02015R0035 — EL — 15.09.2017 — 003.002


Το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενό του. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προοιμίων τους, είναι εκείνα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμα στο EUR-Lex. Αυτά τα επίσημα κείμενα είναι άμεσα προσβάσιμα μέσω των συνδέσμων που περιέχονται στο παρόν έγγραφο

►B

ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/35 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 10ης Οκτωβρίου 2014

για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(ΕΕ L 012 της 17.1.2015, σ. 1)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  αριθ.

σελίδα

ημερομηνία

►M1

ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/467 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 30ής Σεπτεμβρίου 2015

  L 85

6

1.4.2016

 M2

ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/2283 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 22ας Αυγούστου 2016

  L 346

111

20.12.2016

►M3

ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2017/669 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 16ης Δεκεμβρίου 2016

  L 97

3

8.4.2017

►M4

ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2017/1542 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 8ης Ιουνίου 2017

  L 236

14

14.9.2017


Διορθώνεται από:

►C1

Διορθωτικό, ΕΕ L 264, 13.10.2017, σ.  24 (2017/1542)




▼B

ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/35 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 10ης Οκτωβρίου 2014

για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΒΑΣΕΙ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (ΠΥΛΩΝΑΣ Ι), ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ (ΠΥΛΩΝΑΣ ΙΙ) ΚΑΙ ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ (ΠΥΛΩΝΑΣ ΙΙΙ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Γενικές διατάξεις

ΤΜΗΜΑ 1

Ορισμοί και γενικές αρχές

ΤΜΗΜΑ 2

Εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Κανόνες σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις

ΤΜΗΜΑ 2

Ποιότητα δεδομένων

ΤΜΗΜΑ 3

Μεθοδολογίες για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

Παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων

ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Πληροφορίες στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των βέλτιστων εκτιμήσεων

ΕΝΟΤΗΤΑ 3

Προβλέψεις ταμειακών ροών για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης

ΕΝΟΤΗΤΑ 4

Περιθώριο κινδύνου

ΕΝΟΤΗΤΑ 5

Υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων συνολικά

ΕΝΟΤΗΤΑ 6

Ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού

ΤΜΗΜΑ 4

Κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

Γενικές διατάξεις

ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Βασική καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου

ΕΝΟΤΗΤΑ 3

Προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας

ΕΝΟΤΗΤΑ 4

Προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης

ΤΜΗΜΑ 5

Κατηγορίες δραστηριοτήτων

ΤΜΗΜΑ 6

Αναλογικότητα και απλοποιήσεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Ίδια κεφάλαια

ΤΜΗΜΑ 1

Καθορισμός ιδίων κεφαλαίων

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

Έγκριση συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων από τις εποπτικές αρχές

ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Χειρισμός των συμμετοχών στα ίδια κεφάλαια

ΤΜΗΜΑ 2

Ταξινόμηση ίδιων κεφαλαίων

ΤΜΗΜΑ 3

Επιλεξιμότητα ιδίων κεφαλαίων

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

Κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης

ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Ποσοτικά όρια

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Τυποποιημένος μαθηματικός τύπος των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

Υπολογισμοί βάσει σεναρίων

ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Μέθοδος εξέτασης

ΕΝΟΤΗΤΑ 3

Περιφερειακές κυβερνήσεις και τοπικές αρχές

ΕΝΟΤΗΤΑ 4

Σημαντικός κίνδυνος βάσης

ΕΝΟΤΗΤΑ 5

Υπολογισμός των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

ΕΝΟΤΗΤΑ 6

Αναλογικότητα και απλοποιήσεις

ΕΝΟΤΗΤΑ 7

Πεδίο εφαρμογής των ενοτήτων ασφαλιστικού κινδύνου

ΤΜΗΜΑ 2

Ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζημιών

ΤΜΗΜΑ 3

Ενότητα ασφαλιστικού κίνδυνου στον κλάδο ζημιών

ΤΜΗΜΑ 4

Ενότητα αναλαμβανομένου κίνδυνου ασφάλισης ασθένειας

ΤΜΗΜΑ 5

Ενότητα κινδύνου αγοράς

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 1

Συντελεστές συσχέτισης

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 2

Υποενότητα κινδύνου επιτοκίου

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 3

υποενότητα κινδύνου μετοχών

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 4

Υποενότητα κινδύνου τιμών ακινήτων

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 5

Υποενότητα κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 6

Υποενότητα συγκεντρώσεων κινδύνου αγοράς

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 7

Υποενότητα συναλλαγματικού κινδύνου

ΤΜΗΜΑ 6

Ενότητα κινδύνου αθέτησης αντισυμβαλλομένου

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 2

Πιστωτικά ανοίγματα τύπου 1

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 3

Πιστωτικά ανοίγματα τύπου 2

ΤΜΗΜΑ 7

Ενότητα άυλων στοιχείων ενεργητικού

ΤΜΗΜΑ 8

Λειτουργικός κίνδυνος

ΤΜΗΜΑ 9

Προσαρμογή για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων και των αναβαλλόμενων φόρων

ΤΜΗΜΑ 10

Τεχνικές μείωσης του κινδύνου

ΤΜΗΜΑ 11

Κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης

ΤΜΗΜΑ 12

Ειδικές παράμετροι για κάθε επιχείρηση

ΤΜΗΜΑ 13

Διαδικασία επικαιροποίησης των παραμέντρων συσχέτισης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας — πλήρη και μερικά εσωτερικά υποδείγματα

ΤΜΗΜΑ 1

Ορισμοί

ΤΜΗΜΑ 2

Δοκιμή χρήσης

ΤΜΗΜΑ 3

Στατιστικά πρότυπα ποιότητας

ΤΜΗΜΑ 4

Πρότυπα διαμόρφωσης

ΤΜΗΜΑ 5

Ενσωμάτωση μερικών εσωτερικών υποδειγμάτων

ΤΜΗΜΑ 6

Καταλογισμός των κερδών και ζημιών

ΤΜΗΜΑ 7

Πρότυπα επικύρωσης

ΤΜΗΜΑ 8

Πρότυπα τεκμηρίωσης

ΤΜΗΜΑ 9

Εξωτερικά υποδείγματα και δεδομένα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

Ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΙΙ

Επενδύσεις σε θέσεις τιτλοποίησης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

Σύστημα διακυβέρνησης

ΤΜΗΜΑ 1

Στοιχεία του συστήματος διακυβέρνησης

ΤΜΗΜΑ 2

Καθήκοντα

ΤΜΗΜΑ 3

Απαιτήσεις ικανότητας και ήθους

ΤΜΗΜΑ 4

Εξωτερική ανάθεση

ΤΜΗΜΑ 5

Πολιτική αποδοχών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X

Πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση

ΤΜΗΜΑ 1

Συνθήκες για την επιβολή πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης

ΤΜΗΜΑ 2

Μεθοδολογίες για τον υπολογισμό των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI

Παράταση της περιόδου ανάκαμψης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XII

Δημοσιοποίηση

ΤΜΗΜΑ 1

Έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης: δομή και περιεχόμενα

ΤΜΗΜΑ 2

Έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης: μη δημοσιοποίηση πληροφοριών

ΤΜΗΜΑ 3

Έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης: προθεσμίες, μέσα δημοσιοποίησης και επικαιροποιήσεις

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΧΙΙΙ

Τακτική εποπτική αναφορά

ΤΜΗΜΑ 1

Στοιχεία και περιεχόμενα

ΤΜΗΜΑ 2

Προθεσμίες και μέσα επικοινωνίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIV

Διαφάνεια και λογοδοσία των εποπτικών άρχων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XV

Φορείς ειδικού σκοπού

ΤΜΗΜΑ 1

Αδειοδότηση

ΤΜΗΜΑ 2

Υποχρεωτικοί όροι σύμβασης

ΤΜΗΜΑ 3

Σύστημα διακυβέρνησης

ΤΜΗΜΑ 4

Εποπτική αναφορά

ΤΜΗΜΑ 5

Απαιτήσεις φερεγγυότητας

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΟΜΙΛΟΙ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Υπολογισμός της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου

ΤΜΗΜΑ 1

Φερεγγυότητα του ομίλου: επιλογή της μεθόδου υπολογισμού και γενικές αρχές

ΤΜΗΜΑ 2

Φερεγγυότητα του ομίλου: μέθοδοι υπολογισμού

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου

ΤΜΗΜΑ 1

Πλήρη και μερικά εσωτερικά υποδείγματα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό Μονό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου

ΤΜΗΜΑ 2

Χρήση εσωτερικού υποδείγματος ομίλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Εποπτεία φερεγγυότητας ομίλου για ομίλους με κεντρική διαχείριση κίνδυνου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Συντονισμός της εποπτείας ομίλου

ΤΜΗΜΑ 1

Σώματα εποπτικών άρχων

ΤΜΗΜΑ 2

Ανταλλαγή πληροφοριών

ΤΜΗΜΑ 3

Εποπτεία υπο-ομίλου σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Δημοσιοποίηση

ΤΜΗΜΑ 1

Έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης του ομίλου

ΤΜΗΜΑ 2

Ενιαία έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Εποπτική αναφορά ομίλου

ΤΜΗΜΑ 1

Τακτική αναφορά

ΤΜΗΜΑ 2

Αναφορά σχετικά με τη συγκέντρωση κινδύνων και τις συναλλαγές εντός του ομίλου

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΙΣΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Επιχειρήσεις που ασκούν δραστηρίοτητες αντασφάλισης με έδρα σε τρίτη χωρά

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Συνδεδεμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με μητρικές εταιρείες έκτος της ένωσης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Τελικές διατάξεις



ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΒΑΣΕΙ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (ΠΥΛΩΝΑΣ Ι), ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ (ΠΥΛΩΝΑΣ ΙΙ) ΚΑΙ ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ (ΠΥΛΩΝΑΣ ΙΙΙ)



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ



ΤΜΗΜΑ 1

Ορισμοί και γενικές αρχές

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1. «εναλλακτικές μέθοδοι αποτίμησης»: μέθοδοι αποτίμησης που είναι σύμφωνες με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εξαιρουμένων εκείνων που απλώς χρησιμοποιούν τις χρηματιστηριακές τιμές για τα ίδια ή παρόμοια στοιχεία ενεργητικού ή υποχρεώσεις·

2. «ανάλυση σεναρίου»: η ανάλυση του αντίκτυπου ενός συνδυασμού δυσμενών συμβάντων·

3. «υποχρέωση ασφάλισης ασθενείας»: υποχρέωση ασφάλισης που καλύπτει ένα ή και τα δύο ακόλουθα στοιχεία:

i) την παροχή ιατρικής θεραπευτικής αγωγής ή περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης της ιατρικής προληπτικής ή θεραπευτικής αγωγής ή περίθαλψης λόγω ασθενείας, ατυχήματος, ανικανότητας ή αναπηρίας, ή τη χρηματική αποζημίωση για την εν λόγω θεραπευτική αγωγή ή περίθαλψη,

ii) τη χρηματική αποζημίωση λόγω ασθενείας, ατυχήματος, ανικανότητας ή αναπηρίας·

4. «υποχρέωση ασφάλισης ιατρικών δαπανών»: υποχρέωση ασφάλισης που καλύπτει την παροχή ή τη χρηματική αποζημίωση που αναφέρεται στο σημείο 3) i)·

5. «υποχρέωση ασφάλισης προστασίας εισοδήματος»: υποχρέωση ασφάλισης που καλύπτει τη χρηματική αποζημίωση που αναφέρεται στο σημείο 3) ii), εκτός από τη χρηματική αποζημίωση που αναφέρεται στο σημείο 3) i)·

6. «υποχρέωση ασφάλισης αποζημίωσης εργαζομένων»: υποχρέωση ασφάλισης που καλύπτει την παροχή ή τη χρηματική αποζημίωση που αναφέρεται στα σημεία 3) i) και ii) και η οποία προκύπτει αποκλειστικά από ατυχήματα στην εργασία, εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες·

7. «υποχρέωση αντασφάλισης ασθενείας»: υποχρέωση αντασφάλισης που προκύπτει από αναληφθείσα αντασφάλιση που καλύπτει υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας·

8. «υποχρέωση αντασφάλισης ιατρικών δαπανών»: υποχρέωση αντασφάλισης που προκύπτει από αναληφθείσα αντασφάλιση που καλύπτει υποχρεώσεις ασφάλισης ιατρικών δαπανών·

9. «υποχρέωση αντασφάλισης προστασίας εισοδήματος»: υποχρέωση αντασφάλισης που προκύπτει από αναληφθείσα αντασφάλιση που καλύπτει υποχρεώσεις ασφάλισης προστασίας εισοδήματος·

10. «υποχρέωση αντασφάλισης αποζημίωσης εργαζομένων»: υποχρέωση αντασφάλισης που προκύπτει από αναληφθείσα αντασφάλιση που καλύπτει υποχρεώσεις ασφάλισης αποζημίωσης εργαζομένων·

11. «εγγεγραμμένα ασφάλιστρα»: τα οφειλόμενα ασφάλιστρα σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου, ανεξάρτητα από το αν τα εν λόγω ασφάλιστρα αφορούν, στο σύνολό τους ή εν μέρει, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική κάλυψη παρεχόμενη σε διαφορετική χρονική περίοδο·

12. «δεδουλευμένα ασφάλιστρα»: τα ασφάλιστρα που αφορούν τον κίνδυνο ο οποίος καλύπτεται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για συγκεκριμένη χρονική περίοδο·

13. «εξαγορά συμβολαίου»: κάθε δυνατός τρόπος για την πλήρη ή μερική καταγγελία ενός ασφαλιστηρίου, συμπεριλαμβανομένων:

i) της οικειοθελούς καταγγελίας της σύμβασης ασφάλισης με ή χωρίς την καταβολή της αξίας εξαγοράς·

ii) της αλλαγής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης από τον αντισυμβαλλόμενο·

iii) της καταγγελίας της σύμβασης ασφάλισης εξαιτίας άρνησης του αντισυμβαλλομένου να καταβάλει το ασφάλιστρο·

14. «διακοπή σύμβασης ασφάλισης»: η εξαγορά, η λήξη χωρίς αξία εξαγοράς, η ελευθεροποίηση συμβολαίου, διατάξεις αυτόματης μη κατάπτωσης ή άσκηση άλλων δικαιωμάτων διακοπής ή η μη άσκηση δικαιωμάτων συνέχισης της σύμβασης·

15. «δικαιώματα διακοπής»: όλα τα νομικά ή συμβατικά δικαιώματα του αντισυμβαλλομένου να καταγγείλει, πλήρως ή εν μέρει, να εξαγοράσει, να μειώσει, να περιορίσει ή να αναστείλει την ασφαλιστική κάλυψη ή να επιτρέψει τη λήξη του ασφαλιστηρίου·

16. «δικαιώματα συνέχισης»: όλα τα νομικά ή συμβατικά δικαιώματα του αντισυμβαλλομένου που του επιτρέπουν να συνάψει, να ανανεώσει, να αναβαθμίσει, να επεκτείνει ή να επαναφέρει σε ισχύ, πλήρως ή εν μέρει, μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική κάλυψη·

17. «κάλυψη ενός εσωτερικού υποδείγματος»: οι κίνδυνοι που αντικατοπτρίζονται στην εκτίμηση της κατανομής πιθανότητας στην οποία βασίζεται το εσωτερικό υπόδειγμα·

18. «πεδίο ενός εσωτερικού υποδείγματος»: οι εγκεκριμένοι προς κάλυψη από το εσωτερικό υπόδειγμα κίνδυνοι· το πεδίο ενός εσωτερικού υποδείγματος μπορεί να περιλαμβάνει τόσο κινδύνους οι οποίοι αντικατοπτρίζονται όσο και κινδύνους που δεν αντικατοπτρίζονται στον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας·

19. «επένδυση σε διαπραγματεύσιμο τίτλο ή σε άλλο χρηματοοικονομικό μέσο βάσει επανασυσκευασμένων δανείων» και «θέση τιτλοποίησης»: ένα άνοιγμα σε τιτλοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 61) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 1

20. «θέση επανατιτλοποίησης»: άνοιγμα σε επανατιτλοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 63) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

21. «μεταβιβάζουσα οντότητα»: η μεταβιβάζουσα οντότητα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 13) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

22. «ανάδοχος»: ανάδοχος κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 14) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

23. «τμήμα τιτλοποίησης»: τμήμα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 67) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

24. «κεντρική τράπεζα»: η κεντρική τράπεζα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 46) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

25. «κίνδυνος βάσης»: ο κίνδυνος που απορρέει από την κατάσταση στην οποία το άνοιγμα που καλύπτεται από την τεχνική μείωσης του κινδύνου δεν αντιστοιχεί στο άνοιγμα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στον κίνδυνο·

26. «συμβάσεις χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων»: ρυθμίσεις βάσει των οποίων οι ασφαλειοδότες πράττουν ένα από τα ακόλουθα:

α) μεταβιβάζουν την πλήρη κυριότητα της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης στον ασφαλειολήπτη για τους σκοπούς της εξασφάλισης ή της κατ' άλλο τρόπο κάλυψης της εκτέλεσης σχετικής υποχρέωσης·

β) παρέχουν εξασφάλιση υπό μορφή εγγύησης στον ασφαλειολήπτη, ή υπέρ αυτού, ενώ η νομική κυριότητα της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης παραμένει στον ασφαλειοδότη ή σε θεματοφύλακα κατά τη θεμελίωση του δικαιώματος παροχής ασφάλειας·

27. σε σχέση με ένα σύνολο στοιχείων, ως «όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί των δύο» νοούνται όλα τα συντεταγμένα ζεύγη στοιχείων από το εν λόγω σύνολο·

28. «συμφωνία συνασφάλισης»: συμφωνία βάσει της οποίας διάφορες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συμφωνούν να επιμερίσουν ασφαλιστικούς κινδύνους που εντοπίζονται σε προκαθορισμένες αναλογίες. Οι αντισυμβαλλόμενοι που ασφαλίζονται από τα μέλη της συμφωνίας συνασφάλισης δεν είναι οι ίδιοι μέλη της συμφωνίας συνασφάλισης·

29. «έκθεση κινδύνου σε συμφωνία συνασφάλισης τύπου Α»: ο κίνδυνος τον οποίο εκχωρεί μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε συμφωνία συνασφάλισης, όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω συμφωνίας συνασφάλισης·

30. «έκθεση κινδύνου σε συμφωνία συνασφάλισης τύπου Β»: ο κίνδυνος τον οποίο εκχωρεί μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε άλλο μέλος μιας συμφωνίας συνασφάλισης, όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω συμφωνίας συνασφάλισης·

31. «έκθεση κινδύνου σε συμφωνία συνασφάλισης τύπου Γ»: ο κίνδυνος τον οποίο εκχωρεί μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, που είναι συμβαλλόμενο μέρος μιας συμφωνίας συνασφάλισης, σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω συμφωνίας συνασφάλισης·

32. «συγκροτημένη αγορά»: αγορά στην οποία οι συναλλαγές που αφορούν μεγάλο αριθμό χρηματοοικονομικών μέσων μπορούν να πραγματοποιούνται χωρίς να επηρεάζεται σημαντικά η τιμή των χρηματοοικονομικών μέσων·

33. «ρευστή αγορά»: αγορά στην οποία τα χρηματοοικονομικά μέσα μπορούν να μετατραπούν εύκολα με πράξη αγοράς ή πώλησης, χωρίς να προκαλείται σημαντική μεταβολή των τιμών·

34. «διαφανής αγορά»: αγορά στην οποία η τρέχουσα διαπραγμάτευση και οι πληροφορίες για τις τιμές είναι άμεσα διαθέσιμες στο κοινό, ιδίως στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·

35. «μελλοντικές προαιρετικές έκτακτες παροχές» και «μελλοντικές έκτακτες παροχές»: μελλοντικές παροχές εκτός από τις παροχές των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων τα οποία συνδέονται με δείκτες ή συνδυάζουν ασφάλεια ζωής και επενδύσεις, οι οποίες έχουν ένα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α) βασίζονται νομικά ή συμβατικά σε ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα αποτελέσματα:

i) στις επιδόσεις μιας συγκεκριμένης ομάδας συμβάσεων ασφάλισης ή ενός καθορισμένου τύπου σύμβασης ή μίας ενιαίας σύμβασης·

ii) στη ρευστοποιηθείσα ή μη ρευστοποιηθείσα απόδοση της επένδυσης σε συγκεκριμένη ομάδα περιουσιακών στοιχείων που διατηρεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

iii) στο κέρδος ή τη ζημία της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή του επενδυτικού κεφαλαίου που αντιστοιχεί στη σύμβαση·

β) βασίζονται σε δήλωση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και το χρονοδιάγραμμα ή το ποσό των παροχών υπόκειται στην πλήρη ή μερική διακριτική ευχέρεια της επιχείρησης·

36. «βασική καμπύλη επιτοκίου άνευ κινδύνου»: η καμπύλη επιτοκίου άνευ κινδύνου που προκύπτει με τον ίδιο τρόπο όπως η κατάλληλη καμπύλη επιτοκίου άνευ κινδύνου η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης, που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, αλλά χωρίς προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης ή προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας ή μεταβατική προσαρμογή στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου, σύμφωνα με το άρθρο 308γ της οδηγίας·

37. «χαρτοφυλάκιο προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης»: χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης στο οποίο εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης και το δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού, που αναφέρεται στο άρθρο 77β παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

38. «υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας SLT»: οι υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας που εφαρμόζονται στις επιχειρηματικές δραστηριότητες για τις υποχρεώσεις ασφάλισης ζωής, σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 1·

39. «υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας NSLT»: οι υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας που εφαρμόζονται στις επιχειρηματικές δραστηριότητες για τις υποχρεώσεις ασφάλισης ζημιών, σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 1·

40. «οργανισμός συλλογικών επενδύσεων»: οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 2 ) ή οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων (OEE), όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 3

41. σε σχέση με μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, με τον όρο «σημαντική επιχειρηματική μονάδα» νοείται ένα καθορισμένο τμήμα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που λειτουργεί ανεξάρτητα από άλλα τμήματα της επιχείρησης και έχει ειδικούς πόρους και διαδικασίες διακυβέρνησης εντός της επιχείρησης και η οποία περιλαμβάνει κινδύνους που είναι σημαντικοί σε σχέση με τη συνολική δραστηριότητα της επιχείρησης·

42. σε σχέση με έναν ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό όμιλο, «σημαντική επιχειρηματική μονάδα» νοείται ένα συγκεκριμένο τμήμα του ομίλου που λειτουργεί ανεξάρτητα από άλλα τμήματα του ομίλου και έχει ειδικούς πόρους και διαδικασίες διακυβέρνησης εντός του ομίλου και η οποία περιλαμβάνει κινδύνους που είναι σημαντικοί σε σχέση με τη συνολική δραστηριότητα του ομίλου· κάθε νομική οντότητα που ανήκει στον όμιλο είναι σημαντική επιχειρηματική μονάδα ή αποτελείται από περισσότερες σημαντικές επιχειρηματικές μονάδες·

43. «διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο»: όταν η εθνική νομοθεσία προβλέπει δυαδικό σύστημα συμβουλίου, αποτελούμενο από ένα διοικητικό όργανο και ένα εποπτικό όργανο, είναι το διοικητικό όργανο ή το εποπτικό όργανο ή και τα δύο αυτά όργανα, όπως ορίζεται στη σχετική εθνική νομοθεσία ή, όταν δεν ορίζεται στη σχετική εθνική νομοθεσία, το διοικητικό όργανο·

44. «συνολική μέγιστη έκθεση σε κίνδυνο»: το άθροισμα των ανώτατων πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων που μπορεί να πραγματοποιήσουν οι φορείς ειδικού σκοπού, με εξαίρεση τις δαπάνες που πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α) ο φορέας ειδικού σκοπού έχει δικαίωμα να αξιώσει από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει μεταβιβάσει κινδύνους στον φορέα ειδικού σκοπού να καταβάλει τα έξοδα·

β) ο φορέας ειδικού σκοπού δεν υποχρεούται να καταβάλει τα έξοδα, εκτός εάν και έως ότου εισπράξει ποσό ίσο με τη δαπάνη από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει μεταβιβάσει τους κινδύνους στον φορέα ειδικού σκοπού·

γ) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει μεταβιβάσει κινδύνους στον φορέα ειδικού σκοπού δεν περιλαμβάνει τη δαπάνη ως ανακτήσιμο ποσό από τον φορέα ειδικού σκοπού, σύμφωνα με το άρθρο 41 του παρόντος κανονισμού·

45. «υφιστάμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική σύμβαση»: σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης της οποίας έχουν αναγνωριστεί οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις·

46. «τα αναμενόμενα κέρδη που περιλαμβάνονται σε μελλοντικά ασφάλιστρα»: η αναμενόμενη παρούσα αξία των μελλοντικών ταμειακών ροών που προκύπτουν από τον συνυπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων ασφαλίστρων σε σχέση με υφιστάμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις που αναμένεται να εισπραχθούν στο μέλλον, αλλά ενδέχεται να μην εισπραχθούν για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από το ότι έχει επέλθει το ασφαλισμένο συμβάν, ανεξάρτητα από τα νομικά ή συμβατικά δικαιώματα του αντισυμβαλλομένου να διακόψει το ασφαλιστήριο·

47. «ασφάλιση ενυπόθηκων δανείων»: ασφάλιση πιστώσεων που παρέχει κάλυψη στους δανειστές σε περίπτωση αθέτησης των ενυπόθηκων δανείων τους·

48. «θυγατρική επιχείρηση»: κάθε θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των θυγατρικών της·

49. «συνδεδεμένη επιχείρηση»: είτε θυγατρική επιχείρηση ή άλλη επιχείρηση στην οποία υπάρχει συμμετοχή, είτε επιχείρηση που συνδέεται με άλλη επιχείρηση με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΟΚ·

50. «ρυθμιζόμενη επιχείρηση»: «ρυθμιζόμενη οντότητα» κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 4) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 4

51. «μη ρυθμιζόμενη επιχείρηση»: κάθε επιχείρηση, εκτός από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 4) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ·

52. «μη ρυθμιζόμενη επιχείρηση η οποία ασκεί χρηματοοικονομικές δραστηριότητες»: μη ρυθμιζόμενη επιχείρηση η οποία ασκεί μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 5 ), όταν οι εν λόγω δραστηριότητες αποτελούν σημαντικό μέρος της συνολικής της δραστηριότητας·

53. «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: μη ρυθμιζόμενη επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κυριότητα ή διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, στη διαχείριση υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων, υπηρεσιών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ή σε παρεμφερή δραστηριότητα επικουρικής φύσης ως προς την κύρια δραστηριότητα μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων·

54. «εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ»: εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή εταιρεία επενδύσεων που διαθέτει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 27 της εν λόγω οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει ορίσει εταιρεία διαχείρισης κατ' εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας·

55. «διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων»: ο διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

▼M4

55α. «στοιχεία ενεργητικού υποδομής»: τα ενσώματα στοιχεία ενεργητικού, οι δομές, οι εγκαταστάσεις, τα συστήματα και τα δίκτυα που παρέχουν ή υποστηρίζουν βασικές δημόσιες υπηρεσίες·

55β. «οντότητα υποδομής»: οντότητα ή εταιρικός όμιλος που, κατά τη διάρκεια της πλέον πρόσφατης χρήσης της εν λόγω οντότητας ή του εν λόγω ομίλου για την οποία υπάρχουν στοιχεία ή σε πρόταση χρηματοδότησης, πραγματοποιεί το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από την κατοχή, τη χρηματοδότηση, την ανάπτυξη ή τη λειτουργία στοιχείων ενεργητικού υποδομής·

▼B

56. «ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών»: ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 6 στοιχείο α) της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 6

57. «εγχώρια ασφαλιστική επιχείρηση»: επιχείρηση που έχει αδειοδοτηθεί και υπόκειται στην εποπτεία εποπτικών αρχών τρίτης χώρας, για την οποία θα απαιτείτο άδεια ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εάν η έδρα της επιχείρησης ήταν στην Ένωση·

58. «εγχώρια αντασφαλιστική επιχείρηση»: επιχείρηση που έχει αδειοδοτηθεί και υπόκειται στην εποπτεία εποπτικών αρχών τρίτης χώρας, για την οποία θα απαιτείτο άδεια αντασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εάν η έδρα της επιχείρησης ήταν στην Ένωση.

Άρθρο 2

Η κρίση των εμπειρογνωμόνων

1.  Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υιοθετούν παραδοχές σχετικά με κανόνες που αφορούν την αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, τις τεχνικές προβλέψεις, τα ίδια κεφάλαια, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και τους επενδυτικούς κανόνες, οι εν λόγω παραδοχές βασίζονται στην εμπειρογνωμοσύνη προσώπων που διαθέτουν τις σχετικές γνώσεις, την πείρα και την κατανόηση των εγγενών κινδύνων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής δραστηριότητας.

2.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εξασφαλίζουν, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, ότι οι εσωτερικοί χρήστες των σχετικών παραδοχών ενημερώνονται σχετικά με το περιεχόμενο, την αξιοπιστία και τους περιορισμούς τους. Για τον σκοπό αυτό, οι εξωτερικοί φορείς παροχής υπηρεσιών, στους οποίους έχουν ανατεθεί καθήκοντα ή δραστηριότητες, θεωρούνται εσωτερικοί χρήστες.



ΤΜΗΜΑ 2

Εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις

Άρθρο 3

Σύνδεση των αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας με τις βαθμίδες πιστοληπτικής ποιότητας

Η κλίμακα βαθμίδων πιστοληπτικής ποιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 109α παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ περιλαμβάνει τις βαθμίδες πιστοληπτικής ποιότητας 0 έως 6.

Άρθρο 4

Γενικές απαιτήσεις σχετικά με τη χρήση των αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας

1.  Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, μόνο εφόσον έχει εκδοθεί από εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικών αξιολογήσεων (ΕΟΠΑ) ή έχει προσυπογραφεί από ΕΟΠΑ, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 7 ).

2.  Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ορίζουν έναν ή περισσότερους ΕΟΠΑ για να διενεργούν τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο.

3.  Η χρήση πιστοληπτικών αξιολογήσεων είναι συνεπής και οι εν λόγω αξιολογήσεις δεν χρησιμοποιούνται επιλεκτικά.

4.  Κατά τη χρήση πιστοληπτικών αξιολογήσεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συμμορφώνονται με όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α) όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις ενός καθορισμένου για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ για συγκεκριμένη κατηγορία στοιχείων, χρησιμοποιεί αυτές τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις κατά τρόπο συνεπή για όλα τα στοιχεία που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία·

β) όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις ενός καθορισμένου για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ, τις χρησιμοποιεί σε συνεχή βάση και με διαχρονική συνέπεια·

γ) μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση χρησιμοποιεί μόνο τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ΕΟΠΑ που λαμβάνουν υπόψη όλα τα ποσά που τού οφείλονται τόσο σε κεφάλαιο όσο και σε τόκους·

δ) εάν για ένα διαβαθμισμένο στοιχείο είναι διαθέσιμη μία μόνο πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, αυτή η πιστοληπτική αξιολόγηση χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για το στοιχείο αυτό·

ε) εάν υπάρχουν διαθέσιμες δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ οι οποίες αντιστοιχούν σε διαφορετικές παραμέτρους για ένα διαβαθμισμένο στοιχείο, χρησιμοποιείται η αξιολόγηση που παράγει την υψηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση·

στ) εάν για ένα διαβαθμισμένο στοιχείο είναι διαθέσιμες περισσότερες από δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ, χρησιμοποιούνται οι δύο αξιολογήσεις που αντιστοιχούν στις δύο χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Εάν οι δύο χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις διαφέρουν, χρησιμοποιείται η αξιολόγηση που παράγει τη μεγαλύτερη κεφαλαιακή απαίτηση από αυτές τις δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις. Εάν οι δύο χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι ίδιες, χρησιμοποιείται η αξιολόγηση που παράγει τη μεγαλύτερη κεφαλαιακή απαίτηση από αυτές τις δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις·

ζ) όταν είναι διαθέσιμες, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τόσο τις ζητηθείσες όσο και τις μη ζητηθείσες αξιολογήσεις.

5.  Όταν ένα στοιχείο αποτελεί μέρος των μεγαλύτερων ή περισσότερο περίπλοκων πιστωτικών ανοιγμάτων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η επιχείρηση παράγει τη δική της εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση του στοιχείου και το κατανέμει σε μία από τις επτά βαθμίδες σε μια κλίμακα πιστοληπτικής ποιότητας. Όταν η εσωτερική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας παράγει χαμηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση από εκείνη που παράγεται από τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ, τότε η εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση δεν λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

6.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 5, τα μεγαλύτερα ή περισσότερο περίπλοκα πιστωτικά ανοίγματα μιας επιχείρησης περιλαμβάνουν θέσεις τιτλοποίησης του τύπου 2, όπως αναφέρεται στο άρθρο 177 παράγραφος 3 και θέσεις επανατιτλοποίησης.

Άρθρο 5

Πιστοληπτική αξιολόγηση εκδοτών και εκδόσεων

1.  Όταν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση για συγκεκριμένο πρόγραμμα έκδοσης χρεογράφων ή για πιστωτική διευκόλυνση όπου ανήκει το στοιχείο που συνιστά το πιστωτικό άνοιγμα, χρησιμοποιείται αυτή η πιστοληπτική αξιολόγηση.

2.  Εάν δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση που να μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα στο στοιχείο που συνιστά το άνοιγμα, αλλά υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση για δεδομένο πρόγραμμα έκδοσης χρεογράφων ή πιστωτική διευκόλυνση όπου δεν ανήκει το στοιχείο αυτό ή υπάρχει γενική πιστοληπτική αξιολόγηση για τον εκδότη, αυτή η πιστοληπτική αξιολόγηση χρησιμοποιείται σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω περιπτώσεις:

α) παράγει την ίδια ή υψηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση από ό,τι σε άλλη περίπτωση και το εν λόγω πιστωτικό άνοιγμα έχει την ίδια ή χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από εκείνη του δεδομένου προγράμματος έκδοσης χρεογράφων ή πιστωτικής διευκόλυνσης ή, κατά περίπτωση, από εκείνη των μη εξασφαλισμένων ανοιγμάτων εξοφλητικής προτεραιότητας του ίδιου εκδότη·

β) παράγει την ίδια ή χαμηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση από ό,τι σε άλλη περίπτωση και το εν λόγω άνοιγμα έχει την ίδια ή υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από εκείνη του δεδομένου προγράμματος έκδοσης χρεογράφων ή πιστωτικής διευκόλυνσης ή, κατά περίπτωση, από εκείνη των μη εξασφαλισμένων ανοιγμάτων εξοφλητικής προτεραιότητας του ίδιου εκδότη.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θεωρούν ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτόν ΕΟΠΑ για το άνοιγμα.

3.  Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις εκδοτών εντός ομίλου εταιρειών δεν χρησιμοποιούνται ως πιστοληπτικές αξιολογήσεις άλλου εκδότη του ιδίου εταιρικού ομίλου.

Άρθρο 6

Διπλή αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας για θέσεις τιτλοποίησης

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 παράγραφος 4 στοιχείο δ), όταν είναι διαθέσιμη μία μόνο πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ για μια θέση τιτλοποίησης, δεν χρησιμοποιείται η εν λόγω πιστοληπτική αξιολόγηση. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για το εν λόγω στοιχείο συνάγονται ως εάν να μην υπήρχε πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτόν ΕΟΠΑ.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ

Άρθρο 7

Παραδοχές αποτίμησης

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού βάσει της παραδοχής ότι η επιχείρηση ασκεί τις δραστηριότητές της σε συνθήκες συνεχούς λειτουργίας.

Άρθρο 8

Πεδίο εφαρμογής

Τα άρθρα 9 έως 16 εφαρμόζονται για την αναγνώριση και την αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, εκτός των τεχνικών προβλέψεων.

Άρθρο 9

Μεθοδολογία αποτίμησης — γενικές αρχές

1.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002.

2.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω πρότυπα περιλαμβάνουν μεθόδους αποτίμησης που είναι συνεπείς με τη μέθοδο αποτίμησης που καθορίζεται στο άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Όταν τα πρότυπα αυτά προβλέπουν τη χρήση περισσότερων από μία μεθόδων αξιολόγησης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν μόνον τις μεθόδους αποτίμησης που είναι σύμφωνες με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

3.  Όταν οι μέθοδοι αποτίμησης που περιλαμβάνονται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 δεν είναι σύμφωνα, είτε προσωρινά είτε σε μόνιμη βάση, με τη μέθοδο αποτίμησης που ορίζεται στο άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν άλλες μεθόδους αποτίμησης που θεωρούνται συμβατές με τις διατάξεις του άρθρου 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

4.  Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2, και ιδίως τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας που ορίζεται στο άρθρο 29 παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να αναγνωρίζουν και να αποτιμούν ένα περιουσιακό στοιχείο ή μια υποχρέωση με βάση τη μέθοδο αποτίμησης που χρησιμοποιούν για την κατάρτιση των ετήσιων ή των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, υπό την προϋπόθεση ότι:

α) η μέθοδος αποτίμησης είναι σύμφωνη με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β) η μέθοδος αποτίμησης είναι ανάλογη με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι εγγενείς της επιχειρηματικής δραστηριότητας της επιχείρησης·

γ) η επιχείρηση δεν αποτιμά το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο ή την υποχρέωση χρησιμοποιώντας διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 στις οικονομικές καταστάσεις της·

δ) η αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού με τη χρήση των διεθνών λογιστικών προτύπων θα επέβαλε στην επιχείρηση δυσανάλογα μεγάλα έξοδα σε σχέση με το σύνολο των διοικητικών δαπανών.

5.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα επιμέρους περιουσιακά στοιχεία χωριστά.

6.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τις επιμέρους υποχρεώσεις χωριστά.

Άρθρο 10

Μεθοδολογία αποτίμησης — ιεράρχηση αποτίμησης

1.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, κατά την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφοι 1, 2 και 3, ακολουθούν την ιεράρχηση αποτίμησης που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 7, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του στοιχείου ενεργητικού ή παθητικού, εάν οι συμμετέχοντες στην αγορά θα ελάμβαναν υπόψη τα εν λόγω χαρακτηριστικά κατά την τιμολόγηση του στοιχείου ενεργητικού ή παθητικού κατά την ημερομηνία της αποτίμησης, καθώς και την κατάσταση και τη θέση του στοιχείου ενεργητικού ή παθητικού και τους περιορισμούς, εάν υπάρχουν, όσον αφορά την πώληση ή τη χρήση του στοιχείου ενεργητικού.

2.  Ως προεπιλεγμένη μέθοδο αποτίμησης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού χρησιμοποιώντας τις χρηματιστηριακές τιμές σε ενεργή αγορά για τα ίδια στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού.

3.  Όταν δεν είναι δυνατή η χρήση των χρηματιστηριακών τιμών σε ενεργές αγορές για τα ίδια περιουσιακά στοιχεία ή τις υποχρεώσεις, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού χρησιμοποιώντας χρηματιστηριακές τιμές σε ενεργούς αγορές για παρόμοια στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις, με αναπροσαρμογές ώστε να αντανακλώνται οι διαφορές. Οι εν λόγω προσαρμογές αντικατοπτρίζουν παράγοντες που αφορούν το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο ή την υποχρέωση και περιλαμβάνουν όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α) την κατάσταση ή τη θέση του στοιχείου ενεργητικού ή παθητικού·

β) τον βαθμό στον οποίο οι εισροές αφορούν στοιχεία συγκρίσιμα με το στοιχείο ενεργητικού ή παθητικού· και

γ) τον όγκο ή το επίπεδο δραστηριότητας στις αγορές στις οποίες παρατηρούνται οι εισροές.

4.  Η χρήση των χρηματιστηριακών τιμών από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις βασίζεται στα κριτήρια για τις ενεργές αγορές, όπως ορίζεται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002.

5.  Όταν δεν πληρούνται τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 4, με την επιφύλαξη διαφορετικών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν εναλλακτικές μεθόδους αποτίμησης.

6.  Όταν χρησιμοποιούν εναλλακτικές μεθόδους αποτίμησης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις βασίζονται όσο το δυνατόν λιγότερο σε στοιχεία της συγκεκριμένης επιχείρησης και κάνουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη χρήση στοιχείων της αγοράς που περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) χρηματιστηριακές τιμές για πανομοιότυπα ή παρεμφερή στοιχεία ενεργητικού ή υποχρεώσεις σε αγορές που δεν είναι ενεργές·

β) δεδομένα εκτός από τις επίσημες τιμές που είναι παρατηρήσιμες για το στοιχείο ενεργητικού ή την υποχρέωση, μεταξύ άλλων τα επιτόκια και καμπύλες απόδοσης παρατηρήσιμες σε κοινώς καθοριζόμενα διαστήματα, τις τεκμαρτές μεταβλητότητες και τα πιστωτικά περιθώρια·

γ) δεδομένα που βασίζονται στην αγορά, τα οποία ενδέχεται να μην είναι άμεσα παρατηρήσιμα, αλλά βασίζονται σε παρατηρήσιμα δεδομένα της αγοράς ή στηρίζονται από αυτά.

Όλα τα εν λόγω δεδομένα της αγοράς προσαρμόζονται ως προς τους παράγοντες που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Στον βαθμό που δεν υπάρχουν διαθέσιμα παρατηρήσιμα δεδομένα, και σε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει ελάχιστη ή καμία δραστηριότητα στην αγορά για το περιουσιακό στοιχείο ή την υποχρέωση κατά την ημερομηνία της αποτίμησης, οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν μη παρατηρήσιμα δεδομένα που αντανακλούν τις παραδοχές που θα χρησιμοποιούσαν οι συμμετέχοντες στην αγορά κατά την τιμολόγηση του περιουσιακού στοιχείου ή της υποχρέωσης, συμπεριλαμβανομένων των υποθέσεων σχετικά με τον κίνδυνο. Όταν χρησιμοποιούν μη παρατηρήσιμα δεδομένα, οι επιχειρήσεις προσαρμόζουν δεδομένα που αφορούν μια συγκεκριμένη επιχείρηση, εάν από τα εύλογα διαθέσιμα δεδομένα συνάγεται ότι άλλοι συμμετέχοντες στην αγορά θα χρησιμοποιούσαν διαφορετικά δεδομένα ή εάν υπάρχει κάποιο στοιχείο που αφορά ειδικά την επιχείρηση, το οποίο δεν είναι διαθέσιμο σε άλλους συμμετέχοντες στην αγορά.

Κατά την αξιολόγηση των παραδοχών σχετικά με τον κίνδυνο που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, οι επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο που είναι συνυφασμένος με τη συγκεκριμένη τεχνική αποτίμησης που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της εύλογης αξίας και του κινδύνου που ενυπάρχει στα δεδομένα της εν λόγω τεχνικής αποτίμησης.

7.  Οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τεχνικές αποτίμησης σύμφωνες με μία ή περισσότερες από τις κατωτέρω προσεγγίσεις, όταν χρησιμοποιούν εναλλακτικές μεθόδους αποτίμησης:

α) προσέγγιση βάσει της αγοράς, η οποία χρησιμοποιεί τιμές και άλλες συναφείς πληροφορίες που προκύπτουν από συναλλαγές της αγοράς και περιλαμβάνουν πανομοιότυπα ή παρεμφερή στοιχεία ενεργητικού, υποχρεώσεις ή σύνολα στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων. Οι τεχνικές αποτίμησης που είναι σύμφωνες με την προσέγγιση βάσει της αγοράς περιλαμβάνουν αποτίμηση βάσει συγκεκριμένου μοντέλου (matrix pricing)·

β) προσέγγιση βάσει εισοδήματος, η οποία μετατρέπει μελλοντικά ποσά, όπως οι ταμειακές ροές ή έσοδα ή δαπάνες, σε ένα ενιαίο τρέχον ποσό. Η εύλογη αξία αντανακλά τις τρέχουσες προσδοκίες της αγοράς σε σχέση με τα εν λόγω μελλοντικά ποσά. Στις τεχνικές αποτίμησης που συνάδουν με την προσέγγιση βάσει εισοδήματος περιλαμβάνονται οι τεχνικές της παρούσας αξίας, τα μοντέλα τιμολόγησης δικαιωμάτων προαίρεσης και η μέθοδος πλεοναζόντων κερδών (excess earnings) πολλαπλών χρήσεων·

γ) η προσέγγιση βάσει κόστους ή η προσέγγιση τρέχοντος κόστους αντικατάστασης αντανακλά το ποσό που θα απαιτείτο σήμερα για την αντικατάσταση της ικανότητας χρήσης ενός περιουσιακού στοιχείου. Από την οπτική ενός πωλητή-συμμετέχοντα στην αγορά, η τιμή που θα ελάμβανε για το περιουσιακό στοιχείο βασίζεται στο κόστος για έναν αγοραστή-συμμετέχοντα στην αγορά για να αποκτήσει ή να κατασκευάσει ένα υποκατάστατο περιουσιακό στοιχείο συγκρίσιμης ποιότητας, προσαρμοσμένο βάσει παλαίωσης.

Άρθρο 11

Αναγνώριση ενδεχόμενων υποχρεώσεων

1.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν ως υποχρεώσεις τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις, όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 9 του παρόντος κανονισμού, οι οποίες είναι σημαντικές.

2.  Ενδεχόμενες υποχρεώσεις είναι σημαντικές, εάν η ενημέρωση σχετικά με το υφιστάμενο ή δυνητικό μέγεθος ή τη φύση των εν λόγω υποχρεώσεων θα μπορούσε να επηρεάσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων ή την απόφαση του χρήστη στον οποίο απευθύνονται οι πληροφορίες αυτές, συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών αρχών.

Άρθρο 12

Μέθοδοι αποτίμησης υπεραξίας και άυλων στοιχείων ενεργητικού

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν την αξία των κατωτέρω περιουσιακών στοιχείων ως μηδενική:

1. της υπεραξίας·

2. άυλων στοιχείων ενεργητικού πλην της υπεραξίας, εκτός εάν το άυλο στοιχείο ενεργητικού μπορεί να πωληθεί χωριστά και οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να αποδείξουν ότι υπάρχει αξία για τα ίδια ή για παρεμφερή στοιχεία ενεργητικού, που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2· στην περίπτωση αυτή, το περιουσιακό στοιχείο αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 10.

Άρθρο 13

Μέθοδοι αποτίμησης για συνδεδεμένες επιχειρήσεις

1.  Για τους σκοπούς της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων μεμονωμένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τις συμμετοχές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σύμφωνα με την ακόλουθη ιεράρχηση μεθόδων:

α) χρησιμοποιώντας την προεπιλεγμένη μέθοδο αποτίμησης, που ορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού·

β) χρησιμοποιώντας την αναφερόμενη στην παράγραφο 3 προσαρμοσμένη μέθοδο της καθαρής θέσης, όταν δεν είναι δυνατή η αποτίμηση σύμφωνα με το στοιχείο α)·

γ) χρησιμοποιώντας είτε τη μέθοδο που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, είτε εναλλακτικές μεθόδους αποτίμησης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλοι οι κατωτέρω όροι:

i) καμία αποτίμηση δεν είναι δυνατή σύμφωνα με το στοιχείο α) ούτε με το στοιχείο β)·

ii) η επιχείρηση δεν είναι θυγατρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, για τους σκοπούς της αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και των υποχρεώσεων μεμονωμένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τις συμμετοχές στις κατωτέρω επιχειρήσεις ως μηδενικές:

▼M1

α) επιχειρήσεις οι οποίες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της εποπτείας ομίλων, βάσει του άρθρου 214 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

▼B

β) επιχειρήσεις που αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για τη φερεγγυότητα του ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 229 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

3.  Σύμφωνα με την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 στοιχείο β) προσαρμοσμένη μέθοδο της καθαρής θέσης, η συμμετέχουσα επιχείρηση οφείλει να αποτιμήσει τις συμμετοχές της σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις με βάση το μερίδιο που κατέχει η συμμετέχουσα επιχείρηση επί του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού της συνδεδεμένης επιχείρησης.

