<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><JUDGMENT xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" xsi:noNamespaceSchemaLocation="http://formex.publications.europa.eu/schema/formex-04.cj-20080212.xd"><BIB.JUDGMENT><REF.CASE FILE="ECRCJ1982ELA.0500183701.case.xml"><NO.CASE>100/81</NO.CASE></REF.CASE><NO.CELEX>61981J0100</NO.CELEX><NO.SEQ>0014.0001</NO.SEQ><PAGE.FIRST>1837</PAGE.FIRST><PAGE.SEQ>2</PAGE.SEQ><PAGE.LAST>1843</PAGE.LAST><PAGE.TOTAL>7</PAGE.TOTAL><AUTHOR>CJ</AUTHOR></BIB.JUDGMENT><CURR.TITLE><LEFT>ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ <DATE ISO="19820525">25. 5. 1982</DATE> — ΥΠΟΘΕΣΗ 100/81</LEFT><RIGHT>ΕΠΙΤΡΟΠΗ / ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ</RIGHT></CURR.TITLE><TITLE><TI><P><IE/></P></TI></TITLE><JUDGMENT.INIT><P>Στην υπόθεση 100/81,</P></JUDGMENT.INIT><PARTIES><PLAINTIFS><P>Επιτροπή τῶν Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμενη ἀπό τόν νομικό τῆς σύμβουλο Robert Caspar Fischer, επικουρούμενο ἀπό τόν Auke Haagsma, μέλος τῆς νομικῆς υπηρεσίας της, μέ ἀντίκλητο στό Λουξεμβοῦργο τόν Oreste Montako, μέλος τῆς νομικῆς υπηρεσίας της, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,</P><PARTY.STATUS>προσφεύγουσα,</PARTY.STATUS></PLAINTIFS><AGAINST>κατά</AGAINST><DEFENDANTS><P>Βασιλειου τῶν Κάτω Χωρών, εκπροσωπουμένου ἀπό τόν Adriaan Bos, βοηθό νομικό σύμβουλο στό υπουργείο εξωτερικών, μέ τόπο επιδόσεων στό Λουξεμβοῦργο τήν πρεσβεία τῶν Κάτω Χωρῶν,</P><PARTY.STATUS>καθ᾿ οὗ,</PARTY.STATUS></DEFENDANTS></PARTIES><?PAGE NO="1838"?><P>στην ὁποία ζητείται νά διαπιστωθεί ὅτι τό Βασίλειο τῶν Κάτω Χωρών, μή θεσπίζοντας εντός τῆς ταχθείσης προθεσμίας τίς ἀναγκαίες διατάξεις για νά συμμορφωθεί πρός την ὁδηγία 74/561 τοῦ Συμβουλίου, τῆς <DATE ISO="19741112">12ης Νοεμβρίου 1974</DATE>, περί προσβάσεως στο επάγγελμα τοῦ μεταφορέως ἐμπορευμάτων στόν τομέα των ἐσωτερικών καί διεθνῶν ὁδικῶν μεταφορών (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. Ν 308 07/001, σ. 231), παρέβη τίς υποχρεώσεις τίς όποιες υπέχει ἐκ τῆς συνθήκης ΕΟΚ,</P><PREAMBLE><PREAMBLE.INIT><P>ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ</P><P>συγκείμενο ἀπό τους J. Menens de Wilmars, πρόεδρο, G. Bosco καί A. Touffait, προέδρους τμήματος, Mackenzie Stuart, Α. O'Keeffe, Τ. Koopmans καί U. Everling, δικαστές,</P><P>γενικός εἰσαγγελεύς: F. Capotorti</P><P>γραμματεύς: P. Heim</P></PREAMBLE.INIT><PREAMBLE.FINAL><P>εκδίδει τήν ἀκόλουθη</P></PREAMBLE.FINAL></PREAMBLE><CONTENTS.JUDGMENT><GR.SEQ LEVEL="1"><TITLE><TI><P>ΑΠΟΦΑΣΗ</P></TI></TITLE><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Περιστατικά</P></TI></TITLE><P>Τά πραγματικά περιστατικά τῆς υποθέσεως, ἡ ἐξέλιξη τῆς διαδικασίας, τά αἰτή-ματα, οἱ Ισχυρισμοί καί τά επιχειρήματα τῶν διαδίκων ἔχουν συνοπτικῶς ὡς έξῆς:</P><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P>Ι —</NO.P><TXT>Πραγματικά περιστατικά καί έγγραφη διαδικασία</TXT></NP></TI></TITLE><P>Ή ὁδηγία 74/561 τῆς <DATE ISO="19741112">12ης Νοεμβρίου 1974</DATE> τοῦ Συμβουλίου περί προσβάσεως στό επάγγελμα τοῦ μεταφορέως εμπορευμάτων στόν τομέα τῶν εσωτερικῶν καί διεθνῶν ὁδικών μεταφορών ὁρίζει στό άρθρο 7 ὅτι τά Κράτη μέλη, κατόπιν διαβουλεύσεως μέ τήν 'Επιτροπή καί πρό τῆς <DATE ISO="19770101">1ης 'Ιανουαρίου 1977</DATE>, λαμβάνουν τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν εφαρμογή τῆς παρούσης ὁδηγίας..</P><P>Μέ επιστολή τῆς μονίμου ἀντιπροσωπείας τους τῆς <DATE ISO="19761022">22ας 'Οκτωβρίου 1976</DATE>, οἱ Κάτω Χώρες διεβίβασαν στήν 'Επιτροπή, πρός τόν σκοπό διαβουλεύσεως, κατά τό άρθρο 7 της ὁδηγίας, τό κείμενο σχεδίου νόμου θέτοντος σέ εφαρμογή τήν ἐν λόγω ὁδηγία.<?PAGE NO="1839"?> Σέ ἀπάντηση στην ἀνωτέρω ἐπιστολή, ή 'Επιτροπή ἀπηύθυνε τήν <DATE ISO="19770316">16η Μαρτίου 1977</DATE> στην ὀλλανδική κυβέρνηση σύσταση μέ ὁρισμένες παρατηρήσεις ἐπί τοῦ σχεδίου αὐτοῦ.</P><P>Ἐν συνεχεία ἡ Ἐπιτροπή, μέ ἐπιστολή τῆς <DATE ISO="19790607">7ης 'Ιουνίου 1979</DATE>, ὤχλησε τίς Κάτω Χώρες, συμφώνως πρός τό ἄρθρο 169 εδάφιο 1 τῆς συνθήκης, ὅσον άφορᾶ τήν ἐφαρμογή τοῦ άρθρου 7 τῆς ὁδηγίας, καί ἐκάλεσε τήν ὀλλανδική κυβέρνηση νά διατυπώσει τίς παρατηρήσεις τῆς ἐπί τοῦ θέματος εντός προθεσμίας δύο μηνῶν.</P><P>Μέ επιστολή τῆς μονίμου ἀντιπροσωπείας τους τῆς <DATE ISO="19791022">22ας 'Οκτωβρίου 1979</DATE>, οἱ Κάτω Χῶρες ἐπέστησαν ἰδίως τήν προσοχή τῆς 'Επιτροπής στό ὅτι οἱ ἀποφάσεις πού εξέδωσε τό Δικαστήριο ἐπί τῶν υποθέσεων <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="145/78+146/78" YEAR="1979" PAGE.ECR="1025">145/78 καί 146/78 (Augustijn καί Wattenberg, Jurispr. 1979, σσ. 1025 καί 1041</REF.DOC.ECR>) τίς υποχρέωναν νά τροποποιήσουν τό σχέδιο νόμου πού τροποποιούσε τόν νόμο περί τῆς ὁδικής μεταφοράς εμπορευμάτων (Wet Autovervoer Goederen), τό όποιο ήδη εἶχε υποβληθεί στό Κοινοβούλιο (Staten-Generaal) καί ἀπέβλεπε ἰδίως στην εφαρμογή τῆς ὁδηγίας, καί ὅτι ὡς ἐκ τούτου, ὁ ως άνω τροποποιητικός νόμος, καθώς καί ἡ ἀναγκαία τροποποίηση τῆς ἐκτελεστικής ἀποφάσεως περί τῆς ὁδικής μεταφοράς εμπορευμάτων θά ἐτίθεντο σέ ἰσχύ τό ἐνωρίτερο στά μέσα τοῦ ἑπομένου έτους (δηλαδή τοῦ 1980).