<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><CONCLUSION NNC="YES" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-05.00-20081231.xd"><BIB.CONCLUSION><REF.CASE FILE="ECRCJ2004ELA.0200133301.case.xml"><NO.CASE>C-95/01</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>62001C0095</NO.CELEX><NO.SEQ>0003.0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST.ECR>1335</PAGE.FIRST.ECR><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST.ECR>1351</PAGE.LAST.ECR><PAGE.TOTAL>17</PAGE.TOTAL></BIB.CONCLUSION><CURR.TITLE><LEFT>ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ MISCHO — ΥΠΟΘΕΣΗ C-95/01</LEFT><RIGHT>GREENHAM και ABEL</RIGHT></CURR.TITLE><CONTENTS.CONCLUSION><TITLE><TI><P><HT TYPE="UC">Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα</HT></P><P><HT TYPE="UC">Jean Mischo</HT></P><P>της <DATE ISO="20020516">16ης Μαΐου 2002</DATE><NOTE NOTE.ID="E0001" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.</P></NOTE></P></TI></TITLE><NP><NO.P>1.</NO.P><TXT>Το tribunal de grande instance de Paris (Γαλλία) μας ερωτά αν τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ δεν επιτρέπουν εθνική νομοθεσία που απαγορεύει την εμπορία ενός συμπληρώματος διατροφής που πωλείται νομίμως εντός άλλου κράτους μέλους.</TXT></NP><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>Ι —</NO.P><TXT>Το νομικό πλαίσιο τη διαφοράς</TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P>Α —</NO.P><TXT>Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>2.</NO.P><TXT>Δεν υφίσταται κοινοτική νομοθεσία καθορίζουσα τους όρους προσθήκης θρεπτικών ουσιών στα συνήθη τρόφιμα. Όσον αφορά τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή, ορισμένα από αυτά έχουν αποτελέσει το αντικείμενο οδηγιών που εξέδωσε η Επιτροπή βάσει της οδηγίας 89/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της <DATE ISO="19890503">3ης Μαΐου 1989</DATE>, για την προσέγγιση raw νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή<NOTE NOTE.ID="E0002" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="186" DATE.PUB="1989" PAGE.FIRST="27">EE L 186, σ. 27</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE>. Πρόκειται για προϊόντα όπως τα τρόφιμα για βρέφη, τα υποκατάστατα γευμάτων, τα τρόφιμα χωρίς γλουτίνη ή τα τρόφιμα για αθλούμενους.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><NP><NO.P>Β —</NO.P><TXT>Οι εθνικές διατάξεις</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>3.</NO.P><TXT>Η γαλλική ρύθμιση που εφαρμόζεται στην εμπορία των συμπληρωμάτων διατροφής και των συνήθων τροφίμων εμπλουτισμένων με βιταμίνες, ανόργανα στοιχεία και άλλα θρεπτικά συστατικά, όπως τα αμινοξέα, είναι το διάταγμα της <DATE ISO="19120415">15ης Απριλίου 1912</DATE>, το οποίο εκδόθηκε προς εφαρμογήν του νόμου της <DATE ISO="19050801">1ης Αυγούστου 1905</DATE> περί απάτης και νοθείας στον τομέα των προϊόντων ή των υπηρεσιών, όσον αφορά τα τρόφιμα και ειδικώς τα κρέατα, αλλαντικά, φρούτα, λαχανικά, ψάρια και κονσέρβες.</TXT></NP><?PAGE NO="I-1336"?><NP><NO.P>4.</NO.P><TXT>Βάσει του άρθρου 1 του εν λόγω διατάγματος, ως έχει κατόπιν του διατάγματος 73-138, της <DATE ISO="19730212">12ης Φεβρουαρίου 1973</DATE>:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0001" REF.END="QE0001" CODE="00AB"/>Απαγορεύεται η κατοχή με σκοπό την πώληση, η διάθεση ή η πώληση των εμπορευμάτων και τροφίμων που προορίζονται προς βρώση όταν στα εν λόγω εμπορεύματα και τρόφιμα έχουν προστεθεί χημικά προϊόντα πέραν εκείνων η χρήση των οποίων χαρακτηρίστηκε νόμιμη με τις αποφάσεις που έλαβαν από κοινού ο Υπουργός Γεωργίας και Γεωργικής Ανάπτυξης, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο Υπουργός Βιομηχανικής και Επιστημονικής Ανάπτυξης και ο Υπουργός Δημόσιας Υγείας, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Conseil supérieur d'hygiène publique de France [Ανώτατου Συμβουλίου Δημόσιας Υγιεινής της Γαλλίας (στο εξής : CSHPF)] και της Εθνικής Ακαδημίας Ιατρικής.<QUOT.END ID="QE0001" REF.START="QS0001" CODE="00BB"/></P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>5.</NO.P><TXT>Το διάταγμα 99-242, της <DATE ISO="19990326">26ης Μαρτίου 1999</DATE>, τροποποίησε αυτό το διάταγμα υποκαθιστώντας τη γνώμη της agence de sécurité sanitaire des aliments [υπηρεσίας υγειονομικής ασφάλειας των τροφίμων] (στο εξής : AFFSA) στη γνώμη της CSHPF και σ' αυτήν της Academie nationale de médecine.</TXT></NP><NP><NO.P>6.</NO.P><TXT>Το διάταγμα 97-964, της <DATE ISO="19971014">14ης Οκτωβρίου 1997</DATE>, ενσωματώθηκε στο διάταγμα της <DATE ISO="19120415">15ης Απριλίου 1912</DATE> και ορίζει για πρώτη φορά όλα τα συμπληρώματα διατροφής ως:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0002" REF.END="QE0002" CODE="00AB"/>προϊόντα προοριζόμενα να λαμβάνονται από το στόμα ως συμπληρώματα συνήθους διατροφής προς αντιμετώπιση της πραγματικής ή υποτιθέμενης ανεπάρκειας των ημερησίως λαμβανομένων αναγκαίων ουσιών<QUOT.END ID="QE0002" REF.START="QS0002" CODE="00BB"/>.</P></QUOT.S></P></NP></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>ΙΙ —</NO.P><TXT>Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>7.</NO.P><TXT>Οι Greenham και Abel, κατηγορούμενοι της κύριας δίκης και συνδιαχειριστές της εταιρίας NSA France SARL (στο εξής NSA France), διώκονται διότι διέπραξαν δύο παραβάσεις στο Παρίσι κατά το 1998 και, εν πάση περιπτώσει, στη γαλλική επικράτεια από ακαθορίστου χρονικού σημείου. Τους προσάπτεται, αφενός, ότι εξέθεσαν προς πώληση και πώλησαν νοθευμένα τρόφιμα διαθέτοντας στο εμπόριο συμπληρώματα διατροφής (<QUOT.START ID="QS0003" REF.END="QE0003" CODE="00AB"/>Juice + ανάμεικτα φρούτα και λαχανικά<QUOT.END ID="QE0003" REF.START="QS0003" CODE="00BB"/>), στα οποία είχαν προστεθεί η ουσία <QUOT.START ID="QS0004" REF.END="QE0004" CODE="00AB"/>συνένζυμο Q10<QUOT.END ID="QE0004" REF.START="QS0004" CODE="00BB"/>, χημική ουσία της οποίας η προσθήκη στην ανθρώπινη διατροφή δεν επιτρέπεται στη Γαλλία, και βιταμίνες των οποίων οι ποσότητες υπερβαίνουν τις ημερησίως λαμβανόμενες αναγκαίες ουσίες που συνιστώνται ή ξεπερνούν τα όρια ασφαλείας που έχει καθορίσει η CSHPF. Διώκονται, αφετέρου, διότι παραπλάνησαν τους καταναλωτές, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσιώδη ποιότητα των προϊόντων, διαθέτοντας στο εμπόριο υποκατάστατα γευμάτων (<QUOT.START ID="QS0005" REF.END="QE0005" CODE="00AB"/>Juice + Lite, άρωμα σοκολάτας και άρωμα βανίλιας<QUOT.END ID="QE0005" REF.START="QS0005" CODE="00BB"/>), τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις ισχύουσες κανονιστικές προδιαγραφές σε σχέση με την οδηγία 96/8/ΕΚ της Επιτροπής, της <DATE ISO="19960226">26ης Φεβρουαρίου 1996</DATE>, σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν σε δίαιτες μειωμένων θερμίδων για απώλεια βάρους<NOTE NOTE.ID="E0003" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="055" DATE.PUB="1996" PAGE.FIRST="22">ΕΕ L 55, σ. 22</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE>, λόγω ιδίως παραγωγής θερμίδων χαμηλότερης από τα καθοριζόμενα με τη ρύθμιση όρια και ανεπάρκειας ορισμένων ανόργανων στοιχείων.</TXT></NP><?PAGE NO="I-1337"?><NP><NO.P>8.</NO.P><TXT>Οι διώξεις αυτές ασκήθηκαν κατόπιν μιας σειράς δειγματοληψιών που πραγματοποιήθηκαν από την direction générale de la concurrence, de la consomation et de la répression des fraudes [γενική διεύθυνση ανταγωνισμού, καταναλώσεως και καταστολής των απατών] (στο εξής: DGCCRF) στα ανωτέρω προϊόντα τα οποία εμπορεύεται στη Γαλλία η NSA France. Τα εργαστήρια της DGCCRF κατέληξαν ότι τα προϊόντα δεν ανταποκρίνονται στις σχετικές ρυθμίσεις.