ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 25.11.2021
COM(2021) 719 final
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης απόφασης του Συμβουλίου
με την οποία εξουσιοδοτούνται τα κράτη μέλη να κυρώσουν, προς το συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο της Σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο σχετικά με την ενίσχυση της συνεργασίας και τη γνωστοποίηση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Κατά την κύρωση του πρωτοκόλλου, προς το συμφέρον της Ένωσης, τα κράτη μέλη διατυπώνουν τις ακόλουθες επιφυλάξεις και προβαίνουν στις ακόλουθες δηλώσεις, γνωστοποιήσεις ή κοινοποιήσεις και παρατηρήσεις επί άλλων θεμάτων.
1.Επιφυλάξεις
Το δεύτερο πρόσθετο πρωτόκολλο σχετικά με την ενίσχυση της συνεργασίας και τη γνωστοποίηση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων της Σύμβασης της Βουδαπέστης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο (στο εξής: πρωτόκολλο) επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1, να δηλώνουν ότι κάνουν χρήση των επιφυλάξεων που προβλέπονται όσον αφορά ορισμένα άρθρα του πρωτοκόλλου.
Τα κράτη μέλη δεν επιφυλάσσονται του δικαιώματος να μην εφαρμόζουν το άρθρο 7 (γνωστοποίηση δεδομένων συνδρομητή) δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 9 στοιχείο α.
Τα κράτη μέλη δεν επιφυλάσσονται του δικαιώματος να μην εφαρμόζουν το άρθρο 7 (γνωστοποίηση δεδομένων συνδρομητή) όσον αφορά ορισμένα είδη αριθμών πρόσβασης δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 9 στοιχείο β.
Τα κράτη μέλη παροτρύνονται να μην επιφυλάσσονται του δικαιώματος να μην εφαρμόζουν το άρθρο 8 (εκτέλεση εντολών από άλλο συμβαλλόμενο μέρος) όσον αφορά τα δεδομένα κίνησης δυνάμει του άρθρου 8 παράγραφος 13.
Όταν το άρθρο 19 παράγραφος 1 παρέχει τη βάση για άλλες επιφυλάξεις, τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούνται να εξετάζουν και να διατυπώνουν δικές τους επιφυλάξεις.
2.Δηλώσεις
Βάσει του πρωτοκόλλου τα συμβαλλόμενα μέρη επιτρέπεται επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2, να προβαίνουν σε δηλώσεις σχετικά με ορισμένα άρθρα του πρωτοκόλλου.
Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο β, στην οποία αναφέρεται ότι οι εντολές που εκδίδονται προς παρόχους υπηρεσιών στο έδαφός τους πρέπει να εκδίδονται από εισαγγελέα ή άλλη δικαστική αρχή, ή υπό την εποπτεία εισαγγελέα ή άλλης δικαστικής αρχής, ή, άλλως, να εκδίδονται υπό ανεξάρτητη εποπτεία. Αντίστοιχα, όταν καταθέτουν την πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, τα κράτη μέλη προβαίνουν στην ακόλουθη δήλωση:
«Η εντολή βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 πρέπει να εκδίδεται από εισαγγελέα ή άλλη δικαστική αρχή, ή υπό την εποπτεία εισαγγελέα ή άλλης δικαστικής αρχής, ή, άλλως, να εκδίδεται υπό ανεξάρτητη εποπτεία.».
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να μη δηλώνουν, βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο β, ότι δεν θα εκτελούν αιτήματα βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 1 στοιχείο α (ταχεία γνωστοποίηση δεδομένων υπολογιστή σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης) με τα οποία ζητείται μόνο η γνωστοποίηση δεδομένων συνδρομητή.
Όταν το άρθρο 19 παράγραφος 2 παρέχει τη βάση για άλλες δηλώσεις, τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούνται να εξετάζουν και να προβαίνουν σε δικές τους δηλώσεις.
3.Δηλώσεις, ειδοποιήσεις ή κοινοποιήσεις
Βάσει του πρωτοκόλλου τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3, να προβαίνουν σε δηλώσεις, ειδοποιήσεις ή κοινοποιήσεις σχετικά με ορισμένα άρθρα του πρωτοκόλλου.
Τα κράτη μέλη ειδοποιούν ότι, όταν εκδίδεται εντολή βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 προς πάροχο υπηρεσιών στο έδαφός τους, απαιτούν ταυτόχρονη γνωστοποίηση της εντολής, των συμπληρωματικών πληροφοριών και μιας σύνοψης των πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με την έρευνα ή τη δίωξη, δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 5 στοιχείο α. Αντίστοιχα, κατά τον χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτουν την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, τα κράτη μέλη απευθύνουν την ακόλουθη ειδοποίηση στον/στη Γενικό/-ή Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης:
«Όταν εκδίδεται εντολή βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 1 προς πάροχο υπηρεσιών στο έδαφος του/της/των [κράτος μέλος], απαιτούμε σε κάθε περίπτωση ταυτόχρονη γνωστοποίηση της εντολής, των συμπληρωματικών πληροφοριών και μιας σύνοψης των πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με την έρευνα ή τη δίωξη».
Δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 5 στοιχείο ε, τα κράτη μέλη αναθέτουν σε μία μόνο αρχή την αρμοδιότητα παραλαβής ειδοποιήσεων βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 5 στοιχείο α, και εκτέλεσης των ενεργειών που περιγράφονται στην παράγραφο 5 στοιχεία β, γ και δ, και κοινοποιούν τα στοιχεία επικοινωνίας της εν λόγω αρχής.
