Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα

1. Στην παρούσα υπόθεση, το Arbejdsret (δικαστήριο εργατικών διαφορών), Δανία, υπέβαλε στο Δικαστήριο σειρά ερωτημάτων επί του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών για τη δικαστική δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2) . Η διάταξη αυτή αποτελεί παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα που καθιερώνεται από τη Συνθήκη, σύμφωνα με τον οποίο αρμόδια είναι τα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του εναγομένου και ορίζει ότι αυτός ενάγεται «ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός».

Οι σχετικές διατάξεις

2. Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο,  της Συμβάσεως των Βρυξελλών ορίζει τα εξής:

«Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας Συμβάσεως, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»

3. Στο σχετικό με την υπόθεση μέρος του, το άρθρο 5 ορίζει τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος:

[...]

3) ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός,

[...]».

4. Ο κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (3), εκδόθηκε δυνάμει των άρθρων 61, στοιχείο γ΄, και 67, παράγραφος 1, ΕΚ. Ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ  την 1η Μαρτίου 2002 και αντικατέστησε  τη Σύμβαση μεταξύ των περισσοτέρων συμβαλλομένων κρατών. Ωστόσο η Δανία δεν δεσμεύεται από τον κανονισμό ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του (4) .

5. Το άρθρο 5 του κανονισμού, καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, ορίζει τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος:

[...]

3. ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός,

[...]».

6. Το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου περί ερμηνείας της Συμβάσεως των Βρυξελλών από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (5) προβλέπει, καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, τα εξής:

«Τα ακόλουθα δικαστήρια δύνανται να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφαίνεται προδικαστικά επί θεμάτων ερμηνείας:

1) [...]

– στη Δανία: højesteret [Ανώτατο Δικαστήριο],

[...],

2) τα δικαστήρια των συμβαλλόμενων κρατών όταν δικάζουν σε δεύτερο βαθμό [...]».

Η κύρια δίκη

7. Η κύρια δίκη αφορά τη νομιμότητα συλλογικής κινητοποιήσεως που εξήγγειλε η SEKO Sjöfolk Facket för Service og Kommunikation (σουηδική ένωση που εκπροσωπεί τους ναυτικούς στους τομείς των υπηρεσιών και των επικοινωνιών, στο εξής: SEKO) κατά της δανικής  πλοιοκτήτριας εταιρίας DFDS Torline A/S (στο εξής: DFDS) με σκοπό την εξασφάλιση συλλογικής συμβάσεως εργασίας για το πολωνικό πλήρωμα του φορτηγού πλοίου Tor Caledonia, ιδιοκτησίας της DFDS, το οποίο εξυπηρετούσε το δρομολόγιο μεταξύ Göteborg (Σουηδία) και Harwich (Ηνωμένο Βασίλειο).

8. Το Tor Caledonia είναι νηολογημένο στο διεθνές δανικό νηολόγιο και υπόκειται στο δανικό δίκαιο. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, εργάζονταν σε αυτό Δανοί αξιωματικοί και Πολωνοί ναύτες. Το πολωνικό πλήρωμα απασχολούνταν βάσει ατομικών συμβάσεων, σύμφωνα με συμφωνία-πλαίσιο που συνήφθη μεταξύ διαφόρων δανικών συνδικάτων, αφενός, και τριών ενώσεων Δανών εφοπλιστών, αφετέρου. Οι συμβάσεις αυτές διέπονταν από το δανικό δίκαιο.

9. Στις 7 Μαρτίου 2001 η SEKO ζήτησε τη σύναψη συλλογικής συμβάσεως εργασίας για το πολωνικό πλήρωμα του TorCaledonia. Στις 9 Μαρτίου 2001 η Danmarks Rederiforening (δανική ένωση ναυτιλιακών εταιριών), ενεργώντας για λογαριασμό της DFDS, απέρριψε το αίτημα αυτό. Η σουηδική νομοθεσία αναγνωρίζει στα σουηδικά συνδικάτα το δικαίωμα να αναλαμβάνουν δράση εναντίονπλοίων υπό ξένη σημαία (6) . Με τηλεομοιοτυπία της 21ης Μαρτίου 2001, η SEKO κατέθεσε εξαγγελία συλλογικής δράσεως που θα παρήγε αποτελέσματα από τις 28 Μαρτίου, ζητώντας από τα σουηδικής ιθαγενείας μέλη της να μη δέχονται να αναλάβουν εργασία επί του Tor Caledonia. Στην τηλεομοιοτυπία αναφερόταν επίσης ότι η SEKO προέτρεπε σε εκδηλώσεις αλληλεγγύης, ιδίως συλλογικές κινητοποιήσεις από άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις προς υποστήριξη της κύριας κινητοποιήσεως της SEKO.

10. Η προτεινόμενη από τη SEKO συλλογική κινητοποίηση δεν επρόκειτο να επηρεάσει την DFDS αν δεν ακολουθούσαν εκδηλώσεις αλληλεγγύης, δεδομένου ότι η εταιρία αυτή δεν απασχολούσε ούτε επρόκειτο να απασχολήσει σουηδικό πλήρωμα στο Tor Caledonia. Στις 17 Απριλίου 2001, όμως, η Svenska Transportarbetareforbundet (σουηδική συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων στις μεταφορές, STAF) εξήγγειλε εκδήλωση αλληλεγγύης με ισχύ από τις 17 Απριλίου 2001 συνιστάμενη στην άρνηση της αναλήψεως οποιασδήποτε εργασίας σχετικής με το Tor Caledonia και στην παρεμπόδιση της πρυμνοδετήσεως και της φορτώσεως ή εκφορτώσεώς του στο Göteborg. Από τη διατύπωση της εξαγγελίας προκύπτει σαφώς ότι η εκδήλωση αλληλεγγύης ανταποκρινόταν στην έκκληση της SEKO.

11. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατά το δανικό δίκαιο (7), το Arbejdsret έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να κρίνει επί της νομιμότητας της προσφυγής σε συλλογική κινητοποίηση σε τομείς στους οποίους δεν έχει επιτευχθεί σχετική συμφωνία. Αντιθέτως, αρμόδια να εκδικάζουν αγωγές αποζημιώσεως λόγω ζημιών που οφείλονται σε συλλογική κινητοποίηση ή σε εξαγγελία τέτοιας κινητοποιήσεως, σε τομείς που δεν καλύπτονται από συμφωνία, είναι τα τακτικά δικαστήρια· τα δικαστήρια αυτά, όμως, δεν μπορούν να κρίνουν τη νομιμότητα μιας τέτοιας πράξεως.

12. Στις 4 Απριλίου 2001, η Danmarks Rederiforening, ενεργώντας για λογαριασμό της DFDS (στο εξής: DFDS), άσκησε αγωγή ενώπιον του Arbejdsret κατά της LO Landsorganisationen I Sverige (σουηδικής ενώσεως συνδικαλιστικών οργανώσεων (στο εξής: LO), η οποία εκπροσωπεί τη SEKO και τη STAF, ζητώντας να υποχρεωθούν οι δύο ενώσεις να αναγνωρίσουν το παράνομο της κύριας κινητοποιήσεως και των εκδηλώσεων αλληλεγγύης που είχαν αναγγείλει και να αποσύρουν τις εξαγγελίες.

13. Στην προκαταρκτική ακρόαση ενώπιον του Arbejdsret στις 11 Απριλίου 2001, η SEKO συμφώνησε να αναστείλει την εξαγγελθείσα συλλογική κινητοποίηση εν αναμονή εκδόσεως της αποφάσεως του Arbejdsret. Ωστόσο, η SEKO δεν είχε εξουσία να αναστείλει την εκδήλωση αλληλεγγύης.

14. Στις 16 Απριλίου 2001, η DFDS αποφάσισε να αποσύρει το TorCaledonia από το δρομολόγιο Göteborg-Harwich, λόγω του κινδύνου να εμποδιστεί το πλοίο να συνεχίσει κανονικά τις δραστηριότητές του. Ακολούθως αντικατέστησε το πλοίο αυτό με άλλο, το οποίο ναυλώθηκε για αυτό τον σκοπό.

15. Στις 18 Απριλίου 2001, η STAF ανέστειλε την πρόσκληση σε εκδήλωση αλληλεγγύης. Ως εκ τούτου, η DFDS παραιτήθηκε από το δικόγραφο κατά το μέρος που αφορούσε την STAF.

