ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 12

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

58ό έτος
17 Ιανουαρίου 2015


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/35 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) ( 1 )

1

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις οι τίτλοι οποίων έχουν τυπωθεί με ημίμαυρα στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

17.1.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 12/1


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΌΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2015/35 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 10ης Οκτωβρίου 2014

για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΒΑΣΕΙ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (ΠΥΛΩΝΑΣ Ι), ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ (ΠΥΛΩΝΑΣ ΙΙ) ΚΑΙ ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ (ΠΥΛΩΝΑΣ ΙΙΙ) 20

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Γενικές διατάξεις 20

ΤΜΗΜΑ 1

Ορισμοί και γενικές αρχές 20

ΤΜΗΜΑ 2

Εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις 24

ΚΕΦΑΛΑIΟ II

Αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού 25

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Κανόνες σχετικά με τις τεχνικές προβλέψεις 29

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις 29

ΤΜΗΜΑ 2

Ποιότητα δεδομένων 31

ΤΜΗΜΑ 3

Μεθοδολογίες για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων 32

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

Παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων 32

ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Πληροφορίες στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των βέλτιστων εκτιμήσεων 34

ΕΝΟΤΗΤΑ 3

Προβλέψεις ταμειακών ροών για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης 35

ΕΝΟΤΗΤΑ 4

Περιθώριο κινδύνου 37

ΕΝΟΤΗΤΑ 5

Υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων συνολικά 39

ΕΝΟΤΗΤΑ 6

Ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού 39

ΤΜΗΜΑ 4

Κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου 40

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

Γενικές διατάξεις 40

ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Βασική καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου 41

ΕΝΟΤΗΤΑ 3

Προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας 42

ΕΝΟΤΗΤΑ 4

Προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης 43

ΤΜΗΜΑ 5

Κατηγορίες δραστηριοτήτων 44

ΤΜΗΜΑ 6

Αναλογικότητα και απλοποιήσεις 45

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Ίδια κεφάλαια 47

ΤΜΗΜΑ 1

Καθορισμός ιδίων κεφαλαίων 47

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

Έγκριση συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων από τις εποπτικές αρχές 47

ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Χειρισμός των συμμετοχών στα ίδια κεφάλαια 49

ΤΜΗΜΑ 2

Ταξινόμηση ίδιων κεφαλαίων 50

ΤΜΗΜΑ 3

Επιλεξιμότητα ιδίων κεφαλαίων 58

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

Κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης 58

ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Ποσοτικά όρια 59

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Τυποποιημένος μαθηματικός τύπος των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας 59

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις 59

ΕΝΟΤΗΤΑ 1

Υπολογισμοί βάσει σεναρίων 59

ΕΝΟΤΗΤΑ 2

Μέθοδος εξέτασης 60

ΕΝΟΤΗΤΑ 3

Περιφερειακές κυβερνήσεις και τοπικές αρχές 60

ΕΝΟΤΗΤΑ 4

Σημαντικός κίνδυνος βάσης 60

ΕΝΟΤΗΤΑ 5

Υπολογισμός των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας 61

ΕΝΟΤΗΤΑ 6

Αναλογικότητα και απλοποιήσεις 61

ΕΝΟΤΗΤΑ 7

Πεδίο εφαρμογής των ενοτήτων ασφαλιστικού κινδύνου 72

ΤΜΗΜΑ 2

Ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζημιών 72

ΤΜΗΜΑ 3

Ενότητα ασφαλιστικού κίνδυνου στον κλάδο ζημιών 87

ΤΜΗΜΑ 4

Ενότητα αναλαμβανομένου κίνδυνου ασφάλισης ασθένειας 91

ΤΜΗΜΑ 5

Ενότητα κινδύνου αγοράς 104

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 1

Συντελεστές συσχέτισης 104

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 2

Υποενότητα κινδύνου επιτοκίου 105

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 3

υποενότητα κινδύνου μετοχών 108

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 4

Υποενότητα κινδύνου τιμών ακινήτων 111

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 5

Υποενότητα κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων 111

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 6

Υποενότητα συγκεντρώσεων κινδύνου αγοράς 120

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 7

Υποενότητα συναλλαγματικού κινδύνου 123

ΤΜΗΜΑ 6

Ενότητα κινδύνου αθέτησης αντισυμβαλλομένου 124

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις 124

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 2

Πιστωτικά ανοίγματα τύπου 1 131

ΥΠΟΤΜΗΜΑ 3

Πιστωτικά ανοίγματα τύπου 2 133

ΤΜΗΜΑ 7

Ενότητα άυλων στοιχείων ενεργητικού 134

ΤΜΗΜΑ 8

Λειτουργικός κίνδυνος 134

ΤΜΗΜΑ 9

Προσαρμογή για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων και των αναβαλλόμενων φόρων 135

ΤΜΗΜΑ 10

Τεχνικές μείωσης του κινδύνου 136

ΤΜΗΜΑ 11

Κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης 141

ΤΜΗΜΑ 12

Ειδικές παράμετροι για κάθε επιχείρηση 142

ΤΜΗΜΑ 13

Διαδικασία επικαιροποίησης των παραμέντρων συσχέτισης 144

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας — πλήρη και μερικά εσωτερικά υποδείγματα 144

ΤΜΗΜΑ 1

Ορισμοί 144

ΤΜΗΜΑ 2

Δοκιμή χρήσης 145

ΤΜΗΜΑ 3

Στατιστικά πρότυπα ποιότητας 146

ΤΜΗΜΑ 4

Πρότυπα διαμόρφωσης 151

ΤΜΗΜΑ 5

Ενσωμάτωση μερικών εσωτερικών υποδειγμάτων 151

ΤΜΗΜΑ 6

Καταλογισμός των κερδών και ζημιών 152

ΤΜΗΜΑ 7

Πρότυπα επικύρωσης 152

ΤΜΗΜΑ 8

Πρότυπα τεκμηρίωσης 153

ΤΜΗΜΑ 9

Εξωτερικά υποδείγματα και δεδομένα 155

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

Ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις 155

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

Επενδύσεις σε θέσεις τιτλοποίησης 159

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

Σύστημα διακυβέρνησης 162

ΤΜΗΜΑ 1

Στοιχεία του συστήματος διακυβέρνησης 162

ΤΜΗΜΑ 2

Καθήκοντα 168

ΤΜΗΜΑ 3

Απαιτήσεις ικανότητας και ήθους 171

ΤΜΗΜΑ 4

Εξωτερική ανάθεση 171

ΤΜΗΜΑ 5

Πολιτική αποδοχών 173

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X

Πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση 174

ΤΜΗΜΑ 1

Συνθήκες για την επιβολή πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης 174

ΤΜΗΜΑ 2

Μεθοδολογίες για τον υπολογισμό των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων 175

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI

Παράταση της περιόδου ανάκαμψης 178

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XII

Δημοσιοποίηση 179

ΤΜΗΜΑ 1

Έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης: δομή και περιεχόμενα 179

ΤΜΗΜΑ 2

Έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης: μη δημοσιοποίηση πληροφοριών 185

ΤΜΗΜΑ 3

Έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης: προθεσμίες, μέσα δημοσιοποίησης και επικαιροποιήσεις 186

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIII

Τακτική εποπτική αναφορά 187

ΤΜΗΜΑ 1

Στοιχεία και περιεχόμενα 187

ΤΜΗΜΑ 2

Προθεσμίες και μέσα επικοινωνίας 193

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIV

Διαφάνεια και λογοδοσία των εποπτικών άρχων 194

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XV

Φορείς ειδικού σκοπού 195

ΤΜΗΜΑ 1

Αδειοδότηση 195

ΤΜΗΜΑ 2

Υποχρεωτικοί όροι σύμβασης 195

ΤΜΗΜΑ 3

Σύστημα διακυβέρνησης 196

ΤΜΗΜΑ 4

Εποπτική αναφορά 197

ΤΜΗΜΑ 5

Απαιτήσεις φερεγγυότητας 197

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΟΜΙΛΟΙ 199

ΚΕΦΑΛΑIΟ I

Υπολογισμός της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου 199

ΤΜΗΜΑ 1

Φερεγγυότητα του ομίλου: επιλογή της μεθόδου υπολογισμού και γενικές αρχές 199

ΤΜΗΜΑ 2

Φερεγγυότητα του ομίλου: μέθοδοι υπολογισμού 201

ΚΕΦΑΛΑIΟ II

Εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου 206

ΤΜΗΜΑ 1

Πλήρη και μερικά εσωτερικά υποδείγματα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό Μονό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου 206

ΤΜΗΜΑ 2

Χρήση εσωτερικού υποδείγματος ομίλου 208

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Εποπτεία φερεγγυότητας ομίλου για ομίλους με κεντρική διαχείριση κίνδυνου 210

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Συντονισμός της εποπτείας ομίλου 211

ΤΜΗΜΑ 1

Σώματα εποπτικών άρχων 211

ΤΜΗΜΑ 2

Ανταλλαγή πληροφοριών 213

ΤΜΗΜΑ 3

Εποπτεία υπο-ομίλου σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο 213

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Δημοσιοποίηση 214

ΤΜΗΜΑ 1

Έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης του ομίλου 214

ΤΜΗΜΑ 2

Ενιαία έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης 216

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Εποπτική αναφορά ομίλου 217

ΤΜΗΜΑ 1

Τακτική αναφορά 217

ΤΜΗΜΑ 2

Αναφορά σχετικά με τη συγκέντρωση κινδύνων και τις συναλλαγές εντός του ομίλου 219

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΙΣΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 220

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Επιχειρήσεις που ασκούν δραστηρίοτητες αντασφάλισης με έδρα σε τρίτη χωρά 220

ΚΕΦΑΛΑIΟ II

Συνδεδεμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών 223

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με μητρικές εταιρείες έκτος της ένωσης 224

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Τελικές διατάξεις 226

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2009/138/ΕΚ, και ιδίως το άρθρο 31 παράγραφος 4, το άρθρο 35 παράγραφος 9, το άρθρο 37 παράγραφοι 6 και 7, το άρθρο 50 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), το άρθρο 50 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), το άρθρο 50 παράγραφος 3, το άρθρο 56, το άρθρο 75 παράγραφοι 2 και 3, το άρθρο 86 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως θ), το άρθρο 86 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), το άρθρο 92 παράγραφοι 1 και 1α, το άρθρο 97 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 99 στοιχεία α) και β), το άρθρο 109α παράγραφος 5, το άρθρο 111 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως στ), το άρθρο 111 παράγραφος 1 στοιχεία ζ) έως ιζ), το άρθρο 114 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), το άρθρο 126, το άρθρο 127, το άρθρο 130, το άρθρο 135 παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ), το άρθρο 135 παράγραφος 3, το άρθρο 143 παράγραφος 1, το άρθρο 172 παράγραφος 1, το άρθρο 211 παράγραφος 2, το άρθρο 216 παράγραφος 7, το άρθρο 217 παράγραφος 3, το άρθρο 227 παράγραφος 3, το άρθρο 234, το άρθρο 241 στοιχεία α), β) και γ), το άρθρο 244 παράγραφος 4, το άρθρο 244 παράγραφος 5, το άρθρο 245 παράγραφοι 4 και 5, το άρθρο 248 παράγραφοι 7 και 8, το άρθρο 249 παράγραφος 3, το άρθρο 256 παράγραφος 4, το άρθρο 260 παράγραφος 2 και το άρθρο 308β παράγραφος 13,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Κατά την εφαρμογή των απαιτήσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων των δραστηριοτήτων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η επιβάρυνση και η πολυπλοκότητα που επωμίζονται οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να είναι ανάλογες με το προφίλ κινδύνου τους. Κατά την εφαρμογή των απαιτήσεων που παρατίθενται στον παρόντα κανονισμό, οι πληροφορίες θα πρέπει να θεωρούνται ουσιώδεις, εάν θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη λήψη αποφάσεων ή την κρίση των χρηστών στους οποίους απευθύνονται οι εν λόγω πληροφορίες.

(2)

Για να μειωθεί η υπέρμετρη εξάρτηση από εξωτερικές αξιολογήσεις, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν ως στόχο τη δική τους πιστωτική αξιολόγηση για όλα τα πιστωτικά ανοίγματά τους. Λόγω της αρχής της αναλογικότητας, ωστόσο, θα πρέπει να απαιτείται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να έχουν ίδιες αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας μόνο για τα μεγαλύτερα ή περισσότερο πολύπλοκα πιστωτικά ανοίγματα.

(3)

Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την ανάπτυξη εσωτερικών μοντέλων που καλύπτουν τον πιστωτικό κίνδυνο όταν τα ανοίγματά τους είναι σημαντικά σε απόλυτες τιμές και όταν έχουν ταυτόχρονα πολλούς σημαντικούς αντισυμβαλλομένους. Για τον σκοπό αυτό, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να εφαρμόζουν μια εναρμονισμένη προσέγγιση όσον αφορά τους ορισμούς των μεγάλων ανοιγμάτων σε απόλυτες τιμές και τον μεγάλο αριθμό σημαντικών αντισυμβαλλομένων.

(4)

Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος μεροληπτικών αξιολογήσεων του πιστωτικού κινδύνου από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν χρησιμοποιούν ένα εγκεκριμένο εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό του πιστωτικού κινδύνου βάσει των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, οι ίδιες αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας δεν θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις από εκείνες που προκύπτουν από εξωτερικές αξιολογήσεις.

(5)

Για την αποφυγή της υπερβολικής εξάρτησης από τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας όταν τα πιστωτικά ανοίγματα είναι σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η χρήση αξιολογήσεων για τους σκοπούς του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο θα μπορούσε να αντικατασταθεί από αναφορά στην κατάσταση φερεγγυότητας του αντισυμβαλλομένου (μέθοδος του δείκτη φερεγγυότητας). Μια τέτοια προσέγγιση θα απαιτούσε προσδιορισμό με βάση τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και τα επιλέξιμα ποσά ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας όπως καθορίζονται όταν η Φερεγγυότητα II είναι σε ισχύ. Η μέθοδος του δείκτη φερεγγυότητας θα πρέπει να περιορίζεται σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες δεν αξιολογούνται.

(6)

Για να διασφαλιστεί ότι τα πρότυπα αξιολόγησης για τους σκοπούς της άσκησης εποπτείας είναι συμβατά με τις διεθνείς εξελίξεις στον τομέα της λογιστικής, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να χρησιμοποιούν συμβατές με την αγορά μεθόδους αξιολόγησης που ορίζονται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, εκτός εάν η επιχείρηση υποχρεούται να χρησιμοποιεί μια συγκεκριμένη μέθοδο αποτίμησης σε σχέση με ένα στοιχείο ενεργητικού ή παθητικού, ή επιτρέπεται να χρησιμοποιεί μεθόδους βασιζόμενες στη μέθοδο αποτίμησης που χρησιμοποιεί για την κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων.

(7)

Η αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με τη χρήση συμβατών με την αγορά μεθόδων αξιολόγησης που ορίζονται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα, τα οποία υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, πρέπει να ακολουθούν μια ιεραρχία αποτίμησης με χρηματιστηριακές τιμές σε ενεργές αγορές για τα ίδια περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις που συνίσταται στη μέθοδο αποτίμησης σε περίπτωση αθέτησης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα στοιχεία ενεργητικού και οι υποχρεώσεις αποτιμώνται στο ποσό για το οποίο θα μπορούσαν να ανταλλαγούν σε περίπτωση μεταβίβασης ή διακανονισμού στοιχείων ενεργητικού ή σε περίπτωση υποχρεώσεων μεταξύ ενήμερων και πρόθυμων μερών που συναλλάσσονται με ίσους όρους. Η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται από τις επιχειρήσεις ανεξάρτητα από το αν οι διεθνείς ή άλλες μέθοδοι αποτίμησης ακολουθούν διαφορετική ιεράρχηση αποτίμησης.

(8)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να αναγνωρίζουν και να αποτιμούν την αξία των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων και υποχρεώσεων σε σχέση με όλα τα στοιχεία που αναγνωρίζονται για σκοπούς φερεγγυότητας ή στον φορολογικό ισολογισμό, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι λαμβάνονται υπόψη όλα τα ποσά που θα μπορούσαν να συνεπάγονται μελλοντικές ταμειακές ροές φόρου.

(9)

Η αποτίμηση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων πρέπει να περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις που αφορούν τις υφιστάμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Υποχρεώσεις που αφορούν μελλοντική επιχειρηματική δραστηριότητα δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στην αποτίμηση. Όταν οι συμβάσεις ασφάλισης και αντασφάλισης περιλαμβάνουν εναλλακτικές δυνατότητες του αντισυμβαλλομένου για σύναψη, ανανέωση, παράταση, αύξηση ή επανέναρξη της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής κάλυψης ή εναλλακτικές δυνατότητες της επιχείρησης να καταγγείλει τη σύμβαση ή να τροποποιήσει τα ασφάλιστρα ή τις παροχές, θα πρέπει να καθορίζεται όριο της σύμβασης για να προσδιορίζεται κατά πόσον η πρόσθετη κάλυψη που απορρέει από τις επιλογές αυτές θεωρείται υφιστάμενη ή μελλοντική επιχειρηματική δραστηριότητα.

(10)

Για να καθοριστεί η τιμή μεταβίβασης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων, η αποτίμηση των υποχρεώσεων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις μελλοντικές ταμειακές ροές που αφορούν τις δυνατότητες ανανέωσης των συμβάσεων, ανεξαρτήτως της αποδοτικότητάς τους, εκτός εάν η δυνατότητα ανανέωσης σημαίνει ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα είχε από οικονομική άποψη τα ίδια δικαιώματα στον καθορισμό των ασφαλίστρων ή των παροχών της ανανεωμένης σύμβασης με αυτά που ισχύουν για μια νέα σύμβαση.

(11)

Για να εξασφαλιστεί ότι η ανάλυση της οικονομικής κατάστασης της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν στρεβλώνεται, οι τεχνικές προβλέψεις ενός χαρτοφυλακίου ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων μπορεί να είναι αρνητικές. Ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων δεν θα πρέπει να υπόκειται σε μηδενικό επίπεδο.

(12)

Η αξία μεταβίβασης μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής υποχρέωσης μπορεί να είναι χαμηλότερη από τις αξίες εξαγοράς των σχετικών συμβάσεων. Ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε κατώτατα όρια αξίας εξαγοράς.

(13)

Για τους σκοπούς των τεχνικών προβλέψεων που αντιστοιχούν στην αξία μεταβίβασης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων, ο υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη μελλοντικές εξελίξεις, όπως οι δημογραφικές, νομικές, ιατρικές, τεχνολογικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές εξελίξεις, που θα έχουν επίπτωση στις ταμειακές εισροές και εκροές που απαιτούνται για τον διακανονισμό των υποχρεώσεων.

(14)

Για να επιτευχθεί η βέλτιστη εκτίμηση που αντιστοιχεί στον μέσο όρο των μελλοντικών ταμειακών ροών, σταθμισμένο βάσει πιθανοτήτων, όπως ορίζεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η προβολή των ταμειακών ροών που χρησιμοποιείται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης λαμβάνει υπόψη όλες τις αβεβαιότητες στις ταμειακές ροές.

(15)

Η επιλογή της μεθόδου υπολογισμού της βέλτιστης εκτίμησης θα πρέπει να είναι αναλογική προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Το φάσμα μεθόδων υπολογισμού της βέλτιστης εκτίμησης περιλαμβάνει προσομοίωση, προσδιοριστικές και αναλυτικές τεχνικές. Για ορισμένες συμβάσεις ασφάλισης ζωής, ιδίως όταν αυτές προσφέρουν έκτακτες παροχές ανάλογα με τις αποδόσεις των επενδύσεων ή περιλαμβάνουν χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και συμβατικά δικαιώματα, οι μέθοδοι προσομοίωσης μπορεί να οδηγήσουν σε ορθότερο υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.

(16)

Όταν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις περιλαμβάνουν χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και συμβατικά δικαιώματα, η παρούσα αξία των ταμειακών ροών που προέρχονται από τις συμβάσεις αυτές μπορεί να εξαρτηθεί τόσο από την αναμενόμενη έκβαση μελλοντικών γεγονότων και εξελίξεων όσο και από τον τρόπο με τον οποίο το πραγματικό αποτέλεσμα σε ορισμένα σενάρια θα μπορούσε να παρεκκλίνει από το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τέτοιου είδους εξαρτήσεις.

(17)

Ο ορισμός των μελλοντικών έκτακτων παροχών θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις παροχές που καταβάλλονται βάσει συμβάσεων ασφάλισης και αντασφάλισης επιπλέον των εγγυημένων παροχών και προκύπτουν από τη συμμετοχή του ασφαλισμένου στα κέρδη. Δεν θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη παροχές ασφαλιστικών προϊόντων συνδεόμενων με δείκτες ή προϊόντων που συνδυάζουν ασφάλεια ζωής με επενδύσεις.

(18)

Ο υπολογισμός του περιθωρίου κινδύνου θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι το συνολικό χαρτοφυλάκιο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων μεταφέρεται σε άλλη επιχείρηση ασφάλισης ή αντασφάλισης. Ειδικότερα, κατά τον υπολογισμό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διαφοροποίηση του συνολικού χαρτοφυλακίου.

(19)

Ο υπολογισμός του περιθωρίου κινδύνου θα πρέπει να βασίζεται σε προβολή της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας που λαμβάνει υπόψη τη μείωση του κινδύνου των αντασφαλιστικών συμβάσεων και τους φορείς ειδικού σκοπού. Δεν θα πρέπει να οριστούν χωριστοί υπολογισμοί του περιθωρίου κινδύνου με και χωρίς συνυπολογισμό των αντασφαλιστικών συμβάσεων και των φορέων ειδικού σκοπού.

(20)

Η προσαρμογή για τον πιστωτικό κίνδυνο στο βασικό επιτόκιο άνευ κινδύνου πρέπει να προέρχεται από τα επιτόκια της αγοράς που λαμβάνουν υπόψη τον πιστωτικό κίνδυνο ο οποίος αντικατοπτρίζεται στο κυμαινόμενο επιτόκιο των συμφωνιών ανταλλαγής επιτοκίων. Για τον σκοπό αυτό, για την εναρμόνιση του τρόπου καθορισμού της προσαρμογής με την πάγια πρακτική της αγοράς και σε συνθήκες αγοράς παρόμοιες με εκείνες κατά την ημερομηνία έκδοσης της οδηγίας 2014/51/ΕΕ, ιδίως για το ευρώ, τα επιτόκια της αγοράς θα πρέπει να αντιστοιχούν σε διατραπεζικά επιτόκια 3 μηνών.

(21)

Σε συνθήκες αγοράς ανάλογες με εκείνες που ίσχυαν την ημερομηνία έκδοσης της οδηγίας 2014/51/ΕΕ, κατά τον καθορισμό της τελευταίας ληκτότητας για την οποία οι αγορές ομολογιών δεν διαθέτουν βάθος, ρευστότητα και διαφάνεια, σύμφωνα με το άρθρο 77α της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η αγορά των ομολόγων σε ευρώ δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι διαθέτει βάθος και ρευστότητα, όταν ο συνολικός όγκος των ομολόγων με ληκτότητα μεγαλύτερη ή ίση με την τελευταία ληκτότητα είναι μικρότερος του 6 τοις εκατό του συνολικού όγκου των ομολόγων στην εν λόγω αγορά.

(22)

Όταν από τις στατιστικές αθετήσεων δεν μπορεί να συναχθεί κανένα αξιόπιστο πιστωτικό περιθώριο, όπως στην περίπτωση των ανοιγμάτων σε δημόσιο χρέος, το βασικό πιστωτικό περιθώριο για τον υπολογισμό της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης και της προσαρμογής επιτοκίου λόγω μεταβλητότητας πρέπει να είναι ίσο με το μέρος του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου που ορίζεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Όσον αφορά ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών, η κατηγορία περιουσιακών στοιχείων πρέπει να καλύπτει τη διαφορά μεταξύ κάθε κράτους μέλους.

(23)

Για τη διασφάλιση της διαφάνειας κατά τον προσδιορισμό του σχετικού επιτοκίου άνευ κινδύνου, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 29 της οδηγίας 2014/51/ΕΕ, η μεθοδολογία, οι παραδοχές και ο προσδιορισμός των δεδομένων που χρησιμοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (ΕΑΑΕΣ) για τον υπολογισμό της αναπροσαρμογής των επιτοκίων ανταλλαγής για τους πιστωτικούς κινδύνους, της προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας και του βασικού περιθωρίου για τον υπολογισμό της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης θα πρέπει να δημοσιεύονται από την ΕΑΑΕΣ στο πλαίσιο των τεχνικών πληροφοριών που πρέπει να δημοσιοποιούνται δυνάμει του άρθρου 77ε παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(24)

Η ομαδοποίηση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων σε τομείς επιχειρηματικής δραστηριότητας και ομοιογενείς ομάδες κινδύνου πρέπει να αντικατοπτρίζουν τη φύση των κινδύνων της υποχρέωσης. Η φύση των υποκείμενων κινδύνων μπορεί να δικαιολογεί την ομαδοποίηση η οποία διαφέρει από την κατανομή των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων σε δραστηριότητες ασφάλισης ζωής και ασφάλισης ζημιών, από δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών των κλάδων που ορίζονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, καθώς και από τους κλάδους ασφάλισης ζωής που ορίζονται στο παράρτημα II της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(25)

Ο προσδιορισμός του κατά πόσο μια μέθοδος υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων είναι ανάλογη με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων πρέπει να περιλαμβάνει αξιολόγηση του σφάλματος μοντέλου της μεθόδου. Αλλά η εκτίμηση αυτή δεν θα πρέπει να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να προσδιορίζουν το ακριβές μέγεθος του σφάλματος μοντέλου.

(26)

Για τους σκοπούς της αιτήσεως προς τις εποπτικές αρχές να εγκρίνουν τη χρήση της προσαρμογής επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης, που αναφέρεται στο άρθρο 77β παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, πρέπει να επιτρέπεται στις επιχειρήσεις να θεωρούν διάφορα επιλέξιμα ασφαλιστικά προϊόντα ως ένα χαρτοφυλάκιο, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι έγκρισης σε συνεχή βάση και δεν υπάρχουν νομικά εμπόδια για τις επιχειρήσεις με χωριστή οργάνωση και διαχείριση από το υπόλοιπο της δραστηριότητας της επιχείρησης στο ίδιο χαρτοφυλάκιο.

(27)

Η έγκριση συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που πρέπει να περιλαμβάνονται για την κάλυψη της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης θα πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση των σχετικών κριτηρίων από τις εποπτικές αρχές. Εντούτοις, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υποβάλλει αίτηση έγκρισης για στοιχείο συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων θα πρέπει να αποδείξει στις εποπτικές αρχές ότι πληρούνται τα κριτήρια αυτά και να παράσχει σε αυτές όλες τις πληροφορίες που οι εποπτικές αρχές μπορούν να απαιτήσουν για να διενεργήσουν την εν λόγω αξιολόγηση. Η αξιολόγηση της αίτησης για έγκριση συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων από τις εποπτικές αρχές θα πρέπει να πραγματοποιείται κατά περίπτωση.

(28)

Όσον αφορά μια αίτηση έγκρισης των συμπληρωματικών ίδιων κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 90 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ουσία και τη νομική ισχύ του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων για το οποίο ζητείται η έγκριση.

(29)

Τα ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 1 θα πρέπει να αποτελούνται από στοιχεία ιδίων κεφαλαίων υψηλής ποιότητας τα οποία απορροφούν εξ ολοκλήρου τις ζημίες, ώστε να επιτρέπουν τη συνέχιση της λειτουργίας μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(30)

Όταν οι οικονομικές συνέπειες μιας συναλλαγής ή μιας ομάδας συνδεδεμένων συναλλαγών είναι ισοδύναμες με την κατοχή από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση των δικών της μετοχών, η θετική διαφορά μεταξύ στοιχείων ενεργητικού και παθητικού θα πρέπει να μειωθεί, ώστε να αντικατοπτρίζει την ύπαρξη βάρους στο εν λόγω τμήμα των ιδίων κεφαλαίων.

(31)

Η αξιολόγηση του κατά πόσον ένα επιμέρους στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων είναι επαρκούς διάρκειας πρέπει να βασίζεται στην αρχική ληκτότητα του εν λόγω στοιχείου. Η μέση διάρκεια των συνολικών ιδίων κεφαλαίων μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη την εναπομένουσα ληκτότητα όλων των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων, δεν θα πρέπει να είναι σημαντικά χαμηλότερη από τη μέση διάρκεια των υποχρεώσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει επίσης να αξιολογούν κατά πόσο το συνολικό ποσό των ιδίων κεφαλαίων είναι επαρκούς διάρκειας κατά τη δική τους αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την αρχική όσο και την εναπομένουσα ληκτότητα όλων των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων και όλων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων.

(32)

Η αξιολόγηση της απορροφητικότητας ζημίας κατά την εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 93 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ δεν θα πρέπει να βασίζεται στη σύγκριση της θετικής διαφοράς μεταξύ στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που αποτιμώνται στη βάση της συνεχούς λειτουργίας της επιχείρησης με τη θετική διαφορά μεταξύ στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που αποτιμώνται βάσει της παραδοχής ότι έχουν κινηθεί διαδικασίες εκκαθάρισης όσον αφορά την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

(33)

Δεδομένου ότι τα μελλοντικά εισπρακτέα ασφάλιστρα για υφιστάμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, το ύψος της θετικής διαφοράς μεταξύ ενεργητικού και παθητικού που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο κατηγορίας 1 δεν θα πρέπει να προσαρμόζεται κατά τρόπο που να αποκλείει τα αναμενόμενα κέρδη από αυτά τα μελλοντικά ασφάλιστρα.

(34)

Στοιχεία ιδίων κεφαλαίων με χαρακτηριστικά που παρέχουν κίνητρα εξόφλησης, όπως οι συμβατικές αυξήσεις του πληρωτέου μερίσματος ή οι αυξήσεις του επιτοκίου τοκομεριδίου σε συνδυασμό με δικαίωμα αγοράς, πρέπει να περιορίζονται, ώστε να επιτρέπουν περιορισμούς ως προς την αποπληρωμή την εξόφληση σε περίπτωση παραβίασης των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και πρέπει να χαρακτηρίζονται μόνο ως κεφάλαιο της κατηγορίας 2 ή της κατηγορίας 3.

(35)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να διαχωρίζουν τη θετική διαφορά μεταξύ στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σε ποσά που αντιστοιχούν σε στοιχεία κεφαλαίου στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις τους και σε εξισωτικό αποθεματικό. Το εξισωτικό αποθεματικό μπορεί να είναι θετικό ή αρνητικό.

(36)

Ο πλήρης κατάλογος των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων θα πρέπει να ορίζεται για κάθε κατηγορία, συμπεριλαμβανομένης της κατηγορίας 3, κατά τρόπο ώστε να είναι σαφές στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για την ταξινόμηση ποιων στοιχείων θα πρέπει να υποβάλλουν αίτηση έγκρισης από τις εποπτικές αρχές.

(37)

Τα κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης είναι συμφωνίες βάσει των οποίων η διαχείριση ενός προσδιορισμένου συνόλου στοιχείων ενεργητικού και παθητικού ασκείται όπως εάν θα αποτελούσαν χωριστή επιχείρηση και δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνουν συμβατικές δραστηριότητες ασφαλιστικών προϊόντων συνδεόμενων με δείκτες, προϊόντων που συνδυάζουν ασφάλεια ζωής με επενδύσεις ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες. Η μειωμένη δυνατότητα μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων ενός κεφαλαίου κλειστής διάρθρωσης θα πρέπει να αποτυπώνεται στον υπολογισμό του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

(38)

Τόσο οι δραστηριότητες ασφάλισης ζωής και ασφάλισης ζημιών όσο και οι δραστηριότητες αντασφάλισης μπορεί να οδηγήσουν σε κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης. Η συμμετοχή στα κέρδη δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη κλειστή διάρθρωση κεφαλαίου και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως το καθοριστικό χαρακτηριστικό ενός κεφαλαίου κλειστής διάρθρωσης.

(39)

Τα κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης θα πρέπει να περιορίζονται στις ρυθμίσεις που μειώνουν την ικανότητα ορισμένων στοιχείων ιδίων κεφαλαίων να απορροφούν πλήρως τις ζημίες σε βάση συνεχούς λειτουργίας μιας επιχείρησης. Ρυθμίσεις που επηρεάζουν μόνο την απορρόφηση των ζημιών στην περίπτωση εκκαθάρισης δεν θα πρέπει να θεωρούνται κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης.

(40)

Για να αποφεύγεται ο διπλός υπολογισμός των ιδίων κεφαλαίων μεταξύ του ασφαλιστικού και τραπεζικού τομέα σε ατομικό επίπεδο, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να αφαιρούν από το ποσό των βασικών ιδίων κεφαλαίων κάθε συμμετοχή σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα που υπερβαίνει το 10 % των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 1 τα οποία δεν υπόκεινται σε κανένα περιορισμό. Οι συμμετοχές σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα που υπερβαίνουν αθροιστικά το ίδιο όριο θα πρέπει να αφαιρούνται εν μέρει σε αναλογική βάση. Η μείωση δεν είναι αναγκαία όταν οι συμμετοχές είναι στρατηγικής σημασίας και η μέθοδος 1 που ορίζεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2002/87/ΕΚ εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις αυτές για τον υπολογισμό της φερεγγυότητας σε επίπεδο ομίλου.

(41)

Το μεγαλύτερο μέρος του επιλέξιμου ποσού των ιδίων κεφαλαίων για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας θα πρέπει να αποτελείται από ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 1. Για να εξασφαλιστεί ότι η εφαρμογή των ορίων δεν δημιουργεί δυνητικές φιλοκυκλικές επιπτώσεις, τα όρια σχετικά με τα επιλέξιμα ποσά των στοιχείων κεφαλαίων της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3 πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο ώστε η απώλεια ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 1 να μην επιφέρει απώλεια συνολικών επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων υψηλότερη από την εν λόγω απώλεια. Ως εκ τούτου, τα όρια θα πρέπει να εφαρμόζονται στον βαθμό που οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις καλύπτονται με ίδια κεφάλαια. Τα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων που υπερβαίνουν τα όρια δεν πρέπει να συνυπολογίζονται ως επιλέξιμα ίδια κεφάλαια.

(42)

Κατά την κατάρτιση καταλόγων περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να τηρεί την απαίτηση ότι δεν υπάρχει διαφορά κινδύνου μεταξύ αυτών των πιστωτικών ανοιγμάτων και των ανοιγμάτων έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη δικαιοδοσία της οποίας υπάγονται λόγω των ειδικών εξουσιών άντλησης εσόδων αυτών των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών και λόγω της ύπαρξης ειδικών θεσμικών ρυθμίσεων που περιορίζουν τον κίνδυνο αθέτησης των υποχρεώσεών τους. Η εφαρμογή της εκτελεστικής πράξης που εκδίδεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 109α παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σε σχέση με αυτούς τους καταλόγους έχει ως αποτέλεσμα τα άμεσα ανοίγματα στις απαριθμούμενες περιφερειακές κυβερνήσεις και τοπικές αρχές να αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα στην κεντρική κυβέρνηση στη δικαιοδοσία της οποίας υπάγονται για τους σκοπούς του υπολογισμού της ενότητας κινδύνου της αγοράς και της ενότητας κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου.

(43)

Για να αποφεύγεται η παροχή των λανθασμένων κινήτρων για την αναδιάρθρωση μακροπρόθεσμων συμβάσεων σε βραχυπρόθεσμες ανανεώσιμες συμβάσεις, το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων για συμβάσεις ασφάλισης ζημιών και συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας του τύπου SLT που χρησιμοποιείται στον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο θα πρέπει να βασίζεται στην οικονομική ουσία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών συμβάσεων και όχι στη νομική μορφή τους. Το μέγεθος όγκου θα πρέπει, ως εκ τούτου, να λαμβάνει υπόψη τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα που περιλαμβάνονται εντός του συμβατικού ορίου υφιστάμενων συμβάσεων και συμβάσεων που θα συναφθούν κατά τους προσεχείς 12 μήνες.

(44)

Εφόσον τα αναμενόμενα κέρδη που περιλαμβάνονται σε μελλοντικά ασφάλιστρα υφιστάμενων συμβάσεων ασφάλισης ζημιών και συμβάσεων αντασφάλισης αναγνωρίζονται ως επιλέξιμα ίδια κεφάλαια των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, η ενότητα κινδύνου ανάληψης ασφαλιστικών υποχρεώσεων ζημιών θα πρέπει να να λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο ακυρώσεων σε σχέση με τις συμβάσεις ασφάλισης ζημιών και τις αντασφαλιστικές συμβάσεις.

(45)

Σε σχέση με τον κίνδυνο ασφαλίστρων, ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο ασφαλίστρων ασφάλισης ζημιών και ασθενείας και τον κίνδυνο αποθέματος θα πρέπει να βασίζεται στα μεγαλύτερα προηγούμενα και αναμενόμενα μελλοντικά δεδουλευμένα ασφάλιστρα, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η αβεβαιότητα ως προς τα ασφάλιστρα που θα εισπραχθούν στο μέλλον. Όταν, ωστόσο, μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μπορεί αξιόπιστα να εξασφαλίσει ότι τα ασφάλιστρα που θα εισπραχθούν στο μέλλον δεν θα υπερβαίνουν τα αναμενόμενα ασφάλιστρα, ο υπολογισμός θα πρέπει να βασίζεται μόνο στα αναμενόμενα δεδουλευμένα ασφάλιστρα.

(46)

Για να αντικατοπτρίζονται τα συνήθη χαρακτηριστικά των υποχρεώσεων ασφάλισης ζωής, η μοντελοποίηση του κινδύνου μαζικών ακυρώσεων στον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι ο κίνδυνος που σχετίζεται με τα διακαιώματα που μπορεί να ασκήσει μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία εκχωρεί μια αντασφαλιστική σύμβαση δεν είναι σημαντικός για την αποδέκτρια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

(47)

Για να αντικατοπτρίζεται το διαφορετικό προφίλ κινδύνου της ασφάλισης ασθενείας που ασκείται σε παρόμοια τεχνική βάση με εκείνη της ασφάλισης ζωής (ασφάλιση ασθενείας SLT) και άλλων δραστηριοτήτων ασφάλισης ασθενείας (ασφάλιση ασθενείας NSLT), η ενότητα κινδύνου ανάληψης ασφαλιστικών υποχρεώσεων ασθενείας θα πρέπει να περιλαμβάνει διάφορες υποενότητες για τους δύο αυτούς τύπους ασφάλισης.

(48)

Για να αντικατοπτρίζονται τα συνήθη χαρακτηριστικά των υποχρεώσεων ασφάλισης ζωής, η ανάπτυξη υποδειγμάτων των ενοτήτων αναλαμβανόμενου κινδύνου ασφάλισης ζωής και ασφάλισης ασθενείας SLT θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι ο κίνδυνος σε σχέση με την εξάρτηση των παροχών ασφάλισης και αντασφάλισης από τον πληθωρισμό δεν είναι ουσιώδης.

(49)

Οι υπολογισμοί βάσει σεναρίων των υποενοτήτων κινδύνου καταστροφής στον κλάδο ασφάλισης ζημιών και στον κλάδο ασφάλισης ασθενείας του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου θα πρέπει να βασίζονται στις προδιαγραφές ζημιών λόγω καταστροφής σε ακαθάριστη βάση, χωρίς να αφαιρούνται τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να προβλέπουν το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου των ειδικών αντασφαλιστικών συμβάσεων τους και των φορέων ειδικού σκοπού, κατά τον καθορισμό της μεταβολής των βασικών ιδίων κεφαλαίων που προκύπτουν από το σενάριο.

(50)

Για να αντικατοπτρίζονται τα συνήθη χαρακτηριστικά των υποχρεώσεων ασφάλισης ζημιών, η ανάπτυξη υποδειγμάτων της υποενότητας κινδύνου αστικής ευθύνης στον κλάδο ασφάλισης ζημιών του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι ο κίνδυνος συσσώρευσης μεγάλου αριθμού παρόμοιων απαιτήσεων που καλύπτονται από υποχρεώσεις ασφάλισης αστικής ευθύνης δεν είναι σημαντικός.

