<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><ORDER xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-04.cj-20080212.xd"><BIB.ORDER><REF.CASE FILE="ECRT11998ELA.0900330101.case.xml"><NO.CASE>T-136/95</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>61995B0136</NO.CELEX><NO.SEQ>0005.0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST>3303</PAGE.FIRST><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST>3326</PAGE.LAST><PAGE.TOTAL>24</PAGE.TOTAL><AUTHOR>T</AUTHOR></BIB.ORDER><CURR.TITLE><LEFT>ΑΙΑΤΑΞΗ της <DATE ISO="19980915">15. 9. 1998</DATE> — ΥΠΟΘΕΣΗ T-136/95</LEFT><RIGHT>INFRISA χατά ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ</RIGHT></CURR.TITLE><TITLE><TI><P><HT TYPE="UC">Διάταξη του Πρωτοδικείου</HT> (δεύτερο τμήμα)</P><P>της <DATE ISO="19980915">15ης Σεπτεμβρίου 1998</DATE><NOTE NOTE.ID="E0001" NUMBERING="STAR"><P>Γλωσσά διαδικασίας: η ισπανική.</P></NOTE></P></TI></TITLE><ORDER.INIT><P>Στην υπόθεση Τ-136/95,</P></ORDER.INIT><PARTIES><PLAINTIFS><P><HT TYPE="BOLD">Industria del Frio Auxiliar Conservera SA,</HT> εταιρία ισπανικού δικαίου, με έδρα το Bermeo (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τους Ignacio Sáenz-Cortabarría Fernandez και Marta Morales Isasi, δικηγόρους Vizcaya, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Guy Harles, 8-10, rue Mathias Hardt,</P><PARTY.STATUS>προσφεύγουσα-ενάγουσα,</PARTY.STATUS></PLAINTIFS><AGAINST>κατά</AGAINST><DEFENDANTS><P><HT TYPE="BOLD">Επιτροπής ίων Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,</HT> εκπροσωπούμενης από τον José Luis Iglesias Buhigues, νομικό σύμβουλο, και την Blanca Vila Costa, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην Επιτροπή, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,</P><PARTY.STATUS>καθής-εναγομένης,</PARTY.STATUS></DEFENDANTS></PARTIES><?PAGE NO="II-3304"?><SUBJECT><P>που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως 95/119/ΕΚ της Επιτροπής, της <DATE ISO="19950407">7ης Απριλίου 1995</DATE>, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν τα αλιευτικά προϊόντα προέλευσης Ιαπωνίας (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="080" DATE.PUB="1995" PAGE.FIRST="56">ΕΕ L 80, σ. 56</REF.DOC.OJ>), καθόσον τα μέτρα αυτά αφορούν τα αλιευτικά προϊόντα που βρίσκονταν καθ οδόν προς την Κοινότητα τη στιγμή της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, καθώς και αίτημα αποζημιώσεως για τις ζημίες που υπέστη η προσφεύγουσα εταιρία για τον λόγο αυτό,</P></SUBJECT><PREAMBLE.GEN><PREAMBLE.INIT><P>ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),</P><P>συγκείμενο από τους Α. Καλογερόπουλο, Πρόεδρο, C.W. Bellamy και J. Pirrung, δικαστές,</P><P>γραμματέας: H. Jung</P></PREAMBLE.INIT><PREAMBLE.FINAL><P>εκδίδει την ακόλουθη</P></PREAMBLE.FINAL></PREAMBLE.GEN><CONTENTS.ORDER><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><P>Διάταξη</P></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Νομικό πλαίσιο της διαφοράς</P></TI></TITLE><NP><NO.P>1</NO.P><TXT>Η οδηγία 91/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19910722">22ας Ιουλίου 1991</DATE>, περί καθορι-σιιού των υγειονομικών κανόνων που διέπουν την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά των αλιευτικών προϊόντων (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="268" DATE.PUB="1995" PAGE.FIRST="15">ΕΕ L 268, σ. 15</REF.DOC.OJ>, στο εξής: οδηγία 91/493), περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τον κτηνιατρικό έλεγχο των εισαγωγών αλιευτικών προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών, ιδίως στα άρθρα 10 έως 12.</TXT></NP><?PAGE NO="II-3305"?><NP><NO.P>2</NO.P><TXT>Το άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, ορίζει τα ακόλουθα:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><ALINEA><QUOT.START ID="QS0001" REF.END="QE0001" CODE="00AB"/>Οι διατάξεις που εφαρμόζονται οτις εισαγωγές αλιευτικών προϊόντων από τρίτες χώρες πρέπει να είναι τουλάχιστον ισοδύναμες προς τις διατάξεις που αφορούν την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά των κοινοτικών προϊόντων.<QUOT.END ID="QE0001" REF.START="QS0001" CODE="00BB"/></ALINEA></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>3</NO.P><TXT>Το άρθρο 11, παράγραφος 1, ορίζει:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0002" REF.END="QE0002" CODE="00AB"/>Για κάθε τρίτη χώρα ή ομάδα τρίτων χωρών, τα αλιευτικά προϊόντα πρέπει να πληρούν τους ιδιαίτερους όρους εισαγωγής αλιευτικών προϊόντων, (...) σε συνάρτηση με την υγειονομική κατάσταση της συγκεκριμένης τρίτης χώρας.<QUOT.END ID="QE0002" REF.START="QS0002" CODE="00BB"/></P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>4</NO.P><TXT>Το άρθρο 11, παράγραφος 7, ορίζει:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0003" REF.END="QE0003" CODE="00AB"/>Μέχρι να καθοριστούν οι όροι εισαγωγής της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη φροντίζουν να εφαρμόζουν στις εισαγωγές αλιευτικών προϊόντων, που προέρχονται από τρίτες χώρες, όρους τουλάχιστον ισοδύναμους με αυτούς που αφορούν την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά των κοινοτικών προϊόντων.<QUOT.END ID="QE0003" REF.START="QS0003" CODE="00BB"/></P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>5</NO.P><TXT>Με διαδοχικές αποφάσεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής ελήφθησαν μεταβατικά μέτρα όσον αφορά την πιστοποίηση της καταλληλότητας των αλιευτικών προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών, προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή του προβλεπομένου από την οδηγία 91/493 συστήματος.</TXT></NP><?PAGE NO="II-3306"?