Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα

I – Εισαγωγή

1. Στις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, κοινωνικοί εταίροι διαπραγματεύθηκαν, αρχικώς, τη σύναψη συλλογικών συμφωνιών με σκοπό τη θέσπιση συστήματος επικουρικής ασφαλίσεως για την κάλυψη, μεταξύ άλλων, των δαπανών υγείας και καθόρισαν, με τις συμφωνίες αυτές, έναν μόνον ασφαλιστικό φορέα χωρίς διαγωνισμό. Στη συνέχεια, στο πλαίσιο διαδικασίας επεκτάσεως, η υπαγωγή στα εν λόγω συστήματα ασφαλίσεως κατέστη υποχρεωτική από τις δημόσιες αρχές για το σύνολο των μισθωτών εργαζομένων και των εργοδοτών του οικείου κλάδου.

2. Το κύριο νομικό ζήτημα που θέτουν οι υποθέσεις αυτές είναι εάν η νομολογία του Δικαστηρίου, ειδικότερα στον τομέα των συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ καθώς και με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και τη συνεπακόλουθη υποχρέωση διαφάνειας, εφαρμόζεται mutatis mutandis στην ανωτέρω περιγραφείσα διαδικασία επεκτάσεως.

3. Οι υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, που υπέβαλε το Conseil d’État [Συμβούλιο της Επικρατείας] (Γαλλία), στο πλαίσιο προσφυγών με τις οποίες, αφενός, η Union des syndicats de l’immobilier (UNIS) (στο εξής: UNIS), στην υπόθεση C‑25/14, και, αφετέρου, η Beaudout Père et Fils SARL (στο εξής: Beaudout), στην υπόθεση C‑26/14, ζητούν την ακύρωση δύο υπουργικών αποφάσεων του ministre du Travail, de l’Emploi et de la Santé [Υπουργού Εργασίας, Απασχολήσεως και Υγείας] περί της επεκτάσεως αυτής των συλλογικών συμφωνιών. Οι αιτήσεις αυτές αφορούν το ζήτημα κατά πόσον η τυχόν απορρέουσα από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ υποχρέωση διαφάνειας εφαρμόζεται στην περίπτωση αποφάσεως των δημοσίων αρχών περί επεκτάσεως, σύμφωνα την οποία παρασχέθηκε σε επιχειρηματία αποκλειστικό δικαίωμα (2) . Επομένως, οι υπό κρίση υποθέσεις αποτελούν την άμεση συνέχεια της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση AG2R Prévoyance (3), καθόσον θέτουν το ζήτημα της εκτιμήσεως του ίδιου συστήματος, δηλαδή του επίμαχου στην υπόθεση C‑26/14, υπό το πρίσμα των θεμελιωδών ελευθεριών, και ιδίως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, και όχι των κανόνων ανταγωνισμού του δικαίου της Ένωσης.

II – Το γαλλικό νομικό πλαίσιο

4. Στη Γαλλία, οι υγειονομικές δαπάνες ασθένειας ή ατυχήματος των μισθωτών καλύπτονται εν μέρει από το βασικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Το μέρος των δαπανών που βαρύνει τον ασφαλισμένο μπορεί να καλύπτεται εν μέρει από επικουρικούς φορείς υγειονομικής περιθάλψεως.

5. Οι σχετικές διατάξεις του γαλλικού δικαίου περιλαμβάνονται στον κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως και στον εργατικό κώδικα.

6. Δυνάμει του άρθρου L. 911‑1 του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, η επιπλέον της κοινωνικής ασφαλίσεως συλλογική κάλυψη που δικαιούνται οι μισθωτοί μπορεί, ιδίως, να καθορίζεται μέσω συμβάσεων ή συλλογικών συμφωνιών, των οποίων οι όροι ισχύουν, κατ’ αρχήν, μόνο για τα μέλη των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των εργοδοτών και των μισθωτών εργαζομένων τα οποία διαπραγματεύθηκαν και συνήψαν τις συμφωνίες αυτές. Το άρθρο L. 911‑3 του εν λόγω κώδικα προβλέπει ότι οι συμφωνίες αυτές μπορούν να επεκτείνονται με απόφαση του αρμοδίου υπουργού.

7. Κατά το άρθρο L. 912‑1 του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως όπως ίσχυε μεταξύ της 24ης Ιουνίου 2006 και της 25ης Δεκεμβρίου 2013, «οσάκις οι προβλεπόμενες στο άρθρο L. 911‑1 επαγγελματικές ή διεπαγγελματικές συμφωνίες προβλέπουν την αμοιβαία κάλυψη των κινδύνων έναντι των οποίων παρέχεται ασφάλιση από έναν ή περισσότερους οργανισμούς του άρθρου 1 του νόμου 89-1009 […] ή από έναν ή περισσότερους οργανισμούς του άρθρου L. 370‑1 του κώδικα ασφαλίσεων, στους οποίους επομένως προσχωρούν υποχρεωτικώς οι επιχειρήσεις οι οποίες εμπίπτουν στo πεδίο εφαρμογής των εν λόγω συμφωνιών, οι τελευταίες περιλαμβάνουν ρήτρα η οποία καθορίζει υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποια συχνότητα μπορούν να επανεξετάζονται οι λεπτομέρειες οργανώσεως της αμοιβαίας καλύψεως των κινδύνων. Η εν λόγω επανεξέταση πρέπει να πραγματοποιείται τουλάχιστον ανά πενταετία» (4) .

8. Η διαδικασία επεκτάσεως συμβάσεως ή συμφωνίας ρυθμίζεται από τον εργατικό κώδικα, και ειδικότερα από τα άρθρα L. 2261‑15, L. 2261‑19, L. 2261‑24, L. 2261‑25, L. 2261‑27 και D. 2261‑3 αυτού. Επομένως, κλαδικές συμβάσεις ή επαγγελματικές ή διεπαγγελματικές συμφωνίες που συνάπτονται στο πλαίσιο επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, όπως και οι πράξεις τροποποιήσεώς τους και τα παραρτήματά τους, μπορούν, υπό ορισμένους όρους, να επεκταθούν με απόφαση του αρμόδιου υπουργού, η οποία τις καθιστά υποχρεωτικές για το σύνολο των μισθωτών εργαζομένων και των εργοδοτών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οικείας συμβάσεως ή συμφωνίας. Πρέπει να προηγηθεί διαβούλευση με την εθνική επιτροπή συλλογικών διαπραγματεύσεων η οποία εκδίδει θετική αιτιολογημένη γνώμη. Σε περίπτωση αιτιολογημένων αντιρρήσεων εκ μέρους τουλάχιστον δύο οργανώσεων εργοδοτών ή δύο οργανώσεων εργαζομένων οι οποίες εκπροσωπούνται στην εν λόγω επιτροπή, ο υπουργός μπορεί να ζητήσει εκ νέου την εμπεριστατωμένη γνώμη της επιτροπής και, στη συνέχεια, κατόπιν νέας γνωμοδοτήσεως να εκδώσει απόφαση περί επεκτάσεως.

9. Το άρθρο L. 2261‑25 του εργατικού κώδικα ορίζει τα εξής:

«Ο Υπουργός Εργασίας μπορεί να αποκλείσει από την επέκταση, κατόπιν αιτιολογημένης γνώμης της εθνικής επιτροπής συλλογικών διαπραγματεύσεων, τις ρήτρες που αντιβαίνουν σε νομοθετικές διατάξεις.

Ο Υπουργός Εργασίας μπορεί επίσης να αποκλείσει τις ρήτρες οι οποίες μπορούν να αφαιρεθούν από τη σύμβαση ή τη συμφωνία χωρίς να μεταβληθεί η οικονομία της εν λόγω σύμβασης ή συμφωνίας, και οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στην κατάσταση του κλάδου ή των κλάδων στο υπό εξέταση πεδίο εφαρμογής.

[…]»

10. Το άρθρο D. 2261‑3 του εργατικού κώδικα προβλέπει τα εξής:

«Πριν την έκδοση της επικείμενης υπουργικής αποφάσεως περί επεκτάσεως ή διευρύνσεως, δημοσιεύεται ανακοίνωση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας . Η ανακοίνωση αυτή καλεί τις οργανώσεις και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Η εν λόγω ανακοίνωση αναφέρει τον τόπο καταθέσεως της συμβάσεως ή συμφωνίας και την υπηρεσία στην οποία υποβάλλονται οι παρατηρήσεις.

Για την υποβολή παρατηρήσεων εκ μέρους των οργανώσεων και των ενδιαφερομένων προσώπων τάσσεται προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως.»

11. Το άρθρο 1 του νόμου 89‑1009, της 31ης Δεκεμβρίου 1989, περί ενισχύσεως των εγγυήσεων που παρέχονται στους εργαζομένους έναντι ορισμένων κινδύνων (5), ορίζει:

«Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται στις ασφαλιστικές παροχές με αντικείμενο την πρόληψη και την κάλυψη κινδύνου θανάτου, κινδύνων που απειλούν τη σωματική ακεραιότητα του προσώπου ή σχετίζονται με την μητρότητα ή κινδύνων ανικανότητας προς εργασία ή αναπηρίας ή ανεργίας. Απολαύουν αποκλειστικά των ασφαλιστικών παροχών που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο οι ακόλουθοι φορείς:

a) επιχειρήσεις του κώδικα ασφαλίσεων·

b) φορείς που εμπίπτουν στον τίτλο III του βιβλίου VII του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως·

c) φορείς που εμπίπτουν στο τμήμα 4 του κεφαλαίου II του τίτλου II του βιβλίου VII του αγροτικού κώδικα·

d) ταμεία αλληλοβοηθείας του κώδικα αλληλασφαλίσεως.»