4.  Κατά τον υπολογισμό της θετικής διαφοράς μεταξύ του ενεργητικού και του παθητικού των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, η συμμετέχουσα επιχείρηση αποτιμά τα επιμέρους στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και, όταν η συνδεδεμένη επιχείρηση είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή φορέας ειδικού σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 211 της ίδιας οδηγίας, τις τεχνικές προβλέψεις σύμφωνα με τα άρθρα 76 έως 85 της εν λόγω οδηγίας.

5.  Κατά τον υπολογισμό της θετικής διαφοράς μεταξύ του ενεργητικού και του παθητικού συνδεδεμένων επιχειρήσεων, πλην των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, η συμμετέχουσα επιχείρηση μπορεί να θεωρήσει ότι η μέθοδος της καθαρής θέσης, όπως ορίζεται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, είναι σύμφωνη με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν δεν είναι εφικτή η αποτίμηση μεμονωμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σύμφωνα με την παράγραφο 4. Στις περιπτώσεις αυτές, η συμμετέχουσα επιχείρηση αφαιρεί από την αξία της συνδεδεμένης επιχείρησης την αξία της υπεραξίας και άλλων άυλων στοιχείων ενεργητικού η οποία θα μπορούσε να αποτιμηθεί ως μηδενική, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

▼M1

6.  Εφόσον πληρούνται τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού, και όταν δεν είναι δυνατή η χρήση των μεθόδων αποτίμησης που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 1, οι συμμετοχές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις μπορούν να αποτιμώνται βάσει της μεθόδου αποτίμησης την οποία χρησιμοποιεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για την κατάρτιση των ετήσιων ή των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, η συμμετέχουσα επιχείρηση αφαιρεί από την αξία της συνδεδεμένης επιχείρησης την αξία της υπεραξίας και άλλων άυλων στοιχείων ενεργητικού, η οποία θα μπορούσε να αποτιμηθεί ως μηδενική, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

▼B

Άρθρο 14

Μέθοδοι αποτίμησης για ειδικές υποχρεώσεις

1.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις, όπως αναφέρεται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα, τα οποία υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα κατά την αρχική αναγνώριση. Δεν γίνεται καμία μεταγενέστερη προσαρμογή για να ληφθεί υπόψη η μεταβολή της ιδίας πιστοληπτικής διαβάθμισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης μετά την αρχική αναγνώριση.

2.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις που έχουν αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 11. Η αξία των ενδεχόμενων υποχρεώσεων ισούται με την αναμενόμενη παρούσα αξία των μελλοντικών ταμειακών ροών, που απαιτείται για να διακανονιστεί η ενδεχόμενη υποχρέωση κατά τη διάρκεια ζωής της εν λόγω ενδεχόμενης υποχρέωσης, με τη χρήση της βασικής καμπύλης επιτοκίων άνευ κινδύνου.

Άρθρο 15

Αναβαλλόμενοι φόροι

1.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν και αποτιμούν την αξία των αναβαλλόμενων φόρων σε σχέση με όλα τα στοιχεία ενεργητικού και τις υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών προβλέψεων, που αναγνωρίζονται για σκοπούς φερεγγυότητας ή για φορολογικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 9.

2.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τους αναβαλλόμενους φόρους, εκτός από τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που προκύπτουν από τη μεταφορά αχρησιμοποίητων πιστώσεων φόρου και τη μεταφορά αχρησιμοποίητων φορολογικών ζημιών, με βάση τη διαφορά μεταξύ των αξιών που αποδίδονται σε στοιχεία ενεργητικού και παθητικού που αναγνωρίζονται και αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και, σε περίπτωση τεχνικών προβλέψεων, σύμφωνα με τα άρθρα 76 έως 85 της οδηγίας αυτής, και των αξιών που αποδίδονται στα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού που αναγνωρίζονται και αποτιμώνται για φορολογικούς σκοπούς.

3.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδίδουν θετική αξία στις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, μόνον όταν είναι πιθανό να υπάρξει μελλοντικό φορολογητέο κέρδος έναντι του οποίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση, λαμβάνοντας υπόψη κάθε νομική ή ρυθμιστική απαίτηση σχετικά με τα χρονικά όρια για τη μεταφορά αχρησιμοποίητων φορολογικών ζημιών ή η μεταφορά αχρησιμοποίητων πιστώσεων φόρου.

Άρθρο 16

Αποκλεισμός μεθόδων αποτίμησης

1.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν αποτιμούν την αξία χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων βάσει κόστους ή αποσβεσμένου κόστους.

2.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν εφαρμόζουν υποδείγματα αποτίμησης που αποτιμούν την αξία στη χαμηλότερη αξία μεταξύ της λογιστικής αξίας και της εύλογης αξίας, αφαιρουμένου του κόστους πώλησης.

3.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν αποτιμούν την αξία ακινήτων, επενδύσεων σε ακίνητα, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού με μοντέλα κόστους, όταν η αξία του περιουσιακού στοιχείου προσδιορίζεται ως το κόστος μείον αποσβέσεις και απομείωση αξίας.

4.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που είναι μισθωτές ή εκμισθωτές σε χρηματοδοτική μίσθωση τηρούν όλα τα ακόλουθα, κατά την αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων σε μια συμφωνία χρηματοδοτικής μίσθωσης:

α) τα μισθωμένα περιουσιακά στοιχεία αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους·

β) για τους σκοπούς του καθορισμού της παρούσας αξίας των ελάχιστων καταβλητέων πληρωμών λιανικής χρηματοδοτικής μίσθωσης χρησιμοποιούνται δεδομένα της αγοράς και δεν γίνεται καμία μεταγενέστερη προσαρμογή για να ληφθεί υπόψη η ιδία πιστοληπτική διαβάθμιση της επιχείρησης·

γ) δεν εφαρμόζεται αποτίμηση αποσβεσμένου κόστους.

5.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προσαρμόζουν την καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία των αποθεμάτων λαμβάνοντας υπόψη το εκτιμώμενο κόστος ολοκλήρωσης και το εκτιμώμενο κόστος που είναι αναγκαίο για να πραγματοποιηθεί η πώληση, όταν τα έξοδα αυτά είναι σημαντικά. Τα εν λόγω έξοδα θεωρούνται σημαντικά, όταν ο μη συνυπολογισμός τους θα μπορούσε να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων ή την κρίση των χρηστών του ισολογισμού, συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών αρχών. Δεν εφαρμόζεται αποτίμηση σε κόστος.

6.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν αποτιμούν την αξία μη χρηματικών επιχορηγήσεων σε ονομαστικό ποσό.

7.  Κατά την αποτίμηση των βιολογικών περιουσιακών στοιχείων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προσαρμόζουν την αξία προσθέτοντας το εκτιμώμενο κόστος πώλησης, εάν το εκτιμώμενο κόστος της πώλησης είναι σημαντικό.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ



ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 17

Αναγνώριση και άρση της αναγνώρισης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων

Για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης και του περιθωρίου κινδύνου των τεχνικών προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική υποχρέωση την ημερομηνία κατά την οποία η επιχείρηση καθίσταται μέρος της σύμβασης με την οποία γεννάται η υποχρέωση ή την ημερομηνία έναρξης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής κάλυψης, αναλόγως με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν μόνο τις υποχρεώσεις εντός των ορίων της σύμβασης.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαγράφουν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική υποχρέωση μόνον όταν έχει αποσβεστεί, λήξει, ακυρωθεί ή εκπνεύσει.

Άρθρο 18

Όριο ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης

1.  Τα όρια της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης καθορίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 7.

2.  Όλες οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που αφορούν μονομερή δικαιώματα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να ανανεώσει ή να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της σύμβασης και τις υποχρεώσεις τους που σχετίζονται με την καταβολή ασφαλίστρων, ανήκουν στη σύμβαση, υπό την επιφύλαξη διαφορετικών διατάξεων στις παραγράφους 3 έως 6.

3.  Υποχρεώσεις που σχετίζονται με ασφαλιστική ή αντασφαλιστική κάλυψη, η οποία παρέχεται από την επιχείρηση μετά από οιαδήποτε από τις ακόλουθες ημερομηνίες, δεν ανήκουν στη σύμβαση, εκτός εάν η επιχείρηση μπορεί να υποχρεώσει τον αντισυμβαλλόμενο να καταβάλει το ασφάλιστρο για τις εν λόγω υποχρεώσεις:

α) τη μελλοντική ημερομηνία κατά την οποία η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει δικαίωμα μονομερούς καταγγελίας της σύμβασης·

β) τη μελλοντική ημερομηνία κατά την οποία η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει δικαίωμα να απορρίψει μονομερώς τα πληρωτέα ασφάλιστρα βάσει της σύμβασης·

γ) τη μελλοντική ημερομηνία κατά την οποία η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει δικαίωμα να τροποποιήσει μονομερώς τα ασφάλιστρα ή τις παροχές που οφείλονται βάσει της σύμβασης, κατά τρόπο ώστε τα ασφάλιστρα να αντικατοπτρίζουν πλήρως τους κινδύνους.

Το στοιχείο γ) θεωρείται ότι εφαρμόζεται όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει δικαίωμα να τροποποιήσει μονομερώς στο μέλλον τα ασφάλιστρα ή τις παροχές ενός χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, κατά τρόπο ώστε τα ασφάλιστρα του χαρτοφυλακίου να αντανακλούν πλήρως τους κινδύνους που καλύπτονται από το χαρτοφυλάκιο.

Εντούτοις, όσον αφορά τις υποχρεώσεις ασφάλισης ζωής, όταν μια μεμονωμένη αξιολόγηση κινδύνου των υποχρεώσεων σχετικά με τον ασφαλισμένο της σύμβασης πραγματοποιείται κατά την έναρξη της σύμβασης, και η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί να επαναληφθεί πριν από την τροποποίηση των ασφαλίστρων ή των παροχών, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εκτιμούν στο επίπεδο της σύμβασης κατά πόσον τα ασφάλιστρα αντικατοπτρίζουν πλήρως τον κίνδυνο για τους σκοπούς του στοιχείου γ).

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν λαμβάνουν υπόψη τους περιορισμούς του μονομερούς δικαιώματος που αναφέρεται στα στοιχεία α), β) και γ) της παρούσας παραγράφου και τους περιορισμούς ως προς την έκταση της δυνατότητας τροποποίησης των ασφαλίστρων ή παροχών που δεν επηρεάζουν αισθητά τα οικονομικά μεγέθη της σύμβασης.

4.  Όταν η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση έχει μονομερές δικαίωμα, σύμφωνα με την παράγραφο 3, το οποίο αφορά μόνο μέρος της σύμβασης, εφαρμόζονται σε αυτό το μέρος της σύμβασης οι ίδιες αρχές που ορίζονται στην παράγραφο 3.

5.  Οι υποχρεώσεις που δεν συνδέονται με ήδη καταβληθέντα ασφάλιστρα δεν ανήκουν σε σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης, εκτός εάν η επιχείρηση μπορεί να υποχρεώσει τον αντισυμβαλλόμενο να καταβάλει το μελλοντικό ασφάλιστρο, και εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω απαιτήσεις:

α) η σύμβαση δεν παρέχει αποζημίωση για προσδιοριζόμενο αβέβαιο γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τον ασφαλιζόμενο·

β) η σύμβαση δεν περιλαμβάνει οικονομική εγγύηση παροχών.

Για τους σκοπούς των στοιχείων α) και β), οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν λαμβάνουν υπόψη την κάλυψη γεγονότων και εγγυήσεις που δεν επηρεάζουν αισθητά τα οικονομικά μεγέθη της σύμβασης.

6.  Όταν μια σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης μπορεί να διαχωριστεί σε δύο μέρη και όταν ένα από τα μέρη αυτά πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 5 στοιχεία α) και β), οι τυχόν υποχρεώσεις που δεν αφορούν τα ασφάλιστρα αυτού του μέρους, και τα οποία έχουν ήδη πληρωθεί, δεν ανήκουν στη σύμβαση, εκτός εάν η επιχείρηση μπορεί να υποχρεώσει τον αντισυμβαλλόμενο να καταβάλει το μελλοντικό ασφάλιστρο για το εν λόγω μέρος της σύμβασης.

7.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, για τους σκοπούς της παραγράφου 3, θεωρούν ότι τα ασφάλιστρα αντικατοπτρίζουν πλήρως τους κινδύνους που καλύπτονται από το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, μόνον όταν δεν υπάρχει καμία περίπτωση το ύψος των παροχών και των δαπανών που καταβάλλονται βάσει του χαρτοφυλακίου να υπερβαίνει το ποσό των πληρωτέων ασφαλίστρων βάσει του χαρτοφυλακίου.



ΤΜΗΜΑ 2

Ποιότητα δεδομένων

Άρθρο 19

Δεδομένα που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων

1.  Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων θεωρούνται πλήρη, για τους σκοπούς του άρθρου 82 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) τα δεδομένα περιλαμβάνουν επαρκή ιστορικά στοιχεία για την αξιολόγηση των χαρακτηριστικών των υποκείμενων κινδύνων και για τον προσδιορισμό των τάσεων των κινδύνων·

β) τα εν λόγω δεδομένα είναι διαθέσιμα για καθεμία από τις σχετικές ομοιογενείς ομάδες κινδύνου που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων και δεν αποκλείεται, χωρίς αιτιολόγηση, η χρήση κανενός από αυτά τα δεδομένα για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

2.  Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων θεωρούνται ακριβή, για τους σκοπούς του άρθρου 82 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μόνον όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) τα δεδομένα είναι απαλλαγμένα από ουσιώδη σφάλματα·

β) τα δεδομένα από διαφορετικές χρονικές περιόδους που χρησιμοποιούνται για την ίδια εκτίμηση είναι συνεκτικά·

γ) τα δεδομένα καταχωρίζονται εγκαίρως και με διαχρονική συνέπεια.

3.  Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων θεωρούνται κατάλληλα, για τους σκοπούς του άρθρου 82 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μόνον όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) τα δεδομένα είναι συνεπή με τους σκοπούς για τους οποίους θα χρησιμοποιηθούν·

β) ο όγκος και η φύση των δεδομένων εγγυώνται ότι οι εκτιμήσεις που γίνονται, κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων με βάση τα στοιχεία εκτίμησης, δεν περιέχουν ουσιώδη σφάλματα·

γ) τα δεδομένα είναι συνεπή με τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι αναλογιστικές και στατιστικές τεχνικές που εφαρμόζονται κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

δ) τα δεδομένα αντικατοπτρίζουν ορθά τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένες οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όσον αφορά τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές τους υποχρεώσεις·

ε) τα δεδομένα έχουν συλλεγεί, υποστεί επεξεργασία και εφαρμόζονται με διαφανή και δομημένο τρόπο, με βάση μια τεκμηριωμένη διαδικασία που περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

i) τον ορισμό των κριτηρίων για την ποιότητα των δεδομένων και την αξιολόγηση της ποιότητας των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών ποιοτικών και ποσοτικών προτύπων για διαφορετικά σύνολα δεδομένων·

ii) τη χρήση και τον καθορισμό παραδοχών κατά τη συλλογή, την επεξεργασία και την εφαρμογή των δεδομένων·

iii) τη διαδικασία για τις επικαιροποιήσεις δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της συχνότητας των τακτικών ενημερώσεων και των περιστάσεων που ενεργοποιούν πρόσθετες ενημερώσεις.

στ) Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εξασφαλίζουν ότι τα δεδομένα χρησιμοποιούνται με διαχρονική συνέπεια κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), ένα σφάλμα εκτίμησης στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων θεωρείται σημαντικό, εάν θα μπορούσε να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων ή την κρίση των χρηστών του αποτελέσματος του υπολογισμού, συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών αρχών.

4.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν δεδομένα από εξωτερική πηγή, υπό την προϋπόθεση ότι, εκτός από την εκπλήρωση των απαιτήσεων που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 4, πληρούνται όλες οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α) οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να αποδείξουν ότι η χρήση των εν λόγω δεδομένων είναι καταλληλότερη από τη χρήση δεδομένων που παρέχονται αποκλειστικά από εσωτερική πηγή·

β) οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις γνωρίζουν την προέλευση των εν λόγω δεδομένων και τις παραδοχές ή τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία των δεδομένων αυτών·

γ) οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εντοπίζουν τυχόν τάσεις των εν λόγω δεδομένων και τη μεταβολή, με την πάροδο του χρόνου ή μεταξύ των στοιχείων, των παραδοχών και μεθοδολογιών κατά τη χρήση των εν λόγω δεδομένων·

δ) οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να αποδείξουν ότι οι παραδοχές και μεθοδολογίες που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ) αντικατοπτρίζουν τα χαρακτηριστικά του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 20

Περιορισμοί των δεδομένων

Όταν τα δεδομένα δεν είναι σύμφωνα με το άρθρο 19, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τεκμηριώνουν κατάλληλα τους περιορισμούς των δεδομένων, που περιλαμβάνουν περιγραφή του κατά πόσον και με ποιον τρόπο θα διορθωθούν οι εν λόγω περιορισμοί και των λειτουργιών εντός του συστήματος διακυβέρνησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που είναι υπεύθυνη για την εν λόγω διαδικασία. Τα δεδομένα, πριν από τις προσαρμογές για την άρση των περιορισμών, καταγράφονται και αποθηκεύονται κατάλληλα.

Άρθρο 21

Κατάλληλη χρήση των κατά προσέγγιση υπολογισμών της βέλτιστης εκτίμησης

Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν ανεπαρκή στοιχεία κατάλληλης ποιότητας για να εφαρμόσουν αξιόπιστη αναλογιστική μέθοδο, μπορούν να χρησιμοποιούν κατάλληλες προσεγγίσεις για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α) η ανεπάρκεια των δεδομένων δεν οφείλεται σε ανεπαρκείς εσωτερικές διεργασίες και διαδικασίες σχετικά με τη συλλογή, την αποθήκευση ή την επικύρωση των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για την αποτίμηση των τεχνικών προβλέψεων·

β) η ανεπάρκεια των δεδομένων δεν μπορεί να διορθωθεί με τη χρήση εξωτερικών δεδομένων·

γ) η επιχείρηση δεν θα μπορούσε να προσαρμόσει τα δεδομένα για να διορθωθεί η ανεπάρκεια.



ΤΜΗΜΑ 3

Μεθοδολογίες για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων



Ενότητα 1

Παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων

Άρθρο 22

Γενικές διατάξεις

1.  Οι παραδοχές θεωρούνται ρεαλιστικές, για τους σκοπούς του άρθρου 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εφόσον πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να εξηγήσουν και να αιτιολογήσουν κάθε μία από τις χρησιμοποιούμενες παραδοχές, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της παραδοχής, την αβεβαιότητα που ενέχουν οι παραδοχές, καθώς και τις σχετικές εναλλακτικές παραδοχές·

β) είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με σαφήνεια οι συνθήκες υπό τις οποίες οι παραδοχές θα μπορούσαν να θεωρηθούν εσφαλμένες·

γ) υπό την επιφύλαξη διαφορετικών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, οι παραδοχές βασίζονται στα χαρακτηριστικά του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, εάν είναι δυνατόν ανεξάρτητα από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που κατέχει το χαρτοφυλάκιο·

δ) οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τις παραδοχές με τρόπο διαχρονικά συνεπή και εντός ομοιογενών ομάδων κινδύνου και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, χωρίς να προβαίνουν σε αυθαίρετες μεταβολές·

ε) οι παραδοχές αντικατοπτρίζουν επαρκώς κάθε υποκείμενη αβεβαιότητα των ταμειακών ροών.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ), οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν πληροφορίες που αφορούν μόνον τη συγκεκριμένη επιχείρηση, μεταξύ άλλων πληροφορίες σχετικά με τη διαχείριση αξιώσεων και τις δαπάνες, όταν οι πληροφορίες αυτές αποτυπώνουν καλύτερα τα χαρακτηριστικά του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης από ό,τι οι πληροφορίες που δεν περιορίζονται στη συγκεκριμένη επιχείρηση ή όταν δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων με συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο χωρίς τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών.

2.  Οι παραδοχές χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς του άρθρου 77 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εφόσον πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ορίζουν παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές παραμέτρους της χρηματοπιστωτικής αγοράς ή σενάρια κατάλληλα και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Όταν μια ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση χρησιμοποιεί υπόδειγμα για την παραγωγή προβλέψεων για τις μελλοντικές παραμέτρους της χρηματοπιστωτικής αγοράς, τηρεί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) παράγει τιμές περιουσιακών στοιχείων που συνάδουν με τις τιμές περιουσιακών στοιχείων στις χρηματοπιστωτικές αγορές·

β) δεν εκμεταλλεύεται καμία ευκαιρία αρμπιτράζ·

γ) ο καθορισμός των παραμέτρων και των σεναρίων είναι σύμφωνος με την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίου άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 23

Μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης

1.  Οι παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης θεωρούνται ρεαλιστικές, για τους σκοπούς του άρθρου 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μόνον εφόσον πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) οι παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης προσδιορίζονται κατά τρόπο αντικειμενικό·

β) οι εικαζόμενες μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης είναι σύμφωνες με την τρέχουσα επιχειρηματική πρακτική και στρατηγική της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που περιλαμβάνει τη χρήση τεχνικών περιορισμού του κινδύνου· όταν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι η επιχείρηση θα αλλάξει την πρακτική ή τη στρατηγική της, οι εικαζόμενες μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης είναι σύμφωνες με τις νέες πρακτικές ή τη νέα στρατηγική·

γ) οι εικαζόμενες μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης είναι συνεκτικές μεταξύ τους·

δ) οι εικαζόμενες μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης δεν είναι αντίθετες με καμία υποχρέωση έναντι των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων ούτε με τις εφαρμοστέες στην επιχείρηση νομικές διατάξεις·

ε) οι εικαζόμενες μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης λαμβάνουν υπόψη τυχόν δημόσιες ενδείξεις από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ως προς τις ενέργειες στις οποίες θα αναμενόταν να προβεί ή να μην προβεί.

2.  Οι παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης είναι ρεαλιστικές και περιλαμβάνουν όλα τα ακόλουθα:

i) σύγκριση των εικαζόμενων μελλοντικών ενεργειών διαχείρισης με ενέργειες διαχείρισης στις οποίες προέβη στο παρελθόν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

ii) σύγκριση των μελλοντικών ενεργειών διαχείρισης που ελήφθησαν υπόψη στους τρέχοντες και σε προηγούμενους υπολογισμούς της βέλτιστης εκτίμησης·

iii) εκτίμηση των επιπτώσεων των μεταβολών των παραδοχών σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης στην αξία των τεχνικών προβλέψεων.

Για τον σκοπό αυτό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να εξηγήσουν κάθε απόκλιση σε σχέση με τα σημεία i) και ii), όταν το ζητήσουν οι εποπτικές αρχές και, όταν οι αλλαγές σε μια παραδοχή για μια μελλοντική ενέργεια διαχείρισης έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις τεχνικές προβλέψεις, τους λόγους αυτής της ευαισθησίας και τον τρόπο με τον οποίο η ευαισθησία λαμβάνεται υπόψη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις καταρτίζουν ολοκληρωμένο σχέδιο για τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης, εγκεκριμένο από το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο καλύπτει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α) τον προσδιορισμό των μελλοντικών ενεργειών διαχείρισης που είναι συναφείς με την αποτίμηση των τεχνικών προβλέψεων·

β) τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων περιστάσεων υπό τις οποίες η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα μπορούσε ευλόγως να αναμένει να υλοποιήσει καθεμία από τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

γ) τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων περιστάσεων υπό τις οποίες η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ενδέχεται να μην είναι σε θέση να υλοποιήσει τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης που αναφέρονται στο στοιχείο α) και περιγραφή του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις αυτές στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

δ) τη σειρά με την οποία θα υλοποιηθούν οι αναφερόμενες στο στοιχείο α) μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης και τις απαιτήσεις διακυβέρνησης που ισχύουν για τις εν λόγω μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης·

ε) περιγραφή κάθε εν εξελίξει έργου που απαιτείται για να διασφαλιστεί ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι σε θέση να υλοποιήσει κάθε σχετική μελλοντική ενέργεια διαχείρισης που αναφέρεται στο σημείο α)·

στ) περιγραφή του τρόπου με τον οποίο οι μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης που αναφέρονται στο στοιχείο α) έχουν ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης·

ζ) περιγραφή των εφαρμοστέων εσωτερικών διαδικασιών υποβολής αναφορών, που καλύπτουν τις αναφερόμενες στο στοιχείο α) μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης και περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.

4.  Οι παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης λαμβάνουν υπόψη τον χρόνο που απαιτείται για την εφαρμογή των ενεργειών διαχείρισης και τα πιθανά συνακόλουθα έξοδα.

5.  Το σύστημα διασφάλισης της μετάδοσης των πληροφοριών μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματικό, για τους σκοπούς του άρθρου 41 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μόνον εάν οι αναφερόμενες στην παράγραφο 3 στοιχείο ζ) του παρόντος άρθρου διαδικασίες υποβολής αναφορών περιλαμβάνουν τουλάχιστον ετήσια ενημέρωση του διοικητικού, εποπτικού ή διαχειριστικού οργάνου.

Άρθρο 24

Μελλοντικές έκτακτες παροχές

Όταν οι μελλοντικές έκτακτες παροχές εξαρτώνται από τα στοιχεία ενεργητικού που κατέχει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν ως βάση για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης τα στοιχεία ενεργητικού που κατέχουν επί του παρόντος οι επιχειρήσεις και υπολογίζουν τις μελλοντικές αλλαγές στην κατανομή των στοιχείων ενεργητικού τους σύμφωνα με το άρθρο 23. Οι παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές αποδόσεις των περιουσιακών στοιχείων είναι σύμφωνες με την κατάλληλη καμπύλη των επιτοκίων άνευ κινδύνου, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης, προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας ή ενός μεταβατικού μέτρου για το επιτόκιο άνευ κινδύνου και της αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 25

Χωριστός υπολογισμός των μελλοντικών έκτακτων παροχών

Κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προσδιορίζουν χωριστά την αξία των μελλοντικών έκτακτων παροχών.

Άρθρο 26

Η συμπεριφορά των αντισυμβαλλομένων

Κατά τον προσδιορισμό της πιθανότητας να ασκήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι τα συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των ακυρώσεων και εξαγορών συμβολαίων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναλύουν τη συμπεριφορά των αντισυμβαλλομένων κατά το παρελθόν και αξιολογούν τις προοπτικές σχετικά με την αναμενόμενη συμπεριφορά των αντισυμβαλλομένων. Η εν λόγω ανάλυση λαμβάνει υπόψη όλα τα ακόλουθα:

α) το πόσο θετική ήταν και θα είναι η άσκηση των δικαιωμάτων από τους αντισυμβαλλομένους στις συνθήκες που επικρατούν κατά τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος·

β) την επίδραση των προηγούμενων και των μελλοντικών οικονομικών συνθηκών·

γ) τις επιπτώσεις των προηγούμενων και των μελλοντικών ενεργειών διαχείρισης·

δ) κάθε άλλη περίσταση που είναι πιθανό να επηρεάσει τις αποφάσεις των αντισυμβαλλομένων για το αν θα ασκήσουν αυτό το δικαίωμα.

Η πιθανότητα δεν θεωρείται ανεξάρτητη από τα στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ), εκτός εάν υπάρχουν εμπειρικά αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν ένα τέτοιο συμπέρασμα.



Ενότητα 2

Πληροφορίες στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των βέλτιστων εκτιμήσεων

Άρθρο 27

Αξιοπιστία των πληροφοριών

Οι πληροφορίες θεωρούνται αξιόπιστες, για τους σκοπούς του άρθρου 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μόνον εφόσον οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν την αξιοπιστία των πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεκτικότητα και την αντικειμενικότητα των πληροφοριών αυτών, την αξιοπιστία της πηγής των πληροφοριών και τη διαφάνεια του τρόπου παραγωγής και επεξεργασίας των πληροφοριών.



Ενότητα 3

Προβλέψεις ταμειακών ροών για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης

Άρθρο 28

Ταμειακές ροές

Η πρόβλεψη των ταμειακών ροών που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης περιλαμβάνει όλες τις ακόλουθες ταμειακές ροές, στον βαθμό που αυτές οι ταμειακές ροές σχετίζονται με υφιστάμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις:

α) πληρωμές παροχών προς τους αντισυμβαλλομένους και τους δικαιούχους·

β) πληρωμές που θα καταβάλλει η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση για τη χορήγηση συμβατικών παροχών οι οποίες καταβάλλονται σε είδος·

γ) πληρωμές δαπανών, όπως ορίζεται στο άρθρο 78 σημείο (1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

δ) πληρωμές ασφαλίστρων και πρόσθετες ταμειακές ροές που προκύπτουν από τα εν λόγω ασφάλιστρα·

ε) πληρωμές μεταξύ της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και των διαμεσολαβητών, που σχετίζονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις·

στ) πληρωμές μεταξύ της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και επιχειρήσεων επενδύσεων σε σχέση με τις συμβάσεις ασφαλιστικών προϊόντων συνδεόμενων με δείκτες και προϊόντων που συνδυάζουν ασφάλειες ζωής και επενδύσεις·

ζ) ενισχύσεις διάσωσης και υποκατάστασης, στον βαθμό που δεν χαρακτηρίζονται ως χωριστά στοιχεία ενεργητικού ή υποχρεώσεις σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002·

η) πληρωμές φόρων που επιβάλλονται, ή αναμένεται να επιβληθούν, σε αντισυμβαλλομένους ή απαιτούνται για τον διακανονισμό των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών υποχρεώσεων.

Άρθρο 29

Αναμενόμενες μελλοντικές εξελίξεις στο εξωτερικό περιβάλλον

Ο υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης λαμβάνει υπόψη αναμενόμενες μελλοντικές εξελίξεις οι οποίες θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις ταμειακές εισροές και εκροές που απαιτούνται για τον διακανονισμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων κατά τη διάρκεια ζωής τους. Για τον σκοπό αυτό, οι μελλοντικές εξελίξεις περιλαμβάνουν δημογραφικές, νομικές, ιατρικές, τεχνολογικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένου του πληθωρισμού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 78 σημείο (2) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 30

Αβεβαιότητα των ταμειακών ροών

Η πρόβλεψη των ταμειακών ροών που χρησιμοποιείται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης, ρητά ή σιωπηρά, λαμβάνει υπόψη όλες τις αβεβαιότητες στις ταμειακές ροές, συμπεριλαμβανομένων όλων των ακόλουθων χαρακτηριστικών:

α) της αβεβαιότητας ως προς το χρονοδιάγραμμα, τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των ασφαλισμένων συμβάντων·

β) της αβεβαιότητας ως προς τα ποσά των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της αβεβαιότητας για τον πληθωρισμό αποζημιώσεων, και ως προς την περίοδο που απαιτείται για τον διακανονισμό και την πληρωμή αποζημιώσεων·

γ) της αβεβαιότητας ως προς το ποσό των δαπανών που αναφέρεται στο άρθρο 78 σημείο (1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

δ) της αβεβαιότητας ως προς τις μελλοντικές εξελίξεις που αναφέρονται στο άρθρο 29, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό·

ε) της αβεβαιότητας ως προς τη συμπεριφορά των αντισυμβαλλομένων·

στ) της αλληλεξάρτησης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αιτιών αβεβαιότητας·

ζ) της εξάρτησης των ταμειακών ροών από τις συνθήκες πριν από την ημερομηνία της ταμειακής ροής.

Άρθρο 31

Δαπάνες

1.  Μια πρόβλεψη δαπανών που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των βέλτιστων εκτιμήσεων λαμβάνει υπόψη όλες τις ακόλουθες δαπάνες, που αφορούν τις αναγνωρισμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 78 σημείο (1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ:

α) διοικητικές δαπάνες·

β) δαπάνες διαχείρισης επενδύσεων·

γ) δαπάνες διαχείρισης αποζημιώσεων·

δ) δαπάνες εξαγορών.

Οι αναφερόμενες στα στοιχεία α) έως δ) δαπάνες περιλαμβάνουν τα γενικά έξοδα που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων.

2.  Τα γενικά έξοδα κατανέμονται με διαχρονική συνέπεια και ρεαλιστικό και αντικειμενικό τρόπο στα μέρη της βέλτιστης εκτίμησης την οποία αφορούν.

3.  Οι δαπάνες σε σχέση με αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού λαμβάνονται υπόψη για τον χονδρικό υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.

4.  Η πρόβλεψη δαπανών πραγματοποιείται με την παραδοχή ότι η επιχείρηση θα καταχωρίσει νέα δραστηριότητα στο μέλλον.

Άρθρο 32

Συμβατικοί όροι και χρηματοοικονομικές εγγυήσεις

Κατά τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη όλα τα ακόλουθα:

α) όλες τις χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και τα συμβατικά δικαιώματα που περιλαμβάνονται στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις τους·

β) όλους τους παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν την πιθανότητα να ασκήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι συμβατικά δικαιώματα ή η να ρευστοποιήσουν την αξία χρηματοοικονομικών εγγυήσεων.

Άρθρο 33

Νόμισμα της υποχρέωσης

Η βέλτιστη εκτίμηση υπολογίζεται χωριστά για τις ταμειακές ροές σε διαφορετικά νομίσματα.

Άρθρο 34

Μέθοδοι υπολογισμού

1.  Η βέλτιστη εκτίμηση υπολογίζεται με διαφάνεια και κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι η μέθοδος υπολογισμού και τα αποτελέσματα που απορρέουν από αυτήν μπορούν να ελεγχθούν από ειδικευμένο εμπειρογνώμονα.

2.  Η επιλογή της αναλογιστικής και της στατιστικής μεθόδου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης βασίζεται στην καταλληλότητά τους να αποτυπώνουν τους κινδύνους που επηρεάζουν τις υποκείμενες ταμειακές ροές και τη φύση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων. Η αναλογιστική και η στατιστική μέθοδος είναι συνεπείς με όλα τα συναφή δεδομένα που διατίθενται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης και κάνουν χρήση αυτών των δεδομένων.

3.  Όταν μια μέθοδος υπολογισμού στηρίζεται σε δεδομένα ομαδοποιημένων συμβάσεων ασφάλισης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εξασφαλίζουν ότι η ομαδοποίηση των ασφαλιστηρίων δημιουργεί ομοιογενείς ομάδες κινδύνου, που αντικατοπτρίζουν δεόντως τους κινδύνους της κάθε σύμβασης ασφάλισης που περιλαμβάνεται στις εν λόγω ομάδες.

4.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναλύουν σε ποιον βαθμό η παρούσα αξία των ταμειακών ροών εξαρτάται τόσο από την αναμενόμενη έκβαση μελλοντικών γεγονότων και εξελίξεων όσο και τον τρόπο με τον οποίο το πραγματικό αποτέλεσμα σε ορισμένα σενάρια θα μπορούσε να αποκλίνει από το αναμενόμενο αποτέλεσμα.

5.  Όταν η παρούσα αξία των ταμειακών ροών εξαρτάται από μελλοντικά γεγονότα και εξελίξεις, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν μέθοδο για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης για τις ταμειακές ροές που να αντικατοπτρίζει αυτές τις εξαρτήσεις.

Άρθρο 35

Ομοιογενείς ομάδες κινδύνου υποχρεώσεων ασφάλισης ζωής

Οι προβλέψεις ταμειακών ροών που χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης για τις υποχρεώσεις ασφάλισης ζωής διεξάγονται χωριστά για κάθε σύμβαση ασφάλισης. Σε περίπτωση που ο χωριστός υπολογισμός για κάθε σύμβαση ασφάλισης θα αποτελούσε περιττή επιβάρυνση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, αυτή μπορεί να πραγματοποιήσει την πρόβλεψη με ομαδοποίηση ασφαλιστηρίων, υπό την προϋπόθεση ότι η ομαδοποίηση πληροί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές ως προς τη φύση και την πολυπλοκότητα των κινδύνων στους οποίους υπόκεινται οι συμβάσεις ασφάλισης που ανήκουν στην ίδια ομάδα κινδύνου·

β) η ομαδοποίηση συμβάσεων ασφάλισης δεν παρουσιάζει ανακριβή εικόνα του κινδύνου στον οποίο υπόκεινται οι συμβάσεις ασφάλισης και δεν παραποιεί τις δαπάνες τους·

γ) η ομαδοποίηση συμβάσεων ασφάλισης πιθανότατα θα δώσει περίπου τα ίδια αποτελέσματα για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης με αυτά του υπολογισμού για κάθε ασφαλιστήριο χωριστά, ιδίως σε σχέση με χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και τα συμβατικά δικαιώματα που περιλαμβάνονται στις συμβάσεις ασφάλισης.

Άρθρο 36

Υποχρεώσεις ασφαλίσεων ζημιών

1.  Η βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων ασφάλισης ζημιών υπολογίζεται χωριστά για την πρόβλεψη ασφαλίστρων και για την πρόβλεψη εκκρεμών απαιτήσεων.

2.  Η πρόβλεψη ασφαλίστρων σχετίζεται με μελλοντικά γεγονότα απαιτήσεων, που καλύπτονται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, οι οποίες εμπίπτουν εντός των αναφερόμενων στο άρθρο 18 ορίων της σύμβασης. Οι προβλέψεις ταμειακών ροών για τον υπολογισμό της πρόβλεψης ασφαλίστρων περιλαμβάνουν παροχές, δαπάνες και ασφάλιστρα που σχετίζονται με τα εν λόγω γεγονότα.

3.  Η πρόβλεψη για εκκρεμείς αποζημιώσεις αφορά γεγονότα που έχουν ήδη συμβεί, ανεξαρτήτως του αν οι απαιτήσεις που απορρέουν από τα εν λόγω γεγονότα έχουν ή δεν έχουν δηλωθεί.

4.  Οι προβλέψεις ταμειακών ροών για τον υπολογισμό της πρόβλεψης εκκρεμών απαιτήσεων περιλαμβάνουν παροχές, δαπάνες και ασφάλιστρα που σχετίζονται με τα γεγονότα που αναφέρονται στην παράγραφο 3.



Ενότητα 4

Περιθώριο κινδύνου

Άρθρο 37

Υπολογισμός του περιθωρίου κινδύνου

1.  Το περιθώριο κινδύνου για το συνολικό χαρτοφυλάκιο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων υπολογίζεται με τη χρήση του κατωτέρω μαθηματικού τύπου:

image

όπου:

α)  CoC είναι το επιτόκιο κόστους κεφαλαίου·

β) το άθροισμα καλύπτει όλους τους ακέραιους αριθμούς συμπεριλαμβανομένου του 0·

γ) SCR(t) είναι η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 2 μετά από t έτη·

δ) r(t + 1) είναι το βασικό επιτόκιο άνευ κινδύνου για τη διάρκεια t + 1 έτη.

Το βασικό επιτόκιο άνευ κινδύνου r(t + 1) επιλέγεται με βάση το νόμισμα που χρησιμοποιείται για τις οικονομικές καταστάσεις της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

2.  Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υπολογίζουν τις κεφαλαιακές τους απαιτήσεις φερεγγυότητας χρησιμοποιώντας εγκεκριμένο εσωτερικό υπόδειγμα και κρίνουν ότι το υπόδειγμα είναι κατάλληλο για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 2, για κάθε χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια ζωής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν το εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό των ποσών SCR(t) που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατανέμουν το περιθώριο κινδύνου για το σύνολο του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων στις κατηγορίες δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 80 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Η κατανομή αντικατοπτρίζει επαρκώς τη συμβολή των κατηγοριών δραστηριοτήτων στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 2, κατά τη διάρκεια ζωής ολόκληρου του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων.

Άρθρο 38

Επιχείρηση αναφοράς

1.  Ο υπολογισμός του περιθωρίου κινδύνου βασίζεται σε όλες τις ακόλουθες παραδοχές:

α) το συνολικό χαρτοφυλάκιο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που υπολογίζει το περιθώριο κινδύνου (η αρχική επιχείρηση) εξαγοράζεται από άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση (επιχείρηση αναφοράς)·

β) κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α), όταν η αρχική επιχείρηση ασκεί ταυτοχρόνως και τις δύο δραστηριότητες ασφάλισης ζωής και ζημιών, σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 5 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το χαρτοφυλάκιο ασφαλιστικών υποχρεώσεων που συνδέονται με δραστηριότητες ασφάλισης ζωής και υποχρεώσεις αντασφάλισης ζωής και το χαρτοφυλάκιο ασφαλιστικών υποχρεώσεων που συνδέονται με δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών και υποχρεώσεις αντασφάλισης ζημιών εξαγοράζονται χωριστά από δύο διαφορετικές επιχειρήσεις αναφοράς·

γ) η μεταβίβαση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων περιλαμβάνει όλες τις συμβάσεις και ρυθμίσεις αντασφάλισης με φορείς ειδικού σκοπού που σχετίζονται με αυτές τις υποχρεώσεις·

δ) η επιχείρηση αναφοράς δεν έχει ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις ή ίδια κεφάλαια πριν από την πραγματοποίηση της μεταβίβασης·

ε) μετά τη μεταβίβαση, η επιχείρηση αναφοράς δεν αναλαμβάνει νέες υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης·

στ) μετά τη μεταβίβαση, η επιχείρηση αναφοράς αντλεί επιλέξιμα ίδια κεφάλαια ισοδύναμα με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας που είναι αναγκαία για τη στήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων, καθ' όλη τη διάρκεια ζωής τους·

ζ) μετά τη μεταβίβαση, η επιχείρηση αναφοράς έχει περιουσιακά στοιχεία που ισοδυναμούν με το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητάς της και των τεχνικών προβλέψεων, χωρίς τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

η) τα περιουσιακά στοιχεία επιλέγονται κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιούνται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας για τον κίνδυνο αγοράς στον οποίο είναι εκτεθειμένη η επιχείρηση αναφοράς·

θ) οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της επιχείρησης αναφοράς λαμβάνουν υπόψη όλους τους ακόλουθους κινδύνους:

i) τον ασφαλιστικό κίνδυνο σε σχέση με τις μεταβιβασθείσες δραστηριότητες,

ii) όταν είναι σημαντικός, τον κίνδυνο αγοράς που αναφέρεται στο στοιχείο η), εκτός από τον κίνδυνο επιτοκίου,

iii) τον πιστωτικό κίνδυνο σε σχέση με τις αντασφαλιστικές συμβάσεις, συμφωνίες με φορείς ειδικού σκοπού, διαμεσολαβητές, αντισυμβαλλομένους, καθώς και κάθε άλλη σημαντική έκθεση που συνδέεται στενά με τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις,

iv) τον λειτουργικό κίνδυνο·

ι) η ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων, που αναφέρεται στο άρθρο 108 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, στην επιχείρηση αναφοράς αντιστοιχεί για κάθε κίνδυνο στην ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων στην αρχική επιχείρηση·

ια) δεν υπάρχει ικανότητα απορρόφησης ζημιών αναβαλλόμενων φόρων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 108 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, για την επιχείρηση αναφοράς·

ιβ) η επιχείρηση αναφοράς θα εγκρίνει, με την επιφύλαξη των στοιχείων ε) και στ), μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης οι οποίες συνάδουν με τις εικαζόμενες μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23, από την αρχική επιχείρηση.

2.  Κατά τη διάρκεια ζωής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων, η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας που είναι αναγκαία για τη στήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 77 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2009/138/ΕΚ θεωρείται ότι ισούται με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας της επιχείρησης αναφοράς, βάσει των παραδοχών που ορίζονται στην παράγραφο 1.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ι), ένας κίνδυνος θεωρείται σημαντικός όταν η επίπτωσή του στον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου θα μπορούσε να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων ή την κρίση των χρηστών των εν λόγω πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών αρχών.

Άρθρο 39

Επιτόκιο του κόστους κεφαλαίου

Το επιτόκιο του κόστους κεφαλαίου που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 5 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ θεωρείται ότι ισούται με 6 %.



Ενότητα 5

Υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων συνολικά

Άρθρο 40

Περιστάσεις στις οποίες οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται ως σύνολο και η μέθοδος που πρέπει να χρησιμοποιείται

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 77 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η αξιοπιστία εκτιμάται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου και οι τεχνικές προβλέψεις αποτιμώνται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

2.  Η αναπαραγωγή ταμειακών ροών θεωρείται αξιόπιστη, όταν οι εν λόγω ταμειακές ροές αναπαράγονται κατά το ποσό και το χρονοδιάγραμμα σε σχέση με τους υποκείμενους κινδύνους των εν λόγω ταμειακών ροών και με όλα τα πιθανά σενάρια. Οι ακόλουθες ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις δεν μπορούν να αναπαραχθούν αξιόπιστα:

α) οι ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις που εξαρτώνται από την πιθανότητα να ασκήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι τα συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των ακυρώσεων και εξαγορών συμβολαίων·

β) οι ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις που εξαρτώνται από το επίπεδο, την τάση ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών θνησιμότητας, ανικανότητας, ασθένειας και νοσηρότητας·

γ) όλες οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων.

3.  Τα χρηματοοικονομικά μέσα θεωρούνται χρηματοοικονομικά μέσα για τα οποία μπορεί να παρατηρηθεί μια αξιόπιστη αγορά, όταν η διαπραγμάτευση των εν λόγω χρηματοοικονομικών μέσων γίνεται σε ενεργή, συγκροτημένη, ρευστή και διαφανή αγορά. Οι ενεργές αγορές είναι επίσης σύμφωνες με το άρθρο 10 παράγραφος 4.

4.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προσδιορίζουν την αξία των τεχνικών προβλέψεων στην αγοραία τιμή των χρηματοοικονομικών μέσων που χρησιμοποιούνται στην αναπαραγωγή τους.



Ενότητα 6

Ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού

Άρθρο 41

Γενικές διατάξεις

1.  Τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού υπολογίζονται σύμφωνα με τα όρια των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων τα οποία αφορούν τα εν λόγω ποσά.

2.  Τα ανακτήσιμα ποσά από φορείς ειδικού σκοπού, τα ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 210 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και τα ανακτήσιμα ποσά από άλλες αντασφαλιστικές συμβάσεις υπολογίζονται χωριστά. Τα ανακτήσιμα ποσά από φορέα ειδικού σκοπού δεν υπερβαίνουν τη συνολική μέγιστη έκθεση σε κίνδυνο αυτού του φορέα ειδικού σκοπού στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

3.  Για τον υπολογισμό των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, οι ταμειακές ροές περιλαμβάνουν μόνο πληρωμές σε σχέση με την αποζημίωση των ασφαλιστικών γεγονότων και εκκρεμείς απαιτήσεις από ασφαλίσεις. Οι πληρωμές σε σχέση με άλλα γεγονότα ή διακανονισθείσες απαιτήσεις από ασφαλίσεις εγγράφονται λογιστικά εκτός των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού και άλλα στοιχεία των τεχνικών προβλέψεων. Εάν έχει γίνει κατάθεση για τις ταμειακές ροές, τα ανακτήσιμα ποσά προσαρμόζονται αναλόγως, ώστε να αποφευχθεί διπλός υπολογισμός των στοιχείων ενεργητικού και των υποχρεώσεων που σχετίζονται με την κατάθεση.

4.  Τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού για ασφαλιστικές υποχρεώσεις στον κλάδο ζημιών υπολογίζονται χωριστά για τις προβλέψεις ασφαλίστρων και τις προβλέψεις για εκκρεμείς απαιτήσεις κατά τον ακόλουθο τρόπο:

α) οι ταμειακές ροές που σχετίζονται με προβλέψεις για εκκρεμείς απαιτήσεις περιλαμβάνουν τις πληρωμές αποζημιώσεων που καταλογίζονται στις ακαθάριστες προβλέψεις για εκκρεμείς αποζημιώσεις της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που εκχωρεί κινδύνους·

β) οι ταμειακές ροές που σχετίζονται με προβλέψεις ασφαλίστρων περιλαμβάνουν όλες τις άλλες πληρωμές.