><NP><NO.P>6</NO.P><TXT>Συμφωνά με το άρθρο 12 της οδηγίας αυτής, οι κανόνες και αρχές που προβλέπει η οδηγία 90/675/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19901210">10ης Δεκεμβρίου 1990</DATE>, για τον καθορισμό των βασικών αρχών σχετικά με την οργάνωση των κτηνιατρικών ελέγχων των προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών που εισάγονται στην Κοινότητα (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="373" DATE.PUB="1990" PAGE.FIRST="1">ΕΕ L 373, σ. 1</REF.DOC.OJ>, στο εξής: οδηγία 90/675), <QUOT.START ID="QS0004" REF.END="QE0004" CODE="00AB"/>εφαρμόζονται (...) ιδίως όσον αφορά την οργάνωση και τη συνέχεια που πρέπει να δίδεται στους έλεγχους που διεξάγουν τα κράτη μέλη και τα μέτρα διασφάλισης που πρέπει να λαμβάνονται<QUOT.END ID="QE0004" REF.START="QS0004" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>7</NO.P><TXT>Το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/675 προβλέπει τη δυνατότητα λήψεως μέτρων διασφαλίσεως:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0005" REF.END="QE0005" CODE="00AB"/>Αν, στο έδαφος τρίτης χώρας, εκδηλώνεται ή εξαπλώνεται ασθένεια που προβλέπεται από την οδηγία 82/894/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19821221">21ης Δεκεμβρίου 1982</DATE> για την κοινοποίηση των ασθενειών των ζώων μέσα στην Κοινότητα, <REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="378" DATE.PUB="1982" PAGE.FIRST="58">ΕΕ L 378 σ. 58</REF.DOC.OJ>], ζωόνοσος ή ασθένεια ή άλλη αιτία που ενδέχεται να αποτελέσει σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή για τους ανθρώπους, ή αν αυτό αιτιολογείται απο άλλο σοβαρό λόγο υγειονομικού ελέγχου ή προστασίας της δημοσίας υγείας, ιδίως λόγω βεβαιώσεων των πραγματογνωμόνων κτηνιάτρων, η Επιτροπή μπόρες με δική της πρωτοβουλία ή μετά από αίτηση κράτους μέλους, να θεσπίζει, χωρίς καθυστέρηση, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα της κατάστασης, ενα απο τα ακόλουθα μέτρα:</P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>αναστολή των εισαγωγών από το σύνολο ή τμήμα του εδάφους της συγκεκριμένης τρίτης χώρας, και ενδεχομένως, από την τρίτη χώρα διαμετακόμισης,</P></ITEM><ITEM><P>καθορισμό ειδικών προϋποθέσεων για τα προϊόντα που προέρχονται από το σύνολο ή τμήμα του εδάφους της συγκεκριμένης τρίτης χώρας.<QUOT.END ID="QE0005" REF.START="QS0005" CODE="00BB"/></P></ITEM></LIST></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>8</NO.P><TXT>Με βάση τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή εξέδωσε στις <DATE ISO="19950407">7 Απριλίου 1995</DATE> την απόφαση 95/119/ΕΚ, σχετικά με ορισμένα μέτρα προστασίας που αφορούν τα αλιευτικά προϊόντα προέλευσης Ιαπωνίας (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="080" DATE.PUB="1995" PAGE.FIRST="56">ΕΕ L 80, σ. 56</REF.DOC.OJ>, στο εξής: επίμαχη απόφαση).</TXT></NP><?PAGE NO="II-3307"?><NP><NO.P>9</NO.P><TXT>Το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής ορίζει:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0006" REF.END="QE0006" CODE="00AB"/>Τα κράτη μέλη απαγορεύουν την εισαγωγή παρτίδων αλιευτικών προϊόντων σε οποιαδήποτε μορφή τους, προέλευσης Ιαπωνίας<QUOT.END ID="QE0006" REF.START="QS0006" CODE="00BB"/>.</P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>10</NO.P><TXT>Το άρθρο 3 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη τροποποιούν τα μέτρα που εφαρμόζονται στις εισαγωγές ώστε να καθίστανται σύμφωνα με την παρούσα απόφαση και ενημερώνουν σχετικώς την Επιτροπή.</TXT></NP><NP><NO.P>11</NO.P><TXT>Η πρώτη και η τρίτη αιτιολογική σκέψη της επίμαχης αποφάσεως έχουν ως έξης:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><CONSID><P><QUOT.START ID="QS0007" REF.END="QE0007" CODE="00AB"/>εκτιμώντας ότι εστάλη ομάδα εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής στην Ιαπωνία για την εξακρίβωση των συνθηκών παραγωγής και μεταποίησης των αλιευτικών προϊόντων που εξάγονται στην Κοινότητα· ότι σύμφωνα με τις διαπιστώσεις των εμπειρογνωμόνων αυτών, οι εγγυήσεις που έχουν δοθεί επίσημα από τις ιαπωνικές αρχές δεν τηρούνται και οι συνθήκες παραγωγής και αποθήκευσης των αλιευτικών προϊόντων παρουσιάζουν σοβαρές ελλείψεις σε θέματα υγιεινής και ελέγχου που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία·</P><P>(...)</P></CONSID><CONSID><P>ότι πρέπει να ανασταλούν οι εισαγωγές όλων των αλιευτικών προϊόντων καταγωγής Ιαπωνίας, εν αναμονή βελτίωσης των συνθηκών υγιεινής και ελέννου [της παραγωγής]<QUOT.END ID="QE0007" REF.START="QS0007" CODE="00BB"/>.</P></CONSID></QUOT.S></P></NP></GR.SEQ><?PAGE NO="II-3308"?><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Ιστορικό της διαφοράς</P></TI></TITLE><NP><NO.P>12</NO.P><TXT>Η προσφεύγουσα είναι ιδιωτική εταιρία με έδρα το Bermeo (Ισπανία) Σκοπός της είναι, σύμφωνα με το καταστατικό της, η διατήρηση και η κατάψυξη κάθε είδους τροφίμων, καθώς και η άσκηση κάθε είδους δραστηριότητας αγοράς, πωλήσεως και μεταποιήσεως αλιευτικών προϊόντων. Κύρια δραστηριότητα της είναι η εισαγωγή, η αγορά και η διάθεση λευκού τόνου σε βιομηχανίες κονσερβοποιίας.</TXT></NP><NP><NO.P>13</NO.P><TXT>Τον Ιανουάριο του 1995 αποφάσισε να αγοράσει 250 τόνους κατεψυγμένου τόνου albacora από την ιαπωνική εταιρία Itochu Corporation. Η αγορά αυτή αποτέλεσε το αντικείμενο δύο συμβάσεων, της <DATE ISO="19950214">14ης Φεβρουαρίου</DATE> και της <DATE ISO="19950309">9ης Μαρτίου 1995</DATE>. Στις <DATE ISO="19950405">5 Απριλίου 1995</DATE> έφθασαν στον λιμένα του Μπιλμπάο 50 τόνοι τόνου, που είχαν φορτωθεί στις <DATE ISO="19950228">28 Φεβρουαρίου 1995</DATE>. Οι ποσότητες αυτές υπέστησαν τους σχετικούς κτηνιατρικούς ελέγχους και εκτελωνίστηκαν κανονικά.</TXT></NP><NP><NO.P>14</NO.P><TXT>Όταν εφαρμόστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στις <DATE ISO="19950409">9 Απριλίου 1995</DATE>, το απομένον μέρος της ποσότητας κατεψυγμένου τόνου (200 τόνοι) είχε φορτωθεί σε πλοία εντός ιαπωνικών λιμένων σε τρεις διαφορετικές παρτίδες και μεταφερόταν στην Κοινότητα.</TXT></NP><NP><NO.P>15</NO.P><TXT>Η πρώτη παρτίδα, ανερχόμενη σε 50 τόνους, που φορτώθηκε στις <DATE ISO="19950315">15 Μαρτίου 1995</DATE>, έφθασε στο Μπιλμπάο στις <DATE ISO="19950420">20 Απριλίου 1995</DATE>. Στις <DATE ISO="19950421">21 Απριλίου 1995</DATE> οι εθνικές αρχές αρνήθηκαν τον εκτελωνισμό του ως άνω εμπορεύματος κατ εφαρμογήν της επίδικης αποφάσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>16</NO.P><TXT>Η προσφεύγουσα ήρθε σε επαφή με την υπηρεσία ελέγχου τροφίμων τρίτων χωρών της γενικής υποδιευθύνσεως εξωτερικών υγειονομικών και κτηνιατρικών υποθέσεων του ισπανικού Υπουργείου Υγείας και Καταναλώσεως. Η ως άνω υποδιεύθυνση ήρθε σε επαφή με την Επιτροπή. Με δύο τηλεομοιοτυπίες της <DATE ISO="19950425">25ης</DATE> και της <DATE ISO="19950426">26ης Απριλίου 1995</DATE> η Επιτροπή πληροφόρησε την υποδιεύθυνση αυτή ότι η επίδικη απόφαση απαγόρευε κάθε εισαγωγή αλιευτικών προϊόντων προελεύσεως Ιαπωνίας, περιλαμβανομένων εκείνων που είχαν ηδη φορτωθεί σε πλοία πριν από την κοινοποίηση της εν λόγω αποφάσεως. Η υπηρεσία Inspección de Sanidad Exterior της επαρχίας Vizcaya αρνήθηκε τον εκτελωνισμό στις <DATE ISO="19950426">26 Απριλίου 1995</DATE>.</TXT></NP><?PAGE NO="II-3309"?><NP><NO.P>17</NO.P><TXT>Διοικητή προσφυγή, ασκηθείσα κατά της ως άνω αρνήσεως, απορρίφθηκε με απόφαση της Subsecretaría de Sanidad y Consumo της <DATE ISO="19950622">22ας Ιουνίου 1995</DATE>.