</TXT></NP><NP><NO.P>9.</NO.P><TXT>Οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης υποστήριξαν, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ότι τα επίμαχα προϊόντα βρίσκονταν ήδη σε κυκλοφορία εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, και ειδικότερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους, ότι το συνένζυμο Q10 κυκλοφορεί ελεύθερα στην Ισπανία από το 1995, καθώς και στην Ιταλία, και ότι κυκλοφορεί πάντοτε ελεύθερα κατά το 2000 στη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά συνέπεια, προέβαλαν ότι οι γαλλικές αρχές δεν μπορούν να αντιταχθούν στην ελεύθερη κυκλοφορία και στην εμπορία των εν λόγω προϊόντων.</TXT></NP><NP><NO.P>10.</NO.P><TXT>Το tribunal de grande instance de Paris, κρίνοντας ότι η απόφαση επί της υποθέσεως της οποίας επελήφθη απαιτεί την ερμηνεία των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0006" REF.END="QE0006" CODE="00AB"/>Έχουν τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία και διάθεση στο εμπόριο συμπληρώματος διατροφής που πωλείται νομίμως εντός άλλου κράτους μέλους;<QUOT.END ID="QE0006" REF.START="QS0006" CODE="00BB"/></P></QUOT.S></P></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>ΙΙΙ —</NO.P><TXT>Ανάλυση</TXT></NP></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Προκαταρκτικές παρατηρήσεις</P></TI></TITLE><NP><NO.P>11.</NO.P><TXT>Κατόπιν ορισμένων ισχυρισμών ή αιτημάτων που διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, ενδείκνυνται τρεις εκ προοιμίου παρατηρήσεις.</TXT></NP><NP><NO.P>12.</NO.P><TXT>Πρώτον, η Γαλλική Κυβέρνηση διερωτάται ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής, εν προκειμένω, του άρθρου 28 ΕΚ. Η εν λόγω Κυβέρνηση θεωρεί, αφενός, ότι το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρει δραστηριότητες εισαγωγής εκ μέρους των Greenham και Abel.</TXT></NP><NP><NO.P>13.</NO.P><TXT>Υπενθυμίζει, αφετέρου, ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα εθνικό μέτρο δεν εμπίπτει σ' αυτή τη διάταξη παρά μόνο στο μέτρο που εφαρμόζεται σε καταστάσεις οι οποίες έχουν ένα συνδετικό στοιχείο με την εισαγωγή εμπορευμάτων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο<NOTE NOTE.ID="E0004" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ. τις αποφάσεις της <DATE ISO="19821215">15ης Δεκεμβρίου 1982</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="286/81" YEAR="1982" PAGE.ECR="4575">286/81, Oosthoek's Uitgeversmaatschappij (Συλλογή 1982, σ. 4575, σκέψη 9)</REF.DOC.ECR>, της <DATE ISO="19870218">18ης Φεβρουαρίου 1987</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="98/86" YEAR="1987" PAGE.ECR="809">98/86, Mathot (Συλλογή 1987, σ. 809, σκέψεις 3 και 7 έως 9)</REF.DOC.ECR>, και της <DATE ISO="20001205">5ης Δεκεμβρίου 2000</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-448/98" YEAR="2000" PAGE.ECR="I-10663">C-448/98, Guimont (Συλλογή 2000, σ. I-10663, σκέψη 21)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>.</TXT></NP><?PAGE NO="I-1338"?><NP><NO.P>14.</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, αναφερόμενη στην απόφαση της <DATE ISO="20000518">18ης Μαΐου 2000</DATE>, Rombi και Arkopharma<NOTE NOTE.ID="E0005" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-107/97" YEAR="2000" PAGE.ECR="I-3367">C-107/97 (Συλλογή 2000, σ. Ι-3367)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 72, ότι <QUOT.START ID="QS0007" REF.END="QE0007" CODE="00AB"/>δεν παρασχέθηκε στο Δικαστήριο η δυνατότητα να εκτιμήσει αν οι κανόνες και οι αρχές που απορρέουν από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων έχουν εφαρμογή σε δραστηριότητα όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη<QUOT.END ID="QE0007" REF.START="QS0007" CODE="00BB"/> για τον λόγο ότι <QUOT.START ID="QS0008" REF.END="QE0008" CODE="00AB"/>από τη δικογραφία της υποθέσεως της κύριας δίκης δεν προκύπτει ότι η Arkopharma άσκησε δραστηριότητα εισαγωγής ή εξαγωγής των επίμάχων προϊόντων<QUOT.END ID="QE0008" REF.START="QS0008" CODE="00BB"/>, η Γαλλική Κυβέρνηση διατυπώνει τις παρατηρήσεις της υπό την επιφύλαξη ότι το αιτούν δικαστήριο θα επαληθεύσει αν πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση του άρθρου 28 ΕΚ.</TXT></NP><NP><NO.P>15.</NO.P><TXT>Από τις γραπτές παρατηρήσεις των Greenham και Abel φαίνεται όντως να προκύπτει ότι έχουν εισαγάγει τα επίμαχα προϊόντα από το Ηνωμένο Βασίλειο. Πράγματι, στις παρατηρήσεις αυτές εκτίθεται ότι <QUOT.START ID="QS0009" REF.END="QE0009" CODE="00AB"/>στις <DATE ISO="19980323">23 Μαρτίου 1998</DATE>, η [DGCCRF] πραγματοποίησε έλεγχο εντός της Société NSA France (National Safety Association) <HT TYPE="ITALIC">η οποία διανέμει προϊόντα προερχόμενα από τη Société NSA International, εταιρία βρετανικού δικαίου</HT> της οποίας η έδρα είναι στο Camberlay — Surrey, 80 Park Street<QUOT.END ID="QE0009" REF.START="QS0009" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0006" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Η υπογράμμιση δική μου.</P></NOTE>. Εξάλλου, από τη μηνυτήρια αναφορά της DGCCRF, της <DATE ISO="19981230">30ής Δεκεμβρίου 1998</DATE>, προκύπτει ότι <QUOT.START ID="QS0010" REF.END="QE0010" CODE="00AB"/>η πραγματική εναπόθεση των προϊόντων διενεργήθηκε σε μια ολλανδική αποθήκη<QUOT.END ID="QE0010" REF.START="QS0010" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>16.</NO.P><TXT>Επομένως, πρέπει να απαντήσουμε στο ερώτημα που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο υποθέτοντας ότι τα προϊόντα έχουν εισαχθεί από άλλο κράτος μέλος.</TXT></NP><NP><NO.P>17.</NO.P><TXT>Δεύτερον, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή παρατηρούν, ορθώς κατ' εμε, ότι, μολονότι στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της διατάξεως περί παραπομπής, οι διώξεις αφορούν, αφενός, συμπληρώματα διατροφής και, αφετέρου, υποκατάστατα γευμάτων, το υποβληθέν από το αιτούν δικαστήριο ερώτημα αφορά μόνον τα συμπληρώματα διατροφής.</TXT></NP><NP><NO.P>18.</NO.P><TXT>Μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει συναφώς τον λόγο, νομίζω ότι αυτός έγκειται στο γεγονός ότι, όπως μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη περί παραπομπής, η οδηγία 96/8 έχει εφαρμογή στα επίδικα υποκατάστατα γευμάτων.</TXT></NP><NP><NO.P>19.</NO.P><TXT>Αν αυτό συμβαίνει, το άρθρο 30 ΕΚ, στο οποίο ακριβώς αναφέρεται το προδικαστικό ερώτημα, δεν έχει πλέον πεδίο εφαρμογής. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, οσάκις κοινοτικές οδηγίες προβλέπουν την εναρμόνιση των μέτρων που είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση του ειδικού σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 30 ΕΚ, η εφαρμογή αυτής της διατάξεως πρέπει να αποκλείεται<NOTE NOTE.ID="E0007" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Αποφάσεις της <DATE ISO="19790405">5ης Απριλίου 1979</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="148/78" YEAR="1979" PAGE.ECR="I-861">148/78, Ratti (Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 861, σκέψη 36</REF.DOC.ECR>), της <DATE ISO="19941005">5ης Οκτωβρίου 1994</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-323/93" YEAR="1994" PAGE.ECR="I-5077">C-323/93, Centre d'insémination de ia Crespelle (Συλλογή 1994, σ. Ι-5077, σκέψη 31)</REF.DOC.ECR>, της <DATE ISO="19960523">23ης Μαίου 1996</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-5/94" YEAR="1996" PAGE.ECR="I-2553">C-5/94, Hedley Lomas (Συλλογή 1996, σ. Ι-2553 σκέψη 18)</REF.DOC.ECR>, και της <DATE ISO="19981112">12ης Νοεμβρίου 1998</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-102/96" YEAR="1998" PAGE.ECR="I-6871">C-102/96, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. Ι-6871, σκέψη 21)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>.