5.  Όταν οι ταμειακές ροές από φορείς ειδικού σκοπού προς την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν εξαρτώνται άμεσα από απαιτήσεις έναντι της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που εκχωρεί κινδύνους, τα ανακτήσιμα ποσά από τους εν λόγω φορείς ειδικού σκοπού για μελλοντικές απαιτήσεις λαμβάνονται υπόψη μόνο στον βαθμό που είναι δυνατόν να επαληθευτεί με συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο ότι η διαρθρωτική αναντιστοιχία μεταξύ απαιτήσεων και ανακτήσιμων ποσών δεν είναι σημαντική.

Άρθρο 42

Προσαρμογή λόγω αθέτησης αντισυμβαλλομένου

1.  Οι προσαρμογές προκειμένου να ληφθούν υπόψη αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης υποχρέωσης από μέρους αντισυμβαλλομένου, που αναφέρεται στο άρθρο 81 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, υπολογίζονται χωριστά από το υπόλοιπο των ανακτήσιμων ποσών.

2.  Η προσαρμογή προκειμένου να ληφθούν υπόψη αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης υποχρέωσης από μέρους του αντισυμβαλλομένου υπολογίζεται ως η αναμενόμενη παρούσα αξία της μεταβολής των ταμειακών ροών στην οποία βασίζονται τα ανακτήσιμα ποσά από τον αντισυμβαλλόμενο, που θα προέκυπτε σε περίπτωση αθέτησης του αντισυμβαλλομένου, μεταξύ άλλων λόγω αφερεγγυότητας ή διαφοράς, σε κάποια χρονική στιγμή. Για τον σκοπό αυτό, η μεταβολή των ταμειακών ροών δεν λαμβάνει υπόψη την επίπτωση των τεχνικών μείωσης του κινδύνου που μετριάζουν τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, εκτός από τις τεχνικές μετριασμού του κινδύνου βάσει τήρησης εξασφαλίσεων. Οι τεχνικές μείωσης του κινδύνου που δεν λαμβάνονται υπόψη αναγνωρίζονται χωριστά, χωρίς αύξηση του ανακτήσιμου ποσού από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού.

3.  Ο αναφερόμενος στην παράγραφο 2 υπολογισμός λαμβάνει υπόψη τις πιθανές περιπτώσεις αθέτησης κατά τη διάρκεια ζωής της σύμβασης αντασφάλισης ή του διακανονισμού με τον φορέα ειδικού σκοπού και κατά πόσον και με ποιον τρόπο η πιθανότητα αθέτησης μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. Διενεργείται χωριστά από κάθε αντισυμβαλλόμενο και για κάθε τομέα επιχειρηματικής δραστηριότητας. Όσον αφορά την ασφάλιση ζημιών, επίσης διεξάγεται χωριστά για τις προβλέψεις ασφαλίστρων και τις προβλέψεις για εκκρεμείς απαιτήσεις.

4.  Η μέση ζημία που προκύπτει από αθέτηση υποχρεώσεων ενός αντισυμβαλλομένου, που αναφέρεται στο άρθρο 81 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, δεν αξιολογείται σε ποσοστό χαμηλότερο του 50 % των ανακτήσιμων ποσών, εξαιρουμένης της προσαρμογής που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εκτός εάν υπάρχει αξιόπιστη βάση για μια άλλη εκτίμηση.

5.  Η πιθανότητα αθέτησης ενός φορέα ειδικού σκοπού υπολογίζεται με βάση τον πιστωτικό κίνδυνο που ενυπάρχει στα στοιχεία ενεργητικού που κατέχει ο φορέας ειδικού σκοπού.



ΤΜΗΜΑ 4

Κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου



Ενότητα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 43

Γενικές διατάξεις

Οι τιμές της βασικής καμπύλης επιτοκίων άνευ κινδύνου πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α) οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να επιτύχουν στην πράξη τα επιτόκια άνευ κινδύνου·

β) τα επιτόκια προσδιορίζονται αξιόπιστα βάσει χρηματοοικονομικών μέσων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μια συγκροτημένη, ρευστή και διαφανή χρηματοπιστωτική αγορά.

Οι τιμές της κατάλληλης καμπύλης επιτοκίων άνευ κινδύνου υπολογίζονται χωριστά για κάθε νόμισμα και διάρκεια, με βάση όλες τις συναφείς πληροφορίες και τα δεδομένα σχετικά με το εκάστοτε νόμισμα και την εκάστοτε διάρκεια. Οι τιμές αυτές καθορίζονται με διαχρονικά συνεπή, διαφανή, συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο.



Ενότητα 2

Βασική καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου

Άρθρο 44

Σχετικά χρηματοοικονομικά μέσα για την εξαγωγή των επιτοκίων άνευ κινδύνου

1.  Για κάθε νόμισμα και διάρκεια, τα βασικά επιτόκια άνευ κινδύνου λαμβάνονται με βάση τα επιτόκια πράξεων ανταλλαγής επιτοκίων για τα επιτόκια του εν λόγω νομίσματος, προσαρμοσμένα ώστε να ληφθεί υπόψη ο πιστωτικός κίνδυνος.

2.  Για κάθε νόμισμα, για διάρκειες για τις οποίες δεν υπάρχουν διαθέσιμα επιτόκια συμφωνιών ανταλλαγής επιτοκίων από συγκροτημένες, ρευστές και διαφανείς χρηματοπιστωτικές αγορές, τα επιτόκια κρατικών ομολόγων που εκδίδονται σε αυτό το νόμισμα, προσαρμοσμένα για να λαμβάνεται υπόψη ο πιστωτικός κίνδυνος των κρατικών ομολόγων, χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των βασικών επιτοκίων άνευ κινδύνου, υπό την προϋπόθεση ότι τα επιτόκια αυτών των κρατικών ομολόγων προέρχονται από συγκροτημένες, ρευστές και διαφανείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

Άρθρο 45

Προσαρμογή σε συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων για πιστωτικό κίνδυνο

Η προσαρμογή για τον πιστωτικό κίνδυνο, που αναφέρεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1, καθορίζεται με διαχρονικά συνεπή, διαφανή, συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο. Η προσαρμογή καθορίζεται με βάση τη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων που λαμβάνουν υπόψη τον πιστωτικό κίνδυνο, ο οποίος αποτυπώνεται στο κυμαινόμενο επιτόκιο των συμφωνιών ανταλλαγής επιτοκίων και των ημερήσιων δεικτών ανταλλαγής επιτοκίων της ίδιας διάρκειας, όταν και τα δύο ποσοστά προέρχονται από συγκροτημένες, ρευστές και διαφανείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο υπολογισμός της προσαρμογής βασίζεται στο 50 τοις εκατό του μέσου όρου αυτής της διαφοράς σε χρονική περίοδο ενός έτους. Η προσαρμογή δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη από 10 μονάδες βάσης και υψηλότερη από 35 μονάδες βάσης.

Άρθρο 46

Παρέκταση

1.  Οι αρχές που εφαρμόζονται κατά την παρέκταση της κατάλληλης καμπύλης επιτοκίου άνευ κινδύνου είναι οι ίδιες για όλα τα νομίσματα. Το ίδιο ισχύει και για τον καθορισμό των ανώτατων ληκτοτήτων για τις οποίες είναι δυνατό να παρατηρηθούν επιτόκια σε μια συγκροτημένη, ρευστή και διαφανή αγορά και τον μηχανισμό που εξασφαλίζει μια ομαλή σύγκλιση με το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο.

2.  Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 77δ της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η παρέκταση εφαρμόζεται στα επιτόκια άνευ κινδύνου και την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο.

3.  Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν το άρθρο 77β της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η παρέκταση βασίζεται στα επιτόκια άνευ κινδύνου, χωρίς προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης. Η αναφερόμενη στο εν λόγω άρθρο προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης εφαρμόζεται στα παρεκτεταμένα επιτόκια άνευ κινδύνου.

Άρθρο 47

Τελικό προθεσμιακό επιτόκιο

1.  Για κάθε νόμισμα, το αναφερόμενο στο άρθρο 46 παράγραφος 1 τελικό προθεσμιακό επιτόκιο παραμένει σταθερό με την πάροδο του χρόνου και μεταβάλλεται μόνο λόγω των μεταβολών των μακροπρόθεσμων προσδοκιών. Η μεθοδολογία για τον υπολογισμό του τελικού προθεσμιακού επιτοκίου καθορίζεται σαφώς, ώστε να καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση υπολογισμών των διαφόρων σεναρίων από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Καθορίζεται με διαχρονικά συνεπή, διαφανή, συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο.

2.  Για κάθε νόμισμα, το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο λαμβάνει υπόψη τις προσδοκίες των μακροπρόθεσμων πραγματικών επιτοκίων και του αναμενόμενου πληθωρισμού, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω προσδοκίες μπορούν να καθοριστούν για το εν λόγω νόμισμα με αξιόπιστο τρόπο. Το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο δεν περιλαμβάνει το περιθώριο μακροπρόθεσμης απόδοσης που αντανακλά τον πρόσθετο κίνδυνο μακροπρόθεσμων επενδύσεων.

Άρθρο 48

Βασική καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου για νομίσματα συνδεδεμένα με το ευρώ

1.  Για νομίσματα συνδεδεμένα με το ευρώ, η βασική καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου για το ευρώ, προσαρμοσμένη για κίνδυνο συναλλάγματος, μπορεί να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης όσον αφορά τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις εκφρασμένες στο εν λόγω νόμισμα, εφόσον τηρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) η σύνδεση εξασφαλίζει ότι η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ αυτού του νομίσματος και του ευρώ παραμένει εντός εύρους που δεν υπερβαίνει το 20 % του ανωτάτου ορίου αυτού του εύρους·

β) η οικονομική κατάσταση στη ζώνη του ευρώ και στον χώρο του εν λόγω νομίσματος είναι αρκούντως όμοια για να διασφαλίσει την παρόμοια εξέλιξη των επιτοκίων για το ευρώ και το εν λόγω νόμισμα·

γ) η ρύθμιση της σύνδεσης εξασφαλίζει ότι οι σχετικές μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε διάστημα ενός έτους δεν υπερβαίνουν το εύρος που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, σε περίπτωση ακραίων γεγονότων στην αγορά, που αντιστοιχούν στο επίπεδο εμπιστοσύνης που ορίζεται στο άρθρο 101 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

δ) τηρείται ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

i) η συμμετοχή του εν λόγω νομίσματος στον ευρωπαϊκό μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών (ΜΣΙ ΙΙ)·

ii) η ύπαρξη απόφασης του Συμβουλίου που αναγνωρίζει τις ρυθμίσεις σύνδεσης μεταξύ του εν λόγω νομίσματος και του ευρώ·

iii) η θέσπιση της ρύθμισης σύνδεσης από το δίκαιο της χώρας που ορίζει το νόμισμα της χώρας.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ), λαμβάνονται υπόψη οι χρηματοοικονομικοί πόροι των συμβαλλομένων μερών που εγγυώνται τη σύνδεση.

2.  Η προσαρμογή για συναλλαγματικό κίνδυνο είναι αρνητική και αντιστοιχεί στο κόστος της αντιστάθμισης του κινδύνου, τον οποίο μειώνει η αξία στο συνδεδεμένο νόμισμα μιας επένδυσης σε ευρώ, ως αποτέλεσμα των μεταβολών της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ του ευρώ και του συνδεδεμένου νομίσματος. Η ρύθμιση είναι η ίδια για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.



Ενότητα 3

Προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας

Άρθρο 49

Χαρτοφυλάκια αναφοράς

1.  Τα χαρτοφυλάκια αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 77δ παράγραφοι 2 και 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ καθορίζονται με διαχρονικά συνεπή, διαφανή, συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο. Κατά τον καθορισμό των χαρτοφυλακίων αναφοράς, εφαρμόζονται οι ίδιες μέθοδοι για όλα τα νομίσματα και τις χώρες.

2.  Για κάθε νόμισμα και για κάθε χώρα, τα περιουσιακά στοιχεία του χαρτοφυλακίου αναφοράς αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 και η διαπραγμάτευσή τους γίνεται σε αγορές οι οποίες, με εξαίρεση τις περιόδους περιορισμένης ρευστότητας, είναι σύμφωνες με το άρθρο 40 παράγραφος 3. Τα χρηματοοικονομικά μέσα των οποίων η διαπραγμάτευση γίνεται σε αγορές που παύουν προσωρινά να είναι σύμφωνες με το άρθρο 40 παράγραφος 3 επιτρέπεται να περιληφθούν στο χαρτοφυλάκιο, όταν η εν λόγω αγορά αναμένεται να είναι εκ νέου σύμφωνη με τα κριτήρια εντός ευλόγου διαστήματος.

3.  Για κάθε νόμισμα και για κάθε χώρα, το χαρτοφυλάκιο αναφοράς των περιουσιακών στοιχείων πληροί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) για κάθε νόμισμα, τα περιουσιακά στοιχεία είναι αντιπροσωπευτικά των επενδύσεων που πραγματοποιούν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο εν λόγω νόμισμα για την κάλυψη της βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων που είναι εκφρασμένες στο σχετικό νόμισμα· για κάθε χώρα, τα περιουσιακά στοιχεία είναι αντιπροσωπευτικά των επενδύσεων που πραγματοποιούν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στην εν λόγω χώρα για την κάλυψη της βέλτιστης εκτίμησης για τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης που πωλούνται στην αγορά των ασφαλιστικών υπηρεσιών αυτής της χώρας και είναι εκφρασμένες στο νόμισμά της·

β) όταν υπάρχουν δείκτες, το χαρτοφυλάκιο βασίζεται σε συναφείς δείκτες, που είναι άμεσα διαθέσιμοι στο κοινό, και δημοσιοποιούνται κριτήρια για τον τρόπο και τον χρόνο μεταβολής των συστατικών στοιχείων αυτών των δεικτών·

γ) το χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών στοιχείων περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

 ομόλογα, τιτλοποιήσεις και δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των ενυπόθηκων δανείων

 μετοχές

 ακίνητα

Για τους σκοπούς των στοιχείων α) και β), οι επενδύσεις των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων και άλλες συσκευασμένες επενδύσεις σε επενδυτικά κεφάλαια αντιμετωπίζονται ως επενδύσεις στα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία.

Άρθρο 50

Μαθηματικός τύπος για τον υπολογισμό του περιθωρίου στο οποίο βασίζεται η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας

Για κάθε νόμισμα και για κάθε χώρα, το πιστωτικό περιθώριο που αναφέρεται στο άρθρο 77δ παράγραφοι 2 και 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  wgov είναι η αναλογία της αξίας των κρατικών ομολόγων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς στοιχείων ενεργητικού, για το συγκεκριμένο νόμισμα ή τη χώρα, στην αξία του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς·

β)  Sgov είναι η μέση συναλλαγματική διαφορά για τα κρατικά ομόλογα που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς στοιχείων ενεργητικού, για το εν λόγω νόμισμα ή τη χώρα·

γ)  wcorp είναι η αναλογία της αξίας των ομολόγων πλην των κρατικών ομολόγων, των δανείων και τιτλοποιήσεων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς στοιχείων ενεργητικού, για το συγκεκριμένο νόμισμα ή τη χώρα, στην αξία του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς·

δ)  Scorp είναι η μέση συναλλαγματική διαφορά για ομόλογα πλην των κρατικών ομολόγων, δανείων και τιτλοποιήσεων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς στοιχείων ενεργητικού, για το εν λόγω νόμισμα ή τη χώρα.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, με τον όρο «κρατικά ομόλογα» νοούνται τα ανοίγματα σε κεντρικές κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες.

Άρθρο 51

Συναλλαγματική διαφορά με διόρθωση για τον κίνδυνο

Το μέρος της μέσης συναλλαγματικής διαφοράς που βασίζεται σε ρεαλιστική εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών, του απρόβλεπτου πιστωτικού κινδύνου ή κάθε άλλου κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 77δ παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως το βασικό πιστωτικό επιτόκιο που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και στο άρθρο 54 του παρόντος κανονισμού.



Ενότητα 4

Προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης

Άρθρο 52

Απότομη μεταβολή του κινδύνου θανάτου

1.  Η απότομη μεταβολή του κινδύνου θανάτου που αναφέρεται στο άρθρο 77β παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ είναι το δυσμενέστερο από τα εξής δύο σενάρια ως προς τον αντίκτυπό του στα βασικά ίδια κεφάλαια:

α) μιας στιγμιαίας μόνιμης αύξησης κατά 15 % των ποσοστών θνησιμότητας που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης·

β) μιας στιγμιαίας αύξησης των ποσοστών θνησιμότητας κατά 0,15 εκατοστιαίες μονάδες (εκφραζόμενων ως ποσοστά) που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων για να αντικατοπτρίσουν τη θνησιμότητα κατά τους προσεχείς 12 μήνες.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας εφαρμόζεται μόνο στις συμβάσεις ασφάλισης για τις οποίες η αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας συνεπάγεται αύξηση των τεχνικών προβλέψεων, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ακόλουθα:

α) οι συμβάσεις πολλαπλής ασφάλισης όσον αφορά το ίδιο ασφαλιζόμενο πρόσωπο μπορεί να αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία σύμβαση ασφάλισης·

β) όταν ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων βασίζεται σε ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 35, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις, λόγω της αύξησης των ποσοστών θνησιμότητας, μπορεί επίσης να βασίζεται σε αυτές τις ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης και όχι σε ατομικά συμβόλαια, υπό την προϋπόθεση ότι παράγει ένα αποτέλεσμα που δεν διαφέρει σημαντικά.

3.  Όσον αφορά τις υποχρεώσεις αντασφάλισης, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις, λόγω της αύξησης των ποσοστών θνησιμότητας, εφαρμόζεται μόνο στις υποκείμενες συμβάσεις ασφάλισης και γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 53

Υπολογισμός της προσαρμογής επιτοκίων λόγω αντιστοίχισης

1.  Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη μόνο τα καταλογισμένα περιουσιακά στοιχεία οι αναμενόμενες ταμειακές ροές των οποίων πρέπει να αναπαραγάγουν τις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, εξαιρουμένων των στοιχείων ενεργητικού που υπερβαίνουν το όριο αυτό. Με τον όρο «αναμενόμενη ταμειακή ροή» ενός περιουσιακού στοιχείου νοείται η ταμειακή ροή του περιουσιακού στοιχείου προσαρμοσμένη κατά τρόπο που καθιστά δυνατή την πιθανότητα αθέτησης για το στοιχείο ενεργητικού που αντιστοιχεί στο στοιχείο του βασικού πιστωτικού περιθωρίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ή, σε περίπτωση που δεν μπορεί να συναχθεί αξιόπιστο πιστωτικό περιθώριο από τις στατιστικές αθετήσεων, το μέρος του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου που ορίζεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

2.  Ο υπολογισμός του αναφερόμενου στο άρθρο 77γ παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ βασικού πιστωτικού περιθωρίου από το αποτέλεσμα του υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 1 στοιχείο α) της ίδιας οδηγίας περιλαμβάνει μόνο το μέρος του βασικού πιστωτικού περιθωρίου που δεν έχει ήδη αποτυπωθεί στην προσαρμογή των ταμειακών ροών του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 54

Υπολογισμός του βασικού πιστωτικού περιθωρίου

1.  Το βασικό πιστωτικό περιθώριο που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 υπολογίζεται με διαχρονικά συνεπή, διαφανή, συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο, βάσει των σχετικών δεικτών, εφόσον υπάρχουν. Για τον προσδιορισμό του βασικού πιστωτικού περιθωρίου ενός ομολόγου, το οποίο μπορεί να είναι διαφορετικό για τα κρατικά ομόλογα και για άλλα ομόλογα, χρησιμοποιούνται οι ίδιες μέθοδοι για κάθε νόμισμα και κάθε χώρα.

2.  Ο υπολογισμός του πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ βασίζεται στην παραδοχή ότι, σε περίπτωση αθέτησης, μπορεί να ανακτηθεί το 30 % της αγοραίας αξίας.

3.  Ο μακροπρόθεσμος μέσος όρος που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ βασίζεται σε δεδομένα των τελευταίων 30 ετών. Όταν ένα μέρος των εν λόγω δεδομένων δεν είναι διαθέσιμο, αντικαθίσταται από κατασκευασμένα δεδομένα. Τα κατασκευασμένα δεδομένα βασίζονται στα διαθέσιμα και αξιόπιστα δεδομένα των τελευταίων 30 ετών. Τα μη αξιόπιστα δεδομένα αντικαθίστανται με κατασκευασμένα στοιχεία με χρήση της εν λόγω μεθοδολογίας. Τα κατασκευασμένα δεδομένα βασίζονται σε συνετές παραδοχές.

4.  Η αναμενόμενη ζημία που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο ii) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ αντιστοιχεί στη σταθμισμένη βάσει πιθανοτήτων ζημία την οποία υφίσταται η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε περίπτωση υποβάθμισης του περιουσιακού στοιχείου σε χαμηλότερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας και συνακόλουθης άμεσης αντικατάστασής του. Ο υπολογισμός της αναμενόμενης ζημίας βασίζεται στην παραδοχή ότι το περιουσιακό στοιχείο αντικατάστασης πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α) το περιουσιακό στοιχείο αντικατάστασης έχει το ίδιο πρότυπο ταμειακών ροών με εκείνο του αντικατασταθέντος περιουσιακού στοιχείου πριν την υποβάθμιση·

β) το περιουσιακό στοιχείο αντικατάστασης ανήκει στην ίδια κατηγορία περιουσιακών στοιχείων με εκείνη του αντικατασταθέντος περιουσιακού στοιχείου·

γ) το περιουσιακό στοιχείο αντικατάστασης έχει την ίδια ή υψηλότερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας με εκείνη του αντικατασταθέντος περιουσιακού στοιχείου πριν την υποβάθμιση.



ΤΜΗΜΑ 5

Κατηγορίες δραστηριοτήτων

Άρθρο 55

Κατηγορίες δραστηριοτήτων

1.  Οι αναφερόμενες στο άρθρο 80 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ κατηγορίες δραστηριοτήτων είναι εκείνες που ορίζονται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού.

2.  Η κατάταξη μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής υποχρέωσης σε μια κατηγορία επιχειρηματικής δραστηριότητας αντικατοπτρίζει τη φύση των κινδύνων που σχετίζονται με την εν λόγω υποχρέωση. Η νομική μορφή της υποχρέωσης δεν είναι κατ' ανάγκη καθοριστική για τη φύση του κινδύνου.

3.  Υπό την προϋπόθεση ότι η τεχνική βάση είναι σύμφωνη με τη φύση των κινδύνων που σχετίζονται με την υποχρέωση, οι υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας που ασκούνται σε παρόμοια τεχνική βάση με εκείνη της ασφάλισης ζωής ταξινομούνται στις κατηγορίες δραστηριοτήτων του κλάδου ασφάλισης ζωής και οι υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας που ασκούνται σε παρόμοια τεχνική βάση με εκείνη της ασφάλισης ζημιών ταξινομούνται στις κατηγορίες δραστηριοτήτων για τις ασφαλίσεις ζημιών.

4.  Όταν οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ δεν μπορούν να ταξινομηθούν σαφώς στις κατηγορίες δραστηριοτήτων που ορίζονται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού με βάση τη φύση τους, εντάσσονται στη δραστηριότητα 32, όπως ορίζει το εν λόγω παράρτημα.

5.  Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική σύμβαση καλύπτει κινδύνους στους κλάδους ασφάλισης ζωής και ζημιών, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις διαχωρίζονται σε τμήματα του κλάδου ζωής και του κλάδου ζημιών.

6.  Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική σύμβαση καλύπτει κινδύνους σε ολόκληρη την κατηγορία δραστηριοτήτων που ορίζεται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού, οι υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης θα πρέπει να διαχωρίζονται, κατά το δυνατόν, στις κατάλληλες κατηγορίες δραστηριοτήτων.

7.  Όταν μια σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης περιλαμβάνει υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης ασθενείας και άλλες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, οι υποχρεώσεις αυτές διαχωρίζονται, όταν είναι δυνατόν.



ΤΜΗΜΑ 6

Αναλογικότητα και απλοποιήσεις

Άρθρο 56

Αναλογικότητα

1.  Οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης χρησιμοποιούν μεθόδους για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων που είναι ανάλογες με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που διέπουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις.

2.  Για να προσδιοριστεί κατά πόσον μια μέθοδος υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων είναι αναλογική, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διενεργούν αξιολόγηση που περιλαμβάνει:

α) αξιολόγηση της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των κινδύνων που διέπουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις·

β) ποιοτική ή ποσοτική αξιολόγηση του σφάλματος που εισήχθη στα αποτελέσματα της μεθόδου λόγω ενδεχόμενης απόκλισης μεταξύ των κατωτέρω:

i) των παραδοχών στις οποίες βασίζεται η μέθοδος σε σχέση με τους κινδύνους·

ii) των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης που αναφέρεται στο στοιχείο α)·

3.  Η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) περιλαμβάνει όλους τους κινδύνους που επηρεάζουν το ποσό, το χρονοδιάγραμμα και την αξία των ταμειακών εισροών και εκροών που απαιτούνται για τον διακανονισμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων κατά τη διάρκεια ζωής τους. Για τους σκοπούς του υπολογισμού του περιθωρίου κινδύνου, η αξιολόγηση περιλαμβάνει όλους τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 κατά τη διάρκεια των υποκείμενων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων. Η αξιολόγηση περιορίζεται στους κινδύνους που σχετίζονται με το μέρος του υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων στις οποίες εφαρμόζεται η μέθοδος.

4.  Η μέθοδος αυτή θεωρείται δυσανάλογη σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, εάν το σφάλμα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) έχει ως αποτέλεσμα την ανακριβή παρουσίαση των τεχνικών προβλέψεων ή των συστατικών τους που θα μπορούσε να επηρεάσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων ή την κρίση του χρήστη στον οποίο απευθύνονται οι πληροφορίες σχετικά με την αξία των τεχνικών προβλέψεων, εκτός εάν ικανοποιείται ένας από τους ακόλουθους όρους:

α) δεν είναι διαθέσιμη καμία άλλη μέθοδος με μικρότερο ποσοστό σφάλματος και η μέθοδος είναι απίθανο να οδηγήσει σε υποεκτίμηση του ποσού των τεχνικών προβλέψεων·

β) η μέθοδος αυτή οδηγεί σε ποσό τεχνικών προβλέψεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που υπερβαίνει το ποσό που θα προέκυπτε από τη χρήση μιας αναλογικής μεθόδου και δεν οδηγεί σε υποεκτίμηση του κινδύνου που είναι σύμφυτος στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις στις οποίες εφαρμόζεται.

Άρθρο 57

Απλοποιημένος υπολογισμός των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού

1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 56 του παρόντος κανονισμού, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, πριν από την αναπροσαρμογή αυτών των ποσών, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης αντισυμβαλλομένου ως η διαφορά μεταξύ των ακόλουθων εκτιμήσεων:

α) της βέλτιστης εκτίμησης που υπολογίζεται σε ακαθάριστη βάση, σύμφωνα με το άρθρο 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β) της βέλτιστης εκτίμησης, αφού ληφθούν υπόψη τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού και χωρίς προσαρμογή για την αναμενόμενη ζημία λόγω αθέτησης υποχρέωσης εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου (μη διορθωμένη καθαρή βέλτιστη εκτίμηση) που υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν μεθόδους για την παραγωγή της μη διορθωμένης καθαρής βέλτιστης εκτίμησης από την ακαθάριστη βέλτιστη εκτίμηση χωρίς ρητή πρόβλεψη των ταμειακών ροών στις οποίες βασίζονται τα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υπολογίζουν τη μη διορθωμένη καθαρή βέλτιστη εκτίμηση βασιζόμενες σε ομοιογενείς ομάδες κινδύνου. Καμία από αυτές τις ομοιογενείς ομάδες κινδύνου δεν καλύπτει περισσότερες από μία αντασφαλιστικές συμβάσεις ή φορείς ειδικού σκοπού, εκτός εάν οι εν λόγω συμβάσεις αντασφάλισης ή οι φορείς ειδικού σκοπού μεταβιβάζουν ομοιογενείς κινδύνους.

Άρθρο 58

Απλοποιημένος υπολογισμός του περιθωρίου κινδύνου

Με την επιφύλαξη του άρθρου 56, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν απλοποιημένες μεθόδους κατά τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου, που περιλαμβάνουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες μεθόδους:

α) μεθόδους που χρησιμοποιούν κατά προσέγγιση υπολογισμό των ποσών που δηλώνονται με τους όρους SCR(t) που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1·

β) μεθόδους που υπολογίζουν κατά προσέγγιση το προεξοφλημένο άθροισμα των ποσών που δηλώνονται με τους όρους SCR(t), όπως αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1, χωρίς τον υπολογισμό του καθενός από αυτά τα ποσά χωριστά.

Άρθρο 59

Υπολογισμοί του περιθωρίου κινδύνου κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους

Με την επιφύλαξη του άρθρου 56, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να προσδιορίζουν το περιθώριο κινδύνου για τους υπολογισμούς που πρέπει να πραγματοποιούνται ανά τρίμηνο με βάση το αποτέλεσμα προγενέστερου υπολογισμού του περιθωρίου κινδύνου χωρίς ρητό υπολογισμό του μαθηματικού τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1.

Άρθρο 60

Απλοποιημένος υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης για τις υποχρεώσεις ασφάλισης με μηχανισμό αναπροσαρμογής του ασφαλίστρου

Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 56, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων ασφάλισης ζωής με συμφωνία μέσω της οποίας η ασφαλιστική επιχείρηση έχει το δικαίωμα ή την υποχρέωση να αναπροσαρμόζει τα μελλοντικά ασφάλιστρα μιας ασφαλιστικής σύμβασης για να αντικατοπτρίζονται οι σημαντικές αλλαγές στο αναμενόμενο επίπεδο αποζημιώσεων και δαπανών (μηχανισμός αναπροσαρμογής ασφαλίστρου), χρησιμοποιώντας τις προβλέψεις των ταμειακών ροών που προϋποθέτουν ότι οι μεταβολές στο επίπεδο των αποζημιώσεων και των δαπανών συμβαίνουν ταυτόχρονα με τις αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων και οδηγούν σε μηδενική καθαρή ταμειακή ροή, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) ο μηχανισμός αναπροσαρμογής ασφαλίστρου αποζημιώνει εγκαίρως εξ ολοκλήρου την ασφαλιστική επιχείρηση για κάθε αύξηση του επιπέδου των απαιτήσεων και των δαπανών·

β) ο υπολογισμός δεν οδηγεί σε υποεκτίμηση της βέλτιστης εκτίμησης·

γ) ο υπολογισμός δεν οδηγεί σε υποεκτίμηση του κινδύνου που είναι σύμφυτος στις εν λόγω ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

Άρθρο 61

Απλοποιημένος υπολογισμός της προσαρμογής λόγω αθέτησης αντισυμβαλλομένου

Με την επιφύλαξη του άρθρου 56 του παρόντος κανονισμού, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν ότι η αναπροσαρμογή για αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης αντισυμβαλλομένου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 81 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, για έναν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο και για ομοιογενή ομάδα κινδύνου, ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  PD είναι η πιθανότητα αθέτησης του εν λόγω αντισυμβαλλομένου κατά τους επόμενους 12 μήνες·

β)  Durmod είναι η τροποποιηθείσα διάρκεια των ανακτήσιμων ποσών από συμβάσεις αντασφάλισης με τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο σε σχέση με την εν λόγω ομοιογενή ομάδα κινδύνου·

γ)  BErec είναι τα ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης με τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο σε σχέση με την εν λόγω ομοιογενή ομάδα κινδύνου·



ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ



ΤΜΗΜΑ 1

Καθορισμός ιδίων κεφαλαίων



Ενότητα 1

Έγκριση συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων από τις εποπτικές αρχές

Άρθρο 62

Αξιολόγηση της αίτησης

1.  Οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία, για τους σκοπούς της αξιολόγησης που προβλέπεται στο άρθρο 90 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ:

α) τη νομική ισχύ και εκτελεστότητα των όρων της δέσμευσης σε όλες τις χώρες δικαιοδοσίας·

β) τους συμβατικούς όρους της συμφωνίας την οποία έχει συνάψει ή θα συνάψει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με τους αντισυμβαλλομένους για τη χορήγηση κεφαλαίων·

γ) κατά περίπτωση, το καταστατικό της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

δ) το κατά πόσον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει διαδικασίες για να ενημερώνει τις εποπτικές αρχές για τυχόν μελλοντικές αλλαγές, οι οποίες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της απορροφητικότητας ζημίας του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i) τη δομή ή τους συμβατικούς όρους της συμφωνίας·

ii) την κατάσταση των σχετικών αντισυμβαλλομένων·

iii) τη δυνατότητα ανάκτησης του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

2.  Οι εποπτικές αρχές αξιολογούν επίσης κατά πόσον τηρείται το άρθρο 90 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβάνοντας υπόψη τις διάφορες περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί το εν λόγω στοιχείο για την απορρόφηση ζημιών.

3.  Όταν η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση ζητεί έγκριση μιας μεθόδου για τον προσδιορισμό του ποσού κάθε στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, οι εποπτικές αρχές αξιολογούν κατά πόσον η διαδικασία της επιχείρησης για την επικύρωση της μεθόδου σε τακτική βάση είναι κατάλληλη να διασφαλίσει ότι τα αποτελέσματα της μεθόδου αντικατοπτρίζουν την απορροφητικότητα ζημίας του στοιχείου σε συνθήκες συνεχούς λειτουργίας της επιχείρησης.

4.  Εκτός από τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 3, οι εποπτικές αρχές αξιολογούν την αίτηση για έγκριση των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων με βάση τα κριτήρια που ορίζονται στα άρθρα 63, 64 και 65.

Άρθρο 63

Αξιολόγηση της αίτησης — Καθεστώς των αντισυμβαλλομένων

1.  Οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία για τους σκοπούς της αξιολόγησης της ικανότητας του αντισυμβαλλομένου να πληρώσει, όπως αναφέρεται στο άρθρο 90 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ:

α) τον κίνδυνο αθέτησης των αντισυμβαλλομένων·

β) τον κίνδυνο η αθέτηση να είναι αποτέλεσμα της καθυστέρησης των αντισυμβαλλομένων να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

2.  Σε σχέση με την παράγραφο 1 στοιχείο α), οι εποπτικές αρχές αξιολογούν τον κίνδυνο αθέτησης εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων εξετάζοντας την πιθανότητα αθέτησης των αντισυμβαλλομένων και τη ζημία σε περίπτωση αθέτησης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α) την πιστωτική διαβάθμιση των αντισυμβαλλομένων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό αντανακλά σωστά την ικανότητα των αντισυμβαλλομένων να ικανοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

β) το κατά πόσον υπάρχουν τρέχοντα ή προβλέψιμα πρακτικά ή νομικά κωλύματα ως προς την τήρηση των δεσμεύσεών των αντισυμβαλλομένων βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

γ) το κατά πόσον οι αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε νομικές ή κανονιστικές απαιτήσεις που μειώνουν την ικανότητά τους να τηρούν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

δ) το κατά πόσον η νομική μορφή των αντισυμβαλλομένων θέτει σε κίνδυνο την τήρηση των δεσμεύσεων από τους αντισυμβαλλομένους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

ε) το κατά πόσον οι αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε άλλα ανοίγματα που μειώνουν την ικανότητά τους να τηρούν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

στ) το κατά πόσον, σε σχέση με τη δέσμευση που έχουν αναλάβει στο πλαίσιο του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, οι συμβατικές διατάξεις της συμφωνίας σύμφωνα με κάθε εφαρμοστέο δίκαιο παρέχουν στους αντισυμβαλλομένους δικαιώματα για συμψηφισμό ποσών που οφείλουν με ποσά που τους οφείλει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

3.  Σε σχέση με την παράγραφο 1 στοιχείο β), οι εποπτικές αρχές αξιολογούν την κατάσταση ρευστότητας των αντισυμβαλλομένων, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ακόλουθα:

α) το κατά πόσον υπάρχουν τρέχοντα ή προβλέψιμα πρακτικά ή νομικά κωλύματα ως προς την ικανότητα των αντισυμβαλλομένων να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

β) το κατά πόσον οι αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε νομικές ή κανονιστικές διατάξεις που μπορεί να μειώνουν την ικανότητά τους να τηρούν άμεσα τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

γ) το κατά πόσον η νομική μορφή των αντισυμβαλλομένων θέτει σε κίνδυνο την άμεση τήρηση των δεσμεύσεων από τους αντισυμβαλλομένους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

4.  Οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία για τους σκοπούς της αξιολόγησης της ικανότητας των αντισυμβαλλομένων να πληρώσουν, όπως αναφέρεται στο άρθρο 90 παράγραφος 4 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ:

α) το φάσμα των περιστάσεων υπό τις οποίες το στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απορρόφηση ζημιών·

β) το κατά πόσον υπάρχουν κίνητρα ή αντικίνητρα που μπορεί να επηρεάσουν την προθυμία των αντισυμβαλλομένων να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

γ) το κατά πόσον προηγούμενες συναλλαγές μεταξύ των αντισυμβαλλομένων και της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης των δεσμεύσεων των αντισυμβαλλομένων κατά το παρελθόν βάσει των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, αποτελεί ένδειξη της προθυμίας των αντισυμβαλλομένων να τηρήσουν τις τρέχουσες δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

5.  Οι εποπτικές αρχές, κατά την αξιολόγηση της ικανότητας των αντισυμβαλλομένων και την προθυμία τους να πληρώσουν, εξετάζουν όλους τους άλλους παράγοντες που σχετίζονται με την ιδιότητα των αντισυμβαλλομένων, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του επιχειρηματικού μοντέλου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

6.  Όταν ένα στοιχείο συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων αφορά την ίδια ομάδα αντισυμβαλλομένων, οι εποπτικές αρχές και οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να αξιολογήσουν την κατάσταση του ομίλου των αντισυμβαλλομένων όπως θα την αξιολογούσαν εάν ήταν ένας μόνο αντισυμβαλλόμενος, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α) ο κάθε αντισυμβαλλόμενος ατομικά δεν αποτελεί σημαντικό μέγεθος·

β) οι αντισυμβαλλόμενοι που περιλαμβάνονται στην ομάδα αυτή είναι επαρκώς ομοιογενείς.

γ) η αξιολόγηση μιας ομάδας αντισυμβαλλομένων δεν υπερεκτιμά την ικανότητα και τη βούληση των αντισυμβαλλομένων που περιλαμβάνονται σε αυτή την ομάδα να πληρώσουν.

7.  Ένας αντισυμβαλλόμενος θεωρείται σημαντικός, όταν η κατάσταση του εν λόγω μεμονωμένου αντισυμβαλλομένου είναι πιθανό να έχει σημαντική επίπτωση στην αξιολόγηση της ικανότητας και της βούλησης της ομάδας των αντισυμβαλλομένων να πληρώσουν.

Άρθρο 64

Αξιολόγηση της αίτησης — Δυνατότητα ανάκτησης των κεφαλαίων

Οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία για τους σκοπούς της αξιολόγησης της ικανότητας ανάκτησης των κεφαλαίων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 90 παράγραφος 4 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ:

α) το κατά πόσον η ικανότητα ανάκτησης των κεφαλαίων έχει αυξηθεί ως αποτέλεσμα της διαθεσιμότητας εξασφαλίσεων ή ανάλογης ρύθμισης που είναι σύμφωνη με τα άρθρα 209 έως 214·

β) το κατά πόσον υπάρχει κάποιο υφιστάμενο ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την ικανότητα ανάκτησης των κεφαλαίων·

γ) το κατά πόσον η ικανότητα ανάκτησης των κεφαλαίων υπόκειται σε νομικές ή κανονιστικές απαιτήσεις·

δ) την ικανότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να λάβει μέτρα για να αναγκάσει τους αντισυμβαλλομένους να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

Άρθρο 65

Αξιολόγηση της αίτησης — Πληροφορίες για την έκβαση προηγούμενων προσκλήσεων πληρωμής

Οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία για τους σκοπούς της αξιολόγησης των πληροφοριών σχετικά με το αποτέλεσμα προηγούμενων προσκλήσεων πληρωμής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 90 παράγραφος 4 στοιχείο γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ:

α) το κατά πόσον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει απευθύνει στο παρελθόν πρόσκληση πληρωμής στους ίδιους ή παρόμοιους αντισυμβαλλομένους υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες·

β) το κατά πόσον οι εν λόγω πληροφορίες είναι συναφείς και αξιόπιστες όσον αφορά τα αναμενόμενα αποτελέσματα των μελλοντικών προσκλήσεων πληρωμής.

Άρθρο 66

Προσδιορισμός του ποσού που αφορά απεριόριστο ποσό συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων

1.  Οι εποπτικές αρχές δεν εγκρίνουν απεριόριστο ποσό συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

2.  Όταν οι εποπτικές αρχές εγκρίνουν ένα ποσό συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, η απόφαση των εποπτικών αρχών προσδιορίζει εάν το ποσό που έχει εγκριθεί είναι το ποσό που έχει ζητήσει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή χαμηλότερο ποσό.

Άρθρο 67

Προσδιορισμός του ύψους και του χρονοδιαγράμματος για την έγκριση μιας μεθόδου

Όταν οι εποπτικές αρχές εγκρίνουν μια μέθοδο για τον προσδιορισμό του ποσού κάθε στοιχείου συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, η απόφαση των εποπτικών αρχών ορίζει όλα τα ακόλουθα:

α) το αρχικό ποσό του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που έχει υπολογιστεί με τη χρήση της εν λόγω μεθόδου κατά την ημερομηνία της έγκρισης·

β) την ελάχιστη συχνότητα του εκ νέου υπολογισμού του ποσού του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων με τη χρήση της εν λόγω μεθόδου, όταν είναι συχνότερη από ετήσια, και τους λόγους για την εν λόγω συχνότητα·

γ) το χρονικό διάστημα το οποίο αφορά ο υπολογισμός του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων με τη χρήση της εν λόγω μεθόδου.



Ενότητα 2

Χειρισμός των συμμετοχών στα ίδια κεφάλαια

Άρθρο 68

Αντιμετώπιση των συμμετοχών στον προσδιορισμό των βασικών ιδίων κεφαλαίων

1.  Για τον προσδιορισμό των βασικών ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα βασικά ίδια κεφάλαια που αναφέρονται στο άρθρο 88 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ μειώνονται κατά την πλήρη αξία των συμμετοχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας, σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα που υπερβαίνουν το 10 % των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iv) και vi).

2.  Για τον προσδιορισμό των βασικών ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα βασικά ίδια κεφάλαια που αναφέρονται στο άρθρο 88 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ περιορίζονται κατά το μέρος της αξίας όλων των συμμετοχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας, σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα, πλην των συμμετοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, που υπερβαίνουν το 10 % των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iv) και vi).

▼M1

3.  Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν αφαιρούν τις στρατηγικές συμμετοχές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 171, οι οποίες περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου βάσει της μεθόδου 1 όπως ορίζεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2002/87/ΕΚ ή βάσει της μεθόδου 1 όπως ορίζεται στο άρθρο 230 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

▼B

4.  Οι μειώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία σε όλες τις συμμετοχές που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο.

5.  Οι μειώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 πραγματοποιούνται από την αντίστοιχη κατηγορία η συμμετοχή στην οποία αύξησε τα ίδια κεφάλαια της συνδεδεμένης επιχείρησης ως εξής:

α) οι συμμετοχές σε στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των χρηματοδοτικών και πιστωτικών ιδρυμάτων αφαιρούνται από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iv) και vi)·

β) οι συμμετοχές σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 των χρηματοδοτικών και πιστωτικών ιδρυμάτων αφαιρούνται από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v)·

γ) οι συμμετοχές σε μέσα της κατηγορίας 2 των χρηματοδοτικών και πιστωτικών ιδρυμάτων αφαιρούνται από τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 72.



ΤΜΗΜΑ 2

Ταξινόμηση ίδιων κεφαλαίων

Άρθρο 69

Κατηγορία 1 — Κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων

Τα κατωτέρω στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων θεωρείται ότι ουσιαστικά διαθέτουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της ίδιας οδηγίας, και πρέπει να ταξινομούνται ως στοιχεία της κατηγορίας 1, εφόσον τα εν λόγω στοιχεία παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 71:

α) το μέρος του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού, που αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 75 και το τμήμα 2 του κεφαλαίου VI της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το οποίο περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

i) το καταβληθέν κεφάλαιο κοινών μετοχών και τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο·

ii) τα καταβληθέντα αρχικά κεφάλαια, εισφορές των μελών ή το ισοδύναμο στοιχείο των βασικών ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις αλληλασφάλισης και τις επιχειρήσεις αλληλασφαλιστικής μορφής·

iii) το καταβληθέν κεφάλαιο μειωμένης εξασφάλισης λογαριασμών μελών αλληλασφαλιστικών επιχειρήσεων·

iv) τα πλεονάζοντα κεφάλαια δεν θεωρούνται ως ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 91 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

v) το καταβληθέν κεφάλαιο προνομιούχων μετοχών και τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο·

vi) εξισωτικό αποθεματικό·

β) καταβληθείσες υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης που αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 70

Εξισωτικό αποθεματικό

1.  Το εξισωτικό αποθεματικό που αναφέρεται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο vi) ισούται με το σύνολο του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού, αφού αφαιρεθούν όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α) το ποσό των ιδίων μετοχών που διατηρεί η ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση·

β) τα προβλέψιμα μερίσματα, οι διανομές κερδών και επιβαρύνσεις·

γ) τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i) έως v), στο άρθρο 72 στοιχείο α) και στο άρθρο 76 στοιχείο α)·

δ) τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων που δεν αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i) έως v), στο άρθρο 72 στοιχείο α) και στο άρθρο 76 στοιχείο α), τα οποία έχουν εγκριθεί από την εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 79·

ε) τα περιορισμένα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων που πληρούν μία από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i) υπερβαίνουν την ονομαστική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας στην περίπτωση χαρτοφυλακίων προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης και κεφαλαίων κλειστής διάρθρωσης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 1·

ii) εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 2·

στ) το ποσό των συμμετοχών που διατηρούνται σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το οποίο αφαιρείται σύμφωνα με το άρθρο 68, εφόσον δεν περιλαμβάνεται ήδη στα στοιχεία α) έως ε).

2.  Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 θετική διαφορά μεταξύ ενεργητικού και παθητικού περιλαμβάνει το ποσό που αντιστοιχεί στο αναμενόμενο κέρδος που περιλαμβάνεται σε μελλοντικά ασφάλιστρα όπως ορίζεται στο άρθρο 260 παράγραφος 2.

3.  Η διαπίστωση του κατά πόσον και σε ποιον βαθμό το εξισωτικό αποθεματικό εμφανίζει τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 71 δεν ισοδυναμεί με αξιολόγηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού ή των υποκείμενων στοιχείων των οικονομικών καταστάσεων των επιχειρήσεων.