III – Τα πραγματικά περιστατικά, οι διαφορές των κύριων δικών, το προδικαστικό ερώτημα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

12. Όσον αφορά την υπόθεση C‑25/14, η εθνική συλλογική σύμβαση στον τομέα των ακινήτων συνήφθη στις 9 Σεπτεμβρίου 1988. Με την πράξη τροποποιήσεως αριθ. 48, της 23ης Νοεμβρίου 2010, και τις πράξεις τροποποιήσεως αριθ. 49 και 50, της 17ης Μαΐου 2011, αυτής της συλλογικής συμβάσεως καθιερώθηκε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως το οποίο καλύπτει τους κινδύνους θανάτου, ανικανότητας προς εργασία και αναπηρίας και σύστημα υποχρεωτικής αποδόσεως των δαπανών υγείας. Το άρθρο 17 της εν λόγω πράξεως τροποποιήσεως αριθ. 48 ορίζει, για περίοδο τριών ετών, τον Institution de prévoyance du groupe Mornay ως τον μοναδικό ασφαλιστικό φορέα των εν λόγω δύο συστημάτων.

13. Με απόφαση της 13ης Ιουλίου 2011, ο Υπουργός Εργασίας, Απασχολήσεως και Υγείας κατέστησε τις εν λόγω πράξεις τροποποιήσεως αριθ. 48 έως 50 υποχρεωτικές για το σύνολο των μισθωτών εργαζομένων και των εργοδοτών του οικείου κλάδου δραστηριότητας.

14. Όσον αφορά την υπόθεση C‑26/14, η εθνική συλλογική σύμβαση αρτοποιίας και αρτοποιίας-ζαχαροπλαστικής (βιοτεχνικές επιχειρήσεις) συνήφθη στις 19 Μαρτίου 1976. Με την πράξη τροποποιήσεως αριθ. 83, της 24ης Απριλίου 2006, της εν λόγω συμβάσεως καθιερώθηκε επικουρικό σύστημα αποδόσεως των δαπανών ιατρικής περιθάλψεως προς όφελος των μισθωτών του κλάδου αυτού, βάσει αμοιβαίας καλύψεως των ασφαλιζόμενων κινδύνων και υποχρεωτικής υπαγωγής των εργοδοτών. Δυνάμει της ίδιας πράξεως τροποποιήσεως ο ασφαλιστικός φορέας AG2R Prévoyance (στο εξής: AG2R) ορίστηκε ως ο μοναδικός φορέας επιφορτισμένος με τη διαχείριση του συστήματος αυτού. Με το άρθρο 6 της πράξεως τροποποιήσεως αριθ. 100, της 27ης Μαΐου 2011, η AG2R ορίστηκε εκ νέου, για περίοδο πέντε ετών, ως ασφαλιστικός φορέας του εν λόγω συστήματος.

15. Με απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 2011, ο Υπουργός Εργασίας, Απασχολήσεως και Υγείας όρισε την εν λόγω πράξη τροποποιήσεως αριθ. 100 ως υποχρεωτική για όλους τους μισθωτούς και εργοδότες του οικείου κλάδου δραστηριότητας.

16. Με προσφυγές που ασκήθηκαν, αντιστοίχως, στις 23 Σεπτεμβρίου 2011 και στις 24 Φεβρουαρίου 2012, ενώπιον του Conseil d’État, οι UNIS και Beaudout αιτήθηκαν την ακύρωση, αντιστοίχως, των υπουργικών αποφάσεων περί επεκτάσεως της 13ης Ιουλίου 2011 και της 23ης Δεκεμβρίου 2011.

17. Μεταξύ άλλων, οι UNIS και Beaudout υποστήριξαν ότι ο καθορισμός των ασφαλιστικών φορέων των επίμαχων συστημάτων επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως πραγματοποιήθηκε χωρίς προηγουμένως να τηρηθεί η υποχρέωση διαφάνειας που απορρέει από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Συναφώς, οι UNIS και Beaudout στηρίχθηκαν ειδικότερα στην απόφαση Sporting Exchange (6), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω υποχρέωση διαφάνειας αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση του δικαιώματος κράτους μέλους να αναθέσει σε επιχειρηματία το αποκλειστικό δικαίωμα ασκήσεως μιας οικονομικής δραστηριότητας, όποιος και αν είναι ο τρόπος επιλογής του επιχειρηματία αυτού.

18. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο Institution de prévoyance du groupe Mornay και η AG2R, μολονότι στερούνται κερδοσκοπικού χαρακτήρα και ενεργούν βάσει της αρχής της αλληλεγγύης, πρέπει να θεωρηθούν ως επιχειρήσεις ασκούσες οικονομική δραστηριότητα, οι οποίες έχουν επιλεγεί από τους κοινωνικούς εταίρους μεταξύ άλλων επιχειρήσεων τις οποίες ανταγωνίζονται στην αγορά παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικής καλύψεως τις οποίες παρέχουν.

19. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η απάντηση στους λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται στην παράβαση της υποχρεώσεως διαφάνειας εξαρτάται από το ζήτημα αν η τήρηση της υποχρεώσεως αυτής αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση για επέκταση όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις των κύριων δικών και ότι το ζήτημα αυτό είναι καθοριστικής σημασίας για την επίλυση των διαφορών επί των οποίων πρέπει να αποφανθεί.

20. Το Conseil d’État, έχοντας αμφιβολίες για την ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, δυνάμει δύο αποφάσεων της 30ής Δεκεμβρίου 2013, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία επί των υποθέσεων των κύριων δικών και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα, του οποίου η διατύπωση είναι πανομοιότυπη στις δύο υποθέσεις:

«Αποτελεί η τήρηση της υποχρεώσεως διαφάνειας που απορρέει από το άρθρο 56 [ΣΛΕΕ] υποχρεωτική προϋπόθεση της επεκτάσεως, εκ μέρους κράτους μέλους, στο σύνολο των επιχειρήσεων ενός κλάδου, μιας συλλογικής συμφωνίας που αναθέτει σε έναν μόνον φορέα, επιλεγμένο από τους κοινωνικούς εταίρους, τη διαχείριση ενός συστήματος υποχρεωτικής επικουρικής ασφαλίσεως θεσμοθετημένου προς όφελος των μισθωτών;»

21. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η UNIS, η Beaudout, η Syndicat national des résidences de tourisme (SNRT) κ.λπ. (στο εξής: SNRT), η Confédération nationale de la boulangerie et boulangerie‑pâtisserie française, η Fédération générale agroalimentaire FGA — CFDT κ.λπ., η Γαλλική και η Βελγική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 22ας Ιανουαρίου 2015.

IV – Ανάλυση

Α — Εισαγωγικές παρατηρήσεις

22. Διευκρινίζω εκ των προτέρων ότι το προδικαστικό ερώτημα του Conseil d’État αφορά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία κράτος μέλος επεκτείνει μία συλλογική συμφωνία, η οποία περιλαμβάνει τον καθορισμό ενός μόνον ασφαλιστικού φορέα, στο σύνολο των επιχειρήσεων κλάδου, και όχι την επιλογή του εν λόγω φορέα από τους κοινωνικούς εταίρους. Εντούτοις, φρονώ ότι είναι σαφές ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη, κατά την εκτίμηση της συμβατότητας των επίμαχων αποφάσεων με τις διατάξεις σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους κοινωνικούς εταίρους, η οποία αποτελεί προϋπόθεση, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο αποφάσεως περί επεκτάσεως, ο αρμόδιος υπουργός δεν μπορεί να επιλέξει διαφορετικό ασφαλιστικό φορέα από εκείνον που επέλεξαν οι κοινωνικοί εταίροι.

23. Ορισμένοι διάδικοι που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις υπογράμμισαν τη σημασία της συμβατικής ελευθερίας και του δικαιώματος συλλογικής διαπραγματεύσεως. Είναι αληθές ότι το δικαίωμα συλλογικής διαπραγματεύσεως αναγνωρίζεται τόσο από διατάξεις διαφόρων διεθνών πράξεων στην κατάρτιση των οποίων έχουν συμπράξει ή έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη όσο και από πράξεις που έχουν καταρτίσει τα εν λόγω κράτη μέλη σε κοινοτικό επίπεδο ή στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως το άρθρο 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο οποίο το άρθρο 6 ΣΕΕ προσδίδει την ίδια νομική ισχύ με εκείνη που έχουν οι Συνθήκες (7) .

24. Η άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος της συλλογικής διαπραγματεύσεως πρέπει να συμβιβάζεται με τις επιταγές που απορρέουν από τις ελευθερίες τις οποίες προστατεύει η Συνθήκη ΛΕΕ και να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (8) .

25. Εξάλλου, οι ρήτρες των συλλογικών συμβάσεων δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις διατάξεις της Συνθήκης περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων πρέπει να σταθμίζονται με τους σκοπούς που επιδιώκει η κοινωνική πολιτική (9) .

26. Πρέπει να τονιστεί, ως δεύτερη εισαγωγική παρατήρηση, ότι η γαλλική νομοθεσία τροποποιήθηκε μετά την υποβολή των υπό κρίση αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως.

27. Συγκεκριμένα, με απόφαση της 13ης Ιουνίου 2013 (10), το γαλλικό Conseil constitutionnel (Συνταγματικό Συμβούλιο), επιληφθέν αιτήσεως ελέγχου της συνταγματικότητας των διατάξεων του νόμου «περί προστασίας της απασχολήσεως» (11), έκρινε αντισυνταγματικό το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου L. 912‑1 του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, σχετικά με την υποχρεωτική υπαγωγή των επιχειρήσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής ορισμένων συμφωνιών σε επικουρικό σύστημα αποδόσεως των δαπανών ιατρικής περιθάλψεως, το οποίο διαχειρίζεται ο οριζόμενος φορέας.