16. Στις 7 Ιανουαρίου 2002, η DFDS άσκησε αγωγή αποζημιώσεως κατά της SEKO ενώπιον του Sø- og Handelsret (δικαστήριο αρμόδιο για υποθέσεις ναυτικού και εμπορικού δικαίου), στην Κοπεγχάγη. Η ζητούμενη αποζημίωση αφορά τη ζημία που υπέστη η DFDS λόγω της ακινητοποιήσεως του Tor Caledonia και της μισθώσεως πλοίου σε αντικατάσταση αυτού· η αποζημίωση υπολογίστηκε σε περίπου 60 000 ευρώ. Στη δίκη αυτή η διαδικασία ανεστάλη για όσο χρόνο εκκρεμούσε η υπόθεση ενώπιον του Arbejdsret, δεδομένου ότι το ζήτημα της νομιμότητας της εξαγγελθείσας συλλογικής κινητοποιήσεως μπορούσε να καθορίσει την έκβασή της.

17. Στη δίκη ενώπιον του Arbejdsret η SEKO, εκπροσωπούμενη από την LO (στο εξής αναφερόμενες από κοινού ως SEKO), υποστηρίζει ότι το δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν έχει εφαρμογή η παρέκκλιση του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, διότι η DFDS δεν υπέβαλε αίτημα αποζημιώσεως. Επιπλέον, εφόσον η SEKO ανακάλεσε την εξαγγελία της συλλογικής κινητοποιήσεως, στην περίπτωση που το Arbejdsret αναγνωρίσει το παράνομο της κινητοποιήσεως, μεταγενέστερη αγωγή αποζημιώσεως θα στερείται βάσεως. Η SEKO δέχεται ότι υπάρχει κίνδυνος μία νόμιμη συλλογική κινητοποίηση να προκαλέσει παράνομη εκδήλωση αλληλεγγύης που ενδέχεται να προκαλέσει ζημία και να δικαιολογήσει αγωγές αποζημιώσεως, αλλά θεωρεί ότι η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου από μόνη της δεν σημαίνει ότι μία υπόθεση που αφορά αποκλειστικά τη νομιμότητα της κύριας κινητοποιήσεως εμπίπτει στο περιεχόμενο της «ενοχής εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας», κατά το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως. Η SEKO καταλήγει ότι η εναντίον της δίκη σχετικά με την εξαγγελία συλλογικής κινητοποιήσεως εμπίπτει στο άρθρο 2 της Συμβάσεως και έπρεπε, επομένως, να κριθεί από τα σουηδικά δικαστήρια.

18. Ως εκ τούτου, το Arbejdsret υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:

«Πρώτο ερώτημα:

α) Έχει το άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών την έννοια ότι καλύπτει τις διαφορές που αφορούν τη νομιμότητα συλλογικής κινητοποιήσεως με σκοπό τη σύναψη συλλογικής συμβάσεως, όταν η ζημία που ενδέχεται να προκαλέσει μία τέτοια παράνομη κινητοποίηση θα συνεπάγεται ευθύνη προς αποζημίωση κατά τους κανόνες περί ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, οπότε το ένδικο βοήθημα που αφορά τη νομιμότητα της συλλογικής δράσεως θα μπορεί να ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου εκδικάσεως της αγωγής αποζημιώσεως λόγω της ζημίας που προκάλεσε η συλλογική κινητοποίηση;

β) Είναι απαραίτητο η ζημία να αποτελεί βεβαία ή πιθανολογούμενη συνέπεια της εν λόγω συλλογικής κινητοποιήσεως καθεαυτήν ή αρκεί το ότι η εν λόγω συλλογική κινητοποίηση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση και ενδέχεται να αποτελέσει το έρεισμα εκδηλώσεων αλληλεγγύης, που μπορούν να προκαλέσουν ζημία;

γ) Θα διαφέρει η απάντηση αν η εξαγγελθείσα συλλογική κινητοποίηση ανασταλεί από τον διάδικο που την εξήγγειλε, μετά την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, μέχρις ότου το δικαστήριο αποφανθεί επί της νομιμότητας;

Δεύτερο ερώτημα:

Έχει το άρθρο 5, σημείο 3, την έννοια ότι η ζημία που προκαλείται από συλλογική κινητοποίηση την οποία οργάνωσε συνδικαλιστική οργάνωση σε χώρα προς την οποία εκτελεί δρομολόγια πλοίο νηολογημένο σε άλλη χώρα (κράτος της σημαίας), προκειμένου να επιτευχθεί σύναψη συμβάσεως που να διασφαλίζει την απασχόληση του πληρώματος του πλοίου αυτού, μπορεί να θεωρηθεί από την εφοπλίστρια εταιρία ότι επέρχεται στο κράτος της σημαίας, οπότε η εφοπλίστρια εταιρία μπορεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου αυτού, να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως κατά της συνδικαλιστικής οργανώσεως στο κράτος της σημαίας;»

19. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η DFDS, η SEKO, η Δανική Κυβέρνηση, η Σουηδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, ενώ όλοι οι ανωτέρω, πλην της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπήθηκαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

Η αρμοδιότητα του Arbejdsret προς υποβολή προδικαστικού ερωτήματος

20. Όπως σημειώνει το Ηνωμένο Βασίλειο, ανακύπτει το ζήτημα αν το Arbejdsret έχει αρμοδιότητα να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο για την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως  (8), αιτήματα για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων μπορούν να υποβληθούν από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 2, σημείο 1, δικαστήρια, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το Arbejdsret, και τα δικαστήρια των συμβαλλόμενων κρατών «όταν δικάζουν σε δεύτερο βαθμό», κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2.

21. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, σύμφωνα με τον δανικό νόμο (9), το Arbejdsret έχει αποκλειστική αρμοδιότητα σε υποθέσεις που αφορούν τη νομιμότητα εξαγγελθείσας συλλογικής κινητοποιήσεως. Η Δανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι το Arbejdsret δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό· κατά συνέπεια, οι αποφάσεις του δεν υπόκεινται σε έφεση. Στη διάταξη περί παραπομπής, το Arbejdsret υποστηρίζει ότι, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει το ίδιο θεσμικό καθεστώς με δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

22. Ο απoκλεισμός των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων από τον κατάλογο των δικαστηρίων που μπορούν να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα εξηγήθηκε από τον Jenard (10) ως «αποσκοπών κυρίως στην αποφυγή του φαινομένου να ζητείται η ερμηνεία του Δικαστηρίου σε υπερβολικά πολλές υποθέσεις και, ιδίως, σε μη σημαντικές υποθέσεις».

23. Η εξήγηση αυτή είναι απολύτως κατανοητή στην περίπτωση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων των οποίων οι αποφάσεις υπόκεινται σε έφεση ενώπιον ανώτερων δικαστηρίων. Ωστόσο, σε περίπτωση όπως η παρούσα, στην οποία το εθνικό δικαστήριο δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, η άρνηση της δυνατότητάς του να υποβάλει αίτημα για την έκδοση από το Δικαστήριο προδικαστικής αποφάσεως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί πειστικώς.

24. Όπως αναφέρει η Δανική Κυβέρνηση, κάτι τέτοιο θα σήμαινε, επιπλέον, ότι δεν θα υποβάλλονταν ποτέ στο Δικαστήριο ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της Συμβάσεως σε ορισμένες υποθέσεις εργατικού δικαίου. Δεν μπορεί να ήταν αυτή η πρόθεση των συντακτών της Συμβάσεως και του Πρωτοκόλλου.

25. Επιπλέον, μπορεί να σημειωθεί ότι ο Schlosser (11) ήταν της απόψεως ότι η έκφραση «όταν δικάζουν σε δεύτερο βαθμό» στο άρθρο 2, περίπτωση 2, του Πρωτοκόλλου «δεν πρέπει να ερμηνεύεται με τη στενή τεχνική έννοια, αλλά με την έννοια οποιασδήποτε ενστάσεως ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου», πράγμα που, κατά τη γνώμη μου, σημαίνει ότι η έκφραση καλύπτει οποιοδήποτε δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις είναι ανέκκλητες.

26. Η ερμηνεία αυτή ανταποκρίνεται εξίσου στις διατάξεις του κανονισμού 44/2001 (12) που διέπουν τα αιτήματα ερμηνείας. Σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 1, ΕΚ, τα αιτήματα αυτά πρέπει να υποβάλλονται υπό τη μορφή της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατ’ εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, αλλά μόνον τα δικαστήρια των οποίων «οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου» μπορούν να ζητήσουν την έκδοση τέτοιας αποφάσεως. Το Arbejdsret εμπίπτει σαφώς στον ορισμό αυτόν.