</P><P>Ἐν συνεχεία ἡ 'Επιτροπή, μέ επιστολή τῆς <DATE ISO="19800415">15ης 'Απριλίου 1980</DATE>, ἀπηύθυνε πρός τίς Κάτω Χώρες, συμφώνως πρός τό άρθρο 169 εδάφιο 1 τῆς συνθήκης, αιτιολογημένη γνώμη ὅπού διαπίστωνε ὅτι οἱ Κάτω Χώρες, μή λαμβάνοντας τά ἀναγκαία μέτρα γιά τήν εφαρμογή τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας, παρέβησαν τίς υποχρεώσεις τίς όποιες υπέχουν ἐκ τῆς συνθήκης καί ἐκάλεσε τίς Κάτω Χώρες νά συμμορφωθούν πρός τήν ἀνωτέρω αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών.</P><P>Στην ἀπάντηση τῆς ἐπί τῆς αἰτιολογημένης γνώμης, ἡ ὁποία εδόθη μέ επιστολή τῆς μονίμου ἀντιπροσωπείας τῆς τῆς <DATE ISO="19800624">24ης 'Ιουνίου 1980</DATE>, ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση παρέπεμπε στην ανωτέρω επιστολή τῆς τῆς <DATE ISO="19791022">22ας 'Οκτωβρίου 1979</DATE> καθιστώντας ἐπί πλέον γνωστό ὅτι ἡ επεξεργασία τοῦ ὡς άνω σχεδίου νόμου περί τροποποιήσεως τοῦ νόμου περί τῆς ὁδικής μεταφορᾶς ἐμπορευμάτων θά διαρκούσε ἀκόμη ἐπί ὁρισμένο χρονικό διάστημα.</P><P>Έκτοτε, ουδεμία πληροφορία περιήλθε στην 'Επιτροπή.</P><P>Ή παρούσα προσφυγή, μέ ημερομηνία <DATE ISO="19810423">23 'Απριλίου 1981</DATE>, περιήλθε στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου τήν <DATE ISO="19810424">24η 'Απριλίου 1981</DATE>. Μέ επιστολή τῆς <DATE ISO="19810909">9ης Σεπτεμβρίου 1981</DATE>, ή ὁποία περιήλθε στην γραμματεία τήν <DATE ISO="19810911">11η Σεπτεμβρίου 1981</DATE>, ἡ ὀλλανδική κυβέρνηση παρητήθη ἀπό τήν υποβολή υπομνήματος ἀνταπαντήσεως.</P><P>Κατόπιν εκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ δικαστού καί μετ᾽ ἀκρόαση τοῦ γενικού εἰσαγγελέως, τό Δικαστήριο ἀπεφάσισε τήν έναρξη τῆς προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγουμένη διεξαγωγή ἀποδείξεων.</P></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P>II —</NO.P><TXT>Αἰτήματα τῶν διαδίκων</TXT></NP></TI></TITLE><P>Ή <HT TYPE="ITALIC">'Επιτροπή</HT> ζητεί ἀπό τό Δικαστήριο:</P><LIST TYPE="DASH"><ITEM><P>νά ἀναγνωρίσει ὅτι, μή λαμβάνοντας εντός τῆς ταχθείσης προθεσμίας τά ἀναγκαία μέτρα πρός εφαρμογή τῆς ὁδηγίας 74/561 τοῦ Συμβουλίου, τῆς <DATE ISO="19741112">12ης Νοεμβρίου 1974</DATE>, τό Βασίλειο τῶν Κάτω Χωρών παρέβη υποχρέωση τήν ὁποία υπέχει ἐκ τῆς συνθήκης</P></ITEM><ITEM><P>νά καταδικάσει τό Βασίλειο τῶν Κάτω Χωρών στά δικαστικά έξοδα.</P></ITEM></LIST><P>Τό Βασίλειο τῶν Κάτω Χωρών δέν υπέβαλε ρητά αἰτήματα καί ἐπαφέθη σχετικώς στην κρίση τοῦ Δικαστηρίου.