31982D0203

82/203/EOK: Απόφαση της Επιτροπής της 27ης Νοεμβρίου 1981 περί διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 85 της συνθήκης EOK (IV/30. 188 MOET ET CHANDON (LONDON) LTD) (Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 094 της 08/04/1982 σ. 0007 - 0011


ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ της 27ης Νοεμβρίου 1981 περί διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΟΚ (IV/30.188 - Moet et Chandon (London) Ltd) (Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, και ιδίως το άρθρο 85,

τον κανονισμό αριθ. 17 του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 1962(1), και ιδίως τα άρθρα 3 και 15,

την αίτηση που υπεβλήθη στην Επιτροπή στις 15 Σεπτεμβρίου 1980, βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού αριθ. 17, από τη Central Wine Buyers (South Leicester) Ltd,

την απόφαση της Επιτροπής της 13ης Απριλίου 1981 περί κινήσεως της σχετικής διαδικασίας,

κατόπιν ακροάσεως των ενδιαφερομένων προσώπων και επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού αριθ. 17 και με τις διατάξεις του κανονισμού αριθ. 99/63/ΕΟΚ(2),

έχοντας υπόψη τη γνώμη που διατύπωσε στις 14 Οκτωβρίου 1981 η Συμβουλευτική Επιτροπή Συμπράξεων και Δεσποζουσών Θέσεων, βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού αριθ. 17,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα πραγματικά και νομικά περιστατικά:

1. Η παρούσα διαδικασία αφορά τους όρους πωλήσεως που εφαρμόζει η Moet et Chandon (London) Ltd στους αγοραστές σαμπάνιας. Οι όροι πωλήσεως περιλαμβάνουν ρήτρα η οποία ισοδυναμεί με απαγόρευση εξαγωγής εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου.

Ι. ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

2. Η Moet et Chandon (London) Ltd (καλούμενη στο εξής "MC"), εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι θυγατρική εταιρεία κατά ποσοστό 100% της γαλλικής εταιρείας Moet - Hennessy. Η κύρια δραστηριότητα της MC συνίσταται στην εισαγωγή και διανομή στο Ηνωμένο Βασίλειο οίνων, ραταφιά και απεσταγμένων στεμφυλών σαμπάνιας, μάρκας Moet et Chandon, Ruinart et Mercier, που παράγονται στη Γαλλία. Τα προϊόντα αυτά καλούνται στο εξής "σαμπάνια".

3. Η Moet - Hennessy είναι όμιλος που περιλαμβάνει πλέον των σαράντα θυγατρικών εταιρειών, εγκατεστημένων στη Γαλλία και στις κυριότερες χώρες του κόσμου. Εκτός από τις προαναφερθείσες μάρκες σαμπάνιας, ο όμιλος αυτός παράγει και διανέμει κυρίως κονιάκ (Hennessy) και καλλυντικά (αρώματα Christian Dior, προϊόντα Roc). Εντός του ομίλου Moet - Hennessy, η γαλλική εταιρεία Champagne Moet et Chandon, Epernay, η οποία είναι επίσης θυγατρική κατά 100% της Moet - Hennessy, έχει την ευθύνη όλων των δραστηριοτήτων παραγωγής και εμπορίας της σαμπάνιας του ομίλου. Όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Champagne Moet et Chandon είναι επίσης μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Moet - Hennessy, ένα δε από αυτά είναι και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της MC.

Το 1980, το σύνολο του κύκλου εργασιών της Moet - Hennessy ανερχόταν σε 2 923 600 000 γαλλικά φράγκα. Οι παγκόσμιες πωλήσεις της σε σαμπάνια ήταν αξίας ενός δισεκατομμυρίου γαλλικών φράγκων περίπου. Το 80% περίπου των ανωτέρω πωλήσεων πραγματοποιήθηκε στην Κοινότητα. Ο ολικός κύκλος εργασιών της MC το 1980 ήταν 15 287 000 λίρες στερλίνες, εκ των οποίων...λίρες(3) αντιπροσώπευαν τον κύκλο εργασιών εκτός φόρων και ειδικών φόρων καταναλώσεως για τη σαμπάνια. Οι πωλήσεις σαμπάνιας του ομίλου στην Κοινότητα αντιπροσώπευαν... γαλλικά φράγκα το 1980. Οι ειδικοί φόροι καταναλώσεως επιδρούν ελάχιστα στον κύκλο εργασιών.