</TXT></NP><?PAGE NO="I-1339"?><NP><NO.P>20.</NO.P><TXT>Επομένως, θα διατυπώσω τη γνώμη μου μόνον ως προς το ζήτημα της ερμηνείας των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ σε σχέση με εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η εφαρμοστέα εντός της Γαλλίας στα συμπληρώματα διατροφής.</TXT></NP><NP><NO.P>21.</NO.P><TXT>Τρίτον, οι Greenham και Abel ζητούν από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της εφαρμογής της οδηγίας 96/8 στην παρούσα υπόθεση.</TXT></NP><NP><NO.P>22.</NO.P><TXT>Κατ' αυτούς, δεδομένου ότι ο έλεγχος των υποκαταστάτων γευμάτων πραγματοποιήθηκε στη NSA France από την DGCCRF πριν η Γαλλική Δημοκρατία μεταφέρει την οδηγία 96/8 στο εσωτερικό δίκαιο, από το άρθρο 6 αυτής της οδηγίας προκύπτει ευθέως ότι η απαγόρευση της εμπορίας προϊόντων που δεν είναι σύμφωνα με αυτήν είναι εφαρμοστέα μόλις από τις <DATE ISO="19990331">31 Μαρτίου 1999</DATE>, ημερομηνία μεταγενέστερη της διαπιστώσεως των περιστατικών από την DGCCRF.</TXT></NP><NP><NO.P>23.</NO.P><TXT>Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση, ακόμη μια φορά, ότι το αιτούν δικαστήριο δεν μας υποβάλλει κανένα ερώτημα για τα υποκατάστατα γευμάτων, ενώ το δικαστήριο αυτό είναι το μόνο αρμόδιο να καθορίσει το αντικείμενο των ερωτημάτων που προτίθεται να υποβάλει στο Δικαστήριο<NOTE NOTE.ID="E0008" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ. μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της <DATE ISO="19900109">9ης Ιανουαρίου 1990</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-337/88" YEAR="1990" PAGE.ECR="I-1">C-337/88, SAFA, (Συλλογή 1990, σ. I-1, αχέψη 20)</REF.DOC.ECR>, και της <DATE ISO="19980917">17ης Σεπτεμβρίου 1998</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-412/96" YEAR="1998" PAGE.ECR="I-5141">C-412/96, Kainuun Liikenne και Pohjalan Liikenne (Συλλογή 1998, σ. I-5141, σκέψεις 23 και 24)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>24.</NO.P><TXT>Επομένως, έχω τη γνώμη ότι δεν οφείλουμε να αποφανθούμε επί της ερμηνείας της οδηγίας αυτής.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Επί του προδικαστικού ερωτήματος</P></TI></TITLE><NP><NO.P>25.</NO.P><TXT>Το αιτούν δικαστήριο μας ερωτά αν τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία και διάθεση στο εμπόριο συμπληρώματος διατροφής που πωλείται νομίμως εντός άλλου κράτους μέλους.</TXT></NP><NP><NO.P>26.</NO.P><TXT>Διατυπούμενο κατά τρόπο τόσον απόλυτο, το ερώτημα επιβάλλει αρνητική απάντηση. Πράγματι, όπως ευστοχότατα υπενθυμίζει η Ελληνική Κυβέρνηση, απλώς και μόνον το γεγονός ότι ένα συγκεκριμένο συμπλήρωμα διατροφής διατίθεται ελεύθερα στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών δεν μπορεί να αρκεί, καθεαυτό, προκειμένου να πρέπει αυτομάτως, δηλαδή γι' αυτόν και μόνο τον λόγο, να επιτρέπεται η εμπορία του εντός του οικείου κράτους μέλους.</TXT></NP><NP><NO.P>27.</NO.P><TXT>Συναφώς, αρκεί να αναφερθεί η απόφαση της <DATE ISO="19790220">20ής Φεβρουαρίου 1979</DATE>, Rewe-Zentral, η αποκαλούμενη <QUOT.START ID="QS0011" REF.END="QE0011" CODE="00AB"/>Cassis de Dijon<QUOT.END ID="QE0011" REF.START="QS0011" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0009" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="120/78" YEAR="1979" PAGE.ECR="I-321">120/78 (Συλλογή τόμος 1979/I, σ. 321)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>, όπου, βεβαίως, το Δικαστήριο<?PAGE NO="I-1340"?> αποφάνθηκε, στο διατακτικό, ότι <QUOT.START ID="QS0012" REF.END="QE0012" CODE="00AB"/>ο αναφερόμενος στο άρθρο 30 της Συνθήκης όρος <QUOT.START ID="QS0013" REF.END="QE0013" CODE="201C"/>ισοδυνάμου αποτελέσματος προς περιορισμούς επί των εισαγωγών<QUOT.END ID="QE0013" REF.START="QS0013" CODE="201D"/> μέτρα έχει την έννοια ότι εμπίπτει επίσης στην προβλεπόμενη από αυτή τη διάταξη απαγόρευση ο καθορισμός ελάχιστης περιεκτικότητας σε οινόπνευμα για τα οινοπνευματώδη ποτά που προορίζονται για κατανάλωση, η οποία επιβάλλεται από τη νομοθεσία κράτους μέλους, όταν πρόκειται για εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών που έχουν παραχθεί νόμιμα και διατεθεί στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος<QUOT.END ID="QE0012" REF.START="QS0012" CODE="00BB"/>. Τούτο δε διότι το Δικαστήριο διαπίστωσε, πρώτα, ότι η εν λόγω προδιαγραφή δεν επιδίωκε ένα σκοπό γενικού συμφέροντος ικανό να υπερτερήσει των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.</TXT></NP><NP><NO.P>28.</NO.P><TXT>Πράγματι, στη σκέψη 8 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα εμπόδια στην κυκλοφορία εντός της Κοινότητας, τα οποία ανακύπτουν από τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών περί της διαθέσεως στο εμπόριο των εν λόγω προϊόντων, πρέπει να γίνουν δεκτά στο μέτρο που αυτές οι διατάξεις μπορούν να θεωρηθούν απαραίτητες για να ικανοποιηθούν επιτακτικές ανάγκες, ιδίως ως προς την αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων, την προστασία της δημόσιας υγείας, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών.</TXT></NP><NP><NO.P>29.</NO.P><TXT>Πρέπει όμως, να υπενθυμισθεί ότι, κατά το άρθρο 30 ΕΚ, <QUOT.START ID="QS0014" REF.END="QE0014" CODE="00AB"/>οι διατάξεις των άρθρων 28 και 29 δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους [...] προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων [...] Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσον αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών<QUOT.END ID="QE0014" REF.START="QS0014" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>30.</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, όμως, προκύπτει ότι η απαγόρευση της εμπορίας των επίμαχων συμπληρωμάτων διατροφής υπαγορεύθηκε ακριβώς από τη μέριμνα <QUOT.START ID="QS0015" REF.END="QE0015" CODE="00AB"/>προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων<QUOT.END ID="QE0015" REF.START="QS0015" CODE="00BB"/> κατά την έννοια του άρθρου 30 ΕΚ.</TXT></NP><NP><NO.P>31.</NO.P><TXT>Πράγματι, από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι ασκήθηκε ποινική αγωγή κατά των Greenham και Abel, διότι <QUOT.START ID="QS0016" REF.END="QE0016" CODE="00AB"/>το χημικό εργαστήριο της υπηρεσίας DGCCRF βεβαίωσε τη μη συμφωνία προς τις προβλεπόμενες διατάξεις [...] των συμπληρωμάτων διατροφής <QUOT.START ID="QS0017" REF.END="QE0017" CODE="201C"/>JUICE + ανάμεικτα λαχανικά<QUOT.END ID="QE0017" REF.START="QS0017" CODE="201D"/> και <QUOT.START ID="QS0018" REF.END="QE0018" CODE="201C"/>JUICE + ανάμεικτα φρούτα<QUOT.END ID="QE0018" REF.START="QS0018" CODE="201D"/> λόγω της προσθήκης του συνενζύμου Q10 και της υπερβολικής προσθήκης πολλών βιταμινών<QUOT.END ID="QE0016" REF.START="QS0016" CODE="00BB"/>. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ακόμη ότι <QUOT.START ID="QS0019" REF.END="QE0019" CODE="00AB"/>η προσθήκη [του συνενζύμου Q10] απαγορεύεται στα συμπληρώματα διατροφής<QUOT.END ID="QE0019" REF.START="QS0019" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>32.</NO.P><TXT>Επομένως, πρέπει να αναλυθούν λεπτομερέστερα οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος μπορεί να επικαλείται,<?PAGE NO="I-1341"?> δυνάμει του άρθρου 30 ΕΚ, την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων προκειμένου να επιβάλλει περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.</TXT></NP><NP><NO.P>33.