονται στη Δημοκρατία της Κροατίας μεταξύ οφειλετών και μη αδειοδοτημένων πιστωτών, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο σύμβαση πιστώσεως και έχουν διεθνή χαρακτηριστικά κατά την έννοια της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή οι οποίες στηρίζονται σε τέτοια σύμβαση.</ALINEA></PARAG></ARTICLE><P>Ορισμοί</P><ARTICLE IDENTIFIER="002"><TI.ART>Άρθρο 2</TI.ART><ALINEA><P>Κατά την έννοια του παρόντος νόμου, οι κάτωθι όροι έχουν τις ακόλουθες σημασίες:</P><LIST TYPE="NDASH"><ITEM><P><QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0004" REF.END="QE0004"/>οφειλέτης<QUOT.END REF.START="QS0004" CODE="00BB" ID="QE0004"/>: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο χορηγήθηκε πίστωση δυνάμει συμβάσεως πιστώσεως με διεθνή χαρακτηριστικά ή κάθε άλλο πρόσωπο που έχει δεσμευθεί υπέρ του λήπτη της εν λόγω πιστώσεως ως συνοφειλέτης, ενεχυραστής, συνοφειλέτης ενεχυραστής ή εγγυητής.</P></ITEM><?PAGE NO="3"?><ITEM><P><QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0005" REF.END="QE0005"/>μη αδειοδοτημένος πιστωτής<QUOT.END REF.START="QS0005" CODE="00BB" ID="QE0005"/>: κάθε νομικό πρόσωπο που συνομολόγησε τη χορήγηση πιστώσεως σε οφειλέτη βάσει συμβάσεως πιστώσεως με διεθνή χαρακτηριστικά, του οποίου η καταστατική έδρα βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας της Κροατίας κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως με διεθνή χαρακτηριστικά και το οποίο προσφέρει ή παρέχει πιστωτικές υπηρεσίες στη Δημοκρατία της Κροατίας μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία που διέπει την παροχή τέτοιων υπηρεσιών και, ειδικότερα, δεν διαθέτει τις άδειες και/ή την έγκριση των αρμόδιων αρχών της Δημοκρατίας της Κροατίας.</P></ITEM></LIST><P>[…]</P></ALINEA></ARTICLE><P>Ακυρότητα συμβάσεων πιστώσεως</P><ARTICLE IDENTIFIER="003"><TI.ART>Άρθρο 3</TI.ART><PARAG IDENTIFIER="003.001"><NO.PARAG>1)</NO.PARAG><ALINEA>Οι συμβάσεις πιστώσεως που έχουν διεθνή χαρακτηριστικά και συνάπτονται στη Δημοκρατία της Κροατίας μεταξύ οφειλετών και μη αδειοδοτημένων πιστωτών είναι άκυρες.</ALINEA></PARAG><PARAG IDENTIFIER="003.002"><NO.PARAG>2)</NO.PARAG><ALINEA>Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ακυρότητα δεν μπορεί να προβληθεί όταν η σύμβαση έχει εκτελεστεί στο σύνολό της.</ALINEA></PARAG></ARTICLE><P>Ακυρότητα άλλων δικαιοπραξιών</P><ARTICLE IDENTIFIER="004"><TI.ART>Άρθρο 4</TI.ART><ALINEA>Όλες οι συμβολαιογραφικές πράξεις που καταρτίζονται βάσει άκυρης συμβάσεως ή συνδέονται με άκυρη σύμβαση κατά την έννοια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου είναι άκυρες.</ALINEA></ARTICLE><P>Αποκλεισμός αναγκαστικής εκτελέσεως</P><ARTICLE IDENTIFIER="005"><TI.ART>Άρθρο 5</TI.ART><ALINEA>Όταν απόφαση με την οποία κηρύσσεται η ακυρότητα συμβάσεως πιστώσεως ή συμβολαιογραφικής πράξεως στηριζόμενης σε άκυρη σύμβαση έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, κατόπιν αιτήσεως του οφειλέτη παύουν όλες οι διαδικασίες εκτελέσεως κατά του οφειλέτη ενώπιον δικαστηρίων ή χρηματοπιστωτικών οργανισμών.</ALINEA></ARTICLE><P>[…]</P><P>Αποτελέσματα της ακυρότητας</P><ARTICLE IDENTIFIER="007"><TI.ART>Άρθρο 7</TI.ART><ALINEA>Κάθε συμβαλλόμενος υποχρεούται να αποδώσει στον αντισυμβαλλόμενο οτιδήποτε έλαβε βάσει της άκυρης συμβάσεως και, όταν τούτο δεν είναι δυνατό ή όταν η φύση της εκπληρωθείσας υποχρεώσεως δεν το επιτρέπει, υποχρεούται να καταβάλει επαρκή χρηματική αποζημίωση, η οποία καθορίζεται σε συνάρτηση με τις ισχύουσες κατά την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως τιμές.</ALINEA></ARTICLE><P>Διεθνής δικαιοδοσία</P><?PAGE NO="4"?><ARTICLE IDENTIFIER="008"><TI.ART>Άρθρο 8</TI.ART><PARAG IDENTIFIER="008.001"><NO.PARAG>1)</NO.PARAG><ALINEA>Σε περίπτωση διαφορών που απορρέουν από συμβάσεις πιστώσεως με διεθνή χαρακτηριστικά κατά την έννοια του παρόντος νόμου, ο οφειλέτης δύναται να ασκήσει αγωγή κατά μη αδειοδοτημένου πιστωτή είτε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο εδρεύει ο μη αδειοδοτημένος πιστωτής είτε (ανεξαρτήτως της έδρας του μη αδειοδοτημένου πιστωτή) ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου κατοικίας ή έδρας του οφειλέτη.</ALINEA></PARAG><PARAG IDENTIFIER="008.002"><NO.PARAG>2)</NO.PARAG><ALINEA>Η αγωγή του μη αδειοδοτημένου πιστωτή κατά του οφειλέτη, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, δύναται να ασκηθεί μόνον ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους στο οποίο ο οφειλέτης έχει την κατοικία ή έδρα του. Το εφαρμοστέο δίκαιο στις άκυρες συμβάσεις κατά την έννοια του παρόντος νόμου είναι αποκλειστικά το δίκαιο της Κροατίας και το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αγωγής για την κήρυξη της ακυρότητας τέτοιας συμβάσεως θα εφαρμόσει επί της αγωγής τον παρόντα νόμο δίχως να εξετάσει αν υφίστανται τεκμήρια περί εφαρμογής του δικαίου του τόπου συνάψεως της συμβάσεως δυνάμει άλλων νομοθετημάτων.</ALINEA></PARAG></ARTICLE><P>Μεταβατικές και τελικές διατάξεις</P><ARTICLE IDENTIFIER="009"><TI.ART>Άρθρο 9</TI.ART><ALINEA>Ο παρών νόμος δεν θίγει τυχόν δικαιώματα που παρέχονται στους οφειλέτες με ειδικούς ευνοϊκότερους νόμους.</ALINEA></ARTICLE><ARTICLE IDENTIFIER="010"><TI.ART>Άρθρο 10</TI.ART><PARAG IDENTIFIER="010.001"><NO.PARAG>1)</NO.PARAG><ALINEA>Οι συμβάσεις πιστώσεως με διεθνή χαρακτηριστικά, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, που συνήφθησαν στη Δημοκρατία της Κροατίας, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, μεταξύ οφειλετών και μη αδειοδοτημένων πιστωτών είναι άκυρες από τη σύναψή τους και παράγονται τα αποτελέσματα που προβλέπονται στο άρθρο 7.</ALINEA></PARAG><PARAG IDENTIFIER="010.002"><NO.PARAG>2)</NO.PARAG><ALINEA>Άλλες δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν στη Δημοκρατία της Κροατίας, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, μεταξύ οφειλετών και μη αδειοδοτημένων πιστωτών, οι οποίες απορρέουν από την κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου σύμβαση πιστώσεως με διεθνή χαρακτηριστικά, είναι άκυρες από την κατάρτισή τους και παράγονται τα αποτελέσματα που προβλέπονται στο άρθρο 7.</ALINEA></PARAG></ARTICLE><ARTICLE IDENTIFIER="011"><TI.ART>Άρθρο 11</TI.ART><ALINEA>Ο παρών νόμος τίθεται σε ισχύ 8 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στη <QUOT.START CODE="201C" ID="QS0006" REF.END="QE0006"/><HT TYPE="ITALIC">Narodne novine</HT><QUOT.END REF.START="QS0006" CODE="201D" ID="QE0006"/>.</ALINEA><ALINEA>Ζάγκρεμπ, <DATE ISO="20170714">14 Ιουλίου 2017</DATE>.<QUOT.END REF.START="QS0003" CODE="00BB" ID="QE0003"/></ALINEA></ARTICLE></QUOT.S></P></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">II.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Τα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0006"><NO.P>6.</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20070105">5 Ιανουαρίου 2007</DATE>, η Anica Milivojević (στο εξής: ενάγουσα), υπήκοος της Δημοκρατίας της Κροατίας, και ο θανών πλέον σύζυγός της, συνήψαν με τη Raiffeisenbank St. Stefan-Jagerberg-Wolfsberg eGen (στο εξής: εναγόμενη), της οποίας η καταστατική έδρα βρίσκεται στη Δημοκρατία της Αυστρίας, σύμβαση προσωπικού δανείου ύψους <FT TYPE="NUMBER">47000</FT> ευρώ. Το ποσό αυτό μεταφέρθηκε σε μετρητά στο γραφείο της εναγομένης στην Αυστρία, και η επίμαχη σύμβαση συνήφθη με τη βοήθεια διαμεσολαβητή εδρεύοντος στην Κροατία, στον οποίο καταβλήθηκε προμήθεια<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0005"><P>Κατά τις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν εν προκειμένω.</P></NOTE>. Η πίστωση ζητήθηκε με σκοπό την επέκταση και ανακαίνιση της κατοικίας της<?PAGE NO="5"?> ενάγουσας, εν μέρει για ιδιωτική χρήση και εν μέρει για την εκμίσθωση διαμερισμάτων στην τουριστική αγορά<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0006"><P>Όπ.π.</P></NOTE>. Δεν αμφισβητείται ότι η εναγόμενη δεν είχε αδειοδοτηθεί από την Εθνική Τράπεζα της Κροατίας για την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών συνισταμένων στην κατάρτιση ενυπόθηκων δανείων εντός της επικράτειας της Δημοκρατίας της Κροατίας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0007"><NO.P>7.</NO.P><TXT>Προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, στις <DATE ISO="20070112">12 Ιανουαρίου 2007</DATE> η ενάγουσα προέβη σε εγγυοδοτική δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου, βάσει της οποίας ενεγράφη στο κτηματολόγιο υποθήκη επί ακινήτων της.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0008"><NO.P>8.</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20150423">23 Απριλίου 2015</DATE>, η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αγωγή κατά της εναγομένης με αίτημα την κήρυξη της ακυρότητας της συμβάσεως προσωπικού δανείου της <DATE ISO="20070105">5ης Ιανουαρίου 2007</DATE> (στο εξής: σύμβαση) και της εγγυοδοτικής δηλώσεως που υπεγράφη ενώπιον συμβολαιογράφου στις <DATE ISO="20070112">12 Ιανουαρίου 2007</DATE>, καθώς και την άρση της εγγραφείσας στο κτηματολόγιο υποθήκης.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0009"><NO.P>9.</NO.P><TXT>Το αιτούν δικαστήριο περάτωσε τη διαδικασία στις <DATE ISO="20170703">3 Ιουλίου 2017</DATE>, αλλά με απόφασή του της <DATE ISO="20170810">10ης Αυγούστου 2017</DATE> διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως, λόγω της ενάρξεως ισχύος του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE>, οι διατάξεις του οποίου θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή επί της διαφοράς της κύριας δίκης. Με την από <DATE ISO="20170525">25ης Μαΐου 2017</DATE> γνώμη της όσον αφορά το τότε σχέδιο του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE>, η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Κροατίας είχε δηλώσει ότι ο νόμος θα πρέπει να έχει αναδρομική ισχύ, δεδομένου ότι ο σκοπός του μέτρου δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλον τρόπο.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0010"><NO.P>10.</NO.P><TXT>Κατά τη διάταξη περί παραπομπής, από τη γνώμη της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας δεν προκύπτει ότι προστατεύονται τα δικαιώματα των οφειλετών (καταναλωτών και/ή μικρών επιχειρήσεων) από ανέντιμες πρακτικές, τα οποία ενδεχομένως αναγνωρίζονται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως εξαιρέσεις από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Οι επίμαχες συμβάσεις είναι εκείνες που συνήφθησαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 2000 και 2010, διάστημα μετά το οποίο η Δημοκρατία της Κροατίας προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οπότε τα αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα μπορούσαν να παρέχουν προσωρινώς χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, χωρίς να απαιτείται άδεια από την Εθνική Τράπεζα της Κροατίας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0011"><NO.P>11.</NO.P><TXT>Στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> προβλέπεται η ακυρότητα των δανειακών συμβάσεων που έχουν διεθνή χαρακτηριστικά και που συνάπτονται στη Δημοκρατία της Κροατίας μεταξύ οφειλέτη και μη αδειοδοτημένου πιστωτή. Κατά το άρθρο 10, η ακυρότητα ανατρέχει στον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως και συμπαρασύρει κάθε άλλη δικαιοπραξία που καταρτίστηκε συνεπεία της συμβάσεως αυτής.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0012"><NO.P>12.</NO.P><TXT>Κατά το άρθρο 2, δεύτερη περίπτωση, του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE>, μη αδειοδοτημένος πιστωτής είναι ένα νομικό πρόσωπο το οποίο χορηγεί δάνειο σε οφειλέτη δυνάμει δανειακής συμβάσεως με διεθνή χαρακτηριστικά και το οποίο, κατά τον χρόνο συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως, έχει την καταστατική του έδρα εκτός της Δημοκρατίας της Κροατίας και παρέχει ή προσφέρει εντός της Δημοκρατίας της Κροατίας υπηρεσίες προϋποθέτουσες την έγκριση δανείων, μολονότι δεν πληροί τις προβλεπόμενες στις σχετικές διατάξεις προϋποθέσεις για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών ή δεν έχει λάβει τις απαιτούμενες άδειες και/ή εγκρίσεις των αρμόδιων αρχών της Δημοκρατίας της Κροατίας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0013"><NO.P>13.</NO.P><TXT>Τέλος, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι έχει κριθεί από τα κροατικά δικαστήρια ότι οι εν λόγω δανειακές συμβάσεις δεν είναι άκυρες κατά το δίκαιο του κράτους μέλους που ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο συνάψεως των συμβάσεων αυτών. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει το σημείο 3.2 του πορίσματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας, της <DATE ISO="20160412">12ης Απριλίου 2016</DATE>, το οποίο είναι<?PAGE NO="6"?