32001L0035

Οδηγία 2001/35/ΕΚ της Επιτροπής, της 11ης Μαΐου 2001, για την τροποποίηση των παραρτημάτων της οδηγίας 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων ορίων για τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων πάνω και μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 136 της 18/05/2001 σ. 0042 - 0048


Οδηγία 2001/35/ΕΚ της Επιτροπής

της 11ης Μαΐου 2001

για την τροποποίηση των παραρτημάτων της οδηγίας 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων ορίων για τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων πάνω και μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

την οδηγία 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων πάνω και μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων των οπωροκηπευτικών(1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2000/82/ΕΚ της Επιτροπής(2), και ιδίως το άρθρο 7,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Η οδηγία 2000/42/ΕΚ της Επιτροπής(3), καθόρισε τα ανώτατα όρια υπολειμμάτων (ΑΟΥ) όσον αφορά τους συνδυασμούς φυτοφαρμάκων/τροφίμων που είχαν μείνει "ανοιχτοί" στις οδηγίες του Συμβουλίου 94/29/ΕΚ(4), 94/30/ΕΚ(5), 95/38/ΕΚ(6), 95/39/ΕΚ(7), 96/32/ΕΚ(8), 96/33/ΕΚ(9) και στην οδηγία 98/82/ΕΚ της Επιτροπής(10). Οι ανωτέρω εγγραφές που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα των οδηγιών παρέμειναν "ανοικτές" ή καθορίστηκαν σε προσωρινή βάση, διότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούσαν, κατά την ημερομηνία έγκρισής τους, για την αιτιολόγηση του καθορισμού των ανωτάτων ορίων υπολειμμάτων σε κοινοτικό επίπεδο έως την 1η Ιουλίου 2000. Με τον καθορισμό της προθεσμίας, ο στόχος ήταν να δοθεί στα ενδιαφερόμενα μέρη αρκετός χρόνος για την παροχή των αναγκαίων στοιχείων για την ενδεχόμενη έγκριση, στις αιτιολογημένες περιπτώσεις, των ανωτάτων ορίων υπολειμμάτων υψηλότερων από το κατώτερο όριο αναλυτικού προσδιορισμού σε κοινοτικό επίπεδο. Κατά την περίοδο πριν από την λήξη της προθεσμίας, τα διαθέσιμα στοιχεία αξιολογήθηκαν και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν κρίθηκαν κατάλληλα για την αιτιολόγηση του καθορισμού ανωτάτων ορίων υπολειμμάτων υψηλότερων από το όριο του αναλυτικού προσδιορισμού.

(2) Μετά τη δημοσίευση της οδηγίας 2000/42/ΕΚ, η Επιτροπή έλαβε αιτήσεις που συνοδεύονταν από συμπληρωματικά στοιχεία για την επανεξέταση των επιπέδων στα οποία τα ΑΟΥ έχουν καθοριστεί για ορισμένους συνδυασμούς φυτοφαρμάκων/τροφίμων δυνάμει της οδηγίας 2000/42/ΕΚ. Οι αιτήσεις και τα στοιχεία επανεξετάστηκαν και, για ορισμένους συνδυασμούς, τα στοιχεία επαρκούσαν για να αιτιολογηθεί ο καθορισμός ΑΟΥ πάνω από το κατώτερο όριο αναλυτικού προσδιορισμού. Για άλλους συνδυασμούς τα διαθέσιμα στοιχεία παραμένουν ανεπαρκή και ενδείκνυται να καθοριστούν τα ανώτατα όρια υπολειμμάτων στο κατώτερο όριο αναλυτικού προσδιορισμού. Για άλλους συνδυασμούς τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα τώρα επαρκούν για να αποδειχθεί ότι ο καθορισμός ανώτατου ορίου υπολειμμάτων υψηλότερου από το κατώτερο όριο αναλυτικού προσδιορισμού μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υπερβολική ή χρόνια έκθεση του καταναλωτή στα υπολείμματα. Στις περιπτώσεις αυτές, τα ανώτατα όρια υπολειμμάτων πρέπει να παραμένουν σταθερά στο κατώτερο όριο αναλυτικού προσδιορισμού.