27. Φρονώ, επομένως, ότι το Arbejdsret είναι αρμόδιο κατά το Πρωτόκολλο για την ερμηνεία της Συμβάσεως να ζητήσει την έκδοση από το Δικαστήριο προδικαστικής αποφάσεως.

Πρώτο ερώτημα, υπό α΄

28. Με το πρώτο ερώτημα, υπό α΄, το Arbejdsret ερωτά κατ’ ουσίαν αν η δίκη ενώπιον ενός δικαστηρίου με σκοπό την αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα εξαγγελθείσας συλλογικής κινητοποιήσεως ως ουσιαστική προϋπόθεση για την αγωγή αποζημιώσεως που πρόκειται να ασκηθεί ενώπιον άλλου δικαστηρίου εμπίπτει στην έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως.

29. Φρονώ, όπως και η DFDS, η Δανική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Η SEKO και η Σουηδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι στο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.

30. Κατά τη γνώμη μου, η τελευταία αυτή άποψη αντιβαίνει στη διατύπωση, τη δομή και τους σκοπούς της Συμβάσεως, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.

31. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, η διατύπωση του άρθρου 5, σημείο 3, ιδίως στο αγγλικό και γερμανικό κείμενο (13), είναι ευρεία, σημαίνουσα ότι για να εμπίπτει μια πράξη στο πεδίο της διατάξεως αυτής πρέπει απλώς να συνδέεται με αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία. Η νομολογία οδηγεί επίσης στο συμπέρασμα ότι η έννοια πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Στην απόφαση Mines de Potasse d’Alsace (14), την πρώτη του απόφαση επί του άρθρου 5, σημείου 3, το Δικαστήριο έκρινε ότι «με την ευρεία διατύπωσή του, το άρθρο 5, σημείο 3, καλύπτει μεγάλη ποικιλία ειδών ευθύνης». Ακολούθως, στην απόφαση Καλφέλης (15), το Δικαστήριο εξήγησε ότι «η έννοια της “ενοχής εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας” περιλαμβάνει κάθε απαίτηση με την οποία τίθεται ζήτημα ευθύνης του εναγομένου και δεν αφορά “διαφορές εκ συμβάσεως”, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1.»

32. Ο ορισμός αυτός φαίνεται ότι προορίζεται να καλύψει δίκες όπως αυτές που περιγράφει το παραπέμπον δικαστήριο στο ερώτημα 1, υπό α΄, ιδίως δίκες που αφορούν τη νομιμότητα συλλογικής κινητοποιήσεως «όταν οι ενδεχόμενες ζημίες που προκύπτουν από τον παράνομο χαρακτήρα τέτοιας κινητοποιήσεως μπορούν να οδηγήσουν σε αποζημίωση κατά τους κανόνες της ενοχής εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας » (16) .

33. Εντούτοις, η SEKO υποστηρίζει ότι η δίκη ενώπιον του Arbejdsret δεν συνδέεται με την έννοια της «ενοχής εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, διότι η DFDS βασίζει την αγωγή της, όχι στους κανόνες που αφορούν την  εξ αδικοπραξίας ευθύνη, αλλά αποκλειστικά στον προβαλλόμενο παράνομο χαρακτήρα της εξαγγελίας της συλλογικής κινητοποιήσεως. Δεν υπάρχει, παραδείγματος χάριν, αίτημα χρηματικής αποζημιώσεως ενώπιον του Arbejdsret, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί τέτοιου αιτήματος.

34. Δεν δέχομαι το επιχείρημα αυτό.

35. Πρώτον, όπως επισημαίνουν ειδικότερα η Δανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Σύμβαση δεν έχει εναρμονίσει τους εσωτερικούς κανόνες δικονομικού δικαίου των συμβαλλομένων κρατών (17), τα οποία εξακολουθούν να είναι αρμόδια για τον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο ασκούνται οι αγωγές αποζημιώσεως λόγω ζημίας που προκύπτει εξ αδικοπραξίας ευθύνη. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η Δανία έχει αναγνωρίσει αποκλειστική αρμοδιότητα στο Arbejdsret να κρίνει τη νομιμότητα των συλλογικών κινητοποιήσεων, ενώ για την εκδίκαση αγωγών αποζημιώσεως λόγω ζημιών που προκλήθηκαν από τις κινητοποιήσεις αυτές είναι αρμόδια μόνον τα τακτικά δικαστήρια. Στο πλαίσιο αυτό είναι σαφές ότι δεν θα ήταν φυσικό το να θεωρούνται τα δύο είδη δίκης διαφορετικά για τους σκοπούς του άρθρου 5, σημείο 3.

36. Δεύτερον, μία τέτοια ερμηνεία θα σήμαινε ότι σε υπόθεση όπως η κρινόμενη, ο ενάγων που θα επιθυμούσε να φέρει την αγωγή του ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου επήλθε το ζημιογόνο γεγονός, προκειμένου να αποδείξει την ευθύνη για ζημία που προέκυψε από παράνομη πράξη, δεν θα είχε, ενδεχομένως, τη δυνατότητα να το πράξει αν δεν είχε προηγουμένως προσφύγει ενώπιον των δικαστηρίων άλλου συμβαλλομένου κράτους για να αποδείξει το παράνομο της πράξεως. Είναι προφανές ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν εξυπηρετεί την οικονομία της δίκης και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Επιπλέον, είναι πιθανό σε ορισμένα συμβαλλόμενα κράτη να μην αναγνωρίζεται το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής για την αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα συλλογικής κινητοποιήσεως· υπ’ αυτές τις συνθήκες, όποιος επιθυμεί να ασκήσει αγωγή μπορεί, επομένως, να μην έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στα δικαστήρια του τόπου όπου επήλθε το ζημιογόνο γεγονός προκειμένου να αποδείξει την ευθύνη για την εντεύθεν ζημία.

37. Τέλος, από την απόφαση Henkel (18) του Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά την υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και των παρατηρήσεων στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει πλέον σαφώς ότι το άρθρο 5, σημείο 3, μπορεί να εφαρμοστεί στις δίκες που δεν έχουν ως αντικείμενο αίτημα αποζημιώσεως. Στην απόφαση Henkel, το επίδικο ζήτημα έγκειτο ουσιαστικά στο αν η αγωγή που είχε ασκηθεί από ένωση προστασίας των καταναλωτών, με σκοπό να απαγορευθεί η εκ μέρους εμπόρου χρήση ρητρών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικές στις συμβάσεις με ιδιώτες, ενέπιπτε στις διαφορές εκ συμβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως ή στις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας κατά την έννοια το άρθρου 5, σημείο 3. Το Δικαστήριο έκρινε ότι μία τέτοια πράξη αποσκοπούσε στην απόδειξη ευθύνης εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας του εναγομένου «βάσει της εξωσυμβατικής υποχρεώσεως που υπέχει ο έμπορος να αποφεύγει, στις σχέσεις του με τους καταναλωτές, ορισμένες ενέργειες που ο νομοθέτης αποδοκιμάζει» (19) .

38. Το Δικαστήριο συνέχισε εξηγώντας ότι η έννοια του «ζημιογόνου γεγονότος» με τη σημασία του άρθρου 5, σημείο 3, έχει ευρύτατο περιεχόμενο, οπότε, προκειμένου περί της προστασίας των καταναλωτών, η εν λόγω έννοια καλύπτει όχι μόνον τις καταστάσεις όπου ένας ιδιώτης έχει ως άτομο υποστεί ζημία, αλλά και τις προσβολές κατά της έννομης τάξης που προκύπτουν από τη χρήση καταχρηστικών ρητρών που ενώσεις όπως η ενάγουσα έχουν ως αποστολή να εμποδίζουν (20) .

