Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Διάδικοι

Στήν υπόθεση 11/81 ,

FIRMA ANTON DUERBECK , εδρεύουσα στήν Φραγκφούρτη επί τού Μάιν , εκπροσωπουμένη από τούς Ehle , Feldmann , Schiller καί Eyl , δικηγόρους Κολωνίας , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν δικηγόρο Ernest Arendt , 34 , rue Philippe-II ,

ενάγουσα ,

κατά

ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ , εκπροσωπουμένης από τόν Joern Sack , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν Oreste Montalto , μέλος τής νομικής της υπηρεσίας , κτίριο Jean Monnet , Kirchberg ,

εναγομένης ,

Αντικείμενο της υπόθεσης

πού έχει ως αντικείμενο αγωγή , η οποία ηγέρθη δυνάμει τού άρθρου 215 παράγραφος 2 τής συνθήκης ΕΟΚ καί μέ τήν οποία ζητείται η ανόρθωση τής ζημίας πού η ενάγουσα θεωρεί οτι υπέστη ή πού δύναται ακόμη νά υποστεί συνεπεία τών μέτρων διασφαλίσεως επί τών εισαγωγών επιτραπεζίων μήλων καταγωγής Χιλής , τά οποία εθεσπίσθησαν μέ τόν κανονισμό ( ΕΟΚ ) τής Επιτροπής 687/79 τής 5ης Απριλίου 1979 ( ABl . L 86 , σ . 18 ) εν συνδυασμώ πρός τούς τροποποιητικούς κανονισμούς ( ΕΟΚ ) τής Επιτροπής 797/79 τής 23ης Απριλίου 1979 ( ABl . L 101 , σ . 7 ) καί 1152/79 τής 12ης Ιουνίου 1979 ( ABl . L 144 , σ . 13 ),

Σκεπτικό της απόφασης

1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου τήν 21η Ιανουαρίου 1981 , η επιχείρηση Anton Duerbeck ( εφ’ εξής : Duerbeck ), η οποία εδρεύει στήν Φραγκφούρτη επί τού Μάιν , ήσκησε , δυνάμει τού άρθρου 215 παράγραφος 2 τής συνθήκης ΕΟΚ , αγωγή μέ τήν οποία ζητεί αποκατάσταση τών ζημιών πού θεωρεί οτι υπέστη ή πού δύναται ακόμη νά υποστεί , συνεπεία τών μέτρων διασφαλίσεως επί τών εισαγωγών επιτραπεζίων μήλων καταγωγής Χιλής , τά οποία εθεσπίσθησαν μέ τόν κανονισμό 687/79 τής Επιτροπής , τής 5ης Απριλίου 1979 ( ABl . L 86 , σ . 18 ), οπως ετροποποιήθη από τούς κανονισμούς τής Επιτροπής 797/79 καί 1152/79 , τής 23ης Απριλίου 1979 ( ABl . L 101 , σ . 7 ), καί τής 12ης Ιουνίου 1979 ( ABl . L 144 , σ . 13 ).

2 Πρός υποστήριξη τής αγωγής της , η Duerbeck προέβαλε οτι ο κανονισμός 687/79 , πού επιβάλλει τά μέτρα διασφαλίσεως καί οι τροποποιητικοί κανονισμοί 797/79 καί 1152/79 , καθ’ οσον δέν περιείχαν μεταβατικές διατάξεις , στίς οποίες θά ηδύνατο νά υπαχθεί ιδίως η ενάγουσα , ηταν παράνομοι γιά τούς ακολούθους λόγους :

— έλλειψη νομίμου ερείσματος γιά τήν σύναψη συμφωνιών αυτοπεριορισμού·

— παράβαση τών συνδυασμένων διατάξεων τού άρθρου 29 τού κανονισμού 1035/72 καί τών άρθρων 1 , 2 καί 3 τού κανονισμού 2707/72·

— παραβίαση τής αρχής τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης·

— παράβαση τών συνδυασμένων διατάξεων τού άρθρου 37 τού κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1035/72 καί τών άρθρων 39 καί 110 τής συνθήκης ΕΟΚ·

— παραβίαση τής γενικής αρχής τού μή επιτρεπτού τών διακρίσεων .