</TXT></NP><NP><NO.P>18</NO.P><TXT>Προηγουμένως, στις <DATE ISO="19950608">8 Ιουνίου 1995</DATE>, οι ως άνω 50 τόνοι τόνου είχαν φορτωθεί σε πλοίο με προορισμό το San Juan (Πόρτο Ρίκο), με την ελπίδα ευρέσεως κάποιου αγοραστή που θα τους αποδεχόταν.</TXT></NP><NP><NO.P>19</NO.P><TXT>Η δεύτερη παρτίδα, ανερχόμενη σε 75 τόνους, φορτώθηκε σε πλοίο από ιαπωνικό λιμένα στις <DATE ISO="19950324">24 Μαρτίου 1995</DATE> με προορισμό το Μπιλμπάο. Στον λιμένα του Southampton οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου εμπόδισαν, στις <DATE ISO="19950419">19 Απριλίου 1995</DATE>, την περαιτέρω μεταφορά του φορτίου. Με συμφωνία που συνήφθη στις <DATE ISO="19950518">18 Μάιου 1995</DATE> με την Itochu, η εταιρία αυτή ανέλαβε το εμπόρευμα.</TXT></NP><NP><NO.P>20</NO.P><TXT>Η τελευταία παρτίδα, ανερχόμενη επίσης σε 75 τόνους, που είχε φορτωθεί σε πλοίο στις <DATE ISO="19950331">31 Μαρτλιου 1995</DATE>, έφθασε στον ισπανικό λιμένα του Algeciras στις <DATE ISO="19950507">7 Μαιου 1995</DATE>, Οι εθνικές αρνήθκαν τον εκτελωνισμό της παρτίδας αυτής στις <DATE ISO="19950515">15 Μάιου 1995</DATE>. Με συμφωνία που συνήφθη στις 18 Μαΐου με την Itochu η εταιρία αυτή ανέλαβε επίσης το ως άνω εμπόρευμα.</TXT></NP><NP><NO.P>21</NO.P><TXT>Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις <DATE ISO="19950703">3 Ιουλίου 1995</DATE> η προσφευγουσα-ενάγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή-αγωγή κατά της Επιτροπής.</TXT></NP><NP><NO.P>22</NO.P><TXT>Με υπόμνημα που κατέθεσε στις <DATE ISO="19950731">31 Ιουλίου 1995</DATE>, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαράδεκτου. Με διάταξη της <DATE ISO="19960502">2ας Μαΐου 1996</DATE> αποφασίστηκε η συνεκ-οικαση της ενστάσεως αυτής με την ουσία της υποθέσεως. Η έγγραφη διαδικασία περατώθηκε στις <DATE ISO="19961217">17 Δεκεμβρίου 1996</DATE>.</TXT></NP><?PAGE NO="II-3310"?><NP><NO.P>23</NO.P><TXT>Μεταξύ της <DATE ISO="19971006">6ης</DATE> και της <DATE ISO="19971027">27ης Οκτωβρίου 1997</DATE>, οι διάδικοι, ανταποκρινόμενοι σε αίτημα του Πρωτοδικείου, υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις ενδεχόμενες συνέπειες επί της παρούσας διαφοράς της αποφάσεως του Δικαστηρίου της <DATE ISO="19970717">17ης Ιουλίου 1997</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-183/95" YEAR="1997" PAGE.ECR="I-4315">C-183/95, Affish (Συλλογή 1997, σ. I-4315)</REF.DOC.ECR>.</TXT></NP><NP><NO.P>24</NO.P><TXT>Με απόφαση του Πρωτοδικείου της <DATE ISO="19980609">9ης Ιουνίου 1998</DATE>, που εκδόθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 51 του Κανονισμού Διαδικασίας, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο δεύτερο τμήμα, που αποτελείται από τρεις δικαστές.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Αιτήματα των διαδίκων</P></TI></TITLE><NP><NO.P>25</NO.P><TXT>Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>να ακυρώσει την επίδικη απόφαση καθόσον αφορά τα προϊόντα που βρίσκονταν καθ' οδόν προς την Κοινότητα·</P></ITEM><ITEM><P>να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει τις ζημίες που υπέστη η προσφεύγουσα λόγω της παράνομης εφαρμογής της αποφάσεως αυτής και να καθορίσει την επιδικαστέα αποζημίωση στο ποσό των <FT TYPE="NUMBER">18396133</FT> ισπανικών πεσετών (PTA), εν αναμονή μεταγενέστερης εκκαθαρίσεως της — σε συνάρτηση με την τιμή πωλήσεως 50 τόνων κατεψυγμένου τόνου alalunga στο Πόρτο Ρίκο —, ή, τουλάχιστον, στο ποσό το οποίο το Πρωτοδικείο θα κρίνει πρόσφορο, και να επιδικάσει νόμιμους τόκους προς 9 %, καθώς και τόκους υπερημερίας από την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής·</P></ITEM><ITEM><P>να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.</P></ITEM></LIST></P></NP><?PAGE NO="II-3311"?><NP><NO.P>26</NO.P><TXT>Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη·</P></ITEM><ITEM><P>επικουρικά, να την απορρίψει ως αβάσιμη·</P></ITEM><ITEM><P>να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.</P></ITEM></LIST></P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Επί της ουσίας</P></TI></TITLE><NP><NO.P>27</NO.P><TXT>Στην παρούσα υπόθεση πρέπει να εφαρμοσθεί το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, όπως τροποποιήθηκε από <DATE ISO="19970601">1ης Ιουνίου 1997</DATE> (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="103" DATE.PUB="1997" PAGE.FIRST="6">ΕΕ L 103, ο. 6</REF.DOC.OJ>), βάσει του οποίου, όταν προδήλως η προσφυγή στερείται παντελώς νομικής βάσεως, το Πρωτοδικείο μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη. Πράγματα από την προαναφερθείσα απόφαση Affish, η οποία επιβεβαίωσε το κύρος της αποφάσεως η οποία αμφισβητείται με την παρούσα προσφυγή, προκύπτει ότι η τελευταία στερείται παντελώς νομικής βάσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>28</NO.P><TXT>Πέντε από τους έξι λόγους που προβάλλει η προσφεύγουσα, οι οποίοι στηρίζονται σε παράβαση των γενικών αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως, σε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και σε κατάχρηση εξουσίας είχαν ήδη προβληθεί κατ' ουσίαν στην υπόθεση στην οποία εκδόθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου.</TXT></NP><NP><NO.P>29</NO.P><TXT>Η προσφεύγουσα προβάλλει επιπλέον έναν έκτο λόγο, που στηρίζεται σε παράβαση της αρχής της ασφαλείας δικαίου (απαγόρευση της αναδρομικότητας των κανόνων δικαίου).</TXT></NP><?PAGE NO="II-3312"?><NP><NO.P>30</NO.P><TXT>Επομένως, στην παρούσα υπόθεση δεν θα απαιτηθεί λεπτομερέστερη εξέταση παρά μόνον όσον αφορά αυτόν τον πρόσθετο λόγο ακυρώσεως και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται ειδικά προς στήριξη των πέντε άλλων λόγων.</TXT></NP><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>Επί της παραβάσεως της αρχής της ασφαλείας δικαίου</P></TI></TITLE><NP><NO.P>31</NO.P><TXT>Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι, με την απαγόρευση εισαγωγής προϊόντων που βρίσκονταν καθ' οδόν προς την Κοινότητα την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως, τα οποία θα έφθαναν οπωσδήποτε σε κοινοτικό λιμένα μετά την ημερομηνία αυτή, η απόφαση είχε αναδρομικά αποτελέσματα, δεδομένου οτι εφαρμόστηκε σε πραγματικά περιστατικά που είχαν ήδη συντελεστεί στο παρελθόν. Η εφαρμογή ενός μέτρου διασφαλίσεως υπό τέτοιες προϋποθέσεις οδηγεί στη δημιουργία άδικων καταστάσεων, τις οποίες δεν καλύπτουν τα άρθρα 19 της οδηγίας 90/675, 3 Β της Συνθήκης ΕΚ, 2 και 5, παράγραφος 6, της συμφωνίας για την εφαρμογή υγειονομικών και φυτοϋγειονομικων μέτρων, παράρτημα Ι Α της συμφωνίας περί ιδρύσεως του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου.</TXT></NP><NP><NO.P>32</NO.P><TXT>Κατά την Επιτροπή, η επίδικη απόφαση είναι γενικό μέτρο, του οποίου η άμεση, προσωρινή και απαρέγκλιτη εφαρμογή πραγματοποιήθηκε εν επιγνωσει της καταστάσεως, με σκοπό την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής αποτελεσματικότητας τόσο στο επίπεδο της προστασίας της υγείας όσο και σ' εκείνο της διορθώσεως και της αποκαταστάσεως των υγειονομικών συνθηκών που επικρατούσαν στις ιαπωνικές βιομηχανίες.</TXT></NP><NP><NO.P>33</NO.P><TXT>Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επίδικη απόφαση, όπως προκύπτει από το γράμμα της, έχει άμεση εφαρμογή από την ημερομηνία της δημοσιεύσεως της σε κάθε εισαγωγή αλιευτικών προϊόντων προελεύσεως Ιαπωνίας.</TXT></NP><NP><NO.P>34</NO.P><TXT>Δεν αφορά τις προ της ενάρξεως της ισχύος της πραγματοποιηθείσες εισαγωγές στην Κοινότητα. Το στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του<?PAGE NO="II-3313"?> πεδίου εφαρμογής της αποφάσεως είναι η εισαγωγή στην Κοινότητα και όχι όπως εσφαλμένα διατείνεται η προσφεύγουσα, η εξαγωγή από την τρίτη χώρα' ίο γεγονός οτι η απόφαση είχε άμεσες συνέπειες στα εμπορεύματα που βρίσκονταν καθ' οδον προς την Κοινότητα δεν της στερεί τον χαρακτήρα της ως αποφάσεως εφαρμοστέας ex nunc, δηλαδή σε κάθε εμπόρευμα το οποίο εισάγεται απο την ημερομηνία δημοσιεύσεως της και μετά.</TXT></NP><NP><NO.P>35</NO.P><TXT>Επομένως, η απόφαση, μη έχουσα αναδρομικά αποτελέσματα, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφαλείας δικαίου.</TXT></NP><NP><NO.P>36</NO.P><TXT>Συνεπώς, ο λόγος που στηρίζεται σε μια τέτοια παραβίαση είναι προδήλως αβάσιμος.</TXT></NP><NP><NO.P>37</NO.P><TXT>Το ζήτημα αν η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη τα εμπορεύματα που βρίσκονταν καθ' οδόν προς την Κοινότητα αφορά μόνον τους λόγους που στηρίζονται σε παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας. Τούτο θα εξετασθεί μαζί με τους λόγους αυτούς.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>Επί της παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης</P></TI></TITLE><NP><NO.P>38</NO.P><TXT>Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επέβαλλε τη λήψη μεταβατικών μέτρων, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης καταστάσεως των εμπορευμάτων που βρίσκονταν καθ' οδόν προς την Κοινότητα. Κατ' αυτήν, η επίδικη απόφαση δεν θα εστερείτο της πρακτικής αποτελεσματικότητας της αν εξαιρούνταν τα εμπορεύματα αυτά από το σχετικό απαγορευτικό μέτρο, εφόσον τα ως άνω εμπορεύματα είχαν υποβληθεί σε υγειονομικό έλεγχο που πιστοποιούσε την καταλληλότητα τους.</TXT></NP><?PAGE NO="II-3314"?><NP><NO.P>39</NO.P><TXT>Η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβιάζει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Εν προκειμένω, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κάθε εξαίρεση αφορώσα εμπορεύματα τα οποία θεωρούνται ότι συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία — και προβλέπουσα διακρίσεις μεταξύ τους — θα επηρέαζε δυσμενώς την επίτευξη των σκοπών του μέτρου και δεν θα επέτρεπε την αποκατάσταση το συντομότερο δυνατό μιας ικανοποιητικής καταστάσεως των ιαπωνικών εργοστασίων όσον αφορά την παραγωγή και την αποθήκευση των σχετικών προϊόντων.</TXT></NP><NP><NO.P>40</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η Κοινότητα δεν δημιούργησε μια κατάσταση γεννώσα δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.</TXT></NP><NP><NO.P>41</NO.P><TXT>Στο πλαίσιο μέτρων διασφαλίσεως, η Επιτροπή οφείλει οπωσδήποτε να λαμβάνει τα κατάλληλα για την κάθε περίπτωση μέτρα. Οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να πιστεύουν δικαιολογημένα ότι, εν πάση περιπτώσει, θα ληφθούν υπόψη τα οικονομικά τους συμφέροντα, έστω και αν ελήφθησαν υπόψη στο παρελθόν παρόμοια συμφέροντα στο πλαίσιο μέτρων διασφαλίσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>42</NO.P><TXT>Τα παραδείγματα που επικαλείται η προσφεύγουσα με το από <DATE ISO="19971027">27 Οκτωβρίου 1997</DATE> έγγραφο της, δηλαδή οι αποφάσεις της Επιτροπής 97/513/ΕΚ, της <DATE ISO="19970730">30ης Ιουλίου 1997</DATE>, 97/515/ΕΚ, και 97/516/ΕΚ, της <DATE ISO="19970801">1ης Αυγούστου 1997</DATE>, για τη λήψη προστατευτικών μέτρων που αφορούν ορισμένα αλιευτικά προϊόντα καταγωγής αντιστοίχως, Μπανγκλαντές, Ινδίας και Μαδαγασκάρης (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="214" DATE.PUB="1997" PAGE.FIRST="46">ΕΕ L 214, σ. 46, 52 και 53</REF.DOC.OJ>, αντιστοίχως), δεν μπορούν να επηρεάσουν το συμπέρασμα αυτό. Πράγματι, οι ως άνω τρεις αποφάσεις εκδόθηκαν <HT TYPE="ITALIC">μετά</HT> την επίδικη απόφαση, οπότε σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να οδηγήσουν στη δημιουργία δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον μια τέτοια εμπιστοσύνη δεν θα μπορούσε να βασίζεται παρά μόνο σε καταστάσεις υφιστάμενες <HT TYPE="ITALIC">πριν</HT> απο τη λήψη κάποιου συγκεκριμένου μέτρου.</TXT></NP><NP><NO.P>43</NO.P><TXT>Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι, έστω κι αν υποτεθεί ότι η Κοινότητα δημιούργησε προηγουμένως κατάσταση δυνάμενη να γεννήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, κατά της λήψεως μεταβατικών μέτρων μπορεί να αντιταχθεί το επιτακτικό δημόσιο συμφέρον όσον αφορά καταστάσεις που καίτοι γεννήθηκαν<?PAGE NO="II-3315"?> πριν από τη θέση σε ισχύ της νέας ρυθμίσεως δεν έχουν εισέτι τερματιστεί (προαναφερθείσα απόφαση Affish, σκέψη 57). Όμως, ο σκοπός της επίδικης αποφάσεως, δηλαδή η προστασία της δημόσιας υγείας, αποτελεί ένα τέτοιο επιτακτικό δημόσιο συμφέρον (ίδια σκέψη της αποφάσεως). Επομένως, το ζήτημα αν η ημερομηνία αναχωρήσεως από την Ιαπωνία ορισμένων παρτίδων αλιευτικών προϊόντων είναι προγενέστερη ή μεταγενέστερη της <DATE ISO="19950408">8ης Απριλίου 1995</DATE> στερείται σημασίας.</TXT></NP><NP><NO.P>44</NO.P><TXT>Όσον αφορά τη δυνατότητα προσφυγής σε μέτρο διασφαλίσεως συνιστάμενο στον έλεγχο των ήδη αποσταλεισών παρτίδων αλιευτικών προϊόντων κατά την εισαγωγή τους, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως του μέσου αυτού (προαναφερθείσα απόφαση Affish, σκέψη 58). Τέτοιοι έλεγχοι δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη σε όλες τις περιπτώσεις ως σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του αν ένα προϊόν είναι κατάλληλο για εισαγωγή καθόσον οι διενεργούμενοι στο στάδιο της παραγωγής υγειονομικοί έλεγχοι είναι σαφώς αποτελεσματικότεροι και πρακτικότεροι απ' ό,τι ol διενεργούμενοι κατά την εισαγωγή. Κατά τα λοιπά, η επιλεγείσα μέθοδος αποτελεί τη βάση των κτηνιατρικών και υγειονομικών οδηγιών, ιδίως της οδηγίας 91/493 (ίδια απόφαση, σκέψεις 39 και 40, στις οποίες παραπέμπει η σκέψη 58). Τέλος η Επιτροπή δεν μπορούσε να προσαρμόσει το μέτρο διασφαλίσεως στην ειδική κατάσταση ενός και μόνου εισαγωγέα ή ενός και μόνου κράτους μέλους εισαγωγής άλλα οφείλε να λάβει υπόψη τις εισαγωγές αλιευτικών προϊόντων προελεύσεως Ιαπωνίας σε ολόκληρο το έδαφος της Κοινότητας (ίδια απόφαση, σκέψη 58).