</NO.P><TXT>Θα εξετάσω στη συνέχεια, δευτερευόντως, το αν η έλλειψη διατροφικής απαιτήσεως μπορεί να δικαιολογήσει την απαγόρευση εισαγωγών. Τέλος, θα κάνω ορισμένες παρατηρήσεις ως προς δύο άλλα ζητήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.</TXT></NP><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P>1)</NO.P><TXT>Η προστασία της υγείας και της ζωής των προσώπων</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>34.</NO.P><TXT>Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου<NOTE NOTE.ID="E0010" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της <DATE ISO="19830714">14ης Ιουλίου 1983</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="174/82" YEAR="1983" PAGE.ECR="2445">174/82, Sandoz (Συλλογή 1983, σ. 2445)</REF.DOC.ECR>, της <DATE ISO="19920604">4ης Ιουνίου 1992</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-13/91+C-113/91" YEAR="1992" PAGE.ECR="I-3617">C-13/91 και C-113/91, Debus (Συλλογή 1992, σ. Ι-3617)</REF.DOC.ECR>, της <DATE ISO="19960627">27ης Ιουνίου 1996</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-293/94" YEAR="1996" PAGE.ECR="I-3159">C-293/94, Brαndsma (Συλλογή 1996, σ. Ι-3159)</REF.DOC.ECR>, και της <DATE ISO="19980917">17ης Σεπτεμβρίου 1998</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-400/96" YEAR="1998" PAGE.ECR="I-5121">C-400/96, Harpegnies (Συλλογή 1998, σ. Ι-5121)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE> προκύπτει ότι, καθόσον υφίστανται αβεβαιότητες στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η επιστημονική έρευνα σχετικά με τις πρόσθετες ουσίες, εναπόκειται στα κράτη μέλη, ελλείψει πλήρους εναρμονίσεως, να αποφασίζουν το επίπεδο στο οποίο προτίθενται να διασφαλίζουν την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, λαμβανομένων πάντως υπόψη των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας.</TXT></NP><NP><NO.P>35.</NO.P><TXT>Από τη νομολογία ομοίως του Δικαστηρίου, και ειδικότερα από την προπαρατεθείσα απόφαση Sandoz, τις αποφάσεις της <DATE ISO="19851210">10ης Δεκεμβρίου 1985</DATE>, Motte<NOTE NOTE.ID="E0011" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="247/84" YEAR="1985" PAGE.ECR="3887">247/84 (Συλλογή 1985, σ. 3887)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>, της <DATE ISO="19860506">6ης Μαΐου 1986</DATE>, Muller κ.λπ.<NOTE NOTE.ID="E0012" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="304/84" YEAR="1986" PAGE.ECR="1511">304/84 (Συλλογή 1986, σ. 1511)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>, και της <DATE ISO="19870312">12ης Μαρτίου 1987</DATE>, Επιτροπή κατά Γερμανίας, την αποκαλούμενη <QUOT.START ID="QS0020" REF.END="QE0020" CODE="00AB"/>επιταγή καθαρότητας του ζύθου<QUOT.END ID="QE0020" REF.START="QS0020" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0013" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="178/84" YEAR="1987" PAGE.ECR="1227">178/84 (Συλλογή 1987, σ. 1227)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>, προκύπτει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θέτουν σε εφαρμογή μια ρύθμιση που εξαρτά τη χρησιμοποίηση προσθέτων ουσιών από προηγούμενη άδεια χορηγούμενη με πράξη γενικής ισχύος για συγκεκριμένες πρόσθετες ουσίες, είτε για όλα τα προϊόντα είτε για ορισμένα μόνον από αυτά είτε για ορισμένες χρήσεις. Ρύθμιση αυτού του είδους ανταποκρίνεται σε δικαιολογημένο στόχο πολιτικής για την υγεία, συνιστάμενο στον περιορισμό της ανέλεγκτης καταναλώσεως πρόσθετων ουσιών.</TXT></NP><NP><NO.P>36.</NO.P><TXT>Πάντως, η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί τη βάση της τελευταίας φράσεως του άρθρου 30 ΕΚ, απαιτεί η δυνατότητα των κρατών μελών να απαγορεύουν τις εισαγωγές των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη να περιορίζεται σε ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των θεμιτώς επιδιωκομένων σκοπών προστασίας της υγείας<NOTE NOTE.ID="E0014" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προπαρατεθείσα απόφαση Harpegnies, οχέψη 34.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>37.</NO.P><TXT>Πάντοτε κατά νομολογία του Δικαστηρίου, το βάρος αποδείξεως της βλαπτικότητας<?PAGE NO="I-1342"?> μιας ουσίας φέρουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές. Σ' αυτές εναπόκειται να αποδεικνύουν, σε πάθε περίπτωση, ότι η κανονιστική τους ρύθμιση είναι αναγκαία για την ουσιαστική προστασία των συμφερόντων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 30 ΕΚ και, μεταξύ άλλων, ότι η εμπορία του οικείου προϊόντος ενέχει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία<NOTE NOTE.ID="E0015" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προπαρατεθείσα απόφαση Muller κ.λπ., σκέψη 25, προπαρατεθείσα απόφαση <QUOT.START ID="QS0021" REF.END="QE0021" CODE="00AB"/>Επιταγή καθαρότητας του ζύθου<QUOT.END ID="QE0021" REF.START="QS0021" CODE="00BB"/>, σκέψη 46, της <DATE ISO="19901213">13ης Δεκεμβρίου 1990</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-42/90" YEAR="1990" PAGE.ECR="I-4863">C-42/90, Bellon (Συλλογή 1990, σ. I-4863, σκέψη 16)</REF.DOC.ECR>, και Debus, προπαρατεθείσα, σκέψεις 17 και 18.</P></NOTE>. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, αφενός, τα αποτελέσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας και ειδικά οι εργασίες της Κοινοτικής Επιστημονικής Επιτροπής Τροφίμων και της επιτροπής του Codex alimentarius του FAO [Food and Agriculture Organization (of the United Nations)] και της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας και, αφετέρου, οι συνήθειες διατροφής<NOTE NOTE.ID="E0016" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Η Ελληνική Κυβέρνηση επεσήμανε εξάλλου ότι οι κλιματικές συνθήκες μπορεί επίσης να έχουν μεγάλη σημασία. Για παράδειγμα, η απορρόφηση της βιταμίνης Ε πραγματοποιείται διαφορετικά ανάλογα με τον βαθμό ηλιοφάνειας της χώρας.</P></NOTE> στο κράτος μέλος εισαγωγής<NOTE NOTE.ID="E0017" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προπαρατεθείσες αποφάσεις Motte κ.λπ., σκέψη 24, Muller κ.λπ., σκέψη 24, και <QUOT.START ID="QS0022" REF.END="QE0022" CODE="00AB"/>Επιταγή καθαρότητας του ζύθου<QUOT.END ID="QE0022" REF.START="QS0022" CODE="00BB"/>, σκέψη 44.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>38.</NO.P><TXT>Αυτό δεν σημαίνει εντούτοις, κατ' εμέ, ότι ένα κράτος μέλος οφείλει να αποδεικνύει, με απόλυτη βεβαιότητα, την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου. Αρκεί να παραθέτει συγκεκριμένα και ευλογοφανή επιχειρήματα για το ότι διακυβεύεται η υγεία των ανθρώπων<NOTE NOTE.ID="E0018" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ. τις προτάσεις μου της <DATE ISO="20010626">26ης Ιουνίου 2001</DATE> στην υπόθεση <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-24/00" YEAR="2004" PAGE.ECR="I-1277">C-24/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, (απόφαση της <DATE ISO="20040205">5ης Φεβρουαρίου 2004</DATE>, Συλλογή 2004, σ. I-1277, σ. I-1280, σημείο 131)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>39.</NO.P><TXT>Υφίστανται, πράγματι, τομείς στους οποίους η επιστημονική έρευνα δεν έχει ακόμη προχωρήσει επαρκώς για να μπορούν να καθοριστούν με βεβαιότητα οι ποσότητες και οι συγκεντρώσεις στις οποίες ορισμένες ουσίες μπορεί να είναι βλαβερές, καθώς και οι ακριβείς επενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν.</TXT></NP><NP><NO.P>40.