</P></GR.SEQ><?PAGE NO="1840"?><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P>ΙΙΙ —</NO.P><TXT>Ἰσχυρισμοί καί επιχειρήματα τῶν διαδίκων</TXT></NP></TI></TITLE><P>Στό δικόγραφό της, ἡ <HT TYPE="ITALIC">'Επιτροπή</HT> προβάλλει ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 189 τῆς συνθήκης, ή ὁδηγία δεσμεύει κάθε Κράτος μέλος στό όποιο ἀπευθύνεται ὅσον άφορᾶ τό επιδιωκόμενο ἀποτέλεσμα, άλλα ἀφήνει τήν επιλογή τοῦ τύπου καί τῶν μέσων στην ἁρμοδιότητα τῶν εθνικών ἀρχῶν. Αυτός ó δεσμευτικός χαρακτήρας συνεπάγεται τήν υποχρέωση τῶν Κρατών μελών νά τηρούν τίς τασσόμενες ἀπό τίς ὁδηγίες προθεσμίες. Υφίσταται παράβαση τῆς συνθήκης ἀπό τό Κράτος μέλος, ὁποιοδήποτε καί ἄν εἶναι τό κρατικό όργανο πού μέ τήν πράξη του ἥ τήν παράλειψη του δημιουργεῖ τήν παράβαση. 'Ενα Κράτος μέλος δέν δύναται νά επικαλεσθεί διατάξεις, τήν ἀκολουθουμενη πρακτική ἡ καταστάσεις τῆς εσωτερικῆς του τάξεως γιά νά δικαιολογήσει τήν μή τήρηση τῶν υποχρεώσεων καί προθεσμιών πού ἀπορρέουν ἀπό κοινοτικές ὁδηγίες.</P><P>Οἱ ἀρχές αυτές επιβεβαιώνονται ἀπό τήν νομολογία τοῦ Δικαστηρίου (υποθέσεις <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="52/75" YEAR="1976" PAGE.ECR="277">52/75, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας, Jurispr. 1976, σ. 277</REF.DOC.ECR>' <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="10/76" YEAR="1976" PAGE.ECR="1359">10/76, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας, Jurispr. 1976, σ. 1359</REF.DOC.ECR>' <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="163/78" YEAR="1979" PAGE.ECR="771">163/78, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας, Jurispr. 1979, σ. 771</REF.DOC.ECR> * <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="42/80+43/80" YEAR="1980" PAGE.ECR="3635">42/80 καί 43/80, 'Επιτροπή κατά 'Ιταλίας, Jurispr. 1980, σσ. 3635 καί 3643</REF.DOC.ECR>).</P><P>Ἡ <HT TYPE="ITALIC">ὀλλανδική κυβέρνηση</HT> δέν ἀμφισβητεί ὅτι ή ὁδηγία 74/561 δέν ἐξετελέσθη πλήρως πρό τῆς <DATE ISO="19770101">1ης 'Ιανουαρίου 1977</DATE>, ὅπως ὁρίζει τό άρθρο 7 τῆς ὁδηγίας. 'Εφιστά τήν προσοχή στό ὅτι ἡ ὁδηγία (άρθρο 3) ἀπαιτεί τήν λήψη μέτρων όσον άφορᾶ α) τήν ἀξιοπιστία, β) κατάλληλη οικονομική επιφάνεια καί γ) επαγγελματική ικανότητα. 'Εκ τοῦ άρθρου 7, παράγραφος 1, συνάγεται ὅτι ή ὁδηγία ἀποδίδει μεγάλη σημασία ιδίως στην εφαρμογή εθνικών μέτρων ἀφορώ-ντων τήν επαγγελματική ἱκανότητα.