</TXT></NP><NP><NO.P>45</NO.P><TXT>Επομένως, ο λόγος που στηρίζεται σε παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι προδήλως αβάσιμος.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας</P></TI></TITLE><NP><NO.P>46</NO.P><TXT>Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι μια απόλυτη απαγόρευση εισαγωγής των ευρισκομένων καθ' οδόν εμπορευμάτων δεν ήταν απαραίτητη για την επίτευξη των σκοπών τους οποίους επιδίωκε η απόφαση. Υφίσταντο άλλα μέτρα, εξίσου αποτελεσματικά και λιγότερο περιοριστικά για την ομάδα των εισαγωγέων τα εμπορεύματα των οποίων βρίσκονταν καθ' οδόν προς την Κοινότητα κατά τη στιγμή της δημοσιεύσεως της αποφάσεως.</TXT></NP><?PAGE NO="II-3316"?><NP><NO.P>47</NO.P><TXT>Η προσφεύγουσα επικαλείται τον δεσμευτικό για την Κοινότητα χαρακτήρα του άρθρου 5, παράγραφος 6, της συμφωνίας για την εφαρμογή υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών μέτρων και του άρθρου 2, παράγραφος 3, της συμφωνίας αυτής, κατά το οποίο τα υγειονομικά και φυτοϋγειονομικά μέτρα δεν εφαρμόζονται κατά τρόπο αποτελούντα συγκαλυμμένο περιορισμό του διεθνούς εμπορίου.</TXT></NP><NP><NO.P>48</NO.P><TXT>Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν μπορούσε να λάβει λιγότερο περιοριστικό μέτρο, όπως οι συνήθεις ή οι ειδικοί έλεγχοι, με σκοπό την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού Το μέτρο που έλαβε είχε οπωσδήποτε χαρακτήρα ριζοσπαστικό (πλήρης απαγόρευση) και γενικό (όλα τα είδη που προέρχονταν απο το σύνολο της χώρας). Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να υποστηρίζει οτι τήρησε τους κτηνιατρικής φύσεως κοινοτικούς όρους και ότι έπρεπε να θεωρηθεί οτι οι όροι αυτοί είχαν κατά τεκμήριο τηρηθεί.</TXT></NP><NP><NO.P>49</NO.P><TXT>Η εφαρμογή επί της προσφεύγουσας λιγότερο περιοριστικού γι' αυτήν μέτρου, όπως η απλή διενέργεια κτηνιατρικών ελέγχων κατά την είσοδο στην Κοινότητα θα ισοδυναμούσε με έλλειψη οποιουδήποτε μέτρου, καθόσον προβλέπονται'ήδη τέτοιοι έλεγχοι των εμπορευμάτων που φθάνουν στον προορισμό τους όταν πληρούνται στη χώρα προελεύσεως οι προϋποθέσεις υγιεινής και καταλληλότητας που επιτάσσει η κοινοτική ρύθμιση και, επομένως, δεν υφίσταται καταρχήν ουδείς κίνδυνος για την υγεία των ανθρώπων. Συνεπώς, η προσφεύγουσα διατείνεται εν προκειμένω ότι η Επιτροπή όφειλε να μη λάβει κανένα μέτρο έτσι ώστε να ικανοποιήσει τα καθαρά εμπορικά συμφέροντα της ενδιαφερόμενης εταιρίας, χωρίς να λάβει υπόψη την ανάγκη τηρήσεως των κανόνων υγιεινής και τη δημόσια υγεία.</TXT></NP><NP><NO.P>50</NO.P><TXT>Στο πλαίσιο μιας ορθής σταθμίσεως των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για την προστασία της δημόσιας υγείας, η χωρίς καμία εξαίρεση πλήρης απαγόρευση των εισαγωγών ιχθύων προελεύσεως Ιαπωνίας ήταν μέτρο σαφώς αποτελεσματικότερο από τη διεξαγωγή συνήθων ελέγχων κατά την εισαγωγή στον λιμένα προορισμού, εφόσον επρόκειτο για αλιευτικά προϊόντα και οι άθλιες συνθήκες παραγωγής και αποθηκεύσεως συνιστούσαν βέβαιο κίνδυνο για την υγεία. Εξάλλου για τον λόγο ακριβώς αυτόν η οδηγία 91/493 προβλέπει ρήτρες διασφαλίσεως συνεπαγόμενες μέτρα τα οποία μπορούν να είναι σαφώς αυστηρότερα από την απλή διενέργεια συνήθων κτηνιατρικών ελέγχων.</TXT></NP><?PAGE NO="II-3317"?><NP><NO.P>51</NO.P><TXT>Το Πρωτοδικείο υπογραμμίζει ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια διάταξη κοινοτικού δικαίου είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, επιβάλλεται να ελεγχθεί αν τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του μέτρου (αποφάσεις του Δικαστηρίου της <DATE ISO="19970513">13ης Μαΐου 1997</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-233/94" YEAR="1997" PAGE.ECR="I-2405">C-233/94, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. I-2405, σκέψη 54</REF.DOC.ECR>, και Affish, προαναφερθείσα, σκέψη 30).</TXT></NP><NP><NO.P>52</NO.P><TXT>Όπως έκρινε το Δικαστήριο, η αρχή αυτή εκφράζεται ειδικότερα στο άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/675, το οποίο προβλέπει ότι το αποφασισθέν από την Επιτροπή μέτρο διασφαλίσεως πρέπει να συναρτάται προς τη σοβαρότητα της καταστάσεως. Το μέτρο αυτό συνίσταται είτε στην αναστολή των εισαγωγών είτε στον καθορισμό ειδικών προϋποθέσεων για τα εισαγόμενα προϊόντα. Και στις δύο περιπτώσεις, το μέτρο μπορεί να επεκτείνεται σε ολόκληρη τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα ή να περιορίζεται στα προϊόντα που προέρχονται από τμήμα αυτής (προαναφερθείσα απόφαση Affish, σκέψη 31).</TXT></NP><NP><NO.P>53</NO.P><TXT>Όσον αφορά το εδαφικό αποτέλεσμα της απαγορεύσεως εισαγωγής, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή το γεγονός ότι αυτή περιορίστηκε στον έλεγχο περιορισμένου αριθμού εγκαταστάσεων εξαγωγής αλιευτικών προϊόντων, δοθέντος, αφενός, ότι οι έλεγχοι αυτοί ήσαν αξιόπιστοι και, αφετέρου, ότι τα αποτελέσματα τους μπορούσαν, με τον κατάλληλο τρόπο, να οδηγήσουν σε συναγωγή γενικότερων συμπερασμάτων για την εκτίμηση της καταστάσεως που επικρατούσε σε ολόκληρη τη συγκεκριμένη τρίτη χώρα. Πράγματι, η επίσκεψη μεγάλου αριθμού εγκαταστάσεων, και δη όλων, είναι αδύνατη στην πράξη, έστω και λόγω του επείγοντος που επιβάλλεται όσον αφορά τη λήψη μέτρων διασφαλίσεως στον τομέα της δημόσιας υγείας. Επιπλέον, όσον αφορά την οργάνωση των ελέγχων, η Επιτροπή εξαρτάται από τις αρχές της τρίτης χώρας (ίδια απόφαση, σκέψη 33).</TXT></NP><NP><NO.P>54</NO.P><TXT>Όσον αφορά τη δυνατότητα συναγωγής γενικότερων συμπερασμάτων από τους διενεργηθέντες σε επιλεγείσες εγκαταστάσεις ελέγχους, πρέπει, καταρχάς, να επισημανθεί ότι, δεδομένου ότι η επιλογή είχε γίνει από τις ιαπωνικές αρχές, η Επιτροπή δικαιολογημένα θεώρησε ότι οι εγκαταστάσεις αυτές ήσαν αντιπροσωπευτικές του συνόλου των ιαπωνικών εγκαταστάσεων και όχι αυτών με τις χειρότερες συνθήκες υγιεινής (ίδια απόφαση, σκέψη 35).</TXT></NP><?PAGE NO="II-3318"?