Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα

++++

Κύριε πρόεδρε,

Κύριοι δικαστές,

1 . Ο προσφεύγων, Marco Castagnoli, προσλήφθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1984 ως επικουρικός υπάλληλος στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra, οργανισμού εξαρτώμενου από την Επιτροπή . Ο προσφεύγων επρόκειτο να ασκήσει τα καθήκοντα ανειδίκευτου εργάτη, της κατηγορίας D, διαβάθμισης ΙΧ, μισθολογικής κατηγορίας 3 . Η σύμβαση συνάφθηκε για τέσσερις μήνες και παρατάθηκε για δυο διαδοχικές περιόδους ίσης διάρκειας .

2 . Πριν λήξει η δεύτερη παράταση, ο προϊστάμενος του τμήματος "διοίκηση και Προσωπικό" της Επιτροπής γνωστοποίησε, με έγγραφο της 22ας Ιανουαρίου 1985, στον προσφεύγοντα ότι δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 52 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων ( εφεξής : ΚΛΠ ) η σύμβαση δεν θα μπορούσε να παραταθεί πέραν της 21ης Φεβρουαρίου 1985 .

3 . 'Υστερα από το έγγραφο αυτό, ο προσφεύγων απηύθυνε προς την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, στις 15 Φεβρουαρίου 1985, υπηρεσιακό σημείωμα με το οποίο αμφισβητούσε το χαρακτηρισμό του επικουρικού υπαλλήλου που του είχε δοθεί . Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με πρόσφατες πληροφορίες του, είχε προσληφθεί για να αντικαταστήσει έναν έκτακτο υπάλληλο με σύμβαση αορίστου χρόνου, τον Zappatini, που είχε συνταξιοδοτηθεί λόγω αναπηρίας την 1η Ιανουαρίου 1982, και ότι, επομένως, έπρεπε να του δοθεί αυτός ο επαγγελματικός χαρακτηρισμός και όχι ο χαρακτηρισμός του επικουρικού υπαλλήλου .

4 . Η Επιτροπή θεώρησε το υπηρεσιακό αυτό σημείωμα ως ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και την απέρριψε . Τότε ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή ισχυριζόμενος ότι παραβιάστηκε τόσο η ιταλική νομοθεσία ( νόμος 230 της 18ης Απριλίου 1962 ) όσο και το ΚΛΠ ( άρθρα 3, 51 και 52 ). Ο εν λόγω πρώην υπάλληλος προβάλλει την έλλειψη νομιμότητας της απόφασης με την οποία έληξαν τα καθήκοντά του και ζητεί να του αναγνωριστεί το δικαίωμα να αποκτήσει την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου "από τις 22 Φεβρουαρίου 1984 ή από οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ( προγενέστερη ή μεταγενέστερη ) που θα κάνει δεκτή το Δικαστήριο, καθώς και το παρεπόμενο δικαίωμα για την καταβολή αποζημιώσεως από την ημερομηνία κατά την οποία θα του αναγνωριστεί το δικαίωμα να έχει την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου και μέχρι την ημερομηνία του μέτρου προσλήψεως ".

5 . Η Επιτροπή προέβαλε το προκαταρκτικό ζήτημα του απαραδέκτου της προσφυγής επομένως, από το σημείο αυτό θα αρχίσω την ανάλυσή μου, περιοριζόμενος, προφανώς, στο επιχείρημα του εκπροθέσμου της υποβολής της διοικητικής ένστασης, το μόνο επί του οποίου η Επιτροπή επέμεινε μέχρι τέλους .

Ι - Το παραδεκτό της προσφυγής

6 . Κατά την Επιτροπή, η διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος υποβλήθηκε ενώ είχε παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών από την υπογραφή της σύμβασης εργασίας ή τις διαδοχικές της παρατάσεις, από τις οποίες η τελευταία έγινε στις 17 Οκτωβρίου 1984 . Από τα πιο πάνω συνάγεται, όπως είναι φυσικό, ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη .

7 . Για την επίλυση του προβλήματος αυτού απαιτείται να προσδιοριστούν με σαφήνεια το αντικείμενο της προσφυγής καθώς και το αντικείμενο της προηγηθείσας διοικητικής ένστασης .

8 . 'Ομως, διαπιστώνεται ότι και στο ένα και στο άλλο από τα πιο πάνω έγγραφα του προσφεύγοντος περιέχονται αρκετές ασάφειες όσον αφορά τόσο την ταυτότητα της αμφισβητούμενης πράξης όσο και τα διατυπωθέντα αιτήματα .

9 . Ας προσπαθήσω να διαλύσω τις αβεβαιότητες αυτές και να δω καθαρότερα τα πράγματα .