Άρθρο 71

Κατηγορία 1 — Στοιχεία καθορισμού της ταξινόμησης

1.  Τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 69 είναι τα ακόλουθα:

α) το στοιχείο των βασικών ιδίων κεφαλαίων:

i) στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i) και ii), ιεραρχείται μετά από όλες τις άλλες απαιτήσεις σε περίπτωση διαδικασίας εκκαθάρισης όσον αφορά την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

ii) στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στοιχείο β), κατατάσσεται στον ίδιο βαθμό με, ή προηγείται των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i) και ii), αλλά μετά από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 72 και 76, τα οποία έχουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στα άρθρα 73 και 77 αντίστοιχα, και μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων των ασφαλισμένων και δικαιούχων και των πιστωτών μη μειωμένης εξασφάλισης·

β) το βασικό στοιχείο ιδίων κεφαλαίων δεν περιλαμβάνει στοιχεία που μπορεί να προκαλέσουν αφερεγγυότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή να επιταχύνουν τη διαδικασία του να καταστεί η επιχείρηση αφερέγγυα·

γ) το βασικό στοιχείο ιδίων κεφαλαίων είναι αμέσως διαθέσιμο για την απορρόφηση ζημιών·

δ) το βασικό στοιχείο ιδίων κεφαλαίων απορροφά ζημίες τουλάχιστον μία φορά που δεν τηρείται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και δεν εμποδίζει την ανακεφαλαιοποίηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

ε) το βασικό στοιχείο ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στοιχείο β), διαθέτει έναν από τους κατωτέρω μηχανισμούς απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου που ενεργοποιούνται όταν επέρχεται γεγονός ενεργοποίησης που καθορίζεται στην παράγραφο 8:

i) η ονομαστική αξία ή το αρχικό κεφάλαιο του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων έχει μειωθεί, όπως ορίζεται στην παράγραφο 5·

ii) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μετατρέπεται αυτόματα σε στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο i) ή ii), όπως ορίζεται στην παράγραφο 6·

iii) έναν μηχανισμό απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου που επιτυγχάνει αποτέλεσμα ισοδύναμο με αυτό των μηχανισμών απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου που ορίζονται στο σημείο i) ή ii)·

στ) το στοιχείο των βασικών ιδίων κεφαλαίων πληροί ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

i) στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i) και ii), το στοιχείο είναι χωρίς προθεσμία ή, σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει καθορισμένη διάρκεια, είναι της ίδιας διάρκειας με αυτήν της επιχείρησης·

ii) στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στοιχείο β), το στοιχείο είναι χωρίς προθεσμία· η πρώτη συμβατική ευκαιρία αποπληρωμής ή εξόφλησης του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν επέρχεται σε διάστημα μικρότερο των 5 ετών από την ημερομηνία έκδοσης·

ζ) όσον αφορά το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στοιχείο β), η αποπληρωμή ή εξόφλησή του προβλέπεται μόνο σε διάστημα μεταξύ 5 και 10 ετών μετά την ημερομηνία έκδοσης, όταν υπάρχει υπέρβαση της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας της επιχείρησης κατά ένα εύλογο περιθώριο, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης φερεγγυότητας της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένου του μεσοπρόθεσμου σχεδίου διαχείρισης κεφαλαίων της επιχείρησης.

η) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iii) και v) και στοιχείο β), είναι δυνατό να αποπληρωθεί ή να εξοφληθεί μόνο κατά τη βούληση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και η αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση των εποπτικών αρχών·

θ) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iii) και v) και στοιχείο β), δεν περιλαμβάνει κίνητρα αποπληρωμής ή εξόφλησης που αυξάνουν την πιθανότητα αποπληρωμής ή εξόφλησης του εν λόγω στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων από μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, όταν αυτή θα έχει τη δυνατότητα να το πράξει·

ι) όσον αφορά το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iii) και v) και στοιχείο β), η αναστολή της αποπληρωμής ή εξόφλησής του προβλέπεται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή εάν η αποπληρωμή ή η εξόφληση θα οδηγούσε σε μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και η αποπληρωμή ή εξόφληση δεν θα συνεπαγόταν μη συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

ια) κατά παρέκκλιση από το στοιχείο ι), η αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή εάν η αποπληρωμή ή εξόφληση θα συνεπαγόταν την εν λόγω μη συμμόρφωση, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) η εποπτική αρχή έχει, κατ' εξαίρεση, άρει την αναστολή της αποπληρωμής ή εξόφλησης του εν λόγω στοιχείου·

ii) το εν λόγω στοιχείο ανταλλάσσεται ή μετατρέπεται σε άλλο στοιχείο ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 της ίδιας τουλάχιστον ποιότητας·

iii) η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση τηρείται μετά την αποπληρωμή ή εξόφληση.

ιβ) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων πληροί ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

i) στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημεία i) και ii), είτε οι νομικές ή συμβατικές ρυθμίσεις που διέπουν το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είτε η εθνική νομοθεσία προβλέπουν την ακύρωση των διανομών σε σχέση με το εν λόγω στοιχείο, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, ή η διανομή θα συνεπαγόταν τη μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και η διανομή δεν θα συνεπαγόταν τη μη συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

ii) στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στο στοιχείο β), οι όροι της συμβατικής ρύθμισης που διέπουν το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων προβλέπουν την ακύρωση των διανομών σε σχέση με το εν λόγω στοιχείο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή εάν η διανομή θα συνεπαγόταν μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και η διανομή δεν θα συνεπαγόταν τη μη τήρηση της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας·

ιγ) η διανομή για το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μπορεί να προβλεφθεί σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή εάν η διανομή συνεπαγόταν μη συμμόρφωση, μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) η εποπτική αρχή έχει, κατ' εξαίρεση, άρει την ακύρωση των διανομών·

ii) η διανομή δεν αποδυναμώνει περαιτέρω την κατάσταση φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

iii) η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση τηρείται μετά την καταβολή της διανομής·

ιδ) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iii) και v) και στο στοιχείο β), παρέχει στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πλήρη ευελιξία όσον αφορά τις διανομές για το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων·

ιε) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είναι ελεύθερο βαρών και δεν συνδέεται με καμία άλλη συναλλαγή η οποία, σε σχέση με το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων να μη συμμορφώνεται με το άρθρο 94 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ανταλλαγή ή μετατροπή στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων σε άλλο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 ή η αποπληρωμή ή εξόφληση ενός στοιχείου ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 1 από τα έσοδα από ένα νέο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων της ίδιας τουλάχιστον ποιότητας δεν θεωρείται αποπληρωμή ή εξόφληση, υπό τον όρο ότι η ανταλλαγή, μετατροπή, αποπληρωμή ή εξόφληση υπόκειται στην έγκριση της εποπτικής αρχής.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ιδ), στην περίπτωση στοιχείων βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i) και ii), προβλέπεται πλήρης ευελιξία ως προς τις διανομές, όταν πληρούνται όλες οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α) δεν υφίσταται προνομιακή μεταχείριση στη διανομή ως προς τη σειρά καταβολής των διανομών και οι όροι της συμβατικής ρύθμισης που διέπουν το στοιχείο ιδίων κεφαλαίων δεν προβλέπουν προνομιακά δικαιώματα για την καταβολή διανομών·

β) οι διανομές καταβάλλονται από τα διανεμητέα στοιχεία·

γ) το ύψος των διανομών δεν καθορίζεται βάσει του ποσού για το οποίο αγοράσθηκε το στοιχείο ιδίων κεφαλαίων κατά την έκδοση και δεν υπάρχει ανώτατο όριο ή άλλος περιορισμός ως προς το ανώτατο επίπεδο διανομής·

δ) κατά παρέκκλιση από το στοιχείο γ), στην περίπτωση των τίτλων που εκδίδονται από επιχειρήσεις αλληλασφάλισης και επιχειρήσεις αλληλασφαλιστικής μορφής, μπορεί να οριστεί ανώτατο όριο ή άλλος περιορισμός ως προς το μέγιστο επίπεδο διανομής, υπό τον όρο ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ή ο άλλος περιορισμός δεν είναι ένα γεγονός που συνδέεται με την καταβολή ή μη διανομών για άλλα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων·

ε) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει διανομές·

στ) η μη καταβολή των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

ζ) η ακύρωση των διανομών δεν επιβάλλει περιορισμούς στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

4.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ιδ), στην περίπτωση των βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στοιχείο β), προβλέπεται πλήρης ευελιξία όσον αφορά τις διανομές, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) οι διανομές καταβάλλονται από τα διανεμητέα στοιχεία·

β) οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν πλήρη ευχέρεια ανά πάσα στιγμή να ακυρώσουν τις διανομές σε σχέση με στοιχεία ιδίων κεφαλαίων για απεριόριστο χρονικό διάστημα και σε μη σωρευτική βάση και οι επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν τις ακυρωθείσες πληρωμές χωρίς περιορισμό για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, όταν καθίστανται απαιτητές·

γ) δεν υπάρχει υποχρέωση υποκατάστασης της διανομής μέσω πληρωμής άλλης μορφής·

δ) δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής διανομών σε περίπτωση καταβολής διανομής για άλλο στοιχείο ιδίων κεφαλαίων·

ε) η μη καταβολή διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

στ) η ακύρωση διανομών δεν επιβάλλει περιορισμούς στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

5.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε) σημείο i), η ονομαστική αξία ή το κεφάλαιο του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων μειώνεται κατά τρόπο ώστε να μειώνονται όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α) η απαίτηση του κατόχου του εν λόγω στοιχείου σε περίπτωση διαδικασίας εκκαθάρισης·

β) το ποσό που πρέπει να καταβληθεί για την αποπληρωμή ή την εξόφλησή αυτού του στοιχείου·

γ) οι διανομές που καταβάλλονται για το εν λόγω στοιχείο.

6.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε) σημείο ii), οι διατάξεις που διέπουν τη μετατροπή σε στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων που απαριθμούνται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο i) ή ii) καθορίζουν ένα από τα κατωτέρω στοιχεία:

α) τον συντελεστή μετατροπής και ένα όριο του επιτρεπόμενου ποσού της μετατροπής·

β) ένα εύρος εντός του οποίου τα μέσα θα μετατραπούν σε στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων που απαριθμούνται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο i) ή ii).

7.  Η ονομαστική αξία ή το κεφάλαιο του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων απορροφά τις ζημίες όταν επέρχεται το γεγονός ενεργοποίησης. Απορροφητικότητα ζημιών που προκύπτουν από την ακύρωση ή μείωση των διανομών δεν κρίνεται επαρκής για να θεωρηθεί ως μηχανισμός απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο ε).

8.  Το αναφερόμενο στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) γεγονός ενεργοποίησης είναι η σοβαρή μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η μη συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας θεωρείται σημαντική, όταν συντρέχει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) το ποσό των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας είναι ίσο ή μικρότερο από το 75 % των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·

β) το ποσό των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων είναι ίσο ή μικρότερο από την ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση·

γ) η συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας δεν αποκαθίσταται εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία παρατηρήθηκε για πρώτη φορά η μη συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να καθορίσουν, στις διατάξεις που διέπουν το μέσο, ένα ή περισσότερα γεγονότα ενεργοποίησης επιπλέον των γεγονότων ενεργοποίησης που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως γ).

9.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία δ), ι) και ιβ), οι αναφορές στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας νοούνται ως αναφορές στην ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση, όταν η μη συμμόρφωση με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις επέρχεται πριν από τη μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

Άρθρο 72

Βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 2 — Κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων

Τα κατωτέρω στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων θεωρείται ότι ουσιαστικά διαθέτουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της ίδιας οδηγίας, και πρέπει να ταξινομούνται ως στοιχεία της κατηγορίας 2, εφόσον τα εν λόγω στοιχεία παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 73:

α) το μέρος του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού, που αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 75 και το τμήμα 2 του κεφαλαίου VI της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το οποίο περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

i) το κεφάλαιο κοινών μετοχών και τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο·

ii) τα αρχικά κεφάλαια, εισφορές των μελών ή το ισοδύναμο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις αλληλασφάλισης και τις επιχειρήσεις αλληλασφαλιστικής μορφής·

iii) μειωμένης εξασφάλισης λογαριασμούς μελών αλληλασφαλιστικών επιχειρήσεων·

iv) προνομιούχες μετοχές και τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο·

β) υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης που αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 73

Βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 2 — Στοιχεία καθορισμού της ταξινόμησης

1.   ►M1  Τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο άρθρο 72 είναι είτε εκείνα που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως θ) είτε εκείνα που αναφέρονται στο στοιχείο ι): ◄

α) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων κατατάσσεται μετά τις απαιτήσεις όλων των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων και των πιστωτών που δεν έχουν μειωμένη εξασφάλιση·

β) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν περιλαμβάνει στοιχεία που μπορεί να προκαλέσουν αφερεγγυότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή να επιταχύνουν τη διαδικασία του να καταστεί η επιχείρηση αφερέγγυα·

γ) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είναι χωρίς προθεσμία ή έχει αρχική διάρκεια τουλάχιστον 10 ετών· η πρώτη συμβατική ευκαιρία για την αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν επέρχεται πριν από 5 έτη από την ημερομηνία έκδοσης·

δ) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είναι επιστρεπτέο ή εξοφλητέο κατά την προτίμηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και η αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση των εποπτικών αρχών·

ε) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μπορεί να περιλαμβάνει περιορισμένα κίνητρα αποπληρωμής ή εξόφλησης του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν συμβαίνει πριν από την παρέλευση 10 ετών από την ημερομηνία έκδοσης·

στ) όσον αφορά το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, η αναστολή της αποπληρωμής ή εξόφλησής του προβλέπεται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή εάν η αποπληρωμή ή η εξόφληση θα οδηγούσε σε μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και η αποπληρωμή ή εξόφληση δεν θα συνεπαγόταν μη συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

ζ) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων πληροί ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

i) στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 72 στοιχείο α) σημεία i) και ii), είτε οι νομικές ή συμβατικές ρυθμίσεις που διέπουν το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είτε η εθνική νομοθεσία προβλέπουν την αναβολή των διανομών σε σχέση με το εν λόγω στοιχείο, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, ή εάν η διανομή θα συνεπαγόταν τη μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και η διανομή δεν θα συνεπαγόταν τη μη συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

ii) στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 72 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στοιχείο β), οι όροι της συμβατικής ρύθμισης που διέπουν το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων προβλέπουν την αναβολή των διανομών σε σχέση με το εν λόγω στοιχείο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή, εάν η διανομή θα συνεπαγόταν μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και η διανομή δεν θα συνεπαγόταν τη μη τήρηση της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας·

η) η διανομή για το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μπορεί να προβλεφθεί σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή εάν η διανομή συνεπαγόταν μη συμμόρφωση, μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) η εποπτική αρχή έχει, κατ' εξαίρεση, άρει την αναβολή των διανομών·

ii) η διανομή δεν αποδυναμώνει περαιτέρω την κατάσταση φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

iii) η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση τηρείται μετά την καταβολή της διανομής·

θ) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είναι ελεύθερο βαρών και δεν συνδέεται με καμία άλλη συναλλαγή η οποία, σε σχέση με το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων να μη συμμορφώνεται με το άρθρο 94 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

ι) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων εμφανίζει τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται στο άρθρο 71, τα οποία είναι σχετικά με τα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii), v) και στοιχείο β), αλλά υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται στο άρθρο 82 παράγραφος 3.

Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο στ), η αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή εάν η αποπληρωμή ή εξόφληση θα συνεπαγόταν την εν λόγω μη συμμόρφωση, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) η εποπτική αρχή έχει, κατ' εξαίρεση, άρει την αναστολή της αποπληρωμής ή εξόφλησης του εν λόγω στοιχείου·

ii) το εν λόγω στοιχείο ανταλλάσσεται ή μετατρέπεται σε άλλο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 ή κατηγορίας 2 της ίδιας τουλάχιστον ποιότητας·

iii) η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση τηρείται μετά την αποπληρωμή ή εξόφληση.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ανταλλαγή ή μετατροπή στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων σε άλλο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 ή κατηγορίας 2 ή η αποπληρωμή ή εξόφληση ενός στοιχείου ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 2 από τα έσοδα από ένα νέο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων της ίδιας τουλάχιστον ποιότητας δεν θεωρείται αποπληρωμή ή εξόφληση, υπό τον όρο ότι η ανταλλαγή, μετατροπή, αποπληρωμή ή εξόφληση υπόκειται στην έγκριση της εποπτικής αρχής.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία στ) και ζ), οι αναφορές στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας νοούνται ως αναφορές στην ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση, όταν η μη συμμόρφωση με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις επέρχεται πριν από τη μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

4.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε), οι επιχειρήσεις θεωρούν περιορισμένα τα κίνητρα εξόφλησης υπό μορφή αύξησης επιτοκίου σε συνδυασμό με δικαίωμα προαίρεσης αγοράς, όταν η αύξηση έχει τη μορφή ενιαίας αύξησης του τοκομεριδίου και οδηγεί σε αύξηση του αρχικού επιτοκίου που δεν υπερβαίνει το υψηλότερο από τα ακόλουθα δύο ποσά:

α) τις 100 μονάδες βάσης, αφού αφαιρεθεί η διαφορά περιθωρίου συμφωνίας ανταλλαγής μεταξύ της αρχικής βάσης δείκτη και της αυξανόμενης βάσης δείκτη·

β) το 50 % του αρχικού πιστωτικού περιθωρίου, χωρίς τη διαφορά περιθωρίου συμφωνίας ανταλλαγής μεταξύ της αρχικής βάσης δείκτη και της αυξανόμενης βάσης δείκτη.

Άρθρο 74

Βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 2 — Κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων

Με την επιφύλαξη του άρθρου 96 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, τα κατωτέρω συμπληρωματικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων θεωρείται ότι διαθέτουν ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας, και κατατάσσονται ως στοιχεία της κατηγορίας 2, εφόσον τα ακόλουθα στοιχεία παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά που παρατίθενται στο άρθρο 75:

α) μη καταβληθέν κεφάλαιο και κεφάλαιο κοινών μετοχών το οποίο δεν έχει καταστεί απαιτητό, εξοφλητέο σε πρώτη ζήτηση·

β) μη καταβληθέν κεφάλαιο και αρχικό κεφάλαιο το οποίο δεν έχει καταστεί απαιτητό, εισφορές μελών ή το ισοδύναμο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις αλληλασφάλισης και τις επιχειρήσεις αλληλασφαλιστικής μορφής, εξοφλητέο σε πρώτη ζήτηση·

γ) μη καταβληθέν κεφάλαιο και κεφάλαιο προνομιούχων μετοχών το οποίο δεν έχει καταστεί απαιτητό, εξοφλητέο σε πρώτη ζήτηση·

δ) νομικώς δεσμευτική υποχρέωση εγγραφής και πληρωμής σε πρώτη ζήτηση για υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης·

ε) πιστωτικές επιστολές και εγγυήσεις, που διατηρούνται σε καταπίστευμα από ανεξάρτητο θεματοφύλακα προς όφελος των ασφαλιστικών πιστωτών και παρέχονται από πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

στ) πιστωτικές επιστολές και εγγυήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι τα στοιχεία μπορεί να καταστούν απαιτητά εφόσον ζητηθεί και είναι ελεύθερα βαρών·

ζ) τυχόν μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες είναι δυνατόν να ασκήσουν αλληλασφαλιστικές ή παρόμοιες ενώσεις πλοιοκτητών με κυμαινόμενες συνεισφορές, οι οποίες ασφαλίζουν αποκλειστικά κινδύνους των κατηγοριών 6, 12 και 17 του μέρους Α του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2009/138/ΕΚ έναντι των μελών τους μέσω πρόσκλησης καταβολής συμπληρωματικών συνεισφορών, εντός των επόμενων δώδεκα μηνών·

η) τυχόν μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες μπορούν να έχουν αλληλασφαλιστικές ή αλληλασφαλιστικής μορφής ενώσεις έναντι των μελών τους μέσω πρόσκλησης καταβολής συμπληρωματικών συνεισφορών, εντός των επόμενων 12 μηνών, με την προϋπόθεση ότι η πρόσκληση μπορεί να γίνει κατ' απαίτηση και είναι ελεύθερη βαρών·

θ) άλλες νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, υπό την προϋπόθεση ότι το στοιχείο μπορεί να καταστεί απαιτητό εφόσον ζητηθεί και είναι ελεύθερο βαρών.

Άρθρο 75

Συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 2 — Στοιχεία καθορισμού της ταξινόμησης

Για να καταταγούν στην κατηγορία 2, τα στοιχεία συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 74 παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά ενός στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων που ταξινομούνται στην κατηγορία 1 σύμφωνα με τα άρθρα 69 και 71, όταν το εν λόγω σημείο έχει καταστεί απαιτητό και καταβληθεί.

Άρθρο 76

Βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 3 — Κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων

Τα ακόλουθα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων θεωρείται ότι διαθέτουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας, και πρέπει να ταξινομούνται ως μέσα της κατηγορίας 3, εφόσον τα κατωτέρω στοιχεία παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 77:

α) το μέρος του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού, που αποτιμάται σύμφωνα με τα τμήματα 1 και 2 του κεφαλαίου VI της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το οποίο περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

i) μειωμένης εξασφάλισης λογαριασμούς μελών αλληλασφαλιστικών επιχειρήσεων·

ii) προνομιούχες μετοχές και τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο·

iii) ένα ποσό ίσο με την αξία των καθαρών αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων·

β) υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης που αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 77

Βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 3 — Στοιχεία καθορισμού της ταξινόμησης

1.  Τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 76 είναι τα ακόλουθα:

α) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 76 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β), κατατάσσεται μετά τις απαιτήσεις όλων των ασφαλισμένων και δικαιούχων και των πιστωτών μη μειωμένης εξασφάλισης·

β) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν περιλαμβάνει στοιχεία που μπορεί να προκαλέσουν αφερεγγυότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή να επιταχύνουν τη διαδικασία του να καταστεί η επιχείρηση αφερέγγυα·

γ) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 76 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β), είναι χωρίς προθεσμία ή έχει αρχική διάρκεια τουλάχιστον 5 ετών, όταν η ημερομηνία λήξης είναι η πρώτη συμβατική ευκαιρία αποπληρωμής ή εξόφλησης του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων·

δ) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 76 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β), είναι δυνατό να αποπληρωθεί ή να εξοφληθεί μόνο κατά τη βούληση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και η αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση των εποπτικών αρχών·

ε) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 76 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β), μπορεί να περιλαμβάνει περιορισμένα κίνητρα για την αποπληρωμή ή εξόφληση αυτού του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων·

στ) όσον αφορά το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 76 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β), η αναστολή της αποπληρωμής ή εξόφλησής του προβλέπεται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή εάν η αποπληρωμή ή η εξόφληση θα οδηγούσε σε μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και αποπληρωμή ή εξόφληση δεν θα συνεπαγόταν μη συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

ζ) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 76 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β), προβλέπει την αναβολή της καταβολής διανομών σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή εάν η διανομή οδηγούσε σε μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και η διανομή δεν θα συνεπαγόταν μη συμμόρφωση με την ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση·

η) το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είναι ελεύθερο βαρών και δεν συνδέεται με καμία άλλη συναλλαγή που θα μπορούσε να υπονομεύει τα χαρακτηριστικά τα οποία απαιτείται να κατέχει το εν λόγω στοιχείο σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο στ), η αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή εάν η αποπληρωμή ή εξόφληση θα συνεπαγόταν την εν λόγω μη συμμόρφωση, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) η εποπτική αρχή έχει, κατ' εξαίρεση, άρει την αναστολή της αποπληρωμής ή εξόφλησης του εν λόγω στοιχείου·

ii) το εν λόγω στοιχείο ανταλλάσσεται ή μετατρέπεται σε άλλο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1, κατηγορίας 2 ή κατηγορίας 3 τουλάχιστον της ίδιας ποιότητας·

iii) η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση τηρείται μετά την αποπληρωμή ή εξόφληση.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ανταλλαγή ή μετατροπή στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων σε άλλο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1, κατηγορίας 2 ή στοιχείο κατηγορίας 3 ή η αποπληρωμή ή εξόφληση ενός στοιχείου ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 3 από τα έσοδα από ένα νέο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων της ίδιας τουλάχιστον ποιότητας δεν θεωρείται αποπληρωμή ή εξόφληση, υπό τον όρο ότι η ανταλλαγή, μετατροπή, αποπληρωμή ή εξόφληση υπόκειται στην έγκριση της εποπτικής αρχής.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο στ), οι αναφορές στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας νοούνται ως αναφορές στην ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση, όταν η μη συμμόρφωση με την ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση επέρχεται πριν από τη μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

4.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε), οι επιχειρήσεις θεωρούν περιορισμένα τα κίνητρα εξόφλησης υπό μορφή αύξησης επιτοκίου σε συνδυασμό με δικαίωμα προαίρεσης αγοράς, όταν η αύξηση έχει τη μορφή ενιαίας αύξησης του τοκομεριδίου και οδηγεί σε αύξηση του αρχικού επιτοκίου που δεν υπερβαίνει το υψηλότερο από τα ακόλουθα δύο ποσά:

α) τις 100 μονάδες βάσης, αφού αφαιρεθεί η διαφορά περιθωρίου συμφωνίας ανταλλαγής μεταξύ της αρχικής βάσης δείκτη και της αυξανόμενης βάσης δείκτη·

β) το 50 % του αρχικού πιστωτικού περιθωρίου, μείον τη διαφορά περιθωρίου συμφωνίας ανταλλαγής μεταξύ της αρχικής βάσης δείκτη και της αυξανόμενης βάσης δείκτη.

Άρθρο 78

Συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 2 — Κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων

Τα στοιχεία συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που έχουν εγκριθεί από την εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 90 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και τα οποία δεν παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται στο άρθρο 75, ταξινομούνται ως συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 3.

Άρθρο 79

Έγκριση της αξιολόγησης και ταξινόμησης στοιχείων ιδίων κεφαλαίων από τις εποπτικές αρχές

1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 90 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εάν κάποιο στοιχείο ιδίων κεφαλαίων δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στα άρθρα 69, 72, 74, 76 και 78, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θεωρούν το στοιχείο αυτό ως ίδια κεφάλαια μόνον εάν έχει ληφθεί έγκριση της αξιολόγησης και ταξινόμησης του εν λόγω στοιχείου από την εποπτική αρχή.

2.  Η εποπτική αρχή αξιολογεί τα ακόλουθα, με βάση τα έγγραφα που υποβάλλει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, κατά την έγκριση της αξιολόγησης και ταξινόμησης στοιχείων ίδιων κεφαλαίων τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στα άρθρα 69, 72, 74, 76 και 78:

α) όταν η επιχείρηση υποβάλλει αίτηση για έγκριση ταξινόμησης στην κατηγορία 1, κατά πόσον το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων έχει ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας·

β) όταν η επιχείρηση υποβάλλει αίτηση για ταξινόμηση ως βασικά ίδια κεφάλαια κατηγορίας 2, κατά πόσον το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων έχει ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας·

γ) όταν η επιχείρηση υποβάλλει αίτηση για ταξινόμηση ως συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια κατηγορίας 2, κατά πόσον το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων έχει ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας·

δ) όταν η επιχείρηση υποβάλλει αίτηση για ταξινόμηση ως βασικά ίδια κεφάλαια κατηγορίας 3, κατά πόσον το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων έχει ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας·

ε) τη νομική εκτελεστότητα των συμβατικών όρων του στοιχείου ιδίων κεφαλαίων σε όλες τις χώρες δικαιοδοσίας·

στ) κατά πόσον το στοιχείο ιδίων κεφαλαίων έχει καταβληθεί εξ ολοκλήρου.

3.  Τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στα άρθρα 69, 72 και 76 ταξινομούνται μόνο ως βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 1, όταν αυτά έχουν καταβληθεί εξ ολοκλήρου.

4.  Ο συνυπολογισμός των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που έχουν εγκριθεί από την εποπτική αρχή σύμφωνα με το παρόν άρθρο υπόκειται σε ποσοτικά όρια που ορίζονται στο άρθρο 82.



ΤΜΗΜΑ 3

Επιλεξιμότητα ιδίων κεφαλαίων



Ενότητα 1

Κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης

Άρθρο 80

Κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης που χρειάζονται προσαρμογές

1.  Μείωση του εξισωτικού αποθεματικού που αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 1 στοιχείο ε) απαιτείται όταν τα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων εντός ενός κεφαλαίου κλειστής διάρθρωσης έχουν μειωμένη ικανότητα να απορροφήσουν πλήρως τις ζημίες στη βάση συνεχούς λειτουργίας λόγω της έλλειψης δυνατότητας μεταφοράς εντός της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, για οποιονδήποτε από τους κατωτέρω λόγους:

α) τα στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την κάλυψη ζημιών σε ένα καθορισμένο μέρος των συμβάσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

β) τα στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την κάλυψη ζημιών για ορισμένους αντισυμβαλλομένους ή δικαιούχους·

γ) τα στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την κάλυψη ζημιών από ιδιαίτερους κινδύνους ή υποχρεώσεις.

2.  Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 στοιχεία ιδίων κεφαλαίων (εφεξής «περιορισμένα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων») δεν περιλαμβάνουν την αξία των μελλοντικών μεταβιβάσεων που αναλογεί στους μετόχους.

Άρθρο 81

Προσαρμογή για κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης και χαρτοφυλάκια προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης

1.  Για τους σκοπούς του υπολογισμού του εξισωτικού αποθεματικού, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μειώνουν το πλεόνασμα των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού, που αναφέρεται στο άρθρο 70, συγκρίνοντας τα ακόλουθα ποσά:

α) τα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων εντός του κεφαλαίου κλειστής διάρθρωσης ή του χαρτοφυλακίου προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης·

β) τη θεωρητική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας για τα κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης ή το χαρτοφυλάκιο προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης.

Όταν η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση υπολογίζει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας κάνοντας χρήση του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου, η θεωρητική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 217.

Όταν η επιχείρηση υπολογίζει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας χρησιμοποιώντας εσωτερικό υπόδειγμα, η θεωρητική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας υπολογίζεται με τη χρήση του ίδιου εσωτερικού υποδείγματος, όπως θα έπραττε η επιχείρηση εάν ασκούσε μόνον τη δραστηριότητα που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο κλειστής διάρθρωσης ή στο χαρτοφυλάκιο προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης.

2.  Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, όταν τα στοιχεία ενεργητικού, οι υποχρεώσεις και ο κίνδυνος εντός κεφαλαίου κλειστής διάρθρωσης δεν είναι σημαντικά, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να μειώνουν το εξισωτικό αποθεματικό κατά το συνολικό ποσό των περιορισμένων στοιχείων ιδίων κεφαλαίων.



Ενότητα 2

Ποσοτικά όρια

Άρθρο 82

Επιλεξιμότητα και εφαρμοστέα όρια στις κατηγορίες 1, 2 και 3

1.  Όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, τα επιλέξιμα ποσά των στοιχείων της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3 υπόκεινται σε όλα τα ακόλουθα ποσοτικά όρια:

α) το επιλέξιμο ποσό των στοιχείων της κατηγορίας 1 είναι τουλάχιστον το ήμισυ των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·

β) το επιλέξιμο ποσό των στοιχείων της κατηγορίας 3 είναι χαμηλότερο του 15 % των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·

γ) το άθροισμα των επιλέξιμων ποσών των στοιχείων της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3 δεν υπερβαίνει το 50 % των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

2.  Όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, τα επιλέξιμα ποσά των στοιχείων της κατηγορίας 2 υπόκεινται σε όλα τα ακόλουθα ποσοτικά όρια:

α) το επιλέξιμο ποσό των στοιχείων της κατηγορίας 1 είναι τουλάχιστον 80 % των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων·

β) τα επιλέξιμα ποσά των στοιχείων της κατηγορίας 2 δεν υπερβαίνουν το 20 % της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης.

3.  Εντός του ορίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και στην παράγραφο 2 στοιχείο α), το άθροισμα των ακόλουθων στοιχείων βασικών ιδίων κεφαλαίων είναι χαμηλότερο του 20 % του συνολικού ποσού των στοιχείων της κατηγορίας 1:

α) των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο iii)·

β) των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο v)·

γ) των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο β)·

δ) των στοιχείων που περιλαμβάνονται στα βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 1 βάσει της μεταβατικής ρύθμισης που ορίζεται στο άρθρο 308β παράγραφος 9 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ



ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις



Ενότητα 1

Υπολογισμοί βάσει σεναρίων

Άρθρο 83

1.  Όταν ο υπολογισμός μιας ενότητας ή υποενότητας των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας βασίζεται στον αντίκτυπο ενός σεναρίου για τα βασικά ίδια κεφάλαια των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ο εν λόγω υπολογισμός βασίζεται στις κατωτέρω παραδοχές:

α) το σενάριο δεν μεταβάλλει το ποσό του περιθωρίου κινδύνου που συνυπολογίζεται στις τεχνικές προβλέψεις·

β) το σενάριο δεν μεταβάλλει την αξία των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων και υποχρεώσεων·

γ) το σενάριο δεν μεταβάλλει την αξία των μελλοντικών έκτακτων παροχών που περιλαμβάνονται στις τεχνικές προβλέψεις·

δ) η επιχείρηση δεν λαμβάνει μέτρα διαχείρισης κατά τη διάρκεια του σεναρίου.

2.  Ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων που είναι αποτέλεσμα του προσδιορισμού των επιπτώσεων του σεναρίου για τα βασικά ίδια κεφάλαια των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, δεν μεταβάλλει την αξία των μελλοντικών έκτακτων παροχών και λαμβάνει υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α) υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1 στοιχείο δ), τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης βάσει του σεναρίου, με την προϋπόθεση ότι είναι σύμφωνες με το άρθρο 23·

β) τυχόν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις του σεναρίου ή των ενεργειών διαχείρισης που αναφέρονται στο στοιχείο α) σχετικά με την πιθανότητα να ασκήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι τα συμβατικά δικαιώματα.

3.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν απλοποιημένες μεθόδους για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων που απορρέουν από τον προσδιορισμό του αντίκτυπου ενός σεναρίου σύμφωνα με την παράγραφο 1, υπό την προϋπόθεση ότι η απλοποιημένη μέθοδος δεν οδηγεί σε ανακριβή παρουσίαση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που θα μπορούσε να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων ή την κρίση του χρήστη των πληροφοριών σχετικά με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, εκτός εάν ο απλοποιημένος υπολογισμός οδηγεί σε κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας η οποία υπερβαίνει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που προκύπτουν από τον υπολογισμό με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο.

4.  Ο υπολογισμός των στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων που απορρέουν από τον προσδιορισμό του αντίκτυπου ενός σεναρίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο των σεναρίων σχετικά με την αξία σχετικών μέσων μετριασμού του κινδύνου που κατέχει η επιχείρηση, τα οποία είναι σύμφωνα με τα άρθρα 209 έως 215.

5.  Εάν το σενάριο θα οδηγούσε σε αύξηση των βασικών ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, ο υπολογισμός της ενότητας ή υποενότητας βασίζεται στην παραδοχή ότι το σενάριο δεν έχει αντίκτυπο στα βασικά ίδια κεφάλαια.



Ενότητα 2

Μέθοδος εξέτασης

Άρθρο 84

1.  Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται με βάση καθένα από τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και άλλες επενδύσεις σε ταμεία (μέθοδος εξέτασης).

2.  Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 μέθοδος εξέτασης εφαρμόζεται επίσης στα ακόλουθα:

α) τις έμμεσες εκθέσεις σε κινδύνους της αγοράς, εκτός από τις επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων και τις συσκευασμένες επενδύσεις σε ταμεία·

β) τις έμμεσες εκθέσεις σε ασφαλιστικό κίνδυνο·

γ) τις έμμεσες εκθέσεις σε κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου.

3.  Όταν η μέθοδος εξέτασης δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί σε επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων ή συσκευασμένες επενδύσεις σε ταμεία, η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας μπορεί να υπολογίζεται βάσει του στόχου που διέπει την κατανομή των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης συλλογικών επενδύσεων ή του ταμείου, υπό την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση έχει στη διάθεσή της μια τέτοια κατανομή-στόχο στο επίπεδο λεπτομέρειας που απαιτείται για τον υπολογισμό όλων των σχετικών υποενοτήτων και των σεναρίων του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου και ότι η διαχείριση των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων ασκείται αυστηρά σύμφωνα με αυτή την κατανομή-στόχο. Για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού, επιτρέπεται η χρήση ομαδοποιημένων δεδομένων, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζονται με συνετό τρόπο και δεν εφαρμόζονται σε ποσοστό άνω του 20 % της συνολικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

4.  Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται σε επενδύσεις σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.



Ενότητα 3

Περιφερειακές κυβερνήσεις και τοπικές αρχές

Άρθρο 85

Οι προϋποθέσεις για την κατηγοριοποίηση των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών είναι να μην υπάρχει διαφορά κινδύνου μεταξύ των ανοιγμάτων σε αυτούς και των ανοιγμάτων έναντι της κεντρικής κυβέρνησης, λόγω των ειδικών εξουσιών άντλησης εσόδων των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών, και να υπάρχουν ειδικές θεσμικές ρυθμίσεις που περιορίζουν τον κίνδυνο αθέτησης.



Ενότητα 4

Σημαντικός κίνδυνος βάσης

Άρθρο 86

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 210 παράγραφος 2, κατά τη μεταβίβαση ασφαλιστικού κινδύνου από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μέσω συμβάσεων αντασφάλισης ή φορέων ειδικού σκοπού που υπόκεινται σε σημαντικό κίνδυνο βάσης λόγω αναντιστοιχίας νομισμάτων μεταξύ του ασφαλιστικού κινδύνου και της τεχνικής μείωσης του κινδύνου, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την τεχνική μείωσης του κινδύνου στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με τον τυποποιημένη μαθηματικό τύπο, υπό την προϋπόθεση ότι η τεχνική μείωσης του κινδύνου είναι σύμφωνη με το άρθρο 209, το άρθρο 210 παράγραφοι 1, 3 και 4 και με το άρθρο 211, και ο υπολογισμός διενεργείται με τον ακόλουθο τρόπο:

α) ο κίνδυνος βάσης που προκύπτει από αναντιστοιχία νομισμάτων μεταξύ του ασφαλιστικού κινδύνου και της τεχνικής μείωσης του κινδύνου λαμβάνεται υπόψη στη σχετική ενότητα ή υποενότητα κινδύνου ή στο σενάριο του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου στο μεγαλύτερο δυνατό επίπεδο διασποράς, με την πρόσθεση του 25 % της διαφοράς μεταξύ των κατωτέρω στοιχείων στις κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπολογίζονται σύμφωνα με τη σχετική ενότητα, υποενότητα ή σενάριο:

i) της υποθετικής κεφαλαιακής απαίτησης για τη σχετική ενότητα, υποενότητα ή σενάριο κινδύνου που θα προέκυπτε από την ταυτόχρονη επέλευση του σεναρίου που ορίζεται στο άρθρο 188·

ii) της κεφαλαιακής απαίτησης για τη σχετική ενότητα, υποενότητα ή το σενάριο ασφαλιστικού κινδύνου·

β) όταν η τεχνική μείωσης του κινδύνου καλύπτει περισσότερες από μία ενότητες, η υποενότητες ή σενάρια, ο υπολογισμός που αναφέρεται στο στοιχείο α) διενεργείται για κάθε μία από αυτές τις ενότητες, υποενότητες και τα σενάρια. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που είναι αποτέλεσμα αυτών των υπολογισμών δεν υπερβαίνουν το 25 % της ικανότητας της μη αναλογικής σύμβασης αντασφάλισης ή του φορέα ειδικού σκοπού.



Ενότητα 5

Υπολογισμός των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

Άρθρο 87

Οι βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας περιλαμβάνουν ενότητα κινδύνου για κίνδυνο άυλων στοιχείων ενεργητικού και ορίζονται ως εξής:

image

όπου:

α) η άθροιση, Corri,j , SCRi και SCRj προσδιορίζεται όπως ορίζεται στο σημείο 1 του παραρτήματος IV της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)  SCRintangibles είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο άυλων στοιχείων ενεργητικού που αναφέρεται στο άρθρο 203.



Ενότητα 6

Αναλογικότητα και απλοποιήσεις

Άρθρο 88

Αναλογικότητα

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 109, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις καθορίζουν κατά πόσον ο απλοποιημένος υπολογισμός είναι ανάλογος με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, διενεργώντας αξιολόγηση η οποία περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α) εκτίμηση σχετικά με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων της επιχείρησης που εμπίπτει στη σχετική ενότητα ή υποενότητα·

β) ποιοτική ή ποσοτική αξιολόγηση, κατά περίπτωση, του σφάλματος που εισήχθη στα αποτελέσματα του απλοποιημένου υπολογισμού λόγω ενδεχόμενης απόκλισης μεταξύ των κατωτέρω:

i) των παραδοχών στις οποίες βασίζεται ο απλοποιημένος υπολογισμός σε σχέση με τους κινδύνους·

ii) των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης που αναφέρεται στο στοιχείο α)·

2.  Ο απλοποιημένος υπολογισμός δεν θεωρείται ότι είναι ανάλογος με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, όταν το σφάλμα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) οδηγεί σε ανακριβή δήλωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που θα μπορούσε να επηρεάσει τη λήψη απόφασης ή την κρίση του χρήστη των πληροφοριών σχετικά με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, εκτός εάν ο απλοποιημένος υπολογισμός οδηγεί σε κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας η οποία υπερβαίνει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που προκύπτουν από τον συνήθη υπολογισμό.

Άρθρο 89

Γενικές διατάξεις για τις απλοποιήσεις σε σχέση με τις εξαρτημένες επιχειρήσεις

Οι εξαρτημένες ασφαλιστικές και εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 σημεία 2) και 5) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μπορούν να χρησιμοποιούν τους απλοποιημένους υπολογισμούς που ορίζονται στα άρθρα 90, 103, 105 και 106 του παρόντος κανονισμού, εφόσον τηρείται το άρθρο 88 του παρόντος κανονισμού και πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α) όσον αφορά τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις της εξαρτημένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, όλοι οι ασφαλισμένοι και οι δικαιούχοι είναι νομικές οντότητες του ομίλου στον οποίο ανήκει η εξαρτημένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

β) όσον αφορά τις αντασφαλιστικές υποχρεώσεις της εξαρτημένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, όλοι οι ασφαλισμένοι και οι δικαιούχοι των ασφαλιστικών συμβάσεων που διέπουν τις αντασφαλιστικές υποχρεώσεις είναι νομικές οντότητες του ομίλου στον οποίο ανήκει η εξαρτημένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

γ) οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις και οι συμβάσεις ασφάλισης στις οποίες βασίζονται οι αντασφαλιστικές υποχρεώσεις της εξαρτημένες ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν αφορούν καμία υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων.

Άρθρο 90

Απλοποιημένος υπολογισμός για τις εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος στον κλάδο ζημιών

1.  Όταν τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 88 και 89, οι εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος στον κλάδο ζημιών ως εξής:

image

,

όπου το s καλύπτει όλα τα τμήματα που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ.

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος κλάδου ζημιών από ένα συγκεκριμένο τμήμα s που ορίζεται στο παράρτημα ΙΙ, ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  V(prem,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρου του τμήματος s που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 116 παράγραφος 3·

β)  V(res,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο αποθέματος ενός τμήματος που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 116 παράγραφος 3.

Άρθρο 91

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο θνησιμότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ζωής

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο θνησιμότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ζωής ως εξής:

image

όπου, όσον αφορά τις συμβάσεις ασφάλισης και αντασφάλισης με θετικό κεφάλαιο σε κίνδυνο:

α)  CAR είναι το συνολικό κεφάλαιο σε κίνδυνο, δηλαδή το άθροισμα για όλες τις συμβάσεις των μεγαλύτερων του μηδενός ποσών και της διαφοράς μεταξύ των ακόλουθων ποσών:

i) του αθροίσματος των:

 του ποσού το οποίο η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα κατέβαλε επί του παρόντος βάσει της σύμβασης ασφάλισης, σε περίπτωση θανάτου των ασφαλισμένων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

 της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ποσών που δεν καλύπτονται από την προηγούμενη περίπτωση, τα οποία η επιχείρηση θα κατέβαλε στο μέλλον σε περίπτωση άμεσου θανάτου των ασφαλισμένων, βάσει της σύμβασης, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

ii) της βέλτιστης εκτίμησης των αντίστοιχων υποχρεώσεων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

β)  q είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό θνησιμότητας των ασφαλισμένων κατά τους επόμενους 12 μήνες, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

γ)  n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη πληρωμών καταβλητέων σε περίπτωση θανάτου που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση·

δ)  ik είναι η τιμή τοις μετρητοίς σε ετήσια βάση για ληκτότητα k της κατάλληλης καμπύλης επιτοκίου άνευ κινδύνου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 43.

Άρθρο 92

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο μακροβιότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ζωής

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο μακροβιότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ζωής ως εξής:

image

όπου, για τα ασφαλιστήρια που αναφέρονται στο άρθρο 138 παράγραφος 2:

α)  q είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό θνησιμότητας των ασφαλισμένων κατά τους προσεχείς 12 μήνες, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

β)  n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των πληρωμών προς τους δικαιούχους που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση·

γ)  BElong είναι η βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε κίνδυνο μακροβιότητας.

Άρθρο 93

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ζωής

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ζωής με τον ακόλουθο τρόπο:



SCRdisability-morbidity =

left accolade 0,35 · CAR 1 · d 1 + 0,25 · 1,1 (n – 3)/2 · (n – 1) · CAR 2 · d 2 + 0,2 · 1,1 (n –1)/2 · t · n · BEdis

όπου, σε σχέση με τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις με θετικό κεφάλαιο σε κίνδυνο:

α)  CAR1 είναι το συνολικό κεφάλαιο σε κίνδυνο, δηλαδή το άθροισμα για όλες τις συμβάσεις ασφάλισης των μεγαλύτερων του μηδενός ποσών και τη διαφορά μεταξύ των ακόλουθων ποσών:

i) του αθροίσματος των:

 του ποσού το οποίο θα κατέβαλε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επί του παρόντος βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

 της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ποσών που δεν καλύπτονται στην προηγούμενη περίπτωση τα οποία η επιχείρηση θα κατέβαλε στο μέλλον βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση άμεσου θανάτου ή ανικανότητας των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

ii) της βέλτιστης εκτίμησης των αντίστοιχων υποχρεώσεων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

β)  CAR2 είναι το συνολικό κεφάλαιο σε κίνδυνο που ορίζεται στο στοιχείο α) μετά από 12 μήνες·

γ)  d1 είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό ανικανότητας-νοσηρότητας κατά τους προσεχείς 12 μήνες, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

δ)  d2 είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό ανικανότητας-νοσηρότητας κατά τους 12 μήνες μετά τους προσεχείς 12 μήνες, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

ε)  n είναι η τροποποιημένη διάρκεια των πληρωμών για ανικανότητα-νοσηρότητα που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση·

στ)  t είναι τα αναμενόμενα ποσοστά καταγγελίας κατά τους επόμενους 12 μήνες·

ζ)  BEdis είναι η βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε κίνδυνο ανικανότητας-νοσηρότητας.

Άρθρο 94

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο εξόδων ασφάλισης ζωής

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο εξόδων ασφάλισης ζωής ως εξής:

image

όπου:

α)  EI είναι το ποσό των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης ζωής εκτός από τις υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης ασθενείας κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους·

β)  n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των ταμειακών ροών που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων αυτών·

γ)  i είναι το σταθμισμένο μέσο ποσοστό πληθωρισμού που περιλαμβάνεται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών, όπου οι συντελεστές στάθμισης βασίζονται στην παρούσα αξία των δαπανών που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης για την εξυπηρέτηση των υφιστάμενων υποχρεώσεων ασφάλισης ζωής.

Άρθρο 95

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για μόνιμες μεταβολές των ποσοστών ακύρωσης

1.  Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο μόνιμης αύξησης των ποσοστών ακύρωσης ως εξής:

image

όπου:

α)  lup είναι το υψηλότερο από το μέσο ποσοστό ακύρωσης ασφαλιστηρίων με θετική τάση ακυρωσιμότητας και 67 %·

β)  nup είναι η μέση διάρκεια σε έτη κατά την οποία λήγουν τα ασφαλιστήρια με θετική τάση ακυρωσιμότητας·

γ)  Sup είναι το άθροισμα των θετικών τάσεων ακυρωσιμότητας.