3 Στίς 5 Μα ΐου 1981 τό Δικαστήριο , αποφαινόμενο στήν υπόθεση 112/80 επί ενός προδικαστικού ερωτήματος πού τού ειχε υποβληθεί από τό Hessisches Finanzgericht καί αφορούσε τό κύρος τών εν λόγω κανονισμών , έκρινε οτι «από τήν εξέταση τού ερωτήματος πού υπεβλήθη δέν προέκυψαν στοιχεία ικανά νά επηρεάσουν τό κύρος τών κανονισμών 687/79 , 797/79 καί 1152/79 τής Επιτροπής» .

4Στήν συνεδρίαση τής 19ης Νοεμβρίου 1981 , η Duerbeck εδήλωσε οτι , λαμβάνοντας υπ’ όψη τήν απόφαση τού Δικαστηρίου στήν υπόθεση 112/80 , παραιτείται από τόν ισχυρισμό περί ακυρότητος τών κανονισμών 687/79 , 797/79 καί 1152/79 στό πλαίσιο τής υποθέσεως 11/81 . Διετήρησε πάντως τό αίτημά της περί αποζημιώσεως , υποστηρίζοντας , οτι μέρος τών ισχυρισμών πού προβάλλει μέ τήν αγωγή της , κυρίως οι λόγοι περί παραβιάσεως τών αρχών τού μή επιτρεπτού τών διακρίσεων καί τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης , δύνανται νά προβληθούν καί χωρίς νά αμφισβητηθεί τό κύρος τών προαναφερθέντων κανονισμών . Προέβαλε επίσης ενα νέο ισχυρισμό σχετικά μέ τήν δυνατότητα ευθύνης τής Κοινότητος συνεπεία νομίμων ενεργειών .

5 Υπό αυτές τίς περιστάσεις , πρέπει κατ’ αρχάς νά ερευνηθεί άν οι λόγοι , στούς οποίους εμμένει η ενάγουσα , ανταποκρίνονται όντως στούς λόγους πού προεβλήθησαν μέ τήν αγωγή ή άν πρόκειται πράγματι γιά νέους ισχυρισμούς οι οποίοι , γιά νά ειναι παραδεκτοί , πρέπει νά πληρούν τούς ορους τού άρθρου 42 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας . Πρέπει , επί πλέον , νά τονισθεί οτι κάθε ισχυρισμός πού αποβλέπει σέ αμφισβήτηση τού κύρους τών κανονισμών 687/79 , 797/79 καί 1152/79 , γιά τούς ιδίους λόγους , πού τό Δικαστήριο ήδη εξήτασε καί δέν εδέχθη στήν απόφασή του τής 5ης Μα ΐου 1981 , πρέπει νά απορριφθεί .

Επί τής παραβιάσεως τής αρχής τού μή επιτρεπτού τών διακρίσεων

6 Η ενάγουσα ισχυρίζεται οτι η διαπίστωση , πού περιέχεται στίς σκέψεις 52 καί 54 τής αποφάσεως τής 5ης Μα ΐου 1981 , οτι οι κανονισμοί 797/79 καί 1152/79 απέβλεπαν μόνο στήν προσαρμογή τής εφαρμογής τών μέτρων διασφαλίσεως επί τών ήδη καθ’ οδόν πρός τήν Κοινότητα εμπορευμάτων , κατά τήν έννοια τού άρθρου 3 παράγραφος 3 τού κανονισμού 2707/72 , στηρίζεται εν μέρει σέ πραγματική πλάνη , διότι ηταν πράγματι φανερό οτι τά εμπορεύματα , τών οποίων επετράπη η εισαγωγή βάσει τού κανονισμού 1152/79 , ωδευσαν πρός τήν Κοινότητα μόνο μετά τίς 12 Απριλίου 1979 , ημερομηνία κατά τήν οποία , δυνάμει τού κανονισμού 797/79 , τά επιτραπέζια μήλα ώφειλαν νά έχουν εγκαταλείψει τήν Χιλή .