> προγενέστερο του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> και συντάχθηκε μετά από διάσκεψη που έλαβε χώρα μεταξύ του προέδρου του πολιτικού τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Κροατίας και των προέδρων των πολιτικών τμημάτων των περιφερειακών δικαστηρίων, κατά το οποίο οι εν λόγω συμβάσεις δεν είναι άκυρες, καθόσον τέτοια συνέπεια δεν προβλέπεται στον Zakon o bankama (νόμο περί τραπεζών) ούτε στον Zakon o kreditnim institucijama (νόμο περί πιστωτικών ιδρυμάτων), όλα δε αυτά έως τις <DATE ISO="20150930">30 Σεπτεμβρίου 2015</DATE>, οπότε η συνέπεια αυτή προβλέφθηκε με τον νόμο για την τροποποίηση του Zakon o potrošačkom kreditiranju (νόμου περί καταναλωτικής πίστεως).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0014"><NO.P>14.</NO.P><TXT>Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι μένει ανεπίλυτο το ζήτημα αν, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως της Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας της Κροατίας στην προαναφερθείσα γνώμη, σύμφωνα με την οποία, ως αποτέλεσμα της αναδρομικής ισχύος του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE>, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0007" REF.END="QE0007"/>καθιερώνεται ενιαίο νομικό καθεστώς<QUOT.END REF.START="QS0007" CODE="00BB" ID="QE0007"/>, υφίσταται δυσμενής διάκριση κατά του πιστωτή λόγω της μεταβολής της νομικής θέσεώς του στην εκκρεμή δίκη και λόγω της οικονομικής ζημίας που αυτός υπέστη με τη μορφή διαφυγόντος κέρδους συνεπεία της μη καταβολής συμβατικών τόκων.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0015"><NO.P>15.</NO.P><TXT>Συνεπεία της κηρύξεως της ακυρότητας των δανειακών συμβάσεων και των συναφών δικαιοπραξιών η εναγόμενη θα εμποδίζεται στο εξής να παρέχει χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, επομένως, αν τούτο αντίκειται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά της Ένωσης και, ενδεχομένως, στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0016"><NO.P>16.</NO.P><TXT>Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το αν ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> έχει εφαρμογή επί της εναγομένης, ως προς το αν εφαρμοστέο επί της συμβάσεως είναι το δίκαιο της Κροατίας ή το δίκαιο της Αυστρίας και ως προς το αν η βάσει του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> αναγνώριση διεθνούς δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Κροατίας συνάδει με τον κανονισμό 1215/2012.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0017"><NO.P>17.</NO.P><TXT>Επομένως, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:</TXT><QUOT.S LEVEL="1"><LIST TYPE="OTHER"><ITEM><NP><NO.P><QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0008" REF.END="QE0008"/>1)</NO.P><TXT>Αντίκεινται τα άρθρα 56 και 63 της Συμβάσεως για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις διατάξεις του [νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE>], και συγκεκριμένα στις διατάξεις του άρθρου 10 του ως άνω νόμου, οι οποίες ρυθμίζουν την ακυρότητα των δανειακών συμβάσεων και άλλων δικαιοπραξιών που καταρτίζονται συνεπεία της συναφθείσας μεταξύ οφειλέτη (κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2, πρώτη περίπτωση, του προαναφερθέντος νόμου) και μη αδειοδοτημένου πιστωτή (κατά την έννοια του άρθρου 2, δεύτερη περίπτωση, του ίδιου νόμου) δανειακής συμβάσεως ή ερείδονται επ’ αυτής, ακόμη και αν καταρτίστηκαν προ της ενάρξεως ισχύος του ως άνω νόμου, και μάλιστα από την κατάρτισή τους, με αποτέλεσμα να υποχρεούται καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να αποδώσει στο άλλο όσα τυχόν έλαβε βάσει της άκυρης συμβάσεως και, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν ή όταν η φύση της εκπληρωθείσας υποχρεώσεως δεν το επιτρέπει, να υφίσταται υποχρέωση καταβολής επαρκούς χρηματικής αποζημιώσεως η οποία διαμορφώνεται σε συνάρτηση προς τις ισχύουσες κατά την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως τιμές;</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>2)</NO.P><TXT>Αντίκειται ο [κανονισμός 1215/2012], και συγκεκριμένα το άρθρο του 4, παράγραφος 1, και το άρθρο του 25, στις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, του [νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE>], το οποίο ορίζει ότι, σε διαφορές στο πλαίσιο δανειακών συμβάσεων οι οποίες έχουν διεθνή χαρακτηριστικά κατά την έννοια του εν λόγω νόμου, ο οφειλέτης δύναται να εναγάγει τον μη αδειοδοτημένο πιστωτή ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους στο έδαφος του οποίου έχει την έδρα του ο τελευταίος ή, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η έδρα του μη αδειοδοτημένου πιστωτή, ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου ο οφειλέτης έχει την κατοικία ή έδρα του, ενώ ο μη αδειοδοτημένος πιστωτής, κατά την έννοια του προαναφερθέντος νόμου, μπορεί να κινήσει ένδικη διαδικασία κατά του οφειλέτη μόνο ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους στο έδαφος του οποίου έχει την κατοικία ή έδρα του ο τελευταίος;</TXT></NP></ITEM><?PAGE NO="7"?><ITEM><NP><NO.P>3)</NO.P><TXT>Πρόκειται για σύμβαση που συνάπτει καταναλωτής κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 1215/2012 και κατά το λοιπό νομικό κεκτημένο της Ένωσης, όταν ο δικαιούχος του δανείου είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο συνήψε δανειακή σύμβαση προκειμένου να επενδύσει σε ενοικιαζόμενα διαμερίσματα διακοπών με σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων στεγάσεως και την ιδιωτική παροχή υπηρεσιών τουριστικού καταλύματος;</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>4)</NO.P><TXT>Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 24, σημείο 1, του κανονισμού 1215/2012 την έννοια ότι τα δικαστήρια της Δημοκρατίας της Κροατίας έχουν διεθνή δικαιοδοσία επί υποθέσεως που αποσκοπεί στην κήρυξη της ακυρότητας δανειακής συμβάσεως και των συναφών εγγυοδοτικών δηλώσεων και στην άρση υποθήκης στο κτηματολόγιο, όταν, προκειμένου να παρασχεθεί εγγύηση για την εκπλήρωση των απορρεουσών από τη δανειακή σύμβαση υποχρεώσεων, η εν λόγω υποθήκη συστάθηκε επί ακινήτων του οφειλέτη ευρισκομένων εντός της επικράτειας της Δημοκρατίας της Κροατίας;<QUOT.END REF.START="QS0008" CODE="00BB" ID="QE0008"/></TXT></NP></ITEM></LIST></QUOT.S></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0018"><NO.P>18.</NO.P><TXT>Όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο ζήτησε οι προτάσεις να επικεντρωθούν μόνο στο πρώτο ερώτημα. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η εναγόμενη, η Δημοκρατία της Κροατίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όλοι παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της <DATE ISO="20180905">5ης Σεπτεμβρίου 2018</DATE>.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">III.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Σύνοψη των γραπτών παρατηρήσεων επί του πρώτου ερωτήματος</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0019"><NO.P>19.</NO.P><TXT>Η εναγόμενη υποστηρίζει ότι ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> δεν έχει εφαρμογή επ’ αυτής για δύο λόγους. Αφενός, η εναγόμενη δεν είναι μη αδειοδοτημένος πιστωτής κατά την έννοια του άρθρου 2 του νόμου αυτού και, αφετέρου, η σύμβαση δεν συνήφθη στην Κροατία, αλλά στην Αυστρία, με αποτέλεσμα, δυνάμει του άρθρου 1 του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE>, να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0020"><NO.P>20.</NO.P><TXT>Η εναγόμενη εκθέτει ότι ουδέποτε προσέφερε ή παρέσχε χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες εντός της επικράτειας της Κροατίας, οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί μη αδειοδοτημένος πιστωτής. Η αίτηση παροχής πιστώσεως υπεγράφη από την ενάγουσα και στη συνέχεια απεστάλη στην έδρα της εναγομένης στην Αυστρία. Κατά το γράμμα της, η σύμβαση συνήφθη στη Δημοκρατία της Αυστρίας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0021"><NO.P>21.</NO.P><TXT>Η εναγόμενη δραστηριοποιείται μόνο στην επικράτεια της Αυστρίας και σύμφωνα με το αυστριακό δίκαιο. Το γεγονός ότι η σύμβαση συνήφθη με υπηκόους της Κροατίας δεν σημαίνει ότι η ενάγουσα άσκησε δραστηριότητα στην Κροατία. Η εναγόμενη διατείνεται ότι το κροατικό δίκαιο ρητώς επιτρέπει στους πολίτες της Κροατίας να συναλλάσσονται με αλλοδαπούς πιστωτές<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0007"><P>Συναφώς, γίνεται επίκληση του άρθρου 28, παράγραφος 3, του Zakon o deviznom poslovanju (κροατικού νόμου περί των συναλλαγών σε ξένο συνάλλαγμα).</P></NOTE>, και ότι η κροατική νομοθεσία ορίζει επίσης ότι οι δανειακές συμβάσεις συνάπτονται στον τόπο της έδρας ή κατοικίας του πιστωτή κατά τον χρόνο γνωστοποιήσεως της προσφοράς<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0008"><P>Συναφώς, γίνεται επίκληση του άρθρου 252, παράγραφος 2, του Zakon o obveznim odnosima (κροατικού νόμου περί συμβατικών ενοχών), <HT TYPE="ITALIC">Narodne novine</HT> αριθ. 35/2005, 41/2008, 125/2011, 78/2015.</P></NOTE>. Η εναγόμενη επισημαίνει ότι οι ενάγοντες προσήλθαν στην Αυστρία και διερωτάται γιατί ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> εφαρμόζεται στην εναγόμενη και όχι στην ενάγουσα.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="8"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0022"><NO.P>22.</NO.P><TXT>Η εναγόμενη διατείνεται επίσης ότι η θέση της ενισχύεται από τρεις αποφάσεις κροατικών δικαστηρίων οι οποίες εκδόθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0009"><P>Συναφώς, γίνεται επίκληση της αποφάσεως της <DATE ISO="20170926">26ης Σεπτεμβρίου 2017</DATE> του Županijski sud u Zagrebu (περιφερειακού δικαστηρίου του Ζάγκρεμπ, Κροατία) στην υπόθεση Gž-3798/15, καθώς και των αποφάσεων της <DATE ISO="20171018">18ης Οκτωβρίου 2017</DATE> στην υπόθεση Gž-1811/17 και της <DATE ISO="20171130">30ής Νοεμβρίου 2017</DATE> στην υπόθεση Gž-2459/2017 του Županijski sud u Splitu (περιφερειακού δικαστηρίου του Σπλιτ, Κροατία), και διαφόρων πρωτόδικων αποφάσεων, ήτοι των αποφάσεων του Općinski građanski sud u Zagrebu (πρωτοδικείου του Δήμου του Ζάγκρεμπ, Κροατία) στις υποθέσεις P‑7448/14, P‑123/17, P‑4873/13 και P‑1677/16, της αποφάσεως του Općinski građanski sud u Zagrebu, Stalna služba u Sesvetama (πολιτικού δικαστηρίου του Δήμου του Ζάγκρεμπ, μόνιμο τμήμα του Sesvete, Κροατία) στην υπόθεση P‑2334/2015, καθώς και των αποφάσεων του Općinski građanski sud u Varaždinu (πολιτικού δικαστηρίου του Δήμου του Varaždin, Κροατία) στις υποθέσεις P‑137/16 και P‑1095/14.</P></NOTE>, και στο πλαίσιο αυτό αμφισβητεί το αν τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την επιλογή του δικαίου που διέπει τη σύμβαση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0010"><P>Η εναγόμενη επικαλείται τον κανονισμό (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της <DATE ISO="20080617">17ης Ιουνίου 2008</DATE>, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="177" PAGE.FIRST="6" DATE.PUB="2008">ΕΕ 2008, L 177, σ. 6</REF.DOC.OJ>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0023"><NO.P>23.