(51)

Για να αντικατοπτρίζονται τα συνήθη χαρακτηριστικά των υποχρεώσεων ασφάλισης ζημιών, η ανάπτυξη υποδειγμάτων κινδύνου μαζικών ατυχημάτων στον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι η έκθεση στον κίνδυνο μαζικών ατυχημάτων επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης που βρίσκονται σε τρίτες χώρες, εκτός από συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες, δεν είναι σημαντική για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και ασφαλιστικούς ομίλους που υπόκεινται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ. Θα πρέπει επίσης να βασίζεται στην παραδοχή ότι ο κίνδυνος μαζικού ατυχήματος όσον αφορά την ασφάλιση αποζημίωσης εργαζομένων δεν είναι σημαντικός.

(52)

Για να αντικατοπτρίζονται τα συνήθη χαρακτηριστικά των υποχρεώσεων ασφάλισης ζημιών, η ανάπτυξη υποδειγμάτων για τον κίνδυνο συγκέντρωσης ατυχημάτων στον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι ο κίνδυνος συγκέντρωσης ατυχημάτων όσον αφορά την ασφάλιση ιατρικών εξόδων και την ασφάλιση προστασίας εισοδήματος, πλην των ομαδικών συμβάσεων ασφάλισης, δεν είναι σημαντικός.

(53)

Για να αντικατοπτρίζονται τα εμπειρικά στοιχεία σχετικά με τις φυσικές καταστροφές στη βαθμονόμηση του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου, η ανάπτυξη υποδειγμάτων κινδύνου φυσικών καταστροφών θα πρέπει να βασίζεται σε επαρκώς ομοιογενείς γεωγραφικές ενότητες όσον αφορά τον κίνδυνο στον οποίο είναι εκτεθειμένες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τις εν λόγω γεωγραφικές ενότητες θα πρέπει να προσδιορίζονται κατά τρόπο που λαμβάνει υπόψη τον δείκτη των ετήσιων ζημιών και ασφαλισμένων ποσών για τις σχετικές κατηγορίες δραστηριοτήτων με τη χρήση ενός μέτρου δυνητικής ζημίας ή αξίας σε κίνδυνο (Value-at-Risk), με επίπεδο εμπιστοσύνης 99,5 %. Οι συντελεστές συσχέτισης μεταξύ των εν λόγω γεωγραφικών ενοτήτων πρέπει να επιλέγονται κατά τρόπον ώστε να αντανακλούν την εξάρτηση μεταξύ των σχετικών κινδύνων στις γεωγραφικές ενότητες, λαμβάνοντας υπόψη κάθε μη γραμμικότητα της εξάρτησης.

(54)

Για να ληφθεί υπόψη η πραγματική έκθεση της επιχείρησης σε κίνδυνο κατά τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης που ισχύει για τον κίνδυνο φυσικών καταστροφών στον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, το ασφαλιζόμενο ποσό θα πρέπει να καθορίζεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τα συμβατικά όρια αποζημίωσης για καταστροφικά γεγονότα.

(55)

Η ενότητα κινδύνου αγοράς του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι η ευαισθησία των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σε αλλαγές της μεταβλητότητας των παραμέτρων της αγοράς δεν είναι ουσιώδης.

(56)

Η βαθμονόμηση του κινδύνου επιτοκίου σε μεγαλύτερες ληκτότητες θα πρέπει να αποτυπώνει το ότι το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο προς το οποίο συγκλίνει η καμπύλη των επιτοκίων άνευ κινδύνου παραμένει σταθερό με την πάροδο του χρόνου και μεταβάλλεται μόνον εξαιτίας μεταβολών των μακροπρόθεσμων προσδοκιών.

(57)

Για τους σκοπούς του υπολογισμού του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να προσδιορίζουν ποιες συνδεδεμένες επιχειρήσεις τους έχουν στρατηγικό χαρακτήρα. Ο καθορισμός της υποενότητας κινδύνου μετοχών για τις επενδύσεις σε στρατηγικής φύσεως συνδεδεμένες επιχειρήσεις θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την πιθανή μείωση της μεταβλητότητας της αξίας τους που απορρέει από τον στρατηγικό τους χαρακτήρα και την επιρροή που ασκεί η συμμετέχουσα επιχείρηση στις εν λόγω συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

(58)

Η υπο-ενότητα του κινδύνου μετοχών βάσει της διάρκειας θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι η τυπική περίοδος κατοχής των επενδύσεων σε μετοχές που αναφέρεται στο άρθρο 304 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ είναι συνεπής με τη μέση διάρκεια των υποχρεώσεων κατ' εφαρμογήν του άρθρου 304 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(59)

Για να αποφύγει τις επιπτώσεις φιλοκυκλικότητας, η προθεσμία για τον μηχανισμό συμμετρικής προσαρμογής στην υποενότητα του κινδύνου μετοχών θα πρέπει να επιτυγχάνει ισορροπία μεταξύ της διατήρησης της ευαισθησίας στον κίνδυνο της εν λόγω υποενότητας και να αντικατοπτρίζει τον στόχο της συμμετρικής προσαρμογής.

(60)

Όταν εφαρμόζεται προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης κατά τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών υποχρεώσεων, ο υπολογισμός της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας στην υποενότητα του κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων πρέπει να λαμβάνει υπόψη την επίπτωση των μεταβολών των περιθωρίων των στοιχείων ενεργητικού στην προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης και, συνεπώς, στην αξία των τεχνικών προβλέψεων.

(61)

Εκτιμώντας ότι το προφίλ κινδύνου περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται σε τρίτες χώρες δεν διαφέρει σημαντικά από το προφίλ κινδύνου περιουσιακών στοιχείων στην Ένωση, η υποενότητα του κινδύνου των τιμών των ακινήτων του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου θα πρέπει να αντιμετωπίζει αυτά τα δύο είδη ανοιγμάτων με τον ίδιο τρόπο.

(62)

Δεδομένου ότι ο κίνδυνος συγκέντρωσης βασίζεται κυρίως στην έλλειψη διαφοροποίησης σε εκδότες τίτλων στους οποίους είναι εκτεθειμένες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η υποενότητα των συγκεντρώσεων κινδύνου αγοράς του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι η γεωγραφική ή τομεακή συγκέντρωση των στοιχείων ενεργητικού που κατέχει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν είναι σημαντική.

(63)

Η ενότητα κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι, για ανοίγματα που μπορεί να διαφοροποιούνται και όταν ο αντισυμβαλλόμενος είναι πιθανό να έχει αξιολογηθεί (ανοίγματα τύπου 1), οι ζημίες λόγω αθέτησης αντισυμβαλλομένων που δεν ανήκουν στον ίδιο όμιλο είναι ανεξάρτητες και οι ζημίες λόγω αθέτησης αντισυμβαλλομένων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο δεν είναι ανεξάρτητες.

(64)

Για να διασφαλιστεί ότι ο πιστωτικός κίνδυνος για όλους τους αντισυμβαλλομένους στον οποίο είναι εκτεθειμένες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνεται υπόψη στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που υπολογίζονται με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, όλα τα πιστωτικά ανοίγματα τα οποία δεν λαμβάνονται υπόψη ως ανοίγματα του τύπου 1 ούτε στην υποενότητα του κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου ούτε στην ενότητα κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην ενότητα κινδύνου αθέτησης αντισυμβαλλομένου ως πιστωτικά ανοίγματα του τύπου 2.

(65)

Η ενότητα του κινδύνου αθέτησης αντισυμβαλλομένου του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την οικονομική επίπτωση των συμβάσεων χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων σε περίπτωση αθέτησης του αντισυμβαλλομένου. Ειδικότερα, θα πρέπει να εξετάζεται αν υπάρχει ή όχι μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί το κατά πόσο, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του αντισυμβαλλομένου, ο προσδιορισμός του αναλογικού μεριδίου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στην πτωχευτική περιουσία του αντισυμβαλλομένου πέραν της εξασφάλισης λαμβάνει υπόψη ότι η επιχείρηση λαμβάνει την εξασφάλιση.

(66)

Σύμφωνα με την προσέγγιση που ορίζεται στο άρθρο 104 παράγραφοι 1, 3 και 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η βασική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας θα πρέπει να περιλαμβάνει μια πρόσθετη ενότητα κινδύνου για την αντιμετώπιση των ειδικών κινδύνων που απορρέουν από άυλα στοιχεία ενεργητικού, όπως αναγνωρίζονται και αποτιμώνται για τους σκοπούς της φερεγγυότητας, που δεν λαμβάνονται υπόψη αλλού στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας.

(67)

Η ενότητα λειτουργικού κινδύνου του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου καλύπτει τον κίνδυνο που οφείλεται σε ακατάλληλες ή ελλιπείς εσωτερικές διαδικασίες, προσωπικό ή συστήματα, ή σε εξωτερικά γεγονότα, σύμφωνα με υπολογισμό βάσει συντελεστών. Προς τούτο, οι τεχνικές προβλέψεις, τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών, και οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών θεωρούνται κατάλληλα μέτρα του όγκου για την κάλυψη του εν λόγω κινδύνου. Το τελευταίο μέτρο του όγκου αφορά μόνον τα ασφαλιστήρια ζωής, όπου τον κίνδυνο τον αναλαμβάνει ο αντισυμβαλλόμενος. Δεδομένου ότι οι δαπάνες εξαγορών εφαρμόζονται με ετερογενή τρόπο σε διάφορα επιχειρηματικά μοντέλα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι δαπάνες αυτές δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο του όγκου για το ποσό των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 μηνών. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον λειτουργικό κίνδυνο εξακολουθεί να πληροί το επίπεδο εμπιστοσύνης που καθορίζεται στο άρθρο 101 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η ενότητα λειτουργικού κινδύνου θα πρέπει να επανεξεταστεί στο πλαίσιο της επανεξέτασης από την Επιτροπή των μεθόδων, των παραδοχών και των τυποποιημένων παραμέτρων που χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 150. Η επανεξέταση αυτή θα πρέπει να αφορά, ιδίως, τα ασφαλιστήρια ζωής, όπου τον κίνδυνο τον αναλαμβάνει ο αντισυμβαλλόμενος.

(68)

Ο υπολογισμός της προσαρμογής για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων και των αναβαλλόμενων φόρων θα πρέπει να διασφαλίζει ότι δεν υπάρχει διπλός υπολογισμός του αποτελέσματος μείωσης του κινδύνου μέσω μελλοντικών έκτακτων παροχών ή των αναβαλλόμενων φόρων.

(69)

Οι μελλοντικές έκτακτες παροχές αποτελούν συνήθως χαρακτηριστικό των συμβάσεων ασφάλισης ζωής και ασφάλισης ασθενείας SLT. Ως εκ τούτου, η προσαρμογή για την ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου μέσω μελλοντικών έκτακτων παροχών σε σχέση με τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο ασφάλισης ζωής, ασφάλισης ασθενείας SLT, τον κίνδυνο καταστροφών στον κλάδο υγείας, τον κίνδυνο αγοράς και τον κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου. Για να περιοριστεί η πολυπλοκότητα του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου και η επιβάρυνση του υπολογισμού για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, η προσαρμογή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στους κινδύνους της ασφάλισης ζημιών και ασφάλισης ασθενείας NSLT. Επειδή οι ζημίες που οφείλονται σε ακατάλληλες ή ελλιπείς εσωτερικές διαδικασίες, προσωπικό ή συστήματα, ή σε εξωτερικά γεγονότα ενδέχεται να μην απορροφηθούν αποτελεσματικά από μελλοντικά έκτακτα οφέλη, η προσαρμογή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στον λειτουργικό κίνδυνο.

(70)

Η αναγνώριση των τεχνικών μείωσης του κινδύνου κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την οικονομική ουσία της χρησιμοποιούμενης τεχνικής και να περιορίζεται σε τεχνικές μείωσης του κινδύνου οι οποίες απομακρύνουν αποτελεσματικά τον κίνδυνο από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

(71)

Η αξιολόγηση του κατά πόσον έχει υπάρξει αποτελεσματική μεταβίβαση του κινδύνου πρέπει να εξετάζει όλες τις πτυχές της τεχνικής μείωσης του κινδύνου και τις ρυθμίσεις μεταξύ των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των αντισυμβαλλομένων τους. Σε περίπτωση που η αντασφάλιση παρέχει μείωση του κινδύνου, το γεγονός ότι η πιθανότητα σημαντικής μεταβολής είτε του ποσού είτε του χρονοδιαγράμματος των πληρωμών από τον αντασφαλιστή είναι απομακρυσμένη δεν πρέπει αφ' εαυτού να σημαίνει ότι ο αντασφαλιστής δεν έχει αναλάβει κίνδυνο.

(72)

Οι υπολογισμοί βάσει σεναρίων του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας βασίζονται στον αντίκτυπο των στιγμιαίων πιέσεων και οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις τεχνικές μείωσης του κινδύνου που βασίζονται στην ανάληψη μελλοντικής δράσης από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, όπως οι δυναμικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου ή μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης, κατά τη στιγμή που ασκείται η πίεση. Οι δυναμικές στρατηγικές αντιστάθμισης και οι ενέργειες διαχείρισης πρέπει να διαχωρίζονται από τις κυλιόμενες ρυθμίσεις αντιστάθμισης, όταν μια τεχνική μείωσης του κινδύνου είναι επί του παρόντος σε ισχύ και θα αντικατασταθεί κατά τη λήξη της με παρόμοια ρύθμιση, ανεξάρτητα από την κατάσταση φερεγγυότητας της επιχείρησης.

(73)

Για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να υπονομευθεί η αποτελεσματικότητα μιας τεχνικής μείωσης του κινδύνου από την ύπαρξη κινδύνου βάσης, ιδίως λόγω αναντιστοιχίας νομισμάτων, οι επιχειρήσεις πρέπει να αποτυπώνουν τον σημαντικό κίνδυνο βάσης κατά τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας. Όταν ο σημαντικός κίνδυνος βάσης δεν αντικατοπτρίζεται στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας, η τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου δεν θα πρέπει να αναγνωρίζεται.

(74)

Η ύπαρξη ρυθμίσεων συμμετοχής στα κέρδη, βάσει των οποίων τα κέρδη κατανέμονται στους ασφαλισμένους και στους δικαιούχους, θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται κατάλληλα στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

(75)

Όταν ο υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για μια ενότητα ή υποενότητα κινδύνου των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας βασίζεται στον αντίκτυπο των σεναρίων αμφίδρομης ροής για τα βασικά ίδια κεφάλαια, όπως στον κίνδυνο επιτοκίου, ο συναλλαγματικός κίνδυνος ή ο κίνδυνος ακύρωσης, η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να προσδιορίζει ποιο σενάριο επηρεάζει με τον πλέον αρνητικό τρόπο τα βασικά ίδια κεφάλαια της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στο σύνολό της. Ο προσδιορισμός αυτός θα πρέπει, κατά περίπτωση, να λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα της συμμετοχής στα κέρδη και την κατανομή των μελλοντικών έκτακτων παροχών στο επίπεδο του κεφαλαίου κλειστής διάρθρωσης. Το σενάριο που προσδιορίζεται με αυτόν τον τρόπο θα πρέπει να είναι το σχετικό σενάριο για τον υπολογισμό των θεωρητικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας για κάθε κεφάλαιο κλειστής διάρθρωσης.

(76)

Για να μπορέσει να προετοιμαστεί για μελλοντικές αναθεωρήσεις των παραμέτρων συσχέτισης βάσει κατάλληλων εμπειρικών στοιχείων, όπως οι μεταβολές των ποσοστών θνησιμότητας και των ποσοστών ακύρωσης για υποχρεώσεις ασφαλειών ζωής και οι συνδυασμένοι δείκτες ή οι δείκτες προβλέψεων εκκαθάρισης για ασφαλιστικές υποχρεώσεις στον κλάδο ζημιών, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να λαμβάνει κατάλληλα δεδομένα από τις εποπτικές αρχές. Οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να λάβουν αυτά τα στοιχεία από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ως μέρος των πληροφοριών που πρέπει να αναφέρονται στους επόπτες, δεδομένου ότι θα είναι αναγκαία για την άσκηση του ελέγχου και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να επιφέρουν πρόσθετες επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις.

(77)

Κατά την παροχή γνώμης σχετικά με την επικαιροποίηση των παραμέτρων συσχέτισης, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το κατά πόσον η εφαρμογή των επικαιροποιημένων παραμέτρων συσχέτισης από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα είχε ως αποτέλεσμα μια συνολική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας σύμφωνη με τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 101 της οδηγία 2009/138/ΕΚ, και εάν οι εξαρτήσεις μεταξύ κινδύνων είναι μη γραμμικές ή κατά πόσον υπάρχει έλλειψη διαφοροποίησης με βάση τα σενάρια ακραίων καταστάσεων, περίπτωση κατά την οποία η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να εξετάζει εναλλακτικά μέτρα εξάρτησης για τους σκοπούς του καθορισμού των ενημερώσεων των παραμέτρων συσχέτισης.

(78)

Είναι πιθανόν πολλά στοιχεία των εσωτερικών υποδειγμάτων να μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου, καθόσον βελτιώνονται οι γνώσεις σχετικά με τη υποδειγματοποίηση του κινδύνου, και οι εποπτικές αρχές οφείλουν συνεπώς να λαμβάνουν υπόψη τις υφιστάμενες πληροφορίες και την πρακτική κατά την αξιολόγηση του εσωτερικού υποδείγματος, ώστε να διασφαλιστεί ότι αυτό συμβαδίζει με τις πρόσφατες εξελίξεις.

(79)

Ένα εσωτερικό υπόδειγμα μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο σύστημα διακυβέρνησης μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, εφόσον είναι προσαρμοσμένο στη δραστηριότητα της επιχείρησης και κατανοητό από τα πρόσωπα τα οποία βασίζουν τις αποφάσεις στα αποτελέσματά του. Η δοκιμή χρήσης των εσωτερικών υποδειγμάτων θα πρέπει, συνεπώς, να διασφαλίζει ότι τα εγκεκριμένα εσωτερικά υποδείγματα ενδείκνυνται για τις δραστηριότητες της επιχείρησης και είναι κατανοητά από τα πρόσωπα που διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση.

(80)

Κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με βάση ένα εσωτερικό υπόδειγμα, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να χρησιμοποιούν το εσωτερικό υπόδειγμα στο σύστημα διαχείρισης του κινδύνου και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, κατά τρόπο που δημιουργεί κίνητρα για τη βελτίωση της ποιότητας του ίδιου του εσωτερικού υποδείγματος.

(81)

Η απαίτηση να χρησιμοποιείται ευρέως εσωτερικό υπόδειγμα και παίζει σημαντικό ρόλο στο σύστημα διακυβέρνησής τους που ορίζεται στο άρθρο 120 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ δεν θα πρέπει να σημαίνει ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να εμπιστεύονται ανεπιφύλακτα τα αποτελέσματα του εσωτερικού υποδείγματος. Οι επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αποφάσεις με βάση τα αποτελέσματα του εσωτερικού υποδείγματος χωρίς να ελέγχουν την καταλληλότητα του υποδείγματος. Θα πρέπει να γνωρίζουν τα όρια του εσωτερικού υποδείγματος και να τα λαμβάνουν υπόψη στις αποφάσεις τους.

(82)

Εφόσον δεν έχει καθοριστεί καμία συγκεκριμένη μέθοδος υπολογισμού της πρόβλεψης κατανομής πιθανότητας για τα εσωτερικά υποδείγματα, σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και τα εσωτερικά υποδείγματα πρέπει να είναι προσαρμοσμένα στις ειδικές δραστηριότητες της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης, τα εσωτερικά υποδείγματα μπορούν να διαφέρουν σημαντικά ως προς τη μεθοδολογία τους, τις πληροφορίες, τις παραδοχές και τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για το εσωτερικό υπόδειγμα και τις διαδικασίες επικύρωσης. Τα στατιστικά πρότυπα ποιότητας και η επικύρωση προτύπων θα πρέπει να βασίζονται σε αρχές και, ως εκ τούτου, να περιλαμβάνουν μόνον ειδικές ελάχιστες απαιτήσεις. Για τον ίδιο λόγο, τα πρότυπα τεκμηρίωσης δεν θα πρέπει να περιλαμβάνουν πλήρη κατάλογο εγγράφων, αλλά μόνο ελάχιστο κατάλογο των εγγράφων που θα πρέπει να υφίσταται για κάθε εσωτερικό υπόδειγμα. Η τεκμηρίωση των επιχειρήσεων θα πρέπει να περιλαμβάνει τυχόν συμπληρωματικές πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με τα πρότυπα τεκμηρίωσης που εφαρμόζονται στα εσωτερικά υποδείγματα.

(83)

Για να διασφαλιστεί ότι το εσωτερικό υπόδειγμα είναι ενημερωμένο και αντικατοπτρίζει το προφίλ κινδύνου τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να γνωρίζουν τις σχετικές αναλογιστικές εξελίξεις και την γενικά αποδεκτή πρακτική της αγοράς της ανάπτυξης υποδειγμάτων κινδύνου. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει πάντα να προσαρμόζουν το εσωτερικό τους υπόδειγμα στις γενικά αποδεκτές πρακτικές της αγοράς. Σε πολλές περιπτώσεις ενδέχεται να είναι είναι αναγκαία η παρέκκλιση από τη γενικά αποδεκτή πρακτική της αγοράς για τη δημιουργία κατάλληλου εσωτερικού υποδείγματος.

(84)

Τα εσωτερικά υποδείγματα είναι πιθανό να βασίζονται σε μεγάλο όγκο δεδομένων που προέρχονται από διάφορες πηγές και έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και ποιότητα. Για να διασφαλιστεί η καταλληλότητα των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για το εσωτερικό υπόδειγμα, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να συλλέγουν, να επεξεργάζονται και να εφαρμόζουν τα δεδομένα με διαφανή και δομημένο τρόπο.

(85)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζουν τη διάρθρωση του εσωτερικού υποδείγματος που αντικατοπτρίζει καλύτερα τους κινδύνους τους. Αυτό θα πρέπει να υπόκειται στην έγκριση της εποπτικής αρχής. Όσον αφορά τα μερικά εσωτερικά υποδείγματα, θα ήταν ενδεχομένως ορθότερος ο χωριστός υπολογισμός των διαφόρων συνιστωσών και η απευθείας ενσωμάτωσή τους στην τυποποιημένη μέθοδο, χωρίς περαιτέρω συγκέντρωση στο εσωτερικό υπόδειγμα. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να υπολογίζεται για κάθε συνιστώσα πρόβλεψη κατανομής πιθανότητας.

(86)

Κάθε τεχνική ενσωμάτωσης ενός μερικού εσωτερικού υποδείγματος στον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας είναι μέρος του εν λόγω εσωτερικού υποδείγματος και θα πρέπει, από κοινού με τα άλλα στοιχεία του μερικού εσωτερικού υποδείγματος, να πληροί τις σχετικές απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(87)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να υπολογίζουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις με τη χρήση τυποποιημένου υπολογισμού, ανεξάρτητα από το αν η επιχείρηση χρησιμοποιεί τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο ή ένα εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

(88)

Για τους σκοπούς του υπολογισμού του ανώτατου και κατώτατου ορίου των κεφαλαιακών απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 129 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας σε τριμηνιαία βάση. Όταν ο υπολογισμός της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης δεν συμπίπτει με ετήσιο υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας, οι επιχειρήσεις οφείλουν να χρησιμοποιούν την τελευταία υπολογισθείσα κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 102 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

(89)

Σύμφωνα με την αρχή του συνετού επενδυτή που ορίζεται στο άρθρο 132 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και για να διασφαλιστεί η συνέπεια μεταξύ των διαφόρων τομέων, θα πρέπει να επέλθει εναρμόνιση μεταξύ των συμφερόντων των επιχειρήσεων που «επανασυσκευάζουν» δάνεια σε διαπραγματεύσιμους τίτλους και άλλα χρηματοοικονομικά μέσα (μεταβιβάζουσες οντότητες, ανάδοχα ιδρύματα ή αρχικοί δανειοδότες) και των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που επενδύουν στους εν λόγω τίτλους ή τα μέσα. Για να επιτευχθεί αυτή η εναρμόνιση, θα πρέπει να επιτρέπεται στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να επενδύουν στους εν λόγω τίτλους ή τα μέσα μόνο εάν η μεταβιβάζουσα οντότητα, το ανάδοχο ίδρυμα ή ο αρχικός δανειοδότης διατηρεί ουσιαστική καθαρή οικονομική συμμετοχή στα υποκείμενα στοιχεία ενεργητικού. Η υποχρέωση της μεταβιβάζουσας οντότητας, του ανάδοχου ιδρύματος ή του αρχικού δανειοδότη να διατηρεί σημαντικό καθαρό οικονομικό συμφέρον στα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει να ισχύει επίσης και στην περίπτωση των πολλαπλών μεταβιβαζουσών οντοτήτων, αναδόχων ιδρυμάτων ή αρχικών δανειοδοτών. Για την αποτροπή πιθανής καταστρατήγησης των απαιτήσεων, την αποφυγή παρεξηγήσεων και την εναρμόνιση της ορολογίας με αυτήν που χρησιμοποιείται στην ενωσιακή νομοθεσία που ρυθμίζει τις δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι όροι «επενδύσεις σε θέσεις τιτλοποίησης» αντί των όρων «επενδύσεις σε διαπραγματεύσιμους τίτλους και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα βασισμένα σε επανασυσκευασμένα δάνεια».

(90)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που επενδύουν σε τιτλοποίηση θα πρέπει να κατανοούν πλήρως και σε βάθος την επένδυση και τα υποκείμενα πιστωτικά ανοίγματα. Για να επιτευχθεί αυτή η κατανόηση, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν την επενδυτική τους απόφαση αφού πρώτα επιδείξουν τη δέουσα επιμέλεια μέσω της οποίας θα λαμβάνουν επαρκή πληροφόρηση και γνώση σχετικά με την τιτλοποίηση.

(91)

Για να εξασφαλιστεί ότι οι κίνδυνοι που προκύπτουν από θέσεις τιτλοποίησης αντανακλώνται δεόντως στις κεφαλαιακές απαιτήσεις των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, είναι αναγκαίο να περιληφθούν κανόνες που προβλέπουν την βάσει ευαισθησίας κινδύνου και ορθή από άποψη προληπτικής εποπτείας μεταχείριση των εν λόγω επενδύσεων, ανάλογα με τη φύση και τη διαδικασία ανάληψης κινδύνου των υποκείμενων ανοιγμάτων, καθώς και τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και τα χαρακτηριστικά διαφάνειας. Οι τιτλοποιήσεις που πληρούν αυτές τις απαιτήσεις θα πρέπει να τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης στην υποενότητα κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου, εφόσον αναγνωρίζεται το προφίλ χαμηλότερου κινδύνου που εμφανίζουν. Δεδομένου ότι μόνον τα τμήματα της ανώτατης εξοφλητικής προτεραιότητας δικαιούνται τέτοια μεταχείριση, και λαμβάνοντας υπόψη την πιστωτική ενίσχυση που είναι ενσωματωμένη στα τμήματα της ανώτατης εξοφλητικής προτεραιότητας, σε σύγκριση με ολόκληρη την ομάδα υποκείμενων ανοιγμάτων, είναι σκόπιμο να τεθεί το ανώτατο όριο στους παράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου επί αυτών των θέσεων στο επίπεδο του παράγοντα κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου που θα ίσχυε για τα υποκείμενα ανοίγματα, και συγκεκριμένα στο επίπεδο του παράγοντα κινδύνου 3 % ανά έτος διάρκειας, που ισχύει για μη διαβαθμισμένα δάνεια. Η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να επανεξεταστεί στο πλαίσιο της επανεξέτασης από την Επιτροπή των μεθόδων, των παραδοχών και των τυποποιημένων παραμέτρων που χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 150.

(92)

Προκειμένου να αποφευχθεί οποιοδήποτε ρυθμιστικό αρμπιτράζ, οι κανόνες για την τιτλοποίηση θα πρέπει να εφαρμόζονται με βάση την αρχή της υπεροχής της ουσίας έναντι του τύπου. Προς τούτο, απαιτείται ένας σαφής και περιεκτικός ορισμός της τιτλοποίησης, ο οποίος θα λαμβάνει υπόψη κάθε πράξη ή πρόγραμμα τμηματοποίησης του πιστωτικού κινδύνου που συνδέεται με ένα άνοιγμα ή σύνολο ανοιγμάτων. Άνοιγμα το οποίο γεννά υποχρέωση άμεσης πληρωμής για πράξη ή πρόγραμμα που εκτελείται για τη χρηματοδότηση ή αξιοποίηση ενσώματων περιουσιακών στοιχείων δεν θα πρέπει να θεωρείται ως άνοιγμα σε τιτλοποίηση, ακόμη και αν η πράξη ή το πρόγραμμα έχει υποχρεώσεις πληρωμής διαφορετικής εξοφλητικής προτεραιότητας.

(93)

Η χρηστή διακυβέρνηση αποτελεί τη βάση για την αποτελεσματική και χρηστή διαχείριση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και βασικό στοιχείο του πλαισίου των κανονιστικών ρυθμίσεων. Το σύστημα διακυβέρνησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει να βασίζεται σε κατάλληλο και διαφανή επιμερισμό αρμοδιοτήτων εποπτείας και διαχείρισης που προβλέπει αποτελεσματική διαδικασία λήψης αποφάσεων, ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων και να διασφαλίζεται η αποτελεσματική διαχείριση της επιχείρησης.

(94)

Βασική αρχή της χρηστής διακυβέρνησης είναι ότι κανένας ιδιώτης δεν θα πρέπει να έχει εξουσία λήψης αποφάσεων χωρίς καμία μορφή ελέγχου. Επομένως, πριν από την εφαρμογή μιας σημαντικής απόφασης που αφορά την επιχείρηση, η εν λόγω απόφαση θα πρέπει να επανεξετάζεται από τουλάχιστον ένα ακόμη πρόσωπο.

(95)

Για να εξασφαλιστεί η ορθή λειτουργία του συστήματος διαχείρισης κινδύνου, οι δράσεις που αναλαμβάνονται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν την κατάρτιση, την εφαρμογή, τη διατήρηση και την εποπτεία πρακτικών και διαδικασιών κατάλληλων για την πολιτική διαχείρισης κινδύνου της επιχείρησης, σχετικά με βασικούς τομείς της επιχειρηματικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων.

(96)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα συστήματα εσωτερικών ελέγχων, ώστε να διασφαλίζεται ότι όλα τα άτομα με επιχειρησιακές και εποπτικές αρμοδιότητες ενεργούν σύμφωνα με τους στόχους της επιχείρησης και σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις.

(97)

Για να εξασφαλιστεί μια αξιόπιστη, ακριβής και σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ οικονομική αποτίμηση, είναι σημαντικό να θεσπιστούν και να εφαρμοστούν κατάλληλοι εσωτερικοί έλεγχοι για την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης μιας ανεξάρτητης αξιολόγησης και επαλήθευσης των πληροφοριών, των δεδομένων και των παραδοχών που χρησιμοποιήθηκαν.

(98)

Για να διασφαλιστεί ότι η αποτίμηση των τεχνικών προβλέψεων εκτελείται σύμφωνα με τα άρθρα 76 έως 85 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το σύστημα διακυβέρνησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων πρέπει να περιλαμβάνει διαδικασία επικύρωσης του υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων.

(99)

Για λόγους διασφάλισης της ανεξαρτησίας, στο πλαίσιο του συστήματος διακυβέρνησης, ένα πρόσωπο ή οργανωτική μονάδα που ασκεί μια λειτουργία θα πρέπει να είναι σε θέση να εκτελεί τα σχετικά καθήκοντα αντικειμενικά και ανεπηρέαστα και να υποβάλλει τα σχετικά πορίσματα απευθείας στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο. Για να μπορούν οι εποπτικές αρχές να λαμβάνουν έγκαιρα διορθωτικά μέτρα, όταν αυτό είναι αναγκαίο, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει, σε εύθετο χρόνο, να κοινοποιούν στην εποπτική αρχή πληροφορίες σχετικά με όλα τα πρόσωπα που ασκούν πραγματικά τη διοίκηση της επιχείρησης ή είναι υπεύθυνα για άλλα κρίσιμα καθήκοντα και άλλες πληροφορίες αναγκαίες για την αξιολόγηση των ικανοτήτων και του ήθους των προσώπων αυτών. Ωστόσο, αναγνωρίζοντας την ανάγκη να αποφεύγονται οι περιττές επιβαρύνσεις των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των εποπτικών αρχών, η κοινοποίηση από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να υπόκειται στην εκ των προτέρων έγκριση από την εποπτική αρχή. Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή κρίνει ότι ένα πρόσωπο δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους που ορίζει η οδηγία 2009/138/ΕΚ, θα πρέπει να έχει την εξουσία να απαιτεί από την επιχείρηση να αντικαταστήσει το εν λόγω πρόσωπο.

(100)

Για να αξιολογηθεί το κύρος των προσώπων τα οποία διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή ασκούν άλλα βασικά καθήκοντα, πρέπει να εξετάζεται η προηγούμενη συμπεριφορά των εν λόγω προσώπων για να διαπιστωθεί μήπως δεν είναι σε θέση να ασκήσουν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, κανονισμούς και τις κατευθυντήριες γραμμές. Πληροφορίες σχετικά με την συμπεριφορά κατά το παρελθόν μπορεί να είναι οι πληροφορίες που προέρχονται από το ποινικό μητρώο ή χρηματοοικονομικά αρχεία. Η επιχειρηματική συμπεριφορά ενός προσώπου κατά το παρελθόν θα μπορούσε να παράσχει ενδείξεις ως προς την ακεραιότητα του εν λόγω προσώπου.

(101)

Για να εξασφαλιστεί ότι η ανάθεση καθηκόντων ή δραστηριοτήτων σε εξωτερικούς φορείς συντελείται με αποτελεσματικό τρόπο και δεν θίγει τις υποχρεώσεις τις οποίες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να εκπληρώνουν βάσει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν απαιτήσεις για τον τρόπο επιλογής του παρόχου υπηρεσιών, σε γραπτή συμφωνία που πρέπει να συναφθεί, καθώς και για τον συνεχή έλεγχο που πρέπει να ασκεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στον πάροχο υπηρεσιών.

(102)

Οι πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που παρέχουν κίνητρα για την ανάληψη κινδύνων οι οποίοι υπερβαίνουν τα εγκεκριμένα όρια ανοχής κινδύνου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων μπορεί να υπονομεύσουν την αποτελεσματική διαχείριση κινδύνου των εν λόγω επιχειρήσεων. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο να προβλεφθούν απαιτήσεις σχετικά με τις αποδοχές για τους σκοπούς της υγιούς και συνετής διαχείρισης των δραστηριοτήτων και για την την αποτροπή ρυθμίσεων για αποδοχές οι οποίες ενθαρρύνουν την υπέρμετρη ανάληψη κινδύνων.

(103)

Ο προσδιορισμός των περιστάσεων υπό τις οποίες μπορεί να επιβληθούν πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις και οι μέθοδοι υπολογισμού τους θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η χρήση των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων αποτελεί αποτελεσματικό και πρακτικά εφαρμόσιμο εποπτικό εργαλείο για την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων μέσω του υπολογισμού της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας που θα αντικατοπτρίζει σωστά το συνολικό προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή της αντασφαλιστικής επιχείρησης. Τα ποσά των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων έχουν θετική τιμή. Οι προδιαγραφές θα πρέπει να λαμβάνουν επίσης υπόψη την ανάγκη ανάπτυξης συνεκτικών και κοινών προσεγγίσεων για παρόμοιες περιστάσεις. Για τον σκοπό αυτό, θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται ποσοστά αναφοράς και όρια ως τεκμήρια για την αξιολόγηση των αποκλίσεων, χωρίς ωστόσο να παραβλέπεται ο κύριος στόχος του καθορισμού πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων κατάλληλων για την εκάστοτε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

(104)

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 138 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, για να αποφασίσει αν θα κηρύξει την ύπαρξη έκτακτης δυσμενούς κατάστασης που επηρεάζει τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο αγοράς ή των πληττόμενων κατηγοριών δραστηριοτήτων, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες στο επίπεδο της πληγείσας αγοράς ή κατηγορίας επιχειρηματικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(105)

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 138 παράγραφος 4, για να αποφασίσει αν θα παρατείνει την περίοδο ανάκαμψης και για να καθορίσει τη διάρκεια της εν λόγω παράτασης για μια συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, εντός του ανώτατου ορίου των επτά ετών που ορίζεται στο άρθρο 138 παράγραφος 4, η εποπτική αρχή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους τους συναφείς παράγοντες που προσιδιάζουν στην επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(106)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται βάσει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ να δημοσιοποιούν πληροφορίες όσον αφορά τη φερεγγυότητα και τη χρηματοπιστωτική κατάστασή τους. Οι λεπτομερείς και εναρμονισμένες απαιτήσεις σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να δημοσιοποιούνται και τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται αυτό θα πρέπει να είναι κατάλληλες για να διασφαλίζονται ισοδύναμες συνθήκες αγοράς και η ομαλή λειτουργία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών αγορών σε όλη την Ένωση και για να διευκολυνθεί η ουσιαστική ενοποίηση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών αγορών σε ολόκληρη την Ένωση.

(107)

Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στον τομέα της δημοσιοποίησης δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να απαιτείται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να δημοσιοποιούν πληροφορίες άσχετες με τη δραστηριότητά τους ή επουσιώδεις.

(108)

Όταν γίνονται αναφορές σε ισοδύναμες πληροφορίες που δημοσιοποιούνται δυνάμει άλλων νομικών ή κανονιστικών απαιτήσεων, αυτές θα πρέπει να παραπέμπουν άμεσα στις ίδιες πληροφορίες και να μην αποτελούν απλή αναφορά σε ένα γενικό έγγραφο.

(109)

Όταν οι εποπτικές αρχές επιτρέπουν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, να μη δημοσιοποιούν ορισμένες πληροφορίες, η εν λόγω άδεια θα πρέπει να παραμένει σε ισχύ μόνο για όσο διάστημα εξακολουθεί να υφίσταται ο λόγος της μη δημοσιοποίησης. Όταν αυτός ο λόγος πάψει να υφίσταται, και μόνον από την ημερομηνία εκείνη και μετά, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιοποιούν τις σχετικές πληροφορίες.

(110)

Η οδηγία 2009/138/ΕΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές διαθέτουν την εξουσία να απαιτούν όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τους σκοπούς της εποπτείας. Σημαντικό μέρος αυτών των στοιχείων θα πρέπει να είναι οι πληροφορίες οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται στις εποπτικές αρχές σε τακτική βάση.

(111)

Θα πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς και εναρμονισμένες απαιτήσεις σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται σε τακτική βάση και τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται αυτό, ώστε να διασφαλίζεται αποτελεσματική σύγκλιση κατά τη διαδικασία εποπτικής αξιολόγησης από τις εποπτικές αρχές.

(112)

Στις πληροφορίες τις οποίες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να υποβάλλουν τακτικά στις εποπτικές αρχές περιλαμβάνεται η έκθεση για τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση. Επιπλέον, οφείλουν να υποβάλλουν την τακτική εποπτική αναφορά η οποία περιέχει τις πληροφορίες, επιπλέον εκείνων που περιλαμβάνονται στην έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης, που είναι αναγκαίες για τους σκοπούς της εποπτείας. Προς όφελος τόσο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων όσο και των εποπτικών αρχών, οι δύο αυτές εκθέσεις θα πρέπει να τηρούν την ίδια διάρθρωση.

(113)

Με βάση την αξιολόγηση κινδύνου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 36 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι εποπτικές αρχές μπορούν να απαιτήσουν την υποβολή τακτικής ετήσιας έκθεσης ελέγχου. Σε περίπτωση που οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υποβάλλουν τακτική έκθεση εποπτείας μόνο κάθε 3 έτη, θα πρέπει, ωστόσο, να ενημερώνουν σε ετήσια βάση τις εποπτικές αρχές για τυχόν σημαντικές εξελίξεις που σημειώθηκαν μετά την τελευταία περίοδο αναφοράς.

(114)

Ποσοτικές και ποιοτικές πληροφορίες θα πρέπει να γνωστοποιούνται ή να υποβάλλονται στην εποπτική αρχή σε τακτική βάση με τη μορφή αφηγηματικής έκθεσης και ποσοτικών υποδειγμάτων. Τα ποσοτικά υποδείγματα θα πρέπει να προσδιορίζουν λεπτομερέστερα και να συμπληρώνουν, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που παρέχονται στην αναλυτική έκθεση. Η έκθεση και τα υποδείγματα θα πρέπει να παρέχουν στις εποπτικές αρχές επαρκείς πληροφορίες, εκτός από εκείνες που έχουν ήδη υποβληθεί στην έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης, ώστε αυτές να έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν τα καθήκοντά τους βάσει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, αλλά δεν θα πρέπει προκαλούν περιττή επιβάρυνση για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Το πεδίο εφαρμογής των ποσοτικών υποδειγμάτων που πρέπει να υποβάλλονται σε τριμηνιαία βάση θα πρέπει να είναι πιο περιορισμένο από το πεδίο των ποσοτικών υποδειγμάτων που πρέπει να υποβάλλονται σε ετήσια βάση.