10 . Με τη διοικητική του ένσταση της 15ης Φεβρουαρίου 1985, ο προσφεύγων αμφισβήτησε ρητώς "το υιοθετηθέν" όσον αφορά την περίπτωσή του "κριτήριο διορισμού από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ( ΑΔΑ )", του οποίου μόνο πρόσφατα και κατ' έμμεσο τρόπο είχε λάβει γνώση . Εφόσον πρόκειται περί αμφισβητήσεως του κριτηρίου διορισμού, εξυπακούεται ότι έπρεπε να εγερθούν αντιρρήσεις και κατά της αρχικής συμβάσεως με την οποία ο προσφεύγων προσλήφθηκε ως επικουρικός υπάλληλος .

11 . Εντούτοις, ο προσφεύγων, ήδη με την απάντησή του, εξήγησε ότι η διοικητική του ένσταση στρεφόταν, τελικά, κατά του μέτρου της 22ας Ιανουαρίου 1985 με το οποίο δεν δόθηκε νέα παράταση στη σύμβασή του, πράγμα που τον εμπόδισε να εξακολουθήσει να κατέχει τη θέση της οποίας ασκούσε τα αντίστοιχα καθήκοντα από ενός και πλέον έτους .

12 . Ο προσφεύγων, με το αίτημα που διατύπωσε μέσω της διοικητικής του ενστάσεως, ζητούσε να αποκτήσει "την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου με σύμβαση αορίστου χρόνου" χωρίς να διευκρινίζει από ποιο χρονικό σημείο επιδίωκε να του αναγνωριστεί η ιδιότητα αυτή .

13 . Αντίθετα, με την προσφυγή αμφισβητεί "τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία η ΑΔΑ έθεσε οριστικά τέρμα στα καθήκοντά του ως επικουρικού υπαλλήλου στις 21 Φεβρουαρίου 1985 ".

14 . Και με την προσφυγή αυτή επιδιώκει ο προσφεύγων "να αποκτήσει την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου από τις 22 Φεβρουαρίου 1984 ή από οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ( προγενέστερη ή μεταγενέστερη ) που θα κάνει δεκτή το Δικαστήριο ".

15 . Τι πρέπει να σκεφθεί κανείς ενόψει της αμφιβολίας αυτής;

16 . Το ουσιώδες επιχείρημα του προσφεύγοντος συνίσταται στο ότι είναι απαράδεκτη η πρόσληψη επικουρικού υπαλλήλου για την αντικατάσταση έκτακτου υπάλληλου ο οποίος αδυνατεί οριστικά να ασκήσει τα καθήκοντά του . Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να θεωρηθεί ότι η πράξη την οποία ο προσφεύγων προσβάλλει ως πλημμελή και δυνάμενη να του προξενήσει ζημία υπήρξε, ευθύς εξαρχής, η από τις 20 Φεβρουαρίου 1984 αρχική σύμβαση εργασίας .

17 . Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι δυνατό να αξιώνεται η αναγνώριση της ιδιότητας του έκτακτου υπαλλήλου ήδη από την έναρξη των συμβατικών σχέσεων, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται, χωρίς να αμφισβητείται ακριβώς η πράξη αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε το να προσδοθεί σε κάποιον διαφορετική ιδιότητα .

18 . Εξάλλου, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 52 του ΚΛΠ, οι συμβατικές σχέσεις θα μπορούσαν να διατηρηθούν πέραν του ορίου της δεύτερης παράτασης μόνο στην περίπτωση που με τη σύμβαση θα προσδιδόταν στον προσφεύγοντα η ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου με σύμβαση αορίστου χρόνου και όχι αυτή του επικουρικού υπαλλήλου η οποία, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης δεν μπορεί να παραταθεί πέραν του έτους . 'Ομως, αυτό θα έπρεπε κατ' ανάγκη να προκύπτει από την αρχική σύμβαση, εφόσον οι δύο παρατάσεις διατήρησαν σε ισχύ τους αρχικούς της όρους, περιοριζόμενες στο να παρατείνουν την ισχύ της ίδιας σύμβασης .

19 . Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει η προβλεπόμενη με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προθεσμία των τριών μηνών να υπολογιστεί από την ημερομηνία συνάψεως της αρχικής σύμβασης εργασίας, δηλαδή από τις 20 Φεβρουαρίου 1984, η δε προσφυγή είναι, καταρχήν, καταφανώς εκπρόθεσμη .

20 . Στο ίδιο συμπέρασμα θα κατέληγα ακόμα και στην περίπτωση που, λαμβάνοντας υπόψη μεμονωμένα κάθε μία από τις πράξεις παράτασης της αρχικής σύμβασης και θεωρώντας την ως νέα σύμβαση, δεχόμουν ότι ο προσφεύγων μπορεί να αμφισβητήσει μόνο την τελευταία χρονολογικά από τις πράξεις αυτές, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1984 . Δεδομένου ότι ο προσφεύγων παρέσχε τη συγκατάθεσή του στις 24 Οκτωβρίου 1984, η απαιτούμενη για την υποβολή της διοικητικής ένστασης προθεσμία των τριών μηνών έληξε στις 24 Ιανουαρίου 1985 και επομένως η διοικητική ένσταση της 15ης Φεβρουαρίου 1985 είναι εκπρόθεσμη .