</NO.P><TXT>Η αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών απαγορεύει τόσο τους περιορισμούς στην εν λόγω ελευθερία σε όλα τα κράτη μέλη όσο και τις διακρίσεις εις βάρος των παρόχων υπηρεσιών που δεν είναι εγκατεστημένοι στο κράτος παροχής της υπηρεσίας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0011"><P>Η εναγόμενη επικαλείται τις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19741203">3ης Δεκεμβρίου 1974</DATE>, <NAME.CASE>van Binsbergen</NAME.CASE> (<NO.CASE>33/74</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1974:131">EU:C:1974:131</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0022">22</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19910725">25ης Ιουλίου 1991</DATE>, <NAME.CASE>Collectieve Antennevoorziening Gouda</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑288/89</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1991:323">EU:C:1991:323</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0010">10</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Οι συνέπειες του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> είναι βαρύτερες για τους αλλοδαπούς παρόχους δανειακών υπηρεσιών απ’ ό,τι για τους πιστωτές που είναι εγκατεστημένοι στην Κροατία, με αποτέλεσμα να ανακύπτουν έμμεσες δυσμενείς διακρίσεις<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0012"><P>Η εναγόμενη επικαλείται την απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19820203">3ης Φεβρουαρίου 1982</DATE>, <NAME.CASE>Seco και Desquenne &amp; Giral</NAME.CASE> (<NO.CASE>62/81 και 63/81</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1982:34">EU:C:1982:34</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, χωρίς όμως να λείπουν και άμεσες δυσμενείς διακρίσεις, λόγω του ορισμού του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0009" REF.END="QE0009"/>μη αδειοδοτημένου πιστωτή<QUOT.END REF.START="QS0009" CODE="00BB" ID="QE0009"/> στο άρθρο 2 του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE>. Κατά το δίκαιο της Ένωσης, ο πάροχος υπηρεσιών που διαθέτει όλες τις σχετικές άδειες στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος είναι επίσης αδειοδοτημένος για την παροχή υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0013"><P>Η εναγόμενη επικαλείται τις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19910725">25ης Ιουλίου 1991</DATE>, <NAME.CASE>Säger</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑76/90</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1991:331">EU:C:1991:331</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0012">12</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19991026">26ης Οκτωβρίου 1999</DATE>, <NAME.CASE>Eurowings Luftverkehr</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑294/97</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1999:524">EU:C:1999:524</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0033">33</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20051020">20ής Οκτωβρίου 2005</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Γαλλίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑264/03</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2005:620">EU:C:2005:620</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0066">66</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Η εναγόμενη διατείνεται περαιτέρω ότι ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> καθιστά λιγότερο ελκυστική την παροχή υπηρεσιών στην Κροατία.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0024"><NO.P>24.</NO.P><TXT>Η εναγόμενη επισημαίνει ότι ο Κροάτης νομοθέτης ουδέποτε εξήγησε γιατί θεωρεί ότι για τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξεως, της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας στη Δημοκρατία της Κροατίας δικαιολογείται το ειδικό καθεστώς που εφαρμόζεται στους αλλοδαπούς δυνάμει του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE>, καθώς και ότι δεν τηρείται η αρχή της αναλογικότητας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0014"><P>Η εναγόμενη επικαλείται την απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20030513">13ης Μαΐου 2003</DATE>, <NAME.CASE>Müller-Fauré και van Riet</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑385/99</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2003:270">EU:C:2003:270</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0068">68</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Επίσης, προβάλλει ότι ανακύπτει περιορισμός του ανταγωνισμού.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0025"><NO.P>25.</NO.P><TXT>Η Κροατία αμφισβητεί το παραδεκτό του πρώτου έως και του τρίτου ερωτήματος. Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, η Κροατία διατείνεται ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ερμηνεύει το δίκαιο της Ένωσης από τον χρόνο προσχωρήσεως κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0015"><P>Η Κροατία επικαλείται την απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20141105">5ης Νοεμβρίου 2014</DATE>, <NAME.CASE>VG Vodoopskrba</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑254/14</NO.CASE>, μη δημοσιευθείσα, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2014:2354">EU:C:2014:2354</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0010">10</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</P></NOTE>. Δεδομένου ότι η Κροατία προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση την <DATE ISO="20130701">1η Ιουλίου 2013</DATE>, και η ακυρότητα της συμβάσεως ανατρέχει στον χρόνο συνάψεώς της, ήτοι στις <DATE ISO="20070105">5 Ιανουαρίου 2007</DATE>, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στο πρώτο ερώτημα.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0026"><NO.P>26.</NO.P><TXT>Η Κροατία υποστηρίζει επίσης ότι το πρώτο ερώτημα είναι υποθετικής φύσεως. Το αιτούν δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί ότι η σύμβαση συνήφθη στην Κροατία<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0016"><P>Η Κροατία επικαλείται το άρθρο 1 του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> και την απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20021210">10ης Δεκεμβρίου 2002</DATE>, <NAME.CASE>British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑491/01</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2002:741">EU:C:2002:741</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0035">35</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0027"><NO.P>27.</NO.P><TXT>Επί της ουσίας, η Κροατία προβάλλει ότι ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> εκδόθηκε με τον θεμιτό σκοπό της προστασίας του μεγάλου αριθμού Κροατών πολιτών οι οποίοι, κατά την περίοδο πριν από την προσχώρηση της Κροατίας στην Ένωση, συνήψαν συμβάσεις πιστώσεως με πιστωτές που ασκούσαν τις δραστηριότητές τους χωρίς να διαθέτουν τις απαιτούμενες άδειες των κροατικών αρχών.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="9"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0028"><NO.P>28.</NO.P><TXT>Κατά την Κροατία, επίκληση των άρθρων 53 και 63 ΣΛΕΕ χωρεί μόνο για την προστασία νόμιμων και όχι παράνομων δραστηριοτήτων, για δε τις παράνομες δραστηριότητες δεν νοείται προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ουδενός εμπόρου<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0017"><P>Η Κροατία επικαλείται την απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20050630">30ής Ιουνίου 2005</DATE>, <NAME.CASE>Branco κατά Επιτροπής</NAME.CASE> (<NO.CASE>T‑347/03</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:T:2005:265">EU:T:2005:265</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0102">102</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Η Κροατία προσθέτει ότι ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> εκδόθηκε αφότου είχαν εξαντληθεί όλες οι άλλες νομικές οδοί για την προστασία των Κροατών πολιτών από αυτές τις παράνομες δραστηριότητες.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0029"><NO.P>29.</NO.P><TXT>Τέλος, η Κροατία επισημαίνει ότι ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> εισάγει μόνο μια <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0010" REF.END="QE0010"/>επίπλαστη<QUOT.END REF.START="QS0010" CODE="00BB" ID="QE0010"/> ή <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0011" REF.END="QE0011"/>οιονεί<QUOT.END REF.START="QS0011" CODE="00BB" ID="QE0011"/> αναδρομικότητα, δεδομένου ότι ο κανόνας περί ακυρότητας δεν έχει εφαρμογή στις νομικές καταστάσεις που έχουν ολοκληρωθεί. Στην Κροατία δεν υφίσταται μητρώο μη αδειοδοτημένων πιστωτών, οπότε η <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0012" REF.END="QE0012"/>οιονεί<QUOT.END REF.START="QS0012" CODE="00BB" ID="QE0012"/> αναδρομικότητα ήταν ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος προστασίας των οφειλετών. Η έλλειψη μητρώου αλλοδαπών πιστωτών σημαίνει επίσης ότι είναι αδύνατον να επιβληθούν κυρώσεις ή διοικητικά μέτρα με ομοιόμορφο τρόπο.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0030"><NO.P>30.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή δεν προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς ως προς το παραδεκτό του πρώτου ερωτήματος. Πάντως, επισημαίνει ότι, αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το αυστριακό, το δίκαιο της Ένωσης δεν θα έχει εφαρμογή στη διαφορά. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή απαντά στα προδικαστικά ερωτήματα υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση διέπεται από το κροατικό δίκαιο.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0031"><NO.P>31.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το δίκαιο της Ένωσης έχει εφαρμογή ratione temporis στην υπόθεση της κύριας δίκης επειδή, ελλείψει διατάξεως περί του αντιθέτου στη Συνθήκη προσχωρήσεως νέου κράτους μέλους, το δίκαιο της Ένωσης έχει εφαρμογή, από τον χρόνο της προσχωρήσεως, στα μελλοντικά αποτελέσματα των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την προσχώρηση του εν λόγω νέου κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0018"><P>Η Επιτροπή επικαλείται τις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19971002">2ας Οκτωβρίου 1997</DATE>, <NAME.CASE>Saldanha και MTS</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑122/96</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1997:458">EU:C:1997:458</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0014">14</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19990429">29ης Απριλίου 1999</DATE>, <NAME.CASE>Ciola</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑224/97</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1999:212">EU:C:1999:212</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0027">27</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0034">34</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20020129">29ης Ιανουαρίου 2002</DATE>, <NAME.CASE>Pokrzeptowicz-Meyer</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑162/00</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2002:57">EU:C:2002:57</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0050">50</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Στη Συνθήκη προσχωρήσεως της Κροατίας δεν προβλέπεται τέτοια παρέκκλιση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0019"><P>Υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>. Δεδομένου ότι τα αποτελέσματα της επίμαχης συμβάσεως δεν είχαν εξαλειφθεί την <DATE ISO="20130701">1η Ιουλίου 2013</DATE>, η διαφορά της κύριας δίκης διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης. Επίσης, η Επιτροπή επικαλείται γενικότερα το γεγονός ότι ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> τέθηκε σε ισχύ μετά την προσχώρηση της Κροατίας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0032"><NO.P>32.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή φρονεί ότι, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών βάσει του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> όχι μόνο εισάγει διακρίσεις λόγω της ιθαγένειας του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο πάροχος υπηρεσιών<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0020"><P>Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19910725">25ης Ιουλίου 1991</DATE>, <NAME.CASE>Collectieve Antennevoorziening Gouda</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑288/89</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1991:323">EU:C:1991:323</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0010">10</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, αλλά και συνιστά μέτρο αδιακρίτως εφαρμοζόμενο, το οποίο περιορίζει την ελευθερία παροχής υπηρεσιών<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0021"><P>Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επικαλείται τις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19950510">10ης Μαΐου 1995</DATE>, <NAME.CASE>Alpine Investments</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑384/93</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1995:126">EU:C:1995:126</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0028">28</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0034">34</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20060615">15ης Ιουνίου 2006</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Γαλλίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑255/04</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2006:401">EU:C:2006:401</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0037">37</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20090625">25ης Ιουνίου 2009</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Αυστρίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑356/08</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:401">EU:C:2009:401</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0039">39</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20120712">12ης Ιουλίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>HIT και HIT LARIX</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑176/11</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:454">EU:C:2012:454</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0016">16</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180118">18ης Ιανουαρίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>Wind 1014 και Daell</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑249/15</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:21">EU:C:2018:21</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0021">21</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0033"><NO.P>33.