<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><ORDER xmlns:fmx="http://opoce" xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-05.58-20161101.xd"><BIB.ORDER><REF.CASE FILE="n.a."><NO.CASE>T-198/20</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>62020TO0198(01)</NO.CELEX><NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:T:2021:348">EU:T:2021:348</NO.ECLI><NO.SEQ>0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST.ECR>1</PAGE.FIRST.ECR><PAGE.SEQ>1</PAGE.SEQ><PAGE.LAST.ECR>14</PAGE.LAST.ECR><PAGE.TOTAL>14</PAGE.TOTAL><AUTHOR>T</AUTHOR></BIB.ORDER><CURR.TITLE><PAGE.HEADER><P><HT TYPE="SC">Διαταξη της <DATE ISO="20210608">8.6.2021</DATE> – Υποθεση T‑198/20</HT></P><P><HT TYPE="SC">Shindler κ.λπ. κατά Συμβουλιου</HT></P></PAGE.HEADER></CURR.TITLE><TITLE><TI><P><HT TYPE="UC">Διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου</HT> (δέκατο πενταμελές τμήμα)</P><P>της <DATE ISO="20210608">8ης Ιουνίου 2021</DATE><NOTE NUMBERING="STAR" TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0001"><P>Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.</P></NOTE></P></TI></TITLE><INTERMEDIATE><INDEX IDX.CLOSE="»" SEPARATOR=" – " IDX.OPEN="«"><KEYWORD>Προσφυγή ακυρώσεως</KEYWORD><KEYWORD>Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης</KEYWORD><KEYWORD>Συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση και την Ευρατόμ</KEYWORD><KEYWORD>Απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας για την αποχώρηση</KEYWORD><KEYWORD>Υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου</KEYWORD><KEYWORD>Απώλεια της ιθαγένειας της Ένωσης</KEYWORD><KEYWORD>Πράξη που δεν αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα</KEYWORD><KEYWORD>Μη κανονιστική πράξη</KEYWORD><KEYWORD>Απαράδεκτο</KEYWORD></INDEX></INTERMEDIATE><ORDER.INIT><P>Στην υπόθεση T‑198/20,</P></ORDER.INIT><PARTIES><PLAINTIFS><P><HT TYPE="BOLD">Harry Shindler</HT>, κάτοικος Porto d’Ascoli (Ιταλία), και οι λοιποί προσφεύγοντες των οποίων τα ονόματα παρατίθενται στο παράρτημα<NOTE NUMBERING="ARAB" TYPE="FOOTNOTE" NUMBERING.CONTINUED="YES" NOTE.ID="E0002"><P>Ο κατάλογος των λοιπών προσφευγόντων παρατίθεται ως παράρτημα μόνο στο κείμενο που κοινοποιείται στους διαδίκους.</P></NOTE> της διατάξεως, εκπροσωπούμενοι από τον J. Fouchet, δικηγόρο,</P><PARTY.STATUS>προσφεύγοντες,</PARTY.STATUS></PLAINTIFS><AGAINST>κατά</AGAINST><DEFENDANTS><P><HT TYPE="BOLD">Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης</HT>, εκπροσωπούμενου από τους M. Bauer και R. Meyer και την J. Ciantar,</P><PARTY.STATUS>καθού,</PARTY.STATUS></DEFENDANTS></PARTIES><P>με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση, ολική ή μερική, αφενός, της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="029" PAGE.FIRST="7" DATE.PUB="2020">ΕΕ 2020, L 29, σ. 7</REF.DOC.OJ>) και, αφετέρου, της αποφάσεως (ΕΕ) 2020/135 του Συμβουλίου, της <DATE ISO="20200130">30ής Ιανουαρίου 2020</DATE>, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="029" PAGE.FIRST="1" DATE.PUB="2020">ΕΕ 2020, L 29, σ. 1</REF.DOC.OJ>),</P><PREAMBLE.GEN><PREAMBLE.INIT><P>ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο πενταμελές τμήμα),</P><P>συγκείμενο από τους A. Kornezov, πρόεδρο, E. Buttigieg και K. Kowalik‑Bańczyk (εισηγήτρια), G. Hesse και M. Stancu, δικαστές,</P><P>γραμματέας: E. Coulon</P></PREAMBLE.INIT><PREAMBLE.FINAL>εκδίδει την ακόλουθη</PREAMBLE.FINAL></PREAMBLE.GEN><?PAGE NO="2"?><CONTENTS.ORDER><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><P><HT TYPE="BOLD">Διάταξη</HT></P></TI></TITLE></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><P><HT TYPE="BOLD">Ιστορικό της διαφοράς</HT></P></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0001"><NO.P>1</NO.P><TXT>Οι προσφεύγοντες, ο Harry Shindler και οι λοιποί προσφεύγοντες των οποίων τα ονόματα παρατίθενται στο παράρτημα της διατάξεως, είναι υπήκοοι Ηνωμένου Βασιλείου που κατοικούν στην Ιρλανδία, στην Ισπανία, στη Γαλλία και στην Ιταλία.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0002"><NO.P>2</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20160623">23 Ιουνίου 2016</DATE> οι πολίτες του Ηνωμένου Βασιλείου αποφάσισαν με δημοψήφισμα υπέρ της αποχωρήσεως της χώρας τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0003"><NO.P>3</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20170329">29 Μαρτίου 2017</DATE> το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας γνωστοποίησε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την πρόθεσή του να αποχωρήσει από την Ένωση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50, παράγραφος 2, ΣΕΕ.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0004"><NO.P>4</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20200124">24 Ιανουαρίου 2020</DATE> οι εκπρόσωποι της Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου υπέγραψαν τη συμφωνία για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="029" PAGE.FIRST="7" DATE.PUB="2020">ΕΕ 2020, L 29, σ. 7</REF.DOC.OJ>, στο εξής: συμφωνία αποχωρήσεως).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0005"><NO.P>5</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20200130">30 Ιανουαρίου 2020</DATE> το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε την απόφαση (ΕΕ) 2020/135 σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (<REF.DOC.OJ COLL="L" NO.OJ="029" PAGE.FIRST="1" DATE.PUB="2020">ΕΕ 2020, L 29, σ. 1</REF.DOC.OJ>). Δυνάμει του άρθρου 1 της αποφάσεως αυτής, η συμφωνία αποχωρήσεως εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0006"><NO.P>6</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20200131">31 Ιανουαρίου 2020</DATE> το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε από την Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας. Την <DATE ISO="20200201">1η Φεβρουαρίου 2020</DATE> η συμφωνία αποχωρήσεως τέθηκε σε ισχύ.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><P><HT TYPE="BOLD">Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων</HT></P></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0007"><NO.P>7</NO.P><TXT>Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στις <DATE ISO="20200330">30 Μαρτίου 2020</DATE>, οι προσφεύγοντες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0008"><NO.P>8</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20200421">21 Απριλίου 2020</DATE> οι προσφεύγοντες κατέθεσαν υπόμνημα με το οποίο ζητούσαν από το Γενικό Δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Στις <DATE ISO="20200428">28 Απριλίου 2020</DATE> ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να μην περιλάβει το εν λόγω υπόμνημα στη δικογραφία.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0009"><NO.P>9</NO.P><TXT>Με χωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις <DATE ISO="20200714">14 Ιουλίου 2020</DATE>, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0010"><NO.P>10</NO.P><TXT>Στις <DATE ISO="20200821">21 Αυγούστου 2020</DATE> οι προσφεύγοντες κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="3"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0011"><NO.P>11</NO.P><TXT>Εν τω μεταξύ, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις <DATE ISO="20200615">15 Ιουνίου 2020</DATE>, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου. Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις <DATE ISO="20200708">8 Ιουλίου 2020</DATE>, το Συμβούλιο δήλωσε ότι δεν είχε καμία παρατήρηση να διατυπώσει επί της αιτήσεως αυτής.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0012"><NO.P>12</NO.P><TXT>Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις <DATE ISO="20200806">6 Αυγούστου 2020</DATE>, η British in Europe, ένωση γαλλικού δικαίου, ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων των προσφευγόντων. Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις <DATE ISO="20201126">26 Νοεμβρίου 2020</DATE>, το Συμβούλιο επαφέθηκε στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ως προς την ενδεχόμενη αποδοχή της παρεμβάσεως αυτής.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0013"><NO.P>13</NO.P><TXT>Με διάταξη της <DATE ISO="20201105">5ης Νοεμβρίου 2020</DATE>, το Γενικό Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφάσισε, βάσει του άρθρου 130, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, να συνεκδικάσει την ένσταση απαραδέκτου με την ουσία της υποθέσεως και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0014"><NO.P>14</NO.P><TXT>Με απόφαση της <DATE ISO="20201110">10ης Νοεμβρίου 2020</DATE>, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του δέκατου πενταμελούς τμήματος, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κανονισμού Διαδικασίας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0015"><NO.P>15</NO.P><TXT>Το Συμβούλιο κατέθεσε το υπόμνημα αντικρούσεως στις <DATE ISO="20210118">18 Ιανουαρίου 2021</DATE>. Στις <DATE ISO="20210211">11 Φεβρουαρίου 2021</DATE>, ο πρόεδρος του δέκατου πενταμελούς τμήματος αποφάσισε να μην κοινοποιήσει το υπόμνημα αυτό στους προσφεύγοντες.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0016"><NO.P>16</NO.P><TXT>Με έγγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις <DATE ISO="20210119">19 Ιανουαρίου 2021</DATE>, οι προσφεύγοντες ζήτησαν την αναστολή της διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση βάσει του άρθρου 69, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας. Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις <DATE ISO="20210208">8 Φεβρουαρίου 2021</DATE>, το Συμβούλιο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί της ανωτέρω αιτήσεως αναστολής. Με απόφαση της <DATE ISO="20210210">10ης Φεβρουαρίου 2021</DATE>, ο πρόεδρος του δέκατου πενταμελούς τμήματος απέρριψε την εν λόγω αίτηση αναστολής.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0017"><NO.P>17</NO.P><TXT>Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:</TXT><P><LIST TYPE="NDASH"><ITEM><P>με το κύριο αίτημά τους, να ακυρώσει εξ ολοκλήρου τη συμφωνία αποχωρήσεως και την απόφαση 2020/135·</P></ITEM><ITEM><P>με το επικουρικό αίτημά τους, να ακυρώσει μερικώς τη συμφωνία αποχωρήσεως και την απόφαση 2020/135, <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0001" ID="QS0001"/>κατά το μέρος που οι πράξεις αυτές προβαίνουν, κατά τρόπο αυτόματο και γενικό, σε διάκριση […] μεταξύ των πολιτών της Ένωσης και των υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου<QUOT.END REF.START="QS0001" CODE="00BB" ID="QE0001"/>, και, επομένως, να ακυρώσει, μεταξύ άλλων, το έκτο σημείο αναφοράς του προοιμίου και τα άρθρα 9, 10 και 127 της συμφωνίας αποχωρήσεως·</P></ITEM><ITEM><P>να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα, <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0002" ID="QS0002"/>συμπεριλαμβανομένης της δικηγορικής αμοιβής ύψους <FT TYPE="NUMBER">5000</FT> [ευρώ]<QUOT.END REF.START="QS0002" CODE="00BB" ID="QE0002"/>.</P></ITEM></LIST></P></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0018"><NO.P>18</NO.P><TXT>Με την ένσταση απαραδέκτου το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:</TXT><P><LIST TYPE="NDASH"><ITEM><P>να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·</P></ITEM><ITEM><P>να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.</P></ITEM></LIST></P></NP.ECR></GR.SEQ><?PAGE NO="4"?><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><P><HT TYPE="BOLD">Σκεπτικό</HT></P></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί της δυνατότητας αποφάνσεως με αιτιολογημένη διάταξη</HT></HT></P></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0019"><NO.P>19</NO.P><TXT>Δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφοι 1 και 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, εάν ο καθού το ζητήσει, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 130, παράγραφος 6 του εν λόγω Κανονισμού, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0020"><NO.P>20</NO.P><TXT>Κατά τη νομολογία, η δυνατότητα απορρίψεως προσφυγής ως απαράδεκτης με αιτιολογημένη διάταξη και, ως εκ τούτου, χωρίς να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν αποκλείεται από το ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε προηγουμένως διάταξη με την οποία αποφασίσθηκε να εξετασθεί μαζί με την ουσία της υποθέσεως ένσταση απαραδέκτου προβληθείσα βάσει του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας (πρβλ. διάταξη της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20080219">19ης Φεβρουαρίου 2008</DATE>, <NAME.CASE>Tokai Europe κατά Επιτροπής</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑262/07 P</NO.CASE>, μη δημοσιευθείσα, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2008:95">EU:C:2008:95</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0026">26</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0028">28</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0021"><NO.P>21</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, μολονότι αποφάσισε με διάταξη της <DATE ISO="20201105">5ης Νοεμβρίου 2020</DATE> να εξετάσει την προβληθείσα από το Συμβούλιο ένσταση απαραδέκτου μαζί με την ουσία της υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι έχει ενημερωθεί επαρκώς από τη δικογραφία ώστε να αποφανθεί με διάταξη επί της ενστάσεως αυτής.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί του αντικειμένου της προσφυγής</HT></HT></P></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0022"><NO.P>22</NO.P><TXT>Προκαταρκτικώς, πρώτον, επισημαίνεται ότι οι προσφεύγοντες ζητούν, επικουρικώς, τη μερική ακύρωση της συμφωνίας αποχωρήσεως και της αποφάσεως 2020/135, <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0003" ID="QS0003"/>κατά το μέρος που οι πράξεις αυτές προβαίνουν, κατά τρόπο αυτόματο και γενικό, σε διάκριση […] μεταξύ των πολιτών της Ένωσης και των υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου<QUOT.END REF.START="QS0003" CODE="00BB" ID="QE0003"/>, και την ακύρωση, μεταξύ άλλων, του έκτου σημείου αναφοράς του προοιμίου και των άρθρων 9, 10 και 127 της συμφωνίας αποχωρήσεως (σκέψη 17 ανωτέρω, δεύτερη περίπτωση).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0023"><NO.P>23</NO.P><TXT>Συναφώς, από το σύνολο των δικογράφων των προσφευγόντων προκύπτει ότι, με το αίτημά τους περί μερικής ακυρώσεως, ζητούν, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση των παρατιθέμενων στη σκέψη 22 ανωτέρω πράξεων, καθόσον οι πράξεις αυτές στερούν από τους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου –και ιδίως από εκείνους εξ αυτών που έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ένωσης και στους οποίους δεν επετράπη να ψηφίσουν κατά το δημοψήφισμα της <DATE ISO="20160623">23ης Ιουνίου 2016</DATE>– την ιδιότητά τους ως πολιτών της Ένωσης και τα συνδεόμενα με την ιδιότητα αυτή δικαιώματα.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0024"><NO.P>24</NO.P><TXT>Δεύτερον, είναι σκόπιμο να σημειωθεί ότι οι προσφεύγοντες ζητούν την ολική ή μερική ακύρωση όχι μόνον της αποφάσεως 2020/135 αλλά και της συμφωνίας αποχωρήσεως καθεαυτήν.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0025"><NO.P>25</NO.P><TXT>Ωστόσο, η συμφωνία αποχωρήσεως δεν αποτελεί μονομερή πράξη της Ένωσης, αλλά πράξη διεθνούς συμβατικού δικαίου που έχει συναφθεί μεταξύ της Ένωσης, αφενός, και του Ηνωμένου Βασιλείου, αφετέρου.