2.  Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο μόνιμης μείωσης των ποσοστών εξαγοράς ως εξής:

image

όπου:

α)  ldown είναι το υψηλότερο από το μέσο ποσοστό εξαγοράς ασφαλιστηρίων με αρνητική τάση ακυρωσιμότητας και 40 %·

β)  ndown είναι η μέση διάρκεια σε έτη κατά την οποία λήγουν τα ασφαλιστήρια με αρνητική τάση ακυρωσιμότητας·

γ)  Sdown είναι το σύνολο των αρνητικών τάσεων ακυρωσιμότητας.

3.  Η τάση ακυρωσιμότητας ενός ασφαλιστήριου συμβολαίου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 είναι η διαφορά μεταξύ των ακολούθων στοιχείων:

α) του ποσού που οφείλει επί του παρόντος να καταβάλει η ασφαλιστική επιχείρηση για τη διακοπή συμβολαίου από τον αντισυμβαλλόμενο, αφού αφαιρεθούν τυχόν ανακτήσιμα ποσά από τους αντισυμβαλλομένους ή τους διαμεσολαβητές·

β) του ποσού των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου.

Άρθρο 96

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για καταστροφικό κίνδυνο ασφάλισης ζωής

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για καταστροφικό κίνδυνο ασφάλισης ζωής ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα περιλαμβάνει όλα τα ασφαλιστήρια με θετικό κεφάλαιο σε κίνδυνο·

β)  CARi είναι το κεφάλαιο σε κίνδυνο του ασφαλιστηρίου i, δηλαδή το υψηλότερο του μηδενός ποσό και η διαφορά μεταξύ των κατωτέρω ποσών:

i) του αθροίσματος των:

 του ποσού το οποίο η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα κατέβαλε επί του παρόντος βάσει της σύμβασης ασφάλισης, σε περίπτωση θανάτου των ασφαλισμένων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

 της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ποσών που δεν καλύπτονται στην προηγούμενη περίπτωση, τα οποία η επιχείρηση θα κατέβαλε στο μέλλον βάσει ασφαλιστηρίου σε περίπτωση άμεσου θανάτου των ασφαλισμένων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

ii) της βέλτιστης εκτίμησης των αντίστοιχων υποχρεώσεων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού.

Άρθρο 97

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο θνησιμότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο θνησιμότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας ως εξής:

image

όπου, σε σχέση με τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις με θετικό κεφάλαιο σε κίνδυνο:

α)  CAR είναι το συνολικό κεφάλαιο σε κίνδυνο, δηλαδή το άθροισμα, σε σχέση με κάθε σύμβαση ασφάλισης, των μεγαλύτερων του μηδενός ποσών και η διαφορά μεταξύ των ακόλουθων ποσών:

i) του αθροίσματος των:

 του ποσού το οποίο θα κατέβαλε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επί του παρόντος βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση θανάτου των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

 της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ποσών που δεν καλύπτονται στην προηγούμενη περίπτωση τα οποία η επιχείρηση θα κατέβαλε στο μέλλον βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση άμεσου θανάτου ασφαλισμένων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

ii) της βέλτιστης εκτίμησης των αντίστοιχων υποχρεώσεων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

β)  q είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό θνησιμότητας των ασφαλισμένων κατά τη διάρκεια των προσεχών 12 μηνών, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

γ)  n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη πληρωμών καταβλητέων σε περίπτωση θανάτου που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση·

δ)  ik είναι η τιμή τοις μετρητοίς σε ετήσια βάση για ληκτότητα k της κατάλληλης καμπύλης επιτοκίου άνευ κινδύνου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 43.

Άρθρο 98

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο μακροβιότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο μακροβιότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας ως εξής:

image

όπου, όσον αφορά τις συμβάσεις ασφάλισης που αναφέρονται στο άρθρο 138 παράγραφος 2:

α)  q είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό θνησιμότητας των ασφαλισμένων κατά τους επόμενους 12 μήνες, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

β)  n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των πληρωμών προς τους δικαιούχους που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση·

γ)  BElong είναι η βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε κίνδυνο μακροβιότητας.

Άρθρο 99

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ιατρικών δαπανών

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ιατρικών δαπανών ως εξής:

image

όπου:

α)  MP είναι το ποσό των ιατρικών δαπανών κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους για τις υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης ιατρικών δαπανών κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους·

β)  n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των ταμειακών ροών που περιλαμβάνεται στη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων αυτών·

γ)  i είναι το μέσο ποσοστό πληθωρισμού για ιατρικές δαπάνες που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών, όπου οι συντελεστές στάθμισης βασίζονται στην παρούσα αξία των ιατρικών εξόδων που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών.

Άρθρο 100

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης προστασίας εισοδήματος

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης προστασίας εισοδήματος ως εξής:



SCRincome-protection-disability-morbidity =

left accolade 0,35 · CAR 1 · d 1 + 0,25 · 1,1 (n – 3)/2 · (n – 1) · CAR 2 · d 2 + 0,2 · 1,1 (n –1)/2 · t · n · BEdis

όπου, σε σχέση με τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις με θετικό κεφάλαιο σε κίνδυνο:

α)  CAR1 είναι το συνολικό κεφάλαιο σε κίνδυνο, δηλαδή το άθροισμα για όλες τις συμβάσεις των μεγαλύτερων του μηδενός ποσών και η διαφορά μεταξύ των ακόλουθων ποσών:

i) του αθροίσματος των:

 του ποσού το οποίο θα κατέβαλε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επί του παρόντος βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

 της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ποσών που δεν καλύπτονται στο σημείο i) τα οποία η επιχείρηση θα κατέβαλε στο μέλλον βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση άμεσου θανάτου ή ανικανότητας των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

ii) της βέλτιστης εκτίμησης των αντίστοιχων υποχρεώσεων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

β)  CAR2 είναι το σύνολο των κεφαλαίων κινδύνου, όπως ορίζεται στο στοιχείο α) μετά από 12 μήνες·

γ)  d1 είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό ανικανότητας-νοσηρότητας κατά τη διάρκεια των προσεχών 12 μηνών, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

δ)  d2 είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό ανικανότητας-νοσηρότητας κατά τους 12 μήνες που έπονται τους προσεχείς 12 μήνες, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

ε)  n είναι η τροποποιημένη διάρκεια των αποζημιώσεων για ανικανότητα-νοσηρότητα που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση·

στ)  t είναι τα αναμενόμενα ποσοστά καταγγελίας συμβάσεων εντός των επόμενων 12 μηνών·

ζ)  BEdis είναι η βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας.

Άρθρο 101

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο δαπανών υγείας

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο δαπανών υγείας ως εξής:

image

όπου:

(1)  EI είναι το ποσό των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους·

(2)  n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των ταμειακών ροών που περιλαμβάνεται στη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων αυτών·

(3)  i είναι το σταθμισμένο μέσο ποσοστό πληθωρισμού που περιλαμβάνεται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών, σταθμισμένο με την παρούσα αξία των δαπανών που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης για την εξυπηρέτηση των υφιστάμενων υποχρεώσεων ασφάλισης ασθενείας.

Άρθρο 102

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο ακύρωσης σε σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας SLT

1.  Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο μόνιμης αύξησης των ποσοστών ακύρωσης που αναφέρεται στο άρθρο 159 παράγραφος 1 στοιχείο α) ως εξής:

image

όπου:

α)  lup είναι το υψηλότερο από το μέσο ποσοστό ακύρωσης ασφαλιστηρίων με θετική τάση ακυρωσιμότητας και 83 %·

β)  nup είναι η μέση διάρκεια σε έτη κατά την οποία λήγουν τα ασφαλιστήρια με θετική τάση ακυρωσιμότητας·

γ)  Sup είναι το σύνολο των θετικών τάσεων ακυρωσιμότητας.

2.  Όταν τηρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο μόνιμης μείωσης των ποσοστών ακύρωσης που αναφέρεται στο άρθρο 159 παράγραφος 1 στοιχείο β) ως εξής:

image

όπου:

α)  ldown είναι το μέσο ποσοστό ακύρωσης των ασφαλιστηρίων με αρνητική τάση ακυρωσιμότητας·

β)  ndown είναι η μέση διάρκεια σε έτη κατά την οποία λήγουν τα ασφαλιστήρια με αρνητική τάση ακυρωσιμότητας·

γ)  Sdown είναι το σύνολο των αρνητικών τάσεων ακυρωσιμότητας.

3.  Η τάση ακυρωσιμότητας ενός ασφαλιστήριου συμβολαίου που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 είναι η διαφορά μεταξύ των ακολούθων στοιχείων:

α) του ποσού που οφείλει επί του παρόντος να καταβάλει η ασφαλιστική επιχείρηση για τη διακοπή συμβολαίου από τον αντισυμβαλλόμενο, αφού αφαιρεθούν τυχόν ανακτήσιμα ποσά από τους αντισυμβαλλομένους ή τους διαμεσολαβητές·

β) του ποσού των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου.

Άρθρο 103

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο επιτοκίου για τις εξαρτημένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις

1.  Όταν τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 88 και 89, οι εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο επιτοκίου ως εξής:

α) το άθροισμα, για κάθε νόμισμα, των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο αύξησης στην καμπύλη επιτοκίων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·

β) το άθροισμα, για κάθε νόμισμα, των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο μείωσης στην καμπύλη επιτοκίων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου·

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο αύξησης στην καμπύλη των επιτοκίων για ένα δεδομένο νόμισμα ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το πρώτο άθροισμα καλύπτει όλες τις περιόδους ληκτότητας i που ορίζονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου·

β)  MVALi είναι η αξία, σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, των περιουσιακών στοιχείων χωρίς τις υποχρεώσεις, εκτός από τις τεχνικές προβλέψεις για διάστημα ληκτότητας i·

γ)  duri είναι η απλοποιημένη διάρκεια των διαστημάτων ληκτότητας i·

δ)  ratei είναι το σχετικό επιτόκιο άνευ κινδύνου για την απλοποιημένη διάρκεια διαστήματος ληκτότητας i·

ε)  stress(i,up) είναι η σχετική ανοδική πίεση επιτοκίου για απλοποιημένη διάρκεια διαστήματος ληκτότητας i·

στ) το δεύτερο ποσό καλύπτει όλες τις κατηγορίες δραστηριοτήτων που ορίζονται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού·

ζ)  BElob είναι η βέλτιστη εκτίμηση για την κατηγορία δραστηριότητας lob·

η)  durlob είναι η τροποποιημένη διάρκεια της βέλτιστης εκτίμησης στην κατηγορία δραστηριότητας lob·

θ)  ratelob είναι το σχετικό επιτόκιο άνευ κινδύνου για την τροποποιημένη διάρκεια στην κατηγορία δραστηριότητας lob·

ι)  stress(lob,up) είναι η σχετική ανοδική πίεση επιτοκίου για την τροποποιημένη διάρκεια durlob .

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μείωσης στην καμπύλη των επιτοκίων για ένα δεδομένο νόμισμα ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το πρώτο ποσό καλύπτει όλα τα διαστήματα ληκτότητας i που ορίζονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου·

β)  MVALi είναι η αξία, σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, των περιουσιακών στοιχείων χωρίς τις υποχρεώσεις, εκτός από τις τεχνικές προβλέψεις για διάστημα ληκτότητας i·

γ)  duri είναι η απλοποιημένη διάρκεια του διαστήματος ληκτότητας i·

δ)  ratei είναι το σχετικό επιτόκιο άνευ κινδύνου για την απλοποιημένη διάρκεια διαστήματος ληκτότητας i·

ε)  stress(i,down) είναι η σχετική πτωτική πίεση επιτοκίου για απλοποιημένη διάρκεια διαστήματος ληκτότητας i·

στ) το δεύτερο ποσό καλύπτει όλες τις κατηγορίες δραστηριοτήτων που ορίζονται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού·

ζ)  BElob είναι η βέλτιστη εκτίμηση για την κατηγορία δραστηριότητας lob·

η)  durlob είναι η τροποποιημένη διάρκεια της βέλτιστης εκτίμησης στην κατηγορία δραστηριότητας lob·

θ)  ratelob είναι το σχετικό επιτόκιο άνευ κινδύνου για την τροποποιημένη διάρκεια στην κατηγορία δραστηριότητας lob·

ι)  stress(lob, down) είναι η σχετική πτωτική πίεση επιτοκίου για την τροποποιημένη διάρκεια durlob .

4.  Τα διαστήματα ληκτότητας i και η απλοποιημένη διάρκεια duri που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) και γ) και στην παράγραφο 3 στοιχεία α) και γ) είναι τα ακόλουθα:

α) μέχρι τη ληκτότητα ενός έτους, η απλοποιημένη διάρκεια είναι 0,5 έτη·

β) για διαστήματα ληκτότητας από 1 έως 3 έτη, η απλοποιημένη διάρκεια είναι 2 έτη·

γ) για διαστήματα ληκτότητας από 3 έως 5 έτη, η απλοποιημένη διάρκεια είναι 4 έτη·

δ) για διαστήματα ληκτότητας από 5 έως 10 έτη, η απλοποιημένη διάρκεια είναι 7 έτη·

ε) για διαστήματα ληκτότητας άνω των 10 ετών, η απλοποιημένη διάρκεια είναι 12 έτη.

Άρθρο 104

Απλοποιημένος υπολογισμός του κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων

1.  Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στο άρθρο 176 του παρόντος κανονισμού ως εξής:

image

όπου:

α)  SCRbonds είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων·

β)  MVbonds είναι η αξία, σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, των περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων·

γ)  %MVi bonds είναι το μέρος του χαρτοφυλακίου των περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας i, όταν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από διορισμένο προς τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ για τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού·

δ)  %MVbonds norating είναι το μέρος του χαρτοφυλακίου των περιουσιακών στοιχείων που υπόκειται σε κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων για τα οποία δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από διορισμένο ΕΟΠΑ·

ε)  duri και durnorating είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων για τα οποία δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από διορισμένο ΕΟΠΑ·

στ)  stressi είναι συνάρτηση με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας i και την τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας i, που ορίζεται στην παράγραφο 2·

ζ) ΔLiabul είναι η αύξηση στις τεχνικές προβλέψεις χωρίς το περιθώριο κινδύνου για τα ασφαλιστήρια βάσει των οποίων οι ασφαλιζόμενοι αναλαμβάνουν τον επενδυτικό κίνδυνο με ενσωματωμένα δικαιώματα και εγγυήσεις που θα προέκυπταν από μια στιγμιαία μείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται στην κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων:
image .

2.  stressi που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ), για κάθε βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας i, ισούται με:
image , όπου duri είναι η τροποποιημένη διάρκεια εκφρασμένη σε έτη των περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας i, και bi καθορίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:



Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας i

0

1

2

3

4

5

6

bi

0,9 %

1,1 %

1,4 %

2,5 %

4,5 %

7,5 %

7,5 %

3.  durnorating που αναφέρεται στην παράγραφο 1 1στοιχείο ε) και duri αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν είναι μικρότερη του ενός έτους.

Άρθρο 105

Απλοποιημένος υπολογισμός για τις εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων

Όταν τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 88 και 89, οι εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στο άρθρο 176 με βάση την παραδοχή ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία κατατάσσονται στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3.

Άρθρο 106

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για συγκεντρώσεις κινδύνου αγοράς για τις εξαρτημένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις

Όταν τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 88 και 89, οι εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν όλες τις ακόλουθες παραδοχές για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης για τον κίνδυνο συγκέντρωσης:

(1) οι ενδοομιλικές συμφωνίες συνασφάλισης περιουσιακών στοιχείων εξαρτημένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων μπορούν να εξαιρούνται από τη βάση υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 184 παράγραφος 2, στον βαθμό που υπάρχουν νομικά εκτελεστοί συμβατικοί όροι οι οποίοι εξασφαλίζουν την αντιστάθμιση των υποχρεώσεων της εξαρτημένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης από τις εκθέσεις σε κίνδυνο εντός του ομίλου που διατηρεί σε βάρος άλλων οντοτήτων του ομίλου.

(2) το σχετικό όριο υπερβολικής έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 184 παράγραφος 1 στοιχείο γ) είναι ίσο προς 15 % για τα ακόλουθα πιστωτικά ανοίγματα σε μεμονωμένο πιστούχο ή αντισυμβαλλόμενο:

α) πιστωτικά ανοίγματα σε πιστωτικά ιδρύματα που δεν ανήκουν στον ίδιο όμιλο και έχουν καταταγεί στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2·

β) πιστωτικά ανοίγματα σε οντότητες του ομίλου που διαχειρίζεται τα ταμειακά διαθέσιμα των εξαρτημένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα οποία έχουν καταταγεί στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2.

Άρθρο 107

Απλοποιημένος υπολογισμός του αποτελέσματος μείωσης του κινδύνου για τις αντασφαλιστικές συμφωνίες ή τιτλοποίηση

1.  Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου μιας συμφωνίας αντασφάλισης ή τιτλοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 196 ως εξής:

image

όπου:

α)  RMre,all είναι το αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου των αντασφαλιστικών συμφωνιών και τιτλοποιήσεων για όλους τους αντισυμβαλλομένους, που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2·

β)  Recoverablesi είναι η βέλτιστη εκτίμηση των ανακτήσιμων ποσών από τη συμφωνία αντασφάλισης ή την τιτλοποίηση και τους αντίστοιχους οφειλέτες για αντισυμβαλλόμενο i και Recoverablesall είναι η βέλτιστη εκτίμηση των ανακτήσιμων ποσών από τις συμφωνίες αντασφάλισης και τις τιτλοποιήσεις και τους αντίστοιχους οφειλέτες για όλους τους αντισυμβαλλομένους.

2.  Το αναφερόμενο στην παράγραφο 1 αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου των συμφωνιών αντασφάλισης και τιτλοποιήσεων για όλους τους αντισυμβαλλομένους είναι η διαφορά μεταξύ των ακόλουθων κεφαλαιακών απαιτήσεων:

α) της υποθετικής κεφαλαιακής απαίτησης για τον ασφαλιστικό κίνδυνο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, εάν δεν υφίσταται καμία συμφωνία αντασφάλισης και τιτλοποίηση·

β) των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον ασφαλιστικό κίνδυνο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 108

Απλοποιημένος υπολογισμός του αποτελέσματος μείωσης του κινδύνου για αναλογικές συμφωνίες αντασφάλισης

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου j μιας αναλογικής αντασφαλιστικής ρύθμισης για τον αντισυμβαλλόμενο i που αναφέρεται στο άρθρο 196 ως εξής:

image

όπου:

α)  BE είναι η βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων, περιλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών,

β)  Recoverablesi είναι η βέλτιστη εκτίμηση των ανακτήσιμων ποσών από την αναλογική ρύθμιση αντασφάλισης και τους αντίστοιχους οφειλέτες για τον αντισυμβαλλόμενο i,

γ)  Recoverablesall είναι η βέλτιστη εκτίμηση των ανακτήσιμων ποσών από την αναλογική ρύθμιση αντασφάλισης και τους αντίστοιχους οφειλέτες για όλους τους αντισυμβαλλομένους

δ)  SCRj είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για ασφαλιστικό κίνδυνο j της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 109

Απλοποιημένοι υπολογισμοί για συμφωνίες συνασφάλισης

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν τις ακόλουθους απλοποιημένους υπολογισμούς για τους σκοπούς των άρθρων 193, 194 και 195:

α) Η βέλτιστη εκτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 194 παράγραφος 1 στοιχείο δ) μπορεί να υπολογιστεί ως εξής:

image

όπου BEU είναι η βέλτιστη εκτίμηση της υποχρέωσης που εκχωρείται από την επιχείρηση που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας συνασφάλισης, χωρίς τυχόν ποσά που έχουν αντασφαλιστεί με αντισυμβαλλομένους που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας συνασφάλισης.

β) Η βέλτιστη εκτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 195 στοιχείο γ) υπολογίζεται ως εξής:

image

όπου BECEP είναι η βέλτιστη εκτίμηση της υποχρέωσης που εκχωρείται από τον όμιλο στον εξωτερικό αντισυμβαλλόμενο, σε σχέση με τον κίνδυνο που εκχωρείται στον όμιλο από την επιχείρηση.

γ) Το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 195 στοιχείο δ) μπορεί να υπολογιστεί ως εξής:

image

όπου:

i)  BECE είναι η βέλτιστη εκτίμηση της υποχρέωσης που εκχωρείται στον εξωτερικό αντισυμβαλλόμενο από τη συμφωνία συνασφάλισης συνολικά·

ii) ΔRMCEP είναι η συνεισφορά όλων των εξωτερικών αντισυμβαλλομένων στο αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου της συμφωνίας συνασφάλισης στον ασφαλιστικό κίνδυνο της επιχείρησης·

δ) Τα αντισυμβαλλόμενα μέλη της συμφωνίας συνασφάλισης και οι αντισυμβαλλόμενοι που δεν είναι μέλη της συμφωνίας συνασφάλισης μπορούν να ομαδοποιηθούν ανάλογα με την πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτόν ΕΟΠΑ, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν ξεχωριστές ομάδες για εκθέσεις κινδύνου σε συμφωνίες συνασφάλισης του τύπου Α, του τύπου Β και του τύπου Γ.

Άρθρο 110

Απλοποιημένος υπολογισμός — ομαδοποίηση πιστωτικών ανοιγμάτων σε μεμονωμένο πιστούχο ή αντισυμβαλλόμενο

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές ή οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τη ζημία σε περίπτωση αθέτησης, που ορίζεται στο άρθρο 192, για μια ομάδα πιστωτικών ανοιγμάτων σε μεμονωμένο αντισυμβαλλόμενο. Στην περίπτωση αυτή, στην ομάδα πιστωτικών ανοιγμάτων σε μεμονωμένο αντισυμβαλλόμενο εφαρμόζεται η μεγαλύτερη δυνατή πιθανότητα αθέτησης που εφαρμόζεται σε πιστωτικά ανοίγματα σε μεμονωμένο πιστούχο ή αντισυμβαλλόμενο που περιλαμβάνονται στην ομάδα σύμφωνα με το άρθρο 199.

Άρθρο 111

Απλοποιημένος υπολογισμός του αποτελέσματος μείωσης του κινδύνου

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου και του κινδύνου αγοράς μιας αντασφαλιστικής συμφωνίας, τιτλοποίησης ή παράγωγου προϊόντος που αναφέρεται στο άρθρο 196 ως τη διαφορά μεταξύ των ακόλουθων κεφαλαιακών απαιτήσεων:

α) του αθροίσματος της υποθετικής κεφαλαιακής απαίτησης για τις υποενότητες των ενοτήτων ασφαλιστικού κινδύνου και κινδύνου της αγοράς της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης που επηρεάζεται από την τεχνική μείωσης του κινδύνου, όπως θα συνέβαινε εάν δεν υπήρχε συμφωνία αντασφάλισης, τιτλοποίηση ή παράγωγο προϊόν·

β) το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις υποενότητες των ενοτήτων ασφαλιστικού κινδύνου και κινδύνου της αγοράς της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης που επηρεάζεται από την τεχνική μείωσης του κινδύνου.

Άρθρο 112

Απλοποιημένος υπολογισμός της προσαρμοσμένης κατά τον κίνδυνο αξίας της εξασφάλισης για να ληφθεί υπόψη η οικονομική επίπτωση των εξασφαλίσεων

1.  Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88 του παρόντος κανονισμού και πληρούνται τόσο οι απαιτήσεις έναντι των αντισυμβαλλομένων όσο και οι απαιτήσεις έναντι τρίτων που αναφέρονται στο άρθρο 197 παράγραφος 1, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, για τους σκοπούς του άρθρου 197, να υπολογίζουν ότι η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία της εξασφάλισης που παρέχεται ως εγγύηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 σημείο 26) στοιχείο β), αντιπροσωπεύει το 85 % της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που διατηρούνται ως εξασφάλιση και αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

2.  Όταν τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 88 και 214 του παρόντος κανονισμού και πληρούνται οι απαιτήσεις έναντι των αντισυμβαλλομένων που αναφέρονται στο άρθρο 197 παράγραφος 1 και δεν πληρούνται οι απαιτήσεις έναντι τρίτων που αναφέρονται στο άρθρο 197 παράγραφος 1, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, για τους σκοπούς του άρθρου 197, να υπολογίζουν ότι η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία της εξασφάλισης που παρέχεται ως εγγύηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 σημείο 26) στοιχείο β), αντιπροσωπεύει το 75 % της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που διατηρούνται ως εξασφάλιση και αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.



Ενότητα 7

Πεδίο εφαρμογής των ενοτήτων ασφαλιστικού κινδύνου

Άρθρο 113

Για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο ασφάλισης ζημιών, κίνδυνο ασφάλισης ζωής και κίνδυνο ασφάλισης ασθενείας, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν:

α) την ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζημιών σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, εκτός από τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας·

β) την ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζωής σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, εκτός από τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας·

γ) την ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας.



ΤΜΗΜΑ 2

Ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζημιών

Άρθρο 114

Ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζημιών

1.  Η ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζημιών αποτελείται από όλες τις ακόλουθες υποενότητες:

α) την υποενότητα κινδύνου ασφαλίστρων και αποθέματος στον κλάδο ζημιών που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β) την υποενότητα κινδύνου καταστροφών στον κλάδο ζημιών που αναφέρεται άρθρο 105 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

γ) την υποενότητα κινδύνου ακύρωσης ασφαλιστηρίων στον κλάδο ζημιών.

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ασφάλισης ζημιών ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (i,j) των υποενοτήτων που ορίζονται στην παράγραφο 1·

β)  CorrNL(i,j) είναι η παράμετρος συσχέτισης για τις υποενότητες ασφαλιστικού κινδύνου του κλάδου ζημιών i και j·

γ)  SCRi και SCRj είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για την υποενότητα κινδύνου i και j αντίστοιχα.

3.  Η αναφερόμενη στην παράγραφο 2 παράμετρος συσχέτισης CorrNL(i,j) είναι το στοιχείο που ορίζεται στη σειρά i και τη στήλη j του ακόλουθου πίνακα συσχέτισης:



j

i

Κίνδυνος ασφαλίστρων και τεχνικών προβλέψεων κλάδου ζημιών

Κίνδυνος καταστροφών στον κλάδο ζημιών

Κίνδυνος ακυρώσεων στον κλάδο ζημιών

Κίνδυνος ασφαλίστρων και τεχνικών προβλέψεων κλάδου ζημιών

1

0,25

0

Κίνδυνος καταστροφών στον κλάδο ζημιών

0,25

1

0

Κίνδυνος ακυρώσεων στον κλάδο ζημιών

0

0

1

Άρθρο 115

Υποενότητα κινδύνου ασφαλίστρων και αποθέματος στον κλάδο ζημιών

Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  σnl είναι η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 117·

β)  Vnl είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 116·

Άρθρο 116

Μέτρο όγκου για κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών

1.  Το μέτρο όγκου για κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών ισούται με το άθροισμα των μέτρων όγκου για κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος των τμημάτων που ορίζονται στο παράρτημα II.

2.  Για όλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα II, το μέτρο του όγκου ενός συγκεκριμένου τμήματος s ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  V(prem,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων του τμήματος s·

β)  V(res,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο αποθέματος του τμήματος s·

γ)  DIVs είναι ο συντελεστής για γεωγραφική διαφοροποίηση του τμήματος s.

3.  Για όλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα II, το μέτρο όγκου ενός συγκεκριμένου τμήματος s ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  Ps είναι εκτίμηση των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στο τμήμα s κατά τους προσεχείς 12 μήνες·

β)  P(last,s) είναι τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στο τμήμα s κατά τους τελευταίους 12 μήνες·

γ)  FP(existing,s) είναι η αναμενόμενη παρούσα αξία των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στο τμήμα s μετά τους προσεχείς 12 μήνες για υφιστάμενες συμβάσεις·

δ)  FP(future,s) είναι την αναμενόμενη παρούσα αξία των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση στο τμήμα s για συμβάσεις των οποίων η αρχική ημερομηνία αναγνώρισης θα είναι εντός των προσεχών 12 μηνών, αλλά χωρίς τα ασφάλιστρα που θα εισπραχθούν κατά το διάστημα των 12 μηνών μετά την ημερομηνία της αρχικής αναγνώρισης.

4.  Για όλα τα τμήματα που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, εναλλακτικά αντί του υπολογισμού που ορίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, να επιλέξουν να υπολογίζουν το μέτρο του όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων ενός συγκεκριμένου τμήματος s, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

image

υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) ο διοικητικός, διαχειριστικός ή εποπτικός φορέας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης έχει αποφασίσει ότι τα δεδουλευμένα ασφάλιστρά της στο τμήμα s κατά τους προσεχείς 12 μήνες δεν θα υπερβούν το Ps ·

β) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει θεσπίσει μηχανισμούς αποτελεσματικού ελέγχου, ώστε να διασφαλίζεται ότι θα τηρούνται τα όρια για τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

γ) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει ενημερώσει την εποπτική αρχή σχετικά με την απόφαση που αναφέρεται στο στοιχείο α), καθώς και για αιτιολόγησή της.

Για τους σκοπούς αυτού του υπολογισμού, οι όροι Ps , FP(existing,s) και FP(future,s) θα νοούνται σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχεία α), γ) και δ).

5.  Για τους σκοπούς των υπολογισμών που προβλέπονται στις παραγράφους 3 και 4, τα ασφάλιστρα είναι καθαρά, αφού αφαιρεθούν τα ασφάλιστρα για τις συμβάσεις αντασφάλισης. Τα ακόλουθα ασφάλιστρα για αντασφαλιστικές συμβάσεις δεν αφαιρούνται:

α) ασφάλιστρα σε σχέση με μη ασφαλιστικά γεγονότα ή διακανονισθείσες απαιτήσεις που δεν καταχωρίζονται λογιστικώς στις ταμειακές ροές που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 3·

β) ασφάλιστρα για συμβάσεις αντασφάλισης που δεν συμμορφώνονται με τα άρθρα 209, 210, 211 και 213.

6.  Για όλα τα τμήματα που αναφέρονται στο παράρτημα II, το μέτρο του όγκου για τον κίνδυνο αποθέματος ενός συγκεκριμένου τμήματος ισούται με τη βέλτιστη εκτίμηση των προβλέψεων για εκκρεμείς αποζημιώσεις για το εν λόγω τμήμα, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, υπό την προϋπόθεση ότι οι αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού τηρούν τα άρθρα 209, 210, 211 και 213. Το μέτρο του όγκου δεν είναι αρνητικό ποσό.

7.  Για όλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα II, ο προεπιλεγμένος συντελεστής για τη γεωγραφική διαφοροποίηση ενός συγκεκριμένου τμήματος είναι είτε 1 είτε υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ.

Άρθρο 117

Τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών

1.  Η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  Vnl είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών·

β) το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (s,t) των τμημάτων που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙ·

γ)  CorrS(s,t) είναι η παράμετρος συσχέτισης για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών για το τμήμα s και το τμήμα t που ορίζεται στο παράρτημα IV·

δ)  σs και σt είναι οι τυπικές αποκλίσεις για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών των τμημάτων s και t αντίστοιχα·

ε)  Vs and Vt είναι τα μέτρα όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών των τμημάτων s και t, που αναφέρονται στο άρθρο 116, αντίστοιχα.

2.  Για όλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα II, η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών ενός συγκεκριμένου τμήματος s ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  σ(prem,s) είναι η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων κλάδου ζημιών του τμήματος s που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3·

β)  σ(res,s) είναι η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο αποθέματος κλάδου ζημιών του τμήματος s, όπως ορίζεται στο παράρτημα II·

γ)  V(prem,s) είναι το μέγεθος όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων του τμήματος s που αναφέρεται στο άρθρο 116·

δ)  V(res,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο αποθέματος του τμήματος s που αναφέρεται στο άρθρο 116.

3.  Για όλους τους τομείς που ορίζονται στο παράρτημα II, η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων κλάδου ζημιών σε ένα συγκεκριμένο τμήμα ισούται με το γινόμενο της τυπικής απόκλισης για τον κίνδυνο ακαθάριστων ασφαλίστρων του τμήματος που ορίζεται στο παράρτημα ΙΙ και του συντελεστή προσαρμογής για μη αναλογική αντασφάλιση. Για τα τμήματα 1, 4 και 5 που ορίζονται στο παράρτημα II, ο συντελεστής προσαρμογής για τη μη αναλογική αντασφάλιση είναι ίσος με 80 %. Για όλα τα άλλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα, ο συντελεστής προσαρμογής για τη μη αναλογική αντασφάλιση είναι ίσος με 100 %.

Άρθρο 118

Υποενότητα κινδύνου ακύρωσης στον κλάδο ζημιών

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για την υποενότητα κινδύνου ακύρωσης στον κλάδο ζημιών που αναφέρεται στο άρθρο 114 παράγραφος 1 στοιχείο γ) ισούται με τη ζημία σε βασικά ίδια κεφάλαια της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που είναι αποτέλεσμα συνδυασμού των ακόλουθων στιγμιαίων γεγονότων:

α) της διακοπής του 40 % των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, η διακοπή των οποίων ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου·

β) όταν οι αντασφαλιστικές συμβάσεις καλύπτουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις που θα συναφθούν στο μέλλον, της μείωσης κατά 40 % του αριθμού αυτών των μελλοντικών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

2.  Τα γεγονότα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλες τις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές συμβάσεις. Σε σχέση με τα συμβόλαια αντασφάλισης, το γεγονός που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) εφαρμόζεται στις υποκείμενες ασφαλιστικές συμβάσεις.

3.  Για τους σκοπούς του προσδιορισμού της απώλειας βασικών ιδίων κεφαλαίων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), για τον υπολογισμό αυτό η επιχείρηση χρησιμοποιεί ως βάση το είδος της διακοπής που έχει την πλέον αρνητική επίπτωση στα βασικά ίδια κεφάλαια της επιχείρησης για κάθε ασφαλιστήριο.

Άρθρο 119

Υποενότητα κινδύνου καταστροφών στον κλάδο ζημιών

1.  Η υποενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζημιών περιλαμβάνει όλες τις ακόλουθες υποενότητες:

α) την υποενότητα κινδύνου φυσικής καταστροφής·

β) την υποενότητα κινδύνου καταστροφής για μη αναλογική αντασφάλιση περιουσιακών στοιχείων·

γ) την υποενότητα κινδύνου ανθρωπογενούς καταστροφής·

δ) την υποενότητα άλλων κινδύνων καταστροφής στον κλάδο ζημιών.

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο καταστροφής στον κλάδο ζημιών ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  SCRnatCAT είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο φυσικής καταστροφής·

β)  SCRnpproperty είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο καταστροφής για μη αναλογική αντασφάλιση περιουσιακών στοιχείων·

γ)  SCRmmCAT είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο ανθρωπογενούς καταστροφής·

δ)  SCRCATother είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για άλλο κίνδυνο καταστροφής στον κλάδο ζημιών.

Άρθρο 120

Υποενότητα κινδύνου φυσικών καταστροφών

1.  Η υποενότητα κινδύνου φυσικών καταστροφών περιλαμβάνει όλες τις ακόλουθες υποενότητες:

α) την υποενότητα κινδύνου θύελλας·

β) την υποενότητα κινδύνου σεισμού·

γ) την υποενότητα κινδύνου πλημμυρών·

δ) την υποενότητα κινδύνου χαλαζόπτωσης·

ε) την υποενότητα κινδύνου καθιζήσεων.

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο φυσικής καταστροφής ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς των υποενοτήτων i που ορίζονται στην παράγραφο 1·

β)  SCRi είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για την υποενότητα i.

Άρθρο 121

Υποενότητα κινδύνου θύελλας

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θύελλας ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (r,s) των περιοχών που ορίζονται στο παράρτημα V·

β)  CorrWS(r,s) είναι ο συντελεστής συσχέτισης για τον κίνδυνο θύελλας για την περιοχή r και για την περιοχή s όπως ορίζονται στο παράρτημα V·

γ)  SCR(windstorm,r) and SCR(windstorm,s) είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο θύελλας για την περιοχή r και για την περιοχή s αντίστοιχα·

δ)  SCR(windstorm,other) είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θύελλας σε άλλες περιοχές εκτός από εκείνες που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ.

2.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα V, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θύελλας σε μια συγκεκριμένη περιοχή r είναι η μεγαλύτερη από τις εξής δύο κεφαλαιακές απαιτήσεις:

α) την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θύελλας στην περιοχή r σύμφωνα με το σενάριο Α, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3·

β) την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θύελλας στην περιοχή r σύμφωνα με το σενάριο Β, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4.

3.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα V, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θύελλας σε μια συγκεκριμένη περιοχή r σύμφωνα με το σενάριο Α ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από την εξής ακολουθία γεγονότων:

α) στιγμιαία απώλεια ενός ποσού που, χωρίς να αφαιρεθούν τα προς ανάκτηση ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, είναι ίση με το 80 % της καθορισμένης ζημίας λόγω θύελλας στην περιοχή r·

β) στιγμιαία απώλεια ενός ποσού που, χωρίς να αφαιρεθούν τα προς ανάκτηση ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, είναι ίσο με το 40 % της καθορισμένης ζημίας λόγω θύελλας στην περιοχή r.

4.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα V, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θύελλας σε μια συγκεκριμένη περιοχή r σύμφωνα με το σενάριο Β, ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από την εξής ακολουθία γεγονότων:

α) στιγμιαία απώλεια ενός ποσού που, χωρίς να αφαιρεθούν τα προς ανάκτηση ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, είναι ίσο με το 100 % της καθορισμένης ζημίας λόγω θύελλας στην περιοχή r·

β) στιγμιαία απώλεια ενός ποσού που, χωρίς να αφαιρεθούν τα προς ανάκτηση ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, είναι ίσο με το 20 % της καθορισμένης ζημίας λόγω θύελλας στην περιοχή r.

5.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα V, η καθορισμένη ζημία λόγω θύελλας σε μια συγκεκριμένη περιοχή r είναι ίση με το ακόλουθο ποσό:

image

όπου:

α)  Q(windstorm,r) είναι ο παράγοντας κινδύνου θύελλας για την περιοχή r, όπως ορίζεται στο παράρτημα V·

β) το ποσό αυτό περιλαμβάνει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς ζωνών κινδύνου (i,j) της περιοχής r που παρατίθεται στο παράρτημα IX·

γ)  Corr(windstorm,r,i,j) είναι ο συντελεστής συσχέτισης για τον κίνδυνο θύελλας σε ζώνες κινδύνου i και j της περιοχής r που ορίζεται στο παράρτημα XXII·

δ)  WSI(windstorm,r,i) και WSI(windstorm,r,j) είναι τα σταθμισμένα ποσά που είναι ασφαλισμένα έναντι κινδύνου θύελλας στις ζώνες κινδύνου i και j της περιοχής r που ορίζεται στο παράρτημα IX.

6.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα V και όλες τις ζώνες κινδύνου των εν λόγω περιοχών που ορίζονται στο παράρτημα IX, το σταθμισμένο ποσό που είναι ασφαλισμένο έναντι κινδύνου θύελλας σε μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου i μιας συγκεκριμένης περιοχής r ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  W(windstorm,r,i) είναι ο συντελεστής στάθμισης για κίνδυνο θύελλας στη ζώνη κινδύνου i μιας περιοχής r που παρατίθεται στο παράρτημα X·

β)  SI(windstorm,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό για για κίνδυνο θύελλας στη ζώνη κινδύνου i μιας περιοχής r.

7.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα V και όλες τις ζώνες κινδύνου των εν λόγω περιοχών που ορίζονται στο παράρτημα IX, το σταθμισμένο ποσό που είναι ασφαλισμένο έναντι κινδύνου θύελλας σε μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου i μιας συγκεκριμένης περιοχής rορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  SI(property,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες 7 και 19 που ορίζονται στο παράρτημα Ι σε σχέση με τις συμβάσεις που καλύπτουν κίνδυνο θύελλας και όταν ο κίνδυνος βρίσκεται στη ζώνη κινδύνου i της περιοχής r·

β)  SI(onshore-property,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες 6 και 18 που ορίζονται στο παράρτημα Ι σε σχέση με τις συμβάσεις που καλύπτουν κίνδυνο θύελλας και όταν ο κίνδυνος βρίσκεται στη ζώνη κινδύνου i της περιοχής r·

8.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θύελλας σε περιοχές άλλες εκτός από εκείνες που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από μια στιγμιαία ζημία σε σχέση με κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική σύμβαση που καλύπτει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις:

α) υποχρεώσεις των κατηγοριών δραστηριοτήτων 7 ή 19 που ορίζονται στο παράρτημα I, που καλύπτουν τον κίνδυνο θύελλας, και όταν ο κίνδυνος δεν βρίσκεται σε μία από τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ·

β) υποχρεώσεις των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων 6 ή 18 που ορίζονται στο παράρτημα Ι, σε σχέση με υλικές ζημίες στην ξηρά από θύελλα και όπου ο κίνδυνος δεν βρίσκεται σε μία από τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ.

9.  Το ποσό της στιγμιαίας ζημίας, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8, ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  DIVwindstorm υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα III, αλλά με βάση τα ασφάλιστρα σε σχέση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 8 και περιορίζονται στις περιοχές 5 έως 18 οι οποίες ορίζονται στο σημείο (8) του παραρτήματος ΙΙΙ·

β)  Pwindstorm είναι εκτίμηση των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για κάθε σύμβαση που καλύπτει τις αναφερόμενες στην παράγραφο 8 απαιτήσεις κατά τους προσεχείς 12 μήνες: για τον σκοπό αυτό, τα ασφάλιστρα είναι ακαθάριστα, χωρίς να αφαιρούνται τα ασφάλιστρα για συμβάσεις αντασφάλισης.

Άρθρο 122

Υποενότητα κινδύνου σεισμού

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο σεισμού ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (r,s) των περιοχών που ορίζονται στο παράρτημα VI·

β)  CorrEQ(r,s) είναι ο συντελεστής συσχέτισης για τον κίνδυνο σεισμού για την περιοχή r και την περιοχή s όπως ορίζονται στο παράρτημα VI·

γ)  SCR(earthquake,r) και SCR(earthquake,s) είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο σεισμού για την περιοχή r και s αντίστοιχα·

δ)  SCR(earthquake,other) είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο σεισμού σε άλλες περιοχές εκτός από εκείνες που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ.

2.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VII, η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο σεισμού σε μια συγκεκριμένη περιοχή r ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από μια στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο, χωρίς να αφαιρεθούν τα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  Q(earthquake,r) είναι ο παράγοντας κινδύνου σεισμού για την περιοχή r, όπως ορίζεται στο παράρτημα VI·

β) το ποσό αυτό περιλαμβάνει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς ζωνών κινδύνου (i,j) της περιοχής r που παρατίθεται στο παράρτημα IX·

γ)  Corr(earthquake,r,i,j) είναι ο συντελεστής συσχέτισης για τον κίνδυνο σεισμού σε ζώνες κινδύνου i και j της περιοχής r που ορίζεται στο παράρτημα ΧΧΙΙΙ·

δ)  WSI(earthquake,r,i) και WSI(earthquake,r,j) είναι τα σταθμισμένα ποσά που είναι ασφαλισμένα έναντι κινδύνου σεισμού στις ζώνες κινδύνου i και j της περιοχής r που ορίζεται στο παράρτημα IX.

3.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VΙ και όλες τις ζώνες κινδύνου των εν λόγω περιοχών που ορίζονται στο παράρτημα IX, το σταθμισμένο ποσό που είναι ασφαλισμένο έναντι κινδύνου σεισμού σε μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου i μιας συγκεκριμένης περιοχής r ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  W(earthquake,r,i) είναι ο συντελεστής στάθμισης για κίνδυνο σεισμού στη ζώνη κινδύνου i μιας περιοχής r που παρατίθεται στο παράρτημα X·

β)  SI(earthquake,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό για για κίνδυνο σεισμού στη ζώνη κινδύνου i μιας περιοχής r.

4.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VΙ και όλες τις ζώνες κινδύνου των εν λόγω περιοχών που ορίζονται στο παράρτημα IX, το σταθμισμένο ποσό που είναι ασφαλισμένο έναντι κινδύνου σεισμού σε μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου i μιας συγκεκριμένης περιοχής r ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  SI(property,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τις κατηγορίες δραστηριοτήτων 7 και 19 που ορίζονται στο παράρτημα Ι σε σχέση με τις συμβάσεις που καλύπτουν κίνδυνο σεισμού και όταν ο κίνδυνος βρίσκεται στη ζώνη κινδύνου i της περιοχής r·

β)  SI(onshore-property,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες 6 και 18 που ορίζονται στο παράρτημα Ι σε σχέση με τις συμβάσεις που καλύπτουν ζημία σε περιουσιακά στοιχεία στην ξηρά από σεισμό και όταν ο κίνδυνος βρίσκεται στη ζώνη κινδύνου i της περιοχής r·

5.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο σεισμού σε περιοχές άλλες εκτός από εκείνες που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από μια στιγμιαία ζημία σε σχέση με κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική σύμβαση που καλύπτει τη μία ή και τις δύο από τις ακόλουθες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις:

α) υποχρεώσεις στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 7 ή 19 που ορίζονται στο παράρτημα I, οι οποίες καλύπτουν τον κίνδυνο σεισμού και όταν ο κίνδυνος δεν βρίσκεται σε μία από τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ·

β) υποχρεώσεις στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 6 ή 18 που ορίζονται στο παράρτημα Ι, σε σχέση με υλικές ζημίες στην ξηρά από σεισμό και όπου ο κίνδυνος δεν βρίσκεται σε μία από τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ.

6.  Το ποσό της στιγμιαίας ζημίας, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 5, ισούται με το ακόλουθο ποσό:

image

όπου:

α)  DIVearthquake υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα III, αλλά με βάση τα ασφάλιστρα σε σχέση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχεία α) και β) και περιορίζονται στις περιοχές 5 έως 18 που ορίζονται στο παράρτημα III·

β)  Pearthquake είναι εκτίμηση των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για κάθε σύμβαση που καλύπτει τις αναφερόμενες στην παράγραφο 5 στοιχεία α) και β) υποχρεώσεις κατά τους προσεχείς 12 μήνες: για τον σκοπό αυτό, τα ασφάλιστρα είναι ακαθάριστα, χωρίς να αφαιρούνται τα ασφάλιστρα για συμβάσεις αντασφάλισης.

Άρθρο 123

Υποενότητα κινδύνου πλημμύρας

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πλημμύρας ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (r,s) των περιοχών που ορίζονται στο παράρτημα VII·

β)  CorrFL(r,s) είναι ο συντελεστής συσχέτισης για τον κίνδυνο πλημμύρας για την περιοχή r και την περιοχή s όπως ορίζονται στο παράρτημα VΙΙ·

γ)  SCR(flood,r) και SCR(flood,s) είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο πλημμύρας για την περιοχή r και s αντίστοιχα·

δ)  SCR(flood,other) είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πλημμύρας σε άλλες περιοχές εκτός από εκείνες που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ.

2.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VII, η κεφαλαιακή απαίτηση για κινδύνους πλημμύρας σε μια συγκεκριμένη περιοχή r είναι η μεγαλύτερη από τις ακόλουθες δύο κεφαλαιακές απαιτήσεις:

α) την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πλημμύρας στην περιοχή r σύμφωνα με το σενάριο Α, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3·

β) την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πλημμύρας στην περιοχή r σύμφωνα με το σενάριο Β, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4.

3.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VII, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πλημμύρας σε μια συγκεκριμένη περιοχή r σύμφωνα με το σενάριο Α ισούται με τη ζημία σε βασικά ίδια κεφάλαια επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από την εξής ακολουθία γεγονότων:

α) στιγμιαία απώλεια ενός ποσού που, χωρίς να αφαιρεθούν τα προς ανάκτηση ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ισούται με το 65 % της καθορισμένης ζημίας λόγω πλημμύρας στην περιοχή r·

β) στιγμιαία απώλεια ενός ποσού που, χωρίς να αφαιρεθούν τα προς ανάκτηση ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, είναι ίση με το 45 % της καθορισμένης ζημίας λόγω πλημμύρας στην περιοχή r.

