<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><CONCLUSION NNC="YES" xmlns:fmx="http://opoce" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-05.58-20161101.xd"><BIB.CONCLUSION><REF.CASE FILE="n.a."><NO.CASE>C-844/19</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>62019CC0844</NO.CELEX><NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2021:58">EU:C:2021:58</NO.ECLI><NO.SEQ>0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST.ECR>1</PAGE.FIRST.ECR><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST.ECR>12</PAGE.LAST.ECR><PAGE.TOTAL>12</PAGE.TOTAL></BIB.CONCLUSION><CURR.TITLE><PAGE.HEADER><P><HT TYPE="SC">Προτάσεις Kokott – Υπόθεση C‑844/19</HT></P><P><HT TYPE="SC">technoRent International κ.λπ.</HT></P></PAGE.HEADER></CURR.TITLE><TITLE><TI><P><HT TYPE="UC">Προτάσεισ τησ Γενικήσ Εισαγγελέα</HT></P><P><HT TYPE="UC">Juliane Kokott</HT></P><P>της <DATE ISO="20210121">21ης Ιανουαρίου 2021</DATE><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0001"><P>Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.</P></NOTE></P></TI><STI><P><HT TYPE="BOLD">Υπόθεση C‑844/19</HT></P><P>CS,</P><P>Finanzamt Graz-Stadt,</P><P>παρισταμένων των:</P><P>Finanzamt Judenburg Liezen,</P><P>technoRent International GmbH</P><P><HT TYPE="NORMAL">[αίτηση του Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία)<BR/>για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]</HT></P></STI></TITLE><INTERMEDIATE><INDEX IDX.CLOSE="»" SEPARATOR=" – " IDX.OPEN="«"><KEYWORD>Προδικαστική παραπομπή</KEYWORD><KEYWORD>Φορολογικό δίκαιο</KEYWORD><KEYWORD>Φόρος προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ)</KEYWORD><KEYWORD>Οδηγία 2006/112/ΕΚ</KEYWORD><KEYWORD>Άρθρο 183</KEYWORD><KEYWORD>Επιστροφή πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ</KEYWORD><KEYWORD>Καταβολή τόκων σε περίπτωση επιγενόμενης αυξήσεως του πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ ή επιγενόμενης μειώσεως του οφειλόμενου φόρου</KEYWORD><KEYWORD>Έλλειψη εθνικών μέτρων μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο</KEYWORD><KEYWORD>Άμεση εφαρμογή οδηγίας</KEYWORD><KEYWORD>Aναλογική εφαρμογή μη σχετικής οδηγίας</KEYWORD><KEYWORD>Οδηγία περί επιστροφής ΦΠΑ (οδηγία 2008/9/ΕΚ)</KEYWORD><KEYWORD>Άρθρο 27</KEYWORD><KEYWORD>Συνάδουσα προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του εθνικού δικαίου</KEYWORD></INDEX></INTERMEDIATE><CONTENTS.CONCLUSION><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">I.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Εισαγωγή</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0001"><NO.P>1.</NO.P><TXT>Στην υπό κρίση υπόθεση τίθεται το ζήτημα αν η οδηγία περί φόρου προστιθέμενης αξίας παρέχει στον υποκείμενο στον φόρο απευθείας αξίωση για καταβολή τόκων σε περίπτωση μόνον εκ των υστέρων καταβολής του πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ ή μόνον εκ των υστέρων καταβολής της επιστροφής φόρου για την οποία υπάρχει σχετική αξίωση. Κατά το αιτούν δικαστήριο, στη Δημοκρατία της Αυστρίας δεν προβλέπεται τέτοια ρύθμιση καταβολής τόκων ως προς τον ΦΠΑ. Οι διατάξεις περί καταβολής τόκων που ισχύουν για άλλα είδη φόρων δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης και να εφαρμοσθούν στον ΦΠΑ.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0002"><NO.P>2.</NO.P><TXT>Ωστόσο, μια άλλη οδηγία (η <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0001" ID="QS0001"/>οδηγία περί επιστροφής<QUOT.END REF.START="QS0001" CODE="00BB" ID="QE0001"/>) προβλέπει άμεσα εφαρμοστέα αξίωση καταβολής τόκων επί πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ που επιστρέφεται εκ των υστέρων σε υποκειμένους στον φόρο εγκατεστημένους στην αλλοδαπή, οι οποίοι δεν έχουν πραγματοποιήσει φορολογητέες πράξεις στο εσωτερικό της χώρας. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η οδηγία αυτή μπορεί εν προκειμένω να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="2"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0003"><NO.P>3.</NO.P><TXT>Ακόμη και σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η ως άνω κατ’ αναλογίαν εφαρμογή ούτε μπορεί να στηριχθεί άμεσα εφαρμοστέα αξίωση καταβολής τόκων στην οδηγία περί του φόρου προστιθέμενης αξίας, εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει περαιτέρω χρήσιμα στοιχεία που θα συμβάλουν στην επίλυση της ένδικης διαφοράς σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">II.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Νομικό πλαίσιο</HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Α.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Το δίκαιο της Ένωσης</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0004"><NO.P>4.</NO.P><TXT>Το άρθρο 90 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0002"><P><REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="347" PAGE.FIRST="1" DATE.PUB="2006">ΕΕ 2006, L 347, σ. 1</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE> (στο εξής: οδηγία ΦΠΑ) προβλέπει τη μείωση της βάσεως επιβολής του φόρου και ορίζει τα ακόλουθα:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><PARAG IDENTIFIER="090.001"><NO.PARAG><QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0002" ID="QS0002"/>(1)</NO.PARAG><ALINEA>Σε περίπτωση ακύρωσης, καταγγελίας, λύσης, ολικής ή μερικής μη καταβολής, ή μείωσης της τιμής, που επέρχεται μετά την πραγματοποίηση της πράξης, η βάση επιβολής του φόρου μειώνεται ανάλογα, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τα κράτη μέλη.</ALINEA></PARAG><PARAG IDENTIFIER="090.002"><NO.PARAG>(2)</NO.PARAG><ALINEA>Σε περίπτωση ολικής ή μερικής μη καταβολής της τιμής, τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τη διάταξη της παραγράφου 1.<QUOT.END REF.START="QS0002" CODE="00BB" ID="QE0002"/></ALINEA></PARAG></QUOT.S></P></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0005"><NO.P>5.</NO.P><TXT>Το άρθρο 183 της οδηγίας ΦΠΑ έχει ως εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><ALINEA><QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0003" ID="QS0003"/>Όταν το ποσό των εκπτώσεων υπερβαίνει τον οφειλόμενο ΦΠΑ για μία φορολογική περίοδο, τα κράτη μέλη μπορούν είτε να μεταφέρουν την επιπλέον διαφορά στην επόμενη φορολογική περίοδο είτε να προβαίνουν στην επιστροφή της με βάση τη διαδικασία που καθορίζουν.</ALINEA><ALINEA>Εντούτοις, τα κράτη μέλη μπορούν να αρνούνται τη μεταφορά ή την επιστροφή, όταν η επιπλέον διαφορά είναι αμελητέα.<QUOT.END REF.START="QS0003" CODE="00BB" ID="QE0003"/></ALINEA></QUOT.S></P></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0006"><NO.P>6.</NO.P><TXT>Η οδηγία 2008/9/ΕΚ για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων σχετικά με την επιστροφή του φόρου προστιθέμενης αξίας, που προβλέπεται στην οδηγία 2006/112/ΕΚ<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0003"><P><REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="044" PAGE.FIRST="23" DATE.PUB="2008">ΕΕ 2008, L 44, σ. 23</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE> (στο εξής: οδηγία περί επιστροφής) ρυθμίζει τη διαδικασία επιστροφής του φόρου επί των εισροών σε υποκειμένους στον φόρο μη εγκατεστημένους στο κράτος μέλος επιστροφής, οι οποίοι δεν έχουν πραγματοποιήσει φορολογητέες πράξεις στο κράτος αυτό.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0007"><NO.P>7.</NO.P><TXT>Το άρθρο 27 της οδηγίας περί επιστροφής προβλέπει την τοκοφορία της εν λόγω αξιώσεως προς επιστροφή και έχει ως εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><PARAG IDENTIFIER="027.001"><NO.PARAG><QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0004" ID="QS0004"/>(1)</NO.PARAG><ALINEA>Ο τόκος υπολογίζεται από την επομένη της καταληκτικής ημερομηνίας πληρωμής της επιστροφής σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1 έως την ημέρα πραγματοποίησης της επιστροφής.</ALINEA></PARAG><PARAG IDENTIFIER="027.002"><NO.PARAG>(2)</NO.PARAG><ALINEA>Το επιτόκιο είναι ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται στις επιστροφές φόρου προστιθέμενης αξίας σε υποκείμενους στο φόρο εγκατεστημένους στο κράτος μέλος επιστροφής σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους.</ALINEA><?PAGE NO="3"?