28. Κατά την απόφαση του Conseil constitutionnel, η κήρυξη ως αντισυνταγματικού του εν λόγω άρθρου L. 912‑1 ισχύει από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της εν λόγω αποφάσεως, ήτοι τη 16η Ιουνίου 2013, εντούτοις δεν τυγχάνει εφαρμογής στις συμβάσεις που συνήφθησαν επί αυτής της βάσεως, οι οποίες βρίσκονταν υπό εκτέλεση κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως αυτής.

29. Εν συνεχεία, το άρθρο L. 912‑1 του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως τροποποιήθηκε με τον νόμο 2013‑1203, της 23ης Δεκεμβρίου 2013 (12), υπό την έννοια ότι προβλέπει πλέον ότι οι επαγγελματικές συμφωνίες μπορούν να καθορίσουν την ασφάλιση έναντι συγκεκριμένων κινδύνων υποδεικνύοντας έναν ή περισσότερους οργανισμούς αρμόδιους να μετάσχουν ως ασφαλιστικοί φορείς. Κατά το εν λόγω άρθρο L. 912‑1, παράγραφος 1, «πριν την υπόδειξη αυτή επιβάλλεται η διενέργεια διαγωνισμού των οικείων οργανισμών ή φορέων, υπό συνθήκες διαφάνειας, αμεροληψίας και ίσης μεταχειρίσεως των υποψηφίων και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες εφαρμογής που προβλέπονται από διάταγμα» (13) .

30. Εντούτοις, οι υπό κρίση αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα της εφαρμοστέας νομοθεσίας πριν την εν λόγω τροποποίηση.

31. Θα ξεκινήσω την ανάλυσή μου εξακριβώνοντας αν το άρθρο 56 ΣΛΕΕ είναι κρίσιμο όσον αφορά τις υπό κρίση υποθέσεις. Δεύτερον, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι απαιτήσεις διαφάνειας οι οποίες, κατά πάγια νομολογία, απορρέουν από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ πρέπει να πληρούνται εν προκειμένω, θα εξεταστεί το ζήτημα εάν η διαχείριση των επίμαχων συστημάτων των υποθέσεων των κύριων δικών εμφανίζει βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον και θα ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών. Θα ολοκληρώσω την ανάλυσή μου με την εξέταση του ζητήματος εάν η ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατ’ ουσίαν από τη νομολογία του Δικαστηρίου τη σχετική με τις συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών, μπορεί να ισχύσει αναλογικώς σε περιστάσεις όπως αυτές των υπό κρίση υποθέσεων. Τέλος, θα πρέπει να διατυπώσω την εκτίμησή μου επί του αιτήματος περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Δικαστηρίου.

Β — Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 56 ΣΛΕΕ εν προκειμένω

32. Πρέπει πρώτον να διαπιστωθεί εάν οι υπό κρίση υποθέσεις όντως αφορούν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η SNRT και η Confédération nationale de la boulangerie et boulangerie‑pâtisserie française υποστήριξαν ότι μόνον οι εγκεκριμένοι από το Γαλλικό Δημόσιο φορείς οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στη Γαλλία μπορούν να αποτελούν επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως (14) .

33. Φρονώ χρήσιμο να υπενθυμίσω συναφώς ότι είναι δυνατή η διαχείριση των επίμαχων συστημάτων ασφαλίσεως των υπό κρίση υποθέσεων, είτε από φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως είτε από επιχειρήσεις που διέπονται από τον κώδικα ασφαλίσεων.

34. Από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 92/49 (15), οδηγίας τρίτης γενιάς όσον αφορά την ασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής, η πρόσβαση στην ασφαλιστική δραστηριότητα και η άσκηση της δραστηριότητας αυτής εξαρτώνται από τη χορήγηση ενιαίας διοικητικής άδειας, από τις αρχές του κράτους μέλους στο ο ποίο έχει την εταιρική έδρα της η ασφαλιστική επιχείρηση. Η άδεια αυτή επιτρέπει στην επιχείρηση να ασκεί τις δραστηριότητές της σε ολόκληρη την Ένωση, είτε υπό καθεστώς ελευθερίας εγκαταστάσεως είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Πρέπει να αναφερθεί ότι, κατά το άρθρο L362‑2 του κώδικα ασφαλίσεων, κάθε κοινοτική ασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος άλλο πλην της Γαλλικής Δημοκρατίας μπορεί να καλύψει ή να αναλάβει εντός της γαλλικής επικράτειας, υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από την εγκατάσταση αυτή, κινδύνους ή υποχρεώσεις σύμφωνα με τις άδειες που της έχουν χορηγηθεί από τις ελεγκτικές αρχές του κράτους προελεύσεώς της.

35. Τα επίμαχα συστήματα ασφαλίσεως στις υποθέσεις των κύριων δικών αποτελούν επικουρικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, δεδομένου ότι δεν εντάσσονται στο εκ του νόμου σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Πρέπει ωστόσο να προστεθεί ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, μολονότι η οδηγία 92/49 δεν αφορά, κατ’ αρχήν, τις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, εντούτοις η εν λόγω οδηγία έχει εφαρμογή στις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται στο εν λόγω προβλεπόμενο σύστημα και τις οποίες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις παρέχουν ιδίω κινδύνω (16) .

36. Επομένως, λαμβανομένης υπόψη της εν λόγω οδηγίας, της εθνικής νομοθεσίας και της αποφάσεως Επιτροπή κατά Βελγίου, φρονώ ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη και κατέχουν άδεια στα εν λόγω κράτη μέλη, πρέπει να μπορούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στη Γαλλία υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όσον αφορά τη διαχείριση επικουρικού συστήματος ιατρικής περιθάλψεως όπως τα επίμαχα στις υπό κρίση υποθέσεις συστήματα.

37. Πρέπει ωστόσο να προστεθεί ότι, σε περίπτωση αδυναμίας της διασυνοριακής προσφοράς των υπηρεσιών αυτών, το ζήτημα του καθορισμού των συνεπειών της υποχρεώσεως διαφάνειας στο πλαίσιο της επιλογής ασφαλιστικού φορέα θα εξακολουθούσε, εν πάση περιπτώσει, να έχει σημασία όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως.

38. Τέλος, επισημαίνω ότι το αιτούν δικαστήριο, αναφερόμενο στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ, λαμβάνει ως δεδομένο ότι η παροχή αποκλειστικών δικαιωμάτων όπως τα επίμαχα στις υποθέσεις των κύριων δικών συνιστά περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ο οποίος μπορεί να δικαιολογηθεί. Δεδομένου ότι το προδικαστικό ερώτημα δεν αφορά την ύπαρξη του περιορισμού αυτού ή τη δικαιολόγησή του και ότι ο περιορισμός αυτός ή η δικαιολόγησή του δεν αμφισβητήθηκαν, δεν θα εξετάσω το ερώτημα αυτό.

39. Πριν εξετάσω λεπτομερέστερα την ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ από το Δικαστήριο όσον αφορά το πλαίσιο της υποχρεώσεως διαφάνειας καθώς και το ζήτημα εάν η ερμηνεία αυτή μπορεί να ισχύσει αναλογικώς σε περιστάσεις όπως αυτές των υπό κρίση υποθέσεων, θα εξετάσω εάν η επίμαχη δραστηριότητα εμφανίζει διασυνοριακό ενδιαφέρον, στοιχείο, άλλωστε, που αποτελεί προϋπόθεση της εφαρμογής της υποχρεώσεως διαφάνειας, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατ’ ουσίαν από τη νομολογία του Δικαστηρίου.

Γ — Επί του βέβαιου διασυνοριακού ενδιαφέροντος της διαχειρίσεως συστήματος επικουρικής ασφαλίσεως όπως τα επίμαχα στις υπό κρίση υποθέσεις

40. Καταρχάς, παρατηρώ ότι το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρεται στην έννοια του «βέβαιου διασυνοριακού ενδιαφέροντος» στις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως. Κατά τα υποστηριχθέντα από την UNIS και την Beaudout κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ζήτημα του εν λόγω ενδιαφέροντος δεν εξετάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού. Εντούτοις, η έλλειψη διαπιστώσεων του αιτούντος δικαστηρίου όσον αφορά την ύπαρξη βέβαιου διασυνοριακού ενδιαφέροντος δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως εάν, παρά τις ελλείψεις αυτές, το Δικαστήριο, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας, κρίνει ότι είναι σε θέση να δώσει χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο. Ωστόσο, η απάντηση του Δικαστηρίου δίδεται αποκλειστικώς υπό την επιφύλαξη ότι το αιτούν δικαστήριο θα διαπιστώσει την ύπαρξη βέβαιου διασυνοριακού ενδιαφέροντος στις υποθέσεις των κύριων δικών, βάσει εκτιμήσεως όλων των λυσιτελών στοιχείων που αφορούν τις υποθέσεις των κύριων δικών (17) .

41. Εκτιμώ ότι το προδικαστικό ερώτημα στηρίζεται στην παραδοχή ότι η διαχείριση των επίμαχων συστημάτων στις υποθέσεις των κύριων δικών εμφανίζει βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον. Φρονώ επομένως ότι το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξεταστεί.

42. Οι απόψεις των διαδίκων που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις διαφέρουν ως προς το ζήτημα εάν η δραστηριότητα της διαχειρίσεως συστήματος επικουρικής ασφαλίσεως, όπως τα επίμαχα στις υπό κρίση υποθέσεις, εμφανίζει βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον.

