Διάδικοι
Αντικείμενο της υπόθεσης
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Διάδικοι

Στήν υπόθεση 195/80

BERNARD MICHEL , υπάλληλος τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , κάτοικος Βρυξελλών , Boulevard Mettewis 95/45 , εκπροσωπούμενος από τόν Victor Biel , δικηγόρο Λουξεμβούργου , μέ αντίκλητο στό Λουξεμβούργο τόν προαναφερθέντα εκπρόσωπό του 18 Α , rue des Glacis ,

προσφεύγων ,

κατά

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ , εκπροσωπουμένου από τόν F . Pasetti-Bombardella , Kirchberg , Λουξεμβούργο , επικουρούμενο από τόν A . Bonn , δικηγόρο Λουξεμβούργου ,

καθ’ ου ,

Αντικείμενο της υπόθεσης

πού έχει ως αντικείμενο τήν ακύρωση αποφάσεως περί αποκλεισμού από τίς εξετάσεις γενικού διαγωνισμού ,

Σκεπτικό της απόφασης

1 Μέ δικόγραφο πού κατέθεσε στήν γραμματεία τού Δικαστηρίου στίς 6 Οκτωβρίου 1980 ο Bernard Michel ήσκησε προσφυγή κατά τού Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μέ τήν οποία ζητεί , αφ’ ενός , τήν ακύρωση τής αποφάσεως τής εξεταστικής επιτροπής τού διαγωνισμού ΕΚ/21/Α περί αποκλεισμού του από τίς εξετάσεις τού εν λόγω διαγωνισμού , καθώς καί τήν ακύρωση τού διαγωνισμού αυτού στό σύνολό του καί , αφ’ ετέρου , τήν επιδίκαση αποζημιώσεως εις βάρος τού Κοινοβουλίου γιά τήν ηθική καί υλική βλάβη πού προέκυψε εκ τού αποκλεισμού του από τίς εξετάσεις τού ανωτέρω διαγωνισμού .

2 Ο διαγωνισμός γιά τόν οποίο πρόκειται ηταν γενικός διαγωνισμός βάσει τίτλων καί εξετάσεων γιά τήν κατάρτιση πίνακος προσληπτέων υπαλλήλων διοικήσεως γαλλικής καί ολλανδικής γλώσσας στούς βαθμούς Α 7 καί Α 6 . Η προκήρυξη διαγωνισμού , πού εδημοσιεύθη στήν Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τής 6ης Ιουνίου 1979 απήτει πανεπιστημιακό δίπλωμα ή , ενδεχομένως , επαγγελματική πείρα , η οποία νά εγγυάται ισοδύναμο επίπεδο καί προσόντα , προέβλεπε δέ οτι θά εγίνοντο δεκτοί στίς εξετάσεις μόνον οι υποψήφιοι πού θά συνεκέντρωναν τόν αριθμό τών αναγκαίων βαθμών κατά τήν εκτίμηση τών τίτλων τους στήν οποία θά προέβαινε η εξεταστική επιτροπή τού διαγωνισμού μετά τόν καθορισμό τών κριτηρίων τής επιλογής αυτής .

3 Ο προσφεύγων έθεσε τήν υποψηφιότητά του στόν διαγωνισμό αυτό στόν οποίον ενεφανίσθησαν συνολικά 2140 υποψήφιοι . Όπως προέκυπτε από τόν φάκελο υποψηφιότητός του ηταν από τό 1975 υπάλληλος κατηγορίας Β στήν Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , αφού προηγουμένως απησχολήθη στόν ιδιωτικό τομέα επί 9 έτη , ηταν κάτοχος πτυχίου εμπορικών καί προξενικών επιστημών καί «agrege de l’enseignement superieur» γιά τίς εμπορικές επιστήμες , τά οποία πτυχία απέκτησε τό 1977 από τό Ινστιτούτο Ανωτέρας Εκπαιδεύσεως Lucien Cooremans στίς Βρυξέλλες , καί ειχε παρακολουθήσει από τό 1978 μέχρι τό 1979 μαθήματα στό Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών Σπουδών στίς Βρυξέλλες .