21 . Αναμφίβολα, επειδή ο προσφεύγων είχε επίγνωση του γεγονότος αυτού διευκρίνισε στην απάντησή του ότι η διοικητική ένσταση δεν στρεφόταν "κατά του μέτρου του Οκτωβρίου του 1984 με το οποίο παρατάθηκε για άλλους τέσσερις μήνες η σύμβασή του ορισμένου χρόνου, αλλά κατά του μέτρου της 22ας Ιανουαρίου 1985 με το οποίο του γνωστοποιήθηκε ότι δεν θα παρατεινόταν πάλι η σχετική σύμβαση ".

22 . Παρ' όλα αυτά, δεν θεωρώ λογικό, για τους λόγους που έχω ήδη εκθέσει, να αμφισβητείται η μια ή η άλλη από τις πράξεις αυτές χωρίς να προσβάλλεται η αρχική σύμβαση και ο χαρακτηρισμός που προσδόθηκε με αυτή στον προσφεύγοντα .

23 . Εντούτοις, ο προσφεύγων υποστήριξε στην απάντησή του ότι δεν μπορούσε να απαιτηθεί απ' αυτόν να αμφισβητήσει νωρίτερα τον δοθέντα με τη σύμβαση χαρακτηρισμό, διότι κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν την άμεση απόλυσή του .

24 . Ας αγνοήσω την αντίφαση μεταξύ της άποψης αυτής και της άποψης που ο προσφεύγων υποστήριξε στη διοικητική του ένσταση της 15ης Φεβρουαρίου 1985, όπου βεβαίωνε ότι αν γνώριζε από πριν ότι είχε προσληφθεί για να αντικαταστήσει έκτακτο υπάλληλο με σύμβαση αορίστου χρόνου, θα είχε ενεργήσει νωρίτερα .

25 . Ας μη λάβω επίσης υπόψη το γεγονός ότι, αν ο προσφεύγων είχε υποβάλει διοικητική ένσταση ευθύς μετά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης, μια ευνοϊκή απάντηση θα συνεπαγόταν απ' την πρώτη στιγμή την αναγνώριση της ιδιότητάς του ως έκτακτου υπαλλήλου με σύμβαση αορίστου χρόνου, πράγμα που δεν θα επέτρεπε να απολυθεί παρά μόνο στο πλαίσιο των προϋποθέσεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης .

26 . Αντίθετα, πρέπει αναμφισβήτητα να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν θα υφίστατο καμιά συγκεκριμένη ζημία αν είχε υποβάλει διοικητική ένσταση εμπρόθεσμα μετά την τελευταία παράταση, αλλά ενώ ακόμη η σύμβαση εξακολουθούσε να ισχύει, εφόσον, με εξαίρεση την περίπτωση που η προσφυγή θα κρινόταν βάσιμη, η εν λόγω σύμβαση δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση, λόγω των διατάξεων του άρθρου 52, στοιχείο β ), του ΚΛΠ, να παραταθεί πάλι .

27 . Εξάλλου, νομίζω ότι πρέπει να εφαρμοστεί εν προκειμένω η νομολογία του Δικαστηρίου όπως προκύπτει από ανάλογες υποθέσεις με τις οποίες είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση ο εκπρόθεσμος χαρακτήρας των αιτήσεων ανακατατάξεως που είχαν υποβληθεί από υπαλλήλους των Κοινοτήτων μετά τη μονιμοποίησή τους . Με πρόσφατη απόφασή του ( 1 ), το Δικαστήριο δέχτηκε, επιβεβαιώνοντας νομολογία που είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται επί συγκεκριμένων περιπτώσεων στο πλαίσιο προγενέστερων αποφάσεων ( 2 ) ότι, παρά τον αβέβαιο χαρακτήρα της κατάστασης του δόκιμου υπαλλήλου, η βλαπτική, προκειμένου περί των αιτήσεων ανακατατάξεως, πράξη είναι η απόφαση διορισμού κατά την έναρξη της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας του υπαλλήλου και όχι η υπαγωγή σε κατηγορία κατά τη μονιμοποίηση, οι δε προθεσμίες προσφυγής αρχίζουν να τρέχουν από την ημερομηνία της πρώτης αυτής απόφασης .

28 . Εντούτοις, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ακόμα ότι δεν είχε μάθει ότι είχε προσληφθεί για να αντικαταστήσει έκτακτο υπάλληλο οριστικώς συνταξιοδοτηθέντα λόγω αναπηρίας παρά λίγο μόνο χρόνο πριν πληροφορηθεί ότι είχε λήξει η σύμβασή του .