</NO.P><TXT>Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι μη αδειοδοτημένοι πιστωτές που είναι εγκατεστημένοι εκτός Κροατίας τυγχάνουν λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως από ό,τι οι μη αδειοδοτημένοι πιστωτές εντός Κροατίας, επειδή οι κανόνες περί ακυρότητας ορισμένων συμβάσεων που συνάπτονται από μη αδειοδοτημένους πιστωτές εγκατεστημένους στην Κροατία δεν έχουν αναδρομική ισχύ<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0022"><P>Η Επιτροπή παραπέμπει στο άρθρο 19 j του νόμου περί καταναλωτικής πίστεως (<HT TYPE="ITALIC">Narodne novine</HT> αριθ. 75/2009, 112/2012, 143/2013, 147/2013, 9/2015, 78/2015, 102/2015 και 52/2016), το οποίο παρενέβαλε ο Zakon o izmjeni i dopunama Zakona o potroačkom kreditiranju (νόμος για την τροποποίηση και συμπλήρωση του νόμου περί καταναλωτικής πίστεως) (<HT TYPE="ITALIC">Narodne novine</HT> αριθ. 102/2015).</P></NOTE> και, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με πόρισμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου της <DATE ISO="20160412">12ης Απριλίου 2016</DATE>, η ακυρότητα αφορά μόνο συμβάσεις καταναλωτικής πίστεως.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="10"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0034"><NO.P>34.</NO.P><TXT>Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα, η Επιτροπή προβάλλει ότι ο αποκλεισμός, από την παροχή δανειακών υπηρεσιών στην Κροατία, δυνητικών πιστωτών που διαθέτουν όλες τις απαιτούμενες άδειες στα κράτη μέλη καταγωγής τους συνιστά πρόδηλη παραβίαση των αρχών της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0023"><P>Η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 33 και το παράρτημα 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της <DATE ISO="20130626">26ης Ιουνίου 2013</DATE>, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="176" PAGE.FIRST="338" DATE.PUB="2013">ΕΕ 2013, L 176, σ. 338</REF.DOC.OJ>), καθώς και τις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20000309">9ης Μαρτίου 2000</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Βελγίου</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑355/98</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2000:113">EU:C:2000:113</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0037">37</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19910725">25ης Ιουλίου 1991</DATE>, <NAME.CASE>Säger</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑76/90</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1991:331">EU:C:1991:331</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0014">14</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Επιπλέον, η ακυρότητα από τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως πιστώσεως και οι υποχρεώσεις αποδόσεως που επιβλήθηκαν με τον νόμο της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> καθιστούν την παροχή υπηρεσιών λιγότερο ελκυστική, μέχρι του σημείου να καταστεί ανέφικτη.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0035"><NO.P>35.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή επισημαίνει ότι αν περιοριστική διάταξη εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, τούτο μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο για λόγους δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, όπως ορίζεται στο άρθρο 52 ΣΛΕΕ<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0024"><P>Η Επιτροπή επικαλείται τις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20030923">23ης Σεπτεμβρίου 2003</DATE>, <NAME.CASE>Ospelt και Schlössle Weissenberg</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑452/01</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2003:493">EU:C:2003:493</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0034">34</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20160128">28ης Ιανουαρίου 2016</DATE>, <NAME.CASE>Laezza</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑375/14</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:60">EU:C:2016:60</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0025">25</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0026">26</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος οι οποίοι θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν περιορισμό των ελευθεριών που διασφαλίζονται από τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ δεν μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς οι οποίοι εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0025"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20160128">28ης Ιανουαρίου 2016</DATE>, <NAME.CASE>Laezza</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑375/14</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:60">EU:C:2016:60</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0025">25</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0036"><NO.P>36.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή δέχεται ότι, όσον αφορά την αδιακρίτως παρεμπόδιση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ορισμένους επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος ικανούς να δικαιολογήσουν περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όπως η εντιμότητα στην εκτέλεση των εμπορικών συμβάσεων, η προστασία των καταναλωτών, η προστασία του αποδέκτη υπηρεσιών από υπηρεσίες που παρέχονται από πρόσωπα που δεν διαθέτουν τα αναγκαία προσόντα, η διατήρηση της καλής φήμης του εθνικού χρηματοοικονομικού τομέα και η εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0026"><P>Η Επιτροπή επικαλείται τις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19950510">10ης Μαΐου 1995</DATE>, <NAME.CASE>Alpine Investments</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑384/93</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1995:126">EU:C:1995:126</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0044">44</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19970709">9ης Ιουλίου 1997</DATE>, <NAME.CASE>De Agostini και TV-Shop</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑34/95 έως C‑36/95</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1997:344">EU:C:1997:344</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0053">53</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19910725">25ης Ιουλίου 1991</DATE>, <NAME.CASE>Collectieve Antennevoorziening Gouda</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑288/89</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1991:323">EU:C:1991:323</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0014">14</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20060330">30ής Μαρτίου 2006</DATE>, <NAME.CASE>Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑451/03</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2006:208">EU:C:2006:208</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20130718">18ης Ιουλίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Citroën Belux</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑265/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:498">EU:C:2013:498</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0040">40</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και την απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΖΕΣ στην υπόθεση Netfonds (E‑08/16, [2017], Rep. 163, σκέψη 113).</P></NOTE>. Πάντως, ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> δεν μνημονεύει κανέναν από τους σκοπούς αυτούς, δεν τους προστατεύει με συνεκτικό τρόπο και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ιδίως λόγω του εύρους της εφαρμογής του σε όλες τις συμβάσεις πιστώσεως με στοιχείο αλλοδαπότητας. Εξάλλου, η αναδρομικότητα του νόμου της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> θίγει επίσης την ασφάλεια δικαίου.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0037"><NO.P>37.</NO.P><TXT>Τέλος, η Επιτροπή δέχεται ότι το Δικαστήριο κατ’ αρχήν εξετάζει το επίμαχο μέτρο με γνώμονα μόνο μία από τις δύο αυτές θεμελιώδεις ελευθερίες, ήτοι την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων, αν προκύπτει, υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης υποθέσεως, ότι η μία από τις ελευθερίες αυτές είναι εντελώς δευτερεύουσα σε σχέση με την άλλη και μπορεί να συνενωθεί με αυτήν<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0027"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20061003">3ης Οκτωβρίου 2006</DATE>, <NAME.CASE>Fidium Finanz</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑452/04</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2006:631">EU:C:2006:631</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0030">30</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0034">34</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> είναι επίσης ασύμβατος με την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, βάσει του άρθρου 63, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0028"><P>Η Επιτροπή επικαλείται, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19990316">16ης Μαρτίου 1999</DATE>, <NAME.CASE>Trummer και Mayer</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑222/97</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1999:143">EU:C:1999:143</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0023">23</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20120426">26ης Απριλίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>van Putten</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑578/10 έως C‑580/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:246">EU:C:2012:246</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0032">32</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0036">36</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131003">3ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Itelcar</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑282/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:629">EU:C:2013:629</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0014">14</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20000926">26ης Σεπτεμβρίου 2000</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Βελγίου</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑478/98</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2000:497">EU:C:2000:497</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0018">18</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20030513">13ης Μαΐου 2003</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑98/01</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2003:273">EU:C:2003:273</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0043">43</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20020604">4ης Ιουνίου 2002</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Γαλλίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑483/99</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2002:327">EU:C:2002:327</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0040">40</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100701">1ης Ιουλίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Dijkman και Dijkman-Lavaleije</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑233/09</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:397">EU:C:2010:397</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0031">31</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20020604">4ης Ιουνίου 2002</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Πορτογαλίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑367/98</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2002:326">EU:C:2002:326</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0044">44</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0045">45</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20060928">28ης Σεπτεμβρίου 2006</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑282/04 και C‑283/04</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2006:608">EU:C:2006:608</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0018">18</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100708">8ης Ιουλίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Πορτογαλίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑171/08</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:412">EU:C:2010:412</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0048">48</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170125">25ης Ιανουαρίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>Festersen</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑370/05</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2007:59">EU:C:2007:59</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0024">24</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20130508">8ης Μαΐου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Libert κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑197/11 και C‑203/11</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:288">EU:C:2013:288</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0044">44</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131022">22ας Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Essent κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑105/12 έως C‑107/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:677">EU:C:2013:677</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0039">39</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><?PAGE NO="11"?