43. Όπως υποστηρίζουν η Beaudout και η Επιτροπή, η διαχείριση των συστημάτων αυτών εμφανίζει διασυνοριακό ενδιαφέρον. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι επιχείρηση άλλου κράτους μέλους δύναται να παρέχει τέτοια υπηρεσία χωρίς να αντιμετωπίσει ιδιαίτερες δυσκολίες. Η Beaudout αναφέρεται εξάλλου, όσον αφορά την υπόθεση C‑26/14, στην αξία της συγκεκριμένης συμβάσεως διαχειρίσεως, την οποία εκτιμά στα 70 εκατομμύρια ευρώ (18) .

44. Αντιθέτως, οι λοιποί διάδικοι που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, πλην της Γαλλικής Κυβερνήσεως, ισχυρίζονται ότι το συγκεκριμένο είδος συμβάσεως δεν μπορεί να ενδιαφέρει επιχειρηματία εγκατεστημένο εντός άλλου κράτους μέλους. Στους προβαλλόμενους λόγους συναφώς περιλαμβάνονται τα χρηματοοικονομικά χαρακτηριστικά της αγοράς παροχής ασφαλίσεως (19) καθώς και οι στενές σχέσεις που πρέπει να διατηρούνται με τις διοικητικές υπηρεσίες της κοινωνικής ασφαλίσεως καθώς και με τους οικείους εργοδότες και εργαζομένους. Περαιτέρω, οι σχέσεις που υφίστανται μεταξύ του επιλεγέντος φορέα ασφαλίσεως και των κοινωνικών εταίρων, οι οποίες διασφαλίζουν την ισότιμη άσκηση ελέγχου, είναι τέτοιες ώστε καμία οντότητα εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος να μη δύναται να υποκαταστήσει τον φορέα αυτό.

45. Η ύπαρξη διασυνοριακού ενδιαφέροντος έχει εξεταστεί από τη νομολογία που αφορά τις δημόσιες συμβάσεις οι οποίες, λόγω της αξίας τους, δεν υπόκεινται στις προβλεπόμενες από τις εφαρμοστέες οδηγίες διαδικασίες στον τομέα αυτό, και από τη νομολογία σχετικά με τις συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών.

46. Έτσι, με την απόφαση SECAP και Santorso (20), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ύπαρξη διασυνοριακού ενδιαφέροντος δεδομένης συμβάσεως πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Παραδείγματος χάρη, σύμβαση δημοσίων έργων μπορεί να παρουσιάσει τέτοιο ενδιαφέρον λόγω της υπολογιζομένης αξίας της σε συνάρτηση με τις απαιτούμενες τεχνικές ικανότητες ή τον τόπο εκτελέσεως των έργων σε μέρος που είναι πρόσφορο για να ελκύσει το ενδιαφέρον αλλοδαπών επιχειρηματιών. Μεταξύ άλλων, αντικειμενικά κριτήρια για την ύπαρξη βέβαιου διασυνοριακού ενδιαφέροντος μπορεί να είναι η σημαντική αξία της επίμαχης συμβάσεως σε συνδυασμό με τον τόπο εκτελέσεως των έργων. Αντιθέτως, μπορεί να αποκλείεται η ύπαρξη τέτοιου ενδιαφέροντος στην περίπτωση, παραδείγματος χάρη, του πολύ περιορισμένου οικονομικού διακυβεύματος της επίμαχης συμβάσεως δημοσίων έργων.

47. Όπως προκύπτει από την απόφαση Belgacom (21) η ύπαρξη βέβαιου διασυνοριακού ενδιαφέροντος δύναται να απορρέει, ιδίως, από την οικονομική σημασία της συμβάσεως της οποίας σχεδιάζεται η σύναψη, από τον τόπο εκτελέσεώς της ή από τεχνικά χαρακτηριστικά και απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει με εμπεριστατωμένο τρόπο όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή συναφώς.

48. Βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον υφίσταται χωρίς να απαιτείται ένας επιχειρηματίας να έχει όντως εκδηλώσει το ενδιαφέρον του. Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν η ένδικη διαφορά αφορά την έλλειψη διαφάνειας σχετικά με την επίμαχη σύμβαση. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, οι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη επιχειρηματίες δεν έχουν πραγματικά τη δυνατότητα να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους να γίνει υπέρ αυτών η παραχώρηση (22) .

49. Όσον αφορά το οικονομικό διακύβευμα των επίμαχων δραστηριοτήτων, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που κατέθεσε η Γαλλική Κυβέρνηση, το σύστημα της εθνικής συλλογικής συμβάσεως της αρτοποιίας και αρτοποιίας-ζαχαροπλαστικής (βιοτεχνικές επιχειρήσεις) καλύπτει 117 476 εργαζομένους του κλάδου (23) . Όσον αφορά την εθνική συλλογική σύμβαση στον τομέα των ακινήτων, διασφαλίζει σε 142 800 εργαζομένους του κλάδου ευρύτερες παροχές σε σχέση με την εθνική συλλογική σύμβαση της αρτοποιίας και αρτοποιίας-ζαχαροπλαστικής (βιοτεχνικές επιχειρήσεις). Επομένως, εκτιμώ ότι το οικονομικό διακύβευμα της διαχειρίσεως των συστημάτων αυτών δεν είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί ως μειωμένο.

50. Βεβαίως, ορισμένα χαρακτηριστικά του τομέα της επικουρικής ασφαλίσεως μπορεί να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για αγορά κυρίως εθνική (24) .

51. Ωστόσο, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο η διαχείριση συστήματος επικουρικής ασφαλίσεως όπως τα επίμαχα συστήματα στις υπό κρίση υποθέσεις να εμφανίζει βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον, λαμβανομένου υπόψη μεταξύ άλλων του οικονομικού διακυβεύματος που συνδέεται με τα συστήματα αυτά. Εν πάση περιπτώσει, η ανάγκη τοπικής παρουσίας και οι γλωσσικές απαιτήσεις δεν μπορούν να δημιουργήσουν ανυπέρβλητα εμπόδια για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη, έστω και σε γειτονικά κράτη μέλη (25) .

52. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει εμπεριστατωμένα όλα τα κρίσιμα στοιχεία σχετικά με την εν λόγω σύμβαση προκειμένου να εξακριβώσει την ύπαρξη βέβαιου διασυνοριακού ενδιαφέροντος (26) .

53. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι πράγματι υφίσταται βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον, πρέπει εντούτοις, προκειμένου να παρασχεθούν στο αιτούν δικαστήριο χρήσιμα στοιχεία για την επίλυση των ενώπιόν του διαφορών, να εξεταστεί η υποχρέωση διαφάνειας, όπως διαμορφώθηκε από τη νομολογία του Δικαστηρίου, και η εφαρμογή της εν προκειμένω.

Δ — Επί της υποχρεώσεως διαφάνειας βάσει της νομολογίας περί συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών

54. Η απόφαση Sporting Exchange, την οποία επικαλείται τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και οι διάδικοι που κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις, εντάσσεται στο πλαίσιο των αποφάσεων του Δικαστηρίου που αφορούν τις συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών. Με την απόφαση Sporting Exchange, που δεν αφορούσε παραχώρηση υπηρεσιών, το Δικαστήριο επεξέτεινε τη σχετική με τις συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών νομολογία του στην παροχή αποκλειστικού δικαιώματος, αποφαινόμενο ότι η υποχρέωση διαφάνειας αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση του δικαιώματος κράτους μέλους να αναθέσει σε επιχειρηματία το αποκλειστικό δικαίωμα ασκήσεως μιας οικονομικής δραστηριότητας, όποιος και αν είναι ο τρόπος επιλογής του επιχειρηματία αυτού (27) . Συνεπώς, για τον καλύτερο προσδιορισμό του περιεχομένου της εν λόγω νομολογιακής υποχρεώσεως διαφάνειας, πρέπει να εξεταστεί η σχετική με τις συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών νομολογία.

55. Οι συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών δεν διέπονται επί του παρόντος από καμία από τις οδηγίες με τις οποίες ο νομοθέτης της Ένωσης ρύθμισε τον τομέα των δημοσίων συμβάσεων (28) . Εντούτοις, οι δημόσιες αρχές που συνάπτουν τέτοιου είδους συμβάσεις οφείλουν εν γένει να τηρούν τους θεμελιώδεις κανόνες της Συνθήκης ΛΕΕ, μεταξύ άλλων το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, και, ειδικότερα, τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας καθώς και τη συνεπακόλουθη υποχρέωση διαφάνειας (29) .

56. Επισημαίνω, πρώτον, ότι η υποχρέωση διαφάνειας, όπως διαμορφώθηκε από τη σχετική με τις συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών νομολογία του Δικαστηρίου, αποτελεί υποχρέωση την οποία οφείλουν να τηρούν οι δημόσιες αρχές των κρατών μελών που συνάπτουν σύμβαση παραχωρήσεως υπηρεσιών (30) . Τέτοια υποχρέωση διαφάνειας υφίσταται στην περίπτωση που η σχετική παραχώρηση υπηρεσιών μπορεί να ενδιαφέρει επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο εντός του οποίου γίνεται η παραχώρηση αυτή (31) .

57. Όσον αφορά τους σκοπούς της υποχρεώσεως διαφάνειας, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ και οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, καθώς και η εξ αυτών απορρέουσα υποχρέωση διαφάνειας, επιδιώκουν σκοπούς όμοιους με εκείνους που προβλέπει η οδηγία 92/50/ΕΟΚ (32), περί των δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, οι οποίοι αφορούν, μεταξύ άλλων, την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών και τον ελεύθερο και ανόθευτο ανταγωνισμό εντός των κρατών μελών (33) . Έτσι, προκειμένου να εξεταστούν οι σκοποί της υποχρεώσεως διαφάνειας, μπορεί να είναι χρήσιμο, κατ’ αναλογία, να εξεταστούν οι σκοποί της εν λόγω οδηγίας.