29 . Στα πλαίσια της συλλογιστικής του προσφεύγοντος, σύμφωνα με την οποία αμφισβητούμενη πράξη είναι η ανακοίνωση της 22ας Ιανουαρίου 1985, το γεγονός αυτό στερείται παντελώς ενδιαφέροντος .

30 . Εξάλλου, η χρήση του επιχειρήματος αυτού, δύσκολα συμβιβάζεται με τη σημασία που αποδίδει επίσης ο προσφεύγων στο φόβο απολύσεώς του σε περίπτωση που θα είχε αντιδράσει ενώ η κατάστασή του διεπόταν από τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου .

31 . 'Οπως και αν έχουν τα πράγματα, αν δεχόμουν τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι έλαβε καθυστερημένα γνώση της ενδεχόμενης σχέσης μεταξύ της πρόσληψής του και της συνταξιοδότησης του έκτακτου υπαλλήλου Zappatini - πράγμα που δεν αμφισβητεί η Επιτροπή -, θα μπορούσα να θεωρήσω ότι πρόκειται εδώ περί νέου γεγονότος που μπορεί να επιτρέψει την εκ νέου έναρξη των προθεσμιών της διοικητικής ένστασης κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ( 3 ). Εν πάση περιπτώσει, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 90, παράγραφος 2, in fine, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης θα ήταν δικαιολογημένη, δεδομένου ότι η προθεσμία αρχίζει να τρέχει μόνο από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος έλαβε γνώση των γεγονότων που θα μπορούσαν να στηρίξουν την ένστασή του . 'Ετσι, ο προσφεύγων θα αμφισβητούσε εμπροθέσμως το χαρακτηρισμό που του είχε δοθεί με την αρχική σύμβαση και, επομένως, η προσφυγή θα ήταν παραδεκτή .

32 . Πρέπει να αναγνωριστεί ότι διαπράττοντας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας λάθη όσον αφορά τον προσδιορισμό του αντικειμένου της προσφυγής του, ο προσφεύγων δεν ευνόησε τη συναγωγή σαφούς συμπεράσματος ως προς το πρόβλημα αυτό .

33 . Εντούτοις, έχω ήδη δεχτεί ότι, με το αίτημα του προσφεύγοντος, σύμφωνα με το κείμενο με το οποίο ζητείται να του αναγνωριστεί η ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου από τις 22 Φεβρουαρίου 1984, αμφισβητείται κατ' ανάγκη έμμεσα η αρχική σύμβαση με την οποία υπήχθη στην κατηγορία του επικουρικού υπαλλήλου . Επομένως, ας δεχτώ ότι, εφόσον ο προσφεύγων πληροφορήθηκε μεταγενεστέρως γεγονότα που θα μπορούσαν να στηρίξουν τη διοικητική του ένσταση, η ένσταση αυτή υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και ότι, επομένως, η προσφυγή είναι παραδεκτή .

34 . Κατά συνέπεια, ας προβώ στην εξέταση της ουσίας του ζητήματος .

ΙΙ - Το βάσιμο της προσφυγής

35 . Κατά του χαρακτηρισμού που του δόθηκε, ο προσφεύγων επικαλέστηκε, καταρχάς, την ιταλική νομοθεσία ( νόμος 230 της 18ης Απριλίου 1962 ) σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπονται "περισσότερες από δύο συμβάσεις ορισμένου χρόνου ".

36 . Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό, που ο προσφεύγων, όπως παραδέχεται στην απάντησή του, επικαλέστηκε ως παράδειγμα νομοθεσίας ιδιαίτερα χαρακτηριστικής των γενικών αρχών που είναι κοινές στο εργατικό δίκαιο των κρατών μελών, δεν είναι εύστοχο .

37 . Οι συμβατικές σχέσεις μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και των έκτακτων ή επικουρικών υπαλλήλων τους διέπονται αποκλειστικά από το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το καθεστώς λοιπού προσωπικού ( ΚΛΠ ) ( 4 ).

38 . Επομένως, σ' αυτές τις διατάξεις πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή .

39 . Σύμφωνα με το άρθρο 3 του ΚΛΠ, θεωρείται ως επικουρικός ο υπάλληλος που προσλαμβάνεται :

- για να αντικαταστήσει μόνιμο ή έκτακτο υπάλληλο που κωλύεται προσωρινά να ασκήσει τα καθήκοντά του (( β ) ))

- για να ασκήσει σ' ένα κοινοτικό όργανο καθήκοντα εντός των προβλεπόμενων με το άρθρο 52 ορίων, χωρίς να διοριστεί σε θέση περιλαμβανόμενη στον πίνακα θέσεων προσωπικού ο οποίος προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού που αναφέρεται στο όργανο αυτό (( α ) )).