Το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί, για τις σαμπάνιες του ομίλου, την πρώτη παγκόσμια αγορά εξαγωγής, στην οποία πραγματοποιείται το 13 % των παγκοσμίων πωλήσεων. Το τμήμα της αγοράς της σαμπάνιας που κατέχει ο όμιλος στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι περίπου 40 %.

4. Από την 1η Ιανουαρίου 1980 μέχρι την 21η Οκτωβρίου 1981 τουλάχιστον, η MC είχε επιβάλει στις πωλήσεις σαμπάνιας Moet et Chandon, Ruinart et Mercier τους όρους πωλήσεως που αναφέρονται κατωτέρω και περιλαμβάνονται στους καταλόγους τιμών της ("post-budget price list"):

"Terms of sale:

The prices quoted in this list are valid only for goods intended for consumption within the United Kingdom or for sale through diplomatic channels, on airlines or as ships' stores. All orders for goods intended for consumption outside the United Kingdom will be handled and invoiced by our Principals in France."

(Ελληνική μετάφραση:

"Όροι πωλήσεως:

Οι τιμές που αναφέρονται στον κατάλογο αυτό ισχύουν μόνο για προϊόντα που προορίζονται για κατανάλωση εντός του Ηνωμένου Βασιλείου ή για πώληση δια της διπλωματικής οδού, ή για πώληση σε αεροπλάνα ή πλοία. Όλες οι παραγγελίες για προϊόντα που προορίζονται για κατανάλωση εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου θα ρυθμίζονται και τιμολογούνται από τη μητρική εταιρεία μας στη Γαλλία.").

Η διάταξη αυτή είναι η μοναδική ρήτρα η οποία υπάρχει σ' αυτούς τους καταλόγους τιμών υπό τον τίτλο "Όροι πωλήσεως" ("Terms of sale"). Η έκφραση "μητρική εταιρεία μας" αναφέρεται στην εταιρεία Champagne Moet et Chandon, Epernay, France.

H Moet-Hennessy πληροφόρησε την Επιτροπή, με επιστολή της 23ης Οκτωβρίου 1981, ότι οι ανωτέρω όροι πωλήσεως καταργήθηκαν και ότι μία επιστολή-εγκύκλιος απευθύνθηκε για το σκοπό αυτό από την MC σε όλους τους πελάτες της στις 21 Οκτωβρίου 1981.

5. Οι ανωτέρω όροι πωλήσεως αποτέλεσαν το αντικείμενο καταγγελίας που υποβλήθηκε στην Επιτροπή στις 15 Σεπτεμβρίου 1980, βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού αριθ. 17, από τη Central Wine Buyers (South Leicester) Ltd (καλούμενη στο εξής "CWB"). Η CWB είναι εταιρεία χονδρικής πωλήσεως οίνων και οινοπνευματωδών, εγκατεστημένη στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία αγόρασε, το 1980, 3 700 κιβώτια σαμπάνιας υπό τους προαναφερθέντες όρους πωλήσεως. Κατά τη MC, τα αγορασθέντα από τη CWB κιβώτια θα εξάγονταν μεταγενέστερα. Για το λόγο αυτό, η CWB, αναγκάστηκε τον Αύγουστο του 1980 να δώσει τη ρητή διαβεβαίωση ότι τα 738 κιβώτια που είχαν παραγγελθεί τότε θα χρησιμοποιούνταν μόνο για την πώληση στην εσωτερική αγορά και δεν θα διοχετεύονταν προς εξωτερικές αγορές. Κατ' αυτό τον τρόπο η CWB εμποδίστηκε να πραγματοποιήσει πωλήσεις σαμπάνιας MC, η οποία προοριζόταν για μεταπώληση σε χώρες της Κοινής Αγοράς πλην του Ηνωμένου Βασιλείου.