</P><P>'Από τήν επιστολή τῆς <DATE ISO="19800624">24ης 'Ιουνίου 1980</DATE> τῆς μονίμου ὀλλανδικής ἀντιπροσωπείας προς τήν 'Επιτροπή προκύπτει λοιπόν ὅτι ἀπό ἀρκετού χρόνου στίς Κάτω Χώρες ἐπληρώθησαν οἱ προϋποθέσεις τῆς επαγγελματικής ἱκανότητος καί τῆς οικονομικής επιφανείας γιά τόν επιχειρηματία μεταφορέα. 'Ετσι, ἀπό τοῦ 1954, βάσει τοῦ ἀνωτέρω νόμου περί τῆς ὁδικής μεταφοράς εμπορευμάτων, διοργανώνονται εξετάσεις ἐν όψει τῆς χορηγήσεως διπλώματος γιά τήν άσκηση τοῦ επαγγέλματος τοῦ μεταφο-ρέως ἐμπορευμάτων. Ή ὀλλανδική κυβέρνηση παραπέμπει σχετικώς στό άρθρο 128 τῆς εκτελεστικής ἀποφάσεως περί τῆς ὁδικής μεταφοράς εμπορευμάτων (Uitvoeringsbesluit Autovervoer Goederen — UAG), στην ἀπόφαση ἀριθ. Α-2/087231 τοῦ ἡπουργοῦ μεταφορών, υδρεύσεως καί δημοσίων έργων τῆς <DATE ISO="19560316">16ης Μαρτίου 1956</DATE> καί στους ὅρους τῆς εξετάσεως γιά τήν χορήγηση τοῦ επαγγελματικού διπλώματος. Όσον άφορᾶ τήν προϋπόθεση τῆς οικονομικής επιφανείας, παραπέμπει στό άρθρο 127 UAG.</P><P>Τό μόνο σημείο πού παραμένει σέ εκκρεμότητα, εἶναι ἡ προϋπόθεση πού ἀναφέρεται στην ἀξιοπιστία τοῦ μεταφορέως ἐμπορευμάτων. Ἐπ' αὐτοϋ, τό σχέδιο περί σχετικής προσαρμογής τοῦ νόμου περί τῆς ὁδικής μεταφοράς ἐμπορευμάτων πρός τήν ὁδηγία ἐψηφίσθη ἀπό τό Πρώτο Τμήμα τοῦ Κοινοβουλίου (Staten-Generaal) τήν <DATE ISO="19810407">7η 'Απριλίου 1981</DATE>. Ή πρόθεση εἶναι νά δημοσιευθεί συντόμως στό Staatsblad. Θά ἀρχίσει νά ἰσχήει συγχρόνως μέ τίς ἀναγκαίες τροποποιήσεις τῆς εκτελεστικής ἀποφάσεως περί τῆς μεταφοράς εμπορευμάτων, πού βασίζεται ἑπί τοῦ νόμου περί τῆς μεταφοράς εμπορευμάτων.</P><P>Ή ὀλλανδική κυβέρνηση ἀναφέρει άφ' έτερου ὅτι λόγω τοῦ περιεχομένου τῶν ὁδηγιών 74/561 (μεταφορά εμπορευμάτων) καί 74/562 (μεταφορά επιβατών), ἡ μεταφορά τους στην εθνική νομοθεσία θά πρέπει νά πραγματοποιηθεί μέ τόν μεγαλύτερο δυνατό συγχρονισμό, λαμβανομένου επίσης ύπ' ὄψη τοῦ ὅτι εἶναι επιθυμητό νά συμπίπτει<?PAGE NO="1841"?> ἡ έναρξη τῆς Ισχύος τῶν δύο κειμένων. Ἐπί πλέον, οἱ τυπικές διαδικασίες, καθώς καί οἱ διαδικασίες διαβουλεύσεως μέ τίς επαγγελματικές ὀργανώσεις πού πρέπει νά τηρηθούν γιά τίς δύο ὁδηγίες, προκαλοῦν ἀναπόφευκτες δυσκολίες καί βραδύτητες.</P><P>Ή <HT TYPE="ITALIC">'Επιτροπή</HT> άπαντᾶ ὅτι δέν ὀφείλει νά λάβει θέση ἐπί τῶν διευκρινίσεων τῆς ὀλλανδικής κυβερνήσεως ὅσον άφορᾶ την μερική εφαρμογή τῆς ἐν λόγω ὁδηγίας. Είναι άνευ σημασίας γιά τήν έκβαση τῆς προσφυγής τό ὅτι τά ἀναφερόμενα στό υπόμνημα ἀντικρούσεως μέτρα είναι σύμφωνα πρός τίς σχετικές διατάξεις τῆς ὁδηγίας, ἐφ᾽ ὅσον διαπιστώνεται — ὅπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση — ὅτι ἡ ὁδηγία δέν ἐφηρμόσθη πλήρως. Τό αυτό Ισχύει, mutatis mutandis, γιά τίς παρατηρήσεις ἐπί τοῦ σχεδίου νόμου πού πρόκειται νά δημοσιευθεί συντόμως στό Staatsblad.