40 . Στην προκειμένη περίπτωση το σημείο β ) δεν έχει σχέση με την εκδικαζόμενη υπόθεση : ο υπάλληλος του οποίου τα καθήκοντα θα μπορούσε να κληθεί να αναλάβει ο προσφεύγων δεν κωλυόταν προσωρινά είχε ήδη οριστικά παύσει να ασκεί οποιαδήποτε δραστηριότητα .

41 . Επομένως, ο προσφεύγων θα μπορούσε να προσληφθεί ως επικουρικός υπάλληλος μόνο δυνάμει του σημείου α ).

42 . Αυτό ακριβώς υποστηρίζει και η Επιτροπή, υπογραμμίζοντας ότι στη σύμβαση του προσφεύγοντος δεν προσδιοριζόταν η συγκεκριμένη εργασία που θα προσέφερε και ότι κλήθηκε να ασκήσει τα καθήκοντα ανειδίκευτου εργάτη χωρίς να καταλάβει θέση στο πίνακα θέσεων προσωπικού .

43 . Πράγματι, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η συνταξιοδότηση του υπαλλήλου Zappatini επέτρεψε την ελευθέρωση της κατεχόμενης υπ' αυτού θέσεως, η οποία περιλήφθηκε σε ένα σύνολο κενών θέσεων για να ανακατανεμηθεί αργότερα από τη διεύθυνση του Κέντρου της Ispra, ανεξάρτητα από τα καθήκοντα στα οποία αντιστοιχούσε προηγουμένως, σύμφωνα μόνο με τις προτεραιότητες και ανάγκες της υπηρεσίας . Κατά την άποψη της Επιτροπής, στο Κέντρο της Ispra εφαρμόζεται αυτό το σύστημα διαχειρίσεως και έτσι δημοσιεύτηκε προκήρυξη κενής θέσεως για την πλήρωση της διαθέσιμης θέσης, στο ίδιο τμήμα (" υποδομή ") αλλά σε άλλον τομέα, τον τομέα των "εγκαταστάσεων καθαρισμού αποβλήτων υδάτων", αντί του "θερμικού και σχετικού με τον κλιματισμό τομέα ".

44 . Την ίδια περίοδο, ακολουθήθηκε όμοια διαδικασία για την πλήρωση θέσεως που είχε μείνει κενή σε άλλο τμήμα ύστερα από τη συνταξιοδότηση άλλου υπαλλήλου της ίδιας με του Zappatini κατηγορίας .

45 . 'Οπως προκύπτει από το ΚΛΠ και όπως έχει πάλι δεχτεί το Δικαστήριο ( 5 ), "το κριτήριο της διακρίσεως μεταξύ επικουρικού και έκτακτου υπαλλήλου έγκειται στο γεγονός ότι ο τελευταίος καταλαμβάνει μόνιμη θέση, περιλαμβανομένη στον πίνακα θέσεων προσωπικού, ενώ ο πρώτος, εκτός από την περίπτωση της προσωρινής αναθέσεως υπηρεσίας, εκτελεί διοικητικής φύσεως εργασία, χωρίς να διορίζεται σε θέση περιλαμβανόμενη στον πίνακα θέσεων προσωπικού ".

46 . Εντούτοις, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό από το Δικαστήριο ( 6 ) "σ' αυτόν που ζητεί να του αναγνωριστεί ο χρόνος κατά τον οποίο υπηρετούσε με την ιδιότητα του επικουρικού υπαλλήλου ως χρόνος κατά τον οποίο υπηρετούσε με την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου εναπόκειται να αποδείξει, πρώτον, ότι οι θέσεις που αντιστοιχούν στα καθήκοντα που έχει ασκήσει περιελαμβάνοντο κατά το κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα στον πίνακα θέσεων προσωπικού του κοινοτικού οργάνου και ότι ήταν κενές ".

47 . Επομένως, νομίζω ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία να αναιρείται η κατ' επανάληψη δοθείσα βεβαίωση της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία ο εν λόγω υπάλληλος δεν κατείχε θέση περιλαμβανόμενη στον πίνακα θέσεων προσωπικού, εφόσον οι κενές θέσεις είχαν διατεθεί για την άσκηση άλλων καθηκόντων και είχαν πληρωθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης .

48 . Η μεταφορά μιας μόνιμης θέσης σε άλλη υπηρεσία θα μπορούσε να δικαιολογηθεί έχοντας υπόψη τη σειρά των προτεραιοτήτων του οικείου κοινοτικού οργάνου και κατ' αυτό τον τρόπο ενήργησε η διεύθυνση του Κέντρου της Ispra όσον αφορά τη θέση που κατεχόταν προηγουμένως από τον έκτακτο υπάλληλο Zappatini, κάνοντας χρήση της εξουσίας διοργανώσεως των υπηρεσιών που διαθέτει σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης .

49 . Επομένως, από το χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν υπήρχε πλέον κενή θέση στον πίνακα θέσεων προσωπικού, η διεύθυνση του Κέντρου της Ispra δεν μπορούσε να προσλάβει έκτακτο υπάλληλο για την εκτέλεση των καθηκόντων που ασκούσε μέχρι τότε ο Ζappatini, ακόμα και αν υφίσταντο κενές θέσεις σ' άλλες υπηρεσίες του οργάνου, γεγονός που δεν αποδείχτηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας .

50 . Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν θα ήταν δυνατό να προσληφθεί ο προσφεύγων ως έκτακτος υπάλληλος χωρίς να έχει δημιουργηθεί νέα θέση στο σχετικό πίνακα και χωρίς να υπάρξει αντίστοιχη θέση στον προϋπολογισμό, αγνοώ δε αν κάτι τέτοιο είναι δυνατό ή παρουσιάζει δυσκολίες .

51 . Ούτε άλλωστε υφίσταται αμφιβολία, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 7 ), ότι "το χαρακτηριστικό της συμβάσεως επικουρικού υπαλλήλου είναι η προσωρινότητά της, δεδομένου ότι αυτός δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο για μια μικρής διάρκειας αντικατάσταση ή για να εκπληρώσει διοικητικά καθήκοντα παροδικού χαρακτήρα ή επείγουσας ανάγκης ή μη επακριβώς καθορισμένα ". Επιπλέον, οι προσφεύγοντες οφείλουν "να αποδείξουν ότι τα καθήκοντα που έχουν ασκήσει ως επικουρικοί υπάλληλοι δεν έχουν παροδικό χαρακτήρα, με άλλα λόγια ότι επρόκειτο για μόνιμα καθήκοντα κοινοτικής δημόσιας υπηρεσίας" ( 8 ).

52 . Η Επιτροπή φρονεί ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο : τα καθήκοντα που ασκούσε ο προσφεύγων δεν ήταν συγκεκριμένα, η δε πρόσληψη επικουρικών υπαλλήλων αποτελούσε κατά τη γνώμη της τον καλύτερο τρόπο προσαρμογής στις ανάγκες μιας υπηρεσίας της οποίας το προσωπικό, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, από δεκαπέντε έως δεκαέξι υπαλλήλους που αριθμούσε το 1982 έχει μειωθεί σήμερα στους εννέα .

53 . Εντούτοις, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, όπως πολύ ορθά έχει δεχτεί το Δικαστήριο ( 9 ), ότι δεν πρέπει να γίνεται καταχρηστική εκμετάλλευση του καθεστώτος που ισχύει για τους επικουρικούς υπαλλήλους "με το να ανατίθεται η εκτέλεση μονίμων καθηκόντων επί μακρές περιόδους σε προσωπικό αντικανονικώς χρησιμοποιούμενο, με τίμημα μια παρατεινόμενη αβεβαιότητα ".

54 . Βέβαια, η σύμβαση του προσφεύγοντος, συμπεριλαμβανομένων των δυο της παρατάσεων, δεν υπερέβη τα όρια του χρονικού διαστήματος που ορίζει το άρθρο 52, στοιχείο β ), του ΚΛΠ, δηλαδή το ένα έτος .

55 . Εντούτοις, προηγήθηκε της εν λόγω συμβάσεως, για περιόδους ενός έτους, η πρόσληψη δύο άλλων επικουρικών υπαλλήλων που άσκησαν όμοια καθήκοντα και, φαίνεται, ότι επακολούθησαν, επίσης, άλλες δύο συμβάσεις συναφθείσες με τους ίδιους όρους .

56 . Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί ένδειξη ότι η συμπεριφορά του οργάνου ήταν παράνομη και ικανή να εκτρέψει τη σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου από τους πραγματικούς της στόχους, με το να χρησιμοποιείται ο εν λόγω υπάλληλος για την εκτέλεση καθηκόντων που είναι, σε τελική ανάλυση, μόνιμα, πράγμα που θα μπορούσε να συντελέσει στο να θεωρηθεί ο δοθείς στον προσφεύγοντα χαρακτηρισμός ως αντικανονικός;

57 . Νομίζω ότι αυτό αποτελεί αποφασιστικό σημείο για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο τεθέν ερώτημα .