><ALINEA>Εάν στην εθνική νομοθεσία δεν προβλέπεται η καταβολή τόκου όσον αφορά επιστροφές σε εγκατεστημένα πρόσωπα υποκείμενα στο φόρο, ο οφειλόμενος τόκος ισούται προς τον τόκο ή ισοδύναμη επιβάρυνση που εφαρμόζει το κράτος μέλος επιστροφής όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας για την καταβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας από τους υποκείμενους στο φόρο.<QUOT.END REF.START="QS0004" CODE="00BB" ID="QE0004"/></ALINEA></PARAG></QUOT.S></P></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Β.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Το αυστριακό δίκαιο</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0008"><NO.P>8.</NO.P><TXT>Στην Αυστρία η αξίωση καταβολής τόκων του υποκειμένου στον φόρο ρυθμίζεται στον Bundesgesetz über allgemeine Bestimmungen und das Verfahren für die von den Abgabenbehörden des Bundes, der Länder und Gemeinden verwalteten Abgaben (ομοσπονδιακό νόμο περί γενικών διατάξεων και της διαδικασίας σχετικά με τους φόρους που υπάγονται στη διαχείριση των φορολογικών αρχών του ομοσπονδιακού κράτους, των ομόσπονδων κρατών και των δήμων) [Bundesabgabenordnung (ομοσπονδιακός κώδικας φορολογίας), στο εξής: BAO]:</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0009"><NO.P>9.</NO.P><TXT>Το άρθρο 205 του ΒΑΟ αφορά την αξίωση καταβολής τόκων την οποία έχει ο υποκείμενος στον φόρο στην περίπτωση απαιτήσεων επιστροφής φόρου εισοδήματος και φόρου νομικών προσώπων:</TXT><QUOT.S LEVEL="1"><PARAG IDENTIFIER="205.001"><NO.PARAG><QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0005" ID="QS0005"/>(1)</NO.PARAG><ALINEA><P>Το ποσό της διαφοράς μεταξύ του φόρου εισοδήματος και φόρου νομικών προσώπων που προκύπτει από πράξεις προσδιορισμού φόρου, μη συνυπολογιζόμενων τυχόν αρχικών καταβολών (παράγραφος 3), και του προκαταβληθέντος ή του αρχικώς προσδιορισθέντος φόρου, προσαυξάνεται με τόκο για το χρονικό διάστημα από την 1η Οκτωβρίου του έτους που έπεται του έτους γενέσεως της φορολογικής οφειλής έως την ημερομηνία κοινοποιήσεως της εν λόγω πράξεως προσδιορισμού φόρου (τοκοφορία απαιτήσεως). Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν στο ποσό της διαφοράς που προκύπτει από:</P><P><LIST TYPE="alpha"><ITEM><NP><NO.P>a)</NO.P><TXT>ακύρωση της πράξεως προσδιορισμού φόρου, […]</TXT></NP></ITEM></LIST></P></ALINEA></PARAG><PARAG IDENTIFIER="205.002"><NO.PARAG>(2)</NO.PARAG><ALINEA>Το ετήσιο επιτόκιο της τοκοφόρου απαιτήσεως ανέρχεται σε 2 % πλέον του βασικού επιτοκίου. Απαίτηση της οποίας το ύψος δεν υπερβαίνει τα 50 ευρώ δεν είναι τοκοφόρος. Η απαίτηση είναι τοκοφόρος για μέγιστη περίοδο 48 μηνών. […]<QUOT.END REF.START="QS0005" CODE="00BB" ID="QE0005"/></ALINEA></PARAG></QUOT.S></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0010"><NO.P>10.</NO.P><TXT>Το άρθρο 205a του ΒΑΟ ρυθμίζει, από την <DATE ISO="20120101">1η Ιανουαρίου 2012</DATE>, την απαίτηση του υποκειμένου στον φόρο προς καταβολή τόκων για το υπερβάλλον ποσό του φόρου που κατέβαλε, όταν συνεπεία προσφυγής μειώνεται εν συνεχεία το ποσό του αρχικώς προσδιορισθέντος φόρου, έχει δε ως εξής:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><PARAG IDENTIFIER="205A.001"><NO.PARAG><QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0006" ID="QS0006"/>(1)</NO.PARAG><ALINEA>Σε περίπτωση μειώσεως ήδη καταβληθείσας φορολογικής οφειλής, το ποσό της οποίας εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από την εκδίκαση προσφυγής κατά πράξεως προσδιορισμού φόρου, επιβάλλονται, κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου στον φόρο, τόκοι για το χρονικό διάστημα από την καταβολή του φόρου μέχρι την κοινοποίηση της πράξεως ή της αποφάσεως προσδιορισμού μειωμένου φόρου (τόκοι συνεπεία προσφυγής). […]</ALINEA></PARAG><PARAG IDENTIFIER="205A.004"><NO.PARAG>(4)</NO.PARAG><ALINEA>Το ετήσιο επιτόκιο ανέρχεται σε 2 % πλέον του βασικού επιτοκίου. Δεν επιβάλλονται τόκοι όταν το ποσό τους υπολείπεται των 50 ευρώ.<QUOT.END REF.START="QS0006" CODE="00BB" ID="QE0006"/></ALINEA></PARAG></QUOT.S></P></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ><?PAGE NO="4"?><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">III.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Η διαφορά της κύριας δίκης</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0011"><NO.P>11.</NO.P><TXT>Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στηρίζεται σε δύο επιμέρους διαδικασίες αναιρέσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.</TXT></NP.ECR><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">–</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί της πρώτης διαδικασίας αναιρέσεως (Ro 2017/15/0035)</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0012"><NO.P>12.</NO.P><TXT>Ο CS, αναιρεσείων στην πρώτη διαδικασία (στο εξής: πρώτος διάδικος), στην περιοδική δήλωση ΦΠΑ του Αυγούστου 2007 δήλωσε πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ ύψους <FT TYPE="DECIMAL">60689,28</FT> ευρώ. Ωστόσο, η Finanzamt (φορολογική αρχή) προσδιόρισε το πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ μειώνοντάς το σε <FT TYPE="DECIMAL">14689,28</FT> ευρώ. Η ένδικη προσφυγή του πρώτου διαδίκου κατά της ως άνω πράξεως προσδιορισμού φόρου έγινε δεκτή. Το πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0007" ID="QS0007"/>καταβλήθηκε<QUOT.END REF.START="QS0007" CODE="00BB" ID="QE0007"/> σε αυτόν εξ ολοκλήρου στις <DATE ISO="20130522">22 Μαΐου 2013</DATE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0013"><NO.P>13.</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20130530">30 Μαΐου 2013</DATE> ο πρώτος διάδικος υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 205a του ΒΑΟ, αίτηση καταβολής τόκων επί πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του ΒΑΟ (ήτοι από την <DATE ISO="20120101">1η Ιανουαρίου 2012</DATE>) μέχρι την εξόφληση στις <DATE ISO="20130522">22 Μαΐου 2013</DATE>. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από τη φορολογική αρχή. Κατά της απορριπτικής πράξεως ο πρώτος διάδικος άσκησε προσφυγή ενώπιον του Bundesfinanzgericht (ομοσπονδιακού φορολογικού δικαστηρίου, Αυστρία), η οποία δεν έγινε δεκτή.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0014"><NO.P>14.</NO.P><TXT>Το Bundesfinanzgericht (ομοσπονδιακό φορολογικό δικαστήριο) αιτιολόγησε την απόρριψη της προσφυγής με το σκεπτικό ότι το άρθρο 205a του ΒΑΟ δεν αφορά την περίπτωση της αναγνωρίσεως, συνεπεία ασκήσεως ένδικης προσφυγής, πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ, αλλά αποκλειστικώς την ευδοκίμηση ένδικου βοηθήματος με αντικείμενο καταβληθείσα φορολογική οφειλή η οποία προσδιορίσθηκε σε υπέρμετρο ύψος. Κατά της ως άνω αποφάσεως στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως του πρώτου διαδίκου.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">–</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί της δεύτερης αναιρετικής διαδικασίας (Ro 2018/15/0026)</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0015"><NO.P>15.</NO.P><TXT>Στη δεύτερη διαδικασία διάδικος (technoRent International, στο εξής: δεύτερη διάδικος) είναι μια εγκατεστημένη στη Γερμανία επιχείρηση. To 2003 και το 2004 πώλησε μηχανήματα στην Αυστρία, υπάγοντας τις συναλλαγές αυτές σε φόρο κύκλου εργασιών στην Αυστρία. Το 2005 η δεύτερη διάδικος στην περιοδική δήλωση ΦΠΑ του Μαΐου 2005 ζήτησε επιστροφή πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ ύψους <FT TYPE="DECIMAL">367081,58</FT> ευρώ. Ο λόγος ήταν η επιγενόμενη μείωση του τιμήματος κατά την έννοια του άρθρου 90 της οδηγίας ΦΠΑ, καθόσον για ορισμένα μηχανήματα το τίμημα προφανώς δεν καταβλήθηκε εν όλω ή εν μέρει.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0016"><NO.P>16.</NO.P><TXT>Η μείωση αυτή της βάσεως επιβολής του φόρου αποτέλεσε αντικείμενο διοικητικού ελέγχου (από τον Ιούλιο του 2006 έως τον Ιούνιο του 2008). Το πιστωθέν ποσό κατ’ αρχάς <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0008" ID="QS0008"/>καταβλήθηκε<QUOT.END REF.START="QS0008" CODE="00BB" ID="QE0008"/> στη δεύτερη διάδικο στις <DATE ISO="20080310">10 Μαρτίου 2008</DATE>. Ωστόσο, κατά την περάτωση του ελέγχου η φορολογική αρχή υποστήριξε ότι δεν συνέτρεχε λόγος μειώσεως της βάσεως επιβολής του φόρου. Συνακόλουθα, στις <DATE ISO="20081013">13 Οκτωβρίου 2008</DATE> η φορολογική αρχή εξέδωσε διορθωτική πράξη επιβολής πρόσθετου φόρου ύψους <FT TYPE="DECIMAL">367081,58</FT> ευρώ. Η προσφυγή κατά της εν λόγω πράξεως έγινε δεκτή.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0017"><NO.P>17.