58. Κατά πάγια νομολογία, σκοπός της εν λόγω οδηγίας είναι τόσο η αποσόβηση του κινδύνου να προτιμηθούν οι ημεδαποί υποβάλλοντες προσφορά ή υποψήφιοι κατά τη σύναψη οποιασδήποτε συμβάσεως στην οποία προβαίνουν οι αναθέτουσες αρχές όσο και ο αποκλεισμός του ενδεχομένου ένας οργανισμός ο οποίος χρηματοδοτείται ή ελέγχεται από το κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου, να καθορίζει τη στάση του με βάση εκτιμήσεις μη οικονομικής φύσεως (34) . Η υποχρέωση διαφάνειας επιδιώκει τους ίδιους σκοπούς στο πλαίσιο, ιδίως, της αναθέσεως συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών ή παροχής αποκλειστικών δικαιωμάτων.

59. Η υποχρέωση διαφάνειας επιτρέπει στην παραχωρούσα αρχή τον έλεγχο της διασφαλίσεως των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας. Στην αναθέτουσα δημόσια αρχή εναπόκειται να προσδιορίσει, υποκείμενη στον έλεγχο των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων, το είδος του διαγωνισμού που ανταποκρίνεται στις ιδιομορφίες της επίμαχης παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας (35) .

60. Χωρίς να συνεπάγεται άνευ ετέρου υποχρέωση προσκλήσεως υποβολής προσφορών, η εν λόγω υποχρέωση διαφάνειας επιβάλλει στην παραχωρούσα αρχή να διασφαλίσει, υπέρ κάθε δυνητικού αναδόχου, προσήκουσα δημοσιότητα εξασφαλίζουσα το άνοιγμα στον ανταγωνισμό των παραχωρήσεων υπηρεσιών και τον έλεγχο του αδιαβλήτου των διαδικασιών αναθέσεως (36) .

61. Από τις αποφάσεις Parking Brixen και Επιτροπή κατά Ιταλίας προκύπτει ότι η μη διεξαγωγή οποιουδήποτε διαγωνισμού σε περίπτωση παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας, όπως οι επίμαχες στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις, δεν είναι σύμφωνη προς τα άρθρα 49 ΣΛΕΕ και 56 ΣΛΕΕ, και, ειδικότερα, παραβιάζει τη γενική αρχή διαφάνειας και την υποχρέωση διασφαλίσεως προσήκοντος βαθμού δημοσιότητας (37) .

62. Με την εν λόγω απόφαση Sporting Exchange, το Δικαστήριο έκρινε ότι όσον αφορά τη χορήγηση μοναδικής άδειας στον τομέα των τυχερών παιγνίων το γεγονός ότι η χορήγηση αυτή δεν ισοδυναμεί με σύμβαση παραχωρήσεως υπηρεσιών δεν δύναται, μόνον αυτό, να δικαιολογήσει τη μη τήρηση, κατά τη χορήγηση διοικητικής άδειας όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, των επιταγών που απορρέουν από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, και ιδίως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της υποχρεώσεως διαφάνειας. Κατά το Δικαστήριο, η υποχρέωση διαφάνειας προορίζεται να ισχύει στο πλαίσιο καθεστώτος αδειοδοτήσεως ενός μόνον επιχειρηματία από τις αρχές κράτους μέλους κατά την άσκηση των αστυνομικών τους εξουσιών, εφόσον οι συνέπειες μιας τέτοιας άδειας έναντι των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη και που δυνητικά ενδιαφέρονται για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής είναι οι ίδιες με τις συνέπειες συμβάσεως παραχωρήσεως υπηρεσιών (38) .

63. Η εν λόγω ερμηνεία που αφορά τα αποκλειστικά δικαιώματα επιβεβαιώθηκε στην απόφαση Belgacom σχετικά με σύμβαση παραχωρήσεως υπηρεσιών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι επιχειρηματίας κράτους μέλους δύναται να προβάλει ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους παράβαση της απορρέουσας από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ υποχρεώσεως διαφάνειας αφορώσα τη σύναψη συμβάσεως με την οποία μία ή περισσότερες δημόσιες οντότητες του εν λόγω κράτους μέλους είτε ανέθεσαν σε επιχειρηματία του ίδιου κράτους μέλους σύμβαση παραχωρήσεως υπηρεσιών έχουσα βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον είτε παρέσχον σε επιχειρηματία το αποκλειστικό δικαίωμα ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας έχουσας τέτοιο ενδιαφέρον (39) .

64. Με την απόφαση AG2R Prévoyance, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, στο μέτρο που η AG2R πρέπει να θεωρηθεί ως επιχείρηση ασκούσα οικονομική δραστηριότητα, η απόφαση των δημοσίων αρχών να καταστήσουν υποχρεωτική την υπαγωγή σε σύστημα επικουρικής επιστροφής των εξόδων ιατρικής περιθάλψεως για το σύνολο των επιχειρήσεων ενός κλάδου, χωρίς καμία δυνατότητα απαλλαγής, συνεπάγεται κατ’ ανάγκην τη χορήγηση στον φορέα αυτόν του αποκλειστικού δικαιώματος είσπραξης και διαχείρισης των εισφορών που καταβάλλονται από τους εργοδότες και τους εργαζόμενους του τομέα αυτού στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος (40) .

65. Κατά συνέπεια τα αποτελέσματα αυτού του αποκλειστικού δικαιώματος έναντι των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη και που δυνητικά ενδιαφέρονται για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής είναι παρόμοια με εκείνα της συμβάσεως παραχωρήσεως υπηρεσιών. Πρέπει επομένως να εξεταστούν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις εφαρμογής της υποχρεώσεως διαφάνειας.

Ε — Επί της δυνατότητα εφαρμογής της υποχρεώσεως διαφάνειας στη διαδικασία επεκτάσεως

66. Κατά την άποψη της UNIS, της Beaudout, της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, από την απόφαση Sporting Exchange (41) προκύπτει ότι η απορρέουσα από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ υποχρέωση διαφάνειας πρέπει να τηρείται στην περίπτωση στην οποία παρέχεται αποκλειστικό δικαίωμα σε επιχειρηματία μέσω της διαδικασίας επεκτάσεως συλλογικής συμφωνίας.

67. Οι λοιποί διάδικοι ισχυρίζονται με τις γραπτές παρατηρήσεις τους ότι η ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ που προκρίθηκε με την απόφαση αυτή Sporting Exchange δεν μπορεί να ισχύσει κατ’ αναλογία στις υποθέσεις των κύριων δικών και, συνεπώς, η υποχρέωση διαφάνειας δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Καταρχάς, οι διάδικοι αυτοί υποστηρίζουν ότι, αντίθετα προς τις περιστάσεις της εν λόγω αποφάσεως ή στο πλαίσιο των συμβάσεων δημοσίων έργων και των συμβάσεων παραχωρήσεως υπηρεσιών, η επιλογή ασφαλιστικού φορέα προκύπτει όχι από απόφαση δημόσιας αρχής αλλά από συμφωνία των κοινωνικών εταίρων στο πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων. Ο υπουργός που είναι αρμόδιος για την επέκταση της συλλογικής συμφωνίας η οποία καθορίζει ασφαλιστικό φορέα δεν παρεμβαίνει κατά την επιλογή του εν λόγω φορέα και δεν διαθέτει καμία εξουσία ως προς την επιλογή αυτή στο πλαίσιο της διαδικασίας επεκτάσεως.

68. Υπενθυμίζω ότι η υποχρέωση διαφάνειας, όπως διαμορφώθηκε από τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών, συνιστά υποχρέωση που οφείλουν να τηρούν οι δημόσιες αρχές των κρατών μελών που συνάπτουν σύμβαση παραχωρήσεως υπηρεσιών (42) και δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου υποχρέωση προσκλήσεως υποβολής προσφορών. Οι απαιτήσεις διαφάνειας μπορούν να παράσχουν τη δυνατότητα σε μια επιχείρηση η οποία είναι εγκατεστημένη στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο του λήπτη της υπηρεσίας να έχει πρόσβαση στα προσήκοντα στοιχεία που αφορούν την εν λόγω παραχώρηση πριν από τη σύναψη της συμβάσεως , οπότε, αν η επιχείρηση αυτή το είχε θελήσει, θα μπορούσε να εκδηλώσει το ενδιαφέρον της για τη σύναψη της εν λόγω συμβάσεως παραχωρήσεως (43) .

69. Όπως επισήμανα ανωτέρω στο σημείο 22 των προτάσεών μου, το προδικαστικό ερώτημα του Conseil d’État αφορά τη διαδικασία κατά την οποία κράτος μέλος επεκτείνει μία συλλογική συμφωνία στο σύνολο των επιχειρήσεων ενός κλάδου. Το γεγονός αυτό προϋποθέτει κατ’ ανάγκη την παροχή αποκλειστικού δικαιώματος στον φορέα που έχει επιλεγεί από τους κοινωνικούς εταίρους.

70. Θα ήταν σύμφωνη προς τις επιταγές της προπαρατεθείσας νομολογίας η ερμηνεία του άρθρου 56 ΣΛΕΕ υπό την έννοια ότι απαγορεύει την παροχή αποκλειστικού δικαιώματος εκ μέρους των δημοσίων αρχών κράτους μέλους σε επιχειρηματία που επελέγη στο πλαίσιο πλήρως αδιαφανούς διαδικασίας, ανεξαρτήτως του τρόπου επιλογής του.