(115)

Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας σε θέματα εποπτικής αναφοράς δεν θα πρέπει να συνεπάγεται υποχρέωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή υποκαταστημάτων τους που έχουν την έδρα τους στην Ένωση να δημοσιοποιούν πληροφορίες άσχετες με τη δραστηριότητά τους ή επουσιώδεις.

(116)

Τα κριτήρια και οι μέθοδοι για τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης πρέπει να δημοσιοποιούνται. Θα πρέπει να καλύπτουν τα γενικά μέσα και μέτρα που χρησιμοποιούν οι εποπτικές αρχές για την επανεξέταση και την αξιολόγηση της τήρησης των απαιτήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 36 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και ιδίως για την αξιολόγηση της επάρκειας της διαχείρισης κινδύνου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων καθώς και της αντοχής τους σε δυσμενή συμβάντα ή μεταβολές.

(117)

Η δημοσιοποίηση συγκεντρωτικών στατιστικών στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ έχει ως σκοπό να παράσχει γενικές πληροφορίες σχετικά με τους εθνικούς ασφαλιστικούς τομείς καθώς και για σημαντικές δραστηριότητες των ίδιων των εποπτικών αρχών. Οι σχετικές πληροφορίες πρέπει να καλύπτουν δεδομένα που αφορούν τόσο τις ποσοτικές όσο και τις ποιοτικές απαιτήσεις, μαζί με συγκεντρωτικά εθνικά στοιχεία που κοινοποιούνται σε συγκρίσιμους όρους με την πάροδο του χρόνου.

(118)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συγκρισιμότητα των κοινοποιούμενων στοιχείων, θα πρέπει να υπάρχει καθορισμένος κατάλογος των βασικών πτυχών της εφαρμογής του πλαισίου προληπτικής εποπτείας για τα οποία θα δημοσιοποιούνται συγκεντρωτικά δεδομένα από τις εποπτικές αρχές ως ελάχιστες απαιτήσεις.

(119)

Η έκθεση του φορέα ειδικού σκοπού πρέπει πάντοτε να είναι περιορισμένη, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα στοιχεία ενεργητικού του φορέα ειδικού σκοπού είναι ισοδύναμα με ή υπερβαίνουν τη συνολική μέγιστη έκθεση του σε κίνδυνο.

(120)

Όταν ένας φορέας ειδικού σκοπού αναλαμβάνει κινδύνους από περισσότερες από μία ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ο εν λόγω φορέας ειδικού σκοπού θα πρέπει να εξακολουθεί να προστατεύεται σε συνεχή βάση από τη διαδικασία εκκαθάρισης κάθε μίας από τις άλλες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που μεταβιβάζει κινδύνους στον φορέα ειδικού σκοπού.

(121)

Οι εκτιμήσεις για τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους για τους μετόχους ή τα μέλη με ειδική συμμετοχή στον φορέα ειδικού σκοπού και για πρόσωπα τα οποία διοικούν ουσιαστικά τον φορέα ειδικού σκοπού θα πρέπει, κατά περίπτωση, να λαμβάνουν υπόψη παρόμοιες απαιτήσεις που ισχύουν για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

(122)

Η μεταβίβαση κινδύνου από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στον φορέα ειδικού σκοπού και από τον φορέα ειδικού σκοπού στους χορηγούς δανειακών κεφαλαίων ή τους χρηματοδότες θα πρέπει να είναι απαλλαγμένη από κάθε συνδεδεμένη συναλλαγή που θα μπορούσε να υπονομεύσει την αποτελεσματική μεταβίβαση του κινδύνου, όπως τα συμβατικά δικαιώματα συμψηφισμού και παράλληλες συμφωνίες που αποσκοπούν στη μείωση του δυναμικού ή των πραγματικών ζημιών που προκύπτουν από τη μεταφορά του κινδύνου στους χορηγούς δανειακών κεφαλαίων ή τους χρηματοδότες ή στον φορέα ειδικού σκοπού.

(123)

Για να εξασφαλιστεί ότι ο συνυπολογισμός μελλοντικών πληρωμών δεν υπονομεύει την αποτελεσματική μεταβίβαση του κινδύνου από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στον φορέα ειδικού σκοπού, είναι σημαντικό η μη είσπραξη των πληρωμών να μην επηρεάζει αρνητικά τα βασικά ίδια κεφάλαια της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Για να καθοριστεί ότι αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί σε καμία περίπτωση, η επιχείρηση θα πρέπει να εξετάσει όλα τα σενάρια που προβλέπονται στις συμβατικές ρυθμίσεις και κάθε άλλο σενάριο, εκτός εάν η πιθανότητα να επαληθευτούν αυτά τα άλλα σενάρια είναι εξαιρετικά απομακρυσμένη.

(124)

Σύμφωνα με το άρθρο 220 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ο υπολογισμός της φερεγγυότητας στο επίπεδο του ομίλου πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τη μέθοδο 1 (μέθοδος της λογιστικής ενοποίησης), εκτός εάν η αποκλειστική εφαρμογή της δεν θα ήταν ενδεδειγμένη. Η αρχή εποπτείας του ομίλου θα πρέπει, κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον η μέθοδος 2 (μέθοδος αφαίρεσης και άθροισης) θα πρέπει να χρησιμοποιείται αντί της μεθόδου 1 ή σε συνδυασμό με αυτήν, να εξετάζει ένα σύνολο εναρμονισμένων σχετικών στοιχείων. Ένα τέτοιο στοιχείο είναι το κατά πόσο η χρήση της μεθόδου 1 θα ήταν υπέρμετρα επαχθής και η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των κινδύνων του ομίλου είναι τέτοιες ώστε η χρήση της μεθόδου 2 δεν θα επηρέαζε σημαντικά τα αποτελέσματα του υπολογισμού της φερεγγυότητας του ομίλου. Για να διαπιστωθεί, για τους σκοπούς αυτούς, το κατά πόσο η χρήση της μεθόδου 2 θα επηρέαζε σημαντικά τα αποτελέσματα του υπολογισμού της φερεγγυότητας του ομίλου, η μέθοδος 2 θα πρέπει να συγκρίνεται με τη μέθοδο 1 χρησιμοποιώντας τα συνολικά επιλέξιμα ίδια κεφάλαια του ομίλου και τις συνολικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας του ομίλου που υπολογίζονται σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ και όχι με τις απαιτήσεις φερεγγυότητας που προβλέπονται σε ισοδύναμη τρίτη χώρα.

(125)

Για να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού σε τρίτες χώρες, όταν ένας όμιλος περιλαμβάνει συνδεδεμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών, και στις περιπτώσεις που η Επιτροπή έχει εκδώσει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 227 παράγραφοι 4 ή 5 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ με την οποία κρίνεται ότι το καθεστώς φερεγγυότητας των εν λόγω τρίτων χωρών είναι ισοδύναμο ή προσωρινά ισοδύναμο, η αρχή εποπτείας του ομίλου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη αυτό το κριτήριο προτεραιότητας όταν αποφασίζει αν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος 2 (μέθοδος αφαίρεσης και άθροισης) αντί της μεθόδου 1 ή σε συνδυασμό μα αυτήν (λογιστική ενοποίηση).

(126)

Η οδηγία 2009/138/ΕΚ προβλέπει ότι, εάν οι εποπτικές αρχές θεωρούν ότι ορισμένα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν είναι δυνατό να καταστούν διαθέσιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, τα εν λόγω κεφάλαια μπορούν να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό μόνον εφόσον είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας της συνδεδεμένης επιχείρησης. Στο πλαίσιο αυτό, όταν οι εποπτικές αρχές θεωρούν ότι ορισμένα ίδια κεφάλαια μιας συνδεδεμένης επιχείρησης δεν είναι πράγματι διαθέσιμα για τον όμιλο, θα πρέπει να βασίζουν τις αποφάσεις τους σχετικά με το κατά πόσον υπάρχουν περιορισμοί που επηρεάζουν είτε την υποκαταστασιμότητα των αντίστοιχων στοιχείων ιδίων κεφαλαίων (δηλ. αν προορίζονται να απορροφήσουν μόνο ορισμένες ζημίες) ή τη δυνατότητα μεταφοράς τους (δηλ. αν υπάρχουν σημαντικά εμπόδια για τη μεταφορά ιδίων κεφαλαίων από τη μία οντότητα στην άλλη). Για τους σκοπούς της εν λόγω αξιολόγησης, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη σημασία σε κάθε μειοψηφική συμμετοχή στα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας μιας θυγατρικής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας, ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή χρηματοοικονομικής εταιρείας χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας.

(127)

Για να εξασφαλισθεί ότι οι αντισυμβαλλόμενοι και οι δικαιούχοι των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε όμιλο είναι επαρκώς προστατευμένοι στην περίπτωση της εκκαθάρισης επιχειρήσεων που περιλαμβάνονται στο πεδίο της εποπτείας του ομίλου, στοιχεία ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται από ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και χρηματοοικονομικές εταιρείες χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας του ομίλου δεν θα πρέπει να θεωρούνται απαλλαγμένα από βάρη, εκτός εάν οι απαιτήσεις που αφορούν αυτά τα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις όλων των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν στον όμιλο.

(128)

Πρέπει να προβλεφθούν κατάλληλοι κανόνες στο επίπεδο του ομίλου για την αντιμετώπιση φορέων ειδικού σκοπού. Στο πλαίσιο αυτό, οι φορείς ειδικού σκοπού, όπως ορίζονται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ, και οι οποίοι είτε πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην εν λόγω οδηγία ή υπόκεινται στη ρύθμιση εποπτικής αρχής τρίτης χώρας και ικανοποιούν τις αντίστοιχες απαιτήσεις, δεν θα πρέπει να είναι πλήρως ενοποιημένοι.

(129)

Ο υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης των τεχνικών προβλέψεων στο επίπεδο του ομίλου σύμφωνα με τη μέθοδο 1 (μέθοδος λογιστικής ενοποίησης) θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι το άθροισμα της βέλτιστης εκτίμησης της συμμετέχουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και ενός αναλογικού μεριδίου της βέλτιστης εκτίμησης για τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις της, κάθε μία από τις οποίες έχει προσαρμοστεί για τις ενδοομιλικές συναλλαγές, είναι περίπου το ίδιο με το ποσό που θα προέκυπτε από τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης για τις ενοποιημένες υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης στο επίπεδο του ομίλου βάσει των άρθρων 75 έως 86 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Ειδικότερα, όταν οι βέλτιστες εκτιμήσεις των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό αυτό, οι εν λόγω βέλτιστες εκτιμήσεις θα πρέπει να αξιολογούνται σύμφωνα με τα προαναφερόμενα άρθρα.

(130)

Ο υπολογισμός του περιθωρίου κινδύνου των τεχνικών προβλέψεων στο επίπεδο του ομίλου, σύμφωνα με τη μέθοδο 1 (μέθοδος λογιστικής ενοποίησης) θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι η μεταβίβαση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων του ομίλου πραγματοποιείται χωριστά για κάθε ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση του ομίλου και ότι το περιθώριο κινδύνου δεν επιτρέπει τη διαφοροποίηση μεταξύ των κινδύνων αυτών των επιχειρήσεων. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 73 παράγραφοι 2 και 5 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ο υπολογισμός θα πρέπει να βασίζεται στην παραδοχή ότι η μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ζωής και ζημιών πραγματοποιούνται χωριστά.

(131)

Οι όμιλοι μπορούν να υποβάλλουν αίτηση να χρησιμοποιούν αυτά τα δύο είδη εσωτερικών υποδειγμάτων για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας του ενοποιημένου ομίλου. Όταν ένα εσωτερικό υπόδειγμα χρησιμοποιείται μόνο για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας του ενοποιημένου ομίλου και δεν χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης του ομίλου, τότε θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 230 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι αναγκαίο να εξασφαλισθεί ότι η έγκριση ενός εσωτερικού υποδείγματος για τον υπολογισμό μόνο των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου παρέχεται από τον εποπτικό φορέα του ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας σχετικά με τη διαδικασία έγκρισης των εσωτερικών υποδειγμάτων που χρησιμοποιούνται σε ατομικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 114 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας. Για να ενισχυθεί η συνεργασία εντός του σώματος των εποπτικών αρχών, είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί ο τρόπος με τον οποίο ο αρμόδιος εποπτικός φορέας του ομίλου θα πρέπει να ζητεί τη συμμετοχή και άλλων εποπτικών αρχών, πριν λάβει απόφαση σχετικά με την αίτηση.

(132)

Όταν ένας όμιλος υποβάλλει αίτηση να χρησιμοποιήσει το ίδιο εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας του ενοποιημένου ομίλου και της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης του ομίλου, τότε θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 231 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Σε αυτό το πλαίσιο, για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική συνεργασία της εποπτικής αρχής του ομίλου με τις άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές και για να ληφθεί μια τεκμηριωμένη κοινή απόφαση για το αν θα επιτραπεί η χρήση του εν λόγω εσωτερικού υποδείγματος, είναι απαραίτητο να οριστούν διατάξεις για την αναγκαία τεκμηρίωση και σχετικά με τη διαδικασία έκδοσης της κοινής απόφασης για την αίτηση.

(133)

Η έγκριση ενός εσωτερικού υποδείγματος που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τον υπολογισμό των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, η οποία χορηγείται βάσει του άρθρου 230 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, δεν θα πρέπει να επηρεάζει ενδεχόμενη μελλοντική άδεια βάσει του άρθρου 231 της εν λόγω οδηγίας. Ειδικότερα, η αίτηση για τη χορήγηση της άδειας για τον υπολογισμό των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου μαζί με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας μιας συνδεδεμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης του ομίλου, με βάση εσωτερικό υπόδειγμα που έχει ήδη εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 230 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, θα πρέπει να τηρεί τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 231 της εν λόγω οδηγίας.

(134)

Οι όμιλοι θα πρέπει να υποβάλουν αίτηση αδείας να χρησιμοποιούν μερικό εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου, όταν ορισμένες μόνο από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής του εσωτερικού υποδείγματος του ομίλου, ή σε σχέση με το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 112 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ή σε σχέση με συνδυασμό αυτών.

(135)

Για να χρησιμοποιείται σε ευρεία κλίμακα ένα εσωτερικό υπόδειγμα που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας του ομίλου και να έχει σημαντικό ρόλο στο σύστημα διακυβέρνησης του ομίλου, η παραγωγή του εν λόγω εσωτερικού υποδείγματος θα πρέπει να χρησιμοποιείται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις η δραστηριότητα των οποίων εντάσσεται πλήρως ή εν μέρει στο πεδίο εφαρμογής του εσωτερικού υποδείγματος. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα πρέπει να απαιτείται από τις εν λόγω επιχειρήσεις να ικανοποιούν τις απαιτήσεις δοκιμής χρήσης, όπως θα απαιτείτο αν χρησιμοποιούσαν αυτό το εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό της δικής τους κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας. Η υποχρέωση των εν λόγω επιχειρήσεων να τηρούν τη δοκιμή χρήσης θα πρέπει να περιορίζεται στο αποτέλεσμα αυτού του εσωτερικού υποδείγματος και για τους σκοπούς της συνεπούς εφαρμογής των συστημάτων διαχείρισης κινδύνου και εσωτερικού ελέγχου.

(136)

Εκτιμώντας κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 236 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η εποπτική αρχή του ομίλου και οι άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ορισμένα εναρμονισμένα κριτήρια, ώστε να εξασφαλίζεται η εναρμονισμένη εποπτεία της φερεγγυότητας του ομίλου για ομίλους με σύστημα κεντρικής διαχείρισης κινδύνου.

(137)

Για να επιτευχθεί επαρκής συνεργασία κατά την εποπτεία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών θυγατρικών επιχειρήσεων σε έναν όμιλο με κεντρικό σύστημα διαχείρισης κινδύνου, σύμφωνα με τα άρθρα 237 έως 243 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, είναι απολύτως αναγκαίο να εναρμονιστούν οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούν οι εποπτικές αρχές κατά την εποπτεία αυτών των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών θυγατρικών επιχειρήσεων.

(138)

Για να προσδιορίζεται με σαφήνεια το πότε προκύπτει κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 239 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η εποπτική αρχή που έχει αδειοδοτήσει την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική θυγατρική επιχείρηση η οικονομική κατάσταση της οποίας επιδεινώνεται θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη ορισμένα εναρμονισμένα κριτήρια.

(139)

Το σώμα των εποπτικών αρχών θα πρέπει να αποτελεί μόνιμο όργανο για τον συντονισμό των εποπτικών αρχών, την προώθηση μιας κοινής αντίληψης για το προφίλ κινδύνου του ομίλου και των συνδεδεμένων με αυτόν επιχειρήσεων και με σκοπό την αποτελεσματικότερη και αποδοτικότερη εποπτεία βάσει του κινδύνου τόσο σε επίπεδο ομίλου όσο και ατομικά. Στο πλαίσιο αυτό, για να εξασφαλιστεί η ορθή λειτουργία του σώματος, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν κριτήρια για να θεωρηθεί ένα υποκατάστημα σημαντικό για τον σκοπό της συμμετοχής των εποπτικών αρχών σημαντικών υποκαταστημάτων και συνδεδεμένων επιχειρήσεων στο σώμα των εποπτικών αρχών. Είναι επίσης αναγκαίο να εναρμονιστούν οι εφαρμοστέες απαιτήσεις για τον συντονισμό της εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών ομίλων, με στόχο να ενισχυθεί η σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών.

(140)

Η οδηγία 2009/138/ΕΚ επιβάλλει στις συμμετέχουσες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τις ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή τις χρηματοοικονομικές εταιρείες χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας να δημοσιεύουν πληροφορίες σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση του ομίλου. Η ίδια οδηγία τους επιτρέπει επίσης να παρέχουν μία ενιαία έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης του ομίλου που περιλαμβάνει τόσο πληροφοριακά στοιχεία για τον όμιλο όσο και πληροφορίες για τη φερεγγυότητα και την οικονομική κατάσταση σε σχέση με κάθε θυγατρική τους. Σκοπός αυτού του καθεστώτος είναι να εξασφαλιστεί ότι οι ενδιαφερόμενοι είναι επαρκώς ενημερωμένοι σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών ομίλων, ενώ παράλληλα θα μειώνει στον ενδεδειγμένο βαθμό τη σχετική επιβάρυνση για τους εν λόγω ομίλους. Στο πλαίσιο αυτό, είναι απαραίτητο να εναρμονιστούν οι απαιτήσεις που ισχύουν για τη δημοσιοποίηση στοιχείων από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από το εάν οι εν λόγω όμιλοι κάνουν χρήση της δυνατότητας να υποβάλλουν μία ενιαία έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης.

(141)

Θα πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς και εναρμονισμένες απαιτήσεις σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε τακτική βάση, ώστε να διασφαλιστεί αποτελεσματική σύγκλιση κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης από τις εποπτικές αρχές του ομίλου. Οι απαιτήσεις θα πρέπει επίσης να διευκολύνουν την ανταλλαγή πληροφοριών εντός των σωμάτων των εποπτικών αρχών και πρέπει να αποσκοπούν, στον βαθμό του εφικτού, στο να περιοριστεί η επιβάρυνση για τους ομίλους ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.

(142)

Η αξιολόγηση βάσει των άρθρων 172, 227 και 260 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του κατά πόσον το καθεστώς φερεγγυότητας ή προληπτικής εποπτείας μιας τρίτης χώρας είναι ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στον τίτλο Ι ή στον τίτλο III της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει να είναι μια συνεχής διαδικασία και να διεξάγεται με στόχο να εξασφαλιστεί ότι η φερεγγυότητα ή το καθεστώς προληπτικής εποπτείας της τρίτης χώρας παρέχει ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των ασφαλισμένων και των δικαιούχων με εκείνο που προβλέπει η οδηγία αυτή.

(143)

Η αξιολόγηση βάσει των άρθρων 172, 227 και 260 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του κατά πόσον το καθεστώς φερεγγυότητας ή προληπτικής εποπτείας μιας τρίτης χώρας είναι ισοδύναμο με εκείνο που ορίζεται στον τίτλο Ι ή στον τίτλο III της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει να διεξάγεται βάσει των κριτηρίων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, στο άρθρο 378 όσον αφορά το άρθρο 172, στο άρθρο 379 σε σχέση με το άρθρο 227 και στο άρθρο 380 όσον αφορά το άρθρο 260, αντίστοιχα.

(144)

Η διαπίστωση του κατά πόσο τηρήθηκαν τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της ισοδυναμίας τρίτης χώρας θα πρέπει να βασίζεται στην ουσία της νομοθεσίας ή σε άλλες κανονιστικές απαιτήσεις για τη φερεγγυότητα ή το καθεστώς προληπτικής εποπτείας στην εν λόγω τρίτη χώρα, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται η εν λόγω νομοθεσία και οι απαιτήσεις και στις πρακτικές των εποπτικών αρχών της εν λόγω τρίτης χώρας. Κατά τη διαπίστωση αυτή θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός στον οποίο οι εποπτικές αρχές της τρίτης χώρας εφαρμόζουν την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ.

(145)

Για να εξασφαλιστεί ότι τα αποτελέσματα μιας διαπίστωσης θετικής ισοδυναμίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 172 παράγραφοι 2 και 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και στο άρθρο 211 του παρόντος κανονισμού, δεν υπονομεύουν τον κύριο στόχο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών ρυθμίσεων και της εποπτείας, ήτοι την κατάλληλη προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων, τα κριτήρια για την αξιολόγηση της ισοδυναμίας βάσει του άρθρου 172 της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει να ενσωματώνουν τις αρχές που καθορίζονται στον τίτλο Ι για τους γενικούς κανόνες σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων.

(146)

Για να διασφαλιστεί ότι η συνεκτίμηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται από τρίτη χώρα κατά τον προσδιορισμό της φερεγγυότητας ενός ομίλου, όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος 2, έχει ως αποτέλεσμα τον καθορισμό φερεγγυότητας ομίλου ισοδύναμο με εκείνο που θα προέκυπτε εάν είχαν εφαρμοστεί οι απαιτήσεις δυνάμει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, τα κριτήρια για την αξιολόγηση της ισοδυναμίας σύμφωνα με το άρθρο 227 της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει να ενσωματώνουν τις αρχές που ορίζονται στον τίτλο Ι, κεφάλαιο VI σχετικά με τους κανόνες για την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, τις τεχνικές προβλέψεις, τα ίδια κεφάλαια, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και τους επενδυτικούς κανόνες.

(147)

Για να εξασφαλιστεί ότι η απαλλαγή ενός ομίλου από την εποπτεία του ομίλου σε επίπεδο Ένωσης δεν υπονομεύει τον θεμελιώδη ρόλο που αποδίδει η οδηγία 2009/138/ΕΚ στην εποπτεία των ομίλων, τα κριτήρια για την αξιολόγηση της ισοδυναμίας σύμφωνα με το άρθρο 260 της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει να ενσωματώνουν τις αρχές που ορίζονται στον τίτλο ΙΙΙ για την άσκηση εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε όμιλο.

(148)

Οι εποπτικές αρχές των κρατών μελών και οι εποπτικές αρχές τρίτων χωρών για τις οποίες υπάρχει θετική απόφαση ισοδυναμίας, ή για τις οποίες εφαρμόζεται προσωρινό καθεστώς ισοδυναμίας, πρέπει να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες, ώστε να διασφαλίζεται η σαφής αμοιβαία κατανόηση των κινδύνων και της φερεγγυότητας ομίλου.

(149)

Για να διασφαλιστεί η δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών, οι εποπτικές αρχές τρίτων χωρών για τις οποίες υπάρχει θετική απόφαση ισοδυναμίας ή ή για τις οποίες εφαρμόζεται προσωρινό καθεστώς ισοδυναμίας θα πρέπει να δεσμεύονται από την υποχρέωση του επαγγελματικού απορρήτου.

(150)

Για να διασφαλιστεί ότι ο τυποποιημένος μαθηματικός τύπος εξακολουθεί να ικανοποιεί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 101 παράγραφοι 2 και 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ σε συνεχή βάση, η Επιτροπή επανεξετάζει τις μεθόδους, τις παραδοχές και τις τυποποιημένες παραμέτρους που χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, και ιδίως τις μεθόδους, τις παραδοχές και τις τυποποιημένες παραμέτρους που χρησιμοποιούνται στην ενότητα κινδύνου αγοράς, όπως ορίζεται στον τίτλο Ι κεφάλαιο V τμήμα 6, περιλαμβανομένης επανεξέτασης των τυποποιημένων παραμέτρων για τους τίτλους σταθερής απόδοσης και τις μακροπρόθεσμες υποδομές, των τυποποιημένων παραμέτρων για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος που ορίζονται στο παράρτημα II, των τυποποιημένων παραμέτρων για τον κίνδυνο θανάτου, καθώς και το υποσύνολο των τυποποιημένων παραμέτρων οι οποίες μπορούν να αντικαθίστανται από ειδικές παραμέτρους για κάθε επιχείρηση που αναφέρονται στο άρθρο 218 και τις τυποποιημένες μεθόδους για τον υπολογισμό αυτών των παραμέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 220. Αυτή η επανεξέταση θα πρέπει να αξιοποιήσει την εμπειρία που αποκτούν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου και κατά τα πρώτα έτη εφαρμογής των εν λόγω κατ' εξουσιοδότηση πράξεων και να πραγματοποιηθεί πριν από τον Δεκέμβριο του 2018.

(151)

Για λόγους μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου σχετικά με το καθεστώς εποπτείας κατά την περίοδο σταδιακής εφαρμογής που προβλέπεται στο άρθρο 308α της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το οποίο αρχίζει την 1η Απριλίου 2015, θα πρέπει να διασφαλιστεί η ταχύτερη δυνατή έναρξη της ισχύος του παρόντος κανονισμού, την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΒΑΣΕΙ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (ΠΥΛΩΝΑΣ Ι), ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ (ΠΥΛΩΝΑΣ ΙΙ) ΚΑΙ ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ (ΠΥΛΩΝΑΣ ΙΙΙ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Ορισμοί και γενικές αρχές

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1.

«εναλλακτικές μέθοδοι αποτίμησης»: μέθοδοι αποτίμησης που είναι σύμφωνες με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εξαιρουμένων εκείνων που απλώς χρησιμοποιούν τις χρηματιστηριακές τιμές για τα ίδια ή παρόμοια στοιχεία ενεργητικού ή υποχρεώσεις·

2.

«ανάλυση σεναρίου»: η ανάλυση του αντίκτυπου ενός συνδυασμού δυσμενών συμβάντων·

3.

«υποχρέωση ασφάλισης ασθενείας»: υποχρέωση ασφάλισης που καλύπτει ένα ή και τα δύο ακόλουθα στοιχεία:

i)

την παροχή ιατρικής θεραπευτικής αγωγής ή περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης της ιατρικής προληπτικής ή θεραπευτικής αγωγής ή περίθαλψης λόγω ασθενείας, ατυχήματος, ανικανότητας ή αναπηρίας, ή τη χρηματική αποζημίωση για την εν λόγω θεραπευτική αγωγή ή περίθαλψη,

ii)

τη χρηματική αποζημίωση λόγω ασθενείας, ατυχήματος, ανικανότητας ή αναπηρίας·

4.

«υποχρέωση ασφάλισης ιατρικών δαπανών»: υποχρέωση ασφάλισης που καλύπτει την παροχή ή τη χρηματική αποζημίωση που αναφέρεται στο σημείο 3) i)·

5.

«υποχρέωση ασφάλισης προστασίας εισοδήματος»: υποχρέωση ασφάλισης που καλύπτει τη χρηματική αποζημίωση που αναφέρεται στο σημείο 3) ii), εκτός από τη χρηματική αποζημίωση που αναφέρεται στο σημείο 3) i)·

6.

«υποχρέωση ασφάλισης αποζημίωσης εργαζομένων»: υποχρέωση ασφάλισης που καλύπτει την παροχή ή τη χρηματική αποζημίωση που αναφέρεται στα σημεία 3) i) και ii) και η οποία προκύπτει αποκλειστικά από ατυχήματα στην εργασία, εργατικά ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες·

7.

«υποχρέωση αντασφάλισης ασθενείας»: υποχρέωση αντασφάλισης που προκύπτει από αναληφθείσα αντασφάλιση που καλύπτει υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας·

8.

«υποχρέωση αντασφάλισης ιατρικών δαπανών»: υποχρέωση αντασφάλισης που προκύπτει από αναληφθείσα αντασφάλιση που καλύπτει υποχρεώσεις ασφάλισης ιατρικών δαπανών·

9.

«υποχρέωση αντασφάλισης προστασίας εισοδήματος»: υποχρέωση αντασφάλισης που προκύπτει από αναληφθείσα αντασφάλιση που καλύπτει υποχρεώσεις ασφάλισης προστασίας εισοδήματος·

10.

«υποχρέωση αντασφάλισης αποζημίωσης εργαζομένων»: υποχρέωση αντασφάλισης που προκύπτει από αναληφθείσα αντασφάλιση που καλύπτει υποχρεώσεις ασφάλισης αποζημίωσης εργαζομένων·

11.

«εγγεγραμμένα ασφάλιστρα»: τα οφειλόμενα ασφάλιστρα σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου, ανεξάρτητα από το αν τα εν λόγω ασφάλιστρα αφορούν, στο σύνολό τους ή εν μέρει, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική κάλυψη παρεχόμενη σε διαφορετική χρονική περίοδο·

12.

«δεδουλευμένα ασφάλιστρα»: τα ασφάλιστρα που αφορούν τον κίνδυνο ο οποίος καλύπτεται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για συγκεκριμένη χρονική περίοδο·

13.

«εξαγορά συμβολαίου»: κάθε δυνατός τρόπος για την πλήρη ή μερική καταγγελία ενός ασφαλιστηρίου, συμπεριλαμβανομένων:

i)

της οικειοθελούς καταγγελίας της σύμβασης ασφάλισης με ή χωρίς την καταβολή της αξίας εξαγοράς·

ii)

της αλλαγής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης από τον αντισυμβαλλόμενο·

iii)

της καταγγελίας της σύμβασης ασφάλισης εξαιτίας άρνησης του αντισυμβαλλομένου να καταβάλει το ασφάλιστρο·

14.

«διακοπή σύμβασης ασφάλισης»: η εξαγορά, η λήξη χωρίς αξία εξαγοράς, η ελευθεροποίηση συμβολαίου, διατάξεις αυτόματης μη κατάπτωσης ή άσκηση άλλων δικαιωμάτων διακοπής ή η μη άσκηση δικαιωμάτων συνέχισης της σύμβασης·

15.

«δικαιώματα διακοπής»: όλα τα νομικά ή συμβατικά δικαιώματα του αντισυμβαλλομένου να καταγγείλει, πλήρως ή εν μέρει, να εξαγοράσει, να μειώσει, να περιορίσει ή να αναστείλει την ασφαλιστική κάλυψη ή να επιτρέψει τη λήξη του ασφαλιστηρίου·

16.

«δικαιώματα συνέχισης»: όλα τα νομικά ή συμβατικά δικαιώματα του αντισυμβαλλομένου που του επιτρέπουν να συνάψει, να ανανεώσει, να αναβαθμίσει, να επεκτείνει ή να επαναφέρει σε ισχύ, πλήρως ή εν μέρει, μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική κάλυψη·

17.

«κάλυψη ενός εσωτερικού υποδείγματος»: οι κίνδυνοι που αντικατοπτρίζονται στην εκτίμηση της κατανομής πιθανότητας στην οποία βασίζεται το εσωτερικό υπόδειγμα·

18.

«πεδίο ενός εσωτερικού υποδείγματος»: οι εγκεκριμένοι προς κάλυψη από το εσωτερικό υπόδειγμα κίνδυνοι· το πεδίο ενός εσωτερικού υποδείγματος μπορεί να περιλαμβάνει τόσο κινδύνους οι οποίοι αντικατοπτρίζονται όσο και κινδύνους που δεν αντικατοπτρίζονται στον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας·

19.

«επένδυση σε διαπραγματεύσιμο τίτλο ή σε άλλο χρηματοοικονομικό μέσο βάσει επανασυσκευασμένων δανείων» και «θέση τιτλοποίησης»: ένα άνοιγμα σε τιτλοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 61) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1)·

20.

«θέση επανατιτλοποίησης»: άνοιγμα σε επανατιτλοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 63) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

21.

«μεταβιβάζουσα οντότητα»: η μεταβιβάζουσα οντότητα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 13) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

22.

«ανάδοχος»: ανάδοχος κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 14) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

23.

«τμήμα τιτλοποίησης»: τμήμα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 67) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

24.

«κεντρική τράπεζα»: η κεντρική τράπεζα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 46) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

25.

«κίνδυνος βάσης»: ο κίνδυνος που απορρέει από την κατάσταση στην οποία το άνοιγμα που καλύπτεται από την τεχνική μείωσης του κινδύνου δεν αντιστοιχεί στο άνοιγμα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στον κίνδυνο·

26.

«συμβάσεις χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων»: ρυθμίσεις βάσει των οποίων οι ασφαλειοδότες πράττουν ένα από τα ακόλουθα:

α)

μεταβιβάζουν την πλήρη κυριότητα της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης στον ασφαλειολήπτη για τους σκοπούς της εξασφάλισης ή της κατ' άλλο τρόπο κάλυψης της εκτέλεσης σχετικής υποχρέωσης·

β)

παρέχουν εξασφάλιση υπό μορφή εγγύησης στον ασφαλειολήπτη, ή υπέρ αυτού, ενώ η νομική κυριότητα της χρηματοοικονομικής εξασφάλισης παραμένει στον ασφαλειοδότη ή σε θεματοφύλακα κατά τη θεμελίωση του δικαιώματος παροχής ασφάλειας·

27.

σε σχέση με ένα σύνολο στοιχείων, ως «όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί των δύο» νοούνται όλα τα συντεταγμένα ζεύγη στοιχείων από το εν λόγω σύνολο·

28.

«συμφωνία συνασφάλισης»: συμφωνία βάσει της οποίας διάφορες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συμφωνούν να επιμερίσουν ασφαλιστικούς κινδύνους που εντοπίζονται σε προκαθορισμένες αναλογίες. Οι αντισυμβαλλόμενοι που ασφαλίζονται από τα μέλη της συμφωνίας συνασφάλισης δεν είναι οι ίδιοι μέλη της συμφωνίας συνασφάλισης·

29.

«έκθεση κινδύνου σε συμφωνία συνασφάλισης τύπου Α»: ο κίνδυνος τον οποίο εκχωρεί μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε συμφωνία συνασφάλισης, όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω συμφωνίας συνασφάλισης·

30.

«έκθεση κινδύνου σε συμφωνία συνασφάλισης τύπου Β»: ο κίνδυνος τον οποίο εκχωρεί μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε άλλο μέλος μιας συμφωνίας συνασφάλισης, όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω συμφωνίας συνασφάλισης·

31.

«έκθεση κινδύνου σε συμφωνία συνασφάλισης τύπου Γ»: ο κίνδυνος τον οποίο εκχωρεί μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, που είναι συμβαλλόμενο μέρος μιας συμφωνίας συνασφάλισης, σε άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της εν λόγω συμφωνίας συνασφάλισης·

32.

«συγκροτημένη αγορά»: αγορά στην οποία οι συναλλαγές που αφορούν μεγάλο αριθμό χρηματοοικονομικών μέσων μπορούν να πραγματοποιούνται χωρίς να επηρεάζεται σημαντικά η τιμή των χρηματοοικονομικών μέσων·

33.

«ρευστή αγορά»: αγορά στην οποία τα χρηματοοικονομικά μέσα μπορούν να μετατραπούν εύκολα με πράξη αγοράς ή πώλησης, χωρίς να προκαλείται σημαντική μεταβολή των τιμών·

34.

«διαφανής αγορά»: αγορά στην οποία η τρέχουσα διαπραγμάτευση και οι πληροφορίες για τις τιμές είναι άμεσα διαθέσιμες στο κοινό, ιδίως στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις·

35.

«μελλοντικές προαιρετικές έκτακτες παροχές» και «μελλοντικές έκτακτες παροχές»: μελλοντικές παροχές εκτός από τις παροχές των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων τα οποία συνδέονται με δείκτες ή συνδυάζουν ασφάλεια ζωής και επενδύσεις, οι οποίες έχουν ένα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α)

βασίζονται νομικά ή συμβατικά σε ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα αποτελέσματα:

i)

στις επιδόσεις μιας συγκεκριμένης ομάδας συμβάσεων ασφάλισης ή ενός καθορισμένου τύπου σύμβασης ή μίας ενιαίας σύμβασης·

ii)

στη ρευστοποιηθείσα ή μη ρευστοποιηθείσα απόδοση της επένδυσης σε συγκεκριμένη ομάδα περιουσιακών στοιχείων που διατηρεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

iii)

στο κέρδος ή τη ζημία της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή του επενδυτικού κεφαλαίου που αντιστοιχεί στη σύμβαση·

β)

βασίζονται σε δήλωση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και το χρονοδιάγραμμα ή το ποσό των παροχών υπόκειται στην πλήρη ή μερική διακριτική ευχέρεια της επιχείρησης·

36.

«βασική καμπύλη επιτοκίου άνευ κινδύνου»: η καμπύλη επιτοκίου άνευ κινδύνου που προκύπτει με τον ίδιο τρόπο όπως η κατάλληλη καμπύλη επιτοκίου άνευ κινδύνου η οποία πρέπει να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης, που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, αλλά χωρίς προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης ή προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας ή μεταβατική προσαρμογή στη σχετική διαχρονική διάρθρωση των επιτοκίων άνευ κινδύνου, σύμφωνα με το άρθρο 308γ της οδηγίας·

37.

«χαρτοφυλάκιο προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης»: χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης στο οποίο εφαρμόζεται η προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης και το δεσμευμένο χαρτοφυλάκιο στοιχείων ενεργητικού, που αναφέρεται στο άρθρο 77β παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

38.

«υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας SLT»: οι υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας που εφαρμόζονται στις επιχειρηματικές δραστηριότητες για τις υποχρεώσεις ασφάλισης ζωής, σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 1·

39.

«υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας NSLT»: οι υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας που εφαρμόζονται στις επιχειρηματικές δραστηριότητες για τις υποχρεώσεις ασφάλισης ζημιών, σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 1·

40.

«οργανισμός συλλογικών επενδύσεων»: οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) ή οργανισμός εναλλακτικών επενδύσεων (OEE), όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3)·

41.

σε σχέση με μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, με τον όρο «σημαντική επιχειρηματική μονάδα» νοείται ένα καθορισμένο τμήμα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που λειτουργεί ανεξάρτητα από άλλα τμήματα της επιχείρησης και έχει ειδικούς πόρους και διαδικασίες διακυβέρνησης εντός της επιχείρησης και η οποία περιλαμβάνει κινδύνους που είναι σημαντικοί σε σχέση με τη συνολική δραστηριότητα της επιχείρησης·

42.

σε σχέση με έναν ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό όμιλο, «σημαντική επιχειρηματική μονάδα» νοείται ένα συγκεκριμένο τμήμα του ομίλου που λειτουργεί ανεξάρτητα από άλλα τμήματα του ομίλου και έχει ειδικούς πόρους και διαδικασίες διακυβέρνησης εντός του ομίλου και η οποία περιλαμβάνει κινδύνους που είναι σημαντικοί σε σχέση με τη συνολική δραστηριότητα του ομίλου· κάθε νομική οντότητα που ανήκει στον όμιλο είναι σημαντική επιχειρηματική μονάδα ή αποτελείται από περισσότερες σημαντικές επιχειρηματικές μονάδες·

43.

«διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο»: όταν η εθνική νομοθεσία προβλέπει δυαδικό σύστημα συμβουλίου, αποτελούμενο από ένα διοικητικό όργανο και ένα εποπτικό όργανο, είναι το διοικητικό όργανο ή το εποπτικό όργανο ή και τα δύο αυτά όργανα, όπως ορίζεται στη σχετική εθνική νομοθεσία ή, όταν δεν ορίζεται στη σχετική εθνική νομοθεσία, το διοικητικό όργανο·

44.