6. Το 1971, μετά την παρέμβαση της Επιτροπής, η εταιρεία Champagne Moet et Chandon κατήργησε απαγόρευση εξαγωγής χωρίς τη συναίνεσή της, η οποία επιβαλλόταν στους αγοραστές σαμπάνιας. Είχε επικαλεστεί το γεγονός ότι τα διάφορα Κράτη μέλη προμηθεύονταν κανονικά διάφορες σαμπάνιες, προσαρμοσμένες στις προτιμήσεις των καταναλωτών. Η Επιτροπή, με επιστολή της 30ήςΑπριλίου 1971, είχε τότε επισημάνει ότι η Moet et Chandon διατηρούσε πάντοτε τη δυνατότητα να συμβουλεύσει τους πελάτες της να καταφεύγουν στην πείρα της, όποτε ήθελαν να ανταποκριθούν σε παραγγελίες που προέρχονταν από το εξωτερικό, και, κατ' αυτό τον τρόπο, θα ήταν δυνατό να τους ενημερώνει περί των διαφορών αυτών.

Παρατηρήσεις των μερών

7. Σε απάντηση στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, η Moet-Hennessy πρόβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα: οι ανωτέρω όροι πωλήσεως θα αντικατασταθούν στο γενικότερο πλαίσιο της παρούσας εμπορικής πολιτικής της θυγατρικής της Champagne Moet et Chandon, France, υπεύθυνης του τομέα σαμπάνιας του ομίλου πράγματι, λόγω της ελλείψεως σαμπάνιας που παρατηρείται στον τομέα αυτό επί μερικά χρόνια και για να ικανοποιήσει καλύτερα την πελατεία της, η Champagne Moet et Chandon αποφάσισε να λάβει μέτρα ποσοστώσεως των προμηθειών, κατανέμοντας καθορισμένες ανά χώρα ποσότητες- εν όψει της καταστάσεως αυτής η MC έθεσε σε ισχύ τους προαναφερθέντες όρους πωλήσεως, ούτως ώστε να διατηρήσει τις περιορισμένες ποσότητες που της προμηθεύουν για τη βρετανική άγορά όπου είναι επιφορτισμένη να εξασφαλίσει την ικανοποιητικότερη δυνατή διάθεση στο εμπόριο. Κατά τη Moet-Hennessy, αυτοί οι όροι πωλήσεως αποσκοπούσαν στο να παρεμποδίζουν τις αγορές κερδοσκοπικού χαρακτήρα εκ μέρους των ισχυρών βρετανών αγοραστών, οι οποίοι ήταν σε θέση να προβούν σε αγορές σημαντικών ποσοτήτων εν όψει μεταγενέστερων εξαγωγών, γεγονός το οποίο και θα αντιστρατευόταν την πολιτική αντιμετωπίσεως της ελλείψεως και της κατανομής των ποσοτήτων, που είχε οργανώσει η Champagne Moet et Chandon, θα προκαλούσε δε μία "έκρηξη" των τιμών. Οι αντιπρόσωποι της Moet-Hennessy επιβεβαίωσαν ότι ήταν πολύ δύσκολο γι' αυτούς να εκτιμήσουν το σύνολο των αγορών κερδοσκοπικού χαρακτήρα- συνεπώς, δεν πρόκειται για την κλασική απόπειρα επαναστεγανοποιήσεως της Κοινής Αγοράς, αλλά για μέτρα προοριζόμενα να μειώσουν στο ελάχιστο τα αποτελέσματα της διαρθρωτικής ελλείψεως σαμπάνιας.

