27.10.2022   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 277/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2022/2065 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 19ης Οκτωβρίου 2022

σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών και ιδίως οι ενδιάμεσες υπηρεσίες έχουν καταστεί σημαντικό μέρος της οικονομίας της Ένωσης και της καθημερινότητας των πολιτών της Ένωσης. Είκοσι έτη μετά τη θέσπιση του ισχύοντος νομικού πλαισίου που εφαρμόζεται στις εν λόγω υπηρεσίες και προβλέπεται στην οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), νέα και καινοτόμα επιχειρηματικά μοντέλα και υπηρεσίες, όπως τα επιγραμμικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι επιγραμμικές πλατφόρμες που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους, παρέχουν στους επιχειρηματικούς χρήστες και στους καταναλωτές τη δυνατότητα να μεταδίδουν και να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες και να συναλλάσσονται με καινοτόμους τρόπους. Η πλειονότητα των πολιτών της Ένωσης χρησιμοποιούν πλέον τις υπηρεσίες αυτές σε καθημερινή βάση. Ωστόσο, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η αυξημένη χρήση αυτών των υπηρεσιών έχουν δημιουργήσει επίσης νέους κινδύνους και προκλήσεις για τους μεμονωμένους αποδέκτες της σχετικής υπηρεσίας, τις εταιρείες και για την κοινωνία στο σύνολό της.

(2)

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν ολοένα και συχνότερα, ή εξετάζουν το ενδεχόμενο να θεσπίσουν, εθνική νομοθεσία για τα ζητήματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, επιβάλλοντας, ιδίως, απαιτήσεις επιμέλειας στους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίζουν το παράνομο περιεχόμενο, την επιγραμμική παραπληροφόρηση ή άλλους κοινωνικούς κινδύνους. Η αποκλίνουσα αυτή εθνική νομοθεσία επηρεάζει αρνητικά την εσωτερική αγορά, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 26 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), περιλαμβάνει χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών, καθώς και η ελευθερία εγκατάστασης, λαμβανομένου υπόψη του εγγενώς διασυνοριακού χαρακτήρα του διαδικτύου, το οποίο χρησιμοποιείται κατά κανόνα για την παροχή αυτών των υπηρεσιών. Οι όροι παροχής ενδιάμεσων υπηρεσιών σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά θα πρέπει να εναρμονιστούν, ώστε οι επιχειρήσεις να έχουν πρόσβαση σε νέες αγορές και ευκαιρίες αξιοποίησης των οφελών της εσωτερικής αγοράς, με παράλληλη παροχή περισσότερων επιλογών στους καταναλωτές και σε άλλους αποδέκτες των υπηρεσιών. Επιχειρηματικοί χρήστες, καταναλωτές και άλλοι χρήστες θεωρούνται πως είναι «αποδέκτες της υπηρεσίας» για τους σκοπούς του κανονισμού.

(3)

Η υπεύθυνη και επιμελής συμπεριφορά των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών είναι απαραίτητη για ένα ασφαλές, προβλέψιμο και αξιόπιστο επιγραμμικό περιβάλλον και προκειμένου οι πολίτες της Ένωσης και άλλα άτομα να μπορούν να ασκούν τα θεμελιώδη δικαιώματά τους που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ο «Χάρτης»), ιδίως την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα στην απαγόρευση των διακρίσεων και την επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών.

(4)

Ως εκ τούτου, προκειμένου να διασφαλιστεί και να βελτιωθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, θα πρέπει να θεσπιστεί ένα στοχευμένο σύνολο ομοιόμορφων, αποτελεσματικών και αναλογικών υποχρεωτικών κανόνων σε επίπεδο Ένωσης. Ο παρών κανονισμός παρέχει τις συνθήκες για την εμφάνιση και επέκταση καινοτόμων ψηφιακών υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά. Απαιτείται προσέγγιση των εθνικών ρυθμιστικών μέτρων σε επίπεδο Ένωσης όσον αφορά τις απαιτήσεις για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, προκειμένου να αποφευχθεί και να τερματιστεί ο κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς και να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου, με αποτέλεσμα τη μείωση της αβεβαιότητας για τους προγραμματιστές και την προώθηση της διαλειτουργικότητας. Με τη χρήση τεχνολογικά ουδέτερων απαιτήσεων, δεν αναμένεται να εμποδιστεί η καινοτομία, αλλά αντίθετα να τονωθεί.

(5)

Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται σε παρόχους ορισμένων υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών όπως ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), δηλαδή κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αμοιβής, με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν συγκεκριμένης παραγγελίας ενός αποδέκτη. Συγκεκριμένα, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται σε παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών και, ειδικότερα, ενδιάμεσων υπηρεσιών οι οποίες συνίστανται σε υπηρεσίες που είναι γνωστές ως υπηρεσίες «απλής μετάδοσης», «προσωρινής αποθήκευσης» και «φιλοξενίας», δεδομένου ότι η εκθετική αύξηση της χρήσης αυτών των υπηρεσιών, κυρίως για νόμιμους και κοινωνικά επωφελείς σκοπούς όλων των ειδών, έχει ενισχύσει επίσης τον ρόλο τους στη διαμεσολάβηση και στη διάδοση παράνομων ή άλλως επιβλαβών πληροφοριών και δραστηριοτήτων.

(6)

Στην πράξη, ορισμένοι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών διαμεσολαβούν σε σχέση με υπηρεσίες οι οποίες μπορεί να παρέχονται ή να μην παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα, όπως απομακρυσμένες υπηρεσίες τεχνολογίας πληροφοριών, μεταφορών, παροχής καταλύματος ή παράδοσης. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ενδιάμεσες υπηρεσίες και να μην θίγει τις απαιτήσεις που ορίζονται στην ενωσιακή ή εθνική νομοθεσία σε σχέση με προϊόντα ή υπηρεσίες που παρέχονται με διαμεσολάβηση μέσω ενδιάμεσων υπηρεσιών, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις στις οποίες η ενδιάμεση υπηρεσία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος άλλης υπηρεσίας η οποία δεν είναι ενδιάμεση υπηρεσία, όπως αναγνωρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(7)

Προκειμένου να διασφαλιστούν η αποτελεσματικότητα των κανόνων του παρόντος κανονισμού και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται στους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασής τους ή την τοποθεσία τους, εφόσον προσφέρουν υπηρεσίες στην Ένωση, όπως τεκμηριώνεται από την ύπαρξη ουσιώδους σύνδεσης με την Ένωση.

(8)

Μια τέτοια ουσιώδης σύνδεση με την Ένωση θα πρέπει να θεωρείται ότι υφίσταται όταν ο πάροχος υπηρεσιών διαθέτει εγκατάσταση στην Ένωση ή, ελλείψει μιας τέτοιας εγκατάστασης, όταν ο αριθμός αποδεκτών της υπηρεσίας σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη είναι σημαντικός σε σχέση με τον πληθυσμό τους, ή με βάση τη στόχευση δραστηριοτήτων προς ένα ή περισσότερα κράτη μέλη. Η στόχευση δραστηριοτήτων προς ένα ή περισσότερα κράτη μέλη μπορεί να προσδιοριστεί με βάση όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων όπως η χρήση γλώσσας ή νομίσματος που χρησιμοποιείται γενικά στο οικείο κράτος μέλος ή η δυνατότητα παραγγελίας προϊόντων ή υπηρεσιών, ή η χρήση κάποιου σχετικού τομέα ανώτατου επιπέδου. Η στόχευση δραστηριοτήτων προς ένα κράτος μέλος θα μπορούσε επίσης να συναχθεί από τη διαθεσιμότητα μιας εφαρμογής στο σχετικό εθνικό κατάστημα εφαρμογών, από την παροχή τοπικών διαφημίσεων ή διαφημίσεων σε γλώσσα που χρησιμοποιείται στο εν λόγω κράτος μέλος ή από τον χειρισμό των σχέσεων με τους πελάτες, όπως η εξυπηρέτηση πελατών σε γλώσσα που χρησιμοποιείται γενικά στο εν λόγω κράτος μέλος. Δεκτή θα πρέπει επίσης να γίνεται η ύπαρξη ουσιώδους σύνδεσης όταν ο πάροχος υπηρεσιών κατευθύνει τη δραστηριότητά του προς ένα ή περισσότερα κράτη μέλη κατά την έννοια του άρθρου 17 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6). Αντιθέτως, η απλή τεχνική προσβασιμότητα ιστοτόπου από την Ένωση δεν μπορεί, γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, να θεωρηθεί ότι δημιουργεί ουσιώδη σύνδεση με την Ένωση.

(9)

Ο παρών κανονισμός εναρμονίζει πλήρως τους κανόνες που ισχύουν για τις ενδιάμεσες υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά με στόχο τη διασφάλιση ασφαλούς, προβλέψιμου και αξιόπιστου επιγραμμικού περιβάλλοντος, στο οποίο αντιμετωπίζονται η διάδοση παράνομου περιεχομένου στο διαδίκτυο και οι κοινωνικοί κίνδυνοι που μπορεί να προκαλέσει η διάδοση παραπληροφόρησης ή άλλου περιεχομένου, και στο οποίο προστατεύονται αποτελεσματικά τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη και διευκολύνεται η καινοτομία. Αντιστοίχως, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ πρόσθετες εθνικές απαιτήσεις για τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, εκτός εάν τούτο προβλέπεται ρητά στον παρόντα κανονισμό, καθόσον αυτό θα έθιγε την άμεση και ομοιόμορφη εφαρμογή των πλήρως εναρμονισμένων κανόνων που ισχύουν για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών σύμφωνα με τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Αυτό δεν θα πρέπει να αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής άλλης εθνικής νομοθεσίας που εφαρμόζεται στους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας 2000/31/ΕΚ, και ιδίως του άρθρου 3 αυτής, όταν οι διατάξεις του εθνικού δικαίου επιδιώκουν άλλους θεμιτούς στόχους δημόσιου συμφέροντος από αυτούς που επιδιώκονται με τον παρόντα κανονισμό.

(10)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει άλλες πράξεις ενωσιακού δικαίου που ρυθμίζουν την παροχή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας εν γένει ή άλλες πτυχές της παροχής ενδιάμεσων υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά, ή που προσδιορίζουν και συμπληρώνουν τους εναρμονισμένους κανόνες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, όπως η οδηγία 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), περιλαμβανομένων των διατάξεων αυτής όσον αφορά τις πλατφόρμες ανταλλαγής βίντεο, οι κανονισμοί (ΕΕ) 2019/1148 (8), (ΕΕ) 2019/1150 (9), (ΕΕ) 2021/784 (10) και (ΕΕ) 2021/1232 (11) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), και οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που καθορίζονται σε κανονισμό σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή υποβολής και την ευρωπαϊκή εντολή διατήρησης ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις και σε οδηγία σχετικά με τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων για τον ορισμό νόμιμων εκπροσώπων με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών.

Παρομοίως, για λόγους σαφήνειας, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει το ενωσιακό δίκαιο για την προστασία των καταναλωτών, ειδικότερα τους κανονισμούς (ΕΕ) 2017/2394 (13) και (ΕΕ) 2019/1020 (14) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τις οδηγίες 2001/95/ΕΚ (15), 2005/29/ΕΚ (16), 2011/83/ΕE (17) και 2013/11/ΕΕ (18) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου (19), και για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ειδικότερα τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20).

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει επίσης να θίγει τους κανόνες της Ένωσης περί ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ιδίως τους κανόνες περί διεθνούς δικαιοδοσίας και περί αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/2012, και τους κανόνες για τη νομοθεσία που ισχύει για τις συμβατικές και εξωσυμβατικές ενοχές. Η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διέπεται αποκλειστικά από τους σχετικούς κανόνες του ενωσιακού δικαίου, ειδικότερα τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και την οδηγία 2002/58/ΕΚ. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των κανόνων ενωσιακού δικαίου περί συνθηκών εργασίας και το ενωσιακό δίκαιο στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και ποινικές υποθέσεις. Ωστόσο, στον βαθμό που οι εν λόγω νομικές πράξεις της Ένωσης επιδιώκουν τους ίδιους στόχους με εκείνους που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, οι κανόνες του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εφαρμόζονται σε ζητήματα τα οποία δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται πλήρως από τις άλλες αυτές νομικές πράξεις, καθώς και σε ζητήματα επί των οποίων οι άλλες αυτές νομικές πράξεις παρέχουν στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να λαμβάνουν ορισμένα μέτρα σε εθνικό επίπεδο.

(11)

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του ενωσιακού δίκαιου σχετικά με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών 2001/29/ΕΚ (21), 2004/48/ΕΚ (22) και (ΕΕ) 2019/790 (23) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, το οποίο καθορίζει ειδικούς κανόνες και διαδικασίες των οποίων η ισχύς δεν θα πρέπει να θιγεί.

(12)

Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της διασφάλισης ενός ασφαλούς, προβλέψιμου και αξιόπιστου επιγραμμικού περιβάλλοντος, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού η έννοια του «παράνομου περιεχομένου» θα πρέπει να αντικατοπτρίζει σε γενικές γραμμές τους κανόνες που υφίστανται στο εκτός διαδικτύου περιβάλλον, Ειδικότερα, η έννοια του «παράνομου περιεχομένου» θα πρέπει να οριστεί ευρέως ώστε να καλύπτει πληροφορίες που αφορούν παράνομο περιεχόμενο, προϊόντα, υπηρεσίες και δραστηριότητες. Ειδικότερα, η έννοια αυτή θα πρέπει να νοείται ως αναφορά σε πληροφορίες, ανεξάρτητα από τη μορφή τους, οι οποίες, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, είτε είναι οι ίδιες παράνομες, όπως παράνομη ρητορική μίσους ή τρομοκρατικό περιεχόμενο και παράνομο περιεχόμενο που εισάγει διακρίσεις, είτε οι εφαρμοστέοι κανόνες τις καθιστούν παράνομες λόγω του ότι αφορούν παράνομες δραστηριότητες. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η κοινοποίηση εικόνων που απεικονίζουν σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, η παράνομη μη συναινετική κοινοποίηση ιδιωτικών εικόνων, η παρενοχλητική παρακολούθηση στο διαδίκτυο, η πώληση μη συμμορφούμενων προϊόντων ή προϊόντων παραποίησης/απομίμησης, η πώληση προϊόντων ή η παροχή υπηρεσιών κατά παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών, η μη εξουσιοδοτημένη χρήση υλικού που προστατεύεται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, η παράνομη προσφορά υπηρεσιών στέγασης ή η παράνομη πώληση ζώντων ζώων. Αντιθέτως, ένα βίντεο αυτόπτη μάρτυρα σε ένα πιθανό έγκλημα δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί παράνομο περιεχόμενο απλώς και μόνο επειδή απεικονίζει παράνομη πράξη, όταν η εγγραφή ή η διάδοση τέτοιου βίντεο στο κοινό δεν είναι παράνομη βάσει του εθνικού ή του ενωσιακού δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, δεν έχει σημασία αν ο παράνομος χαρακτήρας των πληροφοριών ή της δραστηριότητας προκύπτει από το ενωσιακό δίκαιο ή από εθνικό δίκαιο το οποίο συμμορφώνεται προς το ενωσιακό δίκαιο, ούτε έχει σημασία η ακριβής φύση ή το αντικείμενο του επίμαχου δικαίου.

(13)

Λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των σχετικών υπηρεσιών και της αντίστοιχης ανάγκης να υπόκεινται οι πάροχοί τους σε ορισμένες συγκεκριμένες υποχρεώσεις, είναι απαραίτητο να γίνει διάκριση της υποκατηγορίας των επιγραμμικών πλατφορμών εντός της ευρύτερης κατηγορίας των παρόχων υπηρεσιών φιλοξενίας όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Οι επιγραμμικές πλατφόρμες, όπως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή οι επιγραμμικές πλατφόρμες που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους, θα πρέπει να οριστούν ως πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας οι οποίοι όχι μόνο αποθηκεύουν τις πληροφορίες που παρέχονται από τους αποδέκτες της υπηρεσίας κατόπιν αιτήματός τους, αλλά διαδίδουν επίσης τις πληροφορίες αυτές στο κοινό κατόπιν αιτήματος των αποδεκτών της υπηρεσίας. Ωστόσο, προκειμένου να αποφευχθεί η επιβολή υπερβολικά ευρειών υποχρεώσεων, οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας δεν θα πρέπει να θεωρούνται επιγραμμικές πλατφόρμες εάν η διάδοση στο κοινό αποτελεί ήσσονος σημασίας και καθαρά δευτερεύον στοιχείο το οποίο συνδέεται άρρηκτα με άλλη υπηρεσία, ή ήσσονος σημασίας λειτουργικότητα της κύριας υπηρεσίας, και το συγκεκριμένο στοιχείο ή η συγκεκριμένη λειτουργικότητα δεν μπορεί, για αντικειμενικούς τεχνικούς λόγους, να χρησιμοποιηθεί χωρίς αυτή την άλλη ή κύρια υπηρεσία, η δε ενσωμάτωση του συγκεκριμένου στοιχείου ή της συγκεκριμένης λειτουργικότητας δεν αποτελεί μέσο για την παράκαμψη της εφαρμογής των κανόνων του παρόντος κανονισμού που εφαρμόζονται στις επιγραμμικές πλατφόρμες. Για παράδειγμα, η ενότητα σχολίων μιας διαδικτυακής εφημερίδας θα μπορούσε να αποτελεί τέτοιο στοιχείο, εφόσον είναι σαφές ότι πρόκειται για δευτερεύον στοιχείο της κύριας υπηρεσίας η οποία συνίσταται στη δημοσίευση ειδήσεων υπό τη συντακτική ευθύνη του εκδότη. Αντιθέτως, η αποθήκευση σχολίων σε κοινωνικό δίκτυο θα πρέπει να θεωρείται υπηρεσία επιγραμμικής πλατφόρμας όταν είναι σαφές ότι δεν αποτελεί ήσσονος σημασίας χαρακτηριστικό της προσφερόμενης υπηρεσίας, ακόμη και αν είναι επικουρική ως προς τη δημοσίευση των αναρτήσεων των αποδεκτών της υπηρεσίας. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, το υπολογιστικό νέφος ή οι υπηρεσίες φιλοξενίας ιστοσελίδων δεν θα πρέπει να θεωρούνται επιγραμμικές πλατφόρμες όταν η διάδοση συγκεκριμένων πληροφοριών στο κοινό αποτελεί ήσσονος σημασίας και επικουρικό χαρακτηριστικό ή ήσσονος σημασίας λειτουργικότητα των εν λόγω υπηρεσιών.

Επιπλέον, όταν οι υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους και οι υπηρεσίες φιλοξενίας ιστοσελίδων λειτουργούν ως υποδομή, όπως είναι η υποκείμενη υπηρεσία υποδομής αποθήκευσης και υπολογιστικής μιας διαδικτυακής εφαρμογής, ιστοτόπου ή επιγραμμικής πλατφόρμας, δεν θα πρέπει μόνο εξαιτίας αυτού να θεωρούνται ότι διαδίδουν στο κοινό πληροφορίες που έχουν αποθηκευτεί ή έχουν υποστεί επεξεργασία κατόπιν αιτήματος αποδέκτη της εφαρμογής, ιστοτόπου ή επιγραμμικής πλατφόρμας την οποία φιλοξενούν.

(14)

Η έννοια της «διάδοσης στο κοινό», όπως χρησιμοποιείται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να εμπεριέχει τη διάθεση πληροφοριών σε έναν δυνητικά απεριόριστο αριθμό ατόμων, δηλαδή τη διασφάλιση της εύκολης πρόσβασης των αποδεκτών της υπηρεσίας εν γένει στις πληροφορίες, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω ενέργειες από τον αποδέκτη της υπηρεσίας που παρέχει τις πληροφορίες, ανεξάρτητα από το αν τα άτομα αυτά έχουν πράγματι πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες. Ως εκ τούτου, όταν η πρόσβαση σε πληροφορίες απαιτεί εγγραφή ή ένταξη σε ομάδα αποδεκτών της υπηρεσίας, οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να θεωρείται ότι διαδίδονται στο κοινό μόνον όταν οι αποδέκτες της υπηρεσίας που επιθυμούν να αποκτήσουν πρόσβαση στις πληροφορίες εγγράφονται αυτομάτως ή γίνονται δεκτοί χωρίς λήψη απόφασης ή επιλογή από άνθρωπο σχετικά με το ποιος θα αποκτήσει πρόσβαση. Οι υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών, όπως ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/1972 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24), όπως ηλεκτρονικά μηνύματα ή ιδιωτικές υπηρεσίες μηνυμάτων, δεν εμπίπτουν στο πεδίο του ορισμού των επιγραμμικών πλατφορμών, καθώς χρησιμοποιούνται για διαπροσωπική επικοινωνία μεταξύ πεπερασμένου αριθμού προσώπων ο οποίος καθορίζεται από τον αποστολέα της επικοινωνίας. Ωστόσο, οι υποχρεώσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό για παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών μπορούν να ισχύουν για υπηρεσίες που επιτρέπουν τη διάθεση πληροφοριών σε δυνητικά απεριόριστο αριθμό αποδεκτών, οι οποίοι δεν καθορίζονται από τον αποστολέα της επικοινωνίας, όπως μέσω δημόσιων ομάδων ή ανοικτών διαύλων. Οι πληροφορίες θα πρέπει να θεωρείται ότι διαδίδονται στο κοινό κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού μόνο όταν η εν λόγω διάδοση συμβαίνει κατόπιν άμεσου αιτήματος του αποδέκτη της υπηρεσίας που παρείχε τις πληροφορίες.

(15)

Όταν ορισμένες από τις υπηρεσίες που παρέχονται από έναν πάροχο καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό ενώ άλλες όχι, ή όταν οι υπηρεσίες που παρέχονται από έναν πάροχο καλύπτονται από διαφορετικά τμήματα του παρόντος κανονισμού, οι σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε σχέση με τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους.

(16)

Η ασφάλεια δικαίου που παρέχεται από το οριζόντιο πλαίσιο των υπό όρους απαλλαγών από την ευθύνη για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, το οποίο προβλέπεται στην οδηγία 2000/31/ΕΚ, έχει καταστήσει δυνατή την εμφάνιση και επέκταση πολλών καινοτόμων υπηρεσιών σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά. Ως εκ τούτου, το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να διατηρηθεί. Ωστόσο, λόγω των αποκλίσεων κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή των σχετικών κανόνων σε εθνικό επίπεδο, και για λόγους σαφήνειας και συνοχής, το εν λόγω πλαίσιο θα πρέπει να ενσωματωθεί στον παρόντα κανονισμό. Πρέπει επίσης να διευκρινιστούν ορισμένα στοιχεία του πλαισίου αυτού, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(17)

Οι κανόνες σχετικά με την ευθύνη για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ορίζουν μόνο πότε ο πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος σε σχέση με παράνομο περιεχόμενο το οποίο παρέχεται από τους αποδέκτες της υπηρεσίας. Οι εν λόγω κανόνες δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι παρέχουν θετική βάση για τον προσδιορισμό του πότε ένας πάροχος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος, επειδή αυτό καθορίζεται βάσει των εφαρμοστέων κανόνων του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου. Επιπλέον, οι απαλλαγές από την ευθύνη που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ισχύουν για κάθε είδος ευθύνης όσον αφορά κάθε τύπο παράνομου περιεχομένου, ανεξάρτητα από το ακριβές αντικείμενο ή τη φύση αυτού του δικαίου.

(18)

Οι απαλλαγές από την ευθύνη που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται όταν ο πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών, αντί να περιορίζεται στην παροχή των υπηρεσιών με ουδέτερο τρόπο με απλώς τεχνική και αυτόματη επεξεργασία των πληροφοριών που παρέχονται από τον αποδέκτη της υπηρεσίας, διαδραματίζει ενεργό ρόλο ο οποίος είναι τέτοιας φύσεως ώστε να του παρέχει γνώση ή έλεγχο των εν λόγω πληροφοριών. Κατά συνέπεια, οι απαλλαγές αυτές δεν θα πρέπει να είναι διαθέσιμες όσον αφορά την ευθύνη που σχετίζεται με πληροφορίες οι οποίες παρέχονται όχι από τον αποδέκτη της υπηρεσίας αλλά από τον ίδιο τον πάροχο της ενδιάμεσης υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που παράγονται υπό τη συντακτική ευθύνη του συγκεκριμένου παρόχου.

(19)

Λόγω του διαφορετικού χαρακτήρα των δραστηριοτήτων της «απλής μετάδοσης», της «προσωρινής αποθήκευσης» και της «φιλοξενίας», καθώς και της διαφορετικής θέσης και των διαφορετικών ικανοτήτων των παρόχων των εν λόγω υπηρεσιών, είναι απαραίτητο να γίνει διάκριση των κανόνων που εφαρμόζονται σε αυτές τις δραστηριότητες, στον βαθμό που αυτές υπόκεινται, βάσει του παρόντος κανονισμού, σε διαφορετικές απαιτήσεις και όρους, ενώ παράλληλα διαφέρει το πεδίο τους, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(20)

Όταν ένας πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών συνεργάζεται σκοπίμως με αποδέκτη των υπηρεσιών με σκοπό τη διεξαγωγή παράνομων δραστηριοτήτων, δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι η υπηρεσία έχει παρασχεθεί με ουδέτερο τρόπο και, επομένως, ο πάροχος δεν θα πρέπει να μπορεί να επωφελείται από τις απαλλαγές από την ευθύνη που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Αυτό θα πρέπει να συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν ο πάροχος προσφέρει την υπηρεσία του με κύριο σκοπό τη διευκόλυνση παράνομων δραστηριοτήτων, για παράδειγμα καθιστώντας σαφές ότι σκοπεύει να διευκολύνει παράνομες δραστηριότητες και ότι οι υπηρεσίες του είναι κατάλληλες για τον σκοπό αυτό. Το γεγονός και μόνον ότι μια υπηρεσία προσφέρει κρυπτογραφημένες μεταδόσεις ή άλλο σύστημα που καθιστά αδύνατη την ταυτοποίηση του χρήστη δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι καθαυτό συνιστά διευκόλυνση παράνομων δραστηριοτήτων.

(21)

Ένας πάροχος θα πρέπει να μπορεί να επωφελείται από τις απαλλαγές από την ευθύνη για υπηρεσίες «απλής μετάδοσης» και «προσωρινής αποθήκευσης», όταν δεν εμπλέκεται με κανέναν τρόπο στις πληροφορίες που μεταδίδονται ή στις οποίες αποκτάται πρόσβαση. Αυτό συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο πάροχος δεν τροποποιεί τις πληροφορίες που μεταδίδει ή στις οποίες παρέχει πρόσβαση. Ωστόσο, η απαίτηση αυτή δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι καλύπτει χειρισμούς τεχνικής φύσης, οι οποίοι πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της μετάδοσης ή της πρόσβασης, εφόσον οι χειρισμοί αυτοί δεν αλλοιώνουν την ακεραιότητα των πληροφοριών που μεταδίδονται ή στις οποίες παρέχεται πρόσβαση.

(22)

Προκειμένου να επωφελείται από τις απαλλαγές από την ευθύνη για υπηρεσίες φιλοξενίας, ο πάροχος θα πρέπει, μόλις λάβει πραγματική γνώση ή αντιληφθεί ότι πρόκειται για παράνομες δραστηριότητες ή παράνομο περιεχόμενο, να ενεργεί άμεσα προκειμένου να αποσύρει το παράνομο περιεχόμενο ή να απενεργοποιήσει την πρόσβαση σε αυτό. Η απόσυρση ή η απενεργοποίηση της πρόσβασης θα πρέπει να πραγματοποιείται τηρουμένων των θεμελιωδών δικαιωμάτων των αποδεκτών της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης. Ο πάροχος μπορεί να λάβει πραγματική γνώση ή να αντιληφθεί τον παράνομο χαρακτήρα του περιεχομένου, μεταξύ άλλων, μέσω αυτεπάγγελτων ερευνών ή μέσω ειδοποιήσεων που του υποβάλλουν φυσικά πρόσωπα ή οντότητες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, στον βαθμό που οι ειδοποιήσεις αυτές είναι επαρκώς ακριβείς και αρκούντως τεκμηριωμένες ώστε να δίνουν τη δυνατότητα σε επιμελή οικονομικό φορέα να εντοπίζει και να αξιολογεί εύλογα και, κατά περίπτωση, να λαμβάνει μέτρα κατά του εικαζόμενου παράνομου περιεχομένου. Ωστόσο, αυτή η πραγματική γνώση ή επίγνωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκτάται αποκλειστικά για τον λόγο ότι ένας πάροχος γνωρίζει, εν γένει, ότι η υπηρεσία του χρησιμοποιείται και για την αποθήκευση παράνομου περιεχομένου. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο πάροχος ευρετηριάζει αυτόματα πληροφορίες που αναφορτώνονται στην υπηρεσία του, ότι διαθέτει λειτουργία αναζήτησης ή ότι συνιστά πληροφορίες βάσει των προφίλ ή των προτιμήσεων των αποδεκτών της υπηρεσίας δεν αποτελεί επαρκή λόγο για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο πάροχος αυτός έχει «συγκεκριμένη» γνώση παράνομων δραστηριοτήτων που ασκούνται στην πλατφόρμα ή παράνομου περιεχομένου που αποθηκεύεται σε αυτήν.

(23)

Η απαλλαγή από την ευθύνη δεν θα πρέπει να ισχύει σε περιπτώσεις στις οποίες ο αποδέκτης της υπηρεσίας ενεργεί υπό την εξουσία ή τον έλεγχο του παρόχου υπηρεσίας φιλοξενίας. Για παράδειγμα, όταν ο πάροχος επιγραμμικής πλατφόρμας που δίνει τη δυνατότητα στους καταναλωτές να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους καθορίζει την τιμή των αγαθών ή των υπηρεσιών που προσφέρονται από τον έμπορο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο έμπορος ενεργεί υπό την εξουσία ή υπό τον έλεγχο της εν λόγω επιγραμμικής πλατφόρμας.

(24)

Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών κατά τη συμμετοχή τους σε εμπορικές συναλλαγές που πραγματοποιούνται με διαμεσολάβηση στο διαδίκτυο, ορισμένοι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας, και συγκεκριμένα οι επιγραμμικές πλατφόρμες που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους, δεν θα πρέπει να μπορούν να επωφελούνται από την απαλλαγή από την ευθύνη που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό για τους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας, στον βαθμό που αυτές οι επιγραμμικές πλατφόρμες παρουσιάζουν τις σχετικές με τις επίμαχες συναλλαγές πληροφορίες κατά τρόπο που οδηγεί τους καταναλωτές να πιστέψουν ότι οι πληροφορίες παρασχέθηκαν από τις ίδιες τις επιγραμμικές πλατφόρμες ή από εμπόρους οι οποίοι ενεργούν υπό την εξουσία ή υπό τον έλεγχό τους, και, ως εκ τούτου, αυτές οι επιγραμμικές πλατφόρμες έχουν γνώση ή έλεγχο των πληροφοριών, ακόμη και αν αυτό ενδέχεται να μην ισχύει στην πραγματικότητα. Παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων θα μπορούσε να είναι, όταν μια επιγραμμική πλατφόρμα δεν εμφανίζει με σαφήνεια την ταυτότητα του εμπόρου, όπως απαιτείται από τον παρόντα κανονισμό, όταν μια επιγραμμική πλατφόρμα δεν εμφανίζει την ταυτότητα ή τα στοιχεία επικοινωνίας του εμπόρου παρά μόνο αφού έχει συναφθεί η σύμβαση μεταξύ του εμπόρου και του καταναλωτή, ή όταν μια επιγραμμική πλατφόρμα εμπορεύεται το προϊόν ή την υπηρεσία στο όνομά της αντί να χρησιμοποιεί το όνομα του εμπόρου που θα προμηθεύσει το εν λόγω προϊόν ή την υπηρεσία. Εν προκειμένω, θα πρέπει να καθορίζεται αντικειμενικά, βάσει όλων των σχετικών περιστάσεων, εάν η παρουσίαση θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση σε έναν μέσο καταναλωτή ότι οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται από την ίδια την επιγραμμική πλατφόρμα ή από εμπόρους οι οποίοι ενεργούν υπό την εξουσία ή τον έλεγχό της.

(25)

Οι απαλλαγές από την ευθύνη που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να θίγουν τη δυνατότητα επιβολής μέτρων ποικίλης φύσεως κατά παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών, ακόμη και όταν πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο πλαίσιο αυτών των απαλλαγών. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να συνίστανται ιδίως σε εντολές δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών, που εκδίδονται σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, οι οποίες διατάσσουν την παύση ή πρόληψη τυχόν παραβάσεων, συμπεριλαμβανομένων της αφαίρεσης παράνομου περιεχομένου όπως ορίζεται στις εν λόγω εντολές, ή της απενεργοποίησης της πρόσβασης σε αυτό.

(26)

Προκειμένου να δημιουργείται ασφάλεια δικαίου και να μην αποθαρρύνονται δραστηριότητες ανίχνευσης, εντοπισμού και ανάληψης δράσης κατά παράνομου περιεχομένου, τις οποίες οι πάροχοι όλων των κατηγοριών ενδιάμεσων υπηρεσιών αναλαμβάνουν σε εθελοντική βάση, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το γεγονός ότι οι πάροχοι αναλαμβάνουν τέτοιες δραστηριότητες δεν συνεπάγεται από μόνο του μη διαθεσιμότητα των απαλλαγών από την ευθύνη που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, υπό τον όρο ότι οι δραστηριότητες αυτές εκτελούνται καλόπιστα και με επιμέλεια. Η προϋπόθεση της καλόπιστης και με επιμέλεια εκτέλεσης των δραστηριοτήτων θα πρέπει να περιλαμβάνει την ανάληψη δράσης με αντικειμενικό, αμερόληπτο και αναλογικό τρόπο, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των δικαιωμάτων και των έννομων συμφερόντων όλων των εμπλεκόμενων μερών, και την παροχή των αναγκαίων εγγυήσεων έναντι της αδικαιολόγητης αφαίρεσης νόμιμου περιεχομένου, σύμφωνα με τον στόχο και τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Για τον σκοπό αυτό, οι ενδιαφερόμενοι πάροχοι θα πρέπει, για παράδειγμα, να λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι, όταν χρησιμοποιούνται αυτοματοποιημένα εργαλεία για τη διεξαγωγή τέτοιων δραστηριοτήτων, η σχετική τεχνολογία είναι επαρκώς αξιόπιστη ώστε το ποσοστό σφαλμάτων να περιορίζεται στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Επιπλέον, είναι σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι απλώς και μόνο το γεγονός ότι οι πάροχοι λαμβάνουν, καλόπιστα, μέτρα ώστε να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά την εφαρμογή των όρων και προϋποθέσεών τους, δεν θα πρέπει να συνεπάγεται μη διαθεσιμότητα των εν λόγω απαλλαγών από την ευθύνη που καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό. Ως εκ τούτου, τέτοιου είδους δραστηριότητες και μέτρα, που ένας πάροχος ενδέχεται να έχει λάβει, δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό του αν ο πάροχος μπορεί να κάνει χρήση απαλλαγής από την ευθύνη, ιδίως όσον αφορά το κατά πόσον ο πάροχος παρέχει την υπηρεσία του με ουδέτερο τρόπο και μπορεί, επομένως, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της σχετικής διάταξης, χωρίς ωστόσο ο κανόνας αυτός να συνεπάγεται ότι ο πάροχος μπορεί απαραιτήτως να κάνει χρήση της συγκεκριμένης απαλλαγής. Οι εθελοντικές δράσεις δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη των υποχρεώσεων των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(27)

Παρότι οι κανόνες για την ευθύνη για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό επικεντρώνονται στην απαλλαγή από την ευθύνη για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί ότι, παρά τον σημαντικό γενικά ρόλο τον οποίο διαδραματίζουν οι εν λόγω πάροχοι, το πρόβλημα του παράνομου περιεχομένου και των παράνομων δραστηριοτήτων στο διαδίκτυο δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί εστιάζοντας αποκλειστικά στην ευθύνη και τις αρμοδιότητές τους. Όπου αυτό είναι δυνατό, τρίτοι οι οποίοι θίγονται από παράνομο περιεχόμενο που μεταδίδεται ή αποθηκεύεται στο διαδίκτυο θα πρέπει να προσπαθούν να επιλύσουν τις διαφορές που σχετίζονται με αυτό το περιεχόμενο χωρίς τη συμμετοχή των παρόχων των σχετικών ενδιάμεσων υπηρεσιών. Οι αποδέκτες της υπηρεσίας θα πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνοι, όταν αυτό προβλέπεται από τους εφαρμοστέους κανόνες του ενωσιακού και εθνικού δικαίου για τον καθορισμό της σχετικής ευθύνης, για το παράνομο περιεχόμενο το οποίο παρέχουν και ενδέχεται να διαδώσουν στο κοινό μέσω ενδιάμεσων υπηρεσιών. Κατά περίπτωση, άλλοι παράγοντες, όπως συντονιστές ομάδων σε κλειστά επιγραμμικά περιβάλλοντα, ιδίως στην περίπτωση μεγάλων ομάδων, θα πρέπει επίσης να συμβάλλουν στην αποτροπή της διάδοσης παράνομου περιεχομένου στο διαδίκτυο, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο. Επιπλέον, όταν απαιτείται η συμμετοχή των παρόχων υπηρεσιών της κοινωνίας των πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών, κάθε αίτηση ή εντολή για την εν λόγω συμμετοχή θα πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να απευθύνεται στον συγκεκριμένο πάροχο που διαθέτει την τεχνική και επιχειρησιακή δυνατότητα να αναλάβει δράση κατά συγκεκριμένων στοιχείων παράνομου περιεχομένου, ώστε να αποτρέπονται και να ελαχιστοποιούνται τυχόν αρνητικές επιπτώσεις στη διαθεσιμότητα και την προσβασιμότητα πληροφοριών που δεν αποτελούν παράνομο περιεχόμενο.

(28)

Από το 2000 έχουν εμφανιστεί νέες τεχνολογίες οι οποίες βελτιώνουν τη διαθεσιμότητα, την αποδοτικότητα, την ταχύτητα, την αξιοπιστία, τη χωρητικότητα και την ασφάλεια των συστημάτων μετάδοσης, «ευρεσιμότητας» και αποθήκευσης δεδομένων στο διαδίκτυο, οδηγώντας σε ένα ολοένα και πιο περίπλοκο επιγραμμικό οικοσύστημα. Εν προκειμένω, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι οι πάροχοι υπηρεσιών που δημιουργούν και διευκολύνουν την υποκείμενη λογική αρχιτεκτονική και ορθή λειτουργία του διαδικτύου, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών βοηθητικών λειτουργιών, μπορούν επίσης να επωφεληθούν από απαλλαγές από την ευθύνη που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, στον βαθμό που οι υπηρεσίες τους χαρακτηρίζονται ως υπηρεσίες «απλής μετάδοσης», «προσωρινής αποθήκευσης» ή «φιλοξενίας». Στις εν λόγω υπηρεσίες περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση, ασύρματα τοπικά δίκτυα, υπηρεσίες συστημάτων ονομάτων τομέα (DNS), μητρώα ονομάτων τομέα ανώτατου επιπέδου, καταχωρητές, αρχές πιστοποίησης που εκδίδουν ψηφιακά πιστοποιητικά, εικονικά ιδιωτικά δίκτυα, επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, υπηρεσίες υποδομής υπολογιστικού νέφους, ή δίκτυα παράδοσης περιεχομένου που διευκολύνουν, εντοπίζουν ή βελτιώνουν τις λειτουργίες άλλων παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών. Ομοίως, οι υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται για σκοπούς επικοινωνιών και τα τεχνικά μέσα πραγματοποίησής τους έχουν επίσης εξελιχθεί σημαντικά και έχουν οδηγήσει στη δημιουργία επιγραμμικών υπηρεσιών, όπως οι υπηρεσίες φωνής μέσω του πρωτοκόλλου διαδικτύου, ανταλλαγής μηνυμάτων και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μέσω διαδικτύου, όπου η επικοινωνία πραγματοποιείται μέσω υπηρεσίας πρόσβασης στο διαδίκτυο. Οι υπηρεσίες αυτές μπορούν επίσης να επωφελούνται από τις απαλλαγές από την ευθύνη, στον βαθμό που χαρακτηρίζονται ως υπηρεσίες «απλής μετάδοσης», «προσωρινής αποθήκευσης» ή «φιλοξενίας».

(29)

Οι ενδιάμεσες υπηρεσίες καλύπτουν ευρύ φάσμα οικονομικών δραστηριοτήτων που πραγματοποιούνται επιγραμμικά και που αναπτύσσονται συνεχώς για να παρέχουν ταχεία, ασφαλή και προστατευμένη μετάδοση πληροφοριών, καθώς και προς εξυπηρέτηση όλων των συμμετεχόντων στο επιγραμμικό οικοσύστημα. Για παράδειγμα, οι ενδιάμεσες υπηρεσίες «απλής μετάδοσης» περιλαμβάνουν γενικές κατηγορίες υπηρεσιών, όπως διαδικτυακά σημεία ανταλλαγής, σημεία ασύρματης πρόσβασης, εικονικά ιδιωτικά δίκτυα, υπηρεσίες και φορείς επίλυσης του συστήματος ονομάτων τομέα (DNS), μητρώα ονομάτων τομέα ανώτατου επιπέδου, υπεύθυνους τήρησης μητρώου ονομάτων τομέα, αρχές πιστοποίησης που εκδίδουν ψηφιακά πιστοποιητικά, φωνητικές υπηρεσίες φωνής μέσω IP και άλλες υπηρεσίες διαπροσωπικών επικοινωνιών, ενώ γενικά παραδείγματα ενδιάμεσων υπηρεσιών «προσωρινής αποθήκευσης» αποτελούν η αποκλειστική παροχή δικτύων μετάδοσης περιεχομένου, οι αντίστροφοι διακομιστές μεσολάβησης ή οι διακομιστές μεσολάβησης για την προσαρμογή περιεχομένου. Οι υπηρεσίες αυτές είναι ζωτικής σημασίας για την ομαλή και αποτελεσματική μετάδοση πληροφοριών στο διαδίκτυο. Παραδείγματα «υπηρεσιών φιλοξενίας» αποτελούν κατηγορίες υπηρεσιών όπως το υπολογιστικό νέφος, η φιλοξενία ιστοσελίδων, οι επ’ αμοιβή υπηρεσίες αντιστοίχισης ή οι υπηρεσίες που επιτρέπουν επιγραμμική ανταλλαγή πληροφοριών και περιεχομένου, μεταξύ των οποίων η αποθήκευση και η ανταλλαγή αρχείων. Ενδιάμεσες υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται μεμονωμένα, στο πλαίσιο άλλης μορφής ενδιάμεσης υπηρεσίας ή ταυτόχρονα με άλλες ενδιάμεσες υπηρεσίες. Το κατά πόσον μια συγκεκριμένη υπηρεσία συνιστά υπηρεσία «απλής μετάδοσης», «προσωρινής αποθήκευσης» ή «φιλοξενίας» εξαρτάται αποκλειστικά από τις τεχνικές λειτουργίες της, οι οποίες ενδέχεται να εξελίσσονται με την πάροδο του χρόνου και θα πρέπει να αξιολογούνται κατά περίπτωση.

(30)

Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών δεν θα πρέπει να υπόκεινται, ούτε εκ του νόμου ούτε εκ των πραγμάτων, σε υποχρέωση παρακολούθησης όσον αφορά τις υποχρεώσεις γενικού χαρακτήρα. Αυτό δεν αφορά τις υποχρεώσεις παρακολούθησης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, και ειδικότερα δεν θίγει τυχόν εντολές των εθνικών αρχών σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης όπως αυτό ερμηνεύεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και βάσει των προϋποθέσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Κανένα στοιχείο του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως επιβάλλον γενική υποχρέωση παρακολούθησης ή γενική υποχρέωση ενεργητικής αναζήτησης γεγονότων, ούτε ως επιβάλλον στους παρόχους γενική υποχρέωση λήψης εκ των προτέρων μέτρων σε σχέση με παράνομο περιεχόμενο.

(31)

Ανάλογα με το νομικό σύστημα κάθε κράτους μέλους και τον επίμαχο τομέα του δικαίου, οι εθνικές δικαστικές ή διοικητικές αρχές, περιλαμβανομένων των αρχών επιβολής του νόμου, μπορούν να διατάξουν παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών να αναλάβουν δράση κατά ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων παράνομου περιεχομένου ή να παράσχουν ορισμένες συγκεκριμένες πληροφορίες. Οι εθνικές νομοθεσίες βάσει των οποίων εκδίδονται αυτές οι εντολές διαφέρουν σημαντικά και οι εντολές αφορούν με ολοένα και αυξανόμενο ρυθμό διασυνοριακές περιπτώσεις. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και αποδοτική συμμόρφωση με τις εν λόγω εντολές, ιδίως σε διασυνοριακό πλαίσιο, ώστε οι οικείες δημόσιες αρχές να μπορούν να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και οι πάροχοι να μην υπόκεινται σε δυσανάλογη επιβάρυνση, χωρίς να θίγονται αδικαιολόγητα τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα οποιωνδήποτε τρίτων, είναι αναγκαίο να καθοριστούν ορισμένες προϋποθέσεις τις οποίες οι εντολές πρέπει να πληρούν, καθώς και ορισμένες συμπληρωματικές απαιτήσεις σχετικά με τη διεκπεραίωση αυτών των εντολών. Κατά συνέπεια, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εναρμονίζει μόνο ορισμένες ειδικές ελάχιστες προϋποθέσεις τις οποίες θα πρέπει να πληρούν οι εν λόγω εντολές προκειμένου να δημιουργείται η υποχρέωση των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών να ενημερώνουν τις σχετικές αρχές σχετικά με την εκτέλεση των εν λόγω εντολών. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός δεν παρέχει τη νομική βάση για την έκδοση τέτοιων εντολών ούτε ρυθμίζει το εδαφικό πεδίο εφαρμογής ή διασυνοριακής επιβολής τους.

(32)

Το εφαρμοστέο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο βάσει του οποίου εκδίδονται οι εντολές αυτές θα μπορούσε να απαιτεί πρόσθετες προϋποθέσεις και θα πρέπει να αποτελεί τη βάση για την εκτέλεση των αντίστοιχων εντολών. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις εντολές αυτές, το κράτος μέλος έκδοσης θα πρέπει να είναι σε θέση να τις εκτελέσει σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο. Το ισχύον εθνικό δίκαιο θα πρέπει να συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένων του Χάρτη και των διατάξεων της ΣΛΕΕ σχετικά με την ελευθερία εγκατάστασης και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών εντός της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά επιγραμμικές υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών και στοιχημάτων. Παρομοίως, η εφαρμογή των εν λόγω εθνικών δικαίων για την εκτέλεση των αντίστοιχων εντολών δεν θίγει ισχύουσες νομικές πράξεις της Ένωσης ή διεθνείς συμφωνίες που έχει συνάψει η Ένωση ή τα κράτη μέλη σχετικά με τη διασυνοριακή αναγνώριση, εκτέλεση και επιβολή αυτών των εντολών, ιδίως σε αστικές και ποινικές υποθέσεις. Από την άλλη πλευρά, η εκτέλεση της υποχρέωσης ενημέρωσης των σχετικών αρχών σχετικά με την εκτέλεση των εν λόγω αποφάσεων, σε αντίθεση με την εκτέλεση των ιδίων εντολών, θα πρέπει να υπόκειται στους κανόνες του παρόντος κανονισμού.

(33)

Ο πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών θα πρέπει να ενημερώνει την αρχή έκδοσης σχετικά με οποιαδήποτε συνέχεια δίδεται στις εν λόγω εντολές χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σύμφωνα με τις προθεσμίες που ορίζονται στο σχετικό ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο.

(34)

Οι σχετικές εθνικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να εκδίδουν τέτοιες εντολές κατά περιεχομένου που θεωρείται παράνομο ή εντολές παροχής πληροφοριών βάσει του ενωσιακού ή εθνικού δικαίου σε συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως του Χάρτη, και να τις απευθύνουν σε παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος. Ωστόσο, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές ή ποινικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένου του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 και κανονισμού σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή υποβολής και την ευρωπαϊκή εντολή διατήρησης ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις, και το εθνικό ποινικό ή αστικό δικονομικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, όταν οι νόμοι αυτοί στο πλαίσιο ποινικών ή αστικών διαδικασιών προβλέπουν όρους πρόσθετους ή ασύμβατους με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά εντολές για την ανάληψη δράσης κατά παράνομου περιεχομένου ή την παροχή πληροφοριών, οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό μπορούν να μην εφαρμόζονται ή μπορεί να προσαρμόζονται. Ειδικότερα, η υποχρέωση του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών από το κράτος μέλος της αρχής έκδοσης να διαβιβάζει αντίγραφο των εντολών σε όλους τους άλλους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών μπορεί να μην εφαρμοστεί στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας ή να προσαρμοστεί, εφόσον αυτό προβλέπεται από την ισχύουσα εθνική ποινική δικονομία.

Επιπλέον, η υποχρέωση να περιέχουν οι εντολές αιτιολογία στην οποία να εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους οι πληροφορίες συνιστούν παράνομο περιεχόμενο θα πρέπει να προσαρμόζεται, εφόσον είναι αναγκαίο, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό ποινικό δικονομικό δίκαιο για την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση και τη δίωξη ποινικών αδικημάτων. Τέλος, η υποχρέωση των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών να ενημερώνουν τον αποδέκτη της υπηρεσίας θα μπορούσε να αναστέλλεται σύμφωνα με το ισχύον ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο, ιδίως στο πλαίσιο ποινικών, αστικών ή διοικητικών διαδικασιών. Επιπλέον, οι εντολές θα πρέπει να εκδίδονται σε συμμόρφωση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και την απαγόρευση επιβολής γενικών υποχρεώσεων παρακολούθησης πληροφοριών ή ενεργητικής αναζήτησης γεγονότων ή περιστάσεων που υποδεικνύουν παράνομη δραστηριότητα η οποία προβλέπεται στον κανονισμό αυτόν. Οι όροι και οι απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και εφαρμόζονται σε εντολές ανάληψης δράσης κατά παράνομου περιεχομένου δεν θίγουν άλλες ενωσιακές πράξεις που προβλέπουν παρόμοια συστήματα για την ανάληψη δράσης κατά συγκεκριμένων ειδών παράνομου περιεχομένου, όπως ο κανονισμός (ΕΕ) 2021/784, ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020, ή ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/2394, με τον οποίο παρέχονται ειδικές εξουσίες ώστε να διατάσσεται η παροχή πληροφοριών προς τις αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την επιβολή της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών, ενώ οι όροι και οι απαιτήσεις που εφαρμόζονται στις εντολές παροχής πληροφοριών δεν θίγουν άλλες ενωσιακές πράξεις που προβλέπουν παρόμοιους σχετικούς κανόνες για συγκεκριμένους τομείς. Οι εν λόγω όροι και απαιτήσεις δεν θα πρέπει να θίγουν τους κανόνες διατήρησης και διαφύλαξης βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, σε συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο και τα αιτήματα εμπιστευτικότητας των αρχών επιβολής του νόμου, τα οποία αφορούν τη μη κοινοποίηση πληροφοριών. Οι εν λόγω όροι και απαιτήσεις δεν θα πρέπει να θίγουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να απαιτούν από έναν πάροχο ενδιάμεσων υπηρεσιών να αποτρέπει μια παράβαση, σε συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης συμπεριλαμβανομένου του παρόντος κανονισμού, και ιδίως με την απαγόρευση των γενικών υποχρεώσεων παρακολούθησης.

(35)

Οι όροι και οι απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να πληρούνται το αργότερο κατά τη διαβίβαση της εντολής στον ενδιαφερόμενο πάροχο. Κατά συνέπεια, η εντολή μπορεί να εκδοθεί σε μία από τις επίσημες γλώσσες της αρχής έκδοσης του οικείου κράτους μέλους. Ωστόσο, όταν η γλώσσα αυτή είναι διαφορετική από τη γλώσσα που δήλωσε ο πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών ή από άλλη επίσημη γλώσσα των κρατών μελών η οποία έχει συμφωνηθεί διμερώς μεταξύ της αρχής που εκδίδει την εντολή και του παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών, η διαβίβαση της εντολής θα πρέπει να συνοδεύεται από μετάφραση τουλάχιστον των στοιχείων της εντολής που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Όταν ένας πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών έχει συμφωνήσει διμερώς με τις αρχές ενός κράτους μέλους να χρησιμοποιεί μία συγκεκριμένη γλώσσα, θα πρέπει να ενθαρρύνεται να δέχεται εντολές στην ίδια γλώσσα που εκδίδονται από αρχές άλλων κρατών μελών. Οι εντολές θα πρέπει να περιλαμβάνουν στοιχεία που επιτρέπουν στον αποδέκτη να ταυτοποιεί την αρχή έκδοσης, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων επικοινωνίας ενός σημείου επαφής εντός της εν λόγω αρχής, κατά περίπτωση, και να επαληθεύει τη γνησιότητα της εντολής.

(36)

Το εδαφικό πεδίο εφαρμογής των εν λόγω εντολών ανάληψης δράσης κατά παράνομου περιεχομένου θα πρέπει να καθορίζεται σαφώς βάσει του εφαρμοστέου ενωσιακού ή εθνικού δικαίου που καθιστά δυνατή την έκδοση της εντολής και δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της. Εν προκειμένω, η εθνική δικαστική ή διοικητική αρχή, η οποία θα μπορούσε να είναι μια αρχή επιβολής του νόμου, που εκδίδει την εντολή θα πρέπει να εξισορροπεί τον στόχο τον οποίο επιδιώκει η εντολή, σύμφωνα με τη νομική βάση που καθιστά δυνατή την έκδοσή της, με τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα όλων των τρίτων που μπορεί να θιγούν από την εντολή, ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματά τους βάσει του Χάρτη. Ιδίως σε διασυνοριακό πλαίσιο, το αποτέλεσμα της εντολής θα πρέπει να περιορίζεται στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης, εκτός εάν ο παράνομος χαρακτήρας του περιεχομένου απορρέει άμεσα από το δίκαιο της Ένωσης ή η αρχή έκδοσης θεωρεί ότι τα επίμαχα δικαιώματα απαιτούν ευρύτερο εδαφικό πεδίο εφαρμογής, σύμφωνα με το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη και λόγους διεθνούς αβροφροσύνης.

(37)

Οι εντολές παροχής πληροφοριών που ρυθμίζονται από τον παρόντα κανονισμό αφορούν την προσκόμιση συγκεκριμένων πληροφοριών σχετικά με μεμονωμένους αποδέκτες της σχετικής ενδιάμεσης υπηρεσίας, οι οποίοι προσδιορίζονται σε αυτές τις εντολές για τον σκοπό του καθορισμού της συμμόρφωσης των αποδεκτών των υπηρεσιών με τους εφαρμοστέους ενωσιακούς ή εθνικούς κανόνες. Τέτοιες εντολές θα πρέπει να ζητούν πληροφορίες με σκοπό να επιτρέπουν την ταυτοποίηση των αποδεκτών της σχετικής υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, οι εντολές σχετικά με πληροφορίες για μια ομάδα αποδεκτών της υπηρεσίας οι οποίοι δεν προσδιορίζονται ρητά, συμπεριλαμβανομένων των εντολών παροχής συγκεντρωτικών πληροφοριών που απαιτούνται για στατιστικούς σκοπούς ή για τη χάραξη πολιτικής βάσει στοιχείων, δεν καλύπτονται από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με την παροχή πληροφοριών.

(38)

Οι εντολές για την ανάληψη δράσης κατά παράνομου περιεχομένου και την παροχή πληροφοριών υπόκεινται στους κανόνες που διασφαλίζουν την αρμοδιότητα του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο πάροχος υπηρεσιών στον οποίο απευθύνεται η εντολή και στους κανόνες που προβλέπουν πιθανές παρεκκλίσεις από την αρμοδιότητα αυτή σε ορισμένες περιπτώσεις, οι οποίες παρατίθενται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ, μόνο εάν τηρούνται οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου. Δεδομένου ότι οι εν λόγω εντολές αφορούν συγκεκριμένα στοιχεία παράνομου περιεχομένου και πληροφοριακά στοιχεία, αντίστοιχα, όταν απευθύνονται σε παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος δεν περιορίζουν καταρχήν την ελευθερία αυτών των παρόχων να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε διασυνοριακό επίπεδο. Ως εκ τούτου, οι κανόνες που προβλέπονται στο άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την ανάγκη αιτιολόγησης, βάσει ορισμένων καθορισμένων λόγων, μέτρων τα οποία παρεκκλίνουν από την αρμοδιότητα του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο πάροχος υπηρεσιών, καθώς και εκείνων που αφορούν την κοινοποίηση αυτών των μέτρων, δεν εφαρμόζονται όσον αφορά τις εν λόγω εντολές.

(39)

Οι απαιτήσεις για την παροχή πληροφοριών σχετικά με μηχανισμούς προσφυγής που διατίθενται στον πάροχο της ενδιάμεσης υπηρεσίας και στον αποδέκτη της υπηρεσίας που παρείχε το περιεχόμενο περιλαμβάνουν την απαίτηση παροχής πληροφοριών σχετικά με τους διοικητικούς μηχανισμούς διεκπεραίωσης καταγγελιών και τα ένδικα βοηθήματα, περιλαμβανομένων των προσφυγών κατά εντολών που εκδίδονται από δικαστικές αρχές. Επιπλέον, οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών θα μπορούσαν να αναπτύξουν εθνικά εργαλεία και καθοδήγηση όσον αφορά τους μηχανισμούς υποβολής καταγγελιών και προσφυγής που εφαρμόζονται στην επικράτειά τους, προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση των αποδεκτών της υπηρεσίας στους εν λόγω μηχανισμούς. Τέλος, κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να σέβονται το θεμελιώδες δικαίωμα στην αποτελεσματική δικαστική προστασία και σε δίκαιη δίκη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 47 του Χάρτη. Ο παρών κανονισμός, κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις αρμόδιες εθνικές δικαστικές ή διοικητικές αρχές να εκδίδουν, βάσει του εφαρμοστέου ενωσιακού ή εθνικού δικαίου, εντολή για την αποκατάσταση περιεχομένου, όταν το εν λόγω περιεχόμενο συμμορφώνεται με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόχου της ενδιάμεσης υπηρεσίας αλλά έχει εσφαλμένα θεωρηθεί παράνομο από τον εν λόγω πάροχο και έχει αφαιρεθεί.