«συνολική μέγιστη έκθεση σε κίνδυνο»: το άθροισμα των ανώτατων πληρωμών, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων που μπορεί να πραγματοποιήσουν οι φορείς ειδικού σκοπού, με εξαίρεση τις δαπάνες που πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

ο φορέας ειδικού σκοπού έχει δικαίωμα να αξιώσει από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει μεταβιβάσει κινδύνους στον φορέα ειδικού σκοπού να καταβάλει τα έξοδα·

β)

ο φορέας ειδικού σκοπού δεν υποχρεούται να καταβάλει τα έξοδα, εκτός εάν και έως ότου εισπράξει ποσό ίσο με τη δαπάνη από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει μεταβιβάσει τους κινδύνους στον φορέα ειδικού σκοπού·

γ)

η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει μεταβιβάσει κινδύνους στον φορέα ειδικού σκοπού δεν περιλαμβάνει τη δαπάνη ως ανακτήσιμο ποσό από τον φορέα ειδικού σκοπού, σύμφωνα με το άρθρο 41 του παρόντος κανονισμού·

45.

«υφιστάμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική σύμβαση»: σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης της οποίας έχουν αναγνωριστεί οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις·

46.

«τα αναμενόμενα κέρδη που περιλαμβάνονται σε μελλοντικά ασφάλιστρα»: η αναμενόμενη παρούσα αξία των μελλοντικών ταμειακών ροών που προκύπτουν από τον συνυπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων ασφαλίστρων σε σχέση με υφιστάμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις που αναμένεται να εισπραχθούν στο μέλλον, αλλά ενδέχεται να μην εισπραχθούν για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από το ότι έχει επέλθει το ασφαλισμένο συμβάν, ανεξάρτητα από τα νομικά ή συμβατικά δικαιώματα του αντισυμβαλλομένου να διακόψει το ασφαλιστήριο·

47.

«ασφάλιση ενυπόθηκων δανείων»: ασφάλιση πιστώσεων που παρέχει κάλυψη στους δανειστές σε περίπτωση αθέτησης των ενυπόθηκων δανείων τους·

48.

«θυγατρική επιχείρηση»: κάθε θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των θυγατρικών της·

49.

«συνδεδεμένη επιχείρηση»: είτε θυγατρική επιχείρηση ή άλλη επιχείρηση στην οποία υπάρχει συμμετοχή, είτε επιχείρηση που συνδέεται με άλλη επιχείρηση με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΟΚ·

50.

«ρυθμιζόμενη επιχείρηση»: «ρυθμιζόμενη οντότητα» κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 4) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4)·

51.

«μη ρυθμιζόμενη επιχείρηση»: κάθε επιχείρηση, εκτός από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 4) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ·

52.

«μη ρυθμιζόμενη επιχείρηση η οποία ασκεί χρηματοοικονομικές δραστηριότητες»: μη ρυθμιζόμενη επιχείρηση η οποία ασκεί μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), όταν οι εν λόγω δραστηριότητες αποτελούν σημαντικό μέρος της συνολικής της δραστηριότητας·

53.

«επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: μη ρυθμιζόμενη επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κυριότητα ή διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, στη διαχείριση υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων, υπηρεσιών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ή σε παρεμφερή δραστηριότητα επικουρικής φύσης ως προς την κύρια δραστηριότητα μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων·

54.

«εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ»: εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή εταιρεία επενδύσεων που διαθέτει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 27 της εν λόγω οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει ορίσει εταιρεία διαχείρισης κατ' εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας·

55.

«διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων»: ο διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

56.

«ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών»: ιδρύματα κατά την έννοια του άρθρου 6 στοιχείο α) της οδηγίας 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6)·

57.

«εγχώρια ασφαλιστική επιχείρηση»: επιχείρηση που έχει αδειοδοτηθεί και υπόκειται στην εποπτεία εποπτικών αρχών τρίτης χώρας, για την οποία θα απαιτείτο άδεια ασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εάν η έδρα της επιχείρησης ήταν στην Ένωση·

58.

«εγχώρια αντασφαλιστική επιχείρηση»: επιχείρηση που έχει αδειοδοτηθεί και υπόκειται στην εποπτεία εποπτικών αρχών τρίτης χώρας, για την οποία θα απαιτείτο άδεια αντασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εάν η έδρα της επιχείρησης ήταν στην Ένωση.

Άρθρο 2

Η κρίση των εμπειρογνωμόνων

1.   Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υιοθετούν παραδοχές σχετικά με κανόνες που αφορούν την αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, τις τεχνικές προβλέψεις, τα ίδια κεφάλαια, τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και τους επενδυτικούς κανόνες, οι εν λόγω παραδοχές βασίζονται στην εμπειρογνωμοσύνη προσώπων που διαθέτουν τις σχετικές γνώσεις, την πείρα και την κατανόηση των εγγενών κινδύνων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής δραστηριότητας.

2.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εξασφαλίζουν, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, ότι οι εσωτερικοί χρήστες των σχετικών παραδοχών ενημερώνονται σχετικά με το περιεχόμενο, την αξιοπιστία και τους περιορισμούς τους. Για τον σκοπό αυτό, οι εξωτερικοί φορείς παροχής υπηρεσιών, στους οποίους έχουν ανατεθεί καθήκοντα ή δραστηριότητες, θεωρούνται εσωτερικοί χρήστες.

ΤΜΗΜΑ 2

Εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις

Άρθρο 3

Σύνδεση των αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας με τις βαθμίδες πιστοληπτικής ποιότητας

Η κλίμακα βαθμίδων πιστοληπτικής ποιότητας που αναφέρεται στο άρθρο 109α παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ περιλαμβάνει τις βαθμίδες πιστοληπτικής ποιότητας 0 έως 6.

Άρθρο 4

Γενικές απαιτήσεις σχετικά με τη χρήση των αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας

1.   Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο, μόνο εφόσον έχει εκδοθεί από εξωτερικό οργανισμό πιστοληπτικών αξιολογήσεων (ΕΟΠΑ) ή έχει προσυπογραφεί από ΕΟΠΑ, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7).

2.   Οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ορίζουν έναν ή περισσότερους ΕΟΠΑ για να διενεργούν τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο.

3.   Η χρήση πιστοληπτικών αξιολογήσεων είναι συνεπής και οι εν λόγω αξιολογήσεις δεν χρησιμοποιούνται επιλεκτικά.

4.   Κατά τη χρήση πιστοληπτικών αξιολογήσεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις συμμορφώνονται με όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις:

α)

όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις ενός καθορισμένου για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ για συγκεκριμένη κατηγορία στοιχείων, χρησιμοποιεί αυτές τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις κατά τρόπο συνεπή για όλα τα στοιχεία που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία·

β)

όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις ενός καθορισμένου για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ, τις χρησιμοποιεί σε συνεχή βάση και με διαχρονική συνέπεια·

γ)

μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση χρησιμοποιεί μόνο τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ΕΟΠΑ που λαμβάνουν υπόψη όλα τα ποσά που τού οφείλονται τόσο σε κεφάλαιο όσο και σε τόκους·

δ)

εάν για ένα διαβαθμισμένο στοιχείο είναι διαθέσιμη μία μόνο πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, αυτή η πιστοληπτική αξιολόγηση χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για το στοιχείο αυτό·

ε)

εάν υπάρχουν διαθέσιμες δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ οι οποίες αντιστοιχούν σε διαφορετικές παραμέτρους για ένα διαβαθμισμένο στοιχείο, χρησιμοποιείται η αξιολόγηση που παράγει την υψηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση·

στ)

εάν για ένα διαβαθμισμένο στοιχείο είναι διαθέσιμες περισσότερες από δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ, χρησιμοποιούνται οι δύο αξιολογήσεις που αντιστοιχούν στις δύο χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις. Εάν οι δύο χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις διαφέρουν, χρησιμοποιείται η αξιολόγηση που παράγει τη μεγαλύτερη κεφαλαιακή απαίτηση από αυτές τις δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις. Εάν οι δύο χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι ίδιες, χρησιμοποιείται η αξιολόγηση που παράγει τη μεγαλύτερη κεφαλαιακή απαίτηση από αυτές τις δύο πιστοληπτικές αξιολογήσεις·

ζ)

όταν είναι διαθέσιμες, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τόσο τις ζητηθείσες όσο και τις μη ζητηθείσες αξιολογήσεις.

5.   Όταν ένα στοιχείο αποτελεί μέρος των μεγαλύτερων ή περισσότερο περίπλοκων πιστωτικών ανοιγμάτων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η επιχείρηση παράγει τη δική της εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση του στοιχείου και το κατανέμει σε μία από τις επτά βαθμίδες σε μια κλίμακα πιστοληπτικής ποιότητας. Όταν η εσωτερική αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας παράγει χαμηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση από εκείνη που παράγεται από τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ, τότε η εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση δεν λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.

6.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 5, τα μεγαλύτερα ή περισσότερο περίπλοκα πιστωτικά ανοίγματα μιας επιχείρησης περιλαμβάνουν θέσεις τιτλοποίησης του τύπου 2, όπως αναφέρεται στο άρθρο 177 παράγραφος 3 και θέσεις επανατιτλοποίησης.

Άρθρο 5

Πιστοληπτική αξιολόγηση εκδοτών και εκδόσεων

1.   Όταν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση για συγκεκριμένο πρόγραμμα έκδοσης χρεογράφων ή για πιστωτική διευκόλυνση όπου ανήκει το στοιχείο που συνιστά το πιστωτικό άνοιγμα, χρησιμοποιείται αυτή η πιστοληπτική αξιολόγηση.

2.   Εάν δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση που να μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα στο στοιχείο που συνιστά το άνοιγμα, αλλά υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση για δεδομένο πρόγραμμα έκδοσης χρεογράφων ή πιστωτική διευκόλυνση όπου δεν ανήκει το στοιχείο αυτό ή υπάρχει γενική πιστοληπτική αξιολόγηση για τον εκδότη, αυτή η πιστοληπτική αξιολόγηση χρησιμοποιείται σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω περιπτώσεις:

α)

παράγει την ίδια ή υψηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση από ό,τι σε άλλη περίπτωση και το εν λόγω πιστωτικό άνοιγμα έχει την ίδια ή χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από εκείνη του δεδομένου προγράμματος έκδοσης χρεογράφων ή πιστωτικής διευκόλυνσης ή, κατά περίπτωση, από εκείνη των μη εξασφαλισμένων ανοιγμάτων εξοφλητικής προτεραιότητας του ίδιου εκδότη·

β)

παράγει την ίδια ή χαμηλότερη κεφαλαιακή απαίτηση από ό,τι σε άλλη περίπτωση και το εν λόγω άνοιγμα έχει την ίδια ή υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από εκείνη του δεδομένου προγράμματος έκδοσης χρεογράφων ή πιστωτικής διευκόλυνσης ή, κατά περίπτωση, από εκείνη των μη εξασφαλισμένων ανοιγμάτων εξοφλητικής προτεραιότητας του ίδιου εκδότη.

Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θεωρούν ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτόν ΕΟΠΑ για το άνοιγμα.

3.   Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις εκδοτών εντός ομίλου εταιρειών δεν χρησιμοποιούνται ως πιστοληπτικές αξιολογήσεις άλλου εκδότη του ιδίου εταιρικού ομίλου.

Άρθρο 6

Διπλή αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας για θέσεις τιτλοποίησης

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 παράγραφος 4 στοιχείο δ), όταν είναι διαθέσιμη μία μόνο πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ για μια θέση τιτλοποίησης, δεν χρησιμοποιείται η εν λόγω πιστοληπτική αξιολόγηση. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για το εν λόγω στοιχείο συνάγονται ως εάν να μην υπήρχε πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτόν ΕΟΠΑ.

ΚΕΦΑΛΑIΟ II

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ

Άρθρο 7

Παραδοχές αποτίμησης

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού βάσει της παραδοχής ότι η επιχείρηση ασκεί τις δραστηριότητές της σε συνθήκες συνεχούς λειτουργίας.

Άρθρο 8

Πεδίο εφαρμογής

Τα άρθρα 9 έως 16 εφαρμόζονται για την αναγνώριση και την αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, εκτός των τεχνικών προβλέψεων.

Άρθρο 9

Μεθοδολογία αποτίμησης — γενικές αρχές

1.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002.

2.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω πρότυπα περιλαμβάνουν μεθόδους αποτίμησης που είναι συνεπείς με τη μέθοδο αποτίμησης που καθορίζεται στο άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Όταν τα πρότυπα αυτά προβλέπουν τη χρήση περισσότερων από μία μεθόδων αξιολόγησης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν μόνον τις μεθόδους αποτίμησης που είναι σύμφωνες με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

3.   Όταν οι μέθοδοι αποτίμησης που περιλαμβάνονται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 δεν είναι σύμφωνα, είτε προσωρινά είτε σε μόνιμη βάση, με τη μέθοδο αποτίμησης που ορίζεται στο άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν άλλες μεθόδους αποτίμησης που θεωρούνται συμβατές με τις διατάξεις του άρθρου 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

4.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2, και ιδίως τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας που ορίζεται στο άρθρο 29 παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να αναγνωρίζουν και να αποτιμούν ένα περιουσιακό στοιχείο ή μια υποχρέωση με βάση τη μέθοδο αποτίμησης που χρησιμοποιούν για την κατάρτιση των ετήσιων ή των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)

η μέθοδος αποτίμησης είναι σύμφωνη με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)

η μέθοδος αποτίμησης είναι ανάλογη με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που είναι εγγενείς της επιχειρηματικής δραστηριότητας της επιχείρησης·

γ)

η επιχείρηση δεν αποτιμά το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο ή την υποχρέωση χρησιμοποιώντας διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 στις οικονομικές καταστάσεις της·

δ)

η αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού με τη χρήση των διεθνών λογιστικών προτύπων θα επέβαλε στην επιχείρηση δυσανάλογα μεγάλα έξοδα σε σχέση με το σύνολο των διοικητικών δαπανών.

5.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα επιμέρους περιουσιακά στοιχεία χωριστά.

6.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τις επιμέρους υποχρεώσεις χωριστά.

Άρθρο 10

Μεθοδολογία αποτίμησης — ιεράρχηση αποτίμησης

1.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, κατά την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφοι 1, 2 και 3, ακολουθούν την ιεράρχηση αποτίμησης που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 7, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του στοιχείου ενεργητικού ή παθητικού, εάν οι συμμετέχοντες στην αγορά θα ελάμβαναν υπόψη τα εν λόγω χαρακτηριστικά κατά την τιμολόγηση του στοιχείου ενεργητικού ή παθητικού κατά την ημερομηνία της αποτίμησης, καθώς και την κατάσταση και τη θέση του στοιχείου ενεργητικού ή παθητικού και τους περιορισμούς, εάν υπάρχουν, όσον αφορά την πώληση ή τη χρήση του στοιχείου ενεργητικού.

2.   Ως προεπιλεγμένη μέθοδο αποτίμησης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού χρησιμοποιώντας τις χρηματιστηριακές τιμές σε ενεργή αγορά για τα ίδια στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού.

3.   Όταν δεν είναι δυνατή η χρήση των χρηματιστηριακών τιμών σε ενεργές αγορές για τα ίδια περιουσιακά στοιχεία ή τις υποχρεώσεις, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού χρησιμοποιώντας χρηματιστηριακές τιμές σε ενεργούς αγορές για παρόμοια στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις, με αναπροσαρμογές ώστε να αντανακλώνται οι διαφορές. Οι εν λόγω προσαρμογές αντικατοπτρίζουν παράγοντες που αφορούν το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο ή την υποχρέωση και περιλαμβάνουν όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

την κατάσταση ή τη θέση του στοιχείου ενεργητικού ή παθητικού·

β)

τον βαθμό στον οποίο οι εισροές αφορούν στοιχεία συγκρίσιμα με το στοιχείο ενεργητικού ή παθητικού· και

γ)

τον όγκο ή το επίπεδο δραστηριότητας στις αγορές στις οποίες παρατηρούνται οι εισροές.

4.   Η χρήση των χρηματιστηριακών τιμών από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις βασίζεται στα κριτήρια για τις ενεργές αγορές, όπως ορίζεται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002.

5.   Όταν δεν πληρούνται τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 4, με την επιφύλαξη διαφορετικών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν εναλλακτικές μεθόδους αποτίμησης.

6.   Όταν χρησιμοποιούν εναλλακτικές μεθόδους αποτίμησης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις βασίζονται όσο το δυνατόν λιγότερο σε στοιχεία της συγκεκριμένης επιχείρησης και κάνουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη χρήση στοιχείων της αγοράς που περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

χρηματιστηριακές τιμές για πανομοιότυπα ή παρεμφερή στοιχεία ενεργητικού ή υποχρεώσεις σε αγορές που δεν είναι ενεργές·

β)

δεδομένα εκτός από τις επίσημες τιμές που είναι παρατηρήσιμες για το στοιχείο ενεργητικού ή την υποχρέωση, μεταξύ άλλων τα επιτόκια και καμπύλες απόδοσης παρατηρήσιμες σε κοινώς καθοριζόμενα διαστήματα, τις τεκμαρτές μεταβλητότητες και τα πιστωτικά περιθώρια·

γ)

δεδομένα που βασίζονται στην αγορά, τα οποία ενδέχεται να μην είναι άμεσα παρατηρήσιμα, αλλά βασίζονται σε παρατηρήσιμα δεδομένα της αγοράς ή στηρίζονται από αυτά.

Όλα τα εν λόγω δεδομένα της αγοράς προσαρμόζονται ως προς τους παράγοντες που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Στον βαθμό που δεν υπάρχουν διαθέσιμα παρατηρήσιμα δεδομένα, και σε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει ελάχιστη ή καμία δραστηριότητα στην αγορά για το περιουσιακό στοιχείο ή την υποχρέωση κατά την ημερομηνία της αποτίμησης, οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν μη παρατηρήσιμα δεδομένα που αντανακλούν τις παραδοχές που θα χρησιμοποιούσαν οι συμμετέχοντες στην αγορά κατά την τιμολόγηση του περιουσιακού στοιχείου ή της υποχρέωσης, συμπεριλαμβανομένων των υποθέσεων σχετικά με τον κίνδυνο. Όταν χρησιμοποιούν μη παρατηρήσιμα δεδομένα, οι επιχειρήσεις προσαρμόζουν δεδομένα που αφορούν μια συγκεκριμένη επιχείρηση, εάν από τα εύλογα διαθέσιμα δεδομένα συνάγεται ότι άλλοι συμμετέχοντες στην αγορά θα χρησιμοποιούσαν διαφορετικά δεδομένα ή εάν υπάρχει κάποιο στοιχείο που αφορά ειδικά την επιχείρηση, το οποίο δεν είναι διαθέσιμο σε άλλους συμμετέχοντες στην αγορά.

Κατά την αξιολόγηση των παραδοχών σχετικά με τον κίνδυνο που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, οι επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο που είναι συνυφασμένος με τη συγκεκριμένη τεχνική αποτίμησης που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της εύλογης αξίας και του κινδύνου που ενυπάρχει στα δεδομένα της εν λόγω τεχνικής αποτίμησης.

7.   Οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τεχνικές αποτίμησης σύμφωνες με μία ή περισσότερες από τις κατωτέρω προσεγγίσεις, όταν χρησιμοποιούν εναλλακτικές μεθόδους αποτίμησης:

α)

προσέγγιση βάσει της αγοράς, η οποία χρησιμοποιεί τιμές και άλλες συναφείς πληροφορίες που προκύπτουν από συναλλαγές της αγοράς και περιλαμβάνουν πανομοιότυπα ή παρεμφερή στοιχεία ενεργητικού, υποχρεώσεις ή σύνολα στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων. Οι τεχνικές αποτίμησης που είναι σύμφωνες με την προσέγγιση βάσει της αγοράς περιλαμβάνουν αποτίμηση βάσει συγκεκριμένου μοντέλου (matrix pricing)·

β)

προσέγγιση βάσει εισοδήματος, η οποία μετατρέπει μελλοντικά ποσά, όπως οι ταμειακές ροές ή έσοδα ή δαπάνες, σε ένα ενιαίο τρέχον ποσό. Η εύλογη αξία αντανακλά τις τρέχουσες προσδοκίες της αγοράς σε σχέση με τα εν λόγω μελλοντικά ποσά. Στις τεχνικές αποτίμησης που συνάδουν με την προσέγγιση βάσει εισοδήματος περιλαμβάνονται οι τεχνικές της παρούσας αξίας, τα μοντέλα τιμολόγησης δικαιωμάτων προαίρεσης και η μέθοδος πλεοναζόντων κερδών (excess earnings) πολλαπλών χρήσεων·

γ)

η προσέγγιση βάσει κόστους ή η προσέγγιση τρέχοντος κόστους αντικατάστασης αντανακλά το ποσό που θα απαιτείτο σήμερα για την αντικατάσταση της ικανότητας χρήσης ενός περιουσιακού στοιχείου. Από την οπτική ενός πωλητή-συμμετέχοντα στην αγορά, η τιμή που θα ελάμβανε για το περιουσιακό στοιχείο βασίζεται στο κόστος για έναν αγοραστή-συμμετέχοντα στην αγορά για να αποκτήσει ή να κατασκευάσει ένα υποκατάστατο περιουσιακό στοιχείο συγκρίσιμης ποιότητας, προσαρμοσμένο βάσει παλαίωσης.

Άρθρο 11

Αναγνώριση ενδεχόμενων υποχρεώσεων

1.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν ως υποχρεώσεις τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις, όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 9 του παρόντος κανονισμού, οι οποίες είναι σημαντικές.

2.   Ενδεχόμενες υποχρεώσεις είναι σημαντικές, εάν η ενημέρωση σχετικά με το υφιστάμενο ή δυνητικό μέγεθος ή τη φύση των εν λόγω υποχρεώσεων θα μπορούσε να επηρεάσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων ή την απόφαση του χρήστη στον οποίο απευθύνονται οι πληροφορίες αυτές, συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών αρχών.

Άρθρο 12

Μέθοδοι αποτίμησης υπεραξίας και άυλων στοιχείων ενεργητικού

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν την αξία των κατωτέρω περιουσιακών στοιχείων ως μηδενική:

1.

της υπεραξίας·

2.

άυλων στοιχείων ενεργητικού πλην της υπεραξίας, εκτός εάν το άυλο στοιχείο ενεργητικού μπορεί να πωληθεί χωριστά και οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να αποδείξουν ότι υπάρχει αξία για τα ίδια ή για παρεμφερή στοιχεία ενεργητικού, που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2· στην περίπτωση αυτή, το περιουσιακό στοιχείο αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 10.

Άρθρο 13

Μέθοδοι αποτίμησης για συνδεδεμένες επιχειρήσεις

1.   Για τους σκοπούς της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων μεμονωμένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τις συμμετοχές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σύμφωνα με την ακόλουθη ιεράρχηση μεθόδων:

α)

χρησιμοποιώντας την προεπιλεγμένη μέθοδο αποτίμησης, που ορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού·

β)

χρησιμοποιώντας την αναφερόμενη στην παράγραφο 3 προσαρμοσμένη μέθοδο της καθαρής θέσης, όταν δεν είναι δυνατή η αποτίμηση σύμφωνα με το στοιχείο α)·

γ)

χρησιμοποιώντας είτε τη μέθοδο που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, είτε εναλλακτικές μεθόδους αποτίμησης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλοι οι κατωτέρω όροι:

i)

καμία αποτίμηση δεν είναι δυνατή σύμφωνα με το στοιχείο α) ούτε με το στοιχείο β)·

ii)

η επιχείρηση δεν είναι θυγατρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, για τους σκοπούς της αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και των υποχρεώσεων μεμονωμένων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τις συμμετοχές στις κατωτέρω επιχειρήσεις ως μηδενικές:

α)

επιχειρήσεις οι οποίες εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της εποπτείας ομίλων, βάσει του άρθρου 214 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)

επιχειρήσεις που αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια που είναι επιλέξιμα για τη φερεγγυότητα του ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 229 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

3.   Σύμφωνα με την αναφερόμενη στην παράγραφο 1 στοιχείο β) προσαρμοσμένη μέθοδο της καθαρής θέσης, η συμμετέχουσα επιχείρηση οφείλει να αποτιμήσει τις συμμετοχές της σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις με βάση το μερίδιο που κατέχει η συμμετέχουσα επιχείρηση επί του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού της συνδεδεμένης επιχείρησης.

4.   Κατά τον υπολογισμό της θετικής διαφοράς μεταξύ του ενεργητικού και του παθητικού των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, η συμμετέχουσα επιχείρηση αποτιμά τα επιμέρους στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της επιχείρησης σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και, όταν η συνδεδεμένη επιχείρηση είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή φορέας ειδικού σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 211 της ίδιας οδηγίας, τις τεχνικές προβλέψεις σύμφωνα με τα άρθρα 76 έως 85 της εν λόγω οδηγίας.

5.   Κατά τον υπολογισμό της θετικής διαφοράς μεταξύ του ενεργητικού και του παθητικού συνδεδεμένων επιχειρήσεων, πλην των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, η συμμετέχουσα επιχείρηση μπορεί να θεωρήσει ότι η μέθοδος της καθαρής θέσης, όπως ορίζεται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, είναι σύμφωνη με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όταν δεν είναι εφικτή η αποτίμηση μεμονωμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σύμφωνα με την παράγραφο 4. Στις περιπτώσεις αυτές, η συμμετέχουσα επιχείρηση αφαιρεί από την αξία της συνδεδεμένης επιχείρησης την αξία της υπεραξίας και άλλων άυλων στοιχείων ενεργητικού η οποία θα μπορούσε να αποτιμηθεί ως μηδενική, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

6.   Εφόσον πληρούνται τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού, και όταν δεν είναι δυνατή η χρήση των μεθόδων αποτίμησης που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), οι συμμετοχές σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις μπορούν να αποτιμώνται βάσει της μεθόδου αποτίμησης την οποία χρησιμοποιεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για την κατάρτιση των ετήσιων ή των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, η συμμετέχουσα επιχείρηση αφαιρεί από την αξία της συνδεδεμένης επιχείρησης την αξία της υπεραξίας και άλλων άυλων στοιχείων ενεργητικού η οποία θα μπορούσε να αποτιμηθεί ως μηδενική, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 14

Μέθοδοι αποτίμησης για ειδικές υποχρεώσεις

1.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις, όπως αναφέρεται στα διεθνή λογιστικά πρότυπα, τα οποία υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα κατά την αρχική αναγνώριση. Δεν γίνεται καμία μεταγενέστερη προσαρμογή για να ληφθεί υπόψη η μεταβολή της ιδίας πιστοληπτικής διαβάθμισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης μετά την αρχική αναγνώριση.

2.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις που έχουν αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 11. Η αξία των ενδεχόμενων υποχρεώσεων ισούται με την αναμενόμενη παρούσα αξία των μελλοντικών ταμειακών ροών, που απαιτείται για να διακανονιστεί η ενδεχόμενη υποχρέωση κατά τη διάρκεια ζωής της εν λόγω ενδεχόμενης υποχρέωσης, με τη χρήση της βασικής καμπύλης επιτοκίων άνευ κινδύνου.

Άρθρο 15

Αναβαλλόμενοι φόροι

1.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν και αποτιμούν την αξία των αναβαλλόμενων φόρων σε σχέση με όλα τα στοιχεία ενεργητικού και τις υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών προβλέψεων, που αναγνωρίζονται για σκοπούς φερεγγυότητας ή για φορολογικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 9.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτιμούν τους αναβαλλόμενους φόρους, εκτός από τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που προκύπτουν από τη μεταφορά αχρησιμοποίητων πιστώσεων φόρου και τη μεταφορά αχρησιμοποίητων φορολογικών ζημιών, με βάση τη διαφορά μεταξύ των αξιών που αποδίδονται σε στοιχεία ενεργητικού και παθητικού που αναγνωρίζονται και αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και, σε περίπτωση τεχνικών προβλέψεων, σύμφωνα με τα άρθρα 76 έως 85 της οδηγίας αυτής, και των αξιών που αποδίδονται στα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού που αναγνωρίζονται και αποτιμώνται για φορολογικούς σκοπούς.

3.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδίδουν θετική αξία στις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, μόνον όταν είναι πιθανό να υπάρξει μελλοντικό φορολογητέο κέρδος έναντι του οποίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση, λαμβάνοντας υπόψη κάθε νομική ή ρυθμιστική απαίτηση σχετικά με τα χρονικά όρια για τη μεταφορά αχρησιμοποίητων φορολογικών ζημιών ή η μεταφορά αχρησιμοποίητων πιστώσεων φόρου.

Άρθρο 16

Αποκλεισμός μεθόδων αποτίμησης

1.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν αποτιμούν την αξία χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων βάσει κόστους ή αποσβεσμένου κόστους.

2.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν εφαρμόζουν υποδείγματα αποτίμησης που αποτιμούν την αξία στη χαμηλότερη αξία μεταξύ της λογιστικής αξίας και της εύλογης αξίας, αφαιρουμένου του κόστους πώλησης.

3.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν αποτιμούν την αξία ακινήτων, επενδύσεων σε ακίνητα, εγκαταστάσεων και εξοπλισμού με μοντέλα κόστους, όταν η αξία του περιουσιακού στοιχείου προσδιορίζεται ως το κόστος μείον αποσβέσεις και απομείωση αξίας.

4.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που είναι μισθωτές ή εκμισθωτές σε χρηματοδοτική μίσθωση τηρούν όλα τα ακόλουθα, κατά την αποτίμηση στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων σε μια συμφωνία χρηματοδοτικής μίσθωσης:

α)

τα μισθωμένα περιουσιακά στοιχεία αποτιμώνται στην εύλογη αξία τους·

β)

για τους σκοπούς του καθορισμού της παρούσας αξίας των ελάχιστων καταβλητέων πληρωμών λιανικής χρηματοδοτικής μίσθωσης χρησιμοποιούνται δεδομένα της αγοράς και δεν γίνεται καμία μεταγενέστερη προσαρμογή για να ληφθεί υπόψη η ιδία πιστοληπτική διαβάθμιση της επιχείρησης·

γ)

δεν εφαρμόζεται αποτίμηση αποσβεσμένου κόστους.

5.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προσαρμόζουν την καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία των αποθεμάτων λαμβάνοντας υπόψη το εκτιμώμενο κόστος ολοκλήρωσης και το εκτιμώμενο κόστος που είναι αναγκαίο για να πραγματοποιηθεί η πώληση, όταν τα έξοδα αυτά είναι σημαντικά. Τα εν λόγω έξοδα θεωρούνται σημαντικά, όταν ο μη συνυπολογισμός τους θα μπορούσε να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων ή την κρίση των χρηστών του ισολογισμού, συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών αρχών. Δεν εφαρμόζεται αποτίμηση σε κόστος.

6.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν αποτιμούν την αξία μη χρηματικών επιχορηγήσεων σε ονομαστικό ποσό.

7.   Κατά την αποτίμηση των βιολογικών περιουσιακών στοιχείων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προσαρμόζουν την αξία προσθέτοντας το εκτιμώμενο κόστος πώλησης, εάν το εκτιμώμενο κόστος της πώλησης είναι σημαντικό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 17

Αναγνώριση και άρση της αναγνώρισης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων

Για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης και του περιθωρίου κινδύνου των τεχνικών προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική υποχρέωση την ημερομηνία κατά την οποία η επιχείρηση καθίσταται μέρος της σύμβασης με την οποία γεννάται η υποχρέωση ή την ημερομηνία έναρξης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής κάλυψης, αναλόγως με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναγνωρίζουν μόνο τις υποχρεώσεις εντός των ορίων της σύμβασης.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαγράφουν ασφαλιστική ή αντασφαλιστική υποχρέωση μόνον όταν έχει αποσβεστεί, λήξει, ακυρωθεί ή εκπνεύσει.

Άρθρο 18

Όριο ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης

1.   Τα όρια της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής σύμβασης καθορίζονται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 7.

2.   Όλες οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που αφορούν μονομερή δικαιώματα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να ανανεώσει ή να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της σύμβασης και τις υποχρεώσεις τους που σχετίζονται με την καταβολή ασφαλίστρων, ανήκουν στη σύμβαση, υπό την επιφύλαξη διαφορετικών διατάξεων στις παραγράφους 3 έως 6.

3.   Υποχρεώσεις που σχετίζονται με ασφαλιστική ή αντασφαλιστική κάλυψη, η οποία παρέχεται από την επιχείρηση μετά από οιαδήποτε από τις ακόλουθες ημερομηνίες, δεν ανήκουν στη σύμβαση, εκτός εάν η επιχείρηση μπορεί να υποχρεώσει τον αντισυμβαλλόμενο να καταβάλει το ασφάλιστρο για τις εν λόγω υποχρεώσεις:

α)

τη μελλοντική ημερομηνία κατά την οποία η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει δικαίωμα μονομερούς καταγγελίας της σύμβασης·

β)

τη μελλοντική ημερομηνία κατά την οποία η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει δικαίωμα να απορρίψει μονομερώς τα πληρωτέα ασφάλιστρα βάσει της σύμβασης·

γ)

τη μελλοντική ημερομηνία κατά την οποία η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει δικαίωμα να τροποποιήσει μονομερώς τα ασφάλιστρα ή τις παροχές που οφείλονται βάσει της σύμβασης, κατά τρόπο ώστε τα ασφάλιστρα να αντικατοπτρίζουν πλήρως τους κινδύνους.

Το στοιχείο γ) θεωρείται ότι εφαρμόζεται όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει δικαίωμα να τροποποιήσει μονομερώς στο μέλλον τα ασφάλιστρα ή τις παροχές ενός χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, κατά τρόπο ώστε τα ασφάλιστρα του χαρτοφυλακίου να αντανακλούν πλήρως τους κινδύνους που καλύπτονται από το χαρτοφυλάκιο.

Εντούτοις, όσον αφορά τις υποχρεώσεις ασφάλισης ζωής, όταν μια μεμονωμένη αξιολόγηση κινδύνου των υποχρεώσεων σχετικά με τον ασφαλισμένο της σύμβασης πραγματοποιείται κατά την έναρξη της σύμβασης, και η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί να επαναληφθεί πριν από την τροποποίηση των ασφαλίστρων ή των παροχών, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εκτιμούν στο επίπεδο της σύμβασης κατά πόσον τα ασφάλιστρα αντικατοπτρίζουν πλήρως τον κίνδυνο για τους σκοπούς του στοιχείου γ).

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν λαμβάνουν υπόψη τους περιορισμούς του μονομερούς δικαιώματος που αναφέρεται στα στοιχεία α), β) και γ) της παρούσας παραγράφου και τους περιορισμούς ως προς την έκταση της δυνατότητας τροποποίησης των ασφαλίστρων ή παροχών που δεν επηρεάζουν αισθητά τα οικονομικά μεγέθη της σύμβασης.

4.   Όταν η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση έχει μονομερές δικαίωμα, σύμφωνα με την παράγραφο 3, το οποίο αφορά μόνο μέρος της σύμβασης, εφαρμόζονται σε αυτό το μέρος της σύμβασης οι ίδιες αρχές που ορίζονται στην παράγραφο 3.

5.   Οι υποχρεώσεις που δεν συνδέονται με ήδη καταβληθέντα ασφάλιστρα δεν ανήκουν σε σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης, εκτός εάν η επιχείρηση μπορεί να υποχρεώσει τον αντισυμβαλλόμενο να καταβάλει το μελλοντικό ασφάλιστρο, και εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω απαιτήσεις:

α)

η σύμβαση δεν παρέχει αποζημίωση για προσδιοριζόμενο αβέβαιο γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τον ασφαλιζόμενο·

β)

η σύμβαση δεν περιλαμβάνει οικονομική εγγύηση παροχών.

Για τους σκοπούς των στοιχείων α) και β), οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν λαμβάνουν υπόψη την κάλυψη γεγονότων και εγγυήσεις που δεν επηρεάζουν αισθητά τα οικονομικά μεγέθη της σύμβασης.

6.   Όταν μια σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης μπορεί να διαχωριστεί σε δύο μέρη και όταν ένα από τα μέρη αυτά πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 5 στοιχεία α) και β), οι τυχόν υποχρεώσεις που δεν αφορούν τα ασφάλιστρα αυτού του μέρους, και τα οποία έχουν ήδη πληρωθεί, δεν ανήκουν στη σύμβαση, εκτός εάν η επιχείρηση μπορεί να υποχρεώσει τον αντισυμβαλλόμενο να καταβάλει το μελλοντικό ασφάλιστρο για το εν λόγω μέρος της σύμβασης.

7.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, για τους σκοπούς της παραγράφου 3, θεωρούν ότι τα ασφάλιστρα αντικατοπτρίζουν πλήρως τους κινδύνους που καλύπτονται από το χαρτοφυλάκιο υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης, μόνον όταν δεν υπάρχει καμία περίπτωση το ύψος των παροχών και των δαπανών που καταβάλλονται βάσει του χαρτοφυλακίου να υπερβαίνει το ποσό των πληρωτέων ασφαλίστρων βάσει του χαρτοφυλακίου.

ΤΜΗΜΑ 2

Ποιότητα δεδομένων

Άρθρο 19

Δεδομένα που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων

1.   Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων θεωρούνται πλήρη, για τους σκοπούς του άρθρου 82 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα δεδομένα περιλαμβάνουν επαρκή ιστορικά στοιχεία για την αξιολόγηση των χαρακτηριστικών των υποκείμενων κινδύνων και για τον προσδιορισμό των τάσεων των κινδύνων·

β)

τα εν λόγω δεδομένα είναι διαθέσιμα για καθεμία από τις σχετικές ομοιογενείς ομάδες κινδύνου που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων και δεν αποκλείεται, χωρίς αιτιολόγηση, η χρήση κανενός από αυτά τα δεδομένα για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

2.   Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων θεωρούνται ακριβή, για τους σκοπούς του άρθρου 82 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μόνον όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα δεδομένα είναι απαλλαγμένα από ουσιώδη σφάλματα·

β)

τα δεδομένα από διαφορετικές χρονικές περιόδους που χρησιμοποιούνται για την ίδια εκτίμηση είναι συνεκτικά·

γ)

τα δεδομένα καταχωρίζονται εγκαίρως και με διαχρονική συνέπεια.

3.   Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων θεωρούνται κατάλληλα, για τους σκοπούς του άρθρου 82 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μόνον όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα δεδομένα είναι συνεπή με τους σκοπούς για τους οποίους θα χρησιμοποιηθούν·

β)

ο όγκος και η φύση των δεδομένων εγγυώνται ότι οι εκτιμήσεις που γίνονται, κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων με βάση τα στοιχεία εκτίμησης, δεν περιέχουν ουσιώδη σφάλματα·

γ)

τα δεδομένα είναι συνεπή με τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι αναλογιστικές και στατιστικές τεχνικές που εφαρμόζονται κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

δ)

τα δεδομένα αντικατοπτρίζουν ορθά τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένες οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όσον αφορά τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές τους υποχρεώσεις·

ε)

τα δεδομένα έχουν συλλεγεί, υποστεί επεξεργασία και εφαρμόζονται με διαφανή και δομημένο τρόπο, με βάση μια τεκμηριωμένη διαδικασία που περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

i)

τον ορισμό των κριτηρίων για την ποιότητα των δεδομένων και την αξιολόγηση της ποιότητας των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών ποιοτικών και ποσοτικών προτύπων για διαφορετικά σύνολα δεδομένων·

ii)

τη χρήση και τον καθορισμό παραδοχών κατά τη συλλογή, την επεξεργασία και την εφαρμογή των δεδομένων·

iii)

τη διαδικασία για τις επικαιροποιήσεις δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της συχνότητας των τακτικών ενημερώσεων και των περιστάσεων που ενεργοποιούν πρόσθετες ενημερώσεις.

στ)

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εξασφαλίζουν ότι τα δεδομένα χρησιμοποιούνται με διαχρονική συνέπεια κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), ένα σφάλμα εκτίμησης στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων θεωρείται σημαντικό, εάν θα μπορούσε να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων ή την κρίση των χρηστών του αποτελέσματος του υπολογισμού, συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών αρχών.