39. Στην παρούσα υπόθεση, η αγωγή που ασκήθηκε από την ενάγουσα είναι σαφώς ανάλογη αυτής της υποθέσεως Henkel, στο μέτρο που αποσκοπεί στην απόδειξη της ευθύνης εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας της SEKO όσον αφορά την εξωσυμβατική υποχρέωσή της να απέχει από συμπεριφορές που ο νομοθέτης αποδοκιμάζει. Επιπλέον, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή και όπως προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση του πρώτου ερωτήματος, υπό β΄, η αγωγή της DFDS, αντιθέτως προς αυτήν της αποφάσεως Henkel, συνδέεται ευθέως με την ενδεχόμενη ευθύνη της SEKO για τη ζημία, δεδομένου ότι η αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της κινητοποιήσεως, η οποία  επιδιώκεται με την πρώτη αγωγή, αποτελεί προαπαιτούμενο για τον προσδιορισμό της ευθύνης αυτής στη χωριστή αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον του Sø- og Handelsret της Κοπεγχάγης.

40. Γενικότερα, με την απόφαση Henkel το Δικαστήριο έκρινε τα εξής:

«Ο κανόνας της ειδικής διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών στηρίζεται στην ύπαρξη μιας όλως στενής σχέσεως συνδέουσας τη διαφορά με το δικαστήριο του τόπου επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος, πράγμα που δικαιολογεί την αναγνώριση στο τελευταίο διεθνούς δικαιοδοσίας για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργανώσεως της δίκης [...]. Πράγματι, το δικαστήριο του τόπου όπου επήλθε το ζημιογόνο γεγονός είναι συνήθως το πλέον κατάλληλο να αποφανθεί, ιδίως για λόγους εγγύτητας προς τη διαφορά καθώς και ευχέρειας συλλογής των αποδείξεων. Η κρίση αυτή ισχύει ασχέτως του αν η διαφορά αφορά την αποκατάσταση ήδη επελθούσας ζημίας ή έχει σχέση με αγωγή σκοπούσα στην παρεμπόδιση επελεύσεως ζημίας (21) .»

41. Κατά την άποψή μου, όλα τα ανωτέρω ισχύουν και σε περιπτώσεις όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, όταν εθνικοί κανόνες περί απονομής δικαιοδοσίας απαιτούν, πριν από την άσκηση ενώπιον δικαστηρίου αγωγής αποζημιώσεως για ζημία οφειλόμενη στη συμπεριφορά του αντιδίκου, την αναγνώριση ενώπιον άλλου δικαστηρίου του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς αυτής.

42. Καταλήγω, επομένως, ως απάντηση του πρώτου ερωτήματος, υπό α΄, ότι, όταν σύμφωνα με το δίκαιο συμβαλλομένου κράτους τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα αναγνωρίσεως του παράνομου χαρακτήρα των συλλογικών κινητοποιήσεων, ενώ αρμόδιο για την εκδίκαση των αγωγών αποζημιώσεως λόγω ζημίας που προκλήθηκε από την παράνομη αυτή πράξη είναι άλλο δικαστήριο, η δίκη ενώπιον του πρώτου δικαστηρίου για την αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της συλλογικής κινητοποιήσεως εμπίπτει στην έννοια της ενοχής «εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» κατά την έννοια του άρθρου 5, σκέψη 3, της Συμβάσεως.

Πρώτο ερώτημα, υπό β΄

43. Με το δεύτερο ερώτημά του, υπό β΄, το Arbejdsret ερωτά αν είναι απαραίτητο για την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 3, υπό περιστάσεις όπως αυτές της κύριας δίκης, η ζημία να αποτελεί βεβαία ή πιθανολογούμενη συνέπεια της εν λόγω συλλογικής κινητοποιήσεως καθεαυτήν ή αρκεί το ότι η εν λόγω συλλογική κινητοποίηση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση και ενδέχεται να αποτελέσει το έρεισμα εκδηλώσεων αλληλεγγύης που μπορούν να προκαλέσουν ζημία.

44. Το ερώτημα ανακύπτει διότι η κύρια συλλογική κινητοποίηση που εξαγγέλθηκε από την SEKO δεν θα μπορούσε από μόνη της να προκαλέσει ζημία στην DFDS. Εντούτοις, η εκδήλωση αλληλεγγύης που εξαγγέλθηκε από την STAF ως ανταπόκριση στην έκκληση της SEKO μπορούσε να προκαλέσει τέτοια ζημία. Η έννοια της εκδηλώσεως αλληλεγγύης προϋποθέτει μια κύρια συλλογική κινητοποίηση. Επιπλέον, η διάταξη περί παραπομπής αναφέρει ότι, τόσο στο δανικό όσο και στο σουηδικό δίκαιο, πρέπει να υπάρχει διεκδίκηση συνάψεως συλλογικής συμβάσεως για να μπορούν άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις να εξαγγείλουν εκδηλώσεις αλληλεγγύης.

45.  Η SEKO είναι η μόνη που φρονεί ότι είναι απαραίτητο η ζημία να αποτελεί βέβαιη ή πιθανολογούμενη συνέπεια της εν λόγω συλλογικής κινητοποιήσεως. Η SEKO προβάλλει δύο επιχειρήματα προς στήριξη της απόψεως αυτής.

46. Πρώτον, η SEKO φρονεί ότι το άρθρο 5, σημείο 3, έχει εφαρμογή μόνον όταν υπάρχει πραγματική ζημία συνιστώμενη σε μείωση της περιουσίας που να αποτελεί το αντικείμενο αγωγής αποζημιώσεως.

47. Εντούτοις, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι δεν είναι απαραίτητο, για τους σκοπούς του άρθρου 5, σημείο 3, να αποδειχθεί πραγματική ζημία, συνιστώμενη σε μείωση της περιουσίας (22) . Επιπλέον, είναι προδήλως αδύνατο να αποδειχθεί τέτοια ζημία, όταν στην εν λόγω δίκη επιδιώκεται η παρεμπόδιση της αμφισβητούμενης συμπεριφοράς· τέτοιες δίκες μπορούν, ωστόσο, όπως εξήγησα ανωτέρω, να εμπίπτουν στις ενοχές «εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3 (23) . Το ίδιο μπορεί να ισχύει, αναλόγως των περιστάσεων, και στην περίπτωση των δικών με τις οποίες επιδιώκεται, όπως στη δίκη ενώπιον του Arbejdsret στην επίδικη υπόθεση, η αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα ορισμένης συμπεριφοράς, η οποία έχει ανασταλεί εν αναμονή της δικαστικής αποφάσεως.

48. Γενικότερα, η SEKO ισχυρίζεται ότι το γεγονός και μόνον ότι υπάρχει ο κίνδυνος μία συλλογική κινητοποίηση να οδηγήσει σε παράνομη εκδήλωση αλληλεγγύης που δημιουργεί δικαίωμα αποζημιώσεως δεν σημαίνει ότι μία δίκη που αφορά αποκλειστικά τη νομιμότητα της κύριας κινητοποιήσεως συνιστά διαφορά εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3.

49. Έχω ήδη εξηγήσει στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος, υπό α΄, γιατί θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, δηλαδή όταν η δίκη περί της νομιμότητας της κύριας κινητοποιήσεως αποτελεί ουσιαστικό προαπαιτούμενο της ξεχωριστής δίκης για αποζημίωση λόγω της ζημίας που προκλήθηκε από την κινητοποίηση αυτή, η πρώτη δίκη αποτελεί ενοχή εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3. Στις παρατηρήσεις της επί του πρώτου ερωτήματος, υπό β΄, η SEKO επισημαίνει ουσιαστικά ότι η πρώτη δίκη δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αφορά διαφορά εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, αν δεν είναι βέβαιο ή τουλάχιστον πιθανολογούμενο ότι θα προκύψει ευθέως ζημία από την κύρια συλλογική κινητοποίηση.

50. Το επιχείρημα αυτό εγείρει το ερώτημα σε ποια έκταση το το πρώτον επιληφθέν δικαστήριο, βάσει του άρθρου 5, σημείο 3, πρέπει να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως για να προσδιορίσει αν είναι αρμόδιο σύμφωνα με τη διάταξη αυτή.

51. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι είναι σύμφωνο προς τον σκοπό της ασφάλειας δικαίου το να μπορεί εύκολα το επιληφθέν εθνικό δικαστήριο να αποφαίνεται επί της διεθνούς δικαιοδοσίας του βάσει των κανόνων της Συμβάσεως, χωρίς να είναι αναγκασμένο να προχωρήσει στην κατ’ ουσίαν εξέταση της υποθέσεως (24) . Ειδικότερα, η Σύμβαση δεν προσδιορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός μπορεί να θεωρηθεί ως ζημιογόνο έναντι του ζημιωθέντος, ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία που ο ενάγων πρέπει να προσκομίσει ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου προκειμένου αυτό να μπορέσει να αποφανθεί επί του βασίμου της αγωγής (25) . Αυτά είναι ζητήματα του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να κρίνει την υπόθεση, σύμφωνα με τη Σύμβαση.