71. Όταν η επιλογή τέτοιου φορέα διενεργείται από πρόσωπο πλην της δημόσιας αρχής, το οποίο διαθέτει το επίμαχο αποκλειστικό δικαίωμα και όταν αυτή η δημόσια αρχή συνδέεται με την επιλογή του φορέα, η οποία πραγματοποιείται κατόπιν διαδικασίας που δεν διεξάγεται από την εν λόγω αρχή, πρέπει να τηρηθεί η υποχρέωση διαφάνειας στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας προεπιλογής. Οι απαιτήσεις του άρθρου 56 ΣΛΕΕ δεν πληρούνται δεδομένου ότι οι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη επιχειρήσεις δεν είναι σε θέση να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους πριν από τη διαδικασία επιλογής του διαχειριστή. Στην περίπτωση αυτή, το γεγονός ότι η διαδικασία επεκτάσεως της συλλογικής συμφωνίας δυνάμει υπουργικής αποφάσεως είναι διαφανής, όπως υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, δεν είναι ικανή να δικαιολογήσει την αδιαφάνεια της διαδικασίας επιλογής του φορέα ασφαλίσεως.

72. Από το συμπέρασμα αυτό δεν συνάγεται ότι η υποχρέωση διαφάνειας, αυτή καθαυτήν, βαρύνει τους κοινωνικούς εταίρους, οι οποίοι δύνανται ανά πάσα στιγμή να ασκήσουν το δικαίωμα συλλογικής διαπραγματεύσεως (44), αλλά απλώς συνεπάγεται ότι επιτυγχάνεται ελάχιστο επίπεδο διαφάνειας κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας, σε περίπτωση που η συλλογική συμφωνία κατόπιν διαπραγματεύσεων πρέπει στη συνέχεια να επεκταθεί από τις δημόσιες αρχές στο σύνολο του κλάδου.

73. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η αντικειμενική επιλογή του ασφαλιστικού οργανισμού δεν αρκεί αφεαυτής προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Αδιαφανής διαδικασία επιλογής, μολονότι είναι αντικειμενική, δεν παρέχει τη δυνατότητα στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις είτε να έχουν πρόσβαση στα προσήκοντα στοιχεία είτε να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους πριν από την εν λόγω διαδικασία επιλογής. Η απαίτηση του ελάχιστου επιπέδου διαφάνειας επιτρέπει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να λάβουν γνώση των κριτηρίων επιλογής και να αξιολογήσουν κατά πόσον είναι αντικειμενικά, καθώς και την αμεροληψία της διαδικασίας επιλογής.

74. Υπενθυμίζω ότι η γαλλική νομοθεσία στον τομέα αυτό τροποποιήθηκε προσφάτως προκειμένου να καθιερώσει διαδικασία διαγωνισμού, ο οποίος διεξάγεται από τους κοινωνικούς εταίρους, κατά το στάδιο της επιλογής του εν λόγω ασφαλιστικού φορέα. Επομένως, φαίνεται ότι είναι επίσης δυνατή η λύση της τηρήσεως της διαφάνειας, όσον αφορά τη διαδικασία προεπιλογής και, a contrario, δεν είναι αναγκαίος ο περιορισμός της διαφάνειας της διαδικασίας για την προστασία των διακυβευόμενων γενικών συμφερόντων.

ΣΤ — Τηρήθηκε εν προκειμένω η υποχρέωση διαφάνειας;

75. Όπως συνάγεται από τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε η Γαλλική Κυβέρνηση, κατά το άρθρο L. 2261‑19 του εργατικού κώδικα, προκειμένου μια κλαδική σύμβαση ή επαγγελματική ή διεπαγγελματική συμφωνία, ή ακόμη πράξη τροποποιήσεώς τους, να επεκταθεί, απαιτείται να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγματεύσεως και να συναφθεί από επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως. Η επιτροπή αυτή αποτελείται από κοινωνικούς εταίρους του οικείου επαγγελματικού κλάδου, δηλαδή τις οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εργοδότες και τους εργαζομένους εντός του πεδίου εφαρμογής της οικείας συλλογικής συμφωνίας.

76. Κατά το στάδιο αυτό της συλλογικής διαπραγματεύσεως ασφαλιστικός φορέας δύναται να υποβάλει την υποψηφιότητά του στους κοινωνικούς εταίρους του οικείου επαγγελματικού κλάδου προκειμένου να του ανατεθεί η διαχείριση του συστήματος επικουρικής ασφαλίσεως του κλάδου. Συναφώς, η εν λόγω κυβέρνηση επισημαίνει τη δυνατότητα προσβάσεως μέσω Διαδικτύου στις συλλογικές συμφωνίες καθώς και τη δυνατότητα των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων να παρακολουθούν, απρόσκοπτα, τις περιόδους αναδιαπραγματεύσεως που αφορούν τη διαχείριση των συστημάτων επικουρικής ασφαλίσεως.

77. Κατά την άποψή μου, δεν αποκλείεται αυτή η εθνική πρακτική να καθιστά ήδη δυνατή την αποφυγή, σε ορισμένο βαθμό, της επελεύσεως των κινδύνων τους οποίους η υποχρέωση διαφάνειας σκοπεί να αποτρέψει και επιτρέπει, μεταξύ άλλων, στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να έχουν πρόσβαση στα προσήκοντα στοιχεία και να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους πριν από την εν λόγω διαδικασία επιλογής φορέα. Εντούτοις, διατηρώ συναφώς σοβαρές αμφιβολίες.

78. Συναφώς, πρέπει να διαπιστωθεί εάν η υποχρέωση διαφάνειας συνεπάγεται ότι οι απαιτήσεις διαφάνειας διασφαλίζονται στο επίπεδο της νομοθεσίας ή εάν αρκεί η πραγματική διαφάνεια, ακόμη και ελλείψει ρητής ρυθμίσεως, να διασφαλίζεται αποτελεσματικά από τη σχετική κοινοποίηση και δημοσίευση των δεδομένων, όπως εν προκειμένω υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση.

79. Εκτιμώ ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δεν απαιτεί νομοθετικές εγγυήσεις της διαφάνειας, εάν αυτή διασφαλίζεται σε επαρκή βαθμό από άλλα μέσα.

80. Πρέπει να προστεθεί ότι, κατά την άποψή μου, το ζήτημα που εξετάστηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σχετικά με τα αποτελέσματα του ελέγχου τον οποίο δύνανται να ασκήσουν οι κοινωνικοί εταίροι στον επιλεγέντα ασφαλιστικό φορέα δεν επηρεάζει τυχόν δικαιολόγηση της αδιαφάνειας της διαδικασίας επιλογής. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με πρότερη νομολογία (45), ο συστηματικός έλεγχος που ασκεί κράτος μέλος στην επιλεγείσα επιχείρηση μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δικαιολογήσει την παράβαση της υποχρεώσεως διαφάνειας κατά το στάδιο της επιλογής. Επιβάλλεται όμως η παρατήρηση ότι η λύση αυτή ισχύει εφόσον υφίσταται έλεγχος τον οποίο οι δημόσιες αρχές μπορούν να ασκήσουν άμεσα στην επιλεγείσα επιχείρηση, ενώ στις υπό κρίση υποθέσεις, μόνο οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν, σε ορισμένο βαθμό (46), να ασκήσουν έλεγχο στους ασφαλιστικούς φορείς. Επομένως, εν προκειμένω, το κράτος μέλος δεν ελέγχει είτε άμεσα είτε μέσω των κοινωνικών εταίρων ασφαλιστικούς φορείς.

81. Συνεπώς, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων, εάν, σε πλαίσιο όπως αυτό των υποθέσεων των κύριων δικών, η διαδικασία επιλογής των ασφαλιστικών οργανισμών των επίμαχων συστημάτων ασφαλίσεως ήταν επαρκώς διαφανής, όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, προς δικαιολόγηση των συγκεκριμένων επεκτάσεων δυνάμει υπουργικών αποφάσεων.

Ζ — Επί του αιτήματος περιορισμού των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Δικαστηρίου

82. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Γαλλική Κυβέρνηση αιτήθηκε τον περιορισμό των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Δικαστηρίου, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι οι επίμαχες διαδικασίες των υπό κρίση υποθέσεων δεν συνάδουν με την υποχρέωση διαφάνειας, λαμβάνομένου υπόψη του κινδύνου σοβαρών επιπτώσεων στην υγεία των υπαγομένων στα συστήματα που επεκτάθηκαν με τις υπουργικές αποφάσεις (47) και της καλής πίστεως των ενδιαφερομένων. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Beaudout ζήτησε την απόρριψη του αιτήματος αυτού, ενώ η Confédération nationale de la boulangerie et boulangerie‑pâtisserie française ζήτησε τη διαφοροποίηση των διαχρονικών αποτελεσμάτων της αποφάσεως.

83. Μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν της συμφυούς με την έννομη τάξη της Ένωσης γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου, να αποφασίσει τον περιορισμό της δυνατότητας την οποία έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλεσθεί διάταξη που ερμήνευσε το Δικαστήριο προκειμένου να θέσει υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν συσταθεί με καλή πίστη. Για να λάβει μια τέτοια απόφαση, πρέπει να πληρούνται δύο βασικά κριτήρια, και συγκεκριμένα η καλή πίστη των ενδιαφερομένων και ο κίνδυνος σημαντικών διαταραχών (48) .