4.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VII, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πλημμύρας σε μια συγκεκριμένη περιοχή r σύμφωνα με το σενάριο Β ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από την εξής ακολουθία γεγονότων:

α) στιγμιαία απώλεια ενός ποσού που, χωρίς να αφαιρεθούν τα προς ανάκτηση ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ισούται με το 100 % της καθορισμένης ζημίας λόγω πλημμύρας στην περιοχή r·

β) στιγμιαία απώλεια ενός ποσού που, χωρίς να αφαιρεθούν τα προς ανάκτηση ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, είναι ίση με το 10 % της καθορισμένης ζημίας λόγω πλημμύρας στην περιοχή r.

5.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VΙΙ, η καθορισμένη ζημία λόγω πλημμύρας σε μια συγκεκριμένη περιοχή r είναι ίση με το ακόλουθο ποσό:

image

όπου:

α)  Q(flood,r) είναι ο παράγοντας κινδύνου πλημμύρας για την περιοχή r, όπως ορίζεται στο παράρτημα VII·

β) το ποσό αυτό περιλαμβάνει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς ζωνών κινδύνου (i,j) της περιοχής r που παρατίθεται στο παράρτημα IX·

γ)  Corr(flood,r,i,j) είναι ο συντελεστής συσχέτισης για τον κίνδυνο πλημμύρας σε ζώνες κινδύνου i και j της περιοχής r που ορίζεται στο παράρτημα XXIV·

δ)  WSI(flood,r,i) και WSI(flood,r,j) είναι τα σταθμισμένα ποσά που είναι ασφαλισμένα έναντι κινδύνου πλημμύρας στις ζώνες κινδύνου i και j της περιοχής r που ορίζεται στο παράρτημα IX.

6.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VII και όλες τις ζώνες κινδύνου των εν λόγω περιοχών που ορίζονται στο παράρτημα IX, το σταθμισμένο ποσό που είναι ασφαλισμένο έναντι κινδύνου πλημμύρας σε μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου i μιας συγκεκριμένης περιοχής r ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  W(flood,r,i) είναι ο συντελεστής στάθμισης για κίνδυνο πλημμύρας στη ζώνη κινδύνου i μιας περιοχής r που παρατίθεται στο παράρτημα X·

β)  SI(flood,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό για κίνδυνο πλημμύρας στη ζώνη κινδύνου i μιας περιοχής r.

7.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VII και όλες τις ζώνες κινδύνου των εν λόγω περιοχών που ορίζονται στο παράρτημα IX, το ασφαλισμένο ποσό έναντι κινδύνου πλημμύρας σε μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου i μιας συγκεκριμένης περιοχής r ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  SI(property,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τις κατηγορίες δραστηριοτήτων 7 και 19 που ορίζονται στο παράρτημα Ι σε σχέση με τις συμβάσεις που καλύπτουν τον κίνδυνο πλημμύρας, όταν ο κίνδυνος βρίσκεται στη ζώνη κινδύνου i της περιοχής r·

β)  SI(onshore-property,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τις τις κατηγορίες δραστηριοτήτων 6 και 18 που ορίζονται στο παράρτημα Ι σε σχέση με τις συμβάσεις που καλύπτουν ζημία σε περιουσιακά στοιχεία στην ξηρά από πλημμύρα και όταν ο κίνδυνος βρίσκεται στη ζώνη κινδύνου i της περιοχής r·

γ)  SI(property,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τις τις κατηγορίες δραστηριοτήτων 5 και 17 που ορίζονται στο παράρτημα Ι σε σχέση με τις συμβάσεις που καλύπτουν κίνδυνο πλημμύρας, όταν ο κίνδυνος βρίσκεται στη ζώνη κινδύνου i της περιοχής r.

8.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πλημμύρας σε περιφέρειες άλλες εκτός από εκείνες που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από μια στιγμιαία ζημία σε σχέση με κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική σύμβαση που καλύπτει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις:

α) υποχρεώσεις στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 7 ή 19, που ορίζονται στο παράρτημα I, που καλύπτουν τον κίνδυνο πλημμύρας, όταν ο κίνδυνος δεν βρίσκεται σε μία από τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ·

β) υποχρεώσεις στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 6 ή 18 που ορίζονται στο παράρτημα Ι, σε σχέση με υλικές ζημίες στην ξηρά από πλημμύρα και όπου ο κίνδυνος δεν βρίσκεται σε μία από τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ·

γ) υποχρεώσεις στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 5 ή 17 που ορίζονται στο παράρτημα I, που καλύπτουν τον κίνδυνο πλημμύρας, όταν ο κίνδυνος δεν βρίσκεται σε μία από τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ.

9.  Το ποσό της στιγμιαίας ζημίας, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8, ισούται με το ακόλουθο ποσό:

image

όπου:

α)  DIVflood υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα III, αλλά με βάση τα ασφάλιστρα σε σχέση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 8 στοιχεία α), β) και γ) και περιορίζεται στις περιοχές 5 έως 18 που ορίζονται στο σημείο 8) του παραρτήματος ΙΙΙ·

β)  Pflood είναι εκτίμηση των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για κάθε σύμβαση που καλύπτει τις αναφερόμενες στην παράγραφο 8 στοιχεία α), β) και γ) απαιτήσεις κατά τους προσεχείς 12 μήνες: για τον σκοπό αυτό, τα ασφάλιστρα είναι ακαθάριστα, χωρίς να αφαιρούνται τα ασφάλιστρα για συμβάσεις αντασφάλισης.

Άρθρο 124

Υποενότητα κινδύνου χαλαζόπτωσης

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο χαλαζόπτωσης ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (r,s) των περιοχών που ορίζονται στο παράρτημα VIII·

β)  CorrHL(r,s) είναι ο συντελεστής συσχέτισης για τον κίνδυνο χαλαζόπτωσης για την περιοχή r και την περιοχή s όπως ορίζονται στο παράρτημα VΙΙ·

γ)  SCR(hail,r) και SCR(hail,s) είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο χαλαζόπτωσης για την περιοχή r και s αντίστοιχα·

δ)  SCR(hail,other) είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο χαλαζόπτωσης σε άλλες περιοχές εκτός από εκείνες που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ.

2.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VIII, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο χαλαζόπτωσης σε μια συγκεκριμένη περιοχή r είναι η μεγαλύτερη από τις εξής δύο κεφαλαιακές απαιτήσεις:

α) την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο χαλαζόπτωσης στην περιοχή r σύμφωνα με το σενάριο Α·

β) την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο χαλαζόπτωσης στην περιοχή r σύμφωνα με το σενάριο Β.

3.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VIII, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο χαλαζόπτωσης σε μια συγκεκριμένη περιοχή r σύμφωνα με το σενάριο Α ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από την εξής ακολουθία γεγονότων:

α) στιγμιαία απώλεια ενός ποσού που, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ισούται με το 70 % της καθορισμένης ζημίας λόγω χαλαζόπτωσης στην περιοχή r·

β) στιγμιαία απώλεια ενός ποσού που, χωρίς να αφαιρεθούν τα προς ανάκτηση ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, είναι ίσο με το 50 % της καθορισμένης ζημίας λόγω χαλαζόπτωσης στην περιοχή r.

4.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VIII, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο χαλαζόπτωσης σε μια συγκεκριμένη περιοχή r σύμφωνα με το σενάριο Β ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από την εξής ακολουθία γεγονότων:

α) στιγμιαία απώλεια ενός ποσού που, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ισούται με το 100 % της καθορισμένης ζημίας λόγω χαλαζόπτωσης στην περιοχή r·

β) στιγμιαία απώλεια ενός ποσού που, χωρίς να αφαιρεθούν τα προς ανάκτηση ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, είναι ίσο με το 20 % της καθορισμένης ζημίας λόγω χαλαζόπτωσης στην περιοχή r.

5.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VIII, η καθορισμένη ζημία λόγω χαλαζόπτωσης σε μια συγκεκριμένη περιοχή r είναι ίση με το ακόλουθο ποσό:

image

όπου:

α)  Q(hail,r) είναι ο παράγοντας κινδύνου χαλαζόπτωσης για την περιοχή r, όπως ορίζεται στο παράρτημα VIII·

β) το ποσό αυτό περιλαμβάνει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς ζωνών κινδύνου (i,j) της περιοχής r που παρατίθεται στο παράρτημα IX·

γ)  Corr(hail,r,i,j) είναι ο συντελεστής συσχέτισης για τον κίνδυνο χαλαζόπτωσης σε ζώνες κινδύνου i και j της περιοχής r που ορίζεται στο παράρτημα ΧΧΙΙΙ·

δ)  WSI(hail,r,i) και WSI(hail,r,j) είναι τα σταθμισμένα ποσά που είναι ασφαλισμένα έναντι κινδύνου χαλαζόπτωσης στις ζώνες κινδύνου i και j της περιοχής r που ορίζεται στο παράρτημα IX.

6.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VIII και όλες τις ζώνες κινδύνου των εν λόγω περιοχών που ορίζονται στο παράρτημα IX, το σταθμισμένο ποσό που είναι ασφαλισμένο έναντι κινδύνου χαλαζόπτωσης σε μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου i μιας συγκεκριμένης περιοχής r ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  W(hail,r,i) είναι ο συντελεστής στάθμισης για κίνδυνο χαλαζόπτωσης στη ζώνη κινδύνου i μιας περιοχής r που παρατίθεται στο παράρτημα X·

β)  SI(hail,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό για για κίνδυνο χαλαζόπτωσης στη ζώνη κινδύνου i μιας περιοχής r.

7.  Για όλες τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα VIII και όλες τις ζώνες χαλαζόπτωσης, το σταθμισμένο ποσό που είναι ασφαλισμένο έναντι κινδύνου χαλαζόπτωσης σε μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου i μιας συγκεκριμένης περιοχής r ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  SI(property,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τις κατηγορίες δραστηριοτήτων 7 και 19 που ορίζονται στο παράρτημα Ι σε σχέση με τις συμβάσεις που καλύπτουν κίνδυνο χαλαζόπτωσης, όταν ο κίνδυνος βρίσκεται στη ζώνη κινδύνου i της περιοχής r·

β)  SI(onshore-property,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τις κατηγορίες δραστηριοτήτων 6 και 18 που ορίζονται στο παράρτημα Ι σε σχέση με τις συμβάσεις που καλύπτουν ζημία σε περιουσιακά στοιχεία στην ξηρά έναντι χαλαζόπτωσης, όταν ο κίνδυνος βρίσκεται στη ζώνη κινδύνου i της περιοχής r·

γ)  SI(property,r,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης για τις κατηγορίες δραστηριοτήτων 5 και 17 που ορίζονται στο παράρτημα Ι σε σχέση με συμβάσεις που καλύπτουν κίνδυνο χαλαζόπτωσης, όταν ο κίνδυνος βρίσκεται στη ζώνη κινδύνου i της περιοχής r.

8.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο χαλαζόπτωσης σε περιοχές άλλες εκτός από εκείνες που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από στιγμιαία ζημία σε σχέση με κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική σύμβαση που καλύπτει τη μία ή και τις δύο από τις ακόλουθες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις:

α) υποχρεώσεις για τις κατηγορίες δραστηριοτήτων 7 ή 19 που ορίζονται στο παράρτημα I, που καλύπτουν τον κίνδυνο χαλαζόπτωσης, όταν ο κίνδυνος δεν βρίσκεται σε μία από τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ·

β) υποχρεώσεις για τις κατηγορίες δραστηριοτήτων 6 ή 18 που ορίζονται στο παράρτημα Ι, σε σχέση με υλικές ζημίες στην ξηρά από χαλαζόπτωση, όταν ο κίνδυνος δεν βρίσκεται σε μία από τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ·

γ) υποχρεώσεις για τις κατηγορίες δραστηριοτήτων 5 ή 17 που ορίζονται στο παράρτημα I, που καλύπτουν τον κίνδυνο χαλαζόπτωσης, όταν ο κίνδυνος δεν βρίσκεται σε μία από τις περιοχές που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ.

9.  Το ποσό της στιγμιαίας ζημίας, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8, ισούται με το ακόλουθο ποσό:

image

όπου:

α)  DIVhail υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα III, αλλά με βάση τα ασφάλιστρα σε σχέση με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 8 στοιχεία α), β) και γ) και περιορίζονται στις περιοχές 5 έως 18 που ορίζονται στο παράρτημα III·

β)  Phail είναι εκτίμηση των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για κάθε σύμβαση που καλύπτει τις αναφερόμενες στην παράγραφο 8 στοιχεία α), β) και γ) υποχρεώσεις κατά τους προσεχείς 12 μήνες: για τον σκοπό αυτό, τα ασφάλιστρα είναι ακαθάριστα, χωρίς να αφαιρούνται τα ασφάλιστρα για συμβάσεις αντασφάλισης.

Άρθρο 125

Υποενότητα κινδύνου καθιζήσεων

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο καθίζησης ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το ποσό αυτό περιλαμβάνει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς ζωνών κινδύνου (i,j) της Γαλλίας που παρατίθεται στο παράρτημα IX·

β)  Corr(subsidence,i,j) είναι ο συντελεστής συσχέτισης για τον κίνδυνο καθίζησης στις ζώνες κινδύνου i και j που ορίζονται στο παράρτημα ΧΧΙΙΙ·

γ)  WSI(subsidence,i) και WSI(subsidence,j) δηλώνουν τα σταθμισμένα ποσά που είναι ασφαλισμένα έναντι κινδύνου καθίζησης στις ζώνες κινδύνου i και j της Γαλλίας που ορίζονται στο παράρτημα IX.

2.  Για όλες τις ζώνες καθίζησης, το σταθμισμένο ποσό ασφάλισης έναντι κινδύνου καθίζησης σε μια συγκεκριμένη ζώνη κινδύνου i της Γαλλίας που αναφέρεται στο παράρτημα IX ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  W(subsidence,i) είναι ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου καθίζησης στη ζώνη κινδύνου i που ορίζεται στο παράρτημα X·

β)  SI(subsidence,i) είναι το ασφαλιζόμενο ποσό της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για τις κατηγορίες δραστηριοτήτων 7 και 19 όπως ορίζονται στο παράρτημα Ι σε σχέση με τις συμβάσεις που καλύπτουν κινδύνους καθίζησης σε κτίρια κατοικιών στη ζώνη καθιζήσεων i.

Άρθρο 126

Ερμηνεία των σεναρίων καταστροφής

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 121 παράγραφοι 3 και 4, του άρθρου 123 παράγραφοι 3 και 4 και του άρθρου 124 παράγραφοι 3 και 4, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις βασίζουν τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων στις ακόλουθες παραδοχές:

α) τα δύο διαδοχικά συμβάντα που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα είναι ανεξάρτητα·

β) οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν υπεισέρχονται σε νέες τεχνικές μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου μεταξύ αυτών των δύο γεγονότων.

2.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 83 παράγραφος 1 στοιχείο δ), όταν οι τρέχουσες συμβάσεις αντασφάλισης προβλέπουν τη δυνατότητα αποκατάστασης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης σε σχέση με την αποκατάσταση ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο συμβάν. Οι παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης είναι ρεαλιστικές, αντικειμενικές και επαληθεύσιμες.

Άρθρο 127

Υποενότητα κινδύνου καταστροφής για μη αναλογική αντασφάλιση περιουσιακών στοιχείων

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο καταστροφής μη αναλογικής αντασφάλισης περιουσιακών στοιχείων ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από μια στιγμιαία ζημία σε σχέση με κάθε συμβόλαιο αντασφάλισης που καλύπτει αντασφαλιστικές υποχρεώσεις της κατηγορίας δραστηριότητας 28, όπως ορίζεται στο παράρτημα I, εκτός από τις μη αναλογικές υποχρεώσεις αντασφάλισης σχετικά με τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 9 και 21, οι οποίες καθορίζονται στο παράρτημα I.

2.  Το ποσό της στιγμιαίας ζημίας, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  DIVnpproperty υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα III, αλλά με βάση τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στην κατηγορία δραστηριότητας 28, όπως ορίζεται στο παράρτημα I, εκτός από τις μη αναλογικές υποχρεώσεις αντασφάλισης σε σχέση με τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 9 και 21, όπως ορίζονται στο παράρτημα Ι·

β)  Pproperty είναι εκτίμηση των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση κατά τους προσεχείς 12 μήνες για κάθε σύμβαση που καλύπτει τις αντασφαλιστικές υποχρεώσεις της κατηγορίας δραστηριότητας 28, όπως καθορίζεται στο παράρτημα I, εκτός από τις μη αναλογικές υποχρεώσεις αντασφάλισης σχετικά με τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 9 και 21, όπως καθορίζονται στο παράρτημα Ι: για τον σκοπό αυτό, τα ασφάλιστρα είναι ακαθάριστα, χωρίς να αφαιρεθούν τα ασφάλιστρα για συμβάσεις αντασφάλισης.

Άρθρο 128

Υποενότητα κινδύνου ανθρωπογενούς καταστροφής

1.  Η υποενότητα κινδύνου ανθρωπογενούς καταστροφής αποτελείται από όλες τις ακόλουθες υποενότητες:

α) την υποενότητα κινδύνου αστικής ευθύνης αυτοκινήτου·

β) την υποενότητα θαλάσσιου κινδύνου·

γ) την υποενότητα αεροπορικού κινδύνου·

δ) την υποενότητα κινδύνου πυρός·

ε) την υποενότητα κινδύνου αστικής ευθύνης·

στ) την υποενότητα κινδύνου πιστώσεων και εγγυήσεων.

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ανθρωπογενούς καταστροφής ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα καλύπτει όλες τις υποενότητες που ορίζονται στην παράγραφο 1·

β)  SCRi είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για την υποενότητα i.

Άρθρο 129

Υποενότητα κινδύνου αστικής ευθύνης αυτοκινήτου

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο αστικής ευθύνης αυτοκινήτου ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια η οποία, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ισούται με το ακόλουθο ποσό σε ευρώ:

image

όπου:

α)  Na είναι ο αριθμός των οχημάτων που είναι ασφαλισμένα από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στις κατηγορίες δραστηριότητας 4 και 16, όπως ορίζονται στο παράρτημα Ι με τεκμαιρόμενο όριο ασφαλιστηρίου άνω των 24 000 000 ευρώ.

β)  Nb είναι ο αριθμός των οχημάτων που είναι ασφαλισμένα από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στις κατηγορίες δραστηριότητας 4 και 16 όπως ορίζονται στο παράρτημα Ι με τεκμαιρόμενο όριο ασφαλιστηρίου κατώτερο από ή ίσο με 24 000 000 ευρώ.

Ο αριθμός των μηχανοκίνητων οχημάτων που καλύπτονται από τις υποχρεώσεις αναλογικής αντασφάλισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σταθμίζεται με το μερίδιο των υποχρεώσεων της επιχείρησης σε σχέση με το ασφαλισθέν ποσό των μηχανοκίνητων οχημάτων.

2.  Το αναφερόμενο στην παράγραφο 1 τεκμαιρόμενο όριο ασφαλιστηρίου είναι το συνολικό όριο της σύμβασης ασφάλισης αστικής ευθύνης οχημάτων ή, εάν δεν προσδιορίζεται τέτοιο συνολικό όριο στους όρους και τις προϋποθέσεις του ασφαλιστηρίου, το άθροισμα των ορίων για ζημίες σε περιουσιακά στοιχεία και για σωματικές βλάβες. Όταν το όριο ασφαλιστηρίου καθορίζεται ως μέγιστο όριο ανά θύμα, το τεκμαιρόμενο όριο ασφαλιστηρίου βασίζεται στην παραδοχή των 10 θυμάτων.

Άρθρο 130

Υποενότητα θαλάσσιου κινδύνου

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον θαλάσσιο κίνδυνο ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  SCRtanker είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο σύγκρουσης δεξαμενόπλοιου·

β)  SCRplatform είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο έκρηξης σε εξέδρα.

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο σύγκρουσης δεξαμενόπλοιου ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το ανώτατο όριο αφορά όλα τα δεξαμενόπλοια μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου που είναι ασφαλισμένα από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έναντι κινδύνου σύγκρουσης στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 6, 18 και 27, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι·

β)  SI(hull,t) είναι το ασφαλισμένο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για την ασφάλιση και αντασφάλιση σκαφών σε σχέση με δεξαμενόπλοιο t·

γ)  SI(hull,t) είναι το ασφαλισμένο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για την ασφάλιση και αντασφάλιση αστικής ευθύνης για θαλάσσιες δραστηριότητες σε σχέση με δεξαμενόπλοιο t·

δ)  SI(hull,t) είναι το ασφαλισμένο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για την ασφάλιση και αντασφάλιση έναντι ρύπανσης από πετρέλαιο σε σχέση με δεξαμενόπλοιο t.

3.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο έκρηξης σε εξέδρα ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το ανώτατο όριο αφορά όλες τις ασφαλισμένες υπεράκτιες εξέδρες πετρελαίου και φυσικού αερίου από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έναντι έκρηξης στην εξέδρα για τις κατηγορίες δραστηριότητας 6, 18 και 27 που παρατίθενται στο παράρτημα Ι·

β)  SIp είναι το συνολικό ασφαλισμένο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τις ακόλουθες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές τους υποχρεώσεις σε σχέση με την εξέδρα p:

i) υποχρεώσεις καταβολής αποζημίωσης για υλικές ζημίες·

ii) υποχρεώσεις αποζημίωσης εξόδων για την απομάκρυνση των συντριμμιών·

iii) υποχρεώσεις αποζημίωσης για την απώλεια εσόδων από παραγωγή·

iv) υποχρεώσεις αποζημίωσης δαπανών για τη στεγανοποίηση φρεατίου γεώτρησης ή την ασφαλή θωράκιση του φρεατίου·

v) υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης αστικής ευθύνης.

Άρθρο 131

Υποενότητα αεροπορικού κινδύνου

Η κεφαλαιακή απαίτηση για αεροπορικό κίνδυνο ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το ανώτατο όριο αναφέρεται σε όλα τα ασφαλισμένα από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αεροσκάφη στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 6, 18 και 27, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι·

β)  SIa είναι το ασφαλιζόμενο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για την ασφάλιση και αντασφάλιση αεροσκαφών και την την ασφάλιση και αντασφάλιση αεροπορικής αστικής ευθύνης σε σχέση με αεροσκάφος a.

Άρθρο 132

Υποενότητα κινδύνου πυρός

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο πυρκαγιάς ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, είναι ίσο με το συνολικό ασφαλισμένο ποσό από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε σχέση με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση κινδύνου πυρκαγιάς.

2.  Η μεγαλύτερη συγκέντρωση κινδύνου πυρκαγιάς για μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι το σύνολο των κτιρίων με το μεγαλύτερο ποσό ασφάλισης που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 7 και 19 που ορίζονται στο παράρτημα Ι, σε σχέση με το κάθε κτίριο, οι οποίες καλύπτουν τις ζημίες λόγω πυρκαγιάς ή έκρηξης, περιλαμβανομένων των τρομοκρατικών επιθέσεων·

β) όλα τα κτίρια βρίσκονται εν όλω ή μέρει εντός ακτίνας 200 μέτρων.

3.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, το σύνολο των κτιρίων μπορεί να καλύπτεται από μία ή περισσότερες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις.

Άρθρο 133

Υποενότητα κινδύνου αστικής ευθύνης

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο αστικής ευθύνης ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το ποσό αυτό περιλαμβάνει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς των ομάδων κινδύνων αστικής ευθύνης (i,j) όπως ορίζεται στο παράρτημα XI·

β)  Corr(liability,i,j) είναι ο συντελεστής συσχέτισης για τον κίνδυνο αστικής ευθύνης των ομάδων κινδύνων αστικής ευθύνης i και j που ορίζονται στο παράρτημα XI·

γ)  SCR(liability,i) είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο αστικής ευθύνης της ομάδας κινδύνων αστικής ευθύνης i.

2.  Για όλες τις ομάδες κινδύνων αστικής ευθύνης που ορίζονται στο παράρτημα XI, η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο αστικής ευθύνης μιας συγκεκριμένης ομάδας κινδύνων αστικής ευθύνης i ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από μια στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο, χωρίς να αφαιρεθούν τα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  f(liability,i) είναι ο παράγοντας κινδύνου για την ομάδα κινδύνων αστικής ευθύνης i όπως ορίζεται στο παράρτημα XI·

β)  P(liability,i) είναι τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα που εισπράττουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια των προσεχών 12 μηνών σε σχέση με ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις για την ομάδα κινδύνων αστικής ευθύνης i·

3.  Ο υπολογισμός της απώλειας βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 βασίζεται στις ακόλουθες παραδοχές:

α) η ζημία στην ομάδα κινδύνων αστικής ευθύνης i προκαλείται από ni αποζημιώσεις και οι ζημίες που προκαλούνται από αυτές τις αποζημιώσεις είναι αντιπροσωπευτικές για τις δραστηριότητες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στην ομάδα κινδύνων αστικής ευθύνης i και αντιπροσωπεύει συνολικά τη ζημία της ομάδας κινδύνων αστικής ευθύνης i·

β) ο αριθμός απαιτήσεων ni ισούται με τον μικρότερο ακέραιο που υπερβαίνει το ακόλουθο ποσό:

image

όπου:

i)  f(liability,i) and P(liability,i) ορίζονται στην παράγραφο 2·

ii)  Lim(i,1) είναι το μεγαλύτερο δυνατό όριο ευθύνης για αποζημιώσεις που χορηγεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην ομάδα κινδύνων αστικής ευθύνης i·

γ) όταν η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση παρέχει απεριόριστη κάλυψη στην ομάδα κινδύνων αστικής ευθύνης i, ο αριθμός των αποζημιώσεων ni ισούται με τη μονάδα.

Άρθρο 134

Υποενότητα κινδύνου πιστώσεων και εγγυήσεων

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστώσεων και εγγυήσεων ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  SCRdefault είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο σοβαρής αθέτησης·

β)  SCRrecession είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο οικονομικής ύφεσης.

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο σοβαρής αθέτησης ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών ή η αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από μια στιγμιαία αθέτηση υποχρέωσης των δύο μεγαλύτερων ανοιγμάτων για υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 9 και 21 της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων βασίζεται στην παραδοχή ότι η ζημία σε περίπτωση αθέτησης, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, για κάθε έκθεση είναι το 10 % του ασφαλισμένου ποσού σε σχέση με την έκθεση.

3.  Τα δύο μεγαλύτερα ανοίγματα ασφάλισης πιστώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 καθορίζονται με βάση τη σύγκριση της ζημίας σε περίπτωση αθέτησης των ανοιγμάτων ασφάλισης πιστώσεων, που είναι η ποσοστιαία ζημία σε περίπτωση αθέτησης μετά την αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού.

4.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο ύφεσης ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών ή η αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, είναι ίσο με το 100 % των ασφαλίστρων που εισπράττει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση κατά τους προσεχείς 12 μήνες στις κατηγορίες δραστηριότητας 9 και 21.

Άρθρο 135

Υποενότητα άλλων κινδύνων καταστροφής στον κλάδο ζημιών

Η κεφαλαιακή απαίτηση για άλλους κινδύνους καταστροφής στον κλάδο ζημιών ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια η οποία, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ισούται με το ακόλουθο ποσό:

image

όπου:

α)  P1 , P2 , P3 , P4 και P5 είναι εκτιμήσεις των ακαθάριστων ασφαλίστρων, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις, που αναμένεται να εισπραχθούν από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση κατά τη διάρκεια των προσεχών 12 μηνών σε σχέση με τις ομάδες των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων 1 έως 5 που ορίζονται στο παράρτημα XII·

β)  c1 , c2 , c3 , c4 και c5 είναι οι παράγοντες κινδύνου για τις ομάδες υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης 1 έως 5 που ορίζονται στο παράρτημα XII.



ΤΜΗΜΑ 3

Ενότητα ασφαλιστικού κίνδυνου στον κλάδο ζημιών

Άρθρο 136

Συντελεστές συσχέτισης

1.  Η ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζημιών αποτελείται από όλες τις ακόλουθες υποενότητες:

α) την υποενότητα κινδύνου θνησιμότητας που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β) την υποενότητα κινδύνου μακροβιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

γ) την υποενότητα κινδύνου ανικανότητας — νοσηρότητας που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

δ) την υποενότητα κινδύνου εξόδων ασφάλισης ζωής που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

ε) την υποενότητα κινδύνου αναθεώρησης που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο ε) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

στ) την υποενότητα κινδύνου ακύρωσης που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

ζ) την υποενότητα καταστροφικού κινδύνου ασφάλισης ζωής που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο στοιχείο ζ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ασφάλισης ζωής ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (i,j) των υποενοτήτων που ορίζονται στην παράγραφο 1·

β)  CorrNL(i,j) είναι η παράμετρος συσχέτισης για τις υποενότητες ασφαλιστικού κινδύνου ζωής i και j·

γ)  SCRi και SCRj είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για την υποενότητα κινδύνου i και j αντίστοιχα.

3.  Ο συντελεστής συσχέτισης Corri,j που αναφέρεται στο σημείο 3 του παραρτήματος IV της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ισούται με το στοιχείο που αναφέρεται στη γραμμή i και στη στήλη j του ακόλουθου πίνακα συσχέτισης:



j

i

Θνησιμότητα

Μακροβιότητα

Ανικανότητα

Έξοδα ασφάλισης ζωής

Αναθεώρηση

Ακύρωση

Καταστροφικός κίνδυνος ασφάλισης ζωής

Θνησιμότητα

1

– 0,25

0,25

0,25

0

0

0,25

Μακροβιότητα

– 0,25

1

0

0,25

0,25

0,25

0

Ανικανότητα

0,25

0

1

0,5

0

0

0,25

Έξοδα ασφάλισης ζωής

0,25

0,25

0,5

1

0,5

0,5

0,25

Αναθεώρηση

0

0,25

0

0,5

1

0

0

Ακύρωση

0

0,25

0

0,5

0

1

0,25

Καταστροφικός κίνδυνος ασφάλισης ζωής

0,25

0

0,25

0,25

0

0,25

1

Άρθρο 137

Υποενότητα κινδύνου αστικής ευθύνης

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θνησιμότητας που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από μια στιγμιαία μόνιμη αύξηση κατά 15 % των ποσοστών θνησιμότητας που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

2.  Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας εφαρμόζεται μόνο στις συμβάσεις ασφάλισης για τις οποίες μια αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας συνεπάγεται αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου. Ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων συμβολαίων για τα οποία μια αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας οδηγεί σε αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου μπορεί να βασίζεται στις ακόλουθες παραδοχές:

α) οι συμβάσεις πολλαπλής ασφάλισης όσον αφορά το ίδιο ασφαλιζόμενο πρόσωπο μπορεί να αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία σύμβαση ασφάλισης·

β) όταν ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων βασίζεται σε ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 35, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις με την αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας μπορεί επίσης να βασίζεται σε αυτές τις ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης και όχι σε ατομικά συμβόλαια, υπό την προϋπόθεση ότι παράγει ένα αποτέλεσμα που δεν διαφέρει σημαντικά.

3.  Όσον αφορά τις υποχρεώσεις αντασφάλισης, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις με την αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας εφαρμόζεται μόνο στις υποκείμενες συμβάσεις ασφάλισης και γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 138

Υποενότητα κινδύνου μακροβιότητας

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μακροβιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας μόνιμης μείωσης κατά 20 % των ποσοστών θνησιμότητας που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

2.  Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 μείωση των ποσοστών θνησιμότητας εφαρμόζεται μόνο στις συμβάσεις ασφάλισης για τις οποίες μια μείωση των ποσοστών θνησιμότητας συνεπάγεται αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου. Ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων συμβολαίων για τα οποία μια μείωση των ποσοστών θνησιμότητας συνεπάγεται αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου μπορεί να βασίζεται στις ακόλουθες παραδοχές:

α) οι συμβάσεις πολλαπλής ασφάλισης όσον αφορά το ίδιο ασφαλιζόμενο πρόσωπο μπορεί να αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία σύμβαση ασφάλισης·

β) όταν ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων βασίζεται σε ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 35, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία οι τεχνικές προβλέψεις αυξάνονται με τη μείωση των ποσοστών θνησιμότητας μπορεί επίσης να βασίζεται στις εν λόγω ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης και όχι σε ατομικά συμβόλαια, υπό την προϋπόθεση ότι το παραγόμενο αποτέλεσμα δεν διαφέρει σημαντικά.

3.  Όσον αφορά τις υποχρεώσεις αντασφάλισης, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις με τη μείωση των ποσοστών θνησιμότητας εφαρμόζεται μόνο στις υποκείμενες συμβάσεις ασφάλισης και γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 139

Υποενότητα κινδύνου ανικανότητας-νοσηρότητας

Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ανικανότητας-νοσηρότητας που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα ήταν αποτέλεσμα του συνδυασμού των ακόλουθων στιγμιαίων μόνιμων αλλαγών:

α) μιας αύξησης των ποσοστών ανικανότητας και νοσηρότητας κατά 35 % που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων για να αντικατοπτρίσουν τα δεδομένα ανικανότητας και νοσηρότητας κατά τους προσεχείς 12 μήνες·

β) μιας αύξησης των ποσοστών ανικανότητας και νοσηρότητας κατά 25 % που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων για να αντικατοπτρίσουν τα δεδομένα ανικανότητας και νοσηρότητας για όλους τους μήνες μετά τους προσεχείς 12 μήνες·

γ) μια μείωση κατά 20 % των ποσοστών ανάκτησης από ανικανότητα και νοσηρότητα που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων όσον αφορά τους προσεχείς 12 μήνες και όλα τα επόμενα έτη.

Άρθρο 140

Υποενότητα κινδύνου εξόδων ασφάλισης ζωής

Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο εξόδων ασφάλισης ζωής που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 στοιχείο δ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα ήταν αποτέλεσμα του συνδυασμού των ακόλουθων στιγμιαίων μόνιμων αλλαγών:

α) μιας αύξησης κατά 10 % του ποσού των δαπανών που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

β) μιας αύξησης κατά 1 εκατοστιαία μονάδα του ποσοστού των εξόδων λόγω του πληθωρισμού (εκφρασμένος σε ποσοστό επί τοις εκατό) που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

Όσον αφορά τις αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν τις εν λόγω αλλαγές στις δικές τους δαπάνες και, κατά περίπτωση, στα έξοδα των εκχωρουσών επιχειρήσεων.

Άρθρο 141

Υποενότητα κινδύνου αναθεώρησης

Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο αναθεώρησης που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 στοιχείο ε) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας μόνιμης αύξησης κατά 3 % του ποσού των ετήσιων προσόδων μόνο σε υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης προσόδου, όταν οι παροχές που καταβάλλονται δυνάμει των υποκείμενων ασφαλιστηρίων θα μπορούσαν να αυξηθούν λόγω αλλαγών στο νομικό περιβάλλον ή στην κατάσταση της υγείας του ασφαλισμένου.

Άρθρο 142

Υποενότητα κινδύνου ακύρωσης

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ακύρωσης που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ισούται με τη μεγαλύτερη από τις ακόλουθες δύο κεφαλαιακές απαιτήσεις:

α) την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μόνιμης αύξησης των ποσοστών ακύρωσης·

β) την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μόνιμης μείωσης των ποσοστών ακύρωσης·

γ) την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μαζικών ακυρώσεων.

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μόνιμης αύξησης των ποσοστών ακύρωσης ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας μόνιμης αύξησης κατά 50 % των ποσοστών άσκησης του δικαιώματος για τα δικαιώματα που περιγράφονται στις παραγράφους 4 και 5. Ωστόσο, η αύξηση των ποσοστών άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης δεν υπερβαίνει το 100 % και η αύξηση των ποσοστών άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης ισχύουν μόνο για τα συναφή δικαιώματα για τα οποία η άσκηση του δικαιώματος θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου.

3.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μόνιμης αύξησης των ποσοστών ακύρωσης ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας μόνιμης αύξησης κατά 50 % των ποσοστών άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης για τα δικαιώματα που περιγράφονται στις παραγράφους 4 και 5. Ωστόσο, η μείωση των ποσοστών άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης δεν υπερβαίνει τις 20 εκατοστιαίες μονάδες και η μείωση των ποσοστών άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης ισχύει μόνο για τα συναφή δικαιώματα για τα οποία η άσκηση του δικαιώματος θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου.

4.  Τα σχετικά δικαιώματα για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3 είναι τα ακόλουθα:

α) όλα τα νομικά ή συμβατικά δικαιώματα του αντισυμβαλλομένου να καταγγείλει, πλήρως ή εν μέρει, να εξαγοράσει, να μειώσει, να περιορίσει ή να αναστείλει την ασφαλιστική κάλυψη ή να επιτρέψει τη λήξη του ασφαλιστηρίου·

β) όλα τα νομικά ή συμβατικά δικαιώματα του αντισυμβαλλομένου να συνάψει, να ανανεώσει, να αναβαθμίσει, να επεκτείνει ή να επαναφέρει σε ισχύ, πλήρως ή εν μέρει, την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική κάλυψη.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), οι μεταβολές του ποσοστού άσκησης του δικαιώματος προαίρεσης που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 εφαρμόζονται στον συντελεστή που αντικατοπτρίζει τη μη άσκηση του σχετικού δικαιώματος.

5.  Όσον αφορά τις συμβάσεις αντασφάλισης, τα σχετικά δικαιώματα για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3 είναι τα ακόλουθα:

α) τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 δικαιώματα των κατόχων συμβάσεων αντασφάλισης·

β) τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 δικαιώματα των κατόχων συμβάσεων ασφάλισης στις οποίες βασίζονται οι συμβάσεις αντασφάλισης·

γ) όταν οι αντασφαλιστικές συμβάσεις καλύπτουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις που θα συναφθούν στο μέλλον, το δικαίωμα των δυνητικών αντισυμβαλλομένων να μη συνάψουν τις εν λόγω ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις.

6.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μαζικών ακυρώσεων ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που είναι αποτέλεσμα συνδυασμού των ακόλουθων στιγμιαίων γεγονότων:

α) της διακοπής του 70 % των ασφαλιστικών συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των πράξεων που αναφέρονται με το άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) σημεία iii) και iv) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, για τις οποίες η διακοπή θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου και εφόσον συντρέχει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) ο αντισυμβαλλόμενος δεν είναι φυσικό πρόσωπο και η διακοπή του συμβολαίου δεν υπόκειται σε έγκριση από τους δικαιούχους του ταμείου συντάξεων·

ii) ο αντισυμβαλλόμενος είναι φυσικό πρόσωπο που ενεργεί προς όφελος των δικαιούχων της σύμβασης ασφάλισης, εκτός εάν υπάρχει συγγενική σχέση μεταξύ του εν λόγω φυσικού προσώπου και των δικαιούχων, ή όταν η ασφάλιση συνάπτεται για λόγους προγραμματισμού ιδιωτικής περιουσίας ή κληρονομιάς και ο αριθμός των δικαιούχων βάσει του ασφαλιστηρίου δεν υπερβαίνει τους 20·

β) της διακοπής του 40 % των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, πλην εκείνων που εμπίπτουν στο στοιχείο α), για τα οποία η διακοπή θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου·

γ) όταν οι αντασφαλιστικές συμβάσεις καλύπτουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις που θα συναφθούν στο μέλλον, της μείωσης κατά 40 % του αριθμού αυτών των μελλοντικών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

Τα γεγονότα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλες τις σχετικές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις. Σε σχέση με τις συμβάσεις αντασφάλισης, το γεγονός που αναφέρεται στο στοιχείο α) εφαρμόζεται στις υποκείμενες ασφαλιστικές συμβάσεις.

Για τους σκοπούς του προσδιορισμού της απώλειας βασικών ιδίων κεφαλαίων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης λόγω των γεγονότων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), η επιχείρηση πραγματοποιεί τον υπολογισμό με βάση το είδος της διακοπής που έχει την πλέον αρνητική επίπτωση στα βασικά ίδια κεφάλαια της επιχείρησης για κάθε ασφαλιστήριο.

7.  Όταν η μεγαλύτερη από τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ) του παρόντος άρθρου και οι μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 206 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού δεν βασίζονται στο ίδιο σενάριο, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ακύρωσης που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ είναι η κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ) του παρόντος άρθρου, για τις οποίες το βασικό σενάριο συνεπάγεται τη μεγαλύτερη αντίστοιχη κεφαλαιακή απαίτηση που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 206 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 143

Υποενότητα καταστροφικού κινδύνου ασφάλισης ζωής

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον καταστροφικό κίνδυνο ασφάλισης ζωής που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας αύξησης κατά 0,15 εκατοστιαίες μονάδες των ποσοστών θνησιμότητας (εκφραζόμενων σε ποσοστά) που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων για να αποτυπωθούν τα δεδομένα της θνησιμότητας κατά τους προσεχείς 12 μήνες.

2.  Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας εφαρμόζεται μόνο στις συμβάσεις ασφάλισης για τις οποίες η αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας που χρησιμοποιούνται για να αντικατοπτρίζουν τα δεδομένα της θνησιμότητας στους προσεχείς 12 μήνες συνεπάγεται αύξηση των τεχνικών προβλέψεων. Ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων συμβολαίων για τα οποία μια αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας οδηγεί σε αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου μπορεί να βασίζεται στις ακόλουθες παραδοχές:

α) οι συμβάσεις πολλαπλής ασφάλισης όσον αφορά το ίδιο ασφαλιζόμενο πρόσωπο μπορεί να αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία σύμβαση ασφάλισης·

β) όταν ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων βασίζεται σε ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 35, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις με την αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας μπορεί επίσης να βασίζεται σε αυτές τις ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης και όχι σε ατομικά συμβόλαια, υπό την προϋπόθεση ότι παράγει ένα αποτέλεσμα που δεν διαφέρει σημαντικά.

3.  Όσον αφορά τις συμβάσεις αντασφάλισης, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις με την αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας εφαρμόζεται μόνο στις υποκείμενες συμβάσεις ασφάλισης και γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.



ΤΜΗΜΑ 4

Ενότητα αναλαμβανομένου κίνδυνου ασφάλισης ασθένειας

Άρθρο 144

Ενότητα αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ασθενείας

1.  Η ενότητα αναλαμβανόμενου κινδύνου στην ασφάλιση ασθενείας αποτελείται από όλες τις ακόλουθες υποενότητες:

α) την υποενότητα αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ασθενείας NSLT·

β) την υποενότητα αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ασθενείας SLT·

γ) την υποενότητα καταστροφικού κινδύνου ασφάλισης ασθενείας.

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ασφάλισης ασθενείας ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (i,j) των υποενοτήτων που ορίζονται στην παράγραφο 1·

β)  CorrH(i,j) είναι η παράμετρος συσχέτισης για τις υποενότητες ασφαλιστικού κινδύνου ζωής i και j·

γ)  SCRi και SCRj είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για την υποενότητα κινδύνου i και j αντίστοιχα.

3.  Ο αναφερόμενος στην παράγραφο 2 συντελεστής συσχέτισης CorrH(i,j) είναι το στοιχείο που ορίζεται στη σειρά i και στη στήλη j του ακόλουθου πίνακα συσχέτισης:



j

i

Ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας NSLT

Ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας SLT

Καταστροφικός κίνδυνος ασφάλισης ασθενείας

Ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας NSLT

1

0,5

0,25

Ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας SLT

0,5

1

0,25

Καταστροφικός κίνδυνος ασφάλισης ασθενείας

0,25

0,25

1

4.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν:

α) την υποενότητα αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ασθενείας NSLT στις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 1, 2, 3, 13, 14, 15 και 25, όπως ορίζονται στο παράρτημα Ι·

β) την υποενότητα αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ασθενείας SLT στις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες δραστηριοτήτων 29, 33 και 35, όπως ορίζονται στο παράρτημα Ι·

γ) την υποενότητα καταστροφικού κινδύνου ασφάλισης ασθενείας στις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας.

Άρθρο 145

Υποενότητα αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ασθενείας NSLT·

1.  Η υποενότητα κινδύνου ανάληψης υποχρεώσεων ασφάλισης ασθενείας NSLT (η διαχείριση των οποίων βασίζεται σε διαφορετική τεχνική βάση από εκείνη των ασφαλίσεων ζωής) αποτελείται από τις ακόλουθες υποενότητες:

α) την υποενότητα κινδύνου ασφαλίστρων και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT·

β) την υποενότητα κινδύνου ακυρώσεων συμβάσεων ασφάλισης ασθενείας NSLT·

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ανάληψης υποχρεώσεων ασφάλισης ασθενείας NSLT ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  SCR(NSLTh,pr) είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT·

β)  SCR(NSLTh,lapse) είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ακυρώσεων συμβάσεων ασφάλισης ασθενείας NSLT.

Άρθρο 146

Υποενότητα κινδύνου ασφαλίστρων και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT·

Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  sNSLTh είναι η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 148·

β)  VNSLTh είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 147.

Άρθρο 147

Μέτρο όγκου για κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT

1.  Το μέτρο όγκου για κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT ισούται με το άθροισμα των μέτρων όγκου για κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος των τμημάτων που ορίζονται στο παράρτημα XIV.

2.  Για όλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα XIV, το μέτρο του όγκου ενός συγκεκριμένου τμήματος s ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  V(prem,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρου του τμήματος s·

β)  V(res,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο αποθέματος στο τμήμα s·

γ)  DIVs είναι ο συντελεστής για τη γεωγραφική διαφοροποίηση του τμήματος s.

3.  Για όλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα XIV, το μέτρο όγκου ενός συγκεκριμένου τμήματος s ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  Ps είναι εκτίμηση των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στο τμήμα s κατά τους προσεχείς 12 μήνες·

β)  P(last,s) είναι τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στο τμήμα s κατά τους τελευταίους 12 μήνες·

γ)  FP(existing,s) είναι η αναμενόμενη παρούσα αξία των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση στο τμήμα s μετά τους προσεχείς 12 μήνες για υφιστάμενες συμβάσεις·

δ)  FP(future,s) είναι η αναμενόμενη παρούσα αξία των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση στο τμήμα s για συμβάσεις των οποίων η αρχική ημερομηνία αναγνώρισης θα είναι εντός των προσεχών 12 μηνών, αλλά χωρίς τα ασφάλιστρα που θα εισπραχθούν κατά το διάστημα των 12 μηνών μετά την ημερομηνία της αρχικής αναγνώρισης.

4.  Για όλα τα τμήματα που αναφέρονται στο παράρτημα XIV, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, εναλλακτικά αντί του υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 3, να υπολογίζουν το μέτρο του όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρου ενός συγκεκριμένου τμήματος της αγοράς, σύμφωνα με τον ακόλουθο μαθηματικό τύπο:

image

υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) ο διοικητικός, διαχειριστικός ή εποπτικός φορέας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης έχει αποφασίσει ότι τα δεδουλευμένα ασφάλιστρά της στο τμήμα s κατά τους προσεχείς 12 μήνες δεν θα υπερβούν το Ps ·

β) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει θεσπίσει μηχανισμούς αποτελεσματικού ελέγχου, ώστε να διασφαλίζεται ότι θα τηρηθούν τα όρια για τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

γ) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει ενημερώσει την εποπτική αρχή σχετικά με την απόφαση που αναφέρεται στο στοιχείο α), καθώς και για αιτιολόγησή της.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το νόημα των στοιχείων Ps , FP(existing,s) και FP(future,s) είναι αυτό που δηλώνεται στην παράγραφο 3 στοιχεία α), γ) και δ).

5.  Για τους σκοπούς των υπολογισμών που προβλέπονται στις παραγράφους 3 και 4, τα ασφάλιστρα είναι καθαρά, αφού αφαιρεθούν τα ασφάλιστρα για τις συμβάσεις αντασφάλισης. Τα ακόλουθα ασφάλιστρα για αντασφαλιστικές συμβάσεις δεν αφαιρούνται:

α) ασφάλιστρα σε σχέση με μη ασφαλιστικά γεγονότα ή διακανονισθείσες απαιτήσεις που δεν καταχωρίζονται λογιστικώς στις ταμειακές ροές που αναφέρονται στο άρθρο 41 παράγραφος 3·

β) ασφάλιστρα για συμβάσεις αντασφάλισης που δεν είναι σύμφωνα με τα άρθρα 209, 210, 211 και 213.