Τα κράτη μέλη δηλώνουν, βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 4, ότι απαιτούνται πρόσθετες συνοδευτικές πληροφορίες για την εκτέλεση εντολών βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 1. Αντίστοιχα, κατά τον χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτουν την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, τα κράτη μέλη προβαίνουν στην ακόλουθη δήλωση:
«Απαιτούνται πρόσθετες συνοδευτικές πληροφορίες για την εκτέλεση εντολών βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 1. Οι ζητούμενες πρόσθετες συνοδευτικές πληροφορίες εξαρτώνται από τις περιστάσεις της εντολής και τη σχετική έρευνα ή δίωξη.».
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν και επικαιροποιούν τα στοιχεία επικοινωνίας των αρχών στις οποίες ανατίθεται, βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 10 στοιχείο α, η υποβολή εντολών σύμφωνα με το άρθρο 8, καθώς και των αρχών στις οποίες ανατίθεται, βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 10 στοιχείο β, η παραλαβή εντολών σύμφωνα με το άρθρο 8. Τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περιλαμβάνουν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων της που προβλέπονται στα άρθρα 22, 23 και 25 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, μεταξύ των αρχών που κοινοποιούνται βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 10 στοιχεία α και β.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν την αρχή ή τις αρχές που πρέπει να ειδοποιούνται βάσει του άρθρου 14 παράγραφος 7 στοιχείο γ σχετικά με συμβάντα ασφάλειας.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν την αρχή ή τις αρχές που παρέχουν έγκριση για τον σκοπό του άρθρου 14 παράγραφος 10 στοιχείο β όσον αφορά τις περαιτέρω διαβιβάσεις δεδομένων που παρελήφθησαν βάσει του πρωτοκόλλου σε άλλο κράτος ή διεθνή οργανισμό.
Όταν το άρθρο 19 παράγραφος 3 παρέχει τη βάση για άλλες δηλώσεις, ειδοποιήσεις ή κοινοποιήσεις, τα κράτη μέλη εξουσιοδοτούνται να εξετάζουν και να προβαίνουν σε δικές τους δηλώσεις, ειδοποιήσεις ή κοινοποιήσεις.
4.Αλλα θέματα
Τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία η οποία θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διασφαλίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί, στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων της που προβλέπονται στα άρθρα 22, 23 και 25 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, να επιδιώκει συνεργασία στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου κατά τον ίδιο τρόπο με τους εθνικούς εισαγγελείς των εν λόγω κρατών μελών.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τη διαβίβαση δεδομένων για τους σκοπούς του πρωτοκόλλου, το παραλαμβάνον κράτος μέλος ενημερώνεται ότι, σύμφωνα με το εθνικό νομικό τους πλαίσιο, απαιτείται η επίδοση προσωπικής ειδοποίησης στο φυσικό πρόσωπο του οποίου τα δεδομένα διαβιβάζονται, δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 11 στοιχείο γ του πρωτοκόλλου.
Όσον αφορά τις διεθνείς διαβιβάσεις βάσει της συμφωνίας-πλαισίου ΕΕ-ΗΠΑ, τα κράτη μέλη ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών, για τους σκοπούς του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο β του πρωτοκόλλου, ότι η συμφωνία εφαρμόζεται στις αμοιβαίες διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει του πρωτοκόλλου μεταξύ αρμόδιων αρχών. Εντούτοις, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη ότι η συμφωνία θα πρέπει να συμπληρώνεται από πρόσθετες διασφαλίσεις οι οποίες να συνεκτιμούν τις ιδιαίτερες απαιτήσεις που ενέχει η διαβίβαση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων απευθείας από παρόχους υπηρεσιών και όχι μεταξύ αρχών, όπως προβλέπεται στο πρωτόκολλο. Αντίστοιχα, κατά τον χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτουν την οικεία πράξη κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης, τα κράτη μέλη προβαίνουν στην ακόλουθη κοινοποίηση προς τις αρμόδιες αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών:
«Για τους σκοπούς του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο β του δευτέρου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, κρίνουμε ότι η συμφωνία-πλαίσιο ΕΕ-ΗΠΑ εφαρμόζεται στις αμοιβαίες διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει του πρωτοκόλλου μεταξύ αρμόδιων αρχών. Όσον αφορά διαβιβάσεις μεταξύ παρόχων υπηρεσιών στο έδαφός μας και αρχών των Ηνωμένων Πολιτειών βάσει του πρωτοκόλλου, η συμφωνία εφαρμόζεται μόνο σε συνδυασμό με επιπλέον, ειδική συμφωνία διαβίβασης, η οποία καλύπτει τις ιδιαίτερες απαιτήσεις που ενέχει η διαβίβαση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων απευθείας από παρόχους υπηρεσιών και όχι μεταξύ αρχών».
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, για τον σκοπό του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο γ του πρωτοκόλλου, βασίζονται σε άλλες συμφωνίες ή ρυθμίσεις μόνο εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση επάρκειας δυνάμει του άρθρου 45 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (γενικός κανονισμός προστασίας δεδομένων) ή του άρθρου 36 της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 (οδηγία για την προστασία των δεδομένων στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου) για τη σχετική τρίτη χώρα, η οποία καλύπτει τις αντίστοιχες διαβιβάσεις δεδομένων, είτε εάν η εν λόγω άλλη συμφωνία ή ρύθμιση εξασφαλίζει επαρκείς εγγυήσεις προστασίας των δεδομένων δυνάμει του άρθρου 46 του γενικού κανονισμού για την προστασία δεδομένων ή του άρθρου 37 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας για την προστασία των δεδομένων στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου.