Βρυξέλλες, 18.4.2018

COM(2018) 196 final

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

της

πρότασης απόφασης του Συμβουλίου

σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Δημοκρατίας της Σινγκαπούρης


ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΣΙΓΚΑΠΟΥΡΗΣ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, εφεξής «η Ένωση»,

και

η Δημοκρατία της Σινγκαπούρης, εφεξής «η Σινγκαπούρη»,

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ τη μακροχρόνια και ισχυρή εταιρική τους σχέση, η οποία βασίζεται στις κοινές αρχές και αξίες που αντικατοπτρίζονται στη συμφωνία εταιρικής σχέσης και συνεργασίας, και τις σημαντικές οικονομικές, εμπορικές και επενδυτικές σχέσεις τους·

ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να ενισχύσουν περαιτέρω τη σχέση τους, ως μέρος και συνεκτικά προς τις συνολικές τους σχέσεις, και με την πεποίθηση ότι η παρούσα συμφωνία θα διαμορφώσει ένα νέο κλίμα για την ανάπτυξη του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών·

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ότι η παρούσα συμφωνία θα συμπληρώσει και θα προαγάγει τις προσπάθειες περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης·

ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΕΣ να ενισχύσουν τις οικονομικές, εμπορικές και επενδυτικές σχέσεις τους σύμφωνα με το στόχο της αειφόρου ανάπτυξης, ως προς τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές του διαστάσεις, και να προωθήσουν το εμπόριο και τις επενδύσεις με τρόπο που λαμβάνει υπόψη τα υψηλά επίπεδα προστασίας του περιβάλλοντος και της εργασίας και τα σχετικά διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα και συμφωνίες στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη·

ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο, να προωθήσουν την οικονομική ανάπτυξη και τη σταθερότητα, να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες απασχόλησης και να βελτιώσουν τη γενική ευημερία και, για τον σκοπό αυτόν, επαναβεβαιώνοντας τη δέσμευσή τους ως προς την προώθηση της απελευθέρωσης του εμπορίου και των επενδύσεων·



ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ ότι η παρούσα συμφωνία θα δημιουργήσει μια διευρυμένη και ασφαλή αγορά αγαθών και υπηρεσιών, αυξάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών τους στις παγκόσμιες αγορές·

ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ το δικαίωμα κάθε συμβαλλόμενου μέρους να θεσπίζει και να εφαρμόζει τα αναγκαία μέτρα για την επιδίωξη θεμιτών στόχων πολιτικής, όπως είναι οι στόχοι που αφορούν κοινωνικά θέματα, καθώς και το περιβάλλον, την ασφάλεια, τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, και την προώθηση και προστασία της πολιτισμικής πολυμορφίας·

ΕΠΑΝΑΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ τη δέσμευσή τους στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών που υπογράφηκε στο Σαν Φρανσίσκο στις 26 Ιουνίου 1945 και έχοντας υπόψη τις αρχές οι οποίες διατυπώνονται στην Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων που εκδόθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1948·

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ τη σημασία της διαφάνειας στο διεθνές εμπόριο προς όφελος όλων των ενδιαφερομένων·

ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ να καθορίσουν σαφείς και αμοιβαία επωφελείς κανόνες που να διέπουν τις εμπορικές τους συναλλαγές και τις επενδύσεις και να μειώσουν ή να εξαλείψουν τα εμπόδια για τις αμοιβαίες εμπορικές συναλλαγές και επενδύσεις·

ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΕΣ να συνεισφέρουν στην αρμονική ανάπτυξη και επέκταση του διεθνούς εμπορίου με την εξάλειψη των εμποδίων για το εμπόριο μέσω της παρούσας συμφωνίας και να αποφύγουν τη δημιουργία νέων εμποδίων για το εμπόριο ή τις επενδύσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, τα οποία θα μπορούσαν να περιορίσουν τα οφέλη της παρούσας συμφωνίας·

ΒΑΣΙΖΟΜΕΝΑ στα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις που υπέχουν δυνάμει της συμφωνίας ΠΟΕ, καθώς και άλλων πολυμερών, περιφερειακών και διμερών συμφωνιών και ρυθμίσεων στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη,

ΣΥΜΦΩΝΟΥΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ

ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

ΑΡΘΡΟ 1.1

Εγκαθίδρυση ζώνης ελεύθερων συναλλαγών

Τα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας συμφωνίας εγκαθιδρύουν ζώνη ελευθέρων συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο XXIV της GATT 1994 και το άρθρο V της GATS.

ΑΡΘΡΟ 1.2

Στόχοι

Οι στόχοι της παρούσας συμφωνίας συνίστανται στην απελευθέρωση και τη διευκόλυνση του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας.

ΑΡΘΡΟ 1.3

Διατάξεις γενικής εφαρμογής

Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:


«συμφωνία για τη γεωργία»: η Συμφωνία για τη γεωργία η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1Α της συμφωνίας ΠΟΕ·

«συμφωνία για τις δημόσιες συμβάσεις»: η Συμφωνία για τις δημόσιες συμβάσεις η οποία περιέχεται στο παράρτημα 4 της συμφωνίας ΠΟΕ·

«συμφωνία για τον έλεγχο πριν από την αποστολή»: η Συμφωνία για τον έλεγχο πριν από την αποστολή η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1Α της συμφωνίας ΠΟΕ·

«συμφωνία αντιντάμπινγκ»: η Συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1Α της συμφωνίας ΠΟΕ·

«συμφωνία για τη δασμολογητέα αξία»: η Συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1Α της συμφωνίας ΠΟΕ·

«ημέρα»: ημερολογιακή ημέρα·

«DSU»: το Μνημόνιο συμφωνίας σχετικά με τους κανόνες και τις διαδικασίες που διέπουν την επίλυση των διαφορών το οποίο περιέχεται στο παράρτημα 2 της συμφωνίας ΠΟΕ·

«GATS»: η Γενική συμφωνία για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1Β της συμφωνίας ΠΟΕ·

«GATT 1994»: η Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου του 1994 η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1Α της συμφωνίας ΠΟΕ·


«εναρμονισμένο σύστημα»: το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποίησης των αγαθών, συμπεριλαμβανομένων όλων των νομικών επεξηγηματικών σημειώσεων και τροποποιήσεων αυτού (εφεξής «ΕΣ»)·

«ΔΝΤ»: το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο·

«συμφωνία για την έκδοση αδειών εισαγωγής»: η Συμφωνία για τις διαδικασίες έκδοσης αδειών εισαγωγής η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1Α της συμφωνίας ΠΟΕ·

«μέτρο»: κάθε νόμος, κανονισμός, διαδικασία, απαίτηση ή πρακτική·

«φυσικό πρόσωπο ενός συμβαλλόμενου μέρους»: ένας υπήκοος της Σινγκαπούρης ή ενός από τα κράτη μέλη της Ένωσης, σύμφωνα με την αντίστοιχη νομοθεσία τους·

«συμφωνία εταιρικής σχέσης και συνεργασίας»: η Συμφωνία εταιρικής σχέσης και συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της, αφενός, και της Δημοκρατίας της Σινγκαπούρης, αφετέρου, η οποία υπεγράφη στις [...]·

«πρόσωπο»: ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο·

«συμφωνία για τα μέτρα διασφάλισης»: η Συμφωνία για τα μέτρα διασφάλισης η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1Α της συμφωνίας ΠΟΕ·

«συμφωνία ΕΑΜ»: η Συμφωνία για τις επιδοτήσεις και τα αντισταθμιστικά μέτρα η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1Α της συμφωνίας ΠΟΕ·


«συμφωνία ΥΦΠ»: η Συμφωνία για την εφαρμογή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1Α της συμφωνίας ΠΟΕ·

«συμφωνία ΤΕΕ»: η Συμφωνία για τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1Α της συμφωνίας ΠΟΕ·

«συμφωνία TRIPS»: η Συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1Γ της συμφωνίας ΠΟΕ·

«ΠΟΔΙ»: ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας·

«συμφωνία ΠΟΕ»: η Συμφωνία του Μαρακές για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, η οποία συνήφθη στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994·

«ΠΟΕ»: ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ

ΕΘΝΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

ΤΜΗΜΑ A

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 2.1

Στόχος

Τα συμβαλλόμενα μέρη απελευθερώνουν σταδιακά και αμοιβαία τις εμπορικές συναλλαγές στον τομέα των εμπορευμάτων κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου, αρχής γενομένης από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας, βάσει των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας και σύμφωνα με το άρθρο XXIV της GATT 1994.

ΑΡΘΡΟ 2.2

Πεδίο εφαρμογής

Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου αφορούν τις εμπορικές συναλλαγές στον τομέα των εμπορευμάτων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.


ΑΡΘΡΟ 2.3

Εθνική μεταχείριση

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει εθνική μεταχείριση στα αγαθά του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σύμφωνα με το άρθρο III της GATT 1994, συμπεριλαμβανομένων των σημειώσεων και των συμπληρωματικών διατάξεων αυτού. Προς τον σκοπό αυτό, οι υποχρεώσεις που περιέχονται στο άρθρο III της GATT 1994, συμπεριλαμβανομένων των σημειώσεων και των συμπληρωματικών διατάξεων αυτού, ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία και καθίστανται μέρος της, τηρουμένων των αναλογιών.

ΑΡΘΡΟ 2.4

Τελωνειακοί δασμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, στους «τελωνειακούς δασμούς» περιλαμβάνονται δασμοί ή επιβαρύνσεις κάθε είδους που επιβάλλονται κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή αγαθών ή συνδέονται με αυτές, συμπεριλαμβανομένων όλων των μορφών πρόσθετων τελών ή επιβαρύνσεων που εισπράττονται κατά την εν λόγω εισαγωγή ή εξαγωγή.

Στους «τελωνειακούς δασμούς» δεν περιλαμβάνονται:

α)    επιβαρύνσεις ισοδύναμες με εσωτερικό φόρο οι οποίες επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 2.3 (Εθνική μεταχείριση)·

β)    δασμοί που επιβάλλονται σύμφωνα με το κεφάλαιο τρία (Μέτρα αποκατάστασης του εμπορίου)·


γ)    δασμοί που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα VI, XVI και XIX της GATT 1994, τη συμφωνία αντιντάμπινγκ, τη συμφωνία ΕΑΜ, το άρθρο 5 της συμφωνίας για τη γεωργία και το DSU·

δ)    τέλη ή άλλες επιβαρύνσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 2.10 (Τέλη και διατυπώσεις που συνδέονται με την εισαγωγή και την εξαγωγή).

ΑΡΘΡΟ 2.5

Κατάταξη των αγαθών

Η κατάταξη των αγαθών κατά τις συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών καθορίζεται στην αντίστοιχη δασμολογική ονοματολογία κάθε συμβαλλόμενου μέρους σύμφωνα με το εναρμονισμένο σύστημα.

ΤΜΗΜΑ B

ΜΕΙΩΣΗ ΚΑΙ/Ή ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΔΑΣΜΩΝ

ΑΡΘΡΟ 2.6

Μείωση και/ή κατάργηση τελωνειακών δασμών επί των εισαγωγών

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μειώνει και/ή καταργεί τους τελωνειακούς δασμούς σε εισαγόμενα αγαθά καταγωγής του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σύμφωνα με τα δασμολόγια που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 2-Α. Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως «καταγόμενο αγαθό» ή «αγαθό καταγωγής» νοείται κάθε αγαθό που πληροί τους κανόνες καταγωγής οι οποίοι ορίζονται στο πρωτόκολλο 1.


2.    Ο βασικός δασμολογικός συντελεστής σε σχέση με τις εισαγωγές επί του οποίου θα εφαρμοστούν οι διαδοχικές μειώσεις δυνάμει της παραγράφου 1, είναι εκείνος που καθορίζεται στα δασμολόγια που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 2-Α.

3.    Εάν ανά πάσα στιγμή ένα συμβαλλόμενο μέρος μειώσει τους δασμολογικούς συντελεστές του μάλλον ευνοουμένου κράτους (εφεξής «ΜΕΚ») που εφαρμόζει σε σχέση με τις εισαγωγές μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας, αυτός ο δασμολογικός συντελεστής ισχύει εφόσον και για όσο διάστημα είναι χαμηλότερος από τον δασμολογικό συντελεστή επί των εισαγωγών ο οποίος υπολογίζεται σύμφωνα με το δασμολόγιο στο παράρτημα 2-Α.

4.    Τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών, τα συμβαλλόμενα μέρη θα πραγματοποιήσουν διαβουλεύσεις προκειμένου να εξετάσουν την ενδεχόμενη επιτάχυνση και διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής όσον αφορά τη μείωση και κατάργηση των τελωνειακών δασμών επί των εισαγωγών. Σε περίπτωση που τα συμβαλλόμενα μέρη λάβουν απόφαση στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορικών Συναλλαγών στον τομέα των εμπορευμάτων σχετικά με την εν λόγω επιτάχυνση ή διεύρυνση, η απόφαση αυτή υπερισχύει κάθε δασμολογικού συντελεστή ή κατηγορίας σταδιακής κατάργησης που έχει καθοριστεί σύμφωνα με τα δασμολόγιά τους για το εν λόγω αγαθό.

ΑΡΘΡΟ 2.7

Κατάργηση των τελωνειακών δασμών και των φόρων επί των εξαγωγών

Κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν επιτρέπεται να διατηρεί ή να θεσπίζει τελωνειακούς δασμούς ή φόρους οι οποίοι αφορούν ή συνδέονται με την εξαγωγή ή την πώληση με σκοπό την εξαγωγή αγαθών στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, ούτε εσωτερικούς φόρους σε αγαθά που εξάγονται στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, πέραν εκείνων που επιβάλλονται σε ομοειδή προϊόντα που προορίζονται για εσωτερική πώληση.


ΑΡΘΡΟ 2.8

Ρήτρα διατήρησης της ισχύουσας κατάστασης

Μετά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας, κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορεί να αυξήσει οποιονδήποτε υφιστάμενο τελωνειακό δασμό ή να θεσπίσει νέο τελωνειακό δασμό, σε ό,τι αφορά την εισαγωγή αγαθών καταγωγής του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Αυτό δεν εμποδίζει τη δυνατότητα ενός συμβαλλόμενου μέρους να αυξήσει έναν τελωνειακό δασμό στο επίπεδο που ορίζεται στο δασμολόγιό του το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα 2-Α, έπειτα από μονομερή μείωση.

ΤΜΗΜΑ Γ

ΜΗ ΔΑΣΜΟΛΟΓΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

ΑΡΘΡΟ 2.9

Περιορισμοί εισαγωγών και εξαγωγών

1.    Κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν επιτρέπεται να θεσπίζει ή να διατηρεί οποιαδήποτε απαγόρευση ή περιορισμό επί της εισαγωγής οποιουδήποτε αγαθού από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, καθώς και επί της εξαγωγής ή πώλησης με σκοπό την εξαγωγή οποιουδήποτε αγαθού το οποίο προορίζεται για το έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, σύμφωνα με το άρθρο XI της GATT 1994, συμπεριλαμβανομένων των σημειώσεων και των συμπληρωματικών διατάξεων αυτού. Προς τον σκοπό αυτό, το άρθρο XI της GATT 1994, καθώς και οι σημειώσεις και οι συμπληρωματικές διατάξεις αυτού, ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία και καθίστανται μέρος της, τηρουμένων των αναλογιών.


2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη θεωρούν ότι, πριν από τη λήψη τυχόν μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο XI παράγραφος 2 στοιχεία α) και γ) της GATT 1994, το συμβαλλόμενο μέρος που σκοπεύει να λάβει τα μέτρα κοινοποιεί στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος όλες τις σχετικές πληροφορίες, με σκοπό να βρεθεί λύση κοινά αποδεκτή από τα συμβαλλόμενα μέρη. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν για τα μέσα που είναι αναγκαία για τον τερματισμό των δυσχερειών. Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίηση των εν λόγω πληροφοριών, το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής μπορεί, δυνάμει του παρόντος άρθρου, να εφαρμόσει μέτρα για την εξαγωγή του συγκεκριμένου αγαθού. Σε εξαιρετικές και κρίσιμες περιστάσεις που απαιτούν άμεση δράση και αποκλείουν την εκ των προτέρων ενημέρωση ή εξέταση, το συμβαλλόμενο μέρος που προτίθεται να λάβει τα μέτρα μπορεί να εφαρμόσει αμέσως τα προληπτικά μέτρα που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης και να ενημερώσει αμέσως σχετικά το άλλο συμβαλλόμενο μέρος.

ΑΡΘΡΟ 2.10

Τέλη και διατυπώσεις που συνδέονται με την εισαγωγή και την εξαγωγή

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει, σύμφωνα με το άρθρο VIII της GATT 1994, συμπεριλαμβανομένων των σημειώσεων και των συμπληρωματικών διατάξεων αυτού, ότι όλα τα τέλη και οι επιβαρύνσεις κάθε είδους [με εξαίρεση τους τελωνειακούς δασμούς και τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 2.4 (Τελωνειακοί δασμοί) παράγραφοι α), β) και γ)] που επιβάλλονται επί της εισαγωγής ή εξαγωγής αγαθών ή σε σχέση με αυτές, περιορίζονται ως προς το ποσό στο κατά προσέγγιση κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών, το οποίο δεν υπολογίζεται κατ' αξία, και δεν αποτελούν έμμεση προστασία των εγχώριων αγαθών ή επιβάρυνση των εισαγωγών ή εξαγωγών για φορολογικούς σκοπούς.

2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος καθιστά διαθέσιμα τα τέλη και τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει σε σχέση με τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές σε επίσημα καθορισμένο μέσο όπως, μεταξύ άλλων, μέσω διαδικτύου.


3.    Κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν απαιτεί προξενικές διατυπώσεις 1 , συμπεριλαμβανομένων συναφών τελών και επιβαρύνσεων, για την εισαγωγή οποιουδήποτε αγαθού από άλλο συμβαλλόμενο μέρος.

ΑΡΘΡΟ 2.11

Διαδικασίες έκδοσης αδειών εισαγωγής και εξαγωγής

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιώνουν τα ισχύοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους δυνάμει της συμφωνίας για την έκδοση αδειών εισαγωγής.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν και διαχειρίζονται όλες τις διαδικασίες έκδοσης αδειών εισαγωγής ή εξαγωγής 2 σύμφωνα με:

α)    το άρθρο 1 παράγραφοι 1 έως 9 της συμφωνίας του ΠΟΕ για την έκδοση αδειών εισαγωγής·

β)    το άρθρο 2 της συμφωνίας του ΠΟΕ για την έκδοση αδειών εισαγωγής·

γ)    το άρθρο 3 της συμφωνίας του ΠΟΕ για την έκδοση αδειών εισαγωγής.


Για τον σκοπό αυτόν, οι διατάξεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παρούσας παραγράφου ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία και καθίστανται μέρος αυτής. Τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν αυτές τις διατάξεις, τηρουμένων των αναλογιών, για όλες τις διαδικασίες έκδοσης αδειών εξαγωγής.

3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν ότι όλες οι διαδικασίες έκδοσης αδειών εξαγωγής είναι ουδέτερες ως προς την εφαρμογή τους και υλοποιούνται με θεμιτό, δίκαιο, αμερόληπτο και διαφανή τρόπο.

4.    Τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν ή διατηρούν διαδικασίες έκδοσης αδειών ως προϋπόθεση για την εισαγωγή στο έδαφός τους ή την εξαγωγή από αυτήν προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, μόνο όταν δεν υπάρχει εύλογη δυνατότητα για άλλες κατάλληλες διαδικασίες προκειμένου να επιτευχθεί ένας διοικητικός σκοπός.

5.    Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν μη αυτοματοποιημένες διαδικασίες έκδοσης αδειών εισαγωγής ή εξαγωγής, παρά μόνο εάν αυτό είναι αναγκαίο για την υλοποίηση ενός μέτρου που συνάδει με την παρούσα συμφωνία. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος που θεσπίζει μη αυτοματοποιημένες διαδικασίες έκδοσης αδειών αναφέρει σαφώς το μέτρο που εφαρμόζεται μέσω της εν λόγω διαδικασίας έκδοσης αδειών.

6.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος που θεσπίζει διαδικασίες έκδοσης αδειών εξαγωγής ή αλλαγές σε αυτές τις διαδικασίες ενημερώνει την Επιτροπή Εμπορικών Συναλλαγών στον τομέα των εμπορευμάτων εξήντα ημέρες πριν από τη δημοσιοποίηση των εν λόγω διαδικασιών. Η ενημέρωση αυτή περιέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 της συμφωνίας για την έκδοση αδειών εισαγωγής.

7.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος απαντά εντός εξήντα ημερών σε ερωτήματα του άλλου συμβαλλόμενου μέρους όσον αφορά τυχόν διαδικασίες έκδοσης αδειών που σκοπεύει να θεσπίσει ή τις οποίες έχει θεσπίσει ή διατηρήσει το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα, καθώς και τα κριτήρια χορήγησης και/ή κατανομής των αδειών εισαγωγής ή εξαγωγής.


ΑΡΘΡΟ 2.12

Κρατικές εμπορικές επιχειρήσεις

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιώνουν τα ισχύοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους δυνάμει του άρθρου XVII της GATT 1994, των σημειώσεων και ερμηνευτικών διατάξεων αυτού και του Μνημονίου συμφωνίας για την ερμηνεία του άρθρου ΧVII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου 1994 η οποία περιέχεται στο παράρτημα 1-A της συμφωνίας ΠΟΕ, τα οποία ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία και καθίστανται μέρος της, τηρουμένων των αναλογιών.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να ζητήσουν διμερώς πληροφορίες από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, όπως προβλέπεται στο άρθρο XVII παράγραφος 4 στοιχεία γ) και δ) της GATT 1994.

ΑΡΘΡΟ 2.13

Εξάλειψη τομεακών μη δασμολογικών μέτρων

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν περαιτέρω δεσμεύσεις όσον αφορά τα τομεακά μη δασμολογικά μέτρα για τα αγαθά, όπως αυτά ορίζονται στα παραρτήματα 2-B και 2-Γ (εφεξής «τομεακά παραρτήματα»). Για τον σκοπό αυτόν, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, μέσω απόφασης στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορικών Συναλλαγών στον τομέα των εμπορευμάτων, να τροποποιήσουν τα τομεακά παραρτήματα.

2.    Κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών, τα συμβαλλόμενα μέρη αρχίζουν διαπραγματεύσεις με στόχο τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής των δεσμεύσεών τους όσον αφορά τα τομεακά μη δασμολογικά μέτρα για τα αγαθά.


ΤΜΗΜΑ Δ

ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΓΑΘΑ

ΑΡΘΡΟ 2.14

Γενικές εξαιρέσεις

1.    Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν εμποδίζει τη λήψη μέτρων σύμφωνα με το άρθρο XX της GATT 1994, τις σημειώσεις και τις συμπληρωματικές διατάξεις αυτού, που ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία και καθίστανται μέρος της, τηρουμένων των αναλογιών.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη θεωρούν ότι, πριν από τη λήψη τυχόν μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο XX παράγραφοι θ) και ι) της GATT 1994, το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής που σκοπεύει να λάβει τα μέτρα κοινοποιεί στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος όλες τις σχετικές πληροφορίες, με σκοπό να βρεθεί λύση κοινά αποδεκτή από τα συμβαλλόμενα μέρη. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν για τα μέσα που είναι αναγκαία για τον τερματισμό των δυσχερειών. Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός τριάντα ημερών, το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής μπορεί, δυνάμει του παρόντος άρθρου, να εφαρμόσει μέτρα για την εξαγωγή του συγκεκριμένου αγαθού. Σε εξαιρετικές και κρίσιμες περιστάσεις που απαιτούν άμεση δράση και αποκλείουν την εκ των προτέρων ενημέρωση ή εξέταση, το συμβαλλόμενο μέρος που προτίθεται να λάβει τα μέτρα μπορεί να εφαρμόσει αμέσως τα προληπτικά μέτρα που είναι αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης και να ενημερώσει αμέσως σχετικά το άλλο συμβαλλόμενο μέρος.


ΤΜΗΜΑ E

ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 2.15

Επιτροπή Εμπορικών Συναλλαγών στον τομέα των εμπορευμάτων

1.    Η Επιτροπή Εμπορικών Συναλλαγών στον τομέα των εμπορευμάτων, η οποία ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 16.2 (Ειδικές επιτροπές), συνεδριάζει κατόπιν αιτήματος ενός συμβαλλόμενου μέρους ή της Επιτροπής Εμπορίου, προκειμένου να εξετάσει οποιοδήποτε πρόβλημα το οποίο προκύπτει από το παρόν κεφάλαιο. Στην επιτροπή συμμετέχουν εκπρόσωποι των συμβαλλόμενων μερών.

2.    Στα καθήκοντα της επιτροπής περιλαμβάνονται τα εξής:

α)    η παρακολούθηση της εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου και των παραρτημάτων 2-Α, 2-B και 2-Γ·

β)    η προώθηση των εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των εμπορευμάτων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, μεταξύ άλλων με διαβουλεύσεις για την επιτάχυνση και τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής όσον αφορά την κατάργηση των δασμών, καθώς και τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής των δεσμεύσεων όσον αφορά τα μη δασμολογικά μέτρα βάσει της παρούσας συμφωνίας, καθώς και άλλα ζητήματα ανάλογα με την περίπτωση. Ως αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων αυτών, η Επιτροπή μπορεί, με απόφασή της, να τροποποιήσει ή να επεκτείνει τα παραρτήματα 2-Α, 2-Β και 2-Γ, εφόσον απαιτείται· και

γ)    η αντιμετώπιση των δασμολογικών και μη δασμολογικών μέτρων όσον αφορά τις εμπορικές συναλλαγές στον τομέα των εμπορευμάτων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και, εάν κριθεί σκόπιμο, η παραπομπή αυτών των θεμάτων στην Επιτροπή Εμπορίου προς εξέταση.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑ

ΜΕΤΡΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

ΤΜΗΜΑ A

ΜΕΤΡΑ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

ΑΡΘΡΟ 3.1

Γενικές διατάξεις

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιώνουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το άρθρο VI της GATT 1994, τη συμφωνία αντιντάμπινγκ και τη συμφωνία ΕΑΜ, και εφαρμόζουν μέτρα αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικά μέτρα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ και τα αντισταθμιστικά μέτρα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάχρησης με στόχο την παρεμπόδιση του εμπορίου και, ως εκ τούτου, συμφωνούν ότι:

α)    τα μέτρα αυτά θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με πλήρη σεβασμό των σχετικών απαιτήσεων του ΠΟΕ και ότι πρέπει να βασίζονται σε ένα δίκαιο και διαφανές σύστημα· και

β)    ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στα συμφέροντα του συμβαλλόμενου μέρους κατά του οποίου πρόκειται να επιβληθεί ένα τέτοιο μέτρο.


3.    Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, η καταγωγή καθορίζεται σύμφωνα με τους μη προτιμησιακούς κανόνες καταγωγής των συμβαλλόμενων μερών.

ΑΡΘΡΟ 3.2

Διαφάνεια και ανταλλαγή πληροφοριών

1.    Όταν οι αρμόδιες αρχές ενός συμβαλλόμενου μέρους λάβουν επαρκώς τεκμηριωμένο αίτημα λήψης μέτρων αντιντάμπινγκ που αφορά εισαγωγές από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, και το αργότερο δεκαπέντε ημέρες πριν από την έναρξη έρευνας, το συμβαλλόμενο μέρος απευθύνει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος γραπτή κοινοποίηση παραλαβής του αιτήματος.

2.    Όταν οι αρμόδιες αρχές ενός συμβαλλόμενου μέρους λάβουν επαρκώς τεκμηριωμένο αίτημα αντισταθμιστικών δασμών που αφορά εισαγωγές από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, και το αργότερο δεκαπέντε ημέρες πριν από την έναρξη έρευνας, το συμβαλλόμενο μέρος απευθύνει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος γραπτή κοινοποίηση παραλαβής του αιτήματος και προσφέρει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος τη δυνατότητα να διαβουλευτεί με τις αρμόδιες αρχές του όσον αφορά το αίτημα, προκειμένου να αποσαφηνίσουν την πραγματική κατάσταση και να καταλήξουν σε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση. Τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν κάθε προσπάθεια ώστε να πραγματοποιήσουν τις εν λόγω διαβουλεύσεις το συντομότερο δυνατόν μετά.


3.    Αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν, αμέσως μετά την επιβολή προσωρινών μέτρων και, σε κάθε περίπτωση, πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης, την πλήρη και έγκυρη κοινοποίηση όλων των ουσιωδών περιστατικών και παρατηρήσεων που αποτελούν τη βάση της απόφασης για την εφαρμογή μέτρων. Η διάταξη αυτή ισχύει με την επιφύλαξη του άρθρου 6.5 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ και του άρθρου 12.4 της συμφωνίας ΕΑΜ. Όλες οι κοινοποιήσεις πραγματοποιούνται γραπτώς και παρέχουν στους ενδιαφερομένους επαρκή χρόνο για τη διατύπωση των παρατηρήσεών τους.

4.    Σε κάθε ενδιαφερόμενο πρέπει να δίνεται η δυνατότητα ακρόασης προκειμένου να εκφράσει τις απόψεις του στη διάρκεια των ερευνών για τη λήψη μέτρων αποκατάστασης του εμπορίου.

ΑΡΘΡΟ 3.3

Κανόνας του χαμηλότερου δασμού

Σε περίπτωση που ένα συμβαλλόμενο μέρος αποφασίσει να επιβάλει δασμό αντιντάμπινγκ ή αντισταθμιστικό δασμό, το ποσό του δασμού αυτού δεν υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ ή αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων και θα πρέπει να είναι χαμηλότερο από το περιθώριο αυτό εάν ο συγκεκριμένος χαμηλότερος δασμός είναι επαρκής ώστε να αποτρέπεται η ζημία για τον εγχώριο κλάδο παραγωγής.


ΑΡΘΡΟ 3.4

Εξέταση του δημόσιου συμφέροντος

Η εφαρμογή μέτρων αντιντάμπινγκ ή αντισταθμιστικών μέτρων από ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν επιτρέπεται στην περίπτωση που, βάσει των πληροφοριών που καθίστανται διαθέσιμες κατά την έρευνα, μπορεί να συναχθεί σαφώς το συμπέρασμα ότι η εφαρμογή των εν λόγω μέτρων αντιβαίνει στο δημόσιο συμφέρον. Για την εκτίμηση του δημόσιου συμφέροντος λαμβάνονται υπόψη η κατάσταση του εγχώριου κλάδου παραγωγής, οι εισαγωγείς και οι αντιπροσωπευτικές τους ενώσεις, καθώς και αντιπροσωπευτικοί χρήστες και αντιπροσωπευτικές οργανώσεις καταναλωτών, στον βαθμό που έχουν παράσχει σχετικές πληροφορίες στις αρχές που διενεργούν την έρευνα.

ΑΡΘΡΟ 3.5

Αποκλεισμός από τη διμερή επίλυση διαφορών και τον μηχανισμό διαμεσολάβησης

Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος δεν υπόκεινται στο κεφάλαιο δεκατέσσερα (Επίλυση διαφορών) και στο κεφάλαιο δεκαπέντε (Μηχανισμός διαμεσολάβησης).


ΤΜΗΜΑ B

ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

ΑΡΘΡΟ 3.6

Γενικές διατάξεις

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διατηρεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου XIX της GATT 1994, της συμφωνίας για τα μέτρα διασφάλισης και του άρθρου 5 της συμφωνίας για τη γεωργία. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν τμήμα, η παρούσα συμφωνία δεν παρέχει πρόσθετα δικαιώματα και δεν επιβάλλει πρόσθετες υποχρεώσεις στα συμβαλλόμενα μέρη όσον αφορά τις ενέργειες στις οποίες προβαίνουν δυνάμει του άρθρου ΧΙΧ της GATT 1994 και της συμφωνίας για τα μέτρα διασφάλισης.

2.    Κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν επιτρέπεται να εφαρμόζει ταυτόχρονα, για το ίδιο αγαθό:

α)    διμερές μέτρο διασφάλισης· και

β)    μέτρο δυνάμει του άρθρου XIX της GATT 1994 και της συμφωνίας για τα μέτρα διασφάλισης.

3.    Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, η καταγωγή καθορίζεται σύμφωνα με τους μη προτιμησιακούς κανόνες καταγωγής των συμβαλλόμενων μερών.


ΑΡΘΡΟ 3.7

Διαφάνεια

1.    Κατά παρέκκλιση του άρθρου 3.6 (Γενικές διατάξεις), κατόπιν αιτήματος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους και εφόσον το εν λόγω μέρος έχει ουσιαστικό συμφέρον, το συμβαλλόμενο μέρος που κινεί έρευνα διασφάλισης ή σκοπεύει να λάβει μέτρα διασφάλισης παρέχει αμέσως, ή τουλάχιστον επτά ημέρες πριν από την ημερομηνία της εν λόγω έναρξης ή επιβολής, με ειδική γραπτή κοινοποίηση, όλες τις σχετικές πληροφορίες που οδήγησαν στην απόφαση για έναρξη έρευνας διασφάλισης ή στην επιβολή μέτρων διασφάλισης, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τα προσωρινά και τα τελικά πορίσματα της έρευνας, εφόσον είναι σκόπιμο. Η διάταξη αυτή ισχύει με την επιφύλαξη του άρθρου 3.2 της συμφωνίας για τα μέτρα διασφάλισης.

2.    Κατά την επιβολή μέτρων διασφάλισης, τα συμβαλλόμενα μέρη προσπαθούν να τα επιβάλουν κατά τρόπο που επηρεάζει λιγότερο τις διμερείς εμπορικές συναλλαγές τους.

3.    Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, εάν ένα συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί ότι πληρούνται οι νομικές απαιτήσεις για την επιβολή οριστικών μέτρων διασφάλισης, το συμβαλλόμενο μέρος που προτίθεται να επιβάλει τέτοια μέτρα ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος και παρέχει τη δυνατότητα διεξαγωγής διμερών διαβουλεύσεων. Εάν δεν επιτευχθεί ικανοποιητική λύση εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης, το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής δύναται να θεσπίσει τα οριστικά μέτρα διασφάλισης. Η δυνατότητα για διαβουλεύσεις θα πρέπει να προσφέρεται και στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, προκειμένου να υπάρξει ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.


ΑΡΘΡΟ 3.8

Αποκλεισμός από τη διμερή επίλυση διαφορών και τον μηχανισμό διαμεσολάβησης

Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος δεν υπόκεινται στο κεφάλαιο δεκατέσσερα (Επίλυση διαφορών) και στο κεφάλαιο δεκαπέντε (Μηχανισμός διαμεσολάβησης).

ΤΜΗΜΑ Γ

ΔΙΜΕΡΗΣ ΡΗΤΡΑ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

ΑΡΘΡΟ 3.9

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος:

α)    οι όροι «σοβαρή ζημία» και «κίνδυνος πρόκλησης σοβαρής ζημίας» ερμηνεύονται σύμφωνα με το άρθρο 4.1 στοιχεία α) και β) της συμφωνίας για τα μέτρα διασφάλισης. Για τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 4.1 στοιχεία α) και β) της συμφωνίας για τα μέτρα διασφάλισης ενσωματώνεται στην παρούσα συμφωνία και καθίσταται μέρος της, τηρουμένων των αναλογιών· και

β)    ως «μεταβατική περίοδος» νοείται μια περίοδος δέκα ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας.


ΑΡΘΡΟ 3.10

Εφαρμογή διμερούς μέτρου διασφάλισης

1.    Εάν, ως συνέπεια της μείωσης ή της κατάργησης ενός τελωνειακού δασμού βάσει της παρούσας συμφωνίας, τα αγαθά καταγωγής ενός συμβαλλόμενου μέρους εισάγονται στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σε τόσο αυξημένες ποσότητες, σε απόλυτους αριθμούς ή σε σχέση με την εγχώρια παραγωγή, και υπό τέτοιες συνθήκες ώστε να προκαλούν ή να υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν σοβαρή ζημία σε έναν εγχώριο κλάδο παραγωγής ομοειδών ή ευθέως ανταγωνιστικών αγαθών, το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής μπορεί, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου και μόνο, να λάβει τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που ορίζονται στο παρόν τμήμα.

2.    Το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής μπορεί να λάβει διμερές μέτρο διασφάλισης με το οποίο:

α)    αναστέλλεται η περαιτέρω μείωση του δασμολογικού συντελεστή για το συγκεκριμένο αγαθό, όπως προβλέπεται βάσει του παραρτήματος 2-Α· ή

β)    αυξάνεται ο δασμολογικός συντελεστής για το συγκεκριμένο αγαθό σε επίπεδο που δεν υπερβαίνει τον μικρότερο από τους δύο παρακάτω συντελεστές:

i)    τον δασμολογικό συντελεστή ΜΕΚ που εφαρμοζόταν για το συγκεκριμένο αγαθό όταν ελήφθη το μέτρο· ή

ii)    τον βασικό δασμολογικό συντελεστή που καθορίζεται στα δασμολόγια τα οποία περιλαμβάνονται στο παράρτημα 2-Α βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 2.6 (Μείωση και/ή κατάργηση τελωνειακών δασμών επί των εισαγωγών).


ΑΡΘΡΟ 3.11

Όροι και περιορισμοί

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ενημερώνει γραπτώς το άλλο μέρος στην περίπτωση έναρξης έρευνας που περιγράφεται στην παράγραφο 2 και πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με το άλλο συμβαλλόμενο μέρος όσο το δυνατόν νωρίτερα πριν από την εφαρμογή ενός διμερούς μέτρου διασφάλισης, με σκοπό:

α)    να εξετάσουν τις πληροφορίες που προκύπτουν από την έρευνα και αν τηρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο·

β)    να ανταλλάξουν απόψεις σχετικά με το μέτρο και το κατά πόσον είναι κατάλληλο, με βάση τους στόχους του παρόντος τμήματος, προκειμένου να αποτρέψει την πρόκληση σοβαρής ζημίας για τον εγχώριο κλάδο παραγωγής ή τον σχετικό κίνδυνο λόγω αύξησης των εισαγωγών, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3.10 (Εφαρμογή διμερούς μέτρου διασφάλισης)· και

γ)    να ανταλλάξουν προκαταρκτικές απόψεις σχετικά με την αποζημίωση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 3.13 (Αποζημίωση).

2.    Η εφαρμογή διμερούς μέτρου διασφάλισης από ένα συμβαλλόμενο μέρος γίνεται μόνο μετά από έρευνα των αρμόδιων αρχών του σύμφωνα με το άρθρο 3 και το άρθρο 4.2 στοιχεία α) και γ) της συμφωνίας για τα μέτρα διασφάλισης και, για τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 3 και το άρθρο 4.2 στοιχεία α) και γ) της συμφωνίας για τα μέτρα διασφάλισης ενσωματώνονται στην παρούσα συμφωνία και καθίστανται μέρος της, τηρουμένων των αναλογιών.


3.    H απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 3.10 (Εφαρμογή διμερούς μέτρου διασφάλισης) μπορεί να ληφθεί μόνο εάν η έρευνα αποδείξει, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αύξησης των εισαγωγών από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος και της σοβαρής ζημίας ή του κινδύνου πρόκλησης σοβαρής ζημίας. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να δίνεται η δέουσα προσοχή και σε άλλους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των εισαγωγών του ίδιου προϊόντος από άλλες χώρες.

4.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι οι αρμόδιες αρχές του ολοκληρώνουν κάθε ενδεχόμενη τέτοια έρευνα εντός ενός έτους από την ημερομηνία έναρξής της.

5.    Κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να εφαρμόσει διμερές μέτρο διασφάλισης, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3.10 (Εφαρμογή διμερούς μέτρου διασφάλισης):

α)    παρά μόνο στο βαθμό και κατά το διάστημα που κρίνεται αναγκαίο για την αποτροπή ή την αποκατάσταση σοβαρής ζημίας και για τη διευκόλυνση της προσαρμογής·

β)    για περίοδο μεγαλύτερη των δύο ετών, εκτός του ενδεχομένου η περίοδος αυτή να παραταθεί, το ανώτατο κατά δύο έτη, εάν οι αρμόδιες αρχές του συμβαλλόμενου μέρους εισαγωγής αποφασίσουν, σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, ότι το μέτρο εξακολουθεί να είναι αναγκαίο για την αποτροπή ή την αποκατάσταση σοβαρής ζημίας και για τη διευκόλυνση της προσαρμογής, και ότι υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ο κλάδος παραγωγής προσαρμόζεται, υπό τον όρο ότι η συνολική περίοδος εφαρμογής ενός μέτρου διασφάλισης, συμπεριλαμβανομένης της αρχικής αίτησης και της τυχόν παράτασής της, δεν υπερβαίνει τα τέσσερα έτη· ή

γ)    μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, εκτός εάν το άλλο συμβαλλόμενο μέρος παρέχει τη συγκατάθεσή του.


6.    Δεν επιτρέπεται η εκ νέου εφαρμογή ενός μέτρου σε σχέση με την εισαγωγή του ίδιου αγαθού κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, εκτός εάν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα ίσο με το ήμισυ της περιόδου της προηγούμενης εφαρμογής του μέτρου διασφάλισης. Σε αυτή την περίπτωση, δεν ισχύει η παράγραφος 3 του άρθρου 3.13 (Αποζημίωση).

7.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος περατώνει ένα διμερές μέτρο διασφάλισης, ο δασμολογικός συντελεστής είναι εκείνος ο οποίος θα ίσχυε, σύμφωνα με το δασμολόγιο του συμβαλλόμενου μέρους το οποίο περιλαμβάνεται στο παράρτημα 2-Α, εάν δεν είχε ληφθεί το μέτρο.

ΑΡΘΡΟ 3.12

Προσωρινά μέτρα

1.    Σε κρίσιμες περιστάσεις, όπου μια καθυστέρηση θα προκαλούσε ζημία που θα ήταν δύσκολο να διορθωθεί, ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να εφαρμόσει διμερές μέτρο διασφάλισης σε προσωρινή βάση, αφού προηγουμένως διευκρινιστεί ότι υπάρχουν σαφή στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι εισαγωγές ενός αγαθού καταγωγής του άλλου συμβαλλόμενου μέρους έχουν αυξηθεί λόγω της μείωσης ή της κατάργησης τελωνειακού δασμού δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, και ότι οι εν λόγω εισαγωγές προκαλούν σοβαρή ζημία, ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν σοβαρή ζημία, στον εγχώριο κλάδο παραγωγής. Η διάρκεια κάθε προσωρινού μέτρου δεν υπερβαίνει τις 200 ημέρες, στη διάρκεια των οποίων το συμβαλλόμενο μέρος τηρεί τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 3.11 (Όροι και περιορισμοί). Το συμβαλλόμενο μέρος επιστρέφει αμέσως κάθε δασμολογική αύξηση εάν η έρευνα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 3.11 (Όροι και περιορισμοί) δεν καταλήξει στη διαπίστωση ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 3.10 (Εφαρμογή διμερούς μέτρου διασφάλισης). Η διάρκεια κάθε προσωρινού μέτρου υπολογίζεται ως μέρος της περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 5 στοιχείο β) του άρθρου 3.11 (Όροι και περιορισμοί)


2.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει ένα προσωρινό μέτρο σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ενημερώνει γραπτώς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος πριν από τη λήψη του εν λόγω μέτρου και αρχίζει διαβουλεύσεις με το άλλο συμβαλλόμενο μέρος αμέσως μετά τη λήψη του.

ΑΡΘΡΟ 3.13

Αποζημίωση

1.    Το συμβαλλόμενο μέρος που εφαρμόζει διμερές μέτρο διαφύλαξης διαβουλεύεται με το άλλο συμβαλλόμενο μέρος προκειμένου να υπάρξει αμοιβαία συμφωνία ως προς την κατάλληλη αποζημίωση απελευθέρωσης του εμπορίου με τη μορφή παραχωρήσεων, οι οποίες έχουν ουσιαστικά ισοδύναμες συνέπειες για το εμπόριο ή είναι ισοδύναμες με την αξία των πρόσθετων δασμών που αναμένεται να προκύψουν από το μέτρο διασφάλισης. Το συμβαλλόμενο μέρος παρέχει την ευκαιρία για τις εν λόγω διαβουλεύσεις το αργότερο τριάντα ημέρες μετά την εφαρμογή του διμερούς μέτρου διασφάλισης.

2.    Εάν οι διαβουλεύσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με αποζημίωση απελευθέρωσης του εμπορίου εντός τριάντα ημερών από την έναρξη των διαβουλεύσεων, το συμβαλλόμενο μέρος του οποίου τα αγαθά υπόκεινται στο μέτρο διασφάλισης μπορεί να ανακαλέσει την εφαρμογή ουσιαστικά ισοδύναμων παραχωρήσεων στο συμβαλλόμενο μέρος που εφαρμόζει το μέτρο διασφάλισης. Το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής ενημερώνει εγγράφως το άλλο μέρος τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από την αναστολή των παραχωρήσεων σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

3.    Το δικαίωμα ανάκλησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν ασκείται κατά τους πρώτους είκοσι τέσσερις μήνες της εφαρμογής ενός διμερούς μέτρου διασφάλισης, υπό τον όρο ότι το μέτρο διασφάλισης συνάδει προς τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΕΡΑ

ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

ΑΡΘΡΟ 4.1

Στόχοι

Στόχος του παρόντος κεφαλαίου είναι η διευκόλυνση και η αύξηση των εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των εμπορευμάτων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, μέσω της παροχής ενός πλαισίου για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την εξάλειψη των περιττών εμποδίων στο εμπόριο εντός του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας ΤΕΕ.

ΑΡΘΡΟ 4.2

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

1.    Το παρόν κεφάλαιο ισχύει σε σχέση με την εκπόνηση, έγκριση και εφαρμογή όλων των προτύπων, των τεχνικών κανονισμών και των διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης, όπως ορίζονται στο παράρτημα 1 της συμφωνίας ΤΕΕ, που ενδέχεται να επηρεάσουν τις εμπορικές συναλλαγές στον τομέα των εμπορευμάτων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, ανεξάρτητα από την καταγωγή των αγαθών.

2.    Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, το παρόν κεφάλαιο δεν ισχύει ως προς τα εξής:

α)    προδιαγραφές προμηθειών που έχουν καταρτιστεί από κρατικούς φορείς για τις απαιτήσεις παραγωγής ή κατανάλωσης των εν λόγω φορέων· ή


β)    μέτρα υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας, όπως ορίζονται στο παράρτημα Α της συμφωνίας ΥΦΠ, τα οποία καλύπτονται από το κεφάλαιο πέντε της παρούσας συμφωνίας.

3.    Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ισχύουν οι ορισμοί του παραρτήματος 1 της συμφωνίας ΤΕΕ.

ΑΡΘΡΟ 4.3

Βεβαίωση της συμφωνίας ΤΕΕ

Τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιώνουν τα μεταξύ τους ισχύοντα δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει της συμφωνίας ΤΕΕ, η οποία ενσωματώνεται στην παρούσα συμφωνία και καθίσταται μέρος της, τηρουμένων των αναλογιών.

ΑΡΘΡΟ 4.4

Κοινή συνεργασία

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη εντείνουν τη συνεργασία τους στον τομέα των προτύπων, των τεχνικών κανονισμών και των διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης, αποβλέποντας στην αύξηση της αμοιβαίας γνώσης των αντίστοιχων συστημάτων τους και στη διευκόλυνση της πρόσβασης στις αντίστοιχες αγορές τους.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη επιδιώκουν να προσδιορίζουν και να αναπτύσσουν πρωτοβουλίες ρυθμιστικής συνεργασίας κατάλληλες για τα συγκεκριμένα ζητήματα ή τομείς, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, τα εξής:


α)    ανταλλαγή πληροφοριών και εμπειριών σχετικά με την κατάρτιση και την εφαρμογή των τεχνικών κανονισμών τους και τη χρήση ορθών κανονιστικών πρακτικών·

β)    όπου ενδείκνυται, απλούστευση των τεχνικών κανονισμών, των προτύπων και των διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης·

γ)    αποφυγή άσκοπων αποκλίσεων ως προς τις προσεγγίσεις τους στον τομέα των τεχνικών κανονισμών και των διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης, και προσπάθεια σύγκλισης ή ευθυγράμμισης των τεχνικών κανονισμών με τα διεθνή πρότυπα·

δ)    ενθάρρυνση της συνεργασίας μεταξύ των αντίστοιχων δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων τους οι οποίοι είναι αρμόδιοι για τη μετρολογία, την τυποποίηση, τις δοκιμές, την πιστοποίηση και τη διαπίστευση·

ε)    διασφάλιση της αποτελεσματικής αλληλεπίδρασης των ρυθμιστικών αρχών σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο μέσω, για παράδειγμα, της παραπομπής των ερωτημάτων ενός συμβαλλόμενου μέρους στις κατάλληλες ρυθμιστικές αρχές· και

στ)    ανταλλαγή πληροφοριών που αφορούν τις εξελίξεις σε συναφή περιφερειακά και πολυμερή φόρουμ σχετικά με τα πρότυπα, τους τεχνικούς κανονισμούς και τις διαδικασίες εκτίμησης της συμμόρφωσης.

3.    Κατόπιν αιτήματος, ένα συμβαλλόμενο μέρος εξετάζει με προσοχή τις προτάσεις που υποβάλλει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος για συνεργασία βάσει των όρων του παρόντος κεφαλαίου.


ΑΡΘΡΟ 4.5

Πρότυπα

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιώνουν τις υποχρεώσεις τους, βάσει του άρθρου 4.1 της συμφωνίας ΤΕΕ, να εξασφαλίζουν ότι οι οργανισμοί τυποποίησής τους αποδέχονται και τηρούν τον κώδικα δεοντολογίας για την εκπόνηση, έγκριση και εφαρμογή των προτύπων, ο οποίος περιέχεται στο παράρτημα 3 της συμφωνίας ΤΕΕ.

2.    Με σκοπό την εναρμόνιση των προτύπων σε όσο το δυνατόν ευρύτερη βάση, τα συμβαλλόμενα μέρη ενθαρρύνουν τους οργανισμούς τυποποίησής τους, καθώς και τους περιφερειακούς οργανισμούς τυποποίησης των οποίων είναι μέλη τα ίδια ή οι οργανισμοί τυποποίησής τους, να συνεργάζονται με τους συναφείς φορείς τυποποίησης του άλλου συμβαλλόμενου μέρους στο πλαίσιο διεθνών εργασιών τυποποίησης.

3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τα εξής:

α)    την εκ μέρους τους χρήση των προτύπων σε σχέση με τους τεχνικούς κανονισμούς·

β)    τις αντίστοιχες διαδικασίες τυποποίησής τους και τον βαθμό στον οποίο χρησιμοποιούν τα διεθνή ή τα περιφερειακά πρότυπα ως βάση για τα εθνικά τους πρότυπα· και

γ)    τις συμφωνίες συνεργασίας που εφαρμόζονται από κάθε συμβαλλόμενο μέρος σε σχέση με την τυποποίηση, εφόσον οι πληροφορίες μπορούν να δημοσιοποιηθούν.


ΑΡΘΡΟ 4.6

Τεχνικοί κανονισμοί

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να αξιοποιούν κατά τον καλύτερο τρόπο τις ορθές κανονιστικές πρακτικές όσον αφορά την εκπόνηση, έγκριση και εφαρμογή τεχνικών κανονισμών, όπως προβλέπεται στη συμφωνία ΤΕΕ· στο πλαίσιο αυτό, συμφωνούν μεταξύ άλλων τα εξής:

α)    κατά την ανάπτυξη ενός τεχνικού κανονισμού, να εξετάζουν, μεταξύ άλλων, τις συνέπειες του σχεδιαζόμενου τεχνικού κανονισμού και τις διαθέσιμες, ρυθμιστικές και μη, εναλλακτικές επιλογές ως προς τον προτεινόμενο τεχνικό κανονισμό μέσω των οποίων μπορούν να εκπληρωθούν οι θεμιτοί στόχοι του συμβαλλόμενου μέρους·

β)    σύμφωνα με το άρθρο 2.4 της συμφωνίας ΤΕΕ, να χρησιμοποιούν, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, τα σχετικά διεθνή πρότυπα ως βάση για τους τεχνικούς κανονισμούς τους, εκτός από τις περιπτώσεις όπου τα εν λόγω διεθνή πρότυπα είναι αναποτελεσματικά ή ακατάλληλα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων θεμιτών στόχων· όταν δεν χρησιμοποιούνται ως βάση τεχνικά πρότυπα, να εξηγούν κατόπιν αιτήματος στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος τους λόγους για τους οποίους τα εν λόγω πρότυπα κρίθηκαν αναποτελεσματικά ή ακατάλληλα για τον επιδιωκόμενο στόχο· και

γ)    σύμφωνα με το άρθρο 2.8 της συμφωνίας ΤΕΕ, όπου απαιτείται, να καθορίζουν τεχνικούς κανονισμούς βάσει απαιτήσεων για προϊόντα οι οποίες αφορούν επιδόσεις και όχι σχεδιαστικά ή περιγραφικά χαρακτηριστικά.


ΑΡΘΡΟ 4.7

Διαδικασίες εκτίμησης της συμμόρφωσης

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι υπάρχει μια ευρεία δέσμη μηχανισμών προκειμένου να διευκολύνεται η αποδοχή των αποτελεσμάτων των διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης, στους οποίους περιλαμβάνονται οι εξής:

α)    αποδοχή, εκ μέρους του συμβαλλόμενου μέρους εισαγωγής, ως αξιόπιστης της δήλωσης πιστότητας που υποβάλλει ο πάροχος·

β)    συμφωνίες για την αμοιβαία αποδοχή των αποτελεσμάτων των διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης, όσο αφορά συγκεκριμένους τεχνικούς κανονισμούς, οι οποίες διεξάγονται από φορείς εγκατεστημένους στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους·

γ)    χρήση διαδικασιών διαπίστευσης για την επιλογή φορέων εκτίμησης της συμμόρφωσης·

δ)    κρατικός διορισμός φορέων εκτίμησης της συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένων φορέων που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους·

ε)    μονομερής αναγνώριση, εκ μέρους ενός συμβαλλόμενου μέρους, των αποτελεσμάτων των διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης οι οποίες διεξάγονται στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους·

στ)    προαιρετικές ρυθμίσεις μεταξύ φορέων εκτίμησης της συμμόρφωσης στο αντίστοιχο έδαφος κάθε συμβαλλόμενου μέρους· και


ζ)    χρήση πολυμερών συμφωνιών και ρυθμίσεων αναγνώρισης, σε περιφερειακό ή διεθνές επίπεδο, στις οποίες έχουν συμφωνήσει τα συμβαλλόμενα μέρη.

2.    Συνεκτιμώντας ιδιαίτερα τις ανωτέρω παρατηρήσεις, τα συμβαλλόμενα μέρη:

α)    εντείνουν την ανταλλαγή πληροφοριών για τους συγκεκριμένους καθώς και για άλλους μηχανισμούς με σκοπό να διευκολύνεται η αποδοχή των αποτελεσμάτων της εκτίμησης της συμμόρφωσης·

β)    ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την επιλογή κατάλληλων διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης για συγκεκριμένα προϊόντα και, σύμφωνα με το άρθρο 5.1.2 της συμφωνίας ΤΕΕ, απαιτούν οι διαδικασίες εκτίμησης της συμμόρφωσης να μην είναι αυστηρότερες ή να μην εφαρμόζονται σε αυστηρότερο βαθμό απ' ό,τι χρειάζεται προκειμένου να παρέχεται στο συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής επαρκής εξασφάλιση ότι τα προϊόντα πληρούν τους ισχύοντες τεχνικούς κανονισμούς ή πρότυπα, λαμβανομένων υπόψη των κινδύνων που θα δημιουργούσε η έλλειψη συμμόρφωσης·

γ)    ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την πολιτική διαπίστευσης και εξετάζουν τους τρόπους βέλτιστης χρήσης των διεθνών προτύπων διαπίστευσης και των διεθνών συμφωνιών στις οποίες συμμετέχουν οι φορείς διαπίστευσης των συμβαλλόμενων μερών, για παράδειγμα μέσω των μηχανισμών της Διεθνούς Συνεργασίας για τη Διαπίστευση Εργαστηρίων και του Διεθνούς Φόρουμ Διαπίστευσης· και

δ)    διασφαλίζουν ότι, εφόσον ένα συμβαλλόμενο μέρος έχει εξουσιοδοτήσει δύο ή περισσότερους φορείς εκτίμησης της συμμόρφωσης όσον αφορά την υλοποίηση των διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης που απαιτούνται για την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, οι οικονομικοί φορείς μπορούν να επιλέξουν μεταξύ αυτών των φορέων.


3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη επαναβεβαιώνουν την υποχρέωσή τους, δυνάμει του άρθρου 5.2.5 της συμφωνίας ΤΕΕ, να επιβάλλουν, για την υποχρεωτική εκτίμηση της συμμόρφωσης των εισαγόμενων προϊόντων, ισότιμα τέλη με τα τέλη που επιβάλλονται για την εκτίμηση της συμμόρφωσης των ομοειδών προϊόντων εθνικής καταγωγής ή καταγωγής οποιασδήποτε άλλης χώρας, συνεκτιμώντας την επικοινωνία, τη μεταφορά και τις λοιπές δαπάνες που προκύπτουν λόγω διαφορών μεταξύ της τοποθεσίας στην οποία βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του αιτούντος και του φορέα εκτίμησης της συμμόρφωσης.

4.    Κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών, τα δύο συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αποφασίσουν να πραγματοποιήσουν διαβουλεύσεις με σκοπό τον καθορισμό τομεακών πρωτοβουλιών όσον αφορά τη χρήση των διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης ή τη διευκόλυνση της αποδοχής των αποτελεσμάτων της εκτίμησης της συμμόρφωσης που είναι κατάλληλα για τους αντίστοιχους τομείς. Το συμβαλλόμενο μέρος που υποβάλλει το αίτημα θα πρέπει να το τεκμηριώσει με συναφείς πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αυτή η τομεακή πρωτοβουλία θα διευκολύνει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Σε αυτές τις διαβουλεύσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη όλοι οι μηχανισμοί που περιγράφονται στην παράγραφο 1. Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος αρνείται παρόμοιο αίτημα από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εξηγεί, κατόπιν αιτήματος, τους λόγους αυτής της άρνησης.

ΑΡΘΡΟ 4.8

Διαφάνεια

Τα συμβαλλόμενα μέρη επαναβεβαιώνουν τις υποχρεώσεις διαφάνειας που έχουν αναλάβει στο πλαίσιο της συμφωνίας ΤΕΕ σε ό,τι αφορά την εκπόνηση, έγκριση και εφαρμογή των προτύπων, των τεχνικών κανονισμών και των διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης, και συμφωνούν στα εξής:

α)    όταν ένα μέρος της διαδικασίας ανάπτυξης ενός τεχνικού κανονισμού είναι ανοικτό σε δημόσια διαβούλευση, να λαμβάνουν υπόψη τις απόψεις του άλλου συμβαλλόμενου μέρους και, χωρίς διακρίσεις, να παρέχουν στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος και στους ενδιαφερομένους εύλογες ευκαιρίες να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους·


β)    όταν πραγματοποιούν κοινοποιήσεις σύμφωνα με το άρθρο 2.9 της συμφωνίας ΤΕΕ, να παρέχουν προθεσμία τουλάχιστον εξήντα ημερών μετά την κοινοποίηση προκειμένου το άλλο συμβαλλόμενο μέρος να υποβάλει γραπτώς τις παρατηρήσεις του επί της πρότασης και, εφόσον είναι πρακτικώς δυνατόν, να λαμβάνουν δεόντως υπόψη εύλογα αιτήματα για παράταση της προθεσμίας υποβολής παρατηρήσεων·

γ)    να επιτρέπουν επαρκές χρονικό διάστημα μεταξύ της δημοσίευσης των τεχνικών κανονισμών και της έναρξης ισχύος τους έτσι ώστε οι οικονομικοί φορείς του άλλου συμβαλλόμενου μέρους να προσαρμοστούν, εκτός εάν συντρέχουν ή ενδέχεται να εμφανιστούν επιτακτικά προβλήματα ασφάλειας, υγείας, προστασίας του περιβάλλοντος ή εθνικής ασφάλειας· και

δ)    να θέτουν στη διάθεση του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ή των οικονομικών φορέων αυτού συναφείς πληροφορίες (για παράδειγμα μέσω δημόσιου δικτυακού τόπου, εάν υπάρχει) για τους ισχύοντες τεχνικούς κανονισμούς, πρότυπα και διαδικασίες εκτίμησης της συμμόρφωσης, καθώς και, όπου ενδείκνυται και υφίσταται, γραπτή καθοδήγηση για την τήρηση των τεχνικών τους κανονισμών, κατόπιν αιτήματος και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

ΑΡΘΡΟ 4.9

Εποπτεία της αγοράς

Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την εποπτεία της αγοράς και τον έλεγχο της τήρησης των κανονισμών.


ΑΡΘΡΟ 4.10

Σήμανση και τοποθέτηση ετικέτας

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη σημειώνουν ότι, σύμφωνα με το παράρτημα 1 παράγραφος 1 της συμφωνίας ΤΕΕ, ένας τεχνικός κανονισμός μπορεί να περιλαμβάνει ή να αφορά αποκλειστικά τις απαιτήσεις σήμανσης και τοποθέτησης ετικέτας, και συμφωνούν ότι στην περίπτωση που οι τεχνικοί κανονισμοί τους περιλαμβάνουν υποχρεωτική σήμανση ή τοποθέτηση ετικέτας, θα διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω κανονισμοί δεν καταρτίζονται με σκοπό ή με αποτέλεσμα τη δημιουργία περιττών εμποδίων στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές, και δεν πρέπει να είναι περισσότερο περιοριστικοί για το εμπόριο απ’ όσο απαιτείται για την επίτευξη ενός θεμιτού στόχου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2.2 της συμφωνίας ΤΕΕ.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος απαιτεί υποχρεωτική σήμανση ή τοποθέτηση ετικέτας σε προϊόντα:

α)    το συμβαλλόμενο μέρος προσπαθεί να περιορίσει τις απαιτήσεις του μόνο σε εκείνες που είναι χρήσιμες για τους καταναλωτές ή τους χρήστες του προϊόντος ή επισημαίνουν τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις υποχρεωτικές απαιτήσεις·

β)    το συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να προσδιορίζει τις πληροφορίες που πρέπει να αναγράφονται στην ετικέτα και μπορεί να απαιτεί την τήρηση συγκεκριμένων κανονιστικών απαιτήσεων όσον αφορά την τοποθέτηση της ετικέτας, αλλά δεν απαιτεί προηγούμενη έγκριση ή πιστοποίηση ετικετών και σημάνσεων ως προϋπόθεση για την πώληση των προϊόντων στην αγορά, εκτός εάν αυτό κρίνεται αναγκαίο λόγω του κινδύνου που παρουσιάζει το προϊόν για την υγεία ή τη ζωή των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών·

γ)    όταν το συμβαλλόμενο μέρος απαιτεί τη χρήση ενιαίου αριθμού ταυτοποίησης από τους οικονομικούς φορείς, διασφαλίζει τη χορήγηση του εν λόγω αριθμού στους σχετικούς οικονομικούς φορείς χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς διακρίσεις·


δ)    υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλείται παρανόηση, αντίφαση ή σύγχυση σε σχέση με τις πληροφορίες που απαιτούνται στο συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής των αγαθών, το συμβαλλόμενο μέρος επιτρέπει τα εξής:

i)    την παροχή πληροφοριών σε άλλες γλώσσες επιπλέον της γλώσσας που απαιτείται στο συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής των αγαθών·

ii)    τη χρήση διεθνώς αποδεκτών ονοματολογιών, εικονογραμμάτων, συμβόλων ή γραφημάτων·

iii)    πρόσθετες πληροφορίες επιπλέον αυτών που απαιτούνται στο συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής των αγαθών·

ε)    σε σχέση με την τοποθέτηση ετικέτας, συμπεριλαμβανομένης της εκ νέου τοποθέτησης και των διορθώσεων στην ετικέτα, το συμβαλλόμενο μέρος αποδέχεται την πραγματοποίησή της, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, σε εγκεκριμένες εγκαταστάσεις (για παράδειγμα, σε αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης στο σημείο εισαγωγής) του συμβαλλόμενου μέρους εισαγωγής πριν από τη διανομή και την πώληση του προϊόντος, ως εναλλακτική λύση ως προς την τοποθέτηση ετικέτας στον τόπο καταγωγής του, εκτός εάν αυτή η επισήμανση απαιτείται να διενεργηθεί στον τόπο καταγωγής για λόγους δημόσιας υγείας ή ασφάλειας· και

στ)    σε περιπτώσεις όπου θεωρεί ότι δεν υπονομεύονται οι θεμιτοί στόχοι βάσει της συμφωνίας ΤΕΕ, το συμβαλλόμενο μέρος προσπαθεί να αποδέχεται την τοποθέτηση μη μόνιμων ή αποσπώμενων ετικετών, ή τη σήμανση ή τοποθέτηση της ετικέτας στο συνοδευτικό έγγραφο αντί της επικόλλησής της επί του προϊόντος.

3.    Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών που απορρέουν από τη συμφωνία ΠΟΕ, η παράγραφος 2 αφορά τα γεωργικά προϊόντα, τα βιομηχανικά προϊόντα και τα μεταποιημένα γεωργικά προϊόντα διατροφής, συμπεριλαμβανομένων των οινοπνευματωδών και μη ποτών.


ΑΡΘΡΟ 4.11

Σημεία επαφής

Στις λειτουργίες των σημείων επαφής, οι οποίες ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 13.4 (Πληροφορίες και σημεία επαφής) περιλαμβάνονται οι εξής:

α)    παρακολούθηση της εφαρμογής και της διαχείρισης του παρόντος κεφαλαίου·

β)    άμεση αντιμετώπιση οποιουδήποτε θέματος που θίγεται από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος αναφορικά με την ανάπτυξη, την έγκριση, την εφαρμογή ή την επιβολή των προτύπων, των τεχνικών κανονισμών ή των διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης·

γ)    αύξηση της συνεργασίας στον τομέα της ανάπτυξης και της βελτίωσης των προτύπων, των τεχνικών κανονισμών και των διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης·

δ)    ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα πρότυπα, τους τεχνικούς κανονισμούς και τις διαδικασίες εκτίμησης της συμμόρφωσης·

ε)    διευκόλυνση των δραστηριοτήτων συνεργασίας, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 4.4 (Κοινή συνεργασία)· και

στ)    διευθέτηση της συγκρότησης ομάδων εργασίας ad hoc κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών, προκειμένου να διερευνηθούν τρόποι για τη διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.


ΑΡΘΡΟ 4.12

Τελικές διατάξεις

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συζητούν, στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορικών Συναλλαγών στον τομέα των εμπορευμάτων η οποία ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 16.2 (Ειδικές επιτροπές), τυχόν ρυθμίσεις εφαρμογής οι οποίες απορρέουν από το παρόν κεφάλαιο. Μέσω απόφασης στο πλαίσιο της εν λόγω επιτροπής, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να θεσπίζουν οποιοδήποτε μέτρο εφαρμογής που απαιτείται για τον σκοπό αυτόν.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αναλάβει περαιτέρω δεσμεύσεις όσον αφορά τα τομεακά μη δασμολογικά μέτρα για τα αγαθά, όπως ορίζεται στο παράρτημα 4-A και τα προσαρτήματα αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΝΤΕ

ΜΕΤΡΑ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΦΥΤΟΫΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

ΑΡΘΡΟ 5.1

Στόχοι

Στόχοι του παρόντος κεφαλαίου είναι οι εξής:

α)    η προστασία της ζωής ή της υγείας των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών στα αντίστοιχα εδάφη των συμβαλλόμενων μερών, παράλληλα με τη διευκόλυνση του εμπορίου μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών στον τομέα των μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (εφεξής «μέτρα ΥΦΠ»)·


β)    η συνεργασία για την περαιτέρω εφαρμογή της συμφωνίας ΥΦΠ· και

γ)    η παροχή ενός μέσου για τη βελτίωση της επικοινωνίας, της συνεργασίας και της επίλυσης των ζητημάτων που συνδέονται με την εφαρμογή μέτρων ΥΦΠ που επηρεάζουν τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

ΑΡΘΡΟ 5.2

Πεδίο εφαρμογής

1.    Το παρόν κεφάλαιο αφορά όλα τα μέτρα ΥΦΠ ενός συμβαλλόμενου μέρους τα οποία μπορούν να επηρεάσουν, άμεσα ή έμμεσα, τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

2.    Το παρόν κεφάλαιο αφορά επίσης τη συνεργασία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών σε θέματα καλής διαβίωσης των ζώων τα οποία παρουσιάζουν αμοιβαίο ενδιαφέρον για τα συμβαλλόμενα μέρη.

3.    Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν θίγει τα δικαιώματα των συμβαλλόμενων μερών στο πλαίσιο της συμφωνίας ΤΕΕ, όσον αφορά τα μέτρα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου.

ΑΡΘΡΟ 5.3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου:

1.    Ισχύουν οι ορισμοί που περιέχονται στο παράρτημα Α της συμφωνίας ΥΦΠ.


2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν σε άλλους ορισμούς όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου, λαμβάνοντας υπόψη τα γλωσσάρια και τους ορισμούς των συναφών διεθνών οργανισμών, όπως η επιτροπή του CODEX Alimentarius (εφεξής «Codex Alimentarius») και ο Παγκόσμιος Οργανισμός για την Υγεία των Ζώων (εφεξής «ΠΟΥΖ»), και με βάση τη Διεθνή σύμβαση για την προστασία των φυτών (εφεξής «ΔΣΠΦ»).

ΑΡΘΡΟ 5.4

Δικαιώματα και υποχρεώσεις

Τα συμβαλλόμενα μέρη επαναβεβαιώνουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της συμφωνίας ΥΦΠ.

ΑΡΘΡΟ 5.5

Αρμόδιες αρχές

Οι αρμόδιες αρχές των συμβαλλόμενων μερών που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου ορίζονται στο παράρτημα 5-A. Τα συμβαλλόμενα μέρη αλληλοενημερώνονται για κάθε μεταβολή των εν λόγω αρμόδιων αρχών.


ΑΡΘΡΟ 5.6

Γενικές αρχές

Κατά την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου, τα συμβαλλόμενα μέρη:

α)    διασφαλίζουν τη συμφωνία των μέτρων ΥΦΠ με τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 3 της συμφωνίας ΥΦΠ·

β)    δεν χρησιμοποιούν τα μέτρα ΥΦΠ για να δημιουργήσουν αδικαιολόγητα εμπόδια στο εμπόριο·

γ)    διασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο εκκινούνται και ολοκληρώνονται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι οι διαδικασίες αυτές δεν εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε να συνιστούν αυθαίρετη ή αδικαιολόγητη διακριτική μεταχείριση σε βάρος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους όταν υπάρχουν ταυτόσημες ή παρόμοιες συνθήκες· και

δ)    δεν χρησιμοποιούν τις διαδικασίες που αναφέρονται στο στοιχείο γ), ούτε τυχόν αιτήσεις για πρόσθετες πληροφορίες προκειμένου να καθυστερήσουν, χωρίς επιστημονική και τεχνική αιτιολόγηση, την πρόσβαση στις αντίστοιχες αγορές τους.

ΑΡΘΡΟ 5.7

Απαιτήσεις για τις εισαγωγές

1.    Οι απαιτήσεις ενός συμβαλλόμενου μέρους για τις εισαγωγές αφορούν το σύνολο του εδάφους του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.


2.    Το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής διασφαλίζει ότι τα προϊόντα που εξάγονται στο συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας του συμβαλλόμενου μέρους εισαγωγής.

3.    Το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής διασφαλίζει ότι η εφαρμογή των απαιτήσεων για τις εισαγωγές όσον αφορά τα προϊόντα που εισάγονται από το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής γίνεται κατά αναλογικό τρόπο και χωρίς διακρίσεις. 

4.    Όλα τα τέλη που επιβάλλονται για τις διαδικασίες επί των προϊόντων που εισάγονται από το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής είναι ισότιμα με τα τέλη που επιβάλλονται σε ομοειδή εγχώρια προϊόντα και δεν υπερβαίνουν το πραγματικό κόστος της υπηρεσίας.

5.    Το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής έχει το δικαίωμα να διενεργεί ελέγχους εισαγωγής σε προϊόντα που εισάγονται από το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής, με σκοπό την εφαρμογή μέτρων ΥΦΠ.

6.    Οι έλεγχοι εισαγωγής οι οποίοι διενεργούνται σε προϊόντα που εισάγονται από το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής βασίζονται στον υγειονομικό και φυτοϋγειονομικό κίνδυνο που συνδέεται με τις εν λόγω εισαγωγές. Πραγματοποιούνται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και με τις ελάχιστες επιπτώσεις στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

7.    Το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής καθιστά διαθέσιμες στο συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, πληροφορίες για τη συχνότητα των ελέγχων εισαγωγής που διενεργούνται σε προϊόντα τα οποία προέρχονται από το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής. Το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής μπορεί να μεταβάλει τη συχνότητα των φυσικών ελέγχων στις αποστολές, ανάλογα με την περίπτωση, ως αποτέλεσμα i) επαληθεύσεων, ii) ελέγχων εισαγωγής, ή iii) αμοιβαίας συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, καθώς και μετά τις διαβουλεύσεις που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο. 


8.    Σε περίπτωση που οι έλεγχοι εισαγωγής δείξουν ότι κάποια προϊόντα δεν είναι σύμφωνα με τις σχετικές απαιτήσεις εισαγωγής του συμβαλλόμενου μέρους εισαγωγής, κάθε ενέργεια που λαμβάνει το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής θα πρέπει να είναι ανάλογη προς τον υγειονομικό και φυτοϋγειονομικό κίνδυνο που συνδέεται με την εισαγωγή του μη συμμορφούμενου προϊόντος.

ΑΡΘΡΟ 5.8

Επαληθεύσεις

1.    Προκειμένου να οικοδομηθεί και να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου, το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής έχει το δικαίωμα να διενεργεί επαληθεύσεις ανά πάσα στιγμή· στο πλαίσιο αυτού του δικαιώματος, μπορεί: 

α)    μέσω επισκέψεων επαλήθευσης στο συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής, να επαληθεύει το σύνολο ή μέρος του συστήματος επιθεώρησης και πιστοποίησης που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές του συμβαλλόμενου μέρους εξαγωγής, σύμφωνα με τα σχετικά διεθνή πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις της Codex Alimentarius, του ΠΟΥΖ και της ΔΣΠΦ· και

β)    να ζητά πληροφορίες από το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής σχετικά με το σύστημα επιθεώρησης και πιστοποίησής του και να λαμβάνει τα αποτελέσματα των ελέγχων που διεξάγονται στο πλαίσιο αυτού του συστήματος.

2.    Το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής κοινοποιεί στο συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής τα αποτελέσματα και τα συμπεράσματα των επαληθεύσεων που διενεργούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1.  Το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής μπορεί να θέτει τα αποτελέσματα αυτά στη διάθεση του κοινού. 


3.    Σε περίπτωση που το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής αποφασίσει να πραγματοποιήσει επίσκεψη επαλήθευσης στο συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής, ειδοποιεί το εν λόγω μέρος σχετικά με αυτή την επίσκεψη τουλάχιστον εξήντα ημερολογιακές ημέρες πριν από την προγραμματισμένη πραγματοποίησή της, εκτός από περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης ή εάν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. . Οποιαδήποτε τροποποίηση σε σχέση με αυτή την επίσκεψη γίνεται κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλόμενων μερών. 

4.    Το κόστος διεξαγωγής μιας επαλήθευσης στο σύνολο ή σε μέρος των συστημάτων επαλήθευσης και πιστοποίησης που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, καθώς και για τυχόν επιθεώρηση των επιμέρους εγκαταστάσεων, καλύπτεται από το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής.

5.    Το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής παρέχει γραπτώς στο συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής πληροφορίες σχετικά με την επαλήθευση εντός εξήντα ημερολογιακών ημερών. Το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής έχει προθεσμία σαράντα πέντε ημερολογιακών ημερών για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του σχετικά με τις εν λόγω πληροφορίες. Οι παρατηρήσεις του συμβαλλόμενου μέρους εξαγωγής επισυνάπτονται και, εφόσον χρειάζεται, συμπεριλαμβάνονται στο τελικό έγγραφο.

6.    Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 5, σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια μιας επαλήθευσης εντοπιστεί σημαντικός κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής ενημερώνει το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός δέκα ημερολογιακών ημερών μετά το τέλος της επαλήθευσης.

ΑΡΘΡΟ 5.9

Διευκόλυνση του εμπορίου

1.    Σε περιπτώσεις όπου το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής απαιτεί επιτόπια επαλήθευση προκειμένου να επιτρέψει τις εισαγωγές μιας συγκεκριμένης κατηγορίας ή κατηγοριών προϊόντων ζωικής προέλευσης από το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής, ισχύουν τα ακόλουθα:


α)    η επαλήθευση αξιολογεί το σύστημα επιθεώρησης και πιστοποίησης του συμβαλλόμενου μέρους εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 5.8 (Επαληθεύσεις) και λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές γραπτές πληροφορίες που παρέχει το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής κατόπιν αιτήματος· και

β)    σε περίπτωση που το αποτέλεσμα της επαλήθευσης του συστήματος επιθεώρησης και πιστοποίησης είναι ικανοποιητικό, το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής ενημερώνει γραπτώς το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής σχετικά με τη θετική έκβαση της επαλήθευσης.   Στην περίπτωση αυτή, οι παρεχόμενες πληροφορίες μπορούν να αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ότι το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής έχει επιτρέψει ή θα επιτρέψει τις εισαγωγές μιας συγκεκριμένης κατηγορίας ή κατηγοριών προϊόντων· ή

γ)    εάν το αποτέλεσμα της επαλήθευσης του συστήματος επιθεώρησης και πιστοποίησης δεν είναι ικανοποιητικό, το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής ενημερώνει γραπτώς το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής σχετικά με την έκβαση της επαλήθευσης. Στην περίπτωση αυτή, οι παρεχόμενες πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνουν ένα από τα παρακάτω:

i)    τους όρους, συμπεριλαμβανομένων αυτών που σχετίζονται με το σύστημα επιθεώρησης και πιστοποίησης του συμβαλλόμενου μέρους εξαγωγής, τους οποίους πρέπει ακόμη να θέσει σε εφαρμογή το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα στο συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής να επιτρέψει τις εισαγωγές μιας συγκεκριμένης κατηγορίας ή κατηγοριών προϊόντων ζωικής προέλευσης·

ii)    αναφορά στο γεγονός ότι ενδέχεται να επιτραπεί σε συγκεκριμένες εγκαταστάσεις προϊόντων ζωικής προέλευσης να πραγματοποιούν εξαγωγές προς το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής εφόσον συμμορφώνονται με τις σχετικές απαιτήσεις για τις εισαγωγές του άρθρου 5.7 (Απαιτήσεις για τις εισαγωγές)· ή

iii)    δήλωση ότι το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής δεν επέτρεψε τις εισαγωγές της συγκεκριμένης κατηγορίας ή κατηγοριών προϊόντων από το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής.


2.    Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής έχει επιτρέψει τις εισαγωγές μιας συγκεκριμένης κατηγορίας ή κατηγοριών προϊόντων ζωικής προέλευσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής ενημερώνει το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής σχετικά με τον κατάλογο των επιμέρους εγκαταστάσεων οι οποίες πληρούν τις απαιτήσεις του συμβαλλόμενου μέρους εισαγωγής, σύμφωνα, ιδίως, με το άρθρο 5.7 (Απαιτήσεις για τις εισαγωγές) και άρθρο 5.8 (Επαληθεύσεις). Επιπλέον:

α)    κατόπιν αιτήματος του συμβαλλόμενου μέρους εξαγωγής, το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής εγκρίνει τις επιμέρους εγκαταστάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα 5-B παράγραφος 3 και οι οποίες βρίσκονται στο έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους εξαγωγής, χωρίς προηγούμενη επιθεώρηση των επιμέρους εγκαταστάσεων. Όταν ζητεί την έγκριση από το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής, το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής παρέχει κάθε πληροφορία που απαιτείται από το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις σχετικές απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του άρθρου 5.7 (Απαιτήσεις για τις εισαγωγές). Η έγκριση από το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής πρέπει να είναι σύμφωνη με τους όρους που καθορίζονται στο παράρτημα 5-B και περιορίζεται στις κατηγορίες προϊόντων για τις οποίες επιτρέπονται οι εισαγωγές·

β)    μετά την έγκριση των επιμέρους εγκαταστάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής λαμβάνει τα αναγκαία νομοθετικά ή διοικητικά μέτρα σύμφωνα με τις ισχύουσες νομικές και διοικητικές διαδικασίες προκειμένου να επιτρέψει τις εισαγωγές εντός σαράντα ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή του αιτήματος του συμβαλλόμενου μέρους εξαγωγής, συνοδευόμενου από τις πληροφορίες που απαιτούνται από το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής, ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις σχετικές απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του άρθρου 5.7 (Απαιτήσεις για τις εισαγωγές)· και

γ)    το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής ενημερώνει το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής σχετικά με την αποδοχή ή την απόρριψη των επιμέρους εγκαταστάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) και, ανάλογα με την περίπτωση, τους λόγους τυχόν απόρριψης.


ΑΡΘΡΟ 5.10

Μέτρα που αφορούν την υγεία των ζώων και των φυτών

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν την έννοια των απαλλαγμένων από παράσιτα ή νόσους περιοχών και των περιοχών με χαμηλό επιπολασμό παρασίτων ή νόσων, σύμφωνα με τα πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές ή τις συστάσεις της συμφωνίας ΥΦΠ, του ΠΟΥΖ και της ΔΣΠΦ. Η επιτροπή ΥΦΠ η οποία αναφέρεται στο άρθρο 5.15 (Επιτροπή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας) μπορεί να καθορίζει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία αναγνώρισης των εν λόγω περιοχών, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών για την αναγνώριση των περιοχών αυτών όταν έχουν εκδηλωθεί κρούσματα, λαμβάνοντας υπόψη τα πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές ή τις συστάσεις της συμφωνίας ΥΦΠ, του ΠΟΥΖ και της ΔΣΠΦ.

2.    Κατά τον καθορισμό των απαλλαγμένων από παράσιτα ή νόσους περιοχών και των περιοχών με χαμηλό επιπολασμό παρασίτων ή νόσων, τα συμβαλλόμενα μέρη εξετάζουν παράγοντες όπως η γεωγραφική θέση, τα οικοσυστήματα, η επιδημιολογική επιτήρηση και η αποτελεσματικότητα των υγειονομικών ή φυτοϋγειονομικών ελέγχων στις περιοχές αυτές.

3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται στενά για τον καθορισμό των απαλλαγμένων από παράσιτα ή νόσους περιοχών και των περιοχών με χαμηλό επιπολασμό παρασίτων και νόσων, με στόχο να δημιουργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης όσον αφορά τις διαδικασίες που ακολουθεί το άλλο συμβαλλόμενο μέρος για τον καθορισμό των περιοχών αυτών. Κατά την αποδοχή του καθορισμού των περιοχών αυτών ο οποίος έχει γίνει από το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής, το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής θεμελιώνει καταρχήν τον δικό του καθορισμό της κατάστασης της υγείας των ζώων ή των φυτών στο συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής ή τμήματα αυτού με βάση τις πληροφορίες που του παρέχει το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής, και σύμφωνα με τα πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές ή τις συστάσεις της συμφωνίας ΥΦΠ, του ΠΟΥΖ και της ΔΣΠΦ.


4.    Αν το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής δεν αποδεχθεί τον καθορισμό ο οποίος έχει γίνει από το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής, εξηγεί τους λόγους και είναι πρόθυμο να ξεκινήσει διαβουλεύσεις.

5.    Όταν το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής υποστηρίζει για περιοχές εντός του εδάφους του ότι είναι απαλλαγμένες από παράσιτα ή νόσους ή έχουν χαμηλό επιπολασμό παρασίτων ή νόσων, παρέχει σχετικά στοιχεία προκειμένου να αποδείξει αντικειμενικά στο συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής ότι οι εν λόγω περιοχές είναι, και κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνουν, απαλλαγμένες από παράσιτα ή νόσους ή περιοχές με χαμηλό επιπολασμό παρασίτων ή νόσων, ανάλογα με την περίπτωση. Για τους σκοπούς αυτούς, επιτρέπεται σε εύλογο βαθμό, κατόπιν αιτήματος, η πρόσβαση του συμβαλλόμενου μέρους εισαγωγής για επιθεωρήσεις, δοκιμές και άλλες σχετικές διαδικασίες.

6.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν την αρχή της διαίρεσης σε τμήματα η οποία εφαρμόζεται στο πλαίσιο του ΠΟΥΖ και τις απαλλαγμένες από παράσιτα μονάδες παραγωγής της ΔΣΠΦ. Η επιτροπή ΥΦΠ η οποία αναφέρεται στο άρθρο 5.15 (Επιτροπή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας) θα αξιολογεί όλες τις συστάσεις του ΠΟΥΖ και της ΔΣΠΦ οι οποίες ενδέχεται να εκδοθούν μελλοντικά σε σχέση με αυτό το θέμα και μπορεί να προβαίνει στην έκδοση ανάλογων συστάσεων.

ΑΡΘΡΟ 5.11

Διαφάνεια και ανταλλαγή πληροφοριών

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη:

α)    επιδιώκουν τη διαφάνεια σε σχέση με τα μέτρα ΥΦΠ που εφαρμόζονται στο εμπόριο και, ειδικότερα, τα μέτρα του άρθρου 5.7 (Απαιτήσεις για τις εισαγωγές) τα οποία εφαρμόζονται σε σχέση με τις εισαγωγές από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος·


β)    προάγουν την αμοιβαία κατανόηση των μέτρων ΥΦΠ κάθε συμβαλλόμενου μέρους και της εφαρμογής τους·

γ)    ανταλλάσσουν πληροφορίες για θέματα που συνδέονται με την ανάπτυξη και την εφαρμογή μέτρων ΥΦΠ, συμπεριλαμβανομένης της προόδου όσον αφορά τα νέα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, τα οποία επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, με σκοπό να ελαχιστοποιηθούν οι αρνητικές συνέπειές τους για το εμπόριο·

δ)    κοινοποιούν, κατόπιν αιτήματος ενός συμβαλλόμενου μέρους και εντός δεκαπέντε ημερολογιακών ημερών, τις απαιτήσεις που εφαρμόζουν σε σχέση με την εισαγωγή συγκεκριμένων προϊόντων· και

ε)    κοινοποιούν, κατόπιν αιτήματος ενός συμβαλλόμενου μέρους και εντός δεκαπέντε ημερολογιακών ημερών, την πρόοδο όσον αφορά την αίτηση για την έκδοση αδειών για συγκεκριμένα προϊόντα.

2.    Τα σημεία επαφής που είναι υπεύθυνα για τις πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι αυτά που ορίζονται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 13.4 (Πληροφορίες και σημεία επαφής). Οι πληροφορίες αποστέλλονται ταχυδρομικώς, με φαξ ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Οι πληροφορίες που αποστέλλονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου υπογράφονται ηλεκτρονικά και αποστέλλονται μόνο μεταξύ των σημείων επαφής.

3.    Όταν οι πληροφορίες βάσει της παραγράφου 1 έχουν διατεθεί μέσω κοινοποίησης στον ΠΟΕ σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες και διαδικασίες του ή όταν οι παραπάνω πληροφορίες έχουν διατεθεί στους επίσημους, προσβάσιμους στο κοινό και δωρεάν δικτυακούς τόπους των συμβαλλόμενων μερών, θεωρείται ότι έχει λάβει χώρα η ανταλλαγή πληροφοριών.

4.    Όλες οι κοινοποιήσεις δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου πραγματοποιούνται προς τα σημεία επαφής που αναφέρονται στην παράγραφο 2.


ΑΡΘΡΟ 5.12

Διαβουλεύσεις

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος γνωστοποιεί εγγράφως στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εντός δύο ημερολογιακών ημερών, κάθε σοβαρό ή σημαντικό κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης που αφορούν τρόφιμα.

2.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος έχει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με κάποιον κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, ο οποίος συνδέεται με προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών, πραγματοποιούνται διαβουλεύσεις για αυτήν την κατάσταση κατόπιν αιτήματος και το συντομότερο δυνατόν. Σε αυτήν την περίπτωση, κάθε συμβαλλόμενο μέρος καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την έγκαιρη παροχή όλων των αναγκαίων πληροφοριών, ώστε να αποφεύγονται οι διαταραχές στο εμπόριο.

3.    Οι διαβουλεύσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου μπορούν να πραγματοποιούνται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τηλεοπτικής συνεδρίασης ή τηλεφωνικής διάσκεψης. Το συμβαλλόμενο μέρος που υπέβαλε το αίτημα εξασφαλίζει την κατάρτιση των πρακτικών της διαβούλευσης.

ΑΡΘΡΟ 5.13

Μέτρα έκτακτης ανάγκης

1.    Σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου που απειλεί τη ζωή ή την υγεία των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών, το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής μπορεί να λάβει, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ζωής ή της υγείας των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών. Όσον αφορά τις αποστολές που μεταφέρονται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής εξετάζει την καταλληλότερη και αναλογικότερη λύση προκειμένου να αποφευχθούν περιττές διαταραχές στο εμπόριο.


2.    Το συμβαλλόμενο μέρος που λαμβάνει τα μέτρα ενημερώνει σχετικά το άλλο συμβαλλόμενο μέρος το συντομότερο δυνατόν, και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο είκοσι τέσσερις ώρες μετά τη λήψη του μέτρου. Καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να ζητήσει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την υγειονομική και φυτοϋγειονομική κατάσταση και τυχόν μέτρα που λαμβάνονται.  Το άλλο συμβαλλόμενο μέρος απαντά αμέσως μόλις έχει στη διάθεσή του τις ζητούμενες πληροφορίες.

3.    Κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5.12 (Διαβουλεύσεις), τα συμβαλλόμενα μέρη πραγματοποιούν διαβουλεύσεις σχετικά με την κατάσταση εντός δεκαπέντε ημερολογιακών ημερών από τη γνωστοποίηση. Σκοπός αυτών των διαβουλεύσεων είναι η αποφυγή περιττών διαταραχών στο εμπόριο. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να εξετάζουν εναλλακτικές δυνατότητες για τη διευκόλυνση της εφαρμογής ή της αντικατάστασης των μέτρων.

ΑΡΘΡΟ 5.14

Ισοδυναμία

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να αναγνωρίζουν την ισοδυναμία ενός μεμονωμένου μέτρου και/ή μιας ομάδας μέτρων και/ή συστημάτων που εφαρμόζονται σε έναν τομέα ή τμήμα τομέα, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως 7. Η αναγνώριση της ισοδυναμίας ισχύει για τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών οι οποίες αφορούν ζώα και ζωικά προϊόντα, φυτά και φυτικά προϊόντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, σχετικά αγαθά.

2.    Όταν δεν έχει αναγνωριστεί η ισοδυναμία, οι εμπορικές συναλλαγές διενεργούνται με τους όρους που απαιτούνται από το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής, ώστε να επιτυγχάνεται το ενδεδειγμένο επίπεδο προστασίας του εν λόγω μέρους.

3.    Η αναγνώριση της ισοδυναμίας απαιτεί αξιολόγηση και αποδοχή των ακόλουθων στοιχείων:


α)    των υφιστάμενων μέτρων ΥΦΠ που περιλαμβάνονται στη νομοθεσία, καθώς και των σχετικών προτύπων και διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων που αφορούν τα συστήματα επιθεώρησης και πιστοποίησης, ώστε να διασφαλίζεται ότι πληρούνται τα μέτρα ΥΦΠ του συμβαλλόμενου μέρους εξαγωγής και του συμβαλλόμενου μέρους εισαγωγής·

β)    της τεκμηριωμένης διάρθρωσης των αντίστοιχων αρμόδιων αρχών, της δικαιοδοσίας, της ιεραρχίας, του τρόπου λειτουργίας τους και των διαθέσιμων πόρων τους· και

γ)    της απόδοσης της σχετικής αρμόδιας αρχής σε ό, τι αφορά τα προγράμματα ελέγχου και τις διασφαλίσεις.

4.    Κατά την εκτίμηση αυτή, τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν υπόψη τη μέχρι στιγμής αποκτηθείσα πείρα.

5.    Το συμβαλλόμενο μέρος εισαγωγής αποδέχεται το μέτρο υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας του συμβαλλόμενου μέρους εξαγωγής ως ισοδύναμο, εφόσον το συμβαλλόμενο μέρος εξαγωγής αποδείξει αντικειμενικώς ότι το εν λόγω μέτρο πληροί το ενδεδειγμένο επίπεδο προστασίας του συμβαλλόμενου μέρους εισαγωγής. Για αυτόν τον σκοπό, επιτρέπεται σε εύλογο βαθμό, κατόπιν αιτήματος, η πρόσβαση του συμβαλλόμενου μέρους εισαγωγής για επιθεωρήσεις, δοκιμές και άλλες σχετικές διαδικασίες.

6.    Για την αναγνώριση της ισοδυναμίας, τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές της Codex Alimentarius, της ΠΟΥΖ, της ΔΣΠΦ και της επιτροπής ΥΦΠ του ΠΟΕ.

7.    Επιπλέον, σε περιπτώσεις όπου έχει αναγνωριστεί η ισοδυναμία, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν σε ένα απλοποιημένο υπόδειγμα για τα επίσημα πιστοποιητικά υγειονομικής ή φυτοϋγειονομικής προστασίας τα οποία απαιτούνται για κάθε αποστολή ζώων και ζωικών προϊόντων, φυτών και φυτικών προϊόντων ή άλλων σχετικών αγαθών που προορίζονται για εισαγωγή.


ΑΡΘΡΟ 5.15

Επιτροπή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας

1.    Η επιτροπή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας (εφεξής «επιτροπή ΥΦΠ»), η οποία ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 16.2 (Ειδικές επιτροπές), περιλαμβάνει εκπροσώπους από τις αρμόδιες αρχές των συμβαλλομένων μερών.

2.    Η επιτροπή ΥΦΠ θα συνεδριάσει εντός ενός έτους μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Στη συνέχεια, θα συνεδριάζει τουλάχιστον μία φορά ετησίως ή όπως έχει συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη. Κατά την πρώτη της συνεδρίαση, η επιτροπή ΥΦΠ θα καθορίσει τον εσωτερικό κανονισμό της. Τα μέλη της θα συνεδριάζουν αυτοπροσώπως, μέσω τηλεφωνικής διάσκεψης, τηλεοπτικής συνεδρίασης ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, όπως έχει συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη.

3.    Η επιτροπή ΥΦΠ μπορεί να συμφωνήσει στη σύσταση τεχνικών ομάδων εργασίας αποτελούμενων από εμπειρογνώμονες των συμβαλλόμενων μερών, οι οποίες αναλαμβάνουν τον προσδιορισμό και την αντιμετώπιση τεχνικών και επιστημονικών ζητημάτων που προκύπτουν από το παρόν κεφάλαιο, καθώς και τη διερεύνηση δυνατοτήτων περαιτέρω συνεργασίας σε θέματα ΥΦΠ τα οποία παρουσιάζουν αμοιβαίο ενδιαφέρον. Σε περιπτώσεις όπου χρειάζονται επιπλέον ειδικές γνώσεις, τα μέλη των εν λόγω ομάδων μπορούν να περιλαμβάνουν και άλλα άτομα εκτός από τους εκπροσώπους των συμβαλλόμενων μερών.

4.    Η επιτροπή ΥΦΠ μπορεί να εξετάζει οποιοδήποτε θέμα σχετικό με την αποτελεσματική λειτουργία του παρόντος κεφαλαίου. Ειδικότερα, έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες και τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)    να αναπτύσσει τις αναγκαίες διαδικασίες ή διευθετήσεις για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου, καθώς και των παραρτημάτων του·


β)    να παρακολουθεί την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου· και

γ)    να παρέχει ένα φόρουμ για τη συζήτηση των προβλημάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή ορισμένων μέτρων ΥΦΠ, με σκοπό την επίτευξη αμοιβαία αποδεκτών λύσεων. Στο πλαίσιο αυτό, κατόπιν αιτήματος ενός συμβαλλόμενου μέρους, η επιτροπή ΥΦΠ συνεδριάζει επειγόντως με σκοπό τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων. Οι διαβουλεύσεις αυτές διεξάγονται με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών βάσει των κεφαλαίων δεκατέσσερα (Επίλυση διαφορών) και δεκαπέντε (Μηχανισμός διαμεσολάβησης).

5.    Η επιτροπή ΥΦΠ ανταλλάσσει πληροφορίες, ειδικές γνώσεις και εμπειρίες στον τομέα της καλής διαβίωσης των ζώων, με στόχο την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών σε ό,τι αφορά την καλή διαβίωση των ζώων.

6.    Μέσω απόφασης στο πλαίσιο της επιτροπής ΥΦΠ, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να εγκρίνουν συστάσεις και αποφάσεις σχετικά με τη χορήγηση αδειών εισαγωγής, την ανταλλαγή πληροφοριών, τη διαφάνεια, την αναγνώριση της περιφερειοποίησης, την ισοδυναμία και τα εναλλακτικά μέτρα, καθώς και με κάθε άλλο ζήτημα που αναφέρεται στις παραγράφους 4 και 5.

ΑΡΘΡΟ 5.16

Τεχνικές διαβουλεύσεις

1.    Σε περίπτωση που ένα συμβαλλόμενο μέρος θεωρεί ότι ένα μέτρο του άλλου συμβαλλόμενου μέρους αντίκειται ή ενδέχεται να αντίκειται στις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο και προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλεί αδικαιολόγητες διαταραχές στο εμπόριο, μπορεί να ζητήσει την πραγματοποίηση τεχνικών διαβουλεύσεων στο πλαίσιο της επιτροπής ΥΦΠ, με σκοπό την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών λύσεων. Τις διαβουλεύσεις αυτές διευκολύνουν οι αρμόδιες αρχές που ορίζονται στο παράρτημα 5-Α.


2.    Οι τεχνικές διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της επιτροπής ΥΦΠ θεωρείται ότι έχουν ολοκληρωθεί σε διάστημα τριάντα ημερών από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού αιτήματος, εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη που μετέχουν στις διαβουλεύσεις συμφωνήσουν να τις συνεχίσουν. Οι τεχνικές διαβουλεύσεις μπορούν να πραγματοποιούνται μέσω τηλεφωνικής διάσκεψης, τηλεοπτικής συνεδρίασης ή με οποιοδήποτε άλλο μηχανισμό συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΙ

ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ

ΑΡΘΡΟ 6.1

Στόχοι

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν τη σημασία των ζητημάτων που αφορούν τη διευκόλυνση των τελωνειακών διαδικασιών και των εμπορικών συναλλαγών στο μεταβαλλόμενο παγκόσμιο εμπορικό περιβάλλον. Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να ενισχύσουν τη συνεργασία τους στον συγκεκριμένο τομέα προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι η σχετική νομοθεσία και διαδικασίες, καθώς και η διοικητική ικανότητα των σχετικών διοικητικών αρχών, πληρούν τους στόχους που αφορούν την προώθηση της διευκόλυνσης των εμπορικών συναλλαγών, διασφαλίζοντας παράλληλα τον αποτελεσματικό τελωνειακό έλεγχο.

2.    Για αυτόν τον σκοπό, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι η νομοθεσία δεν πρέπει να εισάγει διακρίσεις και ότι οι τελωνειακές διαδικασίες πρέπει να βασίζονται στη χρήση σύγχρονων μεθόδων και αποτελεσματικών ελέγχων για την καταπολέμηση της απάτης και την προστασία του νόμιμου εμπορίου.


3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι οι θεμιτοί στόχοι δημόσιας πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων αυτών που συνδέονται με την ασφάλεια και την πρόληψη της απάτης, δεν πρέπει να διακυβεύονται με κανέναν τρόπο.

ΑΡΘΡΟ 6.2

Αρχές

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι οι αντίστοιχες τελωνειακές διατάξεις και διαδικασίες τους βασίζονται:

α)    σε διεθνείς πράξεις και πρότυπα που εφαρμόζονται στον τομέα των τελωνειακών διαδικασιών και των εμπορικών συναλλαγών και τα οποία έχουν αποδεχθεί τα αντίστοιχα συμβαλλόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των κύριων στοιχείων της αναθεωρημένης σύμβασης του Κιότο για την απλούστευση και εναρμόνιση των τελωνειακών διαδικασιών, της διεθνούς σύμβασης για το εναρμονισμένο σύστημα περιγραφής και κωδικοποίησης των εμπορευμάτων, καθώς και του πλαισίου προτύπων για την ασφάλεια και τη διευκόλυνση του παγκόσμιου εμπορίου (εφεξής «πλαίσιο προτύπων SAFE») του Παγκόσμιου Οργανισμού Τελωνείων (εφεξής «ΠΟΤ»)·

β)    στην προστασία του νόμιμου εμπορίου μέσω της αποτελεσματικής εφαρμογής και τήρησης των νομοθετικών απαιτήσεων·

γ)    σε νομοθετικές πράξεις οι οποίες αποφεύγουν τη δημιουργία περιττών ή μεροληπτικών επιβαρύνσεων στους οικονομικούς φορείς, προβλέπουν την περαιτέρω διευκόλυνση του εμπορίου για τους οικονομικούς φορείς με υψηλό επίπεδο συμμόρφωσης, και εξασφαλίζουν την παροχή διασφαλίσεων έναντι της απάτης και των παράνομων ή ζημιογόνων δραστηριοτήτων· και


δ)    σε κανόνες με τους οποίους διασφαλίζεται ότι οποιαδήποτε κύρωση που επιβάλλεται για παραβιάσεις των τελωνειακών κανονισμών ή των διαδικαστικών απαιτήσεων είναι ανάλογη της παραβίασης και δεν συνεπάγεται διακριτική μεταχείριση και ότι, κατά την εφαρμογή της, δεν καθυστερεί αδικαιολόγητα τη θέση των αγαθών σε ελεύθερη κυκλοφορία.

2.    Για να βελτιωθούν οι μέθοδοι εργασίας, καθώς και για να διασφαλιστούν η αποφυγή διακρίσεων, η διαφάνεια, η αποτελεσματικότητα, η ακεραιότητα και η πλήρης απόδοση ευθυνών για τις διάφορες πράξεις, τα συμβαλλόμενα μέρη:

α)    απλουστεύουν τις απαιτήσεις και τις διατυπώσεις, εφόσον είναι δυνατόν, σε ό,τι αφορά την ταχεία παράδοση και διασάφηση των αγαθών· και

β)    καταβάλλουν προσπάθειες για την περαιτέρω απλούστευση και τυποποίηση των δεδομένων και των εγγράφων που ζητούν οι τελωνειακές και άλλες υπηρεσίες.

ΑΡΘΡΟ 6.3

Τελωνειακή συνεργασία

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται σε τελωνειακά θέματα μεταξύ των αντίστοιχων αρχών τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 6.1 (Στόχοι).

2.    Προκειμένου να ενισχυθεί η συνεργασία σε τελωνειακά θέματα, τα συμβαλλόμενα μέρη, μεταξύ άλλων:

α)    ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την αντίστοιχη τελωνειακή νομοθεσία, την εφαρμογή της, καθώς και τις τελωνειακές διαδικασίες, ιδίως στους ακόλουθους τομείς:


i)    απλούστευση και εκσυγχρονισμό των τελωνειακών διαδικασιών·

ii)    επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας από τις τελωνειακές αρχές στα σύνορα·

iii)    πράξεις διαμετακόμισης και μεταφόρτωση· και

iv)    σχέσεις με την επιχειρηματική κοινότητα·

β)    εξετάζουν την ανάπτυξη κοινών πρωτοβουλιών σχετικά με τις διαδικασίες εισαγωγής, εξαγωγής και άλλες τελωνειακές διαδικασίες, καθώς και για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής εξυπηρέτησης της επιχειρηματικής κοινότητας·

γ)    εργάζονται από κοινού σε σχετικές με τα τελωνεία πτυχές της διασφάλισης και της διευκόλυνσης της αλυσίδας εφοδιασμού του διεθνούς εμπορίου σύμφωνα με το πλαίσιο SAFE·

δ)    θεσπίζουν, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, την αμοιβαία αναγνώριση των αντίστοιχων τεχνικών διαχείρισης κινδύνου, των προτύπων κινδύνου, των ελέγχων ασφάλειας και των προγραμμάτων εμπορικής εταιρικής σχέσης, συμπεριλαμβανομένων πτυχών όπως η διαβίβαση δεδομένων και τα πλεονεκτήματα που καθορίζονται με κοινή συμφωνία· και

ε)    ενισχύουν τον συντονισμό σε διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΠΟΕ και ο ΠΟΤ.


ΑΡΘΡΟ 6.4

Διαμετακόμιση και μεταφόρτωση

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν την απλούστευση και τον αποτελεσματικό έλεγχο των μεταφορτώσεων και των πράξεων διαμετακόμισης που πραγματοποιούνται μέσα από τα αντίστοιχα εδάφη τους.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη προωθούν και εφαρμόζουν περιφερειακές ρυθμίσεις διαμετακόμισης με σκοπό τη διευκόλυνση του εμπορίου.

3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν τη συνεργασία και τον συντονισμό μεταξύ όλων των οικείων αρμόδιων αρχών και υπηρεσιών που βρίσκονται στα αντίστοιχα εδάφη τους με σκοπό τη διευκόλυνση της διαμετακόμισης.

ΑΡΘΡΟ 6.5

Εκ των προτέρων έκδοση αποφάσεων

Πριν από την εισαγωγή αγαθών στο έδαφός του και σύμφωνα με τη νομοθεσία και τις διαδικασίες του, κάθε συμβαλλόμενο μέρος, μέσω των τελωνειακών ή άλλων αρμόδιων αρχών του, εκδίδει εκ των προτέρων γραπτές αποφάσεις για τους εμπόρους που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του, σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη, την καταγωγή και κάθε άλλο ζήτημα που αποφασίζεται από το συμβαλλόμενο μέρος.


ΑΡΘΡΟ 6.6

Απλουστευμένο τελωνειακό καθεστώς

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει απλουστευμένες διαδικασίες εισαγωγής και εξαγωγής οι οποίες είναι διαφανείς και αποτελεσματικές, με στόχο τη μείωση του κόστους και την αύξηση της προβλεψιμότητας για τους οικονομικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Παρέχεται επίσης ευκολότερη πρόσβαση σε τελωνειακές απλουστεύσεις για τους εγκεκριμένους εμπόρους, σύμφωνα με αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια.

2.    Για τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων που απαιτούνται για την υπαγωγή των αγαθών σε ένα τελωνειακό καθεστώς χρησιμοποιείται ένα μόνο έγγραφο τελωνειακής διασάφησης ή ηλεκτρονικό ισοδύναμο αυτού.

3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν σύγχρονες τελωνειακές τεχνικές, οι οποίες περιλαμβάνουν μεθόδους εκτίμησης της επικινδυνότητας και ελέγχου μετά τον εκτελωνισμό, με στόχο την απλούστευση και τη διευκόλυνση της εισαγωγής και της θέσης των αγαθών σε ελεύθερη κυκλοφορία.

4.    Τα συμβαλλόμενα μέρη προωθούν την προοδευτική ανάπτυξη και χρήση συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που βασίζονται στην τεχνολογία πληροφοριών, ώστε να διευκολύνεται η ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των αντίστοιχων εμπόρων, των τελωνειακών αρχών και άλλων συναφών υπηρεσιών.

ΑΡΘΡΟ 6.7

Θέση των αγαθών σε ελεύθερη κυκλοφορία

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι οι τελωνειακές αρχές του, οι συνοριακές αρχές του ή άλλες αρμόδιες υπηρεσίες του εφαρμόζουν απαιτήσεις και διαδικασίες οι οποίες:


α)    προβλέπουν την άμεση θέση των αγαθών σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός χρονικής περιόδου όχι μεγαλύτερης εκείνης που απαιτείται για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τους τελωνειακούς και άλλους σχετικούς με το εμπόριο νόμους και διατυπώσεις·

β)    προβλέπουν επεξεργασία πριν από την άφιξη (δηλαδή εκ των προτέρων ηλεκτρονική υποβολή και, ενδεχομένως, επεξεργασία των πληροφοριών πριν από την άφιξη των αγαθών), προκειμένου να καταστεί δυνατή η θέση των αγαθών σε ελεύθερη κυκλοφορία ταυτόχρονα με την άφιξη· και

γ)    προβλέπουν τη θέση των αγαθών σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς την καταβολή δασμών, με την επιφύλαξη της παροχής εγγύησης, εφόσον απαιτείται, σύμφωνα με τη νομοθεσία κάθε συμβαλλόμενου μέρους, προκειμένου να διασφαλιστεί η τελική πληρωμή των δασμών.

ΑΡΘΡΟ 6.8

Τέλη και επιβαρύνσεις

1.    Τα τέλη και οι επιβαρύνσεις επιβάλλονται μόνο για υπηρεσίες που παρέχονται σε σχέση με τις συγκεκριμένες εισαγωγές ή εξαγωγές ή για κάθε διατύπωση που απαιτείται για την πραγματοποίηση των εν λόγω εισαγωγών ή εξαγωγών. Δεν υπερβαίνουν το κατά προσέγγιση κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας και δεν υπολογίζονται κατ’ αξία.

2.    Οι πληροφορίες σχετικά με τα τέλη και τις επιβαρύνσεις δημοσιεύονται σε επίσημα καθορισμένο μέσο όπως, μεταξύ άλλων, μέσω διαδικτύου. Στις πληροφορίες περιλαμβάνεται η αιτιολόγηση του τέλους ή της επιβάρυνσης για την παρεχόμενη υπηρεσία, η αρμόδια αρχή, το τέλος ή η επιβάρυνση που θα εφαρμοστεί, η προθεσμία και ο τρόπος πληρωμής.


3.    Δεν επιβάλλονται νέα ή τροποποιημένα τέλη και επιβαρύνσεις πριν από τη δημοσίευση των πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 2 και πριν δοθεί δυνατότητα πρόσβασης στις πληροφορίες.

ΑΡΘΡΟ 6.9

Εκτελωνιστές

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι οι αντίστοιχες τελωνειακές διατάξεις και διαδικασίες τους δεν απαιτούν την υποχρεωτική χρήση εκτελωνιστών. Εάν και εφόσον χορηγήσουν άδειες σε εκτελωνιστές, τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν διαφανείς, αμερόληπτους και αναλογικούς κανόνες.

ΑΡΘΡΟ 6.10

Έλεγχοι πριν από την αποστολή

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι οι αντίστοιχες τελωνειακές διατάξεις και διαδικασίες τους δεν απαιτούν την υποχρεωτική διεξαγωγή ελέγχων πριν από την αποστολή, όπως αυτοί ορίζονται στη συμφωνία για τον έλεγχο πριν από την αποστολή, ή την πραγματοποίηση οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας ελέγχου στον προορισμό, πριν από τον εκτελωνισμό, από ιδιωτικές εταιρείες.


ΑΡΘΡΟ 6.11

Δασμολογητέες αξίες

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη καθορίζουν τη δασμολογητέα αξία των αγαθών σύμφωνα με τη συμφωνία για τη δασμολογητέα αξία.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται με σκοπό την επίτευξη κοινής προσέγγισης σε ζητήματα που αφορούν τη δασμολογητέα αξία.

ΑΡΘΡΟ 6.12

Διαχείριση κινδύνων

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος στηρίζει τις διαδικασίες εξέτασης και παραλαβής, καθώς και τις διαδικασίες επαλήθευσης μετά την εισαγωγή που εφαρμόζει, σε αρχές και ελέγχους εκτίμησης της επικινδυνότητας, και όχι στην αναλυτική εξέταση κάθε αποστολής προκειμένου να διαπιστωθεί η συμμόρφωσή της με όλες τις απαιτήσεις εισαγωγής.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να θεσπίζουν και να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις και τις διαδικασίες εισαγωγής, εξαγωγής, διαμετακόμισης και μεταφόρτωσης που ακολουθούν σε σχέση με τα προϊόντα με βάση τις αρχές διαχείρισης κινδύνου οι οποίες εφαρμόζονται με στόχο την εστίαση των μέτρων συμμόρφωσης στις συναλλαγές που χρήζουν προσοχής.


ΑΡΘΡΟ 6.13

Ενιαία θυρίδα

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την ανάπτυξη ή τη διατήρηση συστημάτων ενιαίας θυρίδας με στόχο τη διευκόλυνση της ενιαίας, ηλεκτρονικής υποβολής όλων των πληροφοριών που απαιτούνται από τις τελωνειακές και άλλες νομοθετικές διατάξεις για την εξαγωγή, εισαγωγή και διαμετακόμιση αγαθών.

ΑΡΘΡΟ 6.14

Διαδικασίες προσφυγής

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει αποτελεσματικές, άμεσες, αμερόληπτες και εύκολα προσβάσιμες διαδικασίες για την κατοχύρωση του δικαιώματος προσφυγής κατά των διοικητικών ενεργειών, κανόνων και αποφάσεων των τελωνειακών ή άλλων αρμόδιων αρχών που επηρεάζουν την εισαγωγή, εξαγωγή ή διαμετακόμιση προϊόντων.

2.    Οι διαδικασίες προσφυγής μπορούν να περιλαμβάνουν διοικητική επανεξέταση από την εποπτεύουσα αρχή και δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων που έχουν ληφθεί σε διοικητικό επίπεδο, σύμφωνα με τη νομοθεσία των συμβαλλόμενων μερών.


ΑΡΘΡΟ 6.15

Διαφάνεια

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δημοσιεύει ή διαθέτει με άλλον τρόπο, όπως μεταξύ άλλων με ηλεκτρονικά μέσα, τη νομοθεσία, τους κανονισμούς και τις διοικητικές διαδικασίες και άλλες απαιτήσεις που εφαρμόζει σε σχέση με τη διευκόλυνση των τελωνειακών διαδικασιών και των εμπορικών συναλλαγών.

2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ορίζει ή διατηρεί ένα ή περισσότερα κέντρα επαφής ή παροχής πληροφοριών για την υποβολή των ερωτήσεων των ενδιαφερομένων σχετικά με θέματα που αφορούν τη διευκόλυνση των τελωνειακών διαδικασιών και των εμπορικών συναλλαγών.

ΑΡΘΡΟ 6.16

Σχέσεις με την επιχειρηματική κοινότητα

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν:

α)    στη σημασία των έγκαιρων διαβουλεύσεων με εκπροσώπους του εμπορικού κλάδου, κατά την διαμόρφωση νομοθετικών προτάσεων και γενικών διαδικασιών σχετικά με ζητήματα που αφορούν τη διευκόλυνση των τελωνειακών διαδικασιών και των εμπορικών συναλλαγών. Για αυτόν τον σκοπό, διεξάγονται διαβουλεύσεις μεταξύ των τελωνειακών αρχών και της επιχειρηματικής κοινότητας, ανάλογα με την περίπτωση·


β)    να δημοσιεύουν ή να διαθέτουν με άλλο τρόπο, στο μέτρο του δυνατού με ηλεκτρονικά μέσα, αφενός τη νέα νομοθεσία και τις γενικές διαδικασίες σχετικά με ζητήματα που αφορούν τη διευκόλυνση των τελωνειακών διαδικασιών και των εμπορικών συναλλαγών, πριν από την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας και των διαδικασιών, και, αφετέρου, κάθε μεταβολή και ερμηνεία της εν λόγω νομοθεσίας και διαδικασιών. Πρέπει επίσης να θέτουν στη διάθεση του κοινού σχετικές ανακοινώσεις διοικητικού περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων των υπηρεσιών και των διαδικασιών εγγραφής, των ωρών και των διαδικασιών λειτουργίας των τελωνειακών υπηρεσιών στους λιμένες και στα σημεία διέλευσης των συνόρων, καθώς και των σημείων επαφής που είναι αρμόδια για την παροχή πληροφοριών·

γ)    στην ανάγκη για ένα εύλογο χρονικό διάστημα ανάμεσα στη δημοσίευση νέων ή τροποποιημένων νομοθετικών διατάξεων, διαδικασιών και τελών ή επιβαρύνσεων και την έναρξη ισχύος τους, με την επιφύλαξη των θεμιτών στόχων δημόσιας πολιτικής (π.χ. αλλαγές στους δασμολογικούς συντελεστές)· και

δ)    να εξασφαλίζουν ότι οι αντίστοιχες τελωνειακές και συναφείς απαιτήσεις και διαδικασίες τους εξακολουθούν να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της εμπορικής κοινότητας, ακολουθούν βέλτιστες πρακτικές και περιορίζουν στον ελάχιστο δυνατό βαθμό το εμπόριο.

ΑΡΘΡΟ 6.17

Επιτροπή για την τελωνειακή συνεργασία

1.    Η επιτροπή για την τελωνειακή συνεργασία η οποία ιδρύεται βάσει του άρθρου 16.2 (Ειδικές επιτροπές) αποτελείται από εκπροσώπους τελωνειακών και άλλων αρχών των συμβαλλόμενων μερών. Η επιτροπή για την τελωνειακή συνεργασία διασφαλίζει τη σωστή λειτουργία του παρόντος κεφαλαίου, του πρωτοκόλλου 1 και τυχόν πρόσθετων διατάξεων σχετικών με τελωνειακές διαδικασίες, όπως έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να εξετάζουν και να λαμβάνουν αποφάσεις, στο πλαίσιο της επιτροπής για την τελωνειακή συνεργασία, σχετικά με όλα τα θέματα που ανακύπτουν βάσει των παραπάνω.


2.    Στο πλαίσιο της επιτροπής για την τελωνειακή συνεργασία, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να εγκρίνουν συστάσεις και να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των τεχνικών διαχείρισης κινδύνου, των προτύπων κινδύνου, των ελέγχων ασφάλειας και των προγραμμάτων εμπορικής εταιρικής σχέσης, συμπεριλαμβανομένων πτυχών όπως η διαβίβαση δεδομένων και τα πλεονεκτήματα που καθορίζονται με κοινή συμφωνία, καθώς και κάθε άλλο θέμα που καλύπτεται από την παράγραφο 1.

3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνούν στην πραγματοποίηση συναντήσεων ad hoc για οποιοδήποτε τελωνειακό ζήτημα, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων καταγωγής και τυχόν πρόσθετων διατάξεων σχετικών με τελωνειακές διαδικασίες, όπως έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Μπορούν επίσης να δημιουργούν υποομάδες για συγκεκριμένα θέματα, ανάλογα με την περίπτωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΠΤΑ

ΜΗ ΔΑΣΜΟΛΟΓΙΚΑ ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ
ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΑΠΟ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ

ΑΡΘΡΟ 7.1

Στόχοι

Σύμφωνα με τις παγκόσμιες προσπάθειες για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τα συμβαλλόμενα μέρη συμμερίζονται τον στόχο της προώθησης, της ανάπτυξης και της αύξησης της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες και βιώσιμες μη ορυκτές πηγές, ιδίως μέσω της διευκόλυνσης των τελωνειακών διαδικασιών και των εμπορικών συναλλαγών. Για αυτόν τον σκοπό, τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται προς την κατεύθυνση της εξάλειψης ή της μείωσης των δασμών καθώς και των μη δασμολογικών εμποδίων και την προώθηση της κανονιστικής σύγκλισης με ή προς τα περιφερειακά και διεθνή πρότυπα.


ΑΡΘΡΟ 7.2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου:

α)    «απαίτηση τοπικού περιεχομένου»:

i)    όσον αφορά τα αγαθά, μια απαίτηση που επιβάλλει σε μια επιχείρηση να αγοράζει ή να πωλεί αγαθά εγχώριας καταγωγής ή από εγχώρια πηγή, η οποία απαίτηση ορίζεται σε σχέση είτε με συγκεκριμένα προϊόντα, είτε με τον όγκο ή την αξία των προϊόντων, είτε με ποσοστό του όγκου ή της αξίας της τοπικής της παραγωγής·

ii)    όσον αφορά τις υπηρεσίες, μια απαίτηση η οποία περιορίζει την επιλογή του παρόχου υπηρεσιών ή της παρεχόμενης υπηρεσίας σε βάρος των υπηρεσιών ή των παρόχων υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους·

β)    «μέτρο»: κάθε μέτρο που λαμβάνεται, στο πλαίσιο του παρόντος κεφαλαίου, από ένα συμβαλλόμενο μέρος υπό μορφή νόμου, κανονισμού, κανόνα, διαδικασίας, απόφασης, διοικητικής πράξης ή υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή·

γ)    «αντισταθμιστικές ρήτρες»: οποιεσδήποτε προϋποθέσεις που ενθαρρύνουν την τοπική ανάπτυξη, όπως η μη δικαιολογημένη χορήγηση αδειών εκμετάλλευσης τεχνολογίας, επένδυση, υποχρέωση σύναψης σύμβασης με συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, αντισταθμιστικό εμπόριο και παρόμοιες απαιτήσεις·

δ)    «εταιρική σχέση»: κάθε νομική οντότητα, όπως εταιρεία, οικονομικός συνασπισμός μεγάλων επιχειρήσεων, προσωπική εταιρεία, κοινή επιχείρηση ή ένωση·


ε)    «πάροχος υπηρεσιών»: ο όρος αυτός έχει την έννοια που του αποδίδεται στην παράγραφο ιβ) του άρθρου 8.2 (Ορισμοί).

ΑΡΘΡΟ 7.3

Πεδίο εφαρμογής

1.    Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου αφορούν τα μέτρα που μπορούν να επηρεάσουν το εμπόριο και τις επενδύσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών σε σχέση με την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες και βιώσιμες μη ορυκτές πηγές, δηλαδή αιολική, ηλιακή, αεροθερμική, γεωθερμική, υδροθερμική ενέργεια και ενέργεια των ωκεανών, υδροηλεκτρική ενέργεια, καθώς και ενέργεια από βιομάζα, αέρια χώρων υγειονομικής ταφής, αέρια από εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων και βιοαέρια, δεν αφορά όμως τα προϊόντα από τα οποία παράγεται ενέργεια.

2.    Το παρόν κεφάλαιο δεν αφορά έργα έρευνας και ανάπτυξης, ούτε έργα επίδειξης που πραγματοποιούνται σε μη εμπορική κλίμακα.

3.    Το παρόν κεφάλαιο ισχύει με την επιφύλαξη της εφαρμογής άλλων σχετικών διατάξεων της παρούσας συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εξαιρέσεων, επιφυλάξεων ή περιορισμών ως προς αυτές τις διατάξεις, για τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τηρουμένων των αναλογιών. Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, σε περίπτωση ασυμφωνίας του παρόντος κεφαλαίου με άλλες διατάξεις της παρούσας συμφωνίας, οι άλλες διατάξεις της παρούσας συμφωνίας υπερισχύουν όσον αφορά την ασυμφωνία.


ΑΡΘΡΟ 7.4

Αρχές

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος:

α)    αποφεύγει τη θέσπιση μέτρων που προβλέπουν απαιτήσεις τοπικού περιεχομένου ή άλλες αντισταθμιστικές ρήτρες οι οποίες επηρεάζουν τα προϊόντα, τους παρόχους υπηρεσιών, τους επιχειρηματίες ή τις εγκαταστάσεις του άλλου συμβαλλόμενου μέρους·

β)    αποφεύγει τη θέσπιση μέτρων που απαιτούν την ανάπτυξη εταιρικών σχέσεων με τοπικές εταιρείες, εκτός εάν οι εν λόγω εταιρικές σχέσεις έχουν κριθεί αναγκαίες για τεχνικούς λόγους και το συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να τεκμηριώσει αυτούς τους τεχνικούς λόγους κατόπιν αιτήματος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους·

γ)    εξασφαλίζει ότι τυχόν κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες έγκρισης, πιστοποίησης και έκδοσης αδειών που εφαρμόζονται, ιδίως σε ό,τι αφορά τον εξοπλισμό, τις μονάδες και τις σχετικές υποδομές δικτύων μεταφοράς, είναι αντικειμενικοί, διαφανείς, μη αυθαίρετοι και δεν εισάγουν διακρίσεις σε βάρος των αιτούντων από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος·

δ)    εξασφαλίζει ότι οι διοικητικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται ως προς ή σε σχέση με:

i)    την εισαγωγή και χρήση αγαθών καταγωγής του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, ή που επηρεάζουν την παροχή αγαθών από παρόχους του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, υπόκεινται στο άρθρο 2.10 (Τέλη και διατυπώσεις που συνδέονται με την εισαγωγή και την εξαγωγή)·


ii)    την παροχή υπηρεσιών από παρόχους του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, υπόκεινται στα άρθρα 8.18 (Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί), 8.19 (Προϋποθέσεις για την έκδοση αδειών και την πρόκριση) και 8.20 (Διαδικασίες έκδοσης αδειών και πρόκρισης)· και

ε)    εξασφαλίζει ότι οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες για τη σύνδεση και την πρόσβαση στα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας είναι διαφανείς και δεν εισάγουν διακρίσεις σε βάρος των παρόχων του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.

ΑΡΘΡΟ 7.5

Πρότυπα, τεχνικοί κανονισμοί και εκτίμηση της συμμόρφωσης

1.    Όταν υπάρχουν διεθνή ή περιφερειακά πρότυπα όσον αφορά τα προϊόντα που προορίζονται για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες και βιώσιμες μη ορυκτές πηγές, τα συμβαλλόμενα μέρη χρησιμοποιούν τα εν λόγω πρότυπα ή τα σχετικά μέρη αυτών ως βάση των τεχνικών τους κανονισμών, εκτός από την περίπτωση όπου τα εν λόγω διεθνή πρότυπα ή τα σχετικά μέρη αυτών είναι αναποτελεσματικά ή ακατάλληλα μέσα για την εκπλήρωση των επιδιωκόμενων νόμιμων στόχων. Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, αρμόδιοι διεθνείς φορείς τυποποίησης θεωρούνται ιδίως ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (εφεξής «ISO») και η Διεθνής Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (εφεξής «IEC»).

2.    Όπου κρίνεται σκόπιμο, τα συμβαλλόμενα μέρη καθορίζουν τους τεχνικούς κανονισμούς βάσει απαιτήσεων για προϊόντα οι οποίες αφορούν επιδόσεις, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών επιδόσεων, και όχι σχεδιαστικά ή περιγραφικά χαρακτηριστικά.


3.    Όσον αφορά τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο 84 του εναρμονισμένου συστήματος (εκτός 8401), καθώς και στους κωδικούς ΕΣ 850231 και 854140:

α)    η Ένωση θα κάνει δεκτές δηλώσεις συμμόρφωσης από παρόχους της Σινγκαπούρης υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους παρόχους της Ένωσης, για τους σκοπούς της διάθεσης των εν λόγω προϊόντων στην αγορά, χωρίς περαιτέρω απαιτήσεις· και

β)    η Σινγκαπούρη θα δέχεται δηλώσεις συμμόρφωσης ή εκθέσεις δοκιμών της ΕΕ, για τους σκοπούς της διάθεσης των εν λόγω προϊόντων στην αγορά, χωρίς περαιτέρω απαιτήσεις. Η Σινγκαπούρη μπορεί να απαιτεί την υποχρεωτική διενέργεια δοκιμών ή πιστοποίηση από τρίτους σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 5 (Μέτρα διασφάλισης) του παραρτήματος 4-A.

Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, η παρούσα παράγραφος ισχύει με την επιφύλαξη της εφαρμογής από τα συμβαλλόμενα μέρη απαιτήσεων που δεν σχετίζονται με τα προϊόντα τα οποία αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, όπως η πολεοδομική νομοθεσία ή οι κανονισμοί δόμησης.

ΑΡΘΡΟ 7.6

Εξαιρέσεις

1.    Το παρόν κεφάλαιο υπόκειται στις εξαιρέσεις για λόγους ασφάλειας και/ή στις γενικές εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 2.14 (Γενικές εξαιρέσεις), στο άρθρο 8.62 (Γενικές εξαιρέσεις), στο άρθρο 9.3 (Εξαιρέσεις για λόγους ασφάλειας και γενικές εξαιρέσεις) και, για μεγαλύτερη βεβαιότητα, στις σχετικές διατάξεις του κεφαλαίου δεκαέξι (Θεσμικές, γενικές και τελικές διατάξεις).


2.    Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, υπό τον όρο ότι τα σχετικά μέτρα δεν εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε να συνιστούν μέσο αυθαίρετης ή αδικαιολόγητης διακριτικής μεταχείρισης μεταξύ των προϊόντων, των παρόχων υπηρεσιών ή των επενδυτών των συμβαλλόμενων μερών όταν επικρατούν παρόμοιες συνθήκες, ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν θεωρείται ότι εμποδίζει τη λήψη ή την εφαρμογή από τα συμβαλλόμενα μέρη μέτρων που είναι αναγκαία για την ασφαλή λειτουργία των σχετικών δικτύων παροχής ενέργειας ή την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού.

ΑΡΘΡΟ 7.7

Εφαρμογή και συνεργασία

1.    Στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου, η οποία ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 16.1 (Επιτροπή Εμπορίου), τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται και ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τα θέματα που συνδέονται με την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου. Μέσω απόφασης στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να θεσπίζουν κατάλληλα μέτρα εφαρμογής για αυτόν τον σκοπό και να ενημερώνουν το παρόν κεφάλαιο όποτε κρίνεται σκόπιμο.

2.    Η συνεργασία μπορεί να περιλαμβάνει:

α)    την ανταλλαγή πληροφοριών, κανονιστικών εμπειριών και βέλτιστων πρακτικών σε τομείς όπως:

i)    ο σχεδιασμός και η αμερόληπτη εφαρμογή των μέτρων για την προώθηση της αξιοποίησης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές·

ii)    η δέσμευση και η αποθήκευση άνθρακα·

iii)    τα έξυπνα δίκτυα·


iv)    η ενεργειακή απόδοση· ή

v)    οι τεχνικοί κανονισμοί, πρότυπα και διαδικασίες εκτίμησης της συμμόρφωσης, όπως αυτές που αφορούν τις απαιτήσεις του κώδικα δικτύου·

β)    την προώθηση της σύγκλισης, μεταξύ άλλων σε συναφή περιφερειακά φόρουμ, των εγχώριων ή περιφερειακών τεχνικών κανονισμών, ρυθμιστικών εννοιών, προτύπων, απαιτήσεων και διαδικασιών εκτίμησης της συμμόρφωσης με τα διεθνή πρότυπα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΚΤΩ

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ, ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ A

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 8.1

Στόχος και πεδίο εφαρμογής

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη, επαναβεβαιώνοντας τις αντίστοιχες δεσμεύσεις τους που απορρέουν από τη συμφωνία ΠΟΕ, ορίζουν τις αναγκαίες ρυθμίσεις για τη σταδιακή αμοιβαία απελευθέρωση των συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών, της εγκατάστασης και του ηλεκτρονικού εμπορίου.


2.    Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, το παρόν κεφάλαιο:

α)    δεν ισχύει για τις επιδοτήσεις ή τις επιχορηγήσεις που παρέχει ένα συμβαλλόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των δανείων, εγγυήσεων και ασφαλίσεων με κρατική υποστήριξη·

β)    δεν ισχύει για τις υπηρεσίες που παρέχονται κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας στα αντίστοιχα εδάφη των συμβαλλόμενων μερών. Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως υπηρεσία που παρέχεται κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας νοείται κάθε υπηρεσία πλην αυτών που παρέχονται σε εμπορική βάση ή ανταγωνιστικά σε σχέση με έναν ή περισσότερους παρόχους υπηρεσιών·

γ)    δεν απαιτεί την ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων· και/ή

δ)    δεν ισχύει για νόμους, κανονισμούς ή όρους που διέπουν την προμήθεια από δημόσιους φορείς υπηρεσιών οι οποίες αγοράζονται για να χρησιμοποιηθούν από δημόσιες αρχές και όχι για να μεταπωληθούν στο εμπορικό κύκλωμα ή για να χρησιμοποιηθούν στην παροχή υπηρεσιών που προορίζονται για εμπορική πώληση.

3.    Kάθε συμβαλλόμενο μέρος διατηρεί το δικαίωμα ρύθμισης και θέσπισης νέων κανονιστικών ρυθμίσεων για την εκπλήρωση θεμιτών πολιτικών στόχων κατά τρόπο σύμφωνο με το παρόν κεφάλαιο.


4.    Το παρόν κεφάλαιο δεν ισχύει για μέτρα που αφορούν φυσικά πρόσωπα τα οποία επιζητούν πρόσβαση στην αγορά εργασίας ενός συμβαλλόμενου μέρους, ούτε για μέτρα που αφορούν θέματα σχετικά με την υπηκοότητα, τη διαμονή ή την απασχόληση σε μόνιμη βάση. Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν θεωρείται ότι εμποδίζει ένα συμβαλλόμενο μέρος να εφαρμόζει μέτρα για τη ρύθμιση της εισόδου ή της προσωρινής διαμονής φυσικών προσώπων του άλλου συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφός του, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που είναι αναγκαία για την προστασία της ακεραιότητας φυσικών προσώπων και την εξασφάλιση της ομαλής κυκλοφορίας αυτών διαμέσου των συνόρων του, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέτρα δεν εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να αναιρεί πλήρως ή μειώνει τα οφέλη 3 που απορρέουν για το άλλο συμβαλλόμενο μέρος βάσει των όρων του παρόντος κεφαλαίου.

ΑΡΘΡΟ 8.2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου:

α)    «άμεσοι φόροι»: ο όρος αυτός περιλαμβάνει το σύνολο των φόρων επί του συνολικού εισοδήματος, του συνολικού κεφαλαίου ή στοιχείων του εισοδήματος ή του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των φόρων επί των κερδών από τις μεταβιβάσεις κυριότητας, των φόρων περιουσίας, κληρονομιών και δωρεών και των φόρων επί των συνολικών ποσών μισθών ή αμοιβών που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις, καθώς και των φόρων ανατίμησης κεφαλαίου·

β)    «νομικό πρόσωπο»: κάθε νομική οντότητα που έχει δεόντως συσταθεί ή οργανωθεί, βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα η οποία ανήκει στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών, των οικονομικών συνασπισμών μεγάλων επιχειρήσεων, των προσωπικών εταιρειών, των κοινών επιχειρήσεων, των ατομικών επιχειρήσεων ή των ενώσεων·


γ)    «νομικό πρόσωπο της Ένωσης» ή «νομικό πρόσωπο της Σινγκαπούρης»:

i)    νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί σύμφωνα με τους νόμους, αντίστοιχα, της Ένωσης και/ή ενός από τα κράτη μέλη της Ένωσης ή της Σινγκαπούρης, και το οποίο έχει την καταστατική του έδρα, την κεντρική του διοίκηση 4 ή τον κύριο τόπο δραστηριοτήτων του στο έδαφος, αντίστοιχα, της Ένωσης ή της Σινγκαπούρης· ή

ii)    στην περίπτωση εγκατάστασης σύμφωνα με την παράγραφο δ) του άρθρου 8.8 (Ορισμοί), νομικό πρόσωπο που ανήκει ή ελέγχεται από φυσικά πρόσωπα, αντίστοιχα, των κρατών μελών της Ένωσης ή της Σινγκαπούρης ή, αντίστοιχα, από νομικά πρόσωπα της Ένωσης ή νομικά πρόσωπα της Σινγκαπούρης.

Σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο έχει μόνο την καταστατική έδρα ή την κεντρική του διοίκηση στο έδαφος της Ένωσης ή της Σινγκαπούρης δεν θεωρείται, αντίστοιχα, νομικό πρόσωπο της Ένωσης ή της Σινγκαπούρης, εκτός εάν συμμετέχει σε ουσιαστικές επιχειρηματικές δραστηριότητες 5 στο έδαφος, αντίστοιχα, της Ένωσης ή της Σινγκαπούρης.


Ένα νομικό πρόσωπο:

i)    «ανήκει» σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα της Ένωσης και/ή οποιουδήποτε κράτους μέλους της Ένωσης ή της Σινγκαπούρης εάν πάνω από το 50 % του μετοχικού κεφαλαίου του ανήκει κατά πλήρη κυριότητα σε πρόσωπα, αντίστοιχα, της Ένωσης και/ή οποιουδήποτε κράτους μέλους της Ένωσης ή της Σινγκαπούρης·

ii)    «ελέγχεται» από φυσικά ή νομικά πρόσωπα της Ένωσης και/ή οποιουδήποτε κράτους μέλους της Ένωσης ή της Σινγκαπούρης εάν αυτά έχουν το δικαίωμα να ορίζουν την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου του ή να διευθύνουν νομίμως τις δραστηριότητές του·

iii)    «συνδέεται» με άλλο πρόσωπο όταν ελέγχει ή ελέγχεται από το συγκεκριμένο άλλο πρόσωπο· ή όταν αυτό και το άλλο πρόσωπο ελέγχονται από το ίδιο πρόσωπο·

δ)    κατά παρέκκλιση του στοιχείου γ), οι ναυτιλιακές εταιρείες που ιδρύονται εκτός της Ένωσης και ελέγχονται από υπηκόους κράτους μέλους της Ένωσης καλύπτονται επίσης από την παρούσα συμφωνία εάν τα σκάφη τους έχουν νηολογηθεί σύμφωνα με την αντίστοιχη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους της Ένωσης και φέρουν τη σημαία κράτους μέλους της Ένωσης·

ε)    «μέτρο»: κάθε μέτρο που λαμβάνεται από ένα μέρος υπό μορφή νόμου, κανονισμού, κανόνα, διαδικασίας, απόφασης, διοικητικής πράξης ή υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή·

στ)    «μέτρα που θεσπίζονται ή διατηρούνται σε ισχύ από ένα μέρος»: μέτρα που λαμβάνονται από:

i)    κεντρικές, περιφερειακές ή τοπικές διοικήσεις και αρχές· ή


ii)    μη κυβερνητικούς φορείς κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που μεταβιβάζονται από κεντρικές, περιφερειακές ή τοπικές διοικήσεις και αρχές·

ζ)    «μέτρα που θεσπίζονται ή διατηρούνται από συμβαλλόμενο μέρος και αφορούν συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών»: ο όρος αυτός περιλαμβάνει τα μέτρα σε σχέση με:

i)    την αγορά, πληρωμή ή χρήση μιας υπηρεσίας·

ii)    όσον αφορά την παροχή μιας υπηρεσίας, τη δυνατότητα πρόσβασης και χρήσης υπηρεσιών για τις οποίες ένα συμβαλλόμενο μέρος απαιτεί την εν γένει διάθεσή τους στο κοινό· και

iii)    την παρουσία, συμπεριλαμβανομένης της εμπορικής παρουσίας, προσώπων ενός συμβαλλόμενου μέρους για την παροχή μιας υπηρεσίας στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους·

η)    «πίνακας συγκεκριμένων υποχρεώσεων»: ο όρος αυτός αναφέρεται, στην περίπτωση της Ένωσης, στο παράρτημα 8-A και τα προσαρτήματα αυτού και, στην περίπτωση της Σινγκαπούρης, στο παράρτημα 8-B και τα προσαρτήματα αυτού·

θ)    «χρήστης υπηρεσίας»: κάθε πρόσωπο που λαμβάνει ή χρησιμοποιεί μια υπηρεσία·

ι)    ο όρος «παροχή υπηρεσίας» περιλαμβάνει την παραγωγή, διανομή, εμπορική προώθηση, πώληση και παράδοση υπηρεσίας·


ια)    «υπηρεσία του άλλου συμβαλλόμενου μέρους»: μια υπηρεσία που παρέχεται:

i)    από ή στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ή, στην περίπτωση θαλάσσιων μεταφορών, από πλοίο που έχει νηολογηθεί βάσει της νομοθεσίας του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ή από πρόσωπο του άλλου συμβαλλόμενου μέρους το οποίο παρέχει την υπηρεσία μέσω της εκμετάλλευσης πλοίου και/ή της χρήσης του εν όλω ή εν μέρει· ή

ii)    στην περίπτωση παροχής μιας υπηρεσίας μέσω εμπορικής παρουσίας ή μέσω της παρουσίας φυσικών προσώπων, από πάροχο υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους·

ιβ)    «πάροχος υπηρεσιών»: κάθε πρόσωπο που παρέχει ή επιθυμεί να παράσχει μια υπηρεσία, μεταξύ άλλων μέσω της εγκατάστασης·

ιγ)    «συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών»: η παροχή μιας υπηρεσίας:

i)    από το έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους («διασυνοριακή»)·

ii)    στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους για χρήστη υπηρεσίας του άλλου συμβαλλόμενου μέρους («κατανάλωση στο εξωτερικό»)·

iii)    από πάροχο υπηρεσιών ενός συμβαλλομένου μέρους, μέσω εμπορικής παρουσίας, στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους («εμπορική παρουσία»)·

iv)    από πάροχο υπηρεσιών ενός συμβαλλόμενου μέρους, μέσω παρουσίας φυσικών προσώπων του εν λόγω μέρους, στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους («παρουσία φυσικών προσώπων»).


ΤΜΗΜΑ B

ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

ΑΡΘΡΟ 8.3

Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται για τα μέτρα των συμβαλλόμενων μερών που επηρεάζουν τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών όλων των τομέων, με τις παρακάτω εξαιρέσεις:

α)    οπτικοακουστικές υπηρεσίες·

β)    εθνικές θαλάσσιες ενδομεταφορές 6 · και

γ)    εθνικές και διεθνείς αεροπορικές υπηρεσίες, είτε τακτικές είτε έκτακτες, και υπηρεσίες που συνδέονται άμεσα με την άσκηση των δικαιωμάτων κυκλοφορίας, με εξαίρεση:

i)    τις υπηρεσίες επισκευής και συντήρησης αεροσκαφών, κατά τις οποίες ένα αεροσκάφος αποσύρεται από τη γραμμή·


ii)    την πώληση και διάθεση στο εμπόριο υπηρεσιών αερομεταφορών· και

iii)    τις υπηρεσίες σχετικά με το ηλεκτρονικό σύστημα κρατήσεων.

ΑΡΘΡΟ 8.4

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, ως «διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών» νοείται η παροχή υπηρεσίας:

α)    από το έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους· και

β)    στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους για χρήστη υπηρεσίας του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.

ΑΡΘΡΟ 8.5

Πρόσβαση στην αγορά

1.    Όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά μέσω διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών, κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στις υπηρεσίες και στους παρόχους υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους μεταχείριση όχι λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που προβλέπεται κατ’ εφαρμογή των όρων, περιορισμών και προϋποθέσεων που έχουν συμφωνηθεί και καθοριστεί στον πίνακα συγκεκριμένων υποχρεώσεών του.


2.    Σε τομείς στους οποίους αναλαμβάνονται υποχρεώσεις πρόσβασης στην αγορά, τα μέτρα τα οποία δεν θεσπίζονται ή δεν διατηρούνται από ένα συμβαλλόμενο μέρος είτε σε επίπεδο περιφερειακής υποδιαίρεσης είτε στο σύνολο του εδάφους του, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον πίνακα συγκεκριμένων υποχρεώσεών του, είναι τα εξής:

α)    περιορισμοί ως προς τον αριθμό των παρόχων υπηρεσιών, υπό μορφή αριθμητικών ποσοστώσεων, μονοπωλίων, αποκλειστικής παροχής υπηρεσιών ή απαίτησης για εξέταση των οικονομικών αναγκών 7 ·

β)    περιορισμοί ως προς τη συνολική αξία των συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών ή των στοιχείων ενεργητικού, υπό μορφή αριθμητικών ποσοστώσεων ή απαίτησης για εξέταση των οικονομικών αναγκών· και

γ)    περιορισμοί ως προς τον συνολικό αριθμό των συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών ή ως προς τη συνολική ποσότητα των παραγόμενων υπηρεσιών η οποία εκφράζεται σε καθορισμένες αριθμητικές μονάδες, υπό μορφή ποσοστώσεων ή απαίτησης για εξέταση των οικονομικών αναγκών 8 .


ΑΡΘΡΟ 8.6

Εθνική μεταχείριση

1.    Στους τομείς που περιλαμβάνονται στον πίνακα συγκεκριμένων υποχρεώσεών του και με την επιφύλαξη τυχόν όρων και περιορισμών που καθορίζονται σ' αυτόν, κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει σε υπηρεσίες και παρόχους υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, όσον αφορά όλα τα μέτρα που επηρεάζουν τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, μεταχείριση όχι λιγότερο ευνοϊκή από τη μεταχείριση που παρέχει στις δικές του ομοειδείς υπηρεσίες και παρόχους υπηρεσιών.

2.    Ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να πληροί την απαίτηση της παραγράφου 1 παρέχοντας σε υπηρεσίες και παρόχους υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους είτε τυπικά πανομοιότυπη μεταχείριση με αυτή που παρέχει στις δικές του ομοειδείς υπηρεσίες και παρόχους υπηρεσιών, είτε τυπικά διαφορετική μεταχείριση.

3.    Η τυπικά πανομοιότυπη ή η τυπικά διαφορετική μεταχείριση θεωρείται ότι είναι λιγότερο ευνοϊκή, εάν τροποποιεί τους όρους ανταγωνισμού υπέρ των υπηρεσιών ή παρόχων υπηρεσιών ενός συμβαλλόμενου μέρους, σε σύγκριση με ομοειδείς υπηρεσίες ή παρόχους υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.

4.    Οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται βάσει του παρόντος άρθρου δεν θεωρείται ότι επιβάλλουν σε οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος την υποχρέωση να αντισταθμίσει τυχόν εγγενή ανταγωνιστικά μειονεκτήματα που απορρέουν από τον εξωγενή χαρακτήρα των σχετικών υπηρεσιών ή παρόχων υπηρεσιών.


ΑΡΘΡΟ 8.7

Πίνακας συγκεκριμένων υποχρεώσεων

1.    Οι τομείς που απελευθερώνονται από ένα συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με το παρόν τμήμα και οι περιορισμοί πρόσβασης στην αγορά και εθνικής μεταχείρισης που εφαρμόζονται, μέσω επιφυλάξεων, σε υπηρεσίες και παρόχους υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους στους εν λόγω τομείς καθορίζονται στον πίνακα συγκεκριμένων υποχρεώσεών του.

2.    Κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να θεσπίζει μέτρα που εισάγουν νέες ή μεγαλύτερες διακρίσεις, όσον αφορά τις υπηρεσίες ή τους παρόχους υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, σε σχέση με τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις που έχει αναλάβει σύμφωνα με την παράγραφο 1.

ΤΜΗΜΑ Γ

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

ΑΡΘΡΟ 8.8

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)    «υποκατάστημα» νομικού προσώπου: ένας τόπος δραστηριοτήτων ή ένα νομικό πρόσωπο που δεν έχει διακριτή νομική προσωπικότητα και αποτελεί την προέκταση μητρικής οντότητας·


β)    «οικονομική δραστηριότητα»: κάθε δραστηριότητα οικονομικής φύσης εκτός από τις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας, δηλαδή δραστηριότητες που δεν πραγματοποιούνται σε εμπορική βάση ή στο πλαίσιο ανταγωνισμού με έναν ή περισσότερους οικονομικούς φορείς·

γ)    «επιχειρηματίας»: κάθε πρόσωπο ενός συμβαλλόμενου μέρους το οποίο επιχειρεί να ασκήσει ή ασκεί οικονομική δραστηριότητα μέσω εγκατάστασης 9 ·

δ)    «εγκατάσταση»:

i)    η σύσταση, αγορά ή διατήρηση νομικού προσώπου· ή

ii)    η δημιουργία ή διατήρηση υποκαταστήματος ή γραφείου αντιπροσωπείας,

με στόχο τη σύναψη ή τη διατήρηση διαρκών οικονομικών δεσμών στο έδαφος ενός συμβαλλομένου μέρους με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσίας·


ε)    «θυγατρική εταιρεία» νομικού προσώπου ενός συμβαλλόμενου μέρους: ένα νομικό πρόσωπο επί του οποίου ασκείται έλεγχος από άλλο νομικό πρόσωπο του ίδιου συμβαλλόμενου μέρους, σύμφωνα με την εγχώρια νομοθεσία του 10 .

ΑΡΘΡΟ 8.9

Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν τμήμα ισχύει για τα μέτρα που θεσπίζονται ή διατηρούνται σε ισχύ από τα συμβαλλόμενα μέρη και τα οποία επηρεάζουν την εγκατάσταση σε όλες τις οικονομικές δραστηριότητες, με τις ακόλουθες εξαιρέσεις:

α)    μεταλλεία, παραγωγή και επεξεργασία 11 πυρηνικών υλικών·

β)    παραγωγή ή εμπόριο όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού·

γ)    οπτικοακουστικές υπηρεσίες·


δ)    εθνικές θαλάσσιες ενδομεταφορές 12 · και

ε)    εθνικές και διεθνείς αεροπορικές υπηρεσίες, είτε τακτικές είτε έκτακτες, και υπηρεσίες που συνδέονται άμεσα με την άσκηση των δικαιωμάτων κυκλοφορίας, με εξαίρεση:

i)    τις υπηρεσίες επισκευής και συντήρησης αεροσκαφών, κατά τις οποίες ένα αεροσκάφος αποσύρεται από τη γραμμή·

ii)    την πώληση και διάθεση στο εμπόριο υπηρεσιών αερομεταφορών· και

iii)    τις υπηρεσίες σχετικά με το ηλεκτρονικό σύστημα κρατήσεων.

ΑΡΘΡΟ 8.10

Πρόσβαση στην αγορά

1.    Όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά μέσω εγκατάστασης, κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στις εγκαταστάσεις και στους επιχειρηματίες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους μεταχείριση όχι λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που προβλέπεται κατ’ εφαρμογή των όρων, περιορισμών και προϋποθέσεων που έχουν συμφωνηθεί και καθοριστεί στον πίνακα συγκεκριμένων υποχρεώσεών του.


2.    Σε τομείς στους οποίους αναλαμβάνονται υποχρεώσεις πρόσβασης στην αγορά, τα μέτρα τα οποία δεν θεσπίζονται ή δεν διατηρούνται από ένα συμβαλλόμενο μέρος είτε σε επίπεδο περιφερειακής υποδιαίρεσης είτε στο σύνολο του εδάφους του, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον πίνακα συγκεκριμένων υποχρεώσεών του, είναι τα εξής:

α)    περιορισμοί ως προς τον αριθμό των εγκαταστάσεων υπό μορφή αριθμητικών ποσοστώσεων, μονοπωλίων, κατ’ αποκλειστικότητα παροχής υπηρεσιών ή άλλων απαιτήσεων εγκατάστασης, όπως οι εξετάσεις των οικονομικών αναγκών·

β)    περιορισμοί ως προς τη συνολική αξία των συναλλαγών ή των στοιχείων ενεργητικού υπό μορφή αριθμητικών ποσοστώσεων ή απαίτησης για εξέταση των οικονομικών αναγκών·

γ)    περιορισμοί ως προς τον συνολικό αριθμό των συναλλαγών ή ως προς τη συνολική ποσότητα παραγωγής η οποία εκφράζεται σε καθορισμένες αριθμητικές μονάδες, υπό μορφή ποσοστώσεων ή απαίτησης για εξέταση των οικονομικών αναγκών 13 ·

δ)    περιορισμοί όσον αφορά τη συμμετοχή ξένου κεφαλαίου υπό μορφή ανώτατων ποσοστιαίων περιορισμών στις μετοχές που κατέχουν αλλοδαποί ή τη συνολική αξία μεμονωμένων ή συνολικών ξένων επενδύσεων·

ε)    μέτρα που επιβάλλουν περιορισμούς ή απαιτούν ειδικές μορφές νομικού προσώπου ή κοινής επιχείρησης μέσω των οποίων ένας επιχειρηματίας του άλλου συμβαλλόμενου μέρους μπορεί να ασκήσει οικονομική δραστηριότητα· και


στ)    περιορισμοί ως προς τον συνολικό αριθμό των φυσικών προσώπων, πλην των στελεχών και των ασκούμενων πτυχιούχων που αναφέρονται στο άρθρο 8.13 (Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί) 14 , που μπορούν να απασχολούνται σε ένα συγκεκριμένο τομέα ή να απασχολούνται από έναν επιχειρηματία και τα οποία είναι αναγκαία και άμεσα συνδεόμενα με τις επιδόσεις της οικονομικής δραστηριότητας, υπό μορφή αριθμητικών ποσοστώσεων ή απαίτησης για εξέταση των οικονομικών αναγκών.

ΑΡΘΡΟ 8.11

Εθνική μεταχείριση

1.    Στους τομείς που περιλαμβάνονται στον πίνακα συγκεκριμένων υποχρεώσεών του και με την επιφύλαξη τυχόν όρων και περιορισμών που καθορίζονται σ' αυτόν όσον αφορά όλα τα μέτρα που επηρεάζουν την εγκατάσταση 15 , κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει σε εγκαταστάσεις και επιχειρηματίες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους μεταχείριση όχι λιγότερο ευνοϊκή από τη μεταχείριση που παρέχει στις δικές του ομοειδείς εγκαταστάσεις και επιχειρηματίες.

2.    Ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να πληροί την απαίτηση της παραγράφου 1 παρέχοντας σε εγκαταστάσεις και επιχειρηματίες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους είτε τυπικά πανομοιότυπη μεταχείριση με αυτή που παρέχει στις δικές του ομοειδείς εγκαταστάσεις και επιχειρηματίες, είτε τυπικά διαφορετική μεταχείριση.


3.    Η τυπικά πανομοιότυπη ή η τυπικά διαφορετική μεταχείριση θεωρείται ότι είναι λιγότερο ευνοϊκή, εάν τροποποιεί τους όρους ανταγωνισμού υπέρ των εγκαταστάσεων ή επιχειρηματιών ενός συμβαλλόμενου μέρους, σε σύγκριση με ομοειδείς εγκαταστάσεις ή επιχειρηματίες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.

4.    Οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις που αναλαμβάνονται βάσει του παρόντος άρθρου δεν θεωρείται ότι επιβάλλουν σε οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος την υποχρέωση να αντισταθμίσει τυχόν εγγενή ανταγωνιστικά μειονεκτήματα που απορρέουν από τον εξωγενή χαρακτήρα των σχετικών εγκαταστάσεων ή επιχειρηματιών.

ΑΡΘΡΟ 8.12

Πίνακας συγκεκριμένων υποχρεώσεων

1.    Οι τομείς που απελευθερώνονται από ένα συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με το παρόν τμήμα και οι περιορισμοί πρόσβασης στην αγορά και εθνικής μεταχείρισης που εφαρμόζονται, μέσω επιφυλάξεων, σε εγκαταστάσεις και επιχειρηματίες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους στους εν λόγω τομείς καθορίζονται στον πίνακα συγκεκριμένων υποχρεώσεων του πρώτου συμβαλλόμενου μέρους.

2.    Κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να θεσπίζει μέτρα που εισάγουν νέες ή μεγαλύτερες διακρίσεις, όσον αφορά τις εγκαταστάσεις ή τους επιχειρηματίες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, σε σχέση με τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις που έχει αναλάβει σύμφωνα με την παράγραφο 1.


ΤΜΗΜΑ Δ

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ
ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ

ΑΡΘΡΟ 8.13

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

1.    Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται για τα μέτρα των συμβαλλόμενων μερών που αφορούν την είσοδο και την προσωρινή διαμονή στα αντίστοιχα εδάφη τους στελεχών, ασκούμενων πτυχιούχων και πωλητών επιχειρηματικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 8.1 (Στόχος και πεδίο εφαρμογής).

2.    Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος:

α)    «στελέχη»: φυσικά πρόσωπα που απασχολούνται από ένα νομικό πρόσωπο ενός συμβαλλόμενου μέρους, πλην μη κερδοσκοπικού οργανισμού, και τα οποία είναι αρμόδια για τη σύσταση ή τον κατάλληλο έλεγχο, διοίκηση και λειτουργία μιας εγκατάστασης.

Ο όρος «στελέχη» περιλαμβάνει επιχειρηματικούς επισκέπτες για σκοπούς εγκατάστασης οι οποίοι είναι αρμόδιοι για τη σύσταση μιας εγκατάστασης, καθώς και πρόσωπα μετατιθέμενα ενδοεταιρικά·


i)    «επιχειρηματικοί επισκέπτες για σκοπούς εγκατάστασης»: τα φυσικά πρόσωπα που εργάζονται σε ανώτερη θέση και τα οποία είναι αρμόδια για τη σύσταση μιας εγκατάστασης. Δεν συμμετέχουν σε άμεσες συναλλαγές με το ευρύ κοινό και δεν λαμβάνουν αμοιβή από πηγή εντός του συμβαλλόμενου μέρους υποδοχής· και

ii)    «πρόσωπα μετατιθέμενα ενδοεταιρικά»: τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούνταν από νομικό πρόσωπο ενός συμβαλλόμενου μέρους ή, στην περίπτωση επαγγελματιών που παρέχουν επιχειρηματικές υπηρεσίες, ήταν εταίροι σε αυτό τουλάχιστον επί ένα έτος και τα οποία μετατέθηκαν προσωρινά σε μια εγκατάσταση (η οποία μπορεί να είναι θυγατρική, υποκατάστημα ή επικεφαλής εταιρεία της επιχείρησης) στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Το οικείο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ανήκει σε μια από τις ακόλουθες κατηγορίες:

1)    εκτελεστικά στελέχη:

φυσικά πρόσωπα που απασχολούνται από νομικό πρόσωπο και τα οποία ασκούν διευθυντικά καθήκοντα της εγκατάστασης, έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, και τελούν υπό τη γενική εποπτεία ή τη διεύθυνση του διοικητικού συμβουλίου, των μετόχων της επιχείρησης ή άλλων αντίστοιχων παραγόντων. Τα εκτελεστικά στελέχη δεν ασκούν άμεσα καθήκοντα τα οποία σχετίζονται με την πραγματική παροχή της υπηρεσίας ή των υπηρεσιών του νομικού προσώπου·

2)    διευθυντικά στελέχη:

φυσικά πρόσωπα που απασχολούνται σε ανώτερη θέση από νομικό πρόσωπο και τα οποία ασκούν κατ’ εξοχήν διευθυντικά καθήκοντα στην εγκατάσταση, υπό τη γενική εποπτεία ή τη διεύθυνση ανώτερων εκτελεστικών στελεχών, του διοικητικού συμβουλίου, των μετόχων της επιχείρησης ή άλλων αντίστοιχων παραγόντων· στα καθήκοντά τους περιλαμβάνονται τα εξής:


αα)    η διοίκηση της επιχείρησης ή τμήματος ή υποδιαίρεσης αυτής·

ββ)    επιβλέπουν και ελέγχουν την εργασία άλλων υπαλλήλων με εποπτικές, τεχνικές ή διοικητικές αρμοδιότητες· και

γγ)    εξουσία να προσλαμβάνουν και να απολύουν προσωπικό ή να προτείνουν προσλήψεις, απολύσεις ή άλλες ενέργειες που αφορούν το προσωπικό·

3)    ειδικοί:

φυσικά πρόσωπα που απασχολούνται από νομικό πρόσωπο και τα οποία διαθέτουν ειδικές γνώσεις ή τεχνογνωσία που είναι απαραίτητες για την παραγωγή, τον ερευνητικό εξοπλισμό, τις τεχνικές γνώσεις ή τη διαχείριση της εγκατάστασης. Για την αξιολόγηση των εν λόγω γνώσεων λαμβάνονται υπόψη όχι μόνο οι γνώσεις που αφορούν ειδικά την εγκατάσταση, αλλά και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, κατά πόσον το εν λόγω πρόσωπο διαθέτει υψηλού επιπέδου προσόντα σε συνάρτηση με ένα είδος εργασίας ή επιχειρηματικής δραστηριότητας που απαιτεί ειδικές τεχνικές γνώσεις, συμπεριλαμβανομένης της ιδιότητας μέλους αναγνωρισμένου επαγγέλματος·

β)    «ασκούμενοι πτυχιούχοι»: φυσικά πρόσωπα που έχουν απασχοληθεί από νομικό πρόσωπο ενός συμβαλλόμενου μέρους τουλάχιστον επί ένα έτος, διαθέτουν πανεπιστημιακό πτυχίο και μετατίθενται προσωρινά σε μια εγκατάσταση στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, με σκοπό την επαγγελματική εξέλιξη ή την απόκτηση κατάρτισης σε επιχειρηματικές τεχνικές ή μεθόδους 16 ·


γ)    «πωλητές επιχειρηματικών υπηρεσιών»: φυσικά πρόσωπα που είναι αντιπρόσωποι παρόχου υπηρεσιών ενός συμβαλλόμενου μέρους και επιζητούν προσωρινή είσοδο στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, με σκοπό τη διαπραγμάτευση της πώλησης υπηρεσιών ή τη σύναψη συμφωνιών για την πώληση υπηρεσιών για τον εν λόγω πάροχο υπηρεσιών. Δεν συμμετέχουν στην πραγματοποίηση άμεσων πωλήσεων στο ευρύ κοινό και δεν λαμβάνουν αμοιβή από πηγή εντός του συμβαλλόμενου μέρους υποδοχής.

ΑΡΘΡΟ 8.14

Στελέχη και ασκούμενοι πτυχιούχοι

1.    Για κάθε τομέα που απελευθερώνεται σύμφωνα με το τμήμα Γ (Εγκατάσταση) και λαμβανομένων υπόψη τυχόν επιφυλάξεων που περιέχονται στον πίνακα συγκεκριμένων υποχρεώσεών του, κάθε συμβαλλόμενο μέρος επιτρέπει στους επιχειρηματίες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους να απασχολούν προσωρινά στην εγκατάστασή τους φυσικά πρόσωπα του εν λόγω άλλου μέρους, υπό την προϋπόθεση ότι οι υπάλληλοι αυτοί είναι στελέχη ή ασκούμενοι πτυχιούχοι, όπως ορίζονται στο άρθρο 8.13 (Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί). Η προσωρινή είσοδος και διαμονή επιτρέπεται για χρονική περίοδο έως τρία έτη για πρόσωπα μετατιθέμενα ενδοεταιρικά, ενενήντα ημέρες σε οποιαδήποτε δωδεκάμηνη περίοδο για τους επιχειρηματικούς επισκέπτες για σκοπούς εγκατάστασης, και ένα έτος για τους ασκούμενους πτυχιούχους. Για πρόσωπα μετατιθέμενα ενδοεταιρικά, η περίοδος αυτή μπορεί να παραταθεί έως δύο επιπλέον έτη, με την επιφύλαξη της εγχώριας νομοθεσίας 17 .


2.    Για κάθε τομέα που απελευθερώνεται σύμφωνα με το τμήμα Γ (Εγκατάσταση), τα μέτρα τα οποία δεν διατηρούνται ούτε θεσπίζονται από ένα συμβαλλόμενο μέρος, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον πίνακα συγκεκριμένων υποχρεώσεών του, ορίζονται ως περιορισμοί ως προς τον συνολικό αριθμό των φυσικών προσώπων που μπορεί να μεταθέτει ένας επιχειρηματίας ως στελέχη ή ως ασκούμενους πτυχιούχους σε έναν συγκεκριμένο τομέα υπό μορφή αριθμητικών ποσοστώσεων ή απαίτησης για εξέταση των οικονομικών αναγκών και ως περιορισμοί που εισάγουν διακρίσεις.

ΑΡΘΡΟ 8.15

Πωλητές επιχειρηματικών υπηρεσιών

Για κάθε τομέα που απελευθερώνεται σύμφωνα με το τμήμα Β (Διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών) ή το τμήμα Γ (Εγκατάσταση) και λαμβανομένων υπόψη τυχόν επιφυλάξεων που περιέχονται στον πίνακα συγκεκριμένων υποχρεώσεών του, κάθε συμβαλλόμενο μέρος επιτρέπει την προσωρινή είσοδο και διαμονή πωλητών επιχειρηματικών υπηρεσιών για διάστημα έως και ενενήντα ημερών σε οποιαδήποτε δωδεκάμηνη περίοδο 18 .


ΤΜΗΜΑ E

ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 1

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

ΑΡΘΡΟ 8.16

Αμοιβαία αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων

1.    Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει ένα συμβαλλόμενο μέρος να απαιτεί από τα φυσικά πρόσωπα να διαθέτουν τα αναγκαία προσόντα και/ή την επαγγελματική πείρα που καθορίζονται στο έδαφος στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία, για τον συγκεκριμένο τομέα ή δραστηριότητα.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη ενθαρρύνουν τους σχετικούς επαγγελματικούς φορείς στα αντίστοιχα εδάφη τους να αναπτύξουν και να υποβάλουν μια κοινή σύσταση σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση στην επιτροπή εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών, των επενδύσεων και των δημοσίων συμβάσεων, η οποία ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 16.2 (Ειδικές επιτροπές). Η σύσταση αυτή πρέπει να τεκμηριώνεται με στοιχεία σχετικά με:

α)    την οικονομική αξία μιας ενδεχόμενης συμφωνίας για την αμοιβαία αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (εφεξής «συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης»)· και


β)    τη συμβατότητα των αντίστοιχων συστημάτων, δηλαδή τον βαθμό στον οποίο τα κριτήρια που εφαρμόζονται από κάθε συμβαλλόμενο μέρος για την έγκριση, την έκδοση αδειών, τη λειτουργία και την πιστοποίηση των επιχειρηματιών και των παρόχων υπηρεσιών είναι συμβατά μεταξύ τους.

3.    Μετά την παραλαβή μιας κοινής σύστασης, η επιτροπή εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών, των επενδύσεων και των δημοσίων συμβάσεων εξετάζει, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, την κοινή σύσταση με σκοπό να καθορίσει κατά πόσον είναι σύμφωνη με την παρούσα συμφωνία.

4.    Όταν, με βάση τις πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 2, διαπιστωθεί ότι η σύσταση είναι σύμφωνη με την παρούσα συμφωνία, τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διαπραγματευτούν, μέσω των αρμόδιων αρχών τους ή των εκπροσώπων που έχουν οριστεί από ένα συμβαλλόμενο μέρος, μια συμφωνία αμοιβαίας αναγνώρισης.

ΑΡΘΡΟ 8.17

Διαφάνεια

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ανταποκρίνεται αμέσως σε όλα τα αιτήματα που υποβάλλονται από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος για συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα γενικής εφαρμογής ή τις διεθνείς συμφωνίες που αφορούν ή επηρεάζουν το παρόν κεφάλαιο. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δημιουργεί επίσης ένα ή περισσότερα κέντρα πληροφόρησης σύμφωνα με το άρθρο 13.4 (Πληροφορίες και σημεία επαφής) με στόχο την παροχή, κατόπιν σχετικού αιτήματος, συγκεκριμένων πληροφοριών σε επιχειρηματίες και παρόχους υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σχετικά με όλα αυτά τα ζητήματα.


ΥΠΟΤΜΗΜΑ 2

ΕΓΧΩΡΙΕΣ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 8.18

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

1.    Το παρόν υποτμήμα εφαρμόζεται για τα μέτρα των συμβαλλόμενων μερών που αφορούν τις απαιτήσεις και τις διαδικασίες έκδοσης αδειών ή τις απαιτήσεις και τις διαδικασίες πρόκρισης οι οποίες επηρεάζουν:

α)    τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, όπως ορίζεται στο άρθρο 8.4 (Ορισμοί)·

β)    την εγκατάσταση στο έδαφός τους νομικών και φυσικών προσώπων, όπως ορίζεται στο άρθρο 8.8 (Ορισμοί)·

γ)    την προσωρινή διαμονή φυσικών προσώπων στο έδαφός τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 8.13 (Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί).

2.    Οι παρούσες διατάξεις ισχύουν μόνο για τους τομείς για τους οποίους ένα συμβαλλόμενο μέρος έχει αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις και στον βαθμό που ισχύουν οι εν λόγω συγκεκριμένες υποχρεώσεις.

3.    Οι παρούσες διατάξεις δεν ισχύουν για μέτρα στον βαθμό που τα μέτρα συνιστούν περιορισμούς, όπως ορίζεται στα άρθρα 8.5 (Πρόσβαση στην αγορά) και 8.10 (Πρόσβαση στην αγορά) και/ή στα άρθρα 8.6 (Εθνική μεταχείριση) και 8.11 (Εθνική μεταχείριση).


4.    Για τους σκοπούς του παρόντος υποτμήματος:

α)    «αρμόδιες αρχές» είναι κάθε κεντρική, περιφερειακή ή τοπική διοίκηση και αρχή ή μη κυβερνητικός φορέας κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που μεταβιβάζονται από κεντρικές ή περιφερειακές ή τοπικές διοικήσεις ή αρχές, που λαμβάνει απόφαση σχετικά με την έγκριση για την παροχή μιας υπηρεσίας, μεταξύ άλλων μέσω εγκατάστασης, ή σχετικά με την έγκριση για την άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας εκτός των υπηρεσιών·

β)    «διαδικασίες έκδοσης αδειών» είναι οι διοικητικοί ή διαδικαστικοί κανόνες τους οποίους πρέπει να ακολουθεί ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο ζητεί έγκριση για την παροχή μιας υπηρεσίας ή την άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας εκτός των υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων η τροποποίηση ή ανανέωση μιας άδειας, προκειμένου να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις έκδοσης αδειών·

γ)    «απαιτήσεις έκδοσης αδειών» είναι οι ουσιαστικές απαιτήσεις, εκτός από τις απαιτήσεις πρόκρισης, με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνεται ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο προκειμένου να λάβει, να τροποποιήσει ή ανανεώσει την έγκριση για την παροχή μιας υπηρεσίας ή την άσκηση μιας οικονομικής δραστηριότητας εκτός των υπηρεσιών·

δ)    «διαδικασίες πρόκρισης» είναι οι διοικητικοί ή διαδικαστικοί κανόνες τους οποίους πρέπει να ακολουθεί ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο προκειμένου να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις πρόκρισης, ώστε να λάβει έγκριση για την παροχή μιας υπηρεσίας·

ε)    «απαιτήσεις πρόκρισης» είναι οι ουσιαστικές απαιτήσεις που σχετίζονται με την ικανότητα ενός φυσικού προσώπου να παρέχει μια υπηρεσία, και η εκπλήρωση των οποίων είναι απαραίτητη για τη χορήγηση έγκρισης για την παροχή μιας υπηρεσίας.


ΑΡΘΡΟ 8.19

Προϋποθέσεις για την έκδοση αδειών και την πρόκριση

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι τα μέτρα που αφορούν τις απαιτήσεις και τις διαδικασίες έκδοσης αδειών καθώς και τις απαιτήσεις και τις διαδικασίες πρόκρισης βασίζονται σε κριτήρια τα οποία είναι:

α)    σαφή·

β)    αντικειμενικά και διαφανή· και

γ)    προκαθορισμένα και προσβάσιμα στο κοινό και τους ενδιαφερομένους.

2.    Με την επιφύλαξη της διαθεσιμότητας, η έγκριση ή η άδεια χορηγείται αμέσως μόλις αποδειχθεί, βάσει κατάλληλης εξέτασης, ότι πληρούνται οι σχετικοί όροι.

3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη διατηρούν ή ιδρύουν τακτικά, διαιτητικά ή διοικητικά δικαστήρια ή διαδικασίες που εξασφαλίζουν, κατόπιν αιτήματος θιγόμενου επιχειρηματία ή παρόχου υπηρεσιών, ταχεία επανεξέταση των διοικητικών αποφάσεων που επηρεάζουν την εγκατάσταση, τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών ή την προσωρινή διαμονή φυσικών προσώπων για επιχειρηματικούς σκοπούς και, εφόσον δικαιολογείται, την επιβολή των κατάλληλων μέτρων αποκατάστασης του εμπορίου. Στις περιπτώσεις που οι εν λόγω διαδικασίες δεν είναι ανεξάρτητες από την υπηρεσία στην οποία έχει ανατεθεί η σχετική διοικητική απόφαση, κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι οι εν λόγω διαδικασίες όντως παρέχουν δυνατότητα αντικειμενικής και αμερόληπτης επανεξέτασης.


Η παρούσα παράγραφος δεν θεωρείται ότι επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη την υποχρέωση να προβαίνουν στη σύσταση των εν λόγω δικαστηρίων ή στη θέσπιση των σχετικών διαδικασιών, σε περίπτωση που αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματική δομή τους ή τη φύση του νομικού τους συστήματος.

ΑΡΘΡΟ 8.20

Διαδικασίες έκδοσης αδειών και πρόκρισης

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οι διαδικασίες και οι διατυπώσεις για την έκδοση αδειών και την πρόκριση είναι όσο το δυνατόν πιο απλές και δεν περιπλέκουν ούτε καθυστερούν αδικαιολόγητα την παροχή της υπηρεσίας. Τα τέλη για την έκδοση αδειών 19 που ενδέχεται να προκύπτουν για τους αιτούντες από την αίτησή τους πρέπει να είναι εύλογα και να μην περιορίζουν από μόνα τους την παροχή της υπηρεσίας.

2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οι διαδικασίες που εφαρμόζονται από την αρμόδια αρχή όσον αφορά την έκδοση αδειών ή την έγκριση, καθώς και οι σχετικές αποφάσεις της εν λόγω αρχής, είναι αντικειμενικές και ισχύουν έναντι όλων των αιτούντων. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να λαμβάνει την απόφασή της κατά τρόπο ανεξάρτητο και να μην είναι υπόλογη σε κανέναν πάροχο των υπηρεσιών για τις οποίες απαιτείται η άδεια ή η έγκριση.

3.    Όταν υπάρχουν συγκεκριμένες προθεσμίες για τις αιτήσεις, ο αιτών πρέπει να διαθέτει εύλογο χρονικό διάστημα για την υποβολή της αίτησης. Η αρμόδια αρχή κινεί την επεξεργασία αίτησης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Εφόσον είναι δυνατόν, οι αιτήσεις θα πρέπει να γίνονται αποδεκτές σε ηλεκτρονική μορφή με τους ίδιους όρους γνησιότητας που ισχύουν για την υποβολή σε έντυπη μορφή.


4.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει την ολοκλήρωση της επεξεργασίας μιας αίτησης, συμπεριλαμβανομένης της τελικής απόφασης, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την υποβολή της πλήρους αίτησης. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος φροντίζει να καθορίσει ένα κανονικό χρονικό πλαίσιο για τη επεξεργασία μιας αίτησης.

5.    Μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά την παραλαβή αίτησης την οποία θεωρεί ελλιπή, η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον αιτούντα, στο μέτρο του δυνατού, προκειμένου να προσδιορίσει τα συμπληρωματικά στοιχεία που απαιτούνται για τη συμπλήρωση της αίτησης, και του παρέχει τη δυνατότητα να διορθώσει τις ελλείψεις.

6.    Εφόσον είναι δυνατόν, θα πρέπει να γίνονται δεκτά επικυρωμένα αντίγραφα αντί των πρωτότυπων εγγράφων.

7.    Εάν μια αίτηση απορριφθεί από την αρμόδια αρχή, ο αιτών ενημερώνεται εγγράφως και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Καταρχήν, ο αιτών θα πρέπει επίσης να ενημερώνεται, κατόπιν σχετικού αιτήματος, για τους λόγους απόρριψης της αίτησης, καθώς και για το χρονικό περιθώριο για προσφυγή κατά της απόφασης. Ανάλογα με την περίπτωση, οι αιτούντες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν νέα αίτηση εντός εύλογης προθεσμίας.

8.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι μια άδεια ή έγκριση, εφόσον χορηγηθεί, τίθεται σε ισχύ χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτήν.


ΥΠΟΤΜΗΜΑ 3

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ

ΑΡΘΡΟ 8.21

Υπηρεσίες πληροφορικής

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη προσχωρούν στο μνημόνιο συμφωνίας που ορίζεται στις ακόλουθες παραγράφους σε ό,τι αφορά την απελευθέρωση των υπηρεσιών πληροφορικής σύμφωνα με τα τμήματα Β (Διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών), Γ (Εγκατάσταση) και Δ (Προσωρινή παρουσία φυσικών προσώπων για επιχειρηματικούς σκοπούς).

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη θεωρούν ότι ο CPC 20 84, o κωδικός των Ηνωμένων Εθνών που χρησιμοποιείται για την περιγραφή υπηρεσιών πληροφορικής και συναφών υπηρεσιών, καλύπτει όλες τις υπηρεσίες πληροφορικής και τις συναφείς υπηρεσίες. Οι τεχνολογικές εξελίξεις έχουν οδηγήσει στην αυξημένη προσφορά των εν λόγω υπηρεσιών με τη μορφή δέσμης ή πακέτου συναφών υπηρεσιών που μπορούν να περιλαμβάνουν ορισμένες ή όλες τις βασικές λειτουργίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3. Παραδείγματος χάρη, υπηρεσίες όπως οι ξένιες υπηρεσίες στον ιστό, οι υπηρεσίες άντλησης δεδομένων και οι τεχνολογίες πλέγματος συνιστούν η καθεμία συνδυασμό των βασικών λειτουργιών υπηρεσιών πληροφορικής.


3.    Οι υπηρεσίες πληροφορικής και οι συναφείς υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το αν παρέχονται μέσω δικτύου, συμπεριλαμβανομένου του διαδικτύου, περιλαμβάνουν όλες τις υπηρεσίες που παρέχουν οτιδήποτε από τα ακόλουθα ή οποιονδήποτε συνδυασμό αυτών:

α)    συμβουλές, προσαρμογή, στρατηγική, ανάλυση, σχεδιασμό, εξειδίκευση, μελέτη, ανάπτυξη, εγκατάσταση, εφαρμογή, ολοκλήρωση, δοκιμή, διόρθωση σφαλμάτων, ενημέρωση, υποστήριξη, τεχνική βοήθεια ή διαχείριση υπολογιστών ή συστημάτων υπολογιστών·

β)    συμβουλές, στρατηγική, ανάλυση, σχεδιασμό, εξειδίκευση, μελέτη, ανάπτυξη, εγκατάσταση, εφαρμογή, ολοκλήρωση, δοκιμή, διόρθωση σφαλμάτων, αναβάθμιση, προσαρμογή, συντήρηση, υποστήριξη, τεχνική βοήθεια, διαχείριση ή χρήση λογισμικού 21 ·

γ)    επεξεργασία δεδομένων, αποθήκευση δεδομένων, ξενισμό δεδομένων ή υπηρεσίες βάσης δεδομένων·

δ)    υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής μηχανημάτων και εξοπλισμού γραφείου, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών υπολογιστών· και

ε)    υπηρεσίες κατάρτισης για το προσωπικό πελατών, οι οποίες συνδέονται με λογισμικό, υπολογιστές ή συστήματα υπολογιστών και δεν ταξινομούνται κάπου αλλού.


4.    Τα συμβαλλόμενα μέρη θεωρούν ότι, σε πολλές περιπτώσεις, οι υπηρεσίες πληροφορικής και οι συναφείς υπηρεσίες καθιστούν εφικτή την παροχή άλλων υπηρεσιών 22 , τόσο με ηλεκτρονικά όσο και με άλλα μέσα. Ωστόσο, σε αυτές τις περιπτώσεις, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των υπηρεσιών πληροφορικής και των συναφών υπηρεσιών (π.χ. φιλοξενία ιστοσελίδων ή φιλοξενία εφαρμογών) και των άλλων υπηρεσιών 23 η παροχή των οποίων καθίσταται εφικτή μέσω των υπηρεσιών πληροφορικής και των συναφών υπηρεσιών. Οι άλλες υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το κατά πόσον καθίστανται εφικτές μέσω των υπηρεσιών πληροφορικής και των συναφών υπηρεσιών, δεν καλύπτονται από τον CPC 84.

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 4

ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

ΑΡΘΡΟ 8.22

Πρόληψη αντιανταγωνιστικών πρακτικών στον τομέα των ταχυδρομείων 24

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει ή διατηρεί κατάλληλα μέτρα 25 με σκοπό να αποτρέψει τους παρόχους ταχυδρομικών υπηρεσιών που, μόνοι τους ή από κοινού, αποτελούν κύριους παρόχους ταχυδρομικών υπηρεσιών στην αντίστοιχη αγορά, από την καθιέρωση ή τη συνέχιση αντιανταγωνιστικών πρακτικών.


ΑΡΘΡΟ 8.23

Ανεξαρτησία των ρυθμιστικών φορέων

Οι ρυθμιστικοί φορείς είναι διακριτοί από οποιονδήποτε πάροχο ταχυδρομικών υπηρεσιών και δεν είναι υπόλογοι στους εν λόγω παρόχους. Οι αποφάσεις των ρυθμιστικών αρχών και οι διαδικασίες που εφαρμόζονται από αυτές είναι αντικειμενικές και ισχύουν έναντι όλων των συμμετεχόντων στην αγορά.

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 5

ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

ΑΡΘΡΟ 8.24

Πεδίο εφαρμογής

1.    Το παρόν υποτμήμα εφαρμόζεται για τα μέτρα που αφορούν τις συναλλαγές στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και καθορίζει τις αρχές του κανονιστικού πλαισίου που διέπει τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, οι οποίες απελευθερώνονται σύμφωνα με τα τμήματα Β έως Δ.

2.    Το παρόν υποτμήμα δεν εφαρμόζεται για μέτρα που θεσπίζονται ή διατηρούνται από ένα συμβαλλόμενο μέρος και τα οποία αφορούν την καλωδιακή ή ραδιοκυματική διανομή ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών προγραμμάτων.


3.    Καμία διάταξη του παρόντος υποτμήματος δεν θεωρείται ότι:

α)    απαιτεί από ένα συμβαλλόμενο μέρος να εξουσιοδοτήσει έναν πάροχο υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους προκειμένου να εγκαταστήσει, να κατασκευάσει, να αποκτήσει, να μισθώσει, να θέσει σε λειτουργία ή να παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες μεταφοράς τηλεπικοινωνιών, εκτός εάν προβλέπεται στον πίνακα συγκεκριμένων υποχρεώσεων του εν λόγω μέρους· ή

β)    απαιτεί από ένα συμβαλλόμενο μέρος, ή απαιτεί από ένα συμβαλλόμενο μέρος να υποχρεώσει οποιονδήποτε πάροχο υπηρεσιών, προκειμένου να εγκαταστήσει, να κατασκευάσει, να αποκτήσει, να μισθώσει, να θέσει σε λειτουργία ή να παρέχει δίκτυα ή υπηρεσίες μεταφοράς τηλεπικοινωνιών, όταν τα εν λόγω δίκτυα ή υπηρεσίες δεν διατίθενται εν γένει στο κοινό.

4.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να επιβάλλει, να διατηρεί, να τροποποιεί ή να καταργεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των παρόχων υπηρεσιών που προβλέπονται στα άρθρα 8.26 (Πρόσβαση και χρήση των δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων και υπηρεσιών), 8.28 (Διασύνδεση), 8.29 (Διασύνδεση με κύριους παρόχους), 8.30 (Συμπεριφορά κύριων παρόχων), 8.32 (Αδεσμοποίητα στοιχεία δικτύου), 8.33 (Συντοπισμός), 8.34 (Μεταπώληση), 8.35 (Κοινή χρήση εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνίας), 8.36 (Παροχή υπηρεσιών μίσθωσης κυκλωμάτων) και 8.38 (Σταθμοί απόληξης υποθαλάσσιων καλωδίων) κατά τρόπο που να συνάδει με την εγχώρια νομοθεσία και τις εσωτερικές διαδικασίες που ρυθμίζουν τις αγορές τηλεπικοινωνιών του εν λόγω μέρους. Για την Ένωση, οι εν λόγω διαδικασίες θα συνεπάγονται την ανάλυση από τις ρυθμιστικές αρχές της Ένωσης των σχετικών αγορών προϊόντων και υπηρεσιών που προβλέπει η συναφής ενωσιακή νομοθεσία, τον καθορισμό ενός παρόχου υπηρεσιών ως κατέχοντος σημαντική ισχύ στην αγορά και την απόφαση από τις ρυθμιστικές αρχές, με βάση την ανάλυση αυτή, σχετικά με την επιβολή, τη διατήρηση, την τροποποίηση ή την κατάργηση των εν λόγω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.


ΑΡΘΡΟ 8.25

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος υποτμήματος ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)    «υπηρεσία ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων»: η αδιάλειπτη αλυσίδα μετάδοσης μέσω ενσύρματων ή ασύρματων μέσων, ανεξάρτητα από τη γεωγραφική θέση της αρχικής μετάδοσης, που απαιτείται για τη λήψη και/ή παρουσίαση ηχητικών και/ή οπτικών σημάτων προγράμματος από το σύνολο ή οποιοδήποτε τμήμα του κοινού, αλλά δεν καλύπτει τις ζεύξεις συνεισφοράς μεταξύ ραδιοτηλεοπτικών φορέων·

β)    «τελικός χρήστης»: ο καταναλωτής ή ο πάροχος υπηρεσιών στον οποίο παρέχεται ένα δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο ή υπηρεσία, που δεν προορίζεται για χρήση με σκοπό την περαιτέρω παροχή ενός δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου ή υπηρεσίας·

γ)    «βασικές εγκαταστάσεις»: οι εγκαταστάσεις δημόσιου δικτύου ή υπηρεσίας μεταφοράς τηλεπικοινωνιών που:

i)    παρέχονται αποκλειστικά ή κυρίως από έναν και μόνο πάροχο ή από περιορισμένο αριθμό παρόχων· και

ii)    δεν είναι δυνατόν να αντικατασταθούν από οικονομική ή τεχνική άποψη για την παροχή υπηρεσίας·


δ)    «διασύνδεση»: η σύνδεση με παρόχους που παρέχουν δημόσια δίκτυα ή υπηρεσίες μεταφοράς τηλεπικοινωνιών, ώστε να επιτρέπεται στους χρήστες ενός παρόχου να επικοινωνούν με τους χρήστες κάποιου άλλου παρόχου και να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που παρέχει κάποιος άλλος πάροχος·

ε)    «κύριος πάροχος»: ένας πάροχος δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών ο οποίος έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει σημαντικά τους όρους συμμετοχής, ως προς τις τιμές και την προσφορά, στη σχετική αγορά δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών, ως αποτέλεσμα:

i)    του ελέγχου βασικών εγκαταστάσεων· ή

ii)    της χρήσης της θέσης του στην αγορά·

στ)    «αμερόληπτη»: η μεταχείριση που δεν είναι λιγότερο ευνοϊκή από εκείνη που παρέχεται σε οποιονδήποτε άλλο χρήστη ομοειδών δημόσιων δικτύων ή υπηρεσιών μεταφοράς τηλεπικοινωνιών υπό παρόμοιες συνθήκες·

ζ)    «φορητότητα αριθμού»: η ικανότητα των τελικών χρηστών δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών να διατηρούν, στην ίδια τοποθεσία, υφιστάμενους αριθμούς τηλεφώνου χωρίς να υποβαθμίζεται η ποιότητα, η αξιοπιστία ή η ευκολία χρήσης όταν οι χρήστες αλλάζουν πάροχο ανάμεσα σε ομοειδείς παρόχους δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών·

η)    «δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο»: ένα τηλεπικοινωνιακό δίκτυο που απαιτείται από ένα συμβαλλόμενο μέρος προκειμένου να παρέχει δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες μεταξύ καθορισμένων σημείων απόληξης δικτύου·


θ)    «δημόσια τηλεπικοινωνιακή υπηρεσία»: κάθε τηλεπικοινωνιακή υπηρεσία για την οποία ένα συμβαλλόμενο μέρος απαιτεί, ρητώς ή στην πράξη, την εν γένει διάθεσή της στο κοινό·

ι)    «σταθμοί απόληξης υποθαλάσσιων καλωδίων»: οι χώροι και τα κτίρια όπου φτάνουν και καταλήγουν διεθνή υποθαλάσσια καλώδια, τα οποία συνδέονται σε συνδέσεις οπισθόζευξης·

ια)    «τηλεπικοινωνίες»: η μετάδοση και λήψη σημάτων μέσω ηλεκτρομαγνητικών μέσων·

ιβ)    «τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες»: όλες οι υπηρεσίες που αποτελούνται από τη μετάδοση και λήψη ηλεκτρομαγνητικών σημάτων, οι οποίες ωστόσο δεν περιλαμβάνουν την υπηρεσία ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων και την οικονομική δραστηριότητα που συνίσταται στην παροχή περιεχομένου το οποίο απαιτεί τηλεπικοινωνίες για τη μεταφορά του· και

ιγ)    «ρυθμιστικός φορέας τηλεπικοινωνιών»: ο εθνικός φορέας ή φορείς που είναι επιφορτισμένοι με τη ρύθμιση των τηλεπικοινωνιών.

ΑΡΘΡΟ 8.26

Πρόσβαση σε δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και υπηρεσίες και χρησιμοποίηση αυτών

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι όλοι οι πάροχοι υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους έχουν πρόσβαση και μπορούν να χρησιμοποιούν οποιοδήποτε δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο και υπηρεσία, συμπεριλαμβανομένων ιδιωτικών μισθωμένων κυκλωμάτων, τα οποία προσφέρονται στο έδαφός του ή διαμέσου των συνόρων του με εύλογους, αμερόληπτους και διαφανείς όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3.


2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι οι εν λόγω πάροχοι υπηρεσιών επιτρέπεται:

α)    να αγοράζουν ή να μισθώνουν και να προσαρτούν τερματικό ή άλλο εξοπλισμό που έρχεται σε διεπαφή με το δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο·

β)    να διασυνδέουν ιδιωτικά μισθωμένα ή ιδιόκτητα κυκλώματα με δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και υπηρεσίες στο έδαφός του ή διαμέσου των συνόρων του, ή με κυκλώματα που μισθώνονται ή ανήκουν σε άλλους παρόχους υπηρεσιών· και

γ)    να χρησιμοποιούν πρωτόκολλα λειτουργίας της επιλογής τους, εκτός αυτών που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζεται η εν γένει διαθεσιμότητα τηλεπικοινωνιακών δικτύων και υπηρεσιών στο κοινό.

3.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι όλοι οι πάροχοι υπηρεσιών των άλλου συμβαλλόμενου μέρους έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και υπηρεσίες για τη μεταφορά πληροφοριών στο έδαφός του ή διαμέσου των συνόρων του με σκοπό, μεταξύ άλλων, τις ενδοεπιχειρησιακές επικοινωνίες των εν λόγω παρόχων υπηρεσιών και την πρόσβαση σε πληροφορίες που περιέχονται σε βάσεις δεδομένων ή που είναι κατ' άλλον τρόπο αποθηκευμένες σε αναγνώσιμη από μηχανή μορφή στο έδαφος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών. Τα νέα ή τροποποιημένα μέτρα ενός συμβαλλόμενου μέρους τα οποία επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό την εν λόγω χρήση γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος και αποτελούν αντικείμενο διαβουλεύσεων.

ΑΡΘΡΟ 8.27

Εμπιστευτικότητα των πληροφοριών

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος κατοχυρώνει το απόρρητο των τηλεπικοινωνιών και των συναφών δεδομένων κίνησης μέσω οποιουδήποτε δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου ή υπηρεσίας, χωρίς να περιορίζει τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών.


ΑΡΘΡΟ 8.28

Διασύνδεση 26

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι κάθε πάροχος υπηρεσιών που έχει λάβει άδεια για να παρέχει δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή υπηρεσίες έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να διαπραγματεύεται τη διασύνδεση με άλλους παρόχους δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών. Η διασύνδεση θα πρέπει να συμφωνείται βάσει εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των οικείων μερών.

2.    Οι ρυθμιστικές αρχές εξασφαλίζουν ότι οι πάροχοι που αποκτούν πληροφορίες από κάποια άλλη επιχείρηση κατά τη διάρκεια διαδικασίας διαπραγμάτευσης των ρυθμίσεων διασύνδεσης χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές αποκλειστικά και μόνο για τον σκοπό για τον οποίο παρασχέθηκαν και σέβονται πάντα την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που μεταδίδονται ή αποθηκεύονται.

ΑΡΘΡΟ 8.29

Διασύνδεση με κύριους παρόχους

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι κάθε κύριος πάροχος στο έδαφός του παρέχει διασύνδεση για τις εγκαταστάσεις τηλεπικοινωνιών και τον εξοπλισμό των παρόχων δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σε οποιοδήποτε τεχνικά εφικτό σημείο του δικτύου του κύριου παρόχου. Η διασύνδεση αυτή πραγματοποιείται:


α)    υπό αμερόληπτους όρους, προϋποθέσεις (συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών) και τιμές, και με ποιότητα όχι λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που προβλέπεται για τις ομοειδείς υπηρεσίες του εν λόγω κύριου παρόχου ή για ομοειδείς υπηρεσίες μη συνδεδεμένων παρόχων δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών, ή θυγατρικών ή άλλων συνδεδεμένων εταιρειών αυτού·

β)    εγκαίρως, με όρους, προϋποθέσεις (συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών) και τιμές βασιζόμενες στο κόστος που είναι διαφανείς, εύλογοι, ως προς την οικονομική σκοπιμότητα, και επαρκώς λεπτομερείς, ώστε ο πάροχος υπηρεσιών να μη χρειάζεται να πληρώσει για συστατικά ή εγκαταστάσεις τηλεπικοινωνιών του δικτύου που δεν απαιτούνται για την παρεχόμενη υπηρεσία· και

γ)    κατόπιν αιτήματος, σε σημεία επιπλέον των σημείων απόληξης του δικτύου στα οποία έχει πρόσβαση η πλειονότητα των παρόχων δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών, έναντι τιμών που αντανακλούν το κόστος κατασκευής των αναγκαίων συμπληρωματικών εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνιών.

2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οι κύριοι πάροχοι στο έδαφός του δημοσιοποιούν τις συμφωνίες διασύνδεσής τους ή ένα υπόδειγμα προσφοράς διασύνδεσης.

3.    Οι διαδικασίες που εφαρμόζονται για τη διασύνδεση με κύριο πάροχο δημοσιοποιούνται.

4.    Όταν οι πάροχοι δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών αδυνατούν να επιλύσουν διαφορές σχετικά με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τις τιμές στις οποίες θα παρέχεται η διασύνδεση από έναν κύριο πάροχο, προσφεύγουν στη ρυθμιστική αρχή, η οποία στοχεύει στην επίλυση των διαφορών το ταχύτερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός 180 ημερών από την παραπομπή του θέματος σ’ αυτήν, υπό τον όρο ότι η επίλυση περίπλοκων διαφορών μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 180 ημέρες.


ΑΡΘΡΟ 8.30

Συμπεριφορά κύριων παρόχων

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να επιβάλλει υποχρεώσεις αποφυγής διακρίσεων στους κύριους παρόχους σε σχέση με τη διασύνδεση και/ή την πρόσβαση.

2.    Οι υποχρεώσεις αποφυγής διακρίσεων διασφαλίζουν, ιδίως, ότι ο κύριος πάροχος εφαρμόζει ισοδύναμους όρους, κάτω από ισοδύναμες περιστάσεις, σε άλλους παρόχους που παρέχουν ισοδύναμες υπηρεσίες, και παρέχει υπηρεσίες και πληροφορίες σε τρίτους υπό ισοδύναμους όρους και με την ίδια ποιότητα που παρέχει για τις δικές του υπηρεσίες ή τις υπηρεσίες των θυγατρικών του ή των εταίρων του.

ΑΡΘΡΟ 8.31

Ανταγωνιστικές διασφαλίσεις σε κύριους παρόχους

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει ή διατηρεί κατάλληλα μέτρα 27 με σκοπό να αποτρέψει τους παρόχους δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών που, μόνοι τους ή από κοινού, αποτελούν κύριους παρόχους στο έδαφός του, από την καθιέρωση ή τη συνέχιση αντιανταγωνιστικών πρακτικών. Στις εν λόγω αντιανταγωνιστικές πρακτικές περιλαμβάνονται ιδίως:

α)    η αντιανταγωνιστική διεπιδότηση ή συρρίκνωση περιθωρίου·

β)    η χρήση πληροφοριών που λαμβάνονται από ανταγωνιστές με αντιανταγωνιστικά αποτελέσματα·


γ)    η μη έγκαιρη παροχή, σε παρόχους δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών, πληροφοριών τεχνικού χαρακτήρα σχετικά με βασικές εγκαταστάσεις τηλεπικοινωνιών και πληροφοριών εμπορικού χαρακτήρα που είναι απαραίτητες στους εν λόγω παρόχους για την παροχή δημόσιων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών·

δ)    η τιμολόγηση υπηρεσιών κατά τρόπο που είναι πολύ πιθανό να περιορίσει αδικαιολόγητα τον ανταγωνισμό, όπως η εξοντωτική τιμολόγηση.

ΑΡΘΡΟ 8.32

Αδεσμοποίητα στοιχεία δικτύου

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος επιβάλλει υποχρεώσεις στους κύριους παρόχους να ανταποκρίνονται σε εύλογα αιτήματα για πρόσβαση και χρήση ειδικών στοιχείων του δικτύου και συνδεόμενων εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνιών σε οποιοδήποτε τεχνικά εφικτό σημείο, σε αδεσμοποίητη βάση, έγκαιρα και υπό εύλογους, διαφανείς και αμερόληπτους όρους και προϋποθέσεις, και ιδίως:

α)    να παρέχουν πρόσβαση σε καθορισμένα στοιχεία και/ή εγκαταστάσεις τηλεπικοινωνιών δικτύου, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε μη ενεργά στοιχεία δικτύου και/ή της αδεσμοποίητης πρόσβασης στον τοπικό βρόχο προκειμένου, μεταξύ άλλων, να παρέχεται η δυνατότητα για προσφορές μεταπώλησης συνδρομητικών γραμμών·

β)    να εκχωρούν ελεύθερη πρόσβαση σε τεχνικές διεπαφές, πρωτόκολλα ή άλλες βασικές τεχνολογίες που είναι απαραίτητες για τη διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών ή των υπηρεσιών εικονικού δικτύου·

γ)    να παρέχουν συντοπισμό· και


δ)    να παρέχουν τις υπηρεσίες που απαιτούνται για τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας των διατερματικών υπηρεσιών που παρέχονται σε χρήστες.

2.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορεί να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους παράγοντες:

α)    την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα της χρήσης ή της εγκατάστασης ανταγωνιστικών εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνιών, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τον τύπο της σχετικής διασύνδεσης και/ή πρόσβασης, συμπεριλαμβανομένης της βιωσιμότητας άλλων προϊόντων ανάντη πρόσβασης, όπως η πρόσβαση σε αγωγούς·

β)    τη σκοπιμότητα παροχής της προτεινόμενης πρόσβασης σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες δυνατότητες·

γ)    την αρχική επένδυση του κατόχου της εγκατάστασης τηλεπικοινωνιών, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που συνεπάγεται η υλοποίηση της επένδυσης· και

δ)    την ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικών και βιώσιμων συνθηκών ανταγωνισμού.

ΑΡΘΡΟ 8.33

Συντοπισμός

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οι κύριοι πάροχοι στο έδαφός του παρέχουν στους παρόχους δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους υλικό συντοπισμό του αναγκαίου εξοπλισμού για τη διασύνδεση ή πρόσβαση σε αδεσμοποίητα στοιχεία δικτύου εγκαίρως και υπό εύλογους και αμερόληπτους όρους και προϋποθέσεις.


2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καθορίσει, σύμφωνα με την εγχώρια νομοθεσία του, τις θέσεις στις οποίες απαιτεί να παρέχουν συντοπισμό οι κύριοι πάροχοι στο έδαφός του σύμφωνα με την παράγραφο 1.

ΑΡΘΡΟ 8.34

Μεταπώληση

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οι κύριοι πάροχοι στο έδαφός του προσφέρουν για μεταπώληση στους παρόχους δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, τις δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες τις οποίες παρέχουν σε λιανική τιμή οι εν λόγω κύριοι πάροχοι στους τελικούς χρήστες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος υποτμήματος και, ιδίως, με το άρθρο 8.32 (Αδεσμοποίητα στοιχεία δικτύου).

ΑΡΘΡΟ 8.35

Κοινή χρήση εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνιών

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, να επιβάλλει σε οποιονδήποτε κύριο πάροχο ο οποίος έχει το δικαίωμα δημιουργίας εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνιών επί, υπεράνω ή υποκάτω δημόσιου ή ιδιωτικού ακινήτου, την κοινή χρήση των εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνιών ή του ακινήτου αυτού, συμπεριλαμβανομένων των κτιρίων, των εισόδων κτιρίων, των καλωδιώσεων κτιρίων, των ιστών, των κεραιών, των πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών, των ιστών, των αγωγών, των σωληνώσεων, των φρεατίων και των ερμαρίων.


2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καθορίσει, σύμφωνα με την εγχώρια νομοθεσία του, τις εγκαταστάσεις τηλεπικοινωνιών στις οποίες απαιτεί να παρέχουν πρόσβαση οι κύριοι πάροχοι στο έδαφός του σύμφωνα με την παράγραφο 1, με βάση το σκεπτικό ότι οι εν λόγω εγκαταστάσεις τηλεπικοινωνιών δεν είναι δυνατόν να αντικατασταθούν από οικονομική ή τεχνική άποψη για την παροχή ανταγωνιστικής υπηρεσίας.

ΑΡΘΡΟ 8.36

Παροχή υπηρεσιών μίσθωσης κυκλωμάτων

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οι κύριοι πάροχοι υπηρεσιών μίσθωσης κυκλωμάτων στο έδαφός του παρέχουν στα νομικά πρόσωπα του άλλου συμβαλλόμενου μέρους υπηρεσίες μίσθωσης κυκλωμάτων οι οποίες αποτελούν δημόσιες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες εγκαίρως και υπό εύλογους, αμερόληπτους και διαφανείς όρους και προϋποθέσεις.

ΑΡΘΡΟ 8.37

Φορητότητα αριθμού

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οι πάροχοι δημόσιων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στο έδαφός του παρέχουν φορητότητα αριθμού για τις υπηρεσίες που ορίζονται από το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος, στο μέτρο του τεχνικώς εφικτού, εγκαίρως και υπό εύλογους όρους και προϋποθέσεις.


ΑΡΘΡΟ 8.38

Σταθμοί απόληξης υποθαλάσσιων καλωδίων

Όταν ένας πάροχος είναι λάβει άδεια εκμετάλλευσης ενός συστήματος υποθαλάσσιων καλωδίων ως δημόσιας τηλεπικοινωνιακής υπηρεσίας, κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει την πρόσβαση στα συστήματα υποθαλάσσιων καλωδίων, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων απόληξης, που βρίσκονται στο έδαφός του, υπό εύλογους, αμερόληπτους και διαφανείς όρους και προϋποθέσεις.

ΑΡΘΡΟ 8.39

Ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι ο ρυθμιστικός φορέας τηλεπικοινωνιών είναι διακριτός από οποιονδήποτε πάροχο δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών ή τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού και δεν είναι υπόλογος σε αυτόν. Για αυτόν τον σκοπό, κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι ο ρυθμιστικός φορέας τηλεπικοινωνιών του δεν διαθέτει κανένα οικονομικό συμφέρον ή έλεγχο στους εν λόγω παρόχους.

2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι οι αποφάσεις και οι διαδικασίες που ακολουθούν οι ρυθμιστικοί φορείς τηλεπικοινωνιών του είναι δίκαιες και αντικειμενικές και ισχύουν έναντι όλων των συμμετεχόντων στην αγορά, καθώς και ότι η κατάρτιση και η εφαρμογή τους γίνεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Για αυτόν τον σκοπό, κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οποιοδήποτε οικονομικό συμφέρον που έχει σε σχέση με έναν πάροχο δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών δεν επηρεάζει τις αποφάσεις και τις διαδικασίες που ακολουθεί ο ρυθμιστικός φορέας τηλεπικοινωνιών του.


3.    Οι εξουσίες των ρυθμιστικών αρχών ασκούνται με διαφάνεια και σύμφωνα με την ισχύουσα εγχώρια νομοθεσία.

4.    Οι ρυθμιστικές αρχές έχουν την εξουσία να διασφαλίζουν ότι οι πάροχοι δικτύων και υπηρεσιών μεταφοράς τηλεπικοινωνιών στα αντίστοιχα εδάφη τους παρέχουν αμέσως, κατόπιν αιτήματος, όλες τις πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών πληροφοριών, οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου οι ρυθμιστικές αρχές να ασκούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος υποτμήματος. Οι πληροφορίες που ζητούνται πρέπει να είναι ευλόγως ανάλογες προς την εκτέλεση των καθηκόντων των ρυθμιστικών αρχών και να υποβάλλονται σε επεξεργασία σύμφωνα με τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας.

5.    Στη ρυθμιστική αρχή χορηγούνται επαρκείς αρμοδιότητες για τη νομοθετική ρύθμιση του τομέα. Τα καθήκοντα που αναλαμβάνει η ρυθμιστική αρχή δημοσιοποιούνται σε εύκολα προσβάσιμη και σαφή μορφή, ιδίως όταν τα καθήκοντα αυτά ανατίθενται σε περισσότερους από έναν φορείς.

ΑΡΘΡΟ 8.40

Καθολικές υπηρεσίες

1.    Κάθε μέρος έχει το δικαίωμα να καθορίζει το είδος της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας που επιθυμεί να διατηρήσει.

2.    Αυτές καθαυτές οι υποχρεώσεις δεν θα θεωρείται ότι βλάπτουν τον ανταγωνισμό, με τον όρο ότι θα εκπληρώνονται κατά τρόπο διαφανή, αντικειμενικό, αμερόληπτο και ανταγωνιστικά ουδέτερο και δεν θα είναι περισσότερο επαχθείς απ' όσο απαιτείται για το είδος της καθολικής υπηρεσίας που καθορίζεται από το συμβαλλόμενο μέρος.


3.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος απαιτεί από έναν πάροχο τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών να παρέχει κατάλογους συνδρομητών, μεριμνά ώστε ο πάροχος να εφαρμόζει την αρχή της αποφυγής διακρίσεων όσον αφορά την επεξεργασία των πληροφοριών που του έχουν παρασχεθεί από άλλους παρόχους αντίστοιχων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.

ΑΡΘΡΟ 8.41

Άδεια παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οι διαδικασίες έκδοσης αδειών είναι όσο το δυνατόν πιο απλές και δεν περιπλέκουν ούτε καθυστερούν αδικαιολόγητα την παροχή της υπηρεσίας.

2.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος απαιτεί από έναν πάροχο δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών να διαθέτει άδεια, το εν λόγω μέρος δημοσιοποιεί:

α)    όλα τα κριτήρια, τους όρους, τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες έκδοσης αδειών που εφαρμόζει· και

β)    ένα εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται κανονικά για την έκδοση απόφασης σχετικά με μια αίτηση χορήγησης άδειας.

3.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι, σε περίπτωση άρνησης χορήγησης άδειας, ο αιτών λαμβάνει γραπτώς, κατόπιν αιτήματος, τους λόγους αυτής της άρνησης.

4.    Σε περίπτωση αδικαιολόγητης άρνησης χορήγησης άδειας, ο αιτών τη χορήγηση άδειας μπορεί να καταθέσει προσφυγή ενώπιον οργάνου προσφυγής.


5.    Τα τέλη για την έκδοση αδειών 28 που ενδέχεται να προκύπτουν για τους αιτούντες από την αίτησή τους πρέπει να είναι εύλογα και να μην περιορίζουν από μόνα τους την παροχή της υπηρεσίας.

ΑΡΘΡΟ 8.42

Εκχώρηση και χρήση ανεπαρκών πόρων

1.    Οι διαδικασίες για την εκχώρηση και τη χρήση ανεπαρκών πόρων, συμπεριλαμβανομένων των συχνοτήτων, των αριθμών και των δικαιωμάτων διέλευσης, εφαρμόζονται με αντικειμενικό, έγκαιρο, διαφανή και αμερόληπτο τρόπο. Η τρέχουσα κατάσταση όσον αφορά τις εκχωρημένες ζώνες συχνοτήτων δημοσιοποιείται, αλλά δεν απαιτούνται λεπτομερή στοιχεία ταυτοποίησης των συχνοτήτων που έχουν εκχωρηθεί για ειδική χρήση από το κράτος.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη θεωρούν ότι αυτές καθαυτές οι αποφάσεις σχετικά με την εκχώρηση και κατανομή της διαχείρισης φάσματος και συχνοτήτων δεν είναι μέτρα που έρχονται σε αντίθεση με τα άρθρα 8.5 (Πρόσβαση στην αγορά) και 8.10 (Πρόσβαση στην αγορά). Συνεπώς, κάθε συμβαλλόμενο μέρος διατηρεί το δικαίωμα να ασκεί τις δικές του πολιτικές διαχείρισης φάσματος και συχνοτήτων, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάζουν τον αριθμό των παρόχων δημόσιων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, εφόσον αυτό γίνεται κατά τρόπο που συνάδει με το παρόν κεφάλαιο. Τα συμβαλλόμενα μέρη διατηρούν επίσης το δικαίωμα να εκχωρούν ζώνες συχνοτήτων λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες και μελλοντικές ανάγκες.


ΑΡΘΡΟ 8.43

Εφαρμογή

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι ο ρυθμιστικός φορέας τηλεπικοινωνιών διατηρεί κατάλληλες διαδικασίες και εξουσία για την εφαρμογή των εγχώριων μέτρων που αφορούν τις υποχρεώσεις βάσει του παρόντος υποτμήματος. Οι εν λόγω διαδικασίες και εξουσία πρέπει να περιλαμβάνουν τη δυνατότητα επιβολής έγκαιρων, αναλογικών και αποτελεσματικών κυρώσεων, ή την τροποποίηση, την αναστολή και την ανάκληση αδειών.

2.    Όταν ένας κύριος πάροχος αρνείται την εφαρμογή των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που προβλέπονται στα άρθρα 8.29 (Διασύνδεση με κύριους παρόχους), 8.30 (Συμπεριφορά κύριων παρόχων), 8.31 (Ανταγωνιστικές διασφαλίσεις σε κύριους παρόχους), 8.32 (Αδεσμοποίητα στοιχεία δικτύου), 8.33 (Συντοπισμός), 8.34 (Μεταπώληση), 8.35 (Κοινή χρήση εγκαταστάσεων τηλεπικοινωνιών) και 8.36 (Παροχή υπηρεσιών μίσθωσης κυκλωμάτων), ο αιτών πάροχος υπηρεσιών μπορεί να ζητήσει την παρέμβαση του ρυθμιστικού φορέα, ο οποίος εκδίδει, σύμφωνα με την εγχώρια νομοθεσία, δεσμευτική απόφαση το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

ΑΡΘΡΟ 8.44

Επίλυση των διαφορών στον τομέα των τηλεπικοινωνιών

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οι πάροχοι δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους έχουν δυνατότητα έγκαιρης προσφυγής σε ρυθμιστικό φορέα τηλεπικοινωνιών ή άλλο σχετικό φορέα για την επίλυση των διαφορών που προκύπτουν από εγχώρια μέτρα τα οποία σχετίζονται με κάποιο ζήτημα που περιλαμβάνεται στο παρόν υποτμήμα.


2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οποιοσδήποτε πάροχος δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ο οποίος επηρεάζεται από απόφαση του ρυθμιστικού φορέα τηλεπικοινωνιών του μπορεί να προσφύγει κατά αυτής της απόφασης σε δικαστική ή διοικητική αρχή η οποία είναι ανεξάρτητη από τα εμπλεκόμενα μέρη.

3.    Εάν το όργανο προσφυγής δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα, αιτιολογεί εγγράφως την απόφασή του, η οποία υπόκειται σε αναθεώρηση από αμερόληπτη και ανεξάρτητη δικαστική αρχή.

4.    Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από όργανα προσφυγής πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικά από τα οικεία μέρη, σύμφωνα με την ισχύουσα εγχώρια νομοθεσία και εσωτερικές διαδικασίες τους. Η προσφυγή δεν αποτελεί λόγο μη συμμόρφωσης με τη ρυθμιστική απόφαση, εκτός εάν υπάρξει αναστολή της εν λόγω απόφασης από αρμόδια αρχή.

ΑΡΘΡΟ 8.45

Διαφάνεια

Όταν οι ρυθμιστικοί φορείς σκοπεύουν να λάβουν μέτρα σε σχέση με τις διατάξεις του παρόντος υποτμήματος, δίνουν στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους για το σχέδιο μέτρου εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, σύμφωνα με την εγχώρια νομοθεσία τους. Οι ρυθμιστικοί φορείς δημοσιοποιούν τις διαδικασίες διαβούλευσης για τα εν λόγω σχέδια μέτρων. Τα αποτελέσματα της διαδικασίας διαβούλευσης θα πρέπει να δημοσιοποιούνται από τον ρυθμιστικό φορέα, με εξαίρεση τις πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα σύμφωνα με την εγχώρια νομοθεσία σχετικά με το επιχειρηματικό απόρρητο.


ΑΡΘΡΟ 8.46

Ευελιξία στην επιλογή τεχνολογιών

Ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν εμποδίζει τους παρόχους δημόσιων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών να έχουν την ευελιξία να επιλέγουν τις τεχνολογίες που χρησιμοποιούν για την παροχή των υπηρεσιών τους, με την επιφύλαξη της δυνατότητας κάθε μέρους να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει ότι οι τελικοί χρήστες διαφορετικών δικτύων είναι σε θέση να επικοινωνούν μεταξύ τους.

ΑΡΘΡΟ 8.47

Σχέση με άλλα υποτμήματα, τμήματα και κεφάλαια

Σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ του παρόντος υποτμήματος και άλλου υποτμήματος ή τμήματος του παρόντος ή άλλου κεφαλαίου, το παρόν υποτμήμα υπερισχύει όσον αφορά την εν λόγω ασυμφωνία.

ΑΡΘΡΟ 8.48

Συνεργασία

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη, αναγνωρίζοντας την ταχεία ανάπτυξη του κλάδου των τηλεπικοινωνιών και της τεχνολογίας πληροφοριών, τόσο σε εγχώριο όσο και σε διεθνές πλαίσιο, συνεργάζονται με σκοπό να προωθήσουν την ανάπτυξη των εν λόγω υπηρεσιών, ώστε να αποκομίσουν το μέγιστο δυνατό όφελος από τη χρήση των τηλεπικοινωνιών και της τεχνολογίας πληροφοριών για τα συμβαλλόμενα μέρη.


2.    Στους τομείς συνεργασίας μπορούν να περιλαμβάνονται οι εξής:

α)    ανταλλαγή απόψεων σχετικά με θέματα πολιτικής, όπως το ρυθμιστικό πλαίσιο για τα ευρυζωνικά δίκτυα υψηλής ταχύτητας και τη μείωση των τελών διεθνούς περιαγωγής για την κινητή τηλεφωνία· και

β)    προώθηση της χρήσης από τους καταναλωτές, τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, των υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών και τεχνολογίας πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των νεοεμφανιζόμενων υπηρεσιών.

3.    Στις μορφές συνεργασίας μπορούν να περιλαμβάνονται οι εξής:

α)    προώθηση του διαλόγου σε θέματα πολιτικής·

β)    ενίσχυση της συνεργασίας σε διεθνή φόρουμ για τις τηλεπικοινωνίες και την τεχνολογία πληροφοριών· και

γ)    άλλες μορφές δραστηριοτήτων συνεργασίας.


ΥΠΟΤΜΗΜΑ 6

ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

ΑΡΘΡΟ 8.49

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

1.    Το παρόν υποτμήμα καθορίζει τις αρχές του ρυθμιστικού πλαισίου για όλες τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες που απελευθερώνονται σύμφωνα με τα τμήματα Β (Διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών), Γ (Εγκατάσταση) και Δ (Προσωρινή παρουσία φυσικών προσώπων για επιχειρηματικούς σκοπούς).

2.    Για τους σκοπούς του παρόντος υποτμήματος ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)    «χρηματοπιστωτική υπηρεσία»: οποιαδήποτε υπηρεσία χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών που συνδέονται ή λειτουργούν επικουρικά σε μια υπηρεσία χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα, η οποία προσφέρεται από πάροχο χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ενός συμβαλλόμενου μέρους. Στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες περιλαμβάνονται οι ακόλουθες δραστηριότητες:

i)    ασφαλιστικές και συναφείς με την ασφάλιση υπηρεσίες

1)    πρωτασφάλιση (συμπεριλαμβανομένης της συνασφάλισης):

αα)    ζωής·

ββ)    άλλη·


2)    αντασφάλιση και αντεκχώρηση·

3)    ασφαλιστική διαμεσολάβηση, όπως υπηρεσίες μεσιτείας και πρακτορείας ασφαλειών· και

4)    επικουρικές ασφαλιστικές υπηρεσίες, όπως παροχή συμβουλών, αναλογιστικές μελέτες, εκτίμηση κινδύνου και διακανονισμός αποζημιώσεων·

και

ii)    τραπεζικές και λοιπές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (εκτός των ασφαλίσεων):

1)    αποδοχή καταθέσεων και άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό·

2)    κάθε μορφής δανειοδότηση, συμπεριλαμβανομένης της καταναλωτικής πίστης, των ενυπόθηκων πιστώσεων, της διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων και της χρηματοδότησης εμπορικών συναλλαγών·

3)    χρηματοδοτική μίσθωση·

4)    όλες οι υπηρεσίες πληρωμής και μεταβίβασης χρημάτων, συμπεριλαμβανομένων των πιστωτικών και χρεωστικών καρτών, καθώς και των ταξιδιωτικών και τραπεζικών επιταγών·

5)    εγγυήσεις και αναλήψεις υποχρεώσεων·


6)    συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό πελατών είτε στο χρηματιστήριο είτε σε εξωχρηματιστηριακές αγορές ή με άλλο τρόπο για:

αα)    τίτλους χρηματαγοράς (συμπεριλαμβανομένων των επιταγών, των συναλλαγματικών και των πιστοποιητικών καταθέσεων)·

ββ)    συνάλλαγμα·

γγ)    παράγωγα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των προθεσμιακών συμβολαίων και των συμβολαίων με δικαίωμα προαίρεσης·

δδ)    συναλλαγματικές ισοτιμίες και επιτόκιο, συμπεριλαμβανομένων προϊόντων όπως οι συμφωνίες ανταλλαγής και οι προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου·

εε)    κινητές αξίες·

στστ)    άλλα διαπραγματεύσιμα μέσα και χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων των ράβδων χρυσού ή αργύρου·

7)    συμμετοχή στην έκδοση κάθε είδους χρεογράφων, συμπεριλαμβανομένων της ανάληψης έκδοσης και της πρακτόρευσης, είτε σε δημόσιο είτε σε ιδιωτικό επίπεδο, και παροχή υπηρεσιών σχετικών με τις εν λόγω εκδόσεις·

8)    υπηρεσίες χρηματομεσιτείας·

9)    διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, όπως διαχείριση ρευστών ή χαρτοφυλακίου, διαχείριση συλλογικών επενδύσεων κάθε είδους, διαχείριση συνταξιοδοτικών ταμείων, υπηρεσίες φύλαξης, θεματοφύλακα και καταπιστευματοδόχου·


10)    υπηρεσίες διακανονισμού και συμψηφισμού περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των χρεογράφων, των παράγωγων προϊόντων και άλλων διαπραγματεύσιμων μέσων·

11)    παροχή και μεταφορά χρηματοπιστωτικών πληροφοριών, καθώς και λογισμικού επεξεργασίας χρηματοπιστωτικών δεδομένων και συναφούς λογισμικού από παρόχους άλλων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών· και

12)    υπηρεσίες παροχής συμβουλών, διαμεσολάβησης και άλλες επικουρικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες σχετικές με το σύνολο των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στα σημεία 1) έως 11), συμπεριλαμβανομένων της αξιολόγησης και της ανάλυσης της πιστοληπτικής ικανότητας, της έρευνας και της παροχής συμβουλών για επενδύσεις και συγκρότηση χαρτοφυλακίων, της παροχής συμβουλών για εξαγορές καθώς και για αναδιάρθρωση και στρατηγική επιχειρήσεων·

β)    «πάροχος χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ενός συμβαλλόμενου μέρους το οποίο ασκεί ή επιδιώκει να ασκήσει τη δραστηριότητα της παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στο έδαφος του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους. Ο όρος «πάροχος χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών» δεν καλύπτει δημόσιους φορείς·

γ)    νέες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες»: οι υπηρεσίες χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών που έχουν σχέση με υφιστάμενα και νέα προϊόντα ή με τον τρόπο παράδοσης ενός προϊόντος, οι οποίες δεν παρέχονται από κανέναν πάροχο χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους, παρέχονται όμως στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους·

δ)    «δημόσιος φορέας»:

i)    διοικητική αρχή, κεντρική τράπεζα ή νομισματική αρχή συμβαλλόμενου μέρους, ή φορέας που ανήκει σε συμβαλλόμενο μέρος ή ελέγχεται από αυτό, που έχει επιφορτισθεί κυρίως με την εκτέλεση διοικητικών λειτουργιών ή δραστηριοτήτων προς εξυπηρέτηση σκοπών του δημοσίου, μη συμπεριλαμβανομένων των φορέων που ασχολούνται, κυρίως, με την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών εμπορικού χαρακτήρα· ή


ii)    ιδιωτικός φορέας επιφορτισμένος με λειτουργίες οι οποίες κανονικά εκτελούνται από κεντρική τράπεζα ή νομισματική αρχή, όταν ασκεί αυτές τις λειτουργίες· και

ε)    «αυτορρυθμιζόμενος οργανισμός»: κάθε μη κρατικός φορέας, συμπεριλαμβανομένων των χρηματιστηρίων και των αγορών κινητών αξιών και προθεσμιακών συμβολαίων, των οργανισμών συμψηφισμού τίτλων και άλλων οργανισμών ή ενώσεων, ο οποίος ασκεί ρυθμιστικά ή εποπτικά καθήκοντα επί των παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών βάσει νόμου ή μέσω αντιπροσωπείας για λογαριασμό κεντρικών, περιφερειακών ή τοπικών διοικήσεων ή αρχών.

ΑΡΘΡΟ 8.50

Μέτρα προληπτικής εποπτείας

1.    Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν θεωρείται ότι εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να θεσπίζουν ή να διατηρούν εύλογα μέτρα για προληπτικούς λόγους, όπως:

α)    την προστασία των επενδυτών, των καταθετών, των συμμετεχόντων στη χρηματοπιστωτική αγορά ή των προσώπων τα οποία έχουν καθήκοντα καταπιστευματοδόχου έναντι ενός παρόχου χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών·

β)    τη διαφύλαξη της ασφάλειας, της αξιοπιστίας, της ακεραιότητας ή της χρηματοπιστωτικής ευθύνης των παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών· ή

γ)    τη διαφύλαξη της ακεραιότητας και της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος του συμβαλλόμενου μέρους.