</P></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><NP><NO.P>ΙV —</NO.P><TXT>Προφορική διαδικασία</TXT></NP></TI></TITLE><P>Οἱ διάδικοι ἀνέπτυξαν προφορικώς τίς παρατηρήσεις τους κατά τήν συνεδρίαση τῆς <DATE ISO="19820302">2ας Μαρτίου 1982</DATE>.</P><P>Ό γενικός εἰσαγγελεύς ἀνέπτυξε τίς προτάσεις του κατά τήν συνεδρίαση τῆς <DATE ISO="19820331">31ης Μαρτίου 1982</DATE>.</P></GR.SEQ></GR.SEQ><GR.SEQ LEVEL="2"><TITLE><TI><P>Σκεπτικό</P></TI></TITLE><NP><NO.P>1</NO.P><TXT>Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στην γραμματεία τοῦ Δικαστηρίου στίς <DATE ISO="19810424">24 Ἀπριλίου 1981</DATE>, ἡ Ἐπιτροπή ἤσκησε, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή μέ τήν ὁποία ζητείται νά διαπιστωθεί ὅτι τό Βασίλειο τῶν Κάτω Χωρών, παραλείποντας νά θεσπίσει εντός τῆς ταχθείσης προθεσμίας τίς ἀναγκαίες διατάξεις γιά νά συμμορφωθεί πρός τήν ὁδηγία 74/561 τοῦ Συμβουλίου, τῆς <DATE ISO="19741112">12ης Νοεμβρίου 1974</DATE>, περί προσβάσεως στό επάγγελμα τοῦ μεταφορέως εμπορευμάτων στὁν τομέα τῶν εσωτερικῶν καί διεθνών ὁδικῶν μεταφορών (ΕΕ εἰδ. ἐκδ. Ν 308 07/001, σ. 231), παρέβη τίς υποχρεώσεις τίς όποιες ὑπέχει ἐκ τῆς συνθήκης.</TXT></NP><NP><NO.P>2</NO.P><TXT>Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 τῆς ὁδηγίας 74/561 τοῦ Συμβουλίου, τά Κράτη μέλη ὤφειλαν νά λάβουν τά ἀναγκαῖα μέτρα γιά νά συμμορφωθοῦν πρός τήν ὁδηγία εντός προθεσμίας, ἡ ὁποία ἐξέπνεε τήν <DATE ISO="19770101">1η 'Ιανουαρίου 1977</DATE>.</TXT></NP><NP><NO.P>3</NO.P><TXT>Ή ὀλλανδική κυβέρνηση δέν ἀμφισβητεί τό ὅτι δέν ἐτήρησε πλήρως τήν ἐν λόγω ὑποχρέωση. Ἀντ᾽ αὐτοῦ προβάλλει ὅτι ἀπό ἀρκετοῦ χρόνου στίς Κάτω Χώρες ἐπληρώθησαν οἱ προβλεπόμενες σέ κοινοτικό επίπεδο προϋποθέσεις ὅσον άφορᾶ τήν επαγγελματική Ικανότητα καί τήν οικονομική επιφάνεια τοῦ ιδιοκτήτου τῆς επιχειρήσεως μεταφορών. Τό μόνο σημείο πού παραμένει σέ εκκρεμότητα είναι ή προϋπόθεση πού ἀναφέρεται στην ἀξιοπιστία τοῦ μεταφορέως εμπορευμάτων. Ἐπ᾽ αὐτοῦ, ἡ παρατηρούμενη καθυστέρηση εξηγείται ἀπό τήν υποχρέωση πού<?PAGE NO="1842"?> δημιουργείται, μετά την έκδοση τῶν ἀποφάσεων τοῦ Δικαστηρίου τῆς <DATE ISO="19790322">22ας Μαρτίου 1979</DATE> (Augustjin καί Wattenberg, <REF.DOC.ECR EDITION="GEN" NO.CASE="145/78+146/78" YEAR="1979" PAGE.ECR="1025">145 καί 146/78, Jurispr. σσ. 1025 καί 1041</REF.DOC.ECR>) νά τροποποιηθεί τό σχέδιο νόμου πού ἤδη ἐψηφίσθη ἀπό τό Πρῶτο Τμήμα τοῦ Κοινοβουλίου (Staten-Generaal), πρóç συμμόρφωση πρός ὅλες τίς επιβαλλόμενες ἀπό την ἐν λόγω ὁδηγία υποχρεώσεις.