4 Παρ’ ολον οτι συνεκέντρωνε τίς προϋποθέσεις συμμετοχής στόν διαγωνισμό , η υποψηφιότης τού προσφεύγοντος — οπως καί οι υποψηφιότητες 1 455 υποψηφίων επί 1 740 πληρούντων τίς εν λόγω προϋποθέσεις — απερρίφθη κατά τήν επιλογή βάσει τίτλων διότι η εξεταστική επιτροπή δέν τόν εβαθμολόγησε μέ τόν απαιτούμενο αριθμό βαθμών . Ο προσφεύγων ενημερώθη επί τής αποφάσεως αυτής μέ επιστολή τού προέδρου τής εξεταστικής επιτροπής υπό ημερομηνία 21ης Φεβρουαρίου 1980 . Επρόκειτο περί στερεοτύπου επιστολής διατυπωμένης κατά τόν ίδιο ακριβώς τρόπο γιά ολους τούς υποψηφίους πού απεκλείσθησαν από τίς εξετάσεις .

5 Μέ συστημένη επιστολή τής 2ας Ιουνίου 1980 , η οποία επρωτοκολλήθη στήν ταχυδρομική υπηρεσία τού Κοινοβουλίου στίς 4 Ιουνίου 1980 , ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει τού άρθρου 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων κατά τού αποκλεισμού του από τίς εξετάσεις τού εν λόγω διαγωνισμού . Δεδομένου οτι δέν έλαβε απάντηση στήν διοικητική αυτή ένσταση , ο προσφεύγων ήσκησε τήν παρούσα προσφυγή .

Επί τού παραδεκτού

6 Τό Κοινοβούλιο κατ’ αρχάς προέβαλε ένσταση απαραδέκτου , επικαλούμενο τήν μή τήρηση τών προβλεπομένων από τά άρθρα 90 καί 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων προθεσμιών .

7 Προκειμένου περί αποφάσεως εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού , η υποβολή διοικητικής ενστάσεως πρό τής ασκήσεως τής προσφυγής δέν ηταν αναγκαία εν προκειμένω γιά τό παραδεκτό τής προσφυγής . Πάντως , εφ’ οσον ο προσφεύγων έκαμε χρήση τής προβλεπομένης στό άρθρο 90 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων ευχερείας νά αποταθεί κατ’αρχάς στήν αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή , η προσφυγή του ειναι παραδεκτή συμφώνως πρός τό άρθρο 91 παράγραφοι 2 καί 3 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων υπό τόν ορο η απευθυνομένη στήν αρμοδία γιά τούς διορισμούς αρχή εν λόγω ένσταση νά υπεβλήθη εντός τής προθεσμίας πού προβλέπεται στό άρθρο 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων . Η εν λόγω τρίμηνη προθεσμία τρέχει από τής ημέρας τής κοινοποιή σεως τής αποφάσεως στόν παραλήπτη , καί εν πάση περιπτώσει , τό αργότερο από τής ημέρας κατά τήν οποία ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση τής αποφάσεως , άν πρόκειται περί ατομικού μέτρου .

8 Πρέπει νά μνημονευθεί οτι δέν έχει αποδειχθεί η ημερομηνία κατά τήν οποία η από 21ης Φεβρουαρίου 1980 μή συστημένη επιστολή τού προέδρου τής εξεταστικής επιτροπής έφθασε στήν κατοικία τού προσφεύγοντος στίς Βρυξέλλες . Πάντως ο προσφεύγων στήν επιστολή τής 2ας Ιουνίου 1980 , μέ τήν οποία υπέβαλε τήν διοικητική του ένσταση , εδήλωσε οτι τήν έλαβε στίς 3 Μαρτίου 1980 . Δέν αμφισβητείται οτι η διοικητική ένσταση πού κατετέθη επί συστάσει στό ταχυδρομείο τών Βρυξελλών στίς 2 Ιουνίου 1980 διεβιβάσθη στήν υπηρεσία ταχυδρομείου τού Κοινοβουλίου στίς 3 Ιουνίου 1980 παρ’ ολον οτι δέν επρωτοκολλήθη παρά στίς 4 Ιουνίου 1980 .

9 Τό Κοινοβούλιο υποστηρίζει οτι η προθεσμία υποβολής τής διοικητικής ενστάσεως άρχισε νά τρέχει τό αργότερο τήν Δευτέρα , 25 Φεβρουαρίου 1980 , διότι ειναι δυνατόν νά υποτεθεί οτι η επιστολή τού προέδρου τής εξεταστικής επιτροπής τής 21ης Φεβρουαρίου 1980 , ταχυδρομηθείσα στό Λουξεμβούργο τήν ιδία ημέρα , παρεδόθη στήν κατοικία τού προσφεύγοντος στίς Βρυξέλλες τό αργότερο τήν επομένη Δευτέρα , ήτοι στίς 25 Φεβρουαρίου 1980 , καθ’ οσον ο προσφεύγων δέν προέβαλε κανένα λόγο καθυστερημένης παραλαβής τής επιστολής αυτής .