58 . Σχετικά, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι :

- ο προσφεύγων επανειλημμένα ισχυρίστηκε ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι άλλοι επικουρικοί υπάλληλοι που προσλήφθηκαν υπό όμοιους όρους εξετέλεσαν διαδοχικά τα ίδια με τον υπάλληλο Zappatini καθήκοντα, δηλαδή αυτά του βοηθού του εργάτη που είναι επιφορτισμένος με τη συντήρηση των ψυκτικών εγκαταστάσεων

- η Επιτροπή περιορίστηκε στο να ισχυριστεί, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι η κατάταξη του προσφεύγοντος ( επικουρικός υπάλληλος της κατηγορίας D/ΙΧ/3, που αντιστοιχεί στο βαθμό D 4, κλιμάκιο 1 ή 2 της κατηγορίας των έκτακτων υπαλλήλων ) και το επίπεδο των επαγγελματικών του ικανοτήτων ( ανειδίκευτος εργάτης χωρίς πείρα στον τομέα των βιομηχανικών ψυκτικών εγκαταστάσεων ) δεν του επέτρεπαν να αντικαταστήσει 100% τον υπάλληλο Zappatini, ειδικευμένο εργάτη βαθμού C 2 με μεγάλη επαγγελματική πείρα

- η Επιτροπή όμως δέχτηκε ότι ο προσφεύγων είχε προσληφθεί για να καλύψει προσωρινά και εν μέρει το κενό που είχε αφήσει η αποχώρηση του Zappatini, του οποίου τα καθήκοντα ασκήθηκαν εξαρχής από επικουρικούς υπαλλήλους η ίδια η Επιτροπή δέχτηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η πρόσληψη, μετά την αποχώρηση του Zappatini, επικουρικών υπαλλήλων αποσκοπούσε στο να αποφευχθεί η εμπλοκή και προσωρινή διακοπή της εργασίας, απόδειξη ότι τα καθήκοντα που έπρεπε να εκτελεστούν ήταν αναγκαία

- στα υπηρεσιακά σημειώματα της 3ης Οκτωβρίου 1984 και της 21ης Ιανουαρίου 1985, ο ιεραρχικώς προϊστάμενος του προσφεύγοντος ανέφερε ότι ο τελευταίος ασκούσε καθήκοντα "σε αντικατάσταση του Zappatini" και ότι η θέση του "αντιστοιχεί σ' αυτή που κατείχε ο Zappatini ".

59 . Επομένως, νομίζω ότι ο μόνιμος χαρακτήρας των ασκηθέντων - επί πέντε τουλάχιστον χρόνια - καθηκόντων αποδείχτηκε επαρκώς κατά τη διάρκεια της διαδικασίας .

60 . Ο ενδεχομένως επείγων χαρακτήρας της εργασίας που έπρεπε να επιτελεστεί δεν θα μπορούσε ούτε να μεταβάλει τη φύση της ούτε να δικαιολογήσει την πρόσληψη επικουρικών υπαλλήλων παρά μόνο στην περίπτωση που οι προβλεπόμενες στον προϋπολογισμό σχετικές θέσεις δεν ήταν αμέσως κενές ( 10 ).

61 . Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων είχε καταλάβει, κατά το τρίτο μετά την αποχώρηση του Zappatini έτος, την ίδια θέση, δηλαδή ασκούσε τα ίδια ακριβώς καθήκοντα, ασχέτως του γεγονότος ότι δεν μπορούσε να τα εκτελέσει με τον ίδιο τρόπο λόγω ελλείψεως πείρας . Απλώς η ΑΔΑ θεώρησε ότι τα ίδια καθήκοντα θα μπορούσαν στο εξής να αναληφθούν από οποιονδήποτε εργάτη, ακόμα και μαθητευόμενο, και όχι πλέον από ειδικευμένο εργάτη .

62 . Επομένως, διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις όσον αφορά την κανονικότητα της πρακτικής που ακολούθησε εν προκειμένω η καθής .

63 . Παρ' όλα αυτά, ούτε και τώρα θεωρώ ότι η προσφυγή είναι απολύτως βάσιμη .

64 . Πράγματι, δεν νομίζω ότι είναι δυνατό να δεχτεί το Δικαστήριο ότι ο προσφεύγων δικαιούνταν τον χαρακτηρισμό του έκτακτου - και όχι του επικουρικού - υπαλλήλου ήδη από την ημερομηνία συνάψεως της σύμβασής του, με όλα τα αποτελέσματα που απορρέουν απ' αυτή, συμπεριλαμβανομένης της παρατάσεως της συμβατικής σχέσης για το μετά την 21η Φεβρουαρίου 1985 διάστημα .

65 . Αφενός, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη διοίκηση του οργάνου στην επιλογή των υπαλλήλων της .

66 . Αφετέρου, οι ίδιοι λόγοι με αυτούς στους οποίους στηρίζεται ο προσφεύγων θα μπορούσαν επίσης να προβληθούν από οποιονδήποτε από τους άλλους επικουρικούς υπαλλήλους που άσκησαν τα ίδια καθήκοντα, δεδομένου ότι αρκετοί απ' αυτούς μπορεί να βρίσκονται ακόμα υπό συνθήκες που να τους επιτρέπουν να τηρήσουν τις προθεσμίες προσφυγής . 'Ομως, δεν είναι δυνατό η ίδια θέση να καταληφθεί ταυτόχρονα από περισσότερα του ενός πρόσωπα, στα οποία θα αναγνωριζόταν η ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου .

67 . Σ' αυτό προστίθεται και το ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι η κατάταξη του προσφεύγοντος θα του επέτρεπε να καταλάβει τη θέση που θα δημιουργούνταν για το σκοπό αυτό .

68 . Εντούτοις, θεωρώ δίκαιο να επιδικαστεί στον προσφεύγοντα η αποζημίωση που ζητεί για την περίοδο κατά την οποία υπηρέτησε ως επικουρικός υπάλληλος και η οποία είναι τουλάχιστον ίση προς τη διαφορά μεταξύ του μισθού που του καταβαλλόταν και αυτού που θα λάμβανε αν είχε προσληφθεί ως έκτακτος υπάλληλος, δηλαδή, σύμφωνα με την Επιτροπή, αντίστοιχα 44 016 βελγικά φράγκα ( FΒ και 44 172 FΒ το μήνα .

69 . Το γεγονός ότι δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι υφίστατο στον πίνακα θέσεων προσωπικού κάποια κενή θέση στην οποία θα μπορούσε να διοριστεί ο προσφεύγων ως έκτακτος υπάλληλος δεν αποτελεί, εν προκειμένω, εμπόδιο, δεδομένου ότι η ίδια η διεύθυνση του Κέντρου της Ispra βρέθηκε στην ανάγκη να μεταφέρει σε άλλη υπηρεσία τη θέση που κατείχε προηγουμένως ο Zappatini, χωρίς αυτό να συμπέσει με την ελευθέρωση άλλης θέσεως αντίστοιχης προς τα καθήκοντα που ασκούσε ο προσφεύγων .

70 . ΙΙΙ - Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο :

- να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει στον προσφεύγοντα αποζημίωση ίση προς τη διαφορά μεταξύ του μισθού επικουρικού υπαλλήλου κατά τη διάρκεια ενός έτους και του ποσού που αυτός θα λάμβανε αν είχε προσληφθεί, κατά την ίδια περίοδο, ως έκτακτος υπάλληλος στην αντίστοιχη κατηγορία, προσαυξημένη κατά τα επιπλέον ποσά που θα δικαιούνταν στην περίπτωση αυτή ( και όχι στην πρώτη περίπτωση ) τόσο κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της σύμβασης όσο και λόγω της λύσεως αυτής

- να κηρύξει την προσφυγή αβάσιμη ως προς τα λοιπά της αιτήματα

- να καταδικάσει την Επιτροπή στην καταβολή, εκτός των δικών της δικαστικών εξόδων, και του ημίσεος των σχετικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων, ενώ το υπόλοιπο θα βαρύνει τον τελευταίο ως μερικώς ηττηθέντα .

(*) Μετάφραση από τα πορτογαλικά .

( 1 ) Απόφαση της 7ης Μαΐου 1986 στην υπόθεση 191/84, Jean-Pierre Barcella και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή σ . 1541, σκέψη 11 .

( 2 ) Αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 1981 στην υπόθεση 173/80, Blasig κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ . 1649, ιδίως σ . 1658 της 1ης Δεκεμβρίου 1983 στην υπόθεση 190/82, Blomefield κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ . 3981, ιδίως σ . 3991 .

( 3 ) Απόφαση της 15ης Μαΐου 1985 στην υπόθεση 127/84, Erwin Esly κατά Επιτροπής, Συλλογή σ . 1437, σκέψεις 9 έως 13 .

( 4 ) Βλέπε απόφαση της 1ης Απριλίου 1987 στην υπόθεση 257/85, Dufay κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή σ . 1561, σκέψη 12 βλέπε, επίσης, την απόφαση της 25ης Ιουνίου 1981 στην υπόθεση 105/80, Desmedt κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ . 1701, ιδίως σ . 1711, από την οποία προκύπτει ότι οι σχέσεις μεταξύ υπαλλήλων και κοινοτικών οργάνων διέπονται αποκλειστικά από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης .

( 5 ) Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 225 και 241/81, Toledano Laredo και Garilli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ . 347, ιδίως σ . 360, σκέψη 6 ομοίως, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 17/78, Deshormes κατά Επιτροπής, Rec . 1979, σ . 189, ιδίως σ . 203 απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1981 στην υπόθεση 106/80, Fournier κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ . 2759, ιδίως σ . 2769 .

( 6 ) Η προαναφερθείσα απόφαση Toledano Laredo, σ . 360 .

( 7 ) Βλέπε τις προαναφερθείσες αποφάσεις .

( 8 ) Η προαναφερθείσα απόφαση Toledano Laredo, σ . 361, σκέψη 12 .

( 9 ) Η προαναφερθείσα απόφαση Deshormes, σ . 201, σκέψη 38 η προαναφερθείσα απόφαση Fournier, σ . 2768, σκέψη 5 .

( 10 ) Η προαναφερθείσα απόφαση Toledano Laredo, σ . 363, σκέψη 17 .