2.    Τα μέτρα αυτά δεν είναι περισσότερο επαχθή απ’ όσο απαιτείται για την επίτευξη του στόχου τους και δεν συνιστούν μέσο αυθαίρετης ή αδικαιολόγητης διακριτικής μεταχείρισης σε βάρος των παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σε σύγκριση με τους δικούς του ομοειδείς παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό των συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών.

3.    Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν θεωρείται ότι επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη να κοινοποιούν πληροφορίες σχετικά με επιχειρηματικές υποθέσεις και λογαριασμούς μεμονωμένων καταναλωτών, ούτε πληροφορίες εμπιστευτικού ή αποκλειστικού χαρακτήρα που έχουν στην κατοχή τους δημόσιοι φορείς.

4.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλίσει την ενσωμάτωση και την εφαρμογή στο έδαφός του των «Βασικών αρχών για την αποτελεσματική εποπτεία του τραπεζικού τομέα» της Επιτροπής της Βασιλείας, των προτύπων και των αρχών της Διεθνούς Ένωσης Εποπτών Ασφαλειών και των «Στόχων και αρχών των κανόνων για τις κινητές αξίες» της Διεθνούς Οργάνωσης Επιτροπών Εποπτείας Χρηματιστηρίων, καθώς και του διεθνώς συμφωνημένου προτύπου για τη διαφάνεια και την ανταλλαγή πληροφοριών για φορολογικούς σκοπούς, όπως διατυπώνεται στο υπόδειγμα σύμβασης του 2008 του ΟΟΣΑ σχετικά με το εισόδημα και το κεφάλαιο.

5.    Με την επιφύλαξη του άρθρου 8.6 (Εθνική μεταχείριση), καθώς και των λοιπών μέσων για την προληπτική εποπτεία των διασυνοριακών συναλλαγών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει την καταχώριση ή την αδειοδότηση των διασυνοριακών παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους και των χρηματοπιστωτικών μέσων.


ΑΡΘΡΟ 8.51

Αυτορρυθμιζόμενοι οργανισμοί

Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος απαιτεί την εγγραφή, συμμετοχή ή πρόσβαση σε κάποιον αυτορρυθμιζόμενο οργανισμό για την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών από παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του πρώτου μέρους, το συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει την τήρηση από τον εν λόγω αυτορρυθμιζόμενο οργανισμό των υποχρεώσεων που ορίζονται βάσει των άρθρων 8.6 (Εθνική μεταχείριση) και 8.11 (Εθνική μεταχείριση).

ΑΡΘΡΟ 8.52

Συστήματα πληρωμών και συμψηφισμού

Υπό τους όρους και προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η χορήγηση εθνικής μεταχείρισης, και στον βαθμό που επιτρέπεται από τα κριτήρια πρόσβασής του, κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στους παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του και οι οποίοι υπόκεινται σε ρύθμιση ή εποπτεία ως πάροχοι χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών βάσει της εγχώριας νομοθεσίας του, πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών και συμψηφισμού που διαχειρίζονται δημόσιοι φορείς, καθώς και στα επίσημα μέσα χρηματοδότησης και επαναχρηματοδότησης που είναι διαθέσιμα στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων. Το παρόν άρθρο δεν έχει σκοπό να παράσχει πρόσβαση στις δυνατότητες δανεισμού έσχατης ανάγκης ενός συμβαλλόμενου μέρους.


ΑΡΘΡΟ 8.53

Νέες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος επιτρέπει στους παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους να παρέχουν κάθε νέα χρηματοπιστωτική υπηρεσία την παροχή της οποίας θα επέτρεπε το πρώτο μέρος στους δικούς του ομοειδείς παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών χωρίς να απαιτεί πρόσθετη νομοθετική δράση. Ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καθορίζει τη θεσμική και νομική μορφή υπό την οποία μπορεί να παρασχεθεί η εν λόγω νέα χρηματοπιστωτική υπηρεσία και να απαιτεί έγκριση για την παροχή της υπηρεσίας. Στις περιπτώσεις όπου το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος απαιτεί έγκριση για τη νέα χρηματοπιστωτική υπηρεσία, λαμβάνεται απόφαση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και η έγκριση μπορεί να απορριφθεί μόνο για προληπτικούς λόγους βάσει του άρθρου 8,50 (Μέτρα προληπτικής εποπτείας).

ΑΡΘΡΟ 8.54

Επεξεργασία δεδομένων

1.    Με την επιφύλαξη των κατάλληλων διασφαλίσεων όσον αφορά το ιδιωτικό απόρρητο και την εμπιστευτικότητα, κάθε συμβαλλόμενο μέρος επιτρέπει σε έναν πάροχο χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών του άλλου μέρους να διαβιβάζει πληροφορίες υπό ηλεκτρονική ή άλλη μορφή εντός και εκτός του εδάφους τους, με σκοπό την επεξεργασία των δεδομένων που έχει ζητηθεί στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων του εν λόγω παρόχου χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.


2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει ή διατηρεί κατάλληλες διασφαλίσεις για την προστασία του ιδιωτικού απορρήτου και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών στοιχείων και λογαριασμών, εφόσον τα εν λόγω μέτρα διασφάλισης δεν χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας.

ΑΡΘΡΟ 8.55

Ειδικές εξαιρέσεις

1.    Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν θεωρείται ότι εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων τους, να παρέχουν αποκλειστικά στο έδαφός τους δραστηριότητες ή υπηρεσίες που αποτελούν μέρος σχεδίου συνταξιοδότησης του δημοσίου ή θεσμικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ή να τις παρέχουν στο έδαφός τους, εκτός εάν οι δραστηριότητες αυτές μπορούν να ασκούνται από παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ανταγωνιστικά με δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, όπως προβλέπεται από την εγχώρια νομοθεσία του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους.

2.    Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν εφαρμόζεται στις δραστηριότητες που διεξάγονται από κεντρική τράπεζα ή νομισματική αρχή ή οποιονδήποτε άλλον δημόσιο φορέα κατά την εφαρμογή νομισματικών ή συναλλαγματικών πολιτικών.

3.    Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν θεωρείται ότι εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων τους, να διεξάγουν ή να παρέχουν κατ’ αποκλειστικότητα στο έδαφός τους δραστηριότητες ή υπηρεσίες για λογαριασμό ή με την εγγύηση ή τη χρήση χρηματοδοτικών πόρων του συμβαλλόμενου μέρους ή των δημόσιων φορέων του, εκτός εάν οι δραστηριότητες αυτές μπορούν να ασκούνται από παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ανταγωνιστικά με δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, όπως προβλέπεται από την εγχώρια νομοθεσία του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους.


ΥΠΟΤΜΗΜΑ 7

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΔΙΕΘΝΩΝ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΘΡΟ 8.56

Πεδίο εφαρμογής, ορισμοί και αρχές

1.    Το παρόν υποτμήμα καθορίζει τις αρχές που αφορούν την απελευθέρωση των υπηρεσιών διεθνών θαλάσσιων μεταφορών σύμφωνα με τα τμήματα Β (Διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών), Γ (Εγκατάσταση) και Δ (Προσωρινή παρουσία φυσικών προσώπων για επιχειρηματικούς σκοπούς).

2.    Για τους σκοπούς του παρόντος υποτμήματος, ως «διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές» νοούνται, μεταξύ άλλων, οι μεταφορές από πόρτα σε πόρτα και συνδυασμένες μεταφορές, που είναι η μεταφορά αγαθών με τη χρησιμοποίηση περισσότερων του ενός τρόπων μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένων και των θαλάσσιων μεταφορών, βάσει ενιαίου εγγράφου μεταφοράς, και, για τον σκοπό αυτό, το δικαίωμα σύναψης απευθείας σύμβασης με τους παρόχους άλλων τρόπων μεταφοράς.

3.    Όσον αφορά τις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή των αρχών της άνευ περιορισμών πρόσβασης σε φορτία στο πλαίσιο εμπορικών όρων, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών διεθνών θαλάσσιων μεταφορών, καθώς και την εθνική μεταχείριση στο πλαίσιο της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών.


Με βάση τα σημερινά επίπεδα απελευθέρωσης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών όσον αφορά τις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές:

α)    τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν αποτελεσματικά την αρχή της άνευ περιορισμών πρόσβασης στις αγορές και τις συναλλαγές διεθνών θαλάσσιων μεταφορών στο πλαίσιο εμπορικών όρων και χωρίς να εφαρμόζουν διακριτική μεταχείριση· και

β)    κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στα πλοία που φέρουν τη σημαία του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ή τα οποία εκμεταλλεύονται πάροχοι υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, μεταχείριση όχι λιγότερο ευνοϊκή από αυτή που παρέχει στα δικά του πλοία ή στα πλοία τρίτων χωρών, ανάλογα με το ποια είναι καλύτερη, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, την πρόσβαση στους λιμένες, τη χρησιμοποίηση των υποδομών και των βοηθητικών ναυτιλιακών υπηρεσιών των λιμένων, καθώς και τα σχετικά τέλη και επιβαρύνσεις, τις τελωνειακές διευκολύνσεις και την πρόσβαση σε αγκυροβόλια και εγκαταστάσεις για φόρτωση και εκφόρτωση.

4.    Κατά την εφαρμογή αυτών των αρχών, τα συμβαλλόμενα μέρη:

α)    δεν εισάγουν ρήτρες κατανομής φορτίου σε μελλοντικές συμφωνίες με τρίτες χώρες σχετικά με τις υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων του εμπορίου ξηρού και υγρού χύδην φορτίου καθώς και των τακτικών γραμμών, και καταργούν, εντός εύλογης χρονικής περιόδου, αυτές τις ρήτρες κατανομής φορτίου σε περίπτωση που υπάρχουν σε προηγούμενες συμφωνίες· και

β)    κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, καταργούν και απέχουν από τη θέσπιση τυχόν μονομερών μέτρων 29 και διοικητικών, τεχνικών και άλλων εμποδίων που ενδέχεται να αποτελούν συγκεκαλυμμένο περιορισμό ή να εισάγουν διακρίσεις όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των διεθνών θαλάσσιων μεταφορών.


5.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος επιτρέπει στους παρόχους υπηρεσιών διεθνών θαλάσσιων μεταφορών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους να διαθέτουν εγκατάσταση στο έδαφός του υπό όρους εγκατάστασης και λειτουργίας σύμφωνους με τους όρους που περιλαμβάνονται στον πίνακά συγκεκριμένων υποχρεώσεών του.

6.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος καθιστά διαθέσιμη στους παρόχους διεθνών θαλάσσιων μεταφορών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, με εύλογους και αμερόληπτους όρους και προϋποθέσεις, τη χρήση των ακόλουθων υπηρεσιών στον λιμένα:

α)    πλοήγηση·

β)    ρυμούλκηση και παροχή βοήθειας με ρυμουλκά·

γ)    εφοδιασμό·

δ)    προμήθεια καυσίμων και ανεφοδιασμό με νερό·

ε)    συλλογή αποβλήτων και διάθεση έρματος·

στ)    υπηρεσίες λιμενάρχη·

ζ)    βοηθήματα ναυσιπλοΐας· και

η)    υπηρεσίες απαραίτητες για τη λειτουργία των πλοίων και παρέχονται από παράκτιους σταθμούς, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι επικοινωνίες, η υδροδότηση και η ηλεκτροδότηση, τα μέσα επείγουσας επισκευής, το αγκυροβόλιο, η θέση πρόσδεσης και συναφείς υπηρεσίες.


ΤΜΗΜΑ ΣΤ

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

ΑΡΘΡΟ 8.57

Στόχοι

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη, αναγνωρίζοντας ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο αυξάνει τις ευκαιρίες εμπορικών συναλλαγών σε πολλούς τομείς, συμφωνούν ως προς τη σημασία που έχει η διευκόλυνση της χρήσης και της ανάπτυξής του, καθώς και της εφαρμογής των κανόνων του ΠΟΕ στο ηλεκτρονικό εμπόριο.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να προωθήσουν την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου μεταξύ τους, συνεργαζόμενα ιδίως για θέματα που απορρέουν από το ηλεκτρονικό εμπόριο βάσει των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου. Σε αυτό το πλαίσιο, και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη θα πρέπει να αποφεύγουν την επιβολή περιττών κανονισμών ή περιορισμών για το ηλεκτρονικό εμπόριο.

3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν τη σημασία της ελεύθερης ροής πληροφοριών στο διαδίκτυο, ενώ συμφωνούν ότι αυτό δεν θα πρέπει να θίγει τα δικαιώματα των κατόχων δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, με δεδομένη τη σημασία της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο διαδίκτυο.

4.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου πρέπει να είναι πλήρως συμβατή με τα διεθνή πρότυπα προστασίας των δεδομένων, ώστε να εξασφαλίζουν την εμπιστοσύνη των χρηστών του ηλεκτρονικού εμπορίου.


ΑΡΘΡΟ 8.58

Τελωνειακοί δασμοί

Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν επιβάλλουν τελωνειακούς δασμούς στις ηλεκτρονικές συναλλαγές.

ΑΡΘΡΟ 8.59

Ηλεκτρονική παροχή υπηρεσιών

Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιώνουν ότι τα μέτρα που αφορούν την παροχή μιας υπηρεσίας με χρήση ηλεκτρονικών μέσων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των υποχρεώσεων που περιέχονται στις σχετικές διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που ισχύουν για τις εν λόγω υποχρεώσεις.

ΑΡΘΡΟ 8.60

Ηλεκτρονικές υπογραφές

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν μέτρα για να διευκολύνουν την καλύτερη κατανόηση του πλαισίου του άλλου μέρους όσον αφορά τις ηλεκτρονικές υπογραφές και, βάσει των σχετικών εγχώριων προϋποθέσεων και νομοθετικών διατάξεων, να εξετάσουν τη σκοπιμότητα μιας μελλοντικής συμφωνίας αμοιβαίας αναγνώρισης για τις ηλεκτρονικές υπογραφές.

2.    Για να επιτύχουν τους στόχους της παραγράφου 1, τα συμβαλλόμενα μέρη:


α)    διευκολύνουν, στο μέτρο του δυνατού, την εκπροσώπηση του άλλου συμβαλλόμενου μέρους στα διαθέσιμα φόρουμ που οργανώνονται επίσημα ή ανεπίσημα από τις δικές του αρμόδιες αρχές σχετικά με τις ηλεκτρονικές υπογραφές, επιτρέποντας στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος να παρουσιάσει το δικό του πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές υπογραφές·

β)    ενθαρρύνουν, στο μέτρο του δυνατού, την ανταλλαγή απόψεων για τις ηλεκτρονικές υπογραφές μέσω ειδικών σεμιναρίων και συναντήσεων εμπειρογνωμόνων σε τομείς όπως η ασφάλεια και η διαλειτουργικότητα· και

γ)    συνεισφέρουν, στο μέτρο του δυνατού, στις προσπάθειες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους για τη μελέτη και ανάλυση του δικού τους πλαισίου, καθιστώντας διαθέσιμες σχετικές πληροφορίες.

ΑΡΘΡΟ 8.61

Ρυθμιστική συνεργασία για το ηλεκτρονικό εμπόριο

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη διατηρούν διάλογο σχετικά με τα ρυθμιστικά ζητήματα που απορρέουν από το ηλεκτρονικό εμπόριο, στο πλαίσιο του οποίου συζητούνται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα ζητήματα:

α)    η αναγνώριση πιστοποιητικών ηλεκτρονικών υπογραφών που εκδίδονται για το κοινό και η διευκόλυνση των διασυνοριακών υπηρεσιών πιστοποίησης·

β)    η ευθύνη των ενδιάμεσων παρόχων υπηρεσιών όσον αφορά τη μεταβίβαση ή την αποθήκευση πληροφοριών·

γ)    η μεταχείριση μη ζητηθεισών ηλεκτρονικών εμπορικών επικοινωνιών·


δ)    η προστασία των καταναλωτών· και

ε)    κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου.

2.    Η συνεργασία αυτή μπορεί να λαμβάνει τη μορφή ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με την αντίστοιχη νομοθεσία των συμβαλλόμενων μερών για τα ζητήματα αυτά, καθώς και σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας.

ΤΜΗΜΑ Ζ

ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 8.62

Γενικές εξαιρέσεις

Υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέτρα δεν εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε να συνιστούν μέσο αυθαίρετης ή αδικαιολόγητης διακριτικής μεταχείρισης σε βάρος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους όταν επικρατούν παρόμοιες συνθήκες, ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό της εγκατάστασης ή της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών, καμία από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν θεωρείται ότι εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να λαμβάνουν ή να επιβάλλουν μέτρα:

α)    τα οποία είναι αναγκαία για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας ηθικής ή τη διατήρηση της δημόσιας τάξης 30 ·


β)    είναι αναγκαία για την προστασία της ζωής ή της υγείας των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών·

γ)    τα οποία αφορούν τη διατήρηση εξαντλήσιμων φυσικών πόρων σε περίπτωση που τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με περιορισμούς για τους εγχώριους επενδυτές ή την εγχώρια παραγωγή ή κατανάλωση υπηρεσιών·

δ)    τα οποία είναι αναγκαία για την προστασία εθνικών θησαυρών με καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία·

ε)    τα οποία είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης προς νόμους και κανονισμούς που δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αναφέρονται:

i)    στην πρόληψη δόλιων και απατηλών πρακτικών ή στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πλημμελούς εκτέλεσης συμβάσεων·

ii)    στην προστασία της ιδιωτικής ζωής των ατόμων, όσον αφορά την επεξεργασία και τη διάδοση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και στην προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα ατομικών στοιχείων και λογαριασμών·

iii)    στην ασφάλεια·


στ)    τα οποία αντιβαίνουν στα άρθρα 8.6 (Εθνική μεταχείριση) και 8.11 (Εθνική μεταχείριση), υπό τον όρο ότι η διαφορά στη μεταχείριση αποσκοπεί στην εξασφάλιση της αποτελεσματικής ή δίκαιης επιβολής ή είσπραξης άμεσων φόρων για οικονομικές δραστηριότητες, επιχειρηματίες ή παρόχους υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους 31 .


ΑΡΘΡΟ 8.63

Επανεξέταση

Ενόψει της ευρύτερης ελευθέρωσης και της εξάλειψης των εναπομενόντων περιορισμών, καθώς και της διασφάλισης γενικής ισορροπίας μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τα συμβαλλόμενα μέρη επανεξετάζουν το παρόν κεφάλαιο και τους πίνακες συγκεκριμένων υποχρεώσεών τους το αργότερο τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας και, ακολούθως, ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Ως αποτέλεσμα αυτής της επανεξέτασης, η επιτροπή εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών, των επενδύσεων και των δημοσίων συμβάσεων, η οποία ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 16.2 (Ειδικές επιτροπές), μπορεί να αποφασίσει να τροποποιήσει τους σχετικούς πίνακες συγκεκριμένων υποχρεώσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΝΕΑ

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 9.1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου:

α)    «εμπορικά αγαθά και υπηρεσίες»: ο τύπος αγαθών και υπηρεσιών που γενικά πωλούνται ή προτείνονται προς πώληση στην εμπορική αγορά σε μη δημόσιους φορείς-αγοραστές για μη δημόσιους σκοπούς, από τους οποίους και αγοράζονται συνήθως·


β)    «ανταγωνιστική δραστηριότητα»: με τον όρο αυτό νοείται, για την Ένωση:

i)    μια δραστηριότητα που πραγματοποιείται στο έδαφος ενός κράτους μέλους της Ένωσης και η οποία είναι απευθείας εκτεθειμένη στον ανταγωνισμό σε αγορές στις οποίες η πρόσβαση δεν είναι περιορισμένη· και

ii)    μια δραστηριότητα για την οποία μια αρμόδια αρχή στην Ένωση έχει εκδώσει απόφαση σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του σημείου i).

Για τους σκοπούς του στοιχείου β) σημείο i), το αν μια δραστηριότητα είναι απευθείας εκτεθειμένη στον ανταγωνισμό αποφασίζεται βάσει των χαρακτηριστικών των συγκεκριμένων αγαθών ή υπηρεσιών, της ύπαρξης εναλλακτικών αγαθών ή υπηρεσιών, των τιμών και της πραγματικής ή δυνητικής παρουσίας περισσότερων του ενός παρόχων των εν λόγω αγαθών ή υπηρεσιών·

γ)    «κατασκευαστικές υπηρεσίες»: η υπηρεσία που αποβλέπει στην εκτέλεση, ανεξαρτήτως μέσου, έργων πολιτικού μηχανικού ή ανέγερσης, κατά την έννοια του τμήματος 51 της προσωρινής κεντρικής ταξινόμησης προϊόντων των Ηνωμένων Εθνών (εφεξής «CPC»)·

δ)    «διορθωτικό μέτρο»: στο πλαίσιο των εγχώριων διαδικασιών προσφυγής, η ακύρωση ή η διασφάλιση της ακύρωσης των αποφάσεων που έχουν ληφθεί παράνομα από αναθέτοντα φορέα, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης των τεχνικών, οικονομικών ή χρηματοπιστωτικών προδιαγραφών που εισάγουν διακρίσεις στην πρόσκληση υποβολής προσφορών, στα έγγραφα της σύμβασης ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που έχει σχέση με τη διαδικασία σύναψης συμβάσεων·

ε)    «ηλεκτρονικός πλειστηριασμός»: η επαναληπτική διαδικασία που περιλαμβάνει τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων τα οποία επιτρέπουν στους παρόχους να παρουσιάζουν είτε νέες τιμές είτε νέες αξίες ποσοτικοποιήσιμων, μη συνδεόμενων με τις τιμές, στοιχείων μιας προσφοράς σχετικά με τα κριτήρια αξιολόγησης, ή και αμφότερες, επιτρέποντας την κατάταξη ή την ανακατάταξη των προσφορών·


στ)    «γραπτώς» ή «εγγράφως»: κάθε έκφραση που αποτελείται από λέξεις ή αριθμούς η οποία είναι δυνατό να αναγνωσθεί, να αναπαραχθεί και εν συνεχεία να κοινοποιηθεί. Μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες που διαβιβάζονται και αποθηκεύονται ηλεκτρονικά·

ζ)    ο όρος «νομικό πρόσωπο» έχει την έννοια που ορίζεται στην παράγραφο β) του άρθρου 8.2 (Ορισμοί)·

η)    οι όροι «νομικό πρόσωπο της Ένωσης» ή «νομικό πρόσωπο της Σινγκαπούρης» έχουν την έννοια που ορίζεται στην παράγραφο γ) του άρθρου 8.2 (Ορισμοί)·

θ)    «διαγωνισμός με απευθείας ανάθεση»: η μέθοδος σύναψης σύμβασης στο πλαίσιο της οποίας ο αναθέτων φορέας απευθύνεται σε πάροχο ή παρόχους της επιλογής του·

ι)    νομικό πρόσωπο «με τοπική έδρα»: ένα νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο σε ένα συμβαλλόμενο μέρος το οποίο ανήκει ή ελέγχεται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.

Ένα νομικό πρόσωπο:

i)    «ανήκει» σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα του άλλου συμβαλλόμενου μέρους εάν πάνω από το 50 % του μετοχικού κεφαλαίου του ανήκει κατά πλήρη κυριότητα σε πρόσωπα του άλλου μέρους· και

ii)    «ελέγχεται» από φυσικά ή νομικά πρόσωπα του άλλου συμβαλλόμενου μέρους εάν αυτά έχουν το δικαίωμα να ορίζουν την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού συμβουλίου του ή να διευθύνουν νομίμως τις δραστηριότητές του·

ια)    «μέτρο»: κάθε νόμος, κανονισμός, διαδικασία, διοικητική οδηγία ή πρακτική, ή οποιαδήποτε ενέργεια αναθέτοντος φορέα η οποία αφορά καλυπτόμενες συμβάσεις·


ιβ)    «κατάλογος πολλαπλής χρήσης»: ο κατάλογος των παρόχων για τους οποίους ο αναθέτων φορέας έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πληρούν τους όρους συμμετοχής στον εν λόγω κατάλογο, τον οποίο ο αναθέτων φορέας προτίθεται να χρησιμοποιήσει περισσότερες από μία φορές·

ιγ)    «προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης»: η προκήρυξη που δημοσιεύεται από αναθέτοντα φορέα, με την οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι πάροχοι να υποβάλουν αίτηση συμμετοχής, προσφορά ή και τα δύο·

ιδ)    «αντισταθμιστικές ρήτρες»: οιεσδήποτε προϋποθέσεις ή δεσμεύσεις που ενθαρρύνουν την τοπική ανάπτυξη ή τη βελτίωση του ισοζυγίου πληρωμών ενός συμβαλλόμενου μέρους, όπως η χρήση τοπικού περιεχομένου, η χορήγηση αδειών εκμετάλλευσης τεχνολογίας, οι επενδύσεις, το αντισταθμιστικό εμπόριο και παρόμοιες ενέργειες ή απαιτήσεις·

ιε)    «διαγωνισμός με ανοικτή διαδικασία»: η μέθοδος σύναψης σύμβασης στο πλαίσιο της οποίας όλοι οι ενδιαφερόμενοι πάροχοι δύνανται να υποβάλουν προσφορά·

ιστ)    «ιδιωτικοποιημένος»: για τη Σινγκαπούρη, με τον όρο αυτό νοείται ένας φορέας ο οποίος έχει ανασυσταθεί από αναθέτοντα φορέα ή μέρος αυτού κατά τρόπο ώστε να αποτελεί νομικό πρόσωπο που ενεργεί σύμφωνα με εμπορικά κριτήρια όσον αφορά την προμήθεια αγαθών και το οποίο δεν δικαιούται πλέον να ασκεί κρατική εξουσία, παρότι το κράτος διαθέτει μετοχές ή διορίζει μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτού.

Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, όταν το κράτος διαθέτει μετοχές ή διορίζει κρατικό αξιωματούχο στο διοικητικό συμβούλιο ενός ιδιωτικοποιημένου φορέα, ο φορέας θεωρείται ότι ενεργεί σύμφωνα με εμπορικά κριτήρια όσον αφορά την αγορά αγαθών και υπηρεσιών, για παράδειγμα σε σχέση με τη διαθεσιμότητα, την τιμή και την ποιότητα των αγαθών και των υπηρεσιών, σε περίπτωση που το κράτος ή το διοικητικό συμβούλιο που ορίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν επηρεάζει και δεν κατευθύνει, άμεσα ή έμμεσα, τις αποφάσεις του συμβουλίου όσον αφορά την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών από τον φορέα·


ιζ)    «αναθέτων φορέας»: ένας φορέας που απαριθμείται στα παραρτήματα 9-Α, 9-Β ή 9-Γ·

ιη)    «προκριθείς πάροχος»: ένας πάροχος που αναγνωρίζεται από αναθέτοντα φορέα ότι έχει ικανοποιήσει τους όρους συμμετοχής·

ιθ)    «αναθεωρημένη ΣΔΣ»: ο όρος αυτός αναφέρεται στο κείμενο της συμφωνίας για τις δημόσιες συμβάσεις, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση σχετικά με τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων δυνάμει του άρθρου ΧΧΙV:7 της ΣΔΣ, η οποία ελήφθη στις 30 Μαρτίου 2012·

κ)    «διαγωνισμός με κλειστή διαδικασία»: μια μέθοδος σύναψης σύμβασης στο πλαίσιο της οποίας ο αναθέτων φορέας καλεί μόνον προκριθέντες παρόχους να υποβάλουν προσφορά·

κα)    «υπηρεσίες»: ο όρος αυτός περιλαμβάνει τις κατασκευαστικές υπηρεσίες, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά·

κβ)    «πρότυπο»: ένα έγγραφο εγκεκριμένο από αναγνωρισμένο όργανο, το οποίο προβλέπει, για συνήθη και επαναλαμβανόμενη χρήση, κανόνες, κατευθυντήριες γραμμές ή χαρακτηριστικά αγαθών ή υπηρεσιών, ή σχετικές διεργασίες και μεθόδους παραγωγής, η τήρηση των οποίων δεν είναι υποχρεωτική. Είναι επίσης δυνατό να περιλαμβάνει ή να αφορά αποκλειστικά τις απαιτήσεις ορολογίας, συμβόλων, συσκευασίας, σήμανσης ή τοποθέτησης ετικέτας οι οποίες ισχύουν για κάποιο αγαθό, υπηρεσία, διεργασία ή μέθοδο παραγωγής·

κγ)    «πάροχος»: πρόσωπο ή ομάδα προσώπων ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών, ανάλογα με την περίπτωση, που παρέχουν ή θα μπορούσαν να παρέχουν αγαθά ή υπηρεσίες·


κδ)    «τεχνική προδιαγραφή»: απαίτηση διαγωνισμού η οποία:

i)    ορίζει τα χαρακτηριστικά των αγαθών ή υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της ποιότητας, των επιδόσεων, της ασφάλειας και των διαστάσεων, ή τις διαδικασίες και μεθόδους για την παραγωγή ή την παροχή τους· ή

ii)    αφορά τις απαιτήσεις ορολογίας, συμβόλων, συσκευασίας, σήμανσης ή τοποθέτησης ετικέτας οι οποίες ισχύουν για κάποιο αγαθό ή υπηρεσία.

ΑΡΘΡΟ 9.2

Πεδίο εφαρμογής και κάλυψη

Εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου

1.    Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται σε κάθε μέτρο που αφορά καλυπτόμενη σύμβαση, ανεξαρτήτως του αν αυτή συνάπτεται αποκλειστικά ή εν μέρει με ηλεκτρονικά μέσα.

2.    Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως καλυπτόμενη σύμβαση νοείται σύμβαση που συνάπτεται προς εξυπηρέτηση σκοπών του δημοσίου για την προμήθεια:

α)    αγαθών, υπηρεσιών ή οποιουδήποτε συνδυασμού αυτών:

i)    όπως προσδιορίζονται στα παραρτήματα 9-Α έως 9-Ζ κάθε συμβαλλόμενου μέρους· και


ii)    των οποίων η προμήθεια δεν πραγματοποιείται με σκοπό την πώληση ή τη μεταπώληση για εμπορικούς σκοπούς ή για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών με σκοπό την πώληση ή τη μεταπώληση για εμπορικούς σκοπούς·

β)    με οποιοδήποτε συμβατικό μέσο, συμπεριλαμβανομένων της αγοράς· της χρηματοδοτικής μίσθωσης· και της μίσθωσης ή της πώλησης με δόσεις, με ή χωρίς προαίρεση αγοράς· και τυχόν συμβάσεων σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, όπως ορίζονται στο παράρτημα 9-Θ·

γ)    για τα οποία η τιμή, όπως εκτιμάται σύμφωνα με τις παραγράφους 6 έως 8, είναι τουλάχιστον ίση με το αντίστοιχο κατώτατο όριο που προσδιορίζεται στα παραρτήματα 9-Α έως 9-Ζ, κατά τη χρονική στιγμή δημοσίευσης μιας προκήρυξης σύμφωνα με το άρθρο 9.6 (Προκηρύξεις)·

δ)    από αναθέτοντα φορέα· και

ε)    η οποία δεν αποκλείεται κατά τα λοιπά από την κάλυψη στην παράγραφο 3 ή στα παραρτήματα 9-Α έως 9-Ζ ενός συμβαλλόμενου μέρους.

3.    Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στα παραρτήματα 9-Α έως 9-Ζ, το παρόν κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται:

α)    για την απόκτηση ή μίσθωση γης, υφιστάμενων κτιρίων ή άλλης ακίνητης περιουσίας ή των σχετικών δικαιωμάτων·

β)    για εξωσυμβατικές συμφωνίες ή οποιαδήποτε μορφή ενίσχυσης που παρέχεται από ένα συμβαλλόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών συνεργασίας, των επιχορηγήσεων, των δανείων, της εισφοράς στο κεφάλαιο, των εγγυήσεων και των φορολογικών κινήτρων·


γ)    για την προμήθεια ή αγορά υπηρεσιών οικονομικής διαχείρισης ή θεματοφυλακίου, υπηρεσιών εκκαθάρισης και διαχείρισης για ρυθμιζόμενους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ή υπηρεσιών που αφορούν την πώληση, την απόσβεση και τη διανομή τίτλων δημόσιου χρέους, συμπεριλαμβανομένων των δανείων και των κρατικών ομολόγων, των εντόκων γραμματίων και άλλων τίτλων·

δ)    για δημόσιες συμβάσεις εργασίας·

ε)    για σύμβαση:

i)    με συγκεκριμένο στόχο την παροχή διεθνούς ενίσχυσης, συμπεριλαμβανομένης της αναπτυξιακής βοήθειας·

ii)    στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας ή όρου διεθνούς συμφωνίας που αφορά τη στάθμευση στρατιωτικών δυνάμεων ή την από κοινού εφαρμογή σχεδίων από τα συμβαλλόμενα κράτη· ή

iii)    στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας ή όρου διεθνούς οργανισμού, ή χρηματοδοτούμενη από διεθνείς επιχορηγήσεις, δάνεια ή άλλη μορφή ενίσχυσης, εφόσον η διαδικασία ή ο όρος που εφαρμόζεται δεν συνάδει με το παρόν κεφάλαιο.

4.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος προσδιορίζει τις ακόλουθες πληροφορίες στα παραρτήματα 9-Α έως 9-Ζ:

α)    στο παράρτημα 9-Α, τους φορείς της κεντρικής διοίκησης των οποίων οι δημόσιες συμβάσεις καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο·

β)    στο παράρτημα 9-Β, τους τοπικούς φορείς των οποίων οι δημόσιες συμβάσεις καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο·


γ)    στο παράρτημα 9-Γ, όλους τους άλλους φορείς των οποίων οι δημόσιες συμβάσεις καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο·

δ)    στο παράρτημα 9-Δ, τα αγαθά τα οποία καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο·

ε)    στο παράρτημα 9-Ε, τις υπηρεσίες, εκτός από τις κατασκευαστικές υπηρεσίες, οι οποίες καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο·

στ)    στο παράρτημα 9-ΣΤ, τις κατασκευαστικές υπηρεσίες οι οποίες καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο· και

ζ)    στο παράρτημα 9-Ζ, τυχόν γενικές σημειώσεις.

5.    Σε περίπτωση που ένας αναθέτων φορέας, στο πλαίσιο καλυπτόμενης σύμβασης, απαιτεί από πρόσωπα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 9-Α έως 9-Γ να συνάπτουν συμβάσεις σύμφωνα με ειδικές απαιτήσεις, για τις εν λόγω απαιτήσεις εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, το άρθρο 9.4 (Γενικές αρχές).

Αποτίμηση

6.    Κατά την εκτίμηση της αξίας μιας σύμβασης προκειμένου να εξακριβωθεί αν πρόκειται για καλυπτόμενη σύμβαση, ο αναθέτων φορέας:

α)    δεν διαιρεί τη σύμβαση σε χωριστές συμβάσεις, ούτε επιλέγει ή χρησιμοποιεί μια συγκεκριμένη μέθοδο αποτίμησης για την εκτίμηση της αξίας της σύμβασης με σκοπό τον πλήρη ή εν μέρει αποκλεισμό της από την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου· και

β)    περιλαμβάνει την εκτιμώμενη μέγιστη συνολική αξία της σύμβασης καθ’ όλη τη διάρκειά της, ανεξαρτήτως του αν συνάπτεται με έναν ή περισσότερους παρόχους, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις μορφές αμοιβής, όπως:


i)    ασφάλιστρα, τέλη, προμήθειες και τόκους· και

ii)    όταν η σύμβαση προβλέπει δυνατότητα δικαιωμάτων προαίρεσης, τη συνολική αξία των εν λόγω δικαιωμάτων.

7.    Όταν μια συγκεκριμένη απαίτηση σε σύμβαση έχει ως αποτέλεσμα τη σύναψη περισσότερων από μία συμβάσεων ή τη σύναψη συμβάσεων σε χωριστά μέρη (εφεξής «επαναλαμβανόμενες συμβάσεις»), ο υπολογισμός της εκτιμώμενης μέγιστης συνολικής αξίας βασίζεται:

α)    στην αξία των επαναλαμβανόμενων συμβάσεων για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών του ιδίου τύπου οι οποίες έχουν συναφθεί κατά το προηγούμενο δωδεκάμηνο ή κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος του αναθέτοντος φορέα, προσαρμοσμένη, κατά το δυνατόν, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι προβλεπόμενες μεταβολές στην ποσότητα ή την αξία των αγαθών ή υπηρεσιών που θα παρασχεθούν κατά το επόμενο δωδεκάμηνο· ή

β)    την εκτιμώμενη αξία των επαναλαμβανόμενων συμβάσεων για την παροχή αγαθών και υπηρεσιών του ιδίου τύπου οι οποίες θα συναφθούν κατά το επόμενο δωδεκάμηνο μετά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης ή το οικονομικό έτος του αναθέτοντος φορέα.

8.    Σε περίπτωση σύναψης σύμβασης για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών μέσω χρηματοδοτικής μίσθωσης, μίσθωσης ή πώλησης με δόσεις, ή σύναψης σύμβασης για την οποία δεν προσδιορίζεται συνολική τιμή, η βάση της αποτίμησης είναι:

α)    για σύμβαση ορισμένου χρόνου:

i)    εφόσον η διάρκεια της σύμβασης είναι δώδεκα μήνες ή λιγότερο, η εκτιμώμενη συνολική μέγιστη αξία για όλη τη διάρκειά της· ή


ii)    εφόσον η διάρκεια της σύμβασης υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, η συνολική εκτιμώμενη μέγιστη αξία, συμπεριλαμβανομένης τυχόν εκτιμώμενης υπολειπόμενης αξίας·

β)    εάν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, η εκτιμώμενη μηνιαία δόση πολλαπλασιασμένη επί σαράντα οχτώ· και

γ)    όταν δεν είναι βέβαιο αν η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, εφαρμόζεται το στοιχείο β).

ΑΡΘΡΟ 9.3

Εξαιρέσεις για λόγους ασφάλειας και γενικές εξαιρέσεις

1.    Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν θεωρείται ότι εμποδίζει κάποιο συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε ενέργειες ή να μην αποκαλύπτει πληροφορίες τις οποίες κρίνει αναγκαίες για την προάσπιση των ουσιωδών συμφερόντων ασφάλειάς του και οι οποίες αφορούν την προμήθεια οπλισμού, πυρομαχικών ή πολεμικού υλικού ή αφορούν δημόσιες συμβάσεις απαραίτητες για την εθνική ασφάλεια ή την εθνική άμυνα.

2.    Υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέτρα δεν εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να συνιστούν μέσο αυθαίρετης ή αδικαιολόγητης διακριτικής μεταχείρισης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών όταν επικρατούν παρόμοιες συνθήκες ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του διεθνούς εμπορίου, καμία από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν θεωρείται ότι εμποδίζει κάποιο συμβαλλόμενο μέρος να θεσπίζει ή να επιβάλλει μέτρα:

α)    τα οποία είναι αναγκαία για την προστασία της δημόσιας ηθικής, τάξης ή ασφάλειας·


β)    είναι αναγκαία για την προστασία της ζωής ή της υγείας των ανθρώπων, των ζώων ή των φυτών·

γ)    τα οποία είναι αναγκαία για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας· ή

δ)    τα οποία αφορούν αγαθά ή υπηρεσίες ατόμων με αναπηρία, φιλανθρωπικών ιδρυμάτων ή εργασίας στις φυλακές.

ΑΡΘΡΟ 9.4

Γενικές αρχές

Εθνική μεταχείριση και αποφυγή διακρίσεων

1.    Σε ό,τι αφορά οποιοδήποτε μέτρο σχετικό με καλυπτόμενη σύμβαση, κάθε συμβαλλόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των αναθετόντων φορέων του, παρέχει άμεσα και ανεπιφύλακτα στα αγαθά και τις υπηρεσίες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους και στους παρόχους του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, μεταχείριση όχι λιγότερο ευνοϊκή από αυτή που παρέχει το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των αναθετόντων φορέων του, στα εγχώρια αγαθά, υπηρεσίες και παρόχους.

2.    Σε ό,τι αφορά οποιοδήποτε μέτρο σχετικό με καλυπτόμενη σύμβαση, κάθε συμβαλλόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των αναθετόντων φορέων του:

α)    δεν επιφυλάσσει σε πάροχο με τοπική έδρα στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτή που επιφυλάσσει σε άλλο πάροχο με τοπική έδρα ανάλογα με τον βαθμό ξένης συμμετοχής ή ιδιοκτησίας· ή


β)    δεν εφαρμόζει διακριτική μεταχείριση έναντι παρόχου με τοπική έδρα, με βάση το σκεπτικό ότι τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που παρέχει ο εν λόγω πάροχος στο πλαίσιο συγκεκριμένης σύμβασης αποτελούν αγαθά ή υπηρεσίες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.

Χρήση ηλεκτρονικών μέσων

3.    Κατά τη σύναψη καλυπτόμενης σύμβασης με ηλεκτρονικά μέσα, ο αναθέτων φορέας:

α)    εξασφαλίζει ότι η σύμβαση συνάπτεται με τη χρήση γενικά διαθέσιμων συστημάτων τεχνολογίας πληροφοριών και λογισμικού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την επαλήθευση και την κρυπτογράφηση των πληροφοριών, τα οποία είναι γενικά διαθέσιμα και διαλειτουργικά με άλλα γενικά διαθέσιμα συστήματα τεχνολογίας πληροφοριών και λογισμικό· και

β)    διατηρεί μηχανισμούς που εξασφαλίζουν, αφενός, την ακεραιότητα των αιτήσεων συμμετοχής και των προσφορών, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού του χρόνου παραλαβής τους, και, αφετέρου, την πρόληψη της μη ενδεδειγμένης πρόσβασης.

Σύναψη συμβάσεων

4.    Ο αναθέτων φορέας προβαίνει στη σύναψη καλυπτόμενων συμβάσεων κατά τρόπο διαφανή και αμερόληπτο ο οποίος:

α)    είναι σύμφωνος με το παρόν κεφάλαιο, μέσω της χρήσης μεθόδων όπως οι διαγωνισμοί με ανοικτή διαδικασία, κλειστή διαδικασία και απευθείας ανάθεση·

β)    αποφεύγει τη σύγκρουση συμφερόντων· και

γ)    προλαμβάνει πρακτικές διαφθοράς.


Κανόνες καταγωγής

5.    Για τους σκοπούς των καλυπτόμενων συμβάσεων, κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να εφαρμόζει σε αγαθά ή υπηρεσίες που εισάγονται ή παρέχονται από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος κανόνες καταγωγής διαφορετικούς από τους κανόνες καταγωγής τους οποίους εφαρμόζει παράλληλα κατά τις συνήθεις εμπορικές δραστηριότητες σε εισαγωγές ή προμήθειες των ιδίων αγαθών ή υπηρεσιών από το ίδιο συμβαλλόμενο μέρος.

Αντισταθμιστικές ρήτρες

6.    Σε ό,τι αφορά τις καλυπτόμενες συμβάσεις, τα συμβαλλόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των αναθετόντων φορέων τους, δεν ζητούν, δεν λαμβάνουν υπόψη, δεν επιβάλλουν και δεν εφαρμόζουν αντισταθμιστικές ρήτρες.

Μέτρα που δεν αφορούν ειδικά τις συμβάσεις

7.    Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται: στους δασμούς και κάθε είδους επιβαρύνσεις που επιβάλλονται κατά την εισαγωγή ή συνδέονται με αυτή, ούτε στον τρόπο είσπραξης των εν λόγω δασμών και επιβαρύνσεων ή στους λοιπούς κανονισμούς και διατυπώσεις κατά την εισαγωγή και στα μέτρα που αφορούν συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών πλην των μέτρων που διέπουν τις καλυπτόμενες συμβάσεις.

ΑΡΘΡΟ 9.5

Πληροφορίες σχετικά με το σύστημα δημοσίων συμβάσεων

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος:


α)    δημοσιεύει αμέσως κάθε νόμο, κανονιστική διάταξη, δικαστική απόφαση, διοικητική απόφαση γενικής εφαρμογής, τυπική συμβατική ρήτρα που εντέλλεται από νόμο ή κανονισμό και ενσωματώνεται διά παραπομπής σε προκηρύξεις ή τεύχη δημοπράτησης, και διαδικασίες που αφορούν καλυπτόμενες συμβάσεις, καθώς και κάθε τροποποίηση αυτών, σε επίσημα αναγνωρισμένα ηλεκτρονικά ή έντυπα μέσα ευρείας κυκλοφορίας στα οποία έχει εύκολη πρόσβαση το κοινό· και

β)    παρέχει εξηγήσεις σχετικά στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, εφόσον του ζητηθούν.

2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος προσδιορίζει στο παράρτημα 9-Η:

α)    τα ηλεκτρονικά ή έντυπα μέσα στα οποία δημοσιεύει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)    τα ηλεκτρονικά ή έντυπα μέσα στα οποία δημοσιεύει τις προκηρύξεις που απαιτούνται από το άρθρο 9.6 (Προκηρύξεις), την παράγραφο 8 του άρθρου 9.8 (Πρόκριση των παρόχων) και την παράγραφο 2 του άρθρου 9.15 (Διαφάνεια των πληροφοριών σχετικά με τις συμβάσεις).

3.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος κοινοποιεί αμέσως στην επιτροπή εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών, των επενδύσεων και των δημοσίων συμβάσεων, η οποία ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 16.2 (Ειδικές επιτροπές), οποιαδήποτε τροποποίηση των πληροφοριών του συμβαλλόμενου μέρους οι οποίες προσδιορίζονται στο παράρτημα 9-Η.


ΑΡΘΡΟ 9.6

Προκηρύξεις

Προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης

1.    Για κάθε καλυπτόμενη σύμβαση, ο αναθέτων φορέας δημοσιεύει προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης, η οποία είναι άμεσα προσβάσιμη ηλεκτρονικά χωρίς επιβάρυνση, μέσω ενιαίου σημείου πρόσβασης, εκτός από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στο άρθρο 9.12 (Διαγωνισμοί με απευθείας ανάθεση). Η προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης παραμένει άμεσα προσβάσιμη στο κοινό τουλάχιστον έως τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στην προκήρυξη. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος προσδιορίζει στο παράρτημα 9-Η το αντίστοιχο ηλεκτρονικό μέσο.

2.    Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν κεφάλαιο, κάθε προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης περιλαμβάνει:

α)    το όνομα και τη διεύθυνση του αναθέτοντος φορέα, καθώς και άλλες πληροφορίες που είναι απαραίτητες για να επικοινωνήσουν οι ενδιαφερόμενοι με τον φορέα και να λάβουν όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν τη σύμβαση, καθώς και το κόστος και τους όρους πληρωμής, εάν υπάρχουν·

β)    περιγραφή της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων της φύσης και της ποσότητας των αγαθών ή υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης ή, εάν η ποσότητα δεν είναι γνωστή, της εκτιμώμενης ποσότητας·

γ)    σε περίπτωση επαναλαμβανόμενων συμβάσεων, εάν είναι δυνατόν, κατ' εκτίμηση χρονοδιάγραμμα των επόμενων προκηρύξεων προβλεπόμενης σύμβασης·


δ)    περιγραφή τυχόν δικαιωμάτων προαίρεσης·

ε)    το χρονοδιάγραμμα για την παράδοση των αγαθών ή υπηρεσιών ή τη διάρκεια της σύμβασης·

στ)    τη μέθοδο σύναψης σύμβασης που θα χρησιμοποιηθεί και αν θα περιλαμβάνει διαπραγμάτευση ή ηλεκτρονικό πλειστηριασμό·

ζ)    ανάλογα με την περίπτωση, τη διεύθυνση και τυχόν καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή των αιτήσεων συμμετοχής στον διαγωνισμό·

η)    τη διεύθυνση και την καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή των προσφορών·

θ)    τη γλώσσα ή τις γλώσσες στις οποίες μπορούν να υποβληθούν οι προσφορές ή οι αιτήσεις συμμετοχής, εφόσον μπορούν να υποβληθούν σε γλώσσα άλλη από την επίσημη γλώσσα του συμβαλλόμενου μέρους του αναθέτοντος φορέα·

ι)    κατάλογο και σύντομη περιγραφή των όρων συμμετοχής των παρόχων, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων απαιτήσεων σχετικά με συγκεκριμένα έγγραφα ή πιστοποιητικά που πρέπει να υποβάλουν οι πάροχοι στο πλαίσιο του διαγωνισμού, εκτός εάν οι απαιτήσεις αυτές αναφέρονται ήδη στα τεύχη δημοπράτησης τα οποία διατίθενται σε όλους τους ενδιαφερόμενους παρόχους συγχρόνως με την προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης·

ια)    όταν, σύμφωνα με το άρθρο 9.8 (Πρόκριση των παρόχων), ένας αναθέτων φορέας προτίθεται να επιλέξει περιορισμένο αριθμό προκριθέντων παρόχων οι οποίοι θα κληθούν να υποβάλουν προσφορά, τα κριτήρια που θα χρησιμοποιηθούν για την επιλογή τους και, ανάλογα με την περίπτωση, τυχόν περιορισμούς στον αριθμό των παρόχων στους οποίους θα επιτραπεί να υποβάλουν προσφορά· και


ιβ)    διευκρίνιση ότι η σύμβαση καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία.

Περίληψη της προκήρυξης

3.    Σε κάθε περίπτωση προβλεπόμενης σύμβασης, ο αναθέτων φορέας δημοσιεύει εύκολα προσβάσιμη περίληψη της προκήρυξης, συγχρόνως με τη δημοσίευση της προκήρυξης προβλεπόμενης σύμβασης, σε μια από τις γλώσσες του ΠΟΕ. Η προκήρυξη περιλαμβάνει τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες:

α)    το αντικείμενο της σύμβασης·

β)    την καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή προσφορών ή, ανάλογα με την περίπτωση, τυχόν καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή αιτήσεων συμμετοχής στον διαγωνισμό ή συμπερίληψης σε κατάλογο πολλαπλής χρήσης· και

γ)    τη διεύθυνση στην οποία μπορούν να ζητηθούν έγγραφα σχετικά με τη σύμβαση.

Προκήρυξη προγραμματιζόμενης σύμβασης

4.    Οι αναθέτοντες φορείς ενθαρρύνονται να δημοσιεύουν ηλεκτρονικά, μέσω του ενιαίου σημείου πρόσβασης που χρησιμοποιείται για τη δημοσίευση των προκηρύξεων προβλεπόμενης σύμβασης, και όσο το δυνατόν νωρίτερα κάθε οικονομικό έτος, προκήρυξη σχετικά με τις συμβάσεις που έχουν προγραμματίσει για το μέλλον (εφεξής «προκήρυξη προγραμματιζόμενης σύμβασης»). Η προκήρυξη αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει το αντικείμενο της σύμβασης και την προγραμματισμένη ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης προβλεπόμενης σύμβασης.


5.    Οι αναθέτοντες φορείς που αναφέρονται στο παράρτημα 9-Β ή 9-Γ μπορούν να χρησιμοποιήσουν μια προκήρυξη προγραμματιζόμενης σύμβασης ως προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης εφόσον αυτή περιλαμβάνει, αφενός, όσες από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι διαθέσιμες και, αφετέρου, δήλωση ότι οι ενδιαφερόμενοι πάροχοι πρέπει να εκδηλώσουν το σχετικό ενδιαφέρον τους στον αναθέτοντα φορέα.

ΑΡΘΡΟ 9.7

Όροι συμμετοχής

1.    Ο αναθέτων φορέας περιορίζει τους όρους συμμετοχής σε έναν διαγωνισμό σε εκείνους που είναι απαραίτητοι ώστε να εξασφαλίζεται ότι ο πάροχος διαθέτει τις νομικές, εμπορικές, τεχνικές και χρηματοοικονομικές δυνατότητες για να αναλάβει τη σχετική προμήθεια.

2.    Κατά τον καθορισμό των όρων συμμετοχής, ο αναθέτων φορέας:

α)    δεν μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή ενός παρόχου σε έναν διαγωνισμό την ανάθεση σε αυτόν στο παρελθόν μίας ή περισσότερων συμβάσεων από αναθέτοντα φορέα ενός συμβαλλομένου μέρους ή την προηγούμενη πείρα του παρόχου στο έδαφος του εν λόγω συμβαλλομένου μέρους· και

β)    μπορεί να απαιτεί προηγούμενη πείρα στον σχετικό τομέα, εφόσον αυτή είναι ουσιαστικής σημασίας για την εκπλήρωση των απαιτήσεων της σύμβασης.

3.    Προκειμένου να κρίνει εάν ένας πάροχος πληροί τους όρους συμμετοχής, ο αναθέτων φορέας:


α)    αξιολογεί τις οικονομικές δυνατότητες καθώς και τις εμπορικές και τεχνικές ικανότητες του παρόχου βάσει των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, τόσον εντός όσο και εκτός του εδάφους του συμβαλλόμενου μέρους του αναθέτοντος φορέα· και

β)    βασίζει την αξιολόγησή του στους όρους που έχει προσδιορίσει εκ των προτέρων στις προκηρύξεις ή στα τεύχη δημοπράτησης.

4.    Εφόσον υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, ένα συμβαλλόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των αναθετόντων φορέων του, μπορεί να αποκλείσει έναν πάροχο για λόγους όπως:

α)    πτώχευση·

β)    ψευδείς δηλώσεις·

γ)    σημαντικές ή συνεχιζόμενες ελλείψεις κατά την εκπλήρωση ουσιαστικής απαίτησης ή υποχρέωσης βάσει προηγούμενης σύμβασης ή συμβάσεων·

δ)    τελεσίδικες αποφάσεις για σοβαρά ποινικά αδικήματα ή άλλες σοβαρές αξιόποινες πράξεις·

ε)    επαγγελματικά παραπτώματα ή πράξεις ή παραλείψεις που έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην εμπορική ακεραιότητα του παρόχου· ή

στ)    μη καταβολή φόρων.


ΑΡΘΡΟ 9.8

Πρόκριση των παρόχων

Συστήματα εγγραφής και διαδικασίες πρόκρισης

1.    Ένα συμβαλλόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των αναθετόντων φορέων του, μπορεί να διατηρεί ένα σύστημα καταχώρισης παρόχων, στο πλαίσιο του οποίου οι ενδιαφερόμενοι πάροχοι οφείλουν να καταχωρίζουν και να υποβάλλουν ορισμένες πληροφορίες.

2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι:

α)    οι αναθέτοντες φορείς του καταβάλλουν προσπάθειες ελαχιστοποίησης των διαφορών όσον αφορά τις διαδικασίες πρόκρισής τους· και

β)    όταν οι αναθέτοντες φορείς του διατηρούν συστήματα καταχώρισης, καταβάλλουν προσπάθειες ελαχιστοποίησης των διαφορών όσον αφορά τα συστήματα καταχώρισής τους.

3.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των αναθετόντων φορέων του, δεν εγκρίνει και δεν εφαρμόζει κανένα σύστημα καταχώρισης ή διαδικασία πρόκρισης με σκοπό ή με αποτέλεσμα τη δημιουργία περιττών εμποδίων στη συμμετοχή των παρόχων του άλλου συμβαλλόμενου μέρους στον διαγωνισμό του.

Διαγωνισμός με κλειστή διαδικασία

4.    Σε περίπτωση που ένας αναθέτων φορέας προτίθεται να προκηρύξει διαγωνισμό με κλειστή διαδικασία, ο εν λόγω φορέας:


α)    περιλαμβάνει στην προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης τουλάχιστον τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α), β), στ), ζ), ι), ια) και ιβ) του άρθρου 9.6 (Προκηρύξεις) και καλεί τους παρόχους να υποβάλουν αίτηση συμμετοχής· και

β)    παρέχει στους προκριθέντες παρόχους, έως την έναρξη της περιόδου υποβολής προσφορών, τουλάχιστον τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στην παράγραφο 2 στοιχεία γ), δ), ε), η) και θ) του άρθρου 9.6 (Προκηρύξεις), τις οποίες κοινοποιεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο β) του άρθρου 9.10 (Χρονικές περίοδοι).

5.    Ο αναθέτων φορέας επιτρέπει σε όλους τους προκριθέντες παρόχους να συμμετέχουν σε μια συγκεκριμένη δημόσια σύμβαση, εκτός εάν αναφέρει στην προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης οποιονδήποτε περιορισμό στον αριθμό των παρόχων στους οποίους θα επιτραπεί να υποβάλουν προσφορές, καθώς και τα κριτήρια επιλογής του περιορισμένου αριθμού των παρόχων. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των παρόχων που επιτρέπεται να υποβάλουν προσφορά πρέπει να είναι επαρκής για τη διασφάλιση του ανταγωνισμού, χωρίς να θίγεται η λειτουργική απόδοση του συστήματος δημοσίων συμβάσεων.

6.    Στις περιπτώσεις που τα τεύχη δημοπράτησης δεν διατίθεται δημόσια από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, ο αναθέτων φορέας μεριμνά ώστε τα εν λόγω τεύχη να διατίθενται ταυτόχρονα σε όλους τους προκριθέντες προμηθευτές που επελέγησαν σύμφωνα με την παράγραφο 5.

Κατάλογοι πολλαπλής χρήσης

7.    Ο αναθέτων φορέας μπορεί να τηρεί κατάλογο πολλαπλής χρήσης παρόχων, με την προϋπόθεση ότι η σχετική προκήρυξη με την οποία καλούνται οι ενδιαφερόμενοι πάροχοι να υποβάλλουν αίτηση για να συμπεριληφθούν στον κατάλογο:

α)    δημοσιεύεται ετησίως· και


β)    εφόσον δημοσιεύεται ηλεκτρονικά, διατίθεται σε συνεχή βάση με ένα από τα κατάλληλα μέσα που απαριθμούνται στο παράρτημα 9-Η.

8.    Η προκήρυξη που προβλέπεται στην παράγραφο 7 περιλαμβάνει:

α)    περιγραφή των αγαθών ή υπηρεσιών, ή των κατηγοριών τους, για τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο κατάλογος·

β)    τους όρους συμμετοχής που πρέπει να πληρούν οι πάροχοι για να συμπεριληφθούν στον κατάλογο και τις μεθόδους που θα εφαρμόσει ο αναθέτων φορέας για να επαληθεύσει ότι ένας πάροχος ικανοποιεί τους όρους αυτούς·

γ)    το όνομα και τη διεύθυνση του αναθέτοντος φορέα, καθώς και άλλες πληροφορίες που είναι απαραίτητες για να επικοινωνήσουν οι ενδιαφερόμενοι με τον φορέα και να λάβουν όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν τον κατάλογο·

δ)    την περίοδο ισχύος του καταλόγου και τα μέσα για την ανανέωση ή τη λήξη ισχύος του ή, εφόσον δεν προβλέπεται περίοδος ισχύος, επισήμανση του τρόπου με τον οποίο θα ανακοινωθεί η λήξη ισχύος του καταλόγου· και

ε)    διευκρίνιση ότι ο κατάλογος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σύμβαση η οποία καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία.

9.    Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 7, εάν ο κατάλογος πολλαπλής χρήσης έχει ισχύ διάρκειας έως τριών ετών, ο αναθέτων φορέας δύναται να δημοσιεύει μόνο μία φορά την προκήρυξη που αναφέρεται στην παράγραφο 7, κατά την έναρξη της περιόδου ισχύος του καταλόγου, εφόσον:

α)    προσδιορίζει την περίοδο ισχύος και ότι δεν θα δημοσιευτούν περαιτέρω ανακοινώσεις· και


β)    δημοσιεύεται ηλεκτρονικά και διατίθεται σε συνεχή βάση κατά την περίοδο ισχύος του.

10.    Ο αναθέτων φορέας επιτρέπει στους παρόχους να υποβάλουν αίτηση για να συμπεριληφθούν στον κατάλογο πολλαπλής χρήσης και περιλαμβάνει στον κατάλογο όλους τους προκριθέντες παρόχους εντός εύλογα σύντομου χρονικού διαστήματος.

11.    Όταν ένας πάροχος που δεν περιλαμβάνεται σε κατάλογο πολλαπλής χρήσης υποβάλλει αίτηση συμμετοχής σε έναν διαγωνισμό με βάση κατάλογο πολλαπλής χρήσης, καθώς και όλα τα σχετικά απαιτούμενα έγγραφα, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9.10 (Χρονικές περίοδοι), ο αναθέτων φορέας εξετάζει την αίτηση. Ο αναθέτων φορέας δεν πρέπει να αποκλείει τον πάροχο από τους υποψηφίους για συμμετοχή στον διαγωνισμό με την αιτιολογία ότι δεν διαθέτει επαρκή χρόνο για να εξετάσει την αίτηση εκτός εάν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λόγω της πολυπλοκότητας του διαγωνισμού, δεν είναι σε θέση να ολοκληρώσει την εξέταση της αίτησης εντός της χρονικής περιόδου που διατίθεται για την υποβολή των προσφορών.

Φορείς του παραρτήματος 9-Γ

12.    Οι αναθέτοντες φορείς που προσδιορίζονται στο παράρτημα 9-Γ μπορούν να χρησιμοποιούν προκήρυξη με την οποία καλούνται οι πάροχοι να υποβάλουν αίτηση για να συμπεριληφθούν σε κατάλογο πολλαπλής χρήσης ως προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης, εφόσον:

α)    η προκήρυξη δημοσιεύεται σύμφωνα με την παράγραφο 7 και περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 8, όσες από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9.6 (Προκηρύξεις) είναι διαθέσιμες, καθώς και δήλωση ότι συνιστά προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης ή ότι μόνον οι πάροχοι που περιλαμβάνονται στον κατάλογο πολλαπλής χρήσης θα λάβουν περαιτέρω προκηρύξεις για συμβάσεις που καλύπτονται από τον κατάλογο πολλαπλής χρήσης· και


β)    ο φορέας παρέχει αμέσως στους παρόχους οι οποίοι του εκδήλωσαν το ενδιαφέρον τους για συγκεκριμένο διαγωνισμό επαρκείς πληροφορίες, βάσει των οποίων οι πάροχοι θα μπορέσουν να κρίνουν κατά πόσο τους συμφέρει η συμμετοχή τους στον διαγωνισμό, συμπεριλαμβανομένων όλων των υπόλοιπων πληροφοριών που απαιτούνται από την παράγραφο 2 του άρθρου 9.6 (Προκηρύξεις), εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες.

13.    Ένας αναθέτων φορέας που καλύπτεται από το παράρτημα 9-Γ μπορεί να επιτρέψει σε προμηθευτή ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση να συμπεριληφθεί σε κατάλογο πολλαπλής χρήσης σύμφωνα με την παράγραφο 10, να υποβάλει προσφορά για συγκεκριμένη σύμβαση, όταν υπάρχει επαρκής χρόνος ώστε ο αναθέτων φορέας να εξετάσει κατά πόσον ο προμηθευτής πληροί τους όρους συμμετοχής.

Ενημέρωση για τις αποφάσεις του αναθέτοντος φορέα

14.    Ο αναθέτων φορέας κοινοποιεί αμέσως σε κάθε πάροχο ο οποίος υποβάλλει αίτηση συμμετοχής ή συμπερίληψης σε κατάλογο πολλαπλής χρήσης την απόφασή του σχετικά με την αίτηση.

15.    Όταν ο αναθέτων φορέας απορρίπτει την αίτηση ενός παρόχου για συμμετοχή ή συμπερίληψη σε κατάλογο πολλαπλής χρήσης, παύει να αναγνωρίζει τον πάροχο ως προκριθέντα ή τον διαγράφει από κατάλογο πολλαπλής χρήσης, ενημερώνει αμέσως τον πάροχο και, κατόπιν αιτήματος του παρόχου, του παρέχει αμέσως γραπτή εξήγηση σχετικά με τους λόγους για την απόφασή του.


ΑΡΘΡΟ 9.9

Τεχνικές προδιαγραφές και τεύχη δημοπράτησης

Τεχνικές προδιαγραφές

1.    Ο αναθέτων φορέας δεν καταρτίζει, εγκρίνει ή εφαρμόζει τεχνικές προδιαγραφές, ούτε ορίζει διαδικασίες εκτίμησης της συμμόρφωσης με σκοπό ή με αποτέλεσμα τη δημιουργία περιττών εμποδίων στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές.

2.    Κατά τον καθορισμό των τεχνικών προδιαγραφών για τα παρεχόμενα αγαθά ή υπηρεσίες, ο αναθέτων φορέας, κατά περίπτωση:

α)    καθορίζει τις τεχνικές προδιαγραφές σε σχέση με τις επιδόσεις και τις λειτουργικές απαιτήσεις, και όχι τα σχεδιαστικά ή περιγραφικά χαρακτηριστικά· και

β)    βασίζει τις τεχνικές προδιαγραφές σε διεθνή πρότυπα, εφόσον υπάρχουν· σε διαφορετική περίπτωση, επιλέγει εθνικούς τεχνικούς κανονισμούς, αναγνωρισμένα εθνικά πρότυπα ή κώδικες κατασκευής.

3.    Όταν στις τεχνικές προδιαγραφές χρησιμοποιούνται σχεδιαστικά ή περιγραφικά χαρακτηριστικά, ο αναθέτων φορέας, κατά περίπτωση, θα πρέπει να αναφέρει ότι θα εξετάσει προσφορές ισοδύναμων αγαθών ή υπηρεσιών που αποδεδειγμένα πληρούν τις απαιτήσεις της σύμβασης; περιλαμβάνοντας φράσεις όπως π.χ. «ή ισοδύναμο» στα τεύχη δημοπράτησης.


4.    Ο αναθέτων φορέας δεν καθορίζει τεχνικές προδιαγραφές οι οποίες απαιτούν ή αναφέρονται σε συγκεκριμένο εμπορικό σήμα ή εμπορική ονομασία, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δικαίωμα δημιουργού, σχέδιο, τύπο, συγκεκριμένη καταγωγή, παραγωγό ή πάροχο, εκτός εάν δεν υπάρχει άλλος αρκετά ακριβής ή κατανοητός τρόπος περιγραφής των απαιτήσεων της σύμβασης και εφόσον, στις περιπτώσεις αυτές, ο φορέας περιλαμβάνει φράσεις όπως π.χ. «ή ισoδύναμo» στα τεύχη δημοπράτησης.

5.    Ο αναθέτων φορέας δεν ζητά ή δεν δέχεται, κατά τρόπο που να παρακωλύει τον ανταγωνισμό, συμβουλές που ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν κατά την κατάρτιση ή τη θέσπιση οποιασδήποτε τεχνικής προδιαγραφής για συγκεκριμένη σύμβαση από πρόσωπο που μπορεί να έχει εμπορικό συμφέρον σε σχέση με τη σύμβαση.

6.    Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, κάθε συμβαλλόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των αναθετόντων φορέων του, δύναται, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, να καταρτίζει, να θεσπίζει ή να εφαρμόζει τεχνικές προδιαγραφές για την προώθηση της διατήρησης των φυσικών πόρων ή για την προστασία του περιβάλλοντος.

7.    Όταν οι αναθέτοντες φορείς καθορίζουν περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά σε σχέση με τις επιδόσεις ή τις λειτουργικές απαιτήσεις, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), μπορούν να επιλέξουν να χρησιμοποιήσουν τις αναλυτικές προδιαγραφές ή, εν ανάγκη, τμήματά τους, όπως ορίζονται από τα οικολογικά σήματα που υφίστανται εντός της Ένωσης και στη Σινγκαπούρη, εφόσον:

α)    οι προδιαγραφές αυτές ενδείκνυνται για τον καθορισμό των χαρακτηριστικών των προμηθειών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης·

β)    οι απαιτήσεις του σήματος έχουν διαμορφωθεί με βάση επιστημονικά στοιχεία· και


γ)    οι προδιαγραφές αυτές είναι προσβάσιμες σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.

Τεύχη δημοπράτησης

8.    Ο αναθέτων φορέας θέτει στη διάθεση των παρόχων τα τεύχη δημοπράτησης τα οποία περιλαμβάνουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που θα επιτρέψουν στους παρόχους να καταρτίσουν και να υποβάλουν τις κατάλληλες προσφορές. Εάν δεν ορίζεται διαφορετικά στην προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης, τα εν λόγω τεύχη περιλαμβάνουν

α)    πλήρη περιγραφή της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων της φύσης και της ποσότητας των αγαθών ή υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης ή, εάν η ποσότητα δεν είναι γνωστή, της εκτιμώμενης ποσότητας, καθώς και τυχόν προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών προδιαγραφών, της πιστοποίησης σχετικά με την εκτίμηση της συμμόρφωσης, σχεδίων, σχεδιαγραμμάτων ή υλικού με οδηγίες·

β)    τυχόν όρους συμμετοχής των παρόχων, συμπεριλαμβανομένου καταλόγου πληροφοριών και εγγράφων που πρέπει να υποβάλουν οι πάροχοι σε σχέση με τους εν λόγω όρους συμμετοχής·

γ)    όλα τα κριτήρια αξιολόγησης που θα ληφθούν υπόψη από τον φορέα για την ανάθεση της σύμβασης και, εκτός από τις περιπτώσεις όπου το μόνο κριτήριο είναι η τιμή, τη σχετική σημασία αυτών των κριτηρίων·

δ)    σε περίπτωση κατά την οποία ο αναθέτων φορέας διεξάγει τον διαγωνισμό με ηλεκτρονικά μέσα, τυχόν απαιτήσεις επαλήθευσης και κρυπτογράφησης ή άλλες απαιτήσεις σχετικά με την υποβολή των πληροφοριών με ηλεκτρονικά μέσα·


ε)    σε περίπτωση κατά την οποία ο αναθέτων φορέας διεξάγει ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, τους κανόνες, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού των στοιχείων της προσφοράς που αφορούν τα κριτήρια αξιολόγησης βάσει των οποίων θα διεξαχθεί ο πλειστηριασμός·

στ)    σε περίπτωση κατά την οποία η αποσφράγιση των προσφορών διεξάγεται δημοσίως, την ημερομηνία, τον χρόνο και τον τόπο της αποσφράγισης, καθώς και, κατά περίπτωση, τα πρόσωπα στα οποία επιτρέπεται να παρίστανται·

ζ)    τυχόν άλλους όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των όρων πληρωμής και τυχόν περιορισμών όσον αφορά τα μέσα με τα οποία μπορούν να υποβληθούν οι προσφορές, π.χ. έντυπα ή ηλεκτρονικά· και

η)    τυχόν προθεσμίες για την παράδοση των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών.

9.    Για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας παράδοσης για τα παρεχόμενα αγαθά ή υπηρεσίες, ο αναθέτων φορέας λαμβάνει υπόψη παράγοντες όπως η πολυπλοκότητα του διαγωνισμού, η προβλεπόμενη έκταση των υπεργολαβιών και μια ρεαλιστική εκτίμηση του χρόνου που απαιτείται για την παραγωγή, τη διάθεση των αποθεμάτων και τη μεταφορά αγαθών από το σημείο εφοδιασμού ή για την παροχή υπηρεσιών.

10.    Οι αναθέτοντες φορείς μπορούν να θεσπίζουν περιβαλλοντικούς όρους σχετικά με την εκτέλεση μιας σύμβασης, εφόσον οι όροι αυτοί είναι συμβατοί με τους κανόνες που θεσπίζονται στο παρόν κεφάλαιο και προσδιορίζονται στην προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης ή σε άλλη προκήρυξη που χρησιμοποιείται ως προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης 32 ή στα τεύχη δημοπράτησης.


11.    Στα κριτήρια αξιολόγησης που καθορίζονται στην προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης ή σε άλλη προκήρυξη που χρησιμοποιείται ως προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης ή στα τεύχη δημοπράτησης μπορούν να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η τιμή και άλλοι συντελεστές κόστους, η ποιότητα, τα τεχνικά πλεονεκτήματα, τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά και οι όροι παράδοσης.

12.    Ο αναθέτων φορέας φροντίζει αμέσως ώστε:

α)    να καθιστά διαθέσιμα τα τεύχη δημοπράτησης, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ενδιαφερόμενοι πάροχοι έχουν επαρκή χρόνο για να υποβάλουν τις κατάλληλες προσφορές.

β)    να παρέχει, κατόπιν αιτήματος, τα τεύχη δημοπράτησης σε κάθε ενδιαφερόμενο πάροχο· και

γ)    να απαντά σε κάθε εύλογο αίτημα παροχής σχετικών πληροφοριών από ενδιαφερόμενο ή συμμετέχοντα πάροχο, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν προσφέρουν στον εν λόγω πάροχο πλεονέκτημα έναντι των άλλων παρόχων.

Τροποποιήσεις

13.    Σε περίπτωση που, πριν από την ανάθεση μιας σύμβασης, ο αναθέτων φορέας μεταβάλλει τα κριτήρια ή τις απαιτήσεις που προσδιορίζονται στην προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης ή σε άλλη προκήρυξη που χρησιμοποιείται ως προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης ή στα τεύχη δημοπράτησης που παρασχέθηκαν στους συμμετέχοντες παρόχους, ή τροποποιεί ή δημοσιεύει εκ νέου μια προκήρυξη ή ένα τεύχος δημοπράτησης, κοινοποιεί γραπτώς όλες αυτές τις τροποποιήσεις ή την τροποποιημένη ή εκ νέου δημοσιευμένη προκήρυξη ή τεύχος δημοπράτησης:


α)    σε όλους τους παρόχους που συμμετέχουν κατά τη χρονική στιγμή της μεταβολής, τροποποίησης ή εκ νέου δημοσίευσης, όταν αυτοί οι πάροχοι είναι γνωστοί στον φορέα, και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο διατέθηκαν οι αρχικές πληροφορίες· και

β)    εγκαίρως, ώστε οι εν λόγω πάροχοι να μπορούν να τροποποιήσουν τις προσφορές τους και, κατά περίπτωση, να υποβάλουν εκ νέου τις τροποποιημένες προσφορές.

ΑΡΘΡΟ 9.10

Χρονικές περίοδοι

Γενικά

1.    Ο αναθέτων φορέας παρέχει, σύμφωνα με τις δικές του εύλογες ανάγκες, επαρκή χρόνο στους παρόχους για να καταρτίσουν και να υποβάλουν αιτήσεις συμμετοχής και κατάλληλες προσφορές, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως:

α)    τη φύση και την πολυπλοκότητα του διαγωνισμού·

β)    την προβλεπόμενη έκταση των υπεργολαβιών· και

γ)    το χρόνο που απαιτείται για τη διαβίβαση των προσφορών με μη ηλεκτρονικά μέσα από σημεία της αλλοδαπής καθώς και της ημεδαπής όπου δεν χρησιμοποιούνται ηλεκτρονικά μέσα.