><NP><NO.P>55</NO.P><TXT>Στη συνέχεια, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο (ίδια απόφαση, σκέψη 36), από την έκθεση των εντεταλμένων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής προκύπτει, αφενός, ότι η επίσημη ιαπωνική αρχή δεν ασκούσε ικανοποιητικό έλεγχο επι των οικείων εγκαταστάσεων, ενώ έκρινε ως σύμφωνες προς τις απαιτήσεις της οοη-γίας 91/493 εγκαταστάσεις που παρουσίαζαν σοβαρούς κίνδυνους για τη δημόσια υγεία και, αφετέρου, ότι η ασαφής επισήμανση των παρτίδων των ιχθύων δεν επέτρεπε ούτε τον μετά βεβαιότητας προσδιορισμό της εγκαταστάσεως από την οποία προέρχονταν ούτε την αναγνώριση της χρησιμοποιηθείσας μεθόδου παρασκευής. Υπό τις συνθήκες αυτές και ελλείψει αποτελεσματικού κεντρικού ελέγχου σε ολόκληρη την Ιαπωνία, ενδεχόμενος περιορισμός της απαγορεύσεως στα προϊόντα που προέρχονταν από ορισμένες περιοχές της Ιαπωνίας δεν θα διασφάλιζε ότι προϊόντα από εγκαταστάσεις άλλης περιοχής, όπου είχαν τηρηθεί όλοι οι υγειονομικοί κανόνες, δεν θα συγχέονταν με προϊόντα μη προερχόμενα από την ίδια αυτή περιοχή.</TXT></NP><NP><NO.P>56</NO.P><TXT>Η προσφεύγουσα αναφέρθηκε στη δυνατότητα προσφυγής σε κτηνιατρικό έλεγχο διενεργούμενο κατά την εισαγωγή των προϊόντων προελεύσεως Ιαπωνίας Επί του σημείου αυτού ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή ότι προβλέπονται ήδη έλεγχοι στον τόπο προορισμού όταν πληρούνται στον τόπο προελεύσεως οι όροι υγιεινής και καταλληλότητας και ότι, επομένως, δεν υφίσταται καταρχήν ουδείς κίνδυνος για την υγεία των ανθρώπων. Πράγματι, τέτοιοι έλεγχοι είναι λιγότερο αποτελεσματικοί, καθόσον πραγματοποιούνται κατ' ανάγκη δειγματοληπτικά και όταν οι κατεψυγμένοι ιχθύες είναι συσκευασμένοι. Ο έλεγχος όλων των δεμάτων θα ήταν οικονομικά αδύνατος, η δε διάρκεια του θα υπήρχε κίνδυνος να οδηγήσει σε καταστροφή του προϊόντος. Συνεπώς, ένας τέτοιος έλεγχος στον λιμένα προορισμού δεν μπορεί να εξασφαλίσει την έλλειψη παθογόνων μικροοργανισμών σε όλα τα προϊόντα, τη στιγμή μάλιστα που το σύνολο των παρτίδων θεωρείται ότι πληροί τους όρους που θέτει η κοινοτική νομοθεσία Οι έλεγχοι στην εισαγωγή είναι ατελείς, πράγμα το οποίο σημαίνει οτι είναι λιγότερο αντιπροσωπευτικοί και, κατά συνέπεια, λιγότερο αξιόπιστοι απο τους διενεργούμενους στο στάδιο της παραγωγής και της μεταποιήσεως. Επομένως, η χωρίς καμία εξαίρεση πλήρης απαγόρευση εισαγωγών από την Ιαπωνία προκύπτει ότι είναι σαφώς αποτελεσματικότερη από τη διενέργεια των συνήθων ελέγχων κατά την εισαγωγή. Συνεπώς, η απαγόρευση αυτή δικαιολογείται απο πλευράς του σκοπού της, δηλαδή της προστασίας της δημόσιας υγείας των κοινοτικών καταναλωτών. Συναφώς, η Επιτροπή ορθώς υπογραμμίζει οτι ακριβώς για την αποφυγή συγκεκριμένου κινδύνου για την υγεία των ανθρώπων η οδηγία 91/493 προβλέπει ρήτρες διασφαλίσεως, που περιλαμβάνουν μέτρα τα οποία είναι σαφώς αυστηρότερα από την απλή διενέργεια συνήθων κτηνιατρικών ελέγχων.</TXT></NP><?PAGE NO="II-3319"?><NP><NO.P>57</NO.P><TXT>Εν πάση περιπτώσει, η ελεύθερη άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων οεν αποτελεί απόλυτη προνομία, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία της εντός της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, είναι ουνατό να επιβάλλονται εν προκειμένω περιορισμοί, ιδίως στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγορών, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί αντιστοιχούν πράγματι σε επιδιωκόμενους από την Κοινότητα σκοπούς γενικού συμφέροντος και δεν συνιστούν, σε σχέση προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη παρέμβαση θίγουσα την ίδια την υπόσταση του κατ' αυτόν τον τρόπο διασφαλισθέντος δικαιώματος. Η σπουδαιότητα των επιδιωκομένων σκοπών μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμούς με αρνητικές για ορισμένους επιχειρηματίες συνέπειες (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Affish, σκέψη 42 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</TXT></NP><NP><NO.P>58</NO.P><TXT>Όμως, έστω και εκτιμώμενη σε σχέση με τις οικονομικές συνέπειες που μπορεί να συνεπάγεται για τους εισαγωγείς που βρίσκονται σε κατάσταση όπως αυτή της προσφεύγουσας, η επίμαχη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνιστώσα δυσανάλογη παρέμβαση, αφού πληροί τις απαιτήσεις της αναλογικότητας που επιβάλλει το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/675. Πράγματι, σκοπός ακριβώς των απαιτήσεων αυτών είναι η διασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων των επιχειρηματιών. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο εν προκειμένω εφόσον η προστασία της δημόσιας υγείας, στη διασφάλιση της οποίας σκοπεί η επίμαχη απόφαση, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει προέχουσα σπουδαιότητα σε σχέση με οικονομικής φύσεως θεωρήσεις (βλ. την ίδια απόφαση, σκέψη 43 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).</TXT></NP><NP><NO.P>59</NO.P><TXT>Τέλος, ούτε οι διατάξεις της συμφωνίας για την εφαρμογή υγειονομικών και φυτουγειονομικων μέτρων που επικαλείται η προσφεύγουσα υποχρεώνουν την Επιτροπή να λάβει υπόψη τα οικονομικά συμφέροντα της. Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων διαπιστώσεων, εφόσον το ληφθέν μέτρο αποσκοπούσε στην προστασία της δημόσιας υγείας, δεν ήταν <QUOT.START ID="QS0008" REF.END="QE0008" CODE="00AB"/>περισσότερο περιοριστικό για τις συναλλαγές από όσο απαιτείται για να επιτευχθεί το (κατά την κρίση των μελών) κατάλληλο επίπεδο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας, αφού λάβουν υπόψη την τεχνική και οικονομική σκοπιμότητα<QUOT.END ID="QE0008" REF.START="QS0008" CODE="00BB"/>, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 6, της συμφωνίας για την εφαρμογή υγειονομικών και φυτουγειονομικων μέτρων. Εξάλλου, δεδομένου ότι η Επιτροπή βασίστηκε σε αξιόπιστα συμπεράσματα εμπειρογνωμόνων για να λάβει την απόφαση της, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να υποστηρίζει παραδεκτώς ελλείψει σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, ότι το ληφθέν μέτρο αποτελεί <QUOT.START ID="QS0009" REF.END="QE0009" CODE="00AB"/>συγκαλυμμένο περιορισμό του διεθνούς εμπορίου<QUOT.END ID="QE0009" REF.START="QS0009" CODE="00BB"/> υπό την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 3, της ίδιας συμφωνίας.</TXT></NP><?PAGE NO="II-3320"?><NP><NO.P>60</NO.P><TXT>Επομένως, η Επιτροπή δεν υπεχρεούτο να προβλέψει ειδικό σύστημα για τους επιχειρηματίες που είχαν εμπορεύματα καθ' οδόν προς την Κοινότητα.</TXT></NP><NP><NO.P>61</NO.P><TXT>Συνεπώς, ο λόγος που στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας είναι προδήλως αβάσιμος.