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="5"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0026"><NO.P>26</NO.P><TXT>Σε μια τέτοια περίπτωση, ο έλεγχος της νομιμότητας που οφείλει να ασκήσει ο δικαστής της Ένωσης αφορά την πράξη των θεσμικών οργάνων της Ένωσης με την οποία τίθεται σε εφαρμογή η επίμαχη διεθνής συμφωνία και όχι η συμφωνία καθεαυτήν (πρβλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20080903">3ης Σεπτεμβρίου 2008</DATE>, <NAME.CASE>Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑402/05 P και C‑415/05 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2008:461">EU:C:2008:461</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0286">286</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Ο έλεγχος αυτός δύναται, ωστόσο, να αφορά τη νομιμότητα της πράξεως αυτής υπό το πρίσμα του περιεχομένου της επίμαχης διεθνούς συμφωνίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180227">27ης Φεβρουαρίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>Western Sahara Campaign UK</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑266/16</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:118">EU:C:2018:118</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0051">51</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0027"><NO.P>27</NO.P><TXT>Ως εκ τούτου, όταν επιλαμβάνεται προσφυγής η οποία στρέφεται κατά διεθνούς συμφωνίας που έχει συνάψει η Ένωση, ο δικαστής της Ένωσης προβαίνει σε αναχαρακτηρισμό της προσφυγής ως, στην πραγματικότητα, στρεφόμενης κατά της αποφάσεως που εγκρίνει τη σύναψη της συμφωνίας αυτής (πρβλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19940809">9ης Αυγούστου 1994</DATE>, <NAME.CASE>Γαλλία κατά Επιτροπής</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑327/91</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1994:305">EU:C:1994:305</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0013">13</REF.NP.ECR> έως <REF.NP.ECR REF="NP0017">17</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0028"><NO.P>28</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να αναχαρακτηριστεί ως βάλλουσα μόνον κατά της αποφάσεως 2020/135 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί της ενστάσεως απαραδέκτου</HT></HT></P></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0029"><NO.P>29</NO.P><TXT>Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη στο μέτρο που οι προσφεύγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς να ασκήσουν προσφυγή κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, πρώτον, οι προσφεύγοντες δεν είναι αποδέκτες της αποφάσεως αυτής. Δεύτερον, η εν λόγω απόφαση δεν αφορά ατομικά τους προσφεύγοντες. Τρίτον, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός, συνεπάγεται τη λήψη εκτελεστικών μέτρων και, αφετέρου, δεν συνιστά κανονιστική πράξη.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0030"><NO.P>30</NO.P><TXT>Οι προσφεύγοντες αντικρούουν την ένσταση απαραδέκτου. Προβάλλουν, αφενός, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τους αφορά άμεσα και ατομικά και, αφετέρου, ότι η εν λόγω απόφαση συνιστά κανονιστική πράξη που τους αφορά άμεσα και δεν συνεπάγεται τη λήψη εκτελεστικών μέτρων.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0031"><NO.P>31</NO.P><TXT>Υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου του άρθρου αυτού, να ασκεί προσφυγή κατά τριών ειδών πράξεων, ήτοι, πρώτον, κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης, δεύτερον, κατά των πράξεων που το αφορούν άμεσα και ατομικά και, τρίτον, κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0032"><NO.P>32</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη του μερικού αναχαρακτηρισμού της προσφυγής (σκέψη 28 ανωτέρω), η ενεργητική νομιμοποίηση προς άσκηση προσφυγής πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία (σκέψη 26 ανωτέρω), πρέπει, για την εξέταση αυτή, να ληφθούν υπόψη η φύση και το περιεχόμενο της συμφωνίας αποχωρήσεως.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0033"><NO.P>33</NO.P><TXT>Διαπιστώνεται ευθύς εξαρχής ότι οι προσφεύγοντες δεν είναι αποδέκτες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή της συμφωνίας αποχωρήσεως. Ως εκ τούτου δεν έχουν το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής βάσει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, ΣΛΕΕ, πράγμα το οποίο, εξάλλου, δεν αμφισβητούν.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="6"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0034"><NO.P>34</NO.P><TXT>Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι προσφεύγοντες έχουν δικαίωμα προσφυγής βάσει της μίας ή της άλλης εκ των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη και τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ.</TXT></NP.ECR><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P><HT TYPE="ITALIC">Επί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των προσφευγόντων υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ</HT></P></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0035"><NO.P>35</NO.P><TXT>Υπενθυμίζεται ότι οι προϋποθέσεις άμεσου, αφενός, και ατομικού, αφετέρου, επηρεασμού οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ είναι σωρευτικές (βλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131003">3ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑583/11 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:625">EU:C:2013:625</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0075">75</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0076">76</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0036"><NO.P>36</NO.P><TXT>Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί αν πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση, σχετικά με το κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ατομικά τους προσφεύγοντες.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0037"><NO.P>37</NO.P><TXT>Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, για να θεωρηθεί ότι μια πράξη αφορά φυσικό ή νομικό πρόσωπο άλλο από τους αποδέκτες της, πρέπει η πράξη αυτή να το θίγει λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία το διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη τέτοιας αποφάσεως (αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="19630715">15ης Ιουλίου 1963</DATE>, <NAME.CASE>Plaumann κατά Επιτροπής</NAME.CASE>, <NO.CASE>25/62</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:1963:17">EU:C:1963:17</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>, σ. 223, και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180313">13ης Μαρτίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>European Union Copper Task Force κατά Επιτροπής</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑384/16 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:176">EU:C:2018:176</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0093">93</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0038"><NO.P>38</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια, του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στην περίπτωση των οποίων έχει εφαρμογή ένα μέτρο ουδόλως συνεπάγεται ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω μέτρο αφορά ατομικά τα εν λόγω υποκείμενα δικαίου, εφόσον η εφαρμογή αυτή στηρίζεται σε αντικειμενική νομική ή πραγματική κατάσταση που ορίζεται από την οικεία πράξη (αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20011122">22ας Νοεμβρίου 2001</DATE>, <NAME.CASE>Antillean Rice Mills κατά Συμβουλίου</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑451/98</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2001:622">EU:C:2001:622</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0052">52</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>, και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20180313">13ης Μαρτίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>European Union Copper Task Force κατά Επιτροπής</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑384/16 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:176">EU:C:2018:176</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0094">94</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0039"><NO.P>39</NO.P><TXT>Ομοίως, το γεγονός ότι μια κανονιστική πράξη μπορεί να έχει διαφορετικά συγκεκριμένα αποτελέσματα για τα διάφορα υποκείμενα δικαίου στα οποία έχει εφαρμογή δεν μπορεί να τα εξατομικεύσει σε σχέση με όλα τα άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, εφόσον η πράξη αυτή εφαρμόζεται δυνάμει μιας αντικειμενικώς προσδιοριζομένης καταστάσεως (απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20000222">22ας Φεβρουαρίου 2000</DATE>, <NAME.CASE>ACAV κ.λπ. κατά Συμβουλίου</NAME.CASE>, <NO.CASE>T‑138/98</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:T:2000:45">EU:T:2000:45</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0066">66</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>, και διάταξη της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20081203">3ης Δεκεμβρίου 2008</DATE>, <NAME.CASE>RSA Security Ireland κατά Επιτροπής</NAME.CASE>, <NO.CASE>T‑227/06</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:T:2008:547">EU:T:2008:547</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0059">59</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0040"><NO.P>40</NO.P><TXT>Εντούτοις, το γεγονός ότι μια διάταξη έχει, λόγω της φύσεως και του περιεχομένου της, γενικό χαρακτήρα, καθόσον εφαρμόζεται επί του συνόλου των ενδιαφερομένων προσώπων, δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η εν λόγω διάταξη να αφορά ατομικά ορισμένα από αυτά (αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20060622">22ας Ιουνίου 2006</DATE>, <NAME.CASE>Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑182/03 και C‑217/03</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2006:416">EU:C:2006:416</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0058">58</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>, και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20090423">23ης Απριλίου 2009</DATE>, <NAME.CASE>Sahlstedt κ.λπ. κατά Επιτροπής</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑362/06 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2009:243">EU:C:2009:243</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0029">29</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="7"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0041"><NO.P>41</NO.P><TXT>Συγκεκριμένα, όταν μια πράξη θίγει ομάδα προσώπων που ήταν προσδιορισμένα ή μπορούσαν να προσδιοριστούν κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως αυτής και βάσει κριτηρίων που προσιδιάζουν στα μέλη της εν λόγω ομάδας, η πράξη αυτή δύναται να αφορά ατομικά τα πρόσωπα αυτά, καθόσον αποτελούν μέρος ενός στενού κύκλου προσώπων. Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όταν η εν λόγω πράξη τροποποιεί δικαιώματα των προσώπων αυτών που κτήθηκαν προ της εκδόσεώς της (πρβλ. αποφάσεις της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20080313">13ης Μαρτίου 2008</DATE>, <NAME.CASE>Επιτροπή κατά Infront WM</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑125/06 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2008:159">EU:C:2008:159</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0071">71</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0072">72</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20140227">27ης Φεβρουαρίου 2014</DATE>, <NAME.CASE>Stichting Woonpunt κ.λπ. κατά Επιτροπής</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑132/12 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2014:100">EU:C:2014:100</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0059">59</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0042"><NO.P>42</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τους αφορά άμεσα και ατομικά στο μέτρο που τους στερεί την ιδιότητά τους ως πολιτών της Ένωσης και τα συνδεόμενα με την ιδιότητα αυτή δικαιώματα, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών και το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στις δημοτικές εκλογές του κράτους μέλους κατοικίας τους.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0043"><NO.P>43</NO.P><TXT>Ειδικότερα, προκειμένου να αποδείξουν ότι επηρεάζονται ατομικά, οι προσφεύγοντες εξηγούν ότι αποτελούν μέρος ενός πρώτου στενού κύκλου υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου οι οποίοι έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ένωσης (2 % του <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0004" ID="QS0004"/>γενικού βρετανικού πληθυσμού<QUOT.END REF.START="QS0004" CODE="00BB" ID="QE0004"/>). Επιπροσθέτως, αποτελούν επίσης μέρος ενός δεύτερου ακόμη στενότερου κύκλου υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου οι οποίοι έχουν, επιπλέον, διαμείνει για περισσότερα από δεκαπέντε έτη εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου και έχουν, ως εκ τούτου, στερηθεί του δικαιώματος ψήφου κατά τις βουλευτικές εκλογές στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και κατά το δημοψήφισμα της <DATE ISO="20160623">23ης Ιουνίου 2016</DATE>, κατ’ εφαρμογήν του <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0005" ID="QS0005"/>κανόνα της 15ετίας<QUOT.END REF.START="QS0005" CODE="00BB" ID="QE0005"/> (15 years rule) (1,2 % του <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0006" ID="QS0006"/>βρετανικού πληθυσμού<QUOT.END REF.START="QS0006" CODE="00BB" ID="QE0006"/>). Η στέρηση αυτή του δικαιώματος ψήφου δεν επέτρεψε τη συμμετοχή τους σε ψηφοφορίες καθοριστικές για τη διατήρηση της ιδιότητάς τους ως πολιτών της Ένωσης.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0044"><NO.P>44</NO.P><TXT>Οι προσφεύγοντες εξηγούν επίσης ότι καθένας εξ αυτών επηρεάζεται σημαντικά και με ιδιαίτερο τρόπο από την απώλεια της ιδιότητάς του ως πολίτη της Ένωσης και των συνδεόμενων με την ιδιότητα αυτή δικαιωμάτων. Συναφώς, υποστηρίζουν ότι η απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιδιότητα αυτή θα είχε δυσμενείς συνέπειες για αυτούς λόγω διάφορων χαρακτηριστικών, όπως, ιδίως:</TXT><P><LIST TYPE="NDASH"><ITEM><P>αυτό του βετεράνου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (ένας προσφεύγων)·</P></ITEM><ITEM><P>αυτό των <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0007" ID="QS0007"/>θυμάτων του <QUOT.START CODE="201C" REF.END="QE0008" ID="QS0008"/>κανόνα της 15ετίας<QUOT.END REF.START="QS0008" CODE="201D" ID="QE0008"/><QUOT.END REF.START="QS0007" CODE="00BB" ID="QE0007"/> (πέντε προσφεύγοντες)·</P></ITEM><ITEM><P>αυτό των προσώπων στα οποία δεν επετράπη να ψηφίσουν ή να είναι υποψήφιοι στις γαλλικές δημοτικές εκλογές του 2020 (πέντε προσφεύγοντες)·</P></ITEM><ITEM><P>αυτό του προσώπου που θα θιγεί κατά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς του στο Γιβραλτάρ (μία προσφεύγουσα)·</P></ITEM><ITEM><P>αυτό των προσώπων των οποίων θα θιγεί η ιδιωτική και η οικογενειακή ζωή (δύο προσφεύγοντες)·</P></ITEM><ITEM><P>αυτό του προσώπου του οποίου θα θιγεί το δικαίωμα ιδιοκτησίας (τέσσερις προσφεύγοντες)·</P></ITEM><?PAGE NO="8"?><ITEM><P>αυτά των προσώπων τα οποία υπόκεινται σε νέες φορολογικές ή σχετικές με την κοινωνική ασφάλιση επιβαρύνσεις επί της συντάξεως γήρατος που τους καταβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο (επτά εκ των προσφευγόντων)·</P></ITEM><ITEM><P>αυτό των προσώπων που θα υπόκεινται σε νέες διατυπώσεις για την είσοδο ή διαμονή στο έδαφος της Ένωσης (τρεις εκ των προσφευγόντων).