Οι εν λόγω χρονικές περίοδοι, συμπεριλαμβανομένης τυχόν παράτασής τους, είναι ίδιες για όλους τους ενδιαφερόμενους ή συμμετέχοντες παρόχους.

Προθεσμίες

2.    Ο αναθέτων φορέας που προκηρύσσει διαγωνισμούς με κλειστές διαδικασίες ορίζει ότι η τελική προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων συμμετοχής δεν είναι, καταρχήν, μικρότερη από είκοσι πέντε ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης προβλεπόμενης δημόσιας σύμβασης. Σε περίπτωση που, για λόγους έκτακτης ανάγκης οι οποίοι τεκμηριώνονται δεόντως από τον αναθέτοντα φορέα, η χρονική αυτή περίοδος καθίσταται πρακτικώς ανεφάρμοστη, μπορεί να μειωθεί σε όχι λιγότερες από δέκα ημέρες.

3.    Με την επιφύλαξη των παραγράφων 4, 5, 7 και 8, ο αναθέτων φορέας ορίζει ότι η καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή των προσφορών δεν είναι μικρότερη από σαράντα ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία:

α)    σε περίπτωση διαγωνισμού με ανοικτή διαδικασία, δημοσιεύεται η προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης· ή

β)    σε περίπτωση διαγωνισμού με κλειστή διαδικασία, ο φορέας κοινοποιεί στους παρόχους ότι θα κληθούν να υποβάλουν προσφορές, ανεξάρτητα από το αν χρησιμοποιεί κατάλογο πολλαπλής χρήσης.

4.    Ο αναθέτων φορέας μπορεί να μειώσει την χρονική περίοδο για την υποβολή των προσφορών που προβλέπεται στην παράγραφο 3 σε όχι λιγότερες από δέκα ημέρες, όταν:


α)    ο αναθέτων φορέας δημοσίευσε προκήρυξη προγραμματιζόμενης σύμβασης σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 9.6 (Προκηρύξεις) τουλάχιστον σαράντα ημέρες και όχι περισσότερους από δώδεκα μήνες πριν από τη δημοσίευση της προκήρυξης προβλεπόμενης σύμβασης, και η προκήρυξη προγραμματιζόμενης σύμβασης περιλαμβάνει:

i)    περιγραφή της σύμβασης·

ii)    τις κατά προσέγγιση καταληκτικές ημερομηνίες για την υποβολή των προσφορών ή των αιτήσεων συμμετοχής·

iii)    δήλωση ότι οι ενδιαφερόμενοι πάροχοι πρέπει να εκφράσουν στον αναθέτοντα φορέα το ενδιαφέρον τους για τη σύμβαση·

iv)    τη διεύθυνση από την οποία μπορούν να ζητηθούν έγγραφα σχετικά με τη σύμβαση· και

v)    όσες από τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 9.6 (Προκηρύξεις) για την προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης είναι διαθέσιμες·

β)    ο αναθέτων φορέας, εφόσον πρόκειται για επαναλαμβανόμενες συμβάσεις, αναφέρει στην αρχική προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης ότι στις επόμενες προκηρύξεις θα προσδιορίζονται οι χρονικές περίοδοι για την υποβολή προσφορών βάσει της παρούσας παραγράφου· ή

γ)    για λόγους έκτακτης ανάγκης οι οποίοι τεκμηριώνονται δεόντως από τον αναθέτοντα φορέα, η χρονική περίοδος για την υποβολή προσφορών η οποία ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 καθίσταται πρακτικώς ανεφάρμοστη.


5.    Ο αναθέτων φορέας μπορεί να μειώσει τη χρονική περίοδο για την υποβολή προσφορών που αναφέρεται στην παράγραφο 3 κατά πέντε ημέρες σε καθεμία από τις ακόλουθες περιστάσεις:

α)    η προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης δημοσιεύεται ηλεκτρονικά·

β)    όλα τα τεύχη δημοπράτησης διατίθενται με ηλεκτρονικά μέσα από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης προβλεπόμενης σύμβασης· και

γ)    οι προσφορές μπορούν να λαμβάνονται με ηλεκτρονικά μέσα από τον αναθέτοντα φορέα.

6.    Η χρήση της παραγράφου 5, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4, σε καμία περίπτωση δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της χρονικής περιόδου για την υποβολή προσφορών που προβλέπεται στην παράγραφο 3 σε λιγότερες από δέκα ημέρες από την ημερομηνία δημοσίευσης της προκήρυξης προβλεπόμενης σύμβασης.

7.    Κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που ένας αναθέτων φορέας προβεί στην αγορά εμπορικών αγαθών ή υπηρεσιών, ή οποιουδήποτε συνδυασμού αυτών, μπορεί να μειώσει τη χρονική περίοδο για την υποβολή προσφορών που προβλέπεται στην παράγραφο 3 σε όχι λιγότερες από δεκατρείς ημέρες, εφόσον συγχρόνως δημοσιεύσει ηλεκτρονικά τόσο την προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης όσο και τα τεύχη δημοπράτησης. Επιπλέον, σε περίπτωση που ο φορέας δέχεται επίσης την υποβολή προσφορών για εμπορικά αγαθά ή υπηρεσίες με ηλεκτρονικά μέσα, μπορεί να μειώσει τη χρονική περίοδο που προβλέπεται στην παράγραφο 3 σε όχι λιγότερες από δέκα ημέρες.

8.    Όταν ένας αναθέτων φορέας ο οποίος καλύπτεται από το παράρτημα 9-Β ή 9-Γ έχει επιλέξει το σύνολο ή μέρος των προκριθέντων παρόχων, η χρονική περίοδος για την υποβολή των προσφορών μπορεί να καθοριστεί με αμοιβαία συμφωνία μεταξύ του αναθέτοντος φορέα και των επιλεγμένων παρόχων. Εάν δεν υπάρξει συμφωνία, η περίοδος αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα ημέρες.


ΑΡΘΡΟ 9.11

Διαπραγματεύσεις

1.    Ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να προβλέπει τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων από τους οικείους αναθέτοντες φορείς:

α)    όταν ο φορέας έχει δηλώσει την πρόθεσή του να διεξαγάγει διαπραγματεύσεις στην προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης η οποία απαιτείται βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 9.6 (Προκηρύξεις)· ή

β)    όταν από την αξιολόγηση προκύπτει ότι καμία προσφορά δεν διαθέτει σαφώς τα περισσότερα πλεονεκτήματα όσον αφορά τα συγκεκριμένα κριτήρια αξιολόγησης που καθορίζονται στην προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης ή σε άλλη προκήρυξη που χρησιμοποιείται ως προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης ή στα τεύχη δημοπράτησης.

2.    Ο αναθέτων φορέας:

α)    διασφαλίζει ότι κάθε αποκλεισμός παρόχων που συμμετέχουν σε διαπραγματεύσεις διενεργείται σύμφωνα με τα κριτήρια αξιολόγησης που καθορίζονται στην προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης ή σε άλλη προκήρυξη που χρησιμοποιείται ως προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης ή στα τεύχη δημοπράτησης· και

β)    όταν ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις, ορίζει κοινή προθεσμία προκειμένου οι υπόλοιποι συμμετέχοντες πάροχοι να υποβάλουν τυχόν νέες ή αναθεωρημένες προσφορές.


ΑΡΘΡΟ 9.12

Διαγωνισμοί με απευθείας ανάθεση

1.    Εφόσον δεν χρησιμοποιεί αυτή τη διάταξη με σκοπό την αποφυγή του ανταγωνισμού μεταξύ των παρόχων ή με τρόπο που εισάγει διακρίσεις σε βάρος των παρόχων του άλλου συμβαλλόμενου μέρους ή προστατεύει τους εγχώριους παρόχους, ο αναθέτων φορέας μπορεί να χρησιμοποιήσει διαδικασία διαγωνισμού με απευθείας ανάθεση και να επιλέξει να μην εφαρμόσει το άρθρο 9.6 (Προκηρύξεις), το άρθρο 9.7 (Όροι συμμετοχής), το άρθρο 9.8 (Πρόκριση των παρόχων), τις παραγράφους 8 έως 13 του άρθρου 9.9 (Τεχνικές προδιαγραφές και τεύχη δημοπράτησης), το άρθρο 9.10 (Χρονικές περίοδοι), το άρθρο 9.11 (Διαπραγματεύσεις), το άρθρο 9.13 (Ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί) και το άρθρο 9.14 (Εξέταση προσφορών και ανάθεση συμβάσεων) μόνο σε κάποια από τις ακόλουθες περιστάσεις:

α)    όταν:

i)    δεν υποβλήθηκε καμία προσφορά και δεν έγινε καμία αίτηση συμμετοχής από παρόχους·

ii)    δεν υποβλήθηκαν προσφορές που να πληρούν τις ουσιώδεις απαιτήσεις των τευχών δημοπράτησης·

iii)    κανένας πάροχος δεν πληρούσε τους όρους συμμετοχής· ή

iv)    οι υποβληθείσες προσφορές υπήρξαν προϊόντα συμπαιγνίας·

εφόσον δεν τροποποιούνται κατά ουσιαστικό τρόπο οι απαιτήσεις των τευχών δημοπράτησης.


β)    όταν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες μπορούν να παρασχεθούν μόνον από έναν συγκεκριμένο πάροχο, και δεν υφίσταται εύλογη εναλλακτική λύση ούτε υποκατάστατα αγαθά ή υπηρεσίες για κάποιον από τους ακόλουθους λόγους:

i)    η απαίτηση αφορά έργο τέχνης·

ii)    την προστασία διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, δικαιωμάτων δημιουργού ή άλλων αποκλειστικών δικαιωμάτων· ή

iii)    ελλείψει ανταγωνισμού για τεχνικούς λόγους·

γ)    για συμπληρωματικές παραδόσεις αγαθών και υπηρεσιών από τον αρχικό πάροχο, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική σύμβαση, εφόσον η αλλαγή παρόχου για τα εν λόγω συμπληρωματικά αγαθά και υπηρεσίες:

i)    δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οικονομικούς ή τεχνικούς λόγους, όπως απαιτήσεις αμοιβαίας αντικατάστασης ή διαλειτουργικότητας με υφιστάμενο εξοπλισμό, λογισμικό, υπηρεσίες ή εγκαταστάσεις, η προμήθεια των οποίων έγινε βάσει της αρχικής σύμβασης· και

ii)    θα επέφερε σημαντικές δυσλειτουργίες ή διπλές δαπάνες για τον αναθέτοντα φορέα·

δ)    στο μέτρο που είναι αυστηρά αναγκαίο όταν, για λόγους εξαιρετικά έκτακτης ανάγκης που προκύπτει λόγω απρόβλεπτων για τον αναθέτοντα φορέα γεγονότων, ένας διαγωνισμός με ανοικτή ή κλειστή διαδικασία δεν θα επέτρεπε την εμπρόθεσμη παραλαβή των αγαθών ή των υπηρεσιών·

ε)    για αγαθά που αγοράζονται σε αγορά πρώτων υλών·


στ)    όταν ο αναθέτων φορέας προμηθεύεται πρωτότυπο ή πρώτο προϊόν ή υπηρεσία που έχουν αναπτυχθεί μετά από αίτημά του κατά τη διάρκεια και για τον σκοπό συγκεκριμένης σύμβασης για έρευνα, πείραμα, μελέτη ή πρωτότυπη ανάπτυξη. Η πρωτότυπη ανάπτυξη πρώτου αγαθού ή υπηρεσίας μπορεί να περιλαμβάνει περιορισμένη παραγωγή ή παροχή προκειμένου να ενσωματωθούν τα αποτελέσματα των επιτόπιων δοκιμών και να τεκμηριωθεί ότι το αγαθό ή η υπηρεσία είναι κατάλληλα για μαζική παραγωγή ή παροχή σε αποδεκτά ποιοτικά επίπεδα, αλλά δεν περιλαμβάνει τη μαζική παραγωγή ή παροχή με στόχο τη διασφάλιση της εμπορικής βιωσιμότητας ή την απόσβεση του κόστους έρευνας και ανάπτυξης·

ζ)    για αγορές που πραγματοποιούνται υπό εξαιρετικά ευνοϊκές προϋποθέσεις, οι οποίες εμφανίζονται μόνον σε πολύ σύντομη προθεσμία στην περίπτωση ασυνήθιστης διάθεσης προϊόντων, π.χ. από εκκαθάριση, διαχείριση περιουσίας ή πτώχευση, και όχι για συνήθεις αγορές από τακτικούς παρόχους· και

η)    όταν η σύμβαση ανατίθεται στον επιτυχόντα διαγωνισμού μελετών, εφόσον:

i)    ο διαγωνισμός έχει οργανωθεί κατά τρόπο που συνάδει με τις αρχές του παρόντος κεφαλαίου, ιδίως όσον αφορά τη δημοσίευση προκήρυξης προβλεπόμενης σύμβασης· και

ii)    οι συμμετέχοντες αξιολογούνται από ανεξάρτητη κριτική επιτροπή με σκοπό την ανάθεση σύμβασης μελετών στον επιτυχόντα.

2.    Ο αναθέτων φορέας καταρτίζει γραπτή έκθεση για κάθε σύμβαση που ανατίθεται βάσει της παραγράφου 1. Η έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει το όνομα του αναθέτοντος φορέα, την αξία και το είδος των παρεχόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, καθώς και δήλωση σχετικά με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και οι οποίες δικαιολογούν τη χρήση διαγωνισμού με απευθείας ανάθεση.


ΑΡΘΡΟ 9.13

Ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί

Σε περίπτωση που ο αναθέτων φορέας σκοπεύει να προσφύγει σε ηλεκτρονικό πλειστηριασμό με σκοπό τη σύναψη καλυπτόμενης σύμβασης, πριν από την έναρξη του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού γνωστοποιεί σε όλους τους συμμετέχοντες:

α)    τη μέθοδο αυτόματης αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένου του μαθηματικού τύπου, η οποία βασίζεται στα κριτήρια αξιολόγησης που ορίζονται στα τεύχη δημοπράτησης και η οποία θα χρησιμοποιηθεί στην αυτόματη κατάταξη ή ανακατάταξη κατά τον πλειστηριασμό·

β)    τα αποτελέσματα κάθε αρχικής αξιολόγησης των στοιχείων της προσφοράς τους, σε περίπτωση που η σύμβαση ανατίθεται με γνώμονα την πλέον συμφέρουσα προσφορά· και

γ)    κάθε άλλη σχετική πληροφορία όσον αφορά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού.

ΑΡΘΡΟ 9.14

Εξέταση προσφορών και ανάθεση συμβάσεων

Εξέταση προσφορών

1.    Ο αναθέτων φορέας λαμβάνει, αποσφραγίζει και εξετάζει όλες τις προσφορές σύμφωνα με διαδικασίες που εγγυώνται τη δίκαιη και αμερόληπτη ανάθεση των συμβάσεων, καθώς και το απόρρητο των προσφορών.


2.    Ο αναθέτων φορέας δεν επιβάλλει κυρώσεις σε πάροχο η προσφορά του οποίου λαμβάνεται εκπρόθεσμα, εφόσον η καθυστέρηση οφείλεται αποκλειστικά σε παράλειψη του αναθέτοντος φορέα.

3.    Όταν ο αναθέτων φορέας επιτρέπει σε κάποιον πάροχο να διορθώσει ακούσια τυπικά σφάλματα εντός του διαστήματος από την αποσφράγιση των προσφορών έως την ανάθεση της σύμβασης, ο αναθέτων φορέας παρέχει την ίδια δυνατότητα σε όλους τους συμμετέχοντες παρόχους.

Ανάθεση συμβάσεων

4.    Προκειμένου να εξεταστεί ενόψει ενδεχόμενης ανάθεσης, η προσφορά πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και, κατά τον χρόνο της αποσφράγισης, να συνάδει με τις ουσιώδεις απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στις προκηρύξεις και στα τεύχη δημοπράτησης· επίσης, πρέπει να υποβάλλεται από πάροχο ο οποίος πληροί τους όρους συμμετοχής.

5.    Εκτός εάν αποφασίσει ότι η ανάθεση της σύμβασης αντιβαίνει στο δημόσιο συμφέρον, ο αναθέτων φορέας αναθέτει τη σύμβαση στον πάροχο για τον οποίο έχει διαπιστωθεί ότι είναι σε θέση να εκπληρώσει τους όρους της σύμβασης και ο οποίος, αποκλειστικά βάσει των κριτηρίων αξιολόγησης που καθορίζονται στις προκηρύξεις και στα τεύχη δημοπράτησης, έχει υποβάλει:

α)    την πλέον συμφέρουσα προσφορά· ή

β)    στις περιπτώσεις όπου το μόνο κριτήριο είναι η τιμή, τη χαμηλότερη τιμή.


6.    Σε περίπτωση που o αναθέτων φορέας λάβει προσφορά σε τιμή ασυνήθιστα χαμηλότερη από τις τιμές των άλλων προσφορών που έχουν υποβληθεί, μπορεί να εξακριβώσει μέσω του παρόχου αν αυτός πληροί τους όρους συμμετοχής και είναι σε θέση να εκπληρώσει τους όρους της σύμβασης και/ή αν η τιμή λαμβάνει υπόψη τη χορήγηση επιδοτήσεων.

7.    Σε περίπτωση που ο αναθέτων φορέας διαπιστώσει ότι μια προσφορά είναι ασυνήθιστα χαμηλή λόγω χορήγησης επιδοτήσεων στον πάροχο, η προσφορά μπορεί να απορριφθεί αποκλειστικά για αυτόν τον λόγο μόνο μετά από διαβούλευση με τον πάροχο, και εφόσον ο πάροχος δεν είναι σε θέση να αποδείξει, εντός επαρκούς προθεσμίας την οποία ορίζει ο αναθέτων φορέας, ότι η χορήγηση της εν λόγω επιδότησης έγινε σύμφωνα με τις αρχές που αφορούν τις επιδοτήσεις και οι οποίες ορίζονται στην παρούσα συμφωνία.

8.    Ο αναθέτων φορέας δεν κάνει χρήση δικαιωμάτων προαίρεσης, δεν ακυρώνει διαγωνισμό ούτε τροποποιεί ανατεθείσες συμβάσεις κατά τρόπο που να καταστρατηγεί τις υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από το παρόν κεφάλαιο.

Άρθρο 9.15

Διαφάνεια των πληροφοριών σχετικά με τις συμβάσεις

Πληροφορίες που παρέχονται στους παρόχους

1.    Ο αναθέτων φορέας ενημερώνει το συντομότερο δυνατόν τους συμμετέχοντες παρόχους για τις αποφάσεις του όσον αφορά την ανάθεση της σύμβασης και, εφόσον του ζητηθεί από κάποιον πάροχο, το πράττει εγγράφως. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 9.16 (Κοινοποίηση πληροφοριών), ο αναθέτων φορέας γνωστοποιεί, κατόπιν αιτήματος, στους μη επιλεγέντες παρόχους τους λόγους για τους οποίους ο φορέας δεν επέλεξε την προσφορά τους, καθώς και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς.


Δημοσίευση των πληροφοριών σχετικά με την ανάθεση

2.    Εντός εβδομήντα δύο ημερών από την ανάθεση κάθε σύμβασης που καλύπτεται από το παρόν κεφάλαιο, ο αναθέτων φορέας δημοσιεύει ανακοίνωση στο κατάλληλο έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο που αναφέρεται στο παράρτημα 9-Η. Σε περίπτωση που η ανακοίνωση δημοσιευτεί μόνο σε ηλεκτρονικό μέσο, οι πληροφορίες παραμένουν στη διάθεση των ενδιαφερομένων για εύλογο χρονικό διάστημα. Η ανακοίνωση περιλαμβάνει τουλάχιστον τις παρακάτω πληροφορίες:

α)    περιγραφή των παρεχόμενων αγαθών ή υπηρεσιών·

β)    το όνομα και τη διεύθυνση του αναθέτοντος φορέα·

γ)    το όνομα και τη διεύθυνση του επιλεγέντος παρόχου·

δ)    την αξία της επιλεγείσας προσφοράς ή τις υψηλότερες και τις χαμηλότερες προσφορές που λήφθηκαν υπόψη για την ανάθεση της σύμβασης·

ε)    την ημερομηνία της ανάθεσης· και

στ)    τον τύπο της μεθόδου σύναψης σύμβασης που χρησιμοποιήθηκε και, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες χρησιμοποιήθηκε διαγωνισμός με απευθείας ανάθεση σύμφωνα με το άρθρο 9.12 (Διαγωνισμοί με απευθείας ανάθεση), περιγραφή των περιστάσεων που δικαιολογούν τη χρήση διαγωνισμού με απευθείας ανάθεση.


Διατήρηση εγγράφων, εκθέσεων και ηλεκτρονικής ιχνηλασιμότητας

3.    Κάθε αναθέτων φορέας διατηρεί, για περίοδο τουλάχιστον τριών ετών από την ημερομηνία ανάθεσης μιας σύμβασης:

α)    τα έγγραφα και τις εκθέσεις των διαδικασιών δημοπράτησης και ανάθεσης συμβάσεων που αφορούν καλυπτόμενες συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων που απαιτούνται βάσει του άρθρου 9.12 (Διαγωνισμοί με απευθείας ανάθεση)· και

β)    δεδομένα που διασφαλίζουν την ενδεδειγμένη ιχνηλασιμότητα όσον αφορά τη σύναψη καλυπτόμενης σύμβασης με ηλεκτρονικά μέσα.

Συγκέντρωση και χρήση στατιστικών

4.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος συμφωνεί να κοινοποιεί στο άλλο μέρος τα διαθέσιμα και συγκρίσιμα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τη σύμβαση που καλύπτεται από το παρόν κεφάλαιο.


ΑΡΘΡΟ 9.16

Κοινοποίηση πληροφοριών

Παροχή πληροφοριών στα συμβαλλόμενα μέρη

1.    Κατόπιν αιτήματος ενός συμβαλλόμενου μέρους, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος παρέχει αμέσως τις αναγκαίες πληροφορίες που επιτρέπουν να διαπιστωθεί αν η σύναψη της σύμβασης έγινε αδιάβλητα, αμερόληπτα και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς. Στις περιπτώσεις που η κοινοποίηση των πληροφοριών αυτών ενδέχεται να θίξει τον ανταγωνισμό σε μεταγενέστερους διαγωνισμούς, το συμβαλλόμενο μέρος που λαμβάνει τις πληροφορίες τις κοινοποιεί σε οποιονδήποτε πάροχο μόνο αφού ζητήσει τη γνώμη του συμβαλλόμενου μέρους που τις παρέσχε και σε συμφωνία με αυτό.

Μη κοινοποίηση πληροφοριών

2.    Κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης του παρόντος κεφαλαίου, κανένα συμβαλλόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των αναθετόντων φορέων του, δεν κοινοποιεί σε συγκεκριμένο πάροχο πληροφορίες που θα μπορούσαν να βλάψουν τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των παρόχων.

3.    Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν θεωρείται ότι επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των αναθετόντων φορέων, των αρχών και των οργάνων προσφυγής τους, να κοινοποιούν εμπιστευτικές πληροφορίες η κοινοποίηση των οποίων·

α)    θα εμπόδιζε την εφαρμογή του νόμου·

β)    θα μπορούσε να βλάψει τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ παρόχων·


γ)    θα έβλαπτε τα θεμιτά εμπορικά συμφέροντα συγκεκριμένων προσώπων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας· ή

δ)    θα ήταν, με άλλο τρόπο, αντίθετη στο δημόσιο συμφέρον.

ΑΡΘΡΟ 9.17

Εγχώριες διαδικασίες προσφυγής

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος προβλέπει διοικητική ή δικαστική διαδικασία προσφυγής έγκαιρη, αποτελεσματική, διαφανή και αμερόληπτη, η οποία επιτρέπει στους παρόχους να ασκήσουν προσφυγή:

α)    για παραβίαση του παρόντος κεφαλαίου· ή

β)    σε περίπτωση που ο πάροχος δεν έχει το δικαίωμα να προσφύγει άμεσα για παραβίαση του παρόντος κεφαλαίου δυνάμει της εγχώριας νομοθεσίας ενός συμβαλλόμενου μέρους, για μη τήρηση των μέτρων που έχει θεσπίσει το συμβαλλόμενο μέρος για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου,

στο πλαίσιο καλυπτόμενης σύμβασης σε σχέση με την οποία έχει ή είχε συμφέρον ο πάροχος. Σε κάθε περίπτωση, τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν ότι το όργανο προσφυγής, κατόπιν προσφυγής από πάροχο, μπορεί να εξετάζει τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί από τους αντίστοιχους αναθέτοντες φορείς τους σχετικά με το αν μια συγκεκριμένη σύμβαση εμπίπτει στις συμβάσεις που καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο.



Οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν τις προσφυγές πρέπει να δημοσιεύονται εγγράφως και να δημοσιοποιούνται με ηλεκτρονικά και/ή έντυπα μέσα.

2.    Σε περίπτωση καταγγελίας από πάροχο, στο πλαίσιο καλυπτόμενης σύμβασης σε σχέση με την οποία έχει ή είχε συμφέρον ο πάροχος, ότι έχει σημειωθεί παραβίαση ή παράλειψη σύμφωνα με την παράγραφο 1, το συμβαλλόμενο μέρος του αναθέτοντος φορέα που προβαίνει στη σύναψη σύμβασης παροτρύνει τον φορέα και τον πάροχο να επιδιώξουν την επίλυση του θέματος μέσω διαβουλεύσεων. Ο φορέας προβαίνει σε αμερόληπτη και έγκαιρη εξέταση όλων των καταγγελιών κατά τρόπο που να μη θίγεται η συμμετοχή του παρόχου σε τρέχοντες ή μελλοντικούς διαγωνισμούς, ούτε το δικαίωμά του να ζητήσει τη λήψη διορθωτικών μέτρων στο πλαίσιο της διοικητικής ή της δικαστικής διαδικασίας προσφυγής.

3.    Σε κάθε πάροχο παρέχεται επαρκής χρονική περίοδος για την κατάρτιση και την υποβολή προσφυγής, η οποία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να είναι μικρότερη από δέκα ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία του γνωστοποιείται ή θα πρέπει εύλογα να του έχει γνωστοποιηθεί η βάση της προσφυγής.

4.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος συστήνει ή ορίζει τουλάχιστον μία αμερόληπτη διοικητική ή δικαστική αρχή του, ανεξάρτητη από τους αναθέτοντες φορείς, η οποία είναι επιφορτισμένη με την παραλαβή και εξέταση της προσφυγής την οποία υποβάλλει ένας πάροχος στο πλαίσιο καλυπτόμενης σύμβασης.

5.    Σε περίπτωση που η αρχική εξέταση μιας προσφυγής γίνεται από όργανο άλλο από την αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 4, το υπόψη συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε ο πάροχος να μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της αρχικής απόφασης ενώπιον αμερόληπτης διοικητικής ή δικαστικής αρχής, ανεξάρτητης από τον αναθέτοντα φορέα η σύμβαση του οποίου συνιστά το αντικείμενο της προσφυγής.


6.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι, σε περίπτωση που το όργανο προσφυγής δεν είναι δικαστήριο, η απόφαση του υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ή ότι το εν λόγω όργανο εφαρμόζει διαδικασίες οι οποίες προβλέπουν ότι:

α)    ο αναθέτων φορέας απαντά εγγράφως στην προσφυγή και κοινοποιεί όλα τα σχετικά έγγραφα στο όργανο προσφυγής·

β)    οι συμμετέχοντες στη διαδικασία (εφεξής «συμμετέχοντες») έχουν το δικαίωμα ακρόασης προτού το όργανο προσφυγής αποφανθεί σχετικά με την προσφυγή·

γ)    οι συμμετέχοντες έχουν το δικαίωμα να εκπροσωπούνται και να συνοδεύονται·

δ)    οι συμμετέχοντες έχουν πρόσβαση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας·

ε)    οι συμμετέχοντες έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν τη διεξαγωγή ανοικτής διαδικασίας και την παρουσία μαρτύρων· και

στ)    το όργανο προσφυγής λαμβάνει τις αποφάσεις ή εκδίδει τις συστάσεις του το συντομότερο δυνατόν, εγγράφως, και με αιτιολόγηση για κάθε απόφαση ή σύσταση.

7.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει ή τηρεί διαδικασίες οι οποίες προβλέπουν:

α)    άμεσα προσωρινά μέτρα με τα οποία εξασφαλίζεται η δυνατότητα του παρόχου να συμμετάσχει στον διαγωνισμό. Τα μέτρα αυτά ενδέχεται να οδηγήσουν σε αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης συμβάσεων. Οι διαδικασίες μπορεί να προβλέπουν ότι, όταν πρέπει να αποφασιστεί η σκοπιμότητα εφαρμογής αυτών των μέτρων, θα μπορούν να λαμβάνονται υπόψη οι κυριότερες αρνητικές συνέπειες για τα εν λόγω συμφέροντα, συμπεριλαμβανομένου του δημόσιου συμφέροντος. Κάθε απόφαση για μη λήψη μέτρων αιτιολογείται εγγράφως· και


β)    σε περίπτωση που το όργανο προσφυγής αποφανθεί ότι υπήρξε παραβίαση ή παράλειψη όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, μπορεί να επιβάλει τη λήψη διορθωτικών μέτρων ή τη χορήγηση αποζημίωσης για τις απώλειες ή τις ζημίες που έχουν προκληθεί, η οποία είναι δυνατό να περιορίζεται είτε στο κόστος κατάρτισης της προσφοράς είτε στο κόστος της προσφυγής. Όταν μια σύμβαση έχει ήδη ανατεθεί, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προβλέπουν τη μη διαθεσιμότητα των διορθωτικών μέτρων.

ΑΡΘΡΟ 9.18

Τροποποίηση και διόρθωση της κάλυψης

Κοινοποίηση προτεινόμενης τροποποίησης

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ενημερώνει το άλλο μέρος για κάθε προτεινόμενη διόρθωση, μεταφορά φορέα από ένα παράρτημα σε άλλο, κατάργηση φορέα ή άλλη τροποποίηση (εφεξής «τροποποίηση») των παραρτημάτων 9-Α έως 9-Θ.

2.    Για κάθε προτεινόμενη κατάργηση φορέα από τα παραρτήματα 9-Α έως 9-Ζ με το αιτιολογικό ότι ο κρατικός έλεγχος ή επιρροή επί της καλυπτόμενης σύμβασης του εν λόγω φορέα έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί, το συμβαλλόμενο μέρος που προτείνει την τροποποίηση περιλαμβάνει στην κοινοποίηση στοιχεία που αποδεικνύουν την ουσιαστική εξάλειψη του εν λόγω κρατικού ελέγχου ή επιρροής. Ο κρατικός έλεγχος ή επιρροή επί της καλυπτόμενης σύμβασης φορέων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 9-Γ θεωρείται ότι έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί εάν:

α)    για την Ένωση, ο αναθέτων φορέας ασκεί ανταγωνιστική δραστηριότητα· και


β)    για τη Σινγκαπούρη, ο φορέας έχει ιδιωτικοποιηθεί.

Όταν ο κρατικός έλεγχος ή επιρροή επί της καλυπτόμενης σύμβασης ενός φορέα συμβαλλόμενου μέρους έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος δεν δικαιούται αντισταθμιστικές προσαρμογές.

3.    Για οποιαδήποτε άλλη προτεινόμενη τροποποίηση, το συμβαλλόμενο μέρος που προτείνει την τροποποίηση περιλαμβάνει στην κοινοποίηση πληροφορίες σχετικά με τις πιθανές συνέπειες της αλλαγής για την κάλυψη που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο. Όταν το συμβαλλόμενο μέρος που προτείνει την τροποποίηση προτείνει την πραγματοποίηση μεταβολών ήσσονος σημασίας ή τεχνικών διορθώσεων καθαρά τυπικού χαρακτήρα που δεν επηρεάζουν κάποια καλυπτόμενη σύμβαση, κοινοποιεί τις τροποποιήσεις αυτές τουλάχιστον κάθε δύο έτη.

Επίλυση ένστασης

4.    Σε περίπτωση ένστασης εκ μέρους του άλλου συμβαλλόμενου μέρους (εφεξής «ενιστάμενο μέρος») όσον αφορά την κοινοποίηση από το συμβαλλόμενο μέρος που προτείνει την τροποποίηση, τα συμβαλλόμενα μέρη επιδιώκουν την επίλυση της ένστασης μέσω διμερών διαβουλεύσεων, συμπεριλαμβανομένων, εφόσον είναι αναγκαίο, διαβουλεύσεων στο πλαίσιο της επιτροπής εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών, των επενδύσεων και των δημοσίων συμβάσεων, η οποία ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 16.2 (Ειδικές επιτροπές). Σε αυτές τις διαβουλεύσεις, τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν υπόψη:

α)    τα στοιχεία που σχετίζονται με την ουσιαστική εξάλειψη του κρατικού ελέγχου ή επιρροής επί της καλυπτόμενης σύμβασης ενός φορέα, στην περίπτωση κοινοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 2·

β)    στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν επηρεάζει την κάλυψη, στην περίπτωση κοινοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 3· και


γ)    απαιτήσεις σχετικές με την ανάγκη για αντισταθμιστικές προσαρμογές ή το επίπεδο των εν λόγω προσαρμογών, οι οποίες προκύπτουν από τροποποιήσεις που κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Οι προσαρμογές μπορούν να συνίστανται είτε σε αντισταθμιστική επέκταση της κάλυψης από το συμβαλλόμενο μέρος που προτείνει την τροποποίηση είτε στην κατάργηση ισοδύναμης κάλυψης από το ενιστάμενο μέρος, προκειμένου να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, καθώς και ένα συγκρίσιμο επίπεδο αμοιβαία αποδεκτής κάλυψης που προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο.

5.    Όταν το ενιστάμενο μέρος, μετά από διμερείς διαβουλεύσεις βάσει της παραγράφου 4, θεωρεί ότι υφίστανται μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιστάσεις:

α)    στην περίπτωση της παραγράφου 4 στοιχείο α), ο κρατικός έλεγχος ή επιρροή επί της καλυπτόμενης σύμβασης ενός φορέα δεν έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί·

β)    στην περίπτωση της παραγράφου 4 στοιχείο β), μια τροποποίηση δεν πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 3 και επηρεάζει την κάλυψη, και θα πρέπει ως εκ τούτου να υποβληθεί σε αντισταθμιστικές προσαρμογές· ή

γ)    στην περίπτωση της παραγράφου 4 στοιχείο γ), οι αντισταθμιστικές προσαρμογές που προτείνονται κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών δεν επαρκούν για τη διατήρηση ενός συγκρίσιμου επιπέδου αμοιβαία αποδεκτής κάλυψης,

τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προσφύγουν στον μηχανισμό επίλυσης διαφορών βάσει του κεφαλαίου δεκατέσσερα (Επίλυση διαφορών).

Εφαρμογή

6.    Μια προτεινόμενη τροποποίηση τίθεται σε ισχύ μόνο εφόσον:


α)    το άλλο συμβαλλόμενο μέρος δεν έχει υποβάλει γραπτώς στο συμβαλλόμενο μέρος που προτείνει την τροποποίηση ένσταση σχετικά με την προτεινόμενη τροποποίηση εντός σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης των προτεινόμενων τροποποιήσεων·

β)    το ενιστάμενο μέρος έχει κοινοποιήσει στο συμβαλλόμενο μέρος που προτείνει την τροποποίηση την άρση της ένστασής του·

γ)    τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν καταλήξει σε συμφωνία κατόπιν διαβουλεύσεων σύμφωνα με την παράγραφο 4· ή

δ)    η ένσταση έχει επιλυθεί μέσω του μηχανισμού επίλυσης διαφορών σύμφωνα με την παράγραφο 5.

ΑΡΘΡΟ 9.19

Αρμοδιότητες της επιτροπής

Στο πλαίσιο της επιτροπής εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών, των επενδύσεων και των δημοσίων συμβάσεων, η οποία ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 16.2 (Ειδικές επιτροπές), τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν:

α)    να θεσπίζουν διαδικασίες σχετικά με την αναφορά στατιστικών στοιχείων σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 9.15 (Διαφάνεια των πληροφοριών σχετικά με τις συμβάσεις)·

β)    να εξετάζουν εκκρεμείς κοινοποιήσεις οι οποίες αφορούν τροποποιήσεις ως προς την κάλυψη και να εγκρίνουν ενημερώσεις του καταλόγου φορέων στα παραρτήματα 9-Α έως 9-Γ·

γ)    να εγκρίνουν αντισταθμιστικές προσαρμογές οι οποίες προκύπτουν από τροποποιήσεις που επηρεάζουν την κάλυψη·


δ)    να αναθεωρούν, εφόσον απαιτείται, τα ενδεικτικά κριτήρια που αποδεικνύουν την ουσιαστική εξάλειψη του κρατικού ελέγχου ή επιρροής επί της καλυπτόμενης σύμβασης ενός φορέα·

ε)    να θεσπίζουν κριτήρια για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με το επίπεδο των αντισταθμιστικών προσαρμογών της κάλυψης·

στ)    να εξετάζουν ζητήματα σχετικά με δημόσιες συμβάσεις τα οποία παραπέμπονται στην επιτροπή από ένα συμβαλλόμενο μέρος·

ζ)    να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τις ευκαιρίες για δημόσιες συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων των ευκαιριών σε τοπικό επίπεδο, οι οποίες παρουσιάζονται σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος· και

η)    να συζητούν οποιοδήποτε άλλο θέμα το οποίο συνδέεται με την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου.

Στο πλαίσιο της επιτροπής εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών, των επενδύσεων και των δημοσίων συμβάσεων, η οποία ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 16.2 (Ειδικές επιτροπές), τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να λαμβάνουν κάθε αναγκαία απόφαση για τους σκοπούς των στοιχείων α) έως η).

ΑΡΘΡΟ 9.20

Προσαρμογή των διατάξεων της ΣΔΣ

Σε περίπτωση τροποποίησης ή αντικατάστασης της αναθεωρημένης ΣΔΣ από άλλη συμφωνία, τα συμβαλλόμενα μέρη, μέσω απόφασης στο πλαίσιο της επιτροπής εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών, των επενδύσεων και των δημοσίων συμβάσεων, η οποία ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 16.2 (Ειδικές επιτροπές), τροποποιούν το παρόν κεφάλαιο, ανάλογα με την περίπτωση.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑ

ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

ΑΡΘΡΟ 10.1

Στόχοι

1.    Οι στόχοι του παρόντος κεφαλαίου είναι:

α)    η διευκόλυνση της παραγωγής και της εμπορευματοποίησης καινοτόμων και δημιουργικών προϊόντων και της παροχής υπηρεσιών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών· και

β)    η αύξηση των οφελών από το εμπόριο και τις επενδύσεις μέσω ενός κατάλληλου και αποτελεσματικού επιπέδου προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και η πρόβλεψη μέτρων για την αποτελεσματική επιβολή αυτών των δικαιωμάτων.

2.    Οι στόχοι και οι αρχές που καθορίζονται στο μέρος I της συμφωνίας TRIPS, και ιδίως στα άρθρα 7 (Στόχοι) και 8 (Αρχές) ισχύουν σε σχέση με το παρόν κεφάλαιο, τηρουμένων των αναλογιών.


ΤΜΗΜΑ A

ΑΡΧΕΣ

ΑΡΘΡΟ 10.2

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη υπενθυμίζουν τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει βάσει των διεθνών συνθηκών που αφορούν τη διανοητική ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας TRIPS και της Σύμβασης των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας (της 20ής Μαρτίου 1883, όπως αναθεωρήθηκε στη Στοκχόλμη στις 15 Ιουλίου 1967· εφεξής «Σύμβαση των Παρισίων»). Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου συμπληρώνουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών βάσει της συμφωνίας TRIPS και άλλων διεθνών συνθηκών για θέματα διανοητικής ιδιοκτησίας στις οποίες συμμετέχουν και τα δύο μέρη.

2.    Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως «δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας» νοούνται:

α)    όλες οι κατηγορίες διανοητικής ιδιοκτησίας που αναφέρονται στα τμήματα 1 έως 7 του μέρους ΙΙ της συμφωνίας TRIPS, και συγκεκριμένα:

i)    δικαιώματα δημιουργού και συγγενή δικαιώματα·

ii)    διπλώματα ευρεσιτεχνίας 33 ·


iii)    εμπορικά σήματα·

iv)    σχέδια·

v)    διατάξεις (τοπογραφίες) ολοκληρωμένων κυκλωμάτων·

vi)    γεωγραφικές ενδείξεις·

vii)    προστασία μη αποκαλυφθεισών πληροφοριών· και

β)    δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών.

ΑΡΘΡΟ 10.3

Εξάντληση

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος είναι ελεύθερο να θεσπίσει δικό του σύστημα όσον αφορά την εξάντληση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων της συμφωνίας TRIPS.


ΤΜΗΜΑ B

ΠΡΟΤΥΠΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

ΥΠΟΤΜΗΜΑ A

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΣΥΓΓΕΝΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

ΑΡΘΡΟ 10.4

Χορήγηση προστασίας

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμμορφώνονται με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ορίζονται στη σύμβαση της Βέρνης για την προστασία των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων (της 9ης Σεπτεμβρίου 1886, όπως αναθεωρήθηκε τελευταία στο Παρίσι στις 24 Ιουλίου 1971), τη συνθήκη του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας για την πνευματική ιδιοκτησία (η οποία εγκρίθηκε στη Γενεύη στις 20 Δεκεμβρίου 1996), τη συνθήκη του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας για τις εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα (η οποία εγκρίθηκε στη Γενεύη στις 20 Δεκεμβρίου 1996) και τη συμφωνία TRIPS 34 . Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προβλέπουν την προστασία των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και των οργανισμών ραδιοτηλεόρασης σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης περί της προστασίας των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών φωνογραφημάτων και των οργανισμών ραδιοτηλεόρασης (η οποία συνήφθη στη Ρώμη στις 26 Οκτωβρίου 1961).


ΑΡΘΡΟ 10.5

Χρόνος προστασίας

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη προβλέπουν ότι, όταν ο χρόνος προστασίας ενός έργου καθορίζεται με βάση τη ζωή του δημιουργού, ο χρόνος αυτός δεν είναι μικρότερος από τη διάρκεια της ζωής του δημιουργού και από εβδομήντα έτη μετά τον θάνατο του δημιουργού.

2.    Σε περίπτωση έργου κοινής δημιουργίας, ο χρόνος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπολογίζεται από το θάνατο του τελευταίου επιζώντος δημιουργού.

3.    Ο χρόνος προστασίας για κινηματογραφικά έργα 35 δεν είναι μικρότερος από εβδομήντα έτη αφότου το έργο κατέστη διαθέσιμο στο κοινό με τη συγκατάθεση του δημιουργού, ή, σε περίπτωση που δεν συνέβη κάτι τέτοιο εντός τουλάχιστον πενήντα ετών από τη δημιουργία του εν λόγω έργου, τουλάχιστον εβδομήντα έτη μετά τη δημιουργία του 36 .

4.    Ο χρόνος προστασίας για δικαιώματα επί φωνογραφημάτων δεν είναι μικρότερος από πενήντα έτη μετά τη δημιουργία τους και, εφόσον δημοσιοποιήθηκαν μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, εβδομήντα έτη μετά την πρώτη νόμιμη δημοσιοποίησή τους.


5.    Ο χρόνος προστασίας για δικαιώματα επί ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών δεν είναι μικρότερος από πενήντα έτη από την πρώτη μετάδοση ή τη δημιουργία της εκπομπής.

6.    Οι χρόνοι που καθορίζονται στο παρόν άρθρο υπολογίζονται από την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται του γενεσιουργού γεγονότος.

ΑΡΘΡΟ 10.6

Παραγωγοί φωνογραφημάτων

Τα συμβαλλόμενα μέρη παρέχουν στους παραγωγούς φωνογραφημάτων 37 το δικαίωμα ενιαίας και εύλογης αμοιβής σε περίπτωση που ένα φωνογράφημα το οποίο εκδίδεται για εμπορικούς σκοπούς ή μια αναπαραγωγή του φωνογραφήματος αυτού χρησιμοποιείται για ασύρματη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση ή για δημόσια εκτέλεση. 38 ,  39


ΑΡΘΡΟ 10.7

Δικαιώματα παρακολούθησης

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να ανταλλάσσουν απόψεις και πληροφορίες σχετικά με τις πρακτικές και τις πολιτικές όσον αφορά τα δικαιώματα παρακολούθησης των καλλιτεχνών.

ΑΡΘΡΟ 10.8

Συνεργασία για τη συλλογική διαχείριση των δικαιωμάτων

Τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν προσπάθειες για την προώθηση του διαλόγου και της συνεργασίας μεταξύ των αντίστοιχων φορέων συλλογικής διαχείρισης, με σκοπό την εξασφάλιση ευκολότερης πρόσβασης και διανομής περιεχομένου μεταξύ των εδαφών των συμβαλλόμενων μερών, και τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη χρήση των έργων ή άλλου αντικειμένου που προστατεύεται από δικαιώματα δημιουργού.


ΑΡΘΡΟ 10.9

Προστασία τεχνολογικών μέτρων

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει κατάλληλη νομική προστασία και αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα έναντι της εξουδετέρωσης των αποτελεσματικών τεχνολογικών μέτρων 40 που χρησιμοποιούνται από δημιουργούς, ερμηνευτές ή παραγωγούς φωνογραφημάτων στα έργα, τις εκτελέσεις και τα φωνογραφήματα, σε συνάρτηση με την άσκηση των δικαιωμάτων τους και τα οποία περιορίζουν πράξεις που δεν έχουν εγκριθεί από τους εν λόγω δημιουργούς, εκτελεστές ή παραγωγούς φωνογραφημάτων ή από το νόμο ή δεν επιτρέπονται από την εγχώρια νομοθεσία 41 .


2.    Για την παροχή της κατάλληλης νομικής προστασίας και των αποτελεσματικών ένδικων βοηθημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει προστασία τουλάχιστον έναντι των εξής:

α)    στον βαθμό που προβλέπεται από την εγχώρια νομοθεσία του:

i)    της μη επιτρεπόμενης εξουδετέρωσης των αποτελεσματικών τεχνολογικών μέτρων που γίνεται από άτομο εν γνώσει του είτε ή έχοντας βάσιμους λόγους που του επιτρέπουν να το γνωρίζει· και

ii)    της προσφοράς στο κοινό, μέσω της εμπορίας, συσκευής ή προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων προγραμμάτων υπολογιστή, ή υπηρεσίας, ως μέσου εξουδετέρωσης αποτελεσματικού τεχνολογικού μέτρου· και

β)    της κατασκευής, εισαγωγής ή διανομής συσκευής ή προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων προγραμμάτων υπολογιστή, ή της παροχής υπηρεσίας που:

i)    έχει σχεδιαστεί ή παραχθεί με κύριο σκοπό την εξουδετέρωση αποτελεσματικού τεχνολογικού μέτρου· ή

ii)    έχει περιορισμένη μόνο εμπορική σημασία πέραν της εξουδετέρωσης αποτελεσματικού τεχνολογικού μέτρου 42 .


3.    Για την παροχή κατάλληλης νομικής προστασίας και αποτελεσματικών ένδικων βοηθημάτων σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν κατάλληλους περιορισμούς ή εξαιρέσεις στα μέτρα εφαρμογής των παραγράφων 1 και 2. Οι υποχρεώσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 ισχύουν με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων, των περιορισμών, των εξαιρέσεων ή των μέτρων άμυνας έναντι των παραβιάσεων δικαιωμάτων δημιουργού ή συγγενών δικαιωμάτων βάσει της εγχώριας νομοθεσίας των συμβαλλόμενων μερών.

ΑΡΘΡΟ 10.10

Προστασία των πληροφοριών για το καθεστώς των δικαιωμάτων

1.    Για την προστασία των πληροφοριών ηλεκτρονικής μορφής σχετικά με το καθεστώς των δικαιωμάτων 43 , κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει κατάλληλη νομική προστασία και αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα έναντι κάθε ατόμου που προβαίνει εκ προθέσεως και χωρίς έγκριση σε μία από τις ακόλουθες ενέργειες γνωρίζοντας ή, όσον αφορά την αστική προστασία, έχοντας βάσιμους λόγους που του επιτρέπουν να το γνωρίζει, ότι θα προκαλέσει, θα επιτρέψει, θα διευκολύνει ή θα αποκρύψει την παραβίαση δικαιωμάτων δημιουργού ή συγγενών δικαιωμάτων. Οι πράξεις αυτές είναι:


α)    αφαίρεση ή αλλοίωση οποιασδήποτε πληροφορίας ηλεκτρονικής μορφής σχετικά με το καθεστώς των δικαιωμάτων·

β)    διανομή, εισαγωγή για διανομή, ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, παρουσίαση ή διάθεση στο κοινό, αντιτύπων έργων, εκτελέσεων ή φωνογραφημάτων γνωρίζοντας ότι έχει γίνει αφαίρεση ή αλλοίωση, χωρίς προηγούμενη άδεια, πληροφοριών ηλεκτρονικής μορφής σχετικά με το καθεστώς των δικαιωμάτων.

2.    Για την παροχή κατάλληλης νομικής προστασίας και αποτελεσματικών ένδικων μέσων σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν κατάλληλους περιορισμούς ή εξαιρέσεις στα μέτρα εφαρμογής της παραγράφου 1. Οι υποχρεώσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 ισχύουν με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων, των περιορισμών, των εξαιρέσεων ή των μέτρων άμυνας έναντι των παραβιάσεων δικαιωμάτων δημιουργού ή συγγενών δικαιωμάτων βάσει της εγχώριας νομοθεσίας των συμβαλλόμενων μερών.

ΑΡΘΡΟ 10.11

Εξαιρέσεις και περιορισμοί

Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να προβλέπουν περιορισμούς ή εξαιρέσεις στα δικαιώματα που ορίζονται βάσει του άρθρου 10.6 (Παραγωγοί φωνογραφημάτων) μόνον σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις που δεν αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση του έργου και δεν θίγουν αδικαιολόγητα τα νόμιμα συμφέροντα των δικαιούχων.


ΥΠΟΤΜΗΜΑ Β

ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΣΗΜΑΤΑ

ΑΡΘΡΟ 10.12

Διεθνείς συμφωνίες

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να συμμορφώνεται με τη συνθήκη για το δίκαιο των σημάτων (η οποία συνήφθη στη Γενεύη στις 27 Οκτωβρίου 1994) και τη συνθήκη της Σινγκαπούρης για το δίκαιο των σημάτων (η οποία θεσπίστηκε στη Σινγκαπούρη στις 27 Μαρτίου 2006) 44 .

ΑΡΘΡΟ 10.13

Διαδικασία καταχώρισης

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος προβλέπει ένα σύστημα καταχώρισης εμπορικών σημάτων, στο πλαίσιο του οποίου η αρμόδια διοικητική αρχή για τα εμπορικά σήματα αιτιολογεί γραπτώς τυχόν άρνηση καταχώρισης ενός εμπορικού σήματος. Ο αιτών έχει τη δυνατότητα να ασκήσει έφεση κατά της άρνησης αυτής ενώπιον δικαστικής αρχής. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει τη δυνατότητα τρίτων να αντιτάσσονται στις αιτήσεις για εμπορικά σήματα. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στο κοινό πρόσβαση σε μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων που περιλαμβάνει τις αιτήσεις και τις καταχωρίσεις των εμπορικών σημάτων.


ΑΡΘΡΟ 10.14

Γνωστά εμπορικά σήματα

Τα συμβαλλόμενα μέρη προστατεύουν τα γνωστά εμπορικά σήματα σύμφωνα με τη συμφωνία TRIPS. Προκειμένου να καθορίσουν αν ένα εμπορικό σήμα είναι γνωστό, τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν υπόψη την Κοινή σύσταση σχετικά με τις διατάξεις για την προστασία γνωστών σημάτων, η οποία εγκρίθηκε από τη Συνέλευση της Ένωσης του Παρισιού για την Προστασία της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας και από τη Γενική Συνέλευση του ΠΟΔΙ κατά την τριακοστή τέταρτη σειρά συνεδριάσεων των συνελεύσεων των κρατών μελών του ΠΟΔΙ, που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 20-29 Σεπτεμβρίου 1999.

ΑΡΘΡΟ 10.15

Εξαιρέσεις από τα δικαιώματα που απορρέουν από εμπορικό σήμα

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος:

α)    προβλέπει τη θεμιτή χρήση περιγραφικών όρων 45 ως περιορισμένης έκτασης εξαίρεσης από τα δικαιώματα που απορρέουν από τα εμπορικά σήματα· και

β)    μπορεί να προβλέπει άλλες περιορισμένης έκτασης εξαιρέσεις,

εφόσον οι εν λόγω εξαιρέσεις λαμβάνουν υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα των κατόχων των εμπορικών σημάτων καθώς και τρίτων.


ΥΠΟΤΜΗΜΑ Γ

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ 46

ΑΡΘΡΟ 10.16

Πεδίο εφαρμογής

1.    Το υποτμήμα Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) εφαρμόζεται σε σχέση με την αναγνώριση και την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων των οίνων, των οινοπνευματωδών ποτών, των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων που κατάγονται από το έδαφος των συμβαλλόμενων μερών.

2.    Οι γεωγραφικές ενδείξεις ενός συμβαλλόμενου μέρους που πρέπει να προστατεύονται από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος υπόκεινται στο υποτμήμα Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) μόνο εάν αναγνωριστούν και δηλωθούν ως γεωγραφικές ενδείξεις στη χώρα καταγωγής τους.


ΑΡΘΡΟ 10.17

Σύστημα προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων

1.    Κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει συστήματα για την καταχώριση και την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων στο έδαφός του, για τις κατηγορίες οίνων, οινοπνευματωδών ποτών, γεωργικών προϊόντων και τροφίμων για τις οποίες το θεωρεί σκόπιμο.

2.    Στα συστήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνονται στοιχεία όπως:

α)    εγχώριο μητρώο·

β)    διοικητική διαδικασία με την οποία επαληθεύεται ότι οι γεωγραφικές ενδείξεις οι οποίες καταχωρούνται ή πρόκειται να καταχωριστούν στο εγχώριο μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), προσδιορίζουν ένα αγαθό ως καταγόμενο από το έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους ή από περιοχή ή τοποθεσία στο έδαφος του εν λόγω συμβαλλομένου μέρους, στις περιπτώσεις όπου μια δεδομένη ιδιότητα, φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό του αγαθού μπορεί να αποδοθεί κατά κύριο λόγο στη γεωγραφική του καταγωγή·

γ)    διαδικασία ένστασης που επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα τρίτων· και

δ)    νομικά μέσα που επιτρέπουν τη διόρθωση και την ακύρωση καταχωρίσεων στο εγχώριο μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), και τα οποία λαμβάνουν υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα τρίτων καθώς και των δικαιούχων των εν λόγω καταχωρισμένων γεωγραφικών ενδείξεων.


3.    Το συντομότερο δυνατόν μετά την ολοκλήρωση, σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος, των διαδικασιών προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων 47 για όλα τα ονόματα που προσδιορίζονται στο παράρτημα 10-Α, τα συμβαλλόμενα μέρη συναντώνται για να εγκρίνουν απόφαση στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου που αναφέρεται στο άρθρο 16.1 (Επιτροπή Εμπορίου) όσον αφορά την καταγραφή στο παράρτημα 10-Β των ονομάτων από το παράρτημα 10-Α κάθε συμβαλλόμενου μέρους τα οποία έχουν προστατευτεί και εξακολουθούν να προστατεύονται ως γεωγραφικές ενδείξεις βάσει του συστήματος του αντίστοιχου συμβαλλόμενου μέρους, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2.

ΑΡΘΡΟ 10.18

Τροποποίηση καταλόγου γεωγραφικών ενδείξεων

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν σχετικά με τη δυνατότητα τροποποίησης του καταλόγου γεωγραφικών ενδείξεων για οίνους, οινοπνευματώδη ποτά, γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα που απαριθμούνται στο παράρτημα 10-Β και οι οποίες πρέπει να προστατεύονται από κάθε συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με το υποτμήμα Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις). Οι εν λόγω τροποποιήσεις του παραρτήματος 10-Β ισχύουν με την επιφύλαξη ότι οι γεωγραφικές ενδείξεις έχουν προστατευτεί και εξακολουθούν να προστατεύονται ως γεωγραφικές ενδείξεις βάσει του συστήματος του αντίστοιχου συμβαλλόμενου μέρους, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10.17 (Σύστημα προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων).


ΑΡΘΡΟ 10.19

Πεδίο εφαρμογής της προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων

1.    Με την επιφύλαξη του άρθρου 10.22 (Γενικοί κανόνες), σε σχέση με τις γεωγραφικές ενδείξεις για οίνους, οινοπνευματώδη ποτά, γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα που απαριθμούνται στο παράρτημα 10-Β και οι οποίες εξακολουθούν να προστατεύονται ως γεωγραφικές ενδείξεις βάσει του συστήματός του, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10.17 (Σύστημα προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων), κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στους ενδιαφερόμενους τα νόμιμα μέσα προκειμένου να αποτρέπεται:

α)    η χρήση οποιουδήποτε μέσου για την περιγραφή ή την παρουσίαση ενός αγαθού, με το οποίο δηλώνεται ή υπονοείται ότι το εν λόγω αγαθό κατάγεται από γεωγραφική περιοχή που δεν συμπίπτει με τον πραγματικό τόπο καταγωγής του, εφόσον με τον τρόπο αυτό το κοινό σχηματίζει εσφαλμένη αντίληψη όσον αφορά τη γεωγραφική καταγωγή του αγαθού· και

β)    κάθε άλλη χρήση που συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 10α (Αθέμιτος ανταγωνισμός) της σύμβασης των Παρισίων.

2.    Με την επιφύλαξη του άρθρου 10.22 (Γενικοί κανόνες), σε σχέση με τις γεωγραφικές ενδείξεις για οίνους και οινοπνευματώδη ποτά που απαριθμούνται στο παράρτημα 10-Β και οι οποίες εξακολουθούν να προστατεύονται ως γεωγραφικές ενδείξεις βάσει του συστήματός του, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10.17 (Σύστημα προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων), κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στους ενδιαφερόμενους τα νόμιμα μέσα προκειμένου να αποτρέπεται η χρήση παρόμοιων γεωγραφικών ενδείξεων που χαρακτηρίζουν οίνους για οίνους οι οποίοι δεν κατάγονται από τον τόπο που δηλώνεται από τη σχετική γεωγραφική ένδειξη ή χαρακτηρίζουν οινοπνευματώδη ποτά για οινοπνευματώδη ποτά τα οποία δεν κατάγονται από τον τόπο που δηλώνεται από τη σχετική γεωγραφική ένδειξη, ακόμη και στις περιπτώσεις που:

α)    αναφέρεται η πραγματική καταγωγή του αγαθού·


β)    χρησιμοποιείται η γεωγραφική ένδειξη σε μετάφραση· ή

γ)    η γεωγραφική ένδειξη συνοδεύεται από εκφράσεις όπως «είδος», «τύπος», «στυλ», «απομίμηση» ή παρόμοιες εκφράσεις.

3.    Με την επιφύλαξη του άρθρου 10.22 (Γενικοί κανόνες), σε σχέση με τις γεωγραφικές ενδείξεις για γεωργικά προϊόντα και τρόφιμα που απαριθμούνται στο παράρτημα 10-Β και οι οποίες εξακολουθούν να προστατεύονται ως γεωγραφικές ενδείξεις βάσει του συστήματός του, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10.17 (Σύστημα προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων), κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στους ενδιαφερόμενους τα νόμιμα μέσα προκειμένου να αποτρέπεται η χρήση παρόμοιων γεωγραφικών ενδείξεων που χαρακτηρίζουν ένα προϊόν για ομοειδές προϊόν 48 το οποίο δεν κατάγεται από τον τόπο που δηλώνεται από τη σχετική γεωγραφική ένδειξη, ακόμη και στις περιπτώσεις που:

α)    αναφέρεται η πραγματική καταγωγή του αγαθού·

β)    χρησιμοποιείται η γεωγραφική ένδειξη σε μετάφραση 49 · ή


γ)    η γεωγραφική ένδειξη συνοδεύεται από εκφράσεις όπως «είδος», «τύπος», «στυλ», «απομίμηση» ή παρόμοιες εκφράσεις.

4.    Καμία διάταξη στο υποτμήμα Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) δεν υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη να εφαρμόζουν τις διατάξεις του σε σχέση με μια γεωγραφική ένδειξη σε περίπτωση που ο δικαιούχος:

α)    δεν ανανεώσει την καταχώριση· ή

β)    δεν διατηρεί ελάχιστη εμπορική δραστηριότητα ή συμφέρον, συμπεριλαμβανομένης της εμπορίας, της προώθησης ή της παρακολούθησης της αγοράς,

όσον αφορά τη γεωγραφική ένδειξη στην αγορά του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους.

5.    Με την επιφύλαξη του άρθρου 23 παράγραφος 3 της συμφωνίας TRIPS, κάθε συμβαλλόμενο μέρος καθορίζει τους πρακτικούς όρους υπό τους οποίους οι ομώνυμες γεωγραφικές ενδείξεις διαφοροποιούνται μεταξύ τους στο έδαφός του, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη διασφάλισης της ισότιμης μεταχείρισης των οικείων παραγωγών και αποφυγής της παραπλάνησης των καταναλωτών.

6.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει αίτηση για καταχώριση ή προστασία γεωγραφικής ένδειξης η οποία είναι ομώνυμη με μία από τις γεωγραφικές ενδείξεις που περιλαμβάνονται στο παράρτημα 10-Β, το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις παρατηρήσεις του αιτούντος και των οικείων παραγωγών 50 προκειμένου να καθορίσει τους όρους υπό τους οποίους οι γεωγραφικές ενδείξεις θα διαφοροποιούνται μεταξύ τους.


ΑΡΘΡΟ 10.20

Δικαίωμα χρήσης γεωγραφικών ενδείξεων

Τα πρόσωπα που μπορούν να κάνουν χρήση μιας γεωγραφικής ένδειξης η οποία προστατεύεται βάσει του υποτμήματος Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) δεν περιορίζονται στον αιτούντα, εφόσον η χρήση αυτή γίνεται σε σχέση με τα προϊόντα που προσδιορίζονται από την εν λόγω γεωγραφική ένδειξη.

ΑΡΘΡΟ 10.21

Σχέση με εμπορικά σήματα

1.    Με την επιφύλαξη του άρθρου 10.22 (Γενικοί κανόνες), σε σχέση με τις γεωγραφικές ενδείξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα 10-Β και οι οποίες εξακολουθούν να προστατεύονται ως γεωγραφικές ενδείξεις βάσει του συστήματος ενός συμβαλλόμενου μέρους, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10.17 (Σύστημα προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων), η καταχώριση ενός εμπορικού σήματος για προϊόντα το οποίο περιέχει ή αποτελείται από γεωγραφική ένδειξη η οποία προσδιορίζει ομοειδή προϊόντα απορρίπτεται ή ακυρώνεται, αυτεπαγγέλτως, εφόσον το επιτρέπει η εγχώρια νομοθεσία του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους, ή κατόπιν αιτήματος ενδιαφερομένου, όσον αφορά τα προϊόντα που δεν έχουν την καταγωγή της σχετικής γεωγραφικής ένδειξης, εφόσον η αίτηση καταχώρισης του εμπορικού σήματος έχει υποβληθεί μετά την ημερομηνία αίτησης για την καταχώριση της γεωγραφικής ένδειξης στο εν λόγω έδαφος.


2.    Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι η ύπαρξη προηγούμενου εμπορικού σήματος με το οποίο μπορεί να υπάρξει σύγχυση σε ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν αποκλείει τελείως την καταχώριση μεταγενέστερης γεωγραφικής ένδειξης για ομοειδή προϊόντα στο εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος 51 .

3.    Όταν έχει γίνει αίτηση έκδοσης ή καταχώριση εμπορικού σήματος καλή τη πίστει ή σε περίπτωση απόκτησης δικαιωμάτων για ένα εμπορικό σήμα μέσω της χρήσης του καλή τη πίστει, εφόσον η εν λόγω δυνατότητα προβλέπεται από τους αντίστοιχους εγχώριους νόμους των συμβαλλόμενων μερών, είτε:

α)    πριν από την ημερομηνία της αίτησης για προστασία της γεωγραφικής ένδειξης στο σχετικό έδαφος· είτε

β)    πριν θεσπιστεί η προστασία της γεωγραφικής ένδειξης στη χώρα καταγωγής της,

τότε τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο εφαρμογής του υποτμήματος Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) δεν θίγουν τη δυνατότητα ή την ισχύ της καταχώρισης ενός εμπορικού σήματος ή το δικαίωμα χρήσης του, με βάση το σκεπτικό ότι το εν λόγω εμπορικό σήμα είναι πανομοιότυπο ή παρεμφερές με συγκεκριμένη γεωγραφική ένδειξη.

4.    Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν έχουν υποχρέωση προστασίας μιας γεωγραφικής ένδειξης σύμφωνα με το υποτμήμα Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις), σε περίπτωση που, για ένα εμπορικό σήμα με φήμη ή αναγνωρισιμότητα, η προστασία μπορεί να οδηγήσει στην παραπλάνηση των καταναλωτών όσον αφορά την αληθινή ταυτότητα του προϊόντος.


ΑΡΘΡΟ 10.22

Γενικοί κανόνες

1.    Η εισαγωγή, εξαγωγή και εμπορία των προϊόντων που αναφέρονται στο υποτμήμα Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους διέπεται από την εγχώρια νομοθεσία του εν λόγω μέρους.

2.    Σε ό,τι αφορά τα γεωργικά προϊόντα και τα τρόφιμα, καμία διάταξη του υποτμήματος Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) δεν υποχρεώνει ένα συμβαλλόμενο μέρος να εμποδίζει τη συνέχιση της χρήσης κατά τρόπο ομοιόμορφο μιας γεωγραφικής ένδειξης του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, σε σχέση με αγαθά ή υπηρεσίες, από άτομα τα οποία έχουν την ιθαγένεια ή τη νόμιμη κατοικία τους σε αυτό το μέρος και τα οποία έχουν χρησιμοποιήσει την εν λόγω γεωγραφική ένδειξη σε συνεχή βάση όσον αφορά τα ίδια ή συναφή αγαθά ή υπηρεσίες στο έδαφος αυτού του συμβαλλόμενου μέρους, είτε:  

α)    για διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004· είτε

β)    καλή τη πίστει πριν από την ημερομηνία αυτή.

3.    Όσον αφορά τις γεωγραφικές ενδείξεις που απαριθμούνται στο παράρτημα 10-Β, όταν η προηγούμενη χρήση έχει καθοριστεί σύμφωνα με:

α)    τις διαδικασίες ανακοπής που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια των εγχώριων διαδικασιών καταχώρισης· ή

β)    τυχόν νομικές διαδικασίες,


η εν λόγω προηγούμενη χρήση περιλαμβάνεται στο παράρτημα 10-Β σε σχέση με τη συγκεκριμένη γεωγραφική ένδειξη:

i)    σύμφωνα με τον μηχανισμό που ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 10.17 (Σύστημα προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων) στην περίπτωση της παραγράφου 3 στοιχείο α)· και

ii)    σύμφωνα με τον μηχανισμό που ορίζεται στο άρθρο 10.18 (Τροποποίηση καταλόγου γεωγραφικών ενδείξεων) στην περίπτωση της παραγράφου 3 στοιχείο β).

4.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καθορίσει τους πρακτικούς όρους υπό τους οποίους η εν λόγω προηγούμενη χρήση διαφοροποιείται από τη γεωγραφική ένδειξη στο έδαφός του, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να διασφαλιστεί η αποφυγή της παραπλάνησης των καταναλωτών.

5.    Καμία διάταξη του υποτμήματος Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) δεν υποχρεώνει ένα συμβαλλόμενο μέρος να εφαρμόζει τις διατάξεις του σε σχέση με μια γεωγραφική ένδειξη του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, όσον αφορά αγαθά ή υπηρεσίες για τα οποία η σχετική ένδειξη είναι πανομοιότυπη με τον όρο που χρησιμοποιείται συνήθως στην καθομιλουμένη και αποτελεί την κοινή ονομασία των εν λόγω αγαθών ή υπηρεσιών στο έδαφος του μέρους αυτού.

6.    Καμία διάταξη του υποτμήματος Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) δεν υποχρεώνει ένα συμβαλλόμενο μέρος να εφαρμόζει τις διατάξεις του σε σχέση με οποιαδήποτε ονομασία που περιέχεται σε μια γεωγραφική ένδειξη του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, όσον αφορά αγαθά ή υπηρεσίες των οποίων η ονομασία είναι πανομοιότυπη με τον όρο που χρησιμοποιείται συνήθως στην καθομιλουμένη και αποτελεί την κοινή ονομασία των εν λόγω αγαθών ή υπηρεσιών στο έδαφος του μέρους αυτού.


7.    Καμία διάταξη του υποτμήματος Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) δεν υποχρεώνει ένα συμβαλλόμενο μέρος να εφαρμόζει τις διατάξεις του σε σχέση με μια γεωγραφική ένδειξη του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, όσον αφορά αγαθά που προέρχονται από είδος αμπέλου για την οποία η σχετική ένδειξη είναι πανομοιότυπη με την κοινή ονομασία ποικιλίας σταφυλιών που απαντά στο έδαφος του μέρους αυτού κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας ΠΟΕ στο εν λόγω μέρος.

8.    Καμία διάταξη του υποτμήματος Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) δεν εμποδίζει ένα συμβαλλόμενο μέρος να προστατεύει ως γεωγραφική ένδειξη, σύμφωνα με την εγχώρια νομοθεσία του, έναν όρο ο οποίος συγχέεται με την ονομασία φυτικής ποικιλίας ή ζωικής φυλής.

9.    Ένα συμβαλλόμενο μέρος δύναται να θεσπίζει ρύθμιση σύμφωνα με την οποία οι αιτήσεις που υποβάλλονται βάσει του υποτμήματος Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) σε σχέση με τη χρήση ή την καταχώριση ενός εμπορικού σήματος πρέπει να έχουν παραληφθεί εντός πενταετίας είτε από τη στιγμή που η αντικανονική χρήση της προστατευόμενης ένδειξης έγινε ευρέως γνωστή στο εν λόγω μέρος, είτε από την ημερομηνία καταχώρισης του εμπορικού σήματος στο εν λόγω μέρος, εφόσον το εμπορικό σήμα έχει δημοσιευθεί μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, σε περίπτωση που η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία η αντικανονική χρήση του σήματος έγινε ευρέως γνωστή στο εν λόγω μέρος, εφόσον η γεωγραφική ένδειξη δεν χρησιμοποιείται ή δεν έχει καταχωριστεί κακή τη πίστει.

10.    Καμία διάταξη του υποτμήματος Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) δεν θίγει το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου να χρησιμοποιεί, στο πλαίσιο της εμπορικής του δραστηριότητας, το όνομά του ή το όνομα του προκατόχου του στην επιχείρηση, εφόσον το όνομα αυτό χρησιμοποιείται κατά τρόπο που δεν παραπλανά το κοινό.

11.    Καμία διάταξη του υποτμήματος Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις) δεν υποχρεώνει ένα συμβαλλόμενο μέρος να προστατεύει μια γεωγραφική ένδειξη του άλλου συμβαλλόμενου μέρους η οποία δεν προστατεύεται ή παύει να προστατεύεται σύμφωνα με την εγχώρια νομοθεσία της χώρας καταγωγής της. Τα συμβαλλόμενα μέρη αλληλοενημερώνονται σε περίπτωση που μια γεωγραφική ένδειξη παύσει να προστατεύεται στη χώρα καταγωγής της.


ΑΡΘΡΟ 10.23

Σχέση με την Επιτροπή Εμπορίου

Η Επιτροπή Εμπορίου, η οποία ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 16.1 (Επιτροπή Εμπορίου) έχει τη δυνατότητα:

α)    να εγκρίνει απόφαση σχετικά με την καταγραφή στο παράρτημα 10-Β η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 10.17 (Σύστημα προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων)· και

β)    να τροποποιεί το παράρτημα 10-Β σύμφωνα με το άρθρο 10.18 (Τροποποίηση καταλόγου γεωγραφικών ενδείξεων).


ΥΠΟΤΜΗΜΑ Δ

ΣΧΕΔΙΑ

ΑΡΘΡΟ 10.24

Απαιτήσεις για την προστασία καταχωρισμένων σχεδίων 52

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν ρυθμίσεις για την προστασία νέων ή πρωτότυπων σχεδίων που έχουν δημιουργηθεί κατά τρόπο ανεξάρτητο 53 . Η εν λόγω προστασία παρέχεται μέσω της καταχώρισης και χορηγεί στους κατόχους αποκλειστικά δικαιώματα σύμφωνα με τις διατάξεις του υποτμήματος Δ (Σχέδια) 54 .


2.    Η προστασία σχεδίων δεν επεκτείνεται σε σχέδια που στην ουσία αποτελούν απόρροια τεχνικών ή λειτουργικών παραμέτρων.

3.    Η καταχώριση σχεδίου δεν παρέχει δικαιώματα επί σχεδίου το οποίο αντιβαίνει στη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη 55 .

ΑΡΘΡΟ 10.25

Δικαιώματα που παρέχει η καταχώριση

Ο κάτοχος ενός προστατευόμενου σχεδίου έχει το δικαίωμα να εμποδίζει τρίτους να προβαίνουν, χωρίς τη συγκατάθεσή του, τουλάχιστον στην παραγωγή, την προσφορά προς πώληση, την πώληση ή την εισαγωγή αγαθών που φέρουν ή ενσωματώνουν ένα σχέδιο το οποίο αποτελεί είτε εξ ολοκλήρου είτε σε μεγάλο βαθμό αντίγραφο του προστατευόμενου σχεδίου, όταν οι εν λόγω πράξεις επιχειρούνται για εμπορικούς σκοπούς.

ΑΡΘΡΟ 10.26

Χρόνος προστασίας

Ο χρόνος της παρεχόμενης προστασίας είναι τουλάχιστον δέκα έτη από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.