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>Επί της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως</P></TI></TITLE><NP><NO.P>62</NO.P><TXT>Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η Επιτροπή, μη λαμβάνοντας υπόψη στην επίδικη απόφαση τα ευρισκόμενα καθ' οδόν εμπορεύματα, επιφύλαξε διαφορετική μεταχείριση σε όμοιες καταστάσεις και, επομένως, παραβίασε τη γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Η επίδικη απόφαση δεν μπορεί να εξηγηθεί πάρα μονό με την πρόθεση να ευνοηθούν ορισμένα μεταφορικά μέσα σε βάρος άλλων (η αεροπορική μεταφορά αντί της θαλάσσιας).</TXT></NP><NP><NO.P>63</NO.P><TXT>Επιπλέον, η εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως στα εμπορεύματα που είχαν αποσταλεί πριν από τη δημοσίευση της παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, την οποία θέτει το άρθρο 6 της Συνθήκης. Η εφαρμογή αυτή οδηγεί αναπόφευκτα σε δυσμενή μεταχείριση λόγω της εθνικότητας τους των επιχειρήσεων που εισάγουν αλιευτικά προϊόντα, καθόσον οι επιχειρήσεις αυτές εγκαθίστανται μόνον εκεί όπου είναι επίσης εγκατεστημένη η πλειονότητα των πελατών τους, εν προκειμένω οι επιχειρήσεις κονσερβοποιίας. Συνεπώς, οι εισαγωγικές επιχειρήσεις δεν μπορούσαν να εγκατασταθούν σε άλλα κράτη μέλη.</TXT></NP><NP><NO.P>64</NO.P><TXT>Κατά την προσφεύγουσα, υφίσταται ποιοτική διαφορά μεταξύ των προϊόντων που απεστάλησαν από την Ιαπωνία πριν από την έκδοση της αποφάσεως και εκείνων που απεστάλησαν μετά την έκδοση της, όσον αφορά τη δυνατότητα να ανταποκρίνονται τα προϊόντα αυτά προς τον σκοπό τον οποίο επιδιώκει η απόφαση. Επομένως, ουδόλως δικαιολογείται η μεταχείριση με τον ίδιο τρόπο όλων<?PAGE NO="II-3321"?> των προερχόμενων από τη χώρα αυτή εμπορευμάτων και δεν μπορεί να ισχύει, για τα αποσταλέντα πριν από την έκδοση της αποφάσεως, ένα αμάχητο τεκμήριο επικινδυνότητας, όπως διατείνεται η Επιτροπή, εξομοιώνοντας τα με τα αποσταλέντα μετά την έκδοση της αποφάσεως προϊόντα, τα οποία αποτελούν απο τη στιγμή εκείνη κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.</TXT></NP><NP><NO.P>65</NO.P><TXT>Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι επιφύλαξε την ίδια, και όχι διαφορετική, μεταχείριση σε όλα τα εμπορεύματα προελεύσεως Ιαπωνίας που προέρχονταν από βιομηχανίες οι οποίες δεν πληρούσαν τους επιβαλλόμενους από τον κοινοτικό έλεγχο όρους υγιεινής και καταλληλότητας. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη στην απόφαση της τα εμπορεύματα που βρίσκονταν καθ οδον αποδεικνύει ακριβώς ότι όλα τα προερχόμενα από τη χώρα αυτή εμπορεύματα έτυχαν της ίδιας μεταχειρίσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>66</NO.P><TXT>Μια διάκριση μεταξύ, αφενός, των εμπορευμάτων που φορτώθηκαν και έφθασαν στον λιμένα προορισμού πριν από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως και, αφετέρου, εκείνων που φορτώθηκαν πριν από την εν λόγω ημερομηνία, αλλά επρόκειτο να φθάσουν μετά από αυτήν, είναι περιττή καθόσον κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο προς την αρχή της ex nunc εφαρμογής διοικητικών πράξεων. Η διάκριση σε συνάρτηση με το μεταφορικό μέσον είναι εντελώς επίπλαστη. Η επίδικη απόφαση παράγει τα αποτελέσματα της εφ' όλων των εμπορευμάτων από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της, οπότε μπορεί να γίνει λόγος για τη συνήθη αποτελεσματικότητα μιας διοικητικής πράξεως που περιλαμβάνει ένα γενικό υγειονομικό μέτρο.</TXT></NP><NP><NO.P>67</NO.P><TXT>Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο ισχυρισμός περί υπάρξεως δυσμενούς διακρίσεως λόγω της ιθαγενείας είναι παντελώς αβάσιμος, δεδομένου ότι διώκεται να προσ-οοθουν στην επίδικη απόφαση ανύπαρκτα αποτελέσματα επί των παραδοσιακών εμπορικών οδών, καθόσον, λόγω του προσωρινού της χαρακτήρα η εν λόγω απόφαση δεν μπορούσε να προκαλέσει καμία ασυνήθη χειροτέρευση της καταστάσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>68</NO.P><TXT>Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η επίδικη απόφαση επιφυλάσσει την ίδια μεταχείριση σε όμοιες καταστάσεις. Η απόφαση αυτή έχει εφαρμογή σε όλα τα εμπορεύματα που εισάγονται μετά τη δημοσίευση της, χωρίς διάκριση σε συνάρτηση με το χρησιμοποιούμενο μεταφορικό μέσο. Καθοριστικό στοιχείο για την εφαρμογή<?PAGE NO="II-3322"?> της αποφάσεως είναι μόνο η ημερομηνία εισαγωγής στην Κοινότητα. Από της ενάρξεως της ισχύος της απαγορεύεται κάθε εισαγωγή, ανεξάρτητα απο το χρησιμοποιούμενο προς τούτο μεταφορικό μέσο. Το γεγονός ότι τα εμπορεύματα είχαν ήδη φορτωθεί και βρίσκονταν καθ' οδόν προς την Κοινότητα δεν ασκεί καμία επίδραση επί της εφαρμογής της αποφάσεως, η οποία εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο για όλες τις ποσότητες ιχθύων προελεύσεως Ιαπωνίας.</TXT></NP><NP><NO.P>69</NO.P><TXT>Το γεγονός ότι άλλοι επιχειρηματίες μπόρεσαν να διοχετεύσουν τα εμπορεύματα σε άλλες αγορές αποτελεί δευτερεύουσα συνέπεια της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, από την οποία δεν μπορεί να συναχθεί παραβίαση της αρχής της ισότητας.</TXT></NP><NP><NO.P>70</NO.P><TXT>Επιπλέον, η επίδικη απόφαση δεν εισάγει διακρίσεις λόγω της ιθαγενείας, καθόσον αφορά όλους τους επιχειρηματίες που εισάγουν ιχθύς προελεύσεως Ιαπωνίας στην Κοινότητα.</TXT></NP><NP><NO.P>71</NO.P><TXT>Επομένως, ο λόγος που στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της ισότητας είναι προδήλως αβάσιμος.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>Επί της παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως</P></TI></TITLE><NP><NO.P>72</NO.P><TXT>Η προσφεύγουσα έχει την άποψη ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως των πράξεων της, δεδομένου ότι δεν δικαιολόγησε ορισμένα ουσιώδη στοιχεία της αποφάσεως της. Η καθής όφειλε να αιτιολογήσει ειδικά το αναδρομικό αποτέλεσμα που προσέδωσε στην εν λόγω απόφαση.</TXT></NP><NP><NO.P>73</NO.P><TXT>Οι κοινοτικοί επιχειρηματίες, τα εμπορεύματα των οποίων μεταφέρονται προς την Κοινότητα, βρίσκονται σε μια ειδική κατάσταση η οποία χρήζει προστασίας δυνάμει της γενικής αρχής της ασφαλείας δικαίου. Στην παρούσα υπόθεση,<?PAGE NO="II-3323"?