><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">IV.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Ανάλυση</HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Α.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Προκαταρκτικές παρατηρήσεις</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">1.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Επί του παραδεκτού</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0038"><NO.P>38.</NO.P><TXT>Οι ισχυρισμοί της Κροατίας ότι η διάταξη περί παραπομπής είναι υποθετικής φύσεως επειδή το αιτούν δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί ως προς το αν η επίμαχη σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της Κροατίας ή της Αυστρίας είναι απορριπτέοι. Το τεκμήριο λυσιτέλειας δεν μπορεί να καμφθεί<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0029"><P>Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20161027">27ης Οκτωβρίου 2016</DATE>, <NAME.CASE>Audace κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑114/15</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:813">EU:C:2016:813</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0034">34</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0039"><NO.P>39.</NO.P><TXT>Δεν υπάρχουν υποθετικά περιστατικά στην υπόθεση της κύριας δίκης<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0030"><P>Βλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20060928">28ης Σεπτεμβρίου 2006</DATE>, <NAME.CASE>Gasparini κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑467/04</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2006:610">EU:C:2006:610</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0044">44</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0045">45</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE> και οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης των οποίων η ερμηνεία ζητήθηκε από το αιτούν δικαστήριο παράγουν ήδη έννομα αποτελέσματα<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0031"><P>Βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>RO</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑327/18 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:644">EU:C:2018:644</NO.ECLI>, σημείο <REF.NP.ECR REF="NP0034">34</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο μπορεί να αναγκαστεί να παραθέσει ανάλυση στηριζόμενη σε παραδοχές<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0032"><P>Όπ.π., σημείο 36.</P></NOTE>, όπως ότι το αιτούν δικαστήριο θα αποφασίσει τελικά ότι η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της Κροατίας, δεν καθιστά την απόφαση συμβουλευτικής φύσεως<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0033"><P>Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>Minister for Justice and Equality (Πλημμέλειες του δικαστικού συστήματος)</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑216/18 PPU</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:517">EU:C:2018:517</NO.ECLI>, σημείο <REF.NP.ECR REF="NP0032">32</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), όπου παραπέμπω στις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100908">8ης Σεπτεμβρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Winner Wetten</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑409/06</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:503">EU:C:2010:503</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20140227">27ης Φεβρουαρίου 2014</DATE>, <NAME.CASE>Pohotovosť</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑470/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2014:101">EU:C:2014:101</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0028">28</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0029">29</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, ιδίως όταν ο κανονισμός 593/2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, τον οποίο επικαλέστηκε η εναγόμενη, συνδέεται στενά με τον κανονισμό 1215/2012, με βάση τον οποίο το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε τρία προδικαστικά ερωτήματα.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0040"><NO.P>40.</NO.P><TXT>Επομένως, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αναγκαία για την αποτελεσματική λύση ένδικης διαφοράς<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0034"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100908">8ης Σεπτεμβρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Winner Wetten</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑409/06</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:503">EU:C:2010:503</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</P></NOTE>, ιδίως όταν, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και λαμβανομένης υπόψη της διακρίσεως των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0013" REF.END="QE0013"/>δεν μπορεί να απαιτηθεί από το αιτούν δικαστήριο, προτού υποβάλει την αίτησή του, να προβεί στο σύνολο των πραγματικών διαπιστώσεων και νομικών εκτιμήσεων στις οποίες οφείλει να προβεί στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής αποστολής του. Πράγματι, αρκεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης καθώς και τα κύρια ζητήματα από πλευράς κοινοτικής έννομης τάξεως να προκύπτουν από την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και να συμμετάσχουν αποτελεσματικά στην ενώπιόν του διαδικασία<QUOT.END REF.START="QS0013" CODE="00BB" ID="QE0013"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0035"><P>Όπ.π., σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Βλ., επίσης, την πρόσφατη απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180920">20ής Σεπτεμβρίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>Danko και Danková</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑448/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:745">EU:C:2018:745</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0055">55</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0058">58</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε παραδεκτό ένα προδικαστικό ερώτημα, μολονότι είχε υποστηριχθεί ότι το αιτούν δικαστήριο δεν θα αποφανθεί επί της καταχρηστικότητας της επίμαχης συμβατικής ρήτρας σε περίπτωση αναγνωρίσεως, από το αιτούν δικαστήριο, της ενεργητικής νομιμοποιήσεως οργανώσεως καταναλωτών.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0041"><NO.P>41.</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, το πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτό.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">2.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Εφαρμογή ratione temporis του δικαίου της Ένωσης</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0042"><NO.P>42.</NO.P><TXT>Όπως προβάλλει η Επιτροπή (βλ. σημείο 31 των παρουσών προτάσεων), αποτελεί πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι, ελλείψει διατάξεως περί του αντιθέτου στη Συνθήκη προσχωρήσεως νέου κράτους μέλους, το δίκαιο της Ένωσης έχει εφαρμογή, από τον χρόνο προσχωρήσεως, στα <HT TYPE="ITALIC">μελλοντικά αποτελέσματα</HT> των καταστάσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την προσχώρηση του εν<?PAGE NO="12"?> λόγω νέου κράτους μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0036"><P>Η υπογράμμιση δική μου. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, η Επιτροπή επικαλείται τις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19971002">2ας Οκτωβρίου 1997</DATE>, <NAME.CASE>Saldanha και MTS</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑122/96</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1997:458">EU:C:1997:458</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0014">14</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19990429">29ης Απριλίου 1999</DATE>, <NAME.CASE>Ciola</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑224/97</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1999:212">EU:C:1999:212</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0027">27</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0034">34</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20020129">29ης Ιανουαρίου 2002</DATE>, <NAME.CASE>Pokrzeptowicz-Meyer</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑162/00</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2002:57">EU:C:2002:57</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0050">50</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν προβλήθηκε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η θέση οφειλετών όπως η ενάγουσα είχε αποτελέσει θέμα διαπραγματεύσεων με την Κροατία. Όπως επισημαίνει με τις γραπτές της παρατηρήσεις η Επιτροπή, στη Συνθήκη προσχωρήσεως της Κροατίας δεν υπάρχει τέτοια παρέκκλιση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0037"><P>Σημείο 31 των παρουσών προτάσεων.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0043"><NO.P>43.</NO.P><TXT>Τα αποτελέσματα της επίμαχης συμβάσεως δεν είχαν εξαλειφθεί την <DATE ISO="20130701">1η Ιουλίου 2013</DATE>, οπότε η διαφορά της κύριας δίκης διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης. Η γενική προσέγγιση όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής ratione temporis του δικαίου της Ένωσης, όταν κράτος μέλος προσχωρεί σε αυτήν, εστιάζει στα διαρκούντα έννομα αποτελέσματα. Οι έννομες σχέσεις που συνεχίζουν να παράγουν αποτελέσματα κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως κράτους μέλους <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0014" REF.END="QE0014"/>θα πρέπει να προσαρμοστούν στο νέο νομικό πλαίσιο<QUOT.END REF.START="QS0014" CODE="00BB" ID="QE0014"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0038"><P>Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Bobek στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>Nemec</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑256/15</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:619">EU:C:2016:619</NO.ECLI>, σημείο <REF.NP.ECR REF="NP0040">40</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Βλ. συναφώς, ιδίως, αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19971002">2ας Οκτωβρίου 1997</DATE>, <NAME.CASE>Saldahna και MTS</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑122/96</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1997:458">EU:C:1997:458</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20070614">14ης Ιουνίου 2007</DATE>, <NAME.CASE>Téléfonica O2 Czech Republic</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑64/06</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2007:348">EU:C:2007:348</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20091112">12ης Νοεμβρίου 2009</DATE>, <NAME.CASE>Elektrownia Pątnów II</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑441/08</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:698">EU:C:2009:698</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100415">15ης Απριλίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>CIBA</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑96/08</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:185">EU:C:2010:185</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20130912">12ης Σεπτεμβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Kuso</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑614/11</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:544">EU:C:2013:544</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20120214">14ης Φεβρουαρίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>Toshiba Corporation κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑17/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:72">EU:C:2012:72</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>). Δεν λαμβάνω υπόψη την απόφαση του τμήματος μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20060110">10ης Ιανουαρίου 2006</DATE>, <NAME.CASE>Ynos</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑302/04</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2006:9">EU:C:2006:9</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>), δεδομένου ότι τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά έλαβαν χώρα αφότου το νομικό σύστημα της Ουγγαρίας προσήγγισε τη σχετική οδηγία, αλλά πριν από την προσχώρηση της Ουγγαρίας στην Ένωση την <DATE ISO="20040501">1η Μαΐου 2004</DATE>.