10 Ο προσφεύγων βεβαιώνει , αντιθέτως , οτι δέν παρέλαβε τήν επιστολή τής 21ης Φεβρουαρίου 1980 παρά στίς 3 Μαρτίου 1980 , από τής οποίας συνεπώς άρχισε νά τρέχει η προθεσμία υποβολής τής διοικητικής ενστάσεως .

11 Τό Κοινοβούλιο δέν προσεκόμισε καμμία απόδειξη περί τού οτι η επιστολή τής 21ης Φεβρουαρίου 1980 έφθασε στόν προσφεύγοντα πρό τής ημερομηνίας , κατά τήν οποία ο προσφεύγων βεβαιώνει οτι τήν παρέλαβε καί οτι έλαβε γνώση τού περιεχομένου της . Ο παραλήπτης μή συστημένης επιστολής δέν οφείλει νά αποδείξει τούς λόγους ενδεχομένης καθυστερήσεως στήν διαβίβασή της .

12 Κατά συνέπεια , η προβλεπομένη από τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων προθεσμία άρχισε νά τρέχει στίς 3 Μαρτίου 1980 καί η διοικητική ένσταση έπρεπε νά υποβληθεί τό αργότερο στίς 3 Ιουνίου 1980 .

13 Η διοικητική ένσταση έφθασε στό Κοινοβούλιο στίς 3 Ιουνίου 1980 . Επομένως , υπεβλήθη πρό τής εκπνοής τής προθεσμίας .

14 Από αυτό επεται οτι η ένσταση περί μή τηρήσεως τών προβλεπομένων στά άρθρα 90 καί 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων προθεσμιών ειναι αβάσιμη .

15 Προκειμένου νά αμφισβητήσει τό παραδεκτό τής προσφυγής , τό Κοινοβούλιο υποστηρίζει εξ άλλου οτι ο προσφεύγων δέν έχει έννομο συμφέρον διότι οι εξετάσεις τού διαγωνισμού έχουν ήδη διεξαχθεί .

16 Όμως , εν περιπτώσει ακυρώσεως τής αποφάσεως τής εξεταστικής επιτροπής περί αποκλεισμού τού προσφεύγοντος από τίς εξετάσεις , τό Κοινοβούλιο θά οφείλει , συμφώνως πρός τό άρθρο 176 τής συνθήκης ΕΟΚ , νά λάβει τά μέτρα πού συνεπάγεται η εκτέλεση τής αποφάσεως αυτής . Δέν δύναται , επομένως , νά αμφισβητηθεί τό έννομο συμφέρον τού προσφεύγοντος .

17 Όπως προκύπτει από τό σύνολο τών προηγουμένων σκέψεων , η προσφυγή ειναι παραδεκτή .

Επί τής ουσίας

18 Ο προσφεύγων προβάλλει , κατ’ αρχάς , οτι η απόφαση τής εξεταστικής επιτροπής περί αποκλεισμού του από τίς εξετάσεις τού διαγωνισμού ειναι άκυρη γιά παράβαση ουσιώδους τύπου λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας .

19 Πρός τούτο νά σημειωθεί οτι η επιστολή τής 21ης Φεβρουαρίου 1980 ενημέρωνε τόν προσφεύγοντα οτι η επιλογή γιά τήν συμμετοχή στίς εξετάσεις ειχε πραγματοποιηθεί μέ βαθμολόγηση τών τίτλων επί τή βάσει τών προσκομισθέντων δικαιολογητικών εγγράφων , οτι γιά τόν καθορισμό τής βαθμολογίας αυτής ειχαν ληφθεί υπ’ όψη τά αποκτηθέντα πανεπιστημιακά διπλώματα , τό ειδος τους , τό επίπεδό τους , η μεταπτυχιακή πείρα , καθώς καί η κτηθείσα κατάλληλη επαγγελματική πείρα καί οτι , κατόπιν τής βαθμολογήσεως αυτής , η υποψηφιότης τού προσφεύγοντος δέν ειχε συγκεντρώσει τόν απαιτούμενο ελάχιστο αριθμό τών 24 βαθμών . Αναφέρετο στήν επιστολή αυτή οτι η εξεταστική επιτροπή θά απήντα σέ κάθε αίτηση παροχής συμπληρωματικών διευκρινίσεων επί τής επιλογής αυτής . Όταν ο προσφεύγων απηύθυνε παρόμοια αίτηση στήν εξεταστική επιτροπή , ο πρόεδρος τής εξεταστικής επιτροπής τού επεσήμανε , μέ επιστολή υπό ημερομηνία 9ης Ιουνίου 1980 , οτι δέν έγινε δεκτός στίς εξετάσεις λόγω ανεπαρκείας τής επαγγελματικής πείρας , τήν οποία ανέφερε στόν φάκελό του καί οτι , δεσμευόμενος από τήν υποχρέωση τηρήσεως τού απορρήτου τών συσκέψεων τής εξεταστικής επιτροπής , δέν ηδύνατο νά τού ανακοινώσει πρόσθετες πληροφορίες .

20 Όπως προκύπτει από τήν αιτιολογημένη έκθεση τής εξεταστικής επιτροπής , τής οποίας τό Κοινοβούλιο προσεκόμισε απόσπασμα προσηρτημένο στό υπόμνημα αντικρούσεώς του , η εξεταστική επιτροπή καθόρισε ως γενικό κριτήριο νά μή γίνουν δεκτοί στίς εξετάσεις παρά μόνον οι υποψήφιοι μέ δικαιολογητικά μιάς «καταρτίσεως» νέου λαμπρού επιστήμονος «μέ επί πλέον ενα ελάχιστο οριο ειδικεύσεως ή δραστηριοτήτων ή επαγγελματικής πείρας» καί οτι η εξεταστική επιτροπή υπελόγισε πρός τόν σκοπό αυτό ως κριτήριο τό βασικό πανεπιστημιακό δίπλωμα μέ ανώτατο οριο 22 βαθμούς , τά συμπληρωματικά πανεπιστημιακά διπλώματα μέ 1 μέχρι 3 βαθμούς , τά ειδικά μεταπτυχιακά μαθήματα , τήν άσκηση , τήν ανάλογη πρός ευρωπαϊκή δραστηριότητα πείρα , τούς πίνακες ικανότητος στούς διοργανωθέντες από τίς Κοινότητες διαγωνισμούς κατηγορίας Α , μέ 1 μέχρι 3 βαθμούς , καθώς καί τήν επαγγελματική πείρα , πού εξετιμήθη από 1 μέχρι 12 βαθμούς , διευκρινίζοντας ως πρός τό τελευταίο αυτό κριτήριο οτι έπρεπε νά πρόκειται περί «πείρας επιπέδου στελεχών ( υπαλλήλου διοικήσεως — συντάκτου ) στόν δημόσιο ή τόν ιδιωτικό τομέα , ανάλογης πείρας ή απλώς πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως ( στίς Κοινότητες από τού επιπέδου Β 1 καί ολοι οι LA ), πείρας σέ τομέα σχετικό μέ τό πεδίο δραστηριοτήτων τού οργάνου» . Κατά τήν έκθεση αυτή , ο προσφεύγων έλαβε από τήν εξεταστική επιτροπή 22 βαθμούς γιά τά βασικά του πανεπιστημιακά διπλώματα , κανένα δέ βαθμό βάσει τών άλλων κριτηρίων .

21 Τό Κοινοβούλιο προέβαλε κατ’ αρχάς οτι ο προσφεύγων δέν έχει συμφέρον νά συνεχίσει επικαλούμενος τόν λόγο ακυρώσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας διότι εν τώ μεταξύ τού ανεκοινώθη η αιτιολογία τής αποφάσεως . Μέ τό επιχείρημα αυτό τό Κοινοβούλιο ισχυρίζεται στήν ουσία οτι η ενδεχομένη έλλειψη αιτιολογίας τής αποφάσεως καλύπτεται μεταγενεστέρως από τό γεγονός οτι ο προσφεύγων επληροφορήθη κατά τήν διάρκεια τής διαδικασίας ενώπιον τού Δικαστηρίου τούς λόγους αποκλεισμού του από τίς εξετάσεις .