</P></ITEM></LIST></P></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0045"><NO.P>45</NO.P><TXT>Διαπιστώνεται ευθύς εξαρχής ότι η επιχειρηματολογία των προσφευγόντων με την οποία επιχειρούν να αποδείξουν την ενεργητική νομιμοποίησή τους προς άσκηση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ στηρίζεται στην παραδοχή κατά την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση θα είχε ως συνέπεια την <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0009" ID="QS0009"/>απώλεια<QUOT.END REF.START="QS0009" CODE="00BB" ID="QE0009"/> ή την <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0010" ID="QS0010"/>κατάργηση<QUOT.END REF.START="QS0010" CODE="00BB" ID="QE0010"/> της ιδιότητάς τους ως πολιτών της Ένωσης και των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιδιότητα αυτή.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0046"><NO.P>46</NO.P><TXT>Συναφώς, είναι βεβαίως αληθές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση και η συμφωνία αποχωρήσεως δεν αφαιρούν ρητώς από τους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης και τα συνδεόμενα με την ιδιότητα αυτή δικαιώματα.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0047"><NO.P>47</NO.P><TXT>Ωστόσο, από το γράμμα και την οικονομία της συμφωνίας αποχωρήσεως –και ιδίως από το έκτο σημείο αναφοράς του προοιμίου της, το άρθρο 2 αυτής, στοιχεία βʹ έως δʹ, το άρθρο 10 αυτής, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως δʹ, και γενικότερα, από το σύνολο του δεύτερου μέρους της με τίτλο <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0011" ID="QS0011"/>Δικαιώματα των πολιτών<QUOT.END REF.START="QS0011" CODE="00BB" ID="QE0011"/>– προκύπτει σαφώς ότι η συμφωνία αποχωρήσεως αντιμετωπίζει τους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ήταν πολίτες της Ένωσης κατά την ημερομηνία αποχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση, ως πρόσωπα που δεν έχουν, ή δεν έχουν πλέον από την ημερομηνία αυτή, την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης. Επομένως, η εν λόγω συμφωνία δεν προβλέπει τη διατήρηση της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και του συνόλου των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιδιότητα αυτή για τους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0048"><NO.P>48</NO.P><TXT>Επισημαίνεται πάντως ότι, αναμφισβήτητα, η απώλεια ή η μη διατήρηση της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης μπορεί να επηρεάσει αισθητά τα δικαιώματα υπηκόου κράτους μέλους που αποχωρεί από την Ένωση (πρβλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20181210">10ης Δεκεμβρίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>Wightman κ.λπ.</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑621/18</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:999">EU:C:2018:999</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0064">64</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Οι υπήκοοι τέτοιου κράτους μέλους, απόδημοι σε άλλο κράτος μέλος, είναι πολύ πιθανότερο να επηρεαστούν από την έξοδο του κράτους μέλους καταγωγής τους από την Ένωση, λόγω των μακροχρόνιων ορισμένες φορές δεσμών που δημιουργούνται τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό και οικονομικό επίπεδο (διάταξη της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200616">16ης Ιουνίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>Walker κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου</NAME.CASE>, <NO.CASE>T‑383/19</NO.CASE>, μη δημοσιευθείσα, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:T:2020:269">EU:T:2020:269</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0041">41</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0049"><NO.P>49</NO.P><TXT>Εντούτοις, όσον αφορά την προϋπόθεση περί ατομικού επηρεασμού και σύμφωνα με τη μνημονευόμενη στη σκέψη 37 ανωτέρω νομολογία, εναπόκειται στους προσφεύγοντες να αποδείξουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον τους στερεί την ιδιότητά τους ως πολιτών της Ένωσης και τα δικαιώματα που συνδέονται με την ιδιότητα αυτή, τους θίγει λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τους διακρίνει έναντι κάθε άλλου προσώπου και, ως εκ τούτου, τους εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο εκείνου με τον οποίον θα εξατομίκευε τους αποδέκτες μιας τέτοιας αποφάσεως.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="9"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0050"><NO.P>50</NO.P><TXT>Συναφώς, πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι η συμφωνία αποχωρήσεως, ιδίως καθόσον δεν προβλέπει τη διατήρηση της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης για τους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου, εφαρμόζεται στο σύνολο των υπηκόων του κράτους αυτού κι είναι επομένως γενικής ισχύος.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0051"><NO.P>51</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εισάγει τη συμφωνία αποχωρήσεως στην έννομη τάξη της Ένωσης, αποτελεί καθεαυτήν πράξη γενικής ισχύος και, ως εκ τούτου, θίγει τους προσφεύγοντες λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0052"><NO.P>52</NO.P><TXT>Δεύτερον, οι περιστάσεις που επικαλούνται οι προσφεύγοντες, οι οποίες εκτίθενται στη σκέψη 43 ανωτέρω και σύμφωνα με τις οποίες οι ίδιοι ανήκουν σε ειδικές κατηγορίες υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου που έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Ένωσης, ορισμένοι από τους οποίους στερήθηκαν και το δικαίωμά τους να ψηφίσουν κατά τις εκλογές που διεξήχθησαν στο κράτος μέλος αυτό, δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι οι προσφεύγοντες αποτελούν μέρος ενός στενού κύκλου προσώπων κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 41 ανωτέρω.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0053"><NO.P>53</NO.P><TXT>Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον στερεί από τους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης και τα συνδεόμενα με την ιδιότητα αυτή δικαιώματα, αφενός, δεν ελήφθη βάσει κριτηρίων που προσιδιάζουν στα πρόσωπα που είναι μέλη ιδιαίτερων κατηγοριών υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου τις οποίες επικαλούνται οι προσφεύγοντες και, αφετέρου, δεν στερεί από τα πρόσωπα αυτά κεκτημένο δικαίωμα που έχουν ειδικά ή αποκλειστικά τα μέλη των εν λόγω κατηγοριών. Όλως αντιθέτως, από όσα επισημάνθηκαν στη σκέψη 51 ανωτέρω προκύπτει ότι η προβαλλόμενη απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των συνδεόμενων με την ιδιότητα αυτή δικαιωμάτων εφαρμόζεται σε ένα σύνολο αντικειμενικά προσδιοριζόμενων προσώπων, ήτοι στο σύνολο των υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου, ανεξαρτήτως του κράτους κατοικίας τους (βλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200616">16ης Ιουνίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>Walker κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου</NAME.CASE>, <NO.CASE>T‑383/19</NO.CASE>, μη δημοσιευθείσα, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:T:2020:269">EU:T:2020:269</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0052">52</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0053">53</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0054"><NO.P>54</NO.P><TXT>Υπό τις συνθήκες αυτές και σύμφωνα με τη μνημονευόμενη στις σκέψεις 38 και 39 ανωτέρω νομολογία, το γεγονός, αφενός, ότι ο αριθμός, ακόμη και η ταυτότητα, των προσώπων που εμπίπτουν σε κατηγορίες υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου τις οποίες επικαλούνται οι προσφεύγοντες μπορούν να προσδιοριστούν με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια, καθώς και το γεγονός, αφετέρου, ότι τα πρόσωπα αυτά θίγονται περισσότερο από την προβαλλόμενη απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των συνδεόμενων με την ιδιότητα αυτή δικαιωμάτων