</NO.P><TXT>Τον Οκτώβριο του 2013 η δεύτερη διάδικος υπέβαλε αίτηση καταβολής τόκων επί του ποσού των <FT TYPE="DECIMAL">367081,58</FT> ευρώ για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2005 έως τον Μάιο του 2013. Επί της αιτήσεως αυτής η φορολογική αρχή αποφάνθηκε ότι αξίωση για τόκους (ύψους <FT TYPE="DECIMAL">10021,32</FT><?PAGE NO="5"?> ευρώ) υφίσταται σύμφωνα με το άρθρο 205a του ΒΑΟ μόνο για την περίοδο από την <DATE ISO="20120101">1η Ιανουαρίου 2012</DATE> έως τις <DATE ISO="20130408">8 Απριλίου 2013</DATE>. Στις <DATE ISO="20170529">29 Μαΐου 2017</DATE> το δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή προσφυγή κατά της ως άνω πράξεως, επιδικάζοντας στη δεύτερη διάδικο τόκους υπερημερίας και για το χρονικό διάστημα από τις <DATE ISO="20050902">2 Σεπτεμβρίου 2005</DATE> έως τις <DATE ISO="20080309">9 Μαρτίου 2008</DATE>. Η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η φορολογική αρχή κατά της αποφάσεως αυτής έχει ως αντικείμενο αποκλειστικά την επιδίκαση τόκων υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τις <DATE ISO="20050902">2 Σεπτεμβρίου 2005</DATE> έως τις <DATE ISO="20080309">9 Μαρτίου 2008</DATE>.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">IV.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0018"><NO.P>18.</NO.P><TXT>Το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία), αρμόδιο για αμφότερες τις αναιρετικές διαδικασίες, εκτιμά ότι δεν είναι σε θέση να ερμηνεύσει υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης τις διατάξεις περί τόκων που περιέχονται στα άρθρα 205 και 205a του ΒΑΟ και, ως εκ τούτου, με διάταξη της <DATE ISO="20181024">24ης Οκτωβρίου 2018</DATE> υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:</TXT><QUOT.S LEVEL="1"><LIST TYPE="OTHER"><ITEM><NP><NO.P><QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0009" ID="QS0009"/>1.</NO.P><TXT>Προκύπτει από το δίκαιο της Ένωσης άμεσα εφαρμοστέα ρύθμιση η οποία χορηγεί στον υποκείμενο στον φόρο, σε περίπτωση που η φορολογική αρχή δεν του επέστρεψε εμπρόθεσμα, όπως εν προκειμένω στην υπόθεση της κύριας δίκης, πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ, αξίωση για τόκους υπερημερίας, ούτως ώστε να μπορεί να προβάλει την αξίωση αυτή έναντι της φορολογικής αρχής ή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, μολονότι το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει τέτοια ρύθμιση περί τόκων;</TXT></NP></ITEM></LIST><P>Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα:</P><LIST TYPE="ARAB"><ITEM><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Επιτρέπεται, και στην περίπτωση επίσης που η σχετική με τον ΦΠΑ απαίτηση του υποκειμένου στον φόρο απορρέει από μείωση του τιμήματος κατά το άρθρο 90, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ, η τοκοφορία να αρχίζει μετά την παρέλευση εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο έχει στη διάθεσή της η φορολογική αρχή προκειμένου να εξακριβώσει εάν είναι βάσιμη η αξίωση που προβάλλει ο υποκείμενος στον φόρο;</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>3.</NO.P><TXT>Συνεπάγεται η έλλειψη ρυθμίσεως περί τοκοφορίας στο εθνικό δίκαιο κράτους μέλους για την περίπτωση καθυστερήσεως επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ, ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν, κατά τον υπολογισμό των τόκων, να εφαρμόζουν την έννομη συνέπεια που ορίζεται στο άρθρο 27, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2008/9 για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων σχετικά με την επιστροφή του φόρου προστιθέμενης αξίας, που προβλέπεται στην οδηγία 2006/112/ΕΚ, σε υποκείμενους στο φόρο μη εγκατεστημένους στο κράτος μέλος επιστροφής αλλά εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος, ακόμη και όταν η διαφορά της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/9;<QUOT.END REF.START="QS0009" CODE="00BB" ID="QE0009"/></TXT></NP></ITEM></LIST></QUOT.S></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0019"><NO.P>19.</NO.P><TXT>Στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Δημοκρατία της Αυστρίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><?PAGE NO="6"?><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">V.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Νομική ανάλυση</HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Α.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί των προδικαστικών ερωτημάτων</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0020"><NO.P>20.</NO.P><TXT>Και τα τρία προδικαστικά ερωτήματα αφορούν, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα αν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποιον βαθμό το δίκαιο της Ένωσης επιτάσσει την καταβολή τόκων για πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ ή για την αξίωση προς επιστροφή ΦΠΑ (συχνά αναφερόμενη ομοίως ως <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0010" ID="QS0010"/>πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ<QUOT.END REF.START="QS0010" CODE="00BB" ID="QE0010"/>). Δεδομένου ότι το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα εξαρτώνται από την καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, θα αρχίσω από την εξέταση του πρώτου ερωτήματος.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0021"><NO.P>21.</NO.P><TXT>Όσον αφορά το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να εκκινεί από την παραδοχή ότι στο αυστριακό δίκαιο δεν προβλέπεται τοκοφορία για το πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ ήτοι για την αξίωση επιστροφής ΦΠΑ ή ενδεχομένως προβλέπεται μόνο για πολύ ειδικές περιπτώσεις. Στο πλαίσιο αυτό δεν δύναται να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν ο γενικός κανόνας του άρθρου 205 του ΒΑΟ που ισχύει για τον φόρο εισοδήματος. Ομοίως, το άρθρο 205a του ΒΑΟ καταλαμβάνει, από <DATE ISO="20120101">1ης Ιανουαρίου 2012</DATE>, μόνον την περίπτωση που με διορθωτική πράξη προσδιορισμού φόρου μειώνεται ο ΦΠΑ, χωρίς όμως να αυξάνεται η έκπτωση του φόρου εισροών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει ερώτημα σχετικά με την ύπαρξη άμεσα εφαρμοστέας ρυθμίσεως που <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0011" ID="QS0011"/>προκύπτει από το δίκαιο της Ένωσης<QUOT.END REF.START="QS0011" CODE="00BB" ID="QE0011"/>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0022"><NO.P>22.</NO.P><TXT>Εν προκειμένω τίθεται το ζήτημα της καταβολής τόκων για το πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ ήτοι για την αξίωση προς επιστροφή ΦΠΑ. Κατά συνέπεια, εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης είναι κυρίως η οδηγία ΦΠΑ και ιδίως τα άρθρα 183 και 90 αυτής.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0023"><NO.P>23.</NO.P><TXT>Επομένως, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα, πρέπει, κατ’ αρχάς, να διευκρινιστεί το περιεχόμενο της αξιώσεως για καταβολή τόκων βάσει των άρθρων 183 και 90 της οδηγίας ΦΠΑ (υπό B.1) και η δυνατότητα άμεσης εφαρμογής της αξιώσεως αυτής (υπό Β.2). Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί η κατ’ αναλογίαν άμεση εφαρμογή του άρθρου 27 της οδηγίας περί επιστροφής, η οποία αφ’ εαυτής δεν είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω (υπό B.3), καθώς και οι δυνατότητες συνάδουσας προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας των άρθρων 205 και 205a του ΒΑΟ (υπό Γ).</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Β.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί της τοκοφορίας πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ και αξιώσεως προς επιστροφή ΦΠΑ</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">1.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Περιεχόμενο και πεδίο εφαρμογής των άρθρων 183 και 90 της οδηγίας ΦΠΑ</HT></TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">α)</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Καταβολή τόκων για πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0024"><NO.P>24.</NO.P><TXT>Αρχικώς πρέπει να διευκρινιστεί αν η οδηγία ΦΠΑ παρέχει σε ιδιώτες αξίωση καταβολής τόκων. Στην οδηγία ΦΠΑ δεν περιέχεται συγκεκριμένη ρύθμιση περί τόκων. Ακόμη και το άρθρο 183 της οδηγίας ΦΠΑ ορίζει απλώς ότι, όταν προκύπτει επιπλέον διαφορά από το πλεόνασμα της εκπτώσεως σε σχέση με τον οφειλόμενο φόρο (πιστωτικό υπόλοιπο), τα κράτη μέλη μπορούν είτε να τη μεταφέρουν στην επόμενη φορολογική περίοδο είτε να προβαίνουν στην επιστροφή της με βάση τη διαδικασία που καθορίζουν.