52. Είναι επίσης σαφές ότι μπορούν να υπάρξουν περιστάσεις κατά τις οποίες το πρώτον επιληφθέν δικαστήριο πρέπει να εξετάσει, τουλάχιστον προκαταρκτικώς, το βάσιμο της αγωγής για να προσδιορίσει αν η υπόθεση της οποίας επελήφθη αποτελεί ενοχή «εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ενάγων θα μπορούσε να αποκλείσει τη διεθνή δικαιοδοσία του επιληφθέντος δικαστηρίου ισχυριζόμενος απλώς ότι δεν υπήρξαν παρεπόμενες ζημίες για τον εναγόμενο και, κατά συνέπεια, καμία ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας.

53. Στο αντίστοιχο πλαίσιο του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως, το οποίο αναγνωρίζει διεθνή δικαιοδοσία επί των διαφορών εκ συμβάσεως στα δικαστήρια του τόπου όπου οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η αρμοδιότης του εθνικού δικαστηρίου να αποφανθεί επί ζητημάτων σχετικών με μία σύμβαση περιλαμβάνει και το ζήτημα της εκτιμήσεως του αν υπάρχουν τα θεμελιούντα την ίδια τη σύμβαση περιστατικά, καθ’ όσον μία τέτοια εκτίμηση είναι απαραίτητη για να επιτρέψει στο επιλαμβανόμενο εθνικό δικαστήριο να θεμελιώσει την αρμοδιότητά του δυνάμει της συμβάσεως. Στην αντίθετη περίπτωση, υφίσταται ο κίνδυνος οι διατάξεις του άρθρου 5 της συμβάσεως να στερηθούν της νομικής τους σημασίας, εφ’ όσον θα γινόταν δεκτό ότι αρκεί ο ισχυρισμός ενός διαδίκου περί του ανυποστάτου της συμβάσεως για να εμποδισθεί η εφαρμογή του περιεχομένου στις εν λόγω διατάξεις κανόνος. Αντιθέτως, οι στόχοι και το πνεύμα της συμβάσεως απαιτούν τέτοια ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων, ώστε το καλούμενο να επιλύσει διαφορά εκ συμβάσεως δικαστήριο, να δύναται να ελέγχει ακόμη και αυτεπαγγέλτως τις ουσιώδεις προϋποθέσεις της αρμοδιότητός του, εν όψει σαφών και ουσιωδών στοιχείων, προσκομιζομένων από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, τα οποία αποδεικνύουν το υποστατό ή ανυπόστατο της συμβάσεως (26) ».

54. Η προσέγγιση αυτή συνάδει επιπλέον με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 20 της Συμβάσεως, σύμφωνα με το οποίο, όταν ο εναγόμενος που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους και δεν παρίσταται (κατάσταση διαφορετική από αυτήν της απλής αμφισβητήσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας (27) ), «το δικαστήριο διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους της παρούσας συμβάσεως.» Σύμφωνα με την έκθεση Jenard «το άρθρο 20 είναι ένα από τα σημαντικότερα της Συμβάσεως: [...] Το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν είναι αρμόδιο κατά την έννοια της Συμβάσεως, [...] Δεν αρκεί να κρίνει το δικαστήριο βάσιμους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος περί της διεθνούς δικαιοδοσίας· πρέπει να επιμεληθεί ώστε ο τελευταίος να αποδείξει ότι θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία» (28) .

55. Όσον αφορά το επίπεδο των απαιτούμενων αποδείξεων, στην υπόθεση Shevill (29) τέθηκε στο Δικαστήριο το ερώτημα αν το επιληφθέν δικαστήριο, κατά την εξέταση της διεθνούς δικαιοδοσίας του ως δικαστηρίου του τόπου επελεύσεως της ζημίας κατά το άρθρο 5, σημείο 3, υποχρεούται να εφαρμόσει συγκεκριμένους κανόνες, διαφορετικούς από τους κανόνες του εθνικού του δικαίου, όσον αφορά τις προϋποθέσεις εκτιμήσεως του ζημιογόνου χαρακτήρα των επιδίκων πραγματικών περιστατικών και τις προϋποθέσεις αποδείξεως της υπάρξεως και της εκτάσεως της ζημίας που επικαλείται ο ζημιωθείς. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα ζητήματα αυτά μπορούν να επιλυθούν μόνον από το δικάζον εθνικό δικαστήριο, με την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου που καθορίζουν οι κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του εθνικού του δικαίου, υπό την επιφύλαξη ότι η εφαρμογή αυτή δεν θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της Συμβάσεως.

56. Η πρακτική αποτελεσματικότητα της Συμβάσεως μπορεί, όμως, να θιγεί αν αναγνωριστεί διεθνής δικαιοδοσία επί ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας στα δικαστήρια του τόπου όπου επήλθε εντελώς απρόβλεπτη ζημία. Σκοπός της συμβάσεως είναι η καθιέρωση κανόνων βάσει των οποίων να είναι βέβαιο και προβλέψιμο ποιο δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία (30) . Αναφερόμενο ειδικότερα στο άρθρο 5, σημείο 3, το Δικαστήριο απέρριψε ερμηνεία της Συμβάσεως που θα εξαρτούσε τον προσδιορισμό του έχοντος διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου από αβέβαιες περιστάσεις (31) και έκρινε ότι πρέπει «οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που αποκλίνουν από τη γενική αρχή της Συμβάσεως αυτής [να] ερμηνεύονται κατά τρόπο που να καθίσταται δυνατό στον κατά τη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων ενήμερο εναγόμενο να προβλέψει ορθώς ενώπιον ποιου δικαστηρίου, εκτός αυτού του κράτους της κατοικίας του, θα μπορούσε να εναχθεί» (32) . Αυτό ασφαλώς δεν θα ισχύει αν ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου στον οποίον επήλθε εντελώς απρόβλεπτη ζημία από την εν λόγω παράνομη πράξη.

57. Η διατύπωση, ωστόσο, του πρώτου ερωτήματος, υπό β΄, υποδηλοί ότι αυτό δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι το εθνικό δικαστήριο περιγράφει την κύρια συλλογική κινητοποίηση ως αναγκαία προϋπόθεση και ενδεχόμενο έρεισμα εκδηλώσεων αλληλεγγύης που μπορούν να προκαλέσουν ζημία. Επιπλέον, η SEKO αναγνωρίζει ότι υπάρχει κίνδυνος οποιαδήποτε συλλογική κινητοποίηση να οδηγήσει σε παράνομη εκδήλωση αλληλεγγύης. Φαίνεται, επομένως, ότι καμία ζημία προκαλούμενη από εκδήλωση αλληλεγγύης δεν μπορεί να περιγραφεί ως απρόβλεπτη συνέπεια της κύριας κινητοποιήσεως.

58. Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι στο πρώτο ερώτημα, υπό β΄, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όταν, σύμφωνα με τη νομοθεσία συμβαλλομένου κράτους το δικαστήριο του κράτους αυτού που έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να κρίνει επί του παράνομου χαρακτήρα συλλογικής κινητοποιήσεως είναι διαφορετικό από το δικαστήριο του ίδιου κράτους που είναι αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή αποζημιώσεως λόγω προκληθείσας από την εν λόγω παράνομη κινητοποίηση ζημίας, η δίκη ενώπιον του πρώτου δικαστηρίου με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της συλλογικής κινητοποιήσεως εμπίπτει στις διαφορές «εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» κατά την έννοια  του άρθρου 5, σημείο 3, ακόμη και όταν η συλλογική κινητοποίηση της οποίας επιδιώκεται η αναγνώριση ως παράνομης δεν θίγουν απευθείας τον ενάγοντα, υπό τον όρον ότι η κύρια συλλογική κινητοποίηση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για εκδηλώσεις αλληλεγγύης που θα προκαλέσουν τη ζημία αυτή.

Πρώτο ερώτημα, υπό γ΄

59. Με το πρώτο ερώτημά του, υπό γ΄, το Arbejdsret ερωτά αν το γεγονός ότι η εξαγγελθείσα συλλογική κινητοποίηση ανεστάλη από τον διάδικο που την εξήγγειλε, μετά την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, μέχρις ότου το δικαστήριο αποφανθεί επί της νομιμότητάς της επηρεάζει την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 3, σε περιστάσεις όπως αυτές της παρούσας υποθέσεως.