84. Φρονώ ότι τα στοιχεία που προέβαλε η Γαλλική Κυβέρνηση δεν πληρούν τα εν λόγω κριτήρια. Η ακύρωση των υπουργικών αποφάσεων δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την παύση των υφιστάμενων συμβατικών σχέσεων εν προκειμένω στον τομέα των ασφαλίσεων. Τα αποτελέσματα της ακυρώσεως αυτής τόσο ως προς τους εργοδότες όσο και ως προς τους ασφαλισμένους είναι αβέβαια, τουλάχιστον όσον αφορά το αστικό δίκαιο, οπότε αποτελεί έργο του εθνικού δικαίου να καθορίσει τα συγκεκριμένα αποτελέσματα της επικείμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου.

V – Πρόταση

85. Με βάση τα προηγηθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Conseil d’État (Γαλλία) ως εξής:

Η τήρηση της υποχρεώσεως διαφάνειας που απορρέει από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ αποτελεί υποχρεωτική προϋπόθεση για την επέκταση, εκ μέρους κράτους μέλους, στο σύνολο των επιχειρήσεων ενός τομέα συλλογικής συμφωνίας με την οποία ανατέθηκε σε μία μόνο επιχείρηση, επιλεγείσα από τους κοινωνικούς εταίρους, η διαχείριση συστήματος υποχρεωτικής επικουρικής ασφαλίσεως προς όφελος των εργαζομένων. Απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει εάν, σε πλαίσιο όπως αυτό των υποθέσεων των κύριων δικών, η διαδικασία επιλογής των ασφαλιστικών οργανισμών των επίμαχων συστημάτων ασφαλίσεως ήταν επαρκώς διαφανής, όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, προς δικαιολόγηση των συγκεκριμένων επεκτάσεων.

(1) .

(2) — Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι το επίμαχο αποκλειστικό δικαίωμα στις υπό κρίση υποθέσεις δεν αποτελεί «φυσικό» ή παραδοσιακό αποκλειστικό δικαίωμα, κατά την έννοια της σχετικής για παράδειγμα, με την αγορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, πάγιας νομολογίας (βλ., ιδίως, απόφαση British Telecommunications, C‑302/94, EU:C:1996:485, σκέψη 27).

(3) — C‑437/09, EU:C:2011:112. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να κρίνει, αφενός, τη συμβατότητα με τις διατάξεις των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ της υποχρεωτικής υπαγωγής σε σύστημα το οποίο διαχειρίζεται ένας μόνον φορέας, χωρίς καμιά δυνατότητα απαλλαγής των επιχειρήσεων του οικείου τομέα, και αφετέρου, τυχόν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Ταυτόχρονα, στην υπόθεση AG2R Prévoyance, το Δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει σε τρεις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, που υπέβαλε το tribunal d’instance de Dax (Γαλλία), σχετικά με τη συμβατότητα του εν λόγω συστήματος υποχρεωτικής υπαγωγής, που περιέχεται στην εθνική συλλογική σύμβαση αρτοποιίας και αρτοποιίας-ζαχαροπλαστικής (βιοτεχνικές επιχειρήσεις), με το άρθρο 102 ΣΛΕΕ (υποθέσεις C‑97/10, C‑98/10 και C‑99/10). Μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως AG2R Prévoyance, το tribunal d’instance de Dax γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ότι αποσύρει τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που είχε υποβάλει. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε, με διάταξη της 8ης Ιουνίου 2011, τη διαγραφή των υποθέσεων από το Πρωτόκολλο του Δικαστηρίου.

(4) — Τα άρθρα L. 911‑1, L. 911‑3 και L. 912‑1 του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως αποσκοπούσαν, αρχικώς, στη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο, μεταξύ άλλων, της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (ΕΕ L 228, σ. 1) [βλ. νόμο 94‑678, της 8ης Αυγούστου 1994, περί της επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων και μεταφοράς των οδηγιών 92/49 και 92/96 της 18ης Ιουνίου και της 10ης Νοεμβρίου 1992 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( JORF της 10ης Αυγούστου 1994, σ. 11655)]. Τα άρθρα αυτά τροποποιήθηκαν από τη διάταξη 2006‑344, της 23ης Μαρτίου 2006 ( JORF της 24ης Μαρτίου 2006, σ. 4456), που τέθηκε σε ισχύ στις 24 Ιουνίου 2006.

(5) — JORF της 2ας Ιανουαρίου 1990, σ. 13.

(6) — C‑203/08, EU:C:2010:307.

(7) — Βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑271/08, EU:C:2010:426, σκέψη 37).

(8) — Απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑271/08, EU:C:2010:426, σκέψεις 42 έως 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

(9) — Απόφαση International Transport Workers’ Federation και Finnish Seamen’s Union (C‑438/05, EU:C:2007:772, σκέψεις 54 και 79).

(10) — Απόφαση αριθ. 2013‑672 DC, της 13ης Ιουνίου 2013.

(11) — Ο εν λόγω νόμος δημοσιεύθηκε μετά την απόφαση αυτή, στις 14 Ιουνίου 2013 ( JORF της 16ης Ιουνίου 2013, σ. 9958). Κατά την εν λόγω απόφαση, το Conseil constitutionnel μπορεί να εκτιμήσει τη συνταγματικότητα νόμου που έχει ήδη δημοσιευθεί επ’ ευκαιρία της εξετάσεως νομοθετικών διατάξεων που τον τροποποιούν, τον συμπληρώνουν ή επηρεάζουν τον τομέα του. Οι προσβαλλόμενες διατάξεις του νόμου περί προστασίας της απασχολήσεως συμπληρώνουν αυτές του άρθρου L. 912-1 του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως.

(12) — JORF της 24ης Δεκεμβρίου 2013, σ. 21034.

(13) — Η υπογράμμιση δική μου. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διαδικασίας προκηρύξεως διαγωνισμού καθορίστηκαν με το διάταγμα 2015‑13, της 8ης Ιανουαρίου 2015, περί της διαδικασίας προκηρύξεως διαγωνισμού οργανισμών στο πλαίσιο της διαδικασίας υποδείξεως που προβλέπεται από το άρθρο L. 912‑1 του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως ( JORF της 10ης Ιανουαρίου 2015, σ. 450). Αντικείμενο του εν λόγω διατάγματος είναι ο καθορισμός της εφαρμοζόμενης διαδικασίας, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να διασφαλιστεί η διαφάνεια.

(14) — Η SNRT αναφέρει το άρθρο L. 931‑4 του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως το οποίο αφορά την έγκριση από διοικητική αρχή που λαμβάνουν οι ασφαλιστικοί φορείς.

(15) — Η οδηγία αυτή εν συνεχεία καταργήθηκε με την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335, σ. 1).

(16) — C‑206/98, EU:C:2000:256, σκέψη 44. Η εν λόγω απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου αφορούσε υποχρεωτικές ασφαλίσεις κατά των εργατικών ατυχημάτων οι οποίες ενέπιπταν στο εκ του νόμου προβλεπόμενο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.

(17) — Αποφάσεις Serrantoni και Consorzio stabile edili (C‑376/08, EU:C:2009:808, σκέψη 25), καθώς και Azienda sanitaria locale n. 5 «Spezzino» κ.λπ. (C‑113/13, EU:C:2014:2440, σκέψη 48).

(18) — Περαιτέρω, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Beaudout ισχυρίστηκε ότι, στη Γαλλία, υφίστανται ήδη τομείς στους οποίους αλλοδαπές επιχειρήσεις έχουν εκδηλώσει το ενδιαφέρον τους για την ανάληψη της διαχειρίσεως τέτοιου συστήματος και επιχειρήσεις που έχουν επιλέξει αλλοδαπό ασφαλιστικό φορέα για τη διαχείριση του επικουρικού συστήματος αποδόσεως των δαπανών ιατρικής περιθάλψεως. Η UNIS, στις γραπτές παρατηρήσεις της, δεν ανέλυσε το ζήτημα του διασυνοριακού ενδιαφέροντος, ωστόσο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υποστήριξε ότι υπήρχε διασυνοριακό ενδιαφέρον. Επιπλέον, κατά την UNIS, οι γαλλικοί φορείς παρέχουν ήδη τις υπηρεσίες τους σε άλλα κράτη μέλη.

(19) — Η Confédération nationale de la boulangerie et boulangerie‑pâtisserie française αναφέρει ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, σχετικά με έρευνα σε κλάδο της οικονομίας βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού 1/2003 για την ασφάλιση επιχειρήσεων (τελική έκθεση) [COM(2007) 556 τελικό, η οποία είναι διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://eur‑lex.europa.eu/legal‑content/FR/TXT/PDF/·uri=CELEX:52007DC0556 & from=EN]. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, οι πρωτογενείς ασφαλιστικές αγορές τείνουν να έχουν εθνικό χαρακτήρα, με εξαίρεση τους μεγάλους πελάτες και κινδύνους. Η αιτιολογία που προβάλλει η Επιτροπή περιλαμβάνει τη διαφοροποίηση των εθνικών νομοθεσιών που διέπουν τις συμβάσεις εν γένει, τις ασφαλίσεις και την ευθύνη, την απαίτηση επιτόπιας παρουσίας και τα γλωσσικά προβλήματα. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι η έρευνα της Επιτροπής διεξήχθη «ώστε σε τελική ανάλυση να προσδιορισθούν συγκεκριμένες περιοριστικές πρακτικές ή στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 81 ή 82 της Συνθήκης», πράγμα που οπωσδήποτε προϋποθέτει την ύπαρξη διασυνοριακής αγοράς στον οικείο κλάδο. Συνεπώς, οι διαπιστώσεις της Επιτροπής όσον αφορά την παρούσα κατάσταση των ασφαλιστικών αγορών δεν μπορεί να είναι καθοριστικές προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη διασυνοριακού ενδιαφέροντος.