8. Η Moet-Hennessy υποστήριξε επίσης ότι οι σχετικοί όροι πωλήσεως δεν απαγόρευαν τις εξαγωγές, αλλά αποσκοπούσαν απλώς στο να προειδοποιήσουν τους αγοραστές ότι τα παραδοθέντα προϊόντα προορίζονταν κατ' αρχήν να ικανοποιήσουν τη βρετανική ζήτηση. Κατά τη Moet-Hennessy, το επεισόδιο που οδήγησε στην καταγγελία της CWB οφείλεται σε μία υπερβολική ίσως εφαρμογή των όρων πωλήσεως εκ μέρους ανησυχούντων εμπορικών υπευθύνων, ως απάντηση σε ότι θεωρούσαν σαν "εκτροπή" ποσοτήτων που προορίζονταν για τον εφοδιασμό της αγοράς τους και σαν αποτυχία του σχεδίου ανακατανομής που επέβαλε η έλλειψη.

II. ΝΟΜΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ

Εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ

9. Κατά τους όρους του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ, είναι ασυμβίβαστες με την Κοινή Αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύναται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Κοινής Αγοράς.

10. Οι όροι πωλήσεως που διατυπώνονται στους καταλόγους τιμών MC αποτελούν τμήμα των συμβάσεων πωλήσεως σαμπάνιας MC που έχουν συναφθεί μεταξύ της MC και των αγοραστών-μεταπωλητών από την 1η Ιανουαρίου 1980 μέχρι την 21η Οκτωβρίου 1981 τουλάχιστον. Οι συμβάσεις αυτές αποτελούν συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 85 παράγραφος 1.

11. Κατ' αυτούς τους όρους πωλήσεως, οι αναφερθείσες τιμές ισχύουν μόνο για προϊόντα που προορίζονται για κατανάλωση εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, οι δε παραγγελίες για προϊόντα προς εξαγωγή ρυθμίζονται από τη Champagne Moet et Chandon, στη Γαλλία. Η ρήτρα αυτή ισοδυναμεί με απαγόρευση εξαγωγής που πλήττει όλες τις σαμπάνιες που πωλεί η MC υπ' αυτούς τους όρους. Οι αγοροστές της MC δύνανται να εννοήσουν απλώς και μόνο ότι η ρήτρα αυτή σημαίνει ότι τα προϊόντα που αγοράζονται υπ' αυτούς τους όρους δεν δύνανται να προορίζονται παρά για μεταπώληση προς κατανάλωση στο Ηνωμένο Βασίλειο το γεγονός ότι οι παραγγελίες για εξαγωγή πρέπει να απευθύνονται στη "μητρική εταιρεία" στη Γαλλία δεν εξουδετερώνει τη σχετική απαγόρευση εξαγωγής, αλλά αντιθέτως την επιβεβαιώνει. Πρόκειται εξάλλου περί απαγορεύσεως εξαγωγής, την τήρηση της οποίας επιδίωκε να επιτύχει η MC, ζητώντας από τον καταγγέλλοντα να αναλάβει την υποχρέωση ότι η σαμπάνια MC την οποία είχε αγοράσει υπ' αυτούς τους όρους δεν θα επωλείτο εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου.

12. Η ανωτέρω ρήτρα έχει ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού εντός της Κοινής Αγοράς. Αποσκοπεί να παρεμποδίσει, και έχει παρεμποδίσει, τους πελάτες της MC στο Ηνωμένο Βασίλειο και τους εν συνεχεία αγοραστές να μεταπωλήσουν τη σαμπάνια MC σε άλλες χώρες μέλη της ΕΟΚ και, ως εκ τούτου, να ανταγωνίζονται τους μεταπωλητές που είναι εγκατεστημένοι στις χώρες αυτές. Πράγματι, όπως τα μέρη έχουν δια μακρών εξηγήσει, η MC εισήγαγε και εφήρμοσε τους προαναφερθέντες όρους πωλήσεως για να εξασφαλιστεί ότι οι μειωμένες ποσότητες που είχαν τεθεί στη διάθεσή της θα παραμείνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι δικαιολογίες τις οποίες πρόβαλαν τα μέρη, δηλαδή η εμπορική πολιτική του ομίλου και τα μέτρα κατανομής των ποσοτήτων μεταξύ των Κρατών μελών δεν επιτυγχάνουν παρά να τονίσουν το περιοριστικό αντικείμενο και αποτέλεσμα της σχετικής απαγορεύσεως, η οποία αποσκοπούσε στο να τους προσδώσει αποτελεσματικότητα. Η υποτιθέμενη κατάσταση ελλείψεως και τα μέτρα που ελήφθησαν για να αντιμετωπισθεί δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι οι βρετανοί αγοραστές - μεταπωλητές στερούνται της δυνατότητας να μεταπωλήσουν, στις χώρες της Κοινής Αγοράς που προτιμούν, τα προϊόντα που η MC έχει θέσει σε κυκλοφορία στο Ηνωμένο Βασίλειο και δεν θα μπορούσαν να αποκλείσουν την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 1.