22 Πρέπει ομως νά τονισθεί σχετικά μέ τό θέμα αυτό οτι η υποχρέωση αιτιολογίας μιάς αποφάσεως πού προξενεί βλάβη έχει ως σκοπό νά επιτρέψει στό Δικαστήριο νά ασκήσει τόν έλεγχό του επί τής νομιμότητος τής αποφάσεως καί νά παράσχει στόν ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις ωστε νά γνωρίζει άν η από φαση ειναι επαρκώς αιτιολογημένη ή άν φέρει τό στίγμα ελαττώματος πού επιτρέπει τήν αμφισβήτηση τής νομιμότητός του . Από αυτό προκύπτει οτι η αιτιολογία πρέπει , κατ’ αρχήν , νά ανακοινώνεται στόν ενδιαφερόμενο ταυτοχρόνως μέ τήν απόφαση πού τόν βλάπτει καί οτι η έλλειψη αιτιολογίας δέν δύναται νά καλυφθεί επειδή ο ενδιαφερόμενος πληροφορείται τήν αιτιολογία τής αποφάσεως κατά τήν διάρκεια τής διαδικασίας ενώπιον τού Δικαστηρίου .

23 Τό Κοινοβούλιο υποστηρίζει περαιτέρω , οτι η αιτιολογία πού εδόθη στόν προσφεύγοντα μέ τήν επιστολή τής 21ης Φεβρουαρίου 1980 καί εν πάση περιπτώσει μέ τήν επιστολή τής 9ης Ιουνίου 1980 ικανοποίει κάθε απαίτηση .

24 Πρέπει κατ’ αρχάς νά τονισθεί οτι τό απόρρητο τών εργασιών τής εξεταστικής επιτροπής , τό οποίο έχει καθιερωθεί από τό άρθρο 6 τού παραρτήματος ΙΙΙ τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δέν απαλλάσσει τήν εξεταστική επιτροπή τού διαγωνισμού τής υποχρεώσεως νά πληροφορήσει τουλάχιστον συνοπτικώς τόν υποψήφιο πού απεκλείσθη κατά τήν επιλογή βάσει τίτλων , γιά τούς λόγους τής αποφάσεως αυτής .

25 Η εν λόγω απαίτηση αιτιολογίας πρέπει πάντως νά εκτιμηθεί σέ συνάρτηση μέ τά διάφορα επίπεδα καί είδη διαγωνισμού καί , ειδικότερα , μέ τόν αριθμό τών υποψηφίων πού συμμετέχουν σέ κάθε διαγωνισμό . Σέ διαγωνισμούς μέ πολυάριθμη συμμετοχή , οπως στόν επίδικο διαγωνισμό , η αιτιολογία τού αποκλεισμού δέν πρέπει νά λαμβάνει τέτοια έκταση ωστε νά επιβαρύνεται κατά τρόπο μή ανεκτό τό έργο τών εξεταστικών επιτροπών καί τής διοικήσεως προσωπικού .

26 Άν καί η επιστολή τής 21ης Φεβρουαρίου 1980 ενημέρωσε ασφαλώς τόν προσφεύγοντα , τουλάχιστον συνοπτικώς , περί τών κριτηρίων πού ελήφθησαν υπ’ όψη κατά τήν επιλογή βάσει τίτλων , η επιστολή αυτή δέν περιείχε κανένα στοιχείο , έστω συνοπτικό , ατομικής αιτιολογίας καί ούτε κάν επεσήμαινε στόν προσφεύγοντα τά κριτήρια εν όψει τών οποίων οι τίτλοι του ειχαν κριθεί ανεπαρκείς . Κατά συνέπεια , μέ τό περιεχόμενο τής επιστολής αυτής δέν εκπληρούται η υποχρέωση αιτιολογίας .

27 Προκειμένου νά ληφθούν υπ’ όψη οι πρακτικές δυσχέρειες πού αντιμετωπίζει η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού σέ πολυάριθμη συμμετοχή , πρέπει νά γίνει δεκτό οτι η επιτροπή οφείλει νά παρέχει στόν υποψήφιο σέ πρώτο στάδιο πληροφορίες μόνο επί τών κριτηρίων καί τού αποτελέσματος τής επιλογής , οπως οι περιεχόμενες εν προκειμένω στήν επιστολή τής 21ης Φεβρουαρίου 1980 , καί νά μή παρέχει ατομικές διευκρινίσεις παρά μεταγενεστέρως καί σ’ εκείνους τούς υποψηφίους πού τό ζητούν ρητώς , υπό τόν ορο πάντως οι ατομικές πληροφορίες νά αποστέλλονται από τήν εξεταστική επιτροπή τού διαγωνισμού πρό τής εκπνοής τής προβλεπομένης από τά άρθρα 90 καί 91 τού κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τών υπαλλήλων προθεσμίας ωστε νά τούς επιτραπεί νά κάμουν χρήση , άν τό κρίνουν σκόπιμο , τών δικαιωμάτων τους .