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="7"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0025"><NO.P>25.</NO.P><TXT>Σε αυτήν την έκταση, η ως άνω διάταξη δεν προβλέπει, σύμφωνα με το γράμμα της, ούτε υποχρέωση καταβολής τόκων επί του επιστρεπτέου πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ ούτε την ημερομηνία από την οποία οφείλονται τέτοιοι τόκοι<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0004"><P>Βλ. αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131024">24ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Rafinăria Steaua Română</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑431/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:686">EU:C:2013:686</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0019">19</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110512">12ης Μαΐου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Enel Maritsa Iztok 3</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑107/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:298">EU:C:2011:298</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0027">27</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0026"><NO.P>26.</NO.P><TXT>Το άρθρο 183 της οδηγίας ΦΠΑ πρέπει όμως να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 179 αυτής. Κατά το άρθρο 179 της οδηγίας ΦΠΑ, η έκπτωση ενεργείται από τον υποκείμενο στον φόρο με την αφαίρεση, από το συνολικό ποσό του φόρου που οφείλεται για τη συγκεκριμένη περίοδο, του συνολικού ποσού του ΦΠΑ, για το οποίο γεννήθηκε το δικαίωμα εκπτώσεως. Συνεπώς, το άρθρο 179 της οδηγίας ΦΠΑ προβλέπει αναγκαστικό συμψηφισμό με τον οφειλόμενο φόρο για την εκάστοτε φορολογική περίοδο. Αν ο οφειλόμενος φόρος υπερβαίνει την έκπτωση, προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο. Αν, αντιθέτως, ο οφειλόμενος φόρος είναι μικρότερος από την έκπτωση, προκύπτει πιστωτικό υπόλοιπο το οποίο ρυθμίζεται στο άρθρο 183 της οδηγίας ΦΠΑ.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0027"><NO.P>27.</NO.P><TXT>Από τον συνδυασμό αυτόν του άρθρου 183 της οδηγίας ΦΠΑ με το δικαίωμα εκπτώσεως του φόρου επί των εισροών του υποκειμένου στον φόρο και υπό το πρίσμα της αρχής της ουδετερότητας έχει παγιωθεί νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία το δικαίωμα εκπτώσεως αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του μηχανισμού του ΦΠΑ, το οποίο δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να περιορίζεται. Ειδικότερα, το δικαίωμα αυτό ασκείται <HT TYPE="ITALIC">αμέσως</HT> για όλους τους φόρους που έχουν επιβληθεί στις πράξεις εισροών<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0005"><P>Αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131024">24ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Rafinăria Steaua Română</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑431/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:686">EU:C:2013:686</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0021">21</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110728">28ης Ιουλίου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Ουγγαρίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑274/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:530">EU:C:2011:530</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0043">43</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110512">12ης Μαΐου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Enel Maritsa Iztok 3</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑107/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:298">EU:C:2011:298</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0032">32</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100930">30ής Σεπτεμβρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Uszodaépítő</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑392/09</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:569">EU:C:2010:569</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0034">34</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100715">15ης Ιουλίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Pannon Gép Centrum</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑368/09</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:441">EU:C:2010:441</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0037">37</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0028"><NO.P>28.</NO.P><TXT>Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι η ύπαρξη καθαυτή του δικαιώματος προς έκπτωση ρυθμίζεται από τα άρθρα 167 έως 172 της οδηγίας ΦΠΑ, που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο με τίτλο <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0012" ID="QS0012"/>Γένεση και έκταση του δικαιώματος έκπτωσης<QUOT.END REF.START="QS0012" CODE="00BB" ID="QE0012"/>, ενώ τα άρθρα 178 έως 183 της οδηγίας αφορούν τις προϋποθέσεις ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0006"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110728">28ης Ιουλίου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Ουγγαρίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑274/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:530">EU:C:2011:530</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0044">44</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· πρβλ. επίσης απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20040429">29ης Απριλίου 2004</DATE>, <NAME.CASE>Terra Baubedarf-Handel</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑152/02</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2004:268">EU:C:2004:268</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0030">30</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20011108">8ης Νοεμβρίου 2001</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑338/98</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2001:596">EU:C:2001:596</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0071">71</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι οι τρόποι ασκήσεως του ως άνω δικαιώματος, τους οποίους τα κράτη μέλη καθορίζουν συναφώς, δεν πρέπει να θίγουν την αρχή της ουδετερότητας του φορολογικού συστήματος που διέπει τον ΦΠΑ, υποχρεώνοντας τον υποκείμενο στον φόρο να επωμισθεί, εν όλω ή εν μέρει, τη σχετική φορολογική επιβάρυνση<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0007"><P>Βλ., ρητώς, αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131024">24ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Rafinăria Steaua Română</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑431/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:686">EU:C:2013:686</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0022">22</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110728">28ης Ιουλίου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Ουγγαρίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑274/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:530">EU:C:2011:530</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0045">45</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110512">12ης Μαΐου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Enel Maritsa Iztok 3</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑107/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:298">EU:C:2011:298</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0033">33</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Συνακόλουθα, όταν το πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ δεν επιστρέφεται στον υποκείμενο στον φόρο εντός εύλογης προθεσμίας, η αρχή της ουδετερότητας του φορολογικού συστήματος ΦΠΑ επιτάσσει την αντιστάθμιση της χρηματικής ζημίας που υπέστη ο υποκείμενος στον φόρο λόγω του γεγονότος ότι δεν είχε στη διάθεσή του [το] επίμαχο χρηματικό ποσό μέσω της καταβολής τόκων υπερημερίας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0008"><P>Βλ., ρητώς, αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131024">24ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Rafinăria Steaua Română</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑431/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:686">EU:C:2013:686</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0023">23</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0024">24</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110512">12ης Μαΐου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Enel Maritsa Iztok 3</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑107/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:298">EU:C:2011:298</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0051">51</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Υπό την έννοια αυτή, κατ’ αποτέλεσμα, και η απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200423">23ης Απριλίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>Sole-Mizo και Dalmandi Mezőgazdasági</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑13/18 και C‑126/18</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2020:292">EU:C:2020:292</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0036">36</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0029"><NO.P>29.