(40)

Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του παρόντος κανονισμού και, ειδικότερα, να βελτιωθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να διασφαλιστεί ένας ασφαλές και διαφανές επιγραμμικό περιβάλλον, πρέπει να θεσπιστεί ένα σαφές, αποτελεσματικό, προβλέψιμο και ισορροπημένο σύνολο εναρμονισμένων υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών. Σκοπός των υποχρεώσεων αυτών θα πρέπει να είναι ιδίως η διασφάλιση διαφορετικών στόχων δημόσιας τάξης, όπως η ασφάλεια και η εμπιστοσύνη των αποδεκτών της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών, των ανηλίκων και των χρηστών οι οποίοι διατρέχουν ιδιαίτερο κίνδυνο να αποτελέσουν θύματα ρητορικής μίσους, σεξουαλικής παρενόχλησης ή άλλων διακρίσεων, η προστασία των σχετικών θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, η ουσιαστική υποχρέωση λογοδοσίας αυτών των παρόχων και η ενίσχυση της θέσης των αποδεκτών και άλλων θιγόμενων μερών, με παράλληλη διευκόλυνση της αναγκαίας εποπτείας από τις αρμόδιες αρχές.

(41)

Εν προκειμένω, είναι σημαντικό οι υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας να είναι προσαρμοσμένες στο είδος, στο μέγεθος και στη φύση της σχετικής ενδιάμεσης υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός προβλέπει βασικές υποχρεώσεις που εφαρμόζονται σε όλους τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, καθώς και πρόσθετες υποχρεώσεις για τους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας και, πιο συγκεκριμένα, για παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης. Στον βαθμό που οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών εμπίπτουν σε διάφορες κατηγορίες βάσει της φύσης των υπηρεσιών τους και του μεγέθους τους, θα πρέπει να συμμορφώνονται με όλες τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του παρόντος κανονισμού σε σχέση με αυτές τις υπηρεσίες. Οι εναρμονισμένες αυτές υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας, οι οποίες θα πρέπει να είναι εύλογες και όχι αυθαίρετες, είναι απαραίτητες για να καλυφθούν εντοπισμένες ανησυχίες δημόσιας πολιτικής, όπως να διαφυλαχθούν τα έννομα συμφέροντα των αποδεκτών της υπηρεσίας, να αντιμετωπισθούν παράνομες πρακτικές και να προστατευθούν τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Οι υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας είναι ανεξάρτητες από το ζήτημα της ευθύνης των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών, το οποίο κατά συνέπεια θα πρέπει να αξιολογηθεί χωριστά.

(42)

Προκειμένου να διευκολυνθούν ομαλές και αποδοτικές αμφίδρομες επικοινωνίες, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επιβεβαίωσης παραλαβής αυτών των επικοινωνιών, σχετικά με ζητήματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να απαιτηθεί από τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών να προσδιορίσουν ενιαίο ηλεκτρονικό σημείο επαφής και να δημοσιεύουν και να επικαιροποιούν σχετικές πληροφορίες για αυτό το σημείο επαφής, μεταξύ των οποίων και τις γλώσσες που πρέπει να χρησιμοποιούνται σε αυτές τις επικοινωνίες. Το ηλεκτρονικό σημείο επαφής μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται από αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου και επαγγελματικούς φορείς που έχουν ειδική σχέση με τον πάροχο ενδιάμεσων υπηρεσιών. Σε αντίθεση με τον νόμιμο εκπρόσωπο, το ηλεκτρονικό σημείο επαφής θα πρέπει να εξυπηρετεί επιχειρησιακούς σκοπούς και δεν χρειάζεται απαραιτήτως να διαθέτει φυσικό τόπο εγκατάστασης. Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών μπορούν να προσδιορίσουν το ίδιο ενιαίο σημείο επαφής για τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού καθώς και για τους σκοπούς άλλων πράξεων του ενωσιακού δικαίου. Όταν προσδιορίζουν τις γλώσσες επικοινωνίας, οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών καλό είναι να επιλέγουν γλώσσες που δεν αποτελούν αφ’ εαυτών εμπόδιο στην επικοινωνία. Όπου απαιτείται, οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών και οι αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να μπορούν να συμφωνούν χωριστά για τη γλώσσα επικοινωνίας ή να αναζητούν εναλλακτικά μέσα για να ξεπεράσουν το φράγμα της γλώσσας, μεταξύ άλλων χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα τεχνολογικά μέσα ή εσωτερικούς και εξωτερικούς ανθρώπινους πόρους.

(43)

Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών θα πρέπει επίσης να υποχρεούνται να ορίσουν ένα ενιαίο σημείο επαφής για τους αποδέκτες των υπηρεσιών, το οποίο θα επιτρέπει την ταχεία, άμεση και αποτελεσματική επικοινωνία, ιδίως με εύκολα προσβάσιμα μέσα, όπως τους αριθμούς τηλεφώνου, τις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα ηλεκτρονικά έντυπα επικοινωνίας, τα προγράμματα αυτοματοποιημένης συζήτησης ή την άμεση ανταλλαγή μηνυμάτων. Θα πρέπει να αναφέρεται ρητά πότε ο αποδέκτης των υπηρεσιών επικοινωνεί με πρόγραμμα αυτοματοποιημένης συζήτησης. Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών θα πρέπει να επιτρέπουν στους αποδέκτες των υπηρεσιών να επιλέγουν μέσα άμεσης και αποτελεσματικής επικοινωνίας που δεν βασίζονται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένα εργαλεία. Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών πρέπει να καταβάλλουν κάθε εύλογη προσπάθεια για να εξασφαλίζουν ότι διατίθενται επαρκείς ανθρώπινοι και οικονομικοί πόροι ώστε να διασφαλίζεται ότι η κοινοποίηση αυτή πραγματοποιείται εγκαίρως και αποτελεσματικά.

(44)

Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτη χώρα και προσφέρουν υπηρεσίες στην Ένωση θα πρέπει να ορίσουν επαρκώς εξουσιοδοτημένο νόμιμο εκπρόσωπο στην Ένωση και να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τους νόμιμους εκπροσώπους τους στις σχετικές αρχές και να τις δημοσιοποιούν. Προκειμένου να συμμορφωθούν με την υποχρέωση αυτή, οι εν λόγω πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος που έχει οριστεί διαθέτει τις αναγκαίες εξουσίες και πόρους για να συνεργάζεται με τις σχετικές αρχές. Αυτό θα μπορούσε να συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν ένας πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών διορίζει μια θυγατρική επιχείρηση του ίδιου ομίλου με τον πάροχο, ή τη μητρική του επιχείρηση, εάν αυτή η θυγατρική ή μητρική επιχείρηση είναι εγκατεστημένη στην Ένωση. Ωστόσο, αυτό ίσως να μη συμβαίνει όταν, για παράδειγμα, ο νόμιμος εκπρόσωπος υπόκειται σε διαδικασία ανασυγκρότησης, πτώχευσης, ή προσωπικής ή εταιρικής αφερεγγυότητας. Η εν λόγω υποχρέωση θα πρέπει να επιτρέπει την αποτελεσματική εποπτεία και, όπου απαιτείται, την επιβολή του παρόντος κανονισμού σε σχέση με τους εν λόγω παρόχους. Θα πρέπει να είναι δυνατόν ένας νόμιμος εκπρόσωπος να είναι εξουσιοδοτημένος, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, από περισσότερους του ενός παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών. Ο νόμιμος εκπρόσωπος θα πρέπει να μπορεί να λειτουργεί επίσης ως σημείο επαφής, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

(45)

Παρότι η ελευθερία σύναψης συμβάσεων των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών θα πρέπει καταρχήν να τηρείται, είναι σκόπιμο να καθοριστούν ορισμένοι κανόνες σχετικά με το περιεχόμενο, την εφαρμογή και την επιβολή των όρων και προϋποθέσεων των εν λόγω παρόχων για λόγους διαφάνειας, προστασίας των αποδεκτών της υπηρεσίας και αποφυγής αθέμιτων ή αυθαίρετων αποτελεσμάτων. Οι πάροχοι των ενδιάμεσων υπηρεσιών, στους όρους και τις προϋποθέσεις τους, θα πρέπει σαφώς να αναφέρουν και να επικαιροποιούν τις πληροφορίες σχετικά με τους λόγους βάσει των οποίων μπορούν να περιορίζουν την παροχή των υπηρεσιών τους. Ειδικότερα, θα πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες για κάθε πολιτική, διαδικασία, μέτρο και εργαλείο που χρησιμοποιείται για τον σκοπό του ελέγχου περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων της αλγοριθμικής λήψης αποφάσεων και της επανεξέτασης από άνθρωπο, καθώς και του κανονισμού που διέπει το εσωτερικό τους σύστημα διαχείρισης καταγγελιών. Πρέπει επίσης να παρέχουν εύκολα προσιτές πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα τερματισμού της χρήσης της υπηρεσίας. Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών δύνανται να χρησιμοποιούν στους όρους και τις προϋποθέσεις τους γραφικά στοιχεία όπως εικονίδια ή εικόνες για την απεικόνιση των κύριων στοιχείων των απαιτήσεων πληροφόρησης που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό. Οι πάροχοι θα πρέπει να ενημερώνουν τους αποδέκτες των υπηρεσιών τους με κατάλληλα μέσα για σημαντικές αλλαγές στους όρους και τις προϋποθέσεις, για παράδειγμα όταν τροποποιούν τους κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες που επιτρέπονται στην υπηρεσία τους, ή άλλες παρόμοιες αλλαγές που θα μπορούσαν να επηρεάσουν άμεσα την ικανότητα των αποδεκτών να κάνουν χρήση της υπηρεσίας.

(46)

Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών που απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε ανηλίκους, για παράδειγμα μέσω του σχεδιασμού ή της εμπορίας της υπηρεσίας, ή οι οποίες χρησιμοποιούνται κυρίως από ανηλίκους, θα πρέπει να καταβάλλουν ιδιαίτερες προσπάθειες ώστε η επεξήγηση των όρων και προϋποθέσεών τους να είναι εύκολα κατανοητή στους ανηλίκους.

(47)

Κατά τον σχεδιασμό, την εφαρμογή και την επιβολή των εν λόγω περιορισμών, οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών θα πρέπει να ενεργούν με μη αυθαίρετο τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις και να λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα των αποδεκτών της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Για παράδειγμα, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει ιδίως να λαμβάνουν δεόντως υπόψη την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, περιλαμβανομένης της ελευθερίας και της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης. Όλοι οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνή πρότυπα για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως οι κατευθυντήριες αρχές των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

(48)

Δεδομένου του ειδικού ρόλου και της εμβέλειάς τους, είναι σκόπιμο να επιβληθούν στις πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και στις πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης πρόσθετες απαιτήσεις όσον αφορά την ενημέρωση και τη διαφάνεια των όρων και προϋποθέσεων τους. Κατά συνέπεια, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να παρέχουν τους όρους και τις προϋποθέσεις τους στις επίσημες γλώσσες όλων των κρατών μελών στα οποία προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και θα πρέπει επίσης να παρέχουν στους αποδέκτες των υπηρεσιών συνοπτική και ευανάγνωστη περίληψη των κύριων στοιχείων των όρων και προϋποθέσεων. Οι εν λόγω περιλήψεις πρέπει να προσδιορίζουν τα κύρια στοιχεία των απαιτήσεων πληροφόρησης, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας εύκολης εξαίρεσης από προαιρετικές ρήτρες.

(49)

Για τη διασφάλιση επαρκούς επιπέδου διαφάνειας και λογοδοσίας, οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών θα πρέπει να δημοσιοποιούν ετήσια έκθεση σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο, σύμφωνα με τις εναρμονισμένες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, σχετικά με τον έλεγχο περιεχομένου τον οποίο πραγματοποιούν, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που λαμβάνονται ως αποτέλεσμα της εφαρμογής και επιβολής των όρων και προϋποθέσεών τους. Ωστόσο, προκειμένου να αποφευχθούν δυσανάλογες επιβαρύνσεις, αυτές οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων για λόγους διαφάνειας δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε παρόχους που είναι πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις όπως ορίζονται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (25) και που δεν είναι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού.

(50)

Οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας διαδραματίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση του παράνομου περιεχομένου στο διαδίκτυο, καθώς αποθηκεύουν πληροφορίες που παρέχονται από τους αποδέκτες της υπηρεσίας και κατόπιν αιτήματος αυτών, και συνήθως παρέχουν σε άλλους αποδέκτες πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες, ενίοτε σε μεγάλη κλίμακα. Είναι σημαντικό όλοι οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας, ανεξαρτήτως του μεγέθους τους, να θέσουν σε εφαρμογή εύκολα προσβάσιμους και φιλικούς προς τον χρήστη μηχανισμούς ειδοποίησης και δράσης που διευκολύνουν την κοινοποίηση συγκεκριμένων πληροφοριακών στοιχείων, τα οποία το κοινοποιούν μέρος θεωρεί ότι αποτελούν παράνομο περιεχόμενο, στον οικείο πάροχο υπηρεσιών φιλοξενίας («ειδοποίηση»), βάσει των οποίων ο πάροχος μπορεί να αποφασίσει αν συμφωνεί ή όχι με αυτή την αξιολόγηση και αν επιθυμεί να αποσύρει ή να απενεργοποιήσει την πρόσβαση σε αυτό το περιεχόμενο («δράση»). Οι μηχανισμοί αυτοί θα πρέπει να είναι σαφώς αναγνωρίσιμοι, τοποθετημένοι κοντά στις εν λόγω πληροφορίες και τουλάχιστον εξίσου εύκολοι στον εντοπισμό και τη χρήση τους με τους μηχανισμούς ειδοποίησης που αφορούν το περιεχόμενο που παραβιάζει τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόχου υπηρεσιών φιλοξενίας. Εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις σχετικά με τις ειδοποιήσεις, φυσικά πρόσωπα ή οντότητες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να κοινοποιήσουν πολλαπλά συγκεκριμένα στοιχεία εικαζόμενου παράνομου περιεχομένου μέσω μίας ειδοποίησης για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία των μηχανισμών ειδοποίησης και δράσης. Ο μηχανισμός ειδοποίησης θα πρέπει να επιτρέπει, αλλά όχι να απαιτεί, την ταυτοποίηση του φυσικού προσώπου ή της οντότητας που υποβάλλει ειδοποίηση. Για ορισμένα είδη κοινοποιούμενων πληροφοριών, ενδέχεται να είναι απαραίτητη η ταυτότητα του φυσικού προσώπου ή της οντότητας που υποβάλλει ειδοποίηση, ώστε να προσδιορίζεται κατά πόσον οι εν λόγω πληροφορίες αποτελούν παράνομο περιεχόμενο, όπως υποστηρίζεται. Η υποχρέωση δημιουργίας μηχανισμών ειδοποίησης και δράσης θα πρέπει να εφαρμόζεται, για παράδειγμα, σε υπηρεσίες αποθήκευσης και διαμοιρασμού αρχείων, υπηρεσίες φιλοξενίας ιστοσελίδων, εξυπηρετητές διαφημίσεων και ιστοσελίδες αποθήκευσης πληροφοριών (paste bins), στο μέτρο που μπορούν να χαρακτηριστούν υπηρεσίες φιλοξενίας που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

(51)

Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματα όλων των ενδιαφερόμενων μερών, που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, κάθε δράση που αναλαμβάνεται από πάροχο υπηρεσιών φιλοξενίας σύμφωνα με την παραλαβή ειδοποίησης θα πρέπει να είναι αυστηρά στοχευμένη, υπό την έννοια ότι θα πρέπει να χρησιμεύει για την αφαίρεση ή την απενεργοποίηση της πρόσβασης σε συγκεκριμένα πληροφοριακά στοιχεία που θεωρούνται παράνομο περιεχόμενο, χωρίς να θίγεται αδικαιολόγητα η ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης των αποδεκτών της υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, οι ειδοποιήσεις θα πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να απευθύνονται στους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας που μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι έχουν την τεχνική και επιχειρησιακή ικανότητα να ενεργούν κατά των συγκεκριμένων αυτών στοιχείων. Οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας που λαμβάνουν ειδοποίηση για την οποία δεν μπορούν, για τεχνικούς ή επιχειρησιακούς λόγους, να αφαιρέσουν το συγκεκριμένο πληροφοριακό στοιχείο, θα πρέπει να ενημερώνουν το πρόσωπο ή την οντότητα που υπέβαλε την ειδοποίηση.

(52)

Οι κανόνες σχετικά με τους εν λόγω μηχανισμούς ειδοποίησης και δράσης θα πρέπει να είναι εναρμονισμένοι σε ενωσιακό επίπεδο, ώστε να προβλέπεται η έγκαιρη, επιμελής και μη αυθαίρετη επεξεργασία των ειδοποιήσεων βάσει κανόνων οι οποίοι είναι ομοιόμορφοι, διαφανείς και σαφείς και προβλέπουν ισχυρές διασφαλίσεις για την προστασία των δικαιωμάτων και των έννομων συμφερόντων όλων των θιγόμενων μερών, ιδίως των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, ανεξάρτητα από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένα ή διαμένουν αυτά τα μέρη, καθώς και από τον επίμαχο τομέα του δικαίου. Τα θεμελιώδη δικαιώματα περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε: για τους αποδέκτες της υπηρεσίας, το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων, το δικαίωμα στην απαγόρευση των διακρίσεων και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής· για τους παρόχους υπηρεσιών, την επιχειρηματική ελευθερία περιλαμβανομένης της ελευθερίας των συμβάσεων· για τα μέρη που θίγονται από παράνομο περιεχόμενο, το δικαίωμα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα δικαιώματα του παιδιού, το δικαίωμα στην προστασία της ιδιοκτησίας, περιλαμβανομένης της διανοητικής, και το δικαίωμα στην απαγόρευση των διακρίσεων. Οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας θα πρέπει να ενεργούν εγκαίρως κατόπιν ειδοποιήσεων, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη το είδος του κοινοποιημένου παράνομου περιεχομένου και το αν επείγει η ανάληψη δράσης. Για παράδειγμα, μπορεί να αναμένεται από τους εν λόγω παρόχους να ενεργούν χωρίς καθυστέρηση όταν κοινοποιείται εικαζόμενο παράνομο περιεχόμενο που συνιστά απειλή για τη ζωή ή την ασφάλεια προσώπων. Ο πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας θα πρέπει να ενημερώνει το άτομο ή τον φορέα που κοινοποιεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μόλις αποφασίσει αν θα ενεργήσει ή όχι σύμφωνα με την ειδοποίηση.

(53)

Οι μηχανισμοί ειδοποίησης και δράσης θα πρέπει να επιτρέπουν την υποβολή ειδοποιήσεων που είναι επαρκώς ακριβείς και αρκούντως τεκμηριωμένες ώστε να επιτρέπουν στον ενδιαφερόμενο πάροχο υπηρεσιών φιλοξενίας να λάβει τεκμηριωμένη και επιμελή απόφαση, συμβατή με την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, όσον αφορά το περιεχόμενο με το οποίο σχετίζεται η ειδοποίηση, ιδίως εάν το εν λόγω περιεχόμενο πρέπει να θεωρηθεί παράνομο και να αφαιρεθεί ή να απενεργοποιηθεί η πρόσβαση σε αυτό. Οι εν λόγω μηχανισμοί θα πρέπει να διευκολύνουν την υποβολή ειδοποιήσεων που περιέχουν επεξήγηση των λόγων για τους οποίους το φυσικό πρόσωπο ή η οντότητα που υποβάλλει ειδοποίηση θεωρεί ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο είναι παράνομο, καθώς και σαφή ένδειξη σχετικά με την τοποθεσία του εν λόγω περιεχομένου. Όταν μια ειδοποίηση περιέχει επαρκείς πληροφορίες που επιτρέπουν σε επιμελή πάροχο υπηρεσιών φιλοξενίας να προσδιορίσει, χωρίς λεπτομερή νομική εξέταση, ότι είναι σαφές ότι το περιεχόμενο είναι παράνομο, η ειδοποίηση θα πρέπει να θεωρείται ότι οδηγεί σε πραγματική γνώση ή επίγνωση της παρανομίας. Εκτός από την υποβολή ειδοποιήσεων σχετικά με τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 της οδηγίας 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26), οι εν λόγω μηχανισμοί θα πρέπει να ζητούν από το φυσικό πρόσωπο ή την οντότητα που υποβάλλει ειδοποίηση να αποκαλύπτει την ταυτότητά του, ώστε να αποφεύγεται η κατάχρηση.

(54)

Όταν ένας πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας αποφασίζει, με το αιτιολογικό ότι οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν από αποδέκτες αποτελούν παράνομο περιεχόμενο ή είναι ασύμβατες με τους όρους και τις προϋποθέσεις του, να αποσύρει ή να απενεργοποιήσει την πρόσβαση σε πληροφορίες που παρασχέθηκαν από αποδέκτη της υπηρεσίας, ή να περιορίσει με άλλο τρόπο την προβολή ή την αξιοποίησή τους, για παράδειγμα κατόπιν λήψης ειδοποίησης ή ενεργώντας με δική του πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων αποκλειστικά με τη χρήση αυτόματων εργαλείων, ο εν λόγω πάροχος θα πρέπει να ενημερώνει με σαφή και ευνόητο τρόπο τον αποδέκτη σχετικά με την απόφασή του, τους λόγους της απόφασής του και τις διαθέσιμες δυνατότητες προσφυγής κατά της απόφασης, λαμβανομένων υπόψη των αρνητικών συνεπειών που αυτές οι αποφάσεις μπορεί να έχουν για τον αποδέκτη, μεταξύ άλλων, όσον αφορά την άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματός του στην ελευθερία της έκφρασης. Η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τους λόγους της απόφασης, ειδικότερα το κατά πόσον η δράση αναλήφθηκε διότι οι πληροφορίες που αποτελούν αντικείμενο της ειδοποίησης θεωρούνται παράνομο περιεχόμενο ή ασύμβατες με τους ισχύοντες όρους και προϋποθέσεις. Όταν η απόφαση ελήφθη μετά την παραλαβή ειδοποίησης, ο πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας θα πρέπει να αποκαλύπτει την ταυτότητα του προσώπου ή της οντότητας που υπέβαλε την ειδοποίηση στον αποδέκτη της υπηρεσίας μόνο όταν οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για τον εντοπισμό του παράνομου χαρακτήρα του περιεχομένου, όπως σε περιπτώσεις παραβιάσεων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.

(55)

Ο περιορισμός της προβολής μπορεί να συνίσταται σε υποβιβασμό σε συστήματα κατάταξης ή συστάσεων, καθώς και σε περιορισμό της προσβασιμότητας ενός ή περισσότερων αποδεκτών της υπηρεσίας ή στη φραγή του χρήστη από μια επιγραμμική κοινότητα εν αγνοία του («σκιώδης αποκλεισμός»). Η οικονομική αξιοποίηση, μέσω διαφημιστικών εσόδων, πληροφοριών τις οποίες παρέχει ο αποδέκτης της υπηρεσίας, μπορεί να περιοριστεί με αναστολή ή τερματισμό της πληρωμής ή των εσόδων που συνδέονται με τις εν λόγω πληροφορίες. Ωστόσο, η υποχρέωση παροχής αιτιολογίας δεν θα πρέπει να ισχύει όσον αφορά το παραπλανητικό εμπορικό περιεχόμενο μεγάλου όγκου που διαδίδεται μέσω εσκεμμένης χειραγώγησης της υπηρεσίας, ιδίως όσον αφορά τη μη αυθεντική χρήση της υπηρεσίας, όπως η χρήση μποτ ή ψεύτικων λογαριασμών ή άλλες παραπλανητικές χρήσεις της υπηρεσίας. Ανεξάρτητα από άλλες δυνατότητες υποβολής ένστασης κατά της απόφασης του παρόχου υπηρεσιών φιλοξενίας, ο αποδέκτης της υπηρεσίας θα πρέπει πάντα να έχει δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου σύμφωνα το εθνικό δίκαιο.

(56)

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να περιέλθουν σε γνώση ενός παρόχου υπηρεσιών φιλοξενίας, όπως μέσω ειδοποίησης κοινοποιούντος μέρους ή μέσω δικών της εθελοντικών μέτρων, πληροφορίες σχετικά με ορισμένη δραστηριότητα ενός αποδέκτη της υπηρεσίας, όπως η παροχή ορισμένων ειδών παράνομου περιεχομένου, οι οποίες δικαιολογούν εύλογα, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών περιστάσεων τις οποίες γνωρίζει ο πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας, την υπόνοια ότι ο εν λόγω αποδέκτης ενδέχεται να έχει διαπράξει, ενδέχεται να διαπράττει ή είναι πιθανό να διαπράξει ποινικό αδίκημα το οποίο συνεπάγεται απειλή για τη ζωή ή την ασφάλεια προσώπων, όπως τα αδικήματα που προσδιορίζονται στην οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27), στην οδηγία 2011/93/ΕΕ ή στην οδηγία (ΕΕ) 2017/541 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28). Για παράδειγμα, συγκεκριμένα στοιχεία περιεχομένου θα μπορούσαν να δημιουργήσουν υπόνοιες απειλής για το κοινό, όπως η υποκίνηση τρομοκρατίας κατά την έννοια του άρθρου 21 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/541. Στις περιπτώσεις αυτές, ο πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας θα πρέπει να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές επιβολής του νόμου για τις υπόνοιες αυτές. Ο πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας θα πρέπει να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του, περιλαμβάνοντας, κατά περίπτωση, το επίμαχο περιεχόμενο και, εάν είναι γνωστό, τον χρόνο δημοσίευσής του, με μνεία της ζώνης ώρας, εξήγηση σχετικά με την υπόνοιά του και τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον εντοπισμό και την ταυτοποίηση του σχετικού αποδέκτη της υπηρεσίας. Ο παρών κανονισμός δεν παρέχει νομική βάση ώστε οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας να καταρτίζουν προφίλ αποδεκτών των υπηρεσιών με σκοπό τον πιθανό εντοπισμό ποινικών αδικημάτων. Οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας θα πρέπει επίσης να τηρούν άλλους εφαρμοστέους κανόνες ενωσιακού ή εθνικού δικαίου για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των ατόμων όταν ενημερώνουν τις αρχές επιβολής του νόμου.

(57)

Προκειμένου να αποφευχθούν δυσανάλογες επιβαρύνσεις, οι πρόσθετες υποχρεώσεις που επιβάλλονται βάσει του παρόντος κανονισμού σε παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών, συμπεριλαμβανομένων των πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους, δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε παρόχους που χαρακτηρίζονται πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ. Για τον ίδιο λόγο, οι εν λόγω πρόσθετες υποχρεώσεις δεν θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται σε παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών που έχουν προηγουμένως χαρακτηριστεί πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια περιόδου 12 μηνών μετά την απώλεια του εν λόγω καθεστώτος. Οι εν λόγω πάροχοι δεν θα πρέπει να εξαιρούνται από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών σχετικά με τους μέσους μηνιαίους ενεργούς αποδέκτες της υπηρεσίας κατόπιν αιτήματος του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης ή της Επιτροπής. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες ή οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης έχουν μεγαλύτερη εμβέλεια και μεγαλύτερο αντίκτυπο όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι αποδέκτες της υπηρεσίας αποκτούν πληροφορίες και επικοινωνούν επιγραμμικά, οι εν λόγω πάροχοι δεν θα πρέπει να επωφελούνται από αυτή την εξαίρεση, ανεξάρτητα από το αν χαρακτηρίζονται ή χαρακτηρίστηκαν πρόσφατα ως πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις. Οι κανόνες ενοποίησης που καθορίζονται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ συμβάλλουν στο να διασφαλιστεί ότι αποτρέπεται οποιαδήποτε καταστρατήγηση αυτών των πρόσθετων υποχρεώσεων. Καμία διάταξη του παρόντος κανονισμού δεν εμποδίζει τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών που καλύπτονται από την εξαίρεση αυτή να δημιουργήσουν, σε εθελοντική βάση, ένα σύστημα που συμμορφώνεται με μία ή περισσότερες από τις εν λόγω υποχρεώσεις.

(58)

Οι αποδέκτες της υπηρεσίας θα πρέπει να είναι σε θέση να υποβάλουν ένσταση με τρόπο εύκολο και αποτελεσματικό κατά ορισμένων αποφάσεων των παρόχων επιγραμμικών πλατφορμών σχετικά με τον παράνομο χαρακτήρα του περιεχομένου ή την ασυμβατότητά του με τους όρους και τις προϋποθέσεις οι οποίες τους επηρεάζουν αρνητικά. Ως εκ τούτου, οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να υποχρεούνται να παρέχουν εσωτερικά συστήματα διαχείρισης καταγγελιών, τα οποία πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις με σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα συστήματα είναι εύκολα προσβάσιμα και οδηγούν σε ταχέα, αμερόληπτα, μη αυθαίρετα και δίκαια αποτελέσματα και ότι υπόκεινται σε επανεξέταση από άνθρωπο σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται αυτόματα μέσα. Τα εν λόγω συστήματα θα πρέπει να επιτρέπουν σε όλους τους αποδέκτες της υπηρεσίας να υποβάλλουν καταγγελία και δεν θα πρέπει να θέτουν τυπικές απαιτήσεις, όπως η παραπομπή σε συγκεκριμένες σχετικές νομικές διατάξεις ή οι αναλυτικές νομικές εξηγήσεις. Οι αποδέκτες της υπηρεσίας που υπέβαλαν ειδοποίηση μέσω του μηχανισμού ειδοποίησης και δράσης που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό ή μέσω του μηχανισμού κοινοποίησης περιεχομένου που παραβιάζει τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόχου επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν τον μηχανισμό καταγγελιών για να αμφισβητήσουν την απόφαση του παρόχου επιγραμμικών πλατφορμών στις ειδοποιήσεις τους, μεταξύ άλλων όταν θεωρούν ότι τα μέτρα που έλαβε ο εν λόγω πάροχος δεν ήταν επαρκή. Η δυνατότητα υποβολής ένστασης για την ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων θα πρέπει να είναι διαθέσιμη για τουλάχιστον έξι μήνες, που υπολογίζονται από τη στιγμή κατά την οποία ο πάροχος επιγραμμικών πλατφορμών ενημέρωσε τον αποδέκτη της υπηρεσίας σχετικά με την απόφαση.

(59)

Επιπλέον, θα πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα καλόπιστης εξωδικαστικής επίλυσης τέτοιων διαφορών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν κατέστη δυνατό να επιλυθούν με ικανοποιητικό τρόπο μέσω των εσωτερικών συστημάτων διαχείρισης καταγγελιών, από πιστοποιημένα όργανα που διαθέτουν την απαιτούμενη ανεξαρτησία, τα μέσα και την εμπειρογνωσία για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων τους με δίκαιο, ταχύ και οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Η ανεξαρτησία των οργάνων εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών θα πρέπει να διασφαλίζεται επίσης στο επίπεδο των φυσικών προσώπων που είναι αρμόδια για την επίλυση διαφορών, μεταξύ άλλων μέσω κανόνων για τη σύγκρουση συμφερόντων. Τα τέλη που χρεώνουν τα όργανα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών θα πρέπει να είναι εύλογα, προσβάσιμα, ελκυστικά, φθηνά για τους καταναλωτές και αναλογικά και να αξιολογούνται κατά περίπτωση. Όταν ένα όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών είναι πιστοποιημένο από τον αρμόδιο συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών, η εν λόγω πιστοποίηση θα πρέπει να ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη. Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να μπορούν να αρνούνται να συμμετάσχουν σε εξωδικαστικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών δυνάμει του παρόντος κανονισμού όταν η ίδια διαφορά, ιδίως όσον αφορά τις σχετικές πληροφορίες και τους λόγους για τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, τα αποτελέσματα της απόφασης και τους λόγους που προβάλλονται για την αμφισβήτηση της απόφασης, έχει ήδη επιλυθεί από ή υπόκειται ήδη σε εν εξελίξει διαδικασία ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή άλλου αρμόδιου οργάνου εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών. Οι αποδέκτες της υπηρεσίας θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν μεταξύ του εσωτερικού μηχανισμού καταγγελιών, της εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών και της δυνατότητας να κινούν, σε οποιοδήποτε στάδιο, δικαστικές διαδικασίες. Δεδομένου ότι το αποτέλεσμα της εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών δεν είναι δεσμευτικό, τα μέρη δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να κινούν δικαστική διαδικασία για την ίδια διαφορά. Οι δυνατότητες αμφισβήτησης των αποφάσεων των παρόχων επιγραμμικών πλατφορμών που δημιουργούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο θα πρέπει να μην επηρεάζουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη δυνατότητα των χρηστών να ζητούν δικαστική επανόρθωση κατά τους νόμους του οικείου κράτους μέλους, και, κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να επηρεάζουν την άσκηση του δικαιώματος σε πραγματική προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου, όπως προβλέπει το άρθρο 47 του Χάρτη. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού για την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών δεν θα πρέπει να απαιτούν από τα κράτη μέλη να συγκροτήσουν τέτοια όργανα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών.

(60)

Για συμβατικές διαφορές μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων οι οποίες αφορούν την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, η οδηγία 2013/11/ΕΕ διασφαλίζει ότι οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις στην Ένωση έχουν πρόσβαση σε πιστοποιημένους ως προς την ποιότητα φορείς εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Εν προκειμένω, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι κανόνες του παρόντος κανονισμού σχετικά με την εξωδικαστική επίλυση διαφορών δεν θίγουν την εν λόγω οδηγία, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος των καταναλωτών, βάσει της οδηγίας, να αποσυρθούν από τη διαδικασία σε οποιοδήποτε στάδιο, εφόσον δεν είναι ικανοποιημένοι με την όλη διεξαγωγή της διαδικασίας,

(61)

Η ανάληψη δράσης κατά παράνομου περιεχομένου μπορεί να είναι ταχύτερη και πιο αξιόπιστη όταν οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι δίνεται προτεραιότητα σε ειδοποιήσεις που υποβάλλονται από αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου, που ενεργούν στο πλαίσιο του καθορισμένου τομέα εμπειρογνωμοσύνης τους, μέσω των μηχανισμών ειδοποίησης και δράσης που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού, με την επιφύλαξη της απαίτησης επεξεργασίας και λήψης απόφασης με ταχύ, επιμελή και μη αυθαίρετο τρόπο όσον αφορά όλες τις ειδοποιήσεις που υποβάλλονται στο πλαίσιο αυτών των μηχανισμών. Τέτοιο καθεστώς αξιόπιστης πηγής επισήμανσης παράνομου περιεχομένου θα πρέπει να χορηγείται από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο αιτών και θα πρέπει να αναγνωρίζεται από όλους τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Αυτή η ιδιότητα της αξιόπιστης πηγής επισήμανσης παράνομου περιεχομένου θα πρέπει να αναγνωρίζεται μόνο σε οντότητες, όχι σε φυσικά πρόσωπα, οι οποίες έχουν αποδείξει, μεταξύ άλλων, ότι διαθέτουν ιδιαίτερη εμπειρογνωσία και ικανότητα στην αντιμετώπιση παράνομου περιεχομένου και ότι εργάζονται με επιμελή, ακριβή και αντικειμενικό τρόπο. Οι οντότητες αυτές μπορεί να ανήκουν στον δημόσιο τομέα, όπως, για περιεχόμενο που σχετίζεται με τρομοκρατία, οι μονάδες αναφοράς διαδικτυακού περιεχομένου των εθνικών αρχών επιβολής του νόμου ή του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) ή μπορεί να είναι μη κυβερνητικές οργανώσεις και ιδιωτικοί ή ημιδημόσιοι φορείς όπως οι οργανώσεις που ανήκουν στο δίκτυο ανοικτών τηλεφωνικών γραμμών INHOPE για την αναφορά υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών και οργανώσεις που ασχολούνται με την αναφορά παράνομων ρατσιστικών και ξενοφοβικών απόψεων στο διαδίκτυο. Για να αποφευχθεί η μείωση της προστιθέμενης αξίας του μηχανισμού αυτού, ο συνολικός αριθμός αξιόπιστων πηγών επισήμανσης παράνομου περιεχομένου που αναγνωρίζονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να είναι περιορισμένος. Ειδικότερα, οι κλαδικές ενώσεις που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των μελών τους ενθαρρύνονται να υποβάλλουν αίτηση για καθεστώς αξιόπιστης πηγής επισήμανσης παράνομου περιεχομένου, χωρίς να θίγεται το δικαίωμα ιδιωτικών οντοτήτων ή ατόμων να συνάπτουν διμερείς συμφωνίες με τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών.

(62)

Οι αξιόπιστες πηγές επισήμανσης θα πρέπει να δημοσιεύουν ευνόητες και λεπτομερείς εκθέσεις σχετικά με τις ειδοποιήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Οι εν λόγω εκθέσεις θα πρέπει να αναφέρουν πληροφορίες όπως τον αριθμό των ειδοποιήσεων που έχουν κατηγοριοποιηθεί από τον πάροχο υπηρεσιών φιλοξενίας, το είδος του περιεχομένου, και τα μέτρα που έλαβε ο πάροχος. Δεδομένου ότι οι αξιόπιστες πηγές επισήμανσης έχουν επιδείξει εμπειρογνωσία και ικανότητες, η επεξεργασία των ειδοποιήσεων που έχουν υποβληθεί από αξιόπιστες πηγές μπορεί να αναμένεται ότι θα είναι λιγότερο επαχθής και άρα ταχύτερη σε σύγκριση με ειδοποιήσεις που υποβάλλουν άλλοι αποδέκτες της υπηρεσίας. Ωστόσο, ο μέσος χρόνος διεκπεραίωσης μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με παράγοντες όπως το είδος του παράνομου περιεχομένου, η ποιότητα των ειδοποιήσεων και οι πραγματικές τεχνικές διαδικασίες που έχουν θεσπιστεί για την υποβολή τέτοιων ειδοποιήσεων.

Για παράδειγμα, ενώ ο κώδικας δεοντολογίας για την καταπολέμηση της παράνομης ρητορικής μίσους στο διαδίκτυο του 2016 θέτει ένα σημείο αναφοράς για τις συμμετέχουσες εταιρείες με βάση τον χρόνο που απαιτείται για την επεξεργασία έγκυρων ειδοποιήσεων για αφαίρεση παράνομης ρητορικής μίσους, άλλα είδη παράνομου περιεχομένου ενδέχεται να απαιτούν αισθητώς διαφορετικά χρονοδιαγράμματα για την επεξεργασία, ανάλογα με τα συγκεκριμένα στοιχεία και περιστάσεις και τα εκάστοτε είδη παράνομου περιεχομένου. Για να αποφεύγεται η αθέμιτη χρήση της ιδιότητας αξιόπιστης πηγής επισήμανσης παράνομου περιεχομένου, θα πρέπει να είναι δυνατή η αναστολή της αναγνώρισης της συγκεκριμένης ιδιότητας όταν ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης κινεί έρευνα για θεμιτούς λόγους. Οι κανόνες του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εμποδίζουν τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών να διαχειρίζονται με παρόμοιο τρόπο ειδοποιήσεις που υποβάλλονται από οντότητες ή φυσικά πρόσωπα στα οποία δεν έχει αναγνωριστεί η ιδιότητα της αξιόπιστης πηγής επισήμανσης παράνομου περιεχομένου, ή να συνεργάζονται άλλως με άλλες οντότητες, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (29). Οι κανόνες του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών να κάνουν χρήση της εν λόγω αξιόπιστης πηγής επισήμανσης ή παρόμοιων μηχανισμών για να αναλαμβάνουν ταχεία και αξιόπιστη δράση κατά περιεχομένου που είναι ασύμβατο με τους όρους και τις προϋποθέσεις τους, ιδίως κατά περιεχομένου που είναι επιβλαβές για ευάλωτους αποδέκτες της υπηρεσίας, όπως οι ανήλικοι.

(63)

Η αθέμιτη χρήση των επιγραμμικών πλατφορμών, με τη συχνή παροχή προδήλως παράνομου περιεχομένου ή τη συχνή υποβολή προδήλως αβάσιμων ειδοποιήσεων ή καταγγελιών στο πλαίσιο των μηχανισμών και συστημάτων, αντίστοιχα, που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό, υπονομεύει την εμπιστοσύνη και βλάπτει τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα των ενδιαφερόμενων μερών. Ως εκ τούτου, πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή κατάλληλες, αναλογικές και αποτελεσματικές διασφαλίσεις έναντι αυτής της αθέμιτης χρήσης, οι οποίες θα πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα όλων των εμπλεκόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών, όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη, ιδίως της ελευθερίας της έκφρασης. Οι πληροφορίες θα πρέπει να θεωρείται ότι αποτελούν προδήλως παράνομο περιεχόμενο και οι ειδοποιήσεις ή οι καταγγελίες θα πρέπει να θεωρούνται προδήλως αβάσιμες, όταν είναι προφανές για κάποιον μη ειδικό, χωρίς ενδελεχή ανάλυση, ότι το περιεχόμενο είναι παράνομο ή, αντίστοιχα, ότι οι ειδοποιήσεις ή οι καταγγελίες είναι αβάσιμες.

(64)

Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να αναστέλλουν προσωρινά τις σχετικές δραστηριότητές τους όσον αφορά το πρόσωπο που επιδεικνύει καταχρηστική συμπεριφορά. Αυτό δεν θίγει την ελευθερία των παρόχων επιγραμμικών πλατφορμών να καθορίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις τους και να επιβάλλουν αυστηρότερα μέτρα στην περίπτωση προδήλως παράνομου περιεχομένου που σχετίζεται με σοβαρά εγκλήματα, όπως υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Για λόγους διαφάνειας, η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να αναφέρεται, με σαφήνεια και επαρκείς λεπτομέρειες, στους όρους και τις προϋποθέσεις των επιγραμμικών πλατφορμών. Θα πρέπει πάντοτε να υπάρχει δυνατότητα προσφυγής κατά σχετικών αποφάσεων που λαμβάνονται από παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών, οι οποίες θα πρέπει να υπόκεινται σε εποπτεία από τον αρμόδιο συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών. Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών, πριν αποφασίσουν επί της αναστολής, θα πρέπει να αποστέλλουν προηγούμενη προειδοποίηση η οποία να περιλαμβάνει τους λόγους της τυχόν αναστολής και τα ένδικα μέσα κατά της απόφασης των παρόχων της επιγραμμικής πλατφόρμας. Όταν αποφασίζουν επί της αναστολής, οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να αποστέλλουν την αιτιολογία σύμφωνα με τους κανόνες του παρόντος κανονισμού. Οι κανόνες του παρόντος κανονισμού περί αθέμιτης χρήσης δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών να λαμβάνουν άλλα μέτρα σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο για να αντιμετωπίσουν την παροχή παράνομου περιεχομένου από αποδέκτες της υπηρεσίας τους ή άλλη αθέμιτη χρήση των υπηρεσιών τους, μεταξύ άλλων μέσω της παραβίασης των όρων και προϋποθέσεών τους. Οι κανόνες αυτοί δεν θίγουν τυχόν δυνατότητα καταλογισμού ευθύνης, μεταξύ άλλων για ζημίες, σε πρόσωπα που επιδίδονται σε αθέμιτη χρήση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο.

(65)

Λόγω των ιδιαίτερων ευθυνών και υποχρεώσεων των παρόχων επιγραμμικών πλατφορμών, θα πρέπει να υπόκεινται σε υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων για λόγους διαφάνειας, οι οποίες εφαρμόζονται επιπλέον των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων διαφάνειας που ισχύουν για όλους τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών βάσει του παρόντος κανονισμού. Προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον οι επιγραμμικές πλατφόρμες και οι επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης μπορεί να είναι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες ή πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, αντίστοιχα, οι οποίες υπόκεινται σε ορισμένες πρόσθετες υποχρεώσεις βάσει του παρόντος κανονισμού, οι υποχρεώσεις των επιγραμμικών πλατφορμών και επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης προς υποβολή εκθέσεων διαφάνειας θα πρέπει να περιλαμβάνουν ορισμένες υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη δημοσίευση και τη γνωστοποίηση πληροφοριών ως προς τους μηνιαίους μέσους όρους ενεργών αποδεκτών της υπηρεσίας στην Ένωση.

(66)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφάνεια και να καταστεί δυνατός ο έλεγχος των αποφάσεων ελέγχου του περιεχομένου των παρόχων επιγραμμικών πλατφορμών και η παρακολούθηση της διάδοσης παράνομου περιεχομένου στο διαδίκτυο, η Επιτροπή θα πρέπει να διατηρεί και να δημοσιεύει μια βάση δεδομένων που περιέχει τις αποφάσεις και τις αιτιολογίες των παρόχων επιγραμμικών πλατφορμών όταν αυτές αφαιρούν πληροφορίες ή περιορίζουν με άλλο τρόπο τη διαθεσιμότητα και την πρόσβαση σε αυτές. Προκειμένου η βάση δεδομένων να παραμένει επικαιροποιημένη, οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να υποβάλλουν, σε τυποποιημένη μορφή, τις αποφάσεις και την αιτιολογία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη λήψη απόφασης, ώστε να είναι δυνατές οι επικαιροποιήσεις σε πραγματικό χρόνο, όταν αυτό είναι τεχνικά εφικτό και αναλογικό προς τα μέσα της εν λόγω επιγραμμικής πλατφόρμας. Η δομημένη βάση δεδομένων θα πρέπει να επιτρέπει την πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες και τις αναζητήσεις σε αυτές, ιδίως όσον αφορά το είδος του επίμαχου εικαζόμενου παράνομου περιεχομένου.

(67)

Παραπλανητικός σχεδιασμός στις επιγραμμικές διεπαφές επιγραμμικών πλατφορμών είναι πρακτικές που στρεβλώνουν ή επηρεάζουν ουσιωδώς, είτε σκόπιμα είτε στην πράξη, την ικανότητα των αποδεκτών της υπηρεσίας να προβαίνουν σε αυτόνομες και τεκμηριωμένες επιλογές ή αποφάσεις. Οι πρακτικές αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να πεισθούν οι αποδέκτες της υπηρεσίας να ακολουθήσουν αθέλητες συμπεριφορές ή να λάβουν ανεπιθύμητες αποφάσεις που έχουν αρνητικές συνέπειες για αυτούς. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να απαγορευτεί στους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών να εξαπατούν ή να ωθούν τους αποδέκτες της υπηρεσίας καθώς και να στρεβλώνουν ή να αναιρούν την αυτονομία, τη λήψη αποφάσεων ή την επιλογή των αποδεκτών της υπηρεσίας μέσω της δομής, του σχεδιασμού ή των λειτουργιών μιας επιγραμμικής διεπαφής ή μέρους της. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, δόλιες επιλογές σχεδιασμού που χειραγωγούν τους αποδέκτες και τους κατευθύνουν σε ενέργειες που ωφελούν τον πάροχο επιγραμμικών πλατφορμών αλλά ενδέχεται να μην είναι προς το συμφέρον των αποδεκτών, την παρουσίαση επιλογών με μη ουδέτερο τρόπο, όπως με τη σημαντικότερη προβολή ορισμένων επιλογών μέσω οπτικών, ηχητικών ή άλλων στοιχείων, όταν ζητείται από τον αποδέκτη της υπηρεσίας να λάβει απόφαση.

Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει το να ζητείται επανειλημμένα από τον αποδέκτη της υπηρεσίας να προβεί σε επιλογή όταν έχει ήδη γίνει αυτή η επιλογή, το να καθίσταται η διαδικασία ακύρωσης μιας υπηρεσίας σημαντικά δυσκολότερη από την εγγραφή σε αυτήν, ή το να καθίστανται ορισμένες επιλογές πιο δύσκολες ή χρονοβόρες από άλλες, το να γίνεται αδικαιολόγητα δύσκολη η διακοπή των αγορών ή η αποσύνδεση από μια δεδομένη επιγραμμική πλατφόρμα, το να δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους, και το να εξαπατώνται οι αποδέκτες της υπηρεσίας ωθούμενοι σε αποφάσεις για συναλλαγές, ή με προεπιλεγμένες ρυθμίσεις που είναι πολύ δύσκολο να αλλάξουν και, ως εκ τούτου, προκαταλαμβάνουν αδικαιολόγητα τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του αποδέκτη της υπηρεσίας, κατά τρόπο που στρεβλώνει και βλάπτει την αυτονομία, τη λήψη αποφάσεων και την επιλογή του. Ωστόσο, οι κανόνες που αποτρέπουν τον παραπλανητικό σχεδιασμό δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ότι εμποδίζουν τους παρόχους να αλληλεπιδρούν απευθείας με τους αποδέκτες της υπηρεσίας και να τους προσφέρουν νέες ή πρόσθετες υπηρεσίες. Θεμιτές πρακτικές, για παράδειγμα στη διαφήμιση, που είναι σύμφωνες με το δίκαιο της Ένωσης δεν θα πρέπει να θεωρούνται ότι αποτελούν παραπλανητικό σχεδιασμό. Οι εν λόγω κανόνες για τον παραπλανητικό σχεδιασμό θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι καλύπτουν απαγορευμένες πρακτικές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, στον βαθμό που οι πρακτικές αυτές δεν καλύπτονται ήδη από την οδηγία 2005/29/ΕΚ ή τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.

(68)

Η επιγραμμική διαφήμιση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο επιγραμμικό περιβάλλον, μεταξύ άλλων σε σχέση με την παροχή επιγραμμικών πλατφορμών, όπου η παροχή της υπηρεσίας μερικές φορές αμείβεται εν όλω ή εν μέρει, άμεσα ή έμμεσα, μέσω διαφημιστικών εσόδων. Η επιγραμμική διαφήμιση μπορεί να συμβάλει σε σημαντικούς κινδύνους: από διαφημίσεις που αποτελούν αυτές καθαυτές παράνομο περιεχόμενο και διαφημίσεις που παρέχουν οικονομικά κίνητρα για τη δημοσίευση ή διάδοση παράνομου ή άλλως επιβλαβούς περιεχομένου και δραστηριοτήτων στο διαδίκτυο, μέχρι τη μεροληπτική παρουσίαση διαφημίσεων που έχουν επιπτώσεις στην ίση μεταχείριση και στις ίσες ευκαιρίες των πολιτών. Ως εκ τούτου, επιπλέον των απαιτήσεων που απορρέουν από το άρθρο 6 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ, οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι οι αποδέκτες της υπηρεσίας έχουν στη διάθεσή τους ορισμένες εξατομικευμένες πληροφορίες οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου να κατανοήσουν πότε και για λογαριασμό ποιου παρουσιάζονται οι διαφημίσεις. Θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες είναι ευανάγνωστες, μεταξύ άλλων μέσω τυποποιημένων οπτικών ή ακουστικών σημάτων, σαφώς αναγνωρίσιμες και σαφείς για τον μέσο αποδέκτη της υπηρεσίας, και θα πρέπει να προσαρμόζονται στη φύση της επιγραμμικής διεπαφής της μεμονωμένης υπηρεσίας. Επιπλέον, οι αποδέκτες της υπηρεσίας θα πρέπει να έχουν άμεση πρόσβαση από την επιγραμμική διεπαφή στην οποία παρουσιάζονται οι διαφημίσεις σε πληροφορίες σχετικά με τις κύριες παραμέτρους που χρησιμοποιούνται προκειμένου να αποφασιστεί ότι μια συγκεκριμένη διαφήμιση θα παρουσιαστεί σε αυτούς, οι οποίες παρέχουν ουσιαστικές εξηγήσεις σχετικά με τη λογική που χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτόν, μεταξύ άλλων όταν αυτή βασίζεται σε κατάρτιση προφίλ.

Οι εξηγήσεις αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για την παρουσίαση της διαφήμισης, για παράδειγμα εάν πρόκειται για συγκειμενική ή άλλου είδους διαφήμιση, και, κατά περίπτωση, τα βασικά κριτήρια κατάρτισης προφίλ που χρησιμοποιούνται· θα πρέπει επίσης να ενημερώνουν τον αποδέκτη σχετικά με τα μέσα που έχει στη διάθεσή του για να τροποποιήσει τα εν λόγω κριτήρια. Οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με την παροχή πληροφοριών σχετικών με τη διαφήμιση δεν θίγουν την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, ειδικότερα εκείνων που αφορούν το δικαίωμα εναντίωσης, την αυτοματοποιημένη ατομική λήψη αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, και συγκεκριμένα της ανάγκης εξασφάλισης της συγκατάθεσης του υποκειμένου των δεδομένων πριν από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για στοχευμένη διαφήμιση. Ομοίως, δεν θίγονται οι διατάξεις της οδηγίας 2002/58/ΕΚ, ειδικότερα εκείνες που αφορούν την αποθήκευση πληροφοριών σε τερματικό εξοπλισμό και την πρόσβαση σε πληροφορίες που αποθηκεύονται στον εξοπλισμό αυτό. Τέλος, ο παρών κανονισμός συμπληρώνει την εφαρμογή της οδηγίας 2010/13/ΕΕ, η οποία επιβάλλει μέτρα που επιτρέπουν στους χρήστες να δημοσιεύουν οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις σε βίντεο παραγόμενα από χρήστες. Συμπληρώνει επίσης τις υποχρεώσεις των εμπόρων όσον αφορά τη δημοσιοποίηση εμπορικών ανακοινώσεων που απορρέουν από την οδηγία 2005/29/ΕΚ.

(69)

Όταν στους αποδέκτες της υπηρεσίας παρουσιάζονται διαφημίσεις που βασίζονται σε τεχνικές στόχευσης βελτιστοποιημένες ώστε να ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντά τους και ενδεχομένως να εκμεταλλεύονται τα τρωτά σημεία τους, αυτό μπορεί να έχει ιδιαίτερα σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι τεχνικές χειραγώγησης μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά ολόκληρες ομάδες και να οξύνουν κοινωνικά δεινά, για παράδειγμα συμβάλλοντας σε εκστρατείες παραπληροφόρησης ή εισάγοντας διακρίσεις εις βάρος ορισμένων ομάδων. Οι επιγραμμικές πλατφόρμες αποτελούν ιδιαίτερα ευαίσθητα περιβάλλοντα για τις εν λόγω πρακτικές και παρουσιάζουν υψηλότερο κοινωνικό κίνδυνο. Κατά συνέπεια, οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών δεν πρέπει να παρουσιάζουν διαφημίσεις βάσει κατάρτισης προφίλ όπως καθορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, με τη χρήση ειδικών κατηγοριών ευαίσθητων δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού, μεταξύ άλλων με τη χρήση κατηγοριών προφίλ με βάση αυτές τις ειδικές κατηγορίες. Η απαγόρευση αυτή ισχύει με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που ισχύουν για τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών ή κάθε άλλο πάροχο υπηρεσιών ή διαφημιζόμενο που συμμετέχει στη διάδοση των διαφημίσεων βάσει του ενωσιακού δικαίου που διέπει την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(70)

Βασικό μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας των επιγραμμικών πλατφορμών αποτελεί ο τρόπος ιεράρχησης και παρουσίασης των πληροφοριών στην οικεία επιγραμμική διεπαφή για τη διευκόλυνση και τη βελτιστοποίηση της πρόσβασης των αποδεκτών της υπηρεσίας σε πληροφορίες. Για παράδειγμα, η επιγραμμική πλατφόρμα προτείνει, κατατάσσει και ιεραρχεί πληροφορίες με τη χρήση αλγορίθμων, διακρίνει μέσω κειμένου ή άλλων οπτικών αναπαραστάσεων, ή επιμελείται με άλλον τρόπο τις πληροφορίες που παρέχονται από τους αποδέκτες. Τα εν λόγω συστήματα συστάσεων μπορούν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ικανότητα των αποδεκτών να ανακτούν και να αλληλεπιδρούν με πληροφορίες επιγραμμικά, μεταξύ άλλων να διευκολύνουν την αναζήτηση σχετικών πληροφοριών για τους αποδέκτες της υπηρεσίας και να συμβάλλουν στη βελτίωση της εμπειρίας των χρηστών. Διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση ορισμένων μηνυμάτων, στην ιότροπη διάδοση πληροφοριών και στην ενθάρρυνση επιγραμμικών συμπεριφορών. Συνεπώς, οι επιγραμμικές πλατφόρμες θα πρέπει να διασφαλίζουν με συνέπεια ότι οι αποδέκτες της υπηρεσίας τους ενημερώνονται κατάλληλα πώς τα συστήματα συστάσεων επηρεάζουν τον τρόπο προβολής των πληροφοριών, και ότι είναι σε θέση να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο οι πληροφορίες παρουσιάζονται σε αυτούς. Θα πρέπει να παρουσιάζουν με σαφήνεια τις παραμέτρους αυτών των συστημάτων συστάσεων με εύληπτο τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αποδέκτες της υπηρεσίας κατανοούν τον τρόπο με τον οποίο δίνεται προτεραιότητα στις πληροφορίες για αυτούς. Οι παράμετροι αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα σημαντικότερα κριτήρια για τον προσδιορισμό των πληροφοριών που προτείνονται στον αποδέκτη της υπηρεσίας και των λόγων της αντίστοιχης σημασίας τους, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες δίνεται προτεραιότητα στις πληροφορίες βάσει της κατάρτισης προφίλ και της επιγραμμικής συμπεριφοράς τους.