από τους άλλους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου δεν είναι αφεαυτών ικανές να καταστήσουν τα πρόσωπα αυτά θιγόμενα ατομικώς από την προσβαλλόμενη απόφαση (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20200616">16ης Ιουνίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>Walker κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου</NAME.CASE>, <NO.CASE>T‑383/19</NO.CASE>, μη δημοσιευθείσα, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:T:2020:269">EU:T:2020:269</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0043">43</REF.NP.ECR>, <REF.NP.ECR REF="NP0045">45</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0046">46</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0055"><NO.P>55</NO.P><TXT>Τρίτον, τα διάφορα χαρακτηριστικά που προβάλλονται προσωπικά από καθέναν εκ των προσφευγόντων και απαριθμούνται στη σκέψη 44 ανωτέρω είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ικανά να καταδείξουν τις συγκεκριμένες, διαφορετικές και, ενδεχομένως, σημαντικές συνέπειες, που μπορεί να συνεπάγεται για καθέναν εξ αυτών η προβαλλόμενη απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των συνδεόμενων με την ιδιότητα αυτή δικαιωμάτων. Αντιθέτως, κανένα από τα χαρακτηριστικά αυτά δεν μπορεί να αποδείξει ότι η απώλεια της ιδιότητας αυτής και των συνδεόμενων με την εν λόγω ιδιότητα δικαιωμάτων θα είχε τόσο ιδιαίτερες και ειδικές συνέπειες<?PAGE NO="10"?> για τους προσφεύγοντες που θα τους εξατομίκευε σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, κατά τρόπο ανάλογο προς εκείνον του αποδέκτη, υπό την έννοια της υπομνησθείσας στη σκέψη 37 ανωτέρω νομολογίας.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0056"><NO.P>56</NO.P><TXT>Τέταρτον, οι προσφεύγοντες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι τους αφορούν ατομικά οι άλλες πτυχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πέραν της προβαλλόμενης απώλειας της ιδιότητας του πολίτη της Ένωσης και των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ιδιότητα αυτή.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0057"><NO.P>57</NO.P><TXT>Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά ατομικά τους προσφεύγοντες. Ως εκ τούτου, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσον η απόφαση αυτή τους αφορά άμεσα, οι προσφεύγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P><HT TYPE="ITALIC">Επί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των προσφευγόντων υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ</HT></P></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0058"><NO.P>58</NO.P><TXT>Υπενθυμίζεται ότι οι προϋποθέσεις που συνδέονται, πρώτον, με την κανονιστική φύση της προσβαλλόμενης πράξεως, δεύτερον με τον άμεσο επηρεασμό των προσφευγόντων και, τρίτον, με την απουσία εκτελεστικών μέτρων οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ είναι σωρευτικές (πρβλ. διάταξη της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20201119">19ης Νοεμβρίου 2020</DATE>, <NAME.CASE>Buxadé Villalba κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου</NAME.CASE>, <NO.CASE>T‑32/20</NO.CASE>, μη δημοσιευθείσα, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:T:2020:552">EU:T:2020:552</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0030">30</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0059"><NO.P>59</NO.P><TXT>Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί αν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση, σχετικά με τον κανονιστικό χαρακτήρα της προσβαλλόμενης αποφάσεως.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0060"><NO.P>60</NO.P><TXT>Είναι σκόπιμο να υπομνησθεί ότι η έννοια των <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0012" ID="QS0012"/>κανονιστικών πράξεων<QUOT.END REF.START="QS0012" CODE="00BB" ID="QE0012"/>, κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ έχει περισσότερο περιορισμένο περιεχόμενο από την έννοια <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0013" ID="QS0013"/>πράξεις<QUOT.END REF.START="QS0013" CODE="00BB" ID="QE0013"/> που χρησιμοποιείται στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, η έννοια αυτή δεν αφορά το σύνολο των πράξεων γενικής ισχύος, αλλά αναφέρεται σε μια περισσότερο περιορισμένη κατηγορία πράξεων αυτής της φύσεως (απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131003">3ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑583/11 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:625">EU:C:2013:625</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0058">58</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0061"><NO.P>61</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, η έννοια <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0014" ID="QS0014"/>κανονιστικές πράξεις<QUOT.END REF.START="QS0014" CODE="00BB" ID="QE0014"/>, αφενός, αφορά πράξεις γενικής ισχύος και, αφετέρου, δεν περιλαμβάνει τις νομοθετικές πράξεις (πρβλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131003">3ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑583/11 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:625">EU:C:2013:625</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0060">60</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0061">61</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0062"><NO.P>62</NO.P><TXT>Εν προκειμένω, πρώτον, οι διάδικοι συμφωνούν, ορθώς, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νομοθετική πράξη γενικής ισχύος.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0063"><NO.P>63</NO.P><TXT>Συγκεκριμένα, αφενός, δεν αμφισβητείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πράξη γενικής ισχύος (σκέψη 51 ανωτέρω).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0064"><NO.P>64</NO.P><TXT>Αφετέρου, υπενθυμίζεται ότι νομική πράξη μπορεί να χαρακτηρισθεί ως νομοθετική πράξη της Ένωσης μόνον εάν εκδόθηκε βάσει διατάξεως των Συνθηκών που παραπέμπει ρητώς είτε στη συνήθη νομοθετική διαδικασία είτε στην ειδική νομοθετική διαδικασία (απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170906">6ης Σεπτεμβρίου 2017</DATE>, <NAME.CASE>Σλοβακία και Ουγγαρία κατά Συμβουλίου</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑643/15 και C‑647/15</NO.CASE>,<?PAGE NO="11"?> <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:631">EU:C:2017:631</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0062">62</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε βάσει του άρθρου 50, παράγραφος 2, ΣΕΕ. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι μολονότι η διάταξη αυτή διευκρινίζει ότι η συμφωνία που καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρηση κράτους μέλους συνάπτεται εξ ονόματος της Ένωσης από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, μετά από την έγκριση του Κοινοβουλίου, δεν παραπέμπει εντούτοις ρητώς στη συνήθη νομοθετική διαδικασία ή στην ειδική νομοθετική διαδικασία. Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως νομοθετική πράξη.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0065"><NO.P>65</NO.P><TXT>Δεύτερον, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νομοθετική πράξη γενικής ισχύος. Κατά τους προσφεύγοντες, η απόφαση αυτή μπορεί να είναι μόνον κανονιστική πράξη. Κατά το Συμβούλιο, η εν λόγω απόφαση δεν αποτελεί νομοθετική ή κανονιστική πράξη.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0066"><NO.P>66</NO.P><TXT>Συναφώς, παρατηρείται ότι, με την απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20131003">3ης Οκτωβρίου 2013</DATE>, <NAME.CASE>Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑583/11 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:625">EU:C:2013:625</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>), το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι η έννοια <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0015" ID="QS0015"/>κανονιστικές πράξεις<QUOT.END REF.START="QS0015" CODE="00BB" ID="QE0015"/> περιλαμβάνει όλες τις μη νομοθετικές πράξεις γενικής ισχύος.