</NO.P><TXT>Ως εκ τούτου, από το άρθρο 183 της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με την αρχή της ουδετερότητας, προκύπτει ότι ο υποκείμενος στον φόρο, όπως, εν προκειμένω, ο πρώτος διάδικος, έχει αξίωση καταβολής τόκων επί του μη καταβληθέντος πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><?PAGE NO="8"?><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">β)</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Τοκοφορία της αξιώσεως προς επιστροφή ΦΠΑ</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0030"><NO.P>30.</NO.P><TXT>Το ίδιο ισχύει, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, στην περίπτωση υποκειμένου στον φόρο ο οποίος –όπως εν προκειμένω η δεύτερη διάδικος– αρχικώς απέδωσε προσηκόντως τον ΦΠΑ και, λόγω μειώσεως της βάσεως επιβολής του φόρου δυνάμει του άρθρου 90 της οδηγίας ΦΠΑ, διαθέτει στη συνέχεια –ήτοι από την επέλευση της μειώσεως– αξίωση επιστροφής (το ούτω λεγόμενον πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ) έναντι του δικαιούχου του φόρου.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0031"><NO.P>31.</NO.P><TXT>Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο υποκείμενος στον φόρο επιβαρύνθηκε με υπερβάλλον ποσό ΦΠΑ το οποίο απέδωσε είτε έμμεσα μέσω του προμηθευτή του είτε απευθείας στο Δημόσιο. Επομένως, υπό το πρίσμα της αρχής της ουδετερότητας, η επιβάρυνση που συνδέεται με την καθυστερημένη συνεκτίμηση της μειώσεως της βάσεως επιβολής του φόρου σύμφωνα με το άρθρο 90 της οδηγίας ΦΠΑ ουδόλως διακρίνεται από την καθυστερημένη καταβολή τυχόν πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 183 της οδηγίας ΦΠΑ. Αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, σε περίπτωση μειώσεως της βάσεως επιβολής του φόρου<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0009"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20120719">19ης Ιουλίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>Littlewoods Retail Ltd κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑591/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:478">EU:C:2012:478</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0026">26</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, ότι <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0013" ID="QS0013"/>η κατ’ αρχήν υποχρέωση των κρατών μελών να επιστρέφουν εντόκως τα ποσά των εισπραχθέντων κατά παράβαση του δικαίου της Ένωσης φόρων απορρέει από το δίκαιο αυτό<QUOT.END REF.START="QS0013" CODE="00BB" ID="QE0013"/><NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0010"><P>Ομοίως –σχετικά, όμως, με περίπτωση του άρθρου 183 της οδηγίας ΦΠΑ–, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200423">23ης Απριλίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>Sole-Mizo και Dalmandi Mezőgazdasági</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑13/18 και C‑126/18</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2020:292">EU:C:2020:292</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0036">36</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0032"><NO.P>32.</NO.P><TXT>Συνεπώς, τα ποσά του ΦΠΑ τα οποία αρχικώς εισπράχθηκαν νομίμως και κατέστησαν επιστρεπτέα λόγω επιγενόμενης μειώσεως της βάσεως επιβολής του φόρου, καθόσον εξέλιπε η νόμιμη βάση της καταβολής, πρέπει επίσης να καταβληθούν εντόκως από το χρονικό αυτό σημείο.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">γ)</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Αποκλεισμός της τοκοφορίας βάσει του άρθρου 27 της οδηγίας περί επιστροφής;</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0033"><NO.P>33.</NO.P><TXT>Αντιθέτως προς ό,τι υποδηλώνεται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και προς όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, από το γράμμα του άρθρου 27, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας περί επιστροφής δεν μπορεί, απεναντίας, να συναχθεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείσουν την εν γένει τοκοφορία των απαιτήσεων αυτών. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής: <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0014" ID="QS0014"/>Εάν στην εθνική νομοθεσία δεν προβλέπεται η καταβολή τόκου όσον αφορά επιστροφές σε εγκατεστημένα πρόσωπα υποκείμενα στο φόρο, ο οφειλόμενος τόκος ισούται προς τον τόκο ή ισοδύναμη επιβάρυνση που εφαρμόζει το κράτος μέλος επιστροφής όσον αφορά τους τόκους υπερημερίας για την καταβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας από τους υποκείμενους στο φόρο<QUOT.END REF.START="QS0014" CODE="00BB" ID="QE0014"/>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0034"><NO.P>34.</NO.P><TXT>Η έκφραση <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0015" ID="QS0015"/>(ε)άν στην εθνική νομοθεσία δεν προβλέπεται η καταβολή τόκου<QUOT.END REF.START="QS0015" CODE="00BB" ID="QE0015"/> δεν σημαίνει ότι ο νομοθέτης αποδέχθηκε τη δυνατότητα παντελούς απουσίας από την εθνική νομοθεσία ρυθμίσεων περί επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου στους υποκειμένους στον φόρο.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0035"><NO.P>35.</NO.P><TXT>Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 της οδηγίας περί επιστροφής, πριν από τη θέσπισή της υπό τη σημερινή της μορφή, υπήρχε σοβαρό έλλειμμα κατά την ενσωμάτωση της κοινοτικής νομοθεσίας και την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών όσον αφορά την επιστροφή του ΦΠΑ στους υποκειμένους στον φόρο οι οποίοι δεν είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της χώρας. Προς αντιμετώπιση του ελλείμματος αυτού, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας περί επιστροφής, ενισχύθηκε η θέση των επιχειρήσεων. Προς<?PAGE NO="9"?> τούτο, στο άρθρο 27, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας περί επιστροφής προβλέφθηκε μια επικουρικώς εφαρμοζόμενη διάταξη η οποία δεσμεύει όλα τα κράτη μέλη. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, στην περίπτωση που δεν υφίσταται ρύθμιση περί τοκοφορίας για τις απαιτήσεις επιστροφής υποκειμένων στον φόρο μη εγκατεστημένων στο εκάστοτε κράτος μέλος, εφαρμόζονται οι κανόνες περί υπερημερίας έναντι του Δημοσίου.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0036"><NO.P>36.</NO.P><TXT>Η διάταξη αυτή που έχει επικουρική εφαρμογή σε μια ειδική περίπτωση (άρθρο 27, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας περί επιστροφής) επ’ ουδενί αποκλείει, όμως, την τοκοφορία στις λοιπές περιπτώσεις. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον η αρχή της ουδετερότητας (βλ. σημείο 28 ανωτέρω) επιτάσσει την τοκοφορία σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="4"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">δ)</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Ενδιάμεσο συμπέρασμα</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0037"><NO.P>37.</NO.P><TXT>Επομένως, από τα άρθρα 183 και 90 της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με την αρχή της ουδετερότητας, προκύπτει η υποχρέωση καταβολής τόκων του κράτους μέλους επί πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ και επί αξιώσεων προς επιστροφή φόρου λόγω μειώσεως της βάσεως επιβολής του φόρου.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">2.