6.  Για όλα τα τμήματα που αναφέρονται στο παράρτημα XIV, το μέτρο του όγκου για τον κίνδυνο αποθέματος ενός συγκεκριμένου τμήματος ισούται με τη βέλτιστη εκτίμηση των προβλέψεων για εκκρεμείς αποζημιώσεις για το εν λόγω τμήμα, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, υπό την προϋπόθεση ότι οι αντασφαλιστικές συμβάσεις ή οι φορείς ειδικού σκοπού τηρούν τα άρθρα 209, 210, 211 και 213. Το μέτρο του όγκου δεν είναι αρνητικό ποσό.

7.  Για όλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα XIV, ο προεπιλεγμένος συντελεστής για τη γεωγραφική διαφοροποίηση είτε ισούται με 1 είτε υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ.

Άρθρο 148

Τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT

1.  Η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  VNSLTh είναι το μέτρο του όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT·

β) το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (s,t) των τμημάτων που ορίζονται στο παράρτημα XIV·

γ)  CorrHS(s,t) είναι ο συντελεστής συσχέτισης για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT για το τμήμα s και το τμήμα t που ορίζεται στο παράρτημα XV·

δ)  σs και σt είναι οι τυπικές αποκλίσεις για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας NSLT των τμημάτων s και t αντίστοιχα·

ε)  Vs και Vt είναι τα μέτρα όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος των τμημάτων s και t, που αναφέρονται στο παράρτημα XIV, αντίστοιχα.

2.  Για όλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα XIV, η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος ασφάλισης ασθενείας NSLT ενός συγκεκριμένου τμήματος s ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  σ(prem,s) είναι η τυπική απόκλιση για κίνδυνο ασφαλίστρου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3·

β)  σ(res,s) είναι η τυπική απόκλιση για κίνδυνο αποθέματος ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s όπως ορίζεται στο παράρτημα XIV·

γ)  V(prem,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρου του τμήματος s που αναφέρεται στο άρθρο 147·

δ)  V(res,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο αποθέματος του τμήματος s που αναφέρεται στο άρθρο 147.

3.  Για όλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα XIV, η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρου ασφάλισης ασθενείας NSLT σε ένα συγκεκριμένο τμήμα ισούται με το γινόμενο της τυπικής απόκλισης για τον κίνδυνο ακαθάριστων ασφαλίστρων ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος που ορίζεται στο παράρτημα XIV και του συντελεστή προσαρμογής για μη αναλογική αντασφάλιση. Για όλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα XIV, ο συντελεστής προσαρμογής για τη μη αναλογική αντασφάλιση είναι ίσος με 100 %.

Άρθρο 149

Τα συστήματα αντιστάθμισης κινδύνου στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 109α παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ο καθορισμός, η διαχείριση και οργάνωση των υποχρεώσεων ασφάλισης ασθενείας που υπόκεινται σε συστήματα αντιστάθμισης κινδύνων ασφάλισης ασθενείας (ΣΑΚΑΑ) πραγματοποιούνται χωριστά από τις άλλες δραστηριότητες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, χωρίς καμία δυνατότητα μεταφοράς σε υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας που δεν υπόκεινται σε ΣΑΚΑΑ.

2.  Οι τυπικές αποκλίσεις για κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος ασφάλισης ασθενείας NSLT των τμημάτων 1, 2 και 3 του παραρτήματος XIV για δραστηριότητες που υπόκειται σε ΣΑΚΑΑ πληρούν όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α) οι τυπικές αποκλίσεις καθορίζονται χωριστά για κάθε ένα από τα τμήματα 1, 2 και 3, όπως ορίζονται στο παράρτημα XIV, και χωριστά για κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος·

β) για κάθε ένα από τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα XIV, η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων είναι η χαμηλότερη από τα ακόλουθα ποσά:

i) της τυπικής απόκλισης για κίνδυνο ασφαλίστρου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος που ορίζεται στο παράρτημα XIV·

ii) του υψηλότερου από τα κατωτέρω ποσά:

Α. του ενός τρίτου της τυπικής απόκλισης για κίνδυνο ασφαλίστρου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος που ορίζεται στο παράρτημα XIV·

Β. εκτίμησης της αντιπροσωπευτικής τυπικής απόκλισης ενός συνδυασμένου δείκτη ασφαλιστικής επιχείρησης, που είναι ο δείκτης των ακόλουθων ετήσιων ποσών:

 του αθροίσματος των πληρωμών, περιλαμβανομένων των σχετικών δαπανών, και των τεχνικών προβλέψεων που ορίζονται για αποζημιώσεις που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια του έτους για την επιχειρηματική δραστηριότητα η οποία υπόκειται σε ΣΑΚΑΑ, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αλλαγών που οφείλονται στο ΣΑΚΑΑ·

 των δεδουλευμένων ασφαλίστρων του έτους για την επιχειρηματική δραστηριότητα που υπόκειται στο ΣΑΚΑΑ·

γ) για κάθε ένα από τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα XIV, η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο αποθέματος είναι η χαμηλότερη από τα ακόλουθα ποσά:

i) της τυπικής απόκλισης για κίνδυνο αποθέματος ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος που ορίζεται στο παράρτημα XIV·

ii) του υψηλότερου από τα κατωτέρω ποσά:

Α. του ενός τρίτου της τυπικής απόκλισης για κίνδυνο αποθέματος ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος που ορίζεται στο παράρτημα XIV·

Β. εκτίμησης της αντιπροσωπευτικής τυπικής απόκλισης ενός δείκτη εξέλιξης διακανονισμού αποζημιώσεων, που είναι ο δείκτης των ακόλουθων ετήσιων ποσών:

 του αθροίσματος της πρόβλεψης της βέλτιστης εκτίμησης στο τέλος του έτους για απαιτήσεις που ήταν εκκρεμείς στην αρχή του έτους και σε τυχόν αποζημιώσεις και πληρωμές δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους για απαιτήσεις που εκκρεμούσαν στην αρχή του έτους: και τα δύο ποσά περιλαμβάνουν τυχόν τροποποιήσεις οφειλόμενες στο ΣΑΚΑΑ·

 της πρόβλεψης βέλτιστης εκτίμησης στην αρχή του έτους για τις εκκρεμείς απαιτήσεις της επιχειρηματικής δραστηριότητας που υπόκειται στο ΣΑΚΑΑ, συμπεριλαμβανομένων τυχόν τροποποιήσεων που οφείλονται στο ΣΑΚΑΑ·

δ) ο καθορισμός της τυπικής απόκλισης βασίζεται σε κατάλληλες, εφαρμόσιμες και συναφείς αναλογιστικές και στατιστικές τεχνικές·

ε) ο καθορισμός της τυπικής απόκλισης βασίζεται σε πλήρη, ακριβή και κατάλληλα δεδομένα που έχουν άμεση συνάφεια για την επιχειρηματική δραστηριότητα που υπόκειται στο ΣΑΚΑΑ και αντικατοπτρίζει τον μέσο βαθμό διαφοροποίησης στο επίπεδο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων·

στ) ο καθορισμός της τυπικής απόκλισης βασίζεται σε επίκαιρες και αξιόπιστες πληροφορίες και ρεαλιστικές παραδοχές·

ζ) ο καθορισμός της τυπικής απόκλισης λαμβάνει επίσης υπόψη τυχόν κινδύνους που δεν έχουν μετριαστεί μέσω του ΣΑΚΑΑ, ιδίως τον κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 4 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και τους κινδύνους που δεν αποτυπώνονται στην υποενότητα καταστροφικού κινδύνου ασφάλισης ασθενείας και θα μπορούσαν να επηρεάσουν περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπόκειται στο ΣΑΚΑΑ την ίδια χρονική περίοδο·

η) η μεθοδολογία για τον υπολογισμό της τυπικής απόκλισης και ο υπολογισμός της τυπικής απόκλισης δημοσιοποιούνται.

3.  Όταν η εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 109α παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ καθορίζει μια τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων του κλάδου ασφάλισης ασθενείας για δραστηριότητες που υπόκεινται σε ΣΑΚΑΑ οι οποίες πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν αυτή την τυπική απόκλιση αντί της τυπικής απόκλισης για τον κίνδυνο ασφαλίστρων του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος που ορίζεται στο παράρτημα XIV του παρόντος κανονισμού για τον υπολογισμό της τυπικής απόκλισης για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος ασφάλισης ασθενείας NSLT που αναφέρεται στο άρθρο 148 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού.

Σε περίπτωση που μόνο ένα μέρος της δραστηριότητας μιας ασφαλιστικής επιχείρησης σε ένα τμήμα s υπόκειται στο ΣΑΚΑΑ, η επιχείρηση χρησιμοποιεί μια τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος κατά τον υπολογισμό της τυπικής απόκλισης για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος ασφάλισης ασθενείας NSLT που αναφέρεται στο άρθρο 148 παράγραφος 1, η οποία ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  σ(prem,s) είναι η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s που ορίζεται στο παράρτημα XIV·

β)  V(prem,s,nHRES) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s που δεν υπόκειται στο ΣΑΚΑΑ·

γ)  σ(prem,s,HRES) είναι η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s για την επιχειρηματική δραστηριότητα που υπόκειται στο ΣΑΚΑΑ, υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 2·

δ)  V(prem,s,HRES) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s που δεν υπόκειται στο ΣΑΚΑΑ·

V(prem,s,HRES) και V(prem,s,nHRES) υπολογίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s που αναφέρεται στο άρθρο 147, αλλά το V(prem,s,HRES) λαμβάνει υπόψη μόνο τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης που υπόκεινται σε ΣΑΚΑΑ και το V(prem,s,nHRES) λαμβάνει υπόψη μόνο τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης που δεν υπόκεινται σε ΣΑΚΑΑ.

4.  Όταν η εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 109α παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ καθορίζει μια τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο αποθέματος του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT για δραστηριότητες που υπόκεινται σε ΣΑΚΑΑ οι οποίες πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν αυτή την τυπική απόκλιση αντί της τυπικής απόκλισης για τον κίνδυνο αποθέματος του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος που ορίζεται στο παράρτημα XIV του παρόντος κανονισμού για τον υπολογισμό της τυπικής απόκλισης για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος ασφάλισης ασθενείας NSLT που αναφέρεται στο άρθρο 148 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού.

Σε περίπτωση που μόνο ένα μέρος της δραστηριότητας μιας ασφαλιστικής επιχείρησης σε ένα τμήμα s υπόκειται στο ΣΑΚΑΑ, η επιχείρηση χρησιμοποιεί μια τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος για τον υπολογισμό της τυπικής απόκλισης για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος ασφάλισης ασθενείας NSLT που αναφέρεται στο άρθρο 148 παράγραφος 1, η οποία ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  σ(res,s) είναι η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο αποθέματος του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s που ορίζεται στο παράρτημα XIV·

β)  V(res,s,nHRES) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο αποθέματος του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s που δεν υπόκειται στο ΣΑΚΑΑ·

γ)  σ(res,s,HRES) είναι η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο αποθέματος του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s για την επιχειρηματική δραστηριότητα που υπόκειται στο ΣΑΚΑΑ, υπολογιζόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 2·

δ)  V(res,s,HRES) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο αποθέματος του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s που υπόκειται στο ΣΑΚΑΑ·

Τα V(res,s,nHRES) και V(res,s,HRES) υπολογίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο αποθέματος του κλάδου ασφάλισης ασθενείας NSLT του τμήματος s που αναφέρεται στο άρθρο 147, αλλά το V(res,s,HRES) λαμβάνει υπόψη μόνο τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης που υπόκεινται σε ΣΑΚΑΑ και V(res,s,nHRES) λαμβάνει υπόψη μόνο τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης που δεν υπόκεινται σε ΣΑΚΑΑ.

5.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να αντικαταστήσουν τις τυπικές αποκλίσεις για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος ασφάλισης ασθενείας NSLT για τις επιχειρήσεις που υπόκεινται σε ΣΑΚΑΑ με ειδικές παραμέτρους για την εκάστοτε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Οι εποπτικές αρχές μπορούν να απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αντικαταστήσουν τις εν λόγω τυπικές αποκλίσεις με ειδικές παραμέτρους για την εκάστοτε επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 110 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 150

Υποενότητα κινδύνου ακύρωσης στον κλάδο ασθενείας NSLT

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ακύρωσης στον κλάδο ασθενείας NSLT που αναφέρεται στο άρθρο 145 παράγραφος 1 στοιχείο β) ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα ήταν αποτέλεσμα του συνδυασμού των ακόλουθων στιγμιαίων γεγονότων:

α) της διακοπής του 40 % των ασφαλιστηρίων συμβολαίων η διακοπή των οποίων ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου·

β) όταν οι αντασφαλιστικές συμβάσεις καλύπτουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις που θα συναφθούν στο μέλλον, της μείωσης κατά 40 % του αριθμού αυτών των μελλοντικών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

2.  Τα γεγονότα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλες τις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές συμβάσεις. Σε σχέση με τα συμβόλαια αντασφάλισης, το γεγονός που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) εφαρμόζεται στις υποκείμενες ασφαλιστικές συμβάσεις.

3.  Για τους σκοπούς του προσδιορισμού της απώλειας βασικών ιδίων κεφαλαίων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), για τον υπολογισμό αυτό η επιχείρηση χρησιμοποιεί ως βάση το είδος της διακοπής που έχει την πλέον αρνητική επίπτωση στα βασικά ίδια κεφάλαια της επιχείρησης για κάθε ασφαλιστήριο.

Άρθρο 151

Υποενότητα κινδύνου ανάληψης υποχρεώσεων ασφάλισης ασθενείας SLT

1.  Η ενότητα κινδύνου ανάληψης υποχρεώσεων ασφάλισης ασθενείας SLT αποτελείται από όλες τις ακόλουθες υποενότητες:

α) την υποενότητα κινδύνου θνησιμότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας·

β) την υποενότητα κινδύνου μακροβιότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας·

γ) την υποενότητα κινδύνου ανικανότητας-νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας·

δ) την υποενότητα κινδύνου εξόδων ασφάλισης ζωής σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας·

ε) την υποενότητα κινδύνου αναθεώρησης σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας·

στ) την υποενότητα κινδύνου ακυρώσεων συμβάσεων ασφάλισης ασθενείας SLT·

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ανάληψης υποχρεώσεων ασφάλισης ασθενείας SLT ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (i,j) των υποενοτήτων που ορίζονται στην παράγραφο 1·

β)  CorrSLTH(i,j) είναι η παράμετρος συσχέτισης για τις υποενότητες ασφαλιστικού κινδύνου για συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας SLT για τις υποενότητες i και j·

γ)  SCRi και SCRj είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για την υποενότητα κινδύνου i και j αντίστοιχα.

3.  Ο αναφερόμενος στην παράγραφο 2 συντελεστής συσχέτισης CorrSLTH(i,j) ισούται με το στοιχείο που ορίζεται στη σειρά i και τη στήλη j του ακόλουθου πίνακα συσχέτισης:



j

i

Θνησιμότητα σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

Μακροβιότητα σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

Ανικανότητα-νοσηρότητα σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

Ιατρικές δαπάνες σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

Αναθεώρηση συμβάσεων ασφάλισης ασθενείας

Ακύρωση συμβάσεων ασφάλισης ασθενείας SLT

Θνησιμότητα σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

1

– 0,25

0,25

0,25

0

0

Μακροβιότητα σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

– 0,25

1

0

0,25

0,25

0,25

Ανικανότητα-νοσηρότητα σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

0,25

0

1

0,5

0

0

Ιατρικές δαπάνες σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

0,25

0,25

0,5

1

0,5

0,5

Αναθεώρηση συμβάσεων ασφάλισης ασθενείας

0

0,25

0

0,5

1

0

Ακύρωση συμβάσεων ασφάλισης ασθενείας SLT

0

0,25

0

0,5

0

1

Άρθρο 152

Υποενότητα κινδύνου θνησιμότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο θνησιμότητας που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που θα προέκυπτε από στιγμιαία μόνιμη αύξηση κατά 15 % των ποσοστών θνησιμότητας που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

2.  Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας εφαρμόζεται μόνο στις συμβάσεις ασφάλισης για τις οποίες μια αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας συνεπάγεται αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου. Ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων συμβολαίων για τα οποία μια αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας οδηγεί σε αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου μπορεί να βασίζεται στα ακόλουθα:

α) οι συμβάσεις πολλαπλής ασφάλισης όσον αφορά το ίδιο ασφαλιζόμενο πρόσωπο μπορεί να αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία σύμβαση ασφάλισης·

β) όταν ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων βασίζεται σε ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 35, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις με την αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας μπορεί επίσης να βασίζεται σε αυτές τις ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης και όχι σε ατομικά συμβόλαια, υπό την προϋπόθεση ότι παράγει ένα αποτέλεσμα που δεν διαφέρει σημαντικά.

3.  Όσον αφορά τις υποχρεώσεις αντασφάλισης, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις με την αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας εφαρμόζεται μόνο στις υποκείμενες συμβάσεις ασφάλισης και γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 153

Υποενότητα κινδύνου μακροβιότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας·

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μακροβιότητας ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από στιγμιαία μόνιμη μείωση κατά 20 % των ποσοστών θνησιμότητας που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

2.  Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 μείωση των ποσοστών θνησιμότητας εφαρμόζεται μόνο στις συμβάσεις ασφάλισης για τις οποίες μια μείωση των ποσοστών θνησιμότητας συνεπάγεται αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου. Ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων συμβολαίων για τα οποία μια μείωση των ποσοστών θνησιμότητας συνεπάγεται αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου μπορεί να βασίζεται στις ακόλουθες παραδοχές:

α) οι συμβάσεις πολλαπλής ασφάλισης όσον αφορά το ίδιο ασφαλιζόμενο πρόσωπο μπορεί να αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία σύμβαση ασφάλισης·

β) όταν ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων βασίζεται σε ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 35, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις με τη μείωση των ποσοστών θνησιμότητας μπορεί επίσης να βασίζεται στις εν λόγω ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης και όχι σε ατομικά συμβόλαια, υπό την προϋπόθεση ότι παράγει ένα αποτέλεσμα που δεν διαφέρει σημαντικά.

3.  Όσον αφορά τις υποχρεώσεις αντασφάλισης, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις με τη μείωση των ποσοστών θνησιμότητας εφαρμόζεται μόνο στις υποκείμενες συμβάσεις ασφάλισης και γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 154

Υποενότητα κινδύνου ανικανότητας-νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ανικανότητας-νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας ισούται με το άθροισμα των κατωτέρω:

α) των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ιατρικών εξόδων·

β) των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης προστασίας εισοδήματος·

2.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν:

α) τα σενάρια που διέπουν τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης για τον κίνδυνο ανικανότητας-νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ιατρικών δαπανών μόνο για υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ιατρικών δαπανών, όταν η υποκείμενη δραστηριότητα ασκείται σε παρόμοια τεχνική βάση με εκείνη της ασφάλισης ζωής·

β) τα σενάρια που διέπουν τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης για τον κίνδυνο ανικανότητας-νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης προστασίας εισοδήματος μόνο για υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης προστασίας εισοδήματος, όταν η υποκείμενη δραστηριότητα ασκείται σε παρόμοια τεχνική βάση με εκείνη της ασφάλισης ζωής.

Άρθρο 155

Κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ιατρικών δαπανών

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ανικανότητας-νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ιατρικών δαπανών ισούται με τη μεγαλύτερη από τις κατωτέρω κεφαλαιακές απαιτήσεις:

α) την κεφαλαιακή απαίτηση για την αύξηση των πληρωμών ιατρικών δαπανών·

β) την κεφαλαιακή απαίτηση για τη μείωση των πληρωμών ιατρικών δαπανών·

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για την αύξηση των πληρωμών ιατρικών δαπανών ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που είναι αποτέλεσμα του ακόλουθου συνδυασμού στιγμιαίων μόνιμων μεταβολών:

α) μιας αύξησης κατά 5 % του ποσού των πληρωμών ιατρικών δαπανών που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

β) μιας αύξησης κατά 1 εκατοστιαία μονάδα του ποσοστού πληθωρισμού των πληρωμών ιατρικών δαπανών (εκφρασμένη σε ποσοστό επί τοις εκατό) που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

3.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τη μείωση των πληρωμών ιατρικών δαπανών ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που είναι αποτέλεσμα του ακόλουθου συνδυασμού στιγμιαίων μόνιμων μεταβολών:

α) μιας μείωσης κατά 5 % του ποσού των πληρωμών ιατρικών δαπανών που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

β) μιας μείωσης κατά 1 εκατοστιαία μονάδα του ποσοστού πληθωρισμού των πληρωμών ιατρικών δαπανών (εκφρασμένη σε ποσοστό επί τοις εκατό) που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

Άρθρο 156

Κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης προστασίας εισοδήματος

Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης προστασίας εισοδήματος ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που είναι αποτέλεσμα του ακόλουθου συνδυασμού στιγμιαίων μόνιμων μεταβολών:

α) μιας αύξησης κατά 35 % των ποσοστών ανικανότητας και νοσηρότητας που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων για να αντικατοπτρίσουν τα δεδομένα της ανικανότητας και νοσηρότητας κατά τους προσεχείς 12 μήνες·

β) μιας αύξησης κατά 25 % των ποσοστών ανικανότητας και νοσηρότητας που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων για να αντικατοπτρίσουν τα δεδομένα της ανικανότητας και νοσηρότητας κατά τα έτη μετά τους προσεχείς 12 μήνες·

γ) όταν τα ποσοστά ανάκτησης από ανικανότητα και νοσηρότητα που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων είναι χαμηλότερα από 50 %, μείωσης των εν λόγω ποσοστών κατά 20 %·

δ) όταν τα ποσοστά διατήρησης της ανικανότητας — νοσηρότητας που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων είναι χαμηλότερα από 50 %, αύξησης των εν λόγω ποσοστών κατά 20 %.

Άρθρο 157

Υποενότητα κινδύνου δαπανών ασφάλισης ασθενείας

Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο δαπανών ασφάλισης ασθενείας ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που είναι αποτέλεσμα του ακόλουθου συνδυασμού στιγμιαίων μόνιμων μεταβολών:

α) μιας αύξησης κατά 10 % του ποσού των δαπανών που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

β) μιας αύξησης κατά 1 εκατοστιαία μονάδα του ποσοστού πληθωρισμού των δαπανών (εκφρασμένου σε ποσοστό επί τοις εκατό) που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

Όσον αφορά τις αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν τις εν λόγω αλλαγές στις δικές τους δαπάνες και, κατά περίπτωση, στις δαπάνες των εκχωρουσών επιχειρήσεων.

Άρθρο 158

Υποενότητα κινδύνου αναθεώρησης συμβάσεων ασφάλισης ασθενείας

Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο αναθεώρησης ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας μόνιμης αύξησης κατά 4 % του ποσού των ετήσιων προσόδων μόνο σε υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης προσόδου, όταν οι παροχές που καταβάλλονται δυνάμει των υποκείμενων συμβάσεων ασφάλισης θα μπορούσαν να αυξηθούν λόγω αλλαγών στον πληθωρισμό, στο νομικό περιβάλλον ή στην κατάσταση της υγείας του ασφαλισμένου.

Άρθρο 159

Υποενότητα κινδύνου ακύρωσης ασφάλισης ασθενείας SLT

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ακύρωσης που αναφέρεται στο άρθρο 151 παράγραφος 1 στοιχείο στ) ισούται με τη μεγαλύτερη από τις ακόλουθες δύο κεφαλαιακές απαιτήσεις:

α) την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μόνιμης αύξησης των ποσοστών ακύρωσης σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας SLT·

β) την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μόνιμης μείωσης των ποσοστών ακύρωσης σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας SLT·

γ) την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μαζικής ακύρωσης συμβάσεων ασφάλισης ασθενείας SLT.

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μόνιμης αύξησης των ποσοστών ακύρωσης συμβάσεων ασφάλισης ασθενείας SLT ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας μόνιμης αύξησης κατά 50 % των ποσοστών άσκησης των δικαιωμάτων που περιγράφονται στις παραγράφους 4 και 5. Εντούτοις, η αύξηση των ποσοστών άσκησης δικαιωμάτων δεν υπερβαίνει το 100 % και η αύξηση των ποσοστών άσκησης δικαιωμάτων εφαρμόζεται μόνο για τα συναφή δικαιώματα η άσκηση των οποίων θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου.

3.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μόνιμης μείωσης των ποσοστών ακύρωσης συμβάσεων ασφάλισης ασθενείας SLT ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας μόνιμης μείωσης κατά 50 % των ποσοστών άσκησης των σχετικών δικαιωμάτων που περιγράφονται στις παραγράφους 4 και 5. Εντούτοις, η μείωση των ποσοστών άσκησης δικαιώματος δεν υπερβαίνει τις 20 εκατοστιαίες μονάδες και η μείωση των ποσοστών άσκησης δικαιώματος εφαρμόζεται μόνο για τα συναφή δικαιώματα η άσκηση των οποίων θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου.

4.  Τα σχετικά δικαιώματα για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3 είναι τα ακόλουθα:

α) όλα τα νομικά ή συμβατικά δικαιώματα του αντισυμβαλλομένου να καταγγείλει, να εξαγοράσει, να μειώσει, να περιορίσει ή να αναστείλει, πλήρως ή εν μέρει, την ασφαλιστική κάλυψη ή να επιτρέψει την ακύρωση του ασφαλιστηρίου·

β) όλα τα νομικά ή συμβατικά δικαιώματα του αντισυμβαλλομένου να συνάψει, να ανανεώσει, να αναβαθμίσει, να επεκτείνει ή να επαναφέρει σε ισχύ, πλήρως ή εν μέρει, την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική κάλυψη.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), οι μεταβολές του ποσοστού άσκησης δικαιώματος που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3, εφαρμόζεται στον συντελεστή που αντικατοπτρίζει τη μη άσκηση του σχετικού δικαιώματος.

5.  Όσον αφορά τις συμβάσεις αντασφάλισης, τα σχετικά δικαιώματα για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3 είναι τα ακόλουθα:

α) τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 δικαιώματα των κατόχων συμβάσεων αντασφάλισης·

β) τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 δικαιώματα των κατόχων συμβάσεων ασφάλισης στις οποίες βασίζονται οι συμβάσεις αντασφάλισης·

γ) όταν οι αντασφαλιστικές συμβάσεις καλύπτουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις που θα συναφθούν στο μέλλον, το δικαίωμα των δυνητικών αντισυμβαλλομένων να μη συνάψουν τις εν λόγω ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις.

6.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μαζικών ακυρώσεων συμβάσεων ασφάλισης ασθενείας SLT ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που είναι αποτέλεσμα συνδυασμού των ακόλουθων στιγμιαίων γεγονότων:

α) της διακοπής του 40 % των ασφαλιστηρίων συμβολαίων η διακοπή των οποίων ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου·

β) όταν οι αντασφαλιστικές συμβάσεις καλύπτουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις που θα συναφθούν στο μέλλον, της μείωσης κατά 40 % του αριθμού αυτών των μελλοντικών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

Τα γεγονότα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζονται ομοιόμορφα σε όλες τις σχετικές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις. Όσον αφορά τα συμβόλαια αντασφάλισης, το γεγονός που αναφέρεται στο στοιχείο α) εφαρμόζεται στις υποκείμενες ασφαλιστικές συμβάσεις.

Για τους σκοπούς του προσδιορισμού της απώλειας βασικών ιδίων κεφαλαίων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης λόγω του γεγονότος που αναφέρεται στο στοιχείο α), ο υπολογισμός της επιχείρησης βασίζεται στο είδος της διακοπής που έχει την πλέον αρνητική επίπτωση στα βασικά ίδια κεφάλαια της επιχείρησης για κάθε ασφαλιστήριο.

7.  Όταν η μεγαλύτερη από τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ) του παρόντος άρθρου και οι μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 206 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού δεν βασίζονται στο ίδιο σενάριο, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ακύρωσης που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 3 στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ είναι η κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ) του παρόντος άρθρου, για τις οποίες το βασικό σενάριο έχει ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη αντίστοιχη κεφαλαιακή απαίτηση που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 206 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 160

Υποενότητα καταστροφικού κινδύνου σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για την υποενότητα καταστροφικού κινδύνου σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  SCRma είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για την υποενότητα κινδύνου μαζικού ατυχήματος·

β)  SCRac είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για την υποενότητα κινδύνου συγκέντρωσης ατυχημάτων·

γ)  SCRp είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για την υποενότητα κινδύνου πανδημίας.

2.  Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν:

α) την υποενότητα κινδύνου μαζικού ατυχήματος στις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας, πλην των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης αποζημίωσης εργαζομένων·

β) την υποενότητα κινδύνου συγκέντρωσης ατυχημάτων στις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης αποζημίωσης εργαζομένων και στις υποχρεώσεις ομαδικής ασφάλισης και αντασφάλισης προστασίας εισοδήματος·

γ) την υποενότητα κινδύνου πανδημίας στις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας, πλην των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης αποζημίωσης εργαζομένων·

Άρθρο 161

Υποενότητα κινδύνου μαζικού ατυχήματος

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μαζικού ατυχήματος ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα καλύπτει όλες τις χώρες που ορίζονται στο παράρτημα XVI·

β)  SCR(ma,s) είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μαζικού ατυχήματος της χώρας s.

2.  Για όλες τις χώρες που ορίζονται στο παράρτημα XVI, η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο μαζικού ατυχήματος σε μια συγκεκριμένη χώρα s ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, υπολογίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  rs είναι το ποσοστό των ατόμων που πλήττονται από το μαζικό ατύχημα στη χώρα s, όπως ορίζεται στο παράρτημα XVI·

β) το ποσό περιλαμβάνει τους τύπους e των γεγονότων που παρατίθεται στο παράρτημα XVI·

γ)  xe είναι η αναλογία των ατόμων που λαμβάνουν παροχές για γεγονότα του τύπου e, ως συνέπεια του ατυχήματος, όπως ορίζεται στο παράρτημα XVI·

δ)  E(e,s) είναι η συνολική αξία των παροχών που καταβάλλονται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για γεγονότα του τύπου e στη χώρα s.

3.  Για όλους τους τύπους γεγονότων που ορίζονται στο παράρτημα XVI και για όλες τις χώρες που παρατίθενται στο παράρτημα XVI, το ασφαλιζόμενο ποσό μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για ένα συγκεκριμένο τύπο γεγονότος e σε μια συγκεκριμένη χώρα s ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα περιλαμβάνει όλους τους ασφαλισμένους i της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που είναι ασφαλισμένοι έναντι γεγονότος τύπου e και είναι κάτοικοι της χώρας s·

β)  SI(e,i) είναι η αξία των παροχών που οφείλει να καταβάλει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τον ασφαλισμένο i σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος τύπου e.

Η αξία των παροχών αντιπροσωπεύει το ασφαλισμένο ποσό ή, όταν η σύμβαση ασφάλισης προβλέπει επαναλαμβανόμενες πληρωμές παροχών, η βέλτιστη εκτίμηση των πληρωμών παροχών για γεγονότα του τύπου e. Όταν οι παροχές μιας σύμβασης ασφάλισης εξαρτώνται από τη φύση ή την έκταση μιας ζημίας που είναι αποτέλεσμα ενός γεγονότος e, ο υπολογισμός της αξίας των παροχών βασίζεται στις μέγιστες παροχές που είναι δυνατό να ληφθούν βάσει της σύμβασης, οι οποίες είναι ανάλογες με το γεγονός. Για τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ιατρικών δαπανών, η αξία των παροχών βασίζεται σε εκτίμηση του μέσου ποσού που καταβάλλεται σε περίπτωση γεγονότος e, βάσει της παραδοχής ότι ο ασφαλισμένος έχει αναπηρία κατά το διάστημα που καθορίζεται και λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές εγγυήσεις που περιλαμβάνουν οι υποχρεώσεις.

4.  Εφόσον τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν την αξία των οφειλόμενων παροχών στον ασφαλισμένο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 με βάση σε ομοιογενείς ομάδες κινδύνου, υπό την προϋπόθεση ότι η ομαδοποίηση ασφαλιστηρίων συμβολαίων είναι σύμφωνη με το άρθρο 35.

Άρθρο 162

Υποενότητα κινδύνου συγκέντρωσης ατυχημάτων

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για την υποενότητα κινδύνου συγκέντρωσης ατυχημάτων ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα περιλαμβάνει όλες τις χώρες c·

β)  SCR(ac,c) είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο συγκέντρωσης ατυχημάτων στη χώρα c.

2.  Για όλες τις χώρες, η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο συγκέντρωσης ατυχημάτων της χώρας c ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα προέκυπτε από στιγμιαία απώλεια ενός ποσού το οποίο, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  Cc είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος συγκέντρωσης ατυχημάτων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στη χώρα c·

β) το ποσό περιλαμβάνει τους τύπους γεγονότων e που παρατίθενται στο παράρτημα XVI·

γ)  xe είναι η αναλογία των ατόμων που λαμβάνουν παροχές για γεγονότα τύπου e, ως αποτέλεσμα του ατυχήματος που αναφέρεται στο παράρτημα XVI·

δ)  CE(e,c) είναι η μέση αξία των παροχών που καταβάλλονται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για γεγονός του τύπου e για τη μεγαλύτερη συγκέντρωση κινδύνων στη χώρα c.

3.  Για όλες τις χώρες, ο μεγαλύτερος κίνδυνος συγκέντρωσης ατυχημάτων για μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε μια χώρα c ισούται με τον μεγαλύτερο αριθμό ατόμων για τα οποία πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποχρέωση ασφάλισης ή αντασφάλισης αποζημίωσης εργαζομένων ή υποχρέωση ασφάλισης ή αντασφάλισης προστασίας εσόδων μίας ομάδας σε σχέση με καθένα από αυτά τα πρόσωπα·

β) Οι υποχρεώσεις σε σχέση με καθένα από τα πρόσωπα καλύπτουν τουλάχιστον ένα από τα γεγονότα που παρατίθεται στο παράρτημα XVI·

γ) τα πρόσωπα εργάζονται στο ίδιο κτίριο που βρίσκεται στη χώρα c.

4.  Για όλους τους τύπους ζημιογόνων γεγονότων και όλες τις χώρες, το μέσο ασφαλισμένο ποσό μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για γεγονότα τύπου e για τη μεγαλύτερη συγκέντρωση κινδύνων στη χώρα c ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  Ne είναι ο αριθμός των ασφαλισμένων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που είναι ασφαλισμένοι έναντι γεγονότος τύπου e και ανήκουν στο μεγαλύτερο κίνδυνο συγκέντρωσης ατυχημάτων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στη χώρα c·

β) το ποσό αυτό περιλαμβάνει όλα τα ασφαλισμένα πρόσωπα που αναφέρονται στο σημείο α)·

γ)  SI(e,i) είναι η αξία των παροχών που οφείλονται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τον ασφαλισμένο i σε περίπτωση γεγονότος τύπου e.

Η αξία των παροχών που αναφέρεται στο σημείο γ) είναι το ασφαλισμένο ποσό ή, όταν η σύμβαση ασφάλισης προβλέπει επαναλαμβανόμενες πληρωμές παροχών, η βέλτιστη εκτίμηση των πληρωμών παροχών για γεγονότα του τύπου e. Όταν οι παροχές μιας σύμβασης ασφάλισης εξαρτώνται από τη φύση ή την έκταση μιας ζημίας που είναι αποτέλεσμα ενός γεγονότος e, ο υπολογισμός της αξίας των παροχών βασίζεται στις μέγιστες παροχές που είναι δυνατό να ληφθούν βάσει της σύμβασης, οι οποίες είναι ανάλογες με το γεγονός. Για τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ιατρικών δαπανών, η αξία των παροχών βασίζεται σε εκτίμηση του μέσου ποσού που καταβάλλεται σε περίπτωση γεγονότος e, βάσει της παραδοχής ότι ο ασφαλισμένος έχει αναπηρία κατά το διάστημα που καθορίζεται και λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές εγγυήσεις που περιλαμβάνουν οι υποχρεώσεις.

5.  Όταν πληρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν την αξία των παροχών που οφείλονται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τον ασφαλισμένο που αναφέρεται στην παράγραφο 4 με βάση ομοιογενείς ομάδες κινδύνου, υπό την προϋπόθεση ότι η ομαδοποίηση ασφαλιστηρίων τηρεί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 35.

Άρθρο 163

Υποενότητα κινδύνου πανδημίας

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για την υποενότητα κινδύνου πανδημίας ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που θα ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας απώλειας ενός ποσού το οποίο, χωρίς να αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, υπολογίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  E είναι η έκθεση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε κίνδυνο πανδημίας για συμβάσεις ασφάλισης προστασίας εισοδήματος·

β) το άθροισμα περιλαμβάνει όλες τις χώρες c·

γ)  Nc είναι ο αριθμός των ασφαλισμένων προσώπων από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) οι ασφαλισμένοι είναι κάτοικοι της χώρας c,

ii) οι ασφαλισμένοι καλύπτονται από υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης ιατρικών δαπανών, εκτός από τις υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης της αποζημίωσης εργαζομένων, οι οποίες καλύπτουν ιατρικά έξοδα που προκύπτουν από λοιμώδη νόσο·

δ)  Mc είναι το αναμενόμενο μέσο ποσό που πρέπει να καταβάλλουν ανά ασφαλισμένο οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της χώρας c σε περίπτωση πανδημίας.

2.  Η έκθεση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε κίνδυνο πανδημίας για συμβάσεις ασφάλισης προστασίας εισοδήματος ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα περιλαμβάνει όλους τους ασφαλισμένους i που καλύπτονται από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις προστασίας του εισοδήματος εκτός από τις υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης της αποζημίωσης εργαζομένων·

β)  Ei είναι η αξία των παροχών που οφείλει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, για τον ασφαλισμένο i σε περίπτωση μόνιμης ανικανότητας για εργασία η οποία προκαλείται από λοιμώδη νόσο. Η αξία των παροχών είναι το ασφαλισμένο ποσό ή, όταν η σύμβαση προβλέπει τη χορήγηση επαναλαμβανόμενων πληρωμών παροχών, η βέλτιστη εκτίμηση των παροχών, βάσει της παραδοχής ότι ο ασφαλισμένος έχει μόνιμη ανικανότητα και δεν θα ιαθεί.

3.  Για όλες τις χώρες, το αναμενόμενο μέσο πληρωτέο ποσό από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ανά ασφαλισμένο από μια συγκεκριμένη χώρα c σε περίπτωση πανδημίας, ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα περιλαμβάνει τα είδη χρησιμοποίησης υγειονομικής περίθαλψης h που παρατίθεται στο παράρτημα XVI·

β)  Hh είναι η αναλογία των ασφαλισμένων με κλινικά συμπτώματα που κάνουν χρήση υγειονομικής περίθαλψης h όπως ορίζεται στο παράρτημα XVI·

γ)  CH(h,c) είναι η βέλτιστη εκτίμηση των ποσών που καταβάλλονται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για έναν ασφαλισμένο στη χώρα c σε σχέση με υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης ιατρικών δαπανών, εκτός από τις υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης της αποζημίωσης εργαζομένων, για τη χρησιμοποίηση υγειονομικής περίθαλψης h σε περίπτωση πανδημίας.



ΤΜΗΜΑ 5

Ενότητα κινδύνου αγοράς



Υποτίμημα 1

Συντελεστές συσχέτισης

Άρθρο 164

1.  Η ενότητα κινδύνου αγοράς αποτελείται από όλες τις ακόλουθες υποενότητες:

α) την υποενότητα κινδύνου επιτοκίου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β) την υποενότητα κινδύνου μετοχών που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

γ) την υποενότητα κινδύνου τιμών ακινήτων που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

δ) την υποενότητα κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

ε) την υποενότητα συναλλαγματικού κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο ε) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

στ) την υποενότητα συγκεντρώσεων κινδύνου αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α) το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς i,j των υποενοτήτων της ενότητας κινδύνου αγοράς·

β) Corr(i,j) είναι η παράμετρος συσχέτισης για κίνδυνο αγοράς για τις υποενότητες i και j·

γ) SCRi και SCRj είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις υποενότητες i και j αντίστοιχα.

3.  Η παράμετρος συσχέτισης Corr(i,j) που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ισούται με το στοιχείο που αναφέρεται στη γραμμή i και στη στήλη j του ακόλουθου πίνακα συσχέτισης:



j

i

Επιτόκιο

Μετοχές

Ακίνητα

Πιστωτικό περιθώριο

Συγκέντρωση

Συνάλλαγμα

Επιτόκιο

1

Α

Α

Α

0

0,25

Μετοχές

Α

1

0,75

0,75

0

0,25

Ακίνητα

Α

0,75

1

0,5

0

0,25

Πιστωτικό περιθώριο

Α

0,75

0,5

1

0

0,25

Συγκέντρωση

0

0

0

0

1

0

Συνάλλαγμα

0,25

0,25

0,25

0,25

0

1

Η παράμετρος Α ισούται με 0, όπου η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο επιτοκίου που ορίζεται στο άρθρο 165 είναι η κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στο στοιχείο α) του εν λόγω άρθρου. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η παράμετρος Α ισούται με 0,5.

▼M1



Υποτμήμα 1α

Επιλέξιμες επενδύσεις σε υποδομές

Άρθρο 164α

Επιλέξιμες επενδύσεις σε υποδομές

▼M4

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι επιλέξιμες επενδύσεις σε υποδομές περιλαμβάνουν επενδύσεις σε οντότητες υποδομής που πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:

α) οι ταμειακές ροές που δημιουργούνται από τα στοιχεία ενεργητικού υποδομής καθιστούν δυνατή την εκπλήρωση όλων των οικονομικών υποχρεώσεων που πρέπει να πληρούνται υπό διαρκή πίεση σε σχέση με τον κίνδυνο του έργου·

β) οι ταμειακές ροές που δημιουργεί η οντότητα υποδομής για τους παρόχους χρέους και τους επενδυτές μετοχικών τίτλων είναι προβλέψιμες·

γ) τα στοιχεία ενεργητικού υποδομής και η οντότητα υποδομής διέπονται από ένα ρυθμιστικό ή συμβατικό πλαίσιο που προσφέρει στους παρόχους χρέους και τους επενδυτές μετοχικών τίτλων υψηλό βαθμό προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων:

α) το συμβατικό πλαίσιο περιλαμβάνει διατάξεις που προστατεύουν αποτελεσματικά τους παρόχους χρέους και τους επενδυτές ιδίων κεφαλαίων από ζημίες που προκαλούνται από τη λήξη του έργου από το συμβαλλόμενο μέρος που συμφωνεί να αγοράσει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που παρέχονται από το έργο υποδομής, εκτός εάν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) τα έσοδα της οντότητας υποδομής χρηματοδοτούνται με πληρωμές από μεγάλο αριθμό χρηστών· ή

ii) τα έσοδα υπόκεινται σε ρύθμιση του συντελεστή απόδοσης·

β) η οντότητα υποδομής έχει επαρκή αποθεματικά κεφάλαια ή άλλους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς για την κάλυψη των απαιτήσεων έκτακτης χρηματοδότησης και κεφαλαίου κίνησης του έργου.

Όταν οι επενδύσεις είναι σε ομόλογα ή δάνεια, αυτό το συμβατικό πλαίσιο περιλαμβάνει επίσης τα ακόλουθα:

i) οι πάροχοι χρέους έχουν ασφάλεια ή το όφελος της ασφάλειας, στον βαθμό που επιτρέπεται από το εφαρμοστέο δίκαιο, σε όλα τα στοιχεία ενεργητικού και τις συμβάσεις που είναι κρίσιμης σημασίας για τη λειτουργία του έργου·

ii) η χρήση των καθαρών λειτουργικών ταμειακών ροών μετά τις υποχρεωτικές πληρωμές από το έργο για σκοπούς άλλους από την εξυπηρέτηση δανειακών υποχρεώσεων είναι περιορισμένη·

iii) περιορισμούς στις δραστηριότητες που μπορεί να είναι επιβλαβείς για τους παρόχους χρέους, οι οποίοι περιλαμβάνουν ότι δεν μπορεί να εκδοθεί νέο χρέος χωρίς τη συγκατάθεση των υφιστάμενων παρόχων χρέους υπό τη μορφή που συμφωνήθηκε μαζί τους, εκτός εάν αυτή η έκδοση νέου χρέους επιτρέπεται βάσει της τεκμηρίωσης για το υφιστάμενο χρέος.

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο σημείο i), για τις επενδύσεις σε ομόλογα ή δάνεια, όταν οι επιχειρήσεις μπορούν να αποδείξουν ότι η ασφάλεια σε όλα τα στοιχεία ενεργητικού και τις συμβάσεις δεν είναι ουσιώδους σημασίας για τους παρόχους χρέους, προκειμένου να προστατευθούν αποτελεσματικά ή να ανακτήσουν το μεγαλύτερο μέρος της επένδυσής τους, μπορούν να χρησιμοποιούνται άλλοι μηχανισμοί ασφαλείας. Στην περίπτωση αυτή, οι άλλοι μηχανισμοί ασφαλείας περιλαμβάνουν τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα:

i) ενέχυρο μετοχών·

ii) δικαιώματα παρέμβασης·

iii) δικαίωμα παρακράτησης τραπεζικών λογαριασμών·

iv) έλεγχο επί των ταμειακών ροών·

v) διατάξεις για εκχώρηση συμβάσεων·

δ) όταν οι επενδύσεις είναι σε ομόλογα ή δάνεια, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αποδείξει στην εποπτική αρχή ότι είναι σε θέση να διατηρήσει την επένδυση μέχρι τη λήξη·

ε) όταν οι επενδύσεις είναι σε ομόλογα ή δάνεια για τα οποία δεν είναι διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, το επενδυτικό μέσο και άλλα μέσα με την ίδια εξοφλητική προτεραιότητα έχουν προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων απαιτήσεων, εκτός από νόμιμες απαιτήσεις και απαιτήσεις από παρόχους ταμειακής διευκόλυνσης, θεματοφύλακες και αντισυμβαλλόμενους στην περίπτωση παραγώγων·

στ) όταν οι επενδύσεις είναι σε μετοχές, ομόλογα ή δάνεια για τα οποία δεν είναι διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια:

i) τα στοιχεία ενεργητικού υποδομής και η οντότητα υποδομής βρίσκονται εντός του ΕΟΧ ή του ΟΟΣΑ·

ii) όταν το έργο υποδομής βρίσκεται στο στάδιο κατασκευής, τα ακόλουθα κριτήρια πληρούνται από τον επενδυτή μετοχικού κεφαλαίου, ή όταν υπάρχει πάνω από ένας επενδυτής μετοχικού κεφαλαίου, τα ακόλουθα κριτήρια πληρούνται από μια ομάδα επενδυτών μετοχικού κεφαλαίου στο σύνολό της:

 οι επενδυτές μετοχικού κεφαλαίου έχουν ιστορικό επιτυχούς εποπτείας έργων υποδομής και τη σχετική εμπειρογνωμοσύνη·

 οι επενδυτές μετοχικού κεφαλαίου έχουν χαμηλό κίνδυνο αθέτησης ή υπάρχει χαμηλός κίνδυνος η οντότητα υποδομής να υποστεί σημαντικές ζημίες, ως αποτέλεσμα της αθέτησής του·

 παρέχονται κίνητρα στους επενδυτές μετοχικού κεφαλαίου να προστατεύουν τα συμφέροντα των επενδυτών·

iii) όταν υπάρχουν κατασκευαστικοί κίνδυνοι, μηχανισμοί για τη διασφάλιση της ολοκλήρωσης του έργου, σύμφωνα με τις προδιαγραφές, τον προϋπολογισμό ή την ημερομηνία ολοκλήρωσης που έχουν συμφωνηθεί·

iv) όταν οι λειτουργικοί κίνδυνοι είναι σημαντικοί, η διαχείρισή τους γίνεται σωστά·

v) η οντότητα υποδομής χρησιμοποιεί δοκιμασμένη τεχνολογία και σχεδιασμό·

vi) η κεφαλαιακή διάρθρωση της οντότητας υποδομής επιτρέπει την εξυπηρέτηση του χρέους·

vii) ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης για την οντότητα υποδομής είναι χαμηλός·

viii) η οντότητα υποδομής χρησιμοποιεί παράγωγα μόνο για σκοπούς μετριασμού του κινδύνου.