(71)

Η προστασία των ανηλίκων αποτελεί σημαντικό στόχο πολιτικής της Ένωσης. Μια επιγραμμική πλατφόρμα μπορεί να θεωρηθεί προσβάσιμη σε ανηλίκους όταν οι όροι και οι προϋποθέσεις της επιτρέπουν σε ανηλίκους να χρησιμοποιούν την υπηρεσία, όταν η υπηρεσία της απευθύνεται σε ανηλίκους ή χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο από αυτούς, ή όταν ο πάροχος γνωρίζει με άλλο τρόπο ότι ορισμένοι από τους αποδέκτες της υπηρεσίας του είναι ανήλικοι, για παράδειγμα επειδή επεξεργάζεται ήδη δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των αποδεκτών της υπηρεσίας που αποκαλύπτουν την ηλικία τους για άλλους σκοπούς. Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών που χρησιμοποιούνται από ανηλίκους θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα και αναλογικά μέτρα για την προστασία των ανηλίκων, για παράδειγμα σχεδιάζοντας τις επιγραμμικές διεπαφές τους ή μέρη αυτών με το υψηλότερο δυνατό επίπεδο ιδιωτικότητας, ασφάλειας και προστασίας των ανηλίκων ως προεπιλεγμένη ρύθμιση, όπου αρμόζει, ή θεσπίζοντας πρότυπα για την προστασία των ανηλίκων, ή συμμετέχοντας σε κώδικες δεοντολογίας για την προστασία των ανηλίκων. Θα πρέπει να εξετάζουν βέλτιστες πρακτικές και διαθέσιμες κατευθυντήριες γραμμές, όπως αυτή που παρέχεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Μια ψηφιακή δεκαετία για τα παιδιά και τους νέους: η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική για ένα καλύτερο διαδίκτυο για τα παιδιά (BIK+)». Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών δεν πρέπει να παρουσιάζουν διαφημίσεις στη διεπαφή τους βάσει κατάρτισης προφίλ με χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αποδέκτη της υπηρεσίας, όταν γνωρίζουν με εύλογη βεβαιότητα ότι ο αποδέκτης της υπηρεσίας είναι ανήλικος. Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, ιδίως την αρχή της ελαχιστοποίησης των δεδομένων όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ) αυτού, η απαγόρευση αυτή δεν θα πρέπει να οδηγεί τον πάροχο της επιγραμμικής πλατφόρμας να διατηρεί, να αποκτά ή να επεξεργάζεται περισσότερα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από εκείνα που έχει ήδη στη διάθεσή του, προκειμένου να αξιολογεί αν ο αποδέκτης της υπηρεσίας είναι ανήλικος. Ως εκ τούτου, η υποχρέωση αυτή δεν θα πρέπει να παρέχει κίνητρα στους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών να συλλέγουν την ηλικία του αποδέκτη της υπηρεσίας πριν από τη χρήση τους. Αυτό θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη του ενωσιακού δικαίου σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

(72)

Προκειμένου να συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός ασφαλούς, αξιόπιστου και διαφανούς επιγραμμικού περιβάλλοντος για τους καταναλωτές, καθώς και για άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως ανταγωνιζόμενοι έμποροι και κάτοχοι δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, και προκειμένου να εμποδίζουν τους εμπόρους να πωλούν προϊόντα ή υπηρεσίες κατά παράβαση των εφαρμοστέων κανόνων, οι επιγραμμικές πλατφόρμες που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους θα πρέπει να διασφαλίζουν την ιχνηλασιμότητα των εμπόρων αυτών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να απαιτείται από τον έμπορο να παρέχει ορισμένες βασικές πληροφορίες στους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους, μεταξύ άλλων, για τους σκοπούς της προώθησης μηνυμάτων για προϊόντα ή της προσφοράς προϊόντων. Η απαίτηση αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης σε εμπόρους που προωθούν μηνύματα για προϊόντα ή υπηρεσίες για λογαριασμό επωνυμιών, βάσει υποκείμενων συμφωνιών. Οι εν λόγω πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να αποθηκεύουν όλες τις πληροφορίες με ασφαλή τρόπο για όσο διαρκεί η συμβατική τους σχέση με τον έμπορο και για 6 ακόμη μήνες, ώστε να είναι δυνατή η προβολή τυχόν αξιώσεων κατά του εμπόρου ή η συμμόρφωση με τις εντολές που αφορούν τον έμπορο.

Η εν λόγω υποχρέωση είναι απαραίτητη και αναλογική, ώστε να καθίσταται δυνατή η πρόσβαση στις πληροφορίες, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από δημόσιες αρχές και ιδιωτικούς φορείς που έχουν έννομο συμφέρον, μεταξύ άλλων μέσω των εντολών παροχής πληροφοριών που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό. Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει τυχόν υποχρεώσεις διατήρησης ορισμένου περιεχομένου για μεγαλύτερες χρονικές περιόδους, βάσει άλλης ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο. Με την επιφύλαξη του ορισμού που δίδεται στον παρόντα κανονισμό, κάθε έμπορος, ανεξάρτητα από το αν είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ταυτοποιείται βάσει του άρθρου 6α παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/83/ΕΕ και του άρθρου 7 παράγραφος 4 στοιχείο στ) της οδηγίας 2005/29/ΕΚ, θα πρέπει να είναι ανιχνεύσιμος όταν προσφέρει προϊόν ή υπηρεσία μέσω επιγραμμικής πλατφόρμας. Η οδηγία 2000/31/ΕΚ υποχρεώνει όλους τους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας να παρέχουν στους αποδέκτες της υπηρεσίας και στις αρμόδιες αρχές εύκολη, άμεση και μόνιμη πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες που επιτρέπουν την ταυτοποίηση όλων των παρόχων. Οι απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας για τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των κανόνων που απορρέουν από την οδηγία (ΕΕ) 2021/514 του Συμβουλίου (30), η οποία επιδιώκει άλλους θεμιτούς στόχους δημόσιου συμφέροντος.

(73)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και επαρκής εφαρμογή της υποχρέωσης αυτής, χωρίς την επιβολή δυσανάλογων επιβαρύνσεων, οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την εκτίμηση της αξιοπιστίας των πληροφοριών που παρέχονται από τους σχετικούς εμπόρους, χρησιμοποιώντας ιδίως ελεύθερα διαθέσιμες επίσημες επιγραμμικές βάσεις δεδομένων και επιγραμμικές διεπαφές, όπως εθνικά εμπορικά μητρώα και το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών ΦΠΑ, ή να ζητούν από τους σχετικούς εμπόρους να παράσχουν αξιόπιστα δικαιολογητικά έγγραφα, όπως αντίγραφα εγγράφων ταυτότητας, επικυρωμένα αντίγραφα κίνησης τραπεζικών λογαριασμών πληρωμών, πιστοποιητικά εταιρειών και πιστοποιητικά εμπορικών μητρώων. Μπορούν να χρησιμοποιούν επίσης άλλες πηγές, διαθέσιμες προς χρήση εξ αποστάσεως, οι οποίες παρέχουν παρόμοιο βαθμό αξιοπιστίας για τον σκοπό της συμμόρφωσης με αυτή την υποχρέωση. Ωστόσο, οι οικείοι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να συμμετέχουν σε υπερβολικές ή δαπανηρές διαδικασίες επιγραμμικής αναζήτησης γεγονότων ή να πραγματοποιούν δυσανάλογες επιτόπιες επαληθεύσεις. Ούτε θα πρέπει να θεωρείται ότι αυτοί οι πάροχοι, οι οποίοι έχουν καταβάλει τις εύλογες προσπάθειες που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό, εγγυώνται την αξιοπιστία των πληροφοριών που παρέχονται στους καταναλωτές ή σε άλλα ενδιαφερόμενα μέρη.

(74)

Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους θα πρέπει επίσης να σχεδιάζουν και να οργανώνουν την επιγραμμική διεπαφή τους κατά τρόπο ώστε να παρέχεται στους εμπόρους η δυνατότητα να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που υπέχουν βάσει του σχετικού ενωσιακού δικαίου, ειδικότερα δε τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 6 και 8 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ, στο άρθρο 7 της οδηγίας 2005/29/ΕΚ, στα άρθρα 5 και 6 της οδηγίας 2000/31/ΕΚ και στο άρθρο 3 της οδηγίας 98/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (31). Για τον σκοπό αυτό, οι οικείοι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να αξιολογούν κατά πόσον οι έμποροι που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες τους έχουν αναφορτώσει τις πληροφορίες στις επιγραμμικές τους διεπαφές, σύμφωνα με το εφαρμοστέο συναφώς ενωσιακό δίκαιο. Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες δεν προσφέρονται εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν είναι πλήρεις. Αυτό δεν θα πρέπει να ισοδυναμεί με υποχρέωση των οικείων παρόχων επιγραμμικών πλατφορμών να παρακολουθούν εν γένει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι έμποροι μέσω των υπηρεσιών τους ούτε με γενική υποχρέωση εξακρίβωσης των πραγματικών περιστατικών, ιδίως όσον αφορά την αξιολόγηση της ακρίβειας των πληροφοριών που παρέχουν οι έμποροι. Οι επιγραμμικές διεπαφές θα πρέπει να είναι φιλικές προς τον χρήστη και εύκολα προσβάσιμες για εμπόρους και καταναλωτές. Επιπλέον, και αφού επιτραπεί η προσφορά του προϊόντος ή της υπηρεσίας από τον έμπορο, οι οικείοι πάροχοι των επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να καταβάλλουν εύλογες προσπάθειες για να ελέγχουν τυχαία αν τα προσφερόμενα προϊόντα ή οι υπηρεσίες έχουν προσδιοριστεί ως παράνομα σε οποιεσδήποτε επίσημες, ελεύθερα προσβάσιμες και μηχαναγνώσιμες επιγραμμικές βάσεις δεδομένων ή επιγραμμικές διεπαφές που είναι διαθέσιμες σε κράτος μέλος ή στην Ένωση. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να ενθαρρύνει την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων μέσω τεχνολογικών λύσεων, όπως ψηφιακά υπογεγραμμένοι κωδικοί ταχείας απόκρισης (ή «κωδικοί QR») ή μη αντικαταστατές μάρκες. Η Επιτροπή θα πρέπει να προωθήσει την ανάπτυξη προτύπων και, ελλείψει αυτών, λύσεων βασισμένων στην αγορά, οι οποίες μπορούν να γίνουν αποδεκτές από τα ενδιαφερόμενα μέρη.

(75)

Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας που έχουν οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες, λόγω της εμβέλειάς τους, η οποία εκφράζεται ειδικότερα σε αριθμό αποδεκτών της υπηρεσίας, για τη διευκόλυνση του δημόσιου διαλόγου, των οικονομικών συναλλαγών και της διάδοσης στο κοινό πληροφοριών, απόψεων και ιδεών, καθώς και για την άσκηση επιρροής στον τρόπο με τον οποίο οι αποδέκτες λαμβάνουν και κοινοποιούν πληροφορίες στο διαδίκτυο, είναι αναγκαίο να επιβληθούν συγκεκριμένες υποχρεώσεις στους παρόχους αυτών των πλατφορμών, επιπλέον των υποχρεώσεων που εφαρμόζονται σε όλες τις επιγραμμικές πλατφόρμες. Λόγω του κρίσιμου ρόλου τους στον εντοπισμό και την ανάκτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο, είναι επίσης αναγκαίο να επιβληθούν οι εν λόγω υποχρεώσεις, στον βαθμό που εφαρμόζονται, στους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης. Οι πρόσθετες αυτές υποχρεώσεις για τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων δημόσιας πολιτικής, καθώς δεν υπάρχουν εναλλακτικά και λιγότερο περιοριστικά μέτρα που θα μπορούσαν να επιτύχουν αποτελεσματικά το ίδιο αποτέλεσμα.

(76)

Οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης μπορούν να προκαλέσουν κοινωνικούς κινδύνους, οι οποίοι διαφέρουν ως προς την έκταση και τον αντίκτυπο από τους κινδύνους που προκαλούνται από μικρότερες πλατφόρμες. Οι πάροχοι τέτοιων πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει, ως εκ τούτου, να υπόκεινται στις αυστηρότερες δυνατές υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας, αναλογικά προς τον κοινωνικό αντίκτυπό τους. Μόλις ο αριθμός των ενεργών αποδεκτών μιας επιγραμμικής πλατφόρμας ή επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, υπολογιζόμενος ως μέσος όρος για περίοδο έξι μηνών, ανέλθει σε σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της Ένωσης, οι συστημικοί κίνδυνοι τους οποίους θέτει η επιγραμμική πλατφόρμα ή επιγραμμική μηχανή αναζήτησης ενδέχεται να έχουν δυσανάλογο αντίκτυπο στην Ένωση. Η σημαντική αυτή εμβέλεια θα πρέπει να θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο αριθμός των αποδεκτών υπερβαίνει επιχειρησιακό κατώτατο όριο 45 εκατομμυρίων, αριθμός ισοδύναμος με το 10 % του πληθυσμού της Ένωσης. Αυτό το επιχειρησιακό κατώτατο όριο θα πρέπει να επικαιροποιείται και ως εκ τούτου θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία για τη συμπλήρωση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού με την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, όπου χρειάζεται.

(77)

Προκειμένου να προσδιοριστεί η εμβέλεια μιας συγκεκριμένης επιγραμμικής πλατφόρμας ή επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, είναι αναγκαίο να καθοριστεί ο μέσος αριθμός των ενεργών αποδεκτών κάθε υπηρεσίας μεμονωμένα. Ως εκ τούτου, ο αριθμός των μέσων μηνιαίων ενεργών αποδεκτών μιας επιγραμμικής πλατφόρμας θα πρέπει να αντικατοπτρίζει όλους τους αποδέκτες που συμμετέχουν πραγματικά στην υπηρεσία τουλάχιστον μία φορά σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα, εκτιθέμενοι σε πληροφορίες που διαδίδονται στην επιγραμμική διεπαφή της επιγραμμικής πλατφόρμας, όπως με θέασή του ή ακρόασή του ή παρέχοντας πληροφορίες, όπως οι έμποροι σε επιγραμμικές πλατφόρμες που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους.

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η συμμετοχή δεν περιορίζεται στην αλληλεπίδραση με πληροφορίες προσβαίνοντας, σχολιάζοντας, παραθέτοντας σύνδεσμο, κοινοποιώντας, αγοράζοντας ή πραγματοποιώντας συναλλαγές σε επιγραμμική πλατφόρμα. Κατά συνέπεια, η έννοια του ενεργού αποδέκτη της υπηρεσίας δεν συμπίπτει κατ’ ανάγκη με την έννοια του εγγεγραμμένου χρήστη μιας υπηρεσίας. Όσον αφορά τις επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, η έννοια των ενεργών αποδεκτών της υπηρεσίας θα πρέπει να καλύπτει εκείνους που προσεγγίζουν πληροφορίες στην επιγραμμική διεπαφή τους, αλλά όχι, για παράδειγμα, τους ιδιοκτήτες των δικτυακών τόπων που ευρετηριάζονται από επιγραμμική μηχανή αναζήτησης, αφού αυτοί δεν συμμετέχουν ενεργά στην υπηρεσία. Ο αριθμός των ενεργών αποδεκτών μιας υπηρεσίας θα πρέπει να περιλαμβάνει όλους τους μοναδικούς αποδέκτες της υπηρεσίας που συμμετέχουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία. Για τον σκοπό αυτό, ένας αποδέκτης της υπηρεσίας που χρησιμοποιεί διαφορετικές επιγραμμικές διεπαφές, όπως ιστοτόπους ή εφαρμογές, μεταξύ άλλων όταν η πρόσβαση στις υπηρεσίες γίνεται μέσω διαφορετικών ομοιόμορφων εντοπιστών πόρων (URL) ή ονομάτων τομέα, θα πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να υπολογίζεται μόνο μία φορά. Ωστόσο, η έννοια του ενεργού αποδέκτη της υπηρεσίας δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει την περιστασιακή χρήση της υπηρεσίας από αποδέκτες άλλων παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών που διαθέτουν έμμεσα πληροφορίες που φιλοξενούνται από τον πάροχο επιγραμμικών πλατφορμών μέσω παράθεσης συνδέσμου ή ευρετηρίασης από πάροχο επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης. Επιπλέον, ο παρών κανονισμός δεν απαιτεί από τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών ή επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης να προβαίνουν σε συγκεκριμένη παρακολούθηση ατόμων στο διαδίκτυο. Όταν οι εν λόγω πάροχοι είναι σε θέση να μην προσμετρούν αυτοματοποιημένους χρήστες όπως μποτ ή εργαλεία ιστοσυγκομιδής χωρίς περαιτέρω επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και παρακολούθηση, επιτρέπεται να το πράττουν. Ο προσδιορισμός του αριθμού των ενεργών αποδεκτών της υπηρεσίας μπορεί να επηρεάζεται από τις εξελίξεις στην αγορά και τις τεχνικές εξελίξεις και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να συμπληρώνει τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού εκδίδοντας κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον καθορισμό της μεθοδολογίας για τον προσδιορισμό των ενεργών αποδεκτών επιγραμμικής πλατφόρμας ή επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, όπου απαιτείται, αντικατοπτρίζοντας τη φύση της υπηρεσίας και τον τρόπο με τον οποίο οι αποδέκτες της υπηρεσίας αλληλεπιδρούν με αυτήν.

(78)

Λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων δικτύου που χαρακτηρίζουν την οικονομία των πλατφορμών, η βάση χρηστών μιας επιγραμμικής πλατφόρμας ή μιας επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης μπορεί γρήγορα να επεκταθεί και να αποκτήσει διαστάσεις πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, με τον επακόλουθο αντίκτυπο στην εσωτερική αγορά. Αυτό μπορεί να συμβεί στην περίπτωση εκθετικής ανάπτυξης σε σύντομο χρονικό διάστημα ή λόγω μεγάλης παγκόσμιας παρουσίας και κύκλου εργασιών που επιτρέπει στην επιγραμμική πλατφόρμα ή στην επιγραμμική μηχανή αναζήτησης να εκμεταλλευτεί πλήρως τα αποτελέσματα δικτύου και τις οικονομίες κλίμακας και φάσματος. Ο υψηλός ετήσιος κύκλος εργασιών ή η υψηλή χρηματιστηριακή αξία μπορούν ειδικότερα να αποτελούν ένδειξη ταχείας κλιμάκωσης από άποψη εμβέλειας χρηστών. Στις περιπτώσεις αυτές, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης ή η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητήσουν από τον πάροχο της επιγραμμικής πλατφόρμας ή της επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης να υποβάλλει συχνότερα εκθέσεις σχετικά με τον αριθμό ενεργών αποδεκτών της υπηρεσίας, ώστε να είναι εφικτός ο έγκαιρος προσδιορισμός της χρονικής στιγμής κατά την οποία η εν λόγω πλατφόρμα ή εν λόγω μηχανή αναζήτησης θα πρέπει να χαρακτηριστεί πολύ μεγάλη επιγραμμική πλατφόρμα ή πολύ μεγάλη επιγραμμική μηχανή αναζήτησης, αντίστοιχα, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

(79)

Οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης μπορούν να χρησιμοποιούνται με τρόπο που επηρεάζει σημαντικά την ασφάλεια στο διαδίκτυο, τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και του δημόσιου λόγου, καθώς και το επιγραμμικό εμπόριο. Ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζουν τις υπηρεσίες τους βελτιστοποιείται κατά κανόνα προς όφελος των επιχειρηματικών τους μοντέλων, τα οποία βασίζονται στη διαφήμιση, με αποτέλεσμα να εγείρονται κοινωνικές ανησυχίες. Η αποτελεσματική ρύθμιση και επιβολή είναι αναγκαίες για τον αποτελεσματικό εντοπισμό και μετριασμό των κινδύνων και των κοινωνικών και οικονομικών επιβλαβών συνεπειών που ενδέχεται να προκύψουν. Βάσει του παρόντος κανονισμού, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει, επομένως, να αξιολογούν τους συστημικούς κινδύνους που απορρέουν από τον σχεδιασμό, τη λειτουργία και τη χρήση της υπηρεσίας τους, καθώς και από πιθανές αθέμιτες χρήσεις από τους αποδέκτες της υπηρεσίας, και θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα μετριασμού με τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Κατά τον προσδιορισμό της σημασίας των δυνητικών αρνητικών επιπτώσεων και επιπτώσεων, οι πάροχοι θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη σοβαρότητα των δυνητικών επιπτώσεων και την πιθανότητα όλων αυτών των συστημικών κινδύνων. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να αξιολογήσουν κατά πόσον ο δυνητικός αρνητικός αντίκτυπος μπορεί να επηρεάσει μεγάλο αριθμό προσώπων, τη δυνητική μη αναστρεψιμότητά του ή πόσο δύσκολο είναι να διορθωθεί και να αποκατασταθεί η κατάσταση που επικρατούσε πριν από τον δυνητικό αντίκτυπο.

(80)

Θα πρέπει να αξιολογούνται ενδελεχώς τέσσερις κατηγορίες συστημικών κινδύνων από τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης. Η πρώτη κατηγορία αφορά τους κινδύνους που συνδέονται με τη διάδοση παράνομου περιεχομένου, όπως η διάδοση υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών ή παράνομης ρητορικής μίσους ή άλλες μορφές αθέμιτης χρήσης των υπηρεσιών τους για την τέλεση ποινικών αδικημάτων, και την άσκηση παράνομων δραστηριοτήτων, όπως η πώληση προϊόντων ή υπηρεσιών που απαγορεύονται από το ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο, περιλαμβανομένων των επικίνδυνων προϊόντων παραποίησης/απομίμησης ή παράνομα διακινούμενων ζώων. Για παράδειγμα, τέτοιου είδους διάδοση ή δραστηριότητες ενδέχεται να συνιστούν σημαντικό συστημικό κίνδυνο όταν η πρόσβαση σε παράνομο περιεχόμενο μπορεί να εξαπλωθεί γρήγορα και ευρέως μέσω λογαριασμών με ιδιαίτερα μεγάλη εμβέλεια ή άλλων μέσων ενίσχυσης. Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να αξιολογούν τον κίνδυνο διάδοσης παράνομου περιεχομένου ανεξάρτητα από το αν οι πληροφορίες είναι επίσης ασυμβίβαστες με τους όρους και τις προϋποθέσεις τους. Η εν λόγω αξιολόγηση δεν θίγει την προσωπική ευθύνη του αποδέκτη της υπηρεσίας πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή των ιδιοκτητών ιστοτόπων που ευρετηριάζονται από πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης για πιθανή παρανομία της δραστηριότητάς του βάσει του εφαρμοστέου δικαίου.

(81)

Η δεύτερη κατηγορία αφορά τον πραγματικό ή προβλέψιμο αντίκτυπο της υπηρεσίας στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που προστατεύονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης, συμπεριλαμβανομένων της ελευθερίας και της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων, του δικαιώματος στην απαγόρευση των διακρίσεων, των δικαιωμάτων του παιδιού και της προστασίας του καταναλωτή. Τέτοιοι κίνδυνοι μπορεί να προκύψουν, για παράδειγμα, σε σχέση με τον σχεδιασμό των αλγοριθμικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται από την πολύ μεγάλη επιγραμμική πλατφόρμα ή την πολύ μεγάλη επιγραμμική μηχανή αναζήτησης ή την αθέμιτη χρήση της υπηρεσίας τους μέσω της υποβολής καταχρηστικών ειδοποιήσεων ή άλλων μεθόδων φίμωσης του λόγου ή παρεμπόδισης του ανταγωνισμού. Κατά την αξιολόγηση των κινδύνων για τα δικαιώματα του παιδιού, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να εξετάζουν για παράδειγμα πόσο εύκολο είναι για ανηλίκους να κατανοήσουν τον σχεδιασμό και τη λειτουργία της υπηρεσίας, καθώς και πώς οι ανήλικοι μπορούν να εκτεθούν μέσω της υπηρεσίας τους σε περιεχόμενο που μπορεί να βλάψει την υγεία, τη σωματική, πνευματική και ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων. Τέτοιοι κίνδυνοι μπορεί να προκύψουν, για παράδειγμα, σε σχέση με τον σχεδιασμό επιγραμμικών διεπαφών οι οποίες, εσκεμμένα ή ακούσια, εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες και την απειρία των ανηλίκων ή που μπορεί να προκαλέσουν εθιστική συμπεριφορά.

(82)

Η τρίτη κατηγορία κινδύνων αφορά τις πραγματικές ή προβλέψιμες αρνητικές επιπτώσεις στις δημοκρατικές διαδικασίες, τον πολιτικό διάλογο και τις εκλογικές διαδικασίες, καθώς και τη δημόσια ασφάλεια.

(83)

Μια τέταρτη κατηγορία κινδύνων πηγάζει από παρόμοιες ανησυχίες σχετικά με τον σχεδιασμό, τη λειτουργία ή τη χρήση, μεταξύ άλλων μέσω χειραγώγησης, πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης με πραγματικές ή προβλέψιμες αρνητικές επιπτώσεις στην προστασία της δημόσιας υγείας, σε ανηλίκους και με σοβαρές αρνητικές συνέπειες για τη σωματική και πνευματική ευεξία ενός προσώπου ή για την έμφυλη βία. Οι κίνδυνοι αυτοί μπορεί επίσης να απορρέουν από συντονισμένες εκστρατείες παραπληροφόρησης που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία ή από τον σχεδιασμό επιγραμμικής διεπαφής που μπορεί να τονώσει συμπεριφορικούς εθισμούς των αποδεκτών της υπηρεσίας.

(84)

Κατά την αξιολόγηση τέτοιων συστημικών κινδύνων, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να εστιάζουν στα συστήματα ή σε άλλα στοιχεία που ενδέχεται να συμβάλλουν στους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων όλων των αλγοριθμικών συστημάτων που ενδέχεται να είναι σχετικά, ιδίως των συστημάτων συστάσεών τους και των συστημάτων διαφήμισης, δίνοντας προσοχή στη σχετική συλλογή δεδομένων και στις πρακτικές χρήσης. Θα πρέπει επίσης να αξιολογούν κατά πόσον οι όροι και οι προϋποθέσεις τους και η επιβολή τους είναι κατάλληλες, καθώς και οι διαδικασίες ελέγχου περιεχομένου, τα τεχνικά εργαλεία και οι διατιθέμενοι πόροι. Κατά την αξιολόγηση των συστημικών κινδύνων που προσδιορίζονται στον παρόντα κανονισμό, οι εν λόγω πάροχοι θα πρέπει επίσης να εστιάζουν στις πληροφορίες που δεν είναι παράνομες, αλλά συμβάλλουν στους συστημικούς κινδύνους που εντοπίζονται στον παρόντα κανονισμό. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω πάροχοι θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο οι υπηρεσίες τους χρησιμοποιούνται για τη διάδοση ή την ενίσχυση παραπλανητικού περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένης της παραπληροφόρησης. Όταν η αλγοριθμική ενίσχυση των πληροφοριών συμβάλλει στους συστημικούς κινδύνους, οι εν λόγω πάροχοι θα πρέπει να το αποτυπώνουν δεόντως στις εκτιμήσεις κινδύνου που διενεργούν. Όταν οι κίνδυνοι είναι γεωγραφικά περιορισμένοι ή υπάρχουν γλωσσικές διαφορές, οι εν λόγω πάροχοι θα πρέπει επίσης να το λαμβάνουν υπόψη στις εκτιμήσεις κινδύνου που διενεργούν. Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει, ειδικότερα, να αξιολογούν τον τρόπο με τον οποίο ο σχεδιασμός και η λειτουργία της υπηρεσίας τους, καθώς και η σκόπιμη και, συχνά, συντονισμένη χειραγώγηση και χρήση των υπηρεσιών τους, ή η συστημική παραβίαση των όρων παροχής υπηρεσιών τους, συμβάλλουν στους εν λόγω κινδύνους. Τέτοιοι κίνδυνοι μπορεί να προκύψουν, για παράδειγμα, μέσω της μη αυθεντικής χρήσης της υπηρεσίας, όπως η δημιουργία ψεύτικων λογαριασμών, της χρήσης μποτ ή της παραπλανητικής χρήσης μιας υπηρεσίας, και άλλων αυτοματοποιημένων ή εν μέρει αυτοματοποιημένων συμπεριφορών, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν στην ταχεία και ευρεία διάδοση πληροφοριών στο κοινό που αποτελούν παράνομο περιεχόμενο ή δεν συνάδουν με τους όρους και τις προϋποθέσεις μιας επιγραμμικής πλατφόρμας ή επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης και που συμβάλλουν σε εκστρατείες παραπληροφόρησης.

(85)

Προκειμένου να καταστεί δυνατό οι επόμενες εκτιμήσεις κινδύνου να αξιοποιούν τις προηγούμενες και να καταδειχθεί η εξέλιξη των κινδύνων που εντοπίστηκαν, καθώς και για να διευκολυνθούν οι έρευνες και οι δράσεις επιβολής, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να διατηρούν όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα που σχετίζονται με τις εκτιμήσεις κινδύνου που διενέργησαν, όπως πληροφορίες σχετικά με την προετοιμασία τους, υποκείμενα δεδομένα και δεδομένα σχετικά με τη δοκιμή των αλγοριθμικών συστημάτων τους.

(86)

Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να εφαρμόζουν τα αναγκαία μέσα για τον επιμελή περιορισμό των συστημικών κινδύνων που εντοπίζονται στις εκτιμήσεις κινδύνων, με τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται θα πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας του παρόντος κανονισμού και να είναι εύλογο και αποτελεσματικό για τον περιορισμό των συγκεκριμένων συστημικών κινδύνων που έχουν εντοπισθεί. Θα πρέπει να είναι αναλογικά υπό το πρίσμα της οικονομικής ικανότητας του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, και της ανάγκης αποφυγής περιττών περιορισμών στη χρήση της υπηρεσίας του, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις στα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα. Οι εν λόγω πάροχοι θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στον αντίκτυπο στην ελευθερία της έκφρασης.

(87)

Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο, στο πλαίσιο των εν λόγω μέτρων μετριασμού, να προσαρμόσουν, για παράδειγμα, κάθε αναγκαίο σχεδιασμό, χαρακτηριστικό ή λειτουργία της υπηρεσίας τους, όπως ο σχεδιασμός της επιγραμμικής διεπαφής. Θα πρέπει να προσαρμόζουν και να εφαρμόζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις τους, ανάλογα με τις ανάγκες και σύμφωνα με τους κανόνες του παρόντος κανονισμού σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις. Άλλα κατάλληλα μέτρα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την προσαρμογή των συστημάτων ελέγχου περιεχομένου και των εσωτερικών διαδικασιών τους ή την προσαρμογή των διαδικασιών λήψης αποφάσεων και των πόρων τους, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού ελέγχου περιεχομένου, της κατάρτισής του και της τοπικής εμπειρογνωμοσύνης του. Αυτό αφορά ιδίως την ταχύτητα και την ποιότητα της επεξεργασίας των ειδοποιήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, για παράδειγμα, ο κώδικας δεοντολογίας του 2016 για την καταπολέμηση της παράνομης ρητορικής μίσους στο διαδίκτυο θέτει ως σημείο αναφοράς τη διεκπεραίωση έγκυρων ειδοποιήσεων για την αφαίρεση παράνομης ρητορικής μίσους σε λιγότερο από 24 ώρες. Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών, ιδίως εκείνων που χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο για τη διάδοση στο κοινό πορνογραφικού περιεχομένου, θα πρέπει να εκπληρώνουν επιμελώς όλες τις υποχρεώσεις τους βάσει του παρόντος κανονισμού όσον αφορά παράνομο περιεχόμενο που συνιστά κυβερνοβία, συμπεριλαμβανομένου του παράνομου πορνογραφικού περιεχομένου, ιδίως όσον αφορά τη διασφάλιση ότι τα θύματα μπορούν να ασκούν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους σε σχέση με περιεχόμενο που αντιπροσωπεύει μη συναινετική ανταλλαγή υλικού προσωπικής φύσης ή παραποιημένου υλικού μέσω της ταχείας επεξεργασίας ειδοποιήσεων και αφαίρεσης του εν λόγω περιεχομένου χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Για άλλους τύπους παράνομου περιεχομένου ενδέχεται να απαιτούνται μεγαλύτερες ή μικρότερες προθεσμίες για την επεξεργασία των ειδοποιήσεων, οι οποίες θα εξαρτηθούν από τα γεγονότα, τις περιστάσεις και τους τύπους του επίμαχου παράνομου περιεχομένου. Οι εν λόγω πάροχοι μπορούν επίσης να αρχίσουν να συνεργάζονται ή να ενισχύσουν τη συνεργασία τους με αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου, να οργανώνουν συνεδρίες κατάρτισης και ανταλλαγές με οργανώσεις αξιόπιστων πηγών επισήμανσης παράνομου περιεχομένου.

(88)

Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει επίσης να επιδεικνύουν επιμέλεια όσον αφορά τα μέτρα που λαμβάνουν για τη δοκιμή και, όπου είναι αναγκαίο, την προσαρμογή των αλγοριθμικών συστημάτων τους, ιδίως των συστημάτων συστάσεών τους. Ενδέχεται να χρειαστεί να μετριάσουν τις αρνητικές επιπτώσεις των εξατομικευμένων συστάσεων και να διορθώσουν τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται στις συστάσεις τους. Τα συστήματα διαφήμισης που χρησιμοποιούνται από παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης μπορεί να αποτελέσουν επίσης καταλύτη των συστημικών κινδύνων. Οι εν λόγω πάροχοι θα πρέπει επίσης να εξετάσουν διορθωτικά μέτρα, όπως η διακοπή των διαφημιστικών εσόδων για συγκεκριμένες πληροφορίες, ή άλλες ενέργειες, όπως η βελτίωση της προβολής έγκυρων πηγών πληροφοριών ή οι περισσότερο διαρθρωτικές προσαρμογές στα συστήματα διαφήμισής τους. Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης ενδέχεται να χρειαστεί να ενισχύσουν τις εσωτερικές διαδικασίες τους ή την εποπτεία οποιασδήποτε από τις δραστηριότητές τους, ιδίως όσον αφορά τον εντοπισμό συστημικών κινδύνων, και να διενεργούν συχνότερες ή πιο στοχευμένες εκτιμήσεις κινδύνου που σχετίζονται με νέες λειτουργικότητες. Ειδικότερα, όταν οι κίνδυνοι είναι κοινοί για διάφορες επιγραμμικές πλατφόρμες ή επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, θα πρέπει να συνεργάζονται με άλλους παρόχους υπηρεσιών, μεταξύ άλλων, με την εκπόνηση ή τη συμμετοχή σε υφιστάμενους κώδικες δεοντολογίας ή τη λήψη άλλων μέτρων αυτορρύθμισης. Θα πρέπει επίσης να εξετάζουν δράσεις ευαισθητοποίησης, ιδίως όταν οι κίνδυνοι σχετίζονται με εκστρατείες παραπληροφόρησης.

(89)

Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων κατά τη λήψη μέτρων όπως η προσαρμογή του σχεδιασμού της υπηρεσίας τους και της επιγραμμικής διεπαφής τους, ιδίως όταν οι υπηρεσίες τους απευθύνονται πρωτίστως σε ανηλίκους ή χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο από αυτούς. Θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι υπηρεσίες τους είναι οργανωμένες κατά τρόπο που να επιτρέπει στους ανηλίκους να έχουν εύκολη πρόσβαση στους μηχανισμούς που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, κατά περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων των μηχανισμών ειδοποίησης και δράσης και υποβολής καταγγελιών. Θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία των ανηλίκων από περιεχόμενο που μπορεί να βλάψει τη σωματική, πνευματική ή ηθική τους ανάπτυξη και να παρέχουν εργαλεία που επιτρέπουν την υπό όρους πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες. Κατά την επιλογή των κατάλληλων μέτρων περιορισμού, οι πάροχοι μπορούν να λαμβάνουν υπόψη, κατά περίπτωση, τις βέλτιστες πρακτικές του κλάδου, μεταξύ άλλων και μέσω της αυτορρύθμισης συνεργασίας, κωδίκων δεοντολογίας, και θα πρέπει λαμβάνουν υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές από την Επιτροπή.

(90)

Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η προσέγγισή τους όσον αφορά την εκτίμηση και τον περιορισμό των κινδύνων βασίζεται στις βέλτιστες διαθέσιμες πληροφορίες και επιστημονικές γνώσεις και ότι ελέγχουν τις παραδοχές τους με τις ομάδες που πλήττονται περισσότερο από τους κινδύνους και τα μέτρα που λαμβάνουν. Προς τούτο, θα πρέπει, κατά περίπτωση, να διενεργούν τις οικείες εκτιμήσεις κινδύνων και να σχεδιάζουν τα οικεία μέτρα περιορισμού των κινδύνων με τη συμμετοχή εκπροσώπων των αποδεκτών της υπηρεσίας, εκπροσώπων ομάδων που δυνητικά επηρεάζονται από τις υπηρεσίες τους, ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Θα πρέπει να επιδιώκουν την ενσωμάτωση των εν λόγω διαβουλεύσεων στις μεθοδολογίες τους για την εκτίμηση των κινδύνων και τον σχεδιασμό μέτρων περιορισμού, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, ερευνών, ομάδων εστίασης, συζητήσεων στρογγυλής τραπέζης και άλλων μεθόδων διαβούλευσης και σχεδιασμού. Κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον ένα μέτρο είναι εύλογο, αναλογικό και αποτελεσματικό, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στο δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης.

(91)

Σε περιόδους κρίσης, ενδέχεται να χρειαστεί να ληφθούν επειγόντως ορισμένα ειδικά μέτρα από τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών, επιπλέον των μέτρων που θα λάμβαναν ενόψει των άλλων υποχρεώσεών τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να θεωρείται ότι προκύπτει κρίση όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία στην Ένωση ή σε σημαντικά μέρη της. Τέτοιες κρίσεις θα μπορούσαν να προκύψουν από ένοπλες συγκρούσεις ή τρομοκρατικές ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων αναδυόμενων συγκρούσεων ή τρομοκρατικών ενεργειών, φυσικών καταστροφών όπως σεισμοί και τυφώνες, καθώς και από πανδημίες και άλλες σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της δημόσιας υγείας. Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να απαιτεί, κατόπιν σύστασης του ευρωπαϊκού συμβουλίου ψηφιακών υπηρεσιών («το συμβούλιο»), από τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης να δρομολογούν επειγόντως αντίδραση σε κρίσεις. Τα μέτρα που μπορεί να προσδιορίσουν και να εξετάσουν οι εν λόγω πάροχοι μπορεί να περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, την προσαρμογή των διαδικασιών ελέγχου περιεχομένου και την αύξηση των πόρων που διατίθενται για τον έλεγχο περιεχομένου, την προσαρμογή των όρων και προϋποθέσεων, τα σχετικά αλγοριθμικά συστήματα και τα συστήματα διαφήμισης, την περαιτέρω εντατικοποίηση της συνεργασίας με αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου, τη λήψη μέτρων ευαισθητοποίησης και την προώθηση αξιόπιστων πληροφοριών και την προσαρμογή του σχεδιασμού των επιγραμμικών διεπαφών τους. Θα πρέπει να προβλεφθούν οι αναγκαίες απαιτήσεις για να διασφαλιστεί ότι τα μέτρα αυτά λαμβάνονται σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και ότι ο μηχανισμός αντιμετώπισης κρίσεων χρησιμοποιείται μόνο όταν και στον βαθμό που αυτό είναι απολύτως αναγκαίο και τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο αυτού του μηχανισμού είναι αποτελεσματικά και αναλογικά, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των δικαιωμάτων και των έννομων συμφερόντων όλων των ενδιαφερόμενων μερών. Η χρήση του μηχανισμού δεν θα πρέπει να θίγει τις άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, όπως εκείνες που αφορούν τις εκτιμήσεις κινδύνου και τα μέτρα περιορισμού και την επιβολή τους, καθώς και εκείνες που αφορούν τα πρωτόκολλα αντιμετώπισης κρίσεων.

(92)

Δεδομένης της ανάγκης να διασφαλίζεται η επαλήθευση από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να λογοδοτούν, μέσω της διενέργειας ανεξάρτητων ελέγχων, για τη συμμόρφωσή τους με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και, κατά περίπτωση, οποιεσδήποτε συμπληρωματικές δεσμεύσεις τις οποίες έχουν αναλάβει σύμφωνα με κώδικες δεοντολογίας και πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι έλεγχοι διενεργούνται με αποτελεσματικό, αποδοτικό και έγκαιρο τρόπο, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να παρέχουν την αναγκαία συνεργασία και συνδρομή στους οργανισμούς που διενεργούν τους ελέγχους, μεταξύ άλλων παρέχοντας στον ελεγκτή πρόσβαση σε όλα τα σχετικά δεδομένα και εγκαταστάσεις που απαιτούνται για την ορθή διενέργεια του ελέγχου, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση, σε δεδομένα που σχετίζονται με αλγοριθμικά συστήματα, και απαντώντας σε προφορικές ή γραπτές ερωτήσεις. Οι ελεγκτές θα πρέπει επίσης να μπορούν να χρησιμοποιήσουν άλλες πηγές αντικειμενικών πληροφοριών, περιλαμβανομένων μελετών από διαπιστευμένους ερευνητές. Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης δεν θα πρέπει να υπονομεύουν τη διενέργεια του ελέγχου. Οι έλεγχοι θα πρέπει να διενεργούνται σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές του κλάδου και την υψηλή επαγγελματική δεοντολογία και αντικειμενικότητα, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη, κατά περίπτωση, τα ελεγκτικά πρότυπα και τους κώδικες πρακτικής. Οι ελεγκτές θα πρέπει να διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα, την προστασία και την ακεραιότητα των πληροφοριών, όπως εμπορικά απόρρητα, τις οποίες λαμβάνουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η εν λόγω διασφάλιση δεν θα πρέπει να αποτελεί μέσο παράκαμψης της δυνατότητας εφαρμογής των υποχρεώσεων ελέγχου στον παρόντα κανονισμό. Οι ελεγκτές θα πρέπει να διαθέτουν την αναγκαία εμπειρογνωσία στον τομέα της διαχείρισης κινδύνων, καθώς και τεχνική επάρκεια για τον έλεγχο αλγορίθμων. Θα πρέπει να είναι ανεξάρτητοι, ώστε να μπορούν να εκτελούν τα καθήκοντά τους με επαρκή και αξιόπιστο τρόπο. Θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις βασικές απαιτήσεις ανεξαρτησίας για τις απαγορευμένες μη ελεγκτικές υπηρεσίες, την κυκλική εναλλαγή εταιρειών και τα μη προβλεπόμενα τέλη. Εάν η ανεξαρτησία τους και η τεχνική τους ικανότητα επιδέχεται αμφισβήτηση, θα πρέπει να παραιτούνται ή να απέχουν από ελεγκτικές εργασίες.

(93)

Η έκθεση ελέγχου θα πρέπει να είναι τεκμηριωμένη, ώστε να παρέχει ουσιαστική επισκόπηση των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνονται και των συμπερασμάτων που εξάγονται. Θα πρέπει να διευκολύνει την τεκμηρίωση και, κατά περίπτωση, να προτείνει βελτιώσεις των μέτρων που λαμβάνουν οι πάροχοι της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας και πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης για να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που υπέχουν βάσει του παρόντος κανονισμού. Η έκθεση ελέγχου θα πρέπει να διαβιβάζεται μετά την παραλαβή της έκθεσης ελέγχου στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης, στην Επιτροπή και στο συμβούλιο. Οι πάροχοι θα πρέπει επίσης να διαβιβάζουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την ολοκλήρωση κάθε έκθεση σχετικά με την εκτίμηση κινδύνων και τα μέτρα μετριασμού, καθώς και την έκθεση εκτέλεσης του ελέγχου του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, στην οποία παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρίθηκαν στις συστάσεις του ελέγχου. Η έκθεση ελέγχου θα πρέπει να περιλαμβάνει ελεγκτική γνώμη βάσει των συμπερασμάτων που αντλήθηκαν από τα ληφθέντα αποδεικτικά στοιχεία ελέγχου. Θα πρέπει να διατυπώνεται «θετική γνώμη», όταν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει ότι ο πάροχος της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης μηχανής αναζήτησης συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ή, κατά περίπτωση, με όποιες δεσμεύσεις έχει αναλάβει σύμφωνα με κώδικα δεοντολογίας ή πρωτόκολλο διαχείρισης κρίσεων, ιδίως με τον εντοπισμό, την αξιολόγηση και τον μετριασμό των συστημικών κινδύνων τους οποίους θέτουν το σύστημα και οι υπηρεσίες της. Η «θετική γνώμη» θα πρέπει να συνοδεύεται από σχόλια, όταν ο ελεγκτής επιθυμεί να συμπεριλάβει παρατηρήσεις οι οποίες δεν έχουν σημαντική επίπτωση στο αποτέλεσμα του ελέγχου. Θα πρέπει να διατυπώνεται «αρνητική γνώμη», όταν ο ελεγκτής θεωρεί ότι ο πάροχος της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό ή τις ανειλημμένες δεσμεύσεις. Σε περίπτωση που η ελεγκτική γνώμη δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα για συγκεκριμένα στοιχεία που εμπίπτουν στο πεδίο του ελέγχου, θα πρέπει να περιλαμβάνεται και η εξήγηση των λόγων για τους οποίους αυτό δεν κατέστη δυνατό. Όπου αρμόζει, η έκθεση θα πρέπει να περιλαμβάνει περιγραφή συγκεκριμένων στοιχείων τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου καθώς και εξήγηση του λόγου για τον οποίον αυτά τα στοιχεία δεν μπορούν να ελεγχθούν.

(94)

Οι υποχρεώσεις σχετικά με την αξιολόγηση και τον περιορισμό των κινδύνων θα πρέπει να ενεργοποιούν, κατά περίπτωση, την ανάγκη οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης να αξιολογούν και να προσαρμόζουν τον σχεδιασμό των συστημάτων συστάσεών τους, για παράδειγμα λαμβάνοντας μέτρα για να πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση των προκαταλήψεων που οδηγούν σε διακρίσεις εις βάρος ατόμων που βρίσκονται σε ευάλωτη κατάσταση, ιδίως όταν η εν λόγω προσαρμογή συνάδει με τη νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων και όταν οι πληροφορίες είναι εξατομικευμένες βάσει ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αναφέρονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679. Επιπλέον, και συμπληρώνοντας τις υποχρεώσεις διαφάνειας που ισχύουν για τις επιγραμμικές πλατφόρμες όσον αφορά τα συστήματα συστάσεών τους, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να διασφαλίζουν με συνέπεια ότι οι αποδέκτες της υπηρεσίας τους έχουν στη διάθεσή τους εναλλακτικές επιλογές που δεν βασίζονται στην κατάρτιση προφίλ, κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, για τις κύριες παραμέτρους των συστημάτων συστάσεών τους. Οι επιλογές αυτές θα πρέπει να είναι άμεσα προσβάσιμες από την επιγραμμική διεπαφή όπου παρουσιάζονται οι συστάσεις.

(95)

Τα συστήματα διαφήμισης που χρησιμοποιούνται από τις πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και τις πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης θέτουν ιδιαίτερους κινδύνους και απαιτούν περαιτέρω δημόσια και ρυθμιστική εποπτεία λόγω της κλίμακας και της ικανότητάς τους να στοχεύουν και να προσεγγίζουν αποδέκτες της υπηρεσίας βάσει της συμπεριφοράς τους εντός και εκτός της επιγραμμικής διεπαφής της πλατφόρμας ή της μηχανής αναζήτησης. Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να διασφαλίζουν την πρόσβαση του κοινού σε αποθετήρια των διαφημίσεων που παρουσιάζονται στις επιγραμμικές τους διεπαφές με σκοπό τη διευκόλυνση της εποπτείας και της διερεύνησης αναδυόμενων κινδύνων που προκύπτουν από την επιγραμμική διανομή διαφημίσεων, για παράδειγμα σε σχέση με παράνομες διαφημίσεις ή τεχνικές χειραγώγησης και παραπληροφόρηση με πραγματικές και προβλέψιμες αρνητικές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, τη δημόσια ασφάλεια, τον πολιτικό διάλογο, την πολιτική συμμετοχή και την ισότητα. Τα αποθετήρια θα πρέπει να περιλαμβάνουν το περιεχόμενο των διαφημίσεων, συμπεριλαμβανομένων της ονομασίας του προϊόντος, της υπηρεσίας ή του εμπορικού σήματος και του αντικειμένου της διαφήμισης, και τα σχετικά δεδομένα για τον διαφημιζόμενο και, εάν είναι διαφορετικό, για το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πλήρωσε για τη διαφήμιση, και τη διανομή της διαφήμισης, ιδίως όσον αφορά τη στοχευμένη διαφήμιση. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να αφορούν τόσο τα κριτήρια στόχευσης όσο και τα κριτήρια παράδοσης, ιδίως όταν οι διαφημίσεις απευθύνονται σε άτομα που βρίσκονται σε ευάλωτη κατάσταση, όπως οι ανήλικοι.

(96)

Προκειμένου να εποπτεύει και να αξιολογεί δεόντως τη συμμόρφωση πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης ή η Επιτροπή μπορούν να ζητήσουν πρόσβαση σε συγκεκριμένα δεδομένα ή υποβολή έκθεσης για συγκεκριμένα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων που συνδέονται με αλγορίθμους. Μια τέτοια απαίτηση μπορεί να περιλαμβάνει, για παράδειγμα, τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση των κινδύνων και ενδεχόμενων επιβλαβών συνεπειών που προκαλούνται από τα συστήματα της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, δεδομένα σχετικά με την ακρίβεια, τη λειτουργία και τη δοκιμή αλγοριθμικών συστημάτων για τον έλεγχο περιεχομένου, συστημάτων συστάσεων ή συστημάτων διαφήμισης, συμπεριλαμβανομένων, όπου ενδείκνυται, δεδομένων και αλγορίθμων εκπαίδευσης, ή δεδομένα σχετικά με διαδικασίες και αποτελέσματα ελέγχου περιεχομένου ή εσωτερικών συστημάτων διαχείρισης ενστάσεων κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού. Σε παρόμοια αιτήματα πρόσβασης σε δεδομένα δεν θα πρέπει να περιλαμβάνονται αιτήματα για την υποβολή συγκεκριμένων πληροφοριών σχετικά με μεμονωμένους αποδέκτες της υπηρεσίας με σκοπό να διαπιστωθεί η συμμόρφωση των εν λόγω αποδεκτών με άλλο εφαρμοστέο ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο. Οι έρευνες που διεξάγονται από ερευνητές σχετικά με την εξέλιξη και τη σοβαρότητα των επιγραμμικών συστημικών κινδύνων είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τη μείωση της ασύμμετρης πληροφόρησης και τη δημιουργία ενός ανθεκτικού συστήματος περιορισμού των κινδύνων, καθώς και για την πληροφόρηση των παρόχων επιγραμμικών πλατφορμών, των παρόχων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών, άλλων αρμόδιων αρχών, της Επιτροπής και του κοινού.

(97)

Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός παρέχει ένα πλαίσιο για την υποχρεωτική πρόσβαση σε δεδομένα από πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης σε διαπιστευμένους ερευνητές που συνδέονται με ερευνητικό οργανισμό κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/790, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που διεξάγουν επιστημονική έρευνα με πρωταρχικό στόχο την υποστήριξη της δημόσιου συμφέροντος αποστολής τους. Όλα τα αιτήματα για πρόσβαση σε δεδομένα βάσει αυτού του πλαισίου θα πρέπει να είναι αναλογικά και να προστατεύουν δεόντως τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα, συμπεριλαμβανομένων της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, των εμπορικών απορρήτων και άλλων εμπιστευτικών πληροφοριών, της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης και άλλων ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων των αποδεκτών της υπηρεσίας. Ωστόσο, για να εξασφαλιστεί η επίτευξη του στόχου του παρόντος κανονισμού, η συνεκτίμηση των εμπορικών συμφερόντων των παρόχων δεν θα πρέπει να οδηγεί σε άρνηση παροχής πρόσβασης σε δεδομένα αναγκαία για τον ειδικό ερευνητικό στόχο κατόπιν αιτήματος δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, με την επιφύλαξη της οδηγίας (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (32), οι πάροχοι θα πρέπει να διασφαλίζουν κατάλληλη πρόσβαση για τους ερευνητές, μεταξύ άλλων, όπου απαιτείται, λαμβάνοντας τεχνικά μέτρα προστασίας, όπως μέσω θησαυροφυλακίων δεδομένων. Τα αιτήματα πρόσβασης σε δεδομένα θα μπορούσαν να καλύπτουν, για παράδειγμα, τον αριθμό των θεάσεων ή, κατά περίπτωση, άλλα είδη πρόσβασης σε περιεχόμενο από αποδέκτες της υπηρεσίας πριν από την αφαίρεσή του από τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης.

(98)

Επιπλέον, όταν τα δεδομένα είναι δημοσίως προσβάσιμα, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τους ερευνητές που πληρούν ένα κατάλληλο υποσύνολο κριτηρίων να χρησιμοποιούν τα δεδομένα αυτά για ερευνητικούς σκοπούς που συμβάλλουν στην ανίχνευση, τον εντοπισμό και την κατανόηση των συστημικών κινδύνων. Θα πρέπει να παρέχουν πρόσβαση στους εν λόγω ερευνητές, μεταξύ άλλων, όπου είναι τεχνικά εφικτό, σε πραγματικό χρόνο, στα δημοσίως προσβάσιμα δεδομένα, για παράδειγμα σχετικά με τις συγκεντρωτικές αλληλεπιδράσεις με περιεχόμενο από δημόσιες σελίδες, δημόσιες ομάδες ή δημόσια πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων για τις εντυπώσεις και τη συμμετοχή, όπως ο αριθμός των αντιδράσεων, οι κοινοποιήσεις, τα σχόλια των αποδεκτών της υπηρεσίας. Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να ενθαρρύνονται να συνεργάζονται με ερευνητές και να παρέχουν ευρύτερη πρόσβαση σε δεδομένα για την παρακολούθηση κοινωνικών ανησυχιών μέσω εθελοντικών προσπαθειών, μεταξύ άλλων μέσω δεσμεύσεων και διαδικασιών που συμφωνούνται βάσει κωδίκων δεοντολογίας ή πρωτοκόλλων αντιμετώπισης κρίσεων. Οι εν λόγω πάροχοι και οι ερευνητές θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και να διασφαλίζουν ότι κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συμμορφώνεται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679. Οι πάροχοι θα πρέπει να ανωνυμοποιούν ή να ψευδωνυμοποιούν τα προσωπικά δεδομένα, εκτός από τις περιπτώσεις όπου αυτό θα καθιστούσε αδύνατη την επίτευξη του επιδιωκόμενου ερευνητικού σκοπού.

(99)

Δεδομένης της πολυπλοκότητας της λειτουργίας των συστημάτων που χρησιμοποιούνται και των συστημικών κινδύνων που παρουσιάζουν για την κοινωνία, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να θεσπίσουν μια υπηρεσία συμμόρφωσης, η οποία θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από τις επιχειρησιακές λειτουργίες των εν λόγω παρόχων. Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας συμμόρφωσης θα πρέπει να λογοδοτεί απευθείας στη διοίκηση των εν λόγω παρόχων, μεταξύ άλλων για ζητήματα μη συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό. Οι υπεύθυνοι συμμόρφωσης που συμμετέχουν στην υπηρεσία συμμόρφωσης θα πρέπει να διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα, γνώσεις, πείρα και ικανότητα για την επιχειρησιακή εφαρμογή μέτρων και την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό εντός της οργάνωσης των παρόχων πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης. Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η υπηρεσία συμμόρφωσης συμμετέχει, δεόντως και εγκαίρως, σε όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με τον παρόντα κανονισμό, μεταξύ των οποίων και η στρατηγική και τα ειδικά μέτρα αξιολόγησης και περιορισμού των κινδύνων, καθώς και να αξιολογούν τη συμμόρφωση, όπου συντρέχει περίπτωση, με τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι εν λόγω πάροχοι σύμφωνα με τους κώδικες δεοντολογίας και τα πρωτόκολλα αντιμετώπισης κρίσεων τα οποία δεσμεύονται να ακολουθούν.

(100)

Λαμβανομένων υπόψη των πρόσθετων κινδύνων που συνδέονται με τις δραστηριότητές τους και των επιπρόσθετων υποχρεώσεων βάσει του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να εφαρμόζονται πρόσθετες απαιτήσεις διαφάνειας ειδικά σε πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, ιδίως όσον αφορά την υποβολή αναλυτικών εκθέσεων για τις εκτιμήσεις κινδύνων που διενεργούνται και τα επακόλουθα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(101)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει όλους τους απαραίτητους πόρους, όσον αφορά το προσωπικό, την εμπειρία και τα οικονομικά μέσα, για να διεκπεραιώνουν τα καθήκοντά τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Προκειμένου να διασφαλιστεί η διαθεσιμότητα των πόρων που απαιτούνται για την επαρκή εποπτεία σε επίπεδο Ένωσης δυνάμει του παρόντος κανονισμού, και λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να δικαιούνται να επιβάλλουν στους παρόχους που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτειά τους εποπτικό τέλος όσον αφορά τα καθήκοντα εποπτείας και επιβολής που ασκούν οι αρχές τους, η Επιτροπή θα πρέπει να επιβάλλει εποπτικό τέλος, το ύψος του οποίου θα πρέπει να καθορίζεται σε ετήσια βάση, σε πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και σε πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης. Το συνολικό ποσό του ετήσιου εποπτικού τέλους που επιβάλλεται θα πρέπει να καθορίζεται με βάση το συνολικό ποσό των δαπανών στις οποίες υποβάλλεται η Επιτροπή για την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, όπως ευλόγως εκτιμάται εκ των προτέρων. Το ποσό αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει δαπάνες που σχετίζονται με την άσκηση των ειδικών εξουσιών και καθηκόντων για την επίβλεψη, την έρευνα, την επιβολή και την παρακολούθηση σε σχέση με παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που σχετίζονται με τον καθορισμό πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης ή με τη δημιουργία, τη συντήρηση και τη λειτουργία των βάσεων δεδομένων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

Θα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης δαπάνες που σχετίζονται με τη δημιουργία, τη συντήρηση και τη λειτουργία της βασικής υποδομής πληροφοριών και της θεσμικής υποδομής για τη συνεργασία μεταξύ των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών, του συμβουλίου και της Επιτροπής, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, λόγω του μεγέθους τους και της πρόσβασης σε αυτές, οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης έχουν σημαντικό αντίκτυπο στους πόρους που απαιτούνται για τη στήριξη των εν λόγω υποδομών. Κατά την εκτίμηση του συνολικού κόστους θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εποπτικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των δαπανών που υπερβαίνουν το επιμέρους ετήσιο εποπτικό τέλος που επιβλήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος. Τα εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό που προκύπτουν από το ετήσιο εποπτικό τέλος θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση πρόσθετου ανθρώπινου δυναμικού, όπως συμβασιούχων υπαλλήλων και αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων, καθώς και άλλων δαπανών που σχετίζονται με την εκπλήρωση των καθηκόντων που ανατίθενται στην Επιτροπή με τον παρόντα κανονισμό. Το ετήσιο εποπτικό τέλος που επιβάλλεται στους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης θα πρέπει να είναι ανάλογο προς το μέγεθος της υπηρεσίας, όπως αντικατοπτρίζεται από τον αριθμό των ενεργών αποδεκτών της υπηρεσίας της στην Ένωση. Επιπλέον, το ατομικό ετήσιο εποπτικό τέλος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει ένα συνολικό ανώτατο όριο για κάθε πάροχο πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής ικανότητας του παρόχου της καθορισμένης υπηρεσίας ή υπηρεσιών.