(3) Η έκθεση των καταναλωτών καθόλη τη διάρκεια της ζωής τους στα φυτοφάρμακα αυτά, μέσω τροφίμων τα οποία μπορεί να περιέχουν υπολείμματα των φυτοφαρμάκων αυτών που προκύπτουν από τις χρήσεις τους για φυτοπροστασία και ενδεχομένως για την κτηνιατρική, εκτιμήθηκε και αξιολογήθηκε σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις πρακτικές που χρησιμοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα λαμβανομένων υπόψη των κατευθυντήριων γραμμών που δημοσιεύτηκαν από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας(11) και υπολογίστηκε ότι τα ανώτατα όρια υπολειμμάτων που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία δεν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρβαση των επιτρεπόμενων καθημερινών δόσεων.

(4) Η υπερβολική έκθεση των καταναλωτών στα φυτοφάρμακα αυτά μέσω των ειδών διατροφής που μπορεί να περιέχουν υπολείμματα των εν λόγω φυτοφαρμάκων εκτιμήθηκε και αξιολογήθηκε σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις πρακτικές που χρησιμοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, λαμβανομένων υπόψη των κατευθυντηρίων γραμμών που δημοσιεύθηκαν από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Υπολογίστηκε ότι τα ανώτατα όρια υπολειμμάτων που καθορίστηκαν για τις ανοικτές θέσεις στην παρούσα οδηγία δεν έχουν σοβαρές τοξικές συνέπειες.

(5) Έχει ζητηθεί η γνώμη των εμπορικών εταίρων της Κοινότητας σχετικά με τα όρια που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και έχουν ληφθεί υπόψη οι παρατηρήσεις τους σχετικά με τα όρια αυτά.

(6) Έχουν ληφθεί υπόψη οι γνώμες της επιστημονικής επιτροπής φυτών, ιδίως οι συμβουλές και οι συστάσεις σχετικά με την προστασία των καταναλωτών από τα τρόφιμα τα οποία έχουν υποστεί επεξεργασία με φυτοφάρμακα. Η μεθοδολογία που περιγράφεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας που αναφέρεται ανωτέρω, η οποία έχει εφαρμοστεί από τα κράτη μέλη εισηγητές και έχει ελεγχθεί και αξιολογηθεί από την Επιτροπή στο πλαίσιο της μόνιμης φυτοϋγειονομικής επιτροπής, είναι σύμφωνη με τις κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν από την επιστημονική επιτροπή φυτών(12).

(7) Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης φυτοϋγειονομικής επιτροπής,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τα ανώτατα όρια για τα υπολείμματα του παραρτήματος της παρούσας οδηγίας αντικαθιστούν εκείνα που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 90/642/ΕΟΚ για τα εν λόγω φυτοφάρμακα.

Άρθρο 2

Τα κράτη μέλη θέττουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από τις 30 Ιουνίου 2001. Πληροφορούν αμέσεως την Επιτροπή σχετικά.

Εφαρμόζουν τα μέτρα αυτά από την 1η Ιουλίου 2001.

Άρθρο 3

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευση τους. Οι λεπτομέρειες για την αναφορά αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

Άρθρο 4

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 5

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 11 Μαΐου 2001.

Για την Επιτροπή

David Byrne

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ L 350 της 14.12.1990, σ. 71.

(2) ΕΕ L 3 της 6.1.2001, σ. 18.

(3) ΕΕ L 158 της 30.6.2000, σ. 51.

(4) ΕΕ L 189 της 23.7.1994, σ. 67.

(5) ΕΕ L 189 της 23.7.1994, σ. 70.

(6) ΕΕ L 197 της 22.8.1995, σ. 14.

(7) ΕΕ L 197 της 22.8.1995, σ. 29.

(8) ΕΕ L 144 της 18.6.1996, σ. 12.

(9) ΕΕ L 144 της 18.6.1996, σ. 35.

(10) ΕΕ L 290 της 29.10.1998, σ. 25.

(11) Κατευθυντήριες γραμμές για την πρόβλεψη της λήψης υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων μέσω της διατροφής (αναθεωρημένες) που καταρτίστηκαν από το GEMS/Food Programme σε συνεργασία με την επιτροπή του Codex για τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων, που δημοσιεύθηκαν από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας το 1997 (WHO/FSF/FOS/97.7).

(12) SCP/RESI/021· SCP/RESI/024.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

Σημείωση:

Για να διευκολυνθεί ο αναγνώστης, τα ΑΟΥ απεικονίζονται με έντονα στοιχεία όταν αφορούν αλλαγές σχετικά με τα ΑΟΥ των παραρτημάτων των οδηγιών που προηγούνται της οδηγίας 2000/42/ΕΚ της Επιτροπής· όταν απεικονίζονται με κανονικά στοιχεία, αφορούν υπάρχοντα ΑΟΥ.