4.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν δεδομένα από εξωτερική πηγή, υπό την προϋπόθεση ότι, εκτός από την εκπλήρωση των απαιτήσεων που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 4, πληρούνται όλες οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να αποδείξουν ότι η χρήση των εν λόγω δεδομένων είναι καταλληλότερη από τη χρήση δεδομένων που παρέχονται αποκλειστικά από εσωτερική πηγή·

β)

οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις γνωρίζουν την προέλευση των εν λόγω δεδομένων και τις παραδοχές ή τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία των δεδομένων αυτών·

γ)

οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εντοπίζουν τυχόν τάσεις των εν λόγω δεδομένων και τη μεταβολή, με την πάροδο του χρόνου ή μεταξύ των στοιχείων, των παραδοχών και μεθοδολογιών κατά τη χρήση των εν λόγω δεδομένων·

δ)

οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να αποδείξουν ότι οι παραδοχές και μεθοδολογίες που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ) αντικατοπτρίζουν τα χαρακτηριστικά του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 20

Περιορισμοί των δεδομένων

Όταν τα δεδομένα δεν είναι σύμφωνα με το άρθρο 19, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τεκμηριώνουν κατάλληλα τους περιορισμούς των δεδομένων, που περιλαμβάνουν περιγραφή του κατά πόσον και με ποιον τρόπο θα διορθωθούν οι εν λόγω περιορισμοί και των λειτουργιών εντός του συστήματος διακυβέρνησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που είναι υπεύθυνη για την εν λόγω διαδικασία. Τα δεδομένα, πριν από τις προσαρμογές για την άρση των περιορισμών, καταγράφονται και αποθηκεύονται κατάλληλα.

Άρθρο 21

Κατάλληλη χρήση των κατά προσέγγιση υπολογισμών της βέλτιστης εκτίμησης

Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν ανεπαρκή στοιχεία κατάλληλης ποιότητας για να εφαρμόσουν αξιόπιστη αναλογιστική μέθοδο, μπορούν να χρησιμοποιούν κατάλληλες προσεγγίσεις για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

η ανεπάρκεια των δεδομένων δεν οφείλεται σε ανεπαρκείς εσωτερικές διεργασίες και διαδικασίες σχετικά με τη συλλογή, την αποθήκευση ή την επικύρωση των δεδομένων που χρησιμοποιούνται για την αποτίμηση των τεχνικών προβλέψεων·

β)

η ανεπάρκεια των δεδομένων δεν μπορεί να διορθωθεί με τη χρήση εξωτερικών δεδομένων·

γ)

η επιχείρηση δεν θα μπορούσε να προσαρμόσει τα δεδομένα για να διορθωθεί η ανεπάρκεια.

ΤΜΗΜΑ 3

Μεθοδολογίες για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων

Ενότητα 1

Παραδοχές στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων

Άρθρο 22

Γενικές διατάξεις

1.   Οι παραδοχές θεωρούνται ρεαλιστικές, για τους σκοπούς του άρθρου 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εφόσον πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να εξηγήσουν και να αιτιολογήσουν κάθε μία από τις χρησιμοποιούμενες παραδοχές, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία της παραδοχής, την αβεβαιότητα που ενέχουν οι παραδοχές, καθώς και τις σχετικές εναλλακτικές παραδοχές·

β)

είναι δυνατόν να προσδιοριστούν με σαφήνεια οι συνθήκες υπό τις οποίες οι παραδοχές θα μπορούσαν να θεωρηθούν εσφαλμένες·

γ)

υπό την επιφύλαξη διαφορετικών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, οι παραδοχές βασίζονται στα χαρακτηριστικά του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, εάν είναι δυνατόν ανεξάρτητα από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που κατέχει το χαρτοφυλάκιο·

δ)

οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τις παραδοχές με τρόπο διαχρονικά συνεπή και εντός ομοιογενών ομάδων κινδύνου και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, χωρίς να προβαίνουν σε αυθαίρετες μεταβολές·

ε)

οι παραδοχές αντικατοπτρίζουν επαρκώς κάθε υποκείμενη αβεβαιότητα των ταμειακών ροών.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ), οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν πληροφορίες που αφορούν μόνον τη συγκεκριμένη επιχείρηση, μεταξύ άλλων πληροφορίες σχετικά με τη διαχείριση αξιώσεων και τις δαπάνες, όταν οι πληροφορίες αυτές αποτυπώνουν καλύτερα τα χαρακτηριστικά του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης από ό,τι οι πληροφορίες που δεν περιορίζονται στη συγκεκριμένη επιχείρηση ή όταν δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων με συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο χωρίς τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών.

2.   Οι παραδοχές χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς του άρθρου 77 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εφόσον πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ορίζουν παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές παραμέτρους της χρηματοπιστωτικής αγοράς ή σενάρια κατάλληλα και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Όταν μια ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση χρησιμοποιεί υπόδειγμα για την παραγωγή προβλέψεων για τις μελλοντικές παραμέτρους της χρηματοπιστωτικής αγοράς, τηρεί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

παράγει τιμές περιουσιακών στοιχείων που συνάδουν με τις τιμές περιουσιακών στοιχείων στις χρηματοπιστωτικές αγορές·

β)

δεν εκμεταλλεύεται καμία ευκαιρία αρμπιτράζ·

γ)

ο καθορισμός των παραμέτρων και των σεναρίων είναι σύμφωνος με την κατάλληλη καμπύλη επιτοκίου άνευ κινδύνου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 23

Μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης

1.   Οι παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης θεωρούνται ρεαλιστικές, για τους σκοπούς του άρθρου 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μόνον εφόσον πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης προσδιορίζονται κατά τρόπο αντικειμενικό·

β)

οι εικαζόμενες μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης είναι σύμφωνες με την τρέχουσα επιχειρηματική πρακτική και στρατηγική της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, που περιλαμβάνει τη χρήση τεχνικών περιορισμού του κινδύνου· όταν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι η επιχείρηση θα αλλάξει την πρακτική ή τη στρατηγική της, οι εικαζόμενες μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης είναι σύμφωνες με τις νέες πρακτικές ή τη νέα στρατηγική·

γ)

οι εικαζόμενες μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης είναι συνεκτικές μεταξύ τους·

δ)

οι εικαζόμενες μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης δεν είναι αντίθετες με καμία υποχρέωση έναντι των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων ούτε με τις εφαρμοστέες στην επιχείρηση νομικές διατάξεις·

ε)

οι εικαζόμενες μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης λαμβάνουν υπόψη τυχόν δημόσιες ενδείξεις από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ως προς τις ενέργειες στις οποίες θα αναμενόταν να προβεί ή να μην προβεί.

2.   Οι παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης είναι ρεαλιστικές και περιλαμβάνουν όλα τα ακόλουθα:

i)

σύγκριση των εικαζόμενων μελλοντικών ενεργειών διαχείρισης με ενέργειες διαχείρισης στις οποίες προέβη στο παρελθόν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

ii)

σύγκριση των μελλοντικών ενεργειών διαχείρισης που ελήφθησαν υπόψη στους τρέχοντες και σε προηγούμενους υπολογισμούς της βέλτιστης εκτίμησης·

iii)

εκτίμηση των επιπτώσεων των μεταβολών των παραδοχών σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης στην αξία των τεχνικών προβλέψεων.

Για τον σκοπό αυτό, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να εξηγήσουν κάθε απόκλιση σε σχέση με τα σημεία i) και ii), όταν το ζητήσουν οι εποπτικές αρχές και, όταν οι αλλαγές σε μια παραδοχή για μια μελλοντική ενέργεια διαχείρισης έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις τεχνικές προβλέψεις, τους λόγους αυτής της ευαισθησίας και τον τρόπο με τον οποίο η ευαισθησία λαμβάνεται υπόψη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις καταρτίζουν ολοκληρωμένο σχέδιο για τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης, εγκεκριμένο από το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο καλύπτει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τον προσδιορισμό των μελλοντικών ενεργειών διαχείρισης που είναι συναφείς με την αποτίμηση των τεχνικών προβλέψεων·

β)

τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων περιστάσεων υπό τις οποίες η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα μπορούσε ευλόγως να αναμένει να υλοποιήσει καθεμία από τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

γ)

τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων περιστάσεων υπό τις οποίες η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ενδέχεται να μην είναι σε θέση να υλοποιήσει τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης που αναφέρονται στο στοιχείο α) και περιγραφή του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις αυτές στον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων·

δ)

τη σειρά με την οποία θα υλοποιηθούν οι αναφερόμενες στο στοιχείο α) μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης και τις απαιτήσεις διακυβέρνησης που ισχύουν για τις εν λόγω μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης·

ε)

περιγραφή κάθε εν εξελίξει έργου που απαιτείται για να διασφαλιστεί ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι σε θέση να υλοποιήσει κάθε σχετική μελλοντική ενέργεια διαχείρισης που αναφέρεται στο σημείο α)·

στ)

περιγραφή του τρόπου με τον οποίο οι μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης που αναφέρονται στο στοιχείο α) έχουν ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης·

ζ)

περιγραφή των εφαρμοστέων εσωτερικών διαδικασιών υποβολής αναφορών, που καλύπτουν τις αναφερόμενες στο στοιχείο α) μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης και περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.

4.   Οι παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης λαμβάνουν υπόψη τον χρόνο που απαιτείται για την εφαρμογή των ενεργειών διαχείρισης και τα πιθανά συνακόλουθα έξοδα.

5.   Το σύστημα διασφάλισης της μετάδοσης των πληροφοριών μπορεί να θεωρηθεί αποτελεσματικό, για τους σκοπούς του άρθρου 41 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μόνον εάν οι αναφερόμενες στην παράγραφο 3 στοιχείο ζ) του παρόντος άρθρου διαδικασίες υποβολής αναφορών περιλαμβάνουν τουλάχιστον ετήσια ενημέρωση του διοικητικού, εποπτικού ή διαχειριστικού οργάνου.

Άρθρο 24

Μελλοντικές έκτακτες παροχές

Όταν οι μελλοντικές έκτακτες παροχές εξαρτώνται από τα στοιχεία ενεργητικού που κατέχει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν ως βάση για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης τα στοιχεία ενεργητικού που κατέχουν επί του παρόντος οι επιχειρήσεις και υπολογίζουν τις μελλοντικές αλλαγές στην κατανομή των στοιχείων ενεργητικού τους σύμφωνα με το άρθρο 23. Οι παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές αποδόσεις των περιουσιακών στοιχείων είναι σύμφωνες με την κατάλληλη καμπύλη των επιτοκίων άνευ κινδύνου, περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης, προσαρμογής λόγω μεταβλητότητας ή ενός μεταβατικού μέτρου για το επιτόκιο άνευ κινδύνου και της αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 25

Χωριστός υπολογισμός των μελλοντικών έκτακτων παροχών

Κατά τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προσδιορίζουν χωριστά την αξία των μελλοντικών έκτακτων παροχών.

Άρθρο 26

Η συμπεριφορά των αντισυμβαλλομένων

Κατά τον προσδιορισμό της πιθανότητας να ασκήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι τα συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των ακυρώσεων και εξαγορών συμβολαίων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναλύουν τη συμπεριφορά των αντισυμβαλλομένων κατά το παρελθόν και αξιολογούν τις προοπτικές σχετικά με την αναμενόμενη συμπεριφορά των αντισυμβαλλομένων. Η εν λόγω ανάλυση λαμβάνει υπόψη όλα τα ακόλουθα:

α)

το πόσο θετική ήταν και θα είναι η άσκηση των δικαιωμάτων από τους αντισυμβαλλομένους στις συνθήκες που επικρατούν κατά τον χρόνο άσκησης του δικαιώματος·

β)

την επίδραση των προηγούμενων και των μελλοντικών οικονομικών συνθηκών·

γ)

τις επιπτώσεις των προηγούμενων και των μελλοντικών ενεργειών διαχείρισης·

δ)

κάθε άλλη περίσταση που είναι πιθανό να επηρεάσει τις αποφάσεις των αντισυμβαλλομένων για το αν θα ασκήσουν αυτό το δικαίωμα.

Η πιθανότητα δεν θεωρείται ανεξάρτητη από τα στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ), εκτός εάν υπάρχουν εμπειρικά αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν ένα τέτοιο συμπέρασμα.

Ενότητα 2

Πληροφορίες στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός των βέλτιστων εκτιμήσεων

Άρθρο 27

Αξιοπιστία των πληροφοριών

Οι πληροφορίες θεωρούνται αξιόπιστες, για τους σκοπούς του άρθρου 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μόνον εφόσον οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν την αξιοπιστία των πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη τη συνεκτικότητα και την αντικειμενικότητα των πληροφοριών αυτών, την αξιοπιστία της πηγής των πληροφοριών και τη διαφάνεια του τρόπου παραγωγής και επεξεργασίας των πληροφοριών.

Ενότητα 3

Προβλέψεις ταμειακών ροών για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης

Άρθρο 28

Ταμειακές ροές

Η πρόβλεψη των ταμειακών ροών που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης περιλαμβάνει όλες τις ακόλουθες ταμειακές ροές, στον βαθμό που αυτές οι ταμειακές ροές σχετίζονται με υφιστάμενες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις:

α)

πληρωμές παροχών προς τους αντισυμβαλλομένους και τους δικαιούχους·

β)

πληρωμές που θα καταβάλλει η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση για τη χορήγηση συμβατικών παροχών οι οποίες καταβάλλονται σε είδος·

γ)

πληρωμές δαπανών, όπως ορίζεται στο άρθρο 78 σημείο (1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

δ)

πληρωμές ασφαλίστρων και πρόσθετες ταμειακές ροές που προκύπτουν από τα εν λόγω ασφάλιστρα·

ε)

πληρωμές μεταξύ της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και των διαμεσολαβητών, που σχετίζονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις·

στ)

πληρωμές μεταξύ της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και επιχειρήσεων επενδύσεων σε σχέση με τις συμβάσεις ασφαλιστικών προϊόντων συνδεόμενων με δείκτες και προϊόντων που συνδυάζουν ασφάλειες ζωής και επενδύσεις·

ζ)

ενισχύσεις διάσωσης και υποκατάστασης, στον βαθμό που δεν χαρακτηρίζονται ως χωριστά στοιχεία ενεργητικού ή υποχρεώσεις σύμφωνα με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα, που υιοθέτησε η Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002·

η)

πληρωμές φόρων που επιβάλλονται, ή αναμένεται να επιβληθούν, σε αντισυμβαλλομένους ή απαιτούνται για τον διακανονισμό των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών υποχρεώσεων.

Άρθρο 29

Αναμενόμενες μελλοντικές εξελίξεις στο εξωτερικό περιβάλλον

Ο υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης λαμβάνει υπόψη αναμενόμενες μελλοντικές εξελίξεις οι οποίες θα έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις ταμειακές εισροές και εκροές που απαιτούνται για τον διακανονισμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων κατά τη διάρκεια ζωής τους. Για τον σκοπό αυτό, οι μελλοντικές εξελίξεις περιλαμβάνουν δημογραφικές, νομικές, ιατρικές, τεχνολογικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και οικονομικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένου του πληθωρισμού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 78 σημείο (2) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 30

Αβεβαιότητα των ταμειακών ροών

Η πρόβλεψη των ταμειακών ροών που χρησιμοποιείται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης, ρητά ή σιωπηρά, λαμβάνει υπόψη όλες τις αβεβαιότητες στις ταμειακές ροές, συμπεριλαμβανομένων όλων των ακόλουθων χαρακτηριστικών:

α)

της αβεβαιότητας ως προς το χρονοδιάγραμμα, τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των ασφαλισμένων συμβάντων·

β)

της αβεβαιότητας ως προς τα ποσά των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της αβεβαιότητας για τον πληθωρισμό αποζημιώσεων, και ως προς την περίοδο που απαιτείται για τον διακανονισμό και την πληρωμή αποζημιώσεων·

γ)

της αβεβαιότητας ως προς το ποσό των δαπανών που αναφέρεται στο άρθρο 78 σημείο (1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

δ)

της αβεβαιότητας ως προς τις μελλοντικές εξελίξεις που αναφέρονται στο άρθρο 29, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό·

ε)

της αβεβαιότητας ως προς τη συμπεριφορά των αντισυμβαλλομένων·

στ)

της αλληλεξάρτησης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αιτιών αβεβαιότητας·

ζ)

της εξάρτησης των ταμειακών ροών από τις συνθήκες πριν από την ημερομηνία της ταμειακής ροής.

Άρθρο 31

Δαπάνες

1.   Μια πρόβλεψη δαπανών που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των βέλτιστων εκτιμήσεων λαμβάνει υπόψη όλες τις ακόλουθες δαπάνες, που αφορούν τις αναγνωρισμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 78 σημείο (1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ:

α)

διοικητικές δαπάνες·

β)

δαπάνες διαχείρισης επενδύσεων·

γ)

δαπάνες διαχείρισης αποζημιώσεων·

δ)

δαπάνες εξαγορών.

Οι αναφερόμενες στα στοιχεία α) έως δ) δαπάνες περιλαμβάνουν τα γενικά έξοδα που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων.

2.   Τα γενικά έξοδα κατανέμονται με διαχρονική συνέπεια και ρεαλιστικό και αντικειμενικό τρόπο στα μέρη της βέλτιστης εκτίμησης την οποία αφορούν.

3.   Οι δαπάνες σε σχέση με αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού λαμβάνονται υπόψη για τον χονδρικό υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης.

4.   Η πρόβλεψη δαπανών πραγματοποιείται με την παραδοχή ότι η επιχείρηση θα καταχωρίσει νέα δραστηριότητα στο μέλλον.

Άρθρο 32

Συμβατικοί όροι και χρηματοοικονομικές εγγυήσεις

Κατά τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη όλα τα ακόλουθα:

α)

όλες τις χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και τα συμβατικά δικαιώματα που περιλαμβάνονται στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις τους·

β)

όλους τους παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν την πιθανότητα να ασκήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι συμβατικά δικαιώματα ή η να ρευστοποιήσουν την αξία χρηματοοικονομικών εγγυήσεων.

Άρθρο 33

Νόμισμα της υποχρέωσης

Η βέλτιστη εκτίμηση υπολογίζεται χωριστά για τις ταμειακές ροές σε διαφορετικά νομίσματα.

Άρθρο 34

Μέθοδοι υπολογισμού

1.   Η βέλτιστη εκτίμηση υπολογίζεται με διαφάνεια και κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι η μέθοδος υπολογισμού και τα αποτελέσματα που απορρέουν από αυτήν μπορούν να ελεγχθούν από ειδικευμένο εμπειρογνώμονα.

2.   Η επιλογή της αναλογιστικής και της στατιστικής μεθόδου για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης βασίζεται στην καταλληλότητά τους να αποτυπώνουν τους κινδύνους που επηρεάζουν τις υποκείμενες ταμειακές ροές και τη φύση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων. Η αναλογιστική και η στατιστική μέθοδος είναι συνεπείς με όλα τα συναφή δεδομένα που διατίθενται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης και κάνουν χρήση αυτών των δεδομένων.

3.   Όταν μια μέθοδος υπολογισμού στηρίζεται σε δεδομένα ομαδοποιημένων συμβάσεων ασφάλισης, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εξασφαλίζουν ότι η ομαδοποίηση των ασφαλιστηρίων δημιουργεί ομοιογενείς ομάδες κινδύνου, που αντικατοπτρίζουν δεόντως τους κινδύνους της κάθε σύμβασης ασφάλισης που περιλαμβάνεται στις εν λόγω ομάδες.

4.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αναλύουν σε ποιον βαθμό η παρούσα αξία των ταμειακών ροών εξαρτάται τόσο από την αναμενόμενη έκβαση μελλοντικών γεγονότων και εξελίξεων όσο και τον τρόπο με τον οποίο το πραγματικό αποτέλεσμα σε ορισμένα σενάρια θα μπορούσε να αποκλίνει από το αναμενόμενο αποτέλεσμα.

5.   Όταν η παρούσα αξία των ταμειακών ροών εξαρτάται από μελλοντικά γεγονότα και εξελίξεις, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν μέθοδο για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης για τις ταμειακές ροές που να αντικατοπτρίζει αυτές τις εξαρτήσεις.

Άρθρο 35

Ομοιογενείς ομάδες κινδύνου υποχρεώσεων ασφάλισης ζωής

Οι προβλέψεις ταμειακών ροών που χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης για τις υποχρεώσεις ασφάλισης ζωής διεξάγονται χωριστά για κάθε σύμβαση ασφάλισης. Σε περίπτωση που ο χωριστός υπολογισμός για κάθε σύμβαση ασφάλισης θα αποτελούσε περιττή επιβάρυνση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, αυτή μπορεί να πραγματοποιήσει την πρόβλεψη με ομαδοποίηση ασφαλιστηρίων, υπό την προϋπόθεση ότι η ομαδοποίηση πληροί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές ως προς τη φύση και την πολυπλοκότητα των κινδύνων στους οποίους υπόκεινται οι συμβάσεις ασφάλισης που ανήκουν στην ίδια ομάδα κινδύνου·

β)

η ομαδοποίηση συμβάσεων ασφάλισης δεν παρουσιάζει ανακριβή εικόνα του κινδύνου στον οποίο υπόκεινται οι συμβάσεις ασφάλισης και δεν παραποιεί τις δαπάνες τους·

γ)

η ομαδοποίηση συμβάσεων ασφάλισης πιθανότατα θα δώσει περίπου τα ίδια αποτελέσματα για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης με αυτά του υπολογισμού για κάθε ασφαλιστήριο χωριστά, ιδίως σε σχέση με χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και τα συμβατικά δικαιώματα που περιλαμβάνονται στις συμβάσεις ασφάλισης.

Άρθρο 36

Υποχρεώσεις ασφαλίσεων ζημιών

1.   Η βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων ασφάλισης ζημιών υπολογίζεται χωριστά για την πρόβλεψη ασφαλίστρων και για την πρόβλεψη εκκρεμών απαιτήσεων.

2.   Η πρόβλεψη ασφαλίστρων σχετίζεται με μελλοντικά γεγονότα απαιτήσεων, που καλύπτονται από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, οι οποίες εμπίπτουν εντός των αναφερόμενων στο άρθρο 18 ορίων της σύμβασης. Οι προβλέψεις ταμειακών ροών για τον υπολογισμό της πρόβλεψης ασφαλίστρων περιλαμβάνουν παροχές, δαπάνες και ασφάλιστρα που σχετίζονται με τα εν λόγω γεγονότα.

3.   Η πρόβλεψη για εκκρεμείς αποζημιώσεις αφορά γεγονότα που έχουν ήδη συμβεί, ανεξαρτήτως του αν οι απαιτήσεις που απορρέουν από τα εν λόγω γεγονότα έχουν ή δεν έχουν δηλωθεί.

4.   Οι προβλέψεις ταμειακών ροών για τον υπολογισμό της πρόβλεψης εκκρεμών απαιτήσεων περιλαμβάνουν παροχές, δαπάνες και ασφάλιστρα που σχετίζονται με τα γεγονότα που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

Ενότητα 4

Περιθώριο κινδύνου

Άρθρο 37

Υπολογισμός του περιθωρίου κινδύνου

1.   Το περιθώριο κινδύνου για το συνολικό χαρτοφυλάκιο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων υπολογίζεται με τη χρήση του κατωτέρω μαθηματικού τύπου:

Formula

όπου:

α)

CoC είναι το επιτόκιο κόστους κεφαλαίου·

β)

το άθροισμα καλύπτει όλους τους ακέραιους αριθμούς συμπεριλαμβανομένου του 0·

γ)

SCR(t) είναι η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας που αναφέρεται στο άρθρο 38 παράγραφος 2 μετά από t έτη·

δ)

r(t + 1) είναι το βασικό επιτόκιο άνευ κινδύνου για τη διάρκεια t + 1 έτη.

Το βασικό επιτόκιο άνευ κινδύνου r(t + 1) επιλέγεται με βάση το νόμισμα που χρησιμοποιείται για τις οικονομικές καταστάσεις της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

2.   Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υπολογίζουν τις κεφαλαιακές τους απαιτήσεις φερεγγυότητας χρησιμοποιώντας εγκεκριμένο εσωτερικό υπόδειγμα και κρίνουν ότι το υπόδειγμα είναι κατάλληλο για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 2, για κάθε χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια ζωής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν το εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό των ποσών SCR(t) που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατανέμουν το περιθώριο κινδύνου για το σύνολο του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων στις κατηγορίες δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 80 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Η κατανομή αντικατοπτρίζει επαρκώς τη συμβολή των κατηγοριών δραστηριοτήτων στις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 2, κατά τη διάρκεια ζωής ολόκληρου του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων.

Άρθρο 38

Επιχείρηση αναφοράς

1.   Ο υπολογισμός του περιθωρίου κινδύνου βασίζεται σε όλες τις ακόλουθες παραδοχές:

α)

το συνολικό χαρτοφυλάκιο των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που υπολογίζει το περιθώριο κινδύνου (η αρχική επιχείρηση) εξαγοράζεται από άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση (επιχείρηση αναφοράς)·

β)

κατά παρέκκλιση από το στοιχείο α), όταν η αρχική επιχείρηση ασκεί ταυτοχρόνως και τις δύο δραστηριότητες ασφάλισης ζωής και ζημιών, σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 5 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το χαρτοφυλάκιο ασφαλιστικών υποχρεώσεων που συνδέονται με δραστηριότητες ασφάλισης ζωής και υποχρεώσεις αντασφάλισης ζωής και το χαρτοφυλάκιο ασφαλιστικών υποχρεώσεων που συνδέονται με δραστηριότητες ασφάλισης ζημιών και υποχρεώσεις αντασφάλισης ζημιών εξαγοράζονται χωριστά από δύο διαφορετικές επιχειρήσεις αναφοράς·

γ)

η μεταβίβαση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων περιλαμβάνει όλες τις συμβάσεις και ρυθμίσεις αντασφάλισης με φορείς ειδικού σκοπού που σχετίζονται με αυτές τις υποχρεώσεις·

δ)

η επιχείρηση αναφοράς δεν έχει ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις ή ίδια κεφάλαια πριν από την πραγματοποίηση της μεταβίβασης·

ε)

μετά τη μεταβίβαση, η επιχείρηση αναφοράς δεν αναλαμβάνει νέες υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης·

στ)

μετά τη μεταβίβαση, η επιχείρηση αναφοράς αντλεί επιλέξιμα ίδια κεφάλαια ισοδύναμα με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας που είναι αναγκαία για τη στήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων, καθ' όλη τη διάρκεια ζωής τους·

ζ)

μετά τη μεταβίβαση, η επιχείρηση αναφοράς έχει περιουσιακά στοιχεία που ισοδυναμούν με το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητάς της και των τεχνικών προβλέψεων, χωρίς τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

η)

τα περιουσιακά στοιχεία επιλέγονται κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιούνται οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας για τον κίνδυνο αγοράς στον οποίο είναι εκτεθειμένη η επιχείρηση αναφοράς·

θ)

οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας της επιχείρησης αναφοράς λαμβάνουν υπόψη όλους τους ακόλουθους κινδύνους:

i)

τον ασφαλιστικό κίνδυνο σε σχέση με τις μεταβιβασθείσες δραστηριότητες,

ii)

όταν είναι σημαντικός, τον κίνδυνο αγοράς που αναφέρεται στο στοιχείο η), εκτός από τον κίνδυνο επιτοκίου,

iii)

τον πιστωτικό κίνδυνο σε σχέση με τις αντασφαλιστικές συμβάσεις, συμφωνίες με φορείς ειδικού σκοπού, διαμεσολαβητές, αντισυμβαλλομένους, καθώς και κάθε άλλη σημαντική έκθεση που συνδέεται στενά με τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις,

iv)

τον λειτουργικό κίνδυνο·

ι)

η ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων, που αναφέρεται στο άρθρο 108 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, στην επιχείρηση αναφοράς αντιστοιχεί για κάθε κίνδυνο στην ικανότητα απορρόφησης ζημιών των τεχνικών προβλέψεων στην αρχική επιχείρηση·

ια)

δεν υπάρχει ικανότητα απορρόφησης ζημιών αναβαλλόμενων φόρων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 108 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, για την επιχείρηση αναφοράς·

ιβ)

η επιχείρηση αναφοράς θα εγκρίνει, με την επιφύλαξη των στοιχείων ε) και στ), μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης οι οποίες συνάδουν με τις εικαζόμενες μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23, από την αρχική επιχείρηση.

2.   Κατά τη διάρκεια ζωής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων, η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας που είναι αναγκαία για τη στήριξη των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 77 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2009/138/ΕΚ θεωρείται ότι ισούται με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας της επιχείρησης αναφοράς, βάσει των παραδοχών που ορίζονται στην παράγραφο 1.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ι), ένας κίνδυνος θεωρείται σημαντικός όταν η επίπτωσή του στον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου θα μπορούσε να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων ή την κρίση των χρηστών των εν λόγω πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών αρχών.

Άρθρο 39

Επιτόκιο του κόστους κεφαλαίου

Το επιτόκιο του κόστους κεφαλαίου που αναφέρεται στο άρθρο 77 παράγραφος 5 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ θεωρείται ότι ισούται με 6 %.

Ενότητα 5

Υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων συνολικά

Άρθρο 40

Περιστάσεις στις οποίες οι τεχνικές προβλέψεις υπολογίζονται ως σύνολο και η μέθοδος που πρέπει να χρησιμοποιείται

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 77 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η αξιοπιστία εκτιμάται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου και οι τεχνικές προβλέψεις αποτιμώνται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

2.   Η αναπαραγωγή ταμειακών ροών θεωρείται αξιόπιστη, όταν οι εν λόγω ταμειακές ροές αναπαράγονται κατά το ποσό και το χρονοδιάγραμμα σε σχέση με τους υποκείμενους κινδύνους των εν λόγω ταμειακών ροών και με όλα τα πιθανά σενάρια. Οι ακόλουθες ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις δεν μπορούν να αναπαραχθούν αξιόπιστα:

α)

οι ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις που εξαρτώνται από την πιθανότητα να ασκήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι τα συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των ακυρώσεων και εξαγορών συμβολαίων·

β)

οι ταμειακές ροές που συνδέονται με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις που εξαρτώνται από το επίπεδο, την τάση ή τη μεταβλητότητα των ποσοστών θνησιμότητας, ανικανότητας, ασθένειας και νοσηρότητας·

γ)

όλες οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων.

3.   Τα χρηματοοικονομικά μέσα θεωρούνται χρηματοοικονομικά μέσα για τα οποία μπορεί να παρατηρηθεί μια αξιόπιστη αγορά, όταν η διαπραγμάτευση των εν λόγω χρηματοοικονομικών μέσων γίνεται σε ενεργή, συγκροτημένη, ρευστή και διαφανή αγορά. Οι ενεργές αγορές είναι επίσης σύμφωνες με το άρθρο 10 παράγραφος 4.

4.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προσδιορίζουν την αξία των τεχνικών προβλέψεων στην αγοραία τιμή των χρηματοοικονομικών μέσων που χρησιμοποιούνται στην αναπαραγωγή τους.

Ενότητα 6

Ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού

Άρθρο 41

Γενικές διατάξεις

1.   Τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού υπολογίζονται σύμφωνα με τα όρια των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων τα οποία αφορούν τα εν λόγω ποσά.

2.   Τα ανακτήσιμα ποσά από φορείς ειδικού σκοπού, τα ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης πεπερασμένου κινδύνου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 210 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και τα ανακτήσιμα ποσά από άλλες αντασφαλιστικές συμβάσεις υπολογίζονται χωριστά. Τα ανακτήσιμα ποσά από φορέα ειδικού σκοπού δεν υπερβαίνουν τη συνολική μέγιστη έκθεση σε κίνδυνο αυτού του φορέα ειδικού σκοπού στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

3.   Για τον υπολογισμό των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, οι ταμειακές ροές περιλαμβάνουν μόνο πληρωμές σε σχέση με την αποζημίωση των ασφαλιστικών γεγονότων και εκκρεμείς απαιτήσεις από ασφαλίσεις. Οι πληρωμές σε σχέση με άλλα γεγονότα ή διακανονισθείσες απαιτήσεις από ασφαλίσεις εγγράφονται λογιστικά εκτός των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού και άλλα στοιχεία των τεχνικών προβλέψεων. Εάν έχει γίνει κατάθεση για τις ταμειακές ροές, τα ανακτήσιμα ποσά προσαρμόζονται αναλόγως, ώστε να αποφευχθεί διπλός υπολογισμός των στοιχείων ενεργητικού και των υποχρεώσεων που σχετίζονται με την κατάθεση.

4.   Τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού για ασφαλιστικές υποχρεώσεις στον κλάδο ζημιών υπολογίζονται χωριστά για τις προβλέψεις ασφαλίστρων και τις προβλέψεις για εκκρεμείς απαιτήσεις κατά τον ακόλουθο τρόπο:

α)

οι ταμειακές ροές που σχετίζονται με προβλέψεις για εκκρεμείς απαιτήσεις περιλαμβάνουν τις πληρωμές αποζημιώσεων που καταλογίζονται στις ακαθάριστες προβλέψεις για εκκρεμείς αποζημιώσεις της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που εκχωρεί κινδύνους·

β)

οι ταμειακές ροές που σχετίζονται με προβλέψεις ασφαλίστρων περιλαμβάνουν όλες τις άλλες πληρωμές.

5.   Όταν οι ταμειακές ροές από φορείς ειδικού σκοπού προς την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν εξαρτώνται άμεσα από απαιτήσεις έναντι της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που εκχωρεί κινδύνους, τα ανακτήσιμα ποσά από τους εν λόγω φορείς ειδικού σκοπού για μελλοντικές απαιτήσεις λαμβάνονται υπόψη μόνο στον βαθμό που είναι δυνατόν να επαληθευτεί με συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο ότι η διαρθρωτική αναντιστοιχία μεταξύ απαιτήσεων και ανακτήσιμων ποσών δεν είναι σημαντική.

Άρθρο 42

Προσαρμογή λόγω αθέτησης αντισυμβαλλομένου

1.   Οι προσαρμογές προκειμένου να ληφθούν υπόψη αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης υποχρέωσης από μέρους αντισυμβαλλομένου, που αναφέρεται στο άρθρο 81 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, υπολογίζονται χωριστά από το υπόλοιπο των ανακτήσιμων ποσών.

2.   Η προσαρμογή προκειμένου να ληφθούν υπόψη αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης υποχρέωσης από μέρους του αντισυμβαλλομένου υπολογίζεται ως η αναμενόμενη παρούσα αξία της μεταβολής των ταμειακών ροών στην οποία βασίζονται τα ανακτήσιμα ποσά από τον αντισυμβαλλόμενο, που θα προέκυπτε σε περίπτωση αθέτησης του αντισυμβαλλομένου, μεταξύ άλλων λόγω αφερεγγυότητας ή διαφοράς, σε κάποια χρονική στιγμή. Για τον σκοπό αυτό, η μεταβολή των ταμειακών ροών δεν λαμβάνει υπόψη την επίπτωση των τεχνικών μείωσης του κινδύνου που μετριάζουν τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, εκτός από τις τεχνικές μετριασμού του κινδύνου βάσει τήρησης εξασφαλίσεων. Οι τεχνικές μείωσης του κινδύνου που δεν λαμβάνονται υπόψη αναγνωρίζονται χωριστά, χωρίς αύξηση του ανακτήσιμου ποσού από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού.

3.   Ο αναφερόμενος στην παράγραφο 2 υπολογισμός λαμβάνει υπόψη τις πιθανές περιπτώσεις αθέτησης κατά τη διάρκεια ζωής της σύμβασης αντασφάλισης ή του διακανονισμού με τον φορέα ειδικού σκοπού και κατά πόσον και με ποιον τρόπο η πιθανότητα αθέτησης μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. Διενεργείται χωριστά από κάθε αντισυμβαλλόμενο και για κάθε τομέα επιχειρηματικής δραστηριότητας. Όσον αφορά την ασφάλιση ζημιών, επίσης διεξάγεται χωριστά για τις προβλέψεις ασφαλίστρων και τις προβλέψεις για εκκρεμείς απαιτήσεις.

4.   Η μέση ζημία που προκύπτει από αθέτηση υποχρεώσεων ενός αντισυμβαλλομένου, που αναφέρεται στο άρθρο 81 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, δεν αξιολογείται σε ποσοστό χαμηλότερο του 50 % των ανακτήσιμων ποσών, εξαιρουμένης της προσαρμογής που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εκτός εάν υπάρχει αξιόπιστη βάση για μια άλλη εκτίμηση.

5.   Η πιθανότητα αθέτησης ενός φορέα ειδικού σκοπού υπολογίζεται με βάση τον πιστωτικό κίνδυνο που ενυπάρχει στα στοιχεία ενεργητικού που κατέχει ο φορέας ειδικού σκοπού.

ΤΜΗΜΑ 4

Κατάλληλη καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου

Ενότητα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 43

Γενικές διατάξεις

Οι τιμές της βασικής καμπύλης επιτοκίων άνευ κινδύνου πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να επιτύχουν στην πράξη τα επιτόκια άνευ κινδύνου·

β)

τα επιτόκια προσδιορίζονται αξιόπιστα βάσει χρηματοοικονομικών μέσων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μια συγκροτημένη, ρευστή και διαφανή χρηματοπιστωτική αγορά.

Οι τιμές της κατάλληλης καμπύλης επιτοκίων άνευ κινδύνου υπολογίζονται χωριστά για κάθε νόμισμα και διάρκεια, με βάση όλες τις συναφείς πληροφορίες και τα δεδομένα σχετικά με το εκάστοτε νόμισμα και την εκάστοτε διάρκεια. Οι τιμές αυτές καθορίζονται με διαχρονικά συνεπή, διαφανή, συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο.

Ενότητα 2

Βασική καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου

Άρθρο 44

Σχετικά χρηματοοικονομικά μέσα για την εξαγωγή των επιτοκίων άνευ κινδύνου

1.   Για κάθε νόμισμα και διάρκεια, τα βασικά επιτόκια άνευ κινδύνου λαμβάνονται με βάση τα επιτόκια πράξεων ανταλλαγής επιτοκίων για τα επιτόκια του εν λόγω νομίσματος, προσαρμοσμένα ώστε να ληφθεί υπόψη ο πιστωτικός κίνδυνος.

2.   Για κάθε νόμισμα, για διάρκειες για τις οποίες δεν υπάρχουν διαθέσιμα επιτόκια συμφωνιών ανταλλαγής επιτοκίων από συγκροτημένες, ρευστές και διαφανείς χρηματοπιστωτικές αγορές, τα επιτόκια κρατικών ομολόγων που εκδίδονται σε αυτό το νόμισμα, προσαρμοσμένα για να λαμβάνεται υπόψη ο πιστωτικός κίνδυνος των κρατικών ομολόγων, χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των βασικών επιτοκίων άνευ κινδύνου, υπό την προϋπόθεση ότι τα επιτόκια αυτών των κρατικών ομολόγων προέρχονται από συγκροτημένες, ρευστές και διαφανείς χρηματοπιστωτικές αγορές.

Άρθρο 45

Προσαρμογή σε συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων για πιστωτικό κίνδυνο

Η προσαρμογή για τον πιστωτικό κίνδυνο, που αναφέρεται στο άρθρο 44 παράγραφος 1, καθορίζεται με διαχρονικά συνεπή, διαφανή, συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο. Η προσαρμογή καθορίζεται με βάση τη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων που λαμβάνουν υπόψη τον πιστωτικό κίνδυνο, ο οποίος αποτυπώνεται στο κυμαινόμενο επιτόκιο των συμφωνιών ανταλλαγής επιτοκίων και των ημερήσιων δεικτών ανταλλαγής επιτοκίων της ίδιας διάρκειας, όταν και τα δύο ποσοστά προέρχονται από συγκροτημένες, ρευστές και διαφανείς χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο υπολογισμός της προσαρμογής βασίζεται στο 50 τοις εκατό του μέσου όρου αυτής της διαφοράς σε χρονική περίοδο ενός έτους. Η προσαρμογή δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη από 10 μονάδες βάσης και υψηλότερη από 35 μονάδες βάσης.

Άρθρο 46

Παρέκταση

1.   Οι αρχές που εφαρμόζονται κατά την παρέκταση της κατάλληλης καμπύλης επιτοκίου άνευ κινδύνου είναι οι ίδιες για όλα τα νομίσματα. Το ίδιο ισχύει και για τον καθορισμό των ανώτατων ληκτοτήτων για τις οποίες είναι δυνατό να παρατηρηθούν επιτόκια σε μια συγκροτημένη, ρευστή και διαφανή αγορά και τον μηχανισμό που εξασφαλίζει μια ομαλή σύγκλιση με το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο.

2.   Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 77δ της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η παρέκταση εφαρμόζεται στα επιτόκια άνευ κινδύνου και την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο.

3.   Όταν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν το άρθρο 77β της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η παρέκταση βασίζεται στα επιτόκια άνευ κινδύνου, χωρίς προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης. Η αναφερόμενη στο εν λόγω άρθρο προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης εφαρμόζεται στα παρεκτεταμένα επιτόκια άνευ κινδύνου.