</NO.P><TXT>Η επιστημονική αβεβαιότητα, ιδιαίτερα στον τομέα των βιταμινών<NOTE NOTE.ID="E0019" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Sandoz και την απόφαση της <DATE ISO="19831130">30ής Νοεμβρίου 1983</DATE>, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="227/82" YEAR="1983" PAGE.ECR="3883">227/82, Van Bennekom (Συλλογή 1983, σ. 3883, σκέψεις 36 και 38)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>, ώθησε, εξάλλου, το Δικαστήριο να αναγνωρίσει στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>41.</NO.P><TXT>Συγκεκριμένα, στην προπαρατεθείσα απόφαση Sandoz, το Δικαστήριο, αν και θέτει κατ' αρχάς, στη σκέψη 18, την αρχή ότι <QUOT.START ID="QS0023" REF.END="QE0023" CODE="00AB"/>[...]η εθνική κανονιστική ρύθμιση που προβλέπει [...] απαγόρευση [εισαγωγών] δικαιολογείται μόνον αν οι άδειες διαθέσεως στο εμπόριο χορηγούνται όταν συμβιβάζονται με τις ανάγκες προστασίας της υγείας<QUOT.END ID="QE0023" REF.START="QS0023" CODE="00BB"/>, αναγνωρίζει, στη συνέχεια, στη σκέψη 19, ότι <QUOT.START ID="QS0024" REF.END="QE0024" CODE="00AB"/>[μ]ια τέτοια εκτίμηση είναι εντούτοις δύσκολη προκειμένου για πρόσθετες ουσίες όπως οι βιταμίνες [...]<QUOT.END ID="QE0024" REF.START="QS0024" CODE="00BB"/> και καταλήγει, τελικά, στη σκέψη 20, ότι <QUOT.START ID="QS0025" REF.END="QE0025" CODE="00AB"/>το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία απαγορεύει, εκτός αν προηγουμένως δοθεί άδεια, τη διάθεση στο εμπόριο ειδών διατροφής, τα οποία έχουν νόμιμα διατεθεί στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος και στα οποία έχουν προστεθεί βιταμίνες<QUOT.END ID="QE0025" REF.START="QS0025" CODE="00BB"/>, προσθέτοντας μόνον τον όρο ότι <QUOT.START ID="QS0026" REF.END="QE0026" CODE="00AB"/>η διάθεση στο εμπόριο<?PAGE NO="I-1343"?> [πρέπει να] επιτρέπεται όταν η προσθήκη βιταμινών ανταποκρίνεται σε πραγματική ανάγκη, ιδίως από άποψη τεχνολογίας ή διατροφής<QUOT.END ID="QE0026" REF.START="QS0026" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>42.</NO.P><TXT>Έκτοτε, η συνετή αυτή στάση επιβεβαιώθηκε από την Επιτροπή και από το Συμβούλιο. Στην κοινή θέση (ΕΚ) 18/2002, της <DATE ISO="20011203">3ης Δεκεμβρίου 2001</DATE>, για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί των συμπληρωμάτων διατροφής<NOTE NOTE.ID="E0020" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.OJ COLL="C" NO.OJ="090E" DATE.PUB="2002" PAGE.FIRST="1">EE C 90 Ε, σ. 1</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE>, υπάρχει πράγματι το ακόλουθο χωρίο:</TXT><P><QUOT.START ID="QS0027" REF.END="QE0027" CODE="00AB"/>Στα συμπληρώματα διατροφής θα πρέπει να επιτρέπεται η παρουσία μόνον των βιταμινών και των ανόργανων στοιχείων που συνήθως ανευρίσκονται και καταναλίσκονται ως τμήμα της δίαιτας, μολονότι αυτό δεν σημαίνει ότι η παρουσία τους εκεί είναι απαραίτητη. Προκειμένου να αποφευχθεί η τυχόν αντιπαράθεση σχετικά με την ταυτότητα αυτών των θρεπτικών συστατικών, θα πρέπει να καταρτισθεί θετικός κατάλογος των εν λόγω βιταμινών και ανόργανων στοιχείων<QUOT.END ID="QE0027" REF.START="QS0027" CODE="00BB"/> (σημείο 9 του προοιμίου)</P><P>και</P><P><QUOT.START ID="QS0028" REF.END="QE0028" CODE="00AB"/>Οι υπερβολικές προσλήψεις βιταμινών και ανόργανων στοιχείων ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση επιβλαβών ενεργειών, και, ως εκ τούτου, απαιτείται, κατά περίπτωση, η θέσπιση μέγιστων επιπέδων ασφαλείας για αυτές τις ουσίες στα συμπληρώματα διατροφής. Τα επίπεδα αυτά θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι η κανονική χρήση των προϊόντων σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσεως του παρασκευαστή είναι ασφαλής για τον καταναλωτή<QUOT.END ID="QE0028" REF.START="QS0028" CODE="00BB"/> (σημείο 13 του προοιμίου).</P></NP><NP><NO.P>43.</NO.P><TXT>Εν αναμονή της εκδόσεως αυτής της οδηγίας, καθώς και του καθορισμού των ανωτάτων ορίων από την Επιτροπή, στο πλαίσιο των εκτελεστικών κανονισμών, τα κράτη μέλη δικαιούνται προφανώς να εφαρμόζουν αυτά τα κριτήρια στο πλαίσιο της εθνικής τους ρυθμίσεως.</TXT></NP><NP><NO.P>44.</NO.P><TXT>Σ' αυτή την αλληλουχία, μπορεί επίσης να αναφερθεί, όπως έπραξαν αρκετοί παρεμβαίνοντες, η απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΖΕΣ (στο εξής: Δικαστήριο της ΕΖΕΣ) της <DATE ISO="20010405">5ης Απριλίου 2001</DATE><NOTE NOTE.ID="E0021" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>EFTA Surveillance Authority κατά Kingdom of Norway, E-3/00.</P></NOTE>, η οποία, νομίζω, επιβεβαιώνει τη συνετή προσέγγιση που ενδείκνυται εν προκειμένω. Το δικαστήριο αυτό δέχτηκε πράγματι στις σκέψεις 29 έως 31 της αποφάσεως του τα ακόλουθα:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0029" REF.END="QE0029" CODE="00AB"/>Το ζήτημα της υγείας και της ζωής των ανθρώπων είναι της αρμοδιότητας των εθνικών αρχών. Μια καθαρά υποθετική ή<?PAGE NO="I-1344"?> ακαδημαϊκή εκτίμηση δεν μπορεί να είναι αρκετή. Σημασία έχουν μόνο τα ιδιάζοντα αποτελέσματα της εμπορίας ενός συγκεκριμένου προϊόντος που περιέχει ορισμένη ποσότητα προσθέτων ουσιών. Ενδεχομένως ενδείκνυται να λαμβάνεται υπόψη το συνολικό αποτέλεσμα της υπάρξεως στην αγορά ορισμένου αριθμού φυσικών ή τεχνητών πηγών μιας θρεπτικής ουσίας, καθώς και η δυνατότητα μελλοντικών πρόσθετων πηγών που μπορούν λογικά να προβλεφθούν.</P><P>Σε πολλές περιπτώσεις, η εξέταση τέτοιων ζητημάτων θα δείξει ότι υφίσταται σε μεγάλο βαθμό μεγάλη αβεβαιότητα από επιστημονική και πρακτική άποψη. Κατάλληλη εφαρμογή της αρχής της προφυλάξεως προϋποθέτει, πρώτον, την εξακρίβωση των εν δυνάμει αρνητικών αποτελεσμάτων για την υγεία που προκύπτουν, στην παρούσα υπόθεση, από μια πρόσθετη ενισχυτική ουσία και, δεύτερον, σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου για την υγεία με βάση τα πιο πρόσφατα επιστημονικά στοιχεία.</P><P>Όταν η ανεπάρκεια, ή η αβεβαιότητα ή η ασάφεια των συμπερασμάτων που πρέπει να συναχθούν από αυτές τις εκτιμήσεις καθιστούν αδύνατο τον μετά βεβαιότητος προσδιορισμό του κινδύνου ή της διακινδυνεύσεως, ενώ, εξακολουθεί να υφίσταται πιθανότητα σημαντικής βλάβης αν επέλθει το αρνητικό ενδεχόμενο, η αρχή της προφυλάξεως θα δικαιολογεί τη λήψη περιοριστικών μέτρων.<QUOT.END ID="QE0029" REF.START="QS0029" CODE="00BB"/></P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>45.</NO.P><TXT>Από τις προηγούμενες παρατηρήσεις προκύπτει ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν οι αρμόδιες εθνικές αρχές απέδειξαν, υπό το φως των εθνικών συνηθειών διατροφής και κατόπιν των αποτελεσμάτων της διεθνούς επιστημονικής έρευνας, ότι η απαγόρευση της προσθήκης του συνενζύμου Q10 καθώς και της υπερβολικής ποσότητας βιταμινών (υπό την έννοια της εφαρμοστέας εθνικής ρυθμίσεως) στα επίδικα συμπληρώματα διατροφής επιβάλλεται για την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων.</TXT></NP><NP><NO.P>46.</NO.P><TXT>Το εθνικό δικαστήριο, όταν προβαίνει σ' αυτή την εκτίμηση, οφείλει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι εθνικές αρχές δικαιούνται να αναφέρονται στην αρχή της προφυλάξεως. Αυτό σημαίνει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να κάνει χρήση του άρθρου 30 ΕΚ στην περίπτωση κατά την οποία έχει σοβαρές υπόνοιες, όχι όμως και βεβαιότητα, για τον επικίνδυνο χαρακτήρα μιας ουσίας, όπου όμως θα προκαλούνταν σοβαρή βλάβη αν η υπόνοια επαληθευόταν.</TXT></NP><NP><NO.P>47.</NO.P><TXT>Οι Greenham και Abel παραθέτουν ακόμη διάφορα πραγματικά στοιχεία που αποδεικνύουν, κατ' αυτούς, ότι η επίδικη απαγόρευση δεν δικαιολογείται από την προστασία της δημόσιας υγείας και ζητούν από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι αυτό συμβαίνει.</TXT></NP><NP><NO.P>48.</NO.P><TXT>Μια τέτοια εκτίμηση όμως εξέρχεται του πλαισίου της παρούσας διατάξεως περί παραπομπής, η οποία αφορά μόνον<?PAGE NO="I-1345"?