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Άμεσα εφαρμοστέα αξίωση καταβολής τόκων βάσει του άρθρου 183 ή του άρθρου 90 της οδηγίας ΦΠΑ σε συνδυασμό με την αρχή της ουδετερότητας;</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0038"><NO.P>38.</NO.P><TXT>Στη συνέχεια, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα άρθρα 183 και 90 της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με την αρχή της ουδετερότητας, παρέχουν άμεσα εφαρμοστέα αξίωση για καταβολή τόκων. Στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, όπως υποστηρίζει και η Δημοκρατία της Αυστρίας. Ασφαλώς, σύμφωνα με τα άρθρα 183 και 90 της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με την αρχή της ουδετερότητας, δεν αμφισβητείται ότι κατ’ αρχήν πρέπει να καταβληθεί τόκος. Οι ακριβείς λεπτομέρειες όμως –για παράδειγμα, το επιτόκιο ή το χρονικό σημείο ενάρξεως της τοκοφορίας– δεν ρυθμίζονται από το δίκαιο της Ένωσης.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0039"><NO.P>39.</NO.P><TXT>Απεναντίας, τα κράτη μέλη διαθέτουν διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό της τοκοφορίας<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0011"><P>Αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200423">23ης Απριλίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>Sole-Mizo και Dalmandi Mezőgazdasági</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑13/18 και C‑126/18</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2020:292">EU:C:2020:292</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0037">37</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131024">24ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Rafinăria Steaua Română</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑431/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:686">EU:C:2013:686</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0020">20</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> – <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0016" ID="QS0016"/>αυτονομία<QUOT.END REF.START="QS0016" CODE="00BB" ID="QE0016"/>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110728">28ης Ιουλίου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Ουγγαρίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑274/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:530">EU:C:2011:530</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0039">39</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110512">12ης Μαΐου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Enel Maritsa Iztok 3</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑107/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:298">EU:C:2011:298</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0033">33</REF.NP.ECR>, <REF.NP.ECR REF="NP0064">64</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20080710">10ης Ιουλίου 2008</DATE>, <NAME.CASE>Sosnowska</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑25/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2008:395">EU:C:2008:395</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0017">17</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Το ίδιο ισχύει για την τοκοφορία της αξιώσεως επιστροφής δυνάμει του άρθρου 90 της οδηγίας περί ΦΠΑ<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0012"><P>Bλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20120719">19ης Ιουλίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>Littlewoods Retail Ltd κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑591/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:478">EU:C:2012:478</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0040"><NO.P>40.</NO.P><TXT>Το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί επανειλημμένα τη διακριτική αυτή ευχέρεια. Κατά το Δικαστήριο, για παράδειγμα, ρύθμιση περί καταβολής του πιστωτικού υπολοίπου εντός προθεσμίας 45 ημερών από τη δήλωση του φόρου, μετά την παρέλευση της οποίας άρχεται η τοκοφορία, συνάδει προς το άρθρο 183 της οδηγίας ΦΠΑ<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0013"><P>Απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110512">12ης Μαΐου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Enel Maritsa Iztok 3</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑107/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:298">EU:C:2011:298</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0050">50</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0061">61</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0041"><NO.P>41.</NO.P><TXT>Επομένως, εναπόκειται στα κράτη μέλη να ρυθμίζουν στο εθνικό τους δίκαιο τις λεπτομέρειες της τοκοφορίας. Υπό το πρίσμα των διαφορετικών νομισματικών ζωνών που υφίστανται εντός της Ένωσης, με διαφορετικούς δείκτες πληθωρισμού και επιτόκια, το ουσιαστικό αυτό περιθώριο που<?PAGE NO="10"?> αφήνει η οδηγία ΦΠΑ είναι κατανοητό. Ως εκ τούτου, αποκλείεται η άμεση εφαρμογή του άρθρου 183 ή του άρθρου 90 της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με την αρχή της ουδετερότητας, για τη θεμελίωση συγκεκριμένης αξιώσεως καταβολής τόκων υπέρ του υποκειμένου στον φόρο.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">3.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Αναλογική εφαρμογή του άρθρου 27 της οδηγίας περί επιστροφής;</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0042"><NO.P>42.</NO.P><TXT>Ούτε η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 27 της οδηγίας περί επιστροφής –όπως προφανώς εκτιμά το αιτούν δικαστήριο με το τρίτο ερώτημά του– είναι δυνατή εν προκειμένω, σύμφωνα και με την άποψη που υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας. Βεβαίως, το άρθρο αυτό είναι αρκούντως ακριβές και λεπτομερές και, επομένως, θα μπορούσε αυτό καθεαυτό να τυγχάνει άμεσης εφαρμογής. Ωστόσο, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίσουν ορισμένη ρύθμιση περί καταβολής τόκων μόνο στις περιπτώσεις υποκειμένου στον φόρο ο οποίος είναι εγκατεστημένος στην αλλοδαπή και δεν πραγματοποιεί φορολογητέες πράξεις στο εσωτερικό της χώρας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0043"><NO.P>43.</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, η Αυστρία, παραλείποντας να μεταφέρει στο εσωτερικό της δίκαιο τον εν λόγω κανόνα καταβολής τόκων στην περίπτωση υποκειμένου στον φόρο εγκατεστημένου στο εσωτερικό της χώρας (ήτοι υποκειμένου στον φόρο που πραγματοποιεί φορολογητέες πράξεις στο εσωτερικό της χώρας), δεν παρέβη το άρθρο 27 της οδηγίας περί επιστροφής. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται εν προκειμένω ο σκοπός για την άμεση εφαρμογή οδηγίας. Ούτε δύναται ούτε επιβάλλεται να αποτραπεί το ενδεχόμενο να μπορεί το κράτος να αντλήσει όφελος από τη μη συμμόρφωσή του προς το δίκαιο της Ένωσης<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0014"><P>Βλ. ρητώς υπ’ αυτήν την έννοια αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20120124">24ης Ιανουαρίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>Dominguez</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑282/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:33">EU:C:2012:33</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19940714">14ης Ιουλίου 1994</DATE>, <NAME.CASE>Faccini Dori</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑91/92</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1994:292">EU:C:1994:292</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0022">22</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0023">23</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19860226">26ης Φεβρουαρίου 1986</DATE>, <NAME.CASE>Marshall</NAME.CASE> (<NO.CASE>152/84</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1986:84">EU:C:1986:84</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0049">49</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0044"><NO.P>44.</NO.P><TXT>Επιπλέον, δεν συντρέχει μη ηθελημένο νομοθετικό κενό ως προϋπόθεση για την αναλογική εφαρμογή. Όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω (σημεία 35 και 36), πριν από την εισαγωγή της οδηγίας περί επιστροφής υπό την παρούσα μορφή της υπήρχε σοβαρό έλλειμμα στη διαδικασία επιστροφής του ΦΠΑ προς υποκειμένους στον φόρο μη εγκατεστημένους στο εσωτερικό της χώρας. Εντούτοις, για τους εγκατεστημένους στο εσωτερικό της χώρας υποκειμένους στον φόρο ο νομοθέτης δεν φαίνεται να θεώρησε ότι υφίσταται τέτοιο έλλειμμα, διαφορετικά δεν θα είχε περιοριστεί στη ρύθμιση μόνον της συγκεκριμένης ειδικής περιπτώσεως.