60. Η DFDS, η Δανική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή φρονούν ότι στο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση· η SEKO, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι λόγω της αναστολής της κινητοποιήσεως υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν είναι πλέον εφαρμοστέο στη δίκη το άρθρο 5, σημείο 3.

61. Ειδικότερα, η SEKO ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι η DFDS είχε τη δυνατότητα να επιτύχει την αναστολή της συλλογικής κινητοποιήσεως πριν από την ημερομηνία ενάρξεώς της και το γεγονός ότι το έπραξε, αποδεικνύει ότι στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για αποζημίωση, αλλά επιδιώκεται ο προσδιορισμός των παραμέτρων από τις οποίες αποτελείται μία νόμιμη κινητοποίηση. Η SEKO φρονεί ότι τούτο αποδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι η DFDS δήλωσε ότι η απόφασή της να αποσύρει το πλοίο από το δρομολόγιο ελήφθη μετά την αναστολή της συλλογικής κινητοποιήσεως κατά την συνεδρίαση της 11ης Απριλίου 2001. Εάν το ένδικο βοήθημα της DFDS ευδοκιμήσει, η κινητοποίηση δεν θα λάβει χώρα και, επομένως, δεν θα προκύψει καμία ζημία και κανένα δικαίωμα αποζημιώσεως. Αν, όμως, το Arbejdsret αποφανθεί υπέρ της SEKO, η εξαγγελία της κινητοποιήσεως και η κινητοποίηση θα είναι και οι δύο νόμιμες ab initio και, επομένως, δεν θα μπορεί να θεμελιωθεί δικαίωμα αποζημιώσεως. Η SEKO καταλήγει ότι το γεγονός ότι η κινητοποίηση ανεστάλη μέχρι να αποφανθεί το Arbejdsret επί της νομιμότητάς της αφαιρεί από τη δίκη κάθε στοιχείο δίκης αποζημιώσεως.

62. Θα ήθελα εκ προοιμίου να σημειώσω ότι, όπως αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος υπό β΄ και γ΄, το γεγονός και μόνον ότι δεν πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως δεν αρκεί για να αποκλειστεί η εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 3, στον βαθμό που το επιχείρημα της SEKO βασίζεται στην αντίθετη άποψη, δεν ευσταθεί.

63. Στο συγκεκριμένο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου, ωστόσο, υπόκειται ένα γενικότερο ερώτημα, δηλαδή το αν τα μεταγενέστερα της ενάρξεως της δίκης πραγματικά περιστατικά μπορούν να επηρεάσουν την απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας σύμφωνα με τη Σύμβαση. Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.

64. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω (33), ο σκοπός της Συμβάσεως συνίσταται στο να είναι βέβαιο και προβλέψιμο ποιο δικαστήριο έχει διεθνή δικαιοδοσία (34) · επιπλέον, πρέπει «οι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας που αποκλίνουν από τη γενική αρχή της Συμβάσεως αυτής [να] ερμηνεύονται κατά τρόπο που να καθίσταται δυνατό στον κατά τη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων ενήμερο εναγόμενο να προβλέψει ορθώς ενώπιον ποιου δικαστηρίου, εκτός αυτού του κράτους της κατοικίας του, θα μπορούσε να εναχθεί» (35) . Αυτή η ασφάλεια δικαίου θα διακυβευόταν σαφώς αν το δικαστήριο που είχε διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με τη Σύμβαση κατά την έναρξη της δίκης μπορούσε να απεκδυθεί τη δικαιοδοσία αυτή ως αποτέλεσμα της μεταγενέστερης συμπεριφοράς του εναγομένου.

65. Βεβαίως, μία τέτοια συμπεριφορά μπορεί να επηρεάσει τον βαθμό της ευθύνης ή το ποσό της ζημίας κατά την εκδίκαση της υποθέσεως· αυτό, όμως, είναι ζήτημα ουσιαστικού δικαίου και υπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου που έχει κατά τη Σύμβαση διεθνή δικαιοδοσία.

66. Φρονώ, επομένως, ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όταν σύμφωνα με τη νομοθεσία συμβαλλομένου κράτους το δικαστήριο του κράτους αυτού που έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να κρίνει επί του παράνομου χαρακτήρα συλλογικής κινητοποιήσεως είναι διαφορετικό από το δικαστήριο του ίδιου κράτους που είναι αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή αποζημιώσεως λόγω προκληθείσας από την εν λόγω παράνομη κινητοποίηση ζημίας, η δίκη ενώπιον του πρώτου δικαστηρίου στην οποία επιδιώκεται η αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της συλλογικής κινητοποιήσεως εμπίπτει στις διαφορές «εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» κατά την έννοια  του άρθρου 5, σημείο 3, ακόμη και όταν η συλλογική κινητοποίηση της οποίας επιδιώκεται η αναγνώριση ως παράνομης δεν θίγουν ευθέως τον ενάγοντα, υπό τον όρον ότι η κύρια συλλογική κινητοποίηση είναι αναγκαία προϋπόθεση και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για εκδηλώσεις αλληλεγγύης που θα προκαλέσουν τη ζημία αυτή.

Δεύτερο ερώτημα

67. Με το δεύτερο ερώτημα ερωτάται κατ’ ουσίαν αν υπό τις περιστάσεις που οδήγησαν στην κύρια δίκη, η ζημία μπορεί να θεωρηθεί ότι προκλήθηκε στη Δανία, ώστε η δίκη να διεξαχθεί εκεί. Καίτοι το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αναφέρεται σε οργάνωση της συλλογικής κινητοποιήσεως, υποθέτω ότι με τον όρο αυτόν εννοείται μάλλον η εξαγγελία αυτής παρά η πραγματοποίησή της.

68. Η DFDS και η Δανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση· η SEKO και η Επιτροπή έχουν αντίθετη άποψη. Το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί ότι το ερώτημα πρέπει να απαντηθεί βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου σύμφωνα με τους δανικούς κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.

69. Στην απόφαση Mines de Potasse d’Alsace (36) το Δικαστήριο έκρινε ότι «η έννοια του όρου “τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός” στο άρθρο 5, [σημείο] 3, πρέπει να προσδιοριστεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αναγνωρίζεται στον ενάγοντα η ευχέρεια να ασκήσει την αγωγή του είτε στον τόπο όπου επήλθε η ζημία είτε στον τόπο του ζημιογόνου γεγονότος.» Το Δικαστήριο εξήγησε ότι και οι δύο αυτοί τόποι αποτελούν σημαντικό συνδετικό στοιχείο από απόψεως δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι έκαστος αυτών θα μπορούσε αναλόγως των περιστάσεων να αποβεί ιδιαιτέρως χρήσιμος σε σχέση με την απόδειξη και τη διεξαγωγή της διαδικασίας και ότι η επιλογή μόνον του τόπου του ζημιογόνου γεγονότος θα είχε ως αποτέλεσμα, σε σημαντικό αριθμό υποθέσεων, την πρόκληση συγχύσεως μεταξύ των βάσεων της διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπουν τα άρθρα 2 και 5, [σημείο] 3, της Συμβάσεως, οπότε η τελευταία αυτή διάταξη θα έχανε την πρακτική της αποτελεσματικότητα (37) .

70. Με την απόφαση Shevill (38) το Δικαστήριο έκρινε ότι στην περίπτωση δυσφημίσεως διά δημοσιεύματος στον Τύπο που κυκλοφόρησε στο έδαφος πλειόνων συμβαλλομένων κρατών, ο τόπος όπου συνέβη το γεγονός που αποτελεί την αιτία της ζημίας είναι μόνον ο τόπος εγκαταστάσεως του εκδότη του επιδίκου δημοσιεύματος, καθότι αυτός είναι ο τόπος όπου συνέβη το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, εφόσον από αυτόν τον τόπο διατυπώθηκε και τέθηκε σε κυκλοφορία το δυσφημιστικό δημοσίευμα.

71. Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός που προκάλεσε τη ζημία είναι σαφώς η εξαγγελία της συλλογικής κινητοποιήσεως. Κατ’ αναλογία με την απόφαση Shevill, το γεγονός αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως προερχόμενο από τη Σουηδία, όπου εκδόθηκαν και εστάλησαν οι εξαγγελίες.