ΑΡΘΡΟ 10.27

Εξαιρέσεις

Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να θεσπίζουν περιορισμένης έκτασης εξαιρέσεις όσον αφορά την προστασία των σχεδίων, υπό τον όρο ότι οι εξαιρέσεις αυτές δεν συνεπάγονται υπέρμετρους περιορισμούς όσον αφορά την κανονική εκμετάλλευση των προστατευόμενων σχεδίων και δεν θίγουν αδικαιολόγητα τα νόμιμα συμφέροντα του κατόχου του προστατευόμενου σχεδίου, λαμβανομένων υπόψη των νόμιμων συμφερόντων τρίτων.

ΑΡΘΡΟ 10.28

Σχέση με τα δικαιώματα δημιουργού

Τα συμβαλλόμενα μέρη προσφέρουν τη δυνατότητα ώστε ένα σχέδιο που έχει καταχωριστεί σε ένα συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με το υποτμήμα Δ (Σχέδια) να μην αποκλείεται τελείως από την παροχή προστασίας βάσει της εγχώριας νομοθεσίας περί δικαιωμάτων δημιουργού του εν λόγω μέρους. Η έκταση και οι προϋποθέσεις παροχής αυτής της προστασίας ορίζονται από το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος 56 .


ΥΠΟΤΜΗΜΑ Ε

ΔΙΠΛΩΜΑΤΑ ΕΥΡΕΣΙΤΕΧΝΙΑΣ

ΑΡΘΡΟ 10.29

Διεθνείς συμφωνίες

Τα συμβαλλόμενα μέρη υπενθυμίζουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη συνεργασίας για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας (η οποία υπογράφηκε στην Ουάσιγκτον στις 19 Ιουνίου 1970 και τροποποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1979 και στις 3 Φεβρουαρίου 1984). Όπου κρίνεται σκόπιμο, τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να συμμορφώνονται με τα άρθρα 1 έως 16 της συνθήκης για το δίκαιο ευρεσιτεχνίας (η οποία εγκρίθηκε στη Γενεύη την 1η Ιουνίου 2000) κατά τρόπο που να συνάδει με την εγχώρια νομοθεσία και τις διαδικασίες τους.

ΑΡΘΡΟ 10.30

Διπλώματα ευρεσιτεχνίας και δημόσια υγεία

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν τη σημασία της δήλωσης σχετικά με τη συμφωνία TRIPS και τη δημόσια υγεία, η οποία εγκρίθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2001 από την υπουργική διάσκεψη του ΠΟΕ στη Ντόχα. Κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που καθορίζονται στα υποτμήματα Ε (Διπλώματα ευρεσιτεχνίας) και ΣΤ (Προστασία των δεδομένων δοκιμής που υποβάλλονται με σκοπό την έκδοση διοικητικής έγκρισης κυκλοφορίας για τη διάθεση στην αγορά ενός φαρμακευτικού προϊόντος), τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν τη συνοχή με αυτή τη δήλωση.


2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη τηρούν την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου του ΠΟΕ, της 30ής Αυγούστου 2003, σχετικά με την εφαρμογή της παραγράφου 6 της δήλωσης της Ντόχα σχετικά με τη συμφωνία TRIPS και τη δημόσια υγεία, καθώς και την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου του ΠΟΕ, της 6ης Δεκεμβρίου 2005, σχετικά με την τροποποίηση της συμφωνίας TRIPS, με την οποία εγκρίθηκε το πρωτόκολλο για την τροποποίηση της συμφωνίας TRIPS.

ΑΡΘΡΟ 10.31

Παράταση της διάρκειας των δικαιωμάτων που απορρέουν από ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι τα φαρμακευτικά προϊόντα 57 τα οποία προστατεύονται από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στα αντίστοιχα εδάφη τους ενδέχεται να υπόκεινται σε διαδικασία διοικητικής έγκρισης κυκλοφορίας πριν από τη διάθεσή τους στις αντίστοιχες αγορές. Τα συμβαλλόμενα μέρη παρέχουν τη δυνατότητα παράτασης της διάρκειας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την προστασία των ευρεσιτεχνιών, ώστε να αποζημιώνεται ο κάτοχος της ευρεσιτεχνίας για τη μείωση της πραγματικής διάρκειας ζωής της ευρεσιτεχνίας, λόγω της διαδικασίας διοικητικής έγκρισης κυκλοφορίας 58 . Η παράταση της διάρκειας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την προστασία των ευρεσιτεχνιών δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε έτη 59 .


ΑΡΘΡΟ 10.32

Συνεργασία

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν στη μεταξύ τους συνεργασία σε πρωτοβουλίες προκειμένου να διευκολύνεται:

α)    η χορήγηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας βάσει των αιτήσεων που υποβάλλονται από αιτούντες ενός συμβαλλόμενου μέρους στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος· και

β)    η αξιολόγηση και αναγνώριση των επαγγελματιών συμβούλων σε θέματα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ενός συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.


ΥΠΟΤΜΗΜΑ ΣΤ

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΔΟΚΙΜΗΣ

ΑΡΘΡΟ 10.33

Προστασία των δεδομένων δοκιμής που υποβάλλονται
με σκοπό τη έκδοση διοικητικής έγκρισης κυκλοφορίας

για τη διάθεση στην αγορά ενός φαρμακευτικού προϊόντος

Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος απαιτεί την υποβολή δεδομένων δοκιμής ή μελετών που αφορούν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα ενός φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση έγκρισης για τη διάθεση στην αγορά του προϊόντος αυτού, τότε, για διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών από την ημερομηνία έγκρισης στο εν λόγω μέρος, το συμβαλλόμενο μέρος δεν επιτρέπει σε τρίτους τη διάθεση στην αγορά του ίδιου ή παρόμοιου προϊόντος, με βάση την έγκριση κυκλοφορίας η οποία χορηγήθηκε στον φορέα που είχε παράσχει τα δεδομένα δοκιμής ή τις μελέτες, εκτός εάν ο φορέας που είχε παράσχει τα εν λόγω δεδομένα ή μελέτες έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 60 , 61 , 62


ΑΡΘΡΟ 10.34

Προστασία των δεδομένων δοκιμής που υποβάλλονται
με σκοπό τη έκδοση διοικητικής έγκρισης κυκλοφορίας

για τη διάθεση στην αγορά ενός γεωργικού χημικού προϊόντος
63

1.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος απαιτεί την υποβολή δεδομένων δοκιμής ή μελετών που αφορούν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα ενός γεωργικού χημικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση έγκρισης για τη διάθεση του προϊόντος αυτού στην αγορά του εν λόγω μέρους, τότε, για διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών από την ημερομηνία έγκρισης, το συμβαλλόμενο μέρος δεν επιτρέπει σε τρίτους τη διάθεση στην αγορά του ίδιου ή παρόμοιου προϊόντος, με βάση την έγκριση κυκλοφορίας η οποία χορηγήθηκε στον φορέα που είχε παράσχει τα δεδομένα δοκιμής ή τις μελέτες, εκτός εάν ο φορέας που είχε παράσχει τα εν λόγω δεδομένα ή μελέτες έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.


2.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος προβλέπει μέτρα ή διαδικασίες για να αποφευχθεί η επανάληψη των δοκιμών σε σπονδυλωτά ζώα σε σχέση με γεωργικά χημικά προϊόντα, το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να προβλέπει τους όρους και τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η διάθεση στην αγορά από τρίτους του ίδιου ή παρόμοιου προϊόντος, με βάση την έγκριση κυκλοφορίας η οποία χορηγήθηκε στον φορέα που είχε παράσχει τα δεδομένα δοκιμής ή τις μελέτες.

3.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος απαιτεί την υποβολή δεδομένων δοκιμής ή μελετών σχετικά με την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα ενός γεωργικού χημικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση έγκρισης για την διάθεση στην αγορά του προϊόντος αυτού, το συμβαλλόμενο μέρος καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την ταχεία εξέταση της αίτησης, ώστε να αποφεύγονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.

ΥΠΟΤΜΗΜΑ Ζ

ΦΥΤΙΚΕΣ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ

ΑΡΘΡΟ 10.35

Διεθνείς συμφωνίες

Τα συμβαλλόμενα μέρη επαναβεβαιώνουν τις υποχρεώσεις τους οι οποίες απορρέουν από τη Διεθνή σύμβαση για την προστασία των νέων ποικιλιών φυτών (η οποία εγκρίθηκε στο Παρίσι στις 2 Δεκεμβρίου 1961 και αναθεωρήθηκε τελευταία στη Γενεύη στις 19 Μαρτίου 1991), συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητάς τους να εφαρμόσουν την προαιρετική εξαίρεση από το δικαίωμα παραγωγής φυτικής ποικιλίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 της εν λόγω σύμβασης.


ΤΜΗΜΑ Γ

ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΡΘΡΟ 10.36

Γενικές υποχρεώσεις

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη επαναβεβαιώνουν τις δεσμεύσεις τους οι οποίες απορρέουν από τα άρθρα 41 έως 50 της συμφωνίας TRIPS και προβλέπουν τα μέτρα, τις διαδικασίες και τα ένδικα βοηθήματα βάσει της αντίστοιχης εγχώριας νομοθεσίας τους, κατά παραβάσεων των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας που καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο, τα οποία βρίσκονται σε συμμόρφωση με τις εν λόγω δεσμεύσεις.

2.    Συγκεκριμένα, τα μέτρα, οι διαδικασίες και τα ένδικα βοηθήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τα οποία προβλέπονται από κάθε συμβαλλόμενο μέρος βάσει της εγχώριας νομοθεσίας του:

α)    λαμβάνουν υπόψη, κατά περίπτωση, την ανάγκη αναλογικότητας ανάμεσα στη σοβαρότητα της παράβασης και τα συμφέροντα τρίτων·

β)    είναι θεμιτά και δίκαια·

γ)    δεν είναι περίπλοκα και δαπανηρά άνευ λόγου και δεν προβλέπουν παράλογες προθεσμίες ούτε συνεπάγονται αδικαιολόγητες καθυστερήσεις· και


δ)    εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε να αποτρέπεται η δημιουργία εμποδίων στο νόμιμο εμπόριο και να προβλέπονται εγγυήσεις κατά της κατάχρησής τους.

3.    Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν θίγει τη δυνατότητα των συμβαλλόμενων μερών να επιβάλλουν εν γένει την εγχώρια νομοθεσία τους και δεν δημιουργεί καμία υποχρέωση για τα συμβαλλόμενα μέρη να τροποποιήσουν τους ισχύοντες νόμους τους οι οποίοι σχετίζονται με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Με την επιφύλαξη των ανωτέρω γενικών αρχών, καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν δημιουργεί υποχρέωση για οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος:

α)    ως προς την καθιέρωση δικαστικού συστήματος για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, πέραν αυτού που υφίσταται για την εν γένει επιβολή του νόμου· ή

β)    όσον αφορά την κατανομή των πόρων μεταξύ της επιβολής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και της εν γένει επιβολής του νόμου.

ΑΡΘΡΟ 10.37

Δημοσίευση των δικαστικών αποφάσεων

Σε δικαστικές διαδικασίες του αστικού δικαίου οι οποίες έχουν κινηθεί για την παραβίαση δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει κατάλληλα μέτρα, σύμφωνα με την εγχώρια νομοθεσία και τις πολιτικές του, για τη δημοσίευση ή δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις. Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν υποχρεώνει ένα συμβαλλόμενο μέρος να κοινοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες η κοινοποίηση των οποίων θα εμπόδιζε την επιβολή του νόμου ή θα ήταν με άλλο τρόπο αντίθετη στο δημόσιο συμφέρον ή θα έβλαπτε τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα συγκεκριμένων δημόσιων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων. Τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να προβλέπουν και άλλα πρόσθετα μέτρα δημοσιότητας, τα οποία ενδείκνυνται για τις συγκεκριμένες περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της εμφανούς διαφήμισης.


ΑΡΘΡΟ 10.38

Διαθεσιμότητα μέτρων, διαδικασιών και ένδικων βοηθημάτων του αστικού δικαίου

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη καθιστούν διαθέσιμα στους δικαιούχους, μέσω της αντίστοιχης εθνικής νομοθεσίας τους, τα μέτρα, τις διαδικασίες και τα ένδικα βοηθήματα του αστικού δικαίου τα οποία αναφέρονται στο τμήμα Γ (Επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας μέσω του αστικού δικαίου) όσον αφορά τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας όπως ορίζονται στην παράγραφο 2.

2.    Για τους σκοπούς του τμήματος Γ (Επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας μέσω του αστικού δικαίου), οι παρακάτω όροι έχουν τις ακόλουθες έννοιες:

α)    ο όρος «δικαιούχοι» περιλαμβάνει τους κατόχους αδειών αποκλειστικής εκμετάλλευσης, καθώς και τους συλλόγους και τις ενώσεις 64 που νομιμοποιούνται να διεκδικούν τα δικαιώματά τους· και

β)    ως «δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας» νοούνται όλες οι κατηγορίες διανοητικής ιδιοκτησίας που αναφέρονται στα τμήματα 1 έως 6 του μέρους ΙΙ της συμφωνίας TRIPS 65 .


ΑΡΘΡΟ 10.39

Μέτρα διαφύλαξης των αποδεικτικών στοιχείων

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε οι δικαστικές αρχές του να έχουν την εξουσία να διατάζουν την άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή προσωρινών μέτρων:

α)    κατά ενός συμβαλλόμενου μέρους ή, κατά περίπτωση, κατά τρίτου επί του οποίου οι εν λόγω δικαστικές αρχές έχουν δικαιοδοσία, προκειμένου να αποτρέπουν την παράβαση οποιουδήποτε δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, και ιδίως να αποτρέπουν την είσοδο προϊόντων που παραβιάζουν δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας στα δίκτυα εμπορίας· και

β)    προκειμένου να διαφυλαχθούν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν την εικαζόμενη παράβαση.

2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε οι δικαστικές αρχές του να έχουν, κατά περίπτωση, την εξουσία να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα χωρίς πρώτα να ακούσουν τις απόψεις της άλλης πλευράς, ιδίως όταν τυχόν καθυστέρηση ενδέχεται να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον δικαιούχο, ή όταν μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει κίνδυνος καταστροφής των αποδεικτικών στοιχείων. Στις διαδικασίες που διεξάγονται χωρίς να ακουστούν οι απόψεις της άλλης πλευράς, κάθε συμβαλλόμενο μέρος παρέχει στις δικαστικές αρχές του την εξουσία να ενεργούν τάχιστα όταν πρόκειται για αίτημα λήψης προσωρινών μέτρων και να αποφασίζουν χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.

3.    Τουλάχιστον σε περιπτώσεις παράβασης δικαιωμάτων δημιουργού ή συγγενών δικαιωμάτων και παράνομης απομίμησης εμπορικών σημάτων, κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε, σε δικαιοδοτικές διαδικασίες του αστικού δικαίου, οι δικαστικές αρχές του να έχουν την εξουσία να διατάζουν την κατάσχεση ή άλλη κράτηση ύποπτων προϊόντων, καθώς και υλικών και εργαλείων που σχετίζονται με την πράξη της παράβασης, και, τουλάχιστον για την παράνομη απομίμηση εμπορικών σημάτων, αποδεικτικών εγγράφων, είτε πρωτότυπων είτε αντιγράφων τους, σχετικά με την παράβαση.


4.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε οι δικαστικές αρχές του να έχουν την εξουσία να ζητούν από τον ενάγοντα, όσον αφορά τη λήψη προσωρινών μέτρων, να προσκομίσει τυχόν αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είναι ευλόγως δυνατόν να συγκεντρώσει, προκειμένου αυτές να βεβαιωθούν σε ικανοποιητικό βαθμό ότι υπάρχει παράβαση του δικαιώματος του ενάγοντος ή ότι επίκειται τέτοια παράβαση, καθώς και να ζητούν από τον ενάγοντα να καταβάλει επαρκή εγγύηση ή ισοδύναμη ασφάλεια με σκοπό την προστασία του εναγομένου και την αποτροπή της καταχρηστικής προσφυγής στις διαδικασίες. Η εν λόγω εγγύηση ή ισοδύναμη ασφάλεια δεν πρέπει να αποθαρρύνει αδικαιολόγητα την προσφυγή στις προβλεπόμενες διαδικασίες για τη λήψη προσωρινών μέτρων.

5.    Όταν τα προσωρινά μέτρα ανακαλούνται ή όταν παύει η ισχύς τους εξαιτίας οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης του ενάγοντος ή όταν διαπιστώνεται μεταγενέστερα ότι δεν υπήρξε παράβαση δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας, οι δικαστικές αρχές έχουν την εξουσία να διατάξουν τον ενάγοντα, κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, να καταβάλει στον εναγόμενο επαρκή αποζημίωση για τυχόν ζημία που προκλήθηκε από τα εν λόγω μέτρα.

ΑΡΘΡΟ 10.40

Αποδεικτικά στοιχεία και δικαίωμα ενημέρωσης

1.    Με την επιφύλαξη της εγχώριας νομοθεσίας κάθε συμβαλλόμενου μέρους σε σχέση με τα προνόμια, την προστασία της εμπιστευτικότητας ή την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε, σε δικαιοδοτικές διαδικασίες του αστικού δικαίου για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, οι δικαστικές αρχές του να έχουν την εξουσία, κατόπιν δικαιολογημένου αιτήματος του δικαιούχου, να διατάζουν τον παραβάτη ή, εναλλακτικά, τον φερόμενο ως παραβάτη, να προσκομίσει στον δικαιούχο ή στις δικαστικές αρχές, τουλάχιστον για τους σκοπούς της συλλογής αποδεικτικών στοιχείων, σχετικές πληροφορίες, όπως ορίζονται στην ισχύουσα νομοθεσία και στις ισχύουσες κανονιστικές ρυθμίσεις, τις οποίες πληροφορίες ο παραβάτης ή ο φερόμενος ως παραβάτης κατέχει ή ελέγχει.


2.    Οι σχετικές πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορεί να περιλαμβάνουν στοιχεία σχετικά με οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλέκεται σε οποιαδήποτε πτυχή της παράβασης ή της εικαζόμενης παράβασης και τα οποία αφορούν τα μέσα παραγωγής ή τα δίκτυα διανομής των παράνομων ή φερόμενων ως παράνομων αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της ταυτοποίησης τρίτων που φέρεται να έχουν εμπλακεί στην παραγωγή και τη διανομή τέτοιων αγαθών ή υπηρεσιών και των δικτύων διανομής τους.

ΑΡΘΡΟ 10.41

Άλλα ένδικα βοηθήματα

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε, σε δικαιοδοτικές διαδικασίες του αστικού δικαίου όπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση με την οποία διαπιστώνεται προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας ενός δικαιούχου, οι δικαστικές αρχές, κατόπιν αιτήματος του δικαιούχου, να έχουν την εξουσία, τουλάχιστον όσον αφορά τα προϊόντα που συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση δικαιώματος δημιουργού, καθώς και τα προϊόντα με εμπορικό σήμα που αποτελεί αντικείμενο παράνομης απομίμησης:

α)    να δίνουν εντολές ώστε τα εν λόγω παράνομα προϊόντα:

i)    να καταστρέφονται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων· ή

ii)    να αποσύρονται από τα δίκτυα εμπορίας, κατά τρόπον ώστε να αποτρέπεται η πρόκληση βλάβης στον δικαιούχο,

χωρίς κανενός είδους αποζημίωση· και


β)    να διατάζουν την καταστροφή ή την απόσυρση από τα δίκτυα εμπορίας των υλικών και των εργαλείων που χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο για την παραγωγή ή τη δημιουργία των εν λόγω παράνομων αγαθών, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς κανενός είδους αποζημίωση, κατά τρόπον ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος περαιτέρω παραβάσεων.

2.    Κατά την εξέταση μιας αίτησης ενός δικαιούχου, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη αναλογικότητας ανάμεσα στη σοβαρότητα της παράβασης και τα διατασσόμενα ένδικα βοηθήματα, καθώς και τα συμφέροντα τρίτων.

3.    Η εφαρμογή των ένδικων βοηθημάτων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο μπορεί να γίνεται με δαπάνες του παραβάτη.

ΑΡΘΡΟ 10.42

Ασφαλιστικά μέτρα

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε, σε δικαιοδοτικές διαδικασίες του αστικού δικαίου όπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση με την οποία διαπιστώνεται προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας ενός δικαιούχου, οι δικαστικές αρχές, κατόπιν αιτήματος του δικαιούχου, να έχουν την εξουσία να εκδίδουν ασφαλιστικά μέτρα κατά του παραβάτη ή, κατά περίπτωση, κατά τρίτου επί του οποίου οι εν λόγω δικαστικές αρχές έχουν δικαιοδοσία, τα οποία στοχεύουν στην απαγόρευση της συνέχισης της παράβασης. Εφόσον το προβλέπει η εγχώρια νομοθεσία του συμβαλλόμενου μέρους, η μη συμμόρφωση με ασφαλιστικά μέτρα υπόκειται, κατά περίπτωση, σε επαναλαμβανόμενες χρηματικές ποινές, προκειμένου να διασφαλισθεί η συμμόρφωση.


ΑΡΘΡΟ 10.43

Εναλλακτικά μέτρα

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να προβλέπει στην εγχώρια νομοθεσία του ότι, σε δικαιοδοτικές διαδικασίες του αστικού δικαίου όπου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση με την οποία διαπιστώνεται προσβολή δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας ενός δικαιούχου, στις κατάλληλες περιπτώσεις και μετά από αίτηση του προσώπου που ενδέχεται να υπόκειται στα μέτρα τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 10.41 (Άλλα ένδικα βοηθήματα) και/ή στο άρθρο 10.42 (Ασφαλιστικά μέτρα), οι δικαστικές αρχές του έχουν την εξουσία να διατάσσουν την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης στον ζημιωθέντα, αντί της εφαρμογής των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 10.41 (Άλλα ένδικα βοηθήματα) και/ή στο άρθρο 10.42 (Ασφαλιστικά μέτρα), εάν το εν λόγω άτομο ενήργησε χωρίς δόλο ή αμέλεια, εάν η εκτέλεση των εν λόγω μέτρων θα του προκαλούσε δυσανάλογη ζημία και εάν η χρηματική αποζημίωση στον ζημιωθέντα κρίνεται επαρκώς ικανοποιητική 66 .

ΑΡΘΡΟ 10.44

Αποζημίωση

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε, σε δικαιοδοτικές διαδικασίες του αστικού δικαίου για την επιβολή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, οι δικαστικές αρχές του να έχουν την εξουσία να επιβάλουν στον παραβάτη ο οποίος προέβη σε παράβαση, εν γνώσει του ή αν βάσιμα μπορούσε να γνωρίζει, να καταβάλει στον δικαιούχο αποζημίωση αντίστοιχη προς την πραγματική ζημία που υπέστη ο δικαιούχος εξαιτίας της παράβασης.


2.    Για τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων που συνεπάγεται η παράβαση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, οι δικαστικές αρχές των συμβαλλόμενων μερών έχουν την εξουσία να εξετάσουν, μεταξύ άλλων, τη λήψη οποιουδήποτε θεμιτού μέτρου αξίας που διεκδικεί ο δικαιούχος και το οποίο μέτρο μπορεί να περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, την αξία των παράνομων προϊόντων ή υπηρεσιών υπολογιζόμενη με βάση την αγοραία τιμή, ή την προτεινόμενη τιμή λιανικής πώλησης 67 . Τουλάχιστον σε περιπτώσεις παράβασης δικαιωμάτων δημιουργού ή συγγενών δικαιωμάτων και παράνομης απομίμησης εμπορικών σημάτων, κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε οι δικαστικές αρχές του να έχουν την εξουσία να επιβάλουν στον παραβάτη την καταβολή στον δικαιούχο αποζημίωσης αντίστοιχης με τα κέρδη του παραβάτη που προέκυψαν από την παράβαση, είτε ως εναλλακτική λύση ή συμπληρωματικά προς την αποζημίωση είτε ως μέρος αυτής.

3.    Εναλλακτικά προς την παράγραφο 2, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν επίσης να προβλέπουν ότι οι δικαστικές αρχές τους έχουν την εξουσία, εφόσον ενδείκνυται, να καθορίζουν την αποζημίωση ως κατ' αποκοπή ποσό βάσει στοιχείων όπως τουλάχιστον το ύψος των δικαιωμάτων ή λοιπών αμοιβών που θα οφείλονταν αν ο παραβάτης είχε ζητήσει την άδεια να χρησιμοποιεί το επίμαχο δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας.

4.    Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να προβλέπουν ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παραβάτης προέβη σε παράβαση εν αγνοία του ή ενώ δεν υπήρχαν βάσιμοι λόγοι να το γνωρίζει, οι δικαστικές αρχές τους μπορούν να διατάζουν την ανάκτηση των κερδών ή την καταβολή αποζημίωσης, η οποία μπορεί να είναι προκαθορισμένη.


ΑΡΘΡΟ 10.45

Δικαστικά έξοδα

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεριμνά ώστε οι δικαστικές αρχές του να έχουν, κατά περίπτωση, την εξουσία να διατάζουν, κατά την περάτωση δικαιοδοτικών διαδικασιών του αστικού δικαίου σχετικά με την παράβαση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, την καταβολή στον νικόντα διάδικο από τον ηττημένο διάδικο των δικαστικών εξόδων και της σχετικής δικηγορικής αμοιβής, ή τυχόν άλλων εξόδων που προβλέπονται στην εγχώρια νομοθεσία του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους.

ΑΡΘΡΟ 10.46

Τεκμήρια σχετικά με δικαιώματα δημιουργού και συγγενή δικαιώματα

Σε διαδικασίες του αστικού δικαίου που αφορούν δικαιώματα δημιουργού ή συγγενή δικαιώματα, κάθε συμβαλλόμενο μέρος προβλέπει τεκμήριο ότι, τουλάχιστον όσον αφορά ένα λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό έργο, εκτέλεση ή φωνογράφημα, όταν δεν υπάρχει απόδειξη για το αντίθετο, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο του οποίου το όνομα αναφέρεται στο εν λόγω έργο, εκτέλεση ή φωνογράφημα με τον συνήθη τρόπο είναι ο δικαιούχος και, κατά συνέπεια, έχει δικαίωμα προσφυγής κατά των παραβατών.


ΑΡΘΡΟ 10.47

Ευθύνη των ενδιάμεσων παρόχων υπηρεσιών

1.    Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 έως 6, κάθε συμβαλλόμενο μέρος προβλέπει εξαιρέσεις ή περιορισμούς στην εγχώρια νομοθεσία του όσον αφορά την ευθύνη των παρόχων υπηρεσιών ή το πεδίο εφαρμογής των διαθέσιμων ένδικων βοηθημάτων σε βάρος τους για παραβάσεις δικαιωμάτων δημιουργού ή συγγενών δικαιωμάτων ή εμπορικών σημάτων οι οποίες λαμβάνουν χώρα μέσω συστημάτων ή δικτύων των οποίων ο έλεγχος ή ο χειρισμός γίνεται από τους ίδιους ή για λογαριασμό τους.

2.    Οι εξαιρέσεις ή οι περιορισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)    καλύπτουν τις εξής λειτουργίες:

i)    μετάδοση 68 ή παροχή πρόσβασης για υλικό χωρίς επιλογή και/ή τροποποίηση του περιεχομένου του 69 · και

ii)    αποθήκευση σε κρυφή μνήμη η οποία πραγματοποιείται μέσω αυτόματης διαδικασίας 70 · και


β)    μπορούν επίσης να καλύπτουν τις εξής λειτουργίες:

i)    αποθήκευση υπό την καθοδήγηση ενός χρήστη υλικού που βρίσκεται σε σύστημα ή δίκτυο του οποίου ο έλεγχος ή ο χειρισμός γίνεται από τον πάροχο υπηρεσιών ή για λογαριασμό του· και

ii)    παραπομπή ή σύνδεση των χρηστών σε μια διαδικτυακή τοποθεσία μέσω εργαλείων εντοπισμού πληροφοριών, όπως σύνδεσμοι υπερκειμένου και κατάλογοι.

3.    Προϋπόθεση για τις εξαιρέσεις ή τους περιορισμούς που προβλέπονται στο παρόν άρθρο δεν μπορεί να αποτελεί η παρακολούθηση της υπηρεσίας από τον ίδιο τον πάροχο υπηρεσιών, ούτε η ενεργή αναζήτηση στοιχείων τα οποία υποδεικνύουν παράβαση, πέρα από το βαθμό που αυτό συνάδει με τα αντίστοιχα τεχνικά μέτρα.

4.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καθορίζει στην εγχώρια νομοθεσία του τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι πάροχοι υπηρεσιών προκειμένου να υπάγονται στις εξαιρέσεις ή τους περιορισμούς που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 έως 3, κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να θεσπίσει κατάλληλες διαδικασίες για αποτελεσματικές κοινοποιήσεις σχετικά με εικαζόμενες παραβάσεις, καθώς και για αποτελεσματικές αντικοινοποιήσεις από φορείς των οποίων το υλικό διαγράφηκε ή απενεργοποιήθηκε λόγω λάθους ή εσφαλμένης ταυτοποίησης.

5.    Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη της διαθεσιμότητας μέσων άμυνας απέναντι στην παράβαση δικαιωμάτων δημιουργού ή συγγενών δικαιωμάτων ή εμπορικών σημάτων, τα οποία έχουν γενική ισχύ. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τη δυνατότητα μιας δικαστικής ή διοικητικής αρχής, σύμφωνα με το νομικό σύστημα κάθε συμβαλλόμενου μέρους, να απαιτήσει από τον πάροχο υπηρεσιών να παύσει ή να αποτρέψει μια παράβαση.

6.    Καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια διαβουλεύσεων με το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, προκειμένου να εξεταστεί ο τρόπος αντιμετώπισης μελλοντικών λειτουργιών οι οποίες έχουν παρόμοιο χαρακτήρα με αυτές που εξετάζονται στο παρόν άρθρο.


ΤΜΗΜΑ Δ

ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

ΑΡΘΡΟ 10.48

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος:

α)    «προϊόντα με γεωγραφική ένδειξη που αποτελεί αντικείμενο παράνομης απομίμησης»: όλα τα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της συσκευασίας, τα οποία φέρουν, χωρίς να υπάρχει σχετική άδεια, σήμα πανομοιότυπο με τη γεωγραφική ένδειξη που έχει καταχωριστεί έγκυρα σε σχέση με παρόμοια προϊόντα στο έδαφος όπου βρίσκονται τα προϊόντα, ή το οποίο δεν μπορεί να διακριθεί ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά του από την εν λόγω γεωγραφική ένδειξη και, ως εκ τούτου, παραβιάζει τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη ή του κατόχου της εν λόγω γεωγραφικής ένδειξης βάσει της εγχώριας νομοθεσίας του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο βρίσκονται τα προϊόντα·

β)    «προϊόντα με εμπορικό σήμα που αποτελεί αντικείμενο παράνομης απομίμησης»: όλα τα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της συσκευασίας, τα οποία φέρουν, χωρίς να υπάρχει σχετική άδεια, εμπορικό σήμα πανομοιότυπο με το εμπορικό σήμα που έχει καταχωριστεί έγκυρα σε σχέση με παρόμοια προϊόντα, ή το οποίο δεν μπορεί να διακριθεί ως προς τα βασικά χαρακτηριστικά του από το εν λόγω εμπορικό σήμα και, ως εκ τούτου, παραβιάζει τα δικαιώματα του κατόχου του εμπορικού σήματος βάσει της εγχώριας νομοθεσίας του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο βρίσκονται τα προϊόντα·


γ)    «προϊόντα υπό διαμετακόμιση»: τα προϊόντα των οποίων η διέλευση από το έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους, με ή χωρίς μεταφόρτωση —ανεξάρτητα από το αν εκφορτώνονται στο έδαφος του συμβαλλομένου μέρους— αποθήκευση, μερική εκφόρτωση ή αλλαγή στον τρόπο μεταφοράς ή διακίνησης, αποτελεί τμήμα μόνον ενός πλήρους ταξιδιού που αρχίζει και ολοκληρώνεται εκτός των συνόρων του συμβαλλόμενου μέρους από το έδαφος του οποίου διέρχονται τα προϊόντα·

δ)    «προϊόντα που συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση δικαιώματος δημιουργού»: όλα τα προϊόντα τα οποία είναι αντίγραφα κατασκευασμένα χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου ή ενός προσώπου που έχει εξουσιοδοτηθεί δεόντως από τον δικαιούχο στη χώρα παραγωγής, και τα οποία παράγονται με την αντιγραφή, άμεση ή έμμεση, κάποιου άλλου αντικειμένου, εφόσον η παραγωγή του εν λόγω αντιγράφου θα συνιστούσε παράβαση δικαιώματος δημιουργού ή συγγενούς δικαιώματος βάσει της εγχώριας νομοθεσίας του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο βρίσκονται τα προϊόντα·

ε)    «προϊόντα που συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση σχεδίου»: όλα τα προϊόντα για τα οποία έχει καταχωριστεί σχέδιο, όταν το εν λόγω σχέδιο ή ένα σχέδιο χωρίς ουσιαστικές διαφορές από αυτό έχει εφαρμοστεί χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου ή ενός προσώπου που έχει εξουσιοδοτηθεί δεόντως από τον δικαιούχο στη χώρα παραγωγής, εφόσον η παραγωγή των εν λόγω προϊόντων θα συνιστούσε παράβαση βάσει της εγχώριας νομοθεσίας του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο βρίσκονται τα προϊόντα.

ΑΡΘΡΟ 10.49

Πεδίο εφαρμογής των μέτρων που λαμβάνονται στα σύνορα

1.    Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, κάθε συμβαλλόμενο μέρος εγκρίνει ή διατηρεί διαδικασίες σε σχέση με τα προϊόντα που υπόκεινται σε τελωνειακό έλεγχο, στο πλαίσιο των οποίων ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές του να αναστείλουν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ύποπτων:


α)    προϊόντων με εμπορικό σήμα που αποτελεί αντικείμενο παράνομης απομίμησης·

β)    προϊόντων που συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση δικαιώματος δημιουργού·

γ)    προϊόντα με γεωγραφική ένδειξη που αποτελεί αντικείμενο παράνομης απομίμησης· και

δ)    προϊόντα που συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση σχεδίου.

2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εγκρίνει ή διατηρεί διαδικασίες σε σχέση με τα προϊόντα που υπόκεινται σε τελωνειακό έλεγχο, στο πλαίσιο των οποίων οι αρμόδιες αρχές του μπορούν να ενεργήσουν με δική τους πρωτοβουλία προκειμένου να αναστείλουν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ύποπτων 71 :

α)    προϊόντων με εμπορικό σήμα που αποτελεί αντικείμενο παράνομης απομίμησης·

β)    προϊόντων που συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση δικαιώματος δημιουργού· και

γ)    προϊόντων με γεωγραφική ένδειξη που αποτελεί αντικείμενο παράνομης απομίμησης.

3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν έχουν υποχρέωση να προβλέπουν την εφαρμογή των διαδικασιών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 όσον αφορά τα προϊόντα υπό διαμετακόμιση. Η διάταξη αυτή ισχύει με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 10.51 (Συνεργασία).


4.    Η Σινγκαπούρη θα εφαρμόσει πλήρως τις υποχρεώσεις των παραγράφων 1 και 2, στην ιδανική περίπτωση εντός δύο αλλά το αργότερο εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, όσον αφορά τις διαδικασίες σε σχέση με:

α)    προϊόντα με γεωγραφική ένδειξη που αποτελεί αντικείμενο παράνομης απομίμησης· και

β)    προϊόντα που συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση σχεδίου.

ΑΡΘΡΟ 10.50

Ταυτοποίηση των αποστολών

Για να διευκολυνθεί η αποτελεσματική επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, οι τελωνειακές αρχές θεσπίζουν μια σειρά προσεγγίσεων για τον εντοπισμό αποστολών οι οποίες περιέχουν προϊόντα με εμπορικό σήμα που αποτελεί αντικείμενο παράνομης απομίμησης, προϊόντα που συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση δικαιώματος δημιουργού, προϊόντα που συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση σχεδίου και προϊόντα με γεωγραφική ένδειξη που αποτελεί αντικείμενο παράνομης απομίμησης.  Οι προσεγγίσεις αυτές περιλαμβάνουν τεχνικές ανάλυσης κινδύνου οι οποίες βασίζονται, μεταξύ άλλων, σε πληροφορίες που παρέχονται από τους δικαιούχους, συλλεχθέντα στοιχεία και ελέγχους των φορτίων.


ΑΡΘΡΟ 10.51

Συνεργασία

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν στη μεταξύ τους συνεργασία με σκοπό την εξάλειψη των διεθνών εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των εμπορευμάτων οι οποίες πραγματοποιούνται κατά παράβαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Για τον σκοπό αυτό, συγκεκριμένα, ανταλλάσσουν πληροφορίες και μεριμνούν για τη συνεργασία, κατά τρόπο που συμφωνείται από κοινού μεταξύ των τελωνειακών τους αρχών, όσον αφορά τις εμπορευματικές συναλλαγές προϊόντων με εμπορικό σήμα που αποτελεί αντικείμενο παράνομης απομίμησης, προϊόντων που συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση δικαιώματος δημιουργού, προϊόντων που συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση σχεδίου και προϊόντων με γεωγραφική ένδειξη που αποτελεί αντικείμενο παράνομης απομίμησης.

2.    Για τις αποστολές προϊόντων όπου γίνεται διαμετακόμιση ή μεταφόρτωση μέσω του εδάφους ενός συμβαλλόμενου μέρους με προορισμό το έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, τα οποία προϊόντα θεωρούνται ύποπτα για παράνομη απομίμηση ή παράνομη εκμετάλλευση, τα συμβαλλόμενα μέρη, με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, παρέχουν τις διαθέσιμες πληροφορίες στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας κατά των εν λόγω αποστολών. Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να παρέχουν πληροφορίες οι οποίες υποβάλλονται εμπιστευτικά από τον φορτωτή, τη ναυτιλιακή εταιρεία ή τον πράκτορά τους.


ΤΜΗΜΑ E

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

ΑΡΘΡΟ 10.52

Συνεργασία

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν στη μεταξύ τους συνεργασία με σκοπό την υποστήριξη της εφαρμογής των δεσμεύσεων και των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου. Στους τομείς συνεργασίας περιλαμβάνονται ενδεικτικά οι ακόλουθες δραστηριότητες:

α)    ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τα νομικά πλαίσια που αφορούν τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής της νομοθεσίας περί διανοητικής ιδιοκτησίας και των σχετικών συστημάτων, με στόχο την προώθηση της αποτελεσματικής καταχώρισης των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας·

β)    ανταλλαγή, μεταξύ των αντίστοιχων αρχών που είναι υπεύθυνες για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, των εμπειριών και των βέλτιστων πρακτικών τους όσον αφορά την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας·

γ)    ανταλλαγή πληροφοριών και συνεργασία με στόχο τη δημόσια προβολή και την πραγματοποίηση κατάλληλων πρωτοβουλιών για την προώθηση της ευαισθητοποίησης σχετικά με τα οφέλη των δικαιωμάτων και των συστημάτων διανοητικής ιδιοκτησίας·


δ)    ανάπτυξη ικανοτήτων και τεχνική συνεργασία σε σχέση, ενδεικτικά, με τα εξής: διαχείριση, έκδοση αδειών, αποτίμηση και εκμετάλλευση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας· ενημέρωση σχετικά με την τεχνολογία και την αγορά· διευκόλυνση των συνεργασιών σε θέματα του κλάδου, συμπεριλαμβανομένων συνεργασιών σχετικά με δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας που μπορούν να εφαρμοστούν με στόχο τη διατήρηση ή τη βελτίωση του περιβάλλοντος, οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν τη δημιουργία μιας πλατφόρμας ή βάσης δεδομένων· και συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα με στόχο την υποστήριξη του πολιτισμού και της καινοτομίας·

ε)    ανταλλαγή πληροφοριών και συνεργασία για ζητήματα διανοητικής ιδιοκτησίας, ανάλογα με την περίπτωση και σύμφωνα με τις εξελίξεις στην φιλοπεριβαλλοντική τεχνολογία· και

στ)    κάθε άλλος τομέας συνεργασίας ή δραστηριότητα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

2.    Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να ορίσουν ένα σημείο επαφής για τους σκοπούς της διατήρησης του διάλογου, συμπεριλαμβανομένης, όπου κρίνεται σκόπιμο, της σύγκλησης συνεδριάσεων για ζητήματα διανοητικής ιδιοκτησίας μεταξύ των αντίστοιχων τεχνικών εμπειρογνωμόνων για θέματα που καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο.

3.    Η συνεργασία στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου πραγματοποιείται με την επιφύλαξη των νόμων, των κανονισμών, των οδηγιών ή των πολιτικών κάθε συμβαλλόμενου μέρους. Η συνεργασία πραγματοποιείται επίσης βάσει κοινά αποδεκτών όρων και προϋποθέσεων, και εξαρτάται από τους διαθέσιμους πόρους κάθε συμβαλλόμενου μέρους.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΤΕΚΑ

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ

ΤΜΗΜΑ A

ΑΝΤΙΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 11.1

Αρχές

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν τη σημασία του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού στις εμπορικές συναλλαγές τους. Αναγνωρίζουν ότι οι επιχειρηματικές πρακτικές ή συναλλαγές που βλάπτουν τον ανταγωνισμό μπορούν να στρεβλώσουν την εύρυθμη λειτουργία των αγορών και να υπονομεύσουν τα οφέλη που προκύπτουν από την απελευθέρωση του εμπορίου.

2.    Προκειμένου να προάγουν τον ελεύθερο και ανόθευτο ανταγωνισμό σε όλους τους τομείς της οικονομίας τους, τα συμβαλλόμενα μέρη διατηρούν στα αντίστοιχα εδάφη τους ολοκληρωμένο νομοθετικό πλαίσιο το οποίο αντιμετωπίζει αποτελεσματικά:


α)    οριζόντιες και κάθετες συμφωνίες 72 μεταξύ επιχειρήσεων, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και εναρμονισμένες πρακτικές, οι οποίες έχουν ως αντικείμενό τους ή ως αποτέλεσμα την αποτροπή, τον περιορισμό ή τη στρέβλωση του ανταγωνισμού στο έδαφος είτε του ενός είτε του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, στο σύνολό του ή σε σημαντικό μέρος του·

β)    καταχρήσεις, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της δεσπόζουσας θέσης τους στο έδαφος είτε του ενός είτε του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, στο σύνολό του ή σε σημαντικό μέρος του· και

γ)    συγκεντρώσεις μεταξύ επιχειρήσεων, οι οποίες οδηγούν σε σημαντική μείωση του ανταγωνισμού ή εμποδίζουν σε σημαντικό βαθμό τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό, ιδίως ως αποτέλεσμα της δημιουργίας ή της ενίσχυσης μιας δεσπόζουσας θέσης στο έδαφος είτε του ενός είτε του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, στο σύνολό του ή σε σημαντικό μέρος του,

οι οποίες επηρεάζουν τις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές.


ΑΡΘΡΟ 11.2

Εφαρμογή

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διατηρεί την αυτονομία του ως προς την ανάπτυξη και την εφαρμογή της νομοθεσίας του. Τα συμβαλλόμενα μέρη αναλαμβάνουν, ωστόσο, την υποχρέωση να ορίζουν αρχές που είναι αρμόδιες και διαθέτουν τον κατάλληλο εξοπλισμό για την αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 11.1 (Αρχές).

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν την αντίστοιχη νομοθεσία τους που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 11.1 (Αρχές), με διαφανή και αμερόληπτο τρόπο, τηρώντας τις αρχές του δίκαιου χαρακτήρα των διαδικασιών και των δικαιωμάτων υπεράσπισης των ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ακρόασης των οικείων μερών πριν από τη λήψη απόφασης για την εκάστοτε υπόθεση.

ΤΜΗΜΑ B

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ,
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΕΧΟΥΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΘΕΙ ΕΙΔΙΚΑ Ή ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

ΚΑΙ ΚΡΑΤΙΚΑ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑ

ΑΡΘΡΟ 11.3

Δημόσιες επιχειρήσεις και επιχειρήσεις στις οποίες έχουν παραχωρηθεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα

1.    Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν αποτρέπει ένα συμβαλλόμενο μέρος από την ίδρυση ή τη διατήρηση δημόσιων επιχειρήσεων ή από την παραχώρηση σε επιχειρήσεις ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων σύμφωνα με την αντίστοιχη νομοθεσία του.


2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις στις οποίες έχουν παραχωρηθεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα υπόκεινται στη νομοθεσία που αναφέρεται στο τμήμα Α (Αντιμονοπωλιακή πολιτική και συγκεντρώσεις), στο μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει την εκτέλεση, κατά νόμο ή στην πράξη, των ιδιαίτερων καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί.

3.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις στις οποίες έχουν παραχωρηθεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα δεν χρησιμοποιούν τα ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματά τους προκειμένου να εφαρμόσουν, άμεσα ή έμμεσα, μεταξύ άλλων μέσω των συναλλαγών τους με μητρικές, θυγατρικές ή άλλες επιχειρήσεις με κοινή ιδιοκτησία, αντιανταγωνιστικές πρακτικές σε άλλη αγορά στην οποία οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν έχουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, και οι οποίες πρακτικές επηρεάζουν αρνητικά τις επενδύσεις, τις εμπορικές συναλλαγές στον τομέα των εμπορευμάτων ή των υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.

4.    Η Σινγκαπούρη διασφαλίζει ότι κάθε δημόσια επιχείρηση ή επιχείρηση στην οποία έχουν παραχωρηθεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα ενεργεί σύμφωνα με εμπορικά και μόνο κριτήρια κατά την αγορά ή την πώληση αγαθών ή υπηρεσιών, όπως οι τιμές, η ποιότητα, η διαθεσιμότητα, η εμπορευσιμότητα, η μεταφορά και άλλοι όροι και προϋποθέσεις αγοράς ή πώλησης, και παρέχει αμερόληπτη μεταχείριση στις εγκαταστάσεις της Ένωσης, στα αγαθά της Ένωσης και στους παρόχους υπηρεσιών της Ένωσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις αγορές ή πωλήσεις, στην περίπτωση επιχείρησης με ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, οι οποίες σχετίζονται με την άσκηση των ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων.


ΑΡΘΡΟ 11.4

Κρατικά μονοπώλια

Αν και καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν θεωρείται ότι εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίζουν ή να διατηρούν κρατικά μονοπώλια, κάθε συμβαλλόμενο μέρος προσαρμόζει τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα ώστε να διασφαλίζεται ότι τα εν λόγω μονοπώλια δεν δημιουργούν διακρίσεις όσον αφορά τους όρους βάσει των οποίων γίνεται η προμήθεια και η διάθεση στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα του άλλου συμβαλλόμενου μέρους.

ΤΜΗΜΑ Γ

ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 11.5

Ορισμός και πεδίο εφαρμογής

1.    Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, επιδότηση είναι ένα μέτρο το οποίο πληροί, τηρουμένων των αναλογιών, τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 1.1 της συμφωνίας ΕΑΜ, ανεξάρτητα από το αν η επιδότηση χορηγείται σε σχέση με την παραγωγή αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών 73 .


2.    Μια επιδότηση εμπίπτει στο παρόν κεφάλαιο μόνο εάν έχει ατομικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 2 της συμφωνίας ΕΑΜ. Κάθε επιδότηση που εμπίπτει στο άρθρο 11.7 (Απαγορευμένες επιδοτήσεις) θεωρείται ότι έχει ατομικό χαρακτήρα.

3.    Τα άρθρα 11.7 (Απαγορευμένες επιδοτήσεις), 11.8 (Άλλες επιδοτήσεις) και 11.10 (Ρήτρα επανεξέτασης) καθώς και το παράρτημα 11-Α δεν αφορούν τις επιδοτήσεις στον τομέα της αλιείας, τις επιδοτήσεις που συνδέονται με τα προϊόντα που καλύπτονται από το παράρτημα 1 της συμφωνίας για τη γεωργία και άλλες επιδοτήσεις που καλύπτονται από τη συμφωνία για τη γεωργία.

ΑΡΘΡΟ 11.6

Σχέσεις με τη συμφωνία ΠΟΕ

Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος ισχύουν με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων ενός συμβαλλόμενου μέρους βάσει της συμφωνίας ΠΟΕ, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή μέτρων αποκατάστασης του εμπορίου ή τη διαδικασία επίλυσης διαφορών ή άλλες κατάλληλες ενέργειες κατά επιδοτήσεων που χορηγούνται από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος.

ΑΡΘΡΟ 11.7

Απαγορευμένες επιδοτήσεις

1.    Όσον αφορά τις επιδοτήσεις που σχετίζονται με εμπορικές συναλλαγές στον τομέα των εμπορευμάτων, τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιώνουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους βάσει του άρθρου 3 της συμφωνίας ΕΑΜ, το οποίο ενσωματώνεται στην παρούσα συμφωνία και καθίσταται μέρος της, τηρουμένων των αναλογιών.


2.    Απαγορεύονται οι ακόλουθες επιδοτήσεις που σχετίζονται με εμπορικές συναλλαγές στον τομέα των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών:

α)    κάθε νομική ρύθμιση βάσει της οποίας ένας κρατικός ή δημόσιος φορέας είναι υπεύθυνος για την κάλυψη των χρεών ή των υποχρεώσεων ορισμένων επιχειρήσεων χωρίς κανέναν περιορισμό, κατά νόμο ή στην πράξη, ως προς το ποσό των εν λόγω χρεών ή υποχρεώσεων ή τη διάρκεια της ευθύνης αυτής· και

β)    οποιασδήποτε μορφής στήριξη σε αναξιόχρεες ή προβληματικές επιχειρήσεις (όπως είναι τα δάνεια και οι εγγυήσεις, οι επιχορηγήσεις, οι εισφορές κεφαλαίου, οι εισφορές στοιχείων του ενεργητικού σε τιμές χαμηλότερες από εκείνες της αγοράς ή οι φοροαπαλλαγές) χωρίς αξιόπιστο σχέδιο αναδιάρθρωσης βάσει ρεαλιστικών παραδοχών με σκοπό να εξασφαλιστεί η επαναφορά της προβληματικής επιχείρησης στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και χωρίς η ίδια η επιχείρηση να συνεισφέρει σε σημαντικό βαθμό στο κόστος της αναδιάρθρωσης 74 ,

εκτός εάν, κατόπιν αιτήματος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, το συμβαλλόμενο μέρος που χορηγεί την επιδότηση έχει αποδείξει ότι η εν λόγω επιδότηση δεν επηρεάζει ούτε ενδέχεται να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές του άλλου μέρους.

3.    Η παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) δεν εμποδίζουν τα συμβαλλόμενα μέρη να παρέχουν επιδοτήσεις που χορηγούνται για την άρση σοβαρής διαταραχής στην οικονομία τους. Ως σοβαρή διαταραχή στην οικονομία ενός συμβαλλόμενου μέρους νοείται μια έκτακτη, προσωρινή και σημαντική κρίση η οποία επηρεάζει το σύνολο της οικονομίας του συμβαλλόμενου μέρους και όχι μια συγκεκριμένη περιοχή ή οικονομικό τομέα του.

4.    Η παράγραφος 2 στοιχείο β) δεν ισχύει για τις επιδοτήσεις που χορηγούνται ως αποζημιώσεις για την εκτέλεση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, καθώς και για τις επιδοτήσεις στη βιομηχανία του άνθρακα.


ΑΡΘΡΟ 11.8

Λοιπές επιδοτήσεις

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την αποκατάσταση ή την άρση, μέσω της εφαρμογής της νομοθεσίας τους περί ανταγωνισμού ή με άλλο τρόπο, των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που προκαλούνται από άλλες επιδοτήσεις με ατομικό χαρακτήρα οι οποίες σχετίζονται με εμπορικές συναλλαγές στον τομέα των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών και που δεν καλύπτονται από το άρθρο 11.7 (Απαγορευμένες επιδοτήσεις), στο μέτρο που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν τις εμπορικές συναλλαγές οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους, καθώς και για την πρόληψη της εμφάνισης παρόμοιων καταστάσεων. Το παράρτημα 11-A περιέχει συγκεκριμένες οδηγίες σχετικά με τους τύπους των επιδοτήσεων που δεν έχουν αυτές τις επιπτώσεις.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών και να διεξαγάγουν έναν πρώτο διάλογο εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, με σκοπό την ανάπτυξη κανόνων σε σχέση με τις λοιπές επιδοτήσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις σε πολυμερές επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να λάβουν απόφαση στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου.

ΑΡΘΡΟ 11.9

Διαφάνεια

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει διαφάνεια στον τομέα των επιδοτήσεων που σχετίζονται με εμπορικές συναλλαγές στον τομέα των εμπορευμάτων και με παροχή υπηρεσιών. Για τον σκοπό αυτό, κάθε συμβαλλόμενο μέρος υποβάλλει ανά διετία έκθεση στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος σχετικά με τη νομική βάση, τη μορφή και, στο μέτρο του δυνατού, το ποσό ή τον προϋπολογισμό, καθώς και τον παραλήπτη των επιδοτήσεων που χορηγούνται από τον κρατικό ή δημόσιο φορέα του.


2.    Η έκθεση αυτή θεωρείται ότι έχει υποβληθεί εάν οι σχετικές πληροφορίες καθίστανται διαθέσιμες από τα συμβαλλόμενα μέρη ή για λογαριασμό τους σε δικτυακό τόπο προσβάσιμο στο κοινό, έως τον Ιούνιο του δευτέρου ημερολογιακού έτους μετά τη χορήγηση των επιδοτήσεων.

ΑΡΘΡΟ 11.10

Ρήτρα επανεξέτασης

Τα συμβαλλόμενα μέρη επανεξετάζουν διαρκώς τα θέματα στα οποία αναφέρεται το παρόν τμήμα. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να παραπέμπουν τα θέματα αυτά στην Επιτροπή Εμπορίου. Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να επανεξετάζουν την πρόοδο ως προς την εφαρμογή του παρόντος τμήματος κάθε δύο χρόνια μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, εκτός εάν και τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.


ΤΜΗΜΑ Δ

ΓΕΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΑΡΘΡΟ 11.11

Συνεργασία και συντονισμός σε θέματα επιβολής του νόμου

Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν τη σημασία της συνεργασίας και του συντονισμού για την περαιτέρω βελτίωση της αποτελεσματικής επιβολής του νόμου. Οι αντίστοιχες αρχές τους φροντίζουν να συντονίζονται και να συνεργάζονται για την εφαρμογή των αντίστοιχων νομοθεσιών, έτσι ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της παρούσας συμφωνίας για ελεύθερο και ανόθευτο ανταγωνισμό στις εμπορικές συναλλαγές τους.

ΑΡΘΡΟ 11.12

Εμπιστευτικότητα

1.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος διαβιβάζει πληροφορίες βάσει της παρούσας συμφωνίας, εξασφαλίζει την προστασία των επιχειρηματικών απορρήτων και άλλων εμπιστευτικών πληροφοριών.

2.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος διαβιβάζει εμπιστευτικά πληροφορίες βάσει της παρούσας συμφωνίας, το μέρος που τις λαμβάνει πρέπει, σύμφωνα με τις νομοθετικές και κανονιστικές του διατάξεις, να διατηρεί τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των διαβιβαζόμενων πληροφοριών.


ΑΡΘΡΟ 11.13

Διαβούλευση

1.    Προκειμένου να ενισχυθεί η αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών ή να αντιμετωπιστούν συγκεκριμένα ζητήματα που καλύπτονται από το τμήμα Α (Αντιμονοπωλιακή πολιτική και συγκεντρώσεις), το τμήμα Β (Δημόσιες επιχειρήσεις, επιχειρήσεις στις οποίες έχουν παραχωρηθεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα και κρατικά μονοπώλια) ή το τμήμα Δ (Γενικά θέματα), κάθε συμβαλλόμενο μέρος, κατόπιν αιτήματος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, ξεκινά διαβουλεύσεις σχετικά με τις παρατηρήσεις που υποβάλλει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Κατόπιν αιτήματός του, το συμβαλλόμενο μέρος υποδεικνύει, κατά περίπτωση, τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη προβαίνουν αμέσως σε συζητήσεις, κατόπιν αιτήματος ενός από αυτά, σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα προκύπτει από την ερμηνεία ή την εφαρμογή του τμήματος Α (Αντιμονοπωλιακή πολιτική και συγκεντρώσεις), του τμήματος Β (Δημόσιες επιχειρήσεις, επιχειρήσεις στις οποίες έχουν παραχωρηθεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα και κρατικά μονοπώλια) ή του τμήματος Δ (Γενικά θέματα).

3.    Για τη διευκόλυνση της συζήτησης σχετικά με το θέμα που αποτελεί το αντικείμενο της συζήτησης, κάθε συμβαλλόμενο μέρος φροντίζει να παρέχει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος τις σχετικές μη εμπιστευτικές πληροφορίες.

ΑΡΘΡΟ 11.14

Επίλυση διαφορών και μηχανισμός διαμεσολάβησης

Κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να προσφεύγει στο κεφάλαιο δεκατέσσερα (Επίλυση διαφορών) και στο κεφάλαιο δεκαπέντε (Μηχανισμός διαμεσολάβησης) για οποιοδήποτε θέμα το οποίο προκύπτει από το παρόν κεφάλαιο, με εξαίρεση το άρθρο 11.7 (Απαγορευμένες επιδοτήσεις).


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑ

ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

ΤΜΗΜΑ A

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 12.1

Πλαίσιο και στόχοι

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη υπενθυμίζουν το πρόγραμμα δράσης 21 της διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον και την ανάπτυξη του 1992, το προοίμιο της συμφωνίας ΠΟΕ, την υπουργική δήλωση της Σινγκαπούρης που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ΠΟΕ το 1996, το σχέδιο εφαρμογής του Γιοχάνεσμπουργκ για την αειφόρο ανάπτυξη του 2002, την υπουργική διακήρυξη του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου του ΟΗΕ για την επίτευξη πλήρους και παραγωγικής απασχόλησης και αξιοπρεπούς εργασίας για όλους του 2006, και τη διακήρυξη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (στο εξής «ΔΟΕ») σχετικά με την κοινωνική δικαιοσύνη για μια δίκαιη παγκοσμιοποίηση του 2008. Στο πλαίσιο των πράξεων αυτών, τα συμβαλλόμενα μέρη επαναβεβαιώνουν τη δέσμευσή τους για την ανάπτυξη και την προώθηση του διεθνούς εμπορίου και των διμερών εμπορικών και οικονομικών τους σχέσεων κατά τρόπο ώστε να συνεισφέρουν στην αειφόρο ανάπτυξη.


2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι η οικονομική ανάπτυξη, η κοινωνική ανάπτυξη και η προστασία του περιβάλλοντος είναι στοιχεία αλληλοεξαρτώμενα και αλληλένδετα με την αειφόρο ανάπτυξη. Υπογραμμίζουν τα οφέλη της συνεργασίας στον τομέα των κοινωνικών και περιβαλλοντικών ζητημάτων που συνδέονται με το εμπόριο, στο πλαίσιο μιας συνολικής προσέγγισης του εμπορίου και της αειφόρου ανάπτυξης.

3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι είναι αθέμιτο να ενθαρρύνονται το εμπόριο ή οι επενδύσεις μέσω της αποδυνάμωσης ή της μείωσης των επιπέδων προστασίας που παρέχει η εγχώρια εργατική και περιβαλλοντική νομοθεσία. Ταυτόχρονα, τα συμβαλλόμενα μέρη τονίζουν ότι τα περιβαλλοντικά και εργασιακά πρότυπα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για σκοπούς εμπορικού προστατευτισμού.

4.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι στόχος τους είναι να ενισχύσουν τις εμπορικές τους συναλλαγές και τη συνεργασία τους με τέτοιον τρόπο ώστε να προάγεται η αειφόρος ανάπτυξη στο πλαίσιο των παραγράφων 1 και 2. Δεδομένων των ειδικών συνθηκών που επικρατούν σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν αποσκοπούν στην εναρμόνιση των εργασιακών ή περιβαλλοντικών προτύπων τους.

ΑΡΘΡΟ 12.2

Δικαίωμα ρύθμισης και επίπεδα προστασίας

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν το δικαίωμα κάθε μέρους να θεσπίζει δικά του επίπεδα προστασίας του περιβάλλοντος και της εργασίας, καθώς και να εγκρίνει ή να τροποποιεί αναλόγως τους σχετικούς νόμους και πολιτικές του σύμφωνα με τις αρχές των διεθνώς αναγνωρισμένων προτύπων ή συμφωνιών στις οποίες είναι συμβαλλόμενο μέρος, και οι οποίες αναφέρονται στα άρθρα 12.3 (Πολυμερή εργασιακά πρότυπα και συμφωνίες) και 12.6 (Πολυμερή περιβαλλοντικά πρότυπα και συμφωνίες).


2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεχίζουν τη βελτίωση των εν λόγω νόμων και πολιτικών, και καταβάλλουν προσπάθειες για την παροχή και την προώθηση υψηλών επιπέδων προστασίας του περιβάλλοντος και της εργασίας.

ΤΜΗΜΑ B

ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ –
ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ
75

ΑΡΘΡΟ 12.3

Πολυμερή εργασιακά πρότυπα και συμφωνίες

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν την αξία της διεθνούς συνεργασίας και των διεθνών συμφωνιών για τα θέματα της απασχόλησης και της εργασίας ως απάντηση της διεθνούς κοινότητας στις οικονομικές, εργασιακές και κοινωνικές προκλήσεις και ευκαιρίες που απορρέουν από την παγκοσμιοποίηση. Δεσμεύονται να πραγματοποιούν διαβουλεύσεις και να συνεργάζονται, κατά περίπτωση, για ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος που αφορούν την εργασία και την απασχόληση σε σχέση με το εμπόριο.


2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιώνουν τις δεσμεύσεις τους, στο πλαίσιο της υπουργικής διακήρυξης του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου του ΟΗΕ για την επίτευξη πλήρους και παραγωγικής απασχόλησης και αξιοπρεπούς εργασίας για όλους του 2006, σύμφωνα με τις οποίες αναγνωρίζουν την πλήρη και παραγωγική απασχόληση και την αξιοπρεπή εργασία για όλους ως βασικό στοιχείο της αειφόρου ανάπτυξης για όλες τις χώρες και ως πρωταρχικό στόχο της διεθνούς συνεργασίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη είναι αποφασισμένα να προωθήσουν την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου κατά τρόπο ώστε να προάγεται η πλήρης και παραγωγική απασχόληση και η αξιοπρεπής εργασία για όλους.

3.    Σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν βάσει της ΔΟΕ και της διακήρυξης της ΔΟΕ σχετικά με τις θεμελιώδεις αρχές και δικαιώματα στην εργασία και της συνέχειάς της, η οποία εγκρίθηκε από τη Διεθνή Συνδιάσκεψη Εργασίας κατά την 86η σύνοδό της το 1998, τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να σέβονται, να προωθούν και να εφαρμόζουν αποτελεσματικά τις αρχές που διέπουν τα θεμελιώδη δικαιώματα στην εργασία, δηλαδή:

α)    την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και την ουσιαστική αναγνώριση του δικαιώματος συλλογικής διαπραγμάτευσης·

β)    την εξάλειψη κάθε μορφής αναγκαστικής ή υποχρεωτικής εργασίας·

γ)    την ουσιαστική κατάργηση της παιδικής εργασίας· και

δ)    την εξάλειψη των διακρίσεων όσον αφορά την απασχόληση και την εργασία.

Τα συμβαλλόμενα μέρη επαναβεβαιώνουν τη δέσμευσή τους για αποτελεσματική εφαρμογή των συμβάσεων της ΔΟΕ που αντίστοιχα έχουν επικυρώσει η Σινγκαπούρη και τα κράτη μέλη της Ένωσης.


4.    Τα συμβαλλόμενα μέρη θα καταβάλλουν συνεχείς και επίμονες προσπάθειες με σκοπό την επικύρωση και την αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών συμβάσεων της ΔΟΕ, και θα ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με το θέμα αυτό. Τα συμβαλλόμενα μέρη θα εξετάσουν επίσης το ενδεχόμενο επικύρωσης και αποτελεσματικής εφαρμογής άλλων συμβάσεων της ΔΟΕ, λαμβανομένων υπόψη των εγχώριων συνθηκών. Τα συμβαλλόμενα μέρη θα ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με το θέμα αυτό.

5.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι η παραβίαση των θεμελιωδών αρχών και δικαιωμάτων στην εργασία δεν μπορεί να προβληθεί ή να χρησιμοποιηθεί άλλως ως νόμιμο συγκριτικό πλεονέκτημα.

ΑΡΘΡΟ 12.4

Συνεργασία σε εργασιακά θέματα
στο πλαίσιο του εμπορίου και της αειφόρου ανάπτυξης

Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν τη σημασία της συνεργασίας όσον αφορά τις εμπορικές πτυχές των πολιτικών εργασίας, με σκοπό την επίτευξη των στόχων της παρούσας συμφωνίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να εφαρμόζουν δραστηριότητες συνεργασίας με αμοιβαίο όφελος σε τομείς στους οποίους περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι εξής:

α)    συνεργασία σε διεθνή φόρουμ τα οποία ασχολούνται με τις εργασιακές πτυχές του εμπορίου και της αειφόρου ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της ΔΟΕ και της ευρωασιατικής συνόδου κορυφής·

β)    ανταλλαγή πληροφοριών και ορθών πρακτικών σε τομείς όπως η εργατική νομοθεσία και πρακτικές, τα συστήματα συμμόρφωσης και επιβολής, η διαχείριση διαφορών που αφορούν εργασιακά θέματα, οι διαβουλεύσεις επί των θεμάτων αυτών, η συνεργασία εργαζομένων-εργοδοσίας, καθώς και η ασφάλεια και η υγεία στην εργασία·


γ)    ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τα θετικά και τα αρνητικά αποτελέσματα της συμφωνίας ως προς τις εργασιακές πτυχές της αειφόρου ανάπτυξης καθώς και με τους τρόπους ενίσχυσης, πρόληψης ή μετριασμού αυτών, λαμβάνοντας υπόψη τις αξιολογήσεις των επιπτώσεων στην αειφορία που πραγματοποιούνται από ένα ή και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη·

δ)    ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την προώθηση της επικύρωσης των θεμελιωδών συμβάσεων της ΔΟΕ και άλλων συμβάσεων αμοιβαίου ενδιαφέροντος, καθώς και για την αποτελεσματική εφαρμογή των επικυρωμένων συμβάσεων·

ε)    συνεργασία όσον αφορά τις εμπορικές πτυχές της ατζέντας αξιοπρεπούς εργασίας της ΔΟΕ, συμπεριλαμβανομένων των διασυνδέσεων μεταξύ εμπορίου και πλήρους και παραγωγικής απασχόλησης, της προσαρμογής στην αγορά εργασίας, των βασικών εργασιακών προτύπων, των στατιστικών για την εργασία, της ανάπτυξης και διά βίου μάθησης του ανθρώπινου δυναμικού, της κοινωνικής προστασίας και ένταξης, του κοινωνικού διαλόγου και της ισότητας των φύλων· και

στ)    ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την επίδραση στο εμπόριο των εργασιακών κανονισμών, προδιαγραφών και προτύπων.

ΑΡΘΡΟ 12.5

Επιστημονικές πληροφορίες

Κατά την κατάρτιση και εφαρμογή μέτρων που στοχεύουν στην υγεία και την ασφάλεια στην εργασία και τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν το εμπόριο ή τις επενδύσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει υπόψη τις σχετικές επιστημονικές και τεχνικές πληροφορίες και τα σχετικά διεθνή πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις, εφόσον υπάρχουν, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της προφύλαξης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στα εν λόγω διεθνή πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις.


ΤΜΗΜΑ Γ

ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ –
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ

ΑΡΘΡΟ 12.6

Πολυμερή περιβαλλοντικά πρότυπα και συμφωνίες

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν την αξία της διεθνούς περιβαλλοντικής διακυβέρνησης και των σχετικών διεθνών συμφωνιών ως απάντηση της διεθνούς κοινότητας στα παγκόσμια ή περιφερειακά περιβαλλοντικά προβλήματα, και τονίζουν την ανάγκη αναβάθμισης της αλληλοϋποστήριξης μεταξύ των εμπορικών και περιβαλλοντικών πολιτικών, κανόνων και μέτρων. Στο πλαίσιο αυτό, θα διαβουλεύονται και θα συνεργάζονται, κατά περίπτωση, όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις για περιβαλλοντικά ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος που συνδέονται με το εμπόριο.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη εφαρμόζουν αποτελεσματικά στις αντίστοιχες νομοθεσίες, κανονισμούς ή άλλα μέτρα και πρακτικές στο έδαφός τους, τις πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη 76 .

3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη επαναβεβαιώνουν τη δέσμευσή τους για την επίτευξη του απώτερου στόχου της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (εφεξής «UNFCCC»), καθώς και του πρωτοκόλλου του Κιότο κατά τρόπο που να συνάδει με τις αρχές και τις διατάξεις της UNFCCC. Δεσμεύονται να συνεργάζονται για την ενίσχυση του πολυμερούς, βασιζόμενου σε κανόνες συστήματος που θεσπίστηκε με την UNFCCC, με βάση τις αποφάσεις που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της UNFCCC, και να υποστηρίξουν τις προσπάθειες ανάπτυξης μιας διεθνούς συμφωνίας για την κλιματική αλλαγή μετά το 2020, η οποία θα βασίζεται στην UNFCCC και θα ισχύει για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη.


4.    Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν εμποδίζει ένα συμβαλλόμενο μέρος να θεσπίζει ή να διατηρεί σε ισχύ μέτρα για την εφαρμογή των πολυμερών περιβαλλοντικών συμφωνιών στις οποίες είναι συμβαλλόμενο μέρος, εφόσον τα εν λόγω μέτρα δεν εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να συνιστούν μέσο αυθαίρετης ή αδικαιολόγητης διακριτικής μεταχείρισης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου.

ΑΡΘΡΟ 12.7

Εμπόριο ξυλείας και προϊόντων ξυλείας

Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν τη σημασία της διατήρησης και της αειφόρου διαχείρισης των δασών σε παγκόσμιο επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται ως προς:

α)    την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με προσεγγίσεις όσον αφορά την προώθηση του εμπορίου και της κατανάλωσης ξυλείας και προϊόντων ξυλείας από δάση με καθεστώς νόμιμης και αειφόρου διαχείρισης, και την προώθηση της ευαισθητοποίησης σε σχέση με τις εν λόγω προσεγγίσεις·

β)    την προώθηση της επιβολής της νομοθεσίας και της διακυβέρνησης των δασών σε παγκόσμιο επίπεδο και την καταπολέμηση του εμπορίου παράνομα υλοτομημένης ξυλείας και προϊόντων ξυλείας μέσα, για παράδειγμα, από την προώθηση της χρήσης ξυλείας και προϊόντων ξυλείας από δάση με καθεστώς νόμιμης και αειφόρου διαχείρισης μέσω, μεταξύ άλλων, συστημάτων εξακρίβωσης και πιστοποίησης·

γ)    τη συνεργασία για την προαγωγή της αποτελεσματικότητας των μέτρων ή των πολιτικών που αποσκοπούν στην καταπολέμηση του εμπορίου παράνομα υλοτομημένης ξυλείας και προϊόντων ξυλείας· και


δ)    την προώθηση της αποτελεσματικής χρήσης της σύμβασης για το διεθνές εμπόριο ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση (CITES) σε σχέση με τα είδη ξυλείας τα οποία θεωρείται ότι βρίσκονται σε κίνδυνο όσον αφορά την κατάσταση διατήρησής τους.

ΑΡΘΡΟ 12.8

Εμπόριο προϊόντων αλιείας

Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν τη σημασία που έχει η διασφάλιση της διατήρησης και διαχείρισης των ιχθυαποθεμάτων με αειφόρο τρόπο. Για τον σκοπό αυτό, τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται ως προς:

α)    τη συμμόρφωση με τα μακροπρόθεσμα μέτρα διατήρησης και αειφόρου εκμετάλλευσης των ιχθυαποθεμάτων, όπως αυτά ορίζονται στις διεθνείς πράξεις που έχουν επικυρωθεί από τα αντίστοιχα συμβαλλόμενα μέρη, και την τήρηση των αρχών του Οργανισμού Επισιτισμού και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (εφεξής «FAO») και των σχετικών πράξεων του ΟΗΕ σχετικά με τα εν λόγω θέματα·

β)    τη θέσπιση και την εφαρμογή αποτελεσματικών μέτρων για την καταπολέμηση της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας (εφεξής «ΠΛΑ»), συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με τις περιφερειακές οργανώσεις διαχείρισης της αλιείας και της εφαρμογής των συστημάτων τεκμηρίωσης ή πιστοποίησης των αλιευμάτων που εφαρμόζουν αυτές σε σχέση με την εξαγωγή ψαριών και αλιευτικών προϊόντων, εφόσον απαιτείται. Τα συμβαλλόμενα μέρη διευκολύνουν επίσης τον αποκλεισμό των προϊόντων ΠΛΑ αλιείας από τις εμπορικές ροές και την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις δραστηριότητες ΠΛΑ·


γ)    τη θέσπιση αποτελεσματικών μέτρων παρακολούθησης και ελέγχου με στόχο την εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τα μέτρα διατήρησης, όπως για παράδειγμα κατάλληλων μέτρων του κράτους του λιμένα· και

δ)    την τήρηση των αρχών της συμφωνίας του FAO για την προώθηση της συμμόρφωσης στα διεθνή μέτρα για τη διατήρηση και τη διαχείριση των αλιευτικών σκαφών στις ανοιχτές θάλασσες και τη συμμόρφωση με τις σχετικές διατάξεις της συμφωνίας του FAO σχετικά με μέτρα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του κράτους λιμένα με στόχο την πρόληψη, αντιμετώπιση και εξάλειψη της ΠΛΑ αλιείας.

ΑΡΘΡΟ 12.9

Επιστημονικές πληροφορίες

Κατά την κατάρτιση και εφαρμογή μέτρων που στοχεύουν στην προστασία του περιβάλλοντος και τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν το εμπόριο ή τις επενδύσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά στοιχεία και τα σχετικά διεθνή πρότυπα, κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις, εφόσον υπάρχουν, καθώς και την αρχή της προφύλαξης.