13. Η απαγόρευση αυτή, εκ της φύσεώς της, είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των Κρατών μελών, εφόσον παρεμποδίζει την κίνηση της σαμπάνιας MC από το Ηνωμένο Βασίλειο προς άλλες χώρες μέλη της ΕΟΚ. Προκαλεί τεχνητή στεγανοποίηση της Κοινής Αγοράς και παρεμποδίζει τη δημιουργία ενιαίας αγοράς μεταξύ των Κρατών μελών.

14. Λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού χαρακτήρα των πωλήσεων σαμπάνιας MC στο Ηνωμένο Βασίλειο, η σχετική ρήτρα περιορίζει τον ανταγωνισμό και δύναται να επηρεάσει κατά τρόπο αισθητό το εμπόριο μεταξύ Κρατών μελών (βλ. σημείο 3).

Εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ

15. Δυνάμει των άρθρων 4 και 5 του κανονισμού αριθ. 17, για να δυνηθεί, ενδεχομένως, μία συμφωνία να τύχει εξαιρέσεως βάσει του άρθρου 85 παράγραφος 3, πρέπει να έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί, εκτός αν εμπίπτει στις κατηγορίες συμφωνιών που περιγράφονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3. Οι όροι πωλήσεως που αναφέρονται στους καταλόγους τιμών MC δεν είχαν εξαιρεθεί της κοινοποιήσεως ούτε δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 2 σημείο 1, εφόσον αφορούν εξαγωγές μεταξύ Κρατών μελών, ούτε δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 2 σημείο 2, εφόσον δεν αναφέρονται αποκλειστικά στις τιμές ή τους όρους συναλλαγής, ούτε στα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Ο ανωτέρω τύπος συμφωνίας δεν υπάγεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3.

Οι όροι αυτοί δεν κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου και του κανονισμού αριθ. 27 της Επιτροπής(4). Δεν δύνανται συνεπώς να τύχουν εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 85 παράγραφος 3. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, ακόμη και στην περίπτωση που οι όροι αυτοί είχαν κοινοποιηθεί, δεν θα ήταν δυνατό να τύχουν εξαιρέσεως. Τα πλεονεκτήματα τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των μερών, θα προέκυπταν από τη σχετική αναγόρευση, λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως της υποτιθέμενης ελλείψεως (βλ. σημείο 7), δεν φαίνεται να αντισταθμίζουν τα σοβαρά μειονεκτήματα τα οποία συνεπάγεται η σχετική απαγόρευση τόσο για την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών όσο και για τον ανταγωνισμό, ούτε να απαιτούν την επιβολή απαγορεύσεως εξαγωγής.

Εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου

16. Κατά το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. 17, η Επιτροπή δύναται να επιβάλει την παύση της διαπιστωθείσας παραβάσεως.

17. Οι "Όροι πωλήσεως" ("Terms of sale") που περιέχονται στους καταλόγους τιμών MC από την 1η Ιανουαρίου 1980 μέχρι την 21η Οκτωβρίου 1981 τουλάχιστον, συνιστούν παράβαση του άρθρου 85 παράγραφος 1 και δεν δύνανται να τύχουν εξαιρέσεως.

18. Η Επιτροπή κρίνει ότι πρέπει να υποχρεωθεί η Moet-Hennessy να παραλείψει να εφαρμόζει, είτε η ίδια είτε μέσω των θυγατρικών της, απαγόρευση εξαγωγής, όπως εκείνη η οποία περιέχεται στους σχετικούς όρους πωλήσεως και αποσκοπεί στην παρεμπόδιση των εξαγωγών από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τα άλλα Κράτη μέλη.