▼M1

2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), οι ταμειακές ροές που δημιουργούνται για τους παρόχους χρέους και τους επενδυτές μετοχικού κεφαλαίου δεν θεωρούνται αναμενόμενες, εκτός εάν όλα τα έσοδα, εκτός από ένα ασήμαντο μέρος αυτών, πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) πληρούται ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

i) τα έσοδα βασίζονται στη διαθεσιμότητα·

ii) τα έσοδα υπόκεινται σε ρύθμιση του συντελεστή απόδοσης·

iii) τα έσοδα υπόκεινται σε σύμβαση υποχρεωτικής αγοράς ανεξαρτήτως παραλαβής·

iv) το επίπεδο της παραγωγής ή χρήσης και η τιμή πληρούν ανεξάρτητα ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

 είναι ρυθμιζόμενο,

 είναι καθορισμένο συμβατικά,

 είναι επαρκώς προβλέψιμο, ως αποτέλεσμα του κινδύνου χαμηλής ζήτησης·

β) όταν τα έσοδα της οντότητας υλοποίησης έργου υποδομής δεν χρηματοδοτούνται με πληρωμές από μεγάλο αριθμό χρηστών, το συμβαλλόμενο μέρος που συμφωνεί να αγοράσει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που παρέχονται από την οντότητα υλοποίησης έργου υποδομής είναι ένα από τα ακόλουθα:

i) μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 180 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού·

ii) μια περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή που περιλαμβάνονται στον κανονισμό που εγκρίθηκε σύμφωνα με το άρθρο 109α παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

iii) μια οντότητα με αξιολόγηση ΕΟΠΑ με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας τουλάχιστον 3·

iv) μια οντότητα που μπορεί να αντικατασταθεί χωρίς σημαντική μεταβολή στο επίπεδο και το χρονοδιάγραμμα των εσόδων.

▼M4

Άρθρο 164β

Επιλέξιμες επενδύσεις σε εταιρείες υποδομών

Για τον σκοπό του παρόντος κανονισμού, οι επιλέξιμες επενδύσεις σε εταιρείες υποδομών περιλαμβάνουν επενδύσεις σε οντότητες υποδομής που πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:

1) Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της οντότητας υποδομής προέρχεται από την κατοχή, τη χρηματοδότηση, την ανάπτυξη ή τη λειτουργία στοιχείων ενεργητικού υποδομής που βρίσκονται εντός του ΕΟΧ ή του ΟΟΣΑ.

2) Τα έσοδα που παράγονται από τα στοιχεία ενεργητικού υποδομής πληρούν ένα από τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 164α παράγραφος 2 στοιχείο α).

3) Όταν τα έσοδα της οντότητας υποδομής δεν χρηματοδοτούνται με πληρωμές από μεγάλο αριθμό χρηστών, το συμβαλλόμενο μέρος που συμφωνεί να αγοράσει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που παρέχονται από την οντότητα υποδομής είναι ένα από τις οντότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 164α παράγραφος 2 στοιχείο β).

4) Τα έσοδα είναι διαφοροποιημένα από άποψη δραστηριοτήτων, τοποθεσίας ή πληρωτών, εκτός εάν τα έσοδα υπόκεινται σε ρύθμιση του συντελεστή απόδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 164α παράγραφος 1 στοιχείο γ) στοιχείο α) σημείο ii), ή σύμβαση υποχρεωτικής αγοράς, ανεξαρτήτως παραλαβής, ή τα έσοδα βασίζονται στη διαθεσιμότητα.

5) Όταν οι επενδύσεις είναι σε ομόλογα ή δάνεια, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αποδείξει στην εποπτική αρχή ότι είναι σε θέση να διατηρήσει την επένδυση μέχρι τη λήξη.

6) Όταν δεν είναι διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ για την οντότητα υποδομής:

α) η κεφαλαιακή διάρθρωση της οντότητας υποδομής της επιτρέπει να εξυπηρετήσει το σύνολο του χρέους της σύμφωνα με συντηρητικές παραδοχές που βασίζονται στην ανάλυση των σχετικών οικονομικών δεικτών·

β) η οντότητα υποδομής δραστηριοποιείται για τουλάχιστον τρία έτη ή, στην περίπτωση επιχείρησης που εξαγοράστηκε, λειτουργεί για τουλάχιστον τρία έτη.

7) Όταν είναι διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ για την οντότητα υποδομής, η εν λόγω πιστοληπτική αξιολόγηση έχει βαθμίδα πιστοληπτικής ποιότητας μεταξύ 0 και 3.

▼B



Υποτίμημα 2

Υποενότητα κινδύνου επιτοκίου

Άρθρο 165

Γενικές διατάξεις

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο επιτοκίου που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ισούται με το μεγαλύτερο από τα ακόλουθα στοιχεία:

α) το άθροισμα, για όλα τα νομίσματα, των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο αύξησης στην καμπύλη επιτοκίων, όπως ορίζεται στο άρθρο 166 του παρόντος κανονισμού·

β) το άθροισμα, για όλα τα νομίσματα, των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο μείωσης στην καμπύλη επιτοκίων, όπως ορίζεται στο άρθρο 167 του παρόντος κανονισμού·

2.  Όταν η μεγαλύτερη από τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) και η μεγαλύτερη από τις αντίστοιχες κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 206 παράγραφος 2 δεν βασίζονται στο ίδιο σενάριο, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο επιτοκίου είναι η κεφαλαιακή απαίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), όταν το σενάριο στο οποίο αυτή βασίζεται παράγει τη μεγαλύτερη αντίστοιχη κεφαλαιακή απαίτηση που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 206 παράγραφος 2.

Άρθρο 166

Αύξηση στην καμπύλη των επιτοκίων

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο αύξησης στην καμπύλη επιτοκίων για ένα δεδομένο νόμισμα ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από μια στιγμιαία αύξηση των βασικών επιτοκίων άνευ κινδύνου για το ίδιο νόμισμα για διαφορετικές ληκτότητες, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:



Ληκτότητα

(σε έτη)

Αύξηση

1

70 %

2

70 %

3

64 %

4

59 %

5

55 %

6

52 %

7

49 %

8

47 %

9

44 %

10

42 %

11

39 %

12

37 %

13

35 %

14

34 %

15

33 %

16

31 %

17

30 %

18

29 %

19

27 %

20

26 %

90

20 %

Για ληκτότητες που δεν προσδιορίζονται στον ανωτέρω πίνακα, η αξία της αύξησης υπολογίζεται με γραμμική παρεμβολή. Για ληκτότητες μικρότερες του 1 έτους, η αύξηση είναι 70 %. Για ληκτότητες μεγαλύτερες των 90 ετών, η αύξηση είναι 20 %.

2.  Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση των βασικών επιτοκίων άνευ κινδύνου για κάθε ληκτότητα είναι τουλάχιστον μία εκατοστιαία μονάδα.

3.  Η επίπτωση της αύξησης της καμπύλης των βασικών επιτοκίων άνευ κινδύνου στην αξία των συμμετοχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα λαμβάνεται υπόψη μόνο στην αξία των συμμετοχών που δεν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 68 του παρόντος κανονισμού. Το μέρος που αφαιρείται από τα ίδια κεφάλαια λαμβάνεται υπόψη μόνο στο μέτρο που η εν λόγω επίπτωση αυξάνει τα βασικά ίδια κεφάλαια.

Άρθρο 167

Μείωση στην καμπύλη των επιτοκίων

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μείωσης στην καμπύλη επιτοκίων για ένα δεδομένο νόμισμα ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από στιγμιαία αύξηση των βασικών επιτοκίων άνευ κινδύνου για το ίδιο νόμισμα για διαφορετικές ληκτότητες, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:



Ληκτότητα

(σε έτη)

Μείωση

1

75 %

2

65 %

3

56 %

4

50 %

5

46 %

6

42 %

7

39 %

8

36 %

9

33 %

10

31 %

11

30 %

12

29 %

13

28 %

14

28 %

15

27 %

16

28 %

17

28 %

18

28 %

19

29 %

20

29 %

90

20 %

Για ληκτότητες που δεν προσδιορίζονται στον ανωτέρω πίνακα, η αξία της μείωσης υπολογίζεται με γραμμική παρεμβολή. Για ληκτότητες μικρότερες του 1 έτους, η μείωση είναι 75 %. Για ληκτότητες μεγαλύτερες των 90 ετών, η μείωση είναι 20 %.

2.  Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, για τα αρνητικά βασικά επιτόκια άνευ κινδύνου, η μείωση είναι μηδενική.

3.  Η επίπτωση της μείωσης της καμπύλης των βασικών επιτοκίων άνευ κινδύνου στην αξία των συμμετοχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα λαμβάνεται υπόψη μόνο στην αξία των συμμετοχών που δεν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 68 του παρόντος κανονισμού. Το μέρος που αφαιρείται από τα ίδια κεφάλαια λαμβάνεται υπόψη μόνο στο μέτρο που η εν λόγω επίπτωση αυξάνει τα βασικά ίδια κεφάλαια.



Υποτίμημα 3

υποενότητα κινδύνου μετοχών

Άρθρο 168

Γενικές διατάξεις

▼M4

1.  Η υποενότητα «κίνδυνος μετοχών» που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ περιλαμβάνει μια υποενότητα κινδύνου για μετοχές τύπου 1, μια υποενότητα κινδύνου για μετοχές τύπου 2, μια υποενότητα κινδύνου για επιλέξιμες μετοχές υποδομών και μια υποενότητα κινδύνου για επιλέξιμες μετοχές εταιρειών υποδομών.

▼M1

2.  Οι μετοχές τύπου 1 περιλαμβάνουν μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενες αγορές σε χώρες που είναι μέλη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) ή του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), ή τίθενται υπό διαπραγμάτευση σε πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο 22 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, της οποίας η έδρα ή τα κεντρικά γραφεία βρίσκονται σε κράτη μέλη της ΕΕ.

3.  Οι μετοχές τύπου 2 περιλαμβάνουν μετοχές, εκτός εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, εμπορεύματα και άλλες εναλλακτικές επενδύσεις. Περιλαμβάνουν επίσης όλα τα στοιχεία ενεργητικού, εκτός από εκείνα που καλύπτονται στην υποενότητα κινδύνου επιτοκίου, την υποενότητα κινδύνου τιμών ακινήτων ή στην υποενότητα κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων ενεργητικού και των έμμεσων ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 84 παράγραφοι 1 και 2, όταν η μέθοδος εξέτασης δεν είναι εφικτή και η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν κάνει χρήση των διατάξεων του άρθρου 84 παράγραφος 3.

▼M1

3α.  Οι επιλέξιμες μετοχές υποδομών περιλαμβάνουν επενδύσεις σε μετοχές σε οντότητες έργων υποδομής που πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 164α.

▼M4

3β.  Οι επιλέξιμες μετοχές εταιρειών υποδομών περιλαμβάνουν επενδύσεις σε μετοχές σε οντότητες υποδομής που πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 164β.

▼M4

4.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για κίνδυνο μετοχών ορίζεται ως εξής:

▼C1

image

▼M4

όπου:

α)  SCRequ1 είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για μετοχές του τύπου 1·

β)  SCRequ2 είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για μετοχές του τύπου 2·

γ)  SCRquinf είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για επιλέξιμες μετοχές υποδομών·

δ)  SCRquinf είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για επιλέξιμες μετοχές εταιρειών υποδομών·

▼B

5.  Ο αντίκτυπος των στιγμιαίων μειώσεων που ορίζεται στα άρθρα 169 και 170 στην αξία των συμμετοχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα λαμβάνεται υπόψη μόνο στην αξία των συμμετοχών που δεν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 68 του παρόντος κανονισμού.

6.  Οι ακόλουθες μετοχές θεωρούνται σε κάθε περίπτωση μετοχές του τύπου 1:

▼M4

α) μετοχές, πλην των επιλέξιμων μετοχών υποδομών ή των επιλέξιμων μετοχών εταιρειών υποδομών, που διατηρούνται σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας που πληρούν τις προϋποθέσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 8 ), όταν η μέθοδος εξέτασης που ορίζεται στο άρθρο 84 του παρόντος κανονισμού είναι εφικτή για όλα τα ανοίγματα εντός του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, ή σε μερίδια ή μετοχές των εν λόγω οργανισμών, όταν η μέθοδος εξέτασης δεν είναι εφικτή για όλα τα ανοίγματα εντός του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων·

β) μετοχές, πλην των επιλέξιμων μετοχών υποδομών ή των επιλέξιμων μετοχών εταιρειών υποδομών, που διατηρούνται σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που είναι εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου που πληρούν τις προϋποθέσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 9 ), όταν η μέθοδος εξέτασης που ορίζεται στο άρθρο 84 του παρόντος κανονισμού είναι εφικτή για όλα τα ανοίγματα εντός του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, ή σε μερίδια ή μετοχές των εν λόγω οργανισμών, όταν η μέθοδος εξέτασης δεν είναι εφικτή για όλα τα ανοίγματα εντός του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων·

▼B

γ) όσον αφορά τους οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων κλειστού τύπου και χωρίς μόχλευση που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση ή, εάν δεν είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, διατίθενται στο εμπόριο στην Ένωση σύμφωνα με τα άρθρα 35 ή 40 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ:

▼M4

i) μετοχές, πλην των επιλέξιμων μετοχών υποδομών ή των επιλέξιμων μετοχών εταιρειών υποδομών, που διατηρούνται εντός αυτών των κεφαλαίων, όταν η μέθοδος εξέτασης που ορίζεται στο άρθρο 84 του παρόντος κανονισμού είναι εφικτή για όλα τα ανοίγματα εντός του οργανισμού εναλλακτικών επενδύσεων·

▼B

ii) μερίδια ή μετοχές των εν λόγω οργανισμών, όταν η μέθοδος της εξέτασης δεν είναι δυνατή για όλα τα ανοίγματα εντός του οργανισμού εναλλακτικών επενδύσεων·

▼M4

δ) μετοχές, πλην των επιλέξιμων μετοχών υποδομών ή των επιλέξιμων μετοχών εταιρειών υποδομών, που διατηρούνται σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/760, όταν η μέθοδος εξέτασης που ορίζεται στο άρθρο 84 του παρόντος κανονισμού είναι εφικτή για όλα τα ανοίγματα εντός του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, ή σε μερίδια ή μετοχές των εν λόγω οργανισμών, όταν η μέθοδος εξέτασης δεν είναι εφικτή για όλα τα ανοίγματα εντός του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων.

▼B

Άρθρο 169

Υπο-ενότητα τυπικού κινδύνου μετοχών

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για μετοχές του τύπου 1 που αναφέρεται στο άρθρο 168 του παρόντος κανονισμού ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από τις κατωτέρω στιγμιαίες μειώσεις:

α) μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των μετοχών του τύπου 1 σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν οι επενδύσεις αυτές έχουν στρατηγικό χαρακτήρα·

β) μια στιγμιαία μείωση ίση με το άθροισμα του 39 % και της συμμετρικής προσαρμογής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 172 του παρόντος κανονισμού, της αξίας των μετοχών του τύπου 1, εκτός από αυτές που αναφέρονται στο στοιχείο α).

2.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για μετοχές του τύπου 2 που αναφέρεται στο άρθρο 168 του παρόντος κανονισμού ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από τις κατωτέρω στιγμιαίες μειώσεις:

α) στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των μετοχών του τύπου 2 σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν οι επενδύσεις αυτές έχουν στρατηγικό χαρακτήρα·

β) στιγμιαία μείωση ίση με το άθροισμα του 49 % και της συμμετρικής προσαρμογής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 172 του παρόντος κανονισμού, της αξίας των μετοχών του τύπου 2 εκτός από αυτές που αναφέρονται στο στοιχείο α).

▼M1

3.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για ειδικές μετοχές υποδομών που αναφέρεται στο άρθρο 168 του παρόντος κανονισμού ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από τις κατωτέρω στιγμιαίες μειώσεις:

α) μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των ειδικών μετοχών υποδομών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και του άρθρου 212 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν οι επενδύσεις αυτές έχουν στρατηγικό χαρακτήρα·

β) μια στιγμιαία μείωση ίση με το άθροισμα του 30 % και του 77 % της συμμετρικής προσαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 172 του παρόντος κανονισμού στην αξία των επιλέξιμων μετοχών υποδομών, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο στοιχείο α).

▼M4

4.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για επιλέξιμες μετοχές εταιρειών υποδομών που αναφέρεται στο άρθρο 168 του παρόντος κανονισμού ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από τις κατωτέρω στιγμιαίες μειώσεις:

α) μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των επιλέξιμων μετοχών εταιρειών υποδομών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και του άρθρου 212 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν οι επενδύσεις αυτές έχουν στρατηγικό χαρακτήρα·

β) μια στιγμιαία μείωση ίση με το άθροισμα του 36 % και του 92 % της συμμετρικής προσαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 172 του παρόντος κανονισμού στην αξία των επιλέξιμων μετοχών εταιρειών υποδομών, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο στοιχείο α).

▼B

Άρθρο 170

Υπο-ενότητα κινδύνου μετοχών βασιζόμενη στη διάρκεια

1.  Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει λάβει έγκριση από τις εποπτικές αρχές να εφαρμόζει τις διατάξεις που ορίζονται στο άρθρο 304 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η κεφαλαιακή απαίτηση για μετοχές του τύπου 1 ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από τις ακόλουθες στιγμιαίες μειώσεις:

▼M1

α) μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των μετοχών του τύπου 1 που αντιστοιχούν στη δραστηριότητα που αναφέρεται στο άρθρο 304 παράγραφος 1 σημείο i) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

▼B

β) μια στιγμιαία μείωση ίση με το 22 % της αξίας των μετοχών του τύπου 1 σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν οι επενδύσεις αυτές έχουν στρατηγικό χαρακτήρα·

γ) μια στιγμιαία μείωση ίση με το άθροισμα του 39 % και της συμμετρικής προσαρμογής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 172 του παρόντος κανονισμού, της αξίας των μετοχών του τύπου 1, εκτός από αυτές που αναφέρονται στα στοιχεία α) ή β).

2.  Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει λάβει έγκριση από τις εποπτικές αρχές να εφαρμόζει τις διατάξεις που ορίζονται στο άρθρο 304 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η κεφαλαιακή απαίτηση για μετοχές του τύπου 2 ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από μία στιγμιαία μείωση:

▼M1

α) ίση με το 22 % της αξίας των μετοχών του τύπου 2 που αντιστοιχούν στη δραστηριότητα που αναφέρεται στο άρθρο 304 παράγραφος 1 σημείο i) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

▼B

β) ίση με το 22 % της αξίας των επενδύσεων σε μετοχές του τύπου 2 σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν οι επενδύσεις αυτές έχουν στρατηγικό χαρακτήρα·

γ) μια στιγμιαία μείωση ίση με το άθροισμα του 49 % και της συμμετρικής προσαρμογής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 172 του παρόντος κανονισμού, της αξίας των μετοχών του τύπου 2, εκτός από αυτές που αναφέρονται στα στοιχεία α) ή β).

▼M1

3.  Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει λάβει έγκριση από τις εποπτικές αρχές να εφαρμόζει τις διατάξεις που ορίζονται στο άρθρο 304 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η κεφαλαιακή απαίτηση για ειδικές μετοχές υποδομών ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από μια στιγμιαία μείωση:

α) ίση με το 22 % της αξίας των ειδικών μετοχών υποδομών που αντιστοιχούν στη δραστηριότητα που αναφέρεται στο άρθρο 304 παράγραφος 1 σημείο i) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β) ίση με το 22 % της αξίας των ειδικών μετοχών υποδομών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν οι επενδύσεις αυτές έχουν στρατηγικό χαρακτήρα·

γ) ίση με το άθροισμα του 30 % και του 77 % της συμμετρικής προσαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 172 του παρόντος κανονισμού της αξίας των επιλέξιμων μετοχών υποδομών, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο στοιχείο α) ή β).

▼M4

4.  Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει λάβει έγκριση από τις εποπτικές αρχές να εφαρμόζει τις διατάξεις που ορίζονται στο άρθρο 304 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η κεφαλαιακή απαίτηση για επιλέξιμες μετοχές εταιρειών υποδομών ισούται με την απώλεια των βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από μια στιγμιαία μείωση:

α) ίση με το 22 % της αξίας των επιλέξιμων μετοχών εταιρειών υποδομών που αντιστοιχούν στη δραστηριότητα που αναφέρεται στο άρθρο 304 παράγραφος 1 στοιχείο β) σημείο i) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β) ίση με το 22 % της αξίας των επιλέξιμων μετοχών εταιρειών υποδομών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν οι επενδύσεις αυτές έχουν στρατηγικό χαρακτήρα·

γ) ίση με το άθροισμα του 36 % και του 92 % της συμμετρικής προσαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 172 του παρόντος κανονισμού της αξίας των επιλέξιμων μετοχών εταιρειών υποδομών, εκτός εκείνων που αναφέρονται στο στοιχείο α) ή β).

▼B

Άρθρο 171

Στρατηγικές επενδύσεις σε ίδια κεφάλαια

▼M4

Για τους σκοπούς του άρθρου 169 παράγραφος 1 στοιχείο α), παράγραφος 2 στοιχείο α), παράγραφος 3 στοιχείο α) και παράγραφος 4 στοιχείο α) και του άρθρου 170 παράγραφος 1 στοιχείο β), παράγραφος 2 στοιχείο β), παράγραφος 3 στοιχείο β) και παράγραφος 4 στοιχείο β), ως επενδύσεις σε μετοχές στρατηγικού χαρακτήρα νοούνται οι επενδύσεις σε μετοχές για τις οποίες η συμμετέχουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποδεικνύει τα εξής:

▼B

α) ότι η αξία της επένδυσης σε ίδια κεφάλαια είναι πιθανό να είναι σημαντικά λιγότερο ευμετάβλητη κατά τους προσεχείς 12 μήνες από ό,τι η αξία άλλων μετοχών κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, ως αποτέλεσμα τόσο της φύσης της επένδυσης όσο και της επιρροής που ασκεί η συμμετέχουσα επιχείρηση στη συνδεδεμένη επιχείρηση·

β) ότι η φύση της επένδυσης είναι στρατηγικής σημασίας, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων:

i) η ύπαρξη σαφούς αποφασιστικής στρατηγικής να διατηρηθεί η συμμετοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα·

ii) η συνεκτικότητα της αναφερόμενης στο στοιχείο α) στρατηγικής με τις βασικές πολιτικές που διέπουν ή περιορίζουν τις ενέργειες της επιχείρησης·

iii) η ικανότητα της συμμετέχουσας επιχείρησης να διατηρήσει τη συμμετοχή της στη συνδεδεμένη επιχείρηση·

iv) η ύπαρξη σταθερού δεσμού·

v) όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική συμμετέχουσα εταιρεία αποτελεί μέρος ομίλου, η συνεκτικότητα της εν λόγω στρατηγικής με τις βασικές πολιτικές που διέπουν ή περιορίζουν τις ενέργειες της επιχείρησης.

Άρθρο 172

Συμμετρική προσαρμογή στην επιβάρυνση του κεφαλαίου λόγω μετοχών

1.  Ο δείκτης μετοχών που αναφέρεται στο άρθρο 106 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ πρέπει να πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) ο δείκτης μετοχών μετρά την αγοραία τιμή ενός διαφοροποιημένου χαρτοφυλακίου μετοχών που είναι αντιπροσωπευτικό της φύσης των μετοχών που κατέχουν συνήθως οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·

β) το επίπεδο του δείκτη μετοχών είναι διαθέσιμο στο κοινό·

γ) η συχνότητα των δημοσιευόμενων επιπέδων του δείκτη μετοχών είναι επαρκής για να επιτρέψει τον καθορισμό του τρέχοντος επιπέδου του δείκτη και τη μέση τιμή κατά τους τελευταίους 36 μήνες.

2.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, η συμμετρική προσαρμογή ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  CI είναι το τρέχον επίπεδο του δείκτη μετοχών·

β) AI είναι ο σταθμισμένος μέσος όρος των ημερήσιων επιπέδων του δείκτη μετοχών κατά τους τελευταίους 36 μήνες.

3.  Για τους σκοπούς του υπολογισμού του σταθμισμένου μέσου όρου των ημερήσιων επιπέδων του δείκτη μετοχών, οι συντελεστές στάθμισης για όλα τα ημερήσια επίπεδα είναι ίσοι. Οι ημέρες κατά τη διάρκεια των τελευταίων 36 μηνών για τις οποίες δεν καθορίστηκε ο δείκτης δεν περιλαμβάνονται στον μέσο όρο.

4.  Η συμμετρική προσαρμογή δεν είναι κατώτερη του – 10 % ούτε ανώτερη του 10 %.

▼M1

Άρθρο 173

Κριτήρια για τη χρήση μεταβατικού μέτρου για τυπικό κίνδυνο μετοχών

1.  Το μεταβατικό μέτρο για τυπικό κίνδυνο μετοχών που ορίζεται στο άρθρο 308β παράγραφος 13 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφαρμόζεται μόνο για μετοχές του τύπου 1 που αγοράστηκαν την ή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016 και οι οποίες δεν υπόκεινται στον κίνδυνο μετοχών βάσει της διάρκειας, σύμφωνα με το άρθρο 304 της εν λόγω οδηγίας.

2.  Όταν μετοχές διατηρούνται σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ή άλλες επενδύσεις υπό μορφή επενδυτικών κεφαλαίων, όταν η μέθοδος εξέτασης δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί, το μεταβατικό μέτρο που αναφέρεται στο άρθρο 308β παράγραφος 13 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ εφαρμόζεται στο ποσοστό των μετοχών που διατηρείται σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ή επενδύσεων υπό μορφή επενδυτικών κεφαλαίων βάσει του στόχου που διέπει την κατανομή των στοιχείων ενεργητικού την 1η Ιανουαρίου 2016, υπό την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση έχει στη διάθεσή της μια τέτοια κατανομή. Το ποσοστό των μετοχών στο οποίο εφαρμόζεται το μεταβατικό μέτρο θα μειώνεται ετησίως κατ' αναλογία με τον δείκτη ταχύτητας κυκλοφορίας ενεργητικού του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων ή των επενδύσεων υπό μορφή επενδυτικών κεφαλαίων. Όταν αυξάνεται η κατανομή στόχων για επενδύσεις σε μετοχές του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων ή επενδύσεων υπό μορφή επενδυτικών κεφαλαίων, δεν αυξάνεται το ποσοστό των μετοχών στο οποίο εφαρμόζεται το μεταβατικό μέτρο.

▼B



Υποτίμημα 4

Υποενότητα κινδύνου τιμών ακινήτων

Άρθρο 174

Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο τιμών ακινήτων που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 στοιχείο γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από στιγμιαία μείωση κατά 25 % της αξίας των ακινήτων.



Υποτίμημα 5

Υποενότητα κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων

Άρθρο 175

Πεδίο της υποενότητας κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων

Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο στοιχείο δ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ορίζεται ως εξής:

image

όπου:

α)  SCRbonds είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων·

β)  SCRsecuritisation είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου θέσεων τιτλοποίησης·

γ)  SCRcd είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο περιθωρίου πιστωτικών παραγώγων.

Άρθρο 176

Κίνδυνος πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων SCRbonds ισούται με την απώλεια βασικών ιδίων κεφαλαίων που θα προέκυπτε από μια στιγμιαία σχετική μείωση του stressi στην αξία κάθε ομολόγου ή δανείου i, πλην των ενυπόθηκων δανείων τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 191, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών καταθέσεων, εκτός από τα μετρητά σε τράπεζα που αναφέρονται στο άρθρο 189 παράγραφος 2 στοιχείο β).

2.  Ο συντελεστής κινδύνου stressi εξαρτάται από την τροποποιημένη διάρκεια του ομολόγου ή του δανείου i εκφρασμένη σε έτη (duri ). Η τιμή duri δεν είναι ποτέ χαμηλότερη από 1. Για ομόλογα ή δάνεια μεταβλητού επιτοκίου, η τιμή duri ισοδυναμεί με την τροποποιημένη διάρκεια των ομολόγων ή δανείων σταθερού επιτοκίου της ίδιας ληκτότητας και με πληρωμές τοκομεριδίων ίσων με το προθεσμιακό επιτόκιο.

▼M1

3.  Στα ομόλογα ή δάνεια για τα οποία υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής κινδύνου stressi ανάλογα με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας και την τροποποιημένη διάρκεια duri του ομολόγου ή του δανείου i σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα.



Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

0

1

2

3

4

5 και 6

Διάρκεια

(duri )

stressi

ai

bi

ai

bi

ai

bi

ai

bi

ai

bi

ai

bi

έως 5

bi · duri

0,9 %

1,1 %

1,4 %

2,5 %

4,5 %

7,5 %

Άνω των 5 και έως 10

ai + bi · (duri – 5)

4,5 %

0,5 %

5,5 %

0,6 %

7,0 %

0,7 %

12,5 %

1,5 %

22,5 %

2,5 %

37,5 %

4,2 %

Άνω των 10 και έως 15

ai + bi · (duri – 10)

7,0 %

0,5 %

8,5 %

0,5 %

10,5 %

0,5 %

20,0 %

1,0 %

35,0 %

1,8 %

58,5 %

0,5 %

Άνω των 15 και έως 20

ai + bi · (duri – 15)

9,5 %

0,5 %

11 %

0,5 %

13,0 %

0,5 %

25,0 %

1,0 %

44,0 %

0,5 %

61,0 %

0,5 %

Άνω των 20

min[ai + bi · (duri – 20);1]

12,0 %

0,5 %

13,5 %

0,5 %

15,5 %

0,5 %

30,0 %

0,5 %

46,6 %

0,5 %

63,5 %

0,5 %

4.  Στα ομόλογα και δάνεια για τα οποία δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, για τα οποία οι οφειλέτες δεν έχουν καταθέσει εξασφαλίσεις που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 214, εφαρμόζεται συντελεστής κινδύνου stressi ανάλογα με τη διάρκεια duri του ομολόγου ή του δανείου i, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:



Διάρκεια (duri )

stressi

έως 5

3 % · duri

Άνω των 5 και έως 10

15 % + 1,7 % · (duri – 5)

Άνω των 10 και έως 20

23,5 % + 1,2 % · (duri – 10)

Άνω των 20

min(35,5 % + 0,5 % · (duri – 20); 1)

▼B

5.  Στα ομόλογα και τα δάνεια για τα οποία δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, και για τα οποία οι οφειλέτες έχουν παράσχει εξασφάλιση, όταν η εξασφάλιση αυτών των ομολόγων και δανείων πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 214, εφαρμόζεται συντελεστής κινδύνου stressi σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α) όταν η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία των εξασφαλίσεων είναι υψηλότερη ή ίση με την αξία των ομολόγων ή δανείων i, ο συντελεστής stressi ισούται με το ήμισυ του παράγοντα κινδύνου που θα καθοριζόταν σύμφωνα με την παράγραφο 4·

β) όταν η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία των εξασφαλίσεων είναι χαμηλότερη από την αξία του ομολόγου ή δανείου i και όταν ο συντελεστής κινδύνου που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 θα παρήγαγε αξία των ομολόγων ή δανείων i χαμηλότερη από τη σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία των εξασφαλίσεων, ο συντελεστής stressi ισούται με τον μέσο όρο των ακόλουθων στοιχείων:

i) του παράγοντα κινδύνου που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4,

ii) της διαφοράς μεταξύ της αξίας του ομολόγου ή του δανείου i και της σταθμισμένης κατά τον κίνδυνο αξίας της εξασφάλισης, διαιρούμενης διά της αξίας του ομολόγου ή δανείου i·

γ) όταν η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία της εξασφάλισης είναι χαμηλότερη από την αξία του ομολόγου ή δανείου i και όταν ο συντελεστής κινδύνου που προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 θα είχε ως αποτέλεσμα η αξία του ομολόγου ή δανείου i να είναι μεγαλύτερη ή ίση με τη σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία της εξασφάλισης, ο συντελεστής stressi καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4.

Η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία της εξασφάλισης υπολογίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 112, 197, 198.

6.  Η επίπτωση της στιγμιαίας μείωσης στην αξία των συμμετοχών, όπως αναφέρει το άρθρο 92 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα λαμβάνεται υπόψη μόνο επί της αξίας των συμμετοχών που δεν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 68 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 177

Κίνδυνος πιστωτικού περιθωρίου για θέσεις τιτλοποίησης: γενικές διατάξεις

1.  Η κεφαλαιακή απαίτηση SCRsecuritisation για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου σε θέσεις τιτλοποίησης ισούται με το άθροισμα της κεφαλαιακής απαίτησης για τις θέσεις τιτλοποίησης τύπου 1, της κεφαλαιακής απαίτησης για τις θέσεις τιτλοποίησης τύπου 2 και της κεφαλαιακής απαίτησης για τιτλοποιήσεις και κεφαλαιακές απαιτήσεις για θέσεις επανατιτλοποίησης.

2.  Οι θέσεις τιτλοποίησης τύπου 1 περιλαμβάνουν θέσεις τιτλοποίησης που πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:

α) η θέση έχει καταταγεί στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3 ή ανώτερης·

β) η τιτλοποίηση είναι εισηγμένη σε ρυθμιζόμενη αγορά χώρας που είναι μέλος του ΕΟΧ ή του ΟΟΣΑ, ή είναι εισηγμένη για διαπραγμάτευση σε οργανωμένο τόπο διαπραγμάτευσης ο οποίος εξυπηρετεί μια ενεργό και ευμεγέθη αγορά, για άμεσες πωλήσεις, που έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

i) ιστορικά αποδεικτικά στοιχεία για το εύρος και το βάθος της αγοράς όπως αποδεικνύεται από χαμηλές αποκλίσεις των τιμών προσφοράς και ζήτησης, υψηλό όγκο συναλλαγών και μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων στην αγορά·

ii) παρουσία άρτιας υποδομής της αγοράς·

γ) η θέση ανήκει στο τμήμα ή τα τμήματα τιτλοποίησης με την υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα και βρίσκεται στην ανώτατη βαθμίδα εξοφλητικής προτεραιότητας ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια ισχύος της συναλλαγής· για τους σκοπούς αυτούς, ένα τμήμα τιτλοποίησης θεωρείται ότι ανήκει στην ανώτατη βαθμίδα εξοφλητικής προτεραιότητας όταν μετά την παράδοση ειδοποίησης αναγκαστικής εκτέλεσης και, κατά περίπτωση, ειδοποίησης επίσπευσης, το εν λόγω τμήμα δεν είναι μειωμένης εξασφάλισης σε σχέση με άλλα τμήματα της ίδιας πράξης ή προγράμματος τιτλοποίησης όσον αφορά την είσπραξη κεφαλαίου και τόκων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ποσά που οφείλονται δυνάμει συμβάσεων παράγωγων μέσων επιτοκίου και τιμών συναλλάγματος, οι προμήθειες ή άλλες παρόμοιες πληρωμές ·

δ) τα υποκείμενα ανοίγματα αποκτήθηκαν από την οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ) κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο (66) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 κατά τρόπο αντιτάξιμο έναντι τρίτων και είναι εκτός του ελέγχου του πωλητή (μεταβιβάζουσας οντότητας, αναδόχου ιδρύματος ή αρχικού δανειοδότη) και των πιστωτών του, ακόμη και σε περίπτωση αφερεγγυότητας του πωλητή·

ε) Η μεταβίβαση των υποκείμενων ανοιγμάτων στην ΟΕΣΤ δεν μπορεί να υπόκειται σε αυστηρές διατάξεις ανάκτησης στη χώρα δικαιοδοσίας του πωλητή (μεταβιβάζουσας οντότητας, αναδόχου ή αρχικού δανειοδότη)· αυτό περιλαμβάνει αλλά δεν περιορίζεται σε διατάξεις βάσει των οποίων η πώληση των υποκείμενων ανοιγμάτων μπορεί να ακυρωθεί από τον εκκαθαριστή του πωλητή (μεταβιβάζουσα οντότητα, ανάδοχο οντότητα ή αρχικό δανειοδότη) αποκλειστικά για τον λόγο ότι συνήφθη εντός ορισμένης περιόδου πριν από την κήρυξη της αφερεγγυότητας του πωλητή ή βάσει διατάξεων που παρέχουν στην ΟΕΣΤ το δικαίωμα να αποτρέψει την εν λόγω ακύρωση μόνον εφόσον μπορεί να αποδείξει ότι δεν είχε γνώση της αφερεγγυότητας του πωλητή κατά τον χρόνο της πώλησης·

στ) η διαχείριση των υποκείμενων ανοιγμάτων διέπεται από συμφωνία εξυπηρέτησης η οποία περιλαμβάνει διατάξεις περί αδιάλειπτης εξυπηρέτησης που διασφαλίζουν, τουλάχιστον, ότι η αθέτηση ή η αφερεγγυότητα του παρόχου της υπηρεσίας δεν συνεπάγεται διακοπή της εξυπηρέτησης·

ζ) η τεκμηρίωση που διέπει την τιτλοποίηση περιλαμβάνει διατάξεις συνέχισης για τη διασφάλιση, τουλάχιστον, της αντικατάστασης αντισυμβαλλομένων σε παράγωγα και των χορηγών ρευστότητας εφόσον βρεθούν σε κατάσταση αθέτησης ή η αφερεγγυότητας, κατά περίπτωση·

η) η θέση τιτλοποίησης στηρίζεται από ένα σύνολο ομοιογενών υποκείμενων ανοιγμάτων, που όλα ανήκουν σε μία μόνο από τις επόμενες κατηγορίες, ή από σύνολο ομοιογενών υποκείμενων ανοιγμάτων που συνδυάζει στεγαστικά δάνεια αναφερόμενα στα σημεία i) και ii):

i) στεγαστικά δάνεια εξασφαλισμένα με υποθήκη πρώτης τάξεως, τα οποία χορηγούνται σε ιδιώτες για την αγορά της κύριας κατοικίας τους, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται ένας από τους δύο παρακάτω όρους:

 τα δάνεια της ομάδας καλύπτουν κατά μέσο όρο την απαίτηση ως προς τον δείκτη δανείου-αξίας που ορίζεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σημείο i) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

 το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται τα δάνεια προβλέπει όριο δανείου ως προς το εισόδημα όσον αφορά το ποσό που μπορεί να δανειστεί ένας οφειλέτης σε στεγαστικό δάνειο, και το εν λόγω κράτος μέλος έχει κοινοποιήσει τη νομοθεσία αυτή στην Επιτροπή και την ΕΑΑΕΣ. Το όριο δανείου ως προς το εισόδημα υπολογίζεται με βάση το ακαθάριστο ετήσιο εισόδημα του οφειλέτη, λαμβάνοντας υπόψη τις φορολογικές υποχρεώσεις και άλλες δεσμεύσεις του οφειλέτη και τον κίνδυνο μεταβολών των επιτοκίων κατά τη διάρκεια του δανείου. Για κάθε στεγαστικό δάνειο της ομάδας, το ποσοστό του ακαθάριστου εισοδήματος του οφειλέτη το οποίο μπορεί να δαπανηθεί για την εξυπηρέτηση του δανείου, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών τόκων, χρεολυσίων και τελών, δεν υπερβαίνει το 45 %.

ii) στεγαστικά δάνεια πλήρως εγγυημένα που αναφέρονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, υπό την προϋπόθεση ότι τα δάνεια ικανοποιούν τις απαιτήσεις εξασφαλίσεων που ορίζονται στην ίδια παράγραφο και καλύπτουν κατά μέσο όρο την απαίτηση ως προς τον δείκτη δανείου-αξίας που ορίζεται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σημείο (i) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

iii) εμπορικά δάνεια, χρηματοδοτικές μισθώσεις και πιστωτικές διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις για τη χρηματοδότηση κεφαλαιουχικών δαπανών ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, εκτός από την αγορά ή ανάπτυξη εμπορικών ακινήτων, υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον το 80 % των οφειλετών της ομάδας, από άποψη ισορροπίας χαρτοφυλακίου, είναι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις κατά τον χρόνο έκδοσης των τιτλοποιήσεων, και κανένας από τους δανειολήπτες δεν είναι ίδρυμα που εμπίπτει στο ορισμό του άρθρου 4 παράγραφοι 1 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

iv) δάνεια για αυτοκίνητα και χρηματοδοτικές μισθώσεις για τη χρηματοδότηση οχημάτων ή ρυμουλκουμένων, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημεία (11) και (12) της οδηγίας 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 10 ), γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων με τροχούς, όπως ορίζονται στην οδηγία 2003/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 11 ), μοτοσικλετών ή τρικύκλων, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 2002/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 12 ) ή ερπυστριοφόρων οχημάτων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της οδηγίας 2007/46/ΕΚ. Τα εν λόγω δάνεια ή μισθώσεις μπορούν να περιλαμβάνουν επικουρικά ασφαλιστικά προϊόντα και υπηρεσίες ή πρόσθετα ανταλλακτικά οχημάτων και, στην περίπτωση χρηματοδοτικής μίσθωσης την υπολειμματική αξία μισθωμένων οχημάτων. Όλα τα δάνεια και οι χρηματοδοτικές μισθώσεις του συνόλου εξασφαλίζονται με βάρος ή εγγύηση πρώτης τάξεως επί του οχήματος ή με κατάλληλη εγγύηση υπέρ της ΟΕΣΤ, όπως διάταξη διατήρησης τίτλου·

v) τα δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις σε ιδιώτες για προσωπικούς, οικογενειακούς ή οικιακούς λόγους κατανάλωσης.

(a) η θέση δεν είναι επανατιτλοποίηση ή σύνθετη τιτλοποίηση όπως αναφέρεται στο άρθρο 242 παράγραφος 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

(b) τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιλαμβάνουν κινητά χρηματοπιστωτικά μέσα ή παράγωγα, με εξαίρεση τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα εκδοθέντα από την ίδια την ΟΕΣΤ ή από άλλα μέρη εντός της δομής τιτλοποίησης και τα παράγωγα που χρησιμοποιούνται για την αντιστάθμιση κινδύνων συναλλάγματος και επιτοκίων.

θ) κατά τον χρόνο έκδοσης των τιτλοποιήσεων ή κατά την ενσωμάτωση στο σύνολο των υποκείμενων ανοιγμάτων ανά πάσα στιγμή μετά την έκδοση, τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιελάμβαναν ανοίγματα σε πιστούχους μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας (ή κατά περίπτωση, σε εγγυητές μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας), όταν ο πιστούχος μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας (ή εγγυητής μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας) είναι δανειοδότης (ή εγγυητής) ο οποίος:

i) έχει κηρύξει πτώχευση, συμφώνησε με τους πιστωτές του στην απόρριψη ή αναδιάταξη του χρέους ή ένα δικαστήριο παρέσχε στους πιστωτές του δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης ή αποζημίωσης ως αποτέλεσμα μη καταβολής οφειλής εντός τριών ετών πριν από την ημερομηνία σύστασης·

ii) είναι καταχωρισμένος σε επίσημο μητρώο προσώπων με δυσμενές πιστωτικό ιστορικό·

iii) έχει πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ ή έχει πιστοληπτική διαβάθμιση που καταδεικνύει σημαντικό κίνδυνο να μην πραγματοποιηθούν οι συμβατικά συμφωνηθείσες πληρωμές σε σύγκριση με τον μέσο πιστούχο για τον συγκεκριμένο τύπο δανείων στη χώρα δικαιοδοσίας.

ι) κατά τον χρόνο έκδοσης των τιτλοποιήσεων ή κατά την ενσωμάτωση στο σύνολο υποκείμενων ανοιγμάτων ανά πάσα στιγμή μετά την έκδοση, τα υποκείμενα ανοίγματα δεν περιελάμβαναν ανοίγματα σε αθέτηση κατά την έννοια του άρθρου 178 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

ια) η εξόφληση της θέσης τιτλοποίησης δεν είναι δομημένη ούτως ώστε να εξαρτάται κυρίως από την πώληση στοιχείων ενεργητικού τα οποία αποτελούν εμπράγματες ασφάλειες των υποκείμενων ανοιγμάτων· ωστόσο, αυτό δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη ανανέωση ή αναχρηματοδότηση των εν λόγω ανοιγμάτων·

ιβ) όταν η τιτλοποίηση έχει δημιουργηθεί χωρίς ανανεούμενη περίοδο ή η ανανεούμενη περίοδος έχει περατωθεί και όταν έχει επιδοθεί ειδοποίηση αναγκαστικής εκτέλεσης ή επίσπευσης επιτάχυνση προκήρυξη, τα έσοδα κεφαλαίου από τα υποκείμενα ανοίγματα μεταβιβάζονται στους κατόχους των θέσεων τιτλοποίησης μέσω διαδοχικής εξόφλησης των θέσεων τιτλοποίησης και δεν παγιδεύεται σημαντικό ποσό μετρητών στην ΟΕΣΤ σε κάθε ημερομηνία πληρωμής·

ιγ) όταν η τιτλοποίηση έχει δημιουργηθεί με ανανεούμενη περίοδο, τα έγγραφα τεκμηρίωσης της συναλλαγής προβλέπουν κατάλληλα γεγονότα πρόωρης εξόφλησης, τα οποία περιλαμβάνουν τουλάχιστον όλα τα παρακάτω:

i) επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας των υποκείμενων ανοιγμάτων·

ii) απουσία δημιουργίας επαρκών νέων υποκείμενων ανοιγμάτων τουλάχιστον παρόμοιας πιστωτικής ποιότητας·

iii) επέλευση κατάστασης αφερεγγυότητας όσον αφορά τη μεταβιβάζουσα οντότητα ή τον πάροχο της υπηρεσίας·

ιδ) κατά τον χρόνο έκδοσης των τιτλοποιήσεων, οι δανειολήπτες (ή, κατά περίπτωση, οι εγγυητές) έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον μία πληρωμή, εκτός εάν η τιτλοποίηση στηρίζεται από πιστωτικές διευκολύνσεις που αναφέρονται στο στοιχείο η) σημείο v) της παρούσας παραγράφου·

ιε) στην περίπτωση τιτλοποιήσεων στις οποίες τα υποκείμενα ανοίγματα είναι στεγαστικά δάνεια που αναφέρονται στο στοιχείο ζ) σημείο i) ή ii), το σύνολο των δανείων δεν περιλαμβάνει δάνεια που είχαν συναφθεί στο εμπόριο και με βάση την παραδοχή ότι το δάνειο ή, κατά περίπτωση, οι ενδιάμεσοι φορείς, γνώριζαν ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν θα μπορούσαν να επαληθευθούν από τον δανειστή·

ιστ) στην περίπτωση τιτλοποιήσεων στις οποίες τα υποκείμενα ανοίγματα είναι στεγαστικά δάνεια που αναφέρονται στο στοιχείο ζ) σημείο i) ή ii), η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 18 παράγραφοι 1 έως 4, παράγραφος 5 στοιχείο α) και παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 13 ) ή ισοδύναμων απαιτήσεων σε χώρες που δεν είναι μέλη της Ένωσης·

ιζ) στην περίπτωση τιτλοποιήσεων στις οποίες τα υποκείμενα ανοίγματα είναι δάνεια και χρηματοδοτικές μισθώσεις για αυτοκίνητα και καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις που αναφέρονται στο στοιχείο ζ) σημείο v), η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 8 της οδηγίας 2008/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 14 ) ή ισοδύναμες απαιτήσεις σε χώρες που δεν είναι μέλη της Ένωσης·