7 Η επιχείρηση Duerbeck υπογραμμίζει οτι στίς 10 Απριλίου 1979 , μέ τηλετύπημα πρός τήν Επιτροπή , εζήτησε νά τής επιτραπεί η εισαγωγή περίπου 2 000 τόννων επιτραπεζίων μήλων Χιλής , τά οποία ηταν ήδη ετοιμα πρός φόρτωση , πρίν από τίς 10 ή 15 Μα ΐου 1979 , η δέ Επιτροπή τής απήντησε , ομοίως στίς 10 Απριλίου , αρνητικά , διευκρινίζοντας οτι τά προϊόντα περί ων επρόκειτο στό τηλετύπημα τής εναγούσης δέν ηταν δυνατό νά θεωρηθούν ως εμπορεύματα καθ’ οδόν πρός τήν Κοινότητα .

8 Ο ισχυρισμός αυτός προεβλήθη μέ τήν αγωγή καί , επομένως , ειναι παραδεκτός . Επί πλέον , άν καί ουσιαστικώς , καταλήγει σέ αμφισβήτηση τού κανονισμού 1152/79 ως δημιουργούντος διάκριση , περιλαμβάνει ενα στοιχείο πού δέν ελήφθη υπ’ όψη στήν υπόθεση 112/80 . Πρέπει , επομένως , νά εξετασθεί ο εν λόγω ισχυρισμός στά πλαίσια τής παρούσης υποθέσεως .

9 Η Επιτροπή υπεγράμμισε δικαίως οτι η μεταχείριση πού επεφυλάχθη στήν Duerbeck δέν συνιστά διάκριση . Κατά τήν συνεδρίαση , εξήγησε οτι οι ποσότητες τών μήλων καταγωγής Χιλής , πού εφορτώθησαν μετά τήν 12η Απριλίου 1979 , εδεσμεύθησαν κατ’ αρχάς στίς τελωνειακές αποθήκες ενός Κράτους μέλους καί , στήν συνέχεια , η εισαγωγή τους δέν επετράπη παρά βάσει αντικειμενικών εκτιμήσεων καί ανεξαρτήτων από τήν ταυτότητα τών ενδιαφερομένων προσώπων , αφ’ οτου διεπιστώθη οτι η μία παρτίδα τών ήδη εισαχθέντων μήλων θά επανεξήγετο εκτός τής Κοινότητος . Η μικρή πρόσθετη ποσότητα τών μήλων , πού η εισαγωγή τους έγινε έτσι δυνατή , δέν ηδυνήθη νά κατανεμηθεί ορθώς σέ ενα μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων καί ηταν συνεπώς λογικό νά δοθεί η προτίμηση στά εμπορεύματα πού ευρίσκοντο ήδη σέ εναν κοινοτικό λιμένα .

10 Η λύση πού επέλεξε η Επιτροπή δέν υπερβαίνει συνεπώς τά ορια τής διακριτικής εξουσίας τήν οποία διαθέτει γιά τήν εκπλήρωση τών καθηκόντων πού τής ανετέθησαν μέ τόν κανονισμό 1035/72 τού Συμβουλίου περί κοινής οργανώσεως τών αγορών στόν τομέα τών οπωροκηπευτικών .

11 Εν όψει τών συνθηκών αυτών , ο κανονισμός 1152/79 δέν δύναται νά θεωρηθεί οτι ενέχει διάκριση . Ο λόγος αυτός , επομένως , πρέπει νά απορριφθεί .

Επί τής παραβιάσεως τής αρχής τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης

12 Η Duerbeck ισχυρίζεται οτι η Επιτροπή παρεβίασε τήν αρχή τής δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μή πληροφορώντας την οτι μία ορισμένη ποσότης μήλων ηδύνατο ακόμη νά εισαχθεί , σέ περίπτωση πού θά διεπιστούτο στήν συνέχεια οτι ποσότητες μήλων πού ειχαν ήδη εισαχθεί δέν προωρίζοντο γιά τήν κοινοτική αγορά .