> την ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων για τις οποίες το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, το αιτούν δικαστήριο δεν μας παρέχει καμία πληροφορία που θα μας επέτρεπε να αποφανθούμε επί του ζητήματος αν, συγκεκριμένα, η επίδικη απαγόρευση δικαιολογείται από την προστασία της δημόσιας υγείας.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P>2)</NO.P><TXT>Η ανυπαρξία διατροφικής ανάγκης</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>49.</NO.P><TXT>Μέχρι τώρα, η ανάλυση μου αφορούσε την εξαίρεση για την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων που προβλέπεται στο άρθρο 30 ΕΚ.</TXT></NP><NP><NO.P>50.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή, εντούτοις, ασχολείται και με το ζήτημα αν περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία ενός τροφίμου μπορεί να δικαιολογείται από την ανυπαρξία διατροφικής ανάγκης σε σχέση με μία ή με περισσότερες ουσίες που ενσωματώνονται σ' αυτό το τρόφιμο και προτείνει στο Δικαστήριο να λάβει συναφώς θέση με την απάντηση του στο προδικαστικό ερώτημα.</TXT></NP><NP><NO.P>51.</NO.P><TXT>Η Επιτροπή, αναφερόμενη στην προπαρατεθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΖΕΣ, θεωρεί ότι μόνον η ύπαρξη κινδύνου για τη δημόσια υγεία, και όχι απλώς η περίσταση ότι η προσθήκη των επίμαχων ουσιών δεν ανταποκρίνεται σε διατροφική ανάγκη, θα μπορούσε να δικαιολογήσει ένα περιοριστικό μέτρο όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη.</TXT></NP><NP><NO.P>52.</NO.P><TXT>Σημειώνω, συναφώς, ότι η διάταξη περί παραπομπής δεν περιέχει καμία ένδειξη για το ότι η απαγόρευση εμπορίας των επίμαχων τροφίμων δικαιολογείται από την ανυπαρξία διατροφικής ανάγκης σε σχέση με το συνένζυμο Q10 ή με τις ποσότητες βιταμινών που περιέχονται σ' αυτά τα τρόφιμα. Επομένως, νομίζω ότι δεν είναι αναγκαίο να ασχοληθεί το Δικαστήριο στην απόφαση του με το πρόβλημα αυτό. Για κάθε ενδεχόμενο, εντούτοις, θα επιθυμούσα να διατυπώσω συναφώς τις ακόλουθες παρατηρήσεις.</TXT></NP><NP><NO.P>53.</NO.P><TXT>Το Δικαστήριο της ΕΖΕΣ, στην προπαρατεθείσα απόφαση του, εξέθεσε τα ακόλουθα:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0030" REF.END="QE0030" CODE="00AB"/>Η ανάγκη διασφαλίσεως της δημόσιας υγείας έχει αναγνωρισθεί, και παραμένει, ως πρωταρχική μέριμνα, το δε επίπεδο προστασίας που επέλεξαν τα Συμβαλλόμενα Μέρη δεν πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Πάντως πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Στην αλληλουχία αυτή, <HT TYPE="ITALIC">το ζήτημα της διατροφικής απαιτήσεως</HT> σε σχέση με συμπληρώματα διατροφής για δεδομένο πληθυσμό <HT TYPE="ITALIC">μπορεί να έχει ιδιάζουσα σημασία.</HT> Πράγματι ο πιο αυθεντικός ορισμός των όρων <QUOT.START ID="QS0031" REF.END="QE0031" CODE="201C"/>ενισχυτική προσθήκη και εμπλουτισμός<QUOT.END ID="QE0031" REF.START="QS0031" CODE="201D"/> συνδέεται ευθέως με αυτό το στοιχείο<?PAGE NO="I-1346"?> (βλ. τις γενικές αρχές του codex alimentarius για την προσθήκη βασικών θρεπτικών ουσιών σε τρόφιμα [...]). Πάντως, βάσει της αρχής της αναλογικότητας, η ανάγκη διασφαλίσεως της δημόσιας υγείας πρέπει να σταθμίζεται με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Η <HT TYPE="ITALIC">διαπίστωση απλώς από μια δημόσια αρχή της ανυπαρξίας διατροφικής απαιτήσεως δεν μπορεί να δικαιολογήσει απαγόρευση εισαγωγών,</HT> το πιο περιοριστικό μέτρο, ενός προϊόντος που διατίθεται ελεύθερα στο εμπόριο εντός άλλων κρατών του ΕΟΧ<QUOT.END ID="QE0030" REF.START="QS0030" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0022" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Σκέψεις 27 και 28. Οι υπογραμμίσεις δικές μου.</P></NOTE>.</P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>54.</NO.P><TXT>Επομένως, το Δικαστήριο της ΕΖΕΣ δέχεται ότι η διατροφική ανάγκη μπορεί να έχει σημασία, πλην όμως πρέπει να εκτιμάται στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας.</TXT></NP><NP><NO.P>55.</NO.P><TXT>Στην υπόθεση που έφθασε ενώπιον του, το Δικαστήριο της ΕΖΕΣ έκρινε τελικά ότι το Βασίλειο της Νορβηγίας παρέβη τις υποχρεώσεις του για τους ακόλουθους δύο λόγους:</TXT><P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>τήρησε ανακόλουθη στάση, διότι, ενώ απαγόρευε την εμπορία <QUOT.START ID="QS0032" REF.END="QE0032" CODE="00AB"/>corn flakes<QUOT.END ID="QE0032" REF.START="QS0032" CODE="00BB"/> ενισχυμένων με την προσθήκη σιδήρου, δεχόταν ότι ορισμένος τύπος τυριού που περιείχε σημαντικότατη προσθήκη σιδήρου μπορούσε να πωλείται ελεύθερα στη χώρα</P></ITEM><ITEM><P>δεν προέβη σε σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου που θα μπορούσε να συνεπάγεται η προσθήκη σιδήρου στα τρόφιμα.</P></ITEM></LIST></P></NP><NP><NO.P>56.</NO.P><TXT>Το Δικαστήριο, στη νομολογία του, ασχολήθηκε με το πρόβλημα των διατροφικών αναγκών σε δύο διαφορετικές αλληλουχίες.</TXT></NP><NP><NO.P>57.</NO.P><TXT>Στην απόφαση της <DATE ISO="19880223">23ης Φεβρουαρίου 1988</DATE>, Επιτροπή κατά Γαλλίας<NOTE NOTE.ID="E0023" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="216/84" YEAR="1988" PAGE.ECR="793">216/84 (Συλλογή 1988, σ. 793)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>, το Δικαστήριο εξέτασε την περίπτωση κράτους μέλους που επικαλέστηκε λόγους δημόσιας υγείας για να απαγορεύσει τις εισαγωγές ενός προϊόντος<NOTE NOTE.ID="E0024" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Επρόκειτο για ένα υποκατάστατο σκόνης γάλακτος λαμβανόμενο από φυτικές λιπαρές ουσίες.</P></NOTE>, διότι αυτό είχε κατώτερη θρεπτική αξία ή ανώτερη περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες από ένα άλλο προϊόν που βρισκόταν ήδη στην οικεία αγορά<NOTE NOTE.ID="E0025" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Την κλασική σκόνη γάλακτος.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>58.</NO.P><TXT>Το Δικαστήριο έκρινε ότι λόγοι δημόσιας υγείας δεν μπορούν να τυγχάνουν επικλήσεως σε μια τέτοια περίπτωση, διότι <QUOT.START ID="QS0033" REF.END="QE0033" CODE="00AB"/>[...] είναι προφανές ότι οι επιλογές των καταναλωτών της Κοινότητας στον τομέα των τροφίμων είναι τέτοιες ώστε το γεγονός και μόνον ότι ένα εισαγόμενο προϊόν έχει κατώτερη θρεπτική αξία δεν συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία. Εξάλλου, όπως υπογράμμισε<?PAGE NO="I-1347"?> η Επιτροπή, χωρίς η Γαλλική Κυβέρνηση να την αντικρούσει, υπάρχουν στη γαλλική αγορά προϊόντα τα οποία, επίσης, έχουν μειωμένη θρεπτική αξία ή αποτελούνται, κατ' ουσία, από τις ίδιες λιπαρές ουσίες με τα υποκατάστατα γάλακτος, χωρίς ωστόσο να απαγορεύεται η εμπορία τους [...]<QUOT.END ID="QE0033" REF.START="QS0033" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0026" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προπαρατεθείσα απόφαση της <DATE ISO="19880223">23ης Φεβρουαρίου 1988</DATE>, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 15.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>59.</NO.P><TXT>Στην υπόθεση αυτή, επομένως, επρόκειτο για προϊόν λαμβανόμενο από φυσικές ουσίες των οποίων η θρεπτική αξία ήταν απλώς κατώτερη από αυτήν των ανταγωνιστικών προϊόντων. Ήταν απολύτως αδιανόητο να μπορούσε αυτό να συνιστά βάσιμο λόγο προς απαγόρευση των εισαγωγών.</TXT></NP><NP><NO.P>60.</NO.P><TXT>Αντιθέτως, σε μια ολόκληρη σειρά άλλων υποθέσεων, το Δικαστήριο βρέθηκε αντιμέτωπο με χημικές ουσίες που είχαν προστεθεί σε τρόφιμο για τον λόγο ότι αυτό ανταποκρινόταν σε πραγματική ανάγκη, ιδίως από άποψη τεχνολογίας ή διατροφής.