</P></NOTE>. Είναι αναμφισβήτητο ότι η επίμαχη σύμβαση συνεχίζει να παράγει έννομα αποτελέσματα, δεδομένου ότι εξακολουθεί να ασφαλίζεται με υποθήκη, την άρση της οποίας επιδιώκει η ενάγουσα στην υπόθεση της κύριας δίκης, και το ίδιο το γράμμα της συμβάσεως αναφέρει ότι αυτή λήγει στις <DATE ISO="20211031">31 Οκτωβρίου 2021</DATE>. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η μη καταβολή συμβατικής οφειλής μετά την προσχώρηση, αναφορικά με σύμβαση που συνήφθη πριν από την προσχώρηση, διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0039"><P>Βλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20161215">15ης Δεκεμβρίου 2016</DATE>, <NAME.CASE>Nemec</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑256/15</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:954">EU:C:2016:954</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0021">21</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0027">27</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και ιδίως σκέψη 23).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0044"><NO.P>44.</NO.P><TXT>Επομένως, το δίκαιο της Ένωσης έχει εφαρμογή ratione temporis στην υπόθεση της κύριας δίκης.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">3.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Ποιες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης ασκούν επιρροή;</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0045"><NO.P>45.</NO.P><TXT>Το Δικαστήριο κρίνει κατά πάγια νομολογία ότι, όταν ένα ζήτημα έχει αποτελέσει αντικείμενο πλήρους εναρμονίσεως σε επίπεδο Ένωσης, κάθε σχετικό εθνικό μέτρο πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα των εναρμονισμένων διατάξεων και όχι υπό το πρίσμα των διατάξεων του πρωτογενούς δικαίου<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0040"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170622">22ας Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>E.ON Biofor Sverige AB</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑549/15</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:490">EU:C:2017:490</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0076">76</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</P></NOTE>, όπως η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών κατά το άρθρο 56 ΣΛΕΕ και η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων κατά το άρθρο 63 ΣΛΕΕ.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0046"><NO.P>46.</NO.P><TXT>Η οδηγία 2013/36 τέθηκε σε ισχύ στις <DATE ISO="20130717">17 Ιουλίου 2013</DATE> και, υπό προϋποθέσεις, εγγυάται την παροχή διασυνοριακών πιστωτικών υπηρεσιών<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0041"><P>Όπ.π., άρθρο 33 και παράρτημα 1.</P></NOTE>. Πάντως, η επίμαχη σύμβαση υπεγράφη και τα σχετικά κεφάλαια καταβλήθηκαν στις <DATE ISO="20070105">5 Ιανουαρίου 2007</DATE> και, εν πάση περιπτώσει, η οδηγία 2013/36 δεν είναι μέτρο που προβλέπει πλήρη εναρμόνιση.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0047"><NO.P>47.</NO.P><TXT>Το Δικαστήριο έκρινε πρόσφατα ότι από <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0015" REF.END="QE0015"/>την αιτιολογική σκέψη 15 της [οδηγίας 2013/36] συνάγεται […] ότι το εν λόγω νομοθέτημα έχει ως σκοπό να επιτευχθεί <HT TYPE="ITALIC">εναρμόνιση στον βαθμό που είναι αναγκαίος και επαρκής</HT> προκειμένου να διασφαλισθεί η αμοιβαία αναγνώριση των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικής εποπτείας, καθιστώντας δυνατή την εφ’ άπαξ έκδοση αδείας λειτουργίας ισχύουσας σε ολόκληρη την Ένωση και την εφαρμογή της αρχής της προληπτικής εποπτείας από το κράτος μέλος προελεύσεως<QUOT.END REF.START="QS0015" CODE="00BB" ID="QE0015"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0042"><P>Η υπογράμμιση δική μου. Βλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180913">13ης Σεπτεμβρίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>Buccioni</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑594/16</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:717">EU:C:2018:717</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0023">23</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="13"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0048"><NO.P>48.</NO.P><TXT>Τούτου λεχθέντος, η διαφορά της κύριας δίκης διέπεται από το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης και ειδικότερα από την ελευθερία παροχής υπηρεσιών κατά το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, και όχι από την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων κατά το άρθρο 63 ΣΛΕΕ<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0043"><P>Σημειωτέον ότι, στις <DATE ISO="20070105">5 Ιανουαρίου 2007</DATE>, ημέρα συνάψεως της συμβάσεως, η Κροατία δεσμεύθηκε, δυνάμει του άρθρου 57, παράγραφος 1, της Συμφωνίας σταθεροποιήσεως και συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Κροατίας, αφετέρου (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="026" PAGE.FIRST="3" DATE.PUB="2005">ΕΕ 2005, L 26, σ. 3</REF.DOC.OJ>), να μη λαμβάνει <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0016" REF.END="QE0016"/>μέτρα ούτε [να] αναλαμβάν[ει] δράσεις που καθιστούν σημαντικά πιο περιοριστικές τις συνθήκες παροχής υπηρεσιών εκ μέρους υπηκόων ή εταιρειών της Κοινότητας και της Κροατίας, που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος συμβαλλομένου μέρους άλλου από εκείνο του προσώπου για το οποίο προορίζονται οι υπηρεσίες, σε σύγκριση με την κατάσταση που ίσχυε την παραμονή της ημερομηνίας θέσης σε ισχύ της […] συμφωνίας<QUOT.END REF.START="QS0016" CODE="00BB" ID="QE0016"/>, ήτοι την <DATE ISO="20050201">1η Φεβρουαρίου 2005</DATE> (σχετικό δελτίο Τύπου στην αγγλική γλώσσα: http://europa.eu/rapid/press-release_IP-05-122_en.htm?locale=en). Κατά το άρθρο 57, παράγραφος 2, τυχόν διαφωνίες σχετικά με το άρθρο 57, παράγραφος 1, επιλύονται με διαβούλευση μεταξύ των μερών.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0049"><NO.P>49.</NO.P><TXT>Κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να κριθεί αν εθνική νομοθετική ρύθμιση εμπίπτει σε κάποια από τις θεμελιώδεις ελευθερίες που εγγυάται η Συνθήκη ΕΚ, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σκοπός της εν λόγω ρυθμίσεως<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0044"><P>Βλ. πρόσφατες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>Fidelity Funds</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑480/16</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:1015">EU:C:2017:1015</NO.ECLI>, σημείο <REF.NP.ECR REF="NP0017">17</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), όπου παραπέμπει στις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100701">1ης Ιουλίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Dijkman και Dijkman-Lavaleije</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑233/09</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:397">EU:C:2010:397</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0026">26</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20150521">21ης Μαΐου 2015</DATE>, <NAME.CASE>Wagner-Raith</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑560/13</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2015:347">EU:C:2015:347</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0031">31</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0050"><NO.P>50.</NO.P><TXT>Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0017" REF.END="QE0017"/>υπό το φως των κανόνων της Συνθήκης σε θέματα ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ασκούμενη από πιστωτικό ίδρυμα δραστηριότητα χορηγήσεως πιστώσεων συνιστά υπηρεσία κατά την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ<QUOT.END REF.START="QS0017" CODE="00BB" ID="QE0017"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0045"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20120712">12ης Ιουλίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>SC Volksbank România</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑602/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:443">EU:C:2012:443</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0072">72</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</P></NOTE>. Εθνική νομοθεσία <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0018" REF.END="QE0018"/>της οποίας το αντικείμενο αφορά κυρίως την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών εμπίπτει στις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, μολονότι θα μπορούσε να συνεπάγεται ή να αφορά κινήσεις κεφαλαίων<QUOT.END REF.START="QS0018" CODE="00BB" ID="QE0018"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0046"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20150521">21ης Μαΐου 2015</DATE>, <NAME.CASE>Wagner-Raith</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑560/13</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2015:347">EU:C:2015:347</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0032">32</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Από την άλλη πλευρά, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0019" REF.END="QE0019"/>εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 64, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ τα εθνικά μέτρα των οποίων το αντικείμενο αφορά, κατά κύριο τουλάχιστον λόγο, κινήσεις κεφαλαίων<QUOT.END REF.START="QS0019" CODE="00BB" ID="QE0019"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0047"><P>Όπ.π., σκέψη 34.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0051"><NO.P>51.</NO.P><TXT>Ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> δεν έχει κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει ότι σκοπεί στη ρύθμιση των κεφαλαιαγορών. Αντιθέτως, ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0020" REF.END="QE0020"/>οφειλετών και μη αδειοδοτημένων πιστωτών<QUOT.END REF.START="QS0020" CODE="00BB" ID="QE0020"/> και περιορίζεται μόνο στις <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0021" REF.END="QE0021"/>συμβάσεις πιστώσεως<QUOT.END REF.START="QS0021" CODE="00BB" ID="QE0021"/> χωρίς να αφορά την ευρύτερη κεφαλαιαγορά εν γένει. Ακυρότητα προβλέπει μόνο για τις συμβάσεις πιστώσεως.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0052"><NO.P>52.</NO.P><TXT>Δεδομένου ότι ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> εμποδίζει εταιρίες εγκατεστημένες εκτός Κροατίας να αποκτήσουν πρόσβαση στην κροατική αγορά για την παροχή πιστώσεων, επηρεάζει κατά κύριο λόγο την ελευθερία παροχής υπηρεσιών, και δεν μπορεί να προβληθεί ότι το αποτέλεσμα αυτό είναι απλώς δευτερεύον σε σχέση με οποιοδήποτε εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0048"><P>Βλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20160526">26ης Μαΐου 2016</DATE>, <NAME.CASE>NN (L) International</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑48/15</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:356">EU:C:2016:356</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0039">39</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0041">41</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Οι περιορισμοί που η εν λόγω ρύθμιση επιφέρει στην ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια του περιορισμού που επιβάλλεται στην παροχή υπηρεσιών, οπότε παρέλκει η εξέταση της συμβατότητας της ρυθμίσεως με το άρθρο 63 ΣΛΕΕ<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0049"><P>Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20061003">3ης Οκτωβρίου 2006</DATE>, <NAME.CASE>Fidium Finanz</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑452/04</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2006:631">EU:C:2006:631</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0049">49</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0053"><NO.P>53.