(102)

Για διευκόλυνση της αποτελεσματικής και συνεπούς εφαρμογής των υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και ενδέχεται να απαιτούν εφαρμογή με χρήση τεχνολογικών μέσων, είναι σημαντικό να προωθηθούν εθελοντικά πρότυπα που καλύπτουν ορισμένες τεχνικές διαδικασίες, στο πλαίσιο των οποίων ο κλάδος μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη τυποποιημένων μέσων για να στηρίξει παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών ώστε να συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό, όπως π.χ. να επιτρέπεται η υποβολή ειδοποιήσεων, μεταξύ άλλων, μέσω διεπαφών προγραμματισμού εφαρμογών, ή πρότυπα που συνδέονται με τους όρους και προϋποθέσεις, ή πρότυπα που συνδέονται με τους ελέγχους ή πρότυπα που συνδέονται με τη διαλειτουργικότητα των αποθετηρίων διαφημίσεων. Επιπλέον, τα πρότυπα αυτά θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν πρότυπα σχετικά με την επιγραμμική διαφήμιση, τα συστήματα συστάσεων, την προσβασιμότητα και την προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο. Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών είναι ελεύθεροι να υιοθετούν τα πρότυπα, αλλά η έγκρισή τους δεν αποτελεί τεκμήριο συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό. Ταυτόχρονα, προβλέποντας βέλτιστες πρακτικές, τα πρότυπα αυτά θα μπορούσαν ιδίως να είναι χρήσιμα για τους σχετικά μικρούς παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών. Τα πρότυπα θα μπορούσαν να διακρίνουν μεταξύ διαφόρων τύπων παράνομου περιεχομένου ή διαφόρων τύπων ενδιάμεσων υπηρεσιών, κατά περίπτωση.

(103)

Η Επιτροπή και το συμβούλιο θα πρέπει να ενθαρρύνουν την εκπόνηση εθελοντικών κωδίκων δεοντολογίας καθώς και τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις των κωδίκων αυτών προκειμένου να συμβάλουν στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή και το συμβούλιο θα πρέπει να επιδιώκουν να καθορίζεται σαφώς στους κώδικες δεοντολογίας η φύση των επιδιωκόμενων στόχων δημόσιου συμφέροντος και να περιλαμβάνονται μηχανισμοί για την ανεξάρτητη αξιολόγηση της επίτευξης αυτών των στόχων, και να καθορίζεται σαφώς ο ρόλος των αρμόδιων αρχών. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στην αποφυγή αρνητικών επιπτώσεων στην ασφάλεια, την προστασία της ιδιωτικότητας και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στην απαγόρευση της επιβολής γενικών υποχρεώσεων παρακολούθησης. Παρότι η εφαρμογή κωδίκων δεοντολογίας θα πρέπει να είναι μετρήσιμη και να υπόκειται σε δημόσια εποπτεία, αυτό δεν θα πρέπει να αναιρεί τον εθελοντικό χαρακτήρα των κωδίκων αυτών, ούτε την ελευθερία των ενδιαφερόμενων μερών να αποφασίζουν αν θα συμμετάσχουν σε αυτούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι σημαντικό οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες να συμμετέχουν στην εκπόνηση των κωδίκων δεοντολογίας και να τηρούν συγκεκριμένους κώδικες δεοντολογίας. Κανένα στοιχείο του παρόντος κανονισμού δεν εμποδίζει άλλους παρόχους υπηρεσιών να τηρούν τα ίδια πρότυπα δέουσας επιμέλειας, να υιοθετούν βέλτιστες πρακτικές και να επωφελούνται από τις κατευθυντήριες γραμμές που παρέχονται από την Επιτροπή και το συμβούλιο, συμμετέχοντας στους ίδιους κώδικες δεοντολογίας.

(104)

Είναι σκόπιμο ο παρών κανονισμός να προσδιορίσει ορισμένα σημεία προς εξέταση στους εν λόγω κώδικες δεοντολογίας. Ειδικότερα, τα μέτρα περιορισμού των κινδύνων σχετικά με συγκεκριμένους τύπους παράνομου περιεχομένου θα πρέπει να διερευνηθούν μέσω συμφωνιών αυτορρύθμισης και συρρύθμισης. Ένα άλλο σημείο προς εξέταση είναι οι πιθανές αρνητικές επιπτώσεις των συστημικών κινδύνων στην κοινωνία και τη δημοκρατία, όπως η παραπληροφόρηση ή δραστηριότητες χειραγώγησης και κατάχρησης ή τυχόν αρνητικές επιπτώσεις στους ανηλίκους. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνονται συντονισμένες ενέργειες που στοχεύουν στην ενίσχυση της πληροφόρησης, περιλαμβανομένης της παραπληροφόρησης, όπως η χρήση μποτ ή ψεύτικων λογαριασμών για τη δημιουργία σκοπίμως ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών, ενίοτε με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού κέρδους, οι οποίες είναι ιδιαίτερα επιβλαβείς για τους ευάλωτους αποδέκτες της υπηρεσίας, όπως οι ανήλικοι. Σε σχέση με τα σημεία αυτά, η προσχώρηση μιας πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης σε έναν συγκεκριμένο κώδικα δεοντολογίας και η συμμόρφωσή της με αυτόν μπορούν να θεωρηθούν κατάλληλο μέτρο μετριασμού των κινδύνων. Εάν πάροχος επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης απορρίψει χωρίς ικανοποιητική εξήγηση την πρόσκληση της Επιτροπής να μετάσχει στην εφαρμογή ενός τέτοιου κώδικα δεοντολογίας, αυτό θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, κατά περίπτωση, κατά τον καθορισμό του κατά πόσον η επιγραμμική πλατφόρμα ή η επιγραμμική μηχανή αναζήτησης έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Το απλό γεγονός της συμμετοχής σε συγκεκριμένο κώδικα δεοντολογίας και της εφαρμογής του δεν θα πρέπει να συνιστά από μόνο του τεκμήριο συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό.

(105)

Οι κώδικες δεοντολογίας θα πρέπει να διευκολύνουν την προσβασιμότητα των πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να διευκολυνθεί η προβλεπόμενη χρήση τους από άτομα με αναπηρία. Ειδικότερα, οι κώδικες δεοντολογίας θα μπορούσαν να διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες παρουσιάζονται με τρόπο αντιληπτό, λειτουργικό, κατανοητό και ανθεκτικά, και ότι τα έντυπα και τα μέτρα που παρέχονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό διατίθενται έτσι ώστε να είναι εύκολη η εύρεσή τους και να είναι προσβάσιμα για άτομα με αναπηρία.

(106)

Οι κανόνες του παρόντος κανονισμού σχετικά με τους κώδικες δεοντολογίας θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως βάση για τις προσπάθειες αυτορρύθμισης που καταβάλλονται ήδη σε ενωσιακό επίπεδο, όπως, για παράδειγμα, η δέσμευση για την ασφάλεια των προϊόντων, το μνημόνιο συμφωνίας για την πώληση προϊόντων παραποίησης/απομίμησης στο διαδίκτυο, ο κώδικας δεοντολογίας για την καταπολέμηση της παράνομης ρητορικής μίσους στο διαδίκτυο, καθώς και ο κώδικας πρακτικής για την παραπληροφόρηση. Όσον αφορά ειδικότερα τον τελευταίο κώδικα, ακολουθώντας την καθοδήγηση της Επιτροπής, ο κώδικας πρακτικής για την παραπληροφόρηση έχει ενισχυθεί όπως ανακοινώθηκε στο ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης για τη δημοκρατία.

(107)

Στην παροχή επιγραμμικής διαφήμισης εμπλέκονται κατά κανόνα διάφοροι παράγοντες, μεταξύ των οποίων οι ενδιάμεσες υπηρεσίες που συνδέουν τους εκδότες διαφημίσεων με τους διαφημιζόμενους. Οι κώδικες δεοντολογίας θα πρέπει να υποστηρίζουν και να συμπληρώνουν τις υποχρεώσεις διαφάνειας σχετικά με τη διαφήμιση οι οποίες προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό για τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών, πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, προκειμένου να προβλέπονται ευέλικτοι και αποτελεσματικοί μηχανισμοί για τη διευκόλυνση και την ενίσχυση της συμμόρφωσης με αυτές τις υποχρεώσεις, κυρίως όσον αφορά τους τρόπους μετάδοσης των σχετικών πληροφοριών. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει τη διευκόλυνση της μετάδοσης των πληροφοριών σχετικά με τον διαφημιζόμενο που πληρώνει για τη διαφήμιση, όταν διαφέρει από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου παρουσιάζεται η διαφήμιση στην επιγραμμική διεπαφή επιγραμμικής πλατφόρμας. Οι κώδικες δεοντολογίας θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν μέτρα για τη διασφάλιση της κατάλληλης ανταλλαγής ουσιαστικών πληροφοριών σχετικά με τη χρηματική αποτίμηση των δεδομένων σε ολόκληρη την αξιακή αλυσίδα. Με τη συμμετοχή ευρέος φάσματος συμφεροντούχων αναμένεται να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω κώδικες δεοντολογίας τυγχάνουν ευρείας υποστήριξης, είναι τεχνικά άρτιοι, αποτελεσματικοί και φιλικοί προς τον χρήστη στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι υποχρεώσεις διαφάνειας επιτυγχάνουν τους στόχους τους. Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των κωδίκων δεοντολογίας, η Επιτροπή θα πρέπει να συμπεριλάβει μηχανισμούς αξιολόγησης κατά την εκπόνηση των κωδίκων δεοντολογίας. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να καλεί τον οργανισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων ή τον ευρωπαίο επόπτη προστασίας Δεδομένων να εκφράζουν τις γνώμες τους σχετικά με τον αντίστοιχο κώδικα δεοντολογίας.

(108)

Πέραν του μηχανισμού αντιμετώπισης κρίσεων για πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, η Επιτροπή μπορεί να κινήσει την κατάρτιση εθελοντικών πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων για τον συντονισμό μιας ταχείας, συλλογικής και διασυνοριακής απάντησης στο επιγραμμικό περιβάλλον. Αυτό μπορεί να συμβεί, για παράδειγμα, όταν οι επιγραμμικές πλατφόρμες χρησιμοποιούνται καταχρηστικά για την ταχεία διάδοση παράνομου περιεχομένου ή παραπληροφόρησης ή όταν προκύπτει ανάγκη για ταχεία διάδοση αξιόπιστων πληροφοριών. Λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού ρόλου των πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών στη διάδοση πληροφοριών στις κοινωνίες μας και σε διασυνοριακό επίπεδο, οι πάροχοι αυτών των πλατφορμών θα πρέπει να ενθαρρύνονται να καταρτίζουν και να εφαρμόζουν ειδικά πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων. Τα εν λόγω πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων θα πρέπει να ενεργοποιούνται για περιορισμένο μόνο χρονικό διάστημα και τα μέτρα που λαμβάνονται θα πρέπει επίσης να περιορίζονται σε ό,τι είναι απολύτως αναγκαίο για την αντιμετώπιση της έκτακτης περίστασης. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να συνάδουν με τον παρόντα κανονισμό και δεν θα πρέπει να ισοδυναμούν με γενική υποχρέωση των συμμετεχόντων παρόχων πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης να παρακολουθούν τις πληροφορίες τις οποίες μεταδίδουν ή αποθηκεύουν, ούτε να αναζητούν με ενεργητικό τρόπο γεγονότα ή περιστάσεις που υποδεικνύουν παράνομο περιεχόμενο.

(109)

Προκειμένου να διασφαλίζουν επαρκή εποπτεία και επιβολή των υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν τουλάχιστον μία αρχή με καθήκον την επίβλεψη της εφαρμογής και την επιβολή του παρόντος κανονισμού, με την επιφύλαξη της δυνατότητας να ορίσουν υφιστάμενη αρχή και της νομικής μορφής της σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να αναθέσουν σε περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές ειδικά καθήκοντα επίβλεψης ή επιβολής και αρμοδιότητες σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, για παράδειγμα για συγκεκριμένους τομείς, στους οποίους μπορούν επίσης να ενδυναμωθούν υφιστάμενες αρχές, όπως οι ρυθμιστικές αρχές των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι ρυθμιστικές αρχές των μέσων ενημέρωσης ή οι αρχές προστασίας των καταναλωτών, κατά τρόπο ώστε να αντανακλάται η εγχώρια συνταγματική, οργανωτική και διοικητική δομή τους. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όλες οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού, και συγκεκριμένα στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς για ενδιάμεσες υπηρεσίες, όπου οι εναρμονισμένοι κανόνες για ένα ασφαλές, προβλέψιμο και αξιόπιστο επιγραμμικό περιβάλλον που διευκολύνει την καινοτομία, και ιδίως οι υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας που ισχύουν για τις διάφορες κατηγορίες παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών, επιβλέπονται και επιβάλλονται αποτελεσματικά, με σκοπό να διασφαλίζεται η αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της προστασίας των καταναλωτών. Ο παρών κανονισμός δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να αναθέτουν στις αρμόδιες αρχές το καθήκον να κρίνουν τη νομιμότητα μεμονωμένων στοιχείων περιεχομένου.

(110)

Δεδομένου του διασυνοριακού χαρακτήρα των επίμαχων υπηρεσιών και του οριζόντιου φάσματος των υποχρεώσεων που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό, μία αρχή στην οποία ανατίθεται το καθήκον της επίβλεψης της εφαρμογής και, κατά περίπτωση, της επιβολής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να προσδιορίζεται ως συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών σε κάθε κράτος μέλος. Όταν ορίζονται περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές για την επίβλεψη της εφαρμογής και την επιβολή του παρόντος κανονισμού, μόνο μία αρχή θα πρέπει να ορίζεται ως συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να ενεργεί ως ενιαίο σημείο επαφής όσον αφορά όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού για την Επιτροπή, το συμβούλιο, τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών άλλων κρατών μελών, καθώς και για άλλες αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Ειδικότερα, όταν έχουν ανατεθεί καθήκοντα σε περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές βάσει του παρόντος κανονισμού σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να συντονίζει τις αρχές αυτές και να συνεργάζεται μαζί τους σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ορίζοντας τα αντίστοιχα καθήκοντά τους και με την επιφύλαξη της ανεξάρτητης κρίσης των άλλων αρμόδιων αρχών. Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να διασφαλίζει την αποτελεσματική συμμετοχή όλων των σχετικών αρμόδιων αρχών και να υποβάλλει εγκαίρως έκθεση αξιολόγησης στο πλαίσιο της συνεργασίας για την επίβλεψη και την επιβολή σε επίπεδο Ένωσης, μολονότι αυτό δεν συνεπάγεται κάποια ιεραρχική υπεροχή έναντι άλλων αρμόδιων αρχών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Επιπλέον, εκτός από τους ειδικούς μηχανισμούς που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τη συνεργασία σε ενωσιακό επίπεδο, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν συνεργασία μεταξύ του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών και άλλων αρμόδιων αρχών που έχουν οριστεί σε εθνικό επίπεδο, κατά περίπτωση, μέσω κατάλληλων εργαλείων, όπως συγκέντρωση πόρων, κοινές επιχειρησιακές ομάδες, κοινές έρευνες και μηχανισμοί αμοιβαίας συνδρομής.

(111)

Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών, καθώς και άλλες αρμόδιες αρχές που ορίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο για τη διασφάλιση, αφενός, της αποτελεσματικότητας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και, αφετέρου, της επίτευξης των στόχων του. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω αρχές διαθέτουν τα αναγκαία μέσα, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών και ανθρώπινων πόρων, για την εποπτεία όλων των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους, προς το συμφέρον όλων των πολιτών της Ένωσης. Δεδομένου ότι οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών είναι ποικίλοι και χρησιμοποιούν προηγμένη τεχνολογία για να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, είναι επίσης σημαντικό ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών και οι συναφείς αρμόδιες αρχές να διαθέτουν τον αναγκαίο αριθμό προσωπικού και εμπειρογνωμόνων με εξειδικευμένες δεξιότητες και προηγμένα τεχνικά μέσα, καθώς και να διαχειρίζονται αυτόνομα οικονομικούς πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Επιπλέον, το επίπεδο των πόρων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το μέγεθος, την πολυπλοκότητα και τον δυνητικό κοινωνικό αντίκτυπο των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών που υπάγονται στην αρμοδιότητά τους, καθώς και την εμβέλεια των υπηρεσιών τους σε ολόκληρη την Ένωση. Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν μηχανισμούς χρηματοδότησης με βάση ένα εποπτικό τέλος που επιβάλλεται στους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο σε συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο, στον βαθμό που επιβάλλεται σε παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών που έχουν την κύρια εγκατάστασή τους στο εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον περιορίζεται αυστηρά σε ό,τι είναι αναγκαίο και αναλογικό για την κάλυψη του κόστους εκπλήρωσης των καθηκόντων που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, εξαιρουμένων των καθηκόντων που ανατίθενται στην Επιτροπή, και εφόσον διασφαλίζεται επαρκής διαφάνεια όσον αφορά την επιβολή και τη χρήση του εν λόγω εποπτικού τέλους.

(112)

Οι αρμόδιες αρχές που ορίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει επίσης να ενεργούν με πλήρη ανεξαρτησία από ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς, χωρίς υποχρέωση ή δυνατότητα αναζήτησης ή λήψης οδηγιών, μεταξύ άλλων από την κυβέρνηση, και με την επιφύλαξη των ειδικών καθηκόντων συνεργασίας με άλλες αρμόδιες αρχές, τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών, το συμβούλιο και την Επιτροπή. Από την άλλη πλευρά, η ανεξαρτησία αυτών των αρχών δεν θα πρέπει να σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπόκεινται, σύμφωνα με τα εθνικά συντάγματα και χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού, σε αναλογικούς μηχανισμούς λογοδοσίας όσον αφορά τις γενικές δραστηριότητες των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών, όπως οι οικονομικές δαπάνες τους ή η υποβολή εκθέσεων στα εθνικά κοινοβούλια. Επίσης, η απαίτηση ανεξαρτησίας δεν θα πρέπει να εμποδίζει την άσκηση δικαστικού ελέγχου ή τη δυνατότητα διαβούλευσης ή τακτικής ανταλλαγής απόψεων με άλλες εθνικές αρχές, περιλαμβανομένων των αρχών επιβολής του νόμου, των αρχών διαχείρισης κρίσεων ή των αρχών προστασίας των καταναλωτών, κατά περίπτωση, προκειμένου να ενημερώνονται αμοιβαία για εν εξελίξει έρευνες, χωρίς να επηρεάζεται η άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους.

(113)

Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν υφιστάμενη εθνική αρχή ως συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών ή να της αναθέσουν ειδικά καθήκοντα επίβλεψης της εφαρμογής και επιβολής του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε τέτοια ορισθείσα αρχή πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, για παράδειγμα, σχετικά με την ανεξαρτησία της. Επιπλέον, τα κράτη μέλη δεν εμποδίζονται καταρχήν να συγχωνεύσουν καθήκοντα εντός υφιστάμενης αρχής, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο. Τα μέτρα για τον σκοπό αυτόν μπορεί να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση απόλυσης του προέδρου ή μέλους του διοικητικού συμβουλίου ενός συλλογικού οργάνου υφιστάμενης αρχής πριν από τη λήξη της θητείας του, αποκλειστικά και μόνο λόγω θεσμικής μεταρρύθμισης η οποία περιλαμβάνει τη συγχώνευση διαφορετικών λειτουργιών εντός μίας αρχής, ελλείψει κανόνων που να εγγυώνται ότι οι απολύσεις αυτές δεν θέτουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των εν λόγω μελών.

(114)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών, και σε κάθε άλλη αρμόδια αρχή που ορίζεται βάσει του παρόντος κανονισμού, επαρκείς εξουσίες και μέσα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής έρευνας και επιβολής, σύμφωνα με τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η εξουσία των αρμόδιων αρχών να λαμβάνουν προσωρινά μέτρα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο σε περίπτωση κινδύνου σοβαρής βλάβης. Τέτοια προσωρινά μέτρα, στα οποία μπορούν να περιλαμβάνονται εντολές παύσης ή αποκατάστασης μιας εικαζόμενης παράβασης, δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση της πρόληψης σοβαρής βλάβης εν αναμονή της τελικής απόφασης. Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει ιδίως να είναι σε θέση να αναζητούν και να λαμβάνουν πληροφορίες που βρίσκονται στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, για παράδειγμα, στο πλαίσιο κοινών ερευνών, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του γεγονότος ότι τα μέτρα εποπτείας και επιβολής που αφορούν έναν πάροχο υπό τη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους ή της Επιτροπής θα πρέπει να λαμβάνονται από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών του άλλου κράτους μέλους, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διαδικασίες που αφορούν τη διασυνοριακή συνεργασία, ή, όπου αρμόζει, από την Επιτροπή.

(115)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν στο εθνικό τους δίκαιο, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και, ειδικότερα, τον παρόντα κανονισμό και τον Χάρτη, τους λεπτομερείς όρους και τα όρια για την άσκηση των εξουσιών έρευνας και επιβολής των οικείων συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών και άλλων, κατά περίπτωση, αρμόδιων αρχών, βάσει του παρόντος κανονισμού.

(116)

Στο πλαίσιο της άσκησης των εν λόγω εξουσιών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συμμορφώνονται με τους εφαρμοστέους εθνικούς κανόνες σχετικά με διαδικασίες και ζητήματα όπως η ανάγκη εκ των προτέρων λήψης δικαστικής άδειας για την είσοδο σε ορισμένες εγκαταστάσεις και τα προνόμια των επαγγελματιών νομικών. Οι διατάξεις αυτές θα πρέπει ειδικότερα να διασφαλίζουν τον σεβασμό του θεμελιώδους δικαιώματος πραγματικής προσφυγής και δίκαιης δίκης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων υπεράσπισης, και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Εν προκειμένω, οι εγγυήσεις που προβλέπονται σε σχέση με τις διαδικασίες της Επιτροπής δυνάμει του παρόντος κανονισμού θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως κατάλληλο σημείο αναφοράς. Πριν από τη λήψη τελικής απόφασης θα πρέπει να εξασφαλίζεται εκ των προτέρων δίκαιη και αμερόληπτη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ακρόασης των ενδιαφερόμενων προσώπων, και του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο, με παράλληλη τήρηση της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και επιχειρηματικού απορρήτου, καθώς και της υποχρέωσης παροχής ουσιαστικών λόγων για τις αποφάσεις. Αυτό, ωστόσο, δεν θα πρέπει να αποκλείει τη λήψη μέτρων, σε δεόντως τεκμηριωμένες περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης και με την επιφύλαξη κατάλληλων όρων και διαδικαστικών ρυθμίσεων. Επιπλέον, η άσκηση των εξουσιών θα πρέπει να είναι αναλογική, μεταξύ άλλων, προς τη φύση της παράβασης ή εικαζόμενης παράβασης και τις συνολικές πραγματικές ή δυνητικές επιβλαβείς συνέπειες που προκαλούνται από αυτήν. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και τις περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών που συλλέγονται από αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών.

(117)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις για παραβάσεις των υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό κατά τρόπο αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό, λαμβανομένης υπόψη της φύσης, της σοβαρότητας, της επανάληψης και της διάρκειας της παράβασης, με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον που επιδιώκεται, το πεδίο και το είδος των δραστηριοτήτων που εκτελούνται, καθώς και την οικονομική δυνατότητα του παραβάτη. Ειδικότερα, οι κυρώσεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη αν ο οικείος πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών δεν συμμορφώνεται συστηματικά ή κατ’ επανάληψη με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του παρόντος κανονισμού, καθώς και, κατά περίπτωση, τον αριθμό των επηρεαζόμενων αποδεκτών της υπηρεσίας, τον εκ προθέσεως ή εξ αμελείας χαρακτήρα της παράβασης και το αν ο πάροχος δραστηριοποιείται σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη. Οσάκις ο παρών κανονισμός προβλέπει μέγιστο ύψος προστίμου ή περιοδικής χρηματικής ποινής, το ανώτατο αυτό ποσό θα πρέπει να ισχύει για κάθε παράβαση του παρόντος κανονισμού και με την επιφύλαξη της διαφοροποίησης των προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών για συγκεκριμένες παραβάσεις. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών για παραβάσεις θα πρέπει, σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, να είναι αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική, θεσπίζοντας εθνικούς κανόνες και διαδικασίες σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, λαμβανομένων υπόψη όλων των κριτηρίων σχετικά με τις γενικές προϋποθέσεις για την επιβολή προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών.

(118)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επιβολή των υποχρεώσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, φυσικά πρόσωπα ή οργανώσεις εκπροσώπησης θα πρέπει να μπορούν να υποβάλουν καταγγελία σχετικά με τη συμμόρφωση προς τις εν λόγω υποχρεώσεις ενώπιον του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών εντός του εδάφους του κράτους μέλους όπου έλαβαν την υπηρεσία, με την επιφύλαξη των κανόνων του παρόντος κανονισμού σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων και τους ισχύοντες κανόνες για τον χειρισμό των καταγγελιών σύμφωνα με τις κατά το εσωτερικό δίκαιο αρχές της χρηστής διοίκησης. Οι καταγγελίες θα μπορούσαν να παρέχουν πιστή επισκόπηση των ανησυχιών σχετικά με τη συμμόρφωση ενός συγκεκριμένου παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών και θα μπορούσαν επίσης να ενημερώνουν τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών για τυχόν άλλα οριζόντια θέματα. Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να εξασφαλίζει τη συμμετοχή άλλων εθνικών αρμόδιων αρχών, καθώς και του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών άλλου κράτους μέλους, ιδίως του συντονιστή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο οικείος πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών, εάν το ζήτημα απαιτεί διασυνοριακή συνεργασία.

(119)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών μπορούν να λαμβάνουν μέτρα τα οποία είναι αποτελεσματικά για την αντιμετώπιση ορισμένων ιδιαίτερα σοβαρών και διαρκών παραβάσεων του παρόντος κανονισμού, καθώς και αναλογικά προς αυτές. Ιδιαίτερα όταν τα μέτρα αυτά μπορούν να θίξουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα τρίτων, ειδικότερα στην περίπτωση που περιορίζεται η πρόσβαση σε επιγραμμικές διεπαφές, είναι σκόπιμο να απαιτείται να υπόκεινται τα μέτρα σε πρόσθετες διασφαλίσεις. Ειδικότερα, σε δυνητικά θιγόμενους τρίτους θα πρέπει να παρέχεται δυνατότητα ακρόασης και οι εν λόγω εντολές θα πρέπει να εκδίδονται μόνο όταν δεν υπάρχουν ευλόγως διαθέσιμες εξουσίες για τη λήψη τέτοιων μέτρων, όπως προβλέπονται από άλλες πράξεις του ενωσιακού δικαίου ή από το εθνικό δίκαιο, με σκοπό, για παράδειγμα, την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, τη διασφάλιση της ταχείας κατάργησης ιστοσελίδων που περιέχουν ή διαδίδουν παιδική πορνογραφία, ή την απενεργοποίηση της πρόσβασης σε υπηρεσίες που χρησιμοποιούνται από τρίτο για την παραβίαση δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας.

(120)

Η εντολή περιορισμού της πρόσβασης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου της. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να είναι προσωρινή και να απευθύνεται καταρχήν σε πάροχο ενδιάμεσων υπηρεσιών, όπως ο οικείος πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας, σε πάροχο υπηρεσιών διαδικτύου ή μητρώο ή υπεύθυνο τήρησης μητρώου ονομάτων τομέα, που είναι σε εύλογη θέση να επιτύχει τον στόχο αυτόν χωρίς αδικαιολόγητο περιορισμό της πρόσβασης σε νόμιμες πληροφορίες.

(121)

Με την επιφύλαξη των διατάξεων σχετικά με την απαλλαγή από την ευθύνη, που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τις πληροφορίες που διαβιβάζονται ή αποθηκεύονται κατόπιν αιτήματος αποδέκτη της υπηρεσίας, ο πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών θα πρέπει να φέρει την ευθύνη για τις ζημίες που υφίστανται οι αποδέκτες της υπηρεσίας οι οποίες προκαλούνται από παράβαση των υποχρεώσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό εκ μέρους του εν λόγω παρόχου. Η αποζημίωση αυτή θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τους κανόνες και τις διαδικασίες που ορίζονται στο εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και με την επιφύλαξη άλλων δυνατοτήτων έννομης προστασίας που είναι διαθέσιμες στο πλαίσιο των κανόνων για την προστασία των καταναλωτών.

(122)

Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να δημοσιεύει τακτικά, για παράδειγμα στον ιστότοπό του, έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες που εκτελούνται βάσει του παρόντος κανονισμού. Συγκεκριμένα, η έκθεση θα πρέπει να δημοσιεύεται σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο και να περιλαμβάνει επισκόπηση των καταγγελιών που παρελήφθησαν και της παρακολούθησής τους, όπως για παράδειγμα τον συνολικό αριθμό των καταγγελιών που παρελήφθησαν και τον αριθμό των καταγγελιών που οδήγησαν στην κίνηση επίσημης έρευνας ή στη διαβίβαση σε άλλους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών, χωρίς να περιέχει αναφορές σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Δεδομένου ότι ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών ενημερώνεται επίσης για εντολές ανάληψης δράσης κατά παράνομου περιεχομένου ή παροχής πληροφοριών που ρυθμίζονται από τον παρόντα κανονισμό μέσω του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να περιλαμβάνει στην ετήσια έκθεσή του τον αριθμό και τις κατηγορίες των εν λόγω εντολών που απευθύνονται σε παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών και εκδίδονται από δικαστικές και διοικητικές αρχές στο οικείο κράτος μέλος.

(123)

Για λόγους σαφήνειας, απλότητας και αποτελεσματικότητας, η αρμοδιότητα για την εποπτεία και την επιβολή δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να ανατίθεται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η κύρια εγκατάστασή του, δηλαδή, στο οποίο ο πάροχος των ενδιάμεσων υπηρεσιών έχει τα κεντρικά γραφεία ή την καταστατική έδρα του, όπου ασκούνται οι κύριες χρηματοοικονομικές λειτουργίες και ο επιχειρησιακός έλεγχος. Όσον αφορά τους παρόχους που δεν διαθέτουν εγκατάσταση στην Ένωση αλλά παρέχουν υπηρεσίες στην Ένωση και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, αρμοδιότητα θα πρέπει να έχει το κράτος μέλος στο οποίο οι εν λόγω πάροχοι έχουν ορίσει τον νόμιμο εκπρόσωπό τους, λαμβανομένης υπόψη της ιδιότητας του νόμιμου εκπροσώπου βάσει του παρόντος κανονισμού. Για την αποτελεσματική εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, όλα τα κράτη μέλη ή, όπου αρμόζει, η Επιτροπή, θα πρέπει, ωστόσο, να έχουν αρμοδιότητα όσον αφορά παρόχους οι οποίοι δεν όρισαν νόμιμο εκπρόσωπο. Η αρμοδιότητα αυτή μπορεί να ασκείται από οποιαδήποτε από τις αρμόδιες αρχές ή την Επιτροπή, υπό την προϋπόθεση ότι ο πάροχος δεν υπόκειται σε διαδικασίες επιβολής της νομοθεσίας για τα ίδια πραγματικά περιστατικά από άλλη αρμόδια αρχή ή την Επιτροπή. Προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση της αρχής ου δις δικάζειν και ιδίως να αποφεύγεται η επιβολή κυρώσεων για την ίδια παράβαση των υποχρεώσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό περισσότερες από μία φορές, κάθε κράτος μέλος που προτίθεται να ασκήσει την αρμοδιότητά του έναντι των εν λόγω παρόχων θα πρέπει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, να ενημερώνει όλες τις άλλες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της Επιτροπής, μέσω του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών που θεσπίζεται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

(124)

Λόγω του δυνητικού αντικτύπου τους και των προκλήσεων που συνεπάγεται η αποτελεσματική εποπτεία τους, απαιτούνται ειδικοί κανόνες όσον αφορά την επίβλεψη και την επιβολή όσον αφορά τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης. Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι υπεύθυνη, με την υποστήριξη των εθνικών αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση, για την επίβλεψη και τη δημόσια επιβολή των συστημικών ζητημάτων, όπως ζητήματα που έχουν ευρύ αντίκτυπο στα συλλογικά συμφέροντα των αποδεκτών της υπηρεσίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει αποκλειστικές εξουσίες επίβλεψης και επιβολής των επιπρόσθετων υποχρεώσεων διαχείρισης συστημικών κινδύνων που επιβάλλονται στους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης από τον παρόντα κανονισμό. Οι αποκλειστικές εξουσίες της Επιτροπής δεν θα πρέπει να θίγουν ορισμένα διοικητικά καθήκοντα που ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης, όπως η διαπίστευση των ερευνητών.

(125)

Η Επιτροπή και οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να μοιράζονται τις εξουσίες επίβλεψης και επιβολής των υποχρεώσεων δέουσας επιμέλειας, πέραν των επιπρόσθετων υποχρεώσεων διαχείρισης συστημικών κινδύνων που επιβάλλονται στους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης από τον παρόντα κανονισμό. Αφενός, η Επιτροπή θα μπορούσε σε πολλές περιπτώσεις να είναι σε καλύτερη θέση για να αντιμετωπίσει τις συστημικές παραβάσεις που διαπράττονται από τους εν λόγω παρόχους, όπως εκείνες που θίγουν πολλά κράτη μέλη ή σοβαρές επανειλημμένες παραβάσεις ή που αφορούν τη μη θέσπιση αποτελεσματικών μηχανισμών που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό. Από την άλλη πλευρά, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η κύρια εγκατάσταση παρόχου πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης θα μπορούσαν να είναι σε καλύτερη θέση για την αντιμετώπιση μεμονωμένων παραβάσεων που διαπράττονται από τους εν λόγω παρόχους, οι οποίες δεν εγείρουν συστημικά ή διασυνοριακά ζητήματα. Για λόγους αποτελεσματικότητας, για να αποφευχθούν οι αλληλεπικαλύψεις και να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με την αρχή ου δις δικάζειν, θα πρέπει να εναπόκειται στην Επιτροπή να αξιολογεί κατά πόσον κρίνει σκόπιμο να ασκήσει τις εν λόγω συντρέχουσες αρμοδιότητες σε μια συγκεκριμένη υπόθεση και, μόλις κινήσει τη διαδικασία, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει πλέον να έχουν τη δυνατότητα να το πράξουν. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεργάζονται στενά τόσο μεταξύ τους όσο και με την Επιτροπή, και η Επιτροπή θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με τα κράτη μέλη, ώστε να διασφαλίζεται ότι το σύστημα επίβλεψης και επιβολής που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό λειτουργεί ομαλά και αποτελεσματικά.

(126)

Οι κανόνες του παρόντος κανονισμού σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων δεν θα πρέπει να θίγουν τις διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και τους εθνικούς κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία και το εφαρμοστέο δίκαιο σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως οι αγωγές που ασκούνται από καταναλωτές ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο έχουν την κατοικία τους σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο παρών κανονισμός στους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών να ενημερώνουν την αρχή έκδοσης σχετικά με την ισχύ των εντολών ανάληψης δράσης κατά παράνομου περιεχομένου και των εντολών παροχής πληροφοριών, οι κανόνες σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο στην εποπτεία της επιβολής των εν λόγω υποχρεώσεων, αλλά όχι σε άλλα ζητήματα που σχετίζονται με την εντολή, όπως η αρμοδιότητα έκδοσης της εντολής.

(127)

Δεδομένης της διασυνοριακής και διατομεακής σημασίας των ενδιάμεσων υπηρεσιών, απαιτείται υψηλό επίπεδο συνεργασίας για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και της διαθεσιμότητας των σχετικών πληροφοριών για την άσκηση των καθηκόντων επιβολής μέσω του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών. Η συνεργασία μπορεί να λάβει διάφορες μορφές ανάλογα με τα ζητήματα που διακυβεύονται, με την επιφύλαξη συγκεκριμένων κοινών ερευνητικών δραστηριοτήτων. Σε κάθε περίπτωση, είναι απαραίτητο ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών να ενημερώνει άλλους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών σχετικά με ζητήματα, έρευνες και ενέργειες που πρόκειται να αναληφθούν έναντι του εν λόγω παρόχου. Επιπλέον, όταν αρμόδια αρχή κράτους μέλους κατέχει σχετικές πληροφορίες για έρευνα που διεξάγεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης, ή είναι σε θέση να συγκεντρώσει τις εν λόγω πληροφορίες που βρίσκονται στο έδαφός του, στις οποίες δεν έχουν πρόσβαση οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας προορισμού θα πρέπει να συνδράμει τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης εγκαίρως, μεταξύ άλλων ασκώντας τις εξουσίες έρευνας που διαθέτει σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές διαδικασίες και τον Χάρτη. Ο αποδέκτης των εν λόγω μέτρων έρευνας θα πρέπει να συμμορφώνεται με αυτά και να θεωρείται υπεύθυνος σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, οι δε αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης θα πρέπει να μπορούν να βασιστούν στις πληροφορίες που συλλέγονται μέσω αμοιβαίας συνδρομής, προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό.

(128)

Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας προορισμού, βασιζόμενος ιδίως στις καταγγελίες που λαμβάνει ή, κατά περίπτωση, στις πληροφορίες από άλλες εθνικές αρμόδιες αρχές, ή το συμβούλιο σε περίπτωση ζητημάτων που αφορούν περισσότερα από τρία κράτη μέλη, θα πρέπει να μπορούν να ζητούν από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης να λάβει μέτρα έρευνας ή επιβολής έναντι παρόχου που υπάγεται στην αρμοδιότητά του. Τα εν λόγω αιτήματα για ανάληψη δράσης θα πρέπει να βασίζονται σε τεκμηριωμένα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη εικαζόμενης παράβασης που έχει αρνητικό αντίκτυπο στα συλλογικά συμφέροντα των αποδεκτών της υπηρεσίας στο κράτος μέλος του ή έχει αρνητικό κοινωνικό αντίκτυπο. Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης θα πρέπει να μπορεί να βασίζεται στην αμοιβαία συνδρομή ή να καλεί τον αιτούντα συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών σε κοινή έρευνα σε περίπτωση που απαιτούνται περαιτέρω πληροφορίες για τη λήψη απόφασης, με την επιφύλαξη της δυνατότητας να ζητηθεί από την Επιτροπή να αξιολογήσει το ζήτημα εάν έχει λόγους να υποπτεύεται ότι ενδέχεται να διακυβεύεται συστημική παράβαση από πολύ μεγάλη επιγραμμική πλατφόρμα ή πολύ μεγάλη επιγραμμική μηχανή αναζήτησης.

(129)

Το συμβούλιο θα πρέπει να μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην Επιτροπή σε περίπτωση διαφωνίας ως προς τις αξιολογήσεις ή τα μέτρα που λήφθηκαν ή προτάθηκαν ή σε περίπτωση μη λήψης μέτρων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό κατόπιν αιτήματος διασυνοριακής συνεργασίας ή κοινής έρευνας. Όταν η Επιτροπή, βάσει των πληροφοριών που παρέχονται από τις οικείες αρχές, θεωρεί ότι τα προτεινόμενα μέτρα, περιλαμβανομένου του προτεινόμενου επιπέδου των προστίμων, δεν μπορούν να διασφαλίσουν την αποτελεσματική επιβολή των υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να είναι σε θέση να διατυπώσει τις σοβαρές αμφιβολίες της και να ζητήσει από τον αρμόδιο συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών να επαναξιολογήσει το ζήτημα και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό εντός καθορισμένου χρονικού διαστήματος. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται με την επιφύλαξη του γενικού καθήκοντος της Επιτροπής να εποπτεύει την εφαρμογή και, όπου χρειάζεται, να επιβάλλει το ενωσιακό δίκαιο υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τις Συνθήκες.

(130)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η διασυνοριακή επίβλεψη και οι έρευνες των υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό οι οποίες αφορούν περισσότερα του ενός κράτη μέλη, οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, μέσω του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών, να καλούν άλλους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών σε κοινή έρευνα σχετικά με εικαζόμενη παράβαση του παρόντος κανονισμού. Άλλοι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών και, κατά περίπτωση, άλλες αρμόδιες αρχές, θα πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν στην έρευνα που προτείνει ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης, εκτός εάν ο τελευταίος θεωρεί ότι ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός των συμμετεχουσών αρχών ενδέχεται να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της έρευνας, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της εικαζόμενης παράβασης και της απουσίας άμεσων επιπτώσεων στους αποδέκτες της υπηρεσίας στα εν λόγω κράτη μέλη. Οι δραστηριότητες κοινών ερευνών μπορούν να περιλαμβάνουν διάφορες ενέργειες που θα πρέπει να συντονίζονται από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης σύμφωνα με τη διαθεσιμότητα των συμμετεχουσών αρχών, όπως συντονισμένες διαδικασίες συλλογής δεδομένων, συγκέντρωση πόρων, επιχειρησιακές ομάδες, συντονισμένα αιτήματα παροχής πληροφοριών ή κοινές επιθεωρήσεις εγκαταστάσεων. Όλες οι αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν σε κοινή έρευνα θα πρέπει, συνεπώς, να συνεργάζονται με τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης, μεταξύ άλλων ασκώντας στο έδαφός τους τις εξουσίες έρευνας που διαθέτουν, σύμφωνα με τις ισχύουσες εθνικές διαδικασίες. Η κοινή έρευνα θα πρέπει να ολοκληρώνεται εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου με τελική έκθεση, στην οποία λαμβάνεται υπόψη η συμβολή όλων των συμμετεχουσών αρμόδιων αρχών. Επιπλέον, εφόσον ζητηθεί από τουλάχιστον τρεις συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας προορισμού, το συμβούλιο μπορεί να συστήσει σε συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης να ξεκινήσει μια τέτοια κοινή έρευνα και να παράσχει υποδείξεις σχετικά με την οργάνωσή της. Προκειμένου να αποφευχθούν τα αδιέξοδα, το συμβούλιο θα πρέπει να μπορεί να παραπέμπει το ζήτημα στην Επιτροπή σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μεταξύ άλλων όταν ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης αρνείται να κινήσει έρευνα και το συμβούλιο δεν συμφωνεί με την αιτιολόγηση που δόθηκε.

(131)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, είναι απαραίτητο να συγκροτηθεί ανεξάρτητη συμβουλευτική ομάδα σε ενωσιακό επίπεδο, ένα ευρωπαϊκό συμβούλιο ψηφιακών υπηρεσιών, η οποία θα πρέπει να υποστηρίζει την Επιτροπή και να συμβάλλει στον συντονισμό των ενεργειών των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών. Το συμβούλιο θα πρέπει να απαρτίζεται από τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών, όταν αυτοί έχουν διοριστεί, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα των εν λόγω συντονιστών να προσκαλούν στις συνεδριάσεις του ή να ορίζουν προς τούτο εκπροσώπους από άλλες αρμόδιες αρχές στις οποίες έχουν ανατεθεί ειδικά καθήκοντα βάσει του παρόντος κανονισμού, όπου αυτό απαιτείται σύμφωνα με την οικεία εθνική κατανομή καθηκόντων και αρμοδιοτήτων. Σε περίπτωση πολλαπλών συμμετεχόντων από ένα κράτος μέλος, το δικαίωμα ψήφου θα πρέπει να περιορίζεται σε έναν εκπρόσωπο ανά κράτος μέλος.

(132)

Το συμβούλιο θα πρέπει να συμβάλλει στην επίτευξη μιας κοινής ενωσιακής αντίληψης όσον αφορά τη συνεπή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και στη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών, μεταξύ άλλων, παρέχοντας συμβουλές στην Επιτροπή και στους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών σχετικά με κατάλληλα μέτρα έρευνας και επιβολής, ιδίως έναντι των παρόχων πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης και έχοντας υπόψη, ιδίως, την ελευθερία των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών να παρέχουν υπηρεσίες σε ολόκληρη την Ένωση. Το συμβούλιο θα πρέπει επίσης να συμβάλλει στην εκπόνηση σχετικών προτύπων και κωδίκων δεοντολογίας και στην ανάλυση των αναδυόμενων γενικών τάσεων στην ανάπτυξη των ψηφιακών υπηρεσιών στην Ένωση, μεταξύ άλλων με την έκδοση γνωμοδοτήσεων ή συστάσεων σχετικά με θέματα που συνδέονται με πρότυπα.

(133)

Για τον σκοπό αυτόν, το συμβούλιο θα πρέπει να μπορεί να εκδίδει γνώμες, αιτήματα και συστάσεις προς τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών ή άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές. Παρότι τα ανωτέρω δεν είναι νομικά δεσμευτικά, η απόφαση απόκλισης από αυτά θα πρέπει να αιτιολογείται δεόντως και θα μπορούσε να λαμβάνεται υπόψη από την Επιτροπή κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του οικείου κράτους μέλους με τον παρόντα κανονισμό.

(134)

Το συμβούλιο θα πρέπει να φέρνει σε επαφή τους εκπροσώπους των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών και άλλων πιθανών αρμόδιων αρχών υπό την προεδρία της Επιτροπής, με σκοπό τη διασφάλιση της αξιολόγησης των ζητημάτων που υποβάλλονται σε αυτό στο πλαίσιο μιας πλήρως ευρωπαϊκής διάστασης. Ενόψει πιθανών οριζόντιων στοιχείων που ενδέχεται να είναι σημαντικά για άλλα ρυθμιστικά πλαίσια σε ενωσιακό επίπεδο, θα πρέπει να επιτρέπεται στο συμβούλιο να συνεργάζεται με άλλα όργανα, οργανισμούς, υπηρεσίες και συμβουλευτικές ομάδες της Ένωσης με αρμοδιότητες σε τομείς όπως η ισότητα, συμπεριλαμβανομένης της ισότητας των φύλων, και η απαγόρευση των διακρίσεων, η προστασία δεδομένων, οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες, οι οπτικοακουστικές υπηρεσίες, η ανίχνευση και η διερεύνηση περιπτώσεων απάτης σε βάρος του προϋπολογισμού της Ένωσης όσον αφορά τελωνειακούς δασμούς η προστασία των καταναλωτών, ή το δίκαιο του ανταγωνισμού, στο μέτρο που η συνεργασία αυτή είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση των καθηκόντων του.

(135)

Η Επιτροπή, μέσω του προεδρεύοντος, θα πρέπει να συμμετέχει στο συμβούλιο χωρίς δικαιώματα ψήφου. Μέσω του προεδρεύοντος, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων καθορίζεται σύμφωνα με τα αιτήματα των μελών του συμβουλίου όπως προβλέπεται στον εσωτερικό κανονισμό και σύμφωνα με τα καθήκοντα του συμβουλίου που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

(136)

Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης διασφάλισης υποστήριξης για τις δραστηριότητες του συμβουλίου, το συμβούλιο θα πρέπει να μπορεί να βασιστεί στην εμπειρογνωσία και στους ανθρώπινους πόρους της Επιτροπής, καθώς και των αρμόδιων εθνικών αρχών. Οι συγκεκριμένες λειτουργικές ρυθμίσεις για την εσωτερική λειτουργία του συμβουλίου θα πρέπει να προσδιορίζονται περαιτέρω στον εσωτερικό κανονισμό του συμβουλίου.

(137)

Δεδομένης της σημασίας των πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή των πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, λόγω της εμβέλειας και του αντίκτυπού τους, η μη συμμόρφωσή τους με τις ειδικές εφαρμοστέες σε αυτές υποχρεώσεις μπορεί να επηρεάσει σημαντικό αριθμό αποδεκτών των υπηρεσιών σε διάφορα κράτη μέλη και μπορεί να έχει σημαντικές επιβλαβείς κοινωνικές συνέπειες, ενώ παράλληλα ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα πολύπλοκος ο εντοπισμός και η αντιμετώπιση της εν λόγω μη συμμόρφωσης. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή, σε συνεργασία με τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών και το συμβούλιο, θα πρέπει να αναπτύξουν την εμπειρογνωσία και τις ικανότητες της Ένωσης όσον αφορά την εποπτεία πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή των πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης. Συνεπώς, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να συντονίζει και να αξιοποιεί την εμπειρογνωσία και τους πόρους αυτών των αρχών, αναλύοντας για παράδειγμα, σε μόνιμη ή προσωρινή βάση, συγκεκριμένες τάσεις ή ζητήματα που ανακύπτουν σε σχέση με μία ή περισσότερες πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες ή πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεργάζονται με την Επιτροπή για την ανάπτυξη των ικανοτήτων αυτών, μεταξύ άλλων μέσω της απόσπασης προσωπικού, κατά περίπτωση, και να συμβάλλουν στη δημιουργία κοινής εποπτικής ικανότητας της Ένωσης. Προκειμένου να αναπτύξει την εμπειρογνωσία και τις ικανότητες της Ένωσης, η Επιτροπή μπορεί επίσης να αξιοποιήσει την εμπειρογνωσία και τις ικανότητες του παρατηρητηρίου της οικονομίας των επιγραμμικών πλατφορμών που συστάθηκε δυνάμει της απόφασης της Επιτροπής της 26ης Απριλίου 2018 για τη σύσταση της ομάδας εμπειρογνωμόνων για το παρατηρητήριο της οικονομίας των επιγραμμικών πλατφορμών, σχετικών εξειδικευμένων φορέων, καθώς και κέντρων αριστείας. Η Επιτροπή δύναται να καλεί εμπειρογνώμονες με ειδική εμπειρογνωσία, όπως, μεταξύ άλλων, διαπιστευμένους ερευνητές, εκπροσώπους οργανισμών και φορέων της Ένωσης, ενώσεις που εκπροσωπούν χρήστες ή την κοινωνία των πολιτών, διεθνείς οργανισμούς, εμπειρογνώμονες από τον ιδιωτικό τομέα καθώς και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς.

(138)

Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να διερευνά παραβάσεις με δική της πρωτοβουλία, σύμφωνα με τις εξουσίες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, μεταξύ άλλων ζητώντας πρόσβαση σε δεδομένα, ζητώντας πληροφορίες ή διενεργώντας επιθεωρήσεις, καθώς και αξιοποιώντας την υποστήριξη των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών. Όταν η εποπτεία από τις αρμόδιες εθνικές αρχές μεμονωμένων εικαζόμενων παραβάσεων από παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης υποδεικνύει συστημικά ζητήματα, όπως ζητήματα με μεγάλο αντίκτυπο στα συλλογικά συμφέροντα των αποδεκτών της υπηρεσίας, οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να είναι σε θέση, βάσει δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος, να παραπέμπουν τα ζητήματα αυτά στην Επιτροπή. Το εν λόγω αίτημα θα πρέπει να περιλαμβάνει, τουλάχιστον, όλα τα γεγονότα και των περιστάσεις που υποστηρίζουν την εικαζόμενη παράβαση και τη συστηματική της φύση. Ανάλογα με τα αποτελέσματα της δικής της αξιολόγησης, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα έρευνας και επιβολής, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της κίνησης έρευνας ή της λήψης προσωρινών μέτρων.

(139)

Για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων της, η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την απόφαση να κινήσει διαδικασία κατά των παρόχων πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης. Αφού η Επιτροπή κινήσει τη διαδικασία, θα πρέπει να αποκλείεται η άσκηση των εξουσιών έρευνας και επιβολής από τους οικείους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών της εγκατάστασης όσον αφορά τη σχετική συμπεριφορά του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, προκειμένου να αποφεύγονται οι αλληλεπικαλύψεις, οι ασυνέπειες και οι κίνδυνοι από την άποψη της αρχής ου δις δικάζειν. Ωστόσο, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ζητεί τη μεμονωμένη ή από κοινού συμβολή των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών στην έρευνα. Σύμφωνα με το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την ικανοποίηση αιτιολογημένων και αναλογικών αιτημάτων της Επιτροπής στο πλαίσιο έρευνας. Επιπλέον, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης, καθώς και το συμβούλιο και οποιοιδήποτε άλλοι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, θα πρέπει να παρέχουν στην Επιτροπή κάθε απαραίτητη πληροφορία και συνδρομή, ώστε να μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντά της αποτελεσματικά, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που συλλέχθηκαν στο πλαίσιο διαδικασιών συλλογής δεδομένων ή πρόσβασης σε αυτά, στον βαθμό που αυτό δεν αποκλείεται από τη νομική βάση δυνάμει της οποίας έχουν συλλεχθεί οι πληροφορίες. Αντιστρόφως, η Επιτροπή θα πρέπει να τηρεί ενήμερους τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης και το συμβούλιο σχετικά με την άσκηση των εξουσιών της, ιδίως δε όταν προτίθεται να κινήσει τη διαδικασία και να ασκήσει τις εξουσίες έρευνας που διαθέτει. Επιπλέον, όταν η Επιτροπή κοινοποιεί τα προκαταρκτικά της πορίσματα, συμπεριλαμβανόμενου οποιουδήποτε ζητήματος στο οποίο έχει αντίρρηση, σε παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, θα πρέπει επίσης να προβαίνει σε σχετική γνωστοποίηση προς το συμβούλιο. Το συμβούλιο θα πρέπει να εκθέτει τις απόψεις του για τις αντιρρήσεις και την αξιολόγηση εκ μέρους της Επιτροπής, η οποία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτή τη γνώμη στην αιτιολόγηση της τελικής της απόφασης.

(140)

Δεδομένων τόσο των ιδιαίτερων προκλήσεων που μπορεί να προκύψουν στο πλαίσιο της προσπάθειας διασφάλισης της συμμόρφωσης από τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, όσο και της σημασίας της αποτελεσματικότητας των ενεργειών για τον σκοπό αυτόν, και λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους και του αντίκτυπού τους, καθώς και των επιβλαβών συνεπειών τους, η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει ισχυρές εξουσίες έρευνας και επιβολής ώστε να μπορεί να διερευνά, να επιβάλλει και να παρακολουθεί τη συμμόρφωση με τους κανόνες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, με πλήρη σεβασμό του θεμελιώδους δικαιώματος ακρόασης και του δικαιώματος πρόσβασης στον φάκελο στο πλαίσιο των διαδικασιών επιβολής, της αρχής της αναλογικότητας και των δικαιωμάτων και συμφερόντων των θιγόμενων μερών.

(141)

Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής και συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό σε ολόκληρη την Ένωση. Ειδικότερα, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε όλα τα σχετικά έγγραφα, δεδομένα και πληροφορίες που απαιτούνται για την κίνηση και τη διεξαγωγή ερευνών και για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τις σχετικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ανεξάρτητα από τον κάτοχο των εν λόγω εγγράφων, δεδομένων και πληροφοριών, καθώς και από τη μορφή ή τον μορφότυπό τους, το μέσο αποθήκευσής τους ή τον ακριβή τόπο όπου είναι αποθηκευμένα. Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να ζητεί απευθείας, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένου αιτήματος παροχής πληροφοριών, από τον οικείο πάροχο της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης καθώς και από κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ενεργεί για σκοπούς που σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική του δραστηριότητα το οποίο ευλόγως αναμένεται να γνωρίζει τις πληροφορίες που σχετίζονται, κατά περίπτωση, με την παράβαση ή την εικαζόμενη παράβαση, να παράσχουν κάθε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, δεδομένο και πληροφορία. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να ζητεί κάθε σχετική πληροφορία από οποιαδήποτε δημόσια αρχή, φορέα ή οργανισμό του κράτους μέλους για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Στο πλαίσιο της άσκησης εξουσιών έρευνας που διαθέτει, όπως τα αιτήματα παροχής πληροφοριών ή οι συνεντεύξεις, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να απαιτεί πρόσβαση σε έγγραφα, δεδομένα, πληροφορίες, βάσεις δεδομένων και αλγορίθμους αρμόδιων προσώπων, καθώς και σχετικές εξηγήσεις, και να καλεί σε συνέντευξη, με τη συγκατάθεσή του, οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διαθέτει ενδεχομένως χρήσιμες πληροφορίες και να καταγράφει τις δηλώσεις του με οποιοδήποτε τεχνικό μέσο. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί να προβαίνει σε κάθε αναγκαία επιθεώρηση για την επιβολή των σχετικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Σκοπός αυτών των εξουσιών έρευνας είναι να συμπληρώνουν τη δυνατότητα της Επιτροπής να ζητεί συνδρομή από τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών και άλλες αρχές των κρατών μελών, για παράδειγμα, με την παροχή πληροφοριών ή κατά την άσκηση των ανωτέρω εξουσιών.