Άρθρο 47

Τελικό προθεσμιακό επιτόκιο

1.   Για κάθε νόμισμα, το αναφερόμενο στο άρθρο 46 παράγραφος 1 τελικό προθεσμιακό επιτόκιο παραμένει σταθερό με την πάροδο του χρόνου και μεταβάλλεται μόνο λόγω των μεταβολών των μακροπρόθεσμων προσδοκιών. Η μεθοδολογία για τον υπολογισμό του τελικού προθεσμιακού επιτοκίου καθορίζεται σαφώς, ώστε να καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση υπολογισμών των διαφόρων σεναρίων από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Καθορίζεται με διαχρονικά συνεπή, διαφανή, συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο.

2.   Για κάθε νόμισμα, το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο λαμβάνει υπόψη τις προσδοκίες των μακροπρόθεσμων πραγματικών επιτοκίων και του αναμενόμενου πληθωρισμού, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω προσδοκίες μπορούν να καθοριστούν για το εν λόγω νόμισμα με αξιόπιστο τρόπο. Το τελικό προθεσμιακό επιτόκιο δεν περιλαμβάνει το περιθώριο μακροπρόθεσμης απόδοσης που αντανακλά τον πρόσθετο κίνδυνο μακροπρόθεσμων επενδύσεων.

Άρθρο 48

Βασική καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου για νομίσματα συνδεδεμένα με το ευρώ

1.   Για νομίσματα συνδεδεμένα με το ευρώ, η βασική καμπύλη επιτοκίων άνευ κινδύνου για το ευρώ, προσαρμοσμένη για κίνδυνο συναλλάγματος, μπορεί να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης όσον αφορά τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις εκφρασμένες στο εν λόγω νόμισμα, εφόσον τηρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

η σύνδεση εξασφαλίζει ότι η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ αυτού του νομίσματος και του ευρώ παραμένει εντός εύρους που δεν υπερβαίνει το 20 % του ανωτάτου ορίου αυτού του εύρους·

β)

η οικονομική κατάσταση στη ζώνη του ευρώ και στον χώρο του εν λόγω νομίσματος είναι αρκούντως όμοια για να διασφαλίσει την παρόμοια εξέλιξη των επιτοκίων για το ευρώ και το εν λόγω νόμισμα·

γ)

η ρύθμιση της σύνδεσης εξασφαλίζει ότι οι σχετικές μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε διάστημα ενός έτους δεν υπερβαίνουν το εύρος που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, σε περίπτωση ακραίων γεγονότων στην αγορά, που αντιστοιχούν στο επίπεδο εμπιστοσύνης που ορίζεται στο άρθρο 101 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

δ)

τηρείται ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

i)

η συμμετοχή του εν λόγω νομίσματος στον ευρωπαϊκό μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών (ΜΣΙ ΙΙ)·

ii)

η ύπαρξη απόφασης του Συμβουλίου που αναγνωρίζει τις ρυθμίσεις σύνδεσης μεταξύ του εν λόγω νομίσματος και του ευρώ·

iii)

η θέσπιση της ρύθμισης σύνδεσης από το δίκαιο της χώρας που ορίζει το νόμισμα της χώρας.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ), λαμβάνονται υπόψη οι χρηματοοικονομικοί πόροι των συμβαλλομένων μερών που εγγυώνται τη σύνδεση.

2.   Η προσαρμογή για συναλλαγματικό κίνδυνο είναι αρνητική και αντιστοιχεί στο κόστος της αντιστάθμισης του κινδύνου, τον οποίο μειώνει η αξία στο συνδεδεμένο νόμισμα μιας επένδυσης σε ευρώ, ως αποτέλεσμα των μεταβολών της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ του ευρώ και του συνδεδεμένου νομίσματος. Η ρύθμιση είναι η ίδια για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Ενότητα 3

Προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας

Άρθρο 49

Χαρτοφυλάκια αναφοράς

1.   Τα χαρτοφυλάκια αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 77δ παράγραφοι 2 και 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ καθορίζονται με διαχρονικά συνεπή, διαφανή, συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο. Κατά τον καθορισμό των χαρτοφυλακίων αναφοράς, εφαρμόζονται οι ίδιες μέθοδοι για όλα τα νομίσματα και τις χώρες.

2.   Για κάθε νόμισμα και για κάθε χώρα, τα περιουσιακά στοιχεία του χαρτοφυλακίου αναφοράς αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 και η διαπραγμάτευσή τους γίνεται σε αγορές οι οποίες, με εξαίρεση τις περιόδους περιορισμένης ρευστότητας, είναι σύμφωνες με το άρθρο 40 παράγραφος 3. Τα χρηματοοικονομικά μέσα των οποίων η διαπραγμάτευση γίνεται σε αγορές που παύουν προσωρινά να είναι σύμφωνες με το άρθρο 40 παράγραφος 3 επιτρέπεται να περιληφθούν στο χαρτοφυλάκιο, όταν η εν λόγω αγορά αναμένεται να είναι εκ νέου σύμφωνη με τα κριτήρια εντός ευλόγου διαστήματος.

3.   Για κάθε νόμισμα και για κάθε χώρα, το χαρτοφυλάκιο αναφοράς των περιουσιακών στοιχείων πληροί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

για κάθε νόμισμα, τα περιουσιακά στοιχεία είναι αντιπροσωπευτικά των επενδύσεων που πραγματοποιούν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο εν λόγω νόμισμα για την κάλυψη της βέλτιστης εκτίμησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων που είναι εκφρασμένες στο σχετικό νόμισμα· για κάθε χώρα, τα περιουσιακά στοιχεία είναι αντιπροσωπευτικά των επενδύσεων που πραγματοποιούν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στην εν λόγω χώρα για την κάλυψη της βέλτιστης εκτίμησης για τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης που πωλούνται στην αγορά των ασφαλιστικών υπηρεσιών αυτής της χώρας και είναι εκφρασμένες στο νόμισμά της·

β)

όταν υπάρχουν δείκτες, το χαρτοφυλάκιο βασίζεται σε συναφείς δείκτες, που είναι άμεσα διαθέσιμοι στο κοινό, και δημοσιοποιούνται κριτήρια για τον τρόπο και τον χρόνο μεταβολής των συστατικών στοιχείων αυτών των δεικτών·

γ)

το χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών στοιχείων περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

ομόλογα, τιτλοποιήσεις και δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των ενυπόθηκων δανείων

μετοχές

ακίνητα

Για τους σκοπούς των στοιχείων α) και β), οι επενδύσεις των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σε επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων και άλλες συσκευασμένες επενδύσεις σε επενδυτικά κεφάλαια αντιμετωπίζονται ως επενδύσεις στα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία.

Άρθρο 50

Μαθηματικός τύπος για τον υπολογισμό του περιθωρίου στο οποίο βασίζεται η προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας

Για κάθε νόμισμα και για κάθε χώρα, το πιστωτικό περιθώριο που αναφέρεται στο άρθρο 77δ παράγραφοι 2 και 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ορίζεται ως εξής:

Formula

όπου:

α)

wgov είναι η αναλογία της αξίας των κρατικών ομολόγων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς στοιχείων ενεργητικού, για το συγκεκριμένο νόμισμα ή τη χώρα, στην αξία του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς·

β)

Sgov είναι η μέση συναλλαγματική διαφορά για τα κρατικά ομόλογα που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς στοιχείων ενεργητικού, για το εν λόγω νόμισμα ή τη χώρα·

γ)

wcorp είναι η αναλογία της αξίας των ομολόγων πλην των κρατικών ομολόγων, των δανείων και τιτλοποιήσεων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς στοιχείων ενεργητικού, για το συγκεκριμένο νόμισμα ή τη χώρα, στην αξία του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς·

δ)

Scorp είναι η μέση συναλλαγματική διαφορά για ομόλογα πλην των κρατικών ομολόγων, δανείων και τιτλοποιήσεων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο αναφοράς στοιχείων ενεργητικού, για το εν λόγω νόμισμα ή τη χώρα.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, με τον όρο «κρατικά ομόλογα» νοούνται τα ανοίγματα σε κεντρικές κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες.

Άρθρο 51

Συναλλαγματική διαφορά με διόρθωση για τον κίνδυνο

Το μέρος της μέσης συναλλαγματικής διαφοράς που βασίζεται σε ρεαλιστική εκτίμηση των αναμενόμενων ζημιών, του απρόβλεπτου πιστωτικού κινδύνου ή κάθε άλλου κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 77δ παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως το βασικό πιστωτικό επιτόκιο που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και στο άρθρο 54 του παρόντος κανονισμού.

Ενότητα 4

Προσαρμογή λόγω αντιστοίχισης

Άρθρο 52

Απότομη μεταβολή του κινδύνου θανάτου

1.   Η απότομη μεταβολή του κινδύνου θανάτου που αναφέρεται στο άρθρο 77β παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ είναι το δυσμενέστερο από τα εξής δύο σενάρια ως προς τον αντίκτυπό του στα βασικά ίδια κεφάλαια:

α)

μιας στιγμιαίας μόνιμης αύξησης κατά 15 % των ποσοστών θνησιμότητας που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης·

β)

μιας στιγμιαίας αύξησης των ποσοστών θνησιμότητας κατά 0,15 εκατοστιαίες μονάδες (εκφραζόμενων ως ποσοστά) που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων για να αντικατοπτρίσουν τη θνησιμότητα κατά τους προσεχείς 12 μήνες.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας εφαρμόζεται μόνο στις συμβάσεις ασφάλισης για τις οποίες η αύξηση των ποσοστών θνησιμότητας συνεπάγεται αύξηση των τεχνικών προβλέψεων, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ακόλουθα:

α)

οι συμβάσεις πολλαπλής ασφάλισης όσον αφορά το ίδιο ασφαλιζόμενο πρόσωπο μπορεί να αντιμετωπίζονται ως μία ενιαία σύμβαση ασφάλισης·

β)

όταν ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων βασίζεται σε ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 35, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις, λόγω της αύξησης των ποσοστών θνησιμότητας, μπορεί επίσης να βασίζεται σε αυτές τις ομαδικές συμβάσεις ασφάλισης και όχι σε ατομικά συμβόλαια, υπό την προϋπόθεση ότι παράγει ένα αποτέλεσμα που δεν διαφέρει σημαντικά.

3.   Όσον αφορά τις υποχρεώσεις αντασφάλισης, ο προσδιορισμός των ασφαλιστηρίων για τα οποία αυξάνονται οι τεχνικές προβλέψεις, λόγω της αύξησης των ποσοστών θνησιμότητας, εφαρμόζεται μόνο στις υποκείμενες συμβάσεις ασφάλισης και γίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 53

Υπολογισμός της προσαρμογής επιτοκίων λόγω αντιστοίχισης

1.   Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη μόνο τα καταλογισμένα περιουσιακά στοιχεία οι αναμενόμενες ταμειακές ροές των οποίων πρέπει να αναπαραγάγουν τις ταμειακές ροές του χαρτοφυλακίου υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, εξαιρουμένων των στοιχείων ενεργητικού που υπερβαίνουν το όριο αυτό. Με τον όρο «αναμενόμενη ταμειακή ροή» ενός περιουσιακού στοιχείου νοείται η ταμειακή ροή του περιουσιακού στοιχείου προσαρμοσμένη κατά τρόπο που καθιστά δυνατή την πιθανότητα αθέτησης για το στοιχείο ενεργητικού που αντιστοιχεί στο στοιχείο του βασικού πιστωτικού περιθωρίου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ή, σε περίπτωση που δεν μπορεί να συναχθεί αξιόπιστο πιστωτικό περιθώριο από τις στατιστικές αθετήσεων, το μέρος του μακροπρόθεσμου μέσου όρου της διαφοράς πάνω από το επιτόκιο άνευ κινδύνου που ορίζεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

2.   Ο υπολογισμός του αναφερόμενου στο άρθρο 77γ παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ βασικού πιστωτικού περιθωρίου από το αποτέλεσμα του υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 1 στοιχείο α) της ίδιας οδηγίας περιλαμβάνει μόνο το μέρος του βασικού πιστωτικού περιθωρίου που δεν έχει ήδη αποτυπωθεί στην προσαρμογή των ταμειακών ροών του δεσμευμένου χαρτοφυλακίου στοιχείων ενεργητικού, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 54

Υπολογισμός του βασικού πιστωτικού περιθωρίου

1.   Το βασικό πιστωτικό περιθώριο που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 υπολογίζεται με διαχρονικά συνεπή, διαφανή, συνετό, αξιόπιστο και αντικειμενικό τρόπο, βάσει των σχετικών δεικτών, εφόσον υπάρχουν. Για τον προσδιορισμό του βασικού πιστωτικού περιθωρίου ενός ομολόγου, το οποίο μπορεί να είναι διαφορετικό για τα κρατικά ομόλογα και για άλλα ομόλογα, χρησιμοποιούνται οι ίδιες μέθοδοι για κάθε νόμισμα και κάθε χώρα.

2.   Ο υπολογισμός του πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ βασίζεται στην παραδοχή ότι, σε περίπτωση αθέτησης, μπορεί να ανακτηθεί το 30 % της αγοραίας αξίας.

3.   Ο μακροπρόθεσμος μέσος όρος που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ βασίζεται σε δεδομένα των τελευταίων 30 ετών. Όταν ένα μέρος των εν λόγω δεδομένων δεν είναι διαθέσιμο, αντικαθίσταται από κατασκευασμένα δεδομένα. Τα κατασκευασμένα δεδομένα βασίζονται στα διαθέσιμα και αξιόπιστα δεδομένα των τελευταίων 30 ετών. Τα μη αξιόπιστα δεδομένα αντικαθίστανται με κατασκευασμένα στοιχεία με χρήση της εν λόγω μεθοδολογίας. Τα κατασκευασμένα δεδομένα βασίζονται σε συνετές παραδοχές.

4.   Η αναμενόμενη ζημία που αναφέρεται στο άρθρο 77γ παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο ii) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ αντιστοιχεί στη σταθμισμένη βάσει πιθανοτήτων ζημία την οποία υφίσταται η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σε περίπτωση υποβάθμισης του περιουσιακού στοιχείου σε χαμηλότερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας και συνακόλουθης άμεσης αντικατάστασής του. Ο υπολογισμός της αναμενόμενης ζημίας βασίζεται στην παραδοχή ότι το περιουσιακό στοιχείο αντικατάστασης πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

το περιουσιακό στοιχείο αντικατάστασης έχει το ίδιο πρότυπο ταμειακών ροών με εκείνο του αντικατασταθέντος περιουσιακού στοιχείου πριν την υποβάθμιση·

β)

το περιουσιακό στοιχείο αντικατάστασης ανήκει στην ίδια κατηγορία περιουσιακών στοιχείων με εκείνη του αντικατασταθέντος περιουσιακού στοιχείου·

γ)

το περιουσιακό στοιχείο αντικατάστασης έχει την ίδια ή υψηλότερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας με εκείνη του αντικατασταθέντος περιουσιακού στοιχείου πριν την υποβάθμιση.

ΤΜΗΜΑ 5

Κατηγορίες δραστηριοτήτων

Άρθρο 55

Κατηγορίες δραστηριοτήτων

1.   Οι αναφερόμενες στο άρθρο 80 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ κατηγορίες δραστηριοτήτων είναι εκείνες που ορίζονται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού.

2.   Η κατάταξη μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής υποχρέωσης σε μια κατηγορία επιχειρηματικής δραστηριότητας αντικατοπτρίζει τη φύση των κινδύνων που σχετίζονται με την εν λόγω υποχρέωση. Η νομική μορφή της υποχρέωσης δεν είναι κατ' ανάγκη καθοριστική για τη φύση του κινδύνου.

3.   Υπό την προϋπόθεση ότι η τεχνική βάση είναι σύμφωνη με τη φύση των κινδύνων που σχετίζονται με την υποχρέωση, οι υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας που ασκούνται σε παρόμοια τεχνική βάση με εκείνη της ασφάλισης ζωής ταξινομούνται στις κατηγορίες δραστηριοτήτων του κλάδου ασφάλισης ζωής και οι υποχρεώσεις ασφάλισης ασθενείας που ασκούνται σε παρόμοια τεχνική βάση με εκείνη της ασφάλισης ζημιών ταξινομούνται στις κατηγορίες δραστηριοτήτων για τις ασφαλίσεις ζημιών.

4.   Όταν οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ δεν μπορούν να ταξινομηθούν σαφώς στις κατηγορίες δραστηριοτήτων που ορίζονται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού με βάση τη φύση τους, εντάσσονται στη δραστηριότητα 32, όπως ορίζει το εν λόγω παράρτημα.

5.   Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική σύμβαση καλύπτει κινδύνους στους κλάδους ασφάλισης ζωής και ζημιών, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις διαχωρίζονται σε τμήματα του κλάδου ζωής και του κλάδου ζημιών.

6.   Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική σύμβαση καλύπτει κινδύνους σε ολόκληρη την κατηγορία δραστηριοτήτων που ορίζεται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού, οι υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης θα πρέπει να διαχωρίζονται, κατά το δυνατόν, στις κατάλληλες κατηγορίες δραστηριοτήτων.

7.   Όταν μια σύμβαση ασφάλισης ή αντασφάλισης περιλαμβάνει υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης ασθενείας και άλλες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, οι υποχρεώσεις αυτές διαχωρίζονται, όταν είναι δυνατόν.

ΤΜΗΜΑ 6

Αναλογικότητα και απλοποιήσεις

Άρθρο 56

Αναλογικότητα

1.   Οι επιχειρήσεις ασφάλισης και αντασφάλισης χρησιμοποιούν μεθόδους για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων που είναι ανάλογες με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που διέπουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις.

2.   Για να προσδιοριστεί κατά πόσον μια μέθοδος υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων είναι αναλογική, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διενεργούν αξιολόγηση που περιλαμβάνει:

α)

αξιολόγηση της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των κινδύνων που διέπουν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις·

β)

ποιοτική ή ποσοτική αξιολόγηση του σφάλματος που εισήχθη στα αποτελέσματα της μεθόδου λόγω ενδεχόμενης απόκλισης μεταξύ των κατωτέρω:

i)

των παραδοχών στις οποίες βασίζεται η μέθοδος σε σχέση με τους κινδύνους·

ii)

των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης που αναφέρεται στο στοιχείο α)·

3.   Η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) περιλαμβάνει όλους τους κινδύνους που επηρεάζουν το ποσό, το χρονοδιάγραμμα και την αξία των ταμειακών εισροών και εκροών που απαιτούνται για τον διακανονισμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων κατά τη διάρκεια ζωής τους. Για τους σκοπούς του υπολογισμού του περιθωρίου κινδύνου, η αξιολόγηση περιλαμβάνει όλους τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1 κατά τη διάρκεια των υποκείμενων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών υποχρεώσεων. Η αξιολόγηση περιορίζεται στους κινδύνους που σχετίζονται με το μέρος του υπολογισμού των τεχνικών προβλέψεων στις οποίες εφαρμόζεται η μέθοδος.

4.   Η μέθοδος αυτή θεωρείται δυσανάλογη σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, εάν το σφάλμα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) έχει ως αποτέλεσμα την ανακριβή παρουσίαση των τεχνικών προβλέψεων ή των συστατικών τους που θα μπορούσε να επηρεάσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων ή την κρίση του χρήστη στον οποίο απευθύνονται οι πληροφορίες σχετικά με την αξία των τεχνικών προβλέψεων, εκτός εάν ικανοποιείται ένας από τους ακόλουθους όρους:

α)

δεν είναι διαθέσιμη καμία άλλη μέθοδος με μικρότερο ποσοστό σφάλματος και η μέθοδος είναι απίθανο να οδηγήσει σε υποεκτίμηση του ποσού των τεχνικών προβλέψεων·

β)

η μέθοδος αυτή οδηγεί σε ποσό τεχνικών προβλέψεων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που υπερβαίνει το ποσό που θα προέκυπτε από τη χρήση μιας αναλογικής μεθόδου και δεν οδηγεί σε υποεκτίμηση του κινδύνου που είναι σύμφυτος στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις στις οποίες εφαρμόζεται.

Άρθρο 57

Απλοποιημένος υπολογισμός των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 56 του παρόντος κανονισμού, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, πριν από την αναπροσαρμογή αυτών των ποσών, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης αντισυμβαλλομένου ως η διαφορά μεταξύ των ακόλουθων εκτιμήσεων:

α)

της βέλτιστης εκτίμησης που υπολογίζεται σε ακαθάριστη βάση, σύμφωνα με το άρθρο 77 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)

της βέλτιστης εκτίμησης, αφού ληφθούν υπόψη τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού και χωρίς προσαρμογή για την αναμενόμενη ζημία λόγω αθέτησης υποχρέωσης εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου (μη διορθωμένη καθαρή βέλτιστη εκτίμηση) που υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν μεθόδους για την παραγωγή της μη διορθωμένης καθαρής βέλτιστης εκτίμησης από την ακαθάριστη βέλτιστη εκτίμηση χωρίς ρητή πρόβλεψη των ταμειακών ροών στις οποίες βασίζονται τα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις υπολογίζουν τη μη διορθωμένη καθαρή βέλτιστη εκτίμηση βασιζόμενες σε ομοιογενείς ομάδες κινδύνου. Καμία από αυτές τις ομοιογενείς ομάδες κινδύνου δεν καλύπτει περισσότερες από μία αντασφαλιστικές συμβάσεις ή φορείς ειδικού σκοπού, εκτός εάν οι εν λόγω συμβάσεις αντασφάλισης ή οι φορείς ειδικού σκοπού μεταβιβάζουν ομοιογενείς κινδύνους.

Άρθρο 58

Απλοποιημένος υπολογισμός του περιθωρίου κινδύνου

Με την επιφύλαξη του άρθρου 56, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν απλοποιημένες μεθόδους κατά τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου, που περιλαμβάνουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες μεθόδους:

α)

μεθόδους που χρησιμοποιούν κατά προσέγγιση υπολογισμό των ποσών που δηλώνονται με τους όρους SCR(t) που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1·

β)

μεθόδους που υπολογίζουν κατά προσέγγιση το προεξοφλημένο άθροισμα των ποσών που δηλώνονται με τους όρους SCR(t), όπως αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1, χωρίς τον υπολογισμό του καθενός από αυτά τα ποσά χωριστά.

Άρθρο 59

Υπολογισμοί του περιθωρίου κινδύνου κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους

Με την επιφύλαξη του άρθρου 56, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να προσδιορίζουν το περιθώριο κινδύνου για τους υπολογισμούς που πρέπει να πραγματοποιούνται ανά τρίμηνο με βάση το αποτέλεσμα προγενέστερου υπολογισμού του περιθωρίου κινδύνου χωρίς ρητό υπολογισμό του μαθηματικού τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1.

Άρθρο 60

Απλοποιημένος υπολογισμός της βέλτιστης εκτίμησης για τις υποχρεώσεις ασφάλισης με μηχανισμό αναπροσαρμογής του ασφαλίστρου

Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 56, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων ασφάλισης ζωής με συμφωνία μέσω της οποίας η ασφαλιστική επιχείρηση έχει το δικαίωμα ή την υποχρέωση να αναπροσαρμόζει τα μελλοντικά ασφάλιστρα μιας ασφαλιστικής σύμβασης για να αντικατοπτρίζονται οι σημαντικές αλλαγές στο αναμενόμενο επίπεδο αποζημιώσεων και δαπανών (μηχανισμός αναπροσαρμογής ασφαλίστρου), χρησιμοποιώντας τις προβλέψεις των ταμειακών ροών που προϋποθέτουν ότι οι μεταβολές στο επίπεδο των αποζημιώσεων και των δαπανών συμβαίνουν ταυτόχρονα με τις αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων και οδηγούν σε μηδενική καθαρή ταμειακή ροή, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

ο μηχανισμός αναπροσαρμογής ασφαλίστρου αποζημιώνει εγκαίρως εξ ολοκλήρου την ασφαλιστική επιχείρηση για κάθε αύξηση του επιπέδου των απαιτήσεων και των δαπανών·

β)

ο υπολογισμός δεν οδηγεί σε υποεκτίμηση της βέλτιστης εκτίμησης·

γ)

ο υπολογισμός δεν οδηγεί σε υποεκτίμηση του κινδύνου που είναι σύμφυτος στις εν λόγω ασφαλιστικές υποχρεώσεις.

Άρθρο 61

Απλοποιημένος υπολογισμός της προσαρμογής λόγω αθέτησης αντισυμβαλλομένου

Με την επιφύλαξη του άρθρου 56 του παρόντος κανονισμού, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν ότι η αναπροσαρμογή για αναμενόμενες ζημίες λόγω αθέτησης αντισυμβαλλομένου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 81 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, για έναν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο και για ομοιογενή ομάδα κινδύνου, ορίζεται ως εξής:

Formula

όπου:

α)

PD είναι η πιθανότητα αθέτησης του εν λόγω αντισυμβαλλομένου κατά τους επόμενους 12 μήνες·

β)

Durmod είναι η τροποποιηθείσα διάρκεια των ανακτήσιμων ποσών από συμβάσεις αντασφάλισης με τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο σε σχέση με την εν λόγω ομοιογενή ομάδα κινδύνου·

γ)

BErec είναι τα ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης με τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο σε σχέση με την εν λόγω ομοιογενή ομάδα κινδύνου·

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΙΔΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ

ΤΜΗΜΑ 1

Καθορισμός ιδίων κεφαλαίων

Ενότητα 1

Έγκριση συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων από τις εποπτικές αρχές

Άρθρο 62

Αξιολόγηση της αίτησης

1.   Οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία, για τους σκοπούς της αξιολόγησης που προβλέπεται στο άρθρο 90 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ:

α)

τη νομική ισχύ και εκτελεστότητα των όρων της δέσμευσης σε όλες τις χώρες δικαιοδοσίας·

β)

τους συμβατικούς όρους της συμφωνίας την οποία έχει συνάψει ή θα συνάψει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση με τους αντισυμβαλλομένους για τη χορήγηση κεφαλαίων·

γ)

κατά περίπτωση, το καταστατικό της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

δ)

το κατά πόσον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει διαδικασίες για να ενημερώνει τις εποπτικές αρχές για τυχόν μελλοντικές αλλαγές, οι οποίες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της απορροφητικότητας ζημίας του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i)

τη δομή ή τους συμβατικούς όρους της συμφωνίας·

ii)

την κατάσταση των σχετικών αντισυμβαλλομένων·

iii)

τη δυνατότητα ανάκτησης του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

2.   Οι εποπτικές αρχές αξιολογούν επίσης κατά πόσον τηρείται το άρθρο 90 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβάνοντας υπόψη τις διάφορες περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί το εν λόγω στοιχείο για την απορρόφηση ζημιών.

3.   Όταν η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση ζητεί έγκριση μιας μεθόδου για τον προσδιορισμό του ποσού κάθε στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, οι εποπτικές αρχές αξιολογούν κατά πόσον η διαδικασία της επιχείρησης για την επικύρωση της μεθόδου σε τακτική βάση είναι κατάλληλη να διασφαλίσει ότι τα αποτελέσματα της μεθόδου αντικατοπτρίζουν την απορροφητικότητα ζημίας του στοιχείου σε συνθήκες συνεχούς λειτουργίας της επιχείρησης.

4.   Εκτός από τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 3, οι εποπτικές αρχές αξιολογούν την αίτηση για έγκριση των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων με βάση τα κριτήρια που ορίζονται στα άρθρα 63, 64 και 65.

Άρθρο 63

Αξιολόγηση της αίτησης — Καθεστώς των αντισυμβαλλομένων

1.   Οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία για τους σκοπούς της αξιολόγησης της ικανότητας του αντισυμβαλλομένου να πληρώσει, όπως αναφέρεται στο άρθρο 90 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ:

α)

τον κίνδυνο αθέτησης των αντισυμβαλλομένων·

β)

τον κίνδυνο η αθέτηση να είναι αποτέλεσμα της καθυστέρησης των αντισυμβαλλομένων να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

2.   Σε σχέση με την παράγραφο 1 στοιχείο α), οι εποπτικές αρχές αξιολογούν τον κίνδυνο αθέτησης εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων εξετάζοντας την πιθανότητα αθέτησης των αντισυμβαλλομένων και τη ζημία σε περίπτωση αθέτησης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

την πιστωτική διαβάθμιση των αντισυμβαλλομένων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό αντανακλά σωστά την ικανότητα των αντισυμβαλλομένων να ικανοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

β)

το κατά πόσον υπάρχουν τρέχοντα ή προβλέψιμα πρακτικά ή νομικά κωλύματα ως προς την τήρηση των δεσμεύσεών των αντισυμβαλλομένων βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

γ)

το κατά πόσον οι αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε νομικές ή κανονιστικές απαιτήσεις που μειώνουν την ικανότητά τους να τηρούν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

δ)

το κατά πόσον η νομική μορφή των αντισυμβαλλομένων θέτει σε κίνδυνο την τήρηση των δεσμεύσεων από τους αντισυμβαλλομένους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

ε)

το κατά πόσον οι αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε άλλα ανοίγματα που μειώνουν την ικανότητά τους να τηρούν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

στ)

το κατά πόσον, σε σχέση με τη δέσμευση που έχουν αναλάβει στο πλαίσιο του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, οι συμβατικές διατάξεις της συμφωνίας σύμφωνα με κάθε εφαρμοστέο δίκαιο παρέχουν στους αντισυμβαλλομένους δικαιώματα για συμψηφισμό ποσών που οφείλουν με ποσά που τους οφείλει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

3.   Σε σχέση με την παράγραφο 1 στοιχείο β), οι εποπτικές αρχές αξιολογούν την κατάσταση ρευστότητας των αντισυμβαλλομένων, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ακόλουθα:

α)

το κατά πόσον υπάρχουν τρέχοντα ή προβλέψιμα πρακτικά ή νομικά κωλύματα ως προς την ικανότητα των αντισυμβαλλομένων να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

β)

το κατά πόσον οι αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε νομικές ή κανονιστικές διατάξεις που μπορεί να μειώνουν την ικανότητά τους να τηρούν άμεσα τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

γ)

το κατά πόσον η νομική μορφή των αντισυμβαλλομένων θέτει σε κίνδυνο την άμεση τήρηση των δεσμεύσεων από τους αντισυμβαλλομένους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

4.   Οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία για τους σκοπούς της αξιολόγησης της ικανότητας των αντισυμβαλλομένων να πληρώσουν, όπως αναφέρεται στο άρθρο 90 παράγραφος 4 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ:

α)

το φάσμα των περιστάσεων υπό τις οποίες το στοιχείο των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απορρόφηση ζημιών·

β)

το κατά πόσον υπάρχουν κίνητρα ή αντικίνητρα που μπορεί να επηρεάσουν την προθυμία των αντισυμβαλλομένων να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

γ)

το κατά πόσον προηγούμενες συναλλαγές μεταξύ των αντισυμβαλλομένων και της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης των δεσμεύσεων των αντισυμβαλλομένων κατά το παρελθόν βάσει των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, αποτελεί ένδειξη της προθυμίας των αντισυμβαλλομένων να τηρήσουν τις τρέχουσες δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

5.   Οι εποπτικές αρχές, κατά την αξιολόγηση της ικανότητας των αντισυμβαλλομένων και την προθυμία τους να πληρώσουν, εξετάζουν όλους τους άλλους παράγοντες που σχετίζονται με την ιδιότητα των αντισυμβαλλομένων, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του επιχειρηματικού μοντέλου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

6.   Όταν ένα στοιχείο συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων αφορά την ίδια ομάδα αντισυμβαλλομένων, οι εποπτικές αρχές και οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να αξιολογήσουν την κατάσταση του ομίλου των αντισυμβαλλομένων όπως θα την αξιολογούσαν εάν ήταν ένας μόνο αντισυμβαλλόμενος, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α)

ο κάθε αντισυμβαλλόμενος ατομικά δεν αποτελεί σημαντικό μέγεθος·

β)

οι αντισυμβαλλόμενοι που περιλαμβάνονται στην ομάδα αυτή είναι επαρκώς ομοιογενείς.

γ)

η αξιολόγηση μιας ομάδας αντισυμβαλλομένων δεν υπερεκτιμά την ικανότητα και τη βούληση των αντισυμβαλλομένων που περιλαμβάνονται σε αυτή την ομάδα να πληρώσουν.

7.   Ένας αντισυμβαλλόμενος θεωρείται σημαντικός, όταν η κατάσταση του εν λόγω μεμονωμένου αντισυμβαλλομένου είναι πιθανό να έχει σημαντική επίπτωση στην αξιολόγηση της ικανότητας και της βούλησης της ομάδας των αντισυμβαλλομένων να πληρώσουν.

Άρθρο 64

Αξιολόγηση της αίτησης — Δυνατότητα ανάκτησης των κεφαλαίων

Οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία για τους σκοπούς της αξιολόγησης της ικανότητας ανάκτησης των κεφαλαίων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 90 παράγραφος 4 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ:

α)

το κατά πόσον η ικανότητα ανάκτησης των κεφαλαίων έχει αυξηθεί ως αποτέλεσμα της διαθεσιμότητας εξασφαλίσεων ή ανάλογης ρύθμισης που είναι σύμφωνη με τα άρθρα 209 έως 214·

β)

το κατά πόσον υπάρχει κάποιο υφιστάμενο ή προβλεπόμενο πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την ικανότητα ανάκτησης των κεφαλαίων·

γ)

το κατά πόσον η ικανότητα ανάκτησης των κεφαλαίων υπόκειται σε νομικές ή κανονιστικές απαιτήσεις·

δ)

την ικανότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να λάβει μέτρα για να αναγκάσει τους αντισυμβαλλομένους να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους βάσει του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων·

Άρθρο 65

Αξιολόγηση της αίτησης — Πληροφορίες για την έκβαση προηγούμενων προσκλήσεων πληρωμής

Οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία για τους σκοπούς της αξιολόγησης των πληροφοριών σχετικά με το αποτέλεσμα προηγούμενων προσκλήσεων πληρωμής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 90 παράγραφος 4 στοιχείο γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ:

α)

το κατά πόσον η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει απευθύνει στο παρελθόν πρόσκληση πληρωμής στους ίδιους ή παρόμοιους αντισυμβαλλομένους υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες·

β)

το κατά πόσον οι εν λόγω πληροφορίες είναι συναφείς και αξιόπιστες όσον αφορά τα αναμενόμενα αποτελέσματα των μελλοντικών προσκλήσεων πληρωμής.

Άρθρο 66

Προσδιορισμός του ποσού που αφορά απεριόριστο ποσό συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων

1.   Οι εποπτικές αρχές δεν εγκρίνουν απεριόριστο ποσό συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων.

2.   Όταν οι εποπτικές αρχές εγκρίνουν ένα ποσό συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, η απόφαση των εποπτικών αρχών προσδιορίζει εάν το ποσό που έχει εγκριθεί είναι το ποσό που έχει ζητήσει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή χαμηλότερο ποσό.

Άρθρο 67

Προσδιορισμός του ύψους και του χρονοδιαγράμματος για την έγκριση μιας μεθόδου

Όταν οι εποπτικές αρχές εγκρίνουν μια μέθοδο για τον προσδιορισμό του ποσού κάθε στοιχείου συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων, η απόφαση των εποπτικών αρχών ορίζει όλα τα ακόλουθα:

α)

το αρχικό ποσό του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που έχει υπολογιστεί με τη χρήση της εν λόγω μεθόδου κατά την ημερομηνία της έγκρισης·

β)

την ελάχιστη συχνότητα του εκ νέου υπολογισμού του ποσού του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων με τη χρήση της εν λόγω μεθόδου, όταν είναι συχνότερη από ετήσια, και τους λόγους για την εν λόγω συχνότητα·

γ)

το χρονικό διάστημα το οποίο αφορά ο υπολογισμός του στοιχείου των συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων με τη χρήση της εν λόγω μεθόδου.

Ενότητα 2

Χειρισμός των συμμετοχών στα ίδια κεφάλαια

Άρθρο 68

Αντιμετώπιση των συμμετοχών στον προσδιορισμό των βασικών ιδίων κεφαλαίων

1.   Για τον προσδιορισμό των βασικών ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα βασικά ίδια κεφάλαια που αναφέρονται στο άρθρο 88 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ μειώνονται κατά την πλήρη αξία των συμμετοχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας, σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα που υπερβαίνουν το 10 % των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iv) και vi).

2.   Για τον προσδιορισμό των βασικών ιδίων κεφαλαίων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα βασικά ίδια κεφάλαια που αναφέρονται στο άρθρο 88 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ περιορίζονται κατά το μέρος της αξίας όλων των συμμετοχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας, σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα, πλην των συμμετοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, που υπερβαίνουν το 10 % των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iv) και vi).

3.   Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν αφαιρούν τις στρατηγικές συμμετοχές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 171, οι οποίες περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της φερεγγυότητας του ομίλου βάσει της μεθόδου 1 που ορίζεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2002/87/ΕΚ.

4.   Οι μειώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία σε όλες τις συμμετοχές που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο.

5.   Οι μειώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 πραγματοποιούνται από την αντίστοιχη κατηγορία η συμμετοχή στην οποία αύξησε τα ίδια κεφάλαια της συνδεδεμένης επιχείρησης ως εξής:

α)

οι συμμετοχές σε στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 των χρηματοδοτικών και πιστωτικών ιδρυμάτων αφαιρούνται από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iv) και vi)·

β)

οι συμμετοχές σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 των χρηματοδοτικών και πιστωτικών ιδρυμάτων αφαιρούνται από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v)·

γ)

οι συμμετοχές σε μέσα της κατηγορίας 2 των χρηματοδοτικών και πιστωτικών ιδρυμάτων αφαιρούνται από τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 72.

ΤΜΗΜΑ 2

Ταξινόμηση ίδιων κεφαλαίων

Άρθρο 69

Κατηγορία 1 — Κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων

Τα κατωτέρω στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων θεωρείται ότι ουσιαστικά διαθέτουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της ίδιας οδηγίας, και πρέπει να ταξινομούνται ως στοιχεία της κατηγορίας 1, εφόσον τα εν λόγω στοιχεία παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 71:

α)

το μέρος του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού, που αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 75 και το τμήμα 2 του κεφαλαίου VI της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το οποίο περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

i)

το καταβληθέν κεφάλαιο κοινών μετοχών και τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο·

ii)

τα καταβληθέντα αρχικά κεφάλαια, εισφορές των μελών ή το ισοδύναμο στοιχείο των βασικών ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις αλληλασφάλισης και τις επιχειρήσεις αλληλασφαλιστικής μορφής·

iii)

το καταβληθέν κεφάλαιο μειωμένης εξασφάλισης λογαριασμών μελών αλληλασφαλιστικών επιχειρήσεων·

iv)

τα πλεονάζοντα κεφάλαια δεν θεωρούνται ως ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις σύμφωνα με το άρθρο 91 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

v)

το καταβληθέν κεφάλαιο προνομιούχων μετοχών και τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο·

vi)

εξισωτικό αποθεματικό·

β)

καταβληθείσες υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης που αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 70

Εξισωτικό αποθεματικό

1.   Το εξισωτικό αποθεματικό που αναφέρεται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο vi) ισούται με το σύνολο του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού, αφού αφαιρεθούν όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

το ποσό των ιδίων μετοχών που διατηρεί η ασφαλιστική και αντασφαλιστική επιχείρηση·

β)

τα προβλέψιμα μερίσματα, οι διανομές κερδών και επιβαρύνσεις·

γ)

τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i) έως v), στο άρθρο 72 στοιχείο α) και στο άρθρο 76 στοιχείο α)·

δ)

τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων που δεν αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i) έως v), στο άρθρο 72 στοιχείο α) και στο άρθρο 76 στοιχείο α), τα οποία έχουν εγκριθεί από την εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 79·

ε)

τα περιορισμένα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων που πληρούν μία από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

υπερβαίνουν την ονομαστική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας στην περίπτωση χαρτοφυλακίων προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης και κεφαλαίων κλειστής διάρθρωσης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 1·

ii)

εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 81 παράγραφος 2·

στ)

το ποσό των συμμετοχών που διατηρούνται σε χρηματοδοτικά και πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το οποίο αφαιρείται σύμφωνα με το άρθρο 68, εφόσον δεν περιλαμβάνεται ήδη στα στοιχεία α) έως ε).

2.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 θετική διαφορά μεταξύ ενεργητικού και παθητικού περιλαμβάνει το ποσό που αντιστοιχεί στο αναμενόμενο κέρδος που περιλαμβάνεται σε μελλοντικά ασφάλιστρα όπως ορίζεται στο άρθρο 260 παράγραφος 2.

3.   Η διαπίστωση του κατά πόσον και σε ποιον βαθμό το εξισωτικό αποθεματικό εμφανίζει τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 71 δεν ισοδυναμεί με αξιολόγηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού ή των υποκείμενων στοιχείων των οικονομικών καταστάσεων των επιχειρήσεων.