</NO.P><TXT>Πρέπει να σημειωθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, οι περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων εξαρτώνται από την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0050"><P>Επί παραδείγματι, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131003">3ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Itelcar</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑282/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:629">EU:C:2013:629</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0032">32</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE> όπως και οι περιορισμοί στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Όπως η γενική εισαγγελέας J. Kokott παρατήρησε στις προτάσεις της στην υπόθεση Trustees of the P Panayi Accumulation &amp; Maintenance Settlements, σε<?PAGE NO="14"?> καταστάσεις αμιγώς ενδοκοινοτικού χαρακτήρα, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν χρειάζεται να επιλυθεί το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ της ελευθερίας εγκαταστάσεως, της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, επειδή οι προϋποθέσεις που διέπουν τις θεμελιώδεις αυτές ελευθερίες ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0051"><P>Υπόθεση <REF.DOC.ECR><NO.CASE>C‑646/15</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:1000">EU:C:2016:1000</NO.ECLI>, σημείο <REF.NP.ECR REF="NP0041">41</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>. Η γενική εισαγγελέας παραπέμπει στις προτάσεις της στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>SGI</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑311/08</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:545">EU:C:2009:545</NO.ECLI>, σημεία <REF.NP.ECR REF="NP0037">37</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι μόνον η ελευθερία εγκαταστάσεως έχει εφαρμογή –απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100121">21ης Ιανουαρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>SGI</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑311/08</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:26">EU:C:2010:26</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0036">36</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0054"><NO.P>54.</NO.P><TXT>Επομένως, αν το Δικαστήριο διαφωνήσει με αυτή την πτυχή της αναλύσεώς μου και κρίνει ότι η διαφορά της κύριας δίκης διέπεται από την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων και όχι από την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> θα είναι πάλι ασύμβατος με το δίκαιο της Ένωσης, λόγω μη συμμορφώσεως με την αρχή της αναλογικότητας (βλ. ανάλυση στα σημεία 66 έως 69 των παρουσών προτάσεων).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0055"><NO.P>55.</NO.P><TXT>Τέλος, η εναγόμενη σφάλλει όταν ισχυρίζεται ότι απλώς παρέχει πιστωτικές υπηρεσίες εντός της Αυστρίας, υπαινισσόμενη ότι το διασυνοριακό στοιχείο που απαιτείται για την εφαρμογή του άρθρου 56 ΣΛΕΕ δεν συντρέχει στην υπόθεση της κύριας δίκης.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0056"><NO.P>56.</NO.P><TXT>Δεν αμφισβητείται ότι το δάνειο καταρτίστηκε μέσω διαμεσολαβητή εδρεύοντος στην Κροατία ούτε ότι το επίμαχο δάνειο εξασφαλίστηκε μέσω συστάσεως υποθήκης σε ακίνητα στην Κροατία, όπου βρίσκεται η κατοικία της οφειλέτριας. Τούτο είναι αρκετό, δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για να έχει το άρθρο 56 ΣΛΕΕ εφαρμογή σε δεδομένη κατάσταση, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0022" REF.END="QE0022"/>απαιτείται να υφίσταται κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας<QUOT.END REF.START="QS0022" CODE="00BB" ID="QE0022"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0052"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170613">13ης Ιουνίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>The Gibraltar Betting and Gaming Association</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑591/15</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:449">EU:C:2017:449</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0046">46</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, υπό την έννοια ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ απαγορεύει την επιβολή περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό της Ένωσης όσον αφορά τους υπηκόους κρατών μελών οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του αποδέκτη των υπηρεσιών, και εδώ δεν πρόκειται για κατάσταση της οποίας <HT TYPE="ITALIC">όλα</HT> τα στοιχεία εντοπίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0053"><P>Η υπογράμμιση δική μου. Όπ.π., σκέψεις 32 και 33 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Β.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί της ουσίας</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0057"><NO.P>57.</NO.P><TXT>Η έννοια του περιορισμού εκτείνεται στα μέτρα που λαμβάνει κράτος μέλος τα οποία, μολονότι εφαρμόζονται αδιακρίτως, επηρεάζουν την πρόσβαση στην αγορά των επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών και κατ’ αυτόν τον τρόπο εμποδίζουν το εμπόριο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0054"><P>Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl στην υπόθεση <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>Laezza</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑375/14</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2015:788">EU:C:2015:788</NO.ECLI>, σημείο <REF.NP.ECR REF="NP0056">56</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), όπου παραπέμπει στις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131212">12ης Δεκεμβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>SOA Nazionale Costruttori</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑327/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:827">EU:C:2013:827</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0045">45</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20151015">15ης Οκτωβρίου 2015</DATE>, <NAME.CASE>Grupo Itevelesa κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑168/14</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2015:685">EU:C:2015:685</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0067">67</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0058"><NO.P>58.</NO.P><TXT>Ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> συνιστά περιορισμό επειδή κηρύσσονται άκυρες οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί χωρίς άδεια της Εθνικής Τράπεζας της Κροατίας. Στους συμβαλλομένους δεν επιτρέπεται να εκπληρώσουν τους όρους συμβάσεως παροχής υπηρεσιών έχουσας συναφθεί με υπηκόους κράτους μέλους (Αυστρία) εγκατεστημένους σε κράτος μέλος (Αυστρία) άλλο από εκείνο του προσώπου για το οποίο προορίζονται οι υπηρεσίες (Κροατία).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0059"><NO.P>59.</NO.P><TXT>Πάντως, ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> εισάγει για δύο λόγους διακρίσεις εις βάρος επιχειρήσεων εγκατεστημένων εκτός Κροατίας που επιθυμούν να παρέχουν πιστωτικές υπηρεσίες στο εν λόγω κράτος μέλος.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0060"><NO.P>60.</NO.P><TXT>Πρώτον, ο ορισμός του <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0023" REF.END="QE0023"/>μη αδειοδοτημένου πιστωτή<QUOT.END REF.START="QS0023" CODE="00BB" ID="QE0023"/> στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου αναφέρει <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0024" REF.END="QE0024"/>κάθε νομικό πρόσωπο […] του οποίου η καταστατική έδρα βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας της Κροατίας<QUOT.END REF.START="QS0024" CODE="00BB" ID="QE0024"/>. Τούτο σημαίνει ότι ο νόμος δεν έχει εφαρμογή για πιστωτές εγκατεστημένους στην Κροατία.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="15"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0061"><NO.P>61.</NO.P><TXT>Δεύτερον, όπως επισημάνθηκε από την Επιτροπή (βλ. σημείο 33 των παρουσών προτάσεων), φαίνεται ότι οι μη αδειοδοτημένοι πιστωτές που είναι εγκατεστημένοι εκτός Κροατίας τυγχάνουν λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως από τους μη αδειοδοτημένους πιστωτές εντός Κροατίας, λόγω της μη αναδρομικότητας των κανόνων περί ακυρότητας ορισμένων συμβάσεων που συνάπτονται από μη αδειοδοτημένους πιστωτές εγκατεστημένους στην Κροατία<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0055"><P>Η Επιτροπή παραπέμπει στο άρθρο 19 j του νόμου περί καταναλωτικής πίστεως (<HT TYPE="ITALIC">Narodne novine</HT> αριθ. 75/2009, 112/2012, 143/2013, 147/2013, 9/2015, 78/2015, 102/2015 και 52/2016), το οποίο παρενέβαλε ο νόμος για την τροποποίηση και συμπλήρωση του νόμου περί καταναλωτικής πίστεως (<HT TYPE="ITALIC">Narodne novine</HT> αριθ. 102/2015).</P></NOTE>, σύμφωνα δε με πόρισμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου της <DATE ISO="20160412">12ης Απριλίου 2016</DATE> η ακυρότητα αφορά μόνο συμβάσεις καταναλωτικής πίστεως.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0062"><NO.P>62.</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο για λόγους δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας, οι οποίοι προβλέπονται στο άρθρο 52, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0056"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20160128">28ης Ιανουαρίου 2016</DATE>, <NAME.CASE>Laezza</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑375/14</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:60">EU:C:2016:60</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0026">26</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, αποκλειομένων ορισμένων επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος ικανών να δικαιολογήσουν τους αδιακρίτως εφαρμοζόμενους περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όπως η εντιμότητα στην εκτέλεση των εμπορικών συμβάσεων, η προστασία των καταναλωτών, η προστασία του αποδέκτη υπηρεσιών από υπηρεσίες που παρέχονται από πρόσωπα που δεν διαθέτουν τα αναγκαία προσόντα, η διατήρηση της καλής φήμης του εθνικού χρηματοοικονομικού τομέα και η εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0057"><P>Η Επιτροπή επικαλείται τις αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19970709">9ης Ιουλίου 1997</DATE>, <NAME.CASE>De Agostini και TV-Shop</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑34/95 έως C‑36/95</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1997:344">EU:C:1997:344</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0053">53</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19910725">25ης Ιουλίου 1991</DATE>, <NAME.CASE>Collectieve Antennevoorziening Gouda</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑288/89</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1991:323">EU:C:1991:323</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0014">14</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20130718">18ης Ιουλίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Citroën Belux</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑265/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:498">EU:C:2013:498</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0040">40</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20060330">30ής Μαρτίου 2006</DATE>, <NAME.CASE>Servizi Ausiliari Dottori Commercialisti</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑451/03</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2006:208">EU:C:2006:208</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19950510">10ης Μαΐου 1995</DATE>, <NAME.CASE>Alpine Investments</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑384/93</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1995:126">EU:C:1995:126</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0044">44</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και την απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΖΕΣ στην υπόθεση Netfonds (E‑08/16, [2017], Rep. 163, σκέψη 113).