(142)

Τα προσωρινά μέτρα μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό εργαλείο για να διασφαλιστεί ότι, κατά τη διάρκεια της έρευνας, η υπό διερεύνηση παράβαση δεν συνεπάγεται κίνδυνο σοβαρής ζημίας για τους αποδέκτες της υπηρεσίας. Το εργαλείο αυτό είναι σημαντικό για να αποφεύγονται εξελίξεις οι οποίες θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να αντιστραφούν από απόφαση της Επιτροπής κατά το πέρας της διαδικασίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει εξουσία να επιβάλλει προσωρινά μέτρα με απόφασή της στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει κινηθεί ενόψει της πιθανής έκδοσης απόφασης για μη συμμόρφωση. Η εξουσία αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή έχει διαπιστώσει εκ πρώτης όψεως παράβαση υποχρεώσεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού από τον πάροχο πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης. Απόφαση που επιβάλλει τη λήψη προσωρινών μέτρων θα πρέπει να ισχύει μόνο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, είτε για το χρονικό διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας από την Επιτροπή, είτε για καθορισμένη χρονική περίοδο η οποία μπορεί να ανανεωθεί εφόσον αυτό είναι απαραίτητο και ενδεδειγμένο.

(143)

Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την παρακολούθηση της αποτελεσματικής εφαρμογής των υποχρεώσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και της συμμόρφωσης με αυτές. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν την ικανότητα να ορίζει ανεξάρτητους εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, καθώς και ελεγκτές για να συνδράμουν την Επιτροπή στη διαδικασία αυτή, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση, από αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, όπως αρχές προστασίας των δεδομένων ή των καταναλωτών. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξασφαλίζει την επαρκή εναλλαγή των ελεγκτών κατά τον ορισμό τους.

(144)

Η συμμόρφωση με τις σχετικές υποχρεώσεις που επιβάλλονται βάσει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να μπορεί να επιβληθεί μέσω προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει επίσης να καθοριστούν κατάλληλα επίπεδα προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών για λόγους μη συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις και παράβασης των διαδικαστικών κανόνων, τα οποία θα υπόκεινται σε κατάλληλες προθεσμίες παραγραφής, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή ne bis in idem. Η Επιτροπή και οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να συντονίζουν τις προσπάθειές τους για την επιβολή της νομοθεσίας προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των εν λόγω αρχών. Ειδικότερα, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τυχόν πρόστιμα και κυρώσεις που επιβάλλονται στο ίδιο νομικό πρόσωπο για τα ίδια πραγματικά περιστατικά μέσω οριστικής απόφασης σε διαδικασία που αφορά παράβαση άλλων ενωσιακών ή εθνικών κανόνων, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι τα συνολικά πρόστιμα και κυρώσεις που επιβάλλονται είναι αναλογικά και αντιστοιχούν στη σοβαρότητα των διαπραχθεισών παραβάσεων. Όλες οι αποφάσεις που λαμβάνει η Επιτροπή δυνάμει του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να έχει πλήρη δικαιοδοσία σε ό,τι αφορά την καταβολή προστίμων και κυρώσεων σύμφωνα με το άρθρο 261 ΣΛΕΕ.

(145)

Λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών κοινωνικών επιπτώσεων μιας παράβασης των επιπρόσθετων υποχρεώσεων για τη διαχείριση συστημικών κινδύνων που υπέχουν αποκλειστικά οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, και προκειμένου να αντιμετωπιστούν αυτές οι ανησυχίες δημόσιας τάξης, είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ένα σύστημα ενισχυμένης εποπτείας κάθε δράσης που αναλαμβάνεται για την ουσιαστική παύση και αποκατάσταση των παραβάσεων του παρόντος κανονισμού. Ως εκ τούτου, μόλις διαπιστωθεί παράβαση μιας από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού που εφαρμόζεται αποκλειστικά σε πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες ή σε πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης και, όπου είναι αναγκαίο, επιβληθούν κυρώσεις, η Επιτροπή θα πρέπει να ζητήσει από τον πάροχο της εν λόγω πλατφόρμας ή της εν λόγω μηχανής αναζήτησης να καταρτίσει λεπτομερές σχέδιο δράσης για την αποκατάσταση τυχόν επιπτώσεων της παράβασης για το μέλλον και να κοινοποιήσει το εν λόγω σχέδιο δράσης εντός χρονοδιαγράμματος που καθορίζεται από την Επιτροπή, στους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών, στην Επιτροπή και στο συμβούλιο. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του συμβουλίου, θα πρέπει να διαπιστώσει αν τα μέτρα που περιλαμβάνονται στο σχέδιο δράσης επαρκούν για την αντιμετώπιση της παράβασης, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το αν η τήρηση του σχετικού κώδικα δεοντολογίας περιλαμβάνεται στα προτεινόμενα μέτρα. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να παρακολουθεί κάθε μεταγενέστερο μέτρο που λαμβάνει ο οικείος πάροχος πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, όπως ορίζεται στο σχέδιο δράσης του, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τυχόν ανεξάρτητο έλεγχο στον οποίο υποβάλλεται ο πάροχος. Εάν, μετά την ολοκλήρωση της εφαρμογής του σχεδίου δράσης, η Επιτροπή εξακολουθεί να θεωρεί ότι η παράβαση δεν έχει αποκατασταθεί πλήρως ή εάν το σχέδιο δράσης δεν έχει υποβληθεί ή κριθεί ακατάλληλο, θα πρέπει να είναι σε θέση να κάνει χρήση όλων των εξουσιών έρευνας ή επιβολής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της αρμοδιότητας επιβολής περιοδικών χρηματικών ποινών και της κίνησης της διαδικασίας για την απενεργοποίηση της πρόσβασης στην παράνομη υπηρεσία.

(146)

Στον οικείο πάροχο της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης και σε άλλα πρόσωπα που υπόκεινται στην άσκηση των εξουσιών της Επιτροπής και των οποίων τα συμφέροντα μπορεί να επηρεάζονται από μια απόφαση θα πρέπει να παρέχεται η ευκαιρία να διατυπώνουν τις παρατηρήσεις τους πριν από την έκδοση αυτής και να δίδεται ευρεία δημοσιότητα στις εκδιδόμενες αποφάσεις. Είναι επιβεβλημένη η προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών, χωρίς όμως να θίγονται τα δικαιώματα υπεράσπισης των ενδιαφερόμενων μερών, και ιδίως το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της υπόθεσης. Επιπλέον, στο πλαίσιο τήρησης της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει τη γνωστοποίηση κάθε πληροφορίας στην οποία βασίζεται για την έκδοση της απόφασής της στον βαθμό που επιτρέπει στον αποδέκτη της απόφασης να κατανοήσει τα γεγονότα και τις παραμέτρους που οδήγησαν στην απόφαση.

(147)

Προκειμένου να διαφυλάσσεται η εναρμονισμένη εφαρμογή και επιβολή του παρόντος κανονισμού, είναι σημαντικό να διασφαλίζεται ότι οι εθνικές αρχές, περιλαμβανομένων των εθνικών δικαστηρίων, διαθέτουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε οι αποφάσεις τους να μην αντιτίθενται σε απόφαση που εκδίδει η Επιτροπή δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Τούτο δεν θίγει την εφαρμογή του άρθρου 267 ΣΛΕΕ.

(148)

Η αποτελεσματική επιβολή και παρακολούθηση του παρόντος κανονισμού απαιτεί απρόσκοπτη και σε πραγματικό χρόνο ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών, του συμβουλίου και της Επιτροπής, με βάση τις ροές πληροφοριών και τις διαδικασίες που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η αποτελεσματική επιβολή και παρακολούθηση του παρόντος κανονισμού μπορεί επίσης, κατά περίπτωση, να δικαιολογήσει την παροχή πρόσβασης σε αυτό το σύστημα από άλλες αρμόδιες αρχές. Ταυτόχρονα, δεδομένου ότι οι ανταλλασσόμενες πληροφορίες μπορεί να είναι εμπιστευτικές ή να αφορούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, θα πρέπει να προστατεύονται από μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, σύμφωνα με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέχθηκαν οι πληροφορίες. Για τον λόγο αυτό, όλες οι κοινοποιήσεις μεταξύ των εν λόγω αρχών θα πρέπει να πραγματοποιούνται βάσει αξιόπιστου και ασφαλούς συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών, οι λεπτομέρειες του οποίου θα πρέπει να καθορίζονται σε εκτελεστική πράξη. Το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών μπορεί να βασίζεται σε υφιστάμενα εργαλεία της εσωτερικής αγοράς, στον βαθμό που μπορούν να επιτύχουν τους στόχους του παρόντος κανονισμού με οικονομικά αποδοτικό τρόπο.

(149)

Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των αποδεκτών υπηρεσιών να απευθύνονται σε αντιπροσωπευτικό φορέα σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2020/1828 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (33) ή να προσφεύγουν σε οποιαδήποτε άλλη μορφή αντιπροσώπευσης δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, οι αποδέκτες των υπηρεσιών θα πρέπει επίσης να έχουν το δικαίωμα να αναθέτουν σε νομικό πρόσωπο ή δημόσιο φορέα την άσκηση των δικαιωμάτων τους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Τα δικαιώματα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν τα δικαιώματα που σχετίζονται με την υποβολή ειδοποιήσεων, την αμφισβήτηση των αποφάσεων που λαμβάνουν οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών και την υποβολή καταγγελιών κατά των παρόχων για παράβαση του παρόντος κανονισμού. Ορισμένοι φορείς, οργανισμοί και ενώσεις διαθέτουν ιδιαίτερη εμπειρογνωμοσύνη και αρμοδιότητα όσον αφορά τον εντοπισμό και την επισήμανση εσφαλμένων ή αδικαιολόγητων αποφάσεων ελέγχου περιεχομένου, και οι καταγγελίες τους για λογαριασμό αποδεκτών της υπηρεσίας ενδέχεται να έχουν θετικό αντίκτυπο στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης γενικά, και, ως εκ τούτου, οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τις εν λόγω καταγγελίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

(150)

Για λόγους αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας, η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει γενική αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, αυτή η γενική αξιολόγηση θα πρέπει να εξετάζει, μεταξύ άλλων, το πεδίο εφαρμογής των υπηρεσιών που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, την αλληλεπίδραση με άλλες νομικές πράξεις, τον αντίκτυπο του παρόντος κανονισμού στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ιδίως όσον αφορά τις ψηφιακές υπηρεσίες, την εφαρμογή των κωδίκων δεοντολογίας, την υποχρέωση ορισμού νόμιμου εκπροσώπου εγκατεστημένου στην Ένωση, τις επιπτώσεις των υποχρεώσεων στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού επίβλεψης και επιβολής και τον αντίκτυπο στο δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης. Επιπλέον, για να αποφευχθούν δυσανάλογες επιβαρύνσεις και να διασφαλιστεί η συνεχής αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει αξιολόγηση του αντικτύπου των υποχρεώσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις εντός τριών ετών από την έναρξη εφαρμογής και αξιολόγηση του πεδίου των υπηρεσιών που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, ιδίως για τις πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, και της αλληλεπίδρασης με άλλες νομικές πράξεις εντός τριών ετών από την έναρξη ισχύος του.

(151)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για να καθορίσει υποδείγματα σχετικά με τη μορφή, το περιεχόμενο και άλλες λεπτομέρειες των εκθέσεων για τον έλεγχο περιεχομένου, να προσδιορίσει το ποσό του ετήσιου εποπτικού τέλους που επιβάλλεται στους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, να καθορίσει τις πρακτικές ρυθμίσεις για τη διαδικασία, τις ακροάσεις και τη γνωστοποίηση στοιχείων κατόπιν διαπραγμάτευσης που διεξάγονται στο πλαίσιο της επίβλεψης, της έρευνας, της επιβολής και της παρακολούθησης σε σχέση με τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, καθώς και για να καθορίσει τις πρακτικές και επιχειρησιακές ρυθμίσεις για τη λειτουργία του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών και τη διαλειτουργικότητά του με άλλα συναφή συστήματα. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (34).

(152)

Για να επιτευχθούν οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, ώστε να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό, σχετικά με κριτήρια για τον προσδιορισμό των πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και των πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, τα διαδικαστικά στάδια, μεθοδολογίες και υποδείγματα υποβολής αναφορών για τους ελέγχους, τις τεχνικές προδιαγραφές των αιτημάτων πρόσβασης και τη λεπτομερή μεθοδολογία και τις διαδικασίες για τον καθορισμό των εποπτικών τελών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργεί η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι εν λόγω διαβουλεύσεις να διενεργούνται σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (35). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(153)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη και τα θεμελιώδη δικαιώματα που αποτελούν γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται, σύμφωνα με αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα, περιλαμβανομένης της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης, καθώς και της ελευθερίας και της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης. Κατά την άσκηση των εξουσιών που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, όλες οι εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές θα πρέπει να επιτυγχάνουν, σε περιπτώσεις σύγκρουσης μεταξύ των σχετικών θεμελιωδών δικαιωμάτων, δίκαιη ισορροπία μεταξύ των σχετικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

(154)

Δεδομένης της έκτασης και του αντικτύπου των κοινωνικών κινδύνων που ενδέχεται να προκληθούν από πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, της ανάγκης αντιμετώπισης των εν λόγω κινδύνων κατά προτεραιότητα και της ικανότητας να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, δικαιολογείται ο περιορισμός της περιόδου μετά την οποία αρχίζει να εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός στους παρόχους των εν λόγω υπηρεσιών.

(155)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, συγκεκριμένα, η συμβολή στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η διασφάλιση ασφαλούς, προβλέψιμου και αξιόπιστου επιγραμμικού περιβάλλοντος στο οποίο προστατεύονται δεόντως τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, επειδή αυτά δεν μπορούν να εξασφαλίσουν την αναγκαία εναρμόνιση και συνεργασία δρώντας μόνα τους, αλλά μπορεί, λόγω του εδαφικού και προσωπικού πεδίου εφαρμογής, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.

(156)

Σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (36), ζητήθηκε η γνώμη του ευρωπαίου επόπτη προστασίας δεδομένων, ο οποίος γνωμοδότησε στις 10 Φεβρουαρίου 2021 (37),

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΆΛΑΙΟ Ι

ΓΕΝΙΚΈΣ ΔΙΑΤΆΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Σκοπός του παρόντος κανονισμού είναι να συμβάλει στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενδιάμεσων υπηρεσιών, με τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων για ένα ασφαλές, προβλέψιμο και αξιόπιστο επιγραμμικό περιβάλλον, που διευκολύνει την καινοτομία και στο οποίο προστατεύονται ουσιαστικά τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, συμπεριλαμβανομένης της αρχής της προστασίας των καταναλωτών.

2.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει εναρμονισμένους κανόνες σχετικά με την παροχή ενδιάμεσων υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά. Ειδικότερα, ορίζει:

α)

πλαίσιο για την υπό όρους απαλλαγή των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών από την ευθύνη·

β)

κανόνες σχετικά με ειδικές υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας προσαρμοσμένες σε ορισμένες ειδικές κατηγορίες παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών·

γ)

κανόνες σχετικά με την εφαρμογή και την επιβολή του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων αρχών.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε ενδιάμεσες υπηρεσίες που παρέχονται σε αποδέκτες της υπηρεσίας που είναι εγκατεστημένοι ή βρίσκονται στην Ένωση, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης των παρόχων των ενδιάμεσων υπηρεσιών αυτών.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε υπηρεσίες που δεν είναι ενδιάμεσες υπηρεσίες ή σε οποιεσδήποτε απαιτήσεις που επιβάλλονται σε σχέση με τέτοιες υπηρεσίες, ανεξαρτήτως του αν η υπηρεσία παρέχεται μέσω της χρήσης ενδιάμεσης υπηρεσίας.

3.   Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει την εφαρμογή της οδηγίας 2000/31/ΕΚ.

4.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τους κανόνες που θεσπίζονται με άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις που ρυθμίζουν άλλες πτυχές της παροχής ενδιάμεσων υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά ή προσδιορίζουν και συμπληρώνουν τον παρόντα κανονισμό, ιδίως δε:

α)

την οδηγία 2010/13/ΕΕ·

β)

το ενωσιακό δίκαιο σχετικά με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα·

γ)

τον κανονισμό (EΕ) 2021/784·

δ)

τον κανονισμό (EΕ) 2019/1148·

ε)

τον κανονισμό (EΕ) 2019/1150·

στ)

το ενωσιακό δίκαιο για την προστασία των καταναλωτών και την ασφάλεια των προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των κανονισμών (ΕΕ) 2017/2394 και (ΕΕ) 2019/1020 και των οδηγιών 2001/95/ΕΚ και 2013/11/ΕΕ·

ζ)

το ενωσιακό δίκαιο για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και ιδίως τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 και την οδηγία 2002/58/ΕΚ·

η)

το ενωσιακό δίκαιο στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, ιδίως τον κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 ή οποιαδήποτε νομική πράξη της Ένωσης για τη θέσπιση των κανόνων στον τομέα του εφαρμοστέου δικαίου στις συμβατικές και εξωσυμβατικές ενοχές·

θ)

το ενωσιακό δίκαιο στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, ιδίως κανονισμός σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή υποβολής και την ευρωπαϊκή εντολή διατήρησης ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων σε ποινικές υποθέσεις·

ι)

την οδηγία σχετικά με τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων για τον ορισμό νόμιμων εκπροσώπων με σκοπό τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

«υπηρεσία της κοινωνίας των πληροφοριών»: «υπηρεσία» όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535·

β)

«αποδέκτης της υπηρεσίας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί ενδιάμεση υπηρεσία, ιδίως για να αναζητήσει πληροφορίες ή για να προσφέρει πρόσβαση σε αυτές·

γ)

«καταναλωτής»: κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα·

δ)

«προσφορά υπηρεσιών στην Ένωση»: παροχή σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη της δυνατότητας να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών που έχει ουσιώδη σύνδεση με την Ένωση·

ε)

«ουσιώδης σύνδεση με την Ένωση»: σύνδεση ενός παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών με την Ένωση, που προκύπτει είτε από την εγκατάστασή του στην Ένωση είτε από συγκεκριμένα πραγματικά κριτήρια, όπως:

ο σημαντικός αριθμός αποδεκτών της υπηρεσίας σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη σε σχέση με τον πληθυσμό τους, ή

η στόχευση δραστηριοτήτων προς ένα ή περισσότερα κράτη μέλη·

στ)

«έμπορος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ιδιωτικό ή δημόσιο, το οποίο ενεργεί, ενδεχομένως μέσω άλλου προσώπου ενεργούντος εξ ονόματός του ή για λογαριασμό του, για σκοπούς που εμπίπτουν στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας·

ζ)

«ενδιάμεση υπηρεσία»: μία από τις ακόλουθες υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών:

i)

«απλή μετάδοση»: συνίσταται στη μετάδοση, σε δίκτυο επικοινωνιών, πληροφοριών που παρέχει αποδέκτης της υπηρεσίας, ή στην παροχή πρόσβασης σε δίκτυο επικοινωνιών·

ii)

«προσωρινή αποθήκευση»: συνίσταται στη μετάδοση, σε δίκτυο επικοινωνιών, πληροφοριών που παρέχει αποδέκτης της υπηρεσίας, και περιλαμβάνει την αυτόματη, ενδιάμεση και προσωρινή αποθήκευση των εν λόγω πληροφοριών, η οποία πραγματοποιείται με αποκλειστικό σκοπό να καταστεί αποτελεσματικότερη η μεταγενέστερη μετάδοση των πληροφοριών σε άλλους αποδέκτες κατόπιν αιτήματός τους·

iii)

«φιλοξενία»: συνίσταται στην αποθήκευση πληροφοριών που παρέχει αποδέκτης της υπηρεσίας, κατόπιν αιτήματός του·

η)

«παράνομο περιεχόμενο»: κάθε πληροφορία, η οποία, από μόνη της ή σε σύνδεση με μια δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης προϊόντων ή της παροχής υπηρεσιών, δεν συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο ή το δίκαιο οποιουδήποτε κράτους μέλους, ανεξάρτητα από το ακριβές αντικείμενο ή τη φύση του δικαίου αυτού·

θ)

«επιγραμμική πλατφόρμα»: υπηρεσία φιλοξενίας η οποία, κατόπιν αιτήματος αποδέκτη της υπηρεσίας, αποθηκεύει και διαδίδει στο κοινό πληροφορίες, εκτός εάν η δραστηριότητα αυτή αποτελεί ήσσονος σημασίας και αμιγώς δευτερεύον στοιχείο άλλης υπηρεσίας ή ήσσονος σημασίας λειτουργία της κύριας υπηρεσίας και, για αντικειμενικούς και τεχνικούς λόγους, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς αυτή την άλλη υπηρεσία, και η ενσωμάτωση του στοιχείου ή της λειτουργίας στην άλλη υπηρεσία δεν αποτελεί μέσο για την παράκαμψη της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού·

ι)

«επιγραμμική μηχανή αναζήτησης»: ενδιάμεση υπηρεσία που επιτρέπει στους χρήστες να υποβάλλουν ερωτήματα για να πραγματοποιούν αναζητήσεις κατ’ αρχήν σε όλους τους ιστοτόπους ή σε όλους τους ιστοτόπους συγκεκριμένης γλώσσας βάσει ερωτήματος για οποιοδήποτε θέμα, με τη μορφή λέξης-κλειδιού, φωνητικής εντολής, φράσης ή άλλων εισερχόμενων δεδομένων, και αποδίδει υπό οιαδήποτε μορφή αποτελέσματα όπου μπορούν να ανευρεθούν πληροφορίες σχετικές με το περιεχόμενο που έχει ζητηθεί·

ια)

«διάδοση στο κοινό»: η διάθεση πληροφοριών, κατόπιν αιτήματος του αποδέκτη της υπηρεσίας που παρείχε τις πληροφορίες, σε δυνητικά απεριόριστο αριθμό τρίτων·

ιβ)

«εξ αποστάσεως σύμβαση»: «εξ αποστάσεως σύμβαση» όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 7) της οδηγίας 2011/83/EE·

ιγ)

«επιγραμμική διεπαφή»: κάθε λογισμικό, συμπεριλαμβανομένου ενός ιστοτόπου ή μέρους αυτού, και εφαρμογές, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμογών για φορητές συσκευές·

ιδ)

«συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης»: ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η κύρια εγκατάσταση παρόχου ενδιάμεσης υπηρεσίας ή στο οποίο διαμένει ή είναι εγκατεστημένος ο νόμιμος εκπρόσωπός του·

ιε)

«συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας προορισμού»: ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών του κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται η ενδιάμεση υπηρεσία·

ιστ)

«ενεργός αποδέκτης επιγραμμικής πλατφόρμας»: αποδέκτης της υπηρεσίας ο οποίος χρησιμοποιεί επιγραμμική πλατφόρμα είτε ζητώντας από την επιγραμμική πλατφόρμα να φιλοξενήσει πληροφορίες είτε εκτιθέμενος σε πληροφορίες που φιλοξενείται από την επιγραμμική πλατφόρμα και διαδίδεται μέσω της επιγραμμικής διεπαφής της·

ιζ)

«ενεργός αποδέκτης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης»: αποδέκτης της υπηρεσίας ο οποίος υποβάλλει ερώτημα στην επιγραμμική μηχανή αναζήτησης και εκτίθεται σε ευρετηριασμένες πληροφορίες που παρουσιάζονται στην επιγραμμική διεπαφή της·

ιη)

«διαφήμιση»: πληροφορίες που έχουν σχεδιαστεί για την προώθηση του μηνύματος νομικού ή φυσικού προσώπου, ανεξαρτήτως του αν επιδιώκουν να επιτύχουν εμπορικούς ή μη εμπορικούς σκοπούς, και παρουσιάζονται από επιγραμμική πλατφόρμα στην επιγραμμική διεπαφή της έναντι αμοιβής ειδικά για την προώθηση των πληροφοριών αυτών·

ιθ)

«σύστημα συστάσεων»: πλήρως ή μερικώς αυτοματοποιημένο σύστημα το οποίο χρησιμοποιείται από επιγραμμική πλατφόρμα για να προτείνει στην επιγραμμική διεπαφή της συγκεκριμένες πληροφορίες σε αποδέκτες της υπηρεσίας ή να τις εμφανίσει κατά προτεραιότητα, μεταξύ άλλων ως αποτέλεσμα αναζήτησης που ξεκίνησε ο αποδέκτης της υπηρεσίας ή προσδιορίζοντας με άλλον τρόπο τη σχετική σειρά ή την προβολή των πληροφοριών που εμφανίζονται·

κ)

«έλεγχος περιεχομένου»: οι αυτοματοποιημένες ή μη δραστηριότητες που αναλαμβάνουν πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών με στόχο, ιδίως, την ανίχνευση, τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση παράνομου περιεχομένου ή πληροφοριών που δεν συνάδουν με τους όρους και τις προϋποθέσεις τους και οι οποίες παρέχονται από αποδέκτες της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που λαμβάνονται και επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα, την προβολή, και την προσβασιμότητα του εν λόγω παράνομου περιεχομένου ή των εν λόγω πληροφοριών, όπως ο υποβιβασμός τους, η άρση της δυνατότητας οικονομικής αξιοποίησης, η απενεργοποίηση της πρόσβασης ή η απόσυρσή τους, ή επηρεάζουν την ικανότητα των αποδεκτών της υπηρεσίας να παρέχουν τις εν λόγω πληροφορίες, όπως η κατάργηση ή η αναστολή του λογαριασμού του αποδέκτη·

κα)

«όροι και προϋποθέσεις»: όλες οι ρήτρες, ανεξάρτητα από την ονομασία ή τη μορφή τους, που διέπουν τη συμβατική σχέση μεταξύ του παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών και των αποδεκτών της υπηρεσίας·

κβ)

«άτομα με αναπηρία»: άτομα με αναπηρία όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/882 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (38)·

κγ)

«εμπορική επικοινωνία»: εμπορική επικοινωνία όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο στ) της οδηγίας 2000/31/ΕΚ·

κδ)

«κύκλος εργασιών»: το ποσό που παράγεται από μια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 5 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (39).

ΚΕΦΆΛΑΙΟ ΙΙ

ΕΥΘΎΝΗ ΤΩΝ ΠΑΡΌΧΩΝ ΕΝΔΙΆΜΕΣΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΏΝ

Άρθρο 4

«Απλή μετάδοση»

1.   Σε περίπτωση παροχής υπηρεσίας της κοινωνίας των πληροφοριών η οποία συνίσταται στη μετάδοση πληροφοριών που παρέχει ο αποδέκτης της υπηρεσίας σε δίκτυο επικοινωνιών ή στην παροχή πρόσβασης σε δίκτυο επικοινωνιών, ο πάροχος της υπηρεσίας δεν φέρει ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες που μεταδίδονται ή στις οποίες παρέχεται πρόσβαση, υπό τον όρο ότι ο πάροχος:

α)

δεν αποτελεί την αφετηρία της μετάδοσης των πληροφοριών·

β)

δεν επιλέγει τον αποδέκτη της μετάδοσης· και

γ)

δεν επιλέγει και δεν τροποποιεί τις μεταδιδόμενες πληροφορίες.

2.   Οι δραστηριότητες μετάδοσης και παροχής πρόσβασης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν την αυτόματη, ενδιάμεση και προσωρινή αποθήκευση των μεταδιδόμενων πληροφοριών, στον βαθμό που η εν λόγω αποθήκευση εξυπηρετεί αποκλειστικά την πραγματοποίηση της μετάδοσης στο δίκτυο επικοινωνιών και η διάρκειά της δεν υπερβαίνει τον χρόνο που είναι ευλόγως απαραίτητος για τη μετάδοση.

3.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει τη δυνατότητα δικαστικής ή διοικητικής αρχής, σύμφωνα με το νομικό σύστημα ενός κράτους μέλους, να απαιτήσει από τον πάροχο υπηρεσιών την παύση ή αποτροπή της παράβασης.

Άρθρο 5

«Προσωρινή αποθήκευση»

1.   Σε περίπτωση παροχής υπηρεσίας της κοινωνίας των πληροφοριών η οποία συνίσταται στη μετάδοση πληροφοριών που παρέχει ο αποδέκτης της υπηρεσίας σε δίκτυο επικοινωνιών, ο πάροχος της υπηρεσίας δεν φέρει ευθύνη όσον αφορά την αυτόματη, ενδιάμεση και προσωρινή αποθήκευση των εν λόγω πληροφοριών η οποία πραγματοποιείται με αποκλειστικό σκοπό να καταστεί αποδοτικότερη ή ασφαλέστερη η μεταγενέστερη μετάδοση των πληροφοριών σε άλλους αποδέκτες της υπηρεσίας, κατόπιν αιτήματός τους, υπό τον όρο ότι ο πάροχος:

α)

δεν τροποποιεί τις πληροφορίες·

β)

τηρεί τους όρους πρόσβασης στις πληροφορίες·

γ)

τηρεί τους κανόνες που αφορούν την επικαιροποίηση των πληροφοριών, οι οποίοι καθορίζονται κατά τρόπο που αναγνωρίζεται και χρησιμοποιείται ευρέως από τον κλάδο·

δ)

δεν παρεμποδίζει τη νόμιμη χρήση της τεχνολογίας, η οποία αναγνωρίζεται ευρέως και χρησιμοποιείται από τον κλάδο, προκειμένου να αποκτήσει δεδομένα σχετικά με τη χρήση των πληροφοριών· και

ε)

ενεργεί άμεσα προκειμένου να αποσύρει τις πληροφορίες που αποθήκευσε ή να απενεργοποιήσει την πρόσβαση σε αυτές, μόλις λάβει πραγματική γνώση του γεγονότος ότι οι πληροφορίες έχουν αποσυρθεί από το σημείο του δικτύου στο οποίο βρίσκονταν αρχικά ή η πρόσβαση στις πληροφορίες έχει απενεργοποιηθεί ή μια δικαστική ή διοικητική αρχή διέταξε την απόσυρση των πληροφοριών ή την απενεργοποίηση της πρόσβασης σε αυτές.

2.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει τη δυνατότητα δικαστικής ή διοικητικής αρχής, σύμφωνα με το νομικό σύστημα ενός κράτους μέλους, να απαιτήσει από τον πάροχο υπηρεσιών την παύση ή αποτροπή της παράβασης.

Άρθρο 6

Φιλοξενία

1.   Σε περίπτωση παροχής υπηρεσίας της κοινωνίας των πληροφοριών η οποία συνίσταται στην αποθήκευση πληροφοριών που παρέχει ο αποδέκτης της υπηρεσίας, ο πάροχος της υπηρεσίας δεν φέρει ευθύνη όσον αφορά τις πληροφορίες που αποθηκεύονται κατόπιν αιτήματος του αποδέκτη της υπηρεσίας, υπό τον όρο ότι ο πάροχος:

α)

δεν γνωρίζει πραγματικά ότι πρόκειται για παράνομη δραστηριότητα ή παράνομο περιεχόμενο και, όσον αφορά αξιώσεις αποζημίωσης, δεν έχει αντίληψη των γεγονότων ή των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει η παράνομη δραστηριότητα ή το παράνομο περιεχόμενο· ή

β)

μόλις λάβει γνώση ή αντιληφθεί τα ανωτέρω, αποσύρει αμέσως το παράνομο περιεχόμενο ή απενεργοποιεί την πρόσβαση σε αυτό.

2.   Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις στις οποίες ο αποδέκτης της υπηρεσίας ενεργεί υπό την εξουσία ή υπό τον έλεγχο του παρόχου υπηρεσιών.

3.   Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όσον αφορά την ευθύνη, βάσει του δικαίου για την προστασία των καταναλωτών, των επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους, όταν η εν λόγω επιγραμμική πλατφόρμα παρουσιάζει το συγκεκριμένο πληροφοριακό στοιχείο ή καθιστά διαφορετικά δυνατή τη συγκεκριμένη συναλλαγή κατά τρόπο που θα είχε ως αποτέλεσμα ένας μέσος καταναλωτής να πιστέψει ότι οι πληροφορίες ή το προϊόν ή η υπηρεσία που αποτελεί αντικείμενο της συναλλαγής παρέχονται είτε από την ίδια την επιγραμμική πλατφόρμα είτε από αποδέκτη της υπηρεσίας που ενεργεί υπό την εξουσία ή τον έλεγχό της.

4.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει τη δυνατότητα δικαστικής ή διοικητικής αρχής, σύμφωνα με το νομικό σύστημα ενός κράτους μέλους, να απαιτήσει από τον πάροχο υπηρεσιών την παύση ή αποτροπή της παράβασης.

Άρθρο 7

Εθελοντικές αυτεπάγγελτες έρευνες και συμμόρφωση με τις κείμενες διατάξεις

Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών δεν θεωρούνται μη επιλέξιμοι για την απαλλαγή από την ευθύνη που αναφέρεται στα άρθρα 4, 5 και 6 αποκλειστικά και μόνο επειδή πραγματοποιούν, καλόπιστα και με επιμέλεια, εθελοντικές αυτεπάγγελτες έρευνες ή λαμβάνουν άλλα μέτρα με στόχο την ανίχνευση, τον εντοπισμό και την απόσυρση παράνομου περιεχομένου ή την απενεργοποίηση της πρόσβασης σε αυτό, ή επειδή λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου και του εθνικού δικαίου, σε συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 8

Μη επιβολή γενικής υποχρέωσης παρακολούθησης ή ενεργητικής αναζήτησης γεγονότων

Δεν επιβάλλεται στους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών γενική υποχρέωση παρακολούθησης των πληροφοριών που μεταδίδουν ή αποθηκεύουν, ούτε γενική υποχρέωση ενεργητικής αναζήτησης γεγονότων ή περιστάσεων που υποδηλώνουν παράνομη δραστηριότητα.

Άρθρο 9

Εντολές ανάληψης δράσης κατά παράνομου περιεχομένου

1.   Κατόπιν παραλαβής εντολής ανάληψης δράσης κατά ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων παράνομου περιεχομένου, η οποία εκδίδεται από τις αρμόδιες εθνικές δικαστικές ή διοικητικές αρχές βάσει του εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου ή εθνικού δικαίου σε συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο, οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών ενημερώνουν την αρχή που εκδίδει την εντολή, ή οποιαδήποτε άλλη αρχή προσδιορίζεται στην εντολή, σχετικά με οποιαδήποτε εκτέλεση της εντολής, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, διευκρινίζοντας αν και πότε εκτελέστηκε η εντολή.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η διαβιβαζόμενη στον πάροχο εντολή της παραγράφου 1 πληροί τουλάχιστον τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η εν λόγω εντολή περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:

i)

παραπομπή στη νομική βάση της εντολής βάσει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου·

ii)

παρουσίαση των λόγων για τους οποίους οι πληροφορίες αποτελούν παράνομο περιεχόμενο, με αναφορά σε μία ή περισσότερες συγκεκριμένες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου ή του εθνικού δικαίου σε συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο·

iii)

πληροφορίες για τον προσδιορισμό της εκδίδουσας αρχής·

iv)

σαφείς πληροφορίες που επιτρέπουν στον πάροχο ενδιάμεσων υπηρεσιών να προσδιορίζει και να εντοπίζει το σχετικό παράνομο περιεχόμενο, όπως έναν ή περισσότερους ακριβείς ενιαίους εντοπιστές πόρου και, όπου κρίνεται σκόπιμο, πρόσθετες πληροφορίες·

v)

πληροφορίες σχετικά με τους μηχανισμούς έννομης προστασίας που διατίθενται στον πάροχο ενδιάμεσων υπηρεσιών και στον αποδέκτη της υπηρεσίας που παρείχε το περιεχόμενο·

vi)

κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με την αρχή η οποία πρέπει να λαμβάνει τις σχετικές με την εκτέλεση των εντολών πληροφορίες·

β)

το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της εν λόγω εντολής, βάσει των εφαρμοστέων κανόνων του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη, και, κατά περίπτωση, των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου της·

γ)

η εν λόγω εντολή διαβιβάζεται σε μία από τις γλώσσες που δήλωσε ο πάροχος των ενδιάμεσων υπηρεσιών δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 ή σε άλλη επίσημη γλώσσα κράτους μέλους, η οποία έχει συμφωνηθεί από την αρχή που εκδίδει την εντολή και τον πάροχο, και αποστέλλεται στο ηλεκτρονικό σημείο επαφής που έχει οριστεί από τον εν λόγω πάροχο, σύμφωνα με το άρθρο 11· όταν η εντολή δεν έχει συνταχθεί στη γλώσσα που δήλωσε ο πάροχος των ενδιάμεσων υπηρεσιών ή σε άλλη γλώσσα που έχει συμφωνηθεί διμερώς, η εντολή μπορεί να διαβιβαστεί στη γλώσσα της αρχής που την εκδίδει, υπό τον όρο ότι συνοδεύεται από μετάφραση στη γλώσσα που έχει δηλωθεί ή συμφωνηθεί διμερώς τουλάχιστον των στοιχείων της εντολής που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου.

3.   Η αρχή που εκδίδει την εντολή ή, κατά περίπτωση, η αρχή που προσδιορίζεται στην εντολή, τη διαβιβάζει μαζί με οποιεσδήποτε πληροφορίες που έλαβε από τον πάροχο των ενδιάμεσων υπηρεσιών όσον αφορά την εκτέλεση της εν λόγω εντολής προς τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών από το κράτος μέλος της εκδίδουσας αρχής.

4.   Αφού λάβει την εντολή από τη δικαστική ή τη διοικητική αρχή, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών του κράτους μέλους διαβιβάζει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αντίγραφο της εντολής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου σε όλους τους άλλους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών μέσω του συστήματος που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 85.

5.   Το αργότερο τη χρονική στιγμή της εκτέλεσης της εντολής ή, κατά περίπτωση, τη χρονική στιγμή που ορίζεται από την εκδίδουσα αρχή στο πλαίσιο της εντολής της, οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών ενημερώνουν τον αποδέκτη της οικείας υπηρεσίας σχετικά με την παραλαβή και την εκτέλεση της εντολής. Η εν λόγω ενημέρωση προς τον αποδέκτη της υπηρεσίας περιλαμβάνει αιτιολογία, τις υπάρχουσες δυνατότητες έννομης προστασίας και περιγραφή του εδαφικού πεδίου εφαρμογής της εντολής, σύμφωνα με την παράγραφο 2.

6.   Οι όροι και οι απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο δεν θίγουν την εθνική πολιτική και ποινική δικονομία.

Άρθρο 10

Εντολές παροχής πληροφοριών

1.   Κατόπιν παραλαβής εντολής παροχής συγκεκριμένων πληροφοριών σχετικά με έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους μεμονωμένους αποδέκτες της υπηρεσίας, η οποία εκδίδεται από τις αρμόδιες εθνικές δικαστικές ή διοικητικές αρχές βάσει του εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου ή εθνικού δικαίου σε συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο, οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών ενημερώνουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την αρχή που εκδίδει την εντολή, ή οποιαδήποτε άλλη αρχή προσδιορίζεται στην εντολή, σχετικά με την παραλαβή της και την εκτέλεσή της, διευκρινίζοντας αν και πότε εκτελέστηκε η εντολή.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εντολή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 όταν διαβιβάζεται στον πάροχο, πληροί τουλάχιστον τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η εν λόγω εντολή περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:

i)

παραπομπή στη νομική βάση της εντολής δυνάμει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου·

ii)

πληροφορίες για την εκδίδουσα αρχή·

iii)

σαφείς πληροφορίες που επιτρέπουν στον πάροχο ενδιάμεσων υπηρεσιών να προσδιορίσει τον συγκεκριμένο αποδέκτη ή αποδέκτες για τους οποίους ζητούνται πληροφορίες, όπως ένα ή περισσότερα ονόματα λογαριασμού ή μοναδικά αναγνωριστικά·

iv)

παρουσίαση των λόγων που τεκμηριώνουν τον σκοπό για τον οποίο ζητούνται οι πληροφορίες και για τους οποίους είναι απαραίτητη και αναλογική η απαίτηση παροχής των πληροφοριών για τον προσδιορισμό της συμμόρφωσης των αποδεκτών των ενδιάμεσων υπηρεσιών με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο ή εθνικό δίκαιο σε συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο, εκτός εάν η εν λόγω παρουσίαση δεν είναι δυνατό να παρασχεθεί για λόγους που αφορούν την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση και τη δίωξη ποινικών αδικημάτων·

v)

πληροφορίες σχετικά με τους μηχανισμούς προσφυγής που διατίθενται στον πάροχο και στους αποδέκτες της οικείας υπηρεσίας·

vi)

κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με την αρχή η οποία πρέπει να λαμβάνει τις σχετικές με την εκτέλεση των εντολών πληροφορίες·

β)

η εν λόγω εντολή ζητεί από τον πάροχο να παράσχει μόνο πληροφορίες που έχουν ήδη συλλεγεί για τους σκοπούς της παροχής της υπηρεσίας και οι οποίες εμπίπτουν στον έλεγχό του·

γ)

η εν λόγω εντολή διαβιβάζεται σε μία από τις γλώσσες που δήλωσε ο πάροχος των ενδιάμεσων υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 ή σε άλλη επίσημη γλώσσα των κρατών μελών, η οποία έχει συμφωνηθεί από την αρχή που εκδίδει την εντολή και τον πάροχο, και αποστέλλεται στο ηλεκτρονικό σημείο επαφής που έχει οριστεί από τον εν λόγω πάροχο, σύμφωνα με το άρθρο 11. Όταν η εντολή δεν έχει συνταχθεί στη γλώσσα που δήλωσε ο πάροχος των ενδιάμεσων υπηρεσιών ή σε άλλη γλώσσα που έχει συμφωνηθεί διμερώς, η εντολή μπορεί να διαβιβαστεί στη γλώσσα της αρχής που την εκδίδει, υπό τον όρο ότι συνοδεύεται από μετάφραση στη γλώσσα που έχει δηλωθεί ή συμφωνηθεί διμερώς τουλάχιστον των στοιχείων της εντολής που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου.

3.   Η αρχή που εκδίδει την εντολή ή, κατά περίπτωση, η αρχή που προσδιορίζεται στην εντολή, τη διαβιβάζει μαζί με τυχόν πληροφορίες που έλαβε από τον πάροχο των ενδιάμεσων υπηρεσιών όσον αφορά την εκτέλεση της εν λόγω εντολής προς τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών από το κράτος μέλος της εκδίδουσας αρχής.

4.   Αφού λάβει την εντολή από τη δικαστική ή τη διοικητική αρχή, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών του οικείου κράτους μέλους διαβιβάζει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αντίγραφο της εντολής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου σε όλους τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών μέσω του συστήματος που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 85.

5.   Το αργότερο τη χρονική στιγμή της εκτέλεσης της εντολής ή, κατά περίπτωση, τη χρονική στιγμή που ορίζεται από την εκδίδουσα αρχή στο πλαίσιο της εντολής της, οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών ενημερώνουν τον αποδέκτη της οικείας υπηρεσίας σχετικά με την παραλαβή και την εκτέλεση της εντολής. Η εν λόγω ενημέρωση προς τον αποδέκτη της υπηρεσίας περιλαμβάνει αιτιολογία και τις υπάρχουσες δυνατότητες προσφυγής, σύμφωνα με την παράγραφο 2.

6.   Οι όροι και οι απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο δεν θίγουν την εθνική πολιτική και ποινική δικονομία.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ III

ΥΠΟΧΡΕΏΣΕΙΣ ΔΈΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΈΛΕΙΑΣ ΓΙΑ ΈΝΑ ΔΙΑΦΑΝΈΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΈΣ ΕΠΙΓΡΑΜΜΙΚΌ ΠΕΡΙΒΆΛΛΟΝ

ΤΜΉΜΑ 1

Διατάξεις που εφαρμόζονται σε όλους τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών

Άρθρο 11

Σημεία επαφής για τις αρχές των κρατών μελών, την Επιτροπή και το συμβούλιο

1.   Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών ορίζουν ενιαίο σημείο επαφής που τους επιτρέπει την άμεση επικοινωνία, με ηλεκτρονικά μέσα, με τις αρχές των κρατών μελών, την Επιτροπή και το συμβούλιο που αναφέρεται στο άρθρο 61 για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

2.   Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών δημοσιοποιούν τις απαραίτητες πληροφορίες για τον εύκολο εντοπισμό και την επικοινωνία με τα ενιαία σημεία επαφής τους. Οι πληροφορίες αυτές είναι εύκολα προσβάσιμες και τηρούνται επικαιροποιημένες.

3.   Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών προσδιορίζουν μεταξύ των πληροφοριών της παραγράφου 2 την επίσημη γλώσσα ή γλώσσες των κρατών μελών, οι οποίες, επιπλέον μιας γλώσσας που είναι ευρέως κατανοητή από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό πολιτών της Ένωσης, μπορούν να χρησιμοποιούνται για την επικοινωνία με τα σημεία επαφής τους, και οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο ο πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών έχει την κύρια εγκατάστασή του ή στο οποίο διαμένει ή είναι εγκατεστημένος ο νόμιμος εκπρόσωπός του.

Άρθρο 12

Σημεία επαφής για τους αποδέκτες της υπηρεσίας

1.   Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών ορίζουν ενιαίο σημείο επαφής που επιτρέπει στους αποδέκτες της υπηρεσίας να επικοινωνούν με αυτούς απευθείας και γρήγορα, με ηλεκτρονικά μέσα και με φιλικό προς τον χρήστη τρόπο, μεταξύ άλλων χάρη στη δυνατότητα των αποδεκτών της υπηρεσίας να επιλέγουν το μέσο επικοινωνίας, το οποίο δεν βασίζεται αποκλειστικά σε αυτοματοποιημένα εργαλεία.

2.   Πέραν των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την οδηγία 2000/31/ΕΚ, οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που χρειάζονται οι αποδέκτες της υπηρεσίας προκειμένου να εντοπίσουν εύκολα το αντίστοιχο σημείο επαφής και να επικοινωνήσουν με αυτό. Οι πληροφορίες αυτές είναι εύκολα προσβάσιμες και τηρούνται επικαιροποιημένες.

Άρθρο 13

Νόμιμοι εκπρόσωποι

1.   Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών που δεν διαθέτουν εγκατάσταση στην Ένωση αλλά προσφέρουν υπηρεσίες στην Ένωση ορίζουν, γραπτώς, νομικό ή φυσικό πρόσωπο που θα ενεργεί ως νόμιμος εκπρόσωπός τους σε ένα από τα κράτη μέλη στα οποία ο πάροχος προσφέρει τις υπηρεσίες του.

2.   Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών αναθέτουν στους νόμιμους εκπροσώπους τους την εντολή να ενημερώνονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, την Επιτροπή και το συμβούλιο, συμπληρωματικά των εν λόγω παρόχων ή αντ’ αυτών, για όλα τα ζητήματα που είναι απαραίτητα για την παραλαβή, τη συμμόρφωση με και την επιβολή αποφάσεων που εκδίδονται σε σχέση με τον παρόντα κανονισμό. Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών παρέχουν στους νόμιμους εκπροσώπους τους τις απαιτούμενες εξουσίες και επαρκείς πόρους για να εγγυηθούν την αποτελεσματική και έγκαιρη συνεργασία τους με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, την Επιτροπή και το συμβούλιο, καθώς και τη συμμόρφωση με τις εν λόγω αποφάσεις.

3.   Ο ορισθείς νόμιμος εκπρόσωπος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τη μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, με την επιφύλαξη της ευθύνης και των νομικών ενεργειών που μπορεί να κινηθούν κατά του παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών.

4.   Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών κοινοποιούν το όνομα, την ταχυδρομική διεύθυνση, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τον αριθμό τηλεφώνου του νόμιμου εκπροσώπου τους στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών στο κράτος μέλος στο οποίο διαμένει ή είναι εγκατεστημένος ο εν λόγω νόμιμος εκπρόσωπος. Διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες στο κοινό, εύκολα προσβάσιμες, ακριβείς και επικαιροποιημένες.

5.   Ο ορισμός νόμιμου εκπροσώπου εντός της Ένωσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν ισοδυναμεί με εγκατάσταση στην Ένωση.

Άρθρο 14

Όροι και προϋποθέσεις

1.   Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών περιλαμβάνουν στους όρους και τις προϋποθέσεις χρήσης των υπηρεσιών τους τους πληροφορίες σχετικά με τυχόν περιορισμούς τους οποίους επιβάλλουν σε σχέση με τη χρήση της υπηρεσίας τους όσον αφορά τις πληροφορίες που παρέχονται από τους αποδέκτες της υπηρεσίας. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν πληροφορίες για κάθε πολιτική, διαδικασία, μέτρο και εργαλείο που χρησιμοποιείται για τον σκοπό του ελέγχου περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων της αλγοριθμικής λήψης αποφάσεων και της επανεξέτασης από άνθρωπο καθώς και του κανονισμού λειτουργίας του εσωτερικού τους συστήματος διαχείρισης καταγγελιών. Διατυπώνονται σε σαφή, απλή, κατανοητή, φιλική προς τον χρήστη και ανεπίδεκτη παρερμηνείας γλώσσα, και διατίθενται στο κοινό σε εύκολα προσβάσιμο και μηχαναγνώσιμο μορφότυπο.

2.   Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών κοινοποιούν στους αποδέκτες της υπηρεσίας κάθε σημαντική μεταβολή των όρων και προϋποθέσεων.

3.   Όταν μια ενδιάμεση υπηρεσία απευθύνεται πρωτίστως σε ανηλίκους ή χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο από αυτούς, ο πάροχος της εν λόγω ενδιάμεσης υπηρεσίας εξηγεί τους όρους, και τους τυχόν περιορισμούς, όσον αφορά τη χρήση της υπηρεσίας κατά τρόπο κατανοητό από ανηλίκους.

4.   Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών ενεργούν με επιμελή, αντικειμενικό και αναλογικό τρόπο κατά την εφαρμογή και την επιβολή των περιορισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα όλων των εμπλεκόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων των θεμελιωδών δικαιωμάτων των αποδεκτών της υπηρεσίας, όπως η ελευθερία της έκφρασης, η ελευθερία και η πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης, και άλλα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, όπως κατοχυρώνονται στον Χάρτη.

5.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης παρέχουν στους αποδέκτες των υπηρεσιών συνοπτική, εύκολα προσβάσιμη και μηχαναγνώσιμη περίληψη των όρων και των προϋποθέσεων συμπεριλαμβανομένων των διαθέσιμων μέσων έννομης προστασίας και των μηχανισμών προσφυγής, σε σαφή γλώσσα που δεν επιδέχεται παρερμηνεία.

6.   Οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και οι πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, κατά την έννοια του άρθρου 33, δημοσιεύουν τους όρους και τις προϋποθέσεις τους στις επίσημες γλώσσες όλων των κρατών μελών στα οποία προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.

Άρθρο 15

Υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων σχετικά με τη διαφάνεια για παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών

1.   Οι πάροχοι ενδιάμεσων υπηρεσιών δημοσιεύουν, σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο και κατά τρόπο εύκολα προσβάσιμο, τουλάχιστον μία φορά ετησίως, σαφείς και εύκολα κατανοητές εκθέσεις σχετικά με κάθε έλεγχο περιεχομένου που πραγματοποίησαν κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου. Οι εκθέσεις αυτές περιλαμβάνουν, ιδίως, πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα, κατά περίπτωση:

α)

για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, τον αριθμό των εντολών που ελήφθησαν από τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των εντολών που εκδόθηκαν σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, κατηγοριοποιημένες ανά είδος παράνομου περιεχομένου, το κράτος μέλος που εξέδωσε την εντολή, και τον διάμεσο χρόνο που απαιτήθηκε για να ενημερωθεί η αρχή που εκδίδει την εντολή, ή οποιαδήποτε άλλη αρχή προσδιορίζεται στην εντολή, σχετικά με την παραλαβή και την εκτέλεση της εντολής·

β)

για τους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας, τον αριθμό ειδοποιήσεων που υποβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 16, κατηγοριοποιημένες ανά είδος εικαζόμενου παράνομου περιεχομένου, τον αριθμό των ειδοποιήσεων που υποβλήθηκαν από αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου, κάθε δράση που αναλήφθηκε σύμφωνα με τις ειδοποιήσεις, διακρίνοντας μεταξύ δράσεων που αναλήφθηκαν βάσει νόμου και δράσεων που αναλήφθηκαν βάσει των όρων και προϋποθέσεων του παρόχου, τον αριθμό των ειδοποιήσεων που διεκπεραιώθηκαν με τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων και τον διάμεσο χρόνο που απαιτήθηκε για την ανάληψη της δράσης·

γ)

για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, ουσιαστικές και κατανοητές πληροφορίες σχετικά με τον έλεγχο περιεχομένου που πραγματοποιήθηκε με δική τους πρωτοβουλία, συμπεριλαμβανομένων της χρήσης αυτοματοποιημένων εργαλείων, των μέτρων που ελήφθησαν για την παροχή κατάρτισης και συνδρομής στα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τον έλεγχο περιεχομένου, του αριθμού και του είδους των μέτρων που ελήφθησαν και τα οποία επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα, την προβολή και την προσβασιμότητα των πληροφοριών που παρασχέθηκαν από τους αποδέκτες της υπηρεσίας, καθώς και την ικανότητα των αποδεκτών να παρέχουν πληροφορίες μέσω της υπηρεσίας, και άλλων σχετικών περιορισμών της υπηρεσίας· οι υποβληθείσες πληροφορίες κατηγοριοποιούνται ανά είδος παράνομου περιεχομένου ή παράβασης των όρων και των προϋποθέσεων του παρόχου υπηρεσιών, ανά μέθοδο ανίχνευσης, και ανά τύπο του περιορισμού που επιβλήθηκε·

δ)

για τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, τον αριθμό των καταγγελιών που ελήφθησαν μέσω των εσωτερικών συστημάτων διαχείρισης καταγγελιών σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόχου και επιπλέον, για παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών, σύμφωνα με το άρθρο 20, τη βάση για τις εν λόγω καταγγελίες, τις αποφάσεις που ελήφθησαν σε σχέση με τις καταγγελίες αυτές, τον διάμεσο χρόνο που απαιτήθηκε για τη λήψη των αποφάσεων αυτών και τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες ανακλήθηκαν οι εν λόγω αποφάσεις·

ε)

κάθε χρήση αυτοματοποιημένων μέσων με σκοπό τον έλεγχο περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων της ποιοτικής περιγραφής, της εξειδίκευσης των συγκεκριμένων σκοπών, των ενδείξεων της ακρίβειας και του πιθανού ποσοστού σφάλματος των αυτοματοποιημένων μέσων που χρησιμοποιήθηκαν κατά την εκπλήρωση των σκοπών αυτών, και τυχόν διασφαλίσεων που εφαρμόστηκαν.

2.   Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται σε παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών οι οποίοι θεωρούνται πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις όπως ορίζονται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ και οι οποίες δεν είναι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες κατά την έννοια του άρθρου 33 του παρόντος κανονισμού.

3.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό υποδειγμάτων σχετικά με τη μορφή, το περιεχόμενο και άλλες λεπτομέρειες των εκθέσεων σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μεταξύ των οποίων και εναρμονισμένες περιόδους υποβολής εκθέσεων. Οι εκτελεστικές αυτές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 88.

ΤΜΉΜΑ 2

Πρόσθετες διατάξεις που εφαρμόζονται σε παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας, συμπεριλαμβανομένων των επιγραμμικών πλατφορμών

Άρθρο 16

Μηχανισμοί ειδοποίησης και δράσης

1.   Οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας θέτουν σε εφαρμογή μηχανισμούς που επιτρέπουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή οντότητα να τους ειδοποιεί σχετικά με την ύπαρξη στην υπηρεσία τους συγκεκριμένων πληροφοριακών στοιχείων τα οποία το πρόσωπο ή η οντότητα θεωρεί παράνομο περιεχόμενο. Οι εν λόγω μηχανισμοί είναι εύκολα προσβάσιμοι, εύχρηστοι και παρέχουν τη δυνατότητα υποβολής ειδοποιήσεων αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα.

2.   Οι μηχανισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι τέτοιοι ώστε να διευκολύνουν την υποβολή επαρκώς ακριβών και αρκούντως τεκμηριωμένων ειδοποιήσεων. Προς τούτο, οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστήσουν δυνατή και να διευκολύνουν την υποβολή ειδοποιήσεων που περιέχουν όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

μια επαρκώς τεκμηριωμένη εξήγηση των λόγων για τους οποίους το πρόσωπο ή η οντότητα ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες πληροφορίες αποτελούν παράνομο περιεχόμενο·

β)

σαφή ένδειξη της ακριβούς ηλεκτρονικής τοποθεσίας των εν λόγω πληροφοριών, όπως τον ακριβή ενιαίο εντοπιστή πόρου ή τους ακριβείς ενιαίους εντοπιστές πόρου, και, εφόσον είναι απαραίτητο, πρόσθετες πληροφορίες που επιτρέπουν τον προσδιορισμό του παράνομου περιεχομένου προσαρμοσμένες στον τύπο περιεχομένου και τον συγκεκριμένο τύπο υπηρεσίας φιλοξενίας·

γ)

το όνομα και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του προσώπου ή της οντότητας που υποβάλλει την ειδοποίηση, με εξαίρεση την περίπτωση πληροφοριών που θεωρείται ότι αφορούν ένα από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7 της οδηγίας 2011/93/ΕΕ·

δ)

δήλωση που επιβεβαιώνει την καλή πίστη αίσθηση του προσώπου ή της οντότητας που υποβάλλει την ειδοποίηση ότι οι πληροφορίες και οι ισχυρισμοί που περιέχονται σε αυτήν είναι ακριβείς και πλήρεις.

3.   Οι ειδοποιήσεις που αναφέρονται στο παρόν άρθρο θεωρείται ότι συνεπάγονται πραγματική γνώση ή αντίληψη για τους σκοπούς του άρθρου 6 σχετικά με το συγκεκριμένο πληροφοριακό στοιχείο, όταν δίνουν τη δυνατότητα σε πάροχο υπηρεσιών φιλοξενίας που επιδεικνύει δέουσα επιμέλεια να διαπιστώσει τον παράνομο χαρακτήρα της σχετικής δραστηριότητας ή πληροφορίας χωρίς λεπτομερή νομική εξέταση.