Άρθρο 71

Κατηγορία 1 — Στοιχεία καθορισμού της ταξινόμησης

1.   Τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 69 είναι τα ακόλουθα:

α)

το στοιχείο των βασικών ιδίων κεφαλαίων:

i)

στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i) και ii), ιεραρχείται μετά από όλες τις άλλες απαιτήσεις σε περίπτωση διαδικασίας εκκαθάρισης όσον αφορά την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

ii)

στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στοιχείο β), κατατάσσεται στον ίδιο βαθμό με, ή προηγείται των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i) και ii), αλλά μετά από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 72 και 76, τα οποία έχουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στα άρθρα 73 και 77 αντίστοιχα, και μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων των ασφαλισμένων και δικαιούχων και των πιστωτών μη μειωμένης εξασφάλισης·

β)

το βασικό στοιχείο ιδίων κεφαλαίων δεν περιλαμβάνει στοιχεία που μπορεί να προκαλέσουν αφερεγγυότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή να επιταχύνουν τη διαδικασία του να καταστεί η επιχείρηση αφερέγγυα·

γ)

το βασικό στοιχείο ιδίων κεφαλαίων είναι αμέσως διαθέσιμο για την απορρόφηση ζημιών·

δ)

το βασικό στοιχείο ιδίων κεφαλαίων απορροφά ζημίες τουλάχιστον μία φορά που δεν τηρείται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και δεν εμποδίζει την ανακεφαλαιοποίηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

ε)

το βασικό στοιχείο ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στοιχείο β), διαθέτει έναν από τους κατωτέρω μηχανισμούς απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου που ενεργοποιούνται όταν επέρχεται γεγονός ενεργοποίησης που καθορίζεται στην παράγραφο 8:

i)

η ονομαστική αξία ή το αρχικό κεφάλαιο του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων έχει μειωθεί, όπως ορίζεται στην παράγραφο 5·

ii)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μετατρέπεται αυτόματα σε στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο i) ή ii), όπως ορίζεται στην παράγραφο 6·

iii)

έναν μηχανισμό απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου που επιτυγχάνει αποτέλεσμα ισοδύναμο με αυτό των μηχανισμών απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου που ορίζονται στο σημείο i) ή ii)·

στ)

το στοιχείο των βασικών ιδίων κεφαλαίων πληροί ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

i)

στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i) και ii), το στοιχείο είναι χωρίς προθεσμία ή, σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει καθορισμένη διάρκεια, είναι της ίδιας διάρκειας με αυτήν της επιχείρησης·

ii)

στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στοιχείο β), το στοιχείο είναι χωρίς προθεσμία· η πρώτη συμβατική ευκαιρία αποπληρωμής ή εξόφλησης του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν επέρχεται σε διάστημα μικρότερο των 5 ετών από την ημερομηνία έκδοσης·

ζ)

όσον αφορά το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στοιχείο β), η αποπληρωμή ή εξόφλησή του προβλέπεται μόνο σε διάστημα μεταξύ 5 και 10 ετών μετά την ημερομηνία έκδοσης, όταν υπάρχει υπέρβαση της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας της επιχείρησης κατά ένα εύλογο περιθώριο, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης φερεγγυότητας της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένου του μεσοπρόθεσμου σχεδίου διαχείρισης κεφαλαίων της επιχείρησης.

η)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iii) και v) και στοιχείο β), είναι δυνατό να αποπληρωθεί ή να εξοφληθεί μόνο κατά τη βούληση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και η αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση των εποπτικών αρχών·

θ)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iii) και v) και στοιχείο β), δεν περιλαμβάνει κίνητρα αποπληρωμής ή εξόφλησης που αυξάνουν την πιθανότητα αποπληρωμής ή εξόφλησης του εν λόγω στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων από μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, όταν αυτή θα έχει τη δυνατότητα να το πράξει·

ι)

όσον αφορά το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iii) και v) και στοιχείο β), η αναστολή της αποπληρωμής ή εξόφλησής του προβλέπεται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή εάν η αποπληρωμή ή η εξόφληση θα οδηγούσε σε μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και η αποπληρωμή ή εξόφληση δεν θα συνεπαγόταν μη συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

ια)

κατά παρέκκλιση από το στοιχείο ι), η αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή εάν η αποπληρωμή ή εξόφληση θα συνεπαγόταν την εν λόγω μη συμμόρφωση, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η εποπτική αρχή έχει, κατ' εξαίρεση, άρει την αναστολή της αποπληρωμής ή εξόφλησης του εν λόγω στοιχείου·

ii)

το εν λόγω στοιχείο ανταλλάσσεται ή μετατρέπεται σε άλλο στοιχείο ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 της ίδιας τουλάχιστον ποιότητας·

iii)

η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση τηρείται μετά την αποπληρωμή ή εξόφληση.

ιβ)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων πληροί ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

i)

στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 παράγραφος 1 στοιχείο α) σημεία i) και ii), είτε οι νομικές ή συμβατικές ρυθμίσεις που διέπουν το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είτε η εθνική νομοθεσία προβλέπουν την ακύρωση των διανομών σε σχέση με το εν λόγω στοιχείο, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, ή η διανομή θα συνεπαγόταν τη μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και η διανομή δεν θα συνεπαγόταν τη μη συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

ii)

στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στο στοιχείο β), οι όροι της συμβατικής ρύθμισης που διέπουν το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων προβλέπουν την ακύρωση των διανομών σε σχέση με το εν λόγω στοιχείο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή εάν η διανομή θα συνεπαγόταν μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και η διανομή δεν θα συνεπαγόταν τη μη τήρηση της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας·

ιγ)

η διανομή για το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μπορεί να προβλεφθεί σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή εάν η διανομή συνεπαγόταν μη συμμόρφωση, μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η εποπτική αρχή έχει, κατ' εξαίρεση, άρει την ακύρωση των διανομών·

ii)

η διανομή δεν αποδυναμώνει περαιτέρω την κατάσταση φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

iii)

η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση τηρείται μετά την καταβολή της διανομής·

ιδ)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i), ii), iii) και v) και στο στοιχείο β), παρέχει στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πλήρη ευελιξία όσον αφορά τις διανομές για το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων·

ιε)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είναι ελεύθερο βαρών και δεν συνδέεται με καμία άλλη συναλλαγή η οποία, σε σχέση με το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων να μη συμμορφώνεται με το άρθρο 94 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ανταλλαγή ή μετατροπή στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων σε άλλο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 ή η αποπληρωμή ή εξόφληση ενός στοιχείου ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 1 από τα έσοδα από ένα νέο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων της ίδιας τουλάχιστον ποιότητας δεν θεωρείται αποπληρωμή ή εξόφληση, υπό τον όρο ότι η ανταλλαγή, μετατροπή, αποπληρωμή ή εξόφληση υπόκειται στην έγκριση της εποπτικής αρχής.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ιδ), στην περίπτωση στοιχείων βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία i) και ii), προβλέπεται πλήρης ευελιξία ως προς τις διανομές, όταν πληρούνται όλες οι κάτωθι προϋποθέσεις:

α)

δεν υφίσταται προνομιακή μεταχείριση στη διανομή ως προς τη σειρά καταβολής των διανομών και οι όροι της συμβατικής ρύθμισης που διέπουν το στοιχείο ιδίων κεφαλαίων δεν προβλέπουν προνομιακά δικαιώματα για την καταβολή διανομών·

β)

οι διανομές καταβάλλονται από τα διανεμητέα στοιχεία·

γ)

το ύψος των διανομών δεν καθορίζεται βάσει του ποσού για το οποίο αγοράσθηκε το στοιχείο ιδίων κεφαλαίων κατά την έκδοση και δεν υπάρχει ανώτατο όριο ή άλλος περιορισμός ως προς το ανώτατο επίπεδο διανομής·

δ)

κατά παρέκκλιση από το στοιχείο γ), στην περίπτωση των τίτλων που εκδίδονται από επιχειρήσεις αλληλασφάλισης και επιχειρήσεις αλληλασφαλιστικής μορφής, μπορεί να οριστεί ανώτατο όριο ή άλλος περιορισμός ως προς το μέγιστο επίπεδο διανομής, υπό τον όρο ότι το εν λόγω ανώτατο όριο ή ο άλλος περιορισμός δεν είναι ένα γεγονός που συνδέεται με την καταβολή ή μη διανομών για άλλα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων·

ε)

η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει διανομές·

στ)

η μη καταβολή των διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

ζ)

η ακύρωση των διανομών δεν επιβάλλει περιορισμούς στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ιδ), στην περίπτωση των βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στοιχείο β), προβλέπεται πλήρης ευελιξία όσον αφορά τις διανομές, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι διανομές καταβάλλονται από τα διανεμητέα στοιχεία·

β)

οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν πλήρη ευχέρεια ανά πάσα στιγμή να ακυρώσουν τις διανομές σε σχέση με στοιχεία ιδίων κεφαλαίων για απεριόριστο χρονικό διάστημα και σε μη σωρευτική βάση και οι επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν τις ακυρωθείσες πληρωμές χωρίς περιορισμό για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, όταν καθίστανται απαιτητές·

γ)

δεν υπάρχει υποχρέωση υποκατάστασης της διανομής μέσω πληρωμής άλλης μορφής·

δ)

δεν υπάρχει υποχρέωση καταβολής διανομών σε περίπτωση καταβολής διανομής για άλλο στοιχείο ιδίων κεφαλαίων·

ε)

η μη καταβολή διανομών δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

στ)

η ακύρωση διανομών δεν επιβάλλει περιορισμούς στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.

5.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε) σημείο i), η ονομαστική αξία ή το κεφάλαιο του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων μειώνεται κατά τρόπο ώστε να μειώνονται όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

η απαίτηση του κατόχου του εν λόγω στοιχείου σε περίπτωση διαδικασίας εκκαθάρισης·

β)

το ποσό που πρέπει να καταβληθεί για την αποπληρωμή ή την εξόφλησή αυτού του στοιχείου·

γ)

οι διανομές που καταβάλλονται για το εν λόγω στοιχείο.

6.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε) σημείο ii), οι διατάξεις που διέπουν τη μετατροπή σε στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων που απαριθμούνται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο i) ή ii) καθορίζουν ένα από τα κατωτέρω στοιχεία:

α)

τον συντελεστή μετατροπής και ένα όριο του επιτρεπόμενου ποσού της μετατροπής·

β)

ένα εύρος εντός του οποίου τα μέσα θα μετατραπούν σε στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων που απαριθμούνται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο i) ή ii).

7.   Η ονομαστική αξία ή το κεφάλαιο του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων απορροφά τις ζημίες όταν επέρχεται το γεγονός ενεργοποίησης. Απορροφητικότητα ζημιών που προκύπτουν από την ακύρωση ή μείωση των διανομών δεν κρίνεται επαρκής για να θεωρηθεί ως μηχανισμός απορρόφησης ζημίας κεφαλαίου σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο ε).

8.   Το αναφερόμενο στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) γεγονός ενεργοποίησης είναι η σοβαρή μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η μη συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας θεωρείται σημαντική, όταν συντρέχει μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ποσό των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας είναι ίσο ή μικρότερο από το 75 % των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·

β)

το ποσό των ιδίων κεφαλαίων που είναι επιλέξιμα για την κάλυψη των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων είναι ίσο ή μικρότερο από την ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση·

γ)

η συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας δεν αποκαθίσταται εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία παρατηρήθηκε για πρώτη φορά η μη συμμόρφωση προς την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας.

Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να καθορίσουν, στις διατάξεις που διέπουν το μέσο, ένα ή περισσότερα γεγονότα ενεργοποίησης επιπλέον των γεγονότων ενεργοποίησης που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως γ).

9.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία δ), ι) και ιβ), οι αναφορές στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας νοούνται ως αναφορές στην ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση, όταν η μη συμμόρφωση με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις επέρχεται πριν από τη μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

Άρθρο 72

Βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 2 — Κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων

Τα κατωτέρω στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων θεωρείται ότι ουσιαστικά διαθέτουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της ίδιας οδηγίας, και πρέπει να ταξινομούνται ως στοιχεία της κατηγορίας 2, εφόσον τα εν λόγω στοιχεία παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 73:

α)

το μέρος του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού, που αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 75 και το τμήμα 2 του κεφαλαίου VI της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το οποίο περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

i)

το κεφάλαιο κοινών μετοχών και τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο·

ii)

τα αρχικά κεφάλαια, εισφορές των μελών ή το ισοδύναμο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις αλληλασφάλισης και τις επιχειρήσεις αλληλασφαλιστικής μορφής·

iii)

μειωμένης εξασφάλισης λογαριασμούς μελών αλληλασφαλιστικών επιχειρήσεων·

iv)

προνομιούχες μετοχές και τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο·

β)

υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης που αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 73

Βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 2 — Στοιχεία καθορισμού της ταξινόμησης

1.   Τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 72 είναι τα ακόλουθα:

α)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων κατατάσσεται μετά τις απαιτήσεις όλων των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων και των πιστωτών που δεν έχουν μειωμένη εξασφάλιση·

β)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν περιλαμβάνει στοιχεία που μπορεί να προκαλέσουν αφερεγγυότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή να επιταχύνουν τη διαδικασία του να καταστεί η επιχείρηση αφερέγγυα·

γ)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είναι χωρίς προθεσμία ή έχει αρχική διάρκεια τουλάχιστον 10 ετών· η πρώτη συμβατική ευκαιρία για την αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν επέρχεται πριν από 5 έτη από την ημερομηνία έκδοσης·

δ)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είναι επιστρεπτέο ή εξοφλητέο κατά την προτίμηση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και η αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση των εποπτικών αρχών·

ε)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μπορεί να περιλαμβάνει περιορισμένα κίνητρα αποπληρωμής ή εξόφλησης του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν συμβαίνει πριν από την παρέλευση 10 ετών από την ημερομηνία έκδοσης·

στ)

όσον αφορά το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, η αναστολή της αποπληρωμής ή εξόφλησής του προβλέπεται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή εάν η αποπληρωμή ή η εξόφληση θα οδηγούσε σε μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και η αποπληρωμή ή εξόφληση δεν θα συνεπαγόταν μη συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

ζ)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων πληροί ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

i)

στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 72 στοιχείο α) σημεία i) και ii), είτε οι νομικές ή συμβατικές ρυθμίσεις που διέπουν το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είτε η εθνική νομοθεσία προβλέπουν την αναβολή των διανομών σε σχέση με το εν λόγω στοιχείο, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, ή εάν η διανομή θα συνεπαγόταν τη μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και η διανομή δεν θα συνεπαγόταν τη μη συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

ii)

στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 72 στοιχείο α) σημεία iii) και v) και στοιχείο β), οι όροι της συμβατικής ρύθμισης που διέπουν το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων προβλέπουν την αναβολή των διανομών σε σχέση με το εν λόγω στοιχείο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή, εάν η διανομή θα συνεπαγόταν μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας και η διανομή δεν θα συνεπαγόταν τη μη τήρηση της κεφαλαιακής απαίτησης φερεγγυότητας·

η)

η διανομή για το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων μπορεί να προβλεφθεί σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή εάν η διανομή συνεπαγόταν μη συμμόρφωση, μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η εποπτική αρχή έχει, κατ' εξαίρεση, άρει την αναβολή των διανομών·

ii)

η διανομή δεν αποδυναμώνει περαιτέρω την κατάσταση φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

iii)

η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση τηρείται μετά την καταβολή της διανομής·

θ)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είναι ελεύθερο βαρών και δεν συνδέεται με καμία άλλη συναλλαγή η οποία, σε σχέση με το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων να μη συμμορφώνεται με το άρθρο 94 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

ι)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων εμφανίζει τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται στο άρθρο 71, τα οποία είναι σχετικά με τα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημεία iii), v) και στοιχείο β), αλλά υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται στο άρθρο 82 παράγραφος 3.

Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο στ), η αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή εάν η αποπληρωμή ή εξόφληση θα συνεπαγόταν την εν λόγω μη συμμόρφωση, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η εποπτική αρχή έχει, κατ' εξαίρεση, άρει την αναστολή της αποπληρωμής ή εξόφλησης του εν λόγω στοιχείου·

ii)

το εν λόγω στοιχείο ανταλλάσσεται ή μετατρέπεται σε άλλο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 ή κατηγορίας 2 της ίδιας τουλάχιστον ποιότητας·

iii)

η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση τηρείται μετά την αποπληρωμή ή εξόφληση.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ανταλλαγή ή μετατροπή στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων σε άλλο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1 ή κατηγορίας 2 ή η αποπληρωμή ή εξόφληση ενός στοιχείου ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 2 από τα έσοδα από ένα νέο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων της ίδιας τουλάχιστον ποιότητας δεν θεωρείται αποπληρωμή ή εξόφληση, υπό τον όρο ότι η ανταλλαγή, μετατροπή, αποπληρωμή ή εξόφληση υπόκειται στην έγκριση της εποπτικής αρχής.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία στ) και ζ), οι αναφορές στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας νοούνται ως αναφορές στην ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση, όταν η μη συμμόρφωση με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις επέρχεται πριν από τη μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε), οι επιχειρήσεις θεωρούν περιορισμένα τα κίνητρα εξόφλησης υπό μορφή αύξησης επιτοκίου σε συνδυασμό με δικαίωμα προαίρεσης αγοράς, όταν η αύξηση έχει τη μορφή ενιαίας αύξησης του τοκομεριδίου και οδηγεί σε αύξηση του αρχικού επιτοκίου που δεν υπερβαίνει το υψηλότερο από τα ακόλουθα δύο ποσά:

α)

τις 100 μονάδες βάσης, αφού αφαιρεθεί η διαφορά περιθωρίου συμφωνίας ανταλλαγής μεταξύ της αρχικής βάσης δείκτη και της αυξανόμενης βάσης δείκτη·

β)

το 50 % του αρχικού πιστωτικού περιθωρίου, χωρίς τη διαφορά περιθωρίου συμφωνίας ανταλλαγής μεταξύ της αρχικής βάσης δείκτη και της αυξανόμενης βάσης δείκτη.

Άρθρο 74

Βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 2 — Κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων

Με την επιφύλαξη του άρθρου 96 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, τα κατωτέρω συμπληρωματικά στοιχεία ιδίων κεφαλαίων θεωρείται ότι διαθέτουν ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας, και κατατάσσονται ως στοιχεία της κατηγορίας 2, εφόσον τα ακόλουθα στοιχεία παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά που παρατίθενται στο άρθρο 75:

α)

μη καταβληθέν κεφάλαιο και κεφάλαιο κοινών μετοχών το οποίο δεν έχει καταστεί απαιτητό, εξοφλητέο σε πρώτη ζήτηση·

β)

μη καταβληθέν κεφάλαιο και αρχικό κεφάλαιο το οποίο δεν έχει καταστεί απαιτητό, εισφορές μελών ή το ισοδύναμο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις αλληλασφάλισης και τις επιχειρήσεις αλληλασφαλιστικής μορφής, εξοφλητέο σε πρώτη ζήτηση·

γ)

μη καταβληθέν κεφάλαιο και κεφάλαιο προνομιούχων μετοχών το οποίο δεν έχει καταστεί απαιτητό, εξοφλητέο σε πρώτη ζήτηση·

δ)

νομικώς δεσμευτική υποχρέωση εγγραφής και πληρωμής σε πρώτη ζήτηση για υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης·

ε)

πιστωτικές επιστολές και εγγυήσεις, που διατηρούνται σε καταπίστευμα από ανεξάρτητο θεματοφύλακα προς όφελος των ασφαλιστικών πιστωτών και παρέχονται από πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

στ)

πιστωτικές επιστολές και εγγυήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι τα στοιχεία μπορεί να καταστούν απαιτητά εφόσον ζητηθεί και είναι ελεύθερα βαρών·

ζ)

τυχόν μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες είναι δυνατόν να ασκήσουν αλληλασφαλιστικές ή παρόμοιες ενώσεις πλοιοκτητών με κυμαινόμενες συνεισφορές, οι οποίες ασφαλίζουν αποκλειστικά κινδύνους των κατηγοριών 6, 12 και 17 του μέρους Α του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2009/138/ΕΚ έναντι των μελών τους μέσω πρόσκλησης καταβολής συμπληρωματικών συνεισφορών, εντός των επόμενων δώδεκα μηνών·

η)

τυχόν μελλοντικές αξιώσεις τις οποίες μπορούν να έχουν αλληλασφαλιστικές ή αλληλασφαλιστικής μορφής ενώσεις έναντι των μελών τους μέσω πρόσκλησης καταβολής συμπληρωματικών συνεισφορών, εντός των επόμενων 12 μηνών, με την προϋπόθεση ότι η πρόσκληση μπορεί να γίνει κατ' απαίτηση και είναι ελεύθερη βαρών·

θ)

άλλες νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, υπό την προϋπόθεση ότι το στοιχείο μπορεί να καταστεί απαιτητό εφόσον ζητηθεί και είναι ελεύθερο βαρών.

Άρθρο 75

Συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 2 — Στοιχεία καθορισμού της ταξινόμησης

Για να καταταγούν στην κατηγορία 2, τα στοιχεία συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 74 παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά ενός στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων που ταξινομούνται στην κατηγορία 1 σύμφωνα με τα άρθρα 69 και 71, όταν το εν λόγω σημείο έχει καταστεί απαιτητό και καταβληθεί.

Άρθρο 76

Βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 3 — Κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων

Τα ακόλουθα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων θεωρείται ότι διαθέτουν τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας, και πρέπει να ταξινομούνται ως μέσα της κατηγορίας 3, εφόσον τα κατωτέρω στοιχεία παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 77:

α)

το μέρος του πλεονάσματος των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού, που αποτιμάται σύμφωνα με τα τμήματα 1 και 2 του κεφαλαίου VI της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, το οποίο περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

i)

μειωμένης εξασφάλισης λογαριασμούς μελών αλληλασφαλιστικών επιχειρήσεων·

ii)

προνομιούχες μετοχές και τη σχετική διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο·

iii)

ένα ποσό ίσο με την αξία των καθαρών αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων·

β)

υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης που αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Άρθρο 77

Βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 3 — Στοιχεία καθορισμού της ταξινόμησης

1.   Τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 76 είναι τα ακόλουθα:

α)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 76 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β), κατατάσσεται μετά τις απαιτήσεις όλων των ασφαλισμένων και δικαιούχων και των πιστωτών μη μειωμένης εξασφάλισης·

β)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων δεν περιλαμβάνει στοιχεία που μπορεί να προκαλέσουν αφερεγγυότητα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή να επιταχύνουν τη διαδικασία του να καταστεί η επιχείρηση αφερέγγυα·

γ)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 76 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β), είναι χωρίς προθεσμία ή έχει αρχική διάρκεια τουλάχιστον 5 ετών, όταν η ημερομηνία λήξης είναι η πρώτη συμβατική ευκαιρία αποπληρωμής ή εξόφλησης του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων·

δ)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 76 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β), είναι δυνατό να αποπληρωθεί ή να εξοφληθεί μόνο κατά τη βούληση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και η αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων υπόκειται σε προηγούμενη έγκριση των εποπτικών αρχών·

ε)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 76 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β), μπορεί να περιλαμβάνει περιορισμένα κίνητρα για την αποπληρωμή ή εξόφληση αυτού του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων·

στ)

όσον αφορά το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 76 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β), η αναστολή της αποπληρωμής ή εξόφλησής του προβλέπεται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή εάν η αποπληρωμή ή η εξόφληση θα οδηγούσε σε μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και αποπληρωμή ή εξόφληση δεν θα συνεπαγόταν μη συμμόρφωση με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας·

ζ)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων, στην περίπτωση των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 76 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β), προβλέπει την αναβολή της καταβολής διανομών σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας ή εάν η διανομή οδηγούσε σε μη συμμόρφωση, μέχρις ότου η επιχείρηση τηρήσει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και η διανομή δεν θα συνεπαγόταν μη συμμόρφωση με την ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση·

η)

το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων είναι ελεύθερο βαρών και δεν συνδέεται με καμία άλλη συναλλαγή που θα μπορούσε να υπονομεύει τα χαρακτηριστικά τα οποία απαιτείται να κατέχει το εν λόγω στοιχείο σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο στ), η αποπληρωμή ή εξόφληση του στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας ή εάν η αποπληρωμή ή εξόφληση θα συνεπαγόταν την εν λόγω μη συμμόρφωση, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η εποπτική αρχή έχει, κατ' εξαίρεση, άρει την αναστολή της αποπληρωμής ή εξόφλησης του εν λόγω στοιχείου·

ii)

το εν λόγω στοιχείο ανταλλάσσεται ή μετατρέπεται σε άλλο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1, κατηγορίας 2 ή κατηγορίας 3 τουλάχιστον της ίδιας ποιότητας·

iii)

η ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση τηρείται μετά την αποπληρωμή ή εξόφληση.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ανταλλαγή ή μετατροπή στοιχείου βασικών ιδίων κεφαλαίων σε άλλο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων κατηγορίας 1, κατηγορίας 2 ή στοιχείο κατηγορίας 3 ή η αποπληρωμή ή εξόφληση ενός στοιχείου ιδίων κεφαλαίων της κατηγορίας 3 από τα έσοδα από ένα νέο στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων της ίδιας τουλάχιστον ποιότητας δεν θεωρείται αποπληρωμή ή εξόφληση, υπό τον όρο ότι η ανταλλαγή, μετατροπή, αποπληρωμή ή εξόφληση υπόκειται στην έγκριση της εποπτικής αρχής.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο στ), οι αναφορές στην κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας νοούνται ως αναφορές στην ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση, όταν η μη συμμόρφωση με την ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση επέρχεται πριν από τη μη συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε), οι επιχειρήσεις θεωρούν περιορισμένα τα κίνητρα εξόφλησης υπό μορφή αύξησης επιτοκίου σε συνδυασμό με δικαίωμα προαίρεσης αγοράς, όταν η αύξηση έχει τη μορφή ενιαίας αύξησης του τοκομεριδίου και οδηγεί σε αύξηση του αρχικού επιτοκίου που δεν υπερβαίνει το υψηλότερο από τα ακόλουθα δύο ποσά:

α)

τις 100 μονάδες βάσης, αφού αφαιρεθεί η διαφορά περιθωρίου συμφωνίας ανταλλαγής μεταξύ της αρχικής βάσης δείκτη και της αυξανόμενης βάσης δείκτη·

β)

το 50 % του αρχικού πιστωτικού περιθωρίου, μείον τη διαφορά περιθωρίου συμφωνίας ανταλλαγής μεταξύ της αρχικής βάσης δείκτη και της αυξανόμενης βάσης δείκτη.

Άρθρο 78

Συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 2 — Κατάλογος στοιχείων ιδίων κεφαλαίων

Τα στοιχεία συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που έχουν εγκριθεί από την εποπτική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 90 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και τα οποία δεν παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται στο άρθρο 75, ταξινομούνται ως συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 3.

Άρθρο 79

Έγκριση της αξιολόγησης και ταξινόμησης στοιχείων ιδίων κεφαλαίων από τις εποπτικές αρχές

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 90 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εάν κάποιο στοιχείο ιδίων κεφαλαίων δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στα άρθρα 69, 72, 74, 76 και 78, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θεωρούν το στοιχείο αυτό ως ίδια κεφάλαια μόνον εάν έχει ληφθεί έγκριση της αξιολόγησης και ταξινόμησης του εν λόγω στοιχείου από την εποπτική αρχή.

2.   Η εποπτική αρχή αξιολογεί τα ακόλουθα, με βάση τα έγγραφα που υποβάλλει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, κατά την έγκριση της αξιολόγησης και ταξινόμησης στοιχείων ίδιων κεφαλαίων τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στα άρθρα 69, 72, 74, 76 και 78:

α)

όταν η επιχείρηση υποβάλλει αίτηση για έγκριση ταξινόμησης στην κατηγορία 1, κατά πόσον το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων έχει ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας·

β)

όταν η επιχείρηση υποβάλλει αίτηση για ταξινόμηση ως βασικά ίδια κεφάλαια κατηγορίας 2, κατά πόσον το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων έχει ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας·

γ)

όταν η επιχείρηση υποβάλλει αίτηση για ταξινόμηση ως συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια κατηγορίας 2, κατά πόσον το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων έχει ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας·

δ)

όταν η επιχείρηση υποβάλλει αίτηση για ταξινόμηση ως βασικά ίδια κεφάλαια κατηγορίας 3, κατά πόσον το στοιχείο βασικών ιδίων κεφαλαίων έχει ουσιαστικά τα χαρακτηριστικά που ορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας·

ε)

τη νομική εκτελεστότητα των συμβατικών όρων του στοιχείου ιδίων κεφαλαίων σε όλες τις χώρες δικαιοδοσίας·

στ)

κατά πόσον το στοιχείο ιδίων κεφαλαίων έχει καταβληθεί εξ ολοκλήρου.

3.   Τα στοιχεία βασικών ιδίων κεφαλαίων που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στα άρθρα 69, 72 και 76 ταξινομούνται μόνο ως βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 1, όταν αυτά έχουν καταβληθεί εξ ολοκλήρου.

4.   Ο συνυπολογισμός των στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που έχουν εγκριθεί από την εποπτική αρχή σύμφωνα με το παρόν άρθρο υπόκειται σε ποσοτικά όρια που ορίζονται στο άρθρο 82.

ΤΜΗΜΑ 3

Επιλεξιμότητα ιδίων κεφαλαίων

Ενότητα 1

Κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης

Άρθρο 80

Κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης που χρειάζονται προσαρμογές

1.   Μείωση του εξισωτικού αποθεματικού που αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 1 στοιχείο ε) απαιτείται όταν τα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων εντός ενός κεφαλαίου κλειστής διάρθρωσης έχουν μειωμένη ικανότητα να απορροφήσουν πλήρως τις ζημίες στη βάση συνεχούς λειτουργίας λόγω της έλλειψης δυνατότητας μεταφοράς εντός της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, για οποιονδήποτε από τους κατωτέρω λόγους:

α)

τα στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την κάλυψη ζημιών σε ένα καθορισμένο μέρος των συμβάσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης·

β)

τα στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την κάλυψη ζημιών για ορισμένους αντισυμβαλλομένους ή δικαιούχους·

γ)

τα στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την κάλυψη ζημιών από ιδιαίτερους κινδύνους ή υποχρεώσεις.

2.   Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 στοιχεία ιδίων κεφαλαίων (εφεξής «περιορισμένα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων») δεν περιλαμβάνουν την αξία των μελλοντικών μεταβιβάσεων που αναλογεί στους μετόχους.

Άρθρο 81

Προσαρμογή για κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης και χαρτοφυλάκια προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης

1.   Για τους σκοπούς του υπολογισμού του εξισωτικού αποθεματικού, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μειώνουν το πλεόνασμα των στοιχείων ενεργητικού έναντι του παθητικού, που αναφέρεται στο άρθρο 70, συγκρίνοντας τα ακόλουθα ποσά:

α)

τα στοιχεία ιδίων κεφαλαίων εντός του κεφαλαίου κλειστής διάρθρωσης ή του χαρτοφυλακίου προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης·

β)

τη θεωρητική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας για τα κεφάλαια κλειστής διάρθρωσης ή το χαρτοφυλάκιο προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης.

Όταν η ασφαλιστική ή η αντασφαλιστική επιχείρηση υπολογίζει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας κάνοντας χρήση του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου, η θεωρητική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 217.

Όταν η επιχείρηση υπολογίζει την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας χρησιμοποιώντας εσωτερικό υπόδειγμα, η θεωρητική κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας υπολογίζεται με τη χρήση του ίδιου εσωτερικού υποδείγματος, όπως θα έπραττε η επιχείρηση εάν ασκούσε μόνον τη δραστηριότητα που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο κλειστής διάρθρωσης ή στο χαρτοφυλάκιο προσαρμογής λόγω αντιστοίχισης.

2.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, όταν τα στοιχεία ενεργητικού, οι υποχρεώσεις και ο κίνδυνος εντός κεφαλαίου κλειστής διάρθρωσης δεν είναι σημαντικά, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να μειώνουν το εξισωτικό αποθεματικό κατά το συνολικό ποσό των περιορισμένων στοιχείων ιδίων κεφαλαίων.

Ενότητα 2

Ποσοτικά όρια

Άρθρο 82

Επιλεξιμότητα και εφαρμοστέα όρια στις κατηγορίες 1, 2 και 3

1.   Όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, τα επιλέξιμα ποσά των στοιχείων της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3 υπόκεινται σε όλα τα ακόλουθα ποσοτικά όρια:

α)

το επιλέξιμο ποσό των στοιχείων της κατηγορίας 1 είναι τουλάχιστον το ήμισυ των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·

β)

το επιλέξιμο ποσό των στοιχείων της κατηγορίας 3 είναι χαμηλότερο του 15 % των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας·

γ)

το άθροισμα των επιλέξιμων ποσών των στοιχείων της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3 δεν υπερβαίνει το 50 % των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας.

2.   Όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, τα επιλέξιμα ποσά των στοιχείων της κατηγορίας 2 υπόκεινται σε όλα τα ακόλουθα ποσοτικά όρια:

α)

το επιλέξιμο ποσό των στοιχείων της κατηγορίας 1 είναι τουλάχιστον 80 % των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων·

β)

τα επιλέξιμα ποσά των στοιχείων της κατηγορίας 2 δεν υπερβαίνουν το 20 % της ελάχιστης κεφαλαιακής απαίτησης.

3.   Εντός του ορίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και στην παράγραφο 2 στοιχείο α), το άθροισμα των ακόλουθων στοιχείων βασικών ιδίων κεφαλαίων είναι χαμηλότερο του 20 % του συνολικού ποσού των στοιχείων της κατηγορίας 1:

α)

των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο iii)·

β)

των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο α) σημείο v)·

γ)

των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 69 στοιχείο β)·

δ)

των στοιχείων που περιλαμβάνονται στα βασικά ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 1 βάσει της μεταβατικής ρύθμισης που ορίζεται στο άρθρο 308β παράγραφος 9 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ

ΤΜΗΜΑ 1

Γενικές διατάξεις

Ενότητα 1

Υπολογισμοί βάσει σεναρίων

Άρθρο 83

1.   Όταν ο υπολογισμός μιας ενότητας ή υποενότητας των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας βασίζεται στον αντίκτυπο ενός σεναρίου για τα βασικά ίδια κεφάλαια των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, ο εν λόγω υπολογισμός βασίζεται στις κατωτέρω παραδοχές:

α)

το σενάριο δεν μεταβάλλει το ποσό του περιθωρίου κινδύνου που συνυπολογίζεται στις τεχνικές προβλέψεις·

β)

το σενάριο δεν μεταβάλλει την αξία των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων και υποχρεώσεων·

γ)

το σενάριο δεν μεταβάλλει την αξία των μελλοντικών έκτακτων παροχών που περιλαμβάνονται στις τεχνικές προβλέψεις·

δ)

η επιχείρηση δεν λαμβάνει μέτρα διαχείρισης κατά τη διάρκεια του σεναρίου.

2.   Ο υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων που είναι αποτέλεσμα του προσδιορισμού των επιπτώσεων του σεναρίου για τα βασικά ίδια κεφάλαια των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, δεν μεταβάλλει την αξία των μελλοντικών έκτακτων παροχών και λαμβάνει υπόψη όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1 στοιχείο δ), τις μελλοντικές ενέργειες διαχείρισης βάσει του σεναρίου, με την προϋπόθεση ότι είναι σύμφωνες με το άρθρο 23·

β)

τυχόν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις του σεναρίου ή των ενεργειών διαχείρισης που αναφέρονται στο στοιχείο α) σχετικά με την πιθανότητα να ασκήσουν οι αντισυμβαλλόμενοι τα συμβατικά δικαιώματα.

3.   Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν απλοποιημένες μεθόδους για τον υπολογισμό των τεχνικών προβλέψεων που απορρέουν από τον προσδιορισμό του αντίκτυπου ενός σεναρίου σύμφωνα με την παράγραφο 1, υπό την προϋπόθεση ότι η απλοποιημένη μέθοδος δεν οδηγεί σε ανακριβή παρουσίαση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που θα μπορούσε να επηρεάσει τη λήψη αποφάσεων ή την κρίση του χρήστη των πληροφοριών σχετικά με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, εκτός εάν ο απλοποιημένος υπολογισμός οδηγεί σε κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας η οποία υπερβαίνει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που προκύπτουν από τον υπολογισμό με τον τυποποιημένο μαθηματικό τύπο.

4.   Ο υπολογισμός των στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων που απορρέουν από τον προσδιορισμό του αντίκτυπου ενός σεναρίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο των σεναρίων σχετικά με την αξία σχετικών μέσων μετριασμού του κινδύνου που κατέχει η επιχείρηση, τα οποία είναι σύμφωνα με τα άρθρα 209 έως 215.

5.   Εάν το σενάριο θα οδηγούσε σε αύξηση των βασικών ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων ασφάλισης και αντασφάλισης, ο υπολογισμός της ενότητας ή υποενότητας βασίζεται στην παραδοχή ότι το σενάριο δεν έχει αντίκτυπο στα βασικά ίδια κεφάλαια.

Ενότητα 2

Μέθοδος εξέτασης

Άρθρο 84

1.   Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας υπολογίζονται με βάση καθένα από τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και άλλες επενδύσεις σε ταμεία (μέθοδος εξέτασης).

2.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 μέθοδος εξέτασης εφαρμόζεται επίσης στα ακόλουθα:

α)

τις έμμεσες εκθέσεις σε κινδύνους της αγοράς, εκτός από τις επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων και τις συσκευασμένες επενδύσεις σε ταμεία·

β)

τις έμμεσες εκθέσεις σε ασφαλιστικό κίνδυνο·

γ)

τις έμμεσες εκθέσεις σε κίνδυνο αθέτησης αντισυμβαλλομένου.

3.   Όταν η μέθοδος εξέτασης δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί σε επιχειρήσεις συλλογικών επενδύσεων ή συσκευασμένες επενδύσεις σε ταμεία, η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας μπορεί να υπολογίζεται βάσει του στόχου που διέπει την κατανομή των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης συλλογικών επενδύσεων ή του ταμείου, υπό την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση έχει στη διάθεσή της μια τέτοια κατανομή-στόχο στο επίπεδο λεπτομέρειας που απαιτείται για τον υπολογισμό όλων των σχετικών υποενοτήτων και των σεναρίων του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου και ότι η διαχείριση των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων ασκείται αυστηρά σύμφωνα με αυτή την κατανομή-στόχο. Για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού, επιτρέπεται η χρήση ομαδοποιημένων δεδομένων, υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζονται με συνετό τρόπο και δεν εφαρμόζονται σε ποσοστό άνω του 20 % της συνολικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

4.   Η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται σε επενδύσεις σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο β) και παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Ενότητα 3

Περιφερειακές κυβερνήσεις και τοπικές αρχές

Άρθρο 85

Οι προϋποθέσεις για την κατηγοριοποίηση των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών είναι να μην υπάρχει διαφορά κινδύνου μεταξύ των ανοιγμάτων σε αυτούς και των ανοιγμάτων έναντι της κεντρικής κυβέρνησης, λόγω των ειδικών εξουσιών άντλησης εσόδων των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών, και να υπάρχουν ειδικές θεσμικές ρυθμίσεις που περιορίζουν τον κίνδυνο αθέτησης.