</TXT></NP><NP><NO.P>4</NO.P><TXT>Οἱ περιστάσεις αυτές δέν δύνανται νά ἀπαλείψουν την παράβαση πού προσάπτεται στό Βασίλειο τῶν Κάτω Χωρῶν. Κατά παγία νομολογία, ἕνα Κράτος μέλος δέν δύναται νά ἐπικαλεσθεί διατάξεις, την ἀκολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις τῆς εσωτερικής του έννόμου τάξεως γιά νά δικαιολογήσει τήν μή τήρηση τῶν υποχρεώσεων πού ἀπορρέουν ἀπό κοινοτικές ὁδηγίες.</TXT></NP><NP><NO.P>5</NO.P><TXT>Πρέπει επομένως νά ἀναγνωρισθεί ὅτι μή θεσπίζοντας εντός τῆς ταχθείσης προθεσμίας τίς ἀναγκαίες διατάξεις γιά νά συμμορφωθεί πρός τήν ὁδηγία 74/561 τοῦ Συμβουλίου, τῆς <DATE ISO="19741112">12ης Νοεμβρίου 1974</DATE>, τό Βασίλειο τῶν Κάτω Χωρών παρέβη τίς ὑποχρεώσεις τίς όποιες υπέχει ἐκ τῆς συνθήκης.</TXT></NP><GR.SEQ LEVEL="3"><TITLE><TI><P>'Επί τῶν δικαστικών εξόδων</P></TI></TITLE><NP><NO.P>6</NO.P><TXT>Συμφώνως πρός τό ἄρθρο 69 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας, ὁ ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά ἔξοδα, ἐφ᾿ ὅσον υπήρχε σχετικό αἴτημα τοῦ νικήσαντος διαδίκου.</TXT></NP><NP><NO.P>7</NO.P><TXT>Ἐπειδή ἡ καθ' ἧς ἡττήθη, πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα.</TXT></NP></GR.SEQ></GR.SEQ></GR.SEQ><JURISDICTION><INTRO><P>Διά ταῦτα</P><P>ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ</P><P>κρίνει καί ἀποφασίζει:</P></INTRO><LIST TYPE="ARAB"><ITEM><NP><NO.P>1)</NO.P><TXT>Μή θεσπίζοντας ἐντός τῆς ταχθείσης προθεσμίας τίς ἀναγκαίες διατάξεις γιά νά συμμορφωθεί πρός τήν ὁδηγία 74/561 τοῦ Συμβουλίου, τῆς <DATE ISO="19741112">12ης Νοεμβρίου 1974</DATE>, περί προσβάσεως στό επάγγελμα τοῦ μεταφορέως<?PAGE NO="1843"?> εμπορευμάτων στόν τομέα τῶν εσωτερικών καί διεθνῶν ὁδικών μεταφορών (ΕΕ εἰδ. ἔκδ. Ν 308 07/001, σ. 231), τό Βασίλειο τῶν Κάτω Χωρών παρέβη τίς υποχρεώσεις τίς όποιες υπέχει ἐκ τῆς συνθήκης.</TXT></NP></ITEM><ITEM><NP><NO.P>2)</NO.P><TXT>Καταδικάζει τό καθ' οὗ στά δικαστικά έξοδα.</TXT></NP></ITEM></LIST></JURISDICTION></CONTENTS.JUDGMENT><SIGNATURE.CASE><P>Menens de Wilmars</P><P>Bosco</P><P>Touffait</P><P>Mackenzie Stuart</P><P>O'Keeffe</P><P>Koopmans</P><P>Everling</P><P>Ἐδημοσιεύθη σέ δημοσία συνεδρίαση στό Λουξεμβοῦργο στίς <DATE ISO="19820525">25 Μαΐου 1982</DATE>.</P><SIGNATORY><P>Κατ' εντολή τοῦ γραμματέως</P><P>Η. Α. Rühi</P><P>Κύριος υπάλληλος δωικήσεως</P></SIGNATORY><SIGNATORY><P>Ό πρόεδρος</P><P>J. Mertens de Wilmars</P></SIGNATORY></SIGNATURE.CASE></JUDGMENT>