13Ο λόγος αυτός δέν αντιστοιχεί πρός εκείνον πού προετάθη μέ τό δικόγραφο τής αγωγής οτι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τής εναγούσης ειχε θιγεί από τήν Επιτροπή μέ τήν λήψη ακριβώς τών μέτρων διασφαλίσεως καί , συνεπώς , πρέπει νά θεωρηθεί ως νέος ισχυρισμός .

14 Τό άρθρο 42 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας τού Δικαστηρίου προβλέπει οτι «κατά τήν διάρκεια τής δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών , εκτός εάν στηρίζονται σέ νομικά καί πραγματικά στοιχεία πού ανέκυψαν κατά τήν έγγραφη διαδικασία» . Εν προκειμένω , η ενάγουσα δέν επικαλείται κανένα νέο νομικό ή πραγματικό στοιχείο , κατά τήν έννοια τής προαναφερθείσης διατάξεως . Ο εν λόγω ισχυρισμός ειναι , συνεπώς , απαράδεκτος .

Επί τής ευθύνης πού δυνατόν νά υπέχει η Επιτροπή γιά τήν λήψη νομίμων μέτρων

15 Πρέπει νά σημειωθεί οτι ο λόγος αυτός δέν προεβλήθη παρά κατά τήν διάρκεια τής προφορικής διαδικασίας καί , συνεπώς , αποτελεί ομοίως νέο ισχυρισμό , πού στηρίζεται στήν απόφαση τού Δικαστηρίου , τής 5ης Μα ΐου 1981 .

16 Η απόφαση , ομως τού Δικαστηρίου στήν υπόθεση 112/80 δέν δύναται νά θεωρηθεί ως επαρκής λόγος γιά νά δύναται , βάσει τού προαναφερθέντος άρθρου 42 , παράγραφος 2 , νά προβληθεί ο νέος αυτός ισχυρισμός .

17 Όντως , ενα νέο πραγματικό γεγονός , γιά νά δύναται νά δικαιολογήσει τήν προβολή νέου ισχυρισμού κατά τήν διάρκεια τής δίκης , πρέπει νά μή υφίστατο ή νά μή ηταν γνωστό στόν ενάγοντα κατά τόν χρόνο ασκήσεως τής αγωγής . Δεδομένου , ομως , οτι υπέρ τών πράξεων τών κοινοτικών οργάνων υφίσταται τεκμήριο νομιμότητος μέχρις οτου τό Δικαστήριο ενδεχομένως τίς κηρύξει ασυμβίβαστες μέ τίς συνθήκες περί ιδρύσεως τών Κοινοτήτων , η απόφαση πού εξέδωσε τό Δικαστήριο , στά πλαίσια τής υποθέσεως 112/80 , απλώς , επιβεβαίωσε μία νομική κατάσταση , η οποία ηταν γνωστή στήν ενάγουσα κατά τόν χρόνο ασκήσεως τής προσφυγής της .

18 Υπ’ αυτές τίς συνθήκες , η Duerbeck δέν ηδύνατο νά προστατεύσει τά δικαιώματά της παρά μόνο άν επεκαλείτο στό δικόγραφο τής αγωγής της , επικουρικώς , τούς ισχυρισμούς πού έκρινε οτι ηταν δυνατό νά προβάλει , ακόμη καί άν οι προβαλλόμενες πράξεις θά εκρίνοντο ως νόμιμες .

19Επομένως καί ο λόγος αυτός πρέπει νά κριθεί ως απαράδεκτος .

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα

Επί τών δικαστικών εξόδων

20 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα , εφ’ οσον υπήρχε σχετικό αίτημα τού νικήσαντος διαδίκου . Επειδή , στήν παρούσα υπόθεση , η ενάγουσα ηττήθη , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα .

Διατακτικό

Διά ταύτα

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( πρώτο τμήμα )

κρίνει καί αποφασίζει :

1 ) Απορρίπτει τήν αγωγή ως αβάσιμη οσον αφορά τόν λόγο περί τής παραβιάσεως τής αρχής τού μή επιτρεπτού τών διακρίσεων .

2)Απορρίπτει τήν αγωγή ως απαράδεκτη , οσον αφορά τούς άλλους λόγους πού προέβαλε η ενάγουσα .

3)Καταδικάζει τήν ενάγουσα στά δικαστικά έξοδα .