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0067"><NO.P>67</NO.P><TXT>Βεβαίως, είναι σκόπιμο να υπομνησθεί ότι, με μεταγενέστερη απόφαση, το Δικαστήριο απέκλεισε την ερμηνεία σύμφωνα με την οποία υφίστανται μη νομοθετικές πράξεις γενικής ισχύος οι οποίες δεν εμπίπτουν στην έννοια των <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0016" ID="QS0016"/>κανονιστικών πράξεων<QUOT.END REF.START="QS0016" CODE="00BB" ID="QE0016"/> κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια αυτή καλύπτει όλες τις μη νομοθετικές πράξεις γενικής ισχύος (πρβλ. απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20181106">6ης Νοεμβρίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>Scuola Elementare Maria Montessori κατά Επιτροπής, Επιτροπή κατά Scuola Elementare Maria Montessori και Επιτροπή κατά Ferracci</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑622/16 P έως C‑624/16 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:873">EU:C:2018:873</NO.ECLI>, σκέψεις <REF.NP.ECR REF="NP0024">24</REF.NP.ECR> και <REF.NP.ECR REF="NP0028">28</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0068"><NO.P>68</NO.P><TXT>Ωστόσο, επισημαίνεται ότι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20181106">6ης Νοεμβρίου 2018</DATE>, <NAME.CASE>Scuola Elementare Maria Montessori κατά Επιτροπής, Επιτροπή κατά Scuola Elementare Maria Montessori και Επιτροπή κατά Ferracci</NAME.CASE> (<NO.CASE>C‑622/16 P έως C‑624/16 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2018:873">EU:C:2018:873</NO.ECLI></REF.DOC.ECR>), η επίδικη πράξη ήταν απόφαση της Επιτροπής ληφθείσα επί θεμάτων κρατικών ενισχύσεων. Μολονότι ήταν πράξη γενικής ισχύος λόγω του ότι αποφαινόταν επί εθνικών καθεστώτων, η απόφαση αυτή είχε διοικητικό χαρακτήρα και είχε εκδοθεί από μόνη την Επιτροπή, χωρίς παρέμβαση του Συμβουλίου ή του Κοινοβουλίου. Στο πλαίσιο αυτό, η άποψη που υποστήριξε η Επιτροπή, κατά την οποία η εν λόγω απόφαση ήταν μη νομοθετική πράξη γενικής ισχύος που δεν ενέπιπτε στην έννοια των <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0017" ID="QS0017"/>κανονιστικών πράξεων<QUOT.END REF.START="QS0017" CODE="00BB" ID="QE0017"/>, δεν έβρισκε κανένα έρεισμα στο γράμμα, στο ιστορικό θεσπίσεως ή στον σκοπό του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στις σκέψεις 24 έως 27 της εν λόγω αποφάσεώς του.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0069"><NO.P>69</NO.P><TXT>Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν είχε μέχρι τούδε την ευκαιρία να εξετάσει αν οι αποφάσεις που εγκρίνουν τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας, και ειδικότερα οι αποφάσεις που εγκρίνουν τη σύναψη συμφωνίας η οποία καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρηση κράτους μέλους, πρέπει να χαρακτηρίζονται ως κανονιστικές πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0070"><NO.P>70</NO.P><TXT>Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί αν η έννοια των <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0018" ID="QS0018"/>κανονιστικών πράξεων<QUOT.END REF.START="QS0018" CODE="00BB" ID="QE0018"/> καλύπτει εξίσου και τέτοιες αποφάσεις.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="12"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0071"><NO.P>71</NO.P><TXT>Συναφώς, πρώτον, επισημαίνεται ότι, όπως όλες οι διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση, η συμφωνία που καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρηση κράτους μέλους δεσμεύει τα θεσμικά όργανά της και υπερισχύει των πράξεων που αυτά εκδίδουν (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20150113">13ης Ιανουαρίου 2015</DATE>, <NAME.CASE>Συμβούλιο και Επιτροπή κατά Stichting Natuur en Milieu και Pesticide Action Network Europe</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑404/12 P και C‑405/12 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2015:5">EU:C:2015:5</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0044">44</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR> και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0072"><NO.P>72</NO.P><TXT>Από την υπεροχή αυτή των συναπτόμενων από την Ένωση διεθνών συμφωνιών έναντι των διατάξεων του παράγωγου δικαίου προκύπτει ότι, στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου, η συμφωνία αποχωρήσεως είναι υπέρτερης τυπικής ισχύος έναντι των πράξεων γενικής ισχύος, τόσο των νομοθετικών όσο και των κανονιστικών.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0073"><NO.P>73</NO.P><TXT>Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση εισάγει στην έννομη τάξη της Ένωσης κανόνες, που περιέχονται στη συμφωνία αποχωρήσεως, οι οποίοι υπερισχύουν των νομοθετικών και κανονιστικών πράξεων και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να έχουν οι ίδιοι κανονιστικό χαρακτήρα.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0074"><NO.P>74</NO.P><TXT>Δεύτερον, λαμβανομένης υπόψη της διαδικασίας συνάψεώς της και κατά το πρότυπο άλλων διεθνών συμφωνιών που έχει συνάψει η Ένωση, η συμφωνία αποχωρήσεως μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί, σε εξωτερικό επίπεδο, το ισοδύναμο αυτού που είναι σε εσωτερικό επίπεδο μια νομοθετική πράξη [πρβλ., κατ’ αναλογίαν, γνωμοδότηση 1/15 (Συμφωνία PNR ΕΕ-Καναδάς), της <REF.DOC.ECR><DATE ISO="20170726">26ης Ιουλίου 2017</DATE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2017:592">EU:C:2017:592</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0146">146</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>].</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0075"><NO.P>75</NO.P><TXT>Συγκεκριμένα, η συμφωνία αποχωρήσεως συνήφθη εξ ονόματος της Ένωσης από το Συμβούλιο, μετά από έγκριση του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 50, παράγραφος 2, ΣΕΕ, διαδικασία. Στο μέτρο που συνεπάγεται τη συμμετοχή του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου, η διαδικασία αυτή είναι παρεμφερής με τις συνήθεις και ειδικές νομοθετικές διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 289, παράγραφοι 1 και 2, ΣΛΕΕ και μνημονεύονται στο άρθρο 21, παράγραφοι 2 και 3, στο άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 2, στο άρθρο 23, δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 24, πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, και στο άρθρο 228, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ βάσει των οποίων τα δύο αυτά θεσμικά όργανα μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις σχετικές με τα δικαιώματα που συνδέονται με την ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0076"><NO.P>76</NO.P><TXT>Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση εισάγει στην έννομη τάξη της Ένωσης κανόνες, που περιέχονται στη συμφωνία αποχωρήσεως, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα υψηλή δημοκρατική νομιμότητα, κατά το πρότυπο των κανόνων που περιλαμβάνονται σε νομοθετική πράξη. Ακριβώς αυτή η ιδιαίτερα υψηλή δημοκρατική νομιμότητα της νομοθεσίας που θεσπίζεται σύμφωνα με διαδικασία που προβλέπει τη συμμετοχή του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου δικαιολογεί τη μη δυνατότητα ελαστικής εφαρμογής των προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγές ακυρώσεως κατά νομοθετικών πράξεων (πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott επί της υποθέσεως <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑583/11 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:21">EU:C:2013:21</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0038">38</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>).