Ενότητα 4

Σημαντικός κίνδυνος βάσης

Άρθρο 86

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 210 παράγραφος 2, κατά τη μεταβίβαση ασφαλιστικού κινδύνου από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μέσω συμβάσεων αντασφάλισης ή φορέων ειδικού σκοπού που υπόκεινται σε σημαντικό κίνδυνο βάσης λόγω αναντιστοιχίας νομισμάτων μεταξύ του ασφαλιστικού κινδύνου και της τεχνικής μείωσης του κινδύνου, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την τεχνική μείωσης του κινδύνου στον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας σύμφωνα με τον τυποποιημένη μαθηματικό τύπο, υπό την προϋπόθεση ότι η τεχνική μείωσης του κινδύνου είναι σύμφωνη με το άρθρο 209, το άρθρο 210 παράγραφοι 1, 3 και 4 και με το άρθρο 211, και ο υπολογισμός διενεργείται με τον ακόλουθο τρόπο:

α)

ο κίνδυνος βάσης που προκύπτει από αναντιστοιχία νομισμάτων μεταξύ του ασφαλιστικού κινδύνου και της τεχνικής μείωσης του κινδύνου λαμβάνεται υπόψη στη σχετική ενότητα ή υποενότητα κινδύνου ή στο σενάριο του τυποποιημένου μαθηματικού τύπου στο μεγαλύτερο δυνατό επίπεδο διασποράς, με την πρόσθεση του 25 % της διαφοράς μεταξύ των κατωτέρω στοιχείων στις κεφαλαιακές απαιτήσεις που υπολογίζονται σύμφωνα με τη σχετική ενότητα, υποενότητα ή σενάριο:

i)

της υποθετικής κεφαλαιακής απαίτησης για τη σχετική ενότητα, υποενότητα ή σενάριο κινδύνου που θα προέκυπτε από την ταυτόχρονη επέλευση του σεναρίου που ορίζεται στο άρθρο 188·

ii)

της κεφαλαιακής απαίτησης για τη σχετική ενότητα, υποενότητα ή το σενάριο ασφαλιστικού κινδύνου·

β)

όταν η τεχνική μείωσης του κινδύνου καλύπτει περισσότερες από μία ενότητες, η υποενότητες ή σενάρια, ο υπολογισμός που αναφέρεται στο στοιχείο α) διενεργείται για κάθε μία από αυτές τις ενότητες, υποενότητες και τα σενάρια. Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που είναι αποτέλεσμα αυτών των υπολογισμών δεν υπερβαίνουν το 25 % της ικανότητας της μη αναλογικής σύμβασης αντασφάλισης ή του φορέα ειδικού σκοπού.

Ενότητα 5

Υπολογισμός των βασικών κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας

Άρθρο 87

Οι βασικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας περιλαμβάνουν ενότητα κινδύνου για κίνδυνο άυλων στοιχείων ενεργητικού και ορίζονται ως εξής:

Formula

όπου:

α)

η άθροιση, Corri,j , SCRi και SCRj προσδιορίζεται όπως ορίζεται στο σημείο 1 του παραρτήματος IV της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)

SCRintangibles είναι η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο άυλων στοιχείων ενεργητικού που αναφέρεται στο άρθρο 203.

Ενότητα 6

Αναλογικότητα και απλοποιήσεις

Άρθρο 88

Αναλογικότητα

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 109, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις καθορίζουν κατά πόσον ο απλοποιημένος υπολογισμός είναι ανάλογος με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, διενεργώντας αξιολόγηση η οποία περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

εκτίμηση σχετικά με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων της επιχείρησης που εμπίπτει στη σχετική ενότητα ή υποενότητα·

β)

ποιοτική ή ποσοτική αξιολόγηση, κατά περίπτωση, του σφάλματος που εισήχθη στα αποτελέσματα του απλοποιημένου υπολογισμού λόγω ενδεχόμενης απόκλισης μεταξύ των κατωτέρω:

i)

των παραδοχών στις οποίες βασίζεται ο απλοποιημένος υπολογισμός σε σχέση με τους κινδύνους·

ii)

των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης που αναφέρεται στο στοιχείο α)·

2.   Ο απλοποιημένος υπολογισμός δεν θεωρείται ότι είναι ανάλογος με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, όταν το σφάλμα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) οδηγεί σε ανακριβή δήλωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που θα μπορούσε να επηρεάσει τη λήψη απόφασης ή την κρίση του χρήστη των πληροφοριών σχετικά με την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, εκτός εάν ο απλοποιημένος υπολογισμός οδηγεί σε κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας η οποία υπερβαίνει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που προκύπτουν από τον συνήθη υπολογισμό.

Άρθρο 89

Γενικές διατάξεις για τις απλοποιήσεις σε σχέση με τις εξαρτημένες επιχειρήσεις

Οι εξαρτημένες ασφαλιστικές και εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 σημεία 2) και 5) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μπορούν να χρησιμοποιούν τους απλοποιημένους υπολογισμούς που ορίζονται στα άρθρα 90, 103, 105 και 106 του παρόντος κανονισμού, εφόσον τηρείται το άρθρο 88 του παρόντος κανονισμού και πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

όσον αφορά τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις της εξαρτημένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, όλοι οι ασφαλισμένοι και οι δικαιούχοι είναι νομικές οντότητες του ομίλου στον οποίο ανήκει η εξαρτημένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

β)

όσον αφορά τις αντασφαλιστικές υποχρεώσεις της εξαρτημένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, όλοι οι ασφαλισμένοι και οι δικαιούχοι των ασφαλιστικών συμβάσεων που διέπουν τις αντασφαλιστικές υποχρεώσεις είναι νομικές οντότητες του ομίλου στον οποίο ανήκει η εξαρτημένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση·

γ)

οι ασφαλιστικές υποχρεώσεις και οι συμβάσεις ασφάλισης στις οποίες βασίζονται οι αντασφαλιστικές υποχρεώσεις της εξαρτημένες ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης δεν αφορούν καμία υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων.

Άρθρο 90

Απλοποιημένος υπολογισμός για τις εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος στον κλάδο ζημιών

1.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 88 και 89, οι εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος στον κλάδο ζημιών ως εξής:

Formula

όπου το s καλύπτει όλα τα τμήματα που καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ασφαλίστρου και αποθέματος κλάδου ζημιών από ένα συγκεκριμένο τμήμα s που ορίζεται στο παράρτημα ΙΙ, ορίζεται ως εξής:

Formula

όπου:

α)

V(prem,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρου του τμήματος s που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 116 παράγραφος 3·

β)

V(res,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο αποθέματος ενός τμήματος που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 116 παράγραφος 3.

Άρθρο 91

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο θνησιμότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ζωής

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο θνησιμότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ζωής ως εξής:

Formula

όπου, όσον αφορά τις συμβάσεις ασφάλισης και αντασφάλισης με θετικό κεφάλαιο σε κίνδυνο:

α)

CAR είναι το συνολικό κεφάλαιο σε κίνδυνο, δηλαδή το άθροισμα για όλες τις συμβάσεις των μεγαλύτερων του μηδενός ποσών και της διαφοράς μεταξύ των ακόλουθων ποσών:

i)

του αθροίσματος των:

του ποσού το οποίο η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα κατέβαλε επί του παρόντος βάσει της σύμβασης ασφάλισης, σε περίπτωση θανάτου των ασφαλισμένων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ποσών που δεν καλύπτονται από την προηγούμενη περίπτωση, τα οποία η επιχείρηση θα κατέβαλε στο μέλλον σε περίπτωση άμεσου θανάτου των ασφαλισμένων, βάσει της σύμβασης, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

ii)

της βέλτιστης εκτίμησης των αντίστοιχων υποχρεώσεων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

β)

q είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό θνησιμότητας των ασφαλισμένων κατά τους επόμενους 12 μήνες, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

γ)

n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη πληρωμών καταβλητέων σε περίπτωση θανάτου που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση·

δ)

ik είναι η τιμή τοις μετρητοίς σε ετήσια βάση για ληκτότητα k της κατάλληλης καμπύλης επιτοκίου άνευ κινδύνου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 43.

Άρθρο 92

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο μακροβιότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ζωής

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο μακροβιότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ζωής ως εξής:

Formula

όπου, για τα ασφαλιστήρια που αναφέρονται στο άρθρο 138 παράγραφος 2:

α)

q είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό θνησιμότητας των ασφαλισμένων κατά τους προσεχείς 12 μήνες, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

β)

n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των πληρωμών προς τους δικαιούχους που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση·

γ)

BElong είναι η βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε κίνδυνο μακροβιότητας.

Άρθρο 93

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ζωής

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ζωής με τον ακόλουθο τρόπο:

SCRdisability-morbidity =

0,35 · CAR 1 · d 1 + 0,25 · 1,1 (n – 3)/2 · (n – 1) · CAR 2 · d 2 + 0,2 · 1,1 (n –1)/2 · t · n · BEdis

όπου, σε σχέση με τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις με θετικό κεφάλαιο σε κίνδυνο:

α)

CAR1 είναι το συνολικό κεφάλαιο σε κίνδυνο, δηλαδή το άθροισμα για όλες τις συμβάσεις ασφάλισης των μεγαλύτερων του μηδενός ποσών και τη διαφορά μεταξύ των ακόλουθων ποσών:

i)

του αθροίσματος των:

του ποσού το οποίο θα κατέβαλε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επί του παρόντος βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ποσών που δεν καλύπτονται στην προηγούμενη περίπτωση τα οποία η επιχείρηση θα κατέβαλε στο μέλλον βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση άμεσου θανάτου ή ανικανότητας των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

ii)

της βέλτιστης εκτίμησης των αντίστοιχων υποχρεώσεων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

β)

CAR2 είναι το συνολικό κεφάλαιο σε κίνδυνο που ορίζεται στο στοιχείο α) μετά από 12 μήνες·

γ)

d1 είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό ανικανότητας-νοσηρότητας κατά τους προσεχείς 12 μήνες, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

δ)

d2 είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό ανικανότητας-νοσηρότητας κατά τους 12 μήνες μετά τους προσεχείς 12 μήνες, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

ε)

n είναι η τροποποιημένη διάρκεια των πληρωμών για ανικανότητα-νοσηρότητα που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση·

στ)

t είναι τα αναμενόμενα ποσοστά καταγγελίας κατά τους επόμενους 12 μήνες·

ζ)

BEdis είναι η βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε κίνδυνο ανικανότητας-νοσηρότητας.

Άρθρο 94

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο εξόδων ασφάλισης ζωής

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο εξόδων ασφάλισης ζωής ως εξής:

Formula

όπου:

α)

EI είναι το ποσό των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων ασφάλισης ή αντασφάλισης ζωής εκτός από τις υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης ασθενείας κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους·

β)

n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των ταμειακών ροών που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων αυτών·

γ)

i είναι το σταθμισμένο μέσο ποσοστό πληθωρισμού που περιλαμβάνεται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών, όπου οι συντελεστές στάθμισης βασίζονται στην παρούσα αξία των δαπανών που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης για την εξυπηρέτηση των υφιστάμενων υποχρεώσεων ασφάλισης ζωής.

Άρθρο 95

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για μόνιμες μεταβολές των ποσοστών ακύρωσης

1.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο μόνιμης αύξησης των ποσοστών ακύρωσης ως εξής:

Formula

όπου:

α)

lup είναι το υψηλότερο από το μέσο ποσοστό ακύρωσης ασφαλιστηρίων με θετική τάση ακυρωσιμότητας και 67 %·

β)

nup είναι η μέση διάρκεια σε έτη κατά την οποία λήγουν τα ασφαλιστήρια με θετική τάση ακυρωσιμότητας·

γ)

Sup είναι το άθροισμα των θετικών τάσεων ακυρωσιμότητας.

2.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο μόνιμης μείωσης των ποσοστών εξαγοράς ως εξής:

Formula

όπου:

α)

ldown είναι το υψηλότερο από το μέσο ποσοστό εξαγοράς ασφαλιστηρίων με αρνητική τάση ακυρωσιμότητας και 40 %·

β)

ndown είναι η μέση διάρκεια σε έτη κατά την οποία λήγουν τα ασφαλιστήρια με αρνητική τάση ακυρωσιμότητας·

γ)

Sdown είναι το σύνολο των αρνητικών τάσεων ακυρωσιμότητας.

3.   Η τάση ακυρωσιμότητας ενός ασφαλιστήριου συμβολαίου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 είναι η διαφορά μεταξύ των ακολούθων στοιχείων:

α)

του ποσού που οφείλει επί του παρόντος να καταβάλει η ασφαλιστική επιχείρηση για τη διακοπή συμβολαίου από τον αντισυμβαλλόμενο, αφού αφαιρεθούν τυχόν ανακτήσιμα ποσά από τους αντισυμβαλλομένους ή τους διαμεσολαβητές·

β)

του ποσού των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου.

Άρθρο 96

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για καταστροφικό κίνδυνο ασφάλισης ζωής

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για καταστροφικό κίνδυνο ασφάλισης ζωής ως εξής:

Formula

όπου:

α)

το άθροισμα περιλαμβάνει όλα τα ασφαλιστήρια με θετικό κεφάλαιο σε κίνδυνο·

β)

CARi είναι το κεφάλαιο σε κίνδυνο του ασφαλιστηρίου i, δηλαδή το υψηλότερο του μηδενός ποσό και η διαφορά μεταξύ των κατωτέρω ποσών:

i)

του αθροίσματος των:

του ποσού το οποίο η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα κατέβαλε επί του παρόντος βάσει της σύμβασης ασφάλισης, σε περίπτωση θανάτου των ασφαλισμένων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ποσών που δεν καλύπτονται στην προηγούμενη περίπτωση, τα οποία η επιχείρηση θα κατέβαλε στο μέλλον βάσει ασφαλιστηρίου σε περίπτωση άμεσου θανάτου των ασφαλισμένων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

ii)

της βέλτιστης εκτίμησης των αντίστοιχων υποχρεώσεων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού.

Άρθρο 97

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο θνησιμότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο θνησιμότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας ως εξής:

Formula

όπου, σε σχέση με τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις με θετικό κεφάλαιο σε κίνδυνο:

α)

CAR είναι το συνολικό κεφάλαιο σε κίνδυνο, δηλαδή το άθροισμα, σε σχέση με κάθε σύμβαση ασφάλισης, των μεγαλύτερων του μηδενός ποσών και η διαφορά μεταξύ των ακόλουθων ποσών:

i)

του αθροίσματος των:

του ποσού το οποίο θα κατέβαλε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επί του παρόντος βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση θανάτου των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ποσών που δεν καλύπτονται στην προηγούμενη περίπτωση τα οποία η επιχείρηση θα κατέβαλε στο μέλλον βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση άμεσου θανάτου ασφαλισμένων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού·

ii)

της βέλτιστης εκτίμησης των αντίστοιχων υποχρεώσεων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

β)

q είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό θνησιμότητας των ασφαλισμένων κατά τη διάρκεια των προσεχών 12 μηνών, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

γ)

n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη πληρωμών καταβλητέων σε περίπτωση θανάτου που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση·

δ)

ik είναι η τιμή τοις μετρητοίς σε ετήσια βάση για ληκτότητα k της κατάλληλης καμπύλης επιτοκίου άνευ κινδύνου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 43.

Άρθρο 98

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο μακροβιότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο μακροβιότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας ως εξής:

Formula

όπου, όσον αφορά τις συμβάσεις ασφάλισης που αναφέρονται στο άρθρο 138 παράγραφος 2:

α)

q είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό θνησιμότητας των ασφαλισμένων κατά τους επόμενους 12 μήνες, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

β)

n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των πληρωμών προς τους δικαιούχους που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση·

γ)

BElong είναι η βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε κίνδυνο μακροβιότητας.

Άρθρο 99

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ιατρικών δαπανών

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης ιατρικών δαπανών ως εξής:

Formula

όπου:

α)

MP είναι το ποσό των ιατρικών δαπανών κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους για τις υποχρεώσεις ασφάλισης ή αντασφάλισης ιατρικών δαπανών κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους·

β)

n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των ταμειακών ροών που περιλαμβάνεται στη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων αυτών·

γ)

i είναι το μέσο ποσοστό πληθωρισμού για ιατρικές δαπάνες που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών, όπου οι συντελεστές στάθμισης βασίζονται στην παρούσα αξία των ιατρικών εξόδων που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών.

Άρθρο 100

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης προστασίας εισοδήματος

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας σε συμβάσεις ασφάλισης προστασίας εισοδήματος ως εξής:

SCRincome-protection-disability-morbidity =

0,35 · CAR 1 · d 1 + 0,25 · 1,1 (n – 3)/2 · (n – 1) · CAR 2 · d 2 + 0,2 · 1,1 (n –1)/2 · t · n · BEdis

όπου, σε σχέση με τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές συμβάσεις με θετικό κεφάλαιο σε κίνδυνο:

α)

CAR1 είναι το συνολικό κεφάλαιο σε κίνδυνο, δηλαδή το άθροισμα για όλες τις συμβάσεις των μεγαλύτερων του μηδενός ποσών και η διαφορά μεταξύ των ακόλουθων ποσών:

i)

του αθροίσματος των:

του ποσού το οποίο θα κατέβαλε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση επί του παρόντος βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

της αναμενόμενης παρούσας αξίας των ποσών που δεν καλύπτονται στο σημείο i) τα οποία η επιχείρηση θα κατέβαλε στο μέλλον βάσει της σύμβασης, σε περίπτωση άμεσου θανάτου ή ανικανότητας των ασφαλισμένων, μετά από αφαίρεση των ανακτήσιμων ποσών από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

ii)

της βέλτιστης εκτίμησης των αντίστοιχων υποχρεώσεων, αφού αφαιρεθούν τα ανακτήσιμα ποσά από συμβάσεις αντασφάλισης και φορείς ειδικού σκοπού·

β)

CAR2 είναι το σύνολο των κεφαλαίων κινδύνου, όπως ορίζεται στο στοιχείο α) μετά από 12 μήνες·

γ)

d1 είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό ανικανότητας-νοσηρότητας κατά τη διάρκεια των προσεχών 12 μηνών, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

δ)

d2 είναι το αναμενόμενο μέσο ποσοστό ανικανότητας-νοσηρότητας κατά τους 12 μήνες που έπονται τους προσεχείς 12 μήνες, σταθμισμένο με το ασφαλιζόμενο ποσό·

ε)

n είναι η τροποποιημένη διάρκεια των αποζημιώσεων για ανικανότητα-νοσηρότητα που περιλαμβάνονται στη βέλτιστη εκτίμηση·

στ)

t είναι τα αναμενόμενα ποσοστά καταγγελίας συμβάσεων εντός των επόμενων 12 μηνών·

ζ)

BEdis είναι η βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων που υπόκεινται σε κίνδυνο ανικανότητας — νοσηρότητας.

Άρθρο 101

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο δαπανών υγείας

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για κίνδυνο δαπανών υγείας ως εξής:

Formula

όπου:

(1)

EI είναι το ποσό των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους·

(2)

n είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των ταμειακών ροών που περιλαμβάνεται στη βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων αυτών·

(3)

i είναι το σταθμισμένο μέσο ποσοστό πληθωρισμού που περιλαμβάνεται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης των υποχρεώσεων αυτών, σταθμισμένο με την παρούσα αξία των δαπανών που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της βέλτιστης εκτίμησης για την εξυπηρέτηση των υφιστάμενων υποχρεώσεων ασφάλισης ασθενείας.

Άρθρο 102

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο ακύρωσης σε σε συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας SLT

1.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο μόνιμης αύξησης των ποσοστών ακύρωσης που αναφέρεται στο άρθρο 159 παράγραφος 1 στοιχείο α) ως εξής:

Formula

όπου:

α)

lup είναι το υψηλότερο από το μέσο ποσοστό ακύρωσης ασφαλιστηρίων με θετική τάση ακυρωσιμότητας και 83 %·

β)

nup είναι η μέση διάρκεια σε έτη κατά την οποία λήγουν τα ασφαλιστήρια με θετική τάση ακυρωσιμότητας·

γ)

Sup είναι το σύνολο των θετικών τάσεων ακυρωσιμότητας.

2.   Όταν τηρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο μόνιμης μείωσης των ποσοστών ακύρωσης που αναφέρεται στο άρθρο 159 παράγραφος 1 στοιχείο β) ως εξής:

Formula

όπου:

α)

ldown είναι το μέσο ποσοστό ακύρωσης των ασφαλιστηρίων με αρνητική τάση ακυρωσιμότητας·

β)

ndown είναι η μέση διάρκεια σε έτη κατά την οποία λήγουν τα ασφαλιστήρια με αρνητική τάση ακυρωσιμότητας·

γ)

Sdown είναι το σύνολο των αρνητικών τάσεων ακυρωσιμότητας.

3.   Η τάση ακυρωσιμότητας ενός ασφαλιστήριου συμβολαίου που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 είναι η διαφορά μεταξύ των ακολούθων στοιχείων:

α)

του ποσού που οφείλει επί του παρόντος να καταβάλει η ασφαλιστική επιχείρηση για τη διακοπή συμβολαίου από τον αντισυμβαλλόμενο, αφού αφαιρεθούν τυχόν ανακτήσιμα ποσά από τους αντισυμβαλλομένους ή τους διαμεσολαβητές·

β)

του ποσού των τεχνικών προβλέψεων χωρίς το περιθώριο κινδύνου.

Άρθρο 103

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο επιτοκίου για τις εξαρτημένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις

1.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 88 και 89, οι εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο επιτοκίου ως εξής:

α)

το άθροισμα, για κάθε νόμισμα, των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο αύξησης στην καμπύλη επιτοκίων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου·

β)

το άθροισμα, για κάθε νόμισμα, των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο μείωσης στην καμπύλη επιτοκίων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου·

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο αύξησης στην καμπύλη των επιτοκίων για ένα δεδομένο νόμισμα ορίζεται ως εξής:

Formula

όπου:

α)

το πρώτο άθροισμα καλύπτει όλες τις περιόδους ληκτότητας i που ορίζονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου·

β)

MVALi είναι η αξία, σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, των περιουσιακών στοιχείων χωρίς τις υποχρεώσεις, εκτός από τις τεχνικές προβλέψεις για διάστημα ληκτότητας i·

γ)

duri είναι η απλοποιημένη διάρκεια των διαστημάτων ληκτότητας i·

δ)

ratei είναι το σχετικό επιτόκιο άνευ κινδύνου για την απλοποιημένη διάρκεια διαστήματος ληκτότητας i·

ε)

stress(i,up) είναι η σχετική ανοδική πίεση επιτοκίου για απλοποιημένη διάρκεια διαστήματος ληκτότητας i·

στ)

το δεύτερο ποσό καλύπτει όλες τις κατηγορίες δραστηριοτήτων που ορίζονται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού·

ζ)

BElob είναι η βέλτιστη εκτίμηση για την κατηγορία δραστηριότητας lob·

η)

durlob είναι η τροποποιημένη διάρκεια της βέλτιστης εκτίμησης στην κατηγορία δραστηριότητας lob·

θ)

ratelob είναι το σχετικό επιτόκιο άνευ κινδύνου για την τροποποιημένη διάρκεια στην κατηγορία δραστηριότητας lob·

ι)

stress(lob,up) είναι η σχετική ανοδική πίεση επιτοκίου για την τροποποιημένη διάρκεια durlob .

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο μείωσης στην καμπύλη των επιτοκίων για ένα δεδομένο νόμισμα ορίζεται ως εξής:

Formula

όπου:

α)

το πρώτο ποσό καλύπτει όλα τα διαστήματα ληκτότητας i που ορίζονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου·

β)

MVALi είναι η αξία, σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, των περιουσιακών στοιχείων χωρίς τις υποχρεώσεις, εκτός από τις τεχνικές προβλέψεις για διάστημα ληκτότητας i·

γ)

duri είναι η απλοποιημένη διάρκεια του διαστήματος ληκτότητας i·

δ)

ratei είναι το σχετικό επιτόκιο άνευ κινδύνου για την απλοποιημένη διάρκεια διαστήματος ληκτότητας i·

ε)

stress(i,down) είναι η σχετική πτωτική πίεση επιτοκίου για απλοποιημένη διάρκεια διαστήματος ληκτότητας i·

στ)

το δεύτερο ποσό καλύπτει όλες τις κατηγορίες δραστηριοτήτων που ορίζονται στο παράρτημα Ι του παρόντος κανονισμού·

ζ)

BElob είναι η βέλτιστη εκτίμηση για την κατηγορία δραστηριότητας lob·

η)

durlob είναι η τροποποιημένη διάρκεια της βέλτιστης εκτίμησης στην κατηγορία δραστηριότητας lob·

θ)

ratelob είναι το σχετικό επιτόκιο άνευ κινδύνου για την τροποποιημένη διάρκεια στην κατηγορία δραστηριότητας lob·

ι)

stress(lob, down) είναι η σχετική πτωτική πίεση επιτοκίου για την τροποποιημένη διάρκεια durlob .

4.   Τα διαστήματα ληκτότητας i και η απλοποιημένη διάρκεια duri που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) και γ) και στην παράγραφο 3 στοιχεία α) και γ) είναι τα ακόλουθα:

α)

μέχρι τη ληκτότητα ενός έτους, η απλοποιημένη διάρκεια είναι 0,5 έτη·

β)

για διαστήματα ληκτότητας από 1 έως 3 έτη, η απλοποιημένη διάρκεια είναι 2 έτη·

γ)

για διαστήματα ληκτότητας από 3 έως 5 έτη, η απλοποιημένη διάρκεια είναι 4 έτη·

δ)

για διαστήματα ληκτότητας από 5 έως 10 έτη, η απλοποιημένη διάρκεια είναι 7 έτη·

ε)

για διαστήματα ληκτότητας άνω των 10 ετών, η απλοποιημένη διάρκεια είναι 12 έτη.

Άρθρο 104

Απλοποιημένος υπολογισμός του κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων

1.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στο άρθρο 176 του παρόντος κανονισμού ως εξής:

Formula

όπου:

α)

SCRbonds είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων·

β)

MVbonds είναι η αξία, σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, των περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε κεφαλαιακές απαιτήσεις για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων·

γ)

%MVi bonds είναι το μέρος του χαρτοφυλακίου των περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας i, όταν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από διορισμένο προς τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ για τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού·

δ)

%MVbonds norating είναι το μέρος του χαρτοφυλακίου των περιουσιακών στοιχείων που υπόκειται σε κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων για τα οποία δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από διορισμένο ΕΟΠΑ·

ε)

duri και durnorating είναι η τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων για τα οποία δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από διορισμένο ΕΟΠΑ·

στ)

stressi είναι συνάρτηση με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας i και την τροποποιημένη διάρκεια σε έτη των περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας i, που ορίζεται στην παράγραφο 2·

ζ)

ΔLiabul είναι η αύξηση στις τεχνικές προβλέψεις χωρίς το περιθώριο κινδύνου για τα ασφαλιστήρια βάσει των οποίων οι ασφαλιζόμενοι αναλαμβάνουν τον επενδυτικό κίνδυνο με ενσωματωμένα δικαιώματα και εγγυήσεις που θα προέκυπταν από μια στιγμιαία μείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται στην κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων:

Formula

.

2.   stressi που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο στ), για κάθε βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας i, ισούται με:Formula, όπου duri είναι η τροποποιημένη διάρκεια εκφρασμένη σε έτη των περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας i, και bi καθορίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας i

0

1

2

3

4

5

6

bi

0,9 %

1,1 %

1,4 %

2,5 %

4,5 %

7,5 %

7,5 %

3.   durnorating που αναφέρεται στην παράγραφο 1 1στοιχείο ε) και duri αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν είναι μικρότερη του ενός έτους.

Άρθρο 105

Απλοποιημένος υπολογισμός για τις εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου ομολόγων και δανείων

Όταν τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 88 και 89, οι εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να υπολογίζουν την κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου που αναφέρεται στο άρθρο 176 με βάση την παραδοχή ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία κατατάσσονται στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 3.

Άρθρο 106

Απλοποιημένος υπολογισμός των κεφαλαιακών απαιτήσεων για συγκεντρώσεις κινδύνου αγοράς για τις εξαρτημένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις

Όταν τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 88 και 89, οι εξαρτημένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν όλες τις ακόλουθες παραδοχές για τον υπολογισμό της κεφαλαιακής απαίτησης για τον κίνδυνο συγκέντρωσης:

(1)

οι ενδοομιλικές συμφωνίες συνασφάλισης περιουσιακών στοιχείων εξαρτημένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων μπορούν να εξαιρούνται από τη βάση υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 184 παράγραφος 2, στον βαθμό που υπάρχουν νομικά εκτελεστοί συμβατικοί όροι οι οποίοι εξασφαλίζουν την αντιστάθμιση των υποχρεώσεων της εξαρτημένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης από τις εκθέσεις σε κίνδυνο εντός του ομίλου που διατηρεί σε βάρος άλλων οντοτήτων του ομίλου.

(2)

το σχετικό όριο υπερβολικής έκθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 184 παράγραφος 1 στοιχείο γ) είναι ίσο προς 15 % για τα ακόλουθα πιστωτικά ανοίγματα σε μεμονωμένο πιστούχο ή αντισυμβαλλόμενο:

α)

πιστωτικά ανοίγματα σε πιστωτικά ιδρύματα που δεν ανήκουν στον ίδιο όμιλο και έχουν καταταγεί στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2·

β)

πιστωτικά ανοίγματα σε οντότητες του ομίλου που διαχειρίζεται τα ταμειακά διαθέσιμα των εξαρτημένων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα οποία έχουν καταταγεί στη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 2.

Άρθρο 107

Απλοποιημένος υπολογισμός του αποτελέσματος μείωσης του κινδύνου για τις αντασφαλιστικές συμφωνίες ή τιτλοποίηση

1.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου μιας συμφωνίας αντασφάλισης ή τιτλοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 196 ως εξής:

Formula

όπου:

α)

RMre,all είναι το αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου των αντασφαλιστικών συμφωνιών και τιτλοποιήσεων για όλους τους αντισυμβαλλομένους, που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2·

β)

Recoverablesi είναι η βέλτιστη εκτίμηση των ανακτήσιμων ποσών από τη συμφωνία αντασφάλισης ή την τιτλοποίηση και τους αντίστοιχους οφειλέτες για αντισυμβαλλόμενο i και Recoverablesall είναι η βέλτιστη εκτίμηση των ανακτήσιμων ποσών από τις συμφωνίες αντασφάλισης και τις τιτλοποιήσεις και τους αντίστοιχους οφειλέτες για όλους τους αντισυμβαλλομένους.

2.   Το αναφερόμενο στην παράγραφο 1 αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου των συμφωνιών αντασφάλισης και τιτλοποιήσεων για όλους τους αντισυμβαλλομένους είναι η διαφορά μεταξύ των ακόλουθων κεφαλαιακών απαιτήσεων:

α)

της υποθετικής κεφαλαιακής απαίτησης για τον ασφαλιστικό κίνδυνο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, εάν δεν υφίσταται καμία συμφωνία αντασφάλισης και τιτλοποίηση·

β)

των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον ασφαλιστικό κίνδυνο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 108

Απλοποιημένος υπολογισμός του αποτελέσματος μείωσης του κινδύνου για αναλογικές συμφωνίες αντασφάλισης

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου j μιας αναλογικής αντασφαλιστικής ρύθμισης για τον αντισυμβαλλόμενο i που αναφέρεται στο άρθρο 196 ως εξής:

Formula

όπου:

α)

BE είναι η βέλτιστη εκτίμηση των υποχρεώσεων, περιλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών,

β)

Recoverablesi είναι η βέλτιστη εκτίμηση των ανακτήσιμων ποσών από την αναλογική ρύθμιση αντασφάλισης και τους αντίστοιχους οφειλέτες για τον αντισυμβαλλόμενο i,

γ)

Recoverablesall είναι η βέλτιστη εκτίμηση των ανακτήσιμων ποσών από την αναλογική ρύθμιση αντασφάλισης και τους αντίστοιχους οφειλέτες για όλους τους αντισυμβαλλομένους

δ)

SCRj είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για ασφαλιστικό κίνδυνο j της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

Άρθρο 109

Απλοποιημένοι υπολογισμοί για συμφωνίες συνασφάλισης

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν τις ακόλουθους απλοποιημένους υπολογισμούς για τους σκοπούς των άρθρων 193, 194 και 195:

α)

Η βέλτιστη εκτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 194 παράγραφος 1 στοιχείο δ) μπορεί να υπολογιστεί ως εξής:

Formula

όπου BEU είναι η βέλτιστη εκτίμηση της υποχρέωσης που εκχωρείται από την επιχείρηση που είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας συνασφάλισης, χωρίς τυχόν ποσά που έχουν αντασφαλιστεί με αντισυμβαλλομένους που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας συνασφάλισης.

β)

Η βέλτιστη εκτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 195 στοιχείο γ) υπολογίζεται ως εξής:

Formula

όπου BECEP είναι η βέλτιστη εκτίμηση της υποχρέωσης που εκχωρείται από τον όμιλο στον εξωτερικό αντισυμβαλλόμενο, σε σχέση με τον κίνδυνο που εκχωρείται στον όμιλο από την επιχείρηση.

γ)

Το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 195 στοιχείο δ) μπορεί να υπολογιστεί ως εξής:

Formula

όπου:

i)

BECE είναι η βέλτιστη εκτίμηση της υποχρέωσης που εκχωρείται στον εξωτερικό αντισυμβαλλόμενο από τη συμφωνία συνασφάλισης συνολικά·

ii)

ΔRMCEP είναι η συνεισφορά όλων των εξωτερικών αντισυμβαλλομένων στο αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου της συμφωνίας συνασφάλισης στον ασφαλιστικό κίνδυνο της επιχείρησης·

δ)

Τα αντισυμβαλλόμενα μέλη της συμφωνίας συνασφάλισης και οι αντισυμβαλλόμενοι που δεν είναι μέλη της συμφωνίας συνασφάλισης μπορούν να ομαδοποιηθούν ανάλογα με την πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτόν ΕΟΠΑ, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν ξεχωριστές ομάδες για εκθέσεις κινδύνου σε συμφωνίες συνασφάλισης του τύπου Α, του τύπου Β και του τύπου Γ.

Άρθρο 110

Απλοποιημένος υπολογισμός — ομαδοποίηση πιστωτικών ανοιγμάτων σε μεμονωμένο πιστούχο ή αντισυμβαλλόμενο

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές ή οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν τη ζημία σε περίπτωση αθέτησης, που ορίζεται στο άρθρο 192, για μια ομάδα πιστωτικών ανοιγμάτων σε μεμονωμένο αντισυμβαλλόμενο. Στην περίπτωση αυτή, στην ομάδα πιστωτικών ανοιγμάτων σε μεμονωμένο αντισυμβαλλόμενο εφαρμόζεται η μεγαλύτερη δυνατή πιθανότητα αθέτησης που εφαρμόζεται σε πιστωτικά ανοίγματα σε μεμονωμένο πιστούχο ή αντισυμβαλλόμενο που περιλαμβάνονται στην ομάδα σύμφωνα με το άρθρο 199.

Άρθρο 111

Απλοποιημένος υπολογισμός του αποτελέσματος μείωσης του κινδύνου

Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να υπολογίζουν το αποτέλεσμα μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου και του κινδύνου αγοράς μιας αντασφαλιστικής συμφωνίας, τιτλοποίησης ή παράγωγου προϊόντος που αναφέρεται στο άρθρο 196 ως τη διαφορά μεταξύ των ακόλουθων κεφαλαιακών απαιτήσεων:

α)

του αθροίσματος της υποθετικής κεφαλαιακής απαίτησης για τις υποενότητες των ενοτήτων ασφαλιστικού κινδύνου και κινδύνου της αγοράς της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης που επηρεάζεται από την τεχνική μείωσης του κινδύνου, όπως θα συνέβαινε εάν δεν υπήρχε συμφωνία αντασφάλισης, τιτλοποίηση ή παράγωγο προϊόν·

β)

το άθροισμα των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τις υποενότητες των ενοτήτων ασφαλιστικού κινδύνου και κινδύνου της αγοράς της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης που επηρεάζεται από την τεχνική μείωσης του κινδύνου.

Άρθρο 112

Απλοποιημένος υπολογισμός της προσαρμοσμένης κατά τον κίνδυνο αξίας της εξασφάλισης για να ληφθεί υπόψη η οικονομική επίπτωση των εξασφαλίσεων

1.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις του άρθρου 88 του παρόντος κανονισμού και πληρούνται τόσο οι απαιτήσεις έναντι των αντισυμβαλλομένων όσο και οι απαιτήσεις έναντι τρίτων που αναφέρονται στο άρθρο 197 παράγραφος 1, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, για τους σκοπούς του άρθρου 197, να υπολογίζουν ότι η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία της εξασφάλισης που παρέχεται ως εγγύηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 σημείο 26) στοιχείο β), αντιπροσωπεύει το 85 % της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που διατηρούνται ως εξασφάλιση και αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

2.   Όταν τηρούνται οι διατάξεις των άρθρων 88 και 214 του παρόντος κανονισμού και πληρούνται οι απαιτήσεις έναντι των αντισυμβαλλομένων που αναφέρονται στο άρθρο 197 παράγραφος 1 και δεν πληρούνται οι απαιτήσεις έναντι τρίτων που αναφέρονται στο άρθρο 197 παράγραφος 1, οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν, για τους σκοπούς του άρθρου 197, να υπολογίζουν ότι η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία της εξασφάλισης που παρέχεται ως εγγύηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 σημείο 26) στοιχείο β), αντιπροσωπεύει το 75 % της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που διατηρούνται ως εξασφάλιση και αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.

Ενότητα 7

Πεδίο εφαρμογής των ενοτήτων ασφαλιστικού κινδύνου

Άρθρο 113

Για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο ασφάλισης ζημιών, κίνδυνο ασφάλισης ζωής και κίνδυνο ασφάλισης ασθενείας, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν:

α)

την ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζημιών σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, εκτός από τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας·

β)

την ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζωής σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υποχρεώσεις, εκτός από τις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας·

γ)

την ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στις υποχρεώσεις ασφάλισης και αντασφάλισης ασθενείας.

ΤΜΗΜΑ 2

Ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζημιών

Άρθρο 114

Ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζημιών

1.   Η ενότητα ασφαλιστικού κινδύνου στον κλάδο ζημιών αποτελείται από όλες τις ακόλουθες υποενότητες:

α)

την υποενότητα κινδύνου ασφαλίστρων και αποθέματος στον κλάδο ζημιών που αναφέρεται στο άρθρο 105 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

β)

την υποενότητα κινδύνου καταστροφών στον κλάδο ζημιών που αναφέρεται άρθρο 105 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο στοιχείο β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

γ)

την υποενότητα κινδύνου ακύρωσης ασφαλιστηρίων στον κλάδο ζημιών.

2.   Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ασφάλισης ζημιών ορίζεται ως εξής:

Formula

όπου:

α)

το άθροισμα καλύπτει όλους τους πιθανούς συνδυασμούς (i,j) των υποενοτήτων που ορίζονται στην παράγραφο 1·

β)

CorrNL(i,j) είναι η παράμετρος συσχέτισης για τις υποενότητες ασφαλιστικού κινδύνου του κλάδου ζημιών i και j·

γ)

SCRi και SCRj είναι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για την υποενότητα κινδύνου i και j αντίστοιχα.

3.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 2 παράμετρος συσχέτισης CorrNL(i,j) είναι το στοιχείο που ορίζεται στη σειρά i και τη στήλη j του ακόλουθου πίνακα συσχέτισης:

j

i

Κίνδυνος ασφαλίστρων και τεχνικών προβλέψεων κλάδου ζημιών

Κίνδυνος καταστροφών στον κλάδο ζημιών

Κίνδυνος ακυρώσεων στον κλάδο ζημιών

Κίνδυνος ασφαλίστρων και τεχνικών προβλέψεων κλάδου ζημιών

1

0,25

0

Κίνδυνος καταστροφών στον κλάδο ζημιών

0,25

1

0

Κίνδυνος ακυρώσεων στον κλάδο ζημιών

0

0

1

Άρθρο 115

Υποενότητα κινδύνου ασφαλίστρων και αποθέματος στον κλάδο ζημιών

Η κεφαλαιακή απαίτηση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών ορίζεται ως εξής:

Formula

όπου:

α)

σnl είναι η τυπική απόκλιση για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 117·

β)

Vnl είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 116·

Άρθρο 116

Μέτρο όγκου για κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών

1.   Το μέτρο όγκου για κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος κλάδου ζημιών ισούται με το άθροισμα των μέτρων όγκου για κίνδυνο ασφαλίστρων και αποθέματος των τμημάτων που ορίζονται στο παράρτημα II.

2.   Για όλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα II, το μέτρο του όγκου ενός συγκεκριμένου τμήματος s ορίζεται ως εξής:

Formula

όπου:

α)

V(prem,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο ασφαλίστρων του τμήματος s·

β)

V(res,s) είναι το μέτρο όγκου για τον κίνδυνο αποθέματος του τμήματος s·

γ)

DIVs είναι ο συντελεστής για γεωγραφική διαφοροποίηση του τμήματος s.

3.   Για όλα τα τμήματα που ορίζονται στο παράρτημα II, το μέτρο όγκου ενός συγκεκριμένου τμήματος s ορίζεται ως εξής:

Formula

όπου:

α)

Ps είναι εκτίμηση των ασφαλίστρων που θα εισπράξει η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στο τμήμα s κατά τους προσεχείς 12 μήνες·

β)

P(last,s) είναι τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στο τμήμα s κατά τους τελευταίους 12 μήνες·