72. Όσον αφορά τον τόπο στον οποίον επήλθε η ζημία, επί του οποίου ειδικότερα ζητεί κατευθυντήριες γραμμές το Arbejdsret, το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση Shevill ότι ο τόπος αυτός είναι το μέρος όπου το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός, που επισύρει την εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας ευθύνη του ζημιώσαντος, παρήγαγε ζημιογόνα αποτελέσματα έναντι του ζημιωθέντος και ότι στην περίπτωση διεθνούς δυσφημίσεως διά του Τύπου, η προσγενομένη από δυσφημιστικό δημοσίευμα προσβολή στην τιμή, στην υπόληψη και στο καλό όνομα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου εκδηλώνεται στους τόπους όπου κυκλοφόρησε το δημοσίευμα, εφόσον ο ζημιωθείς είναι εκεί γνωστός (39) .

73. Στην προκειμένη περίπτωση, κατ’ αναλογίαν, ο τόπος όπου επήλθε η ζημία πρέπει να είναι ο τόπος στον οποίο παρήγαγαν τα ζημιογόνα αποτελέσματά τους οι εξαγγελίες, οι οποίες αποτελούν εν προκειμένω τα ζημιογόνα γεγονότα. Τα κύρια ζημιογόνα γεγονότα σε σχέση με τα οποία ζητεί αποζημίωση ο ενάγων στη δίκη ενώπιον του Sø- og Handelsret ήταν η απόσυρση του Tor Caledonia και η μίσθωση πλοίου που θα το αντικαθιστούσε, ενέργειες οι οποίες κρίθηκαν απαραίτητες από την DFDS κατόπιν των εξαγγελιών των κινητοποιήσεων. Τα αποτελέσματα αυτά φαίνεται ότι επήλθαν στη Δανία, παρότι, όπως υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, εναπόκειται τελικά στο εθνικό δικαστήριο να προβεί στις κατάλληλες διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών προκειμένου να προσδιοριστεί εάν το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός παρήγαγε πράγματι τα ζημιογόνα αποτελέσματά του (40) .

74. Ωστόσο, η SEKO και η Επιτροπή αντιτάσσουν, στηριζόμενες στην απόφαση Marinari (41), ότι ο όρος «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δεν καλύπτει τον τόπο στον οποίο ο ζημιωθείς ισχυρίζεται ότι υπέστη περιουσιακή ζημία η οποία αποτελεί τη συνέπεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας που υπέστη εντός άλλου συμβαλλομένου κράτους. Οι εν λόγω διάδικοι καταλήγουν ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, ο τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός δεν είναι, επομένως, η Δανία, αλλά πρέπει να είναι η Σουηδία.

75. Στην απόφαση Marinari ο ενάγων άσκησε αγωγή για την περιουσιακή ζημία που ισχυρίστηκε ότι υπέστη εξαιτίας της συμπεριφοράς της εναγομένης τράπεζας. Στην περίπτωση εκείνη, τόσο το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός (η συμπεριφορά που αποδίδεται στους υπαλλήλους της εναγομένης τράπεζας) όσο και η αρχική ζημία (μεσεγγύηση γραμματίων εις διαταγή που είχε εκδώσει ο Α. Marinari και η συνακόλουθη φυλάκισή του) επήλθαν σε ένα κράτος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο όρος «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» δεν μπορεί να ερμηνευθεί τόσο ευρέως, ώστε να καλύπτει κάθε τόπο στον οποίο θα μπορούσαν να γίνουν αισθητές οι επιζήμιες συνέπειες ενός γεγονότος που έχει ήδη προκαλέσει ζημία, η οποία έχει πράγματι επέλθει σε άλλον τόπο· κατά συνέπεια, η έννοια αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως καλύπτουσα τον τόπο στον οποίο ο ζημιωθείς ισχυρίζεται ότι υπέστη περιουσιακή ζημία που αποτελεί τη συνέπεια της αρχικώς επελθούσας ζημίας που υπέστη εντός άλλου συμβαλλομένου κράτους (42) .

76. Η απόφαση Marinari δεν έχει, επομένως, εφαρμογή όταν το σύνολο των ζημιών επέρχεται σε συμβαλλόμενο κράτος. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει αν ισχύει αυτό στην προκειμένη περίπτωση.

77. Η DFDS στηρίζει εν μέρει την άποψή της ότι ο τόπος όπου επήλθε η ζημία είναι η Δανία στο επιχείρημα ότι το αντικείμενο της εξαγγελθείσας συλλογικής κινητοποιήσεως ήταν η αλλαγή των όρων εργασίας επί του πλοίου Tor Caledonia, το οποίο είναι νηολογημένο στη Δανία και ως εκ τούτου θεωρείται ως δανικό έδαφος. Η Δανική Κυβέρνηση επίσης θεωρεί σημαντικό το ότι το γενεσιουργό της ζημίας γεγονός επρόκειτο να παραγάγει τα αποτελέσματά του και να επηρεάσει τη συμπεριφορά του ετέρου διαδίκου στον τόπο όπου το θιγόμενο από την κινητοποίηση πλοίο είναι νηολογημένο και στον τόπο όπου λαμβάνονται οι σημαντικές αποφάσεις σχετικά με τους όρους εργασίας, δηλαδή στο πλοίο. Αντιθέτως, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή δεν θεωρούν ότι η ιθαγένεια του πλοίου ασκεί επιρροή στον προσδιορισμό του τόπου όπου επήλθε η ζημία κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως.

78. Συμφωνώ με την άποψη ότι η εθνικότητα του Tor Caledonia δεν φαίνεται να ασκεί επιρροή στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Κανένας από τους παράγοντες που ανέφεραν συναφώς η DFDS και η Δανική Κυβέρνηση δεν φαίνεται να ασκεί επιρροή στην απονομή διεθνούς δικαιοδοσίας σύμφωνα με τη Σύμβαση των Βρυξελλών: από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι η δίκη που διεξάγεται για τη ματαίωση της πραγματοποιήσεως κινητοποιήσεων των οποίων πιθανολογείται ο παράνομος χαρακτήρας μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως, καθώς και ότι η δίκη αυτή μπορεί να διεξαχθεί είτε στον τόπο όπου επήλθε η ζημία είτε στον τόπο όπου συνέβη το γενεσιουργό αυτής γεγονός. Στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω ζημία δεν είναι η προτεινόμενη αλλαγή των όρων απασχολήσεως επί του πλοίου, αλλά η απόσυρση του πλοίου και η αντικατάστασή του με άλλο, μισθωμένο πλοίο, την οποία η DFDS θεώρησε αναγκαία κατόπιν των εξαγγελιών για συλλογική κινητοποίηση. Παρότι, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ο τόπος επελεύσεως της ζημίας υπό την έννοια του τόπου όπου μία παράνομη πράξη παρήγαγε τα επιζήμια αποτελέσματά της, είναι ζήτημα ουσίας που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι η ζημία θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως να έχει συμβεί επί του εν λόγω πλοίου.

79. Τέλος, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι ένα δικαστήριο που έχει επιληφθεί μιας υποθέσεως κατ’ άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως οφείλει, όταν αποφαίνεται περί της διεθνούς δικαιοδοσίας του βάσει του τόπου όπου επήλθε η ζημία, να λαμβάνει υπόψη του τη νομολογία του Δικαστηρίου επί της Συμβάσεως, και συγκεκριμένα επί της πρυτανεύουσας αρχής σύμφωνα με την οποία ο κανόνας της ειδικής διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών στηρίζεται στην ύπαρξη μιας όλως στενής σχέσεως, συνδέουσας τη διαφορά με το δικαστήριο του τόπου επελεύσεως του ζημιογόνου γεγονότος, πράγμα που δικαιολογεί την αναγνώριση στο τελευταίο διεθνούς δικαιοδοσίας για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής οργανώσεως της δίκης (43) .

Πρόταση

80. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήρι ο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν από το Arbejdsret ως εξής:

«1) α) Όταν σύμφωνα με τη νομοθεσία συμβαλλομένου κράτους το δικαστήριο του κράτους αυτού που έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να κρίνει επί του παράνομου χαρακτήρα συλλογικής κινητοποιήσεως είναι διαφορετικό από το δικαστήριο του ίδιου κράτους που είναι αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή αποζημιώσεως λόγω προκληθείσας από την εν λόγω παράνομη κινητοποίηση ζημίας, η δίκη ενώπιον του πρώτου δικαστηρίου στην οποία επιδιώκεται η αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της συλλογικής κινητοποιήσεως εμπίπτει στις διαφορές «εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

   β) Η δίκη αυτή εμπίπτει στις ενοχές «εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ακόμη και όταν η συλλογική κινητοποίηση της οποίας επιδιώκεται η αναγνώριση ως παράνομης δεν θίγει ευθέως τον ενάγοντα, υπό τον όρον ότι η κύρια συλλογική κινητοποίηση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για εκδηλώσεις αλληλεγγύης που θα προκαλέσουν τη ζημία αυτή.