(20) — C‑147/06 και C‑148/06, EU:C:2008:277, σκέψεις 24 και 31.

(21) — C‑221/12, EU:C:2013:736, σκέψεις 29 και 30.

(22) — Απόφαση Belgacom (C‑221/12, EU:C:2013:736, σκέψη 31). Ωστόσο, η απλή υπόδειξη, εκ μέρους της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, για την ύπαρξη καταγγελίας που της απευθύνθηκε σε σχέση με την επίμαχη σύμβαση δεν αρκεί για να αποδείξει ότι η εν λόγω σύμβαση παρουσίαζε βέβαιο διασυνοριακό ενδιαφέρον και να βεβαιώσει, ως εκ τούτου, την ύπαρξη παραβάσεως (απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, C‑507/03, EU:C:2007:676, σκέψη 34).

(23) — Όπως επισημάνθηκε στο σημείο 43 των προτάσεών μου, η Beaudout εκτιμά την αξία της επίμαχης συμβάσεως διαχειρίσεως στα 70 εκατομμύρια ευρώ.

(24) — Πάντως, έστω και αν υποτεθεί ότι η παρούσα αγορά είναι κυρίως εθνική, αυτό δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη ένδειξη ελλείψεως διασυνοριακού ενδιαφέροντος. Σύμφωνα με την τελική έκθεση ομάδας εμπειρογνωμόνων που συνέστησε η Επιτροπή, οι διαφορές των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τις συμβάσεις εμποδίζουν τη διασυνοριακή διάθεση ασφαλιστικών προϊόντων συνεπαγόμενες υψηλότερο κόστος, ανασφάλεια δικαίου και δυσχέρειες ως προς την ασφάλιση σε άλλα κράτη μέλη της Ένωσης καταναλωτών και επιχειρήσεων [βλ. ανακοινωθέν Τύπου της 27ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με την τελική έκθεση (Final Report of the Commission Expert Group on European Insurance Contract Law)· η έκθεση είναι διαθέσιμη στην αγγλική γλώσσα στη διαδικτυακή διεύθυνση: http://ec.europa.eu/justice/contract/files/expert_groups/insurance/final_report_en.pdf]. Συνεπώς, δεν μπορεί να συναχθεί από τον μειωμένο αριθμό αλλοδαπών ασφαλιστικών φορέων που δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένη αγορά ότι οι εν λόγω αλλοδαποί φορείς δεν έχουν τη βούληση να εισέλθουν στην αγορά αυτή.

(25) — Υπενθυμίζω επίσης ότι, μολονότι η παρούσα περίπτωση δεν αφορά ασφαλίσεις που ανήκουν στην κοινωνική ασφάλιση, οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής μπορούν, ενδεχομένως, να τύχουν εφαρμογής στις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε εκ του νόμου προβλεπόμενο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και τις οποίες οι ασφαλιστ ικές επιχειρήσεις παρέχουν ιδίω κινδύνω (βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, C‑206/98, EU:C:2000:256, σκέψη 44).

(26) — Αποφάσεις SECAP και Santorso (C‑147/06 και C‑148/06, EU:C:2008:277, σκέψη 34), καθώς και Serrantoni και Consorzio stabile edili (C‑376/08, EU:C:2009:808, σκέψη 25).

(27) — C‑203/08, EU:C:2010:307, σκέψη 47.

(28) — Το νομικό πλαίσιο που αφορά τις συμβάσεις παραχωρήσεως υπηρεσιών αποσαφηνίστηκε με την ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις συμβάσεις παραχωρήσεως στο κοινοτικό δίκαιο της 29ης Απριλίου 2000 (ΕΕ C 121, σ. 2). Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι την 26η Φεβρουαρίου 2014, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσαν την οδηγία 2014/23/ΕΕ σχετικά με την ανάθεση συμβάσεων παραχώρησης (ΕΕ L 94, σ. 1), της οποίας η προθεσμία μεταφοράς ορίστηκε στις 18 Απριλίου 2016.

(29) — Αποφάσεις Telaustria και Telefonadress (C‑324/98, EU:C:2000:669, σκέψεις 60 και 61), Parking Brixen (C‑458/03, EU:C:2005:605, σκέψη 46), Wall (C‑91/08, EU:C:2010:182, σκέψη 33), καθώς και Sporting Exchange (C‑203/08, EU:C:2010:307, σκέψη 39).

(30) — Αποφάσεις Telaustria και Telefonadress (C‑324/98, EU:C:2000:669, σκέψη 62), Parking Brixen (C‑458/03, EU:C:2005:605, σκέψεις 49 και 50), καθώς και Wall (C‑91/08, EU:C:2010:182, σκέψη 36).

(31) — Αποφάσεις Coname (C‑231/03, EU:C:2005:487, σκέψη 17), Wall (C‑91/08, EU:C:2010:182, σκέψη 34), και Sporting Exchange (C‑203/08, EU:C:2010:307, σκέψη 40).

(32) — Οδηγία του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1).

(33) — Απόφαση Wall (C‑91/08, EU:C:2010:182, σκέψη 48).

(34) — Αποφάσεις Mannesmann Anlagenbau Austria κ.λπ. (C‑44/96, EU:C:1998:4, σκέψη 33), BFI Holding (C‑360/96, EU:C:1998:525, σκέψεις 42 και 43), και University of Cambridge (C‑380/98, EU:C:2000:529, σκέψη 17).

(35) — Απόφαση Parking Brixen (C‑458/03, EU:C:2005:605, σκέψεις 49 και 50).

(36) — Αποφάσεις Telaustria και Telefonadress (C‑324/98, EU:C:2000:669, σκέψη 62), Parking Brixen (C‑458/03, EU:C:2005:605, σκέψη 49), Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑260/04, EU:C:2007:508, σκέψη 24), Wall (C‑91/08, EU:C:2010:182, σκέψη 36), καθώς και Sporting Exchange (C‑203/08, EU:C:2010:307, σκέψη 41).

(37) — Αποφάσεις Parking Brixen (C‑458/03, EU:C:2005:605, σκέψη 50), και Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑260/04, EU:C:2007:508, σκέψη 25).

(38) — Απόφαση Sporting Exchange (C‑203/08, EU:C:2010:307, σκέψεις 46 και 47).

(39) — Βλ., συναφώς, απόφαση Belgacom (C‑221/12, EU:C:2013:736, σκέψη 34) (η υπογράμμιση δική μου).

(40) — C‑437/09, EU:C:2011:112, σκέψη 66.

(41) — C‑203/08, EU:C:2010:307.

(42) — Αποφάσεις Telaustria και Telefonadress (C‑324/98, EU:C:2000:669, σκέψη 62), Parking Brixen (C‑458/03, EU:C:2005:605, σκέψεις 49 και 50), καθώς και Wall (C‑91/08, EU:C:2010:182, σκέψη 36).

(43) — Αποφάσεις Coname (C‑231/03, EU:C:2005:487, σκέψη 21), Coditel Brabant (C‑324/07, EU:C:2008:621, σκέψη 25), και Sporting Exchange (C‑203/08, EU:C:2010:307, σκέψη 41) (η υπογράμμιση δική μου).

(44) — Υπό την έννοια, μεταξύ άλλων, του άρθρου 28 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(45) — Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι περιορισμοί της θεμελιώδους ελευθερίας που προβλέπει το άρθρο 56 ΣΛΕΕ οι οποίοι απορρέουν ειδικά από τις διαδικασίες χορηγήσεως και ανανεώσεως άδειας ενός μόνον επιχειρηματία μπορούν να θεωρηθούν δικαιολογημένοι αν το οικείο κράτος μέλος αποφάσιζε να χορηγήσει ή να ανανεώσει την άδεια μιας δημόσιας επιχειρήσεως της οποίας η διαχείριση υπόκειται στην άμεση εποπτεία του κράτους ή μιας ιδιωτικής επιχειρήσεως επί των δραστηριοτήτων της οποίας οι δημόσιες αρχές είναι σε θέση να ασκήσουν συστηματικό έλεγχο (απόφαση Sporting Exchange, C‑203/08, EU:C:2010:307, σκέψη 59).

(46) — Πρέπει να σημειωθεί ότι τα επιχειρήματα των διαδίκων που μετείχαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση είχαν σημαντικές μεταξύ τους αποκλίσεις ως προς το ζήτημα αν συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων που δεν υπέγραψαν τη συλλογική συμφωνία δύνανται να είναι μέλη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως μετά την επέκταση και, συνεπώς, να ασκήσουν έλεγχο στον ασφαλιστικό οργανισμό.

(47) — Μεταξύ των λόγων που προβλήθηκαν προς στήριξη της αιτήσεως ακυρώσεως, υποστηρίχθηκε κυρίως ότι η ακύρωση των υπουργικών αποφάσεων περί επεκτάσεως, που αποτελεί πιθανή συνέπεια, σε εθνικό επίπεδο, τέτοιας αποφάσεως του Δικαστηρίου, θα καταργούσε την αρχή της αμοιβαίας καλύψεως των κινδύνων στην οποία στηρίζονται τα συστήματα αυτά και θα μπορούσε να κλονίσει την χρηματοοικονομική τους ισορροπία και τις εγγυήσεις που διαθέτουν. Επιπλέον, όσον αφορά την εθνική συλλογική σύμβαση στον τομέα των ακινήτων, η θέση σε ισχύ του επίμαχου συστήματος εξαρτήθηκε από τη δημοσίευση της υπουργικής αποφάσεως περί επεκτάσεως σε όλες τις επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων των συμβεβλημένων επιχειρήσεων.

(48) — Απόφαση Balazs και Casa Judeţeană de Pensii Cluj (C‑401/13 και C‑432/13, EU:C:2015:26, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).