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0045"><NO.P>45.</NO.P><TXT>Άλλωστε, η αναλογική εφαρμογή μη σχετικής οδηγίας θα σήμαινε εν προκειμένω ότι δεν γίνεται σεβαστή η αξιολόγηση στην οποία προέβη ο νομοθέτης της Ένωσης στο πλαίσιο της οδηγίας ΦΠΑ. Ο νομοθέτης, κατά τη διατύπωση των άρθρων 183 και 90 της οδηγίας ΦΠΑ, άφησε στα κράτη μέλη την εφαρμογή καθώς και την τοκοφορία του πιστωτικού υπολοίπου ΦΠΑ και της αξιώσεως προς επιστροφή φόρου. Το Δικαστήριο κάνει λόγο για διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0015"><P>Αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110728">28ης Ιουλίου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Ουγγαρίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑274/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:530">EU:C:2011:530</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0039">39</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110512">12ης Μαΐου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Enel Maritsa Iztok 3</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑107/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:298">EU:C:2011:298</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0033">33</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0064">64</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20080710">10ης Ιουλίου 2008</DATE>, <NAME.CASE>Sosnowska</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑25/07</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2008:395">EU:C:2008:395</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0017">17</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20011025">25ης Οκτωβρίου 2001</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Ιταλίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑78/00</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2001:579">EU:C:2001:579</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0032">32</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Τη διακριτική αυτή ευχέρεια θα καταστρατηγούσε η κατ’ αναλογίαν εφαρμογή του άρθρου 27 της οδηγίας περί επιστροφής.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><?PAGE NO="11"?><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="ITALIC">4.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="ITALIC">Ενδιάμεσο συμπέρασμα</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0046"><NO.P>46.</NO.P><TXT>Από τα άρθρα 183 και 90 της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με την αρχή της ουδετερότητας, δεν προκύπτει άμεσα εφαρμοστέα ρύθμιση περί καταβολής τόκων υπέρ του υποκειμένου στον φόρο. Συναφώς, οι διατάξεις αυτές δεν είναι αρκούντως ακριβείς όσον αφορά το επιτόκιο και το χρονικό σημείο ενάρξεως της τοκοφορίας. Γεγονός παραμένει πάντως ότι τα άρθρα 183 και 90 της οδηγίας ΦΠΑ, σε συνδυασμό με την αρχή της ουδετερότητας, επιτάσσουν τη θέσπιση ρυθμίσεως περί καταβολής τόκων. Ούτε είναι δυνατή η κατ’ αναλογίαν εφαρμογή του άρθρου 27 της οδηγίας περί επιστροφής.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Γ.</HT></HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Όρια της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών κατά τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη: αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας</HT></HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0047"><NO.P>47.</NO.P><TXT>Συνεπώς, δεδομένου ότι η οδηγία ΦΠΑ δεν προβλέπει άμεσα εφαρμοστέα ρύθμιση περί καταβολής τόκων, η διαμόρφωση αξιώσεως περί τόκων υπάγεται κατ’ αρχήν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, τα κράτη μέλη διαθέτουν, συναφώς, διακριτική ευχέρεια<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0016"><P>Αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200423">23ης Απριλίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>Sole-Mizo και Dalmandi Mezőgazdasági</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑13/18 και C‑126/18</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2020:292">EU:C:2020:292</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0037">37</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131024">24ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Rafinăria Steaua Română</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑431/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:686">EU:C:2013:686</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0020">20</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> – <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0017" ID="QS0017"/>αυτονομία<QUOT.END REF.START="QS0017" CODE="00BB" ID="QE0017"/>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110728">28ης Ιουλίου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Ουγγαρίας</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑274/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:530">EU:C:2011:530</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0039">39</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20110512">12ης Μαΐου 2011</DATE>, <NAME.CASE>Enel Maritsa Iztok 3</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑107/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2011:298">EU:C:2011:298</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0029">29</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE> και μπορούν να καθορίζουν τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής της αξιώσεως καταβολής τόκων.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0048"><NO.P>48.</NO.P><TXT>Πάντως, οι κανόνες εφαρμογής της επιστροφής δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από αυτούς που διέπουν παρεμφερείς καταστάσεις εσωτερικής φύσεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να διαμορφώνονται κατά τρόπους που να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας)<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0017"><P>Αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200716">16ης Ιουλίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>UR (Υπαγωγή των δικηγόρων σε ΦΠΑ)</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑424/19</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2020:581">EU:C:2020:581</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0025">25</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200304">4ης Μαρτίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>Telecom Italia</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑34/19</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2020:148">EU:C:2020:148</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0058">58</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20140710">10ης Ιουλίου 2014</DATE>, <NAME.CASE>Impresa Pizzarotti</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑213/13</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2014:2067">EU:C:2014:2067</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0054">54</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131024">24ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Rafinăria Steaua Română</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑431/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:686">EU:C:2013:686</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0020">20</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100121">21ης Ιανουαρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Alstom Power Hydro</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑472/08</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:32">EU:C:2010:32</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0017">17</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20090903">3ης Σεπτεμβρίου 2009</DATE>, <NAME.CASE>Fallimento Olimpiclub</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑2/08</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:506">EU:C:2009:506</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0024">24</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0049"><NO.P>49.