   γ) Η δίκη αυτή εμπίπτει στις ενοχές «εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας» κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ακόμη και αν η εξαγγελθείσα συλλογική κινητοποίηση της οποίας επιδιώκεται η αναγνώριση ως παράνομης ανασταλεί από τον διάδικο που την εξήγγειλε, μετά την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, μέχρις ότου το δικαστήριο αποφανθεί επί της νομιμότητάς της.

2) Όταν η δίκη διεξάγεται ενώπιον των δικαστηρίων ενός συμβαλλομένου κράτους, λόγω του ότι είναι τα δικαστήρια του τόπου όπου επήλθε η ζημία κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, εναπόκειται στα δικαστήρια αυτά να προσδιορίσουν, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τον τόπο στον οποίο το γεγονός που επισύρει την εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας ευθύνη του ζημιώσαντος, παρήγαγε τα ζημιογόνα αποτελέσματά του έναντι του ζημιωθέντος. Όταν η ζημία προκαλείται από την εξαγγελία εκ μέρους συνδικαλιστικής οργανώσεως συλλογικής κινητοποιήσεως με σκοπό την εξασφάλιση συμβάσεως καλύπτουσας την εργασία των ναυτών επί πλοίου νηολογημένου σε συμβαλλόμενο κράτος το οποίο εκτελεί δρομολόγια προς άλλο συμβαλλόμενο κράτος, η ιθαγένεια του πλοίου δεν αποτελεί κριτήριο που να ασκεί επιρροή στον προσδιορισμό του τόπου επελεύσεως της ζημίας.»

(1) .

(2)  – Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968. Κωδικοποιημένο κείμενο της Συμβάσεως, όπως τροποποιήθηκε από τις τέσσερις μεταγενέστερες συνθήκες προσχωρήσεως, έχει δημοσιευθεί στην ΕΕ 1998, C 27, σ. 1.

(3)  – ΕΕ 2001, L 12, σ. 1.

(4)  – Εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη και άρθρα 1, παράγραφος 3, και 76 του κανονισμού.

(5)  – Πρωτόκολλο περί της ερμηνείας από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 περί της δικαστικής δικαιοδοσίας και της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το οποίο υπογράφτηκε στο Λουξεμβούργο στις 3 Ιουνίου 1971. Παγιωμένη έκδοση του Πρωτοκόλλου, όπως τροποποιήθηκε από τις τέσσερις μεταγενέστερες συμβάσεις προσχωρήσεως, είναι δημοσιευμένη στην ΕΕ 1998, C 27, σ. 28.

(6)  – Παράγραφος 42 του σουηδικού νόμου περί από κοινού λήψεως των αποφάσεων.

(7)  – Νόμος 183 της 12ης Μαρτίου 1997.

(8)  – Προπαρατεθέν στην υποσημείωση 5.

(9)  – Βλ. σκέψη 21.

(10)  – Έκθεση για το Πρωτόκολλο που αφορά την ερμηνεία από το Δικαστήριο της Συμβάσεως της 29ης Φεβρουαρίου 1968 για την αμοιβαία αναγνώριση εταιριών και νομικών προσώπων από το Δικαστήριο και για το Πρωτόκολλο που αφορά την ερμηνεία της Συμβάσεως, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, περί της δικαστικής δικαιοδοσίας και της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, 3 Ιουνίου 1971, OJ 1979, C 59, σ. 66, σημείο 11(1).

(11)  – Έκθεση για τη Σύμβαση σχετικά με την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση περί της δικαστικής δικαιοδοσίας και της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και στο Πρωτόκολλο που αφορά την ερμηνεία της Συμβάσεως από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 9 Οκτωβρίου 1978, OJ 1979, C 59, σ. 71, σημείο 255.

(12)  – Βλ. ανωτέρω, σημείο 4.

(13)  – «Wenn eine unerlaubte Handlung oder eine Handlung, die einer unerlaubten Handlung gleichgestellt ist, oder wenn Ansprüche aus einer solchen Handlung den Gegenstand des Verfahrens bilden [...]» και «in matters relating to tort, delict or quasi-delict».

(14)  – Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1976, 21/76, Bier, λεγόμενη «Mines de Potasse d’Alsace» (Συλλογή τόμος 1976, σ. 613, σκέψη 18).

(15)  – Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 189/87, Καλφέλης (Συλλογή 1988, σ. 5565, σκέψη 17).

(16)  – Η υπογράμμιση δική μου.

(17)  – Βλ. αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1984, 129/83, Zelger (Συλλογή 1984, σ. 2397, σκέψη 15), της 15ης Μαΐου 1990, C-365/88, Hagen (Συλλογή 1990, σ. Ι-1845, σκέψη 19), και της 7ης Μαρτίου 1995, C-68/93, Shevill (Συλλογή 1995, σ. Ι-415, σκέψεις 35 και 36).

(18)  – Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2002, C-167/00, Henkel (Συλλογή 2002, σ. Ι-8111).

(19)  – Σκέψη 41 της αποφάσεως.

(20)  – Σκέψη 42, που αναφέρεται στην απόφαση Mines de Optase d’Alsace, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σημείο 18.

(21)  – Σκέψη 46 της αποφάσεως Mines de Potasse d’Alsace, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 14· αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 1990, C-220/88, Dumez France SA και Tracoba (Συλλογή 1990, σ. Ι-49, σκέψη 17), Shevill, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, και απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1995, C-364/93, Marinari (Συλλογή 1995, σ. Ι-2719, σκέψη 10).

(22)  – Αποφάσεις Shevill, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 40, και Henkel, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 42.

(23)  – Απόφαση Henkel, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18 και αναπτυχθείσα ανωτέρω στα σημεία 37 έως 40.

(24)  – Απόφαση της 3ης Ιουλίου 1997, C-269/95, Benincasa (Συλλογή 1997, σ. Ι-3767, σκέψη 27).

(25)  – Βλ. απόφαση Shevill, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 38, και γενικότερα σκέψεις 35 έως 41 της αποφάσεως.

(26)  – Απόφαση της 4ης Μαρτίου 1982, 38/81, Effer κατά Kantner (Συλλογή 1982, σ. 825, σκέψη 7)· βλ. επίσης τα σημεία 3 έως 6 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Reischl.

(27)  – Βλ. το άρθρο 18.

(28)  – Έκθεση επί της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, JO 1979, C 59, σ. 1.

(29)  – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σημεία 34 έως 41.

(30)  – Απόφαση Marinari, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 19.

(31)  – Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-26/91, Réunion européenne κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. Ι‑6511, σκέψη 34).

(32)  – Απόφαση της 17ης Ιουνίου 1992, C-26/91, Handte (Συλλογή 1992, σ. Ι-3967, σκέψη 18).

(33)  – Βλ. σημείο 56.

(34)  – Απόφαση Marinari, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 19.

(35)  – Απόφαση Handte, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 18.

(36)  – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 14, σκέψη 19 της αποφάσεως.

(37)  – Σκέψεις 15, 17 και 20 της αποφάσεως.

(38)  – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 24 της αποφάσεως.

(39)  – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψεις 28 και 29 της αποφάσεως.

(40)  – Βλ. απόφαση Shevill, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψεις 37 έως 39.

(41)  – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 21.

(42)  – Σκέψεις 14 και 15 της αποφάσεως.

(43)  – Απόφαση Henkel, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 46. Βλ. κατ’ αναλογία, στο πλαίσιο του προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου, το άρθρο 3, σημείο 3, της Προτάσεως κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές («ΡΩΜΗ II»), COM(2003) 427 τελικό, το οποίο υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 22 Ιουλίου 2003, που προβλέπει ότι, παρά τον γενικό κανόνα ότι εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται ή απειλείται να επέλθει η ζημία, «εάν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι μία εξωσυμβατική ενοχή εμφανίζει πρόδηλα στενότερους δεσμούς με άλλη χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της άλλης χώρας.»