</TXT></NP><NP><NO.P>61.</NO.P><TXT>Υπενθυμίζω ότι, μεταξύ άλλων, στην προπαρατεθείσα απόφαση Debus, το Δικαστήριο έκρινε ότι <QUOT.START ID="QS0034" REF.END="QE0034" CODE="00AB"/>το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει τακράτη μέλη να εφαρμόζουν κανονιστική ρύθμιση η οποία εξαρτά τη χρήση πρόσθετων ουσιών από προηγούμενη άδεια χορηγούμενη με πράξη γενικής ισχύος για συγκεκριμένες πρόσθετες ουσίες, είτε για όλα τα προϊόντα είτε για ορισμένα μόνον απ' αυτά είτε εν όψει ορισμένων χρήσεων. Το ίδιο ισχύει για τον καθορισμό ανωτάτου ορίου στη χρήση μιας πρόσθετης ουσίας για ορισμένα προϊόντα. Κανονιστική ρύθμιση του είδους αυτού ανταποκρίνεται σε θεμιτό στόχο υγειονομικής πολιτικής που <HT TYPE="ITALIC">συνίσταται στον περιορισμό της ανέλεγκτης καταναλώσεως προσθέτων</HT> στα τρόφιμα<QUOT.END ID="QE0034" REF.START="QS0034" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0027" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προπαρατεθείσα απόφαση Debus, σκέψη 14. Η υπογράμμιση δική μου. Βλ. επίσης τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Sandoz, σκέψη 17, και <QUOT.START ID="QS0035" REF.END="QE0035" CODE="00AB"/>Επιταγή καθαρότητας του ζύθου<QUOT.END ID="QE0035" REF.START="QS0035" CODE="00BB"/>, σκέψη 42.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>62.</NO.P><TXT>Από τη νομολογία αυτή προκύπτει αναντιρρήτως ότι τα κράτη μέλη δικαιούνται να ελέγχουν και, καθόσον είναι αναγκαίο, να περιορίζουν τη χρήση πρόσθετων ουσιών στα τρόφιμα και ότι μπορούν να το πράττουν μέσω ενός συστήματος που στηρίζεται στην αρχή κατά την οποία ό,τι δεν επιτρέπεται απαγορεύεται.</TXT></NP><NP><NO.P>63.</NO.P><TXT>Επί πλέον, προκειμένου για χημικές ουσίες, από τη νομολογία του Δικαστηρίου φαίνεται να προκύπτει ότι η ύπαρξη ουσιαστικού κινδύνου για τη δημόσια υγεία δεν είναι το μοναδικό στοιχείο που το κράτος μέλος μπορεί να λαμβάνει υπόψη. Πράγματι, στη σκέψη 17 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Debus, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι <QUOT.START ID="QS0036" REF.END="QE0036" CODE="00AB"/>[...] η χρησιμοποίηση συγκεκριμένης πρόσθετης<?PAGE NO="I-1348"?> ουσίας, επιτρεπομένης σε άλλο κράτος μέλος, <HT TYPE="ITALIC">πρέπει να επιτρέπεται</HT> στην περίπτωση εισαγόμενου προϊόντος από το κράτος μέλος αυτό, εφόσον, [...] η πρόσθετη αυτή ουσία δεν ενέχει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και ανταποκρίνεται σε μια πραγματική ανάγκη τεχνολογικής ιδίως φύσεως<QUOT.END ID="QE0036" REF.START="QS0036" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0028" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Η υπογράμμιση δική μου. Βλ. επίσης τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Muller κ.λπ., σκέψη 25, <QUOT.START ID="QS0037" REF.END="QE0037" CODE="00AB"/>Επιταγή καθαρότητας του ζύθου<QUOT.END ID="QE0037" REF.START="QS0037" CODE="00BB"/>, σκέψη 44, και Bellon, σκέψη 14.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>64.</NO.P><TXT>Στην απόφαση της <DATE ISO="19920716">16ης Ιουλίου 1992</DATE>, Επιτροπή κατά Γαλλίας<NOTE NOTE.ID="E0029" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-344/90" YEAR="1992" PAGE.ECR="I-4719">C-344/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-4719)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>, που αφορούσε την προσθήκη νιτρικού άλατος στο τυρί, το Δικαστήριο έκρινε ότι <QUOT.START ID="QS0038" REF.END="QE0038" CODE="00AB"/>αίτηση περί εγγραφής μιας πρόσθετης ουσίας στον εν λόγω πίνακα <HT TYPE="ITALIC">μπορεί να απορριφθεί</HT> από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές <HT TYPE="ITALIC">μόνον αν η ουσία αυτή δεν ανταποκρίνεται σε καμία υπαρκτή ανάγκη, ιδίως</HT> τεχνολογικής φύσεως, ή αν ενέχει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία<QUOT.END ID="QE0038" REF.START="QS0038" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0030" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προπαρατεθείσα απόφαση της <DATE ISO="19920716">16ης Ιουλίου 1992</DATE>, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 10. Η υπογράμμιση δική μου.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>65.</NO.P><TXT>Επομένως, κατά τη γνώμη μου, προκύπτει ότι, ακόμη κι αν μια ουσία δεν παρουσιάζει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, η εμπορία του τροφίμου στο οποίο αυτή έχει ενσωματωθεί μπορεί, παρά ταύτα, να απαγορευθεί, αν η εν λόγω ουσία δεν ανταποκρίνεται σε υπαρκτή ανάγκη.</TXT></NP><NP><NO.P>66.</NO.P><TXT>Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η έννοια της <QUOT.START ID="QS0039" REF.END="QE0039" CODE="00AB"/>υπαρκτής ανάγκης<QUOT.END ID="QE0039" REF.START="QS0039" CODE="00BB"/> καλύπτει επίσης αυτήν της <QUOT.START ID="QS0040" REF.END="QE0040" CODE="00AB"/>διατροφικής απαιτήσεως<QUOT.END ID="QE0040" REF.START="QS0040" CODE="00BB"/>. Πράγματι, στη σκέψη 20 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Sandoz, το Δικαστήριο αναφέρθηκε ρητώς σε <QUOT.START ID="QS0041" REF.END="QE0041" CODE="00AB"/>πραγματική ανάγκη, ιδίως από άποψη τεχνολογίας ή <HT TYPE="ITALIC">διατροφής</HT><QUOT.END ID="QE0041" REF.START="QS0041" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0031" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Η υπογράμμιση δική μου.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>67.</NO.P><TXT>Νομίζω ότι απόηχο της πραγματοποιούμενης στην προπαρατεθείσα απόφαση της <DATE ISO="19920716">16ης Ιουλίου 1992</DATE>, Επιτροπή κατά Γαλλίας, προσεγγίσεως του ζητήματος, κατά την οποία ο κίνδυνος για την υγεία δεν είναι το μοναδικό κριτήριο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, αποτελεί το σημείο 11 του προοιμίου της κοινής θέσεως 18/2002, όπου εκτίθεται ότι <QUOT.START ID="QS0042" REF.END="QE0042" CODE="00AB"/>οι χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται ως πηγές βιταμινών και ανόργανων στοιχείων στην παρασκευή συμπληρωμάτων διατροφής είναι σημαντικό να είναι ασφαλείς και κατάλληλες για χρήση από τον ανθρώπινο οργανισμό<QUOT.END ID="QE0042" REF.START="QS0042" CODE="00BB"/>.</TXT></NP><NP><NO.P>68.</NO.P><TXT>Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το ισχύον θετό κοινοτικό δίκαιο ουδόλως αγνοεί την έννοια της <QUOT.START ID="QS0043" REF.END="QE0043" CODE="00AB"/>διατροφικής απαιτήσεως<QUOT.END ID="QE0043" REF.START="QS0043" CODE="00BB"/>. Πράγματι, το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/15/ΕΚ της Επιτροπής, της <DATE ISO="20010215">15ης Φεβρουαρίου 2001</DATE>, σχετικά με τις ουσίες που επιτρέπεται να προστίθενται για ειδικούς διατροφικούς σκοπούς σε τρόφιμα προοριζόμενα για ειδική διατροφή<NOTE NOTE.ID="E0032" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="052" DATE.PUB="2001" PAGE.FIRST="19">ΕΕ L 52, σ. 19</REF.DOC.OJ>.</P></NOTE>, έχει την ακόλουθη διατύπωση:</TXT><?PAGE NO="I-1349"?><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0044" REF.END="QE0044" CODE="00AB"/>Η χρήση θρεπτικών ουσιών σε τρόφιμα για ειδικούς διατροφικούς σκοπούς έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή <HT TYPE="ITALIC">ασφαλών προϊόντων που πληρούν τις ειδικές διατροφικές απαιτήσεις</HT> των ατόμων για τα οποία προορίζονται, όπως αυτές ορίζονται βάσει γενικά αποδεκτών επιστημονικών δεδομένων<QUOT.END ID="QE0044" REF.START="QS0044" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0033" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Η υπογράμμιση δική μου.</P></NOTE>.</P></QUOT.S></P></NP><NP><NO.P>69.