> τόσο το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 90/675, όσο και, το άρθρο 3 Β της Συνθήκης και τα άρθρα 2, παράγραφος 3, και 5, παράγραφος 6, της συμφωνίας για την εφαρμογή των υγειονομικών και φυτοϋγειο-νομικών μέτρων επιβάλλουν την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση των προϊόντων που βρίσκονται καθ' οδόν κατά τη λήψη του μέτρου διασφαλίσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>74</NO.P><TXT>Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο σκοπός της αιτιολογίας περιορίζεται στο περιεχόμενο του διατακτικού της πράξεως του οποίου προηγείται. Στην προκειμένη υπόθεση, όσον αφορά την εκτέλεση μέτρου διασφαλίσεως προβλεπόμενου από το άρθρο 19 της οδηγίας 90/675, η αιτιολογία περιορίζεται ακριβώς στην έκθεση των πραγματικών στοιχείων και στους λόγους σκοπιμότητας που οδήγησαν στη λήψη του μέτρου αυτού. Έτσι, ελλείψει ειδικού συστήματος προβλεπόμενου από τη νομοθεσία σχετικά με τα εμπορεύματα που βρίσκονται καθ' οδόν προς. την Κοινότητα, το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να αποτελεί το αντικείμενο αρνητικής συλλογιστικής σχετικά με την αιτιολόγηση της μη προβλέψεως του, καθόσον οι επιχειρηματίες ουδόλως μπορούν να επικαλούνται την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.</TXT></NP><NP><NO.P>75</NO.P><TXT>Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Affish (σκέψη 64), από τις αιτιολογικές σκέψεις της επίμαχης αποφάσεως σαφώς καταφαίνεται ότι η Επιτροπή έλαβε το επίμαχο μέτρο διασφαλίσεως αφού απέστειλε επί τόπου ομάδα εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι διαπίστωσαν σοβαρές ελλείψεις, από άποψη υγιεινής και ελέγχου των συνθηκών παραγωγής και αποθηκεύσεως των αλιευτικών προϊόντων, δυνάμενες να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία (πρώτη αιτιολογική σκέψη της επίδικης αποφάσεως).</TXT></NP><NP><NO.P>76</NO.P><TXT>Προκύπτει επίσης (ίδια απόφαση, σκέψη 65) ότι, ενόψει της φύσεως της επίμαχης αποφάσεως και, ιδίως, της προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε να ληφθεί, η Επιτροπή περιορίστηκε στο να εκθέσει, κατά τρόπο γενικό, την ακο-λουθηθείσα διαδικασία και τα ουσιώδη στοιχεία που αποτέλεσαν τη βάση της εκτιμήσεως της, χωρίς να επαναλάβει τις λεπτομέρειες της εκθέσεως των εντεταλμένων εμπειρογνωμόνων ούτε να εξηγήσει, με ειδική αιτιολογία, τους λόγους για τους οποίους αποκλείστηκαν άλλα δυνατά μέτρα.</TXT></NP><?PAGE NO="II-3324"?><NP><NO.P>77</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, ο λόγος που στηρίζεται σε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως είναι προδήλως αβάσιμος.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>Επί της καταχρήσεως εξουσίας</P></TI></TITLE><NP><NO.P>78</NO.P><TXT>Κατά την προσφεύγουσα, ενόψει της προκαταρκτικής εκθέσεως των εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής, στην οποία σημειώνεται μόνον ότι τα αποστελλόμενα από δύο ιαπωνικές επιχειρήσεις προϊόντα αποτελούν κίνδυνο για τη δημοσία υγεία, η εφαρμογή της επίδικης αποφάσεως σε προϊόντα άλλης προελεύσεως που βρίσκονταν καθ' οδόν επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για μέτρο περισσότερο εμπορικής παρά υγειονομικής φύσεως. Επομένως, η Επιτροπή σφετερίζεται εξουσίες ανήκουσες στο Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 113 της Συνθήκης και παραβαίνει τις διατάξεις των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 155 της Συνθήκης, ενεργώντας έτσι κατά κατάχρηση εξουσίας.</TXT></NP><NP><NO.P>79</NO.P><TXT>Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το ληφθέν μέτρο περιορίζεται αυστηρά στα όρια που καθορίζει το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/675. Υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι οι σοβαρές παραλείψεις που διαπιστώθηκαν όσον άφορα τις βιομηχανίες παραγωγής και αποθηκεύσεως όλων των ειδών ιχθύων, το μέτρο που έπρεπε να ληφθεί αμέσως έπρεπε να είναι γενικό και επαρκώς αποτελεσματικό για την προστασία των καταναλωτών. Προσθέτει ότι το μέτρο αυτό δεν συνοδεύθηκε από καμία ειδική διάταξη για τα επικίνδυνα προϊόντα, περιλαμβανομένων εκείνων που βρίσκονταν καθ' οδόν, όπως επίσης οτι δεν προβλέφθηκε καμία αναδρομική εφαρμογή.</TXT></NP><NP><NO.P>80</NO.P><TXT>Υπενθυμίζει ότι το άρθρο 43 της Συνθήκης, που αποτελεί τη νομική βάση όλης της κοινής γεωργικής πολιτικής, παρέχει στα κοινοτικά όργανα και, ειδικότερα, στην Επιτροπή ευρεία εξουσία λήψεως αποφάσεων. Κατ' αυτήν, η αποκατάσταση των υγειονομικών προϋποθέσεων δεν αποτελεί εδώ πάρα τον γενικό<?PAGE NO="II-3325"?> σκοπό διαρθρωτικού χαρακτήρα κάθε μέτρου διασφαλίσεως. Επομένως, το κοινοτικό αυτό όργανο ουδέποτε παρέβη είτε το άρθρο 43 της Συνθήκης είτε την οδηγία 90/675, ούτε άσκησε τις εξουσίες του επιδιώκοντας σκοπό εμπορικού χαρακτήρα.</TXT></NP><NP><NO.P>81</NO.P><TXT>Πρέπει να υπομνησθεί ότι, προκειμένου περί των επιδιωκομένων από την Επιτροπή σκοπών, οι ελλείψεις που επισημάνθηκαν στον διενεργηθέντα από τις ιαπωνικές αρχές έλεγχο οδήγησαν ακριβώς στην εκτίμηση ότι δεν μπορούσε να διασφαλιστεί η ικανοποιητική από υγειονομική άποψη ποιότητα των προϊόντων που προέρχονταν από ολόκληρη την Ιαπωνία (προαναφερθείσα απόφαση Affish, σκέψη 49). Εξάλλου, η προσφεύγουσα στην υπό κρίση υπόθεση, όπως και η προσφεύγουσα στην υπόθεση που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως Affish, δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο δυνάμενο να αποδείξει ότι η Επιτροπή επιδίωξε, με την έκδοση της επίμαχης αποφάσεως, σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο είναι αρμόδια στον τομέα που της έχει ανατεθεί με το άρθρο 19 της οδηγίας 90/675 (προαναφερθείσα απόφαση Affish, σκέψη 49).</TXT></NP><NP><NO.P>82</NO.P><TXT>Υπό τις συνθήκες αυτές, ο λόγος που στηρίζεται σε κατάχρηση εξουσίας είναι προδήλως αβάσιμος.</TXT></NP><NP><NO.P>83</NO.P><TXT>Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.</TXT></NP><NP><NO.P>84</NO.P><TXT>Όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως, είναι και αυτή αβάσιμη, καθόσον η επίδικη απόφαση δεν πάσχει από παρανομία ικανή να επισύρει την ευθύνη της Κοινότητας.</TXT></NP></GR.SEQ></GR.SEQ><?PAGE NO="II-3326"?><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Επί των δικαστικών εξόδων</P></TI></TITLE><NP><NO.P>85</NO.P><TXT>Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, συμφωνά με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.</TXT></NP></GR.SEQ></GR.SEQ><JURISDICTION><INTRO><P>Για τους λόγους αυτούς,</P><P>ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο τμήμα)</P><P>διατάσσει:</P></INTRO><LIST TYPE="ARAB"><ITEM><NP><NO.P>1)</NO.P><TXT>Απορρίπτει την προσφνγή-αγωγή.</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>2)</NO.P><TXT>Καταδικάζει την προσφεύγουσα-ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.</TXT></NP></ITEM></LIST></JURISDICTION></CONTENTS.ORDER><SIGNATURE.CASE><P>Λουξεμβούργο, <DATE ISO="19980915">15 Σεπτεμβρίου 1998</DATE>.</P><SIGNATORY><P>Ο Γραμματέας</P><P>H. Jung</P></SIGNATORY><SIGNATORY><P>Ο Πρόεδρος</P><P>A. Καλογερόπουλος</P></SIGNATORY></SIGNATURE.CASE></ORDER>