</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0077"><NO.P>77</NO.P><TXT>Εξάλλου, σε πολλές γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ, η έννοια των <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0019" ID="QS0019"/>κανονιστικών πράξεων<QUOT.END REF.START="QS0019" CODE="00BB" ID="QE0019"/> υποδηλώνει περισσότερο κανόνες δικαίου που θεσπίζονται από την εκτελεστική εξουσία και λιγότερο κανόνες δικαίου που θεσπίζονται από τη νομοθετική (πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott επί της υποθέσεως <REF.DOC.ECR><NAME.CASE>Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου</NAME.CASE>, <NO.CASE>C‑583/11 P</NO.CASE>, <NO.ECLI ECLI="ECLI:EU:C:2013:21">EU:C:2013:21</NO.ECLI>, σκέψη <REF.NP.ECR REF="NP0041">41</REF.NP.ECR></REF.DOC.ECR>). Πάντως, μια απόφαση η οποία εγκρίνει τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας ή συμφωνίας που καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρηση κράτους μέλους, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορεί να συγκρίνεται με πράξη της εκτελεστικής εξουσίας.</TXT></NP.ECR><?PAGE NO="13"?><NP.ECR IDENTIFIER="NP0078"><NO.P>78</NO.P><TXT>Τρίτον, θα ήταν ανακόλουθη και παράδοξη η ελαστική εφαρμογή των προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως χαρακτηρίζοντάς την ως κανονιστική πράξη. Συγκεκριμένα, μια τέτοια ελαστική εφαρμογή θα είχε ως συνέπεια οι ιδιώτες να μπορούν ευκολότερα να αμφισβητήσουν έναν συγκεκριμένο νομικό κανόνα όταν περιλαμβάνεται σε διεθνή συμφωνία, όπως η συμφωνία αποχωρήσεως, και στη συνέχεια εισάγεται στην έννομη τάξη της Ένωσης μέσω αποφάσεως που εγκρίνει τη σύναψη της επίμαχης συμφωνίας, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση, απ’ ό,τι όταν ο ίδιος νομικός κανόνας περιλαμβάνεται σε νομοθετική πράξη με πανομοιότυπο περιεχόμενο και κατώτερη τυπική ισχύ στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0079"><NO.P>79</NO.P><TXT>Τέταρτον, από το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι οι συντάκτες του σχεδίου συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος για την Ευρώπη και, στη συνέχεια, οι συντάκτες της Συνθήκης της Λισσαβώνας δεν είχαν την πρόθεση να αμβλύνουν τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των προσφυγών που ασκούν ιδιώτες κατά των αποφάσεων που εγκρίνουν τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας, όπως, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις που εγκρίνουν τη σύναψη συμφωνίας η οποία καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρηση κράτους μέλους. Ειδικότερα, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του σχεδίου συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος για την Ευρώπη –και ιδίως του άρθρου III‑365, παράγραφος 4, το περιεχόμενο του οποίου περιελήφθη με πανομοιότυπη διατύπωση στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ– ουδόλως προκύπτει ότι οι εν λόγω συντάκτες επιθυμούσαν τέτοιες αποφάσεις να χαρακτηρίζονται ως <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0020" ID="QS0020"/>κανονιστικές πράξεις<QUOT.END REF.START="QS0020" CODE="00BB" ID="QE0020"/> κατά την έννοια των δύο αυτών άρθρων.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0080"><NO.P>80</NO.P><TXT>Υπό τις συνθήκες αυτές, ο όρος <QUOT.START CODE="00AB" REF.END="QE0021" ID="QS0021"/>κανονιστικές πράξεις<QUOT.END REF.START="QS0021" CODE="00BB" ID="QE0021"/> κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν περιλαμβάνει τις αποφάσεις που εγκρίνουν τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας, όπως είναι, ιδίως, οι αποφάσεις που εγκρίνουν τη σύναψη συμφωνίας η οποία καθορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την αποχώρηση κράτους μέλους.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0081"><NO.P>81</NO.P><TXT>Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κανονιστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0082"><NO.P>82</NO.P><TXT>Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα τους προσφεύγοντες και αν συνεπάγεται τη λήψη εκτελεστικών μέτρων, οι προσφεύγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς υπό το πρίσμα του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0083"><NO.P>83</NO.P><TXT>Επομένως, το Συμβούλιο βασίμως υποστηρίζει ότι οι προσφεύγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς προς άσκηση προσφυγής. Ως εκ τούτου, η ένσταση απαραδέκτου πρέπει να γίνει δεκτή και η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P><HT TYPE="BOLD"><HT TYPE="ITALIC">Επί των αιτήσεων παρεμβάσεως</HT></HT></P></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0084"><NO.P>84</NO.P><TXT>Κατά το άρθρο 142, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η παρέμβαση καθίσταται άνευ αντικειμένου σε περίπτωση που η προσφυγή κριθεί απαράδεκτη. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, παρέλκει η κρίση επί των αιτήσεων παρεμβάσεως της Επιτροπής και της British in Europe.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ></GR.SEQ><?PAGE NO="14"?><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><P><HT TYPE="BOLD">Επί των δικαστικών εξόδων</HT></P></TI></TITLE><NP.ECR IDENTIFIER="NP0085"><NO.P>85</NO.P><TXT>Πρώτον, κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν, πέραν των δικών τους δικαστικών εξόδων, και στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου, πλην εκείνων που αφορούν τις αιτήσεις παρεμβάσεως.</TXT></NP.ECR><NP.ECR IDENTIFIER="NP0086"><NO.P>86</NO.P><TXT>Δεύτερον, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 144, παράγραφος 10, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν η δίκη επί της κύριας υποθέσεως τερματιστεί πριν ληφθεί απόφαση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως, ο αιτούμενος την παρέμβαση και οι κύριοι διάδικοι φέρουν έκαστος τα σχετικά με την αίτηση παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά του. Εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η British in Europe φέρουν έκαστος τα σχετικά με τις αιτήσεις παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά του.</TXT></NP.ECR></GR.SEQ><JURISDICTION><INTRO><P>Για τους λόγους αυτούς,</P><P>ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο πενταμελές τμήμα)</P><P>διατάσσει:</P></INTRO><LIST TYPE="ARAB"><ITEM><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">1)</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.</HT></TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">2)</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Παρέλκει η εξέταση των αιτήσεων παρεμβάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της British in Europe.</HT></TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">3)</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Ο Harry Shindler και οι λοιποί προσφεύγοντες των οποίων τα ονόματα παρατίθενται στο παράρτημα φέρουν, πέραν των δικαστικών εξόδων τους, και τα έξοδα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλην εκείνων που αφορούν τις αιτήσεις παρεμβάσεως.</HT></TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P><HT TYPE="BOLD">4)</HT></NO.P><TXT><HT TYPE="BOLD">Ο H. Shindler και οι λοιποί προσφεύγοντες των οποίων τα ονόματα παρατίθενται στο παράρτημα, το Συμβούλιο, η Επιτροπή και η British in Europe φέρουν έκαστος τα σχετικά με τις αιτήσεις παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά τους.</HT></TXT></NP></ITEM></LIST></JURISDICTION></CONTENTS.ORDER><SIGNATURE.CASE><P>Λουξεμβούργο, <DATE ISO="20210608">8 Ιουνίου 2021</DATE>.</P><SIGNATORY><P>Ο Γραμματέας</P><P>E. Coulon</P></SIGNATORY><SIGNATORY><P>Ο Πρόεδρος</P><P>A. Kornezov</P></SIGNATORY></SIGNATURE.CASE></ORDER>