Εφαρμογή του άρθρου 15 παράγραφος 2 του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου

19. Κατά το άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού αριθ. 17, η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει στις επιχειρήσεις πρόστιμο, όταν, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης. Κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εκτός από τη σοβαρότητα της παραβάσεως και η διάρκειά της.

20. Κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

α) η παράβαση διεπράχθη εκ προθέσεως. Οι MC, Champagne Moet et Chandon και Moet-Hennessy δεν ήταν δυνατό να αγνοούν ότι οι απαγορεύσεις εξαγωγής, όπως η επίμαχη απαγόρευση, συνιστούν σοβαρές παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού της συνθήκης ΕΟΚ. Τόσο το Δικαστήριο όσο και η Επιτροπή έχουν συχνά αποφανθεί περί αυτού του τύπου απαγορεύσεως(5). Εξάλλου, η Επιτροπή είχε ήδη την ευκαιρία να το καταστήσει απευθείας γνωστό στη Champagne Moet et Chandon-France, εφόσον η επιχείρηση αυτή κατάργησε το 1971, μετά από την παρέμβαση της Επιτροπής, απαγόρευση εξαγωγής που επιβαλλόταν στους αγοραστές της σαμπάνιας. Συνεπώς, η Champagne Moet Chandon, ως μητρική εταιρεία, όφειλε να γνωρίζει, και εγνώριζε όντως, τις διατάξεις των όρων πωλήσεως που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, εφόσον βάσει των όρων αυτών είχε την υποχρέωση ρυθμίσεως των παραγγελιών για εξαγωγή. Εξάλλου, είναι σαφές ότι, αναφέροντας η Επιτροπή το 1971 ότι είναι πάντοτε δυνατό να παρασχεθεί συμβουλή στους αγοραστές-εξαγωγείς οι οποίοι θα το επιθυμούσαν (βλ. σημείο 6), δεν επέτρεπε την επιβολή απαγορεύσεως εξαγωγής σαν την επίμαχη απαγόρευση-

β) η σχετική απαγόρευση εξαγωγής επιβλήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1980 και καταργήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1981 περίπου (βλ. σημείο 4). Η παράβαση διήρκεσε δύο σχεδόν έτη-

γ) όσον αφορά τη σοβαρότητα της παραβάσεως πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία:

i) Η επιβολή απαγορεύσεως εξαγωγής συνιστά σοβαρή παράβαση των διατάξεων της συνθήκης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η σοβαρότητα της παραβάσεως εντείνεται από το γεγονός ότι η σχετική απαγόρευση εξαγωγής επιβλήθηκε χωρίς να έχει κοινοποιηθεί, ενώ εκείνη την εποχή τόσο η θέση της Επιτροπής όσο και του Δικαστηρίου έναντι των ρητρών αυτού του είδους είχαν διατυπωθεί με σαφήνεια(5)

ii) Η απαγόρευση εξαγωγής παρεμπόδισε τον καταγγέλλοντα, και τους βρετανούς αγοραστές που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, να προβεί σε πωλήσεις προϊόντων που προορίζονται για άλλες χώρες της Κοινής Αγοράς (βλ. σημεία 5 και 7).

iii) Η ανωτέρω ρήτρα θεσπίστηκε με το συγκεκριμένo σκοπό να παρεμποδίσει τις εξαγωγές από το Ηνωμένο Βασίλειο, ώστε να μην αποτύχει η πολιτική κατανομής, μεταξύ των Κρατών μελών, των ποσοτήτων που εισήγαγε η Champagne Moet et Chandon (βλ. σημείο 7).

iv) Η MC ανήκει στον όμιλο Moet-Hennessy που αποτελεί μια πολύ σημαντική οικονομική επιχείρηση, ιδίως λόγω των πωλήσεων της σαμπάνιας στην ΕΟΚ. Επί πλέον, κατέχει ένα πολύ σημαντικό τμήμα της αγοράς του Ηνωμένου Βασιλείου (βλ. σημείο 3).

21. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή θεωρεί ότι οφείλει να επιβάλει πρόστιμο που να αντιστοιχεί στο ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 3 της παρούσας αποφάσεως- το εν λόγω ποσό πρέπει να καταβληθεί από τη Moet-Hennessy, στην οποία απευθύνεται η παρούσα απόφαση και η οποία είναι υπεύθυνη των ενεργειών των θυγατρικών της, εντός τριών μηνών από της κοινοποιήσεως της παρούσας αποφάσεως,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Οι "Όροι πωλήσεως" ("Terms of sale"), οι οποίοι περιέχονται στους καταλόγους τιμών που έθεσε σε ισχύ η Moet et Chandon (London) Ltd, θυγατρική της Moet-Hennessy, και αποτελούν τμήμα των συμβάσεων που είχε συνάψει η Moet et Chandon London Ltd με τους αγοραστές σαμπάνιας από την 1η Ιανουαρίου 1980 μέχρι την 21η Οκτωβρίου 1981 τουλάχιστον, συνιστούν παράβαση του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος.

Άρθρο 2

Η Moet-Hennessy οφείλει να παραλείψει να εφαρμόζει, είτε η ίδια είτε μέσω των θυγατρικών της, απαγόρευση εξαγωγής, όπως εκείνη η οποία περιέχεται στους σχετικούς όρους πωλήσεως και αποσκοπεί στην παρεμπόδιση των εξαγωγών από το Ηνωμένο Βασίλειο προς τα άλλα Κράτη μέλη.

Άρθρο 3

Επιβάλλεται στη Moet-Hennessy πρόστιμο 1 100 000 (ενός εκατομμυρίου εκατό χιλιάδων) ECU που ισοδυναμεί με 624 977,10 (εξακόσιες είκοσι τέσσερις χιλιάδες εννιακόσιες εβδομήντα επτά λίρες στερλίνες και δέκα πένες) ή 6 801 872 FF (έξι εκατομμύρια οκτακόσιες μία χιλιάδες οκτακόσια εβδομήντα δύο γαλλικά φράγκα).

Το πρόστιμο πρέπει να καταβληθεί στο λογαριασμό αριθ. 108.63.41 της Lloyds Bank στο Λονδίνο ή στο λογαριασμό αριθ. 5.770.006.5 της Societe Generale στο Παρίσι μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της παρούσας αποφάσεως.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατά την έννοια του άρθρου 192 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Moet-Hennessy SA, 30 avenue Hoche, 75008 Paris, France, για την ίδια και για λογαριασμό των θυγατρικών της.

Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 27 Νοεμβρίου 1981.

Για την Επιτροπή

Frans ANDRIESSEN

Μέλος της Επιτροπής

(1) ΕΕ αριθ. 13 της 21. 2. 1962, σ. 204/62.

(2) ΕΕ αριθ. 127 της 20. 8. 1963, σ. 2268/63.

(3) Στο κείμενο της παρούσας αποφάσεως που δημοσιεύθηκε ορισμένοι αριθμοί παρελείφθησαν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του κανονισμού αριθ. 17 περί μη αποκαλύψεως επαγγελματικών απορρήτων.

(4) EΕ αριθ. 35 της 10. 5. 1962, σ. 1118/62.

(5) Βλ., ιδίως, την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1966, υπόθεσεις 56 και 58/64 (Grundig Consten), ΔΕΚ, Συλλογή 1966, σ. 457- την απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Φεβρουαρίου 1978, υπόθεση 19/77 (Miller International Schallplatten GmbH), ΔΕΚ, Συλλογή 1978, σ. 131- την απόφαση της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 1978 (ΕΕ αριθ. L 50 της 22. 2. 1978, σ. 16) και την απόφαση του Δικαστηρίου της 10ής Ιουλίου 1980, υπόθεση 30/78 (The Distillers Company Ltd), ΔΕΚ, Συλλογή 1980, σ. 2299.