ΑΡΘΡΟ 12.10

Συνεργασία σε περιβαλλοντικά θέματα
στο πλαίσιο του εμπορίου και της αειφόρου ανάπτυξης

Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν τη σημασία της συνεργασίας όσον αφορά τις εμπορικές πτυχές των περιβαλλοντικών πολιτικών, με σκοπό την επίτευξη των στόχων της παρούσας συμφωνίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να εφαρμόζουν δραστηριότητες συνεργασίας με αμοιβαίο όφελος σε τομείς στους οποίους περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι εξής:

α)    ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τα θετικά και τα αρνητικά αποτελέσματα της παρούσας συμφωνίας ως προς τις περιβαλλοντικές πτυχές της αειφόρου ανάπτυξης καθώς και με τους τρόπους ενίσχυσης, πρόληψης ή μετριασμού αυτών, λαμβάνοντας υπόψη τις αξιολογήσεις των επιπτώσεων στην αειφορία που πραγματοποιούνται από ένα ή και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη·

β)    συνεργασία σε διεθνή φόρα τα οποία ασχολούνται με τις περιβαλλοντικές πτυχές του εμπορίου και της αειφόρου ανάπτυξης, στα οποία περιλαμβάνεται ιδίως ο ΠΟΕ, βάσει του προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το περιβάλλον και πολυμερών περιβαλλοντικών συμφωνιών·

γ)    συνεργασία με σκοπό την προώθηση της επικύρωσης και της αποτελεσματικής εφαρμογής των πολυμερών περιβαλλοντικών συμφωνιών σε σχέση με το εμπόριο·

δ)    ανταλλαγή πληροφοριών και συνεργασία σε ιδιωτικά και δημόσια συστήματα πιστοποίησης και σήμανσης, συμπεριλαμβανομένης της οικολογικής σήμανσης, και σε οικολογικές δημόσιες συμβάσεις·

ε)    ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την επίδραση στο εμπόριο των περιβαλλοντικών κανονισμών, προδιαγραφών και προτύπων·


στ)    συνεργασία όσον αφορά τις εμπορικές πτυχές του σημερινού και μελλοντικού διεθνούς καθεστώτος για την αλλαγή του κλίματος, συμπεριλαμβανομένων τρόπων αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών του εμπορίου στο κλίμα, καθώς και μέσα για την προώθηση των τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών και της ενεργειακής απόδοσης·

ζ)    συνεργασία όσον αφορά τις εμπορικές πτυχές των πολυμερών περιβαλλοντικών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένης της τελωνειακής συνεργασίας·

η)    αειφόρος διαχείριση των δασών, με στόχο την προώθηση αποτελεσματικών μέτρων για την πιστοποίηση της ξυλείας που έχει παραχθεί με αειφόρο τρόπο,

θ)    ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τη σχέση μεταξύ πολυμερών περιβαλλοντικών συμφωνιών και διεθνών εμπορικών κανόνων·

ι)    ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την απελευθέρωση του εμπορίου για περιβαλλοντικά αγαθά και υπηρεσίες· και

ια)    ανταλλαγή απόψεων όσον αφορά τη διατήρηση και τη διαχείριση των έμβιων θαλάσσιων πόρων.


ΤΜΗΜΑ Δ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 12.11

Προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης στο εμπόριο και τις επενδύσεις

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη είναι αποφασισμένα να συνεχίσουν να καταβάλλουν ιδιαίτερες προσπάθειες για τη διευκόλυνση και την προώθηση του εμπορίου και των επενδύσεων σε περιβαλλοντικά αγαθά και υπηρεσίες μέσω, μεταξύ άλλων, της αντιμετώπισης των σχετικών μη δασμολογικών εμποδίων. Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν επίσης τη χρησιμότητα των προσπαθειών για την προώθηση των εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των εμπορευμάτων τα οποία αποτελούν το αντικείμενο εθελοντικών ή ιδιωτικών συστημάτων διασφάλισης της αειφόρου ανάπτυξης, όπως η οικολογική σήμανση ή το δίκαιο και ηθικό εμπόριο.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στη διευκόλυνση της άρσης των εμποδίων στο εμπόριο ή τις επενδύσεις που αφορούν φιλικά προς το κλίμα αγαθά και υπηρεσίες, όπως αειφόρα αγαθά από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σχετικές υπηρεσίες, καθώς και ενεργειακά αποδοτικά προϊόντα και υπηρεσίες, μέσω, μεταξύ άλλων, της θέσπισης πλαισίων πολιτικής που ευνοούν την ανάπτυξη των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνολογιών, καθώς και μέσω της προώθησης προτύπων που ανταποκρίνονται στις περιβαλλοντικές και οικονομικές ανάγκες και ελαχιστοποιούν τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο.


3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι, κατά την ανάπτυξη δημόσιων συστημάτων υποστήριξης για ορυκτά καύσιμα, λαμβάνεται κατάλληλα υπόψη η ανάγκη για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και περιορισμό των στρεβλώσεων του εμπορίου. Αν και η παράγραφος 2 στοιχείο β) του άρθρου 11.7 (Απαγορευμένες επιδοτήσεις) δεν αφορά τις επιδοτήσεις στη βιομηχανία άνθρακα, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν στον στόχο της σταδιακής μείωσης των επιδοτήσεων για τα ορυκτά καύσιμα. Αυτή η μείωση μπορεί να συνοδεύεται από μέτρα για την ελάφρυνση των κοινωνικών επιπτώσεων που συνδέονται με τη μετάβαση προς καύσιμα με χαμηλές ανθρακούχες εκπομπές. Επιπλέον, και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη θα προωθήσουν ενεργά την ανάπτυξη μιας αειφόρου και ασφαλούς οικονομίας χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών μέσω, για παράδειγμα, της επένδυσης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενεργειακά αποδοτικές λύσεις.

4.    Κατά την προαγωγή του εμπορίου και των επενδύσεων, τα συμβαλλόμενα μέρη θα πρέπει να καταβάλουν ιδιαίτερες προσπάθειες για την προώθηση πρακτικών εταιρικής κοινωνικής ευθύνης οι οποίες υιοθετούνται εθελοντικά. Για τον σκοπό αυτό, κάθε συμβαλλόμενο μέρος ανατρέχει σε σχετικές διεθνώς αποδεκτές αρχές, πρότυπα ή κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες έχει συμφωνήσει ή προσχωρήσει, όπως οι κατευθυντήριες γραμμές του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, το Παγκόσμιο Συμβόλαιο των Ηνωμένων Εθνών, και η τριμερής δήλωση αρχών της ΔΟΕ σχετικά με τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και την κοινωνική πολιτική. Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να συνεργάζονται για την προώθηση της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.

ΑΡΘΡΟ 12.12

Διατήρηση επιπέδων προστασίας

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν απαλλάσσουν ή αποκλίνουν, ούτε προσφέρουν απαλλαγή ή απόκλιση, από την περιβαλλοντική και εργατική τους νομοθεσία, κατά τρόπο που να επηρεάζει τις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές ή επενδύσεις.


2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη δεν απέχουν από την αποτελεσματική επιβολή της περιβαλλοντικής και εργατικής τους νομοθεσίας, μέσω συνεχούς ή επανειλημμένης δράσης ή αδράνειας, με τέτοιον τρόπο ο οποίος να επηρεάζει τις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές ή επενδύσεις.

ΑΡΘΡΟ 12.13

Διαφάνεια

Τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν ότι οποιοδήποτε μέτρο γενικής εφαρμογής που αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος ή των συνθηκών εργασίας και το οποίο ενδέχεται να επηρεάσει τις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές και επενδύσεις αναπτύσσεται, θεσπίζεται και εφαρμόζεται με διαφανή τρόπο και με την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι ειδοποιούνται εγκαίρως και έχουν ευκαιρίες να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, σύμφωνα με την εγχώρια νομοθεσία των συμβαλλόμενων μερών και το κεφάλαιο δεκατρία (Διαφάνεια).

ΑΡΘΡΟ 12.14

Εξέταση του αντίκτυπου στην αειφόρο ανάπτυξη

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να παρακολουθούν, να αξιολογούν και να εξετάζουν τον αντίκτυπο της εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας στην αειφόρο ανάπτυξη, από κοινού ή ανεξάρτητα, μέσω των σχετικών συμμετοχικών διαδικασιών και θεσμών τους και σύμφωνα με τις ισχύουσες πρακτικές τους.


2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη ανταλλάσσουν απόψεις σχετικά με τις μεθοδολογίες και τους δείκτες για τις αξιολογήσεις του αντίκτυπου στην αειφορία του εμπορίου.

ΑΡΘΡΟ 12.15

Θεσμικό πλαίσιο και μηχανισμός παρακολούθησης

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ορίζει μια υπηρεσία των διοικητικών αρχών του η οποία λειτουργεί ως σημείο επαφής με το άλλο συμβαλλόμενο μέρος για τους σκοπούς της εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συγκροτούν συμβούλιο εμπορίου και αειφόρου ανάπτυξης (εφεξής «συμβούλιο»). Το συμβούλιο απαρτίζεται από ανώτερους υπαλλήλους των διοικητικών αρχών κάθε συμβαλλόμενου μέρους.

3.    Το συμβούλιο συνεδριάζει εντός των δύο πρώτων ετών μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας και, στη συνέχεια, όποτε κρίνεται αναγκαίο, με σκοπό την επίβλεψη της εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου.

4.    Κάθε συνεδρίαση του συμβουλίου περιλαμβάνει μια δημόσια συνεδρίαση με τους ενδιαφερομένους για την ανταλλαγή απόψεων σχετικά με θέματα που αφορούν την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου. Τα συμβαλλόμενα μέρη προάγουν την ισορροπημένη εκπροσώπηση των σχετικών συμφερόντων, στα οποία περιλαμβάνονται ανεξάρτητες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις εργοδοτών, εργαζομένων, περιβαλλοντικών φορέων και επιχειρηματικών ομάδων, καθώς και άλλοι συναφείς ενδιαφερόμενοι φορείς, ανάλογα με την περίπτωση.


5.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θεσπίζει νέους ή χρησιμοποιεί τους υφιστάμενους μηχανισμούς διαβούλευσης προκειμένου να συμβουλευτεί συναφείς εγχώριους φορείς σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου, όπως εγχώριες συμβουλευτικές ομάδες. Στους μηχανισμούς αυτούς υπάρχει ισορροπημένη εκπροσώπηση από ανεξάρτητους οικονομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς ενδιαφερόμενους φορείς. Οι εν λόγω φορείς περιλαμβάνουν οργανώσεις εργοδοτών και εργαζομένων, καθώς και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Οι φορείς αυτοί μπορούν, με δική τους πρωτοβουλία, να υποβάλλουν απόψεις ή συστάσεις στα αντίστοιχα συμβαλλόμενα μέρη σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου.

ΑΡΘΡΟ 12.16

Κυβερνητικές διαβουλεύσεις

1.    Σε περίπτωση διαφωνίας για οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο προκύπτει από το παρόν κεφάλαιο, τα συμβαλλόμενα μέρη προσφεύγουν μόνο στις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 12.16 (Κυβερνητικές διαβουλεύσεις) και 12.17 (Ομάδα εμπειρογνωμόνων). Το κεφάλαιο δεκατέσσερα (Επίλυση διαφορών) και το κεφάλαιο δεκαπέντε (Μηχανισμός διαμεσολάβησης) δεν ισχύουν σε σχέση με το παρόν κεφάλαιο.

2.    Σε περίπτωση διαφωνίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει διαβουλεύσεις με το άλλο μέρος μέσω της υποβολής γραπτού αιτήματος στο σημείο επαφής του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Οι διαβουλεύσεις αρχίζουν αμέσως μετά την υποβολή του σχετικού αιτήματος ενός συμβαλλόμενου μέρους.


3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξεύρεση μιας αμοιβαία ικανοποιητικής λύσης στο ζήτημα. Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν υπόψη τις δραστηριότητες της ΔΟΕ ή άλλων συναφών πολυμερών περιβαλλοντικών οργανισμών ή φορέων έτσι ώστε να προωθείται η μεγαλύτερη δυνατή συνεργασία και συνοχή μεταξύ του έργου των συμβαλλόμενων μερών και των οργανισμών αυτών. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας, να ζητούν τις απόψεις των οργανισμών ή των φορέων αυτών, ή κάθε προσώπου ή οργανισμού που κρίνουν κατάλληλα προκειμένου να εξετάσουν ενδελεχώς το ζήτημα.

4.    Εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη κρίνει ότι το ζήτημα απαιτεί περαιτέρω συζήτηση, το μέρος αυτό μπορεί να ζητήσει τη σύγκληση του συμβουλίου για την εξέταση του ζητήματος αυτού μέσω της υποβολής γραπτού αιτήματος στο σημείο επαφής του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Το συμβούλιο συγκαλείται αμέσως και καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα.

5.    Ανάλογα με την περίπτωση, το συμβούλιο μπορεί να διαβουλευτεί με συναφείς ενδιαφερόμενους φορείς.

6.    Οποιαδήποτε απόφαση στην οποία καταλήξει το συμβούλιο επί του ζητήματος δημοσιοποιείται, εκτός εάν το συμβούλιο αποφασίσει διαφορετικά.

ΑΡΘΡΟ 12.17

Ομάδα εμπειρογνωμόνων

1.    Για κάθε ζήτημα το οποίο δεν αντιμετωπίστηκε ικανοποιητικά από το συμβούλιο εντός 120 ημερών από την υποβολή αιτήματος για σύγκληση του συμβουλίου προκειμένου να εξετάσει το ζήτημα σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 12.16 (Κυβερνητικές διαβουλεύσεις) ή εντός μεγαλύτερης περιόδου η οποία έχει συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη, ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει, μέσω υποβολής γραπτού αιτήματος στο σημείο επαφής του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων προκειμένου να εξετάσει το εν λόγω ζήτημα.


2.    Κατά την πρώτη του συνεδρίαση μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, το συμβούλιο καθορίζει τον εσωτερικό κανονισμό της ομάδας εμπειρογνωμόνων, λαμβάνοντας ως βάση τον σχετικό εσωτερικό κανονισμό στο παράρτημα 14-Α. Οι αρχές που περιέχονται στο παράρτημα 14-Β εφαρμόζονται σε σχέση με το παρόν άρθρο.

3.    Το συμβούλιο, κατά την πρώτη του συνεδρίαση μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, καταρτίζει κατάλογο τουλάχιστον δώδεκα ατόμων που είναι πρόθυμα και ικανά να γίνουν μέλη της ομάδας εμπειρογνωμόνων. Ο κατάλογος αυτός αποτελείται από τρεις υποκαταλόγους: έναν υποκατάλογο για κάθε συμβαλλόμενο μέρος και έναν υποκατάλογο ατόμων που δεν είναι υπήκοοι συμβαλλόμενου μέρους προκειμένου να εκτελέσουν χρέη προέδρου της ομάδας εμπειρογνωμόνων. Σε δικό του υποκατάλογο, κάθε συμβαλλόμενο μέρος προτείνει τουλάχιστον τέσσερα άτομα προκειμένου να θητεύσουν ως εμπειρογνώμονες. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος προτείνει επίσης τουλάχιστον δύο άτομα προκειμένου να συμπεριληφθούν, κατόπιν συμφωνίας των δύο μερών, στον υποκατάλογο των προέδρων. Στις συνεδριάσεις του, το συμβούλιο επανεξετάζει τον κατάλογο και διασφαλίζει τη διατήρησή του τουλάχιστον σε αυτό το επίπεδο.

4.    Ο κατάλογος που αναφέρεται στην παράγραφο 3 περιλαμβάνει άτομα με εξειδικευμένες γνώσεις ή εμπειρογνωμοσύνη σε θέματα που εξετάζονται στο παρόν κεφάλαιο, στην εργατική ή περιβαλλοντική νομοθεσία ή στην επίλυση διαφορών που προκύπτουν από διεθνείς συμφωνίες. Τα άτομα αυτά είναι ανεξάρτητα, συμμετέχουν σε ατομική βάση και δεν λαμβάνουν οδηγίες από κάποιον οργανισμό ή δημόσια αρχή σχετικά με θέματα που αφορούν το εν λόγω ζήτημα, ούτε συνδέονται με την κυβέρνηση της Σινγκαπούρης, οποιουδήποτε κράτους μέλους της Ένωσης, ή της Ένωσης.


5.    Η ομάδα εμπειρογνωμόνων απαρτίζεται από τρία μέλη, εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία το συμβαλλόμενο μέρος που απαντά παραλαμβάνει το αίτημα για σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων, τα συμβαλλόμενα μέρη πραγματοποιούν διαβουλεύσεις με στόχο την επίτευξη συμφωνίας όσον αφορά τη σύνθεση της ομάδας αυτής. Σε περίπτωση που τα συμβαλλόμενα μέρη αδυνατούν να συμφωνήσουν ως προς τη σύνθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων μέσα σε αυτό το χρονικό περιθώριο, επιλέγουν τον πρόεδρο από τον σχετικό υποκατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 με αμοιβαία συμφωνία ή, σε περίπτωση που δεν μπορούν να συμφωνήσουν εντός άλλων επτά ημερών, με κλήρωση. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος επιλέγει τουλάχιστον έναν εμπειρογνώμονα ο οποίος συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της παραγράφου 4 εντός δεκατεσσάρων ημερών μετά τη λήξη της προθεσμίας των 30 ημερών. Τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν σχετικά με τη συμμετοχή στην ομάδα εμπειρογνωμόνων οποιουδήποτε άλλου εμπειρογνώμονα ο οποίος συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της παραγράφου 4. Σε περίπτωση που η σύνθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων δεν έχει ολοκληρωθεί μέσα σε αυτό το χρονικό περιθώριο των σαράντα τεσσάρων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία το συμβαλλόμενο μέρος που απαντά παραλαμβάνει το αίτημα για σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων, ο ή οι εμπειρογνώμονες που απομένουν επιλέγονται εντός επτά ημερών με κλήρωση από τον ή τους υποκαταλόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 3, μεταξύ των ατόμων τα οποία έχουν προταθεί από το ή τα συμβαλλόμενα μέρη που δεν έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία. Σε περίπτωση που ο εν λόγω κατάλογος δεν έχει ακόμη καταρτιστεί, οι εμπειρογνώμονες επιλέγονται με κλήρωση μεταξύ των ατόμων τα οποία έχουν προταθεί επίσημα από το ένα ή και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Η ημερομηνία σύστασης της ομάδας εμπειρογνωμόνων είναι η ημερομηνία κατά την οποία επιλέγεται ο τελευταίος από τους τρεις εμπειρογνώμονες.

6.    Εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά εντός επτά ημερών από την ημερομηνία σύστασης της ομάδας εμπειρογνωμόνων, η ομάδα αυτή έχει τις εξής αρμοδιότητες:

«να εξετάζει, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές διατάξεις του κεφαλαίου για το εμπόριο και την αειφόρο ανάπτυξη, το ζήτημα που αναφέρεται στο αίτημα για τη σύσταση της ομάδας εμπειρογνωμόνων, και να εκδίδει έκθεση, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 12.17 (Ομάδα εμπειρογνωμόνων), στην οποία να υποβάλλει συστάσεις για την επίλυση του ζητήματος».


7.    Η ομάδα εμπειρογνωμόνων μπορεί να λαμβάνει πληροφορίες από οποιαδήποτε πηγή κρίνει σκόπιμο. Σε ζητήματα που σχετίζονται με την τήρηση των πολυμερών συμφωνιών, όπως αυτές ορίζονται στα άρθρα 12.3 (Πολυμερή εργασιακά πρότυπα και συμφωνίες) και 12.6 (Πολυμερή περιβαλλοντικά πρότυπα και συμφωνίες), η ομάδα εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να ζητά πληροφορίες και συμβουλές από τη ΔΟΕ ή τους φορείς των πολυμερών περιβαλλοντικών συμφωνιών. Κάθε πληροφορία που συγκεντρώνεται στο πλαίσιο αυτής της παραγράφου κοινοποιείται και στα δύο συμβαλλόμενα μέρη για τη διατύπωση παρατηρήσεων.

8.    Η ομάδα εμπειρογνωμόνων κοινοποιεί στα συμβαλλόμενα μέρη μια ενδιάμεση και μια τελική έκθεση. Στις εκθέσεις αυτές περιέχονται τα πραγματικά στοιχεία, η δυνατότητα εφαρμογής των σχετικών διατάξεων και η βασική αιτιολόγηση για τυχόν διαπιστώσεις και συστάσεις. Η ομάδα εμπειρογνωμόνων κοινοποιεί την ενδιάμεση έκθεση στα συμβαλλόμενα μέρη το αργότερο ενενήντα ημέρες από την ημερομηνία σύστασής της. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να υποβάλουν στην ομάδα εμπειρογνωμόνων γραπτές παρατηρήσεις σχετικά με την ενδιάμεση έκθεση. Αφού εξετάσει τις γραπτές αυτές παρατηρήσεις, η ομάδα εμπειρογνωμόνων μπορεί να τροποποιήσει την έκθεσή της και να προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση κρίνει απαραίτητη. Η ομάδα εμπειρογνωμόνων κοινοποιεί την τελική έκθεση στα συμβαλλόμενα μέρη το αργότερο 150 ημέρες από την ημερομηνία σύστασής της. Σε περίπτωση που κρίνει ότι οι προθεσμίες που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο δεν μπορούν να τηρηθούν, ο πρόεδρος της ομάδας εμπειρογνωμόνων ενημερώνει γραπτώς τα συμβαλλόμενα μέρη, αναφέροντας τους λόγους της καθυστέρησης και την ημερομηνία κατά την οποία η ομάδα σκοπεύει να κοινοποιήσει την ενδιάμεση ή τελική της έκθεση. Η ομάδα εμπειρογνωμόνων εκδίδει την τελική έκθεση το αργότερο 180 ημέρες από την ημερομηνία σύστασής της, εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η εν λόγω τελική έκθεση δημοσιοποιείται, εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη αποφασίσουν διαφορετικά.


9.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συζητούν την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση και τις συστάσεις της ομάδας εμπειρογνωμόνων. Το αργότερο τρεις μήνες μετά την υποβολή της έκθεσης στα συμβαλλόμενα μέρη, το οικείο συμβαλλόμενο μέρος ενημερώνει τους ενδιαφερόμενους φορείς του, μέσω των μηχανισμών διαβούλευσης που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 12.15 (Θεσμικό πλαίσιο και μηχανισμός παρακολούθησης), καθώς και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, για τις αποφάσεις του σχετικά με τυχόν δράσεις ή μέτρα που θα εφαρμόσει. Οι ενέργειες που πραγματοποιούνται σε συνέχεια της έκθεσης και των συστάσεων της ομάδας εμπειρογνωμόνων παρακολουθούνται από το συμβούλιο. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις στο συμβούλιο σχετικά με το θέμα αυτό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΡΙΑ

ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ

ΑΡΘΡΟ 13.1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου:

α)    «μέτρο γενικής εφαρμογής»: οι νόμοι, οι κανονισμοί, οι δικαστικές αποφάσεις, οι διαδικασίες και οι διοικητικές αποφάσεις που ενδέχεται να έχουν αντίκτυπο σε οποιοδήποτε ζήτημα καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία. Δεν περιλαμβάνονται οι αποφάσεις που αφορούν συγκεκριμένο άτομο·


β)    «ενδιαφερόμενος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο είναι δυνατόν να υπέχει δικαιώματα ή υποχρεώσεις βάσει μέτρων γενικής εφαρμογής.

ΑΡΘΡΟ 13.2

Στόχοι και πεδίο εφαρμογής

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη, αναγνωρίζοντας τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει το κανονιστικό περιβάλλον τους στις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές και επενδύσεις, επιδιώκουν ένα διαφανές και προβλέψιμο κανονιστικό περιβάλλον για τους οικονομικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στο έδαφός τους.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη, επαναβεβαιώνοντας τις αντίστοιχες δεσμεύσεις τους που απορρέουν από τη συμφωνία ΠΟΕ, παρέχουν διευκρινίσεις και βελτιωμένες ρυθμίσεις όσον αφορά τη διαφάνεια, τις διαβουλεύσεις και την καλύτερη διαχείριση των μέτρων γενικής εφαρμογής.

ΑΡΘΡΟ 13.3

Δημοσίευση σχετικά με τα μέτρα γενικής εφαρμογής

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος εξασφαλίζει ότι, όσον αφορά τα μέτρα γενικής εφαρμογής:

α)    τα εν λόγω μέτρα διατίθενται αμέσως στους ενδιαφερομένους, με αμερόληπτο τρόπο, σε επίσημα ορισμένο μέσον και, όπου είναι εφικτό και δυνατό, σε ηλεκτρονικό μέσον, έτσι ώστε οι ενδιαφερόμενοι και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος να έχουν τη δυνατότητα να τα γνωρίσουν·


β)    παρέχεται, στο μέτρο του δυνατού, αιτιολόγηση του στόχου αυτών των μέτρων και το σκεπτικό βάσει του οποίου λαμβάνονται· και

γ)    ανάμεσα στη δημοσίευση και την έναρξη ισχύος των μέτρων μεσολαβεί επαρκής χρόνος, εκτός αν αυτό δεν είναι δυνατόν για λόγους έκτακτης ανάγκης.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη:

α)    καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την εκ των προτέρων δημοσίευση κάθε πρότασης για θέσπιση ή τροποποίηση μέτρου γενικής εφαρμογής, η οποία περιλαμβάνει αιτιολόγηση του στόχου της πρότασης και το σκεπτικό της·

β)    παρέχουν στους ενδιαφερομένους εύλογες ευκαιρίες να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα προτεινόμενα μέτρα, προβλέποντας, κυρίως, επαρκές χρονικό διάστημα για τις ευκαιρίες αυτές· και

γ)    καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να λαμβάνουν υπόψη τις παρατηρήσεις που υποβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι σχετικά με τα προτεινόμενα μέτρα.

ΑΡΘΡΟ 13.4

Πληροφορίες και σημεία επαφής

1.    Προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας, καθώς και η επικοινωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών για οποιοδήποτε ζήτημα καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία, κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας κάθε συμβαλλόμενο μέρος ορίζει ένα σημείο επαφής.


2.    Κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών, το σημείο επαφής του άλλου συμβαλλόμενου μέρους υποδεικνύει την αρμόδια υπηρεσία ή τον αρμόδιο υπάλληλο για κάθε ζήτημα που αφορά την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας και παρέχει βοήθεια, στον βαθμό που είναι αναγκαίο, για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας με το συμβαλλόμενο μέρος που υπέβαλε το αίτημα.

3.    Τα συμβαλλόμενα μέρη δημιουργούν και διατηρούν κατάλληλους μηχανισμούς παροχής απαντήσεων στα αιτήματα για πληροφορίες των ενδιαφερομένων του άλλου μέρους όσον αφορά μέτρα γενικής εφαρμογής τα οποία είτε προτείνονται είτε ισχύουν, καθώς και σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής τους. Τα αιτήματα για πληροφορίες μπορούν να διατυπώνονται είτε μέσω των σημείων επαφής που θεσπίζονται βάσει της παραγράφου 1 είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου μηχανισμού, ανάλογα με την περίπτωση.

4.    Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι η απάντηση που προβλέπεται στην παράγραφο 3 μπορεί να μην είναι οριστική ή νομικά δεσμευτική, αλλά να εξυπηρετεί μόνο λόγους ενημέρωσης, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά από τη νομοθεσία ή τις κανονιστικές τους διατάξεις.

5.    Τα αιτήματα ή οι πληροφορίες που ορίζονται στο παρόν άρθρο υποβάλλονται στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος μέσω των σχετικών σημείων επαφής που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

6.    Κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος παρέχει αμέσως πληροφορίες και απαντήσεις στα ερωτήματα που αφορούν ισχύοντα ή προτεινόμενα μέτρα γενικής εφαρμογής για τα οποία το συμβαλλόμενο μέρος που υπέβαλε το αίτημα θεωρεί ότι μπορεί να επηρεάσουν τη λειτουργία της παρούσας συμφωνίας, ανεξάρτητα από το αν το μέρος αυτό είχε προηγουμένως ενημερωθεί για τα εν λόγω μέτρα.


7.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος δημιουργεί και διατηρεί κατάλληλους μηχανισμούς μέσω των οποίων επιδιώκεται η αποτελεσματική επίλυση των προβλημάτων για τους ενδιαφερομένους του άλλου συμβαλλόμενου μέρους τα οποία ενδέχεται να προκύψουν από την εφαρμογή ενός μέτρου γενικής εφαρμογής. Οι διαδικασίες αυτές θα πρέπει να είναι εύκολα προσβάσιμες, χρονικά δεσμευτικές, προσανατολισμένες στο αποτέλεσμα και διαφανείς. Δεν πρέπει να θίγουν τις διαδικασίες προσφυγής ή δικαστικού ελέγχου που θεσπίζουν ή διατηρούν τα συμβαλλόμενα μέρη. Δεν πρέπει επίσης να θίγουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών βάσει των κεφαλαίων δεκατέσσερα (Επίλυση διαφορών) και δεκαπέντε (Μηχανισμός διαμεσολάβησης).

8.    Κάθε πληροφορία που παρέχεται βάσει του παρόντος άρθρου ισχύει με την επιφύλαξη του κατά πόσον το μέτρο είναι σύμφωνο με την παρούσα συμφωνία.

ΑΡΘΡΟ 13.5

Διοικητικές διαδικασίες

Προκειμένου η διοικητική διαχείριση όλων των μέτρων γενικής εφαρμογής να γίνεται με συνεπή, αμερόληπτο και λογικό τρόπο, κατά την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων σε ιδιώτες, αγαθά ή υπηρεσίες του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σε ειδικές περιπτώσεις, κάθε συμβαλλόμενο μέρος πρέπει:

α)    να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια οι ενδιαφερόμενοι του άλλου συμβαλλόμενου μέρους που επηρεάζονται άμεσα από μια διαδικασία να ενημερώνονται εγκαίρως, σύμφωνα με τις διαδικασίες τους, όταν ξεκινά μια διαδικασία και η ενημέρωση να περιλαμβάνει περιγραφή της φύσης της διαδικασίας, δήλωση της τοπικής αρχής στη δικαιοδοσία της οποίας ανήκει η διαδικασία που κινείται και γενική περιγραφή των αμφισβητούμενων ζητημάτων·


β)    να παρέχει στους ενδιαφερομένους την εύλογη δυνατότητα να υποβάλλουν στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά και τα επιχειρήματά τους προς στήριξη της θέσης τους πριν από οποιαδήποτε οριστική διοικητική ενέργεια, στον βαθμό που το επιτρέπουν ο χρόνος, η φύση της διαδικασίας και το δημόσιο συμφέρον· και

γ)    να εξασφαλίζουν ότι οι διαδικασίες τους βασίζονται στη νομοθεσία τους και είναι σύμφωνες με αυτήν.

ΑΡΘΡΟ 13.6

Έλεγχος διοικητικών ενεργειών

1.    Με την επιφύλαξη της εγχώριας νομοθεσίας τους, τα συμβαλλόμενα μέρη θεσπίζουν ή διατηρούν δικαστικά, οιονεί δικαστικά ή διοικητικά δικαστήρια ή διαδικασίες με σκοπό τον άμεσο έλεγχο και, αν συντρέχει λόγος, τη διόρθωση διοικητικών ενεργειών 77 που σχετίζονται με τα ζητήματα που καλύπτει η παρούσα συμφωνία. Τα δικαστήρια αυτά είναι αμερόληπτα και ανεξάρτητα από την υπηρεσία ή την αρχή στην οποία έχει ανατεθεί η διοικητική επιβολή και δεν έχουν ουσιαστικό συμφέρον από την έκβαση του ζητήματος.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν ότι στα δικαστήρια ή τις διαδικασίες αυτές παρέχεται στους διαδίκους το δικαίωμα:

α)    της εύλογης δυνατότητας να υποστηρίξουν ή να υπερασπιστούν τις θέσεις τους· και


β)    μιας απόφασης η οποία βασίζεται στις αποδείξεις και τα στοιχεία που κατατέθηκαν ή, εάν το απαιτεί η νομοθεσία τους, στο φάκελο που συνέταξε η διοικητική αρχή.

3.    Με την επιφύλαξη προσφυγής ή περαιτέρω ελέγχου σύμφωνα με τη νομοθεσία τους, τα συμβαλλόμενα μέρη εξασφαλίζουν ότι αυτού του είδους οι αποφάσεις εφαρμόζονται από την υπηρεσία ή την αρχή όσον αφορά την εν λόγω διοικητική ενέργεια και διέπουν την πρακτική της υπηρεσίας ή της αρχής αυτής.

ΑΡΘΡΟ 13.7

Κανονιστική ποιότητα και απόδοση
και καλή διοικητική συμπεριφορά

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν στη μεταξύ τους συνεργασία με σκοπό την προώθηση της κανονιστικής ποιότητας και απόδοσης στις αντίστοιχες ρυθμιστικές πολιτικές τους μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη προσυπογράφουν τις αρχές της καλής διοικητικής συμπεριφοράς και συμφωνούν στη μεταξύ τους συνεργασία με σκοπό την προώθησή της στις αντίστοιχες ρυθμιστικές πολιτικές τους μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών.


ΑΡΘΡΟ 13.8

Ειδικοί κανόνες

Οι ειδικοί κανόνες που περιέχονται σε άλλα κεφάλαια της παρούσας συμφωνίας και οι οποίοι αφορούν το αντικείμενο του παρόντος κεφαλαίου δεν ισχύουν στον βαθμό που διαφέρουν από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ

ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΤΜΗΜΑ A

ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

ΑΡΘΡΟ 14.1

Στόχος

Στόχος του παρόντος κεφαλαίου είναι η αποτροπή και η επίλυση τυχόν διαφορών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών οι οποίες αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας με σκοπό την επίτευξη αμοιβαία αποδεκτής λύσης, όπου αυτό είναι δυνατόν.


ΑΡΘΡΟ 14.2

Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν κεφάλαιο ισχύει για κάθε διαφορά η οποία αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας, εκτός εάν περιέχεται ρητά αντίθετη διάταξη.

ΤΜΗΜΑ B

ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 14.3

Διαβουλεύσεις

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίλυση τυχόν διαφορών ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στο άρθρο 14.2 (Πεδίο εφαρμογής) μέσω της διεξαγωγής διαβουλεύσεων καλή τη πίστει με στόχο την επίτευξη αμοιβαία αποδεκτής λύσης.

2.    Ένα συμβαλλόμενο μέρος ζητεί τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων μέσω γραπτού αιτήματος προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, με αντίγραφο στην Επιτροπή Εμπορίου, και παρέχει τους λόγους υποβολής του αιτήματος, προσδιορίζοντας μεταξύ άλλων τα επίμαχα μέτρα, τις ισχύουσες διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 14.2 (Πεδίο εφαρμογής) και τους λόγους που οι διατάξεις αυτές είναι εφαρμόσιμες.


3.    Οι διαβουλεύσεις πραγματοποιούνται εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος, στο έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία, εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Οι διαβουλεύσεις θεωρείται ότι έχουν ολοκληρωθεί εντός εξήντα ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος, εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Οι διαβουλεύσεις έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα και διεξάγονται χωρίς να θίγονται τα δικαιώματα των συμβαλλόμενων μερών σε περαιτέρω διαδικασίες.

4.    Οι διαβουλεύσεις για επείγοντα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων που αφορούν αναλώσιμα ή, ανάλογα με την περίπτωση, εποχικά αγαθά ή υπηρεσίες, πραγματοποιούνται εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος και θεωρείται ότι έχουν ολοκληρωθεί εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία αυτή, εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

5.    Εάν το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα για διαβουλεύσεις δεν ανταποκριθεί εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του, ή εάν οι διαβουλεύσεις δεν πραγματοποιηθούν στα χρονικά πλαίσια που καθορίζονται στην παράγραφο 3 ή 4 αντίστοιχα, ή εάν οι διαβουλεύσεις ολοκληρωθούν χωρίς να έχει επιτευχθεί αμοιβαία αποδεκτή λύση, το καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει τη σύσταση ειδικής ομάδας διαιτησίας σύμφωνα με το άρθρο 14.4 (Έναρξη διαδικασίας διαιτησίας).


ΤΜΗΜΑ Γ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΥΠΟΤΜΗΜΑ A

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ

ΑΡΘΡΟ 14.4

Έναρξη διαδικασίας διαιτησίας

1.    Σε περίπτωση που τα συμβαλλόμενα μέρη δεν καταφέρουν να επιλύσουν τη διαφορά μέσω διαβουλεύσεων όπως προβλέπεται στο άρθρο 14.3 (Διαβουλεύσεις), το καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει τη σύσταση ειδικής ομάδας διαιτησίας σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

2.    Το αίτημα για τη σύσταση ειδικής ομάδας διαιτησίας υποβάλλεται γραπτά στο συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία και στην Επιτροπή Εμπορίου. Το καταγγέλλον μέρος προσδιορίζει στο αίτημά του το συγκεκριμένο επίμαχο μέτρο, και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους το εν λόγω μέτρο συνιστά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής) κατά τρόπο αρκούντως αναλυτικό ώστε να παρουσιάζεται με σαφήνεια η νομική βάση της καταγγελίας.


ΑΡΘΡΟ 14.5

Σύσταση της ειδικής ομάδας διαιτησίας

1.    Η ειδική ομάδα διαιτησίας απαρτίζεται από τρεις διαιτητές.

2.    Εντός πέντε ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία το συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία παραλαμβάνει το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 14.4 (Έναρξη διαδικασίας διαιτησίας), τα συμβαλλόμενα μέρη ξεκινούν διαβουλεύσεις με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τη σύνθεση της ειδικής ομάδας διαιτησίας.

3.    Σε περίπτωση που τα συμβαλλόμενα μέρη δεν καταφέρουν να καταλήξουν σε συμφωνία, εντός δέκα ημερών από την έναρξη των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, σχετικά με τον πρόεδρο της ειδικής ομάδας διαιτησίας, ο πρόεδρος της Επιτροπής Εμπορίου ή ο εκπρόσωπος του προέδρου, εντός είκοσι ημερών από την έναρξη των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, επιλέγει έναν διαιτητή ο οποίος θα αναλάβει την προεδρία με κλήρωση από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 14.20 (Κατάλογοι διαιτητών).

4.    Σε περίπτωση που τα συμβαλλόμενα μέρη δεν καταφέρουν να καταλήξουν σε συμφωνία, εντός δέκα ημερών από την έναρξη των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, σχετικά με τους διαιτητές:

α)    κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να επιλέξει έναν διαιτητή, ο οποίος δεν θα εκτελεί χρέη προέδρου, μεταξύ των προσώπων στον κατάλογο που θεσπίζεται βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 14.20 (Κατάλογοι διαιτητών), εντός δεκαπέντε ημερών από την έναρξη των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2· και


β)    εάν κάποιο εκ των συμβαλλόμενων μερών δεν επιλέξει διαιτητή σύμφωνα με την παράγραφο 4 στοιχείο α), ο πρόεδρος της Επιτροπής Εμπορίου ή ο εκπρόσωπος του προέδρου επιλέγει τυχόν εναπομείναντες διαιτητές με κλήρωση από τα πρόσωπα που προτείνονται από το συμβαλλόμενο μέρος σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14.20 (Κατάλογοι διαιτητών), εντός είκοσι ημερών από την έναρξη των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

5.    Εάν ο κατάλογος που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 14.20 (Κατάλογοι διαιτητών) δεν καταρτιστεί μέσα στο χρονικό διάστημα που απαιτείται σύμφωνα με την παράγραφο 4:

α)    σε περίπτωση που και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έχουν προτείνει άτομα σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14.20 (Κατάλογοι διαιτητών), κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να επιλέξει έναν διαιτητή, ο οποίος δεν θα εκτελεί χρέη προέδρου, από τα προτεινόμενα άτομα, εντός δεκαπέντε ημερών από την έναρξη των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Εάν κάποιο συμβαλλόμενο μέρος δεν επιλέξει διαιτητή, ο πρόεδρος της Επιτροπής Εμπορίου ή ο εκπρόσωπος του προέδρου επιλέγει τον διαιτητή με κλήρωση από τα άτομα που έχει προτείνει το εν λόγω συμβαλλόμενο μέρος· ή

β)    σε περίπτωση που μόνο το ένα συμβαλλόμενο μέρος έχει προτείνει άτομα σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14.20 (Κατάλογοι διαιτητών), κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να επιλέξει έναν διαιτητή, ο οποίος δεν θα εκτελεί χρέη προέδρου, από τα προτεινόμενα άτομα, εντός δεκαπέντε ημερών από την έναρξη των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Εάν κάποιο συμβαλλόμενο μέρος δεν επιλέξει διαιτητή, ο πρόεδρος της Επιτροπής Εμπορίου ή ο εκπρόσωπος του προέδρου επιλέγει τον διαιτητή με κλήρωση από τα προτεινόμενα άτομα.

6.    Εάν ο κατάλογος που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 14.20 (Κατάλογοι διαιτητών) δεν καταρτιστεί μέσα στο χρονικό διάστημα που απαιτείται σύμφωνα με την παράγραφο 3, ο πρόεδρος επιλέγεται με κλήρο από τα πρώην μέλη του δευτεροβάθμιου οργάνου του ΠΟΕ, με την προϋπόθεση να μην υπάγεται σε κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.


7.    Η ημερομηνία σύστασης της ειδικής ομάδας διαιτησίας είναι η ημερομηνία κατά την οποία επιλέγεται ο τελευταίος από τους τρεις διαιτητές.

8.    Αντικατάσταση των διαιτητών γίνεται μόνο για τους λόγους και σύμφωνα με τις διαδικασίες που περιγράφονται αναλυτικά στους κανόνες 19 έως 25 του παραρτήματος 14-Α.

ΑΡΘΡΟ 14.6

Προκαταρκτική απόφαση σχετικά με τον χαρακτήρα του επείγοντος

Εφόσον το ζητήσει ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, η ειδική ομάδα διαιτησίας εκδίδει προκαταρκτική απόφαση εντός δέκα ημερών από τη σύστασή της σχετικά με το αν κρίνει τη συγκεκριμένη υπόθεση ως επείγουσα.

ΑΡΘΡΟ 14.7

Ενδιάμεση έκθεση της ειδικής ομάδας διαιτησίας

1.    Το αργότερο ενενήντα ημέρες από την ημερομηνία σύστασης της, η ειδική ομάδα διαιτησίας κοινοποιεί στα συμβαλλόμενα μέρη μια ενδιάμεση έκθεση στην οποία περιέχονται τα πραγματικά περιστατικά, η δυνατότητα εφαρμογής των σχετικών διατάξεων και η βασική αιτιολόγηση για τυχόν διαπιστώσεις και συστάσεις. Σε περίπτωση που κρίνει ότι η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να τηρηθεί, ο πρόεδρος της ειδικής ομάδας διαιτησίας ενημερώνει γραπτώς τα συμβαλλόμενα μέρη και την Επιτροπή Εμπορίου, αναφέροντας τους λόγους της καθυστέρησης και την ημερομηνία κατά την οποία η ειδική ομάδα διαιτησίας σκοπεύει να κοινοποιήσει την ενδιάμεση έκθεσή της. Η ειδική ομάδα διαιτησίας δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να κοινοποιήσει την ενδιάμεση έκθεσή της σε διάστημα μεγαλύτερο των 120 ημερών από την ημερομηνία σύστασής της.


2.
   Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει γραπτό αίτημα στην ειδική ομάδα διαιτησίας προκειμένου να επανεξετάσει συγκεκριμένες πτυχές της ενδιάμεσης έκθεσης εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίησή της.

3.    Σε επείγουσες περιπτώσεις, όπως αυτές που αφορούν αναλώσιμα αγαθά ή, ανάλογα με την περίπτωση, εποχικά αγαθά ή υπηρεσίες, η ειδική ομάδα διαιτησίας καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να κοινοποιήσει την ενδιάμεση έκθεσή της και τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να υποβάλουν γραπτό αίτημα για την επανεξέταση από την ειδική ομάδα διαιτησίας συγκεκριμένων πτυχών της ενδιάμεσης έκθεσης, στο ήμισυ των αντίστοιχων χρονικών διαστημάτων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2.

4.    Αφού εξετάσει τυχόν γραπτές παρατηρήσεις των συμβαλλόμενων μερών σχετικά με την ενδιάμεση έκθεση, η ειδική ομάδα διαιτησίας μπορεί να τροποποιήσει την έκθεσή της και να προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση κρίνει απαραίτητη. Τα πορίσματα της τελικής απόφασης της ομάδας περιλαμβάνουν μια ικανοποιητική ανάλυση των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν στο στάδιο ενδιάμεσης επανεξέτασης, και απαντούν σαφώς στις γραπτές παρατηρήσεις των δύο συμβαλλόμενων μερών.

ΑΡΘΡΟ 14.8

Απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας

1.    Η ειδική ομάδα διαιτησίας κοινοποιεί την απόφασή της στα συμβαλλόμενα μέρη και στην Επιτροπή Εμπορίου εντός 150 ημερών από την ημερομηνία σύστασής της. Σε περίπτωση που κρίνει ότι η προθεσμία αυτή δεν μπορεί να τηρηθεί, ο πρόεδρος της ειδικής ομάδας διαιτησίας ενημερώνει γραπτώς τα συμβαλλόμενα μέρη και την Επιτροπή Εμπορίου, αναφέροντας τους λόγους της καθυστέρησης και την ημερομηνία κατά την οποία η ειδική ομάδα διαιτησίας σκοπεύει να κοινοποιήσει την απόφασή της. Η ειδική ομάδα διαιτησίας δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να κοινοποιήσει την απόφασή της σε διάστημα μεγαλύτερο των 180 ημερών από την ημερομηνία σύστασής της.


2.    Σε επείγουσες περιπτώσεις, όπως αυτές που αφορούν αναλώσιμα αγαθά ή, ανάλογα με την περίπτωση, εποχικά αγαθά ή υπηρεσίες, η ειδική ομάδα διαιτησίας καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να κοινοποιήσει την απόφασή της εντός εβδομήντα πέντε ημερών από την ημερομηνία σύστασής της. Η ειδική ομάδα διαιτησίας δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να κοινοποιήσει την απόφασή της σε διάστημα μεγαλύτερο των ενενήντα ημερών από την ημερομηνία σύστασής της.

ΥΠΟΤΜΗΜΑ Β

ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ

ΑΡΘΡΟ 14.9

Συμμόρφωση με την απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν καλή τη πίστει με την απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας, και καταβάλλουν προσπάθειες για να συμφωνήσουν όσον αφορά το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη συμμόρφωση με την απόφαση.

ΑΡΘΡΟ 14.10

Εύλογο χρονικό διάστημα για τη συμμόρφωση

1.    Το αργότερο εντός τριάντα ημερών από τη στιγμή που τα συμβαλλόμενα μέρη παραλαμβάνουν την κοινοποίηση της απόφασης της ειδικής ομάδας διαιτησίας, το συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία ανακοινώνει στο καταγγέλλον μέρος το χρονικό περιθώριο (εφεξής «εύλογο χρονικό διάστημα») που θα απαιτηθεί για τη συμμόρφωση, αν αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί αμέσως.


2.    Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών όσον αφορά το εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη συμμόρφωση με την απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας, το καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος, εντός είκοσι ημερών από την κοινοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 από το συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία, ζητά γραπτώς από την ειδική ομάδα διαιτησίας να προσδιορίσει τη διάρκεια του εύλογου χρονικού διαστήματος. Το αίτημα αυτό κοινοποιείται ταυτόχρονα στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος και στην Επιτροπή Εμπορίου. Η ειδική ομάδα διαιτησίας κοινοποιεί την απόφασή της στα συμβαλλόμενα μέρη και ειδοποιεί την Επιτροπή Εμπορίου εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος.

3.    Σε περίπτωση που κάποιο μέλος της αρχικής ειδικής ομάδας διαιτησίας δεν είναι πλέον διαθέσιμο, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που καθορίζονται στο άρθρο 14.5 (Σύσταση της ειδικής ομάδας διαιτησίας). Το χρονικό όριο για την κοινοποίηση της απόφασης είναι τριάντα πέντε ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

4.    Το συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία ενημερώνει γραπτώς το καταγγέλλον μέρος σχετικά με την πρόοδο που έχει επιτύχει ως προς τη συμμόρφωση με την απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας τουλάχιστον έναν μήνα πριν από τη λήξη του εύλογου χρονικού διαστήματος.

5.    Το εύλογο χρονικό διάστημα μπορεί να παραταθεί με αμοιβαία συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών.


ΑΡΘΡΟ 14.11

Επανεξέταση των μέτρων που ελήφθησαν
για τη συμμόρφωση με την απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας

1.    Πριν από το τέλος του εύλογου χρονικού διαστήματος, το συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία κοινοποιεί στο καταγγέλλον μέρος και στην Επιτροπή Εμπορίου κάθε μέτρο που έχει λάβει με σκοπό τη συμμόρφωση με την απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας.

2.    Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών όσον αφορά την ύπαρξη μέτρου κοινοποιηθέντος στο πλαίσιο της παραγράφου 1 ή το κατά πόσον το μέτρο αυτό είναι σύμφωνο με τις διατάξεις του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής), το καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει γραπτώς από την αρχική ειδική ομάδα διαιτησίας να αποφανθεί σχετικά με το ζήτημα. Στο αίτημα αυτό προσδιορίζονται το συγκεκριμένο επίμαχο μέτρο και οι διατάξεις του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής) με τις οποίες θεωρείται ότι δεν είναι σύμφωνο το εν λόγω μέτρο κατά τρόπο αρκούντως αναλυτικό ώστε να παρουσιάζεται με σαφήνεια η νομική βάση της καταγγελίας, και διευκρινίζεται ο λόγος για τον οποίο το συγκεκριμένο μέτρο δεν είναι σύμφωνο με τις διατάξεις του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής). Η αρχική ειδική ομάδα διαιτησίας κοινοποιεί την απόφασή της εντός σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος.

3.    Σε περίπτωση που κάποιο μέλος της αρχικής ειδικής ομάδας διαιτησίας δεν είναι πλέον διαθέσιμο, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που καθορίζονται στο άρθρο 14.5 (Σύσταση της ειδικής ομάδας διαιτησίας). Το χρονικό όριο για την κοινοποίηση της απόφασης είναι εξήντα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 2.


ΑΡΘΡΟ 14.12

Προσωρινά μέτρα αποκατάστασης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης

1.    Εάν το συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία δεν κοινοποιήσει τη λήψη κάποιου μέτρου με σκοπό τη συμμόρφωση με την απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας πριν από τη λήξη του εύλογου χρονικού διαστήματος, ή εάν η ειδική ομάδα διαιτησίας κρίνει ότι δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο συμμόρφωσης ή ότι το μέτρο που κοινοποιήθηκε βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 14.11 (Επανεξέταση των μέτρων που ελήφθησαν για τη συμμόρφωση με την απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας) δεν συνάδει με τις υποχρεώσεις αυτού του συμβαλλόμενου μέρους βάσει των διατάξεων του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής), το συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία ξεκινά διαπραγματεύσεις με το καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος προκειμένου να αναπτύξουν μια αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία για αποζημίωση.

2.    Εάν δεν επιτευχθεί καμία συμφωνία για αποζημίωση εντός τριάντα ημερών από τη λήξη του εύλογου χρονικού διαστήματος ή από την έκδοση της απόφασης της ειδικής ομάδας διαιτησίας βάσει του άρθρου 14.11 (Επανεξέταση των μέτρων που ελήφθησαν για τη συμμόρφωση με την απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας) σύμφωνα με την οποία δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο συμμόρφωσης ή το μέτρο που κοινοποιήθηκε δεν συνάδει με τις διατάξεις του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής), το καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα, κατόπιν κοινοποίησης στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος και στην Επιτροπή Εμπορίου, να αναστείλει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από οποιαδήποτε διάταξη του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής) σε επίπεδο ισοδύναμο με την ολική ή μερική αναίρεση των οφελών που προκάλεσε η παραβίαση. Στην κοινοποίηση προσδιορίζεται το επίπεδο των υποχρεώσεων τις οποίες το καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος σκοπεύει να αναστείλει. Το καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να εφαρμόσει την αναστολή οποιαδήποτε στιγμή μετά την παρέλευση δέκα ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης από το συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία, εκτός εάν το συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία ζητήσει διαδικασία διαιτησίας βάσει της παραγράφου 3.


3.    Εάν το συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία θεωρεί ότι το επίπεδο αναστολής δεν είναι ισοδύναμο με την ολική ή μερική αναίρεση των οφελών που προκάλεσε η παραβίαση, μπορεί να ζητήσει γραπτώς από την αρχική ειδική ομάδα διαιτησίας να αποφανθεί σχετικά με το ζήτημα. Το αίτημα αυτό κοινοποιείται στο καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος και στην Επιτροπή Εμπορίου πριν από τη λήξη της χρονικής περιόδου των δέκα ημερών που αναφέρεται στην παράγραφο 2. Αφού πρώτα ζητήσει, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, τη γνώμη εμπειρογνωμόνων, η αρχική ειδική ομάδα διαιτησίας κοινοποιεί στα συμβαλλόμενα μέρη και στην Επιτροπή Εμπορίου την απόφασή της όσον αφορά το επίπεδο αναστολής των υποχρεώσεων εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος. Οι υποχρεώσεις δεν αναστέλλονται μέχρις ότου η αρχική ειδική ομάδα διαιτησίας κοινοποιήσει την απόφασή της, και κάθε αναστολή πρέπει να είναι συνεπής προς την απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας.

4.    Σε περίπτωση που κάποιο μέλος της αρχικής ειδικής ομάδας διαιτησίας δεν είναι πλέον διαθέσιμο, εφαρμόζονται οι διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 14.5 (Σύσταση της ειδικής ομάδας διαιτησίας). Η προθεσμία για την κοινοποίηση της απόφασης είναι σαράντα πέντε ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

5.    Η αναστολή των υποχρεώσεων έχει προσωρινό χαρακτήρα και δεν εφαρμόζεται μετά από:

α)    την επίτευξη αμοιβαία αποδεκτής λύσης από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 14.15 (Αμοιβαία αποδεκτή λύση)· ή

β)    την επίτευξη συμφωνίας από τα συμβαλλόμενα μέρη σχετικά με το κατά πόσον το μέτρο που κοινοποιήθηκε βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 14.13 (Επανεξέταση των μέτρων που ελήφθησαν για τη συμμόρφωση μετά την αναστολή των υποχρεώσεων) επιτυγχάνει τη συμμόρφωση του συμβαλλόμενου μέρους κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία με τις διατάξεις του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής)· ή


γ)    την απόσυρση ή τροποποίηση τυχόν μέτρων τα οποία θεωρείται ότι δεν συμφωνούν με τις διατάξεις του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής) με σκοπό τη συμμόρφωσή τους με τις εν λόγω διατάξεις, σύμφωνα με απόφαση που λαμβάνεται βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 14.13 (Επανεξέταση των μέτρων που ελήφθησαν για τη συμμόρφωση μετά την αναστολή των υποχρεώσεων).

ΑΡΘΡΟ 14.13

Επανεξέταση των μέτρων που ελήφθησαν
για τη συμμόρφωση μετά την αναστολή των υποχρεώσεων

1.    Το συμβαλλόμενο μέρος κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία κοινοποιεί στο καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος και στην Επιτροπή Εμπορίου κάθε μέτρο που έχει λάβει με σκοπό τη συμμόρφωση με την απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας, καθώς και το αίτημά του για τη λήξη της αναστολής των υποχρεώσεων που εφαρμόζει το καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος.

2.    Σε περίπτωση που τα συμβαλλόμενα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με το κατά πόσον το κοινοποιηθέν μέτρο επιτυγχάνει τη συμμόρφωση του συμβαλλόμενου μέρους κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία με τις διατάξεις του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής) εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης, το καταγγέλλον μέρος μπορεί να ζητεί γραπτώς από την ειδική ομάδα διαιτησίας να αποφανθεί σχετικά με το ζήτημα. Το αίτημα αυτό κοινοποιείται ταυτόχρονα στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος και στην Επιτροπή Εμπορίου. Η απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας κοινοποιείται στα συμβαλλόμενα μέρη και στην Επιτροπή Εμπορίου εντός σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος. Εάν η ειδική ομάδα διαιτησίας αποφασίσει ότι το μέτρο που λήφθηκε για τη συμμόρφωση συνάδει με τις διατάξεις του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής), η αναστολή των υποχρεώσεων περατώνεται.


ΥΠΟΤΜΗΜΑ Γ

ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 14.14

Αναστολή και λήξη διαδικασιών διαιτησίας

1.    Κατόπιν γραπτού αιτήματος και των δύο συμβαλλόμενων μερών, η ειδική ομάδα διαιτησίας αναστέλλει τις εργασίες της ανά πάσα στιγμή για χρονικό διάστημα που συμφωνείται από τα συμβαλλόμενα μέρη και το οποίο δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες, και επαναλαμβάνει τις εργασίες της στο τέλος αυτού του συμφωνηθέντος διαστήματος κατόπιν γραπτού αιτήματος του καταγγέλλοντος συμβαλλόμενου μέρους, ή πριν από το τέλος αυτού του συμφωνηθέντος διαστήματος κατόπιν γραπτού αιτήματος και των δύο συμβαλλόμενων μερών. Σε περίπτωση που το καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος δεν ζητήσει την επανάληψη των εργασιών της ειδικής ομάδας διαιτησίας πριν από τη λήξη του συμφωνηθέντος διαστήματος αναστολής, τότε οι διαδικασίες διευθέτησης διαφορών που ξεκίνησαν σύμφωνα με το παρόν τμήμα θεωρείται ότι έχουν λήξει. Με την επιφύλαξη του άρθρου 14.21 (Σχέση με τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο του ΠΟΕ), η αναστολή και η λήξη των εργασιών της ειδικής ομάδας διαιτησίας δεν θίγουν τα δικαιώματα των συμβαλλόμενων μερών σε άλλη διαδικασία.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να συμφωνήσουν γραπτώς στη λήξη των διαδικασιών διευθέτησης διαφορών που ξεκίνησαν σύμφωνα με το παρόν τμήμα.


ΑΡΘΡΟ 14.15

Αμοιβαία αποδεκτή λύση

Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να καταλήξουν ανά πάσα στιγμή σε αμοιβαία αποδεκτή λύση για μια διαφορά βάσει του παρόντος κεφαλαίου. Κοινοποιούν τη λύση αυτή στην Επιτροπή Εμπορίου και στην ειδική ομάδα διαιτησίας, εάν υπάρχει. Εάν η λύση απαιτεί έγκριση σύμφωνα με τις οικείες εγχώριες διαδικασίες κάποιου συμβαλλόμενου μέρους, τότε η κοινοποίηση περιέχει αναφορά σε αυτή την απαίτηση και οι διαδικασίες διευθέτησης διαφορών που ξεκίνησαν σύμφωνα με το παρόν τμήμα αναστέλλονται. Εάν δεν απαιτείται τέτοια έγκριση, ή μετά την κοινοποίηση της ολοκλήρωσης των εγχώριων αυτών διαδικασιών, η διαδικασία λήγει.

ΑΡΘΡΟ 14.16

Εσωτερικός κανονισμός

1.    Οι διαδικασίες επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο του παρόντος κεφαλαίου διέπονται από το παράρτημα 14-Α.

2.    Οι συνεδριάσεις της ειδικής ομάδας διαιτησίας είναι ανοιχτές στο κοινό σύμφωνα με το παράρτημα 14-Α.


ΑΡΘΡΟ 14.17

Υποβολή στοιχείων

1.    Κατόπιν σχετικού αιτήματος ενός συμβαλλόμενου μέρους ή με δική της πρωτοβουλία, η ειδική ομάδα διαιτησίας μπορεί να λαμβάνει πληροφορίες από οποιαδήποτε πηγή, συμπεριλαμβανομένων των μερών που εμπλέκονται στη διαφορά, την οποία θεωρεί κατάλληλη για τη διαδικασία της ειδικής ομάδας διαιτησίας. Η ειδική ομάδα διαιτησίας έχει επίσης το δικαίωμα, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να ζητήσει τη σχετική γνώμη εμπειρογνωμόνων. Πριν από την επιλογή των εμπειρογνωμόνων αυτών, η ειδική ομάδα διαιτησίας συμβουλεύεται τα συμβαλλόμενα μέρη. Κάθε πληροφορία που συγκεντρώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να κοινοποιείται και στα δύο συμβαλλόμενα μέρη για τη διατύπωση παρατηρήσεων.

2.    Τα ενδιαφερόμενα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των συμβαλλόμενων μερών μπορούν να υποβάλουν φιλικές παρατηρήσεις (amicus curiae) στην ειδική ομάδα διαιτησίας σύμφωνα με το παράρτημα 14-Α.

ΑΡΘΡΟ 14.18

Κανόνες ερμηνείας

Οι ειδική ομάδα διαιτησίας ερμηνεύει τις διατάξεις του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής) σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες ερμηνείας του δημόσιου διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των κωδικοποιημένων διατάξεων της Σύμβασης της Βιέννης περί του δικαίου των συνθηκών. Εάν μια υποχρέωση δυνάμει της παρούσας συμφωνίας είναι ταυτόσημη με μια υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας ΠΟΕ, η ειδική ομάδα διαιτησίας λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε σχετική ερμηνεία η οποία ορίζεται στις αποφάσεις του οργάνου επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ (στο εξής «ΟΕΔ»). Οι αποφάσεις της ειδικής ομάδας διαιτησίας δεν είναι δυνατό να αυξάνουν ή να μειώνουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής).


ΑΡΘΡΟ 14.19

Αποφάσεις της ειδικής ομάδας διαιτησίας

1.    Η ειδική ομάδα διαιτησίας καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να λαμβάνει τις αποφάσεις της με συναίνεση. Παρά ταύτα, σε περίπτωση που δεν είναι δυνατό να ληφθεί απόφαση με συναίνεση, η σχετική απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία.

2.    Κάθε απόφαση της επιτροπής διαιτησίας είναι δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη και δεν δημιουργεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις για φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Στην απόφαση περιέχονται τα πραγματικά περιστατικά, η δυνατότητα εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του άρθρου 14.2 (Πεδίο εφαρμογής) και η βασική αιτιολόγηση για τυχόν διαπιστώσεις και συμπεράσματα που διατυπώνονται σε αυτήν. Η Επιτροπή Εμπορίου δημοσιοποιεί στο ακέραιο τις αποφάσεις της ειδικής ομάδας διαιτησίας, εκτός εάν αποφασίσει διαφορετικά προκειμένου να διασφαλίσει το απόρρητο πληροφοριών τις οποίες το άλλο συμβαλλόμενο μέρος έχει χαρακτηρίσει εμπιστευτικές.

ΤΜΗΜΑ Δ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 14.20

Κατάλογοι διαιτητών

1.    Κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη καταρτίζουν κατάλογο πέντε ατόμων τα οποία είναι πρόθυμα και ικανά να αναλάβουν την προεδρία της ειδικής ομάδας διαιτησίας που αναφέρεται στο άρθρο 14.5 (Σύσταση της ειδικής ομάδας διαιτησίας).


2.    Το αργότερο εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, η Επιτροπή Εμπορίου καταρτίζει κατάλογο τουλάχιστον δέκα ατόμων τα οποία είναι πρόθυμα και ικανά να εκτελέσουν χρέη διαιτητή. Καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη προτείνει, κατά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, τουλάχιστον πέντε άτομα ως διαιτητές.

3.    Η Επιτροπή Εμπορίου εξασφαλίζει τη διατήρηση των καταλόγων των ατόμων που θα εκτελέσουν χρέη προέδρου ή διαιτητή οι οποίοι καταρτίζονται, αντίστοιχα, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2.

4.    Οι διαιτητές διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις ή πείρα όσον αφορά το δίκαιο και το διεθνές εμπόριο ή την επίλυση διαφορών που προκύπτουν από διεθνείς εμπορικές συμφωνίες. Είναι ανεξάρτητοι, συμμετέχουν σε ατομική βάση και δεν συνδέονται με την κυβέρνηση οποιουδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη, ενώ φροντίζουν να συμμορφώνονται με το παράρτημα 14-Β.

ΑΡΘΡΟ 14.21

Σχέση με τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο του ΠΟΕ

1.    Η προσφυγή στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου σχετικά με την επίλυση διαφορών δεν θίγει τη δυνατότητα ανάληψης δράσεων στο πλαίσιο του ΠΟΕ, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών επίλυσης διαφορών.


2.    Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, εάν ένα συμβαλλόμενο μέρος έχει κινήσει διαδικασία επίλυσης διαφορών σε σχέση με ένα συγκεκριμένο μέτρο, είτε δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου είτε δυνάμει της συμφωνίας ΠΟΕ, δεν μπορεί να κινήσει διαδικασία επίλυσης διαφορών σχετικά με το ίδιο μέτρο στο πλαίσιο του άλλου φόρουμ πριν περατωθεί η πρώτη διαδικασία. Επιπλέον, ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν μπορεί να κινήσει διαδικασίες επίλυσης διαφορών δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου και της συμφωνίας ΠΟΕ, εκτός εάν οι διαφορές αφορούν υποχρεώσεις βάσει των δύο συμφωνιών οι οποίες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, ή εκτός αν το φόρουμ που επιλέγεται δεν καταφέρει, για διαδικαστικούς ή δικαιοδοτικούς λόγους, να καταλήξει σε συμπέρασμα όσον αφορά την αξίωση για αποκατάσταση της εν λόγω παραβίασης υποχρέωσης, με την προϋπόθεση ότι αυτό δεν οφείλεται σε έλλειψη επιμέλειας ενός διάδικου μέρους.

3.    Για τους σκοπούς της παραγράφου 2:

α)    οι διαδικασίες επίλυσης διαφορών δυνάμει της συμφωνίας ΠΟΕ θεωρείται ότι κινούνται όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος ζητά τη σύσταση ειδικής ομάδας σύμφωνα με το άρθρο 6 του DSU και θεωρείται ότι περατώνονται όταν το ΟΕΔ εγκρίνει την έκθεση της ειδικής ομάδας, καθώς και την έκθεση του δευτεροβάθμιου οργάνου κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 16 και το άρθρο 17 παράγραφος 14 του DSU· και

β)    οι διαδικασίες επίλυσης διαφορών δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου θεωρείται ότι κινούνται όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος ζητά τη σύσταση ειδικής ομάδας διαιτησίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 14.4 (Έναρξη διαδικασίας διαιτησίας) και θεωρείται ότι περατώνονται όταν η ειδική ομάδα διαιτησίας κοινοποιήσει την απόφασή της στα συμβαλλόμενα μέρη και στην Επιτροπή Εμπορίου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14.8 (Απόφαση της ειδικής ομάδας διαιτησίας) ή όταν τα συμβαλλόμενα μέρη καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση σύμφωνα με το άρθρο 14.15 (Αμοιβαία αποδεκτή λύση).

4.    Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν εμποδίζει τη δυνατότητα ενός συμβαλλόμενου μέρους να εφαρμόζει την αναστολή των υποχρεώσεων που εγκρίνεται από το ΟΕΔ. Δεν μπορεί να γίνει επίκληση της συμφωνίας ΠΟΕ προκειμένου να εμποδιστεί ένα συμβαλλόμενο μέρος από τη δυνατότητα αναστολής των υποχρεώσεων που προβλέπεται βάσει του παρόντος κεφαλαίου.


ΑΡΘΡΟ 14.22

Προθεσμίες

1.    Όλες οι προθεσμίες που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιών κοινοποίησης των αποφάσεων από τις ειδικές ομάδες διαιτησίας, υπολογίζονται σε ημερολογιακές ημέρες, αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα που έπεται της πράξης ή του γεγονότος που αφορούν, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά.

2.    Όλες οι προθεσμίες που αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο μπορούν να τροποποιηθούν με αμοιβαία συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών.

ΑΡΘΡΟ 14.23

Αναθεώρηση και τροποποίηση του κεφαλαίου

Μέσω απόφασης στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να τροποποιήσουν το παρόν κεφάλαιο και τα παραρτήματά του.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ

ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

ΑΡΘΡΟ 15.1

Στόχος και πεδίο εφαρμογής

1.    Στόχος του παρόντος κεφαλαίου είναι η διευκόλυνση της εξεύρεσης αμοιβαία αποδεκτής λύσης μέσα από μια ολοκληρωμένη και μη χρονοβόρο διαδικασία με τη βοήθεια διαμεσολαβητή.

2.    Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται σε κάθε μέτρο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας και το οποίο επηρεάζει αρνητικά το εμπόριο ή τις επενδύσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά.

ΤΜΗΜΑ A

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

ΑΡΘΡΟ 15.2

Αίτημα για παροχή πληροφοριών

1.    Πριν από την έναρξη της διαδικασίας διαμεσολάβησης, ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει γραπτώς πληροφορίες σχετικά με ένα μέτρο το οποίο επηρεάζει αρνητικά το εμπόριο ή τις επενδύσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το εν λόγω αίτημα παρέχει γραπτή απάντηση εντός είκοσι ημερών.


2.    Όταν το συμβαλλόμενο μέρος που απαντά θεωρεί ότι δεν είναι εφικτή η παροχή απάντησης εντός είκοσι ημερών, ενημερώνει το συμβαλλόμενο μέρος που υπέβαλε το αίτημα για τους λόγους της καθυστέρησης, μαζί με μια εκτίμηση σχετικά με το συντομότερο χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα μπορέσει να παράσχει την απάντησή του.

ΑΡΘΡΟ 15.3

Έναρξη της διαδικασίας

1.    Ένα συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει, ανά πάσα στιγμή, την έναρξη διαδικασίας διαμεσολάβησης από τα συμβαλλόμενα μέρη. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος γραπτώς. Το αίτημα είναι αρκούντως αναλυτικό ώστε να παρουσιάζει με σαφήνεια τους προβληματισμούς του αιτούντος μέρους και:

α)    προσδιορίζει το συγκεκριμένο επίμαχο μέτρο·

β)    προσδιορίζει τις υποτιθέμενες αρνητικές συνέπειες τις οποίες το συμβαλλόμενο μέρος που υπέβαλε το αίτημα θεωρεί ότι έχει ή θα έχει το μέτρο για το εμπόριο ή τις επενδύσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών· και

γ)    εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο το συμβαλλόμενο μέρος που υπέβαλε το αίτημα θεωρεί ότι οι εν λόγω συνέπειες συνδέονται με το μέτρο.

2.    Το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο απευθύνεται το αίτημα το εξετάζει ευνοϊκά και παρέχει γραπτώς θετική ή αρνητική απάντηση εντός δέκα ημερών από την παραλαβή του.


ΑΡΘΡΟ 15.4

Επιλογή του διαμεσολαβητή

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συμφωνήσουν σε έναν διαμεσολαβητή το αργότερο εντός δεκαπέντε ημερών μετά την παραλαβή της απάντησης στο αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 15.3 (Έναρξη της διαδικασίας).

2.    Εάν τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε έναν διαμεσολαβητή εντός του καθορισμένου χρονικού πλαισίου, κάθε μέρος μπορεί να ζητήσει από τον πρόεδρο της Επιτροπής Εμπορίου ή τον εκπρόσωπο του προέδρου να επιλέξει τον διαμεσολαβητή με κλήρωση από τον κατάλογο που θεσπίζεται βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 14.20 (Κατάλογοι διαιτητών). Στην κλήρωση δικαιούνται να παρίστανται εκπρόσωποι και των δύο συμβαλλόμενων μερών.

3.    Ο πρόεδρος της Επιτροπής Εμπορίου ή ο εκπρόσωπος του προέδρου επιλέγει τον διαμεσολαβητή εντός πέντε εργάσιμων ημερών από το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

4.    Ο διαμεσολαβητής δεν πρέπει να είναι υπήκοος συμβαλλόμενου μέρους, εκτός αν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

5.    Ο διαμεσολαβητής επικουρεί, κατά αμερόληπτο και διαφανή τρόπο, τα συμβαλλόμενα μέρη ώστε να αποσαφηνίσουν το μέτρο και τις πιθανές αρνητικές του συνέπειες για το εμπόριο και τις επενδύσεις και να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση. Για τους διαμεσολαβητές ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, το παράρτημα 14-Β. Ισχύουν επίσης, τηρουμένων των αναλογιών, οι κανόνες 4 έως 9 και 46 έως 49 του παραρτήματος 14-Α.


ΑΡΘΡΟ 15.5

Κανόνες της διαδικασίας διαμεσολάβησης

1.    Εντός δέκα ημερών από τον διορισμό του διαμεσολαβητή, το συμβαλλόμενο μέρος που έχει κινήσει τη διαδικασία διαμεσολάβησης υποβάλλει γραπτώς λεπτομερή περιγραφή του προβλήματος στον διαμεσολαβητή και στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος, ιδίως σε ό,τι αφορά τη λειτουργία του επίμαχου μέτρου και τις αρνητικές του συνέπειες στο εμπόριο και τις επενδύσεις. Εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία παράδοσης αυτής της περιγραφής, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να παράσχει γραπτώς τις παρατηρήσεις του σχετικά με την περιγραφή του προβλήματος. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμπεριλάβουν στην περιγραφή ή στις παρατηρήσεις τους κάθε πληροφορία που θεωρούν σχετική.

2.    Ο διαμεσολαβητής μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τον πιο κατάλληλο τρόπο για την αποσαφήνιση του μέτρου και των πιθανών αρνητικών συνεπειών του για το εμπόριο και τις επενδύσεις. Ειδικότερα, ο διαμεσολαβητής μπορεί να διοργανώνει συναντήσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, να διαβουλεύεται από κοινού ή ξεχωριστά με τα συμβαλλόμενα μέρη, να ζητά βοήθεια ή να διενεργεί διαβουλεύσεις με σχετικούς εμπειρογνώμονες και ενδιαφερόμενους φορείς και να παρέχει κάθε πρόσθετη στήριξη που ζητείται από τα συμβαλλόμενα μέρη. Ωστόσο, προτού ζητήσει βοήθεια ή διενεργήσει διαβουλεύσεις με σχετικούς εμπειρογνώμονες και ενδιαφερόμενους φορείς, ο διαμεσολαβητής διαβουλεύεται με τα συμβαλλόμενα μέρη.