4.   Όταν η ειδοποίηση περιέχει τα ηλεκτρονικά στοιχεία επικοινωνίας του προσώπου ή της οντότητας που την υπέβαλε, ο πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας αποστέλλει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στο εν λόγω πρόσωπο ή στην εν λόγω οντότητα επιβεβαίωση παραλαβής της ειδοποίησης.

5.   Ο πάροχος κοινοποιεί επίσης στο εν λόγω πρόσωπο ή στην εν λόγω οντότητα, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την απόφασή του σχετικά με τις πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται η ειδοποίηση, παρέχοντας πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής κατά της εν λόγω απόφασης.

6.   Οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας επεξεργάζονται κάθε ειδοποίηση που λαμβάνουν σύμφωνα με τους μηχανισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και λαμβάνουν τις αποφάσεις τους, σχετικά με τις πληροφορίες στις οποίες αναφέρονται οι ειδοποιήσεις, με έγκαιρο, επιμελή, μη αυθαίρετο και αντικειμενικό τρόπο. Όταν χρησιμοποιούν αυτοματοποιημένα μέσα για την εν λόγω επεξεργασία ή την λήψη αποφάσεων, περιλαμβάνουν στην κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 5 πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω χρήση.

Άρθρο 17

Αιτιολογία

1.   Οι πάροχοι υπηρεσιών φιλοξενίας παρέχουν σαφή και συγκεκριμένη αιτιολόγηση στους θιγόμενους αποδέκτες της υπηρεσίας για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους περιορισμούς που επιβάλλονται με την αιτιολογία ότι οι πληροφορίες που παρέχονται από τον αποδέκτη της υπηρεσίας αποτελούν παράνομο περιεχόμενο ή είναι ασύμβατες με τους όρους και προϋποθέσεις τους:

α)

τυχόν περιορισμούς της προβολής συγκεκριμένων πληροφοριακών στοιχείων που παρέχονται από τον αποδέκτη της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων της απόσυρσης περιεχομένου, της απενεργοποίησης της πρόσβασης σε περιεχόμενο, ή του υποβιβασμού περιεχομένου·

β)

την αναστολή, παύση ή άλλο περιορισμό των χρηματικών πληρωμών·

γ)

την αναστολή ή παύση της παροχής της υπηρεσίας εν όλω ή εν μέρει·

δ)

την αναστολή ή κατάργηση του λογαριασμού του αποδέκτη της υπηρεσίας.

2.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνο όταν ο πάροχος γνωρίζει τα σχετικά ηλεκτρονικά στοιχεία επικοινωνίας. Εφαρμόζεται το αργότερο από την ημερομηνία επιβολής του περιορισμού και ανεξάρτητα από τον λόγο ή τον τρόπο επιβολής του.

Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν οι πληροφορίες είναι παραπλανητικό εμπορικό περιεχόμενο μεγάλου όγκου.

3.   Η αιτιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής πληροφοριακά στοιχεία:

α)

πληροφορίες κατά πόσον η απόφαση συνεπάγεται την απόσυρση των πληροφοριών, την απενεργοποίηση της πρόσβασης σε αυτές, τον υποβιβασμό ή τον περιορισμό της προβολής τους, ή την αναστολή ή παύση των χρηματικών πληρωμών που σχετίζονται με τις εν λόγω πληροφορίες, ή επιβάλλει άλλα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 όσον αφορά τις πληροφορίες, και, κατά περίπτωση, το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της απόφασης και τη διάρκεια ισχύος της·

β)

τα γεγονότα και τις περιστάσεις στις οποίες βασίστηκε η λήψη της απόφασης, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, πληροφοριών σχετικά με το εάν η απόφαση ελήφθη βάσει ειδοποίησης που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 16 ή βάσει εθελοντικών αυτεπάγγελτων ερευνών, και, εφόσον είναι απολύτως αναγκαίο, την ταυτότητα του κοινοποιούντος·

γ)

κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων κατά τη λήψη της απόφασης, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το εάν η απόφαση ελήφθη σε σχέση με περιεχόμενο που ανιχνεύθηκε ή εντοπίστηκε με τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων·

δ)

όταν η απόφαση αφορά εικαζόμενο παράνομο περιεχόμενο, αναφέρεται η νομική βάση στην οποία βασίζεται και εξηγείται γιατί οι πληροφορίες θεωρούνται παράνομο περιεχόμενο επί αυτής της βάσης·

ε)

όταν η απόφαση βασίζεται στην εικαζόμενη ασυμβατότητα των πληροφοριών με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόχου υπηρεσιών φιλοξενίας, αναφέρεται η συμβατική διάταξη στην οποία βασίζεται και εξηγείται γιατί θεωρείται ότι οι πληροφορίες δεν συνάδουν με την εν λόγω διάταξη·

στ)

σαφείς και φιλικές προς τον χρήστη πληροφορίες σχετικά με τις δυνατότητες προσφυγής που διατίθενται στον αποδέκτη της υπηρεσίας σε σχέση με την απόφαση, ιδίως, κατά περίπτωση, μέσω εσωτερικών μηχανισμών διαχείρισης καταγγελιών, εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών και δικαστικής προσφυγής.

4.   Οι πληροφορίες που παρέχονται από τους παρόχους υπηρεσιών φιλοξενίας σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι σαφείς και εύκολα κατανοητές και όσο το δυνατόν πιο ακριβείς και συγκεκριμένες υπό τις δεδομένες συνθήκες. Οι πληροφορίες είναι, ειδικότερα, τέτοιες που να επιτρέπουν εύλογα στον αποδέκτη της οικείας υπηρεσίας να ασκήσει αποτελεσματικά τις δυνατότητες προσφυγής που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο στ).

5.   Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε εντολές που αναφέρονται στο άρθρο 9.

Άρθρο 18

Αναφορά υπονοιών τέλεσης ποινικών αδικημάτων

1.   Όταν ένας πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας αντιληφθεί τυχόν πληροφορίες που εγείρουν υπόνοια ότι έχει διαπραχθεί, διαπράττεται ή είναι πιθανό να διαπραχθεί ποινικό αδίκημα το οποίο συνεπάγεται απειλή για τη ζωή ή την ασφάλεια ενός ή περισσότερων προσώπων, ενημερώνει αμέσως τις αρχές επιβολής του νόμου ή τις δικαστικές αρχές του οικείου κράτους μέλους ή των οικείων κρατών μελών σχετικά με την υπόνοιά του και παρέχει όλες τις διαθέσιμες σχετικές πληροφορίες.

2.   Όταν ο πάροχος υπηρεσιών φιλοξενίας δεν μπορεί να προσδιορίσει με εύλογη βεβαιότητα το οικείο κράτος μέλος, ενημερώνει τις αρχές επιβολής του νόμου του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ή στο οποίο διαμένει ή είναι εγκατεστημένος ο νόμιμος εκπρόσωπός του ή ενημερώνει την Ευρωπόλ, ή ενημερώνει τόσο τις εν λόγω αρχές όσο και την Ευρωπόλ.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, το οικείο κράτος μέλος είναι το κράτος μέλος στο οποίο υπάρχει υπόνοια ότι έχει διαπραχθεί, διαπράττεται ή είναι πιθανό να διαπραχθεί το αδίκημα, ή το κράτος μέλος στο οποίο διαμένει ή βρίσκεται ο φερόμενος ως δράστης, ή το κράτος μέλος στο οποίο διαμένει ή βρίσκεται το θύμα του εικαζόμενου αδικήματος.

ΤΜΉΜΑ 3

Πρόσθετες διατάξεις που εφαρμόζονται σε παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών

Άρθρο 19

Εξαίρεση πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων

1.   Το παρόν τμήμα, με εξαίρεση το άρθρο 24 παράγραφος 3 αυτού, δεν εφαρμόζεται σε παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρούνται πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις όπως ορίζονται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ.

Το παρόν τμήμα, με εξαίρεση το άρθρο 24 παράγραφος 3 αυτού, δεν εφαρμόζεται σε παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών που πληρούσαν προηγουμένως τις προϋποθέσεις για να θεωρούνται πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις όπως ορίζεται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ κατά τη διάρκεια των 12 μηνών από την απώλεια αυτής της ιδιότητας σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 αυτής, εκτός εάν είναι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες σύμφωνα με το άρθρο 33.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών που έχουν χαρακτηριστεί ως πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες σύμφωνα με το άρθρο 33, ανεξάρτητα από το αν πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρούνται πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις.

Άρθρο 20

Εσωτερικό σύστημα διαχείρισης καταγγελιών

1.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών παρέχουν, για περίοδο τουλάχιστον έξι μηνών μετά την απόφαση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο, στους αποδέκτες της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών προσώπων ή των οντοτήτων που έχουν υποβάλει ειδοποίηση, πρόσβαση σε αποτελεσματικό εσωτερικό σύστημα διαχείρισης καταγγελιών, το οποίο καθιστά εφικτή τη δωρεάν ηλεκτρονική υποβολή καταγγελιών κατά απόφασης του παρόχου της επιγραμμικής πλατφόρμας που λαμβάνεται μετά την παραλαβή ειδοποίησης ή κατά των ακόλουθων αποφάσεων του παρόχου της επιγραμμικής πλατφόρμας που λαμβάνονται με την αιτιολογία ότι οι πληροφορίες που παρέχονται από τους αποδέκτες της υπηρεσίας αποτελούν παράνομο περιεχόμενο ή δεν συνάδει με τους όρους και τις προϋποθέσεις του:

α)

αποφάσεις για το αν πρέπει ή όχι να αποσυρθούν οι πληροφορίες ή να απενεργοποιηθεί η πρόσβαση σε αυτές ή να περιοριστεί η προβολή τους·

β)

αποφάσεις για το αν πρέπει ή όχι να ανασταλεί ή να παύσει η παροχή της υπηρεσίας, εν όλω ή εν μέρει, στους αποδέκτες·

γ)

αποφάσεις για το αν πρέπει ή όχι να ανασταλεί ή να καταργηθεί ο λογαριασμός των αποδεκτών·

δ)

αποφάσεις για το αν θα πρέπει ή δεν πρέπει να ανασταλεί, να παύσει ή να περιοριστεί με άλλον τρόπο η δυνατότητα οικονομικής αξιοποίησης των στοιχείων που παρέχουν οι αποδέκτες.

2.   Η περίοδος τουλάχιστον έξι μηνών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία ο αποδέκτης της υπηρεσίας ενημερώνεται σχετικά με την απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 5 ή το άρθρο 17.

3.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών διασφαλίζουν ότι τα εσωτερικά συστήματα διαχείρισης καταγγελιών που διαθέτουν είναι εύκολα προσβάσιμα, εύχρηστα και επιτρέπουν και διευκολύνουν την υποβολή επαρκώς ακριβών και αρκούντως τεκμηριωμένων καταγγελιών.

4.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών διαχειρίζονται καταγγελίες που υποβάλλονται μέσω του εσωτερικού συστήματος διαχείρισης καταγγελιών που διαθέτουν, με έγκαιρο, επιμελή και μη αυθαίρετο τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις. Όταν μια καταγγελία περιέχει επαρκείς λόγους ώστε ο πάροχος της επιγραμμικής πλατφόρμας να θεωρήσει ότι είναι αβάσιμη η απόφασή του να μην αναλάβει δράση σχετικά με μία ειδοποίηση ή ότι οι πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται η καταγγελία δεν είναι παράνομες και δεν είναι ασυμβίβαστες με τους όρους και τις προϋποθέσεις του, ή περιέχει πληροφορίες που υποδεικνύουν ότι η συμπεριφορά του καταγγέλλοντος δεν δικαιολογεί το μέτρο που ελήφθη, ο πάροχος της επιγραμμικής πλατφόρμας ανακαλεί την απόφασή του που αναφέρεται στην παράγραφο 1 χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

5.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών ενημερώνουν τους καταγγέλλοντες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση για την αιτιολογημένη απόφαση που έχουν λάβει σχετικά με τις πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται η καταγγελία και για τη δυνατότητα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών που προβλέπεται στο άρθρο 21 και άλλες διαθέσιμες δυνατότητες προσφυγής.

6.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών διασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 λαμβάνονται υπό την εποπτεία κατάλληλα ειδικευμένου προσωπικού, και όχι αποκλειστικά βάσει αυτοματοποιημένων μέσων.

Άρθρο 21

Εξωδικαστική επίλυση διαφορών

1.   Οι αποδέκτες της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων φυσικών προσώπων ή οντοτήτων που έχουν υποβάλει ειδοποιήσεις, στους οποίους απευθύνονται οι αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 έχουν δικαίωμα να επιλέξουν οποιοδήποτε όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών που έχει πιστοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, για την επίλυση των διαφορών που αφορούν τις αποφάσεις αυτές, συμπεριλαμβανομένων καταγγελιών που δεν κατέστη εφικτό να επιλυθούν μέσω του εσωτερικού συστήματος διαχείρισης καταγγελιών που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο.

Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα των αποδεκτών της υπηρεσίας να έχουν πρόσβαση σε εξωδικαστική επίλυση διαφορών, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, είναι εύκολα προσβάσιμες στην επιγραμμική διεπαφή τους, με σαφή και φιλικό προς τον χρήστη τρόπο.

Το πρώτο εδάφιο δεν θίγει το δικαίωμα του αποδέκτη της οικείας υπηρεσίας να κινήσει, σε οποιοδήποτε στάδιο, διαδικασία προσβολής των εν λόγω αποφάσεων των παρόχων επιγραμμικών πλατφορμών ενώπιον δικαστηρίου σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

2.   Αμφότερα τα μέρη συνεργάζονται καλόπιστα με το επιλεγμένο πιστοποιημένο όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών με σκοπό την επίλυση της διαφοράς.

Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών μπορούν να αρνηθούν να συνεργαστούν με τέτοιο όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, εάν έχει ήδη επιλυθεί διαφορά που αφορά τις ίδιες πληροφορίες και τους ίδιους λόγους εικαζόμενης παρανομίας ή ασυμβατότητας του περιεχομένου.

Το πιστοποιημένο όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών δεν έχει την εξουσία να διευθετήσει, κατά τρόπο δεσμευτικό για τα μέρη, τη διαφορά.

3.   Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, το πιστοποιεί κατόπιν αιτήματός του, για μέγιστη περίοδο πέντε ετών, η οποία μπορεί να ανανεωθεί, όταν αυτό αποδεικνύει ότι πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

είναι αμερόληπτο και ανεξάρτητο, μεταξύ άλλων και οικονομικά ανεξάρτητο, από τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών και από τους αποδέκτες της υπηρεσίας που παρέχεται από παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών προσώπων ή των οντοτήτων που έχουν υποβάλει ειδοποιήσεις·

β)

διαθέτει την αναγκαία τεχνογνωσία όσον αφορά τα ζητήματα που προκύπτουν σε έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους τομείς παράνομου περιεχομένου ή όσον αφορά την εφαρμογή και επιβολή των όρων και προϋποθέσεων ενός ή περισσότερων τύπων επιγραμμικών πλατφορμών, η οποία δίνει τη δυνατότητα στο όργανο να μπορεί να συνεισφέρει αποτελεσματικά στην επίλυση της διαφοράς·

γ)

τα μέλη του αμείβονται με τρόπο που δεν συνδέεται με το αποτέλεσμα της διαδικασίας·

δ)

η εξωδικαστική επίλυση διαφορών που προσφέρει είναι εύκολα προσβάσιμη, μέσω τεχνολογίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και προβλέπεται η δυνατότητα να κινηθεί η διαδικασία επίλυσης διαφορών και να υποβληθούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά με ηλεκτρονικό τρόπο·

ε)

είναι σε θέση να επιλύει διαφορές με ταχύ, αποτελεσματικό και οικονομικά αποδοτικό τρόπο και τουλάχιστον σε μία από τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης·

στ)

η εξωδικαστική επίλυση διαφορών που προσφέρει πραγματοποιείται σύμφωνα με σαφείς και δίκαιους διαδικαστικούς κανόνες που είναι εύκολα και δημόσια προσβάσιμοι, και σε συμμόρφωση με το εφαρμοστέο δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος άρθρου.

Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών προσδιορίζει, κατά περίπτωση, στο πιστοποιητικό:

α)

τα ειδικά ζητήματα με τα οποία σχετίζεται η τεχνογνωσία του οργάνου, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), και

β)

την επίσημη γλώσσα ή γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στις οποίες το όργανο είναι σε θέση να επιλύει διαφορές, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο ε).

4.   Τα πιστοποιημένα όργανα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών υποβάλλουν έκθεση στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών που τα πιστοποίησε, σε ετήσια βάση, σχετικά με τη λειτουργία τους, προσδιορίζοντας τουλάχιστον τον αριθμό των διαφορών που διαχειρίστηκαν, τις πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των εν λόγω διαφορών, τον μέσο χρόνο που απαιτήθηκε για την επίλυσή τους και τυχόν ελλείψεις ή δυσκολίες που προέκυψαν. Παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες κατόπιν αιτήματος του εν λόγω συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών.

Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών συντάσσουν ανά διετία έκθεση σχετικά με τη λειτουργία των οργάνων εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών που έχουν πιστοποιήσει. Ειδικότερα, η έκθεση αυτή:

α)

παραθέτει τον αριθμό των διαφορών που διαχειρίστηκε ετησίως κάθε πιστοποιημένος φορέας εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών·

β)

αναφέρει τα αποτελέσματα των υποθέσεων που εισήχθησαν ενώπιον των εν λόγω οργάνων και τον μέσο χρόνο που απαιτήθηκε για την επίλυση των διαφορών·

γ)

προσδιορίζει και εξηγεί τυχόν συστηματικές ή τομεακές ελλείψεις ή δυσκολίες που προέκυψαν σε σχέση με τη λειτουργία των εν λόγω οργάνων·

δ)

προσδιορίζει βέλτιστες πρακτικές σχετικά με την εν λόγω λειτουργία·

ε)

διατυπώνει, κατά περίπτωση, συστάσεις σχετικά με τον τρόπο βελτίωσης της εν λόγω λειτουργίας.

Τα πιστοποιημένα όργανα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών θέτουν τις αποφάσεις τους στη διάθεση των μερών εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και το αργότερο 90 ημερολογιακές ημέρες από την παραλαβή της καταγγελίας. Σε περίπτωση που η διαφορά είναι εξαιρετικά περίπλοκη, το πιστοποιημένο όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών δύναται, κατά την κρίση του, να παρατείνει την προθεσμία των 90 ημερολογιακών ημερών για πρόσθετη περίοδο που δεν υπερβαίνει τις 90 ημέρες, με μέγιστη συνολική διάρκεια τις 180 ημέρες.

5.   Εάν το όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών αποφανθεί υπέρ του αποδέκτη της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένου του φυσικού προσώπου ή της οντότητας που έχει υποβάλει ειδοποίηση, ο πάροχος της επιγραμμικής πλατφόρμας βαρύνεται με το σύνολο των αμοιβών που επιβάλλει το όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών και αποζημιώνει τον εν λόγω αποδέκτη, συμπεριλαμβανομένου του φυσικού προσώπου ή της οντότητας, για τυχόν άλλα εύλογα έξοδα τα οποία έχει καταβάλει σε σχέση με την επίλυση της διαφοράς. Εάν το όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών αποφανθεί υπέρ του παρόχου της επιγραμμικής πλατφόρμας, ο αποδέκτης της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένου του φυσικού προσώπου ή της οντότητας, δεν απαιτείται να αποζημιώσει τον πάροχο της επιγραμμικής πλατφόρμας για τις αμοιβές ή άλλα έξοδα που έχει καταβάλει ή πρόκειται να καταβάλλει σε σχέση με την επίλυση της διαφοράς, εκτός αν το όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών κρίνει ότι ο εν λόγω αποδέκτης ενήργησε προδήλως κακόπιστα.

Τα τέλη που επιβάλλει το όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών στους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών για την επίλυση διαφορών είναι εύλογα και σε κάθε περίπτωση δεν υπερβαίνουν το κόστος του οργάνου. Για τους αποδέκτες της υπηρεσίας, η επίλυση διαφορών παρέχεται δωρεάν ή έναντι συμβολικού αντιτίμου.

Τα πιστοποιημένα όργανα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών γνωστοποιούν στον αποδέκτη της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών προσώπων ή των οντοτήτων που έχουν υποβάλει ειδοποίηση, και στον οικείο πάροχο της επιγραμμικής πλατφόρμας τα τέλη ή τους μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των αμοιβών, πριν από την έναρξη της διαδικασίας επίλυσης της διαφοράς.

6.   Τα κράτη μέλη δύνανται να συγκροτούν όργανα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών για τους σκοπούς της παραγράφου 1 ή να στηρίζουν τις δραστηριότητες ορισμένων ή όλων των οργάνων εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών που έχουν πιστοποιήσει σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι καμία από τις δραστηριότητες που αναλαμβάνουν βάσει του πρώτου εδαφίου δεν επηρεάζει την ικανότητα των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών τους να πιστοποιούν τα οικεία όργανα σύμφωνα με την παράγραφο 3.

7.   Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που πιστοποίησε όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, ανακαλεί την πιστοποίηση αυτή, εάν διαπιστώσει, έπειτα από έρευνα είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει πληροφοριών που έλαβε από τρίτους, ότι το όργανο εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 3. Πριν ανακαλέσει την πιστοποίηση, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών παρέχει στο εν λόγω όργανο τη δυνατότητα να αντικρούσει τα πορίσματα της έρευνάς του και την πρόθεσή του να ανακαλέσει την πιστοποίηση του οργάνου εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών.

8.   Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα όργανα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών τα οποία έχουν πιστοποιήσει σύμφωνα με την παράγραφο 3, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των προδιαγραφών που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της εν λόγω παραγράφου, καθώς και τα όργανα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών των οποίων την πιστοποίηση έχουν ανακαλέσει. Η Επιτροπή δημοσιεύει κατάλογο των οργάνων αυτών, συμπεριλαμβανομένων των εν λόγω προδιαγραφών, σε ειδικό ιστότοπο που είναι εύκολα προσβάσιμος, και τον διατηρεί επικαιροποιημένο.

9.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει την οδηγία 2013/11/ΕΕ και τις διαδικασίες και τους φορείς εναλλακτικής επίλυσης καταναλωτικών διαφορών που θεσπίζονται στο πλαίσιο της εν λόγω οδηγίας.

Άρθρο 22

Αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου

1.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών λαμβάνουν τα αναγκαία τεχνικά και οργανωτικά μέτρα ώστε να διασφαλίσουν ότι η επεξεργασία των ειδοποιήσεων που υποβάλλονται από αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου, στον καθορισμένο τομέα ειδίκευσής τους, μέσω των μηχανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 16, καθώς και η λήψη των σχετικών αποφάσεων πραγματοποιούνται κατά προτεραιότητα και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

2.   Η ιδιότητα της «αξιόπιστης πηγής επισήμανσης παράνομου περιεχομένου» βάσει του παρόντος κανονισμού αναγνωρίζεται, έπειτα από αίτηση οποιασδήποτε οντότητας, από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο αιτών, όταν ο αιτών αποδεικνύει ότι πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

διαθέτει ιδιαίτερη εμπειρογνωσία και ικανότητα για την ανίχνευση, τον εντοπισμό και την αναφορά παράνομου περιεχομένου·

β)

είναι ανεξάρτητος από κάθε πάροχο επιγραμμικών πλατφορμών·

γ)

ασκεί τις δραστηριότητές του για τους σκοπούς της υποβολής ειδοποιήσεων με επιμελή, ακριβή και αντικειμενικό τρόπο.

3.   Οι αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου δημοσιεύουν τουλάχιστον σε ετήσια βάση εύκολα κατανοητές και λεπτομερείς εκθέσεις σχετικά με τις ειδοποιήσεις που υποβάλλουν σύμφωνα με το άρθρο 16 κατά τη σχετική περίοδο. Στην έκθεση αναφέρεται τουλάχιστον ο αριθμός των ειδοποιήσεων, με κατηγοριοποίηση σύμφωνα με τα εξής κριτήρια:

α)

την ταυτότητα του παρόχου υπηρεσιών φιλοξενίας·

β)

το είδος του εικαζόμενου παράνομου περιεχομένου για το οποίο υποβλήθηκε ειδοποίηση·

γ)

τη δράση που ανέλαβε ο πάροχος.

Οι εν λόγω εκθέσεις περιλαμβάνουν επεξήγηση των διαδικασιών που εφαρμόζονται για να διασφαλιστεί ότι η αξιόπιστη πηγή επισήμανσης παράνομου περιεχομένου διατηρεί την ανεξαρτησία της.

Οι αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου αποστέλλουν τις εν λόγω εκθέσεις στον οικείο συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών και τις δημοσιοποιούν. Οι πληροφορίες των εν λόγω εκθέσεων δεν περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

4.   Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών κοινοποιούν στην Επιτροπή και το Συμβούλιο τα ονόματα, τις διευθύνσεις και τις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των οντοτήτων στις οποίες έχουν αναγνωρίσει την ιδιότητα της αξιόπιστης πηγής επισήμανσης παράνομου περιεχομένου σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή από τις οποίες έχουν αναστείλει σύμφωνα με την παράγραφο 6 ή ανακαλέσει την ιδιότητα της αξιόπιστης πηγής επισήμανσης παράνομου περιεχομένου σύμφωνα με την παράγραφο 7.

5.   Η Επιτροπή δημοσιεύει τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 4 σε δημόσια διαθέσιμη βάση δεδομένων σε εύκολα προσβάσιμο και μηχαναγνώσιμο μορφότυπο και διατηρεί τη βάση δεδομένων επικαιροποιημένη.

6.   Όταν ένας πάροχος επιγραμμικών πλατφορμών διαθέτει πληροφορίες που υποδηλώνουν ότι μια αξιόπιστη πηγή επισήμανσης παράνομου περιεχομένου υπέβαλε σημαντικό αριθμό ανεπαρκώς ακριβών, ανακριβών ή μη αρκούντως τεκμηριωμένων ειδοποιήσεων μέσω των μηχανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 16, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων που συγκεντρώνονται κατά την επεξεργασία καταγγελιών μέσω των εσωτερικών συστημάτων διαχείρισης καταγγελιών που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 4, κοινοποιεί τις πληροφορίες αυτές στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών που την αναγνώρισε ως αξιόπιστη πηγή επισήμανσης περιεχομένου, παρέχοντας τις απαραίτητες επεξηγήσεις και δικαιολογητικά έγγραφα. Μετά τη λήψη των πληροφοριών από τον πάροχο επιγραμμικών πλατφορμών αν ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών θεωρεί ότι υπάρχουν θεμιτοί λόγοι για την έναρξη έρευνας, αναστέλλει την ιδιότητα της αξιόπιστης πηγής επισήμανσης παράνομου περιεχομένου αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της έρευνας. Η εν λόγω έρευνα διενεργείται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

7.   Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που αναγνώρισε σε οντότητα την ιδιότητα της αξιόπιστης πηγής επισήμανσης παράνομου περιεχομένου ανακαλεί την ιδιότητα αυτή, εάν διαπιστώσει, έπειτα από έρευνα είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει πληροφοριών που έλαβε από τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που παρέχουν οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών δυνάμει της παραγράφου 6, ότι η οντότητα δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2. Πριν ανακαλέσει την ιδιότητα, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών παρέχει στην οντότητα τη δυνατότητα να αντικρούσει τα πορίσματα της έρευνάς του και την πρόθεσή του να ανακαλέσει την ιδιότητα της οντότητας ως αξιόπιστης πηγής επισήμανσης παράνομου περιεχομένου.

8.   Η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με το συμβούλιο, εκδίδει, εφόσον είναι απαραίτητο, κατευθυντήριες γραμμές για να βοηθά τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών και τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών στην εφαρμογή των παραγράφων 2, 6 και 7.

Άρθρο 23

Μέτρα και προστασία κατά της αθέμιτης χρήσης

1.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών αναστέλλουν, για εύλογο χρονικό διάστημα και αφού εκδώσουν προειδοποίηση, την παροχή των υπηρεσιών τους σε αποδέκτες της υπηρεσίας οι οποίοι παρέχουν συχνά προδήλως παράνομο περιεχόμενο.

2.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών αναστέλλουν, για εύλογο χρονικό διάστημα και αφού εκδώσουν προειδοποίηση, την επεξεργασία ειδοποιήσεων και καταγγελιών που υποβάλλονται μέσω των μηχανισμών ειδοποίησης και δράσης και των εσωτερικών συστημάτων διαχείρισης καταγγελιών που αναφέρονται στα άρθρα 16 και 20, αντίστοιχα, από πρόσωπα ή οντότητες ή από καταγγέλλοντες που υποβάλλουν συχνά ειδοποιήσεις ή καταγγελίες οι οποίες είναι προδήλως αβάσιμες.

3.   Όταν αποφασίζουν επί αναστολής, οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών αξιολογούν, κατά περίπτωση και με έγκαιρο, επιμελή και αντικειμενικό τρόπο, εάν ο αποδέκτης της υπηρεσίας, το πρόσωπο, η οντότητα ή ο καταγγέλλων, συμμετέχει στην αθέμιτη χρήση που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα συναφή γεγονότα και τις περιστάσεις που προκύπτουν από τις πληροφορίες που διαθέτει ο πάροχος των επιγραμμικών πλατφορμών. Οι περιστάσεις αυτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

τον απόλυτο αριθμό στοιχείων προδήλως παράνομου περιεχομένου ή προδήλως αβάσιμων ειδοποιήσεων ή καταγγελιών που υποβλήθηκαν σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα·

β)

τη σχετική αναλογία αυτών σε σχέση με τον συνολικό αριθμό πληροφοριακών στοιχείων που παρασχέθηκαν ή ειδοποιήσεων που υποβλήθηκαν σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα·

γ)

τη σοβαρότητα της αθέμιτης χρήσης, συμπεριλαμβανομένης της φύσης του παράνομου περιεχομένου, και των συνεπειών της·

δ)

όταν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί, την πρόθεση του αποδέκτη της υπηρεσίας, του προσώπου, της οντότητας, ή του καταγγέλλοντος.

4.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών καθορίζουν, με σαφή και λεπτομερή τρόπο, στους όρους και τις προϋποθέσεις τους την πολιτική τους όσον αφορά την αθέμιτη χρήση που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2, και παραθέτουν παραδείγματα γεγονότων και περιστάσεων που λαμβάνουν υπόψη όταν αξιολογούν κατά πόσον μια συγκεκριμένη συμπεριφορά συνιστά αθέμιτη χρήση, καθώς και της διάρκειας της αναστολής.

Άρθρο 24

Υποχρεώσεις διαφάνειας κατά την υποβολή εκθέσεων για τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών

1.   Εκτός από τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 15, οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών περιλαμβάνουν στις εκθέσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο πληροφορίες σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

τον αριθμό των διαφορών που υποβλήθηκαν στα όργανα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών που αναφέρονται στο άρθρο 21, τα αποτελέσματα της επίλυσης διαφορών και τον διάμεσο απαιτούμενο χρόνο ολοκλήρωσης των διαδικασιών επίλυσης διαφορών, καθώς και το ποσοστό των διαφορών στις οποίες ο πάροχος επιγραμμικής πλατφόρμας υλοποίησε τις αποφάσεις του οργάνου·

β)

τον αριθμό των αναστολών που επιβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 23, κάνοντας διάκριση μεταξύ των αναστολών που επιβλήθηκαν λόγω παροχής προδήλως παράνομου περιεχομένου, υποβολής προδήλως αβάσιμων ειδοποιήσεων και υποβολής προδήλως αβάσιμων καταγγελιών.

2.   Έως τις 17 Φεβρουαρίου 2023, και στη συνέχεια τουλάχιστον μία φορά ανά έξι μήνες, οι πάροχοι δημοσιεύουν για κάθε επιγραμμική πλατφόρμα ή επιγραμμική μηχανή αναζήτησης, σε δημόσια διαθέσιμο τμήμα της επιγραμμικής διεπαφής τους, πληροφορίες σχετικά με τον μέσο ανά μήνα αριθμό ενεργών αποδεκτών της υπηρεσίας στην Ένωση, που υπολογίζεται ως μέσος όρος κατά την περίοδο των τελευταίων έξι μηνών και σύμφωνα με τη μεθοδολογία που ορίζεται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 2, όπου οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις έχουν εκδοθεί.

3.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών ή επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης κοινοποιούν στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης και στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματός τους και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι οποίες είναι επικαιροποιημένες έως τη στιγμή της υποβολής του εν λόγω αιτήματος. Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών ή η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τον πάροχο επιγραμμικής πλατφόρμας ή επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, συμπεριλαμβανομένων επεξηγήσεων και τεκμηρίωσης σχετικά με τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν. Οι εν λόγω πληροφορίες δεν περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

4.   Όταν ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης έχει λόγους να θεωρεί, βάσει των πληροφοριών που έλαβε σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, ότι ένας πάροχος επιγραμμικών πλατφορμών ή επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης πληροί το όριο του μέσου αριθμού μηνιαίων ενεργών αποδεκτών της υπηρεσίας στην Ένωση που καθορίζεται στο άρθρο 33 παράγραφος 1, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

5.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών υποβάλλουν στην Επιτροπή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις αποφάσεις και την αιτιολόγηση που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 1, προκειμένου να συμπεριληφθούν σε δημόσια προσβάσιμη, μηχαναγνώσιμη βάση δεδομένων την οποία διαχειρίζεται η Επιτροπή. Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που υποβάλλονται δεν περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

6.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό υποδειγμάτων σχετικά με τη μορφή, το περιεχόμενο και άλλες λεπτομέρειες των εκθέσεων σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Οι εκτελεστικές αυτές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία του άρθρου 88.

Άρθρο 25

Σχεδιασμός και οργάνωση επιγραμμικής διεπαφής

1.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών δεν σχεδιάζουν, δεν οργανώνουν και δεν διαχειρίζονται τις επιγραμμικές διεπαφές τους κατά τρόπο που παραπλανά ή χειραγωγεί τους αποδέκτες της υπηρεσίας τους, ή κατά τρόπο που οδηγεί σε άλλου είδους ουσιώδη στρέβλωση ή περιορισμό της ικανότητας των αποδεκτών της υπηρεσίας τους να λαμβάνουν ελεύθερες αποφάσεις μετά λόγου γνώσεως.

2.   Η απαγόρευση της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζεται σε πρακτικές που καλύπτονται από την οδηγία 2005/29/ΕΚ ή τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή της παραγράφου 1 σε συγκεκριμένες πρακτικές, και ιδίως:

α)

να δίνεται μεγαλύτερη προβολή σε ορισμένες επιλογές, όταν ζητείται από τον αποδέκτη της υπηρεσίας να λάβει μια απόφαση·

β)

να ζητείται επανειλημμένα από τον αποδέκτη της υπηρεσίας να πραγματοποιήσει μια επιλογή, ενώ η επιλογή αυτή έχει ήδη γίνει, ιδίως με την παρουσίαση αναδυόμενων παραθύρων που παρεμβαίνουν στην εμπειρία του χρήστη·

γ)

να καθίσταται η διαδικασία τερματισμού μιας υπηρεσίας δυσκολότερη από την εγγραφή στην υπηρεσία αυτή.

Άρθρο 26

Διαφήμιση σε επιγραμμικές πλατφόρμες

1.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών που παρουσιάζουν διαφημίσεις στις επιγραμμικές διεπαφές τους διασφαλίζουν ότι για κάθε συγκεκριμένη διαφήμιση που παρουσιάζεται σε κάθε μεμονωμένο αποδέκτη, οι αποδέκτες της υπηρεσίας μπορούν να αναγνωρίσουν με σαφή, συνοπτικό και μη διφορούμενο τρόπο και σε πραγματικό χρόνο, τα εξής:

α)

ότι οι πληροφορίες που παρουσιάζονται αποτελούν διαφήμιση, μεταξύ άλλων μέσω ευδιάκριτων σημάνσεων που μπορούν να τυποποιηθούν σύμφωνα με το άρθρο 44·

β)

το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου παρουσιάζεται η διαφήμιση·

γ)

το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πλήρωσε για τη διαφήμιση, εάν το εν λόγω πρόσωπο είναι διαφορετικό από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο β)·

δ)

σημαντικές πληροφορίες με άμεσο και εύκολο τρόπο προσβάσιμες από τη διαφήμιση σχετικά με τις κύριες παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του αποδέκτη στον οποίο παρουσιάζεται η διαφήμιση και, κατά περίπτωση, σχετικά με τον τρόπο αλλαγής των παραμέτρων αυτών.

2.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών παρέχουν στους αποδέκτες της υπηρεσίας τη λειτουργική δυνατότητα να δηλώνουν αν το περιεχόμενο που παρέχουν αποτελεί ή περιέχει εμπορική επικοινωνία.

Όταν ο αποδέκτης της υπηρεσίας υποβάλλει δήλωση σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ο πάροχος επιγραμμικών πλατφορμών διασφαλίζει ότι άλλοι αποδέκτες της υπηρεσίας μπορούν να προσδιορίσουν με σαφή και μη διφορούμενο τρόπο και σε πραγματικό χρόνο, μεταξύ άλλων μέσω ευδιάκριτων σημάνσεων, που μπορούν να τυποποιηθούν σύμφωνα με το άρθρο 44, ότι το περιεχόμενο που παρέχεται από τον αποδέκτη της υπηρεσίας αποτελεί ή περιέχει εμπορική επικοινωνία, όπως περιγράφεται στην εν λόγω δήλωση.

3.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών δεν παρουσιάζουν διαφημίσεις σε αποδέκτες της υπηρεσίας βάσει κατάρτισης προφίλ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 με τη χρήση ειδικών κατηγοριών ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων όπως αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

Άρθρο 27

Διαφάνεια του συστήματος συστάσεων

1.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών που χρησιμοποιούν συστήματα συστάσεων ορίζουν στους όρους και τις προϋποθέσεις τους, σε απλή και κατανοητή γλώσσα, τις κύριες παραμέτρους που χρησιμοποιούνται στα συστήματα συστάσεών τους, καθώς και τυχόν επιλογές με τις οποίες οι αποδέκτες της υπηρεσίας μπορούν να τροποποιήσουν ή να επηρεάσουν τις παραμέτρους αυτές.

2.   Με τις κύριες παραμέτρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους προτείνονται ορισμένες πληροφορίες στον αποδέκτη της υπηρεσίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα εξής:

α)

τα πλέον σημαντικά κριτήρια για τον καθορισμό των πληροφοριών που προτείνονται στον αποδέκτη της υπηρεσίας·

β)

οι λόγοι για τη σχετική σημασία/βαρύτητα των εν λόγω παραμέτρων.

3.   Όταν διατίθενται διάφορες επιλογές σύμφωνα με την παράγραφο 1 για συστήματα συστάσεων που καθορίζουν τη σειρά των πληροφοριών που παρουσιάζονται στους αποδέκτες της υπηρεσίας, οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών καθιστούν διαθέσιμη μια λειτουργική δυνατότητα που επιτρέπει στον αποδέκτη της υπηρεσίας να επιλέγει και να τροποποιεί ανά πάσα στιγμή την επιλογή του. Η εν λόγω λειτουργική δυνατότητα καθίσταται άμεσα και εύκολα προσβάσιμη από το συγκεκριμένο τμήμα της επιγραμμικής διεπαφής της επιγραμμικής πλατφόρμας στο οποίο εμφανίζονται κατά προτεραιότητα οι πληροφορίες.

Άρθρο 28

Προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο

1.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών προσβάσιμων σε ανήλικους λαμβάνουν κατάλληλα και αναλογικά μέτρα για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου ιδιωτικότητας, ασφάλειας και προστασίας των ανηλίκων, στην υπηρεσία τους.

2.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών δεν παρουσιάζουν διαφημίσεις στη διεπαφή τους βάσει κατάρτισης προφίλ, όπως η έννοια αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, με τη χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αποδέκτη της υπηρεσίας, όταν γνωρίζουν με εύλογη βεβαιότητα ότι ο αποδέκτης της υπηρεσίας είναι ανήλικος.

3.   Η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο δεν υποχρεώνει τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών να επεξεργάζονται πρόσθετα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προκειμένου να αξιολογούν κατά πόσον ο αποδέκτης της υπηρεσίας είναι ανήλικος.

4.   Η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με το συμβούλιο, δύναται να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για να βοηθά τους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών στην εφαρμογή της παραγράφου 1.

ΤΜΉΜΑ 4

Επιπρόσθετες διατάξεις που εφαρμόζονται σε παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους

Άρθρο 29

Εξαίρεση πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων

1.   Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται σε παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους και οι οποίοι θεωρούνται πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις όπως ορίζεται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ.

Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται σε παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους και οι οποίοι πληρούσαν προηγουμένως τις προϋποθέσεις για να θεωρούνται πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις όπως ορίζεται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ κατά τη διάρκεια των 12 μηνών από την απώλεια αυτής της ιδιότητας σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 αυτής, εκτός εάν είναι πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες σύμφωνα με το άρθρο 33.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, το παρόν τμήμα εφαρμόζεται στους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους και οι οποίοι έχουν χαρακτηριστεί ως πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες σύμφωνα με το άρθρο 33, ανεξάρτητα από το αν πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρούνται πολύ μικρές ή μικρές επιχειρήσεις.

Άρθρο 30

Ιχνηλασιμότητα εμπόρων

1.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους διασφαλίζουν ότι οι έμποροι μπορούν να χρησιμοποιούν τις εν λόγω επιγραμμικές πλατφόρμες για την προώθηση μηνυμάτων ή για την προσφορά προϊόντων ή υπηρεσιών σε καταναλωτές που βρίσκονται στην Ένωση μόνον εάν, πριν από τη χρήση των υπηρεσιών των επιγραμμικών πλατφορμών για τους σκοπούς αυτούς, οι επιγραμμικές πλατφόρμες έχουν λάβει τις ακόλουθες πληροφορίες, κατά περίπτωση για τον έμπορο:

α)

το όνομα, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του εμπόρου·

β)

αντίγραφο του εγγράφου ταυτοποίησης του εμπόρου ή κάθε άλλη ηλεκτρονική ταυτοποίηση, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 910/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (40)·

γ)

τα στοιχεία του λογαριασμού πληρωμών του εμπόρου·

δ)

όταν ο έμπορος είναι καταχωρισμένος σε εμπορικό μητρώο ή αντίστοιχο δημόσιο μητρώο, το εμπορικό μητρώο στο οποίο είναι καταχωρισμένος ο έμπορος και τον αριθμό καταχώρισής του ή ισοδύναμο μέσο ταυτοποίησης στο εν λόγω μητρώο·

ε)

αυτοπιστοποίηση του εμπόρου με την οποία δεσμεύεται να προσφέρει μόνο προϊόντα ή υπηρεσίες που συμμορφώνονται με τους εφαρμοστέους κανόνες του δικαίου της Ένωσης.

2.   Αφότου λάβει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και πριν επιτρέψει στον οικείο έμπορο να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του, ο πάροχος της επιγραμμικής πλατφόρμας που δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους, με τη χρήση οποιασδήποτε ελεύθερα προσβάσιμης επίσημης επιγραμμικής βάσης δεδομένων ή επιγραμμικής διεπαφής που διατίθεται από κράτος μέλος ή την Ένωση ή μέσω αιτημάτων προς τον έμπορο για την παροχή δικαιολογητικών από αξιόπιστες πηγές, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αξιολογήσει κατά πόσον είναι αξιόπιστες και πλήρεις οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως ε). Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι έμποροι είναι υπεύθυνοι για την ακρίβεια των παρεχόμενων πληροφοριών.

Όσον αφορά εμπόρους που χρησιμοποιούν ήδη υπηρεσίες παρόχων επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στις 17 Φεβρουαρίου 2024, οι πάροχοι καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να λάβουν τις ανωτέρω πληροφορίες από τους οικείους εμπόρους εντός 12 μηνών. Εάν οι οικείοι έμποροι δεν παράσχουν τις πληροφορίες εντός της εν λόγω προθεσμίας, οι πάροχοι αναστέλλουν την παροχή των υπηρεσιών τους στους εν λόγω εμπόρους έως ότου αυτοί παράσχουν όλες τις πληροφορίες.

3.   Όταν ο πάροχος της επιγραμμικής πλατφόρμας που δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους έχει επαρκείς ενδείξεις ή έχει λόγους να πιστεύει ότι οποιοδήποτε πληροφοριακό στοιχείο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και λαμβάνεται από τον οικείο έμπορο είναι ανακριβές, ελλιπές ή μη επικαιροποιημένο, ο εν λόγω πάροχος ζητεί από τον έμπορο να λάβει διορθωτικά μέτρα χωρίς καθυστέρηση ή εντός της προθεσμίας που ορίζει το ενωσιακό δίκαιο και το εθνικό δίκαιο.

Σε περίπτωση που ο έμπορος δεν διορθώσει ή δεν συμπληρώσει τις πληροφορίες αυτές, ο πάροχος της επιγραμμικής πλατφόρμας που δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους αναστέλλει αμελλητί την παροχή της υπηρεσίας της στον εν λόγω έμπορο σε σχέση με την προσφορά προϊόντων ή υπηρεσιών σε καταναλωτές που βρίσκονται στην Ένωση μέχρι να ικανοποιηθεί πλήρως το αίτημα.

4.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1150, σε περίπτωση που πάροχος μιας επιγραμμικής πλατφόρμας που δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους αρνηθεί να επιτρέψει σε έμπορο να χρησιμοποιήσει την υπηρεσία του δυνάμει της παραγράφου 1, ή αναστείλει την παροχή της υπηρεσίας του δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, ο οικείος έμπορος έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία, όπως προβλέπεται στα άρθρα 20 και 21 του παρόντος κανονισμού.

5.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους αποθηκεύουν τις πληροφορίες που λαμβάνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 με ασφαλή τρόπο για περίοδο έξι μηνών μετά τη λύση της συμβατικής του σχέσης με τον οικείο έμπορο. Στη συνέχεια διαγράφουν τις πληροφορίες.

6.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, ο πάροχος της επιγραμμικής πλατφόρμας που δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους γνωστοποιεί τις πληροφορίες σε τρίτους μόνο εφόσον απαιτείται σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των εντολών που αναφέρονται στο άρθρο 10 και τυχόν εντολών που εκδίδονται από αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ή από την Επιτροπή για την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος κανονισμού.

7.   Ο πάροχος της επιγραμμικής πλατφόρμας που δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους καθιστά διαθέσιμες στην επιγραμμική του πλατφόρμα τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), δ) και ε) στους αποδέκτες της υπηρεσίας, με σαφή, εύκολα προσβάσιμο και κατανοητό τρόπο. Οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες τουλάχιστον στην επιγραμμική διεπαφή της επιγραμμικής πλατφόρμας όπου παρουσιάζονται οι πληροφορίες για το προϊόν ή την υπηρεσία.

Άρθρο 31

Συμμόρφωση εκ σχεδιασμού

1.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους διασφαλίζουν ότι η επιγραμμική διεπαφή τους σχεδιάζεται και οργανώνεται κατά τρόπο που επιτρέπει στους εμπόρους να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά τις πληροφορίες που παρέχονται πριν από τη σύναψη της σύμβασης και τις πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια των προϊόντων σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο.

Συγκεκριμένα, ο οικείος πάροχος διασφαλίζει ότι η επιγραμμική διεπαφή του επιτρέπει στους εμπόρους να παρέχουν πληροφορίες για το όνομα, τη διεύθυνση, τον αριθμό τηλεφώνου και τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του οικονομικού φορέα, κατά την έννοια του άρθρου 3 σημείο 13) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και του λοιπού ενωσιακού δικαίου.

2.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους διασφαλίζουν ότι η επιγραμμική διεπαφή τους σχεδιάζεται και οργανώνεται κατά τρόπο που να επιτρέπει στους εμπόρους να παρέχουν τουλάχιστον:

α)

τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη σαφή και αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προωθούνται ή προσφέρονται σε καταναλωτές που βρίσκονται στην Ένωση μέσω των υπηρεσιών των παρόχων·

β)

κάθε σήμα που προσδιορίζει τον έμπορο, όπως το εμπορικό σήμα, το σύμβολο ή ο λογότυπος· και

γ)

κατά περίπτωση, τις πληροφορίες σχετικά με την επισήμανση και τη σήμανση σύμφωνα με τους κανόνες του εφαρμοστέου ενωσιακού δικαίου για την ασφάλεια των προϊόντων και τη συμμόρφωση των προϊόντων.

3.   Οι πάροχοι επιγραμμικών πλατφορμών που δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να αξιολογήσουν κατά πόσον οι εν λόγω έμποροι έχουν παράσχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 πριν τους επιτρέψουν να προσφέρουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες σε αυτές τις πλατφόρμες. Αφού επιτραπεί στον έμπορο να προσφέρει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες στην επιγραμμική του πλατφόρμα που δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους, ο πάροχος καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για να ελέγχει τυχαία σε οποιαδήποτε επίσημη, ελεύθερα προσβάσιμη και μηχαναγνώσιμη επιγραμμική βάση δεδομένων ή επιγραμμική διεπαφή αν τα προσφερόμενα προϊόντα ή υπηρεσίες έχουν προσδιοριστεί ως παράνομα.

Άρθρο 32

Δικαίωμα πληροφόρησης

1.   Όταν ένας πάροχος επιγραμμικής πλατφόρμας που δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους, ενημερώνεται, ανεξάρτητα από τα χρησιμοποιούμενα μέσα, για παράνομο προϊόν ή υπηρεσία που προσφέρεται από έναν έμπορο σε καταναλωτές που βρίσκονται στην Ένωση μέσω των υπηρεσιών του, ο εν λόγω πάροχος ενημερώνει, στον βαθμό που διαθέτει τα στοιχεία επικοινωνίας τους, τους καταναλωτές που αγόρασαν το παράνομο προϊόν ή την υπηρεσία μέσω των υπηρεσιών του για τα ακόλουθα:

α)

για το γεγονός ότι το προϊόν ή η υπηρεσία είναι παράνομα·

β)

για την ταυτότητα του εμπόρου· και

γ)

για οποιαδήποτε σχετικά μέσα προσφυγής.

Η υποχρέωση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο περιορίζεται στις αγορές παράνομων προϊόντων ή υπηρεσιών που πραγματοποιήθηκαν εντός των έξι μηνών που προηγούνται της στιγμής κατά την οποία ο πάροχος έλαβε γνώση της παρανομίας.

2.   Όταν, στην κατάσταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο πάροχος της επιγραμμικής πλατφόρμας που δίνει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συνάπτουν εξ αποστάσεως συμβάσεις με εμπόρους δεν διαθέτει τα στοιχεία επικοινωνίας όλων των εμπλεκόμενων καταναλωτών, ο εν λόγω πάροχος δημοσιοποιεί και καθιστά εύκολα προσβάσιμες στην επιγραμμική διεπαφή του τις πληροφορίες σχετικά με το παράνομο προϊόν ή την υπηρεσία, την ταυτότητα του εμπόρου και για οποιαδήποτε σχετικά μέσα προσφυγής.

ΤΜΉΜΑ 5

Πρόσθετες υποχρεώσεις παρόχων πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης όσον αφορά τη διαχείριση συστημικών κινδύνων

Άρθρο 33

Πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης

1.   Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται σε επιγραμμικές πλατφόρμες και επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης οι οποίες συγκεντρώνουν έναν αριθμό μέσων μηνιαίων ενεργών αποδεκτών της υπηρεσίας στην Ένωση ίσο ή υψηλότερο από 45 εκατομμύρια και οι οποίες χαρακτηρίζονται ως πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες ή πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης σύμφωνα με την παράγραφο 4.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 87 για να προσαρμόσει τον αριθμό των μέσων μηνιαίων ενεργών αποδεκτών της υπηρεσίας στην Ένωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, όταν ο πληθυσμός της Ένωσης αυξάνεται ή μειώνεται τουλάχιστον έως 5 % σε σχέση με τον πληθυσμό της το 2020 ή, σε σχέση με τον πληθυσμό της έπειτα από προσαρμογή μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης το έτος κατά το οποίο εκδόθηκε η πλέον πρόσφατη κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Στην περίπτωση αυτή, προσαρμόζει τον αριθμό έτσι ώστε να αντιστοιχεί στο 10 % του πληθυσμού της Ένωσης το έτος κατά το οποίο εκδίδει την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, με στρογγυλοποίηση προς τα πάνω ή προς τα κάτω ώστε ο αριθμός να εκφράζεται σε εκατομμύρια.

3.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 87, έπειτα από διαβούλευση με το Συμβούλιο, για να συμπληρώνει τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού ορίζοντας τη μεθοδολογία για τον υπολογισμό του αριθμού των μέσων μηνιαίων ενεργών αποδεκτών της υπηρεσίας στην Ένωση, για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 24 παράγραφος 2, προκειμένου να εξασφαλίζει ότι η μεθοδολογία λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στην αγορά και στις τεχνολογικές εξελίξεις.

4.   Η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με το κράτος μέλος εγκατάστασης ή αφού λάβει υπόψη τις πληροφορίες που παρέχονται από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 4, εκδίδει απόφαση που ορίζει ως πολύ μεγάλη επιγραμμική πλατφόρμα ή πολύ μεγάλη επιγραμμική μηχανή αναζήτησης για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού την επιγραμμική πλατφόρμα ή την επιγραμμική μηχανή αναζήτησης η οποία έχει αριθμό μέσων μηνιαίων ενεργών αποδεκτών της υπηρεσίας ίσο ή μεγαλύτερο από τον αριθμό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η Επιτροπή λαμβάνει την απόφασή της βάσει στοιχείων που κοινοποιεί ο πάροχος της επιγραμμικής πλατφόρμας ή της επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2, ή πληροφοριών που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 3 ή οποιωνδήποτε άλλων πληροφοριών είναι διαθέσιμες στην Επιτροπή.

Η μη συμμόρφωση του παρόχου της επιγραμμικής πλατφόρμας ή της επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης με το άρθρο 24 παράγραφος 2 ή με το αίτημα του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης ή της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 3 δεν εμποδίζει την Επιτροπή να ορίσει τον εν λόγω πάροχο ως πάροχο πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

Όταν η Επιτροπή βασίζει την απόφασή της σε άλλες πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ή βάσει των πρόσθετων πληροφοριών που ζητούνται σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 3, η Επιτροπή δίνει προθεσμία 10 εργασίμων ημερών στον οικείο πάροχο της επιγραμμικής πλατφόρμας ή της επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης να διατυπώσει τις απόψεις του σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα της Επιτροπής ότι προτίθεται να χαρακτηρίσει την επιγραμμική πλατφόρμα ή την επιγραμμική μηχανή αναζήτησης ως πολύ μεγάλη επιγραμμική πλατφόρμα ή ως πολύ μεγάλη επιγραμμική μηχανή αναζήτησης, αντίστοιχα. Η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απόψεις που διατυπώνει ο οικείος πάροχος.

Παράλειψη του παρόχου της επιγραμμικής πλατφόρμας ή της επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης να διατυπώσει τις απόψεις του σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο δεν εμποδίζει την Επιτροπή να χαρακτηρίσει την εν λόγω επιγραμμική πλατφόρμα ή την εν λόγω επιγραμμική μηχανή αναζήτησης ως πολύ μεγάλη επιγραμμική πλατφόρμα ή ως πολύ μεγάλη επιγραμμική μηχανή αναζήτησης, αντίστοιχα, βάσει άλλων πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της.

5.   Η Επιτροπή αποσύρει τον χαρακτηρισμό εάν, επί αδιάλειπτο χρονικό διάστημα ενός έτους, η επιγραμμική πλατφόρμα ή η επιγραμμική μηχανή αναζήτησης δεν έχει αριθμό μέσων μηνιαίων ενεργών αποδεκτών της υπηρεσίας ίσο ή μεγαλύτερο από τον αριθμό που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

6.   Η Επιτροπή κοινοποιεί τις αποφάσεις της δυνάμει των παραγράφων 4 και 5, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον οικείο πάροχο της επιγραμμικής πλατφόρμας ή της επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, στο Συμβούλιο και στον συντονιστή ψηφιακών υποθέσεων της χώρας εγκατάστασης.

Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι ο κατάλογος των χαρακτηρισμένων πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και των πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τηρεί τον κατάλογο επικαιροποιημένο. Οι υποχρεώσεις του παρόντος τμήματος εφαρμόζονται ή παύουν να εφαρμόζονται στις οικείες πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες και πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης τέσσερις μήνες μετά την κοινοποίηση στον οικείο πάροχο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

Άρθρο 34

Εκτίμηση κινδύνων

1.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης εντοπίζουν, αναλύουν και αξιολογούν επιμελώς οποιουσδήποτε συστημικούς κινδύνους στην Ένωση που απορρέουν από τον σχεδιασμό ή τη λειτουργία των υπηρεσιών τους και των σχετικών συστημάτων του, συμπεριλαμβανομένων των αλγοριθμικών συστημάτων, ή από τη χρήση των υπηρεσιών τους στην Ένωση.

Διενεργούν τις εκτιμήσεις κινδύνου έως την ημερομηνία εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 33 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο, και στη συνέχεια τουλάχιστον μία φορά ετησίως, και σε κάθε περίπτωση πριν από την εγκατάσταση λειτουργιών που είναι πιθανόν να έχουν κρίσιμο αντίκτυπο στους κινδύνους που εντοπίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Η εν λόγω εκτίμηση κινδύνων αφορά ειδικά τις υπηρεσίες τους και είναι αναλογική προς τους συστημικούς κινδύνους, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα και την πιθανότητά τους, και περιλαμβάνει τους ακόλουθους συστημικούς κινδύνους:

α)

τη διάδοση παράνομου περιεχομένου μέσω των υπηρεσιών τους·

β)

τυχόν πραγματικές ή προβλέψιμες αρνητικές επιπτώσεις ως προς την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικότερα των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ανθρώπινης αξιοπρέπειας όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 1 του Χάρτη, της ιδιωτικότητας και της οικογενειακής ζωής όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Χάρτη, της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας και της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη, και της απαγόρευσης των διακρίσεων όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 του Χάρτη, του σεβασμού των δικαιωμάτων του παιδιού όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 24 του Χάρτη και της υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 38 του Χάρτη·

γ)

οποιεσδήποτε πραγματικές ή προβλέψιμες αρνητικές επιπτώσεις στον πολιτικό διάλογο και τις εκλογικές διαδικασίες, καθώς και στη δημόσια ασφάλεια·

δ)

οποιεσδήποτε πραγματικές ή προβλέψιμες αρνητικές επιπτώσεις σε σχέση με την έμφυλη βία, την προστασία της δημόσιας υγείας και τους ανηλίκους, και σοβαρές αρνητικές συνέπειες για τη σωματική και πνευματική ευεξία του ατόμου.