28 Από τά ανωτέρω προκύπτει οτι ο ισχυρισμός περί ελλείψεως αιτιολογίας ειναι βάσιμος , χωρίς νά απαιτείται γι’ αυτό νά ληφθεί υπ’ όψη τό περιεχόμενο τής επιστολής τού προέδρου τής εξεταστικής επιτροπής τής 9ης Ιουνίου 1980 .

29 Πρέπει , επομένως , νά συναχθεί τό συμπέρασμα οτι εν προκειμένω η αρνητική απόφαση τής εξεταστικής επιτροπής ηταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη .

30 Στήν απάντησή του , ο προσφεύγων ισχυρίζεται επίσης οτι τό Κοινοβούλιο προεκάλεσε τήν υποβολή πολυαρίθμων υποψηφιοτήτων βάσει μή πραγματοποιησίμων , παραπλανητικών καί απατηλών υποσχέσεων , πράγμα πού δικαιολογεί τήν ακύρωση τού διαγωνισμού στό σύνολό του .

31 Εν τούτοις , ο προσφεύγων δέν προσεκόμισε κανένα σοβαρό στοιχείο ικανό νά στηρίξει ενα τέτοιο ισχυρισμό . Δέν χρειάζεται , επομένως , νά κρίνει τό Δικαστήριο επί τού ζητήματος άν επιτρέπεται στόν προσφεύγοντα νά διατυπώσει , στήν απάντησή του , τέτοια νέα αιτήματα στηριζόμενα επί ενός νέου λόγου .

32 Ο προσφεύγων εζήτησε επί πλέον νά υποχρεωθεί τό Κοινοβούλιο στήν καταβολή αποζημιώσεως πρός αποκατάσταση τής προξενηθείσης , λόγω τού αποκλεισμού του από τίς εξετάσεις τού ανωτέρω διαγωνισμού , βλάβης .

33 Μέ τά περιεχόμενα ομως στήν δικογραφία στοιχεία , δέν δύναται νά διαπιστωθεί ούτε οτι ο προσφεύγων έπρεπε νά γίνει δεκτός στίς εξετάσεις ούτε οτι ηταν ακολούθως βέβαιο οτι θά περιελαμβάνετο στόν πίνακα ικανότητος καί οτι θά διορίζετο σέ κενή θέση . Ο προσφεύγων δέν προσεκόμισε , συνεπώς , κανένα αποδεικτικό μέσο ικανό νά αποδείξει οτι πράγματι υπέστη κάποια ηθική ή υλική βλάβη .

34 Όπως προκύπτει από τά ανωτέρω , η προσβαλλομένη απόφαση τής εξεταστικής επιτροπής τού διαγωνισμού περί τού αποκλεισμού τού προσφεύγοντος από τίς εξετάσεις πρέπει νά ακυρωθεί καί η προσφυγή πρέπει νά απορριφθεί κατά τά λοιπά .

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα

Επί τών δικαστικών εξόδων

35 Κατά τό άρθρο 69 παράγραφος 2 τού κανονισμού διαδικασίας , ο ηττώμενος διάδικος καταδικάζεται στά δικαστικά έξοδα . Τό Κοινοβούλιο , δεδομένου οτι απερρίφθησαν οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του , πρέπει νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα .

Διατακτικό

Διά ταύτα

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )

κρίνει καί αποφασίζει :

1 ) Ακυρώνει τήν απόφαση μέ τήν οποία η εξεταστική επιτροπή τού γενικού διαγωνισμού ΕΚ/21/Α ( υπάλληλοι διοικήσεως γαλλικής καί ολλανδικής γλώσσας ) απέκλεισε τόν προσφεύγοντα από τίς εξετάσεις τού εν λόγω διαγωνισμού .

2)Απορρίπτει τήν προσφυγή κατά τά λοιπά .

3)Καταδικάζει τό Κοινοβούλιο στά δικαστικά έξοδα .