3.    Ο διαμεσολαβητής μπορεί να παρέχει συμβουλές και να προτείνει μια λύση προς εξέταση από τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία μπορούν να δεχτούν ή να απορρίψουν την προτεινόμενη λύση ή να συμφωνήσουν σε μια διαφορετική λύση. Ωστόσο, ο διαμεσολαβητής δεν παρέχει συμβουλές ούτε διατυπώνει παρατηρήσεις σχετικά με το κατά πόσον το επίμαχο μέτρο συνάδει με την παρούσα συμφωνία.


4.    Η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ή, κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας, σε οποιονδήποτε άλλο τόπο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο.

5.    Τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταλήξουν σε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση εντός εξήντα ημερών από τον διορισμό του διαμεσολαβητή. Εν αναμονή της τελικής συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να εξετάζουν πιθανές ενδιάμεσες λύσεις, ιδίως εάν το μέτρο αφορά αναλώσιμα αγαθά.

6.    Η λύση μπορεί να εγκριθεί με απόφαση της Επιτροπής Εμπορίου. Καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της λύσης την ολοκλήρωση των αναγκαίων εσωτερικών διαδικασιών. Οι αμοιβαία αποδεκτές λύσεις δημοσιοποιούνται. Ωστόσο, η έκδοση που διατίθεται στο κοινό μπορεί να μην περιλαμβάνει πληροφορίες τις οποίες ένα συμβαλλόμενο μέρος έχει χαρακτηρίσει εμπιστευτικές.

7.    Η διαδικασία περατώνεται:

α)    με την έγκριση αμοιβαία αποδεκτής λύσης από τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά την ημερομηνία της έγκρισης·

β)    με αμοιβαία συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, κατά την ημερομηνία της εν λόγω συμφωνίας·

γ)    με γραπτή δήλωση του διαμεσολαβητή, κατόπιν διαβούλευσης με τα συμβαλλόμενα μέρη, ότι περαιτέρω προσπάθειες για διαμεσολάβηση δεν θα είχαν αποτέλεσμα, κατά την ημερομηνία της εν λόγω δήλωσης· ή

δ)    με γραπτή δήλωση ενός συμβαλλόμενου μέρους μετά τη διερεύνηση αμοιβαία αποδεκτών λύσεων βάσει της διαδικασίας διαμεσολάβησης και μετά την εξέταση τυχόν συμβουλών και προτεινόμενων λύσεων εκ μέρους του διαμεσολαβητή, κατά την ημερομηνία της εν λόγω δήλωσης.


ΤΜΗΜΑ B

ΕΦΑΡΜΟΓΗ

ΑΡΘΡΟ 15.6

Εφαρμογή μιας αμοιβαία αποδεκτής λύσης

1.    Όταν τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν συμφωνήσει σε κάποια λύση, κάθε μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της αμοιβαία αποδεκτής λύσης εντός του συμφωνηθέντος χρονικού πλαισίου.

2.    Το συμβαλλόμενο μέρος εφαρμογής ενημερώνει γραπτώς το άλλο μέρος για τυχόν βήματα ή μέτρα που λαμβάνει για την εφαρμογή της αμοιβαία αποδεκτής λύσης.

3.    Κατόπιν αιτήματος των συμβαλλόμενων μερών, ο διαμεσολαβητής κοινοποιεί γραπτώς στα συμβαλλόμενα μέρη σχέδιο έκθεσης των πραγματικών περιστατικών, στο οποίο παρέχεται σύντομη περίληψη i) του επίμαχου μέτρου σε αυτές τις διαδικασίες· ii) των διαδικασιών που ακολουθήθηκαν· και iii) τυχόν αμοιβαία αποδεκτής λύσεις που επιτεύχθηκε ως τελική έκβαση των εν λόγω διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων πιθανών ενδιάμεσων λύσεων. Ο διαμεσολαβητής παρέχει στα συμβαλλόμενα μέρη προθεσμία δεκαπέντε ημερών προκειμένου να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους επί του σχεδίου έκθεσης. Αφού εξετάσει τις παρατηρήσεις των συμβαλλόμενων μερών που υποβλήθηκαν μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, ο διαμεσολαβητής υποβάλλει γραπτώς στα συμβαλλόμενα μέρη τελική έκθεση των πραγματικών περιστατικών εντός δεκαπέντε ημερών. Η έκθεση των πραγματικών περιστατικών δεν περιλαμβάνει ερμηνεία της παρούσας συμφωνίας.


ΤΜΗΜΑ Γ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 15.7

Σχέση με την επίλυση διαφορών

1.    Ο μηχανισμός διαμεσολάβησης παρέχεται με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών βάσει του κεφαλαίου δεκατέσσερα (Επίλυση διαφορών).

2.    Η διαδικασία διαμεσολάβησης δεν προβλέπεται να χρησιμεύσει ως βάση για τις διαδικασίες επίλυσης διαφορών που προβλέπονται βάσει της παρούσας ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας. Ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν βασίζεται ούτε υποβάλλει ως αποδεικτικά στοιχεία σε αυτές τις διαδικασίες επίλυσης διαφορών, ούτε η ειδική ομάδα λαμβάνει υπόψη:

α)    τις θέσεις που λαμβάνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος στη διάρκεια της διαδικασίας διαμεσολάβησης·

β)    το γεγονός ότι το άλλο συμβαλλόμενο μέρος έχει εκφράσει τη βούλησή του να αποδεχθεί λύση για το μέτρο που αποτελεί αντικείμενο της διαμεσολάβησης· ή

γ)    συμβουλές ή προτάσεις του διαμεσολαβητή.


3.    Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6 του άρθρου 15.5 (Κανόνες της διαδικασίας διαμεσολάβησης) και εκτός εάν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, όλα τα στάδια της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων τυχόν συμβουλών ή προτεινόμενων λύσεων, έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα. Ωστόσο, καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη μπορεί να δημοσιοποιήσει το γεγονός ότι πραγματοποιείται διαμεσολάβηση.

ΑΡΘΡΟ 15.8

Προθεσμίες

Όλες οι προθεσμίες που αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο μπορούν να τροποποιηθούν με αμοιβαία συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών.

ΑΡΘΡΟ 15.9

Δαπάνες

1.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος καλύπτει τις δαπάνες του οι οποίες απορρέουν από τη συμμετοχή του στη διαδικασία διαμεσολάβησης.

2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη μοιράζονται εξίσου τις δαπάνες οι οποίες απορρέουν από οργανωτικά θέματα, στις οποίες περιλαμβάνονται η αμοιβή και οι δαπάνες του διαμεσολαβητή. Η αμοιβή του διαμεσολαβητή πρέπει να είναι σύμφωνη με την προβλεπόμενη στον κανόνα 10 στοιχείο β) του παραρτήματος 14-Α.


ΑΡΘΡΟ 15.10

Επανεξέταση

Πέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη προβαίνουν σε μεταξύ τους διαβουλεύσεις σχετικά με την ανάγκη τροποποίησης του μηχανισμού διαμεσολάβησης με βάση την εμπειρία που έχουν αποκτήσει και την ανάπτυξη αντίστοιχου μηχανισμού στο πλαίσιο του ΠΟΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΕΞΙ

ΘΕΣΜΙΚΕΣ, ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΑΡΘΡΟ 16.1

Επιτροπή Εμπορίου

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη ιδρύουν Επιτροπή Εμπορίου, η οποία περιλαμβάνει εκπροσώπους της Ένωσης και της Σινγκαπούρης.

2.    Η Επιτροπή Εμπορίου συνέρχεται ανά διετία στις Βρυξέλλες ή στη Σινγκαπούρη διαδοχικά ή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών. Καθήκοντα προέδρου στην Επιτροπή Εμπορίου ασκούν από κοινού ο υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας της Σινγκαπούρης και το αρμόδιο μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το εμπόριο ή οι ορισμένοι εκπρόσωποί τους. Η Επιτροπή Εμπορίου συμφωνεί σχετικά με το χρονοδιάγραμμα των συναντήσεων της και ορίζει την ατζέντα της.


3.    Η Επιτροπή Εμπορίου:

α)    διασφαλίζει την ορθή λειτουργία της παρούσας συμφωνίας·

β)    επιβλέπει και διευκολύνει την υλοποίηση και την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας και προωθεί τους γενικούς της στόχους·

γ)    επιβλέπει το έργο όλων των ειδικών επιτροπών, ομάδων εργασίας και άλλων οργάνων που συγκροτούνται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας·

δ)    μελετά τρόπους για την περαιτέρω βελτίωση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών·

ε)    με την επιφύλαξη των διατάξεων των κεφαλαίων δεκατέσσερα (Επίλυση διαφορών) και δεκαπέντε (Μηχανισμός διαμεσολάβησης), επιδιώκει την επίλυση των προβλημάτων που ενδέχεται να προκύψουν στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία, ή την επίλυση των διαφορών που ενδέχεται να προκύψουν σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας· και

στ)    εξετάζει όλα τα θέματα ενδιαφέροντος που αφορούν τομείς οι οποίοι καλύπτονται από την παρούσα συμφωνία.

4.    Η Επιτροπή Εμπορίου μπορεί:

α)    να αποφασίζει τη συγκρότηση ή τη διάλυση ειδικών επιτροπών, ή την ανάθεση αρμοδιοτήτων σε αυτές, με εξαίρεση τις εξουσίες που εκχωρούνται στις ειδικές επιτροπές για την έκδοση νομικά δεσμευτικών αποφάσεων ή την έγκριση τροποποιήσεων, οι οποίες μπορούν να τροποποιηθούν μόνο σύμφωνα με τη διαδικασία τροποποίησης που ορίζεται στο άρθρο 16.5 («Τροποποιήσεις»)·


β)    να επικοινωνεί με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων του ιδιωτικού τομέα και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών·

γ)    να μελετά τροποποιήσεις της παρούσας συμφωνίας ή διατάξεων της παρούσας συμφωνίας στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία·

δ)    να εγκρίνει ερμηνείες των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας, οι οποίες είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη και όλους τους φορείς που θεσπίζονται βάσει της παρούσας συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών ομάδων διαιτησίας που αναφέρονται στο κεφάλαιο δεκατέσσερα (Επίλυση διαφορών)·

ε)    εκδίδει αποφάσεις ή να κάνει συστάσεις όπως προβλέπεται από την παρούσα συμφωνία·

στ)    να θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό της· και

ζ)    να αναλαμβάνει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια κατά την άσκηση των καθηκόντων της για την οποία συμφωνούν τα συμβαλλόμενα μέρη.

5.    Η Επιτροπή Εμπορίου ενημερώνει τη μεικτή επιτροπή η οποία συστάθηκε βάσει της συμφωνίας εταιρικής σχέσης και συνεργασίας σχετικά με τις δραστηριότητές της και τις δραστηριότητες των ειδικών επιτροπών της, ανάλογα με την περίπτωση, κατά τις τακτικές συνεδριάσεις της μεικτής επιτροπής.

6.    Αναγνωρίζοντας τη σημασία της διαφάνειας και των ανοικτών διαδικασιών, τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιώνουν τις αντίστοιχες πρακτικές τους όσον αφορά την εξέταση των απόψεων του κοινού με σκοπό την αξιοποίηση ενός ευρέος φάσματος προοπτικών κατά την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας.


ΑΡΘΡΟ 16.2

Ειδικές επιτροπές

1.    Συγκροτούνται οι ακόλουθες ειδικές επιτροπές υπό την αιγίδα της Επιτροπής Εμπορίου:

α)    η Επιτροπή Εμπορικών Συναλλαγών στον τομέα των εμπορευμάτων·

β)    η επιτροπή μέτρων υγειονομικής και φυτοϋγειονομικής προστασίας («επιτροπή ΥΦΠ»)·

γ)    η επιτροπή τελωνείων· και

δ)    η επιτροπή εμπορικών συναλλαγών στον τομέα των υπηρεσιών, των επενδύσεων και των δημοσίων συμβάσεων.

2.    Η σύνθεση, οι αρμοδιότητες, τα καθήκοντα και, ανάλογα με την περίπτωση, η λειτουργία των ειδικών επιτροπών ορίζονται στις σχετικές διατάξεις της παρούσας συμφωνίας ή από την Επιτροπή Εμπορίου.

3.    Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στην παρούσα συμφωνία, οι ειδικές επιτροπές συνεδριάζουν κανονικά ανά διετία, στο κατάλληλο επίπεδο, διαδοχικά στην Ένωση ή στη Σιγκαπούρη ή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των συμβαλλόμενων μερών ή της Επιτροπής Εμπορίου. Η προεδρία τους ασκείται από κοινού από εκπροσώπους της Σινγκαπούρης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ειδικές επιτροπές συμφωνούν σχετικά με το χρονοδιάγραμμα των συναντήσεων τους και ορίζουν την ημερήσια διάταξή τους.


4.    Οι ειδικές επιτροπές ενημερώνουν την Επιτροπή Εμπορίου σχετικά με το χρονοδιάγραμμα και την ημερήσια διάταξή τους αρκετό χρόνο πριν από τις συνεδριάσεις τους. Υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή Εμπορίου σχετικά με τις δραστηριότητές τους σε κάθε τακτική συνεδρίαση της Επιτροπής Εμπορίου. Η δημιουργία ή η ύπαρξη μιας ειδικής επιτροπής δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να προσφεύγουν για οποιοδήποτε θέμα απευθείας στην Επιτροπή Εμπορίου.

ΑΡΘΡΟ 16.3

Εξέλιξη της νομοθεσίας του ΠΟΕ

Σε περίπτωση τροποποίησης οποιασδήποτε διάταξης της συμφωνίας ΠΟΕ που τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν ενσωματώσει στην παρούσα συμφωνία, τα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους, μέσω της Επιτροπής Εμπορίου, με στόχο την εξεύρεση αμοιβαία ικανοποιητικής λύσης, εφόσον είναι αναγκαίο. Ως αποτέλεσμα της επανεξέτασης αυτής, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, μέσω απόφασης στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου, να πραγματοποιήσουν ανάλογες τροποποιήσεις στην παρούσα συμφωνία.

ΑΡΘΡΟ 16.4

Λήψη αποφάσεων

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου ή μιας ειδικής επιτροπής, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται είναι δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία λαμβάνουν και τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή τους.


2.    Η Επιτροπή Εμπορίου ή η ειδική επιτροπή μπορεί να διατυπώνει κατάλληλες συστάσεις, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία.

3.    Η Επιτροπή Εμπορίου ή η ειδική επιτροπή εκδίδει αποφάσεις και διατυπώνει συστάσεις κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.

ΑΡΘΡΟ 16.5

Τροποποιήσεις

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν στην τροποποίηση της παρούσας απόφασης. Μια τροποποίηση τίθεται σε εφαρμογή, αφού τα συμβαλλόμενα μέρη ανταλλάξουν γραπτές κοινοποιήσεις με τις οποίες βεβαιώνουν ότι έχουν ολοκληρώσει τις αντίστοιχες ισχύουσες νομικές απαιτήσεις και διαδικασίες τους, όπως αυτές ορίζονται στην πράξη τροποποίησης.

2.    Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται, στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου ή μιας ειδικής επιτροπής, να εγκρίνουν απόφαση για την τροποποίηση της παρούσας συμφωνίας, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία.

ΑΡΘΡΟ 16.6

Φορολογία

1.    Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται στα φορολογικά μέτρα μόνο εφόσον η εφαρμογή αυτή είναι αναγκαία για να παράξουν αποτελέσματα οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας.


2.    Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Σινγκαπούρης, ή της Ένωσης ή οποιουδήποτε από τα κράτη μέλη της, βάσει οποιασδήποτε φορολογικής σύμβασης μεταξύ της Σινγκαπούρης και της Ένωσης ή οποιουδήποτε από τα κράτη μέλη της. Σε περίπτωση ασυμφωνίας ανάμεσα στην παρούσα συμφωνία και οποιαδήποτε τέτοια σύμβαση, η εν λόγω σύμβαση υπερισχύει όσον αφορά την ασυμφωνία. Στην περίπτωση που υπάρχει φορολογική σύμβαση μεταξύ της Σινγκαπούρης και της Ένωσης ή ενός από τα κράτη μέλη της, οι αρμόδιες αρχές δυνάμει της εν λόγω σύμβασης έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφανθούν σχετικά με το αν υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ της παρούσας συμφωνίας και της εν λόγω σύμβασης.

3.    Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ φορολογικά μέτρα τα οποία διαχωρίζουν τους φορολογούμενους με βάση ορθολογικά κριτήρια, όπως φορολογουμένους που δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, ιδίως όσον αφορά τον τόπο διαμονής τους ή τον τόπο όπου επενδύουν τα κεφάλαιά τους 78 .

4.    Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν εμποδίζει τη θέσπιση ή τη διατήρηση μέτρων που στοχεύουν στην πρόληψη της φοροαποφυγής ή της φοροδιαφυγής, κατ’ εφαρμογήν φορολογικών διατάξεων που περιέχονται σε συμφωνίες για την αποφυγή της διπλής φορολόγησης, σε άλλες φορολογικές ρυθμίσεις ή στην εγχώρια φορολογική νομοθεσία.


5.
   α)    Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν εμποδίζει τη Σινγκαπούρη να θεσπίζει ή να διατηρεί σε ισχύ φορολογικά μέτρα τα οποία είναι αναγκαία για την προστασία ανώτερων δημόσιων συμφερόντων της Σινγκαπούρης τα οποία προκύπτουν από τους συγκεκριμένους περιορισμούς χώρου που ισχύουν για αυτήν.

β)    Η Σινγκαπούρη κοινοποιεί αμέσως στην Ένωση τη λήψη των εν λόγω μέτρων, τα οποία τίθενται χωρίς καθυστέρηση σε διαβούλευση στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου, με σκοπό την επίτευξη αμοιβαίας κατανόησης.

γ)    Όταν τα μέτρα αυτά επηρεάζουν τη γενική ισορροπία των υποχρεώσεων που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, μέσω απόφασης στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου, να τροποποιήσουν τους πίνακες συγκεκριμένων υποχρεώσεων με βάση τα εν λόγω μέτρα.

ΑΡΘΡΟ 16.7

Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και κινήσεις κεφαλαίων

1.    Τα συμβαλλόμενα μέρη επιτρέπουν, σε ελεύθερα μετατρέψιμο νόμισμα 79 και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου VIII των Άρθρων της Συμφωνίας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, όλες τις πληρωμές και μεταβιβάσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών όσον αφορά τις συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας.


2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη προβαίνουν σε μεταξύ τους διαβουλεύσεις προκειμένου να διευκολύνουν τη διακίνηση κεφαλαίων μεταξύ τους εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας, και ιδίως την προοδευτική ελευθέρωση των συναλλαγών επί του χρηματοπιστωτικού λογαριασμού και του λογαριασμού κεφαλαίων, με στόχο την υποστήριξη ενός σταθερού και ασφαλούς πλαισίου για μακροπρόθεσμες επενδύσεις.

ΑΡΘΡΟ 16.8

Κρατικά επενδυτικά ταμεία

Κάθε συμβαλλόμενο μέρος ενθαρρύνει τα κρατικά επενδυτικά ταμεία του ώστε να τηρούν τις γενικώς αποδεκτές αρχές και πρακτικές (αρχές του Σαντιάγο).

ΑΡΘΡΟ 16.9

Περιορισμοί για τη διασφάλιση του ισοζυγίου πληρωμών

1.    Εάν ένα συμβαλλόμενο μέρος αντιμετωπίζει ή ενδέχεται να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσχέρειες σχετικά με το ισοζύγιο πληρωμών και εξωτερικές δημοσιονομικές δυσχέρειες, έχει τη δυνατότητα να θεσπίσει ή να διατηρήσει περιοριστικά μέτρα σχετικά με τις κινήσεις κεφαλαίων, τις πληρωμές ή τις μεταβιβάσεις που σχετίζονται με συναλλαγές στον τομέα των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών και της εγκατάστασης.


2.    Τα συμβαλλόμενα μέρη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποφύγουν την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Κάθε περιοριστικό μέτρο που θεσπίζεται ή διατηρείται βάσει του παρόντος άρθρου απαιτείται να μη δημιουργεί διακριτική μεταχείριση, να έχει περιορισμένη διάρκεια και να μην υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο για την αποκατάσταση του ισοζυγίου πληρωμών και της εξωτερικής δημοσιονομικής κατάστασης. Πρέπει να είναι σύμφωνο με τους όρους που καθορίζονται στη συμφωνία ΠΟΕ και με τα Άρθρα της Συμφωνίας του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ανάλογα με την περίπτωση.

3.    Το συμβαλλόμενο μέρος που διατηρεί ή θεσπίζει περιοριστικά μέτρα ή τροποποιήσεις αυτών ενημερώνει αμέσως το άλλο συμβαλλόμενο μέρος.

4.    Σε περίπτωση θέσπισης ή διατήρησης των περιοριστικών μέτρων, πραγματοποιούνται αμέσως διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου. Κατά τη διάρκεια των εν λόγω διαβουλεύσεων εκτιμάται η κατάσταση του ισοζυγίου πληρωμών του οικείου συμβαλλόμενου μέρους καθώς και τα περιοριστικά μέτρα που θεσπίζονται ή διατηρούνται βάσει του παρόντος άρθρου, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, παραγόντων όπως:

α)    η φύση και η έκταση των δυσχερειών σχετικά με το ισοζύγιο πληρωμών καθώς και των εξωτερικών δημοσιονομικών δυσχερειών·

β)    το εξωτερικό οικονομικό και εμπορικό περιβάλλον· ή

γ)    τα εναλλακτικά διορθωτικά μέτρα που μπορούν να ληφθούν.

Οι διαβουλεύσεις εξετάζουν τη συμμόρφωση των περιοριστικών μέτρων με τις παραγράφους 1 και 2. Γίνονται αποδεκτά όλα τα πορίσματα σχετικά με στατιστικά και άλλα στοιχεία που υποβάλλονται από το ΔΝΤ για το συνάλλαγμα, τα νομισματικά αποθεματικά και το ισοζύγιο πληρωμών, και εξάγονται συμπεράσματα βάσει της εκτίμησης του ΔΝΤ όσον αφορά το ισοζύγιο πληρωμών και την εξωτερική δημοσιονομική κατάσταση του οικείου συμβαλλομένου μέρους.


ΑΡΘΡΟ 16.10

Προσωρινά μέτρα διασφάλισης όσον αφορά τις κινήσεις κεφαλαίων και τις πληρωμές

1.    Όταν σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου υπάρχουν ή απειλούνται να δημιουργηθούν σοβαρά προβλήματα ως προς τη λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ή της συναλλαγματικής πολιτικής ενός συμβαλλόμενου μέρους, το οικείο συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να λάβει προσωρινά μέτρα διασφάλισης όσον αφορά τις κινήσεις κεφαλαίων, τις πληρωμές ή τις μεταβιβάσεις. Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι απολύτως απαραίτητα, η περίοδος ισχύος τους δεν πρέπει να υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τους έξι μήνες 80 , και δεν πρέπει να συνιστούν μέσο αυθαίρετης ή αδικαιολόγητης διακριτικής μεταχείρισης μεταξύ συμβαλλόμενου και μη συμβαλλόμενου μέρους σε παρόμοιες καταστάσεις.

2.    Το συμβαλλόμενο μέρος που θεσπίζει τα μέτρα διασφάλισης ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος πάραυτα και υποβάλλει, το συντομότερο δυνατόν, χρονοδιάγραμμα για την κατάργησή τους.

ΑΡΘΡΟ 16.11

Εξαιρέσεις για λόγους ασφάλειας

Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν θεωρείται ότι:

α)    απαιτεί από τα συμβαλλόμενα μέρη να παρέχουν πληροφορίες την κοινοποίηση των οποίων θεωρούν αντίθετη προς τα ουσιώδη συμφέροντα ασφάλειάς τους·


β)    εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να προβαίνουν σε ενέργειες τις οποίες κρίνουν αναγκαίες για την προάσπιση των ουσιωδών συμφερόντων ασφάλειάς του και οι οποίες:

i)    συνδέονται με την παραγωγή ή το εμπόριο όπλων, πυρομαχικών και πολεμικών υλικών, και σχετίζονται με τη διακίνηση άλλων αγαθών και υλικών και με οικονομικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται άμεσα ή έμμεσα με σκοπό τον εφοδιασμό στρατιωτικών εγκαταστάσεων·

ii)    αφορούν την παροχή υπηρεσιών η οποία αποσκοπεί άμεσα ή έμμεσα στον εφοδιασμό στρατιωτικών εγκαταστάσεων·

iii)    αφορούν σχάσιμα ή συντήξιμα υλικά ή τα υλικά από τα οποία παράγονται· ή

iv)    λαμβάνονται σε καιρό πολέμου ή άλλης έκτακτης κατάστασης ως προς τις διεθνείς σχέσεις, ή για την προστασία δημόσιων υποδομών ζωτικής σημασίας (ο όρος αυτός αφορά υποδομές τηλεπικοινωνιών, ηλεκτρισμού και ύδρευσης οι οποίες παρέχουν βασικά αγαθά ή υπηρεσίες στο ευρύ κοινό) από σκόπιμες απόπειρες εξουδετέρωσης ή διακοπής τους·

γ)    εμποδίζει τα συμβαλλόμενα μέρη να λαμβάνουν μέτρα με σκοπό τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.


ΑΡΘΡΟ 16.12

Κοινοποίηση πληροφοριών

1.    Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν θεωρείται ότι υποχρεώνει ένα συμβαλλόμενο μέρος να κοινοποιεί εμπιστευτικές πληροφορίες η δημοσιοποίηση των οποίων θα εμπόδιζε την επιβολή του νόμου ή θα ήταν με άλλο τρόπο αντίθετη στο δημόσιο συμφέρον ή θα έβλαπτε τα νόμιμα εμπορικά συμφέροντα συγκεκριμένων δημόσιων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων.

2.    Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος υποβάλλει στην Επιτροπή Εμπορίου ή σε ειδικές επιτροπές πληροφορίες οι οποίες θεωρούνται εμπιστευτικές σύμφωνα με τη νομοθεσία και τους κανονισμούς του, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος αντιμετωπίζει τις πληροφορίες αυτές ως εμπιστευτικές, εκτός εάν το μέρος που τις υποβάλλει συμφωνήσει διαφορετικά.

ΑΡΘΡΟ 16.13

Έναρξη ισχύος

1.    Η παρούσα συμφωνία εγκρίνεται από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τις οικείες διαδικασίες τους.

2.    Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα μετά τον μήνα κατά τον οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη ανταλλάσσουν γραπτές κοινοποιήσεις με τις οποίες βεβαιώνουν ότι έχουν εκπληρώσει τις αντίστοιχες ισχύουσες νομικές απαιτήσεις και διαδικασίες τους όσον αφορά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, με συμφωνία, να καθορίσουν άλλη ημερομηνία.


3.    Οι κοινοποιήσεις αποστέλλονται στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον διευθυντή της Διεύθυνσης Βόρειας Αμερικής και Ευρώπης του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας της Σινγκαπούρης, ή στους αντίστοιχους διάδοχους φορείς τους.

ΑΡΘΡΟ 16.14

Διάρκεια ισχύος

1.    Η παρούσα συμφωνία είναι αορίστου χρόνου.

2.    Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ενημερώνει γραπτώς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος για την πρόθεσή του να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία.

3.    Η παρούσα συμφωνία παύει να ισχύει έξι μήνες μετά την κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 2.

4.    Εντός 30 ημερών από την παράδοση κοινοποίησης βάσει της παραγράφου 2, κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να ζητήσει διαβουλεύσεις σχετικά με το αν η καταγγελία οποιασδήποτε διάταξης της παρούσας συμφωνίας θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει σε μεταγενέστερη ημερομηνία από αυτήν που προβλέπεται στην παράγραφο 2. Οι διαβουλεύσεις αυτές αρχίζουν εντός 30 ημερών από την παράδοση του εν λόγω αιτήματος ενός συμβαλλόμενου μέρους.


ΑΡΘΡΟ 16.15

Εκπλήρωση υποχρεώσεων

Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν τα γενικά ή ειδικά μέτρα που απαιτούνται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους βάσει της παρούσας συμφωνίας. Μεριμνούν για την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στην παρούσα συμφωνία.

ΑΡΘΡΟ 16.16

Απουσία άμεσης επίδρασης

Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν θεωρείται ότι παρέχει δικαιώματα ή επιβάλλει υποχρεώσεις σε πρόσωπα, πλην εκείνων που δημιουργούνται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών βάσει του δημόσιου διεθνούς δικαίου.

ΑΡΘΡΟ 16.17

Παραρτήματα, προσαρτήματα, κοινές δηλώσεις,
πρωτόκολλα και μνημόνια συμφωνιών

Τα παραρτήματα, τα προσαρτήματα, οι κοινές δηλώσεις. τα πρωτόκολλα και τα μνημόνια συμφωνιών της παρούσας συμφωνίας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτής.


ΑΡΘΡΟ 16.18

Σχέσεις με άλλες συμφωνίες

1.    Η παρούσα συμφωνία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των συνολικών διμερών σχέσεων που διέπονται από τη συμφωνία εταιρικής σχέσης και συνεργασίας και συνιστά τμήμα κοινού θεσμικού πλαισίου. Αποτελεί ειδική συμφωνία με την οποία παράγουν αποτελέσματα οι διατάξεις περί εμπορίου της συμφωνίας εταιρικής σχέσης και συνεργασίας.

2.    Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν τα υποχρεώνει να ενεργούν κατά τρόπο μη συμβατό με τις υποχρεώσεις τους βάσει της συμφωνίας ΠΟΕ.

ΑΡΘΡΟ 16.19

Μελλοντικές προσχωρήσεις στην Ένωση

1.    Η Ένωση κοινοποιεί στη Σιγκαπούρη, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε αίτημα τρίτης χώρας για προσχώρηση στην Ένωση.

2.    Κατά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ένωσης και της υποψήφιας χώρας που ζητεί να προσχωρήσει στην Ένωση, η Ένωση:

α)    παρέχει, κατόπιν αιτήματος της Σινγκαπούρης και στο μέτρο του δυνατού, όλες τις πληροφορίες σχετικά με οποιοδήποτε ζήτημα καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία· και


β)    λαμβάνει υπόψη τους προβληματισμούς που διατυπώνονται.

3.    Η Ένωση ενημερώνει το συντομότερο δυνατό τη Σινγκαπούρη σχετικά με το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων προσχώρησης με την υποψήφια χώρα, και της κοινοποιεί την έναρξη ισχύος κάθε προσχώρησης στην Ένωση.

4.    Στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου, και αρκετό χρόνο πριν από την ημερομηνία προσχώρησης μιας τρίτης χώρας στην Ένωση, τα συμβαλλόμενα μέρη εξετάζουν τις ενδεχόμενες συνέπειες αυτής της προσχώρησης σε ό,τι αφορά την παρούσα συμφωνία. Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν, μέσω απόφασης στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου, να θέσουν σε εφαρμογή τυχόν αναγκαίες προσαρμογές ή μεταβατικές ρυθμίσεις.

ΑΡΘΡΟ 16.20

Εδαφική εφαρμογή

1.    Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται:

α)    όσον αφορά την Ένωση, στα εδάφη για τα οποία ισχύουν η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό τους όρους που προβλέπονται στις συνθήκες αυτές· και

β)    όσον αφορά τη Σινγκαπούρη, στο έδαφός της.


Οι αναφορές στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας στον όρο «έδαφος» νοούνται με αυτή την έννοια, εκτός εάν περιέχεται ρητά αντίθετη διάταξη.

2.    Όσον αφορά τις διατάξεις που αφορούν τη δασμολογική μεταχείριση των αγαθών, η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται επίσης στις περιοχές του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης οι οποίες δεν καλύπτονται από την παράγραφο 1 στοιχείο α).

ΑΡΘΡΟ 16.21

Αυθεντικά κείμενα

Η παρούσα συμφωνία συντάσσεται σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα. Όλα τα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά.


ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΩΝ

Παραρτήματα και προσαρτήματα του κεφαλαίου δύο

Παράρτημα 2-Α

Κατάργηση δασμών

Προσάρτημα 2-Α-1

Δασμολόγιο της Σινγκαπούρης

Προσάρτημα 2-A-2

Δασμολόγιο της Ένωσης

Επισυναπτόμενο αρχείο στο προσάρτημα 2-Α-2

Δασμολόγιο της Ένωσης – Δασμολογικές κλάσεις

Παράρτημα 2-B

Μηχανοκίνητα οχήματα και ανταλλακτικά

Παράρτημα 2-Γ

Φαρμακευτικά προϊόντα και ιατρικές συσκευές

Παραρτήματα και προσαρτήματα του κεφαλαίου τέσσερα

Παράρτημα 4-Α

Ηλεκτρονικά προϊόντα

Προσάρτημα 4-Α-1

Πεδίο εφαρμογής

Προσάρτημα 4-A-2

Κατηγορίες προϊόντων

Προσάρτημα 4-A-3

Ορισμοί

Παραρτήματα του κεφαλαίου πέντε

Παράρτημα 5-Α

Αρμόδιες αρχές

Παράρτημα 5-B

Απαιτήσεις και διατάξεις για έγκριση εγκαταστάσεων για προϊόντα ζωικής προέλευσης

Παραρτήματα και προσαρτήματα του κεφαλαίου οχτώ

Παράρτημα 8-Α

Πίνακας συγκεκριμένων υποχρεώσεων της Ένωσης

Προσάρτημα 8-Α-1

Ένωση – Πίνακας συγκεκριμένων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 8.7 (Πίνακας συγκεκριμένων υποχρεώσεων)

Προσάρτημα 8-A-2

Ένωση – Πίνακας συγκεκριμένων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 8.12 (Πίνακας συγκεκριμένων υποχρεώσεων)

Προσάρτημα 8-A-3

Ένωση – Πίνακας συγκεκριμένων υποχρεώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 8.15 (Στελέχη και ασκούμενοι πτυχιούχοι) και 8.16 (Πωλητές επιχειρηματικών υπηρεσιών)

Παράρτημα 8-B

Πίνακας συγκεκριμένων υποχρεώσεων της Σινγκαπούρης

Προσάρτημα 8-B-1

Σινγκαπούρη – Πίνακας συγκεκριμένων υποχρεώσεων

Προσάρτημα 8-B-2

Σινγκαπούρη – Πίνακας συγκεκριμένων υποχρεώσεων – Προσάρτημα σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες

Παραρτήματα του κεφαλαίου εννέα

Παράρτημα 9-Α

Κεντρικοί αναθέτοντες φορείς σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας

Παράρτημα 9-B

Περιφερειακοί ή τοπικοί αναθέτοντες φορείς σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας

Παράρτημα 9-Γ

Δημόσιες υπηρεσίες και άλλοι φορείς που αναθέτουν συμβάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας

Παράρτημα 9-Δ

Αγαθά

Παράρτημα 9-E

Υπηρεσίες

Παράρτημα 9-ΣΤ

Κατασκευαστικές υπηρεσίες και συμβάσεις παραχώρησης έργων

Παράρτημα 9-Ζ

Γενικές επισημάνσεις και παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του άρθρου 9.4 (Γενικές αρχές)

Παράρτημα 9-Η

Μέσα δημοσίευσης

Παράρτημα 9-Θ

Συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα

Παραρτήματα του κεφαλαίου δέκα

Παράρτημα 10-Α

Κατάλογος ονομασιών που πρέπει να εφαρμόζονται για λόγους προστασίας ως γεωγραφικές ενδείξεις στο έδαφος των συμβαλλόμενων μερών

Παράρτημα 10-B

Προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις

Παράρτημα του κεφαλαίου έντεκα

Παράρτημα 11-Α

Αρχές που ισχύουν για τις λοιπές επιδοτήσεις

Παραρτήματα του κεφαλαίου δεκατέσσερα

Παράρτημα 14-A

Εσωτερικός κανονισμός σχετικά με τη διαιτησία

Παράρτημα 14-B

Κώδικα δεοντολογίας για τους διαιτητές και τους διαμεσολαβητές

Πρωτόκολλο

Πρωτόκολλο 1

Σχετικά με τον ορισμό της έννοιας «καταγόμενα προϊόντα» ή «προϊόντα καταγωγής» και τις μεθόδους διοικητικής συνεργασίας (περιλαμβάνει παραρτήματα και κοινές δηλώσεις)

Μνημόνια συμφωνιών

Μνημόνιο συμφωνίας 1

Σε σχέση με το άρθρο 16.6 (Φορολογία)

Μνημόνιο συμφωνίας 2

Σε σχέση με την αμοιβή των διαιτητών

Μνημόνιο συμφωνίας 3

Πρόσθετες διατάξεις σχετικά με τελωνειακές διαδικασίες

Μνημόνιο συμφωνίας 4

Αμοιβαία αναγνώριση προγραμμάτων εξουσιοδοτημένων οικονομικών φορέων (ΕΟΦ)

Κοινή δήλωση

σχετικά με τις τελωνειακές ενώσεις

(1)    «Προξενικές διατυπώσεις»: η διαδικασία για τη λήψη από πρόξενο του συμβαλλόμενου μέρους εισαγωγής στο έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους εξαγωγής ή τρίτου συμβαλλόμενου μέρους, προξενικού τιμολογίου ή προξενικής θεώρησης για εμπορικό τιμολόγιο, πιστοποιητικό καταγωγής, δηλωτικό, δήλωση εξαγωγής του φορτωτή ή οποιοδήποτε άλλο τελωνειακό έγγραφο που συνδέεται με την εισαγωγή του αγαθού.
(2)    Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «διαδικασίες μη αυτόματης έκδοσης αδειών» νοούνται οι διαδικασίες έκδοσης αδειών όπου η έγκριση της αίτησης δεν χορηγείται για όλα τα νομικά και φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις του οικείου συμβαλλόμενου μέρους ως προς την ενασχόληση με εργασίες εισαγωγής ή εξαγωγής που αφορούν τα αγαθά τα οποία υπόκεινται σε διαδικασίες έκδοσης αδειών.
(3)    Το γεγονός και μόνο ότι απαιτείται ταξιδιωτική θεώρηση για τα φυσικά πρόσωπα ορισμένων μόνο χωρών και όχι άλλων δεν θεωρείται ότι αναιρεί πλήρως ή μειώνει τα οφέλη που απορρέουν από συγκεκριμένη υποχρέωση.
(4)    «Κεντρική διοίκηση»: η έδρα όπου λαμβάνονται οι τελικές αποφάσεις.
(5)    Η Ένωση θεωρεί ότι η έννοια της «ουσιαστικής και διαρκούς σχέσης» με την οικονομία ενός κράτους μέλους της Ένωσης που αναφέρεται στο άρθρο 54 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΣΛΕΕ») είναι ισοδύναμη με την έννοια των «ουσιαστικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων». Ομοίως, για ένα νομικό πρόσωπο που έχει συσταθεί σύμφωνα με τους νόμους της Σινγκαπούρης και το οποίο έχει μόνο την καταστατική έδρα ή την κεντρική διοίκησή του στο έδαφος της Σινγκαπούρης, η Ένωση επεκτείνει τα οφέλη της παρούσας συμφωνίας μόνον εάν το εν λόγω νομικό πρόσωπο έχει ουσιαστική και διαρκή οικονομική σχέση με την οικονομία της Σινγκαπούρης.
(6)    Με την επιφύλαξη του πεδίου δραστηριοτήτων που μπορούν να θεωρηθούν «ενδομεταφορές» (καμποτάζ) στο πλαίσιο της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, οι εθνικές θαλάσσιες ενδομεταφορές βάσει του παρόντος κεφαλαίου καλύπτουν τη μεταφορά επιβατών ή αγαθών μεταξύ ενός λιμένα ή σημείου κράτους μέλους της Ένωσης και άλλου λιμένα ή σημείου του ίδιου κράτους μέλους, περιλαμβάνοντας την υφαλοκρηπίδα όπως προβλέπεται στη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (εφεξής «UNCLOS»), καθώς και τις μεταφορές που έχουν αφετηρία και προορισμό τον ίδιο λιμένα ή το ίδιο σημείο που βρίσκεται σε κράτος μέλος της Ένωσης.
(7)    Στην παράγραφο 2 στοιχείο α) περιλαμβάνονται τα μέτρα βάσει των οποίων ένας πάροχος υπηρεσιών του άλλου συμβαλλόμενου μέρους υποχρεούται να διαθέτει εγκατάσταση, κατά την έννοια του στοιχείου δ) του άρθρου 8.8 (Ορισμοί) ή να διαμένει στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους ως προϋπόθεση για τη διασυνοριακή παροχή μιας υπηρεσίας.
(8)    Το παρόν στοιχείο δεν καλύπτει τα μέτρα που λαμβάνονται από ένα συμβαλλόμενο μέρος και τα οποία περιορίζουν τις εισροές για την παροχή υπηρεσιών.
(9)    Όταν η οικονομική δραστηριότητα δεν ασκείται άμεσα από ένα νομικό πρόσωπο αλλά μέσω άλλων μορφών εγκατάστασης, όπως υποκατάστημα ή γραφείο αντιπροσωπείας, ο επιχειρηματίας (δηλαδή το νομικό πρόσωπο), μέσω της εν λόγω επιχείρησης, έχει την ίδια μεταχείριση με εκείνη που προβλέπεται για τους επιχειρηματίες δυνάμει της παρούσας συμφωνίας. Η μεταχείριση αυτή επεκτείνεται στην εγκατάσταση μέσω της οποίας διεξάγεται η οικονομική δραστηριότητα και δεν είναι αναγκαίο να επεκταθεί σε κανένα άλλο τμήμα του επιχειρηματία το οποίο είναι εγκατεστημένο εκτός του εδάφους όπου διεξάγεται η οικονομική δραστηριότητα.
(10)    Για μεγαλύτερη σαφήνεια, ο όρος «θυγατρική εταιρεία νομικού προσώπου ενός συμβαλλόμενου μέρους» μπορεί επίσης να αναφέρεται σε ένα νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί θυγατρική άλλης θυγατρικής νομικού προσώπου του εν λόγω μέρους.
(11)    Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, η επεξεργασία πυρηνικών υλικών περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες που περιέχονται στη διεθνή πρότυπη ταξινόμηση όλων των κλάδων οικονομικής δραστηριότητας, η οποία καταρτίζεται από τη Στατιστική Υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών, Statistical Papers, σειρά M, αριθ. 4, ISIC REV 3.1.2002 κωδικός 2330.
(12)    Με την επιφύλαξη του πεδίου δραστηριοτήτων που μπορούν να θεωρηθούν «ενδομεταφορές» (καμποτάζ) στο πλαίσιο της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, οι εθνικές θαλάσσιες ενδομεταφορές βάσει του παρόντος κεφαλαίου καλύπτουν τη μεταφορά επιβατών ή αγαθών μεταξύ ενός λιμένα ή σημείου κράτους μέλους της Ένωσης και άλλου λιμένα ή σημείου του ίδιου κράτους μέλους, περιλαμβάνοντας την υφαλοκρηπίδα όπως προβλέπεται στην UNCLOS, καθώς και τις μεταφορές που έχουν αφετηρία και προορισμό τον ίδιο λιμένα ή το ίδιο σημείο που βρίσκεται σε κράτος μέλος της Ένωσης.
(13)    Η παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ) δεν αφορά τα μέτρα που λαμβάνονται για τη μείωση της παραγωγής ενός γεωργικού προϊόντος.
(14)    Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, τα μέτρα ή οι περιορισμοί που αφορούν συγκεκριμένα τα στελέχη και τους ασκούμενους πτυχιούχους υπόκεινται στο άρθρο 8.14 (Στελέχη και ασκούμενοι πτυχιούχοι).
(15)    Οι υποχρεώσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο ισχύουν επίσης για τα μέτρα που διέπουν τη σύνθεση των διοικητικών συμβουλίων μιας εγκατάστασης, όπως οι απαιτήσεις υπηκοότητας και κατοικίας.
(16)    Η εγκατάσταση υποδοχής μπορεί να κληθεί να υποβάλει για προηγούμενη έγκριση ένα πρόγραμμα κατάρτισης που να καλύπτει τη διάρκεια της διαμονής, αποδεικνύοντας ότι ο σκοπός της διαμονής είναι η κατάρτιση. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητήσουν να υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στην κατάρτιση και τον πανεπιστημιακό τίτλο.
(17)    Για μεγαλύτερη βεβαιότητα και με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 8.1 (Στόχος και πεδίο εφαρμογής), η διαμονή στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους σύμφωνα με τις παρούσες διατάξεις δεν δίνει δικαίωμα στο μετατιθέμενο ενδοεταιρικά πρόσωπο να υποβάλει αίτηση για μόνιμη κατοικία ή ιθαγένεια στο εν λόγω μέρος.
(18)    Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από διμερείς συμφωνίες απαλλαγής από την υποχρέωση θεώρησης μεταξύ της Σινγκαπούρης και ενός από τα κράτη μέλη της Ένωσης.
(19)    Στα τέλη έκδοσης αδειών ή έγκρισης δεν περιλαμβάνονται οι πληρωμές για δημοπρασίες, διαγωνισμούς ή άλλα μέσα ανάθεσης συμβάσεων που δεν εισάγουν διακρίσεις, ούτε οι υποχρεωτικές εισφορές για την παροχή καθολικής υπηρεσίας.
(20)    Ο όρος «CPC» αναφέρεται στην κεντρική ταξινόμηση προϊόντων, όπως καταρτίστηκε από τη Στατιστική Υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών, Statistical Papers, σειρά M, αριθ. 77, CPC prov, 1991.
(21)    Με τον όρο «λογισμικό» νοούνται τα σύνολα των οδηγιών που απαιτούνται για να λειτουργήσουν και να επικοινωνήσουν οι υπολογιστές. Για ορισμένες εφαρμογές μπορούν να αναπτυχθούν πολλά διαφορετικά προγράμματα (λογισμικό εφαρμογής), και οι καταναλωτές μπορούν να έχουν τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στην απευθείας χρήση έτοιμων προγραμμάτων (πακέτα λογισμικού), στην ανάπτυξη ειδικών προγραμμάτων για συγκεκριμένες απαιτήσεις (κατά παραγγελία λογισμικό) ή στη χρήση ενός συνδυασμού των δύο.
(22)    Π.χ. W/120.1.A.b. (υπηρεσίες λογιστικής, λογιστικού ελέγχου και τήρησης λογιστικών βιβλίων), W/120.1.A.d. (αρχιτεκτονικές υπηρεσίες), W/120.1.A.h. (άσκηση ιατρικού και οδοντιατρικού επαγγέλματος), W/120.2.D (οπτικοακουστικές υπηρεσίες), W/120.5. (εκπαιδευτικές υπηρεσίες).
(23)    Βλέπε προηγούμενη υποσημείωση.
(24)    Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, στο άρθρο 8.22 (Πρόληψη αντιανταγωνιστικών πρακτικών στον τομέα των ταχυδρομείων) υπόκεινται μόνο τα μέτρα που αφορούν βασικές ταχυδρομικές υπηρεσίες.
(25)    Στη διατήρηση των κατάλληλων μέτρων περιλαμβάνεται η αποτελεσματική εφαρμογή αυτών των μέτρων.
(26)    Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 8.30 (Συμπεριφορά κύριων παρόχων), ο καθορισμός ενός παρόχου δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων και υπηρεσιών ως κύριου παρόχου γίνεται σύμφωνα με την εγχώρια νομοθεσία και διαδικασίες κάθε συμβαλλομένου μέρους.
(27)    Στη διατήρηση των κατάλληλων μέτρων περιλαμβάνεται η αποτελεσματική εφαρμογή αυτών των μέτρων.
(28)    Στα τέλη έκδοσης αδειών ή έγκρισης δεν περιλαμβάνονται οι πληρωμές για δημοπρασίες, διαγωνισμούς ή άλλα μέσα ανάθεσης συμβάσεων που δεν εισάγουν διακρίσεις, ούτε οι υποχρεωτικές εισφορές για την παροχή καθολικής υπηρεσίας.
(29)    Για τους σκοπούς του παρόντος στοιχείου, ο όρος «μέτρα» περιλαμβάνει μόνο μέτρα τα οποία εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις με βάση την ιθαγένεια ή την ή τις γεωγραφικές περιοχές προέλευσης του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο εφαρμόζεται το μέτρο.
(30)    Η επίκληση της εξαίρεσης για λόγους δημόσιας τάξης είναι δυνατή μόνον όταν υπάρχει πραγματικός και επαρκώς σοβαρός κίνδυνος για θεμελιώδη συμφέροντα της κοινωνίας.
(31)    Τα μέτρα που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της αποτελεσματικής ή δίκαιης επιβολής ή συγκέντρωσης άμεσων φόρων περιλαμβάνουν μέτρα που λαμβάνονται από ένα συμβαλλόμενο μέρος στο πλαίσιο του συστήματος φορολογίας του και τα οποία:α)    εφαρμόζονται σε επιχειρηματίες και παρόχους υπηρεσιών που δεν έχουν μόνιμη κατοικία σε αυτό, αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι η φορολογική υποχρέωση των μη μόνιμων κατοίκων καθορίζεται βάσει των στοιχείων φορολόγησης που προέρχονται από το έδαφος του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους ή βρίσκονται σε αυτό·β)    εφαρμόζονται σε μη μόνιμους κατοίκους προκειμένου να διασφαλίζεται η επιβολή ή η είσπραξη φόρων στην επικράτεια του εν λόγω μέρους·γ)    εφαρμόζονται σε μόνιμους ή μη μόνιμους κατοίκους με σκοπό να αποφεύγεται η φοροαποφυγή ή η φοροδιαφυγή, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων συμμόρφωσης·δ)    εφαρμόζονται σε χρήστες υπηρεσιών που παρέχονται στο ή από το έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιβολή ή συγκέντρωση φόρων στους εν λόγω χρήστες για στοιχεία που προέρχονται από το έδαφος του συμβαλλόμενου μέρους·ε)    διακρίνουν επιχειρηματίες και παρόχους υπηρεσιών που υπόκεινται σε φορολογία για διεθνή στοιχεία φορολόγησης από άλλους επιχειρηματίες και παρόχους υπηρεσιών, αναγνωρίζοντας τη διαφορά που υφίσταται μεταξύ τους ως προς τη φύση της φορολογικής βάσης· ήστ)    καθορίζουν, χορηγούν ή διανέμουν τα εισοδήματα, τα κέρδη, τις ζημίες, τις εκπτώσεις ή τις πιστώσεις των μόνιμων κατοίκων ή υποκαταστημάτων ή μεταξύ προσώπων ή υποκαταστημάτων που συνδέονται με το ίδιο νομικό πρόσωπο, προκειμένου να διασφαλιστεί η φορολογική βάση του συμβαλλόμενου μέρους.Οι όροι ή οι έννοιες φορολογίας που αναφέρονται στο στοιχείο στ) και στην παρούσα υποσημείωση καθορίζονται ανάλογα με τους ορισμούς και τις έννοιες φορολογίας ή με ισοδύναμους ή παρεμφερείς ορισμούς και έννοιες, βάσει της εγχώριας νομοθεσίας του συμβαλλόμενου μέρους που λαμβάνει το συγκεκριμένο μέτρο.
(32)    Για τους σκοπούς των παραγράφων 10, 11 και 13 του παρόντος άρθρου και της παραγράφου 2 του άρθρου 9.11 (Διαπραγματεύσεις), ως «άλλη προκήρυξη που χρησιμοποιείται ως προκήρυξη προβλεπόμενης σύμβασης» νοείται μια προκήρυξη προγραμματιζόμενης σύμβασης που εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 9.6 (Προκηρύξεις), καθώς και μια προκήρυξη με την οποία καλούνται οι πάροχοι να υποβάλουν αίτηση για να συμπεριληφθούν σε κατάλογο πολλαπλής χρήσης και η οποία εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 9.8 (Πρόκριση των παρόχων).
(33)    Στην περίπτωση της Ένωσης, για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ο όρος «διπλώματα ευρεσιτεχνίας» περιλαμβάνει τα δικαιώματα που απορρέουν από συμπληρωματικά πιστοποιητικά προστασίας.
(34)    Με την επιφύλαξη του άρθρου 10.6 (Παραγωγοί φωνογραφημάτων), τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι οι αναφορές στις εν λόγω διεθνείς συμφωνίες υπόκεινται στις επιφυλάξεις που έχει διατυπώσει κάθε συμβαλλόμενο μέρος σε σχέση με αυτές.
(35)    Για την Ένωση, ο όρος «κινηματογραφικά έργα» περιλαμβάνει και τα οπτικοακουστικά έργα.
(36)    Στην περίπτωση της Ένωσης, ο χρόνος προστασίας λήγει εβδομήντα έτη μετά το θάνατο του τελευταίου προσώπου που ορίζεται ως δημιουργός βάσει της εγχώριας νομοθεσίας της, διάστημα το οποίο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μικρότερο από την ελάχιστη διάρκεια προστασίας που προβλέπεται βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 10.5 (Χρόνος προστασίας).
(37)    «Παραγωγός φωνογραφημάτων»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία ή έχει την ευθύνη για την εγγραφή για πρώτη φορά των ήχων μιας εκτέλεσης ή άλλων ήχων ή της παράστασης ήχων.
(38)    «Δημόσια εκτέλεση»: σε σχέση με ένα φωνογράφημα, με τον όρο αυτό νοείται κάθε τρόπος ακουστικής παρουσίασης στο κοινό των ήχων ή των παραστάσεων ήχων που έχουν ενσωματωθεί σε φωνογράφημα.
(39)    Η Σινγκαπούρη θα εφαρμόσει πλήρως τις υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου εντός δύο ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας συμφωνίας.
(40)    Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «τεχνολογικό μέτρο» νοείται κάθε τεχνολογία, μηχανισμός ή συστατικό στοιχείο που, με τον συνήθη τρόπο λειτουργίας του, αποσκοπεί στο να εμποδίσει ή να περιορίσει πράξεις, σε σχέση με έργα, εκτελέσεις ή φωνογραφήματα, οι οποίες δεν επιτρέπονται από τους δημιουργούς, τους εκτελεστές ή τους παραγωγούς φωνογραφημάτων, όπως προβλέπει η εγχώρια νομοθεσία κάθε συμβαλλόμενου μέρους. Με την επιφύλαξη του πεδίου εφαρμογής των δικαιωμάτων δημιουργού ή συγγενών δικαιωμάτων που περιέχονται στην εγχώρια νομοθεσία κάθε συμβαλλόμενου μέρους, τα τεχνολογικά μέτρα κρίνονται αποτελεσματικά όταν η χρήση προστατευόμενων έργων, εκτελέσεων ή φωνογραφημάτων ελέγχεται από τους δημιουργούς, τους εκτελεστές ή τους παραγωγούς φωνογραφημάτων μέσω της εφαρμογής σχετικής διαδικασίας ελέγχου ή προστασίας όσον αφορά την πρόσβαση, όπως η κρυπτογράφηση ή η κωδικοποίηση, ή μηχανισμού ελέγχου αντιγραφής, με την οποία επιτυγχάνεται ο στόχος της προστασίας.
(41)    Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν υποχρεώνει τη Σινγκαπούρη να περιορίσει την εισαγωγή ή την εγχώρια πώληση συσκευής που δεν καθιστά αποτελεσματικό ένα τεχνολογικό μέτρο μοναδικός σκοπός του οποίου είναι να ελέγχει την κατάτμηση της αγοράς για τα νόμιμα αντίγραφα κινηματογραφικών έργων, και δεν αποτελεί με άλλον τρόπο παραβίαση της εγχώριας νομοθεσίας της.
(42)    Κατά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, κανένα συμβαλλόμενο μέρος δεν υποχρεούται να απαιτεί ότι ο σχεδιασμός ενός καταναλωτικού ηλεκτρονικού προϊόντος ή καταναλωτικών προϊόντων τηλεπικοινωνίας ή υπολογιστή, ή ο σχεδιασμός και η επιλογή τμημάτων και συστατικών στοιχείων των προϊόντων αυτών, πρέπει να ανταποκρίνεται σε κάποιο τεχνολογικό μέτρο, εφόσον το προϊόν δεν αντίκειται κατ’ άλλον τρόπο στα μέτρα του συμβαλλόμενου μέρους για την εφαρμογή των εν λόγω παραγράφων.
(43)    Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «πληροφορίες για το καθεστώς των δικαιωμάτων» νοούνται:α)    οι πληροφορίες που προσδιορίζουν το έργο, την εκτέλεση ή το φωνογράφημα· τον δημιουργό του έργου, τον εκτελεστή ή τον παραγωγό του φωνογραφήματος· ή τον κάτοχο οποιουδήποτε δικαιώματος επί του έργου, της εκτέλεσης ή του φωνογραφήματος·β)    οι πληροφορίες σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις χρήσης του έργου, της εκτέλεσης ή του φωνογραφήματος· ήγ)    κάθε αριθμός ή κωδικός ο οποίος αντιπροσωπεύει τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στα στοιχεία α) και β),όταν οποιαδήποτε από αυτές τις πληροφορίες συνδέεται με ένα αντίτυπο έργου, εκτέλεσης ή φωνογραφήματος, ή φαίνεται να σχετίζεται με τη μετάδοση ή τη διάθεση ενός έργου, μιας εκτέλεσης ή ενός φωνογραφήματος στο κοινό.
(44)    Η Σινγκαπούρη είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συνθήκη της Σινγκαπούρης για το δίκαιο των σημάτων, ενώ η Ένωση καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διευκολύνει την προσχώρηση στη συνθήκη της Σινγκαπούρης για το δίκαιο των σημάτων.
(45)    Η θεμιτή χρήση περιγραφικών όρων περιλαμβάνει τη χρήση ενός σήματος με σκοπό τον προσδιορισμό της γεωγραφικής προέλευσης των αγαθών ή των υπηρεσιών, όταν η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή το εμπόριο.
(46)    Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως «γεωγραφικές ενδείξεις» νοούνται οι ενδείξεις με τις οποίες επισημαίνεται ότι ένα αγαθό κατάγεται από το έδαφος ενός συμβαλλόμενου μέρους ή από περιοχή ή τοποθεσία στο εν λόγω έδαφος, στις περιπτώσεις όπου μια δεδομένη ιδιότητα, φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό του αγαθού μπορεί να αποδοθεί κατά κύριο λόγο στη γεωγραφική του καταγωγή.
(47)    Για τους σκοπούς του υποτμήματος Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις), στην περίπτωση της Σινγκαπούρης, η διαδικασία προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων αναφέρεται στην εγχώρια διαδικασία καταχώρισης βάσει του συστήματος που έχει θεσπιστεί από τη Σινγκαπούρη σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 10.17 (Σύστημα προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων).
(48)    Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου 1 του άρθρου 10.21 (Σχέση με εμπορικά σήματα), με τον όρο «ομοειδές προϊόν», σε σχέση με ένα προϊόν για το οποίο έχει προστατευτεί μια γεωγραφική ένδειξη στο πλαίσιο του συστήματος ενός συμβαλλόμενου μέρους, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 10.17 (Σύστημα προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων), νοείται ένα προϊόν που θα ενέπιπτε στην ίδια κατηγορία προϊόντων στο μητρώο του εν λόγω συμβαλλόμενου μέρους με το προϊόν για το οποίο έχει καταχωριστεί γεωγραφική ένδειξη.
(49)    Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, γίνεται δεκτό ότι αυτό αξιολογείται κατά περίπτωση. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται όταν παρέχονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει κανένας σύνδεσμος ανάμεσα στην προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη και τον μεταφρασμένο όρο. Θεωρούμε επίσης ότι η διάταξη αυτή ισχύει με την επιφύλαξη των γενικών κανόνων του υποτμήματος Γ (Γεωγραφικές ενδείξεις).
(50)    Στην περίπτωση της Σινγκαπούρης, ο όρος «οικείοι παραγωγοί» αναφέρεται στους συγκεκριμένους δικαιούχους.
(51)    Στην περίπτωση της Σινγκαπούρης, μια γεωγραφική ένδειξη που συγχέεται με προϋπάρχον εμπορικό σήμα μπορεί να καταχωριστεί με τη συγκατάθεση του προϋπάρχοντος δικαιούχου. Στην περίπτωση της Ένωσης, η συναίνεση αυτή δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την καταχώριση μιας γεωγραφικής ένδειξης που συγχέεται με προϋπάρχον εμπορικό σήμα.
(52)    Για τους σκοπούς του υποτμήματος Δ (Σχέδια), η Ένωση παρέχει επίσης προστασία στα μη καταχωρισμένα σχέδια εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 6/2002 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2001, για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1891/2006 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006.
(53)    Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι, εφόσον προβλέπεται από την εγχώρια νομοθεσία ενός συμβαλλόμενου μέρους, μπορεί επίσης να τίθεται ως προϋπόθεση ο ατομικός χαρακτήρας των σχεδίων. Η προϋπόθεση αυτή αφορά σχέδια που διαφέρουν σημαντικά από άλλα γνωστά σχέδια ή συνδυασμούς από χαρακτηριστικά γνωστών σχεδίων. Η Ένωση θεωρεί ότι ένα σχέδιο διαθέτει ιδιαίτερο χαρακτήρα όταν η συνολική εντύπωση που δημιουργεί στους ενημερωμένους χρήστες διαφέρει από τη συνολική εντύπωση που δημιουργεί στους χρήστες αυτούς οποιοδήποτε σχέδιο που έχει δημοσιοποιηθεί.
(54)    Εξυπακούεται ότι ένα σχέδιο δεν εξαιρείται από την προστασία απλώς και μόνο επειδή αποτελεί μέρος ενός εμπορεύματος ή προϊόντος, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ορατό, πληροί τα κριτήρια της παρούσας παραγράφου, και:
α)
   πληροί τυχόν άλλα κριτήρια σχετικά με την προστασία των σχεδίων· και
β)
   δεν εξαιρείται κατ' άλλον τρόπο από την προστασία των σχεδίων,
βάσει της αντίστοιχης εγχώριας νομοθεσίας των συμβαλλόμενων μερών.
(55)    Καμία διάταξη του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος να θεσπίζει άλλες συγκεκριμένες εξαιρέσεις από την προστασία των σχεδίων βάσει της εγχώριας νομοθεσίας του. Τα συμβαλλόμενα μέρη αντιλαμβάνονται ότι οι εξαιρέσεις αυτές δεν πρέπει να είναι εκτενείς.
(56)    Στην περίπτωση της Σινγκαπούρης, η έκταση και οι προϋποθέσεις παροχής της εν λόγω προστασίας περιλαμβάνουν τις περιπτώσεις που ορίζονται στο άρθρο 74 του νόμου της Σινγκαπούρης περί δικαιωμάτων δημιουργού.
(57)    Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 10.33 (Προστασία των δεδομένων δοκιμής που υποβάλλονται με σκοπό τη έκδοση διοικητικής έγκρισης κυκλοφορίας για τη διάθεση στην αγορά ενός φαρμακευτικού προϊόντος), ο όρος «φαρμακευτικό προϊόν» ορίζεται, για κάθε συμβαλλόμενο μέρος, από τις αντίστοιχες νομοθεσίες των συμβαλλόμενων μερών κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας. Στην περίπτωση της Ένωσης, ο όρος «φαρμακευτικό προϊόν» αναφέρεται σε «φάρμακο».
(58)    Η Σινγκαπούρη δεσμεύεται να παράσχει τη δυνατότητα παράτασης της διάρκειας των δικαιωμάτων που απορρέουν από την προστασία των ευρεσιτεχνιών, ώστε να αποζημιώνεται ο κάτοχος της ευρεσιτεχνίας για τη μείωση της πραγματικής διάρκειας ζωής της ευρεσιτεχνίας, λόγω της διαδικασίας διοικητικής έγκρισης κυκλοφορίας, όσον αφορά τις ουσίες που προορίζονται για διαγνώσεις ή δοκιμές και οι οποίες εγκρίνονται ως φάρμακα.
(59)    Οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες για την παράταση της περιόδου ισχύος των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας καθορίζονται από τις αντίστοιχες νομοθεσίες των συμβαλλόμενων μερών. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη της πιθανής παράτασης για παιδιατρικούς σκοπούς, εφόσον η παράταση αυτή προβλέπεται από κάποιο εκ των συμβαλλόμενων μερών.
(60)    Οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες για την παράταση της προστασίας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο καθορίζονται από τις αντίστοιχες νομοθεσίες των συμβαλλόμενων μερών.
(61)    Πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη θα ξεκινήσουν, χωρίς καμία επιφύλαξη, συζητήσεις σχετικά με την πιθανή επέκταση της διάρκειας της προστασίας των δεδομένων δοκιμής που υποβάλλονται με σκοπό την έκδοση διοικητικής έγκρισης κυκλοφορίας για τη διάθεση στην αγορά ενός φαρμακευτικού προϊόντος.
(62)    Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, εξυπακούεται ότι αυτά τα εμπιστευτικά αποδεικτικά δεδομένα δοκιμών ή μελέτες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται προκειμένου να καθοριστεί αν θα γίνει δεκτή οποιαδήποτε άλλη αίτηση για διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών:
α)
   στην περίπτωση της Σινγκαπούρης από την ημερομηνία παραλαβής της πρώτης αίτησης·
β)
   στην περίπτωση της Ένωσης, από την ημερομηνία έγκρισης της πρώτης αίτησης,
εκτός εάν ο φορέας που είχε παράσχει τα δεδομένα δοκιμών ή τις μελέτες έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.
(63)    Στην περίπτωση της Ένωσης, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «γεωργικά χημικά προϊόντα» νοούνται δραστικές ουσίες και σκευάσματα που περιέχουν μία ή περισσότερες δραστικές ουσίες, με τη μορφή με την οποία παραδίδονται στον χρήστη, στόχος των οποίων είναι:α)    να προστατεύουν τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα από κάθε είδους επιβλαβείς οργανισμούς ή να προλαμβάνουν τη δράση των εν λόγω οργανισμών, εφόσον οι ουσίες ή τα σκευάσματα αυτά δεν ορίζονται διαφορετικά στα στοιχεία β) έως ε)·β)    να επηρεάζουν τις βιολογικές διεργασίες των φυτών, εκτός εάν πρόκειται για θρεπτικές ουσίες (π.χ. ρυθμιστές της ανάπτυξης των φυτών)·γ)    να διατηρούν τα φυτικά προϊόντα, εφόσον αυτές οι ουσίες ή τα προϊόντα δεν υπόκεινται σε ειδικές διατάξεις του Συμβουλίου ή της Επιτροπής σχετικά με τα συντηρητικά·δ)    να καταστρέφουν ανεπιθύμητα φυτά· ή    ε)    να καταστρέφουν μέρη των φυτών, να αναχαιτίζουν ή να παρεμποδίζουν την ανεπιθύμητη ανάπτυξη των φυτών.
(64)    Στο βαθμό που επιτρέπεται από τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας και σύμφωνα με αυτές, εξυπακούεται ότι η φράση «σύλλογοι και ενώσεις» περιλαμβάνει τους φορείς συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων και, στο πλαίσιο της Ένωσης, τους οργανισμούς προάσπισης επαγγελματικών συμφερόντων στους οποίους αναγνωρίζεται τακτικά το δικαίωμα να εκπροσωπούν κατόχους δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.
(65)    Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να εξαιρούν διπλώματα ευρεσιτεχνίας από το πεδίο εφαρμογής του τμήματος Γ (Επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας μέσω του αστικού δικαίου).
(66)    Εξυπακούεται ότι, στην περίπτωση της Σινγκαπούρης, η Σινγκαπούρη μπορεί να προβλέπει ότι οι δικαστικές αρχές της έχουν την εξουσία να διατάσσουν την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης, εάν το εν λόγω πρόσωπο ενήργησε χωρίς δόλο ή αμέλεια, ή εάν η εκτέλεση των εν λόγω μέτρων θα του προκαλούσε δυσανάλογη ζημία και εάν η χρηματική αποζημίωση στον ζημιωθέντα κρίνεται επαρκώς ικανοποιητική.
(67)    Στην περίπτωση της Ένωσης, το μέτρο αυτό θα περιλαμβάνει επίσης, εφόσον ενδείκνυται, και άλλα στοιχεία πέραν των οικονομικών παραγόντων, όπως την ηθική βλάβη που προκάλεσε στον δικαιούχο η παράβαση.
(68)    Εξυπακούεται ότι η λειτουργία της μετάδοσης περιλαμβάνει τη λειτουργία της δρομολόγησης.
(69)    Εξυπακούεται ότι η λειτουργία της παροχής πρόσβασης για υλικό χωρίς επιλογή και/ή τροποποίηση του περιεχομένου αναφέρεται επίσης σε οποιοδήποτε μέσο που χρησιμοποιείται για την πρόσβαση στο δίκτυο επικοινωνιών και περιλαμβάνει περιπτώσεις στις οποίες προβλέπονται συνδέσεις για το υλικό.
(70)    Εξυπακούεται ότι η διαδικασία της αποθήκευσης σε κρυφή μνήμη η οποία πραγματοποιείται μέσω αυτόματης διαδικασίας μπορεί να αναφέρεται στην ενδιάμεση και προσωρινή αποθήκευση υλικού κατά τη μετάδοση ή την παροχή πρόσβασης στο εν λόγω υλικό.
(71)    Τα συμβαλλόμενα μέρη θα επανεξετάσουν τη δυνατότητα να συμπεριλάβουν τα προϊόντα που συνδέονται με την παράνομη εκμετάλλευση σχεδίου στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Μέσω απόφασης στο πλαίσιο της Επιτροπής Εμπορίου, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να τροποποιήσουν την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ως αποτέλεσμα της εν λόγω επανεξέτασης.
(72)    Όταν η αρμόδια αρχή της Σινγκαπούρης εκτιμά ότι, σύμφωνα με την απαγόρευση που ορίζεται στο άρθρο 34 του νόμου περί ανταγωνισμού (κεφάλαιο 50Β), τα δυσμενή για τον ανταγωνισμό αποτελέσματα μιας κάθετης συμφωνίας πρόκειται πιθανότατα να υπερισχύσουν έναντι των ευνοϊκών για τον ανταγωνισμό αποτελεσμάτων, η αρμόδια αρχή παραπέμπει το θέμα στον υπουργό. Ο υπουργός αποφασίζει ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 34 του νόμου περί ανταγωνισμού σε σχέση με την εν λόγω κάθετη συμφωνία. Η διάταξη αυτή ισχύει με την επιφύλαξη της δυνατότητας της αρμόδιας αρχής της Σινγκαπούρης για εφαρμογή του άρθρου 47 του νόμου περί ανταγωνισμού, το οποίο αφορά τις κάθετες συμφωνίες που συνάπτονται από δεσπόζουσα επιχείρηση.
(73)    Η παρούσα παράγραφος δεν προδικάζει την έκβαση μελλοντικών συζητήσεων στο πλαίσιο του ΠΟΕ σχετικά με τον ορισμό των επιδοτήσεων όσον αφορά τις υπηρεσίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη εξετάζουν θετικά την έκδοση πιθανής απόφασης από την Επιτροπή Εμπορίου για επικαιροποίηση της παρούσας συμφωνίας ώστε να αντικατοπτρίζει τη συμφωνία στο πλαίσιο του ΠΟΕ σχετικά με τον ορισμό των επιδοτήσεων όσον αφορά τις υπηρεσίες.
(74)    Αυτό δεν απαγορεύει στα συμβαλλόμενα μέρη να παρέχουν προσωρινή υποστήριξη ρευστότητας με τη μορφή εγγυήσεων δανείων ή δανείων που περιορίζονται στο ποσό το οποίο απαιτείται για να εξακολουθήσει να λειτουργεί μια προβληματική επιχείρηση έως ότου καταρτιστεί ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης ή εκκαθάρισης.
(75)    Οι αναφορές στον όρο «εργασία» που περιέχονται στο παρόν κεφάλαιο περιλαμβάνουν τα θέματα που αφορούν την ατζέντα της αξιοπρεπούς εργασίας, όπως αυτή συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της ΔΟΕ και της υπουργικής διακήρυξης του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου του ΟΗΕ για την επίτευξη πλήρους και παραγωγικής απασχόλησης και αξιοπρεπούς εργασίας για όλους του 2006.
(76)    Στις πολυμερείς περιβαλλοντικές συμφωνίες που αναφέρονται περιλαμβάνονται τα πρωτόκολλα, οι τροποποιήσεις, τα παραρτήματα και οι προσαρμογές που είναι δεσμευτικά για τα συμβαλλόμενα μέρη.
(77)    Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, ο έλεγχος των διοικητικών ενεργειών μπορεί να λάβει τη μορφή δικαστικού ελέγχου με βάση το εθιμικό δίκαιο, ενώ η διόρθωση των διοικητικών ενεργειών μπορεί να περιλαμβάνει την αναπομπή στον φορέα ο οποίος πραγματοποίησε τις εν λόγω ενέργειες για τη λήψη διορθωτικών μέτρων.
(78)    Για μεγαλύτερη βεβαιότητα, τα συμβαλλόμενα μέρη θεωρούν από κοινού ότι καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν εμποδίζει τη λήψη οποιουδήποτε φορολογικού μέτρου το οποίο αποσκοπεί στην κοινωνική πρόνοια, τη δημόσια υγεία και άλλους κοινωφελείς σκοπούς ή στη μακροοικονομική σταθερότητα, καθώς και τη θέσπιση φορολογικών πλεονεκτημάτων τα οποία συνδέονται με τον τόπο σύστασης της εταιρείας και όχι με την εθνικότητα του ιδιοκτήτη της. Τα φορολογικά μέτρα που αποσκοπούν στη μακροοικονομική σταθερότητα είναι μέτρα τα οποία λαμβάνονται ως απάντηση σε εξελίξεις και τάσεις που παρουσιάζονται στην εθνική οικονομία, με στόχο την αντιμετώπιση ή την πρόληψη συστημικών ανισορροπιών οι οποίες απειλούν σοβαρά τη σταθερότητα της εθνικής οικονομίας.
(79)    «Ελεύθερα μετατρέψιμο νόμισμα»: νόμισμα το οποίο αποτελεί αντικείμενο εκτεταμένων συναλλαγών στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος και χρησιμοποιείται ευρέως στις διεθνείς συναλλαγές.
(80)    Η εφαρμογή των μέτρων διασφάλισης μπορεί να παραταθεί με την επίσημη επαναθέσπισή τους σε συνεχιζόμενες εξαιρετικές περιστάσεις και μετά την ενημέρωση του άλλου συμβαλλόμενου μέρους σχετικά με την υλοποίηση τυχόν προτεινόμενης επίσημης επαναθέσπισης.