</NO.P><TXT>Οι αρχές αυτές ασκούν επιρροή στην εφαρμογή και ερμηνεία του εθνικού δικαίου από τα εθνικά δικαστήρια. Πράγματι, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης –εν προκειμένω της οδηγίας ΦΠΑ– αποφασίζοντας εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως να μην ακολουθήσει τη μέχρι τούδε ερμηνεία, εφόσον η ερμηνεία αυτή δεν συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0018"><P>Βλ., ρητώς, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200716">16ης Ιουλίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>UR (υπαγωγή των δικηγόρων σε ΦΠΑ)</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑424/19</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2020:581">EU:C:2020:581</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0030">30</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>)· βλ. αντίστοιχα αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200304">4ης Μαρτίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>Telecom Italia</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑34/19</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2020:148">EU:C:2020:148</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0061">61</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200305">5ης Μαρτίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>OPR-Finance</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑679/18</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2020:167">EU:C:2020:167</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0044">44</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Πρβλ. επίσης αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20140710">10ης Ιουλίου 2014</DATE>, <NAME.CASE>Impresa Pizzarotti</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑213/13</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2014:2067">EU:C:2014:2067</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0054">54</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131024">24ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Rafinăria Steaua Română</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑431/12</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:686">EU:C:2013:686</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0020">20</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20100121">21ης Ιανουαρίου 2010</DATE>, <NAME.CASE>Alstom Power Hydro</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑472/08</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2010:32">EU:C:2010:32</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0017">17</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>. Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη το σύνολο του εθνικού δικαίου προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον αυτό μπορεί να εφαρμοσθεί με τρόπο που δεν οδηγεί σε αποτέλεσμα αντιβαίνον στο δίκαιο της Ένωσης<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0019"><P>Ομοίως αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200304">4ης Μαρτίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>Telecom Italia</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑34/19</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2020:148">EU:C:2020:148</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0059">59</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20161108">8ης Νοεμβρίου 2016</DATE>, <NAME.CASE>Ognyanov</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑554/14</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2016:835">EU:C:2016:835</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0059">59</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0066">66</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0050"><NO.P>50.</NO.P><TXT>Τούτο προϋποθέτει ωστόσο ότι το δικαστήριο διαθέτει τη δυνατότητα αυτή. Κατά το αιτούν δικαστήριο, όμως, το γράμμα, ο σκοπός και η οικονομία των άρθρων 205 και 205a του ΒΑΟ αποκλείουν την εφαρμογή τους <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0018" ID="QS0018"/>επί καθυστερημένης πιστώσεως απαιτήσεων ΦΠΑ<QUOT.END REF.START="QS0018" CODE="00BB" ID="QE0018"/>. Εντούτοις,<?PAGE NO="12"?> θα μπορούσε ενδεχομένως να εξετασθεί η συνάδουσα προς το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία ή η κατ’ αναλογίαν εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Η έλλειψη ρυθμίσεως σχετικά με την καταβολή υπερβάλλοντος ποσού ΦΠΑ θα μπορούσε να συνιστά μη ηθελημένο νομοθετικό κενό. Το κενό αυτό θα μπορούσε να καλυφθεί για τη δεύτερη διάδικο, για παράδειγμα, με την κατ’ αναλογίαν εφαρμογή των κανόνων περί καταβολής τόκων που ισχύουν για άλλα είδη φόρων (π.χ. του άρθρου 205 του ΒΑΟ), σύμφωνα με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0051"><NO.P>51.</NO.P><TXT>Όσον αφορά τον πρώτο διάδικο: το γεγονός ότι συνεπεία ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος μειώνεται ο οφειλόμενος φόρος ή αυξάνεται το δικαίωμα προς έκπτωση φόρου εισροών, δεν είναι καθοριστικό για το πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ που προκύπτει εκ του λόγου αυτού (ήτοι από τη διαφορά που προβλέπεται στο άρθρο 183 της οδηγίας ΦΠΑ). Επομένως, είναι δυνατόν να γίνει δεκτή εν προκειμένω η διασταλτική, συνάδουσα προς το δίκαιο της Ένωσης, ερμηνεία του άρθρου 205a του ΒΑΟ, σύμφωνα με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0052"><NO.P>52.</NO.P><TXT>Δεδομένου, όμως, ότι δεν επιδέχεται κάθε εθνικό δίκαιο ερμηνείας συνάδουσας προς το δίκαιο της Ένωσης, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την υποχρέωση αποζημιώσεως που υπέχουν τα κράτη μέλη σε περίπτωση παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης<NOTE TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING="ARAB" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0020"><P>Πρβλ. αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20120124">24ης Ιανουαρίου 2012</DATE>, <NAME.CASE>Dominguez</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑282/10</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2012:33">EU:C:2012:33</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0042">42</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0043">43</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20060704">4ης Ιουλίου 2006</DATE>, <NAME.CASE>Αδενέλερ κ.λπ.</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑212/04</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2006:443">EU:C:2006:443</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0112">112</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>), και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19940714">14ης Ιουλίου 1994</DATE>, <NAME.CASE>Faccini Dori</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑91/92</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1994:292">EU:C:1994:292</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0027">27</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</P></NOTE>, μόνον το αιτούν δικαστήριο μπορεί, εν τέλει, να αποφανθεί σχετικά.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0053"><NO.P>53.</NO.P><TXT>Λαμβανομένης υπόψη της αρνητικής απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, παρέλκει η χωριστή απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">VI.</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Πρόταση</HT></TXT></NP></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0054"><NO.P>54.</NO.P><TXT>Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία) ως εξής:</TXT><P>Από το δίκαιο της Ένωσης, εν προκειμένω από το άρθρο 183 και το άρθρο 90 της οδηγίας ΦΠΑ σε συνδυασμό με την αρχή της ουδετερότητας, προκύπτουν τα ακόλουθα: πιστωτικό υπόλοιπο ΦΠΑ κατά την έννοια του άρθρου 183 της οδηγίας ΦΠΑ καθώς επίσης αξίωση επιστροφής απορρέουσα από τη διόρθωση της βάσεως επιβολής του φόρου δυνάμει του άρθρου 90 της οδηγίας ΦΠΑ, γεννούν κατ’ αρχήν υποχρέωση καταβολής τόκων εάν δεν καταβληθούν εντός εύλογης προθεσμίας. Ωστόσο, δεν υφίσταται άμεσα εφαρμοστέα ρύθμιση οδηγίας σχετικά με τη συγκεκριμένη καταβολή τόκων για τις αξιώσεις αυτές. Επομένως, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να πράξει οτιδήποτε υπάγεται στην αρμοδιότητά του ώστε να καταλήξει σε αποτέλεσμα που να συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης, παραδείγματος χάριν με αναλογική εφαρμογή ή με διασταλτική, συνάδουσα προς το δίκαιο της Ένωσης, ερμηνεία του εθνικού δικαίου.</P></NP.ECR></GR.SEQ></CONTENTS.CONCLUSION></CONCLUSION>