</NO.P><TXT>Τα δύο κείμενα που μόλις παρέθεσα φαίνονται μάλλον να επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα που θεώρησα ότι είναι δυνατόν να συναγάγω από την προπαρατεθείσα απόφαση της <DATE ISO="19920716">16ης Ιουλίου 1992</DATE>, Επιτροπή κατά Γαλλίας, ήτοι ότι οι τεχνητές ουσίες που ενσωματώνονται στα τρόφιμα, όχι μόνο πρέπει να είναι ακίνδυνες, αλλά πρέπει και να εξυπηρετούν ένα χρήσιμο σκοπό.</TXT></NP><NP><NO.P>70.</NO.P><TXT>Αυτό αντιστρατεύεται μάλλον την άποψη της Επιτροπής ότι η ανυπαρξία διατροφικής ανάγκης ουδέποτε μπορεί, αφ' εαυτής, να δικαιολογεί απαγόρευση εισαγωγών.</TXT></NP><NP><NO.P>71.</NO.P><TXT>Υπάρχει σαφώς η εντύπωση ότι, κατά τον κοινοτικό νομοθέτη και για το Δικαστήριο, η ενσωμάτωση χημικών ουσιών στα τρόφιμα πρέπει, κατά το δυνατόν, να αποφεύγεται, ακόμη κι αν η βλαπτικότητα μιας δεδομένης ουσίας δεν έχει αποδειχθεί, Η γενική τάση είναι ότι όλες είναι εν δυνάμει βλαπτικές.</TXT></NP><NP><NO.P>72.</NO.P><TXT>Επομένως, θα μπορούσε να ενδώσει κανείς στον πειρασμό και να συναγάγει ότι, εν αναμονή της καταρτίσεως θετικών καταλόγων ουσιών που επιτρέπονται σε κοινοτικό επίπεδο, οι εθνικές αρχές δικαιούνται να απαγορεύουν, όχι μόνον τις επικίνδυνες ουσίες (περιλαμβανομένων αυτών που πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τέτοιες κατ' εφαρμογήν της αρχής της προφυλάξεως), αλλά και αυτές για τις οποίες μπορούν να αποδεικνύουν ότι δεν ανταποκρίνονται σε καμία υπαρκτή διατροφική ανάγκη.</TXT></NP><NP><NO.P>73.</NO.P><TXT>Προσωπικώς, θα επιθυμούσα να εκδηλώσω την προτίμηση μου μάλλον για μια ενδιάμεση λύση, λαμβάνοντας ως βάση την προπαρατεθείσα απόφαση Sandoz, κατά την οποία, όταν υφίσταται επιστημονική αβεβαιότητα για τη βλαπτικότητα ή όχι ενός <QUOT.START ID="QS0045" REF.END="QE0045" CODE="00AB"/>θρεπτικού συστατικού<QUOT.END ID="QE0045" REF.START="QS0045" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0034" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Σε αντίθεση προς την <QUOT.START ID="QS0046" REF.END="QE0046" CODE="00AB"/>πρόσθετη ουσία<QUOT.END ID="QE0046" REF.START="QS0046" CODE="00BB"/>, ο όρος <QUOT.START ID="QS0047" REF.END="QE0047" CODE="00AB"/>θρεπτικό στοιχείο<QUOT.END ID="QE0047" REF.START="QS0047" CODE="00BB"/> χρησιμοποιείται στην κοινή θέση 18/2002.</P></NOTE>, και εκτός της περιπτώσεως κατά την οποία θα μπορούσε να έχει εφαρμογή η αρχή της προφυλάξεως, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν το εν λόγω <QUOT.START ID="QS0048" REF.END="QE0048" CODE="00AB"/>θρεπτικό συστατικό<QUOT.END ID="QE0048" REF.START="QS0048" CODE="00BB"/>, όταν αντιστοιχεί σε υπαρκτή διατροφική ανάγκη, και μπορούν, αντιθέτως, να το απαγορεύουν, όταν δεν ανταποκρίνεται σε μια τέτοια ανάγκη.</TXT></NP></GR.SEQ><?PAGE NO="I-1350"?><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P>3)</NO.P><TXT>Η ευχερώς προσιτή διαδικασία</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>74.</NO.P><TXT>Οι Greenham και Abel ζητούν ακόμη από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η επίμαχη εθνική ρύθμιση συνιστά παράβαση των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, εφόσον οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να λάβουν άδεια κατόπιν ευχερώς προσιτής διαδικασίας που μπορεί να περατωθεί εντός ευλόγου χρόνου.</TXT></NP><NP><NO.P>75.</NO.P><TXT>Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πρέπει να είναι δυνατή η χορήγηση άδειας εμπορίας προϊόντων σύμφωνα με διαδικασία ευχερώς προσιτή στους επιχειρηματίες και όχι υπέρμετρα χρονοβόρα, σε περίπτωση δε που καταλήγει σε αρνητική απόφαση, η απόφαση αυτή πρέπει να μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς<NOTE NOTE.ID="E0035" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Προπαρατεθείσες αποφάσεις Muller κ.λπ., σκέψη 26, Bellon, σκέψεις 16 και 17, και της <DATE ISO="19920716">16ης Ιουλίου 1992</DATE>, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 9.</P></NOTE>.</TXT></NP><NP><NO.P>76.</NO.P><TXT>Πάντως, όπως μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη περί παραπομπής και όπως επιβεβαιώνει η Γαλλική Κυβέρνηση, οι Greenham και Abel προέβησαν, εν προκειμένω, στην εμπορία των επίδικων προϊόντων, χωρίς, προηγουμένως, να έχουν καταθέσει αίτηση που θα μπορούσε να εξετασθεί από τις αρμόδιες γαλλικές αρχές.</TXT></NP><NP><NO.P>77.</NO.P><TXT>Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της υφιστάμενης στη Γαλλία διαδικασίας δεν αποτελούν επομένως το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης και, κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να εξετάσουμε σε βάθος αυτό το ζήτημα.</TXT></NP></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P>4)</NO.P><TXT>Η ρήτρα αμοιβαίας αναγνωρίσεως</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>78.</NO.P><TXT>Τέλος, οι Greenham και Abel, αναφερόμενοι στην απόφαση της <DATE ISO="19981022">22ας Οκτωβρίου 1998</DATE>, Επιτροπή κατά Γαλλίας<NOTE NOTE.ID="E0036" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P><REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="C-184/96" YEAR="1998" PAGE.ECR="I-6197">C-184/96 (Συλλογή 1998, σ. I-6197)</REF.DOC.ECR>.</P></NOTE>, ζητούν από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν περιέλαβε στην κανονιστική της ρύθμιση καμία ρήτρα αμοιβαίας αναγνωρίσεως που θα καθιστούσε δυνατή την εμπορία στο γαλλικό έδαφος των συμπληρωμάτων διατροφής των οποίων η εμπορία επιτρέπεται ελεύθερα από άλλα κράτη μέλη.</TXT></NP><NP><NO.P>79.</NO.P><TXT>Συναφώς, θα επιθυμούσα να αναφερθώ στις προπαρατεθείσες προτάσεις μου της <DATE ISO="20010626">26ης Ιουνίου 2001</DATE>, με τις οποίες κατέληξα ότι τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ δεν επιβάλλουν την προσθήκη ρήτρας αμοιβαίας αναγνωρίσεως σε μια εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως το διάταγμα 73-138, το οποίο αφορά <QUOT.START ID="QS0049" REF.END="QE0049" CODE="00AB"/>όλα τα εμπορεύματα και τρόφιμα που προορίζονται προς βρώση, στα οποία προστίθενται χημικά προϊόντα<QUOT.END ID="QE0049" REF.START="QS0049" CODE="00BB"/><NOTE NOTE.ID="E0037" NUMBERING.CONTINUED="YES"><P>Βλ. τα σημεία 27 έως 64.</P></NOTE>.</TXT></NP></GR.SEQ></GR.SEQ></GR.SEQ><?PAGE NO="I-1351"?><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><NP><NO.P>IV —</NO.P><TXT>Πρόταση</TXT></NP></TI></TITLE><NP><NO.P>80.</NO.P><TXT>Κατόπιν των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο ερώτημα που υπέβαλε το tribunal de grande instance de Paris την ακόλουθη απάντηση:</TXT><P><QUOT.S LEVEL="1"><P><QUOT.START ID="QS0050" REF.END="QE0050" CODE="00AB"/>Τα άρθρα 28 ΕΚ και 30 ΕΚ έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν εθνική κανονιστική ρύθμιση απαγορεύουσα την ελεύθερη κυκλοφορία και την εμπορία συμπληρώματος διατροφής που πωλείται νομίμως εντός άλλου κράτους μέλους, εκτός αν επιτακτική ανάγκη μπορεί να δικαιολογεί περιορισμό, και δη απαγόρευση, εμπορίας του προϊόντος αυτού. Στην περίπτωση αυτή, τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να είναι αναγκαία και ανάλογα προς τον σκοπό. Για να αξιολογηθεί η ενδεχομένως δικαιολόγηση αυτών των μέτρων ως εκ της προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων, που προβλέπεται στο άρθρο 30 ΕΚ, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν οι εθνικές αρχές επιχείρησαν να αξιολογήσουν τους κινδύνους που έχουν σχέση με τις επίμαχες ουσίες σύμφωνα με τις καλύτερες επιστημονικές γνώσεις που διατίθενται και με τις διατροφικές συνήθειες του οικείου κράτους μέλους.<QUOT.END ID="QE0050" REF.START="QS0050" CODE="00BB"/></P></QUOT.S></P></NP></GR.SEQ></CONTENTS.CONCLUSION></CONCLUSION>