2.   Κατά τη διενέργεια εκτιμήσεων κινδύνου, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης λαμβάνουν υπόψη, ιδίως, εάν και κατά πόσον οι ακόλουθοι παράγοντες επηρεάζουν οποιονδήποτε από τους συστημικούς κινδύνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)

ο σχεδιασμός των συστημάτων συστάσεών τους και κάθε άλλου σχετικού αλγοριθμικού συστήματος·

β)

τα συστήματα ελέγχου περιεχομένου τους·

γ)

οι εφαρμοστέοι όροι και προϋποθέσεις και η εκτέλεσή τους·

δ)

τα συστήματα επιλογής και παρουσίασης διαφημίσεων·

ε)

οι πρακτικές του παρόχου σχετικά με τα δεδομένα.

Οι αξιολογήσεις αναλύουν επίσης κατά πόσον και με ποιον τρόπο οι κίνδυνοι σύμφωνα με την παράγραφο 1 επηρεάζονται από εσκεμμένη χειραγώγηση της υπηρεσίας τους, μεταξύ άλλων μέσω μη αυθεντικής χρήσης ή αυτοματοποιημένης εκμετάλλευσης της υπηρεσίας, καθώς και από την ενίσχυση και δυνητικά ταχεία και ευρεία διάδοση παράνομου περιεχομένου και πληροφοριών που δεν συνάδουν με τους όρους και τις προϋποθέσεις τους.

Η αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη συγκεκριμένες περιφερειακές ή γλωσσικές πτυχές, μεταξύ άλλων όταν αφορούν ειδικά ένα κράτος μέλος.

3.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης διατηρούν τα δικαιολογητικά έγγραφα των εκτιμήσεων κινδύνων για τουλάχιστον τρία έτη μετά τη διενέργεια των εκτιμήσεων κινδύνου και, κατόπιν αιτήματος, τα κοινοποιούν στην Επιτροπή και στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης.

Άρθρο 35

Περιορισμός των κινδύνων

1.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης εφαρμόζουν εύλογα, αναλογικά και αποτελεσματικά μέτρα περιορισμού, τα οποία προσαρμόζονται στους ειδικούς συστημικούς κινδύνους που εντοπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 34, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις επιπτώσεις αυτών των μέτρων στα θεμελιώδη δικαιώματα. Τα μέτρα αυτά είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, τα εξής:

α)

προσαρμογή του σχεδιασμού, των χαρακτηριστικών ή της λειτουργίας των υπηρεσιών τους, συμπεριλαμβανομένων των επιγραμμικών διεπαφών τους·

β)

προσαρμογή των όρων και προϋποθέσεών τους και της επιβολής τους·

γ)

προσαρμογή των διαδικασιών ελέγχου περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένων της ταχύτητας και της ποιότητας της διεκπεραίωσης των ειδοποιήσεων που αφορούν συγκεκριμένους τύπους παράνομου περιεχομένου και, κατά περίπτωση, της ταχείας αφαίρεσης του αναφερόμενου περιεχομένου ή της απενεργοποίησης της πρόσβασης σε αυτό, ιδίως όσον αφορά την παράνομη ρητορική μίσους ή την κυβερνοβία· καθώς και προσαρμογή όλων των σχετικών διαδικασιών λήψης αποφάσεων και των πόρων που προορίζονται για τον έλεγχο του περιεχομένου·

δ)

δοκιμή και προσαρμογή των αλγοριθμικών συστημάτων τους, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων συστάσεών τους·

ε)

προσαρμογή των συστημάτων διαφήμισής τους και θέσπιση στοχευμένων μέτρων με σκοπό τον περιορισμό ή την προσαρμογή της παρουσίασης διαφημίσεων συνδεόμενων με την υπηρεσία που παρέχουν·

στ)

ενίσχυση των εσωτερικών διαδικασιών και πόρων, του ελέγχου, της τεκμηρίωσης ή της επίβλεψης οποιασδήποτε από τις δραστηριότητές τους, ιδίως όσον αφορά την ανίχνευση συστημικού κινδύνου·

ζ)

έναρξη ή προσαρμογή της συνεργασίας με αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου σύμφωνα με το άρθρο 22 και υλοποίηση των αποφάσεων των οργάνων εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών σύμφωνα με το άρθρο 21·

η)

έναρξη ή προσαρμογή της συνεργασίας με άλλους παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών ή επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης με τη χρήση κωδίκων δεοντολογίας και πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων που προβλέπονται στα άρθρα 45 και 48, αντίστοιχα·

θ)

λήψη μέτρων ευαισθητοποίησης και προσαρμογή της επιγραμμικής διεπαφής τους προκειμένου να παράσχουν στους αποδέκτες της υπηρεσίες περισσότερες πληροφορίες·

ι)

λήψη στοχευμένων μέτρων για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, συμπεριλαμβανομένων εργαλείων εξακρίβωσης της ηλικίας και γονικού ελέγχου, εργαλείων που βοηθούν τους ανηλίκους να γνωστοποιούν περιστατικά κακοποίησης ή να λαμβάνουν στήριξη, ανάλογα με την περίπτωση·

ια)

εξασφάλιση του ότι ένα στοιχείο πληροφορίας, ανεξάρτητα από το αν αποτελεί εικόνα, ήχο ή βίντεο που έχει παραχθεί ή τροποποιηθεί, το οποίο παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με υπαρκτά πρόσωπα, αντικείμενα, μέρη ή άλλες οντότητες ή γεγονότα, και δίνει την ψευδή εντύπωση ότι είναι αυθεντικό ή αληθινό, θα διακρίνεται μέσω ευδιάκριτης σήμανσης όταν παρουσιάζεται στις επιγραμμικές διεπαφές τους, και, επιπλέον, παροχή μιας εύχρηστης λειτουργίας η οποία δίνει στους αποδέκτες της υπηρεσίας τη δυνατότητα να υποδεικνύουν μία τέτοια πληροφορία.

2.   Το Συμβούλιο, σε συνεργασία με την Επιτροπή, δημοσιεύει αναλυτικές εκθέσεις, μία φορά ανά έτος. Οι εκθέσεις περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

προσδιορισμό και εκτίμηση των πλέον σημαντικών και επαναλαμβανόμενων συστημικών κινδύνων που αναφέρονται από παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης ή εντοπίζονται από άλλες πηγές πληροφοριών, ιδίως εκείνων που παρέχονται σύμφωνα με τα άρθρα 39, 40 και 42·

β)

βέλτιστες πρακτικές για τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης με σκοπό τον περιορισμό των συστημικών κινδύνων που εντοπίζονται.

Οι εν λόγω εκθέσεις παρουσιάζουν τους συστημικούς κινδύνους ανά κράτος μέλος στο οποίο εμφανίζονται και στο σύνολο της Ένωσης, κατά περίπτωση.

3.   Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών, μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της παραγράφου 1 σε σχέση με συγκεκριμένους κινδύνους, και ιδίως για να παρουσιάσει βέλτιστες πρακτικές και να προτείνει πιθανά μέτρα, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις των μέτρων στα θεμελιώδη δικαιώματα όλων των εμπλεκόμενων μερών, τα οποία κατοχυρώνονται στον Χάρτη. Κατά την κατάρτιση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, η Επιτροπή οργανώνει δημόσιες διαβουλεύσεις.

Άρθρο 36

Μηχανισμός αντιμετώπισης κρίσεων

1.   Σε περίπτωση κρίσης, η Επιτροπή, ενεργώντας κατόπιν σύστασης του συμβουλίου, δύναται να εκδώσει απόφαση με την οποία απαιτεί από έναν ή περισσότερους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης να προβούν σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενέργειες:

α)

να αξιολογήσουν κατά πόσον και εάν ναι, σε ποιον βαθμό και με ποιον τρόπο, η λειτουργία και η χρήση των υπηρεσιών τους συμβάλλουν σημαντικά ή ενδέχεται να συμβάλουν σημαντικά σε σοβαρή απειλή, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2·

β)

να προσδιορίσουν και να εφαρμόσουν ειδικά, αποτελεσματικά και αναλογικά μέτρα, όπως οποιοδήποτε από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 35 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 48 παράγραφος 2, για την πρόληψη, την εξάλειψη ή τον περιορισμό οποιασδήποτε τέτοιας συμβολής στη σοβαρή απειλή που εντοπίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου·

γ)

να υποβάλουν έκθεση στην Επιτροπή, έως συγκεκριμένη ημερομηνία ή σε τακτά χρονικά διαστήματα που καθορίζονται στην απόφαση, σχετικά με τις αξιολογήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α), με το ακριβές περιεχόμενο, την εφαρμογή και τον ποιοτικό και ποσοτικό αντίκτυπο των ειδικών μέτρων που ελήφθησαν σύμφωνα με το στοιχείο β), και με κάθε άλλο ζήτημα που σχετίζεται με τις εν λόγω αξιολογήσεις ή τα εν λόγω μέτρα, όπως ορίζεται στην απόφαση.

Κατά τον προσδιορισμό και την εφαρμογή μέτρων σύμφωνα με το στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, ο πάροχος ή οι πάροχοι υπηρεσιών λαμβάνουν δεόντως υπόψη την βαρύτητα της σοβαρής απειλής που αναφέρεται στην παράγραφο 2, τον επείγοντα χαρακτήρα των μέτρων και τις πραγματικές ή δυνητικές επιπτώσεις στα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα όλων των ενδιαφερόμενων μερών, μεταξύ άλλων και της πιθανής αποτυχίας των μέτρων να σεβαστούν τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, θεωρείται ότι έχει επέλθει κρίση όταν έκτακτες περιστάσεις μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία στην Ένωση ή σε σημαντικά μέρη της.

3.   Κατά τη λήψη της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

οι ενέργειες που απαιτούνται από την απόφαση είναι αυστηρά απαραίτητες, αιτιολογημένες και αναλογικές, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως την βαρύτητα της σοβαρής απειλής που αναφέρεται στην παράγραφο 2, τον επείγοντα χαρακτήρα των μέτρων και τις πραγματικές ή δυνητικές επιπτώσεις στα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα όλων των ενδιαφερόμενων μερών, μεταξύ άλλων και της πιθανής αποτυχίας των μέτρων να σεβαστούν τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη·

β)

η απόφαση ορίζει εύλογη προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ληφθούν τα συγκεκριμένα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα των μέτρων αυτών και τον χρόνο που απαιτείται για την προετοιμασία και την εφαρμογή τους·

γ)

οι ενέργειες που απαιτούνται από την απόφαση περιορίζονται σε χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

4.   Αφού εγκρίνει την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή, χωρίς περιττή καθυστέρηση, λαμβάνει τα ακόλουθα μέτρα:

α)

κοινοποιεί την απόφαση στον πάροχο ή τους παρόχους στους οποίους απευθύνεται η απόφαση·

β)

δημοσιοποιεί την απόφαση· και

γ)

ενημερώνει το συμβούλιο για την απόφαση, το καλεί να διατυπώσει τις απόψεις του επ’ αυτού και το τηρεί ενήμερο για κάθε μεταγενέστερη εξέλιξη σχετικά με την απόφαση.

5.   Η επιλογή των ειδικών μέτρων που πρέπει να ληφθούν σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) και την παράγραφο 7 δεύτερο εδάφιο απόκειται στον πάροχο ή τους παρόχους στους οποίους απευθύνεται η απόφαση της Επιτροπής.

6.   Η Επιτροπή δύναται, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του παρόχου, να ξεκινήσει διάλογο με τον πάροχο για να καθορίσει κατά πόσον, υπό το πρίσμα των ειδικών περιστάσεων του παρόχου, τα σχεδιαζόμενα ή εφαρμοζόμενα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) είναι αποτελεσματικά και αναλογικά για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων. Ειδικότερα, η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι τα μέτρα που λαμβάνει ο πάροχος υπηρεσιών δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο β) πληρούν τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α) και γ).

7.   Η Επιτροπή παρακολουθεί την εφαρμογή των ειδικών μέτρων που λαμβάνονται σύμφωνα με την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, με βάση τις εκθέσεις που αναφέρονται στο στοιχείο γ) της εν λόγω παραγράφου και κάθε άλλη σχετική πληροφορία, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που μπορεί να ζητήσει σύμφωνα με το άρθρο 40 ή 67, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη της κρίσης. Η Επιτροπή υποβάλλει τακτικά έκθεση στο συμβούλιο σχετικά με την παρακολούθηση αυτή, τουλάχιστον σε μηνιαία βάση.

Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι τα σχεδιαζόμενα ή εφαρμοζόμενα ειδικά μέτρα σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) δεν είναι αποτελεσματικά ή αναλογικά, μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με το συμβούλιο, να εκδώσει απόφαση για να απαιτήσει από τον πάροχο να επανεξετάσει τον προσδιορισμό ή την εφαρμογή των εν λόγω ειδικών μέτρων.

8.   Εφόσον κρίνεται σκόπιμο λόγω της εξέλιξης της κρίσης, η Επιτροπή, ενεργώντας βάσει σύστασης του Συμβουλίου, μπορεί να τροποποιήσει την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή στην παράγραφο 7 δεύτερο εδάφιο:

α)

ανακαλώντας την απόφαση και, κατά περίπτωση, απαιτώντας από την πολύ μεγάλη επιγραμμική πλατφόρμα ή πολύ μεγάλη επιγραμμική μηχανή αναζήτησης να παύσει να εφαρμόζει τα μέτρα που προσδιορίζονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) ή την παράγραφο 7 δεύτερο εδάφιο, ιδίως όταν οι λόγοι για τα εν λόγω μέτρα δεν υφίστανται πλέον·

β)

παρατείνοντας την περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο γ) για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες·

γ)

συνεκτιμώντας την πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή των μέτρων, ιδίως την πιθανή αποτυχία των μέτρων να σεβαστούν τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη.

9.   Οι απαιτήσεις των παραγράφων 1 έως 6 ισχύουν για την απόφαση και την τροποποίησή της που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

10.   Η Επιτροπή λαμβάνει όλως ιδιαιτέρως υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου που εκδίδεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

11.   Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σε ετήσια βάση μετά την έκδοση αποφάσεων σύμφωνα με το παρόν άρθρο και, σε κάθε περίπτωση, τρεις μήνες μετά το τέλος της κρίσης σχετικά με την εφαρμογή των ειδικών μέτρων που λαμβάνονται σύμφωνα με τις εν λόγω αποφάσεις.

Άρθρο 37

Ανεξάρτητοι έλεγχοι

1.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης υπόκεινται, με δικά τους έξοδα και τουλάχιστον μία φορά ανά έτος, σε ανεξάρτητους ελέγχους για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τα ακόλουθα:

α)

τις υποχρεώσεις που παρατίθενται στο κεφάλαιο III·

β)

τυχόν δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει σύμφωνα με τους κώδικες δεοντολογίας που αναφέρονται στα άρθρα 45 και 46 και τα πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων που αναφέρονται στο άρθρο 48.

2.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης παρέχουν στους οργανισμούς που διενεργούν τους ελέγχους σύμφωνα με το παρόν άρθρο τη συνεργασία και τη συνδρομή που απαιτούνται ώστε να είναι σε θέση να διενεργούν τους εν λόγω ελέγχους με αποτελεσματικό, αποδοτικό και έγκαιρο τρόπο, μεταξύ άλλων παρέχοντάς τους πρόσβαση σε όλα τα σχετικά δεδομένα και εγκαταστάσεις και απαντώντας σε προφορικές ή γραπτές ερωτήσεις. Αποφεύγουν να παρεμποδίζουν, να επηρεάζουν αδικαιολόγητα ή να υπονομεύουν την εκτέλεση του ελέγχου.

Κατά την διάρκεια των ελέγχων διασφαλίζεται επαρκής εμπιστευτικότητα και επαγγελματικό απόρρητο όσον αφορά τις πληροφορίες που λαμβάνονται από τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης και από τρίτα μέρη στο πλαίσιο των ελέγχων, μεταξύ άλλων και μετά την περάτωση των ελέγχων. Ωστόσο, η συμμόρφωση με την απαίτηση αυτή δεν επηρεάζει δυσμενώς τη διενέργεια των ελέγχων και άλλων διατάξεων του παρόντος κανονισμού, ιδίως εκείνων που αφορούν τη διαφάνεια, την επίβλεψη και την επιβολή. Εφόσον απαιτείται για τους σκοπούς της υποβολής των εκθέσεων διαφάνειας σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 4, η έκθεση ελέγχου και η έκθεση υλοποίησης του ελέγχου που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 6 του παρόντος άρθρου συνοδεύονται με εκδόσεις που δεν περιέχουν πληροφορίες που μπορούν ευλόγως να θεωρηθούν εμπιστευτικές.

3.   Οι έλεγχοι που διενεργούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 διενεργούνται από οργανισμούς οι οποίοι:

α)

είναι ανεξάρτητοι από, και δεν έχουν καμία σύγκρουση συμφερόντων με τον πάροχο πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης και με οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο συνδέεται με τον εν λόγω πάροχο· ειδικότερα:

i)

δεν έχουν παράσχει άλλες πλην ελεγκτικών υπηρεσιών σχετικών με τα ζητήματα που ελέγχθηκαν στον οικείο πάροχο πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης και σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο συνδεδεμένο με τον εν λόγω πάροχο για περίοδο 12 μηνών πριν από την έναρξη του ελέγχου και έχουν δεσμευτεί να μην τους παράσχει παρόμοιες υπηρεσίες για περίοδο 12 μηνών από την ολοκλήρωση του ελέγχου·

ii)

δεν έχουν παράσχει ελεγκτικές υπηρεσίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο στον οικείο πάροχο πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης και σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο συνδεδεμένο με τον εν λόγω πάροχο για περίοδο μεγαλύτερη των 10 συναπτών ετών·

iii)

δεν διενεργούν τον έλεγχο έναντι αμοιβών που εξαρτώνται από το αποτέλεσμα του ελέγχου·

β)

διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρογνωσία στον τομέα της διαχείρισης κινδύνων, τεχνική επάρκεια και ικανότητες·

γ)

διαθέτουν αποδεδειγμένη αντικειμενικότητα και τηρούν επαγγελματική δεοντολογία, η οποία βασίζεται ιδίως στην τήρηση κωδίκων πρακτικής ή κατάλληλων προτύπων.

4.   Πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης διασφαλίζουν ότι οι οργανισμοί που διενεργούν τους ελέγχους καταρτίζουν έκθεση ελέγχου για κάθε έλεγχο. Η έκθεση αυτή τεκμηριώνεται γραπτώς και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

το όνομα, τη διεύθυνση και το σημείο επαφής του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης που υπόκειται στον έλεγχο, καθώς και την καλυπτόμενη περίοδο·

β)

το όνομα και τη διεύθυνση του οργανισμού ή των οργανισμών που διενεργεί ή διενεργούν τον έλεγχο·

γ)

δήλωση συμφερόντων·

δ)

περιγραφή των ειδικών στοιχείων που ελέγχθηκαν και της μεθοδολογίας που εφαρμόστηκε·

ε)

περιγραφή και περίληψη των κύριων πορισμάτων που προέκυψαν από τον έλεγχο·

στ)

κατάλογο των τρίτων των οποίων ζητήθηκε η γνώμη στο πλαίσιο του ελέγχου·

ζ)

γνώμη σχετικά με το κατά πόσον ο πάροχος της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης που υπόκειται στον έλεγχο συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δηλαδή «θετική γνώμη», «θετική γνώμη που συνοδεύεται από παρατηρήσεις» ή «αρνητική γνώμη»·

η)

όταν η ελεγκτική γνώμη δεν είναι «θετική», επιχειρησιακές συστάσεις ειδικών μέτρων για την επίτευξη της συμμόρφωσης και το συνιστώμενο χρονοδιάγραμμα επίτευξής της.

5.   Εάν ο οργανισμός που διενεργεί τον έλεγχο δεν ήταν σε θέση να ελέγξει ορισμένα συγκεκριμένα στοιχεία ή να διατυπώσει ελεγκτική γνώμη με βάση τις έρευνές του, η έκθεση ελέγχου περιλαμβάνει επεξήγηση των περιστάσεων και των λόγων για τους οποίους τα στοιχεία αυτά δεν μπόρεσαν να ελεγχθούν.

6.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης που λαμβάνουν έκθεση ελέγχου η οποία δεν είναι «θετική» λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις επιχειρησιακές συστάσεις που απευθύνονται σε αυτές με σκοπό να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για την υλοποίησή τους. Εντός ενός μηνός από την παραλαβή των συστάσεων αυτών, εκδίδουν έκθεση ελέγχου της εφαρμογής στην οποία παρατίθενται τα εν λόγω μέτρα. Σε περίπτωση που δεν υλοποιήσουν τις επιχειρησιακές συστάσεις, αιτιολογούν στην έκθεση εκτέλεσης του ελέγχου τους λόγους για τους οποίους δεν το έπραξαν και παραθέτουν τυχόν εναλλακτικά μέτρα που έλαβαν για να αντιμετωπίσουν τυχόν περιπτώσεις μη συμμόρφωσης που εντοπίστηκαν.

7.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 87 για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό θεσπίζοντας τους αναγκαίους κανόνες για τη διενέργεια των ελέγχων σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ιδίως όσον αφορά τους αναγκαίους κανόνες για τα διαδικαστικά στάδια, τις μεθοδολογίες ελέγχου και τα υποδείγματα υποβολής εκθέσεων για τους ελέγχους που διενεργούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις λαμβάνουν υπόψη τυχόν προαιρετικά ελεγκτικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 1 στοιχείο ε).

Άρθρο 38

Συστήματα συστάσεων

Επιπλέον των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 27, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης που χρησιμοποιούν συστήματα συστάσεων παρέχουν τουλάχιστον μία επιλογή για καθένα από τα συστήματα συστάσεών τους που δεν βασίζεται στην κατάρτιση προφίλ, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679.

Άρθρο 39

Πρόσθετη διαφάνεια επιγραμμικών διαφημίσεων

1.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης που παρουσιάζουν διαφημίσεις στις επιγραμμικές διεπαφές τους συγκεντρώνουν και δημοσιοποιούν, σε ειδικό τμήμα της επιγραμμικής επαφής τους, μέσω αξιόπιστου εργαλείου που παρέχει δυνατότητα αναζήτησης και επιτρέπει αναζητήσεις πολλαπλών κριτηρίων, και μέσω διεπαφών προγραμματισμού εφαρμογών, ένα αποθετήριο το οποίο περιέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2, για ολόκληρη την περίοδο κατά την οποία παρουσιάζουν μία διαφήμιση και έως ένα έτος μετά την τελευταία παρουσίαση της διαφήμισης στις επιγραμμικές διεπαφές τους. Μεριμνούν ώστε το αποθετήριο να μην περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των αποδεκτών της υπηρεσίας στους οποίους προβαλλόταν ή μπορούσε να έχει παρουσιαστεί η διαφήμιση και καταβάλλουν εύλογες προσπάθειες για να διασφαλίσουν ότι οι πληροφορίες είναι ακριβείς και πλήρεις.

2.   Το αποθετήριο περιλαμβάνει τουλάχιστον όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

το περιεχόμενο της διαφήμισης, συμπεριλαμβανομένου του ονόματος του προϊόντος, της υπηρεσίας ή της επωνυμίας, καθώς και του αντικειμένου της διαφήμισης·

β)

το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου παρουσιάζεται η διαφήμιση·

γ)

το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που πλήρωσε για τη διαφήμιση, εάν αυτό το πρόσωπο είναι διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο στοιχείο β)·

δ)

την περίοδο κατά την οποία παρουσιαζόταν η διαφήμιση·

ε)

εάν η διαφήμιση προοριζόταν για παρουσίαση ειδικά σε μία ή περισσότερες συγκεκριμένες ομάδες αποδεκτών της υπηρεσίας και, εάν ναι, τις κύριες παραμέτρους που χρησιμοποιούνταν για τον σκοπό αυτόν, συμπεριλαμβανομένων, όπου αρμόζει, των βασικών παραμέτρων που χρησιμοποιήθηκαν για την εξαίρεση συμπερίληψης μίας ή περισσότερων τέτοιων συγκεκριμένων ομάδων·

στ)

τις εμπορικές ανακοινώσεις που δημοσιεύτηκαν στην πολύ μεγάλη επιγραμμική πλατφόρμα και προσδιορίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 2·

ζ)

τον συνολικό αριθμό αποδεκτών της υπηρεσίας που έχει επιτευχθεί και, κατά περίπτωση, το άθροισμα, ανά κάθε κράτος μέλος, για την ομάδα ή τις ομάδες αποδεκτών στους οποίους στόχευε συγκεκριμένα η διαφήμιση.

3.   Όσον αφορά την παράγραφο 2 στοιχεία α), β) και γ), όταν ένας πάροχος πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης αφαίρεσε ή απενεργοποίησε την πρόσβαση σε συγκεκριμένη διαφήμιση λόγω εικαζόμενης παρανομίας ή ασυμβατότητας με τους όρους και τις προϋποθέσεις της, το αποθετήριο δεν περιλαμβάνει τις πληροφορίες που αναφέρονται στα εν λόγω στοιχεία. Σε μία τέτοια περίπτωση, το αποθετήριο περιλαμβάνει, για τη συγκεκριμένη διαφήμιση, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 3 στοιχεία α) έως ε) ή στο άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i), κατά περίπτωση.

Η Επιτροπή δύναται, κατόπιν διαβούλευσης με το συμβούλιο, τους σχετικούς διαπιστευμένους ερευνητές που αναφέρονται στο άρθρο 40 και το κοινό, να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη δομή, την οργάνωση και τις λειτουργίες των αποθετηρίων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

Άρθρο 40

Πρόσβαση και έλεγχος δεδομένων

1.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης παρέχουν στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης ή στην Επιτροπή, μετά από αιτιολογημένο αίτημά τους και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, που ορίζεται στο εν λόγω αίτημα, πρόσβαση σε δεδομένα τα οποία είναι αναγκαία για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών και η Επιτροπή χρησιμοποιούν τα δεδομένα στα οποία αποκτούν πρόσβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1, αποκλειστικά για τον σκοπό παρακολούθησης και αξιολόγησης της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, λαμβάνουν δε δεόντως υπόψη τους τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των παρόχων πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης και των αποδεκτών της οικείας υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της προστασίας των εμπιστευτικών πληροφοριών, και ιδίως των εμπορικών απορρήτων, διατηρώντας παράλληλα την ασφάλεια της υπηρεσίας τους.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, κατόπιν αιτήματος είτε από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης είτε από την Επιτροπή, εξηγούν τον σχεδιασμό, τη λογική, τη λειτουργία και τη δοκιμή των αλγοριθμικών συστημάτων τους, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων συστάσεών τους.

4.   Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης παρέχουν, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος όπως ορίζεται στο αίτημα, πρόσβαση σε δεδομένα σε διαπιστευμένους ερευνητές οι οποίοι πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου, με μοναδικό σκοπό τη διεξαγωγή έρευνας που συμβάλλει στην ανίχνευση, τον εντοπισμό και την κατανόηση συστημικών κινδύνων στην Ένωση, όπως ορίζονται δυνάμει του άρθρου 34 παράγραφος 1, και στην αξιολόγηση της καταλληλότητας, της αποτελεσματικότητας και των επιπτώσεων των μέτρων περιορισμού των κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 35.

5.   Εντός 15 ημερών από την παραλαβή αιτήματος στο οποίο αναφέρεται η παράγραφος 4, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης μπορούν να ζητήσουν από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης να τροποποιήσει το αίτημα, εφόσον θεωρήσουν ότι δεν είναι σε θέση να χορηγήσουν πρόσβαση στα ζητούμενα δεδομένα για έναν από τους ακόλουθους δύο λόγους:

α)

δεν έχουν πρόσβαση στα δεδομένα·

β)

η παροχή πρόσβασης στα δεδομένα θα έχει ως αποτέλεσμα να υπάρξουν σημαντικά τρωτά σημεία για την ασφάλεια της υπηρεσίας τους ή για την προστασία εμπιστευτικών πληροφοριών, ιδίως εμπορικών απορρήτων.

6.   Τα αιτήματα τροποποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 5 περιέχουν προτάσεις για ένα ή περισσότερα εναλλακτικά μέσα παροχής πρόσβασης στα ζητούμενα δεδομένα ή σε άλλα δεδομένα, που είναι κατάλληλα και επαρκή για τους σκοπούς του αιτήματος.

Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης αποφασίζει επί του αιτήματος τροποποίησης εντός 15 ημερών και κοινοποιεί στον πάροχο της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης την απόφασή του και, κατά περίπτωση, το τροποποιημένο αίτημα και τη νέα προθεσμία συμμόρφωσης με το αίτημα.

7.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης διευκολύνουν και παρέχουν πρόσβαση σε δεδομένα σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 4 μέσω κατάλληλων διεπαφών που προσδιορίζονται στο αίτημα, συμπεριλαμβανομένων επιγραμμικών βάσεων δεδομένων ή διεπαφών προγραμματισμού εφαρμογών.

8.   Κατόπιν δεόντως τεκμηριωμένης αίτησης που υποβάλλεται από ερευνητές, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης χορηγεί σε αυτούς τους ερευνητές καθεστώς «διαπιστευμένου ερευνητή» για την ειδική έρευνα που αναφέρεται στην αίτηση και εκδίδει αιτιολογημένο αίτημα πρόσβασης σε δεδομένα προς πάροχο πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης σύμφωνα με την παράγραφο 4, στα οποία οι ερευνητές αποδεικνύουν ότι πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

συνδέονται με ερευνητικό οργανισμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/790·

β)

είναι ανεξάρτητοι από εμπορικά συμφέροντα·

γ)

η αίτηση τους αποκαλύπτει τη χρηματοδότηση της έρευνας·

δ)

είναι σε θέση να τηρούν τις ειδικές απαιτήσεις ασφάλειας και εμπιστευτικότητας των δεδομένων που αντιστοιχούν σε κάθε αίτημα και να προστατεύουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ενώ επίσης περιγράφουν στο αίτημά τους τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που εφαρμόζουν για τον σκοπό αυτό·

ε)

με την αίτησή τους τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα της πρόσβασής τους στα δεδομένα καθώς και τα χρονικά πλαίσια για τα οποία ζητούν πρόσβαση, για τους σκοπούς της έρευνάς τους, και η συμβολή των αναμενόμενων ερευνητικών αποτελεσμάτων στους σκοπούς που ορίζονται στην παράγραφο 4·

στ)

οι προγραμματισμένες ερευνητικές δραστηριότητες θα διεξάγονται για τους σκοπούς που ορίζονται στην παράγραφο 4·

ζ)

δεσμεύονται να δημοσιοποιήσουν τα ερευνητικά τους αποτελέσματα δωρεάν, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την ολοκλήρωση της έρευνας και λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των αποδεκτών της οικείας υπηρεσίας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679.

Μετά την παραλαβή της αίτησης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης ενημερώνει την Επιτροπή και το συμβούλιο.

9.   Οι ερευνητές μπορούν επίσης να υποβάλουν την αίτησή τους στον συντονιστή των ψηφιακών υπηρεσιών του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται οι ερευνητικός οργανισμός με τον οποίο συνδέονται. Μετά την παραλαβή της αίτησης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών διενεργεί αρχική αξιολόγηση του κατά πόσον οι αντίστοιχοι ερευνητές πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 8. Ο εν λόγω συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών στη συνέχεια αποστέλλει την αίτηση, μαζί με τα δικαιολογητικά έγγραφα που υπέβαλαν οι αντίστοιχοι ερευνητές και την αρχική αξιολόγηση, στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης. Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης αποφασίζει να απονείμει καθεστώς «διαπιστευμένου ερευνητή» χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Αρμόδιος να λάβει την τελική απόφαση για την απονομή του καθεστώτος «διαπιστευμένου ερευνητή», έχοντας λάβει δεόντως υπόψη την παρασχεθείσα αρχική αξιολόγηση, είναι ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 8.

10.   Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που χορήγησε το καθεστώς του διαπιστευμένου ερευνητή και εξέδωσε το αιτιολογημένο αίτημα πρόσβασης προς τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης υπέρ διαπιστευμένου ερευνητή, εκδίδει απόφαση για τον τερματισμό της πρόσβασης εάν διαπιστώσει, κατόπιν έρευνας είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει πληροφοριών που ελήφθησαν από τρίτα μέρη, ότι ο διαπιστευμένος ερευνητής δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 8 και ενημερώνει τον πάροχο της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης σχετικά με την απόφαση. Πριν από τον τερματισμό της πρόσβασης, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών παρέχει στον διαπιστευμένο ερευνητή τη δυνατότητα να σχολιάσει τα πορίσματα της έρευνάς του και την πρόθεσή του να άρει την πρόσβαση.

11.   Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης κοινοποιούν στο συμβούλιο τα ονόματα και τα στοιχεία επικοινωνίας των φυσικών προσώπων ή οντοτήτων στις οποίες έχουν χορηγήσει το καθεστώς του «διαπιστευμένου ερευνητή» σύμφωνα με την παράγραφο 8, καθώς και τον ερευνητικό σκοπό που θεμελιώνει το αίτημα, ή ενημερώνουν το συμβούλιο ότι έχουν άρει την πρόσβαση στα δεδομένα σύμφωνα με την παράγραφο 10.

12.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης παρέχουν πρόσβαση χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σε δεδομένα, συμπεριλαμβανομένων, όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό, δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, υπό την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα είναι δημοσίως προσβάσιμα στην επιγραμμική διεπαφή τους για ερευνητές, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με μη κερδοσκοπικούς φορείς, οργανισμούς και ενώσεις, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 8 στοιχεία β), γ), δ) και ε), και οι οποίοι χρησιμοποιούν τα δεδομένα αποκλειστικά για τη διεξαγωγή έρευνας που συμβάλλει στον εντοπισμό, την αναγνώριση και την κατανόηση συστημικών κινδύνων στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 1.

13.   Η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με το συμβούλιο, εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που συμπληρώνουν τον παρόντα κανονισμό με τον καθορισμό των τεχνικών προϋποθέσεων υπό τις οποίες οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης ανταλλάσσουν δεδομένα σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 4, καθώς και των σκοπών για τους οποίους μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα δεδομένα. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις ορίζουν τις ειδικές προϋποθέσεις βάσει των οποίων διεξάγεται αυτή η ανταλλαγή δεδομένων με ερευνητές σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679, καθώς και σχετικούς αντικειμενικούς δείκτες, τις διαδικασίες και, όπου υπάρχει ανάγκη, ανεξάρτητους συμβουλευτικούς μηχανισμούς για την υποστήριξη της ανταλλαγής δεδομένων, λαμβανομένων υπόψη των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των παρόχων πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης και των αποδεκτών της σχετικής υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των εμπιστευτικών πληροφοριών, και ιδίως των εμπορικών απορρήτων, και με παράλληλη διατήρηση της ασφάλειας της υπηρεσίας τους.

Άρθρο 41

Υπηρεσία συμμόρφωσης

1.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης συστήνουν υπηρεσία συμμόρφωσης η οποία είναι ανεξάρτητη από τις επιχειρησιακές υπηρεσίες τους και απαρτίζεται από έναν ή περισσότερους υπεύθυνους συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένου του προϊσταμένου της υπηρεσίας συμμόρφωσης. Η εν λόγω υπηρεσία συμμόρφωσης διαθέτει επαρκείς εξουσίες, κύρος και πόρους, καθώς και πρόσβαση στο διοικητικό όργανο του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης με σκοπό την παρακολούθηση της συμμόρφωσης του εν λόγω παρόχου με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Το διοικητικό όργανο του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης διασφαλίζει ότι οι υπεύθυνοι συμμόρφωσης διαθέτουν τα επαγγελματικά προσόντα, τις γνώσεις, την πείρα και την ικανότητα που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Το διοικητικό όργανο του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης διασφαλίζει ότι ο προϊστάμενος της υπηρεσίας συμμόρφωσης είναι ανεξάρτητο ανώτερο διοικητικό στέλεχος με διακριτή αρμοδιότητα στην υπηρεσία συμμόρφωσης.

Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας συμμόρφωσης λογοδοτεί απευθείας στο διοικητικό όργανο του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης και μπορεί να διατυπώνει ανησυχίες και να προειδοποιεί το διοικητικό όργανο όταν οι κίνδυνοι που αναφέρονται στο άρθρο 34 ή η μη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό θίγουν ή δύνανται να θίξουν τον οικείο πάροχο της μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του διοικητικού οργάνου στο πλαίσιο των εποπτικών και διευθυντικών του καθηκόντων.

Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας συμμόρφωσης μπορεί να παυθεί από τα καθήκοντά του μόνον κατόπιν προηγούμενης έγκρισης του διοικητικού οργάνου του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης.

3.   Οι υπεύθυνοι συμμόρφωσης έχουν τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

συνεργάζονται με τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης και την Επιτροπή για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού·

β)

διασφαλίζουν ότι όλοι οι κίνδυνοι στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 34 αναγνωρίζονται και αναφέρονται δεόντως και ότι έχουν ληφθεί εύλογα, αναλογικά και αποτελεσματικά μέτρα περιορισμού των κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 35·

γ)

οργανώνουν και επιβλέπουν τις δραστηριότητες του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης που αφορούν τον ανεξάρτητο έλεγχο βάσει του άρθρου 37·

δ)

ενημερώνουν και παρέχουν συμβουλές στη διοίκηση και τους υπαλλήλους του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης όσον αφορά τις σχετικές υποχρεώσεις στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού·

ε)

παρακολουθούν τη συμμόρφωση του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του παρόντος κανονισμού·

στ)

κατά περίπτωση, παρακολουθούν τη συμμόρφωση του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει σύμφωνα με τους κώδικες δεοντολογίας δυνάμει των άρθρων 45 και 46 ή με τα πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων δυνάμει του άρθρου 48.

4.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης κοινοποιούν το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπεύθυνου επικεφαλής συμμόρφωσης στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης και στην Επιτροπή.

5.   Το διοικητικό όργανο του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης καθορίζει τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης του παρόχου οι οποίες διασφαλίζουν την ανεξαρτησία της υπηρεσίας συμμόρφωσης, ενώ επίσης επιβλέπει και λογοδοτεί για την εφαρμογή των ρυθμίσεων διακυβέρνησης, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο διαχωρισμός των ευθυνών στο οργανωτικό πλαίσιο του παρόχου πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, η πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων, καθώς και η χρηστή διαχείριση των συστημικών κινδύνων που εντοπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 34.

6.   Το διοικητικό όργανο εγκρίνει και επανεξετάζει τακτικά, τουλάχιστον άπαξ ετησίως, τις στρατηγικές και τις πολιτικές για την ανάληψη, τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τον περιορισμό των κινδύνων που εντοπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 34 και στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί η πολύ μεγάλη επιγραμμική πλατφόρμα ή η πολύ μεγάλη επιγραμμική μηχανή αναζήτησης.

7.   Το διοικητικό όργανο αφιερώνει επαρκή χρόνο στην εξέταση των μέτρων που σχετίζονται με τη διαχείριση των κινδύνων. Συμμετέχει ενεργά στη λήψη αποφάσεων που σχετίζονται με τη διαχείριση κινδύνων και μεριμνά ώστε να διατίθενται επαρκείς πόροι για τη διαχείριση των κινδύνων που εντοπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 34.

Άρθρο 42

Υποχρεώσεις διαφάνειας κατά την υποβολή εκθέσεων

1.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης δημοσιεύουν τις εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 33 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο και στη συνέχεια τουλάχιστον κάθε έξι μήνες.

2.   Επιπλέον των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 15 και στο άρθρο 24 παράγραφος 1, οι εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου που δημοσιεύονται από παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών προσδιορίζουν:

α)

τους ανθρώπινους πόρους που διαθέτει ο πάροχος πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών για τον έλεγχο περιεχομένου όσον αφορά την υπηρεσία που προσφέρεται στην Ένωση, για κάθε κατά περίπτωση επίσημη γλώσσα των κρατών μελών, μεταξύ άλλων και για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 16 και 22, καθώς και για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 20·

β)

τα προσόντα και τη γλωσσική εμπειρογνωμοσύνη των προσώπων που εκτελούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α), καθώς και την κατάρτιση και την υποστήριξη που παρέχεται στο εν λόγω προσωπικό·

γ)

τους δείκτες ακρίβειας και τις σχετικές πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο ε), για κάθε επίσημη γλώσσα των κρατών μελών.

Οι εκθέσεις δημοσιεύονται σε τουλάχιστον μία από τις επίσημες γλώσσες των κρατών μελών.

3.   Επιπλέον των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 24 παράγραφος 2, οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης περιλαμβάνουν στις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πληροφορίες σχετικά με τους μέσους μηνιαίους αποδέκτες της υπηρεσίας για κάθε κράτος μέλος.

4.   Οι πάροχοι πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης διαβιβάζουν στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης και στην Επιτροπή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, και δημοσιοποιούν το αργότερο τρεις μήνες μετά την παραλαβή κάθε έκθεσης ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 4:

α)

έκθεση στην οποία παρατίθενται τα αποτελέσματα της εκτίμησης κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 34·

β)

τα συγκεκριμένα μέτρα περιορισμού τα οποία εφαρμόστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 1·

γ)

την έκθεση ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος 4·

δ)

την έκθεση εκτέλεσης του ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος 6·

ε)

όπου αρμόζει, πληροφορίες σχετικά με τις διαβουλεύσεις που διεξάγει ο πάροχος για την υποστήριξη των εκτιμήσεων κινδύνου και του σχεδιασμού των μέτρων περιορισμού του κινδύνου.

5.   Ο πάροχος πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης μπορεί να αφαιρέσει τις πληροφορίες αυτές από τις δημόσια διαθέσιμες εκθέσεις όταν κρίνει ότι η δημοσίευση πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 4 θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών του παρόχου αυτού ή των αποδεκτών της υπηρεσίας, να δημιουργήσει σημαντικά τρωτά σημεία για την ασφάλεια της υπηρεσίας της, να υπονομεύσει τη δημόσια ασφάλεια ή να έχει επιβλαβείς επιπτώσεις για τους αποδέκτες. Στην περίπτωση αυτή, ο πάροχος διαβιβάζει τις πλήρεις εκθέσεις στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης και στην Επιτροπή, συνοδευόμενες από αιτιολόγηση της αφαίρεσης των πληροφοριών από τις δημόσια διαθέσιμες εκθέσεις.

Άρθρο 43

Εποπτικό τέλος

1.   Η Επιτροπή επιβάλλει στους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης ετήσιο εποπτικό τέλος κατά τον ορισμό τους σύμφωνα με το άρθρο 33.

2.   Το συνολικό ποσό των ετήσιων εποπτικών τελών καλύπτει τις εκτιμώμενες δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται η Επιτροπή σε σχέση με τα εποπτικά της καθήκοντα δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ιδίως τις δαπάνες που σχετίζονται με τον ορισμό σύμφωνα με το άρθρο 33, τη δημιουργία, τη συντήρηση και τη λειτουργία της βάσης δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 5 και το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 85, τις παραπομπές δυνάμει του άρθρου 59, τη στήριξη του συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 62 και τα εποπτικά καθήκοντα σύμφωνα με το άρθρο 56 και το κεφάλαιο IV τμήμα 4.

3.   Στους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης επιβάλλεται ετήσιο εποπτικό τέλος για κάθε υπηρεσία για την οποία έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 33.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό του ποσού του ετήσιου εποπτικού τέλους για κάθε πάροχο πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης. Κατά την έκδοση των εν λόγω εκτελεστικών πράξεων, η Επιτροπή εφαρμόζει τη μεθοδολογία που ορίζεται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, και τηρεί τις αρχές που ορίζονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 88.

4.   Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 87, για τον καθορισμό της λεπτομερούς μεθοδολογίας και τις διαδικασίες για:

α)

τον προσδιορισμό των εκτιμώμενων δαπανών που αναφέρονται στην παράγραφο 2·

β)

τον προσδιορισμό των επιμέρους ετήσιων εποπτικών τελών που αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχεία β) και γ)·

γ)

τον προσδιορισμό του μέγιστου συνολικού ορίου που ορίζεται στην παράγραφο 5 στοιχείο γ)· και

δ)

τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την καταβολή πληρωμών.

Κατά την έκδοση των εν λόγω εκτελεστικών πράξεων, η Επιτροπή τηρεί τις αρχές που ορίζονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

5.   Η εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 3 και η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 τηρούν τις ακόλουθες αρχές:

α)

κατά την εκτίμηση του συνολικού ποσού του ετήσιου εποπτικού τέλους λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος·

β)

το ετήσιο εποπτικό τέλος είναι ανάλογο προς τον αριθμό των μέσων μηνιαίων ενεργών αποδεκτών στην Ένωση για κάθε πολύ μεγάλη επιγραμμική πλατφόρμα ή κάθε πολύ μεγάλη επιγραμμική μηχανή αναζήτησης που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 33·

γ)

το συνολικό ποσό του ετήσιου εποπτικού τέλους που επιβάλλεται σε συγκεκριμένο πάροχο πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης μηχανής αναζήτησης δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση το 0,05 % του παγκόσμιου ετήσιου καθαρού εισοδήματός του κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.

6.   Τα επιμέρους ετήσια εποπτικά τέλη που επιβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου συνιστούν εξωτερικά έσοδα για ειδικό προορισμό σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (41).

7.   Η Επιτροπή υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με το συνολικό ποσό των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν για την εκπλήρωση των καθηκόντων δυνάμει του παρόντος κανονισμού και το συνολικό ποσό των επιμέρους ετήσιων εποπτικών τελών που επιβλήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος.

ΤΜΉΜΑ 6

Αλλες διατάξεις που αφορούν τις υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας

Άρθρο 44

Πρότυπα

1.   Η Επιτροπή διαβουλεύεται με το συμβούλιο και στηρίζει και προωθεί την εκπόνηση και την εφαρμογή προαιρετικών προτύπων τα οποία καθορίζονται από αρμόδιους ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς τυποποίησης, τουλάχιστον όσον αφορά τα ακόλουθα:

α)

ηλεκτρονική υποβολή ειδοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 16·

β)

υποδείγματα, πρότυπα σχεδιασμού και διαδικασιών για την επικοινωνία με τους αποδέκτες της υπηρεσίας με φιλικό προς τον χρήστη τρόπο σχετικά με τους περιορισμούς που απορρέουν από τους όρους και τις προϋποθέσεις και τις αλλαγές σε αυτούς·

γ)

ηλεκτρονική υποβολή ειδοποιήσεων από αξιόπιστες πηγές επισήμανσης παράνομου περιεχομένου σύμφωνα με το άρθρο 22, μεταξύ άλλων, μέσω διεπαφών προγραμματισμού εφαρμογών·

δ)

ειδικές διεπαφές, συμπεριλαμβανομένων των διεπαφών προγραμματισμού εφαρμογών, με σκοπό να διευκολυνθεί η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 39 και 40·

ε)

έλεγχος των πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης σύμφωνα με το άρθρο 37·

στ)

διαλειτουργικότητα των αποθετηρίων διαφημίσεων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2·

ζ)

διαβίβαση δεδομένων μεταξύ ενδιαμέσων διαφημιστικών υπηρεσιών για τη στήριξη των υποχρεώσεων διαφάνειας σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ)·

η)

τεχνικά μέτρα που επιτρέπουν τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις σχετικά με τη διαφήμιση που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων σχετικά με ευδιάκριτες σημάνσεις για διαφημίσεις και εμπορικές ανακοινώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 26·

θ)

διεπαφές επιλογής και παρουσίαση πληροφοριών σχετικά με τις κύριες παραμέτρους των διαφόρων τύπων συστημάτων συστάσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 38·

ι)

πρότυπα για στοχευμένα μέτρα για την προστασία των ανηλίκων στο διαδίκτυο.

2.   Η Επιτροπή στηρίζει την επικαιροποίηση των προτύπων με βάση τις τεχνολογικές εξελίξεις και τη συμπεριφορά των αποδεκτών των εν λόγω υπηρεσιών. Οι σχετικές πληροφορίες σχετικά με την επικαιροποίηση των προτύπων είναι δωρεάν διαθέσιμες στο κοινό και εύκολα προσβάσιμες.

Άρθρο 45

Κώδικες δεοντολογίας

1.   Η Επιτροπή και το συμβούλιο ενθαρρύνουν και διευκολύνουν την εκπόνηση εθελοντικών κωδίκων δεοντολογίας σε επίπεδο Ένωσης με σκοπό να συμβάλουν στην ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των ειδικών προκλήσεων της αντιμετώπισης διαφόρων ειδών παράνομου περιεχομένου και συστημικών κινδύνων, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο ιδίως όσον αφορά τον ανταγωνισμό και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Όταν εμφανίζεται σημαντικός συστημικός κίνδυνος κατά την έννοια του άρθρου 34 παράγραφος 1, ο οποίος αφορά αρκετές πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες ή πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης, η Επιτροπή δύναται να καλεί τους οικείους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, και άλλους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών, πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, επιγραμμικών πλατφορμών και άλλων ενδιάμεσων υπηρεσιών, ανάλογα με την περίπτωση, καθώς και σχετικές αρμόδιες αρχές, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και άλλους σχετικούς συμφεροντούχους, να συμμετάσχουν στην εκπόνηση κωδίκων δεοντολογίας, για παράδειγμα, με τον καθορισμό δεσμεύσεων για τη λήψη ειδικών μέτρων περιορισμού των κινδύνων, καθώς και τη θέσπιση πλαισίου τακτικής υποβολής εκθέσεων σχετικά με μέτρα που λαμβάνονται και τα αποτελέσματά τους.

3.   Κατά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, η Επιτροπή και το συμβούλιο και, κατά περίπτωση, άλλοι φορείς έχουν ως στόχο να διασφαλίσουν ότι οι κώδικες δεοντολογίας ορίζουν σαφώς τους συγκεκριμένους στόχους τους, περιέχουν βασικούς δείκτες επιδόσεων για τη μέτρηση της επίτευξης των στόχων αυτών και λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις ανάγκες και τα συμφέροντα όλων των ενδιαφερόμενων μερών, και ιδίως των πολιτών, σε επίπεδο Ένωσης. Η Επιτροπή και το συμβούλιο έχουν επίσης ως στόχο να διασφαλίσουν ότι οι συμμετέχοντες υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις στην Επιτροπή και στους αντίστοιχους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασής τους σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται και τα αποτελέσματά τους, όπως αυτά μετρώνται με βάση τους βασικούς δείκτες επιδόσεων που περιέχουν οι κώδικες δεοντολογίας. Οι βασικοί δείκτες επιδόσεων και οι δεσμεύσεις υποβολής εκθέσεων λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές ως προς το μέγεθος και την ικανότητα μεταξύ διαφόρων συμμετεχόντων.

4.   Η Επιτροπή και το συμβούλιο αξιολογούν κατά πόσον οι κώδικες δεοντολογίας πληρούν τους στόχους που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 3 και παρακολουθούν και αξιολογούν τακτικά την επίτευξη των στόχων τους, σε σχέση με τους βασικούς δείκτες επιδόσεων που μπορεί να περιέχουν. Δημοσιεύουν τα συμπεράσματά τους.

Η Επιτροπή και το συμβούλιο επίσης ενθαρρύνουν και διευκολύνουν την τακτική αναθεώρηση και προσαρμογή των κωδίκων δεοντολογίας.

Σε περίπτωση συστηματικής μη συμμόρφωσης με τους κώδικες δεοντολογίας, η Επιτροπή και το συμβούλιο μπορούν να καλέσουν τους υπογράφοντες τους κώδικες δεοντολογίας να λάβουν τα αναγκαία μέτρα.

Άρθρο 46

Κώδικες δεοντολογίας για την επιγραμμική διαφήμιση

1.   Η Επιτροπή ενθαρρύνει και διευκολύνει την εκπόνηση εθελοντικών κωδίκων δεοντολογίας σε επίπεδο Ένωσης από παρόχους επιγραμμικών πλατφορμών και άλλων σχετικών παρόχων υπηρεσιών, όπως οι πάροχοι ενδιάμεσων επιγραμμικών διαφημιστικών υπηρεσιών, άλλοι φορείς που συμμετέχουν στην αξιακή αλυσίδα της προγραμματικής διαφήμισης, ή οργανισμοί που εκπροσωπούν αποδέκτες της υπηρεσίας και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ή αρμόδιες αρχές, με σκοπό να συνεισφέρουν στην περαιτέρω διαφάνεια όσων συμμετέχουν στην αξιακή αλυσίδα της επιγραμμικής διαφήμισης πέραν των απαιτήσεων των άρθρων 26 και 39.

2.   Η Επιτροπή έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι με τους κώδικες δεοντολογίας επιδιώκεται η αποτελεσματική διαβίβαση πληροφοριών, με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων και των συμφερόντων όλων των εμπλεκόμενων μερών, καθώς και ένα ανταγωνιστικό, διαφανές και δίκαιο περιβάλλον στην επιγραμμική διαφήμιση, σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο, ιδίως σε σχέση με τον ανταγωνισμό και την προστασία της ιδιωτικότητας και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η Επιτροπή έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι οι κώδικες δεοντολογίας εξετάζουν τουλάχιστον τα εξής:

α)

τη διαβίβαση πληροφοριών που κατέχουν οι πάροχοι ενδιάμεσων επιγραμμικών διαφημιστικών υπηρεσιών σε αποδέκτες της υπηρεσίας όσον αφορά τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ)·

β)

τη διαβίβαση πληροφοριών που κατέχουν οι πάροχοι ενδιάμεσων επιγραμμικών διαφημιστικών υπηρεσιών στα αποθετήρια σύμφωνα με το άρθρο 39·

γ)

σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την οικονομική αξιοποίηση των δεδομένων.

3.   Η Επιτροπή ενθαρρύνει την εκπόνηση των κωδίκων δεοντολογίας έως 18 Φεβρουαρίου 2025 και την εφαρμογή τους έως τις 18 Αυγούστου 2025.

4.   Η Επιτροπή ενθαρρύνει όλους τους παράγοντες της αξιακής αλυσίδας της επιγραμμικής διαφήμισης σύμφωνα με την παράγραφο 1 να αποδεχθούν τις δεσμεύσεις που αναφέρονται στους κώδικες δεοντολογίας, και να συμμορφωθούν με αυτές.

Άρθρο 47

Κώδικες δεοντολογίας για την προσβασιμότητα

1.   Η Επιτροπή ενθαρρύνει και διευκολύνει την εκπόνηση κωδίκων δεοντολογίας σε επίπεδο Ένωσης με τη συμμετοχή παρόχων επιγραμμικών πλατφορμών και άλλων σχετικών παρόχων υπηρεσιών, οργανώσεων που εκπροσωπούν αποδέκτες της υπηρεσίας και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών ή σχετικών αρχών για την προώθηση της πλήρους και αποτελεσματικής ισότιμης συμμετοχής μέσω της βελτίωσης της πρόσβασης σε επιγραμμικές υπηρεσίες οι οποίες, μέσω του αρχικού σχεδιασμού τους ή της μεταγενέστερης προσαρμογής τους, αντιμετωπίζουν τις ιδιαίτερες ανάγκες των ατόμων με αναπηρία.

2.   Η Επιτροπή επιδιώκει να διασφαλίσει ότι με τους κώδικες δεοντολογίας επιδιώκεται η διασφάλιση της προσβασιμότητας των εν λόγω υπηρεσιών, σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο, προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η προβλεπόμενη χρήση τους από άτομα με αναπηρία. Η Επιτροπή επιδιώκει να διασφαλίσει ότι με τους κώδικες δεοντολογίας επιτυγχάνονται τουλάχιστον οι εξής στόχοι:

α)

ο σχεδιασμός και η προσαρμογή υπηρεσιών ώστε να καθίστανται προσβάσιμες σε άτομα με αναπηρία, καθιστώντας τις αντιληπτές, εύχρηστες, κατανοητές και αξιόπιστες·

β)

η επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο οι υπηρεσίες πληρούν τις ισχύουσες απαιτήσεις προσβασιμότητας και η διάθεση των πληροφοριών αυτών στο κοινό με προσβάσιμο τρόπο για άτομα με αναπηρία·

γ)

η διάθεση των πληροφοριών, των εντύπων και των μέτρων που παρέχονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό κατά τρόπον ώστε να είναι εύκολη η εύρεση και η κατανόησή τους και να είναι προσβάσιμα από άτομα με αναπηρία.

3.   Η Επιτροπή ενθαρρύνει την εκπόνηση των κωδίκων δεοντολογίας έως τις 18 Φεβρουαρίου 2025 και την εφαρμογή τους έως τις 18 Αυγούστου 2025.

Άρθρο 48

Πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων

1.   Το συμβούλιο δύναται να συστήσει στην Επιτροπή να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες για την εκπόνηση, σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4, εθελοντικών πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων για την αντιμετώπιση καταστάσεων κρίσης. Οι εν λόγω καταστάσεις κρίσης περιορίζονται αυστηρά σε έκτακτες περιστάσεις οι οποίες επηρεάζουν τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία.