</P></NOTE> (βλ. παρατηρήσεις της Επιτροπής, σημείο 36 των παρουσών προτάσεων).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0063"><NO.P>63.</NO.P><TXT>Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Κροατία επικαλέστηκε την προστασία της δημόσιας τάξεως, τη διατήρηση της καλής φήμης και τη λειτουργία του χρηματοοικονομικού τομέα, την προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων των Κροατών πολιτών, και ιδίως του ασθενέστερου συμβαλλομένου, καθώς και την προστασία των καταναλωτών. Ειδική μνεία έγινε επίσης του γεγονότος ότι μεταξύ του 2000 και του 2010 Κροάτες υπήκοοι είχαν λάβει τρεις χιλιάδες πιστώσεις από μη αδειοδοτημένους δανειστές, ύψους περίπου 360 εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς όμως να υπάρχουν ακριβή στοιχεία λόγω του παράνομου χαρακτήρα των εν λόγω δραστηριοτήτων. Υποστηρίχθηκε ότι εξ αυτού αποδεικνύεται ότι η ως άνω δραστηριότητα επηρέασε τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην Κροατία και συνετέλεσε στη δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος παράνομων πιστώσεων το οποίο έβλαψε το χρηματοπιστωτικό σύστημα του κράτους και τη δημόσια τάξη.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0064"><NO.P>64.</NO.P><TXT>Κατά την Κροατία, τούτο επηρέασε την τύχη πολλών χιλιάδων πολιτών της Κροατίας, οπότε ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> ήταν μέτρο έσχατης ανάγκης, η δε Κροατία ανέφερε επίσης ότι έγιναν κρούσεις προς δυνητικούς οφειλέτες αμφίβολης πιστοληπτικής ικανότητας με σκοπό την κατάσχεση της περιουσίας τους, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι στη νήσο Rab ανακτήθηκαν με τον τρόπο αυτόν 220 ακίνητα, και κινήθηκαν 344 ένδικες διαδικασίες.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0065"><NO.P>65.</NO.P><TXT>Όπως προαναφέρθηκε, δεν χωρεί επίκληση επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος (βλ. σημείο 62 των παρουσών προτάσεων) αναφορικά με περιορισμούς στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών οι οποίοι εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις. Ούτε εξάλλου αρκούν οι εκτιμήσεις της Κροατίας για να δικαιολογήσουν τον νόμο της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> βάσει λόγων δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, δεδομένου του εύρους που έχει το πεδίο εφαρμογής του νόμου.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="16"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0066"><NO.P>66.</NO.P><TXT>Τίποτα από αυτά δεν αρκεί για να παράσχει νομιμοποιημένη δικαιοπολιτική βάση για τη θέσπιση ενός νόμου που προβλέπει την ακυρότητα <HT TYPE="ITALIC">όλων</HT> των συμβάσεων πιστώσεως με διεθνή χαρακτηριστικά, ανατρέχοντας σε συμβάσεις που είχαν συναφθεί έως και πριν από 17 έτη. Οι γενικόλογες επαναλήψεις περί δυσχερειών στις γραπτές παρατηρήσεις της Κροατίας (βλ. σημείο 27 των παρουσών προτάσεων) δεν συμπληρώθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σε βαθμό που να αρκεί για να αποδείξει τη νομιμότητα της παρεκκλίσεως, σταθμιζόμενης με το μέγεθος του εμποδίου στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που επιβλήθηκε με τον νόμο της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0067"><NO.P>67.</NO.P><TXT>Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τυχόν ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τα προσόντα ή τις άδειες που επιβάλλονται από το κράτος μέλος στο οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες πρέπει να είναι αντικειμενικά αναγκαίες και δεν πρέπει να βαίνουν πέραν του ορίου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0058"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19910725">25ης Ιουλίου 1991</DATE>, <NAME.CASE>Säger</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑76/90</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1991:331">EU:C:1991:331</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0015">15</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0068"><NO.P>68.</NO.P><TXT>Εξαιτίας του γενικευμένου χαρακτήρα του, ο νόμος της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE> προδήλως υπερβαίνει τα όρια του αναγκαίου για την επίτευξη του θεμιτού σκοπού που ενδεχομένως επιδιώκει.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0069"><NO.P>69.</NO.P><TXT>Η επιδιωκόμενη θεραπεία της (δημόσιας τάξεως) αδικίας την οποία επέφερε ένας γενεσιουργός δυσμενών διακρίσεων και γενικός κανόνας δικαίου ο οποίος κηρύσσει άκυρες όλες τις δανειακές συμβάσεις με διεθνή χαρακτηριστικά που είχαν συναφθεί έως και πριν από 17 έτη (και οι οποίες παρέμειναν ενεργές για πολλά χρόνια, παρά την έλλειψη άδειας από την Εθνική Τράπεζα της Κροατίας) θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνον αν η Κροατία προσκόμιζε πειστικές αποδείξεις για την ύπαρξη πιεστικού προβλήματος απαιτούντος ακραίες δράσεις. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0025" REF.END="QE0025"/>εναπόκειται στο κράτος μέλος που προβάλλει έναν ιδιαίτερο σκοπό ως δικαιολογητικό λόγο για την παρακώλυση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών να παράσχει στο δικαστήριο που καλείται να αποφανθεί επ’ αυτού του ζητήματος όλα τα στοιχεία που θα του δώσουν τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν το συγκεκριμένο μέτρο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που απορρέουν από την αρχή της αναλογικότητας<QUOT.END REF.START="QS0025" CODE="00BB" ID="QE0025"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0059"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20140430">30ής Απριλίου 2014</DATE>, <NAME.CASE>Pfleger κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑390/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2014:281">EU:C:2014:281</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0050">50</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</P></NOTE>. Τέτοια στοιχεία δεν έχουν προσκομιστεί.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0070"><NO.P>70.</NO.P><TXT>Επιπλέον, όταν τα κράτη μέλη επιδιώκουν να δικαιολογήσουν κανόνες που περιορίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, οφείλουν να τηρούν τις γενικές αρχές του δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της ασφάλειας δικαίου<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0060"><P>Επί παραδείγματι, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20171220">20ής Δεκεμβρίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>Global Starnet</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑322/16</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:985">EU:C:2017:985</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0044">44</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0045">45</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</P></NOTE>. Σύμφωνα με την κλασική διατύπωση του Δικαστηρίου στην απόφαση Fedesa, <QUOT.START CODE="00AB" ID="QS0026" REF.END="QE0026"/>μολονότι, κατά γενικό κανόνα, η αρχή της ασφάλειας των νομικών καταστάσεων δεν επιτρέπει την έναρξη της ισχύος μιας κοινοτικής πράξεως σε χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεώς της, αποκλίσεις επιτρέπονται, εξαιρετικά, όταν αυτό απαιτείται από τον επιδιωκόμενο σκοπό και όταν εξασφαλίζεται δεόντως η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων<QUOT.END REF.START="QS0026" CODE="00BB" ID="QE0026"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0061"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19901113">13ης Νοεμβρίου 1990</DATE>, <NAME.CASE>Fedesa κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑331/88</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1990:391">EU:C:1990:391</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0045">45</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0071"><NO.P>71.</NO.P><TXT>Το πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης συνίσταται σε παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου εκ μέρους κράτους μέλους για τη δικαιολόγηση περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας, αλλά τούτο ουδεμία επίδραση ασκεί για την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0062"><P>Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180920">20ής Σεπτεμβρίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>Motter</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑466/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:758">EU:C:2018:758</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0052">52</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Στη δικογραφία δεν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη τυχόν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της εναγομένης, έστω και αν η επίμαχη σύμβαση είχε τεθεί σε ισχύ δέκα έτη πριν από την απόφαση του Κροάτη νομοθέτη, όπως αυτή αποτυπώθηκε στον νόμο της <DATE ISO="20170714">14ης Ιουλίου 2017</DATE>, να την κηρύξει άκυρη με αναδρομική ισχύ.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="17"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0072"><NO.P>72.</NO.P><TXT>Τέλος, αξίζει να υπομνησθεί ότι το δίκαιο της Ένωσης προστατεύει τους οφειλέτες που τυγχάνουν άδικης μεταχειρίσεως στο πλαίσιο συμβάσεων καταναλωτικής πίστεως, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων που έχουν στοιχείο αλλοδαπότητας. Τούτο αντικατοπτρίζεται στην πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου για την ερμηνεία της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0063"><P><REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="095" PAGE.FIRST="29" DATE.PUB="1993">ΕΕ 1993, L 95, σ. 29</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE>, σε ένα τέτοιο πραγματικό πλαίσιο<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0064"><P>Βλ., επί παραδείγματι, πρόσφατες αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180920">20ής Σεπτεμβρίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>OTP Bank και OTP Faktoring</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑51/17</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:750">EU:C:2018:750</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>)· της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180531">31ης Μαΐου 2018</DATE>, <NAME.CASE>Sziber</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑483/16</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:367">EU:C:2018:367</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170920">20ής Σεπτεμβρίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>Andriciuc κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑186/16</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:703">EU:C:2017:703</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Αν ανακύψουν τέτοιες περιστάσεις στην Κροατία, η νομολογία αυτή είναι αυτονόητο ότι θα έχει εφαρμογή<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0065"><P>Βλ. επίσης, επί παραδείγματι, οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της <DATE ISO="20080423">23ης Απριλίου 2008</DATE>, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="133" PAGE.FIRST="66" DATE.PUB="2008">ΕΕ 2008, L 133, σ. 66</REF.DOC.OJ>), και απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="10120712">12ης Ιουλίου 1012</DATE>, <NAME.CASE>SC Volksbank România</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑602/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:443">EU:C:2012:443</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">V.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Πρόταση</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0073"><NO.P>73.</NO.P><TXT>Επομένως, προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα του Općinski sud u Rijeci (πρωτοδικείου του Δήμου της Ριέκα, Κροατία) η ακόλουθη απάντηση:</TXT><P>Υπό τις περιστάσεις της κύριας δίκης, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει την ακυρότητα των δανειακών συμβάσεων, αναδρομικώς από τον χρόνο συνάψεώς τους, καθώς και τυχόν άλλων δικαιοπραξιών που καταρτίζονται συνεπεία των εν λόγω συμβάσεων, όταν οι συμβάσεις συνάπτονται με πιστωτή εγκατεστημένο σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος του προσώπου για το οποίο προορίζονται οι υπηρεσίες και μολονότι ο πιστωτής δεν διαθέτει τις άδειες που απαιτούν οι αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως.</P></NP.ECR></GR.SEQ></CONTENTS.CONCLUSION></CONCLUSION>