10.9.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 269/37


Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Ελεγκτικό Συνέδριο (Ελλάδα) στις 7 Ιουλίου 2011 — Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού κατά Υπηρεσίας Ελέγχου του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού και Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου

(Υπόθεση C-363/11)

2011/C 269/77

Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική

Αιτούν δικαστήριο

Ελεγκτικό Συνέδριο

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Αιτούσα: Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού

Καθών: Υπηρεσία Ελέγχου του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού και Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος

Προδικαστικά ερωτήματα

1)

Εάν η καταβολή ή μη αμοιβής στον εργαζόμενο κατά το χρόνο απουσίας του από την εργασία λόγω συνδικαλιστικής άδειας συνιστά όρο εργασίας ή συνθήκη απασχόλησης κατά το δίκαιο της 'Ενωσης και ειδικότερα, εάν διατάξεις νόμων, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση μη αμειβομένης συνδικαλιστικής άδειας στους εργαζομένους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, που δεν κατέχουν οργανική θέση σε αυτό και φέρουν την ιδιότητα μέλους της Διοίκησης συνδικαλιστικής οργάνωσης, εισάγουν «όρο εργασίας», υπό την έννοια του άρθρου 137 παρ. 1 περ. β' της Συνθήκης, και «συνθήκη απασχόλησης», σύμφωνα με τη ρήτρα 4 σημείο 1 της συμφωνίας — πλαισίου, ή εάν το ζήτημα αυτό εμπίπτει στους εξαιρούμενους από το δίκαιο της 'Ένωσης τομείς των αμοιβών και του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι.

2)

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο προηγούμενο ερώτημα, εάν εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε δημόσια υπηρεσία, ο οποίος κατέχει οργανική θέση και απασχολείται στην ίδια εργασία με εργαζόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που δεν κατέχει οργανική θέση, μπορεί να αποτελεί «αντίστοιχο» με αυτόν εργαζόμενο, κατά την έννοια των ρητρών 3 σημείο 2 και 4 σημείο 1 της συμφωνίας — πλαισίου, ή εάν το γεγονός ότι το εθνικό Σύνταγμα (άρθρο 103) και οι εκτελεστικοί αυτού νόμοι προβλέπουν γι' αυτόν ειδικό λειτουργικό καθεστώς (όρους πρόσληψης και ειδικότερες εγγυήσεις κατά το άρθρο 103 παρ. 3 του Συντάγματος), αρκεί για να τον καταστήσει μη «αντίστοιχο» και άρα μη συγκρίσιμο εργαζόμενο σε σχέση με τον εργαζόμενο ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που δεν κατέχει οργανική θέση.

3)

Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στα δύο προηγούμενα ερωτήματα: α) σε περίπτωση που από το συνδυασμό εθνικών νομοθετικών διατάξεων προκύπτει ότι εργαζόμενοι σε δημόσια υπηρεσία σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, που κατέχουν οργανική θέση και είναι μέλη της Διοίκησης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, λαμβάνουν αμειβόμενη συνδικαλιστική άδεια (μέχρι εννέα ημέρες το μήνα), ενώ εργαζόμενοι στην ίδια υπηρεσία με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς οργανική θέση και με την ίδια ως άνω συνδικαλιστική ιδιότητα λαμβάνουν ισόχρονη συνδικαλιστική άδεια άνευ αποδοχών, εάν η εν λόγω διάκριση αποτελεί δυσμενή αντιμετώπιση της δεύτερης κατηγορίας εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 4 σημείο 1 της συμφωνίας — πλαισίου και β) εάν ι ίδια η περιορισμένη χρονική διάρκεια της εργασιακής σχέσης της δεύτερης κατηγορίας εργαζομένων, καθώς και η διαφοροποίησή της όσον αφορά το εν γένει υπηρεσιακό της καθεστώς (όροι πρόσληψης, εξέλιξης λύσης της εργασιακής σχέσης), αποτελούν λόγους αντικειμενικούς που δύνανται να δικαιολογήσουν τη διάκριση αυτή. Και

4)

Εάν η επίμαχη διαφοροποίηση των συνδικαλιστικών στελεχών που τυγχάνουν εργαζόμενοι αορίστου χρόνου με οργανική θέση δε δημόσια υπηρεσία, σε σχέση με τους φέροντες την ίδια συνδικαλιστική με αυτούς ιδιότητα εργαζομένους ορισμένου χρόνου στην ίδια υπηρεσία χωρίς οργανική θέση, αποτελεί παραβίαση της αρχής της μη διάκρισης στην άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, κατά τα άρθρα 12, 20, 21 και 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ένωσης, ή εάν η διαφοροποίηση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί λόγω της ετερότητας του υπηρεσιακού καθεστώτος των εργαζομένων των δύο κατηγοριών.