2.   Η Επιτροπή ενθαρρύνει και διευκολύνει τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών, πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, και, κατά περίπτωση, τους παρόχους άλλων επιγραμμικών πλατφορμών ή άλλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, να συμμετάσχουν στην εκπόνηση, τη δοκιμή και την εφαρμογή των εν λόγω πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων. Η Επιτροπή στοχεύει να διασφαλίσει ότι τα εν λόγω πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:

α)

προβολή ευδιάκριτων πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση κρίσης οι οποίες παρέχονται από αρχές των κρατών μελών ή σε επίπεδο Ένωσης ή, ανάλογα με το πλαίσιο της κρίσης, από άλλους σχετικούς αξιόπιστους φορείς·

β)

διασφάλιση ότι ο πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών ορίζει συγκεκριμένο σημείο επαφής για τη διαχείριση κρίσεων· κατά περίπτωση, μπορεί να πρόκειται για ηλεκτρονικό σημείο επαφής που αναφέρεται στο άρθρο 11 ή, στην περίπτωση των παρόχων πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης, για τον υπεύθυνο συμμόρφωσης που αναφέρεται στο άρθρο 41·

γ)

κατά περίπτωση, προσαρμογή των πόρων που διατίθενται για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 16, 20, 22, 23 και 35 στις ανάγκες που δημιουργούνται από την κατάσταση κρίσης.

3.   Η Επιτροπή ζητεί τη συμμετοχή των, κατά περίπτωση, αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και μπορεί επίσης να ζητεί τη συμμετοχή οργάνων, οργανισμών και υπηρεσιών της Ένωσης στην εκπόνηση, τη δοκιμή και την εποπτεία της εφαρμογής των πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων. Η Επιτροπή μπορεί, όταν κρίνεται απαραίτητο και σκόπιμο, να ζητεί επίσης τη συμμετοχή οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών ή άλλων σχετικών οργανισμών στην εκπόνηση των πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων.

4.   Η Επιτροπή έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι τα πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων ορίζουν σαφώς όλα τα ακόλουθα:

α)

τις συγκεκριμένες παραμέτρους που καθορίζουν τι συνιστά την ειδική έκτακτη περίσταση την οποία επιδιώκει να αντιμετωπίσει το πρωτόκολλο διαχείρισης κρίσεων και τους επιδιωκόμενους στόχους·

β)

τον ρόλο κάθε συμμετέχοντος και τα μέτρα που πρέπει να εφαρμόζονται κατά την εκπόνηση και μετά την ενεργοποίηση του πρωτοκόλλου διαχείρισης κρίσεων·

γ)

σαφή διαδικασία για τον προσδιορισμό του χρόνου ενεργοποίησης του πρωτοκόλλου διαχείρισης κρίσεων·

δ)

σαφή διαδικασία για τον προσδιορισμό της περιόδου κατά την οποία πρέπει να ληφθούν τα προς λήψη μέτρα μόλις ενεργοποιηθεί το πρωτόκολλο διαχείρισης κρίσεων, η οποία περιορίζεται αυστηρά σε ό,τι είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση των οικείων ειδικών έκτακτων περιστάσεων·

ε)

διασφαλίσεις για την αντιμετώπιση τυχόν αρνητικών επιπτώσεων ως προς την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, ιδίως της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης και του δικαιώματος στην απαγόρευση των διακρίσεων·

στ)

διαδικασία για τη δημοσίευση έκθεσης σχετικά με τυχόν ληφθέντα μέτρα, τη διάρκεια και τα αποτελέσματά τους, μετά τον τερματισμό της κατάστασης κρίσης.

5.   Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι ένα πρωτόκολλο διαχείρισης κρίσεων δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά την κατάσταση κρίσης ή προκειμένου να διασφαλίσει την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 στοιχείο ε), ζητεί από τους συμμετέχοντες να αναθεωρήσουν το πρωτόκολλο διαχείρισης κρίσεων και να λάβουν πρόσθετα μέτρα.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ IV

ΕΦΑΡΜΟΓΉ, ΣΥΝΕΡΓΑΣΊΑ, ΚΥΡΏΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΒΟΛΉ

ΤΜΉΜΑ 1

Αρμόδιες αρχές και εθνικοί συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών

Άρθρο 49

Αρμόδιες αρχές και συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές ως υπεύθυνες για την επίβλεψη των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών και την επιβολή του παρόντος κανονισμού («αρμόδιες αρχές»).

2.   Τα κράτη μέλη ορίζουν μία από τις αρμόδιες αρχές ως τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών τους. Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών είναι υπεύθυνος για όλα τα ζητήματα που αφορούν την επίβλεψη και την επιβολή του παρόντος κανονισμού στο εν λόγω κράτος μέλος, εκτός εάν το οικείο κράτος μέλος έχει αναθέσει ορισμένα ειδικά καθήκοντα ή τομείς σε άλλες αρμόδιες αρχές. Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών είναι σε κάθε περίπτωση υπεύθυνος για τη διασφάλιση του συντονισμού σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά τα ζητήματα αυτά και για τη συμβολή στην αποτελεσματική και συνεπή επίβλεψη και επιβολή του παρόντος κανονισμού σε ολόκληρη την Ένωση.

Για τον σκοπό αυτόν, οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών συνεργάζονται μεταξύ τους, με άλλες εθνικές αρμόδιες αρχές, το συμβούλιο και την Επιτροπή, με την επιφύλαξη της δυνατότητας των κρατών μελών να προβλέπουν μηχανισμούς συνεργασίας και τακτικές ανταλλαγές απόψεων μεταξύ του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών και άλλων εθνικών αρχών, κατά περίπτωση, για την εκτέλεση των αντίστοιχων καθηκόντων τους.

Όταν ένα κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές επιπροσθέτως του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών, διασφαλίζει τον σαφή καθορισμό των αντίστοιχων καθηκόντων των εν λόγω αρχών και του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών, καθώς και τη στενή και αποτελεσματική συνεργασία τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

3.   Τα κράτη μέλη ορίζουν τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών έως τις 17 Φεβρουαρίου 2024.

Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν και κοινοποιούν στην Επιτροπή και το συμβούλιο την ονομασία της αρμόδιας αρχής τους που ορίζεται ως συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών και πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο επικοινωνίας με αυτήν. Το οικείο κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή και το συμβούλιο την ονομασία των άλλων αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 καθώς και τα αντίστοιχα καθήκοντά τους.

4.   Οι εφαρμοστέες διατάξεις για τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών, όπως ορίζονται στα άρθρα 50, 51 και 56, εφαρμόζονται επίσης σε κάθε άλλη αρμόδια αρχή που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 50

Απαιτήσεις για τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών τους εκτελούν τα καθήκοντά τους βάσει του παρόντος κανονισμού με αμερόληπτο, διαφανή και έγκαιρο τρόπο. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών τους να διαθέτουν όλους τους απαραίτητους πόρους για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, μεταξύ των οποίων επαρκείς τεχνικούς, χρηματοδοτικούς και ανθρώπινους πόρους για την επαρκή εποπτεία όλων των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους. Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών του διαθέτει επαρκή αυτονομία όσον αφορά τη διαχείριση του προϋπολογισμού του εντός των συνολικών ορίων του προϋπολογισμού, ώστε να μην επηρεάζεται αρνητικά η ανεξαρτησία του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών.

2.   Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και την άσκηση των εξουσιών τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών ενεργούν με απόλυτη ανεξαρτησία. Παραμένουν απαλλαγμένοι από οποιαδήποτε εξωτερική επιρροή, άμεση ή έμμεση, και δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν οδηγίες από οποιαδήποτε άλλη δημόσια αρχή ή από οποιονδήποτε ιδιωτικό φορέα.

3.   Η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου δεν θίγει τα καθήκοντα των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών στο πλαίσιο του συστήματος επίβλεψης και επιβολής που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό και τη συνεργασία με άλλες αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 2. Η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει την άσκηση δικαστικού ελέγχου και επίσης δεν θίγει τις αναλογικές απαιτήσεις λογοδοσίας όσον αφορά τις γενικές δραστηριότητες των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών, όπως οι οικονομικές δαπάνες ή η υποβολή εκθέσεων στα εθνικά κοινοβούλια, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω απαιτήσεις δεν υπονομεύουν την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 51

Εξουσίες των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών

1.   Όταν απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος κανονισμού, οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών διαθέτουν τις ακόλουθες εξουσίες έρευνας, όσον αφορά τη συμπεριφορά παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους τους:

α)

την εξουσία να ζητούν από αυτούς τους παρόχους, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που ενεργεί για σκοπούς που αφορούν τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές του δραστηριότητες, το οποίο μπορεί εύλογα να γνωρίζει πληροφορίες σχετικά με εικαζόμενη παράβαση του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών που διενεργούν τους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 37 και στο άρθρο 75 παράγραφος 2, να παράσχουν τις εν λόγω πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση·

β)

την εξουσία να διενεργούν ή να ζητούν από δικαστική αρχή του κράτους μέλους τους να διατάσσει τη διενέργεια επιθεωρήσεων οποιωνδήποτε εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούν οι εν λόγω πάροχοι ή τα εν λόγω πρόσωπα για σκοπούς που αφορούν τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές τους δραστηριότητες ή να ζητούν από άλλες δημόσιες αρχές τη διενέργειά τους, προκειμένου να εξετάσουν, να κατάσχουν, να λάβουν ή να αποκτήσουν αντίγραφα πληροφοριών σχετικών με εικαζόμενη παράβαση σε οποιαδήποτε μορφή, ανεξάρτητα από το μέσο αποθήκευσης·

γ)

την εξουσία να ζητούν από οποιοδήποτε μέλος του προσωπικού ή εκπρόσωπο των εν λόγω παρόχων ή των εν λόγω προσώπων να παράσχει εξηγήσεις όσον αφορά κάθε πληροφορία σχετική με εικαζόμενη παράβαση και να καταγράφουν τις απαντήσεις κατόπιν συγκατάθεσής τους με κάθε τεχνικό μέσο.

2.   Όταν απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών διαθέτουν τις ακόλουθες εξουσίες επιβολής, όσον αφορά τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους τους:

α)

την εξουσία να αποδέχονται τις δεσμεύσεις που παρέχουν οι εν λόγω πάροχοι σε σχέση με τη συμμόρφωσή τους με τον παρόντα κανονισμό και να καθιστούν τις δεσμεύσεις αυτές υποχρεωτικές·

β)

την εξουσία να διατάσσουν την παύση των παραβάσεων και να επιβάλλουν, κατά περίπτωση, διορθωτικά μέτρα αναλογικά με την παράβαση και αναγκαία για την παύση της παράβασης, ή να ζητούν από δικαστική αρχή του κράτους μέλους τους να διατάξει την παύση ή να επιβάλει τα σχετικά μέτρα·

γ)

την εξουσία να επιβάλλουν πρόστιμα, ή να ζητούν την επιβολή τους από δικαστική αρχή του κράτους μέλους τους, σύμφωνα με το άρθρο 52 λόγω μη συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε από τις εντολές έρευνας που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·

δ)

την εξουσία να επιβάλλουν περιοδική χρηματική ποινή ή να ζητούν την επιβολή της από δικαστική αρχή του κράτους μέλους τους, σύμφωνα με το άρθρο 52 για να διασφαλιστεί η παύση της παράβασης σε συμμόρφωση με εντολή που εκδίδεται σύμφωνα με το στοιχείο β) του παρόντος εδαφίου ή λόγω μη συμμόρφωσης με οποιαδήποτε από τις εντολές έρευνας που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·

ε)

την εξουσία να θεσπίζουν αναλογικά προσωρινά μέτρα ή να ζητούν από δικαστική αρχή του κράτους μέλους τους να το πράξει, για την αποφυγή κινδύνου σοβαρής βλάβης.

Όσον αφορά τα στοιχεία γ) και δ) του πρώτου εδαφίου, οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών έχουν επίσης τις εξουσίες επιβολής που ορίζονται στα στοιχεία αυτά σε σχέση με τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λόγω μη συμμόρφωσης με οποιαδήποτε από τις εντολές που εκδίδονται προς αυτά σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο. Ασκούν τις εν λόγω εξουσίες επιβολής μόνον αφού παράσχουν εγκαίρως στα εν λόγω άλλα πρόσωπα όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τις εντολές αυτές, συμπεριλαμβανομένων της τεθείσας προθεσμίας, των προστίμων ή των περιοδικών χρηματικών ποινών που ενδέχεται να επιβληθούν λόγω μη συμμόρφωσης και των δυνατοτήτων προσφυγής.

3.   Όταν απαιτείται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών, όσον αφορά τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους τους, όταν έχουν εξαντληθεί όλες οι άλλες εξουσίες σύμφωνα με το παρόν άρθρο για την παύση της παράβασης και η παράβαση δεν έχει αποκατασταθεί ή συνεχίζεται και προκαλεί σοβαρές επιβλαβείς συνέπειες οι οποίες δεν μπορούν να αποφευχθούν μέσω της άσκησης άλλων εξουσιών που είναι διαθέσιμες βάσει του ενωσιακού δικαίου ή του εθνικού δικαίου, διαθέτουν επίσης την εξουσία να λαμβάνουν τα ακόλουθα μέτρα:

α)

να ζητούν από το διοικητικό όργανο των εν λόγω παρόχων, χωρίς περιττή καθυστέρηση, να εξετάσει την κατάσταση, να εγκρίνει και να υποβάλει σχέδιο δράσης που να καθορίζει τα αναγκαία μέτρα για την παύση της παράβασης, να διασφαλίσει ότι ο πάροχος λαμβάνει τα μέτρα αυτά και να υποβάλει έκθεση σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί·

β)

όταν ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών θεωρεί ότι ένας πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών δεν συμμορφώνεται επαρκώς με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α), ότι η παράβαση δεν έχει αποκατασταθεί ή συνεχίζεται και προκαλεί σοβαρές επιβλαβείς συνέπειες και ότι η εν λόγω παράβαση συνεπάγεται ποινικό αδίκημα που συνιστά απειλή για τη ζωή ή την ασφάλεια ατόμων, να ζητά από την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους μέλους του να διατάξει τον προσωρινό περιορισμό της πρόσβασης των αποδεκτών της υπηρεσίας που αφορά η παράβαση ή, μόνον όταν αυτό δεν είναι τεχνικά εφικτό, της πρόσβασης στην επιγραμμική διεπαφή του παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών στην οποία πραγματοποιείται η παράβαση.

Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών, προτού υποβάλει το αίτημα που αναφέρεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, καλεί τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων τουλάχιστον, περιγράφοντας τα μέτρα που προτίθεται να ζητήσει και προσδιορίζοντας τον σκοπούμενο αποδέκτη ή αποδέκτες αυτών, εκτός εάν ενεργεί κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 82. Ο πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών, ο σκοπούμενος αποδέκτης ή αποδέκτες και κάθε άλλος τρίτος που διαθέτει αποδεδειγμένο έννομο συμφέρον έχει δικαίωμα να συμμετέχει στη διαδικασία ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής. Κάθε μέτρο που διατάσσεται είναι αναλογικό με τη φύση, τη βαρύτητα, την επανάληψη και τη διάρκεια της παράβασης, χωρίς να περιορίζει αδικαιολόγητα την πρόσβαση αποδεκτών της οικείας υπηρεσίας σε νόμιμες πληροφορίες.

Ο περιορισμός πρόσβασης ισχύει για περίοδο τεσσάρων εβδομάδων, με την επιφύλαξη της δυνατότητας της αρμόδιας δικαστικής αρχής να επιτρέψει, με την εντολή της, στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών να παρατείνει την εν λόγω περίοδο για περαιτέρω περιόδους ίδιας διάρκειας, με την επιφύλαξη μέγιστου αριθμού παρατάσεων τον οποίο ορίζει η εν λόγω δικαστική αρχή. Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών παρατείνει την περίοδο μόνον όταν θεωρεί ότι πληρούνται και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τα συμφέροντα όλων των μερών που θίγονται από τον εν λόγω περιορισμό και όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πληροφοριών που μπορεί να του παράσχει ο πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών, ο αποδέκτης ή οι αποδέκτες και κάθε άλλος τρίτος που διαθέτει αποδεδειγμένο έννομο συμφέρον:

α)

ο πάροχος των ενδιάμεσων υπηρεσιών δεν έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την παύση της παράβασης·

β)

ο προσωρινός περιορισμός δεν περιορίζει αδικαιολόγητα την πρόσβαση των αποδεκτών της υπηρεσίας σε νόμιμες πληροφορίες, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των αποδεκτών που θίγονται και κατά πόσον υπάρχουν επαρκείς και εύκολα προσβάσιμες εναλλακτικές.

Όταν ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο τρίτο εδάφιο στοιχεία α) και β), αλλά δεν μπορεί να παρατείνει περαιτέρω την περίοδο σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο, υποβάλλει στην αρμόδια δικαστική αρχή νέο αίτημα, όπως προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

4.   Οι εξουσίες που παρατίθενται στις παραγράφους 1, 2 και 3 δεν θίγουν το τμήμα 3.

5.   Τα μέτρα που λαμβάνονται από τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών κατά την άσκηση των εξουσιών τους που παρατίθενται στις παραγράφους 1, 2 και 3 είναι αποτελεσματικά, αποτρεπτικά και αναλογικά, λαμβανομένων ιδίως υπόψη της φύσης, της βαρύτητας, της επανάληψης και της διάρκειας της παράβασης ή της υποπτευόμενης παράβασης την οποία αφορούν τα μέτρα αυτά, καθώς και της οικονομικής, τεχνικής και επιχειρησιακής ικανότητας του παρόχου των οικείων ενδιάμεσων υπηρεσιών, ανάλογα με την περίπτωση.

6.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν ειδικούς όρους και διαδικασίες για την άσκηση των εξουσιών σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 και διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε άσκηση των εν λόγω εξουσιών υπόκειται σε επαρκείς διασφαλίσεις που ορίζονται στο εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο σε συμμόρφωση με τον Χάρτη και τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου. Ειδικότερα, τα μέτρα αυτά λαμβάνονται μόνο εάν είναι σύμφωνα με το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και των δικαιωμάτων υπεράσπισης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ακρόασης και πρόσβασης στον φάκελο, και με την επιφύλαξη του δικαιώματος αποτελεσματικής έννομης προστασίας όλων των θιγόμενων μερών.

Άρθρο 52

Κυρώσεις

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης του παρόντος κανονισμού από παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν την εφαρμογή τους σύμφωνα με το άρθρο 51.

2.   Οι κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τους εν λόγω κανόνες και τα εν λόγω μέτρα και την ενημερώνουν αμελλητί σχετικά με κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το μέγιστο ποσό προστίμου που μπορεί να επιβληθεί για μη συμμόρφωση με υποχρέωση που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό να ισοδυναμεί με το 6 % του ετήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών του οικείου παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το μέγιστο ποσό προστίμου που μπορεί να επιβληθεί για την παροχή ανακριβών, ελλιπών ή παραπλανητικών πληροφοριών, την παράλειψη απάντησης ή διόρθωσης ανακριβών, ελλιπών ή παραπλανητικών πληροφοριών και τη μη υποβολή σε επιθεώρηση να ισοδυναμεί με το 1 % του ετήσιου εισοδήματος ή παγκόσμιου κύκλου εργασιών του οικείου παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών ή του οικείου προσώπου κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.

4.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το μέγιστο ποσό περιοδικής χρηματικής ποινής να ισοδυναμεί με το 5 % του μέσου ημερήσιου παγκόσμιου κύκλου εργασιών ή εισοδήματος του οικείου παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος ανά ημέρα, υπολογιζόμενης από την ημερομηνία που ορίζεται στην οικεία απόφαση.

Άρθρο 53

Δικαίωμα υποβολής καταγγελίας

Οι αποδέκτες της υπηρεσίας και οποιοσδήποτε φορέας, οργανισμός ή ένωση που έχει εξουσιοδοτηθεί να ασκεί για λογαριασμό τους τα δικαιώματα που θεσπίζει ο παρών κανονισμός, έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν καταγγελία κατά παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών, με τον ισχυρισμό παράβασης του παρόντος κανονισμού στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ή είναι εγκατεστημένος ο αποδέκτης της υπηρεσίας. Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών αξιολογεί την καταγγελία και, κατά περίπτωση, τη διαβιβάζει στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης, συνοδευόμενη, όταν κρίνεται σκόπιμο, από σχετική γνωμοδότηση. Όταν η καταγγελία εμπίπτει στην αρμοδιότητα άλλης αρμόδιας αρχής στο κράτος μέλος του, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που λαμβάνει την καταγγελία τη διαβιβάζει στην εν λόγω αρχή. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, αμφότερα τα μέρη έχουν δικαίωμα ακρόασης και δικαίωμα λήψης των κατάλληλων πληροφοριών σχετικά με την πορεία της καταγγελίας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 54

Αποζημίωση

Οι αποδέκτες της υπηρεσίας έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν, σύμφωνα με την ενωσιακή και εθνική νομοθεσία, αποζημίωση από παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών, για κάθε ζημία ή απώλεια που υπέστησαν επειδή οι εν λόγω πάροχοι παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 55

Εκθέσεις δραστηριοτήτων

1.   Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών καταρτίζουν ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές τους βάσει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων του αριθμού των καταγγελιών που παραλήφθηκαν δυνάμει του άρθρου 53 και μιας επισκόπησης των επακόλουθων ενεργειών τους. Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών δημοσιεύουν τις ετήσιες εκθέσεις σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο, με την επιφύλαξη των κανόνων που εφαρμόζονται δυνάμει του άρθρου 84 όσον αφορά την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών, και τις κοινοποιούν στην Επιτροπή και στο συμβούλιο.

2.   Η ετήσια έκθεση περιλαμβάνει επίσης τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τον αριθμό και το αντικείμενο των εντολών ανάληψης δράσης κατά παράνομου περιεχομένου και των εντολών παροχής πληροφοριών που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10 από οποιαδήποτε εθνική δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους μέλους του οικείου συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών·

β)

την εφαρμογή των εντολών αυτών, όπως κοινοποιήθηκε στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10.

3.   Όταν ένα κράτος μέλος έχει ορίσει περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 49, διασφαλίζει ότι ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών συντάσσει ενιαία έκθεση η οποία καλύπτει τις δραστηριότητες όλων των αρμόδιων αρχών και ότι ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών λαμβάνει από τις άλλες αρμόδιες αρχές όλες τις σχετικές πληροφορίες και τη στήριξη που απαιτείται για τον σκοπό αυτόν.

ΤΜΉΜΑ 2

Αρμοδιότητες, συντονισμένη έρευνα και μηχανισμοί συνεκτικότητας

Άρθρο 56

Αρμοδιότητες

1.   Το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κύρια εγκατάσταση του παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών είναι αποκλειστικώς αρμόδιο για την εποπτεία και την επιβολή του παρόντος κανονισμού, με εξαίρεση τις εξουσίες που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 4.

2.   Η Επιτροπή είναι αποκλειστικώς αρμόδια για την επίβλεψη και την επιβολή του τμήματος 5 του κεφαλαίου ΙΙΙ.

3.   Η Επιτροπή είναι αρμόδια για την επίβλεψη και την επιβολή του παρόντος κανονισμού, εκτός αυτών που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ τμήμα 5, όσον αφορά τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης.

4.   Όταν η Επιτροπή δεν έχει κινήσει διαδικασία για την ίδια παράβαση, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η κύρια εγκατάσταση του παρόχου πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης είναι αρμόδιο για την επίβλεψη και την επιβολή των υποχρεώσεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού, εκτός αυτών που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ τμήμα 5, όσον αφορά τους εν λόγω παρόχους.

5.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή συνεργάζονται στενά κατά την επίβλεψη και την επιβολή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

6.   Όταν πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών δεν διαθέτει εγκατάσταση στην Ένωση, το κράτος μέλος στο οποίο διαμένει ή είναι εγκατεστημένος ο νόμιμος εκπρόσωπός του ή η Επιτροπή έχουν αρμοδιότητα, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 4 του παρόντος άρθρου, για την επίβλεψη και την επιβολή των σχετικών υποχρεώσεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

7.   Όταν ένας πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών δεν έχει ορίσει νόμιμο εκπρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 13, όλα τα κράτη μέλη και, στην περίπτωση των παρόχων πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα για την επίβλεψη και την επιβολή σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Στην περίπτωση που ένας συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών προτίθεται να ασκήσει την αρμοδιότητά του δυνάμει της παρούσας παραγράφου, ενημερώνει όλους τους άλλους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών και την Επιτροπή, και διασφαλίζει ότι τηρούνται οι εφαρμοστέες διασφαλίσεις που κατοχυρώνει ο Χάρτης, ιδίως για να αποφευχθεί η επιβολή πλειόνων κυρώσεων για την ίδια και αυτή συμπεριφορά, η οποία συνίσταται στην παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Στην περίπτωση που η Επιτροπή προτίθεται να ασκήσει την αρμοδιότητά της δυνάμει της παρούσας παραγράφου, ενημερώνει όλους τους άλλους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών για την εν λόγω πρόθεση. Κατόπιν της κοινοποίησης δυνάμει της παρούσας παραγράφου, τα άλλα κράτη μέλη δεν κινούν διαδικασίες για την ίδια παράβαση με εκείνη που αφορά η κοινοποίηση.

Άρθρο 57

Αμοιβαία συνδρομή

1.   Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών και η Επιτροπή συνεργάζονται στενά και παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού κατά τρόπο συνεπή και αποτελεσματικό. Η αμοιβαία συνδρομή περιλαμβάνει ειδικότερα την ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με το παρόν άρθρο καθώς και το καθήκον του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης να ενημερώνει όλους τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας προορισμού, το συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με την έναρξη έρευνας και την πρόθεση να λάβει τελική απόφαση, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησής του, όσον αφορά συγκεκριμένο πάροχο ενδιάμεσων υπηρεσιών.

2.   Για τους σκοπούς της έρευνας, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης μπορεί να ζητήσει από άλλους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών να παράσχουν συγκεκριμένες πληροφορίες που έχουν στην κατοχή τους όσον αφορά συγκεκριμένο πάροχο ενδιάμεσων υπηρεσιών ή να ασκήσουν τις εξουσίες έρευνας που διαθέτουν σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 1 όσον αφορά συγκεκριμένες πληροφορίες που εντοπίζονται στο κράτος μέλος τους. Κατά περίπτωση, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που λαμβάνει το αίτημα μπορεί να εξασφαλίζει τη συμμετοχή άλλων αρμόδιων αρχών ή άλλων δημόσιων αρχών του εν λόγω κράτους μέλους στη διαδικασία.

3.   Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που λαμβάνει το αίτημα σύμφωνα με την παράγραφο 2 συμμορφώνεται με το εν λόγω αίτημα και ενημερώνει τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης σχετικά με τα μέτρα που έλαβε, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο εντός δύο μηνών από την παραλαβή του αιτήματος, εκτός εάν:

α)

το εύρος ή το αντικείμενο του αιτήματος δεν είναι επαρκώς προσδιορισμένο, αιτιολογημένο ή αναλογικό υπό το πρίσμα των σκοπών της έρευνας· ή

β)

ούτε ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που λαμβάνει το αίτημα ούτε άλλη αρμόδια αρχή ή άλλη δημόσια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους έχουν στην κατοχή τους τις ζητούμενες πληροφορίες ούτε έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτές· ή

γ)

το αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί χωρίς να παραβιαστεί το ενωσιακό ή το εθνικό δίκαιο.

Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που λαμβάνει το αίτημα αιτιολογεί την άρνησή του υποβάλλοντας αιτιολογημένη απάντηση, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο.

Άρθρο 58

Διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών

1.   Πλην των περιπτώσεων στις οποίες η Επιτροπή έχει κινήσει έρευνα για την ίδια εικαζόμενη παράβαση, όταν ένας συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας προορισμού έχει λόγο να εικάζει ότι πάροχος ενδιάμεσης υπηρεσίας παραβίασε τον παρόντα κανονισμό κατά τρόπο που θίγει τους αποδέκτες της υπηρεσίας στο κράτος μέλος του εν λόγω συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών, δύναται να ζητήσει από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης να αξιολογήσει το ζήτημα και να λάβει τα αναγκαία μέτρα έρευνας και επιβολής για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Πλην των περιπτώσεων στις οποίες η Επιτροπή έχει κινήσει έρευνα για την ίδια εικαζόμενη παράβαση, και κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον τριών συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών χωρών προορισμού οι οποίοι έχουν λόγους να εικάζουν ότι συγκεκριμένος πάροχος ενδιάμεσων υπηρεσιών παραβίασε τον παρόντα κανονισμό κατά τρόπο που θίγει αποδέκτες της υπηρεσίας στα κράτη μέλη τους, το συμβούλιο μπορεί να ζητήσει από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης να αξιολογήσει το ζήτημα και να λάβει τα αναγκαία μέτρα έρευνας και επιβολής προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό.

3.   Το αίτημα δυνάμει της παραγράφου 1 ή 2 είναι δεόντως αιτιολογημένο και αναφέρει τουλάχιστον τα εξής:

α)

το σημείο επαφής του οικείου παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών όπως προβλέπεται στο άρθρο 11·

β)

περιγραφή των σχετικών γεγονότων, των σχετικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού και των λόγων για τους οποίους ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που έστειλε το αίτημα ή το συμβούλιο εικάζει ότι ο πάροχος παραβίασε τον παρόντα κανονισμό, περιλαμβανομένης της περιγραφής των αρνητικών επιπτώσεων της εικαζόμενης παράβασης·

γ)

κάθε άλλη πληροφορία την οποία θεωρεί συναφή ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που έστειλε το αίτημα ή το συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, πληροφοριών που συλλέγονται με δική του πρωτοβουλία ή προτάσεων για τη λήψη ειδικών μέτρων έρευνας ή επιβολής, συμπεριλαμβανομένων προσωρινών μέτρων.

4.   Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη το αίτημα ή τη σύσταση δυνάμει της παραγράφου 1 ή 2 του παρόντος άρθρου. Όταν θεωρεί ότι δεν διαθέτει επαρκείς πληροφορίες για να ανταποκριθεί στο αίτημα ή τη σύσταση και έχει λόγους να θεωρεί ότι ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που έστειλε το αίτημα ή το συμβούλιο θα μπορούσαν να παράσχουν πρόσθετες πληροφορίες, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης δύναται είτε να ζητήσει τις πληροφορίες αυτές σύμφωνα με το άρθρο 57 είτε, εναλλακτικά, να δρομολογήσει κοινή έρευνα βάσει του άρθρου 60 παράγραφος 1, εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή τουλάχιστον του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών που υπέβαλε το αίτημα. Η προθεσμία που ορίζεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου αναστέλλεται έως ότου παρασχεθούν οι εν λόγω πρόσθετες πληροφορίες ή έως ότου απορριφθεί η πρόσκληση συμμετοχής στην κοινή έρευνα.

5.   Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση το αργότερο δύο μήνες από την παραλαβή του αιτήματος δυνάμει της παραγράφου 1 ή 2, κοινοποιεί στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών που έστειλε το αίτημα, και στο συμβούλιο, την αξιολόγηση σχετικά με την εικαζόμενη παράβαση και επεξήγηση τυχόν μέτρων έρευνας ή επιβολής που έχουν ληφθεί ή προβλέπονται σε σχέση με την παράβαση με σκοπό να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 59

Παραπομπή στην Επιτροπή

1.   Ελλείψει κοινοποίησης εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 58 παράγραφος 5, σε περίπτωση διαφωνίας του συμβουλίου όσον αφορά την αξιολόγηση ή τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή προβλέπεται να ληφθούν σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 5, ή στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 60 παράγραφος 3, το συμβούλιο μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην Επιτροπή, παρέχοντας όλες τις σχετικές πληροφορίες. Οι πληροφορίες αυτές περιέχουν τουλάχιστον το αίτημα ή τη σύσταση που διαβιβάστηκε στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης, την αξιολόγηση του εν λόγω συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών, τους λόγους της διαφωνίας και τυχόν επιπλέον πληροφορίες που θεμελιώνουν την παραπομπή.

2.   Η Επιτροπή αξιολογεί το ζήτημα εντός δύο μηνών από την παραπομπή του σύμφωνα με την παράγραφο 1, κατόπιν διαβούλευσης με τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης.

3.   Εάν η Επιτροπή κρίνει, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ότι η αξιολόγηση ή τα μέτρα έρευνας ή επιβολής που έχουν ληφθεί ή προβλέπεται να ληφθούν σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 5 δεν επαρκούν για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής επιβολής ή δεν συνάδουν, κατ’ άλλον τρόπο, με τον παρόντα κανονισμό, κοινοποιεί τις απόψεις της στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης και στο συμβούλιο, και ζητεί από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης να επανεξετάσει το ζήτημα.

Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα έρευνας ή επιβολής για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις απόψεις και το αίτημα επανεξέτασης της Επιτροπής. Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης ενημερώνει την Επιτροπή καθώς και τον αιτούντα συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών ή το συμβούλιο που ενήργησε σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 ή 2, όσον αφορά τα μέτρα που ελήφθησαν, εντός δύο μηνών από το εν λόγω αίτημα επανεξέτασης.

Άρθρο 60

Κοινές έρευνες

1.   Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης μπορεί να κινεί και να διευθύνει κοινές έρευνες με τη συμμετοχή ενός ή περισσότερων άλλων οικείων συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών:

α)

με δική του πρωτοβουλία, για τη διερεύνηση εικαζόμενης παράβασης του παρόντος κανονισμού από συγκεκριμένο πάροχο ενδιάμεσων υπηρεσιών σε πολλά κράτη μέλη· ή

β)

κατόπιν σύστασης του συμβουλίου, την οποία διατυπώνει κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον τριών συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών, που ισχυρίζονται, βάσει εύλογης υποψίας, παράβαση συγκεκριμένου παρόχου ενδιάμεσων υπηρεσιών η οποία θίγει αποδέκτες της υπηρεσίας στα κράτη μέλη τους.

2.   Κάθε συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που αποδεικνύει έννομο συμφέρον δύναται να ζητήσει να συμμετάσχει στην κοινή έρευνα της παραγράφου 1. Η κοινή έρευνα ολοκληρώνεται εντός τριών μηνών από τη στιγμή της έναρξής της, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετική προθεσμία μεταξύ των συμμετεχόντων.

Ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης κοινοποιεί την προκαταρκτική του θέση σχετικά με την διισχυριζόμενη παράβαση το αργότερο έναν μήνα μετά τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο σε όλους τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών, στην Επιτροπή και στο συμβούλιο. Στην προκαταρκτική θέση συνεκτιμώνται οι απόψεις όλων των άλλων συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών που συμμετέχουν στην κοινή έρευνα. Κατά περίπτωση, στην εν λόγω προκαταρκτική θέση καθορίζονται επίσης τα προβλεπόμενα μέτρα επιβολής.

3.   Το συμβούλιο μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 59, όταν:

α)

ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης δεν έχει κοινοποιήσει την προκαταρκτική του θέση εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 2·

β)

το συμβούλιο διαφωνεί ουσιαστικά με την προκαταρκτική θέση που κοινοποιήθηκε από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης· ή

γ)

ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης δεν κίνησε αμέσως την κοινή έρευνα έπειτα από τη σύσταση του συμβουλίου σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β).

4.   Κατά τη διεξαγωγή της κοινής έρευνας, οι συμμετέχοντες συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών συνεργάζονται σε πνεύμα καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τις υποδείξεις του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης και τη σύσταση του συμβουλίου. Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών των χωρών προορισμού που συμμετέχουν στην κοινή έρευνα έχουν το δικαίωμα, κατόπιν αιτήματος του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης ή έπειτα από διαβούλευση μαζί του, να ασκήσουν τις εξουσίες έρευνας που αναφέρονται στο άρθρο 51 παράγραφος 1 όσον αφορά τους παρόχους ενδιάμεσων υπηρεσιών τους οποίους αφορά η διισχυριζόμενη παράβαση, σε σχέση με τις πληροφορίες και τους χώρους που βρίσκονται στην επικράτεια της χώρας τους.

ΤΜΉΜΑ 3

Ευρωπαϊκό συμβούλιο ψηφιακών υπηρεσιών

Άρθρο 61

Ευρωπαϊκό συμβούλιο ψηφιακών υπηρεσιών

1.   Συγκροτείται ανεξάρτητη συμβουλευτική ομάδα συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών για την επίβλεψη παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών με την ονομασία «ευρωπαϊκό συμβούλιο ψηφιακών υπηρεσιών» («συμβούλιο»).

2.   Το συμβούλιο συμβουλεύει τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών και την Επιτροπή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό με σκοπό την επίτευξη των ακόλουθων στόχων:

α)

τη συμβολή στη συνεπή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και στην αποτελεσματική συνεργασία των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών και της Επιτροπής για θέματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό·

β)

το συντονισμό και την συμβολή στην κατάρτιση κατευθυντηρίων γραμμών και αναλύσεων για λογαριασμό της Επιτροπής, των Συντονιστών Ψηφιακών Υπηρεσιών και άλλων αρμοδίων αρχών όσον αφορά αναδυόμενα ζητήματα στην εσωτερική αγορά σχετικά με θέματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό·

γ)

τη βοήθεια των συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών και της Επιτροπής στην επίβλεψη πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών.

Άρθρο 62

Δομή του συμβουλίου

1.   Το συμβούλιο απαρτίζεται από τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών, οι οποίοι εκπροσωπούνται από υψηλόβαθμους υπαλλήλους. Η παράλειψη ενός ή περισσότερων κρατών μελών να ορίσουν συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών δεν εμποδίζει το συμβούλιο να εκτελεί τα καθήκοντά του βάσει του παρόντος κανονισμού. Όταν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, στο συμβούλιο δύνανται να συμμετέχουν άλλες αρμόδιες αρχές στις οποίες έχουν ανατεθεί συγκεκριμένες επιχειρησιακές αρμοδιότητες για την εφαρμογή και την επιβολή του παρόντος κανονισμού μαζί με τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών. Στις συνεδριάσεις μπορεί να προσκαλούνται άλλες εθνικές αρχές, όταν τις αφορούν τα ζητήματα που συζητούνται.

2.   Η προεδρία του συμβουλίου ασκείται από την Επιτροπή. Η Επιτροπή συγκαλεί τις συνεδριάσεις και καταρτίζει την ημερήσια διάταξη σύμφωνα με τα καθήκοντα του συμβουλίου δυνάμει του παρόντος κανονισμού και με βάση τον εσωτερικό κανονισμό του. Όταν ζητείται από το συμβούλιο να διατυπώσει σύσταση βάσει του παρόντος κανονισμού, το συμβούλιο καθιστά το αίτημα αυτό αμέσως διαθέσιμο στους άλλους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών μέσω του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών που θεσπίζεται με το άρθρο 85.

3.   Κάθε κράτος μέλος έχει μία ψήφο. Η Επιτροπή δεν έχει δικαιώματα ψήφου.

Το συμβούλιο εγκρίνει τις πράξεις του με απλή πλειοψηφία. Όσον αφορά την έκδοση της αναφερόμενης στο άρθρο 36 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο σύστασης προς την Επιτροπή, το συμβούλιο πραγματοποιεί ψηφοφορία εντός 48 ωρών από το αίτημα του προέδρου του συμβουλίου.

4.   Η Επιτροπή παρέχει διοικητική και αναλυτική υποστήριξη για τις δραστηριότητες του συμβουλίου σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

5.   Το συμβούλιο μπορεί να προσκαλεί στις συνεδριάσεις του εμπειρογνώμονες και παρατηρητές και μπορεί να συνεργάζεται με άλλα όργανα, οργανισμούς, υπηρεσίες και συμβουλευτικές ομάδες της Ένωσης, καθώς και με εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, κατά περίπτωση. Το συμβούλιο δημοσιεύει τα αποτελέσματα αυτής της συνεργασίας.

6.   Το συμβούλιο δύναται να διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη και δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα της εν λόγω διαβούλευσης.

7.   Το συμβούλιο θεσπίζει τον εσωτερικό του κανονισμό του, κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Επιτροπής.

Άρθρο 63

Καθήκοντα του συμβουλίου

1.   Όταν απαιτείται για την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 61 παράγραφος 2, το συμβούλιο ειδικότερα:

α)

στηρίζει τον συντονισμό των κοινών ερευνών·

β)

στηρίζει τις αρμόδιες αρχές κατά την ανάλυση των εκθέσεων και των αποτελεσμάτων των ελέγχων πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών ή πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης που πρέπει να κοινοποιούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

γ)

διατυπώνει γνώμες, συστάσεις ή συμβουλές προς τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την ελευθερία παροχής υπηρεσιών των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών·

δ)

συμβουλεύει την για τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 66 και εκδίδει γνώμες όσον αφορά πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες ή πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

ε)

στηρίζει και προωθεί την εκπόνηση και την εφαρμογή ευρωπαϊκών προτύπων, κατευθυντήριων γραμμών, εκθέσεων, υποδειγμάτων και κωδίκων δεοντολογίας σε συνεργασία με τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη, όπως προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, μεταξύ άλλων με την έκδοση γνωμοδοτήσεων ή συστάσεων για θέματα που σχετίζονται με το άρθρο 44, καθώς και τον προσδιορισμό αναδυόμενων ζητημάτων, σε σχέση με θέματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

2.   Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών και, κατά περίπτωση, άλλες αρμόδιες αρχές που δεν συμμορφώνονται με τις γνωμοδοτήσεις, τα αιτήματα ή τις συστάσεις που τους απευθύνονται και εκδίδονται από το συμβούλιο αιτιολογούν την επιλογή τους αυτή, συμπεριλαμβανομένης μιας εξήγησης σχετικά με τις έρευνες, τις ενέργειες και τα μέτρα που έχουν υλοποιήσει, κατά την υποβολή εκθέσεων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή κατά τη λήψη των σχετικών αποφάσεών τους, ανάλογα με την περίπτωση.

ΤΜΉΜΑ 4

Επίβλεψη, έρευνα, επιβολή και παρακολούθηση όσον αφορά τους παρόχους πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης

Άρθρο 64

Ανάπτυξη εμπειρογνωσίας και ικανοτήτων

1.   Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών και το συμβούλιο, αναπτύσσει ενωσιακή εμπειρογνωσία και ικανότητες, μεταξύ άλλων, όταν ενδείκνυται, μέσω της απόσπασης προσωπικού των κρατών μελών.

2.   Επιπλέον, η Επιτροπή, σε συνεργασία με τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών και το συμβούλιο, συντονίζει την αξιολόγηση συστημικών και αναδυόμενων ζητημάτων σε ολόκληρη την Ένωση σε σχέση με πολύ μεγάλες επιγραμμικές πλατφόρμες ή πολύ μεγάλες επιγραμμικές μηχανές αναζήτησης όσον αφορά θέματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

3.   Η Επιτροπή μπορεί να ζητεί από τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών, το συμβούλιο και άλλα όργανα, οργανισμούς και υπηρεσίες της Ένωσης που διαθέτουν σχετική εμπειρογνωσία να υποστηρίξουν την αξιολόγηση που αφορά συστημικά και αναδυόμενα ζητήματα σε ολόκληρη την Ένωση βάσει του παρόντος κανονισμού.

4.   Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή, ειδικότερα μέσω των αντίστοιχων συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών και άλλων αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση, μεταξύ άλλων καθιστώντας διαθέσιμη την εμπειρογνωσία και τις ικανότητές τους.

Άρθρο 65

Επιβολή των υποχρεώσεων των παρόχων πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης

1.   Προκειμένου να διερευνήσει τη συμμόρφωση των παρόχων πολύ μεγάλων επιγραμμικών πλατφορμών και πολύ μεγάλων επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή δύναται να ασκήσει τις ελεγκτικές εξουσίες που θεσπίζονται στο παρόν τμήμα ήδη πριν κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 66 παράγραφος 2. Δύναται να ασκήσει τις εν λόγω εξουσίες είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος που υποβάλλεται δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

2.   Σε περίπτωση που συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών έχει λόγο να υποψιάζεται ότι ένας πάροχος πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης παραβίασε τις διατάξεις του κεφαλαίου ΙΙΙ τμήμα 5 ή παραβίασε συστηματικά οποιαδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού κατά τρόπο που θίγει σοβαρά αποδέκτες της υπηρεσίας στο κράτος μέλος του, μπορεί, μέσω του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 85, να υποβάλει αίτημα στην Επιτροπή για την αξιολόγηση του ζητήματος.

3.   Το αίτημα που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 είναι δεόντως αιτιολογημένο και αναφέρει τουλάχιστον τα εξής:

α)

το σημείο επαφής του οικείου παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 11·

β)

περιγραφή των σχετικών γεγονότων, των σχετικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού και των λόγων για τους οποίους ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που έστειλε το αίτημα υποπτεύεται ότι ο οικείος πάροχος της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης παραβίασε τον παρόντα κανονισμό, περιλαμβανομένης περιγραφής των γεγονότων που καταδεικνύουν ότι η εικαζόμενη παράβαση έχει συστημικό χαρακτήρα·

γ)

κάθε άλλη πληροφορία την οποία θεωρεί συναφή ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών που έστειλε το αίτημα, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, πληροφοριών που συλλέγονται με δική του πρωτοβουλία.

Άρθρο 66

Κίνηση διαδικασίας από την Επιτροπή και συνεργασία στην έρευνα

1.   Η Επιτροπή μπορεί να κινήσει διαδικασία ενόψει της πιθανής έκδοσης αποφάσεων δυνάμει των άρθρων 73 και 74 όσον αφορά τη σχετική συμπεριφορά του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης για τον οποίο η Επιτροπή υποπτεύεται ότι έχει παραβιάσει κάποια από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Εάν η Επιτροπή αποφασίσει να κινήσει τη διαδικασία της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ενημερώνει σχετικά όλους τους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών και το συμβούλιο μέσω του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 85, καθώς και τον οικείο πάροχο της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης.

Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών διαβιβάζουν στην Επιτροπή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση αφότου ενημερωθούν ότι έχει κινηθεί διαδικασία, κάθε πληροφορία που έχουν στην κατοχή τους σχετικά με την επίμαχη παράβαση.

Η κίνηση της διαδικασίας δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου από την Επιτροπή απαλλάσσει τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών ή κάθε τυχόν αρμόδια αρχή, κατά περίπτωση, από τις αρμοδιότητες της εποπτείας και επιβολής που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό δυνάμει του άρθρου 56 παράγραφος 4.

3.   Κατά την άσκηση των ελεγκτικών εξουσιών που διαθέτει δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τη μεμονωμένη ή κοινή στήριξη των τυχόν συντονιστών ψηφιακών υπηρεσιών τους οποίους αφορά η εικαζόμενη παράβαση, συμπεριλαμβανομένου του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης. Οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών που λαμβάνουν τέτοιο αίτημα, καθώς και οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή της οποίας η συμμετοχή ζητείται από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών, συνεργάζονται καλόπιστα και εγκαίρως με την Επιτροπή και έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν τις ελεγκτικές εξουσίες που διαθέτουν σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 1 όσον αφορά τον πάροχο της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, σε σχέση με τις πληροφορίες, τα πρόσωπα και τους χώρους που βρίσκονται στην επικράτεια του κράτους μέλους τους και σύμφωνα με το σχετικό αίτημα.

4.   Η Επιτροπή παρέχει στον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών της χώρας εγκατάστασης και στο συμβούλιο όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν στην άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στα άρθρα 67 έως 72, καθώς και τα αναφερόμενα στο άρθρο 79 παράγραφος 1 προκαταρκτικά πορίσματά της. Το συμβούλιο υποβάλλει στην Επιτροπή τις απόψεις του σχετικά με τα εν λόγω προκαταρκτικά πορίσματα εντός προθεσμίας που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 2. Η Επιτροπή λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τις απόψεις του συμβουλίου κατά τη λήψη της απόφασής της.

Άρθρο 67

Αιτήματα παροχής πληροφοριών

1.   Προκειμένου να εκτελεί τα καθήκοντα που της ανατίθενται βάσει του παρόντος τμήματος, η Επιτροπή μπορεί, με απλό αίτημα ή με απόφαση, να ζητήσει από τον οικείο πάροχο της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, καθώς και από κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ενεργεί για σκοπούς που αφορούν τις εμπορικές, επιχειρηματικές, βιοτεχνικές ή επαγγελματικές του δραστηριότητες, το οποίο μπορεί εύλογα να γνωρίζει πληροφορίες σχετικές με την εικαζόμενη παράβαση, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών που διενεργούν τους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 37 και στο άρθρο 75 παράγραφος 2, να παράσχουν τις εν λόγω πληροφορίες εντός εύλογης προθεσμίας.

2.   Κατά την υποβολή απλού αιτήματος παροχής πληροφοριών προς τον οικείο πάροχο της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης ή άλλο πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή αναφέρει τη νομική βάση και τον σκοπό του αιτήματος, προσδιορίζει τις ζητούμενες πληροφορίες και καθορίζει την προθεσμία υποβολής των ζητούμενων πληροφοριών, καθώς και τα πρόστιμα που επισύρει η παροχή ανακριβών, ελλιπών ή παραπλανητικών πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 74.

3.   Όταν η Επιτροπή ζητά με απόφαση την υποβολή πληροφοριών από τον οικείο πάροχο της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης ή άλλο πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αναφέρει τη νομική βάση και τον σκοπό του αιτήματός της, προσδιορίζει τις ζητούμενες πληροφορίες και καθορίζει την προθεσμία υποβολής των ζητούμενων πληροφοριών. Επίσης μνημονεύονται τα πρόστιμα που προβλέπει το άρθρο 74 και μνημονεύονται ή επιβάλλονται οι περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπει το άρθρο 76. Στην απόφαση αναφέρεται επίσης το δικαίωμα να ζητηθεί έλεγχος της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.   Οι οικείοι πάροχοι της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης ή άλλο πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση των νομικών προσώπων ή των εταιρειών, ή στην περίπτωση που δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα, τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με την εκπροσώπησή τους βάσει του νόμου ή του καταστατικού τους, οφείλουν να παρέχουν τις πληροφορίες που ζητούνται για λογαριασμό του οικείου παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης ή άλλου προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Τις πληροφορίες είναι δυνατόν να παρέχουν δεόντως εξουσιοδοτημένοι δικηγόροι για λογαριασμό των πελατών τους. Οι τελευταίοι εξακολουθούν να ευθύνονται πλήρως για την παροχή ελλιπών, ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών.

5.   Κατ’ αίτηση της Επιτροπής, οι συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών και άλλες αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος τμήματος.

6.   Η Επιτροπή αποστέλλει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την αποστολή του απλού αιτήματος ή της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αντίγραφο του απλού αιτήματος ή της απόφασης στους συντονιστές ψηφιακών υπηρεσιών, μέσω του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρεται στο άρθρο 85.

Άρθρο 68

Εξουσία διεξαγωγής συνεντεύξεων και λήψης δηλώσεων

1.   Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος τμήματος, η Επιτροπή δύναται να καλεί σε συνέντευξη κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συναινεί προς αυτό για τον σκοπό της συλλογής πληροφοριών σχετικών με το αντικείμενο της εκάστοτε έρευνας, όσον αφορά την εικαζόμενη παράβαση. Η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να καταγράφει την εν λόγω συνέντευξη με κατάλληλα τεχνικά μέσα.

2.   Εάν η συνέντευξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 διεξάγεται σε εγκαταστάσεις άλλες από εκείνες της Επιτροπής, η Επιτροπή ενημερώνει τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πραγματοποιείται η συνέντευξη. Εάν το ζητήσει ο εν λόγω συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών, οι υπάλληλοί του μπορούν να επικουρούν τους υπαλλήλους και τα λοιπά συνοδεύοντα πρόσωπα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή να διεξαγάγουν τη συνέντευξη.

Άρθρο 69

Εξουσία διεξαγωγής επιθεωρήσεων

1.   Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται βάσει του παρόντος τμήματος, η Επιτροπή δύναται να διενεργεί όλες τις αναγκαίες επιθεωρήσεις στις εγκαταστάσεις του οικείου παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης ή άλλου προσώπου που αναφέρεται στο άρθρο 67 παράγραφος 1.

2.   Οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα πρόσωπα που έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή για τη διενέργεια επιθεώρησης, έχουν την εξουσία:

α)

να εισέρχονται σε χώρους, εκτάσεις γης και μεταφορικά μέσα του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, ή άλλου προσώπου ενδιαφέροντος·

β)

να ελέγχουν τα βιβλία και άλλα αρχεία που σχετίζονται με την παροχή της οικείας υπηρεσίας, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένα·

γ)

να πραγματοποιούν ή να αποκτούν υπό οποιαδήποτε μορφή αντίγραφα ή αποσπάσματα των εν λόγω βιβλίων ή άλλων αρχείων·

δ)

να ζητούν από τον πάροχο της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης ή από άλλο πρόσωπο ενδιαφέροντος να παράσχει πρόσβαση και εξηγήσεις σχετικά με την οργάνωση, τη λειτουργία, το σύστημα ΤΠ, τους αλγόριθμους, τον χειρισμό δεδομένων και τις επιχειρηματικές πρακτικές, και να καταγράφουν ή να καταχωρίζουν τις εξηγήσεις που παρέχονται·

ε)

να σφραγίζουν κάθε χώρο που χρησιμοποιείται για σκοπούς που σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική δραστηριότητα του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, ή άλλου προσώπου ενδιαφέροντος, καθώς και βιβλία ή άλλα αρχεία, για την περίοδο και στον βαθμό που απαιτείται για την επιθεώρηση·

στ)

να ζητούν από οποιονδήποτε εκπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού του παρόχου της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, ή άλλου προσώπου ενδιαφέροντος, εξηγήσεις σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, και να καταγράφουν τις απαντήσεις·

ζ)

να απευθύνουν ερωτήσεις σε κάθε τέτοιο εκπρόσωπο ή μέλος του προσωπικού σχετικά με το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, και να καταγράφουν τις απαντήσεις.

3.   Οι επιθεωρήσεις μπορούν να διενεργούνται με τη βοήθεια ελεγκτών ή εμπειρογνωμόνων που διορίζονται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 2, καθώς και με τη βοήθεια του συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών ή άλλων αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου διενεργείται η επιθεώρηση.

4.   Όταν η επίδειξη των απαιτούμενων βιβλίων ή άλλων αρχείων σχετικά με την παροχή της υπηρεσίας είναι ελλιπής ή όταν οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου είναι ανακριβείς, ελλιπείς ή παραπλανητικές, οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την Επιτροπή για τη διενέργεια επιθεώρησης ασκούν τις σχετικές εξουσίες επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθώς και τις κυρώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 74 και 76. Σε εύλογο χρόνο πριν από την επιθεώρηση, η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά, τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί η επιθεώρηση.

5.   Κατά τη διάρκεια των επιθεωρήσεων, οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την Επιτροπή, οι ελεγκτές και οι εμπειρογνώμονες που διορίζονται από την Επιτροπή, ο συντονιστής ψηφιακών υπηρεσιών ή οι άλλες αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου διενεργείται η επιθεώρηση, μπορούν να ζητήσουν από τον πάροχο της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης, ή από άλλο πρόσωπο ενδιαφέροντος, να παράσχει εξηγήσεις σχετικά με την οργάνωση, τη λειτουργία, το σύστημα ΤΠ, τους αλγόριθμους, τον χειρισμό δεδομένων και την επιχειρηματική συμπεριφορά του, και μπορούν να απευθύνουν ερωτήσεις στο βασικό προσωπικό του.

6.   Ο οικείος πάροχος της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης ή άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ενδιαφέροντος υποχρεούται να υποβληθεί σε επιθεώρηση την οποία έχει διατάξει με απόφασή της η Επιτροπή. Στην απόφαση προσδιορίζονται το αντικείμενο και ο σκοπός της επιθεώρησης, ορίζεται η ημερομηνία έναρξής της και μνημονεύονται οι κυρώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 74 και 76, καθώς και το δικαίωμα να ζητηθεί έλεγχος της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πριν λάβει την εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή διαβουλεύεται με τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί η επιθεώρηση.

7.   Οι υπάλληλοι και τα λοιπά πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται ή διορίζονται από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί η επιθεώρηση, επικουρούν ενεργά, κατόπιν αιτήματος του εν λόγω συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών ή της Επιτροπής, τους υπαλλήλους και τα λοιπά συνοδεύοντα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την Επιτροπή σε σχέση με την επιθεώρηση. Για τον σκοπό αυτό διαθέτουν τις εξουσίες που καθορίζονται στην παράγραφο 2.

8.   Εάν οι υπάλληλοι και τα λοιπά συνοδεύοντα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την Επιτροπή διαπιστώσουν ότι ο πάροχος της πολύ μεγάλης επιγραμμικής πλατφόρμας ή της πολύ μεγάλης επιγραμμικής μηχανής αναζήτησης ή άλλο πρόσωπο ενδιαφέροντος αντιτίθεται σε επιθεώρηση που έχει διαταχθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου πρόκειται να διενεργηθεί η επιθεώρηση, κατόπιν αιτήματος των εν λόγω υπαλλήλων ή λοιπών συνοδευόντων προσώπων και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους, τους παρέχει την αναγκαία συνδρομή, μεταξύ άλλων, όταν αυτό ενδείκνυται δυνάμει του εν λόγω εθνικού δικαίου, υπό μορφή μέτρων καταναγκασμού τα οποία λαμβάνονται από αρμόδια αρχή επιβολής του νόμου, ώστε να είναι σε θέση να διενεργήσουν την επιθεώρηση.

9.   Εάν για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 8 απαιτείται άδεια από εθνική δικαστική αρχή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, η εν λόγω άδεια ζητείται από τον συντονιστή ψηφιακών υπηρεσιών του εν λόγω κράτους μέλους κατόπιν αιτήματος των υπαλλήλων και λοιπών συνοδευόντων προσώπων που εξουσιοδοτούνται από την Επιτροπή. Η άδεια αυτή